This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62016TJ0502
Judgment of the General Court (Eighth Chamber) of 20 November 2019 (Extracts).#Stefano Missir Mamachi di Lusignano, as heir to Livio Missir Mamachi di Lusignano and Others v European Commission.#Civil service — Officials — Murder of an official and his wife — Obligation to ensure the safety of staff in the service of the European Union — Liability of the institution for non-material damage suffered by the family members of a deceased official — Mother, brother and sister of the official — Action for damages — Admissibility — Standing to bring proceedings under Article 270 TFEU — Person covered by the Staff Regulations — Reasonable period of time.#Case T-502/16.
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 20ής Νοεμβρίου 2019 (Αποσπάσματα).
Stefano Missir Mamachi di Lusignano, en qualité d'héritier de Livio Missir Mamachi di Lusignano κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι της Ένωσης – Δολοφονία υπαλλήλου και της συζύγου του – Υποχρέωση εγγυήσεως της ασφάλειας του προσωπικού της Ένωσης – Ευθύνη θεσμικού οργάνου για την ψυχική οδύνη όσων έλκουν δικαιώματα από θανόντα υπάλληλο – Μητέρα, αδελφός και αδελφή του υπαλλήλου – Αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό – Ενεργητική νομιμοποίηση βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ – Πρόσωπο που υπόκειται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως – Εύλογη προθεσμία.
Υπόθεση T-502/16.
Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου (όγδοο τμήμα) της 20ής Νοεμβρίου 2019 (Αποσπάσματα).
Stefano Missir Mamachi di Lusignano, en qualité d'héritier de Livio Missir Mamachi di Lusignano κ.λπ. κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι της Ένωσης – Δολοφονία υπαλλήλου και της συζύγου του – Υποχρέωση εγγυήσεως της ασφάλειας του προσωπικού της Ένωσης – Ευθύνη θεσμικού οργάνου για την ψυχική οδύνη όσων έλκουν δικαιώματα από θανόντα υπάλληλο – Μητέρα, αδελφός και αδελφή του υπαλλήλου – Αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό – Ενεργητική νομιμοποίηση βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ – Πρόσωπο που υπόκειται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως – Εύλογη προθεσμία.
Υπόθεση T-502/16.
Court reports – general – 'Information on unpublished decisions' section
ECLI identifier: ECLI:EU:T:2019:795
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 20ής Νοεμβρίου 2019 ( *1 )
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Δολοφονία υπαλλήλου και της συζύγου του – Υποχρέωση εγγυήσεως της ασφάλειας του προσωπικού της Ένωσης – Ευθύνη θεσμικού οργάνου για την ψυχική οδύνη όσων έλκουν δικαιώματα από θανόντα υπάλληλο – Μητέρα, αδελφός και αδελφή του υπαλλήλου – Αγωγή αποζημιώσεως – Παραδεκτό – Ενεργητική νομιμοποίηση βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ – Πρόσωπο που υπόκειται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Καταστάσεως – Εύλογη προθεσμία»
Στην υπόθεση T-502/16,
Stefano Missir Mamachi di Lusignano, κάτοικος Σαγκάης (Κίνα), και οι λοιποί ενάγοντες των οποίων τα ονόματα παρατίθενται σε παράρτημα ( 1 ), εκπροσωπούμενοι από τους F. Di Gianni, G. Coppo και A. Scalini, δικηγόρους,
ενάγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης αρχικώς από την B. Eggers και τους G. Gattinara και D. Martin, στη συνέχεια, από τον M. Gattinara και την R. Striani,
εναγομένης,
με αντικείμενο αγωγή βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ με την οποία ζητείται, κατ’ ουσίαν, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει στους έλκοντες δικαιώματα από τον Alessandro Missir Mamachi di Lusignano, στους έλκοντες δικαιώματα από τον Livio Missir Mamachi di Lusignano, στην Anne Jeanne Cécile Magdalena Maria Sintobin, στον Stefano Missir Mamachi di Lusignano και στη Maria Letizia Missir Mamachi di Lusignano διάφορα ποσά για την αποκατάσταση μη περιουσιακών ζημιών τις οποίες υπέστησαν από τη δολοφονία του Alessandro Missir Mamachi di Lusignano και της συζύγου του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, στο Ραμπάτ (Μαρόκο) όπου βρισκόταν ο Alessandro Missir Mamachi di Lusignano για υπηρεσιακούς λόγους,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, R. Barents και J. Passer (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 11ης Απριλίου 2019,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 2 )
Ιστορικό της διαφοράς
|
1 |
Ο Alessandro Missir Mamachi di Lusignano (στο εξής: Alessandro Missir ή θανών υπάλληλος) δολοφονήθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 2006 μαζί με τη σύζυγό του στο Ραμπάτ (Μαρόκο), όπου επρόκειτο να αναλάβει καθήκοντα πολιτικού και διπλωματικού συμβούλου στην αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η δολοφονία διαπράχθηκε σε επιπλωμένη οικία την οποία είχε μισθώσει η ως άνω αντιπροσωπεία για τον Alessandro Missir, τη σύζυγό του και τα τέσσερα τέκνα τους. |
|
2 |
Κατόπιν αιτήσεως που υποβλήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 2008 και διοικητικής ενστάσεως που υποβλήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 2008, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ), ο Livio Missir Mamachi di Lusignano (στο εξής: Livio Missir), πατέρας του Alessandro Missir, άσκησε, στις 12 Μαΐου 2009, αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως F-50/09 και με την οποία ζητούσε, ενεργώντας για λογαριασμό των τέκνων του Alessandro Missir, πρώτον, την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που είχαν υποστεί, δεύτερον, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που είχαν υποστεί, τρίτον, ενεργώντας ιδίω ονόματι, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που είχε υποστεί ο ίδιος ως πατέρας του Alessandro Missir, και, τέταρτον, ενεργώντας για λογαριασμό των τέκνων του Alessandro Missir, δεδομένου ότι αυτά υπεισήλθαν στα δικαιώματα του πατρός τους, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί ο Alessandro Missir. |
|
3 |
Με την απόφαση της 12ης Μαΐου 2011, Missir Mamachi di Lusignano κατά Επιτροπής (F-50/09, στο εξής: πρωτόδικη απόφαση, EU:F:2011:55), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την αγωγή εν μέρει ως απαράδεκτη όσον αφορά τις προβληθείσες μη περιουσιακές ζημίες (σκέψεις 87 έως 91), και εν μέρει ως αβάσιμη όσον αφορά τις προβληθείσες περιουσιακές ζημίες (σκέψεις 97 έως 227). |
|
4 |
Στις 27 Ιουλίου 2011 ασκήθηκε αναίρεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-401/11 P. Η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2014, Missir Mamachi di Lusignano κατά Επιτροπής (T-401/11 P, στο εξής: απόφαση κατ’ αναίρεση, EU:T:2014:625), με την οποία αναιρέθηκε η πρωτόδικη απόφαση, επανεξετάστηκε και αναιρέθηκε εν μέρει από το Δικαστήριο (απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, Missir Mamachi di Lusignano κατά Επιτροπής, C‑417/14 RX‑II, στο εξής: απόφαση κατόπιν επανεξετάσεως, EU:C:2015:588). Το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν αναπομπής και επανεξετάσεως της υποθέσεως, εξέδωσε την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2017, Missir Mamachi di Lusignano κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-401/11 P RENV-RX, στο εξής: απόφαση κατόπιν αναπομπής, EU:T:2017:874), με την οποία αποφάνθηκε επί των λόγων αναιρέσεως που δεν είχε εξετάσει στην απόφαση κατ’ αναίρεση. |
|
5 |
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2011, παράλληλα με τη διαφορά που αποτέλεσε αντικείμενο διαδοχικών δικών σε πρώτο βαθμό και κατ’ αναίρεση στο πλαίσιο των υποθέσεων F-50/09 και T-401/11 P, και μετά την έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως με την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης απέρριψε την αγωγή στην υπόθεση F‑50/09 ως απαράδεκτη λόγω μη τηρήσεως της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, όσον αφορά τις μη περιουσιακές ζημίες (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), χωρίς ωστόσο να κρίνει εάν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είναι αρμόδιο να εξετάζει τέτοιου είδους αιτήματα, ο Livio Missir και τα τέκνα του δολοφονηθέντος υπαλλήλου, στους οποίους προστέθηκαν η μητέρα, ο αδελφός και η αδελφή του υπαλλήλου αυτού, άσκησαν προληπτικά αγωγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-494/11, με αίτημα την αποκατάσταση μη περιουσιακών ζημιών βάσει των άρθρων 268 και 340 ΣΛΕΕ. Ωστόσο, κατόπιν παραιτήσεως των εναγόντων, η υπόθεση αυτή διαγράφηκε με διάταξη της 25ης Νοεμβρίου 2015, Missir Mamachi di Lusignano κ.λπ. κατά Επιτροπής (T-494/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:909). |
