This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62017CC0419
Opinion of Advocate General Szpunar delivered on 26 June 2018.#Deza a.s. v European Chemicals Agency.#Appeal — Regulation (EC) No 1907/2006 (REACH Regulation) — Annex XIV — Establishment of a list of substances subject to authorisation — Inclusion in the list of substances identified for eventual inclusion in Annex XIV — Updating of the entry of the substance bis(2-ethylhexyl)phthalate (DEHP) in the list — Misinterpretation and misapplication of the REACH Regulation and of the principle of legal certainty — Distortion of the facts and evidence — Scope of the review.#Case C-419/17 P.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar της 26ης Ιουνίου 2018.
Deza a.s. κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων.
Αίτηση αναιρέσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 (κανονισμός REACH) – Παράρτημα XIV – Κατάρτιση καταλόγου ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση – Εγγραφή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV – Επικαιροποίηση της εγγραφής της ουσίας φθαλικός δι(2‑αιθυλοεξυλο) εστέρας (DEHP) στον κατάλογο – Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανονισμού REACH, καθώς και της αρχής της ασφάλειας δικαίου – Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων – Έκταση του ελέγχου.
Υπόθεση C-419/17 P.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Szpunar της 26ης Ιουνίου 2018.
Deza a.s. κατά Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων.
Αίτηση αναιρέσεως – Κανονισμός (ΕΚ) 1907/2006 (κανονισμός REACH) – Παράρτημα XIV – Κατάρτιση καταλόγου ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση – Εγγραφή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV – Επικαιροποίηση της εγγραφής της ουσίας φθαλικός δι(2‑αιθυλοεξυλο) εστέρας (DEHP) στον κατάλογο – Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανονισμού REACH, καθώς και της αρχής της ασφάλειας δικαίου – Παραμόρφωση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων – Έκταση του ελέγχου.
Υπόθεση C-419/17 P.
Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2018:495
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
MACIEJ SZPUNAR
της 26ης Ιουνίου 2018 ( 1 )
Υπόθεση C‑419/17 P
Deza a.s.
κατά
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων
«Αίτηση αναιρέσεως – Κατάρτιση καταλόγου ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση – Εγγραφή στον κατάλογο υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV – Επικαιροποίηση της εγγραφής της ουσίας φθαλικός δι(2-αιθυλοεξυλο) εστέρας (DEHP) στον κατάλογο – Προβαλλόμενη πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006, καθώς και της αρχής της ασφάλειας δικαίου»
I. Εισαγωγή
|
1. |
Με την αίτηση αναιρέσεως, η Deza a.s. ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως της 11ης Μαΐου 2017, Deza κατά ECHA ( 2 ), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψε την προσφυγή της με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως ED/108/2014 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), της 12ης Δεκεμβρίου 2014, για την επικαιροποίηση και τη συμπλήρωση της υφιστάμενης εγγραφής μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο των υποψηφίων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 ( 3 ) και για τον χαρακτηρισμό της ουσίας αυτής ως ουσίας με ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού (στο εξής: επίδικη απόφαση). |
|
2. |
Κατόπιν αιτήματος του Δικαστηρίου, οι παρούσες προτάσεις θα περιοριστούν στην ανάλυση του πρώτου λόγου αναιρέσεως. Με τον λόγο αυτό προβάλλεται η πεπλανημένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανονισμού REACH στην οποία προέβη το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως αβάσιμη την αιτίαση της προσφυγής κατά της αποφάσεως του ECHA, με την οποία η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε την έκδοση της αποφάσεως αυτής ultra vires. |
|
3. |
Το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως αφορά, κατ’ ουσίαν, την ερμηνεία του άρθρου 57 του κανονισμού REACH και παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να αναπτύξει περαιτέρω τη νομολογία του ως προς τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελείται ιδίως από τις αποφάσεις Polynt κατά ECHA ( 4 ) και Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA ( 5 ). Το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του λόγου αυτού αφορούν τα διαδικαστικά ζητήματα της εγγραφής μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH (στο εξής: κατάλογος υποψηφίων ουσιών), ο οποίος απαριθμεί τις ουσίες που υπόκεινται στη διαδικασία αδειοδοτήσεως. |
II. Το νομικό πλαίσιο
|
4. |
Ο τίτλος VII του κανονισμού REACH περιλαμβάνει τα άρθρα 55 έως 66 του κανονισμού αυτού και διέπει τη διαδικασία αδειοδοτήσεως. |
|
5. |
Σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 56 του κανονισμού REACH, με τίτλο «Γενικές διατάξεις», ένας παρασκευαστής, εισαγωγέας ή μεταγενέστερος χρήστης δεν διαθέτει, κατ’ αρχήν, μια ουσία στην αγορά για χρήση ούτε τη χρησιμοποιεί ο ίδιος, εάν η ουσία αυτή περιλαμβάνεται στο παράρτημα XIV, εκτός των περιπτώσεων που ορίζει η διάταξη αυτή. |
|
6. |
Το άρθρο 57 του κανονισμού REACH, το οποίο επιγράφεται «Ουσίες προς εγγραφή στο παράρτημα XIV», ορίζει τα εξής: «Οι ακόλουθες ουσίες μπορούν να εγγράφονται στο παράρτημα XIV σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 58: […]
[…]
|
|
7. |
Το άρθρο 59 του κανονισμού REACH, που φέρει τον τίτλο «Προσδιορισμός των ουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 57», προβλέπει: «1. Η διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 2 έως 10 του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό των ουσιών που ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 57 και για την κατάρτιση καταλόγου αυτών των υποψήφιων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV. […] 2. Η [Ευρωπαϊκή] Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τον [ECHA] να εκπονήσει φάκελο, σύμφωνα με τα σχετικά σημεία του παραρτήματος XV, για ουσίες, οι οποίες, κατά τη γνώμη της, ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 57. […] 3. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να εκπονεί φάκελο σύμφωνα με το παράρτημα XV για ουσίες οι οποίες κατά τη γνώμη του ανταποκρίνονται στα κριτήρια του άρθρου 57 και να τον διαβιβάζει στον [ECHA]. […] […] 5. Εντός 60 ημερών από την κυκλοφορία, τα υπόλοιπα κράτη μέλη ή ο [ECHA] μπορούν να διατυπώνουν σχόλια σχετικά με τον προσδιορισμό της ουσίας βάσει του κριτηρίου του άρθρου 57 που περιλαμβάνεται στο φάκελο του [ECHA]. 6. Εάν ο [ECHA] δεν παραλάβει ή δεν διατυπώσει κανένα σχόλιο, εγγράφει την εν λόγω ουσία στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. […] 7. Όταν διατυπώνονται ή παραλαμβάνονται σχόλια, ο [ECHA] παραπέμπει τον φάκελο στην επιτροπή των κρατών μελών εντός 15 ημερών από τη λήξη της περιόδου των 60 ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 5. 8. Εάν, εντός 30 ημερών από την παραπομπή του φακέλου, η επιτροπή των κρατών μελών καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία σχετικά με τον προσδιορισμό, ο [ECHA] μπορεί να συμπεριλάβει την ουσία αυτή στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. […] 9. Εάν η επιτροπή των κρατών μελών δεν καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία, η Επιτροπή εκπονεί σχέδιο πρότασης για τον προσδιορισμό της ουσίας εντός τριών μηνών από την παραλαβή της γνώμης της επιτροπής των κρατών μελών. Η τελική απόφαση για τον προσδιορισμό της ουσίας λαμβάνεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 133 παράγραφος 3. 10. Ο [ECHA] δημοσιεύει και επικαιροποιεί στην ιστοσελίδα του τον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αμελλητί μετά τη λήψη της απόφασης για την εγγραφή της ουσίας.» |
III. Το ιστορικό της διαφοράς και η επίδικη απόφαση