|
6 |
Στις 17 Σεπτεμβρίου 2011 και για τους ίδιους λόγους που συνδέονταν με την απόρριψη, στην πρωτόδικη απόφαση, των αιτημάτων αποκαταστάσεως των μη περιουσιακών ζημιών για δικονομικούς λόγους αναγόμενους στη μη τήρηση της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία, ο Livio Missir (στη θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά τον θάνατό του οι έλκοντες εξ αυτού δικαιώματα) και τα τέκνα του δολοφονηθέντος υπαλλήλου, στους οποίους προστέθηκαν η μητέρα, ο αδελφός και η αδελφή του υπαλλήλου αυτού (στο εξής συνολικά: ενάγοντες), υπέβαλαν εκ νέου αίτηση για αποκατάσταση μη περιουσιακών ζημιών σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διαδικασία. |
|
7 |
Με απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2012, η Επιτροπή επισήμανε στους ενάγοντες ότι δεν μπορούσε να δεχθεί τα αιτήματα που είχαν υποβάλει με την αίτηση της 17ης Σεπτεμβρίου 2011 για αποκατάσταση μη περιουσιακών ζημιών, διότι, αφενός, τα αιτήματα αυτά είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο των υποθέσεων T‑401/11 P και T-494/11, των οποίων η εκδίκαση εκκρεμούσε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και, αφετέρου, διότι είχαν ήδη απορριφθεί από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) και ήταν, συνεπώς, απαράδεκτα βάσει των κανόνων της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. |
|
8 |
Με έγγραφο της 13ης Απριλίου 2012, οι ενάγοντες υπέβαλαν διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ κατά της αποφάσεως της 17ης Ιανουαρίου 2012. |
|
9 |
Με απόφαση της 26ης Ιουλίου 2012, η οποία κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 31 Ιουλίου 2012, η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση αυτή. Η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της ότι, λόγω της εκκρεμοδικίας των αιτημάτων αποζημιώσεως στις υποθέσεις T-494/11 και T-401/11 P, δεν μπορούσε να λάβει θέση επ’ αυτών και τα εν λόγω αιτήματα ήταν απαράδεκτα βάσει των κανόνων της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας. Εν πάση περιπτώσει, τα αιτήματα αποζημιώσεως ήταν, κατά την άποψή της, αβάσιμα. |
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
|
10 |
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 7 Νοεμβρίου 2012, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση αγωγή. Η αγωγή πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως F-132/12. |
|
11 |
Οι ενάγοντες ζητούν με την αγωγή αυτή από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης:
|
|
12 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 19 Δεκεμβρίου 2012, η Επιτροπή προέβαλε, με χωριστό δικόγραφο και δυνάμει του άρθρου 78, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, ένσταση απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας των υποθέσεων T-401/11 P και T-494/11 και πρότεινε την αναστολή της διαδικασίας έως την έκδοση των αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη στις δύο αυτές υποθέσεις. |
|
13 |
Στις 21 Ιανουαρίου 2013, οι ενάγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους, με τις οποίες αντέκρουσαν την ένσταση εκκρεμοδικίας χωρίς να αντιταχθούν στην αναστολή της διαδικασίας. |
|
14 |
Με διάταξη του προέδρου του πρώτου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 6ης Ιουνίου 2013, η διαδικασία ανεστάλη έως την έκδοση αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη στις υποθέσεις T-401/11 P και T-494/11. |
|
15 |
Στην απόφαση κατ’ αναίρεση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η αρχική αίτηση αποζημιώσεως της 25ης Φεβρουαρίου 2008 (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω) αφορούσε και τις μη περιουσιακές ζημίες (απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψη 111). Το Δικαστήριο, στην απόφαση που εξέδωσε κατόπιν επανεξετάσεως της υποθέσεως, έκρινε ότι αυτή η κρίση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο έπρεπε να θεωρηθεί οριστική (απόφαση κατόπιν επανεξετάσεως, σκέψη 63, και απόφαση κατόπιν αναπομπής, σκέψη 18). |
|
16 |
Στις 21 Ιανουαρίου 2016, κατόπιν επανεξετάσεως και αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η διαδικασία ανεστάλη εκ νέου με απόφαση του προέδρου του δευτέρου τμήματος του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης έως την έκδοση αποφάσεως που περατώνει τη δίκη στην υπόθεση T‑401/11 P RENV RX. Με τις παρατηρήσεις τους επί της αναστολής, της 8ης Ιανουαρίου 2016, οι ενάγοντες πληροφόρησαν το Γενικό Δικαστήριο για τον θάνατο του Livio Missir, πατέρα του δολοφονηθέντος υπαλλήλου, και για τη συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους του οι οποίοι υπεισήλθαν στα δικαιώματα του θανόντος. |
|
17 |
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ, Eυρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), η υπό κρίση υπόθεση μεταβιβάστηκε στο Γενικό Δικαστήριο στο στάδιο στο οποίο ευρισκόταν στις 31 Αυγούστου 2016. Η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως T-502/16 και ανατέθηκε στο όγδοο τμήμα. |
|
18 |
Στις 25 Ιανουαρίου 2018, κατά τη λήξη της προθεσμίας επανεξετάσεως της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να καταθέσουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τις συνέπειες που πρέπει να συναχθούν εν προκειμένω από τη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής. |
|
19 |
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 και 9 Φεβρουαρίου 2018 αντίστοιχα, η Επιτροπή και οι ενάγοντες ανταποκρίθηκαν στο αίτημα αυτό. |
|
20 |
Με τις παρατηρήσεις τους, οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι οι αποφάσεις που είχαν ήδη εκδοθεί έως την ημερομηνία υποβολής των εν λόγω παρατηρήσεων είχαν μεν επιδικάσει αποζημίωση για ορισμένες ζημίες, πλην όμως έπρεπε να εξεταστούν και κάποιες άλλες ζημίες στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής, δηλαδή οι μη περιουσιακές ζημίες που είχαν υποστεί η Α. Sintobin, ο Stefano Missir και η Maria Letizia Missir, αντίστοιχα μητέρα, αδελφός και αδελφή του θανόντος υπαλλήλου. |
|
21 |
Με τις παρατηρήσεις της 7ης Φεβρουαρίου 2018, η Επιτροπή προέβη στις ίδιες διαπιστώσεις με τους ενάγοντες όσον αφορά την αποκατάσταση ορισμένων ζημιών με τις ήδη εκδοθείσες αποφάσεις. |
|
22 |
Όσον αφορά την ψυχική οδύνη που διατείνεται ότι υπέστη η Α. Sintobin, σύζυγος του Livio Missir, η Επιτροπή αντέτεινε ότι το συγκεκριμένο αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως ήταν απαράδεκτο διότι είχε υποβληθεί εκπρόθεσμα. |
|
23 |
Όσον αφορά την ψυχική οδύνη που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν ο Stefano Missir και η Maria Letizia Missir, αδελφός και αδελφή του Alessandro Missir, η Επιτροπή αντέτεινε ότι οι ενάγοντες αυτοί δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως πρόσωπα που υπόκεινται στον ΚΥΚ. Το Γενικό Δικαστήριο, ως «δικάζον υπαλληλικές υποθέσεις», ήταν αναρμόδιο και η αγωγή απαράδεκτη όσον αφορά τις συγκεκριμένες ζημίες. Εν πάση περιπτώσει, τα σχετικά αιτήματα χρηματικής ικανοποιήσεως είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα. |
|
24 |
Με διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Ιουνίου 2018, η ένσταση απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας που είχε προβληθεί στις 19 Δεκεμβρίου 2012 εξετάστηκε μαζί με την ουσία της υποθέσεως, βάσει του άρθρου 130, παράγραφος 7, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
25 |
Με έγγραφο της Γραμματείας του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 2018, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να δηλώσει, με το υπόμνημά της αντικρούσεως, εάν εμμένει στην ως άνω ένσταση απαραδέκτου και κάλεσε τους ενάγοντες να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το παραδεκτό της αγωγής λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών. |
|
26 |
Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Ιουλίου 2018, οι διάδικοι συμμορφώθηκαν προς τα αιτήματα αυτά. |
|
27 |
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως και όπως επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν προέβαλε πλέον ένσταση απαραδέκτου της υπό κρίση αγωγής λόγω εκκρεμοδικίας, δήλωση την οποία έλαβε υπόψη το Γενικό Δικαστήριο. |