|
8. |
Η αναιρεσείουσα, ανώνυμη εταιρία τσεχικού δικαίου, παρασκευάζει, εμπορεύεται και χρησιμοποιεί, μεταξύ άλλων, τη χημική ουσία φθαλικός δι(2-αιθυλοεξυλο) εστέρας (DEHP). |
|
9. |
Με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 2008, ο εκτελεστικός διευθυντής του ECHA συμπεριέλαβε τον DEHP στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών, με την αιτιολογία ότι ο DEHP είχε χαρακτηριστεί ως ουσία τοξική για την αναπαραγωγή, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο γʹ, του κανονισμού REACH. |
|
10. |
Στη συνέχεια, με τον κανονισμό (ΕΕ) 143/2011 ( 6 ), η Επιτροπή συμπεριέλαβε τον DEHP στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH. |
|
11. |
Στις 26 Αυγούστου 2014 το Βασίλειο της Δανίας κατέθεσε τέσσερις φακέλους σύμφωνους προς το παράρτημα XV του κανονισμού αυτού, προτείνοντας να χαρακτηριστούν ο DEHP και τρεις άλλες χημικές ουσίες ως ουσίες με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής, για τις οποίες υπήρχαν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH, και να συμπληρωθεί σχετικώς ο κατάλογος υποψηφίων ουσιών (στο εξής: αρχική πρόταση του Βασιλείου της Δανίας). |
|
12. |
Η αρχική πρόταση του Βασιλείου της Δανίας υποβλήθηκε σε διαβούλευση μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 59, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού REACH. Κατά το στάδιο αυτό, κατέστη σαφές ότι, εξαιτίας της αντίθεσης πολλών μελών της επιτροπής των κρατών μελών, η αρχική πρόταση του Βασιλείου της Δανίας δεν επρόκειτο να εγκριθεί ομόφωνα. |
|
13. |
Ακολούθως, το Βασίλειο της Δανίας διαχώρισε την αρχική του πρόταση σε οκτώ τμήματα, δηλαδή σε τέσσερα τμήματα που αφορούσαν τον χαρακτηρισμό των τεσσάρων αυτών χημικών ουσιών ως ουσιών με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής δυνάμενων να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH, και σε τέσσερα τμήματα που αφορούσαν τον χαρακτηρισμό των τεσσάρων εν λόγω χημικών ουσιών ως ουσιών με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής δυνάμενων να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως. |
|
14. |
Στη συνέχεια το Βασίλειο της Δανίας απέσυρε την πρότασή του στο μέτρο που απέβλεπε στη εγγραφή των ουσιών πέραν του DEHP στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών με την αιτιολογία ότι επρόκειτο περί ουσιών με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής δυνάμενων να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH. |
|
15. |
Εν τέλει, μόνον ο χαρακτηρισμός του DEHP ως ουσίας με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής δυνάμενης να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον δεν συνάντησε αντιδράσεις από τα μέλη της επιτροπής των κρατών μελών. |
|
16. |
Στις 12 Δεκεμβρίου 2014 ο εκτελεστικός διευθυντής του ECHA εξέδωσε την επίδικη απόφαση, για την επικαιροποίηση και τη συμπλήρωση της υφιστάμενης εγγραφής της ουσίας DEHP στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών και για τον χαρακτηρισμό της ουσίας αυτής ως ουσίας με ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη, για την οποία υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH. |
IV. Η διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
17. |
Με την προσφυγή της, η αναιρεσείουσα ζήτησε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως στο μέτρο που επικαιροποίησε και συμπλήρωσε την υφιστάμενη εγγραφή σχετικά με την ουσία DEHP στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών προς ενδεχόμενη εγγραφή στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH. |
|
18. |
Με τον πρώτο λόγο της προσφυγής της, η αναιρεσείουσα προσήψε στον ECHA ότι εξέδωσε την επίδικη απόφαση ultra vires. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε, πρώτον, την απουσία, στον κανονισμό REACH, διατάξεως που να εξουσιοδοτεί τον ECHA να συμπληρώσει μια υφιστάμενη εγγραφή σχετικά με χημική ουσία στον κατάλογο των υποψηφίων ουσιών, δεύτερον, παράβαση των διαδικαστικών κανόνων που ορίζει το άρθρο 59 του εν λόγω κανονισμού, καθώς και, τρίτον, παράκαμψη των ειδικών διαδικασιών για τον χαρακτηρισμό ουσιών ως λίαν ανησυχητικών ουσιών με ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH. |
|
19. |
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή που ασκήθηκε κατά της επίδικης αποφάσεως. |
V. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και τα αιτήματα των διαδίκων
|
20. |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουλίου 2017, η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. |
|
21. |
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της, καθώς και να ακυρώσει την επίδικη απόφαση, και να καταδικάσει τον ECHA στα δικαστικά έξοδα. |
|
22. |
Ο ECHA ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα. |
|
23. |
Το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας τάσσονται υπέρ των αιτημάτων του ECHA. |
VI. Ανάλυση
|
24. |
Ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που άσκησε η αναιρεσείουσα αποτελείται από τρία σκέλη, τα οποία επαναλαμβάνουν κατ’ ουσίαν τα σκέλη του πρώτου λόγου της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της επίδικης αποφάσεως, τα οποία υπομνήσθηκαν στο σημείο 18 των παρουσών προτάσεων. Συγκεκριμένα, τα τρία αυτά σκέλη αφορούν τη διαδικασία χαρακτηρισμού των λίαν ανησυχητικών χημικών ουσιών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 59 του κανονισμού REACH, η οποία πραγματοποιείται προς ενδεχόμενη εγγραφή των εν λόγω ουσιών στο παράρτημα XIV του κανονισμού αυτού. |
|
25. |
Επομένως, θα διατυπώσω, κατ’ αρχάς, ορισμένες παρατηρήσεις επί της διαδικασίας χαρακτηρισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 59 του κανονισμού REACH, και στη συνέχεια θα αναλύσω τα τρία σκέλη του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. |
Α. Επί της εγγραφής χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών
|
26. |
Στο πλαίσιο του συστήματος που θεσπίζει ο κανονισμός REACH, η διαδικασία αδειοδοτήσεως συνιστά έναν από τους τρόπους ρυθμίσεως των χημικών ουσιών που έχουν σκοπό να διασφαλίσουν ότι οι λίαν ανησυχητικές ουσίες αντικαθίστανται προοδευτικά από κατάλληλες εναλλακτικές οικονομικώς και τεχνικώς βιώσιμες ουσίες ή τεχνολογίες ( 7 ). |
|
27. |
Προς τον σκοπό αυτόν, το άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως στʹ, του κανονισμού REACH ορίζει τις εγγενείς ιδιότητες των χημικών ουσιών που θεωρούνται ως λίαν ανησυχητικές, οι οποίες επιτρέπουν την εγγραφή των ουσιών αυτών στο παράρτημα XIV του κανονισμού αυτού, το οποίο τιτλοφορείται «Κατάλογος ουσιών που υπόκεινται σε αδειοδότηση». Εξάλλου, κάθε ουσία που περιλαμβάνεται στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH μπορεί να χρησιμοποιηθεί ή να διατεθεί στην αγορά εφόσον η Επιτροπή χορήγησε άδεια στο πρόσωπο που κατέθεσε αίτηση αδειοδοτήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 60 έως 64 του κανονισμού αυτού. |
|
28. |
Ωστόσο, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά ούτε πράξη με την οποία μια ουσία συμπεριελήφθη στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH ούτε απόφαση περί αιτήσεως αδειοδοτήσεως, αλλά τη σχετική με ουσία εγγραφή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Η εγγραφή αυτή αποτελεί το στάδιο που προηγείται της συμπεριλήψεως μιας ουσίας στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH. |
|
29. |
Ο χαρακτηρισμός των ουσιών αυτών ανατέθηκε ουσιαστικά στον ECHA, ο οποίος εκπληρώνει το καθήκον αυτό σύμφωνα με την ορισθείσα στο άρθρο 59 του κανονισμού REACH διαδικασία. |
|
30. |
Η διαδικασία αυτή αρχίζει όταν ένα κράτος μέλος ή, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, ο ίδιος ο ECHA, προτείνει τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ως λίαν ανησυχητικής για τους λόγους που διατυπώνονται στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως στʹ, του κανονισμού REACH. Σε μια τέτοια περίπτωση, το κράτος μέλος ή ο ECHA οφείλουν να συντάξουν φάκελο σχετικά με την επίμαχη ουσία. Τα κράτη μέλη και ο ECHA μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό ( 8 ). |
|
31. |
Σε περίπτωση που ο ECHA δεν λάβει ή δεν διατυπώσει καμία παρατήρηση, εγγράφει την επίμαχη ουσία στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Σε αντίθετη περίπτωση, ο ECHA παραπέμπει τον φάκελο στην επιτροπή των κρατών μελών. Εάν η επιτροπή αυτή καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία σχετικά με τον χαρακτηρισμό, ο ECHA συμπεριλαμβάνει την ουσία αυτή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών ( 9 ). |
|
32. |
Μια ουσία που έχει χαρακτηριστεί από τον ECHA ως λίαν ανησυχητική ουσία βάσει του άρθρου 57 του κανονισμού REACH και η οποία, ως εκ τούτου, έχει εγγραφεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών δεν είναι δυνατόν να συμπεριληφθεί (άμεσα και αυτόματα) στο παράρτημα XIV του κανονισμού αυτού. Εντούτοις, ο χαρακτηρισμός της ουσίας αυτής και η εγγραφή της στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών αποτελούν, κατ’ αρχήν, το στάδιο που προηγείται της συμπεριλήψεώς της στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH. Επομένως, η εγγραφή μιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών προηγείται, κατ’ αρχήν, της επιβολής της υποχρεώσεως να ζητηθεί άδεια για τη διάθεση στην αγορά ή τη χρήση της ουσίας αυτής. |
|
33. |
Ανεξαρτήτως της σχέσεως μεταξύ της εγγραφής μιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών και της συμπεριλήψεώς της στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH, υπάρχουν τρεις κυρίως έννομες υποχρεώσεις που απορρέουν από το ότι μια ουσία έχει χαρακτηριστεί ως λίαν ανησυχητική, αλλά δεν έχει ακόμα συμπεριληφθεί στο εν λόγω παράρτημα ( 10 ). |
|
34. |
Πρώτον, το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού REACH επιβάλλει στον παραγωγό ή εισαγωγέα προϊόντων την υποχρέωση να κοινοποιούν στον ECHA εάν μια ουσία του καταλόγου υποψηφίων ουσιών περιέχεται στα προϊόντα αυτά σε ποσότητα και συγκέντρωση ανώτερη των ορίων που καθορίζονται από τη διάταξη αυτή. |
|
35. |
Δεύτερον, σύμφωνα με το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού REACH, ο προμηθευτής ουσίας ή μείγματος υποχρεούται να παρέχει στον αποδέκτη δελτίο δεδομένων ασφαλείας όταν μια ουσία συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών για λόγους διαφορετικούς από εκείνους που προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού αυτού. Φρονώ ότι η υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού REACH αφορά κυρίως ουσίες που χαρακτηρίζονται ως λίαν ανησυχητικές βάσει των ορισθέντων στο άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού λόγων, δεδομένου ότι οι λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 31, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού αυτού αντιστοιχούν, κατ’ αρχήν, σε εκείνους του άρθρου 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του εν λόγω κανονισμού. |
|
36. |
Τρίτον, το άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού REACH ορίζει ότι κάθε προμηθευτής προϊόντος που περιέχει υποψήφια ουσία σε συγκέντρωση ανώτερη του ορισθέντος από τη διάταξη αυτή ορίου παρέχει στον αποδέκτη του επίμαχου προϊόντος, καθώς και στον καταναλωτή του κατόπιν σχετικού αιτήματός του, επαρκείς πληροφορίες τις οποίες έχει στη διάθεσή του προκειμένου να καταστεί δυνατή η ασφαλής χρήση του προϊόντος αυτού συμπεριλαμβανομένου, τουλάχιστον, του ονόματος της ουσίας. |
Β. Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από την αναγνώριση της σιωπηρής αρμοδιότητας του ECHA να συμπληρώσει έναν υφιστάμενο χαρακτηρισμό
|
37. |
Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι, αντίθετα προς τη θέση του Γενικού Δικαστηρίου που εκτέθηκε στις σκέψεις 48 έως 82 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο ECHA δεν είχε την αρμοδιότητα να χαρακτηρίσει τον DEHP ως λίαν ανησυχητικό ενδοκρινικό διαταράκτη βάσει του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH, διότι η εν λόγω ουσία είχε ήδη χαρακτηριστεί ως ουσία τοξική για την αναπαραγωγή κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο γʹ, του κανονισμού αυτού. |
|
38. |
Προς στήριξη του πρώτου αυτού σκέλους, η αναιρεσείουσα προβάλλει τρία διακριτά επιχειρήματα τα οποία συνοψίζονται ως εξής. Πρώτον, το Δικαστήριο, στη νομολογία του σχετικά στο άρθρο 57 του κανονισμού REACH, απέκλεισε την αρμοδιότητα του ECHA να συμπληρώσει μια εγγραφή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών ως προς χημική ουσία που είχε ήδη χαρακτηριστεί ως λίαν ανησυχητική. Δεύτερον, τα κριτήρια που τέθηκαν με τη νομολογία σχετικά με τις εσωτερικές σιωπηρές αρμοδιότητες δεν πληρούνται εν προκειμένω, οπότε, στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εσφαλμένως αναγνώρισε την ύπαρξη της αρμοδιότητας του ECHA. Τρίτον, η γραμματική και συστηματική ερμηνεία του κανονισμού REACH επιβεβαιώνει τη θέση της αναιρεσείουσας. |
1. Επί της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH
α) Οι θέσεις των διαδίκων
|
39. |
Στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επικαλείται τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH από την οποία συνάγει ότι αποκλείεται από το Δικαστήριο η ύπαρξη αρμοδιότητας του ECHA για τη συμπλήρωση υφιστάμενης εγγραφής μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Συναφώς, η αναιρεσείουσα παραπέμπει στις υποθέσεις επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Polynt κατά ECHA ( 11 ) και Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA ( 12 ). Από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει ότι το άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH αφορά τις ουσίες οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν βάσει των κριτηρίων του άρθρου 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού αυτού ή οι οποίες δεν έχουν ακόμα χαρακτηρισθεί και συμπεριληφθεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών βάσει των κριτηρίων αυτών. |
|
40. |
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, ο ECHA εκτιμά, πρώτον, ότι το επιχείρημα της αναιρεσείουσας, κατά το οποίο ο χαρακτηρισμός δυνάμει του άρθρου 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού REACH αποκλείει τον χαρακτηρισμό δυνάμει του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού, δεν προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, μπορεί να κριθεί απαράδεκτο. |
|
41. |
Δεύτερον, ο ECHA επισημαίνει ότι το επιχείρημα αυτό είναι –στην περίπτωση που κριθεί παραδεκτό– αβάσιμο. |
|
42. |
Το Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας υποστηρίζουν ότι ο ECHA έχει εξουσία να συμπληρώσει μια υφιστάμενη εγγραφή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. |
β) Επί του παραδεκτού
|
43. |
Όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε ο ECHA, η αναιρεσείουσα πράγματι δεν ανέπτυξε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη σύνδεση μεταξύ του άρθρου 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, και του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH. Επομένως, η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε ότι η εν λόγω σύνδεση αποκλείει τη συμπλήρωση μιας υφιστάμενης εγγραφής στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH. |
|
44. |
Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι η αναιρεσείουσα, προς στήριξη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ισχυρίζεται ότι δύο κατηγορίες ουσιών ενδέχεται να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH, δηλαδή οι ουσίες που δεν μπορούν να προσδιοριστούν βάσει των κριτηρίων του άρθρου 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού αυτού, καθώς και εκείνες που δεν έχουν ακόμα χαρακτηριστεί και συμπεριληφθεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών βάσει των κριτηρίων αυτών. |
|
45. |