|
28 |
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
|
Σκεπτικό
Επί του αντικειμένου της διαφοράς
|
29 |
Όσον αφορά το πρώτο αίτημα που παρατίθεται στη σκέψη 11 ανωτέρω, με το οποίο ζητείται από το Γενικό Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της ΑΔΑ της 26ης Ιουλίου 2012, υπενθυμίζεται ότι μια τέτοια απόφαση, με την οποία η διοίκηση έλαβε θέση επί των αξιώσεων αποζημιώσεως των εναγόντων, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής διαδικασίας που προηγείται της αγωγής αποζημιώσεως η οποία ασκείται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα την παροχή στους ενάγοντες της δυνατότητας να ασκήσουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου αγωγή αποζημιώσεως. Κατά συνέπεια, τα εν προκειμένω υποβληθέντα αιτήματα ακυρώσεως δεν μπορούν να εκτιμηθούν αυτοτελώς σε σχέση με τα αιτήματα αποζημιώσεως (πρβλ. αποφάσεις της 18ης Δεκεμβρίου 1997, Gill κατά Επιτροπής, T-90/95, EU:T:1997:211, σκέψη 45, και πρωτόδικη, σκέψεις 71 και 72). |
|
30 |
Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, όπως συμφώνησαν και οι διάδικοι, μεταξύ άλλων, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, με την απόφαση που εξέδωσε κατόπιν αναπομπής, επί του δευτέρου, τρίτου και εβδόμου αιτήματος τα οποία υποβλήθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής και επαναλαμβάνονται στη σκέψη 11 ανωτέρω. Παρέλκει, επομένως, η έκδοση αποφάσεως επί των αιτημάτων αυτών. Παραμένουν προς εξέταση, όσον αφορά τα αιτήματα αποκαταστάσεως των προκληθεισών ζημιών, το τέταρτο, πέμπτο και έκτο αίτημα τα οποία υποβλήθηκαν με το δικόγραφο της αγωγής και επαναλαμβάνονται στη σκέψη 11 ανωτέρω. |
|
31 |
Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει ως αντικείμενο, κατ’ ουσίαν, την αποκατάσταση των μη περιουσιακών ζημιών τις οποίες αφορούν το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο αίτημα. |
Επί του παραδεκτού της αγωγής
|
32 |
Δεδομένου ότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, πρέπει, πρώτον, να εξεταστεί εάν οι ενάγοντες νομιμοποιούνται ενεργητικά βάσει της διατάξεως αυτής. Συγκεκριμένα, αμφισβητείται από την Επιτροπή η ενεργητική νομιμοποίηση του αδελφού και της αδελφής του θανόντος υπαλλήλου. |
Επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ
[παραλειπόμενα]
|
38 |
Όσον αφορά τη μητέρα του θανόντος υπαλλήλου, η ενεργητική της νομιμοποίηση ορθώς δεν αμφισβητείται από την Επιτροπή. Η μητέρα του θανόντος υπαλλήλου είναι, όπως απαιτεί το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, «[πρόσωπο] που υπόκειται στον […] κανονισμό», και συγκεκριμένα στο άρθρο 73, το οποίο αναφέρει τους ανιόντες του υπαλλήλου. Επομένως, είχε εν προκειμένω ενεργητική νομιμοποίηση βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ. |
|
39 |
Αντιθέτως, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι τα αδέλφια θανόντος υπαλλήλου αποτελούν πρόσωπα «που υπόκεινται στον [ΚΥΚ]» κατά την έννοια του άρθρου 91, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Επισημαίνει δε ότι το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ΚΥΚ δεν αφορά τους συγγενείς σε πλάγια γραμμή του θανόντος υπαλλήλου, αλλά μόνον τους ανιόντες και τους κατιόντες του. Το γεγονός ότι τα αδέλφια διαλαμβάνονται σε άλλες διατάξεις του ΚΥΚ δεν ασκεί επιρροή εν προκειμένω. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζουν οι ενάγοντες, η εκτίμηση ότι δεν είναι δυνατή η αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας όπως η προβαλλόμενη στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής δεν αναιρείται από τη σκέψη 198 της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής. |
|
40 |
Υπενθυμίζεται ότι ο ΚΥΚ έχει ως μοναδικό σκοπό τη ρύθμιση των εννόμων σχέσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και των υπαλλήλων τους, θεσπίζοντας μια σειρά αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και αναγνωρίζοντας, υπέρ ορισμένων μελών της οικογένειας του υπαλλήλου, δικαιώματα τα οποία αυτά μπορούν να επικαλεστούν έναντι της Ένωσης (απόφαση κατόπιν επανεξετάσεως, σκέψη 31). |
|
41 |
Συγκεκριμένα, το άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ διευκρινίζει την αρμοδιότητα του δικαστή της Ένωσης όσον αφορά την εκδίκαση υπαλληλικών υποθέσεων της Ένωσης και ορίζει ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο να αποφαίνεται για «κάθε διαφορά» μεταξύ της Ένωσης και «προσώπου που υπόκειται στον [ΚΥΚ]», με αντικείμενο τη νομιμότητα μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη, «[κάθε] πρόσωπο που αναφέρεται στον [ΚΥΚ]» δύναται να προσφύγει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, υποβάλλοντας διοικητική ένσταση κατά βλαπτικής γι’ αυτό πράξεως (απόφαση κατόπιν επανεξετάσεως, σκέψη 32). |
|
42 |
Για να είναι, συνεπώς, παραδεκτή μια προσφυγή ή αγωγή που ασκείται βάσει του άρθρου 91 του ΚΥΚ και του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, πρέπει να αφορά διαφορά μεταξύ της Ένωσης και προσώπου που υπόκειται στον ΚΥΚ (πρβλ. απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1994, C κατά Επιτροπής, T-47/93, EU:T:1994:262, σκέψη 21, διάταξη της 6ης Σεπτεμβρίου 2011, Alionescu κατά EPSO, T-282/11, EU:T:2011:425, σκέψεις 4 έως 9, και της 9ης Απριλίου 2014, Colart κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, F-87/13, EU:F:2014:53, σκέψη 39). |
|
43 |
Επισημαίνεται ότι το άρθρο 73 του ΚΥΚ και η κοινή ρύθμιση σχετικά με την ασφάλιση των υπαλλήλων της Ένωσης κατά των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας θεσπίζουν ένα σύστημα εξασφαλίσεως υπό μορφή ασφαλιστικής καλύψεως των μόνιμων, έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων κατά των κινδύνων επαγγελματικής ασθένειας και ατυχήματος. |
|
44 |
Αυτό το σύστημα ασφαλιστικής καλύψεως του υπαλλήλου, ο οποίος στο άρθρο 1 της κοινής ρυθμίσεως σχετικά με την ασφάλιση των υπαλλήλων της Ένωσης κατά των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής ασθένειας ορίζεται ως «ασφαλισμένος», προβλέπει, σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου υπαλλήλου, την καταβολή των εξασφαλισμένων παροχών στον σύζυγο και στα τέκνα του υπαλλήλου εφόσον υπάρχουν, και ελλείψει αυτών στους άλλους κατιόντες του υπαλλήλου, και ελλείψει άλλων κατιόντων στους ανιόντες του υπαλλήλου, ελλείψει δε ανιόντων στο θεσμικό όργανο. |
|
45 |
Δεν αμφισβητείται ότι οι συγγενείς σε πλάγια γραμμή, και συνεπώς, μεταξύ άλλων, τα αδέλφια, δεν περιλαμβάνονται ρητώς στον κατάλογο των αναγραφόμενων με σειρά προτεραιότητας προσώπων στα οποία μπορούν να καταβληθούν οι εξασφαλισμένες παροχές σε περίπτωση θανάτου του υπαλλήλου. |
|
46 |
Εντούτοις, ο ΚΥΚ μνημονεύει και τα αδέλφια, και συγκεκριμένα στα άρθρα 40, 42β και 55α. Τα άρθρα αυτά παρέχουν στον υπάλληλο τη δυνατότητα να λαμβάνει άδεια για προσωπικούς ή οικογενειακούς λόγους ή να εργάζεται με μειωμένο ωράριο, μεταξύ άλλων, για την παροχή φροντίδας στον/στη σύζυγό του ή σε ανιόντα, κατιόντα, αδελφό ή αδελφή με σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία. |
|
47 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα άρθρα 40, 42β και 55α του ΚΥΚ δεν είναι κρίσιμα εν προκειμένω, διότι δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση υπαλλήλου που χάνει τη ζωή του λόγω παραβάσεως, εκ μέρους του θεσμικού οργάνου, του καθήκοντός του προστασίας, η οποία συνεπάγεται την παροχή αποζημιώσεως, και παρατηρεί ότι οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόστηκαν εν προκειμένω. Θεωρεί δε ότι είναι εσφαλμένη η προσέγγιση που περιορίζεται απλώς στην αναζήτηση διατάξεων του ΚΥΚ σχετικών με ενδεχόμενους, έστω και έμμεσους, δικαιούχους στην περίπτωση υποχρεώσεων της ΑΔΑ των οποίων, ωστόσο, το περιεχόμενο δεν έχει καμία σχέση με την προβαλλόμενη αξίωση αποζημιώσεως. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ θα μπορούσε να ζητηθεί μόνο στο πλαίσιο διαφορών που έχουν ως αντικείμενο την αποκατάσταση ζημιών «για τις οποίες φέρει ευθύνη η Επιτροπή ως εργοδότης», όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο στη σκέψη 22 της αποφάσεως της 8ης Οκτωβρίου 1986, Leussink κατά Επιτροπής (169/83 και 136/84, στο εξής: απόφαση Leussink, EU:C:1986:371), και δη συμπληρωματικώς πέραν των όσων προβλέπει το άρθρο 73 του ΚΥΚ. Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας που ζητείται συμπληρωματικώς πέραν των παροχών που προβλέπει το άρθρο 73 του ΚΥΚ δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να οδηγήσει σε διπλή αποζημίωση, όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 195 της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής. Εάν, όμως, γινόταν δεκτό το αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir, θα συνέτρεχε τέτοια περίπτωση διπλής αποζημιώσεως διότι, όπως οι ίδιοι δηλώνουν, το εν λόγω αίτημα στηρίζεται στην «ίδια βάση» επί της οποίας το Γενικό Δικαστήριο επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στον πατέρα και στα τέσσερα τέκνα του Alessandro Missir και βάσει της οποίας η Επιτροπή κάνει λόγο για το «ίδιο ζημιογόνο γεγονός», δηλαδή τον θάνατό του. |