Δεν νομίζω ότι, με το επιχείρημα αυτό, η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αποδείξει ότι η εγγραφή μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών για τους προβλεπόμενους στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού REACH λόγους συνεπάγεται ότι η ουσία αυτή δεν πληροί τα κριτήρια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού. Αν αυτό ήταν αληθές, το επιχείρημα αυτό θα αφορούσε μια ουσιαστική πτυχή του καθεστώτος κανονιστικής ρυθμίσεως των χημικών ουσιών και θα αποτελούσε νέο επιχείρημα. Εντούτοις, είμαι της γνώμης ότι το επιχείρημα αυτό αφορά την εξάντληση των ορίων αρμοδιότητας του ECHA προκειμένου να συμπεριλάβει χημική ουσία στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών μετά τον πρώτο χαρακτηρισμό της ως ουσίας που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία. Ως εκ τούτου, πρόκειται για την ίδια επιχειρηματολογία με εκείνη που προβλήθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
46. |
Είναι αληθές ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH. Ωστόσο, από τη νομολογία αυτή η αναιρεσείουσα αντλεί τα συμπεράσματα που εντάσσονται στη συλλογιστική που προβλήθηκε προς στήριξη του πρώτου λόγου της προσφυγής της, σύμφωνα με την οποία ο ECHA δεν ήταν αρμόδιος να «εγγράψει» τον DEHP στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών για δεύτερη φορά. |
|
47. |
Επομένως φρονώ ότι το επιχείρημα της αναιρεσείουσας το οποίο αμφισβήτησε ο ECHA στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι παραδεκτό. |
γ) Επί της ουσίας
|
48. |
Υπενθυμίζεται ότι, στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι η αρμοδιότητα του ECHA να συμπληρώσει υφιστάμενο χαρακτηρισμό του DEHP αποκλείεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH. |
|
49. |
Ωστόσο, δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή. |
|
50. |
Βεβαίως, στη σκέψη 35 της αποφάσεως FCD και FMB ( 13 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ουσίες που προκαλούν πολύ μεγάλη ανησυχία είναι εκείνες που διαλαμβάνονται, αφενός, στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού REACH λόγω των εγγενών ιδιοτήτων τους και, αφετέρου, στο άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του ίδιου κανονισμού, δηλαδή «όλες οι λοιπές ουσίες» για τις οποίες υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου ή το περιβάλλον, οι οποίες προκαλούν ισοδύναμο επίπεδο ανησυχίας με εκείνο άλλων ουσιών που περιλαμβάνονται στα στοιχεία αʹ έως εʹ του άρθρου 57 του κανονισμού REACH. |
|
51. |
Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθύμισε συνοπτικά, στις αποφάσεις που ρητά επικαλέστηκε η αναιρεσείουσα προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, και ειδικότερα στις σκέψεις 24 των αποφάσεων Polynt κατά ECHA ( 14 ) και Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA ( 15 ), το περιεχόμενο του άρθρου 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού REACH για να επισημάνει στη συνέχεια, όσον αφορά το άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού αυτού, ότι η διάταξη αυτή «διαλαμβάνει όλες τις άλλες ουσίες που δεν ανταποκρίνονται σε κανένα εκ των προηγούμενων κριτηρίων». Ακολούθως, στη σκέψη 25 των αποφάσεων αυτών, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «το εν λόγω άρθρο 57 προβλέπει, στο στοιχείο του στʹ, αυτοτελή μηχανισμό ο οποίος επιτρέπει τον προσδιορισμό, ως άκρως ανησυχητικών, ουσιών οι οποίες δεν έχουν ήδη χαρακτηρισθεί ως τέτοιες βάσει της διατάξεως αυτής». |
|
52. |
Ωστόσο, αντίθετα προς την ερμηνεία που προβάλλει η αναιρεσείουσα, θεωρώ ότι τα χωρία που παρατέθηκαν στο προηγούμενο σημείο των παρουσών προτάσεων, κατά τα οποία το άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH αφορά ουσίες που προκαλούν πολύ μεγάλη ανησυχία «οι οποίες δεν έχουν ήδη χαρακτηρισθεί ως τέτοιες βάσει της διατάξεως αυτής», δεν αναφέρονται στην άποψη του ECHA ο οποίος, στη συγκεκριμένη αυτή υπόθεση, δεν έχει προηγουμένως χαρακτηρίσει μια επίμαχη ουσία ως λίαν ανησυχητική για τους λόγους που ορίζει το άρθρο 57, στοιχείο αʹ έως εʹ, του κανονισμού REACH. |
|
53. |
Φρονώ ότι τα χωρία αυτά αφορούν μάλλον την άποψη του νομοθέτη της Ένωσης ο οποίος συμπλήρωσε την απαρίθμηση των λόγων για τους οποίους μια ουσία μπορεί να συμπεριληφθεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών με τους λοιπούς, μη προβλεπόμενους στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού REACH, λόγους, οι οποίοι δεν έχουν όμως αποκλειστικό χαρακτήρα. Επομένως, ο χαρακτηρισμός μιας ουσίας ως λίαν ανησυχητικής για τους λόγους που ορίζονται στο άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH δεν συνεπάγεται ότι η ουσία αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ουσία λίαν ανησυχητική για τους λόγους που εκτίθενται στα προηγούμενα στοιχεία της διατάξεως αυτής, δηλαδή στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως εʹ, του κανονισμού αυτού. |
|
54. |
Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από την εις βάθος εξέταση της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH. Συναφώς, παρατηρώ ότι, από τα χωρία των αποφάσεων Polynt κατά ECHA ( 16 ) και Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA ( 17 ), τα οποία επίσης επικαλείται η αναιρεσείουσα και προεκτέθηκαν στο σημείο 51 των παρουσών προτάσεων, συνάγεται ότι το άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH διαλαμβάνει όλες τις άλλες ουσίες «που δεν ανταποκρίνονται σε κανένα εκ των προηγούμενων κριτηρίων» ( 18 ). Εξάλλου, το Δικαστήριο, ιδίως στις σκέψεις 29 των αποφάσεων Polynt κατά ECHA ( 19 ) και Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA ( 20 ), ανέλυσε το άρθρο 57 του κανονισμού REACH διευκρινίζοντας ποια ήταν η βούληση του νομοθέτη ο οποίος έδωσε μια τέτοια δομή στην εν λόγω διάταξη. |
|
55. |
Για τους ίδιους λόγους, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα χωρία στα οποία το Δικαστήριο επισήμανε ότι το άρθρο 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH διαλαμβάνει «όλες τις άλλες ουσίες» έχουν την έννοια ότι δεν αφορούν άλλες ουσίες αυτές καθαυτές, αλλά άλλους λόγους για τους οποίους μια ουσία μπορεί να συμπεριληφθεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. |
|
56. |
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, είμαι της γνώμης ότι η ερμηνεία της νομολογίας σχετικά με το άρθρο 57 του κανονισμού REACH την οποία προβάλλει η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. |
2. Επί της θεωρίας των σιωπηρών αρμοδιοτήτων
α) Οι θέσεις των διαδίκων
|
57. |
Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η θεωρία των σιωπηρών εσωτερικών αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διασταλτικής ερμηνείας. Ως εκ τούτου η αναιρεσείουσα αμφισβητεί το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου, το οποίο εκτίθεται στη σκέψη 70 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, κατά το οποίο ήταν αναγκαία η αναγνώριση της σιωπηρής αρμοδιότητας του ECHA, προκειμένου μεταξύ άλλων να επιτευχθεί ο σκοπός του κανονισμού REACH. Κατά την αναιρεσείουσα, δεν μπορεί να συναχθεί σιωπηρή αρμοδιότητα από τον σκοπό αυτό δεδομένου ότι, σε ανάλογες περιπτώσεις, οι διατάξεις που καθορίζουν τους σκοπούς του κανονισμού αυτού συνιστούν τα ουσιώδη κριτήρια για την οριοθέτηση της αρμοδιότητας του ECHA. |
|
58. |
Στο πνεύμα αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται η αναγνώριση της σιωπηρής αρμοδιότητας του ECHA για την επίτευξη του κανονισμού REACH ούτε για τη διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητάς του, δεδομένου ότι ο εν λόγω οργανισμός μπορεί να επιλέξει διαφορετικό τρόπο ρυθμίσεως, μεταξύ άλλων, την επιβολή των περιορισμών που προβλέπονται στον τίτλο VIII του κανονισμού αυτού. |
|
59. |