|
48 |
Επισημαίνεται ότι οι αντιρρήσεις της Επιτροπής συγχέουν το ζήτημα του παραδεκτού με το ζήτημα του βασίμου της αγωγής. |
|
49 |
Το ζητούμενο, σ’ αυτό το στάδιο εξετάσεως της αγωγής, δεν είναι να διαπιστωθεί αν η αγωγή είναι βάσιμη, αλλά να κριθεί προηγουμένως αν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir νομιμοποιούνταν ενεργητικά να προσφύγουν στον δικαστή της Ένωσης στο πλαίσιο του άρθρου 270 ΣΛΕΕ ή αν έπρεπε να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ. |
|
50 |
Συναφώς και όπως έχει ήδη επισημανθεί, το κριτήριο που καθορίζει την προσφυγή στη διαδικασία του άρθρου 270 ΣΛΕΕ αντί της προσφυγής στη διαδικασία του άρθρου 268 ΣΛΕΕ είναι αν πρόκειται για «πρόσωπο που υπόκειται στον [ΚΥΚ]» (άρθρο 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ). |
|
51 |
Η προϋπόθεση αυτή να υπόκειται ο ενάγων στον ΚΥΚ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πληρούται απλώς και μόνον επειδή αυτός καλύπτεται από οποιαδήποτε διάταξη του ΚΥΚ. Πρέπει να καλύπτεται από διάταξη η οποία είτε αντανακλά την υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ενάγοντος και της πράξεως που αυτός προσβάλλει, είτε αντανακλά την υφιστάμενη σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του υπαλλήλου ο οποίος φέρεται να έχει υποστεί ο ίδιος ζημία από την προσβολή των συμφερόντων του. |
|
52 |
Όμως, αυτό ακριβώς ισχύει όχι μόνο στην περίπτωση των ανιόντων, των κατιόντων και του/της συζύγου του υπαλλήλου, αλλά και στην περίπτωση των αδελφών του. |
|
53 |
Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά «υπάγονται στον [ΚΥΚ]», είτε πρόκειται για το άρθρο 73 είτε για τα άρθρα 40, 42β και 55α του εν λόγω κανονισμού, επειδή ακριβώς ο νομοθέτης θέλησε να λάβει υπόψη, με συγκεκριμένες διατάξεις του ΚΥΚ, τη σχέση εγγύτητας που τους συνδέει με τον υπάλληλο. |
|
54 |
Το γεγονός ότι, κατά τον χρόνο της δολοφονίας του Alessandro Missir, ούτε ο ίδιος ούτε ο αδελφός και η αδελφή του ενέπιπταν σε οιαδήποτε συγκεκριμένη περίπτωση από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 40, 42β και 55α του ΚΥΚ ουδόλως επηρεάζει την αναγνώριση των αδελφικών σχέσεων από τον ΚΥΚ. Οι συγκεκριμένες διατάξεις του ΚΥΚ δεν είναι, συνεπώς, κρίσιμες επειδή αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη κατάσταση των μερών κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών –πρέπει δε να επισημανθεί συναφώς ότι οι ενάγοντες δεν εγείρουν καμία αξίωση αποζημιώσεως λόγω απώλειας παροχών αναπηρίας– αλλά επειδή καταδεικνύουν την αναγνώριση από τον ΚΥΚ των οικογενειακών δεσμών μεταξύ των υπαλλήλων και των αδελφών τους. |
|
55 |
Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται από την εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι «το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έχει ratione materiae την αρμοδιότητα να εκδικάσει αγωγή αποζημιώσεως ασκηθείσα από […] άλλο πρόσωπο, το οποίο, μολονότι δεν είναι υπάλληλος, εντούτοις καλύπτεται από τον ΚΥΚ λόγω των οικογενειακών δεσμών του με υπάλληλο, εφόσον η διαφορά απορρέει από τη σχέση εργασίας που συνδέει τον υπάλληλο με το οικείο θεσμικό όργανο, δεδομένου ότι το άρθρο 1 του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 270 ΣΛΕΕ και το άρθρο 91 ΚΥΚ, αναθέτει […] στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης την αρμοδιότητα να εκδικάζει “οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ της Ένωσης” και “κάθε προσώπου που αναφέρεται στον [ΚΥΚ]”» (απόφαση κατόπιν επανεξετάσεως, σκέψεις 41 και 42). |
|
56 |
Από τα ανωτέρω προκύπτει, γενικότερα, ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, μπορούν να ληφθούν υπόψη και άλλες διατάξεις του ΚΥΚ πέραν του άρθρου 73, και συγκεκριμένα διατάξεις που αναγνωρίζουν οικογενειακούς δεσμούς με τον θανόντα υπάλληλο, προκειμένου να κριθεί αν ορισμένο πρόσωπο «υπόκειται στον [ΚΥΚ]». |
|
57 |
Επομένως, τα αδέλφια πρέπει να θεωρηθούν ότι «υπόκεινται στον [ΚΥΚ]» για τον καθορισμό της νομικής οδού που πρέπει να ακολουθήσουν, εφόσον σκοπεύουν να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του υπαλλήλου αδελφού ή της υπαλλήλου αδελφής τους, για τον οποίο ευθύνεται, κατά την άποψή τους, το θεσμικό όργανο. |
|
58 |
Όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής παραπομπή στη σκέψη 22 της αποφάσεως Leussink (βλ. σκέψη 47 παραπάνω), αφενός, επισημαίνεται ότι η σκέψη αυτή δεν αφορά το παραδεκτό, αλλά το βάσιμο της αγωγής. Η παραπομπή αυτή δεν μπορεί, συνεπώς, να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο εξετάσεως του παραδεκτού. Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο, όπως επισήμανε στην απόφαση που εξέδωσε κατόπιν επανεξετάσεως (σκέψη 45), αναγνώρισε με την απόφαση Leussink ότι συνιστούσε υπαλληλική διαφορά η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκηθεί από τα μέλη της οικογένειας υπαλλήλου δυνάμει του άρθρου 178 της Συνθήκης ΕΟΚ (νυν άρθρο 268 ΣΛΕΕ) προς αποκατάσταση μη περιουσιακής ζημίας την οποία είχαν υποστεί κατόπιν εργατικού ατυχήματος, θύμα του οποίου ήταν ο υπάλληλος. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο, όπως διευκρινίζει στη σκέψη 45 της αποφάσεως κατόπιν επανεξετάσεως, εφάρμοσε στη σκέψη 25 της αποφάσεως Leussink σχετικά με τα δικαστικά έξοδα το άρθρο 70 του Κανονισμού του Διαδικασίας, ως ίσχυε τότε, κατά το οποίο τα δικαστικά έξοδα των θεσμικών οργάνων στις υπαλληλικές υποθέσεις βαρύνουν το οικείο θεσμικό όργανο, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη αγωγή, μολονότι είχε ασκηθεί δυνάμει του άρθρου 178 της Συνθήκης ΕΟΚ, πήγαζε από τη σχέση μεταξύ του υπαλλήλου και του οργάνου στο οποίο αυτός ανήκε. |
|
59 |
Όσον αφορά την αναφορά της Επιτροπής σε διπλή αποζημίωση, επισημαίνεται ότι και αυτή αφορά αποκλειστικά και μόνον το βάσιμο της αγωγής. Κατά τα λοιπά, δεν μπορεί εν προκειμένω να γίνει λόγος για διπλή αποζημίωση η οποία αφορά την ίδια ζημία, δεδομένου ότι η προβαλλόμενη από τον αδελφό και την αδελφή του Alessandro Missir ψυχική οδύνη συνιστά αυτοτελή ζημία εκάστου εξ αυτών, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ψυχική οδύνη των λοιπών μελών της οικογένειας. |
|
60 |
Όσον αφορά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ΚΥΚ είναι η διάταξη που, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου στη σκέψη 34 της αποφάσεως κατόπιν επανεξετάσεως, ορίζει τις κατηγορίες των προσώπων που δικαιούνται να ζητήσουν συμπληρωματική αποζημίωση «όταν το θεσμικό όργανο ευθύνεται και οι παροχές που καταβάλλονται δυνάμει του άρθρου 73 του ΚΥΚ δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν την πλήρη αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας», το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί για τους ακόλουθους λόγους. |
|
61 |
Το γεγονός ότι τα πρόσωπα που ορίζονται στο άρθρο 73, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ΚΥΚ, δηλαδή ο/η σύζυγος και τα τέκνα του θανόντος υπαλλήλου, ή ελλείψει αυτών οι λοιποί κατιόντες του, ή ελλείψει κατιόντων οι ανιόντες του, μπορούν να ζητήσουν, βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, συμπληρωματική αποζημίωση εάν εκτιμούν, πρώτον, ότι οι καταβαλλόμενες παροχές δεν αποκαθιστούν πλήρως τη ζημία που υπέστησαν και, δεύτερον, ότι η διοίκηση ευθύνεται για τη ζημία αυτή, ουδόλως σημαίνει ότι τα αδέλφια που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγραφόμενων με σειρά προτεραιότητας προσώπων του άρθρου 73 του ΚΥΚ και δεν είναι, συνεπώς, οι ενδεχόμενοι δικαιούχοι των παροχών που εξασφαλίζει το άρθρο αυτό, αλλά μνημονεύονται σε άλλες διατάξεις του ΚΥΚ οι οποίες αντανακλούν ορισμένη σχέση με τον θανόντα υπάλληλο, πρέπει να στερηθούν τη δικονομική δυνατότητα να ζητήσουν, βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν. |
|
62 |