O ECHA εκτιμά ότι η αναιρεσείουσα ερμήνευσε εσφαλμένως τη συλλογιστική του Γενικού Δικαστηρίου. Κατά τον ECHA, το Γενικό Δικαστήριο περιορίστηκε στην ερμηνεία του άρθρου 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH, υπό την έννοια ότι αυτό έκρινε ότι το άρθρο 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH εξουσιοδοτεί ρητώς τον ECHA να συμπεριλάβει στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών μια ουσία που ήδη υφίσταται στη λίστα αυτή λόγω άλλης εγγενούς ιδιότητας που εκτίθεται στο άρθρο 57 του κανονισμού αυτού. |
β) Εκτίμηση
|
60. |
Όσον αφορά το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι το Γενικό Δικαστήριο εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο τη θεωρία των σιωπηρών εσωτερικών αρμοδιοτήτων, συμφωνώ με την άποψη του ECHA που εκτιμά ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε την ύπαρξη της αρμοδιότητας του ECHA για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, αλλά δεν στηρίχθηκε στη θεωρία των σιωπηρών εσωτερικών αρμοδιοτήτων. |
|
61. |
Όπως τόνισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 44 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι, αντίθετα προς ό,τι προέβαλε ο ECHA, η αρμοδιότητα του οργανισμού αυτού να συμπληρώνει μια υφιστάμενη εγγραφή μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών δεν είναι δυνατόν να απορρέει από τη θεωρία των «σιωπηρών εξουσιών». |
|
62. |
Είναι αληθές ότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η φράση «ο Οργανισμός [συμπεριλαμβάνει] την ουσία αυτή στον κατάλογο», η οποία αναγράφεται στο άρθρο 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH, αφορά, εκ πρώτης όψεως, την περίπτωση κατά την οποία αποστέλλεται στην επιτροπή των κρατών μελών φάκελος ο οποίος καταρτίσθηκε σύμφωνα με το παράρτημα XV του κανονισμού αυτού που αφορά ουσία μη τεθείσα ακόμα υπόψη της. |
|
63. |
Ωστόσο, από τη σκέψη 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συνάγεται ότι, προκειμένου να διαπιστώσει την αρμοδιότητα του ECHA για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ούτε το γράμμα του άρθρου 57 και του άρθρου 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH ούτε το γράμμα άλλης διατάξεως του εν λόγω κανονισμού απαγορεύουν στον ECHA να εξακριβώσει αν μια ουσία έχει άλλες εγγενείς ιδιότητες, πέραν εκείνων που είχαν ως αποτέλεσμα την αρχική εγγραφή της ουσίας αυτής στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Εξάλλου, στη σκέψη 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι ο προσδιορισμός ουσίας ως πληρούσας τις προϋποθέσεις ενός σημείου του άρθρου 57 του κανονισμού REACH πέραν εκείνου που είχε ως αποτέλεσμα την αρχική εγγραφή στον κατάλογο των υποψηφίων ουσιών, αποκτά, από τεχνικής απόψεως, τη μορφή συμπληρώματος στην υφιστάμενη εγγραφή. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, υπ’ αυτήν ακριβώς την έννοια πρέπει να εκληφθεί το επιχείρημα του ECHA ότι διαθέτει «σιωπηρή εξουσία» προς συμπλήρωση μιας υφιστάμενης εγγραφής. |
|
64. |
Για τους λόγους που προεκτέθηκαν, το επιχείρημα της αναιρεσείουσας που ερείδεται στην εσφαλμένη εφαρμογή της θεωρίας των σιωπηρών εσωτερικών αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν προσέφυγε στη θεωρία αυτή στο πλαίσιο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Επιπροσθέτως, το Γενικό Δικαστήριο στήριξε συναφώς τη συλλογιστική του στη συστηματική και τελολογική ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού REACH, την οποία ανέλυσα σε σχέση με το τελευταίο επιχείρημα της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως. |
3. Επί της γραμματικής και συστηματικής ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού REACH
α) Οι θέσεις των διαδίκων
|
65. |
Κατά την αναιρεσείουσα, η θέση της ενισχύεται από τη γραμματική και συστηματική ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού REACH. |
|
66. |
Συναφώς, η αναιρεσείουσα επικαλείται, κατ’ αρχάς, το γράμμα του άρθρου 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH, κατά το οποίο ο ECHA «μπορεί να συμπεριλάβει» στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών την ουσία που προσδιόρισε η επιτροπή των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 57 του κανονισμού αυτού. Ειδικότερα, η φράση «μπορεί να συμπεριλάβει» καταδεικνύει ότι πρόκειται για ουσίες που δεν έχουν ακόμη συμπεριληφθεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Επομένως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι εάν η επίμαχη ουσία έχει ήδη συμπεριληφθεί στον κατάλογο αυτό, δεν μπορεί να εγγραφεί εκ νέου σε αυτόν. |
|
67. |
Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από το γράμμα του άρθρου 59, παράγραφος 10, του κανονισμού REACH το οποίο αναφέρεται σε απόφαση αφορώσα την «εγγραφή της ουσίας». |
|
68. |
Τέλος, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι από το άρθρο 58, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH, το οποίο προβλέπει ρητώς την αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής να απαλείφει από το παράρτημα XIV του κανονισμού αυτού τις ουσίες που δεν πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 57 του εν λόγω κανονισμού, συνάγεται ότι αν ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να παράσχει την εν λόγω αρμοδιότητα σε οργανισμό όπως ο ECHA, θα το είχε προβλέψει ρητώς. |
|
69. |
Κατά τον ECHA, το γράμμα των άρθρων 57 και 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH δεν του απαγορεύει να εξακριβώσει αν μια ουσία έχει άλλες εγγενείς ιδιότητες, πέραν εκείνων που είχαν ως αποτέλεσμα την αρχική εγγραφή της στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. |
|
70. |
Αυτή είναι, κατ’ ουσίαν, η θέση τόσο του Βασιλείου της Δανίας όσο και του Βασιλείου της Σουηδίας. |
β) Εκτίμηση
|
71. |
Δεν μου φαίνεται πειστική η θέση της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την οποία το γράμμα του άρθρου 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο ECHA είναι αρμόδιος μόνο για την εγγραφή μιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Φρονώ ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας σχετικά με τη χρήση της φράσεως «μπορεί να συμπεριλάβει» στο άρθρο 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH είναι απρόσφοροι. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την ανάλυση στην οποία αυτή προέβη σχετικά με το άρθρο 59, παράγραφος 10, του κανονισμού αυτού. |
|
72. |
Όπως επισήμανα, βεβαίως, στα σημεία 33 έως 36 των παρουσών προτάσεων, τρεις υποχρεώσεις απορρέουν από τη εγγραφή μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών, δηλαδή η υποχρέωση κοινοποιήσεως των προϊόντων που περιέχουν τις ουσίες που απαριθμούνται στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών, η υποχρέωση παροχής δελτίου δεδομένων ασφαλείας στον αποδέκτη, καθώς και η υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον αποδέκτη και στον καταναλωτή σχετικά με την ασφαλή χρήση των εν λόγω προϊόντων. Εντούτοις, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η δεύτερη «εγγραφή» της ίδιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων δεν απαιτείται κατ’ ανάγκην να μεταβάλει το περιεχόμενο αυτών των υποχρεώσεων. Η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να συνηγορήσει υπέρ της ερμηνείας των διατάξεων του κανονισμού REACH την οποία προέβαλε η αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως. |
|
73. |
Πάντως, παρατηρώ ότι η εγγραφή μιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών αποτελεί αρχικό στάδιο της διαδικασίας αδειοδοτήσεως και ενδέχεται να έχει ως αποτέλεσμα την εγγραφή μιας ουσίας που έχει προηγουμένως χαρακτηριστεί από τον ECHA ως λίαν ανησυχητική στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH. |
|
74. |
Φρονώ ότι είναι σαφές ότι μια χημική ουσία είναι δυνατό να χαρακτηριστεί ως λίαν ανησυχητική και να εγγραφεί στο παράρτημα XIV του κανονισμού αυτού για πολλούς από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 57 του κανονισμού REACH. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται από το γράμμα του άρθρου 58, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού REACH, κατά το οποίο η απόφαση περί εγγραφής μιας ουσίας στο παράρτημα XIV προσδιορίζει μεταξύ άλλων «την ή τις εγγενείς ιδιότητες της ουσίας που αναφέρονται στο άρθρο 57 [του κανονισμού αυτού]» ( 21 ). |
|
75. |
Εξάλλου, όσον αφορά τα αποτελέσματα της εγγραφής μιας ουσίας, για πολλούς από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 57 του κανονισμού REACH, στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών και στο παράρτημα XIV του κανονισμού αυτού, η εν λόγω εγγραφή μπορεί να μεταβάλει το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που υπέχουν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα από τη διάθεση στο εμπόριο ή τη χρήση της ουσίας αυτής. Από το άρθρο 60, παράγραφος 2, του κανονισμού REACH προκύπτει ότι, πέραν ορισμένων ήσσονος σημασίας εξαιρέσεων, άδεια χορηγείται όταν ο κίνδυνος που παρουσιάζει για την υγεία του ανθρώπου ή για το περιβάλλον η χρήση μιας ουσίας, λόγω των εγγενών ιδιοτήτων της που ορίζονται στο παράρτημα XIV του εν λόγω κανονισμού, ελέγχεται επαρκώς, πράγμα που πρέπει να αποδεικνύεται από την έκθεση ασφάλειας του αιτούντος. |
|
76. |
Επομένως, απαγορεύοντας την εγγραφή, σε μεταγενέστερη ημερομηνία, της ίδιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών για άλλους λόγους, οι οποίοι δεν αναγνωρίσθηκαν αρχικώς, περιορίζεται η αποτελεσματικότητα και η πληρότητα της διαδικασίας αδειοδοτήσεως η οποία συνιστά ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ρυθμίσεως των χημικών ουσιών στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον μια ουσία χαρακτηριστεί ως λίαν ανησυχητική, δεν μπορεί να εγγραφεί μεταγενέστερα στο παράρτημα XIV του κανονισμού REACH για άγνωστους κατά τον πρώτο αυτόν χαρακτηρισμό λόγους και να αποτελέσει ως προς τους λόγους αυτούς αντικείμενο της διαδικασίας αδειοδοτήσεως. |
|
77. |
Επιπροσθέτως, είμαι της γνώμης ότι δεν αμφισβητείται ότι ο ECHA δύναται, κατά τον πρώτο χαρακτηρισμό μιας χημικής ουσίας, να συμπεριλάβει την ουσία αυτή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών για πολλούς από τους λόγους που εκτίθενται στο άρθρο 57, στοιχεία αʹ έως στʹ, του κανονισμού REACH. Στην περίπτωση αυτή, πρόκειται πάντα για απλή εγγραφή της ουσίας αυτής στον κατάλογο αυτόν. Για τους λόγους που εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο μια τέτοια πράξη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε δύο στάδια. Ο ECHA, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν πιθανό να αποθαρρυνθεί από το να προβεί αμέσως στην εγγραφή μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών, δεδομένου ότι ενδέχεται να αποδειχθεί μεταγενέστερα ότι η ουσία αυτή έχει άλλες εγγενείς ιδιότητες, οι οποίες επίσης την χαρακτηρίζουν ως λίαν ανησυχητική κατά την έννοια του άρθρου 57 του κανονισμού REACH. Ωστόσο, η μετάθεση της υπαγωγής μιας ουσίας στη διαδικασία αδειοδοτήσεως αντιτίθεται στους σκοπούς του κανονισμού REACH, λόγω του ότι η ουσία αυτή ενδέχεται να εξακολουθεί να διατίθεται στο εμπόριο ή να χρησιμοποιείται χωρίς την υποχρέωση τηρήσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη εγγραφή στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι, κατά το άρθρο του 1, παράγραφος 1, ο κανονισμός REACH επιδιώκει κυρίως τη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. |
|
78. |
Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των μη ικανοποιητικών αποτελεσμάτων της γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 59, παράγραφος 8, του κανονισμού REACH, και των σαφών συμπερασμάτων που προκύπτουν από τη συστηματική και τελολογική ερμηνεία, εκτιμώ ότι το επιχείρημα της αναιρεσείουσας το οποίο βασίζεται κυρίως στο γράμμα της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να γίνει δεκτό. |
|
79. |
Ως εκ τούτου, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
Γ. Επί του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από προβαλλόμενες παρατυπίες στη διαδικασία εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως
1. Οι θέσεις των διαδίκων
|
80. |
Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έκρινε, μεταξύ άλλων, στις σκέψεις 85 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ως αντίθετο προς τη διαδικασία λήψεως αποφάσεων του κανονισμού REACH το γεγονός ότι το Βασίλειο της Δανίας τροποποίησε την αρχική του πρόταση. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι το Βασίλειο της Δανίας δεν αντικατέστησε την αρχική πρόταση με νέα, αλλά προέβη απλώς και μόνον σε διαχωρισμό της αρχικής του προτάσεως σε οκτώ επιμέρους τμήματα πριν αποσύρει τις προτάσεις που αφορούσαν τον χαρακτηρισμό τριών άλλων ουσιών ως προς τα αποτελέσματά τους στο περιβάλλον, ενώ διατήρησε την πρόταση σχετικά με τον DEHP. |
|
81. |
Όσον αφορά τον ECHA, η αναιρεσείουσα επισημαίνει με το υπόμνημα αντικρούσεως ότι το Βασίλειο της Δανίας κατέθεσε φάκελο για καθεμιά από τις τέσσερις επίμαχες ουσίες. Επομένως, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 59 του κανονισμού REACH. |
|
82. |
Στο πνεύμα αυτό, το Βασίλειο της Δανίας δηλώνει ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας χαρακτηρισμού του άρθρου 59 του κανονισμού REACH, δεν προσέθεσε στους τέσσερις φακέλους στοιχεία τα οποία δεν είχαν αρχικώς υποβληθεί. |
2. Εκτίμηση
|
83. |
Απαντώντας στο επιχείρημα της αναιρεσείουσας με το οποίο αμφισβητεί τη διαδικασία εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως, παρατηρείται, πρώτον, ότι, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 85 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σκοπός της διαδικασίας προσδιορισμού των ουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 57 του κανονισμού αυτού είναι να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη και οι ενδιαφερόμενοι στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής μπορούν να διατυπώσουν την άποψή τους πριν από την κατάρτιση αποφάσεως περί εγγραφής μιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Εξάλλου, όπως ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο κανονισμός REACH δεν διευκρινίζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υποβάλλονται περισσότερες προτάσεις για τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ως λίαν ανησυχητικής κατά την έννοια του άρθρου 57 του εν λόγω κανονισμού. |
|
84. |
Επομένως, το άρθρο 59 του κανονισμού REACH δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να μεταβάλει ή να αποσύρει τις προτάσεις του σχετικά με τις ουσίες που εκτιμά ότι πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 57 του κανονισμού αυτού. |
|
85. |
Λαμβανομένου υπόψη του σκοπού της διαδικασίας χαρακτηρισμού των ουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 57 του κανονισμού REACH ο οποίος συνίσταται στο να διασφαλίσει ότι οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να διατυπώσουν την άποψή τους, είμαι της γνώμης ότι η κατάθεση νέας προτάσεως, η οποία δεν προβλήθηκε αρχικώς, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του κανονισμού αυτού. |
|
86. |
Ένα κράτος μέλος μπορεί να προτείνει τον χαρακτηρισμό ως λίαν ανησυχητικής, λόγω του ότι έχει ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη, μιας ουσίας για την οποία υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι πιθανόν να έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία του ανθρώπου κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH. Το εν λόγω κράτος μπορεί να προτείνει μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, τον χαρακτηρισμό ως λίαν ανησυχητικής, λόγω του ότι έχει ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη, της ίδιας ουσίας για την οποία υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία ότι είναι επίσης πιθανόν να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα συνέτρεχε ο κίνδυνος ένα από τα στάδια της διαδικασίας χαρακτηρισμού σχετικά με τη πρόταση αυτή να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων ή απλώς να παραλειφθεί. |