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, τα αδέλφια «υπόκεινται στον [ΚΥΚ]» ακριβώς λόγω του οικογενειακού δεσμού που τους συνδέει με τον θανόντα υπάλληλο. |
|
63 |
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή κατά της αγωγής που άσκησαν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir, επικαλούμενη έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των εναγόντων βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ. |
|
64 |
Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν οι ενάγοντες άσκησαν εμπρόθεσμα την αγωγή αποζημιώσεως. |
Επί του παραδεκτού της αγωγής λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας ασκήσεώς της
|
65 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως μετά την παρέλευση εύλογης προθεσμίας. Τίποτε δεν εμπόδιζε την A. Sintobin καθώς και τον αδελφό και την αδελφή του Alessandro Missir να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του έτους 2009, κατά το οποίο ασκήθηκε η αγωγή στην υπόθεση F-50/09. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας πριν από την άσκηση της αγωγής στην υπόθεση F-50/09 –καθώς και κατά τη διάρκεια των μεταγενέστερων δικαστικών σταδίων της διαδικασίας αυτής που συνίστανται στην έκδοση της πρωτόδικης αποφάσεως και στην επακόλουθη άσκηση αναιρέσεως– παρείχε ένα πολύ μεγάλο χρονικό περιθώριο για την υποβολή των αιτημάτων χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, τα οποία υποβλήθηκαν στη συνέχεια στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως. |
|
66 |
Στις παρατηρήσεις τους της 25ης Ιουλίου 2018, καταρχάς, οι ενάγοντες επισημαίνουν ότι η ένσταση απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως της αγωγής προβλήθηκε εκπροθέσμως από την Επιτροπή, στις 14 Φεβρουαρίου 2018, δηλαδή πέντε και πλέον έτη μετά τη λήξη της προθεσμίας που προβλέπει το άρθρο 78, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, το οποίο ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ένσταση απαραδέκτου είναι η ίδια απαράδεκτη. Αυτή η εκπρόθεσμη υποβολή της ενστάσεως απαραδέκτου είναι ακόμη περισσότερο αδικαιολόγητη, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε ήδη προβάλει, στις 19 Δεκεμβρίου 2012, εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 78, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, και άλλη ένσταση απαραδέκτου, λόγω εκκρεμοδικίας, παρά το γεγονός ότι ήταν ήδη διαθέσιμες όλες οι πληροφορίες. Η παραγραφή συνιστά λόγο απαραδέκτου ο οποίος, αντιθέτως προς τις δικονομικές προθεσμίες, δεν είναι δημοσίας τάξεως. Δεν μπορεί να προβληθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Οι ενάγοντες ζητούν, ως εκ τούτου, από το Γενικό Δικαστήριο να κρίνει απαράδεκτη την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή στις 14 Φεβρουαρίου 2018. |
|
67 |
Στη συνέχεια, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι το αίτημα αποζημιώσεως υποβλήθηκε από τη μητέρα, τον αδελφό και την αδελφή του θανόντος υπαλλήλου εντός ευλόγου προθεσμίας. |
|
68 |
Όσον αφορά τη φύση της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, στο πλαίσιο διαφορών εξωσυμβατικής ευθύνης, ότι η τήρηση της προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 46, παράγραφος 1, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (αποφάσεις της 30ής Μαΐου 1989, Roquette frères κατά Επιτροπής, 20/88, EU:C:1989:221, σκέψη 12, της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψη 51, και της 14ης Ιουνίου 2016, Marchiani κατά Κοινοβουλίου, C-566/14 P, EU:C:2016:437, σκέψη 94). |
|
69 |
Η νομολογία αυτή του Δικαστηρίου ισχύει, mutatis mutandis, και για την παραγραφή που επέρχεται κατά τη λήξη της εύλογης προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει, κατά τη νομολογία, να υποβάλλεται αίτημα αποζημιώσεως βάσει του ΚΥΚ. Πράγματι, δεδομένου ότι οι προθεσμίες παραγραφής προκαθορισμένης διάρκειας (όπως η πενταετία) δεν άπτονται της δημοσίας τάξεως, διότι θίγουν το δικαίωμα του ζημιωθέντος να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη και αποσκοπούν στην προστασία των διαδίκων (πρβλ. απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C-469/11 P, EU:C:2012:705, σκέψεις 52 έως 54), το ίδιο ισχύει, ενδεχομένως κατά μείζονα λόγο, και για προθεσμίες παραγραφής μη προκαθορισμένης διάρκειας (εύλογη προθεσμία). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, επέρχεται παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως και επιδιώκεται η προστασία των διαδίκων. |
|
70 |
Καθόσον, συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή λόγω μη τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας για την υποβολή αιτήματος αποζημιώσεως δεν αποτελεί ζήτημα δημοσίας τάξεως το οποίο εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Γενικό Δικαστήριο, το δικαστήριο αυτό πρέπει να εξετάσει προηγουμένως την ένσταση των εναγόντων περί εκπρόθεσμης προβολής της εν λόγω ενστάσεως απαραδέκτου. |
|
71 |
Προς στήριξη της ενστάσεώς τους περί εκπρόθεσμης προβολής της ενστάσεως απαραδέκτου, οι ενάγοντες επικαλούνται το άρθρο 78, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης, όπως ίσχυε το 2012, το οποίο έχει ως εξής: «Αν ένας διάδικος ζητήσει από το Δικαστήριο ΔΔ να κρίνει επί του απαραδέκτου, της ελλείψεως αρμοδιότητας ή επί παρεμπίπτοντος ζητήματος χωρίς να εισέλθει στην ουσία, υποβάλλει την αίτησή του με χωριστό δικόγραφο. Η αίτηση για να αποφανθεί επί του απαραδέκτου πρέπει να υποβληθεί εντός μηνός από την κοινοποίηση του δικογράφου της προσφυγής.» |
|
72 |
Επισημαίνεται ότι η προϋπόθεση που έθετε η διάταξη αυτή για υποβολή αιτήματος εντός ορισμένης προθεσμίας αφορούσε τη συγκεκριμένη περίπτωση κατά την οποία ο διάδικος ζητούσε από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης να αποφανθεί χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Η διάταξη αυτή δεν απαγόρευε, συνεπώς, στον εναγόμενο να προβάλει την εκπρόθεσμη υποβολή του αιτήματος, ενδεχομένως, κατά το στάδιο καταθέσεως του υπομνήματος αντικρούσεως. |
|
73 |
Παρατηρείται, επίσης, ότι, μολονότι το άρθρο 78 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης είχε εφαρμογή όταν η Επιτροπή, αντί να καταθέσει υπόμνημα αντικρούσεως, προέβαλε το 2012, δυνάμει της διατάξεως αυτής, με χωριστό δικόγραφο ένσταση απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας, από το άρθρο 3 του κανονισμού 2016/1192 προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο συνεχίζει την εκδίκαση των υποθέσεων που μεταφέρονται σ’ αυτό από το στάδιο στο οποίο αυτές ευρίσκονται κατά την 31η Αυγούστου 2016 και σύμφωνα με τον Κανονισμό Διαδικασίας του. |
|
74 |
Εν προκειμένω, όταν η υπόθεση F-132/12 μεταφέρθηκε στο Γενικό Δικαστήριο, η διαδικασία, η οποία λόγω μη συνεξετάσεως της ουσίας από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αφορούσε την ένσταση εκκρεμοδικίας που είχε προβληθεί το 2012, παρέμενε σε αναστολή εν αναμονή εκδόσεως της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής. |
|
75 |
Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Επιτροπή προέβαλε, στις 19 Δεκεμβρίου 2012, με χωριστό δικόγραφο ένσταση απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας ουδόλως σημαίνει ότι δεν μπορούσε να προβάλει, ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ένσταση απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του αιτήματος αποζημιώσεως κατά το στάδιο αντικρούσεως. |
|
76 |
Εν προκειμένω, η Επιτροπή προέβαλε την εκπρόθεσμη υποβολή του αιτήματος αποζημιώσεως τον Φεβρουάριο του 2018, κατά την επανάληψη της διαδικασίας. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, οι οποίες συνίστανται στις δικονομικές ιδιαιτερότητες της υπό κρίση υποθέσεως και, ιδίως, στις διαδοχικές αναστολές εκδικάσεώς της, δεν είναι εκπρόθεσμη η προβολή, τον Φεβρουάριο του 2018, της ενστάσεως περί εκπρόθεσμης υποβολής του αιτήματος αποζημιώσεως, το οποίο υποβλήθηκε πριν από την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως. Καθόσον δε η ένσταση των εναγόντων περί εκπρόθεσμης προβολής εκ μέρους της Επιτροπής της ενστάσεως απαραδέκτου είναι αβάσιμη, πρέπει να εξεταστεί η ένσταση απαραδέκτου λόγω εκπρόθεσμης υποβολής του αιτήματος αποζημιώσεως. |
|
77 |
Κατά πάγια νομολογία, στους υπαλλήλους και στα μέλη του λοιπού προσωπικού απόκειται να υποβάλουν στο θεσμικό όργανο, εντός εύλογης προθεσμίας, οποιοδήποτε αίτημα αποκαταστάσεως εκ μέρους της Ένωσης ζημίας που αυτή προκάλεσε, τούτο δε από του χρονικού σημείου κατά το οποίο έλαβαν γνώση της βλαπτικής κατ’ αυτούς καταστάσεως. Η εύλογη διάρκεια της προθεσμίας πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και, ιδίως, με τα συμφέροντα του διαδίκου που διακυβεύονται στη δίκη, την περιπλοκότητα της υποθέσεως, και τη συμπεριφορά των διαδίκων (απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 2013, Réexamen Arango Jaramillo κ.λπ. κατά ΕΤΕπ, C‑334/12 RX-II, EU:C:2013:134, σκέψη 28, βλ., επίσης, διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 2014, Marcuccio κατά Επιτροπής, F-118/11, EU:F:2014:23, σκέψη 87 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
78 |
Μολονότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης πενταετής προθεσμία παραγραφής των αξιώσεων εξωσυμβατικής ευθύνης δεν έχει εφαρμογή στις διαφορές μεταξύ της Ένωσης και του προσωπικού της, πρέπει, εντούτοις, κατά πάγια νομολογία, να λαμβάνεται υπόψη ως συγκριτικό σημείο αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί εάν το αίτημα υποβλήθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας (βλ. διάταξη της 25ης Φεβρουαρίου 2014, Marcuccio κατά Επιτροπής, F-118/11, EU:F:2014:23, σκέψη 88 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
79 |
Εν προκειμένω, το αίτημα αποζημιώσεως υποβλήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 2011, δηλαδή πέντε έτη, παρά μία ημέρα, από τη δολοφονία του Alessandro Missir. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει τόσο από την προ της ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής διαδικασία όσο και από τις προγενέστερες διαδικασίες που κινήθηκαν από το 2009 και κατέληξαν στην έκδοση της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής το 2017, τα συμφέροντα που διακυβεύονται εν προκειμένω είναι σημαντικά από ανθρώπινης, οικονομικής και νομικής απόψεως και η υπόθεση είναι, ή τουλάχιστον ήταν, κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος αποζημιώσεως στις 17 Σεπτεμβρίου 2011 ιδιαιτέρως περίπλοκη. Τέλος, και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το κριτήριο προκειμένου να εκτιμηθεί αν τυχόν συντρέχει εκπρόθεσμη υποβολή αιτήματος αποζημιώσεως δεν είναι εάν το αίτημα αυτό μπορούσε να υποβληθεί νωρίτερα, αλλά εάν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, υποβλήθηκε εντός ευλόγου προθεσμίας. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που συνδέονται με την περιπλοκότητα της υποθέσεως και τα διακυβευόμενα συμφέροντα, το αίτημα αποζημιώσεως φαίνεται να πληροί το κριτήριο αυτό. Επομένως η αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί εκπρόθεσμη. |
|
80 |
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή. |
Επί της ουσίας
Επί του αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστη η μητέρα του Alessandro Missir
[παραλειπόμενα]
|
87 |
Επισημαίνεται ότι, όπως υποστηρίζουν οι διάδικοι, η κατάσταση της Α. Sintobin, μητέρας του Alessandro Missir, είναι πανομοιότυπη με εκείνη του Livio Missir, πατέρα του Alessandro Missir, στον οποίο επιδικάστηκε από το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφαση κατόπιν αναπομπής, χρηματική ικανοποίηση ύψους 50000 ευρώ λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτός υπέστη από τη δολοφονία του υιού του. |
|
88 |
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει, βάσει των αρχών που εφάρμοσε το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση κατόπιν αναπομπής (σκέψεις 204 και 205) και κατά δίκαιη και εύλογη εκτίμηση της ψυχικής οδύνης που υπέστη η Α. Sintobin, να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει εις ολόκληρον στην εν λόγω ενάγουσα το ποσό των 50000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτή υπέστη από τη δολοφονία του υιού της και να απορριφθεί το αίτημα αποζημιώσεως κατά τα λοιπά. |
Επί του αιτήματος χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir
[παραλειπόμενα]
|
127 |
Διαπιστώθηκε ότι ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir, η ψυχική οδύνη των οποίων λόγω του θανάτου του αδελφού τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά, ούτε άλλωστε αμφισβητήθηκε, είχαν τη δικονομική υποχρέωση να υποβάλουν κάθε συναφές αίτημά τους αποζημιώσεως τηρώντας την προβλεπόμενη από τον ΚΥΚ προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και στη συνέχεια, εφόσον ήταν αναγκαίο, ασκώντας αγωγή βάσει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και όχι βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ. Δεδομένου του προσδιορισμού της εν λόγω δικονομικής οδού, τίθεται το ερώτημα εάν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir μπορούν βασίμως να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. |
|
128 |
Η Επιτροπή προβάλλει συναφώς ορισμένες αντιρρήσεις επί της ουσίας. |
|
129 |
Η Επιτροπή υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το άρθρο 73 του ΚΥΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, οριοθετεί τον κύκλο των προσώπων που μπορούν να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω της βλάβης που υπέστησαν από τον θάνατο υπαλλήλου. Ο σύζυγος, οι κατιόντες και οι ανιόντες μπορούν να λάβουν τέτοια χρηματική ικανοποίηση διότι αναγράφονται στο άρθρο 73 του ΚΥΚ. Δεν μπορούν όμως τα αδέλφια που δεν ορίζονται ρητώς στο άρθρο αυτό. |
|
130 |
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι αρχές του δικαίου που είναι κοινές στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εφαρμογής του ΚΥΚ συνίσταται στην πλήρωση των κενών που ενδεχομένως υφίστανται λόγω σιωπής του νομοθέτη. Όμως, εν προκειμένω, ο ΚΥΚ, στο άρθρο 73 όπως αυτό έχει εφαρμοστεί από τη νομολογία, δεν σιωπά, αλλά προβλέπει, ως μόνα πρόσωπα τα οποία μπορούν να λάβουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου υπαλλήλου, τα ρητώς οριζόμενα στη διάταξη αυτή. Η Επιτροπή επικαλείται προς στήριξη της θέσεώς της την απόφαση κατόπιν επανεξετάσεως (σκέψεις 33 και 34). |
|
131 |
Η Επιτροπή επικαλείται, περαιτέρω, τις σκέψεις 134 έως 136 και 158 της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής, οι οποίες παραπέμπουν στις αποφάσεις Leussink και [της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, Lucaccioni κατά Επιτροπής (C-257/98 P, στο εξής: απόφαση Lucaccioni)], τις σκέψεις 191, 194, 195 και 201 της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής και τη σκέψη 22 της αποφάσεως Lucaccioni. |
|
132 |
Η Επιτροπή συνάγει από τις παραπομπές αυτές το συμπέρασμα ότι η νομολογία έχει αναγνωρίσει δικαίωμα αποκαταστάσεως της ζημίας σε περίπτωση σωματικών βλαβών μόνον ως «συμπληρωματική» αποκατάσταση της μη περιουσιακής ζημίας, πέραν του ποσού που έχει ήδη καταβάλει η ΑΔΑ κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 73 του ΚΥΚ. |
|
133 |
Στη συνέχεια, κατά την άποψη της Επιτροπής, καθόσον τα αδέλφια του θανόντος υπαλλήλου δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των ρητώς οριζομένων στη διάταξη αυτή προσώπων και δεν μπορούν, συνεπώς, να ζητήσουν «συμπληρωματική» αποζημίωση, ως μη δικαιούμενα καν κύρια αποζημίωση, δεν έχουν καμία αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. |
|
134 |
Όσον αφορά, καταρχάς, την παραπομπή στις σκέψεις 33 και 34 της αποφάσεως κατόπιν επανεξετάσεως, η εν λόγω παραπομπή είναι αλυσιτελής. |
|
135 |
Συγκεκριμένα, οι σκέψεις αυτές αφορούν την rationae personae αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης να αποφαίνεται επί προσφυγών προσώπων τα οποία υπόκεινται στον ΚΥΚ. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο πατέρας και τα τέκνα του υπαλλήλου υπόκεινται στον ΚΥΚ. Εξ αυτού συνήγαγε την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Επρόκειτο, συνεπώς, για ζήτημα προσδιορισμού του αρμόδιου δικαστηρίου, και όχι για το επίμαχο εν προκειμένω ζήτημα ουσίας σχετικά με το πρόσωπο που μπορεί να λάβει χρηματική ικανοποίηση. Εξάλλου, στη σκέψη 35 της αποφάσεως κατόπιν επανεξετάσεως, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα ουσίας, το οποίο συνίσταται στο αν ο πατέρας και τα τέκνα του υπαλλήλου έχουν πράγματι δικαίωμα επί των παροχών τις οποίες εξασφαλίζει ο ΚΥΚ, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης. Σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να εξεταστεί το βάσιμο της προσφυγής πριν κριθεί το ζήτημα της αρμοδιότητας. Συνεπώς, δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη η παραπομπή της Επιτροπής στη σκέψη 34 της αποφάσεως κατόπιν επανεξετάσεως, προς στήριξη της θέσεώς της ότι το άρθρο 73 του ΚΥΚ περιορίζει τον αριθμό των προσώπων που έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως. |