|
87. |
Εν πάση περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι, εξαιρουμένης της προαναφερθείσας περιπτώσεως, ο κανονισμός REACH, κατ’ αρχήν, δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να τροποποιήσει ή να αποσύρει την πρότασή του σε σχέση με τον χαρακτηρισμό χημικών ουσιών. Εκτιμώ ότι αυτή η τροποποίηση ή η απόσυρση επιτρέπονται υπό την προϋπόθεση ότι δεν συνεπάγονται την προσθήκη νέων στοιχείων στην αρχική πρόταση. Εν προκειμένω, η αρχική πρόταση αντικαταστάθηκε, όσον αφορά το περιεχόμενό της, με νέα πρόταση. |
|
88. |
Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της επίδικης αποφάσεως, το Βασίλειο της Δανίας δεν κατέθεσε νέα πρόταση κατά τα εκτιθέμενα ανωτέρω. Κατά την εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στη δικογραφία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι το Βασίλειο της Δανίας παραιτήθηκε πλήρως από την αρχική του πρόταση και έπρεπε να υποβάλει νέα πρόταση. Όπως επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, το εν λόγω κράτος μέλος προέβη απλώς και μόνον σε διαχωρισμό της αρχικής του προτάσεως σε οκτώ επιμέρους τμήματα. Τον διαχωρισμό αυτό ακολούθησε η μερική απόσυρση των προτάσεων σε σχέση με τις άλλες τρεις ουσίες, στο μέτρο που οι προτάσεις αυτές αφορούσαν τις σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον, ενώ διατηρήθηκε η πρόταση σε σχέση με τον DEHP. |
|
89. |
Στο πλαίσιο αυτό παρατηρείται, δεύτερον, ότι οι φάκελοι που καταρτίσθηκαν αναφορικά με τις ουσίες που πληρούν, κατά την Επιτροπή ή το κράτος μέλος, τα κριτήρια του άρθρου 57 του κανονισμού REACH αποτελούν το κύριο αντικείμενο του αρχικού σταδίου της διαδικασίας αδειοδοτήσεως, δηλαδή της διαδικασίας χαρακτηρισμού η οποία προβλέπεται στο άρθρο 59 του κανονισμού αυτού. |
|
90. |
Οι φάκελοι αυτοί, μετά την κατάρτισή τους, τίθενται στη διάθεση των κρατών μελών τα οποία μπορούν να υποβάλουν παρατηρήσεις σχετικά με τον χαρακτηρισμό της επίμαχης ουσίας. Στη συνέχεια, οι εν λόγω φάκελοι παραπέμπονται στην επιτροπή των κρατών μελών και αποτελούν τη βάση της συζητήσεως με σκοπό την επίτευξη ομόφωνης συμφωνίας όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας ουσίας ως λίαν ανησυχητικής. Επομένως, η διαδικασία προσδιορισμού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 59 του κανονισμού REACH, τηρείται όταν καταρτίζεται ένας φάκελος για κάθε ουσία και χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής. |
|
91. |
Εν προκειμένω, όπως διευκρίνισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στον ECHA κατατέθηκε χωριστός φάκελος σύμφωνα με το παράρτημα XV για καθεμία από τις ουσίες που περιλαμβάνονταν στην αρχική πρόταση του Βασιλείου της Δανίας. |
|
92. |
Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει ότι η τροποποίηση και η μερική απόσυρση της αρχικής προτάσεως του Βασιλείου της Δανίας είχαν ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση του σχετικού με τον DEHP φακέλου. Η μορφή, βεβαίως, της αρχικής προτάσεως τροποποιήθηκε, αλλά τόσο η αρχική πρόταση του κράτους μέλους αυτού –στον βαθμό που αφορούσε τον χαρακτηρισμό του DEHP ως ουσίας με ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη που μπορεί να έχει σοβαρές επιπτώσεις στο περιβάλλον κατά την έννοια του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH– όσο και οι φάκελοι που διαβιβάστηκαν στον ECHA δεν τροποποιήθηκαν. |
|
93. |
Για τους λόγους αυτούς, εκτιμώ ότι το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι αβάσιμο. |
Δ. Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως, το οποίο αντλείται από την προβαλλόμενη καταστρατήγηση της δεσμευτικής διαδικασίας που έχει προβλεφθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1. Οι θέσεις των διαδίκων
|
94. |
Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι απέρριψε, μεταξύ άλλων με τις σκέψεις 105 έως 132 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημά της ότι η απόφαση του ECHA και η διαδικασία που αυτός ακολούθησε πριν την έκδοση της αποφάσεώς του παρακάμπτουν τη νομικά δεσμευτική διαδικασία που έχει προβλεφθεί από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προκειμένου να καθοριστούν εναρμονισμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό ουσιών που έχουν ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη. |
|
95. |
Συναφώς, η αναιρεσείουσα επικαλείται την απόφαση 1386/2013/ΕΕ ( 22 ) η οποία προβλέπει, στο πλαίσιο του σκοπού προτεραιότητας 3, ότι η Ένωση θα αναπτύξει εναρμονισμένα και βασιζόμενα στην επικινδυνότητα κριτήρια για τον προσδιορισμό των ενδοκρινικών διαταρακτών, προκειμένου να αναπτύξει περαιτέρω και να εφαρμόσει προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση των συνδυασμένων επιδράσεων των χημικών ουσιών και των ανησυχιών όσον αφορά την ασφάλεια που πηγάζουν από τους ενδοκρινικούς διαταράκτες σε όλη τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης. Κατά την αναιρεσείουσα, η λήψη κατάλληλων μέτρων για την επίτευξη των σκοπών προτεραιότητας της αποφάσεως 1386/2013 ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή. Εξάλλου, από την απόφαση αυτή συνάγεται ότι τα κριτήρια εναρμονισμένης εφαρμογής που έθεσε η Ένωση για τον χαρακτηρισμό ουσιών που έχουν ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο όλων των νομοθετημάτων της Ένωσης, περιλαμβανομένου του κανονισμού REACH. |
|
96. |
Η αναιρεσείουσα επικαλείται επίσης τον κανονισμό (ΕΕ) 528/2012 ( 23 ) υποστηρίζοντας ότι, δυνάμει του άρθρου του 5, παράγραφος 3, η Επιτροπή όφειλε να θεσπίσει πράξεις, το αργότερο έως τις 13 Δεκεμβρίου 2013, όσον αφορά τον προσδιορισμό επιστημονικών κριτηρίων για τον καθορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικού διαταράκτη. Βάσει αυτής της λογικής, η αναιρεσείουσα επισημαίνει ότι, δυνάμει του σημείου 3.6.5 του παραρτήματος II του κανονισμού (ΕΚ) 1107/2009 ( 24 ), η Επιτροπή έπρεπε να υποβάλει μέχρι τις 14 Δεκεμβρίου 2013 προτάσεις μέτρων που αφορούν τα ειδικά επιστημονικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των ιδιοτήτων ενδοκρινικής διαταραχής. |
|
97. |
Τέλος, παραπέμποντας στο σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον χάρτη πορείας που εξέδωσε η Επιτροπή τον Ιούνιο του 2014, ο οποίος μνημονεύεται στις σκέψεις 122 και 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν προέβαλε, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, την άποψη ότι το έγγραφο αυτό είχε δεσμευτική νομική ισχύ. Αντιθέτως, η αναιρεσείουσα ανέφερε το έγγραφο αυτό, κυρίως προς στήριξη του επιχειρήματός της σύμφωνα με το οποίο, στην περίπτωση που το δίκαιο της Ένωσης δεν προβλέπει τα κριτήρια γενικής εφαρμογής για τον προσδιορισμό των ουσιών με ιδιότητες ενδοκρινικού διαταράκτη και ο καθορισμός των κριτηρίων αυτών ανατέθηκε στην Επιτροπή από δεσμευτικά νομικά κείμενα της ʹΕνωσης, ο χαρακτηρισμός της ουσίας DEHP κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 57, στοιχείο γʹ, του κανονισμού REACH βάσει ιδίων ad hoc κριτηρίων του ECHA στερείται νομιμότητας και είναι απαράδεκτος. |
|
98. |
Ο ECHA, υποστηρίζει στο υπόμνημά του αντικρούσεως ότι δεν υφίσταται νομικά δεσμευτική διαδικασία ορισθείσα από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο η οποία να αναστέλλει την εφαρμογή του άρθρου 57, στοιχείο στʹ, του κανονισμού REACH ως προς τους ενδοκρινικούς διαταράκτες. |
|
99. |
To Βασίλειο της Δανίας και το Βασίλειο της Σουηδίας εκτιμούν ότι το σκεπτικό του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την προβαλλόμενη καταστρατήγηση της δεσμευτικής διαδικασίας που έχει προβλεφθεί από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. |
2. Εκτίμηση
|
100. |
Πρώτον, ως προς την απόφαση 1386/2013 και τον καθορισμό εναρμονισμένων και βασιζόμενων στην επικινδυνότητα κριτηρίων για τον χαρακτηρισμό των ενδοκρινικών διαταρακτών, εκτιμώ ότι, σε αυτό τουλάχιστον το στάδιο της εξελίξεως του συστήματος ρυθμίσεως των χημικών ουσιών, πρόκειται για κατευθυντήρια ή προγραμματική ιδέα. Συγκεκριμένα, στο σημείο 50, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του παραρτήματος της αποφάσεως αυτής, η Ένωση «θα αναπτύξει» εναρμονισμένα κριτήρια. |
|
101. |
Εξάλλου, η ανάλυση του σημείου 50, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της αποφάσεως 1386/2013 με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο της αποφάσεως αυτής, ως «εναρμονισμένα κριτήρια» πρέπει να νοούνται τα κριτήρια που δεν αποβλέπουν στην αντικατάσταση εκείνων που έχουν ήδη ορισθεί στο άρθρο 57 του κανονισμού REACH και τα οποία εφαρμόζονται από τον ECHA στο πλαίσιο της προβλεφθείσας στο άρθρο 59 του κανονισμού αυτού διαδικασίας. Κατά το γράμμα του σημείου 50, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος της αποφάσεως 1386/2013, η νομοθεσία περί των χημικών προϊόντων, περιλαμβανομένου του κανονισμού REACH, προβλέπει «βασική προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος». Επιπλέον, όπως προκύπτει από το σημείο 50, δεύτερο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του παραρτήματος αυτού, πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για να εξασφαλιστεί ότι όλες οι σχετικές ουσίες που προκαλούν πολύ σοβαρές ανησυχίες, συμπεριλαμβανομένων των ουσιών που έχουν ιδιότητες ενδοκρινικής διαταραχής, θα έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών. Εν πάση περιπτώσει, μολονότι η απόφαση 1386/2013 προβλέπει τον καθορισμό εναρμονισμένων κριτηρίων, εκτιμώ ότι πρόκειται για κριτήρια που θα διατυπωθούν μελλοντικά και θα είναι πιθανώς αυστηρότερα σε σχέση με εκείνα που προβλέπει ο κανονισμός REACH. |
|
102. |
Δεύτερον, όσον αφορά τον κανονισμό 528/2012, ορθώς το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 109 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο κανονισμός αυτός, όπως προκύπτει από το άρθρο του 2, παράγραφος 3, στοιχείο ιʹ, εφαρμόζεται ανεξαρτήτως του κανονισμού REACH. Συναφώς, όπως και η απόφαση 1386/2013, ο κανονισμός 528/2012 δεν προορίζεται να θίξει τη δυνατότητα εφαρμογής των κριτηρίων χαρακτηρισμού των ενδοκρινικών διαταρακτών, όπως αυτά τίθενται στο άρθρο 57 του κανονισμού REACH και εφαρμόζονται από τον ECHA στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στο άρθρο 59 του κανονισμού αυτού διαδικασίας. |
|
103. |
Τρίτον, φρονώ ότι το ίδιο ισχύει και ως προς το σημείο 3.6.5 του παραρτήματος II του κανονισμού 1107/2009. Ορθώς το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στις σκέψεις 117 και 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από το σημείο αυτό προκύπτει ότι επιτρέπεται να εξετάζεται κατά πόσον μια ουσία προκαλεί διαταραχή του ενδοκρινικού συστήματος ικανή να επιφέρει μη αναστρέψιμες επιπτώσεις, όχι μόνον «με βάση την αξιολόγηση μελετών που έχουν διεξαχθεί με βάση [ενωσιακά] ή διεθνώς αποδεκτά πρωτόκολλα δοκιμών», αλλά και με βάση «άλλα διαθέσιμα δεδομένα και στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της επισκόπησης της επιστημονικής βιβλιογραφίας, επανεξετασθείσας από την [Ευρωπαϊκή] Αρχή [για την Ασφάλεια των Τροφίμων]». Τονίζω ότι η λέξη «συμπεριλαμβανομένης» δεν εξαιρεί από τα «άλλα διαθέσιμα δεδομένα και στοιχεία» τα αποτελέσματα των αναλύσεων του ECHA, οι οποίες διενεργήθηκαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον κανονισμό REACH. |
|
104. |
Τέλος, τέταρτον, για τους ίδιους λόγους, φρονώ ότι τα επιχειρήματα της αναιρεσείουσας τα οποία στηρίζονται στον χάρτη πορείας που δημοσίευσε η Επιτροπή τον Ιούνιο του 2014 δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Το έγγραφο αυτό παραπέμπει, όπως επισημαίνει και η αναιρεσείουσα, στους κανονισμούς 528/2012 και 1107/2009. Από τα σημεία 102 και 103 των παρουσών προτάσεων συνάγεται ότι τα εφαρμοστέα στο πλαίσιο των κανονισμών αυτών κριτήρια δεν μπορούν να αντικατασταθούν επί του παρόντος από τα κριτήρια που ορίσθηκαν και εφαρμόζονται στο πλαίσιο του κανονισμού REACH. |
|
105. |
Επομένως, είμαι της γνώμης ότι το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. |
|
106. |
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, εκτιμώ ότι και τα τρία σκέλη του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι συνολικά απορριπτέα. |
VII. Πρόταση
|
107. |
Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως ως αβάσιμο στο σύνολό του. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) T‑115/15, EU:T:2017:329, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
( 3 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής, καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1, στο εξής: κανονισμός REACH).
( 4 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑323/15 P, EU:C:2017:207, σκέψεις 24 και 25).
( 5 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑324/15 P, EU:C:2017:208, σκέψεις 24 και 25).
( 6 ) Κανονισμός της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 2011, για την τροποποίηση του παραρτήματος XIV του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 (ΕΕ 2011, L 44, σ. 2).
( 7 ) Βλ. άρθρο 55 και αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού REACH. Επί της διαδικασίας αδειοδοτήσεως, βλ., επίσης, προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Mengozzi στις υποθέσεις Polynt κατά ECHA και Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA (C‑323/15 P και C‑324/15 P, EU:C:2016:727, σημεία 49 έως 51).
( 8 ) Άρθρο 59, παράγραφοι 2, 3 και 5, του κανονισμού REACH.
( 9 ) Άρθρο 59, παράγραφοι 6 έως 8, του κανονισμού REACH.
( 10 ) Ως προς ορισμένες σκέψεις σχετικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την εγγραφή μιας ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών, βλ. Bergkamp, L., Herbatschek, N., «The “Once an Article, Always an Article” Approach: Reflections on the Advocate General’s Opinion on the Concept of “Articles” Under REACH», European Journal of Risk Regulation 2015, 6(1), σ. 156. Εξάλλου, η θεωρία έχει επισημάνει άλλες συνέπειες της συμπεριλήψεως μιας χημικής ουσίας στον κατάλογο υποψηφίων ουσιών, μεταξύ άλλων τον «στιγματισμό» της επίμαχης ουσίας στο πλαίσιο της αγοράς. Ο στιγματισμός αυτός εμφανίζεται, αφενός, στις προτιμήσεις των καταναλωτών οι οποίοι προσπαθούν να αποφύγουν τα προϊόντα που περιέχουν τις «στιγματισμένες» ουσίες και, αφετέρου, στις επιλογές των επαγγελματιών που επιδιώκουν τη διακοπή της χρήσεως των ουσιών αυτών. Βλ. Nordlander, K., Simon, C. M., Pearson, H., «Hazard v. Risk in EU Chemicals Regulation», European Journal of Risk Regulation, 2010, 1(3), σ. 248.
( 11 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, Polynt κατά ECHA (C‑323/15 P, EU:C:2017:207, σκέψεις 24 και 25).
( 12 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017, Hitachi Chemical Europe και Polynt κατά ECHA (C‑324/15 P, EU:C:2017:208, σκέψεις 24 και 25).
( 13 ) Απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015 (C‑106/14, EU:C:2015:576, σκέψη 35).
( 14 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑323/15 P, EU:C:2017:207).
( 15 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑324/15 P, EU:C:2017:208).
( 16 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑323/15 P, EU:C:2017:207, σκέψη 24).
( 17 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑324/15 P, EU:C:2017:208, σκέψη 24).
( 18 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 19 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑323/15 P, EU:C:2017:207).
( 20 ) Απόφαση της 15ης Μαρτίου 2017 (C‑324/15 P, EU:C:2017:208).
( 21 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 22 ) Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, σχετικά με γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας» (ΕΕ 2013, L 354, σ. 171).
( 23 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων (ΕΕ 2012, L 167, σ. 1).
( 24 ) Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ 2009, L 309, σ. 1).