|
136 |
Ομοίως δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι παραπομπές που περιλαμβάνονται στη σκέψη 131 παραπάνω, δεδομένου ότι καμία από τις αποφάσεις (στις υποθέσεις Leussink, Lucaccioni, Missir Mamachi), τις οποίες επικαλείται η Επιτροπή ως νομολογιακό προηγούμενο, δεν αφορούσε την περίπτωση αδελφών, ούτε καν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Οι παρατιθέμενες αποφάσεις αφορούν μόνον ανιόντες και κατιόντες. |
|
137 |
Η απόφαση κατόπιν αναπομπής (σκέψεις 131 έως 136) αναφέρει επί λέξει τα εξής σχετικά με τις αποφάσεις Leussink και Lucaccioni:
|
|
138 |
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι αντικείμενο των αποφάσεων Leussink και Lucaccioni δεν ήταν να κριθεί η τύχη που επιφυλάσσεται σε αίτημα υποβαλλόμενο από αδέλφια, περίπτωση η οποία δεν συνέτρεχε στις υποθέσεις εκείνες, αλλά να κριθεί μόνον η τύχη που επιφυλάσσεται σε αίτημα του υπαλλήλου και του/της συζύγου και των τέκνων του για αποκατάσταση ζημίας και η σχέση μεταξύ ενός τέτοιου αιτήματος και της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως την οποία εξασφαλίζει ήδη το άρθρο 73 του ΚΥΚ. Αυτό ακριβώς είναι το περιορισμένο πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να εννοηθεί και η αναφορά του Δικαστηρίου στη «συμπληρωματικότητα» του αιτήματος αποζημιώσεως σε σχέση με τις παροχές ασφαλίσεως του άρθρου 73 του ΚΥΚ. |
|
139 |
Επομένως, από τις ανωτέρω αποφάσεις δεν είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα αδέλφια δεν μπορούν βασίμως να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. Εξ ορισμού, καθόσον τα αδέλφια δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αναγραφόμενων με σειρά προτεραιότητας προσώπων του άρθρου 73 του ΚΥΚ και, επομένως, δεν μπορούν να λάβουν καμία παροχή βάσει της διατάξεως αυτής, το αίτημα αποζημιώσεως που υποβάλλουν δεν μπορεί να είναι συμπληρωματικό, αλλά αυτοτελές. Οι εν λόγω αποφάσεις δεν αποφάνθηκαν σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής τέτοιου αιτήματος, το οποίο δεν αποτελούσε αντικείμενο των υποθέσεων αυτών. |
|
140 |
Το να θεωρηθεί, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι τα θεσμικά όργανα, θεσπίζοντας τον κατάλογο των αναγραφόμενων με σειρά προτεραιότητας προσώπων που μπορούν να λάβουν ασφαλιστικές παροχές στην περίπτωση θανάτου υπαλλήλου λόγω ατυχήματος, είχαν την πρόθεση να οριοθετήσουν τον κύκλο των προσώπων έναντι των οποίων εκτιμούσαν ότι θα όφειλαν, ενδεχομένως, να καταβάλουν οικονομικές παροχές σε περίπτωση ευθύνης τους λόγω πταίσματος, είναι μια ερμηνεία η οποία δεν μπορεί να συναχθεί, ως έχει, από τις αποφάσεις Leussink και Lucaccioni. |
|
141 |
Στη συνέχεια εξετάζονται οι σκέψεις 157 και 158 της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής, στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει επί λέξει τα εξής:
|
|
142 |
Στην υπόθεση αυτή επίσης, ο δικαστής της Ένωσης είχε να εξετάσει συγκεκριμένα μόνον την περίπτωση του πατέρα και των τέκνων του υπαλλήλου. Παραπέμποντας δε στη νομολογία Leussink και Lucaccioni, υπενθύμισε τη δυνατότητα συμπληρωματικής αποζημιώσεως σε περίπτωση ευθύνης της διοικήσεως και εφόσον οι ασφαλιστικές παροχές δεν επαρκούν για να εξασφαλίσουν την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν τα πρόσωπα αυτά. Τα «μέλη της οικογένειας» στην περίπτωση αυτή ήταν πρόσωπα τα οποία «υπόκεινται στο άρθρο 73 του [ΚΥΚ]». Η απόφαση κατ’ αναίρεση δεν περιέχει καμία σκέψη σχετικά με μέλη της οικογένειας τα οποία δεν καλύπτονται από το άρθρο 73 του ΚΥΚ, ζήτημα το οποίο δεν ετέθη ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, και δεν μπορεί, συνεπώς, να μεταβάλει τη διαπίστωση που διαλαμβάνεται στη σκέψη 140 παραπάνω. |
|
143 |
Όσον αφορά τη σκέψη 194 της αποφάσεως κατ’ αναίρεση, ως προς την οποία η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε με αυτή ρητά την ύπαρξη γενικής αρχής η οποία προβλέπει τη δυνατότητα αποκαταστάσεως μη περιουσιακής ζημίας, όταν η ζημία αυτή δεν καλύπτεται εν όλω ή εν μέρει από καθεστώς το οποίο εγγυάται την αυτόματη καταβολή παροχών, επισημαίνεται ότι η σκέψη αυτή δεν ορίζει τη λύση που εφαρμόζεται στην περίπτωση προσώπου το οποίο δεν υπόκειται στον ΚΥΚ, όπως εν προκειμένω τα αδέλφια. Συγκεκριμένα, η σκέψη αυτή αναφέρει απλώς ότι «από τα δίκαια των κρατών μελών απορρέει μια κοινή γενική αρχή κατά την οποία, σε περιστάσεις παρεμφερείς με αυτές της [υποθέσεως T-401/11 P RENV RX], η ύπαρξη καθεστώτος που εγγυάται την αυτόματη καταβολή παροχών στους έλκοντες δικαιώματα από θανόντα υπάλληλο δεν κωλύει τα πρόσωπα αυτά, εάν φρονούν ότι οι επαχθείσες ζημίες δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται πλήρως από το εν λόγω καθεστώς, να λάβουν και χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη την οποία υπέστησαν προσφεύγοντας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων». |
|
144 |
Όσον αφορά τη σκέψη 195 της αποφάσεως κατ’ αναίρεση, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο αναφέρει ότι από τα δίκαια των κρατών μελών απορρέει κοινή γενική αρχή η οποία αποκλείει τη διπλή αποζημίωση της μη περιουσιακής ζημίας, επισημαίνεται ότι, όπως υποστηρίζουν και οι ενάγοντες, εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα διπλής αποζημιώσεως της ίδιας ζημίας, διότι η ψυχική οδύνη που προβάλλουν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir είναι αυτοτελής ζημία εκάστου εξ αυτών και δεν αποτελεί αντικείμενο των παροχών που προβλέπονται από το άρθρο 73 του ΚΥΚ. |
|
145 |
Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 73 του ΚΥΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, δεν επιτρέπει την επιδίκαση, στα αδέλφια υπαλλήλου ο οποίος απεβίωσε λόγω πταίσματος της Ένωσης, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατό του, όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση. |
|
146 |
Δεδομένου ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί έως τώρα στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, πρέπει να σημειωθεί ότι από τα δίκαια των κρατών μελών απορρέει μια κοινή γενική αρχή βάσει της οποίας, υπό περιστάσεις παρεμφερείς με τις συντρέχουσες εν προκειμένω, ο εθνικός δικαστής αναγνωρίζει το δικαίωμα των αδελφών θανόντος εργαζομένου να ζητήσουν, όταν συντρέχει περίπτωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξαιτίας του θανάτου του. |
|
147 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν συνάγεται μόνον ότι είναι εσφαλμένο το συμπέρασμα της Επιτροπής κατά το οποίο το άρθρο 73 του ΚΥΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, δεν επιτρέπει την επιδίκαση στα αδέλφια θανόντος υπαλλήλου, όταν συντρέχει περίπτωση, χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατό του, αλλά και ότι από τις κοινές γενικές αρχές που απορρέουν από τα δίκαια των κρατών μελών προκύπτει ότι τα αδέλφια του προσώπου του οποίου ο θάνατος οφείλεται σε πταίσμα τρίτου μπορούν, ενδεχομένως, να λάβουν από τον τρίτο χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης. |
|
148 |
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις επιδικάσεως της εν λόγω χρηματικής ικανοποιήσεως, οι ενάγοντες υποστηρίζουν, κατ’ ουσίαν, ότι οι διαπιστώσεις του Γενικού Δικαστηρίου στην απόφαση κατ’ αναίρεση όσον αφορά το πταίσμα, την αιτιώδη συνάφεια και τη μη περιουσιακή ζημία, ισχύουν και για τις αξιώσεις του αδελφού και της αδελφής του θανόντος υπαλλήλου και ότι ουδόλως συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση διπλής αποζημιώσεως. |
|
149 |
Η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση των εναγόντων. Όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παραβάσεως της υποχρεώσεως προστασίας του υπαλλήλου και της ζημίας, υποστηρίζει ότι θα έπρεπε, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τα αδέλφια δεν βρίσκονται στην ίδια θέση έναντι του θανόντος με τους ανιόντες και τους κατιόντες, να προτιμηθεί η θεωρία της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας έναντι της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων. Οι ενάγοντες όμως δεν απέδειξαν την ύπαρξη πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας. |
|
150 |
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη κι αν εφαρμοζόταν η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων, γεγονός παραμένει ότι υπάρχει σημαντική «απόσταση» μεταξύ της φερόμενης ψυχικής οδύνης και του διαπραχθέντος πταίσματος, πράγμα που κατά την Επιτροπή αποκλείει οποιαδήποτε αποζημίωση. Πρόκειται για έμμεση ζημία, η οποία δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Επιτροπή ως ευθεία και άμεση συνέπεια της παραβάσεως της συγκεκριμένης υποχρεώσεως προστασίας του υπαλλήλου. |
|
151 |
Εξάλλου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει στα δίκαια των κρατών μελών κοινή γενική αρχή η οποία τεκμαίρει τη ψυχική οδύνη σε περίπτωση θανάτου αδελφού ή αδελφής. |
|
152 |
Οι ενάγοντες αντικρούουν τη θέση της Επιτροπής, παρατηρώντας ότι η σχέση μεταξύ των θεωριών της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας και του ισοδυνάμου των όρων ήταν κρίσιμη μόνο για να αποδειχθεί η ευθύνη της Επιτροπής για τον θάνατο του Alessandro Missir, ευθύνη η οποία πλέον δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, και όχι για να αποδειχθεί η ύπαρξη συνδέσμου μεταξύ του θανάτου και της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το γεγονός αυτό οι οικείοι του θανόντος υπαλλήλου, η οποία ψυχική οδύνη πρέπει να θεωρείται αυταπόδεικτη (in re ipsa). |
|
153 |
Πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εξέταση του σκεπτικού του δικαστή της Ένωσης στην πρωτόδικη απόφαση και στην απόφαση κατ’ αναίρεση επιβεβαιώνει, κατ’ ουσίαν, τη θέση των εναγόντων. |
|
154 |
Υπενθυμίζεται ότι, στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η Επιτροπή, παραλείποντας υπαιτίως να τηρήσει την υποχρέωση προστασίας του Alessandro Missir, βαρύνεται με πταίσμα ικανό να θεμελιώσει την ευθύνη της (πρωτόδικη απόφαση, σκέψη 176, και απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψη 9). |
|
155 |
Όσον αφορά την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πταίσματος αυτού και της δολοφονίας του υπαλλήλου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης την έκρινε αποδεδειγμένη (πρωτόδικη απόφαση, σκέψεις 182 έως 190). Η Επιτροπή δεν άσκησε αναίρεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφαση κατ’ αναίρεση (σκέψη 63, έκτη περίοδος), επισήμανε επίσης ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητούσε την εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ως προς το ζήτημα αυτό. |
|
156 |
Όπως ορθώς επισημαίνουν οι ενάγοντες, η συζήτηση όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των θεωριών του ισοδυνάμου των όρων και της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας (πρωτόδικη απόφαση, σκέψεις 178 έως 190, και απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψη 63, τρίτη περίοδος, και σκέψεις 64 έως 95) διεξήχθη με αποκλειστικό σκοπό να καθοριστεί εάν η Επιτροπή, η οποία προφανώς δεν ήταν ο δράστης της δολοφονίας, μπορούσε εντούτοις να θεωρηθεί υπεύθυνη, με άλλα λόγια εάν το πταίσμα της Επιτροπής μπορούσε να θεωρηθεί ότι προκάλεσε τον θάνατο του Alessandro Missir. Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, η Επιτροπή δεν θα έφερε καμία ευθύνη. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, όπως δέχθηκε ο δικαστής της Ένωσης, θα ευθυνόταν, τουλάχιστον εν μέρει, για τον θάνατο αυτό. |
|
157 |
Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, μετά τη διαπίστωση της εν λόγω αιτιώδους συνάφειας, βάσει της θεωρίας του ισοδυνάμου των όρων και χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, όπως ρητώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο στις σκέψεις 79 και 80 της αποφάσεως κατ’ αναίρεση, αποφάνθηκε ότι απέμενε να προσδιορισθεί το μερίδιο ευθύνης του δολοφόνου στην επέλευση των ζημιών (πρωτόδικη απόφαση, σκέψη 191, και απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψη 9). |
|
158 |
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι πρέπει να καταλογιστεί στην Επιτροπή ευθύνη για τις προκληθείσες ζημίες σε ποσοστό 40 % (πρωτόδικη απόφαση, σκέψη 197, και απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψη 10). |
|
159 |
Η λύση αυτή της κατανομής της ευθύνης, στην οποία αντιτάχθηκαν οι ενάγοντες ζητώντας να κριθεί ότι η Επιτροπή ευθύνεται εις ολόκληρον με τον δολοφόνο, απορρίφθηκε από το Γενικό Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε την αίτηση αναιρέσεως ως προς το σημείο αυτό και αναγνώρισε την εις ολόκληρον ευθύνη της Επιτροπής (δηλαδή για το 100 % της ζημίας) (απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψεις 96 έως 119). |
|
160 |
Το Γενικό Δικαστήριο αναγνώρισε αυτή την εις ολόκληρον ευθύνη της Επιτροπής βάσει γενικής αρχής η οποία είναι κοινή στα κράτη μέλη και βάσει της οποίας, σε περιστάσεις παρεμφερείς με αυτές της υπό κρίση υποθέσεως, ο εθνικός δικαστής αναγνωρίζει την ευθύνη εις ολόκληρον των συναυτουργών στην πρόκληση της ίδιας ζημίας, εκτιμώντας ότι είναι δίκαιο να μην υποχρεούται ο ζημιωθείς, αφενός, να καθορίσει το ποσοστό της ζημίας βάσει του οποίου ευθύνεται έκαστος των συναυτουργών και, αφετέρου, να φέρει τον κίνδυνο της αφερεγγυότητας εκείνου κατά του οποίου στρέφεται (απόφαση κατ’ αναίρεση, σκέψη 118). |
|
161 |
Επισημαίνεται, πρώτον, ότι δεν αμφισβητείται η ευθύνη της Επιτροπής για τη δολοφονία, όπως κρίθηκε σε προγενέστερη απόφαση που έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. σκέψη 155 παραπάνω) και, δεύτερον, ότι δεν αμφισβητείται ούτε μπορεί εύλογα να αμφισβητηθεί, η αρχή της εις ολόκληρον ευθύνης της Επιτροπής για τις ζημίες που προκλήθηκαν από τη δολοφονία αυτή. |
|
162 |
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αντίρρηση της Επιτροπής [παραλειπόμενα] ότι η πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια πρέπει να προκριθεί έναντι της ισοδυναμίας των όρων, διότι η αμετάκλητη κρίση του δικαστή της Ένωσης περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πταίσματος της Επιτροπής και της δολοφονίας του Alessandro Missir ισχύει απολύτως και για την υπό κρίση υπόθεση. |
|
163 |
Μετά την ως άνω αμετάκλητη κρίση, το μόνο στοιχείο που διαφοροποιεί την υπό κρίση υπόθεση από την υπόθεση F-50/09 προέρχεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες δεν είναι τα τέκνα ή οι γονείς του θανόντος υπαλλήλου, αλλά τα αδέλφια του. |
|
164 |
Έχει κριθεί ότι το άρθρο 73 του ΚΥΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία, δεν συνιστά ουσιαστικό περιορισμό ο οποίος αποκλείει τη δυνατότητα των αδελφών να λαμβάνουν αποζημίωση (βλ. σκέψη 145 ανωτέρω) και ότι, ενώ το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί στο πλαίσιο του δικαίου της Ένωσης, από γενικές αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη μέλη απορρέει το δικαίωμα των αδελφών να ζητούν, όταν συντρέχει περίπτωση, χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για την απώλεια του αδελφού τους (βλ. σκέψη 146 ανωτέρω). |
|
165 |
Για τους ίδιους λόγους πρέπει να απορριφθούν τα επιχειρήματα της Επιτροπής [παραλειπόμενα] ότι η ψυχική οδύνη των αδελφών συνιστά απώτερη ζημία ή απλώς και μόνο δυσμενή συνέπεια μη δυνάμενη να αποζημιωθεί. Το γεγονός ότι η ψυχική οδύνη των αδελφών συνιστά, όπως άλλωστε και η ψυχική οδύνη των γονέων και των αδελφών του θανόντος, δευτερεύουσα ή έμμεση μη περιουσιακή ζημία, σε σύγκριση με την άμεση ζημία που υπέστη ο θανών υπάλληλος, δηλαδή την απώλεια της ζωής του, ουδόλως αναιρεί το γεγονός ότι η εν λόγω μη περιουσιακή ζημία είναι επανορθώσιμη σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στα κράτη μέλη. |
|
166 |
Όσον αφορά τις εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς το πεδίο εφαρμογής της σκέψεως 198 της αποφάσεως κατόπιν αναπομπής [παραλειπόμενα], οι εκτιμήσεις αυτές ουδόλως κλονίζουν την προηγούμενη διαπίστωση, καθόσον, όπως επισημάνθηκε, το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε στην απόφαση κατ’ αναίρεση το ζήτημα της χρηματικής ικανοποιήσεως των αδελφών λόγω ψυχικής οδύνης. |
|
167 |
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της Επιτροπής σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η ύπαρξη γενικής αρχής, αναγνωριζόμενης από τα κράτη μέλη, που καθιερώνει τεκμήριο ψυχικής οδύνης σε περίπτωση θανάτου αδελφού ή αδελφής, [παραλειπόμενα], αρκεί να επισημανθεί ότι οι ενάγοντες δεν υποστήριξαν απλώς ότι υφίσταται τεκμήριο ψυχικής οδύνης των αδελφών, αλλά προέβαλαν περαιτέρω συγκεκριμένους ισχυρισμούς για να αποδείξουν το υποστατό και την ένταση της ψυχικής οδύνης του αδελφού και της αδελφής του Alessandro Missir. |
|
168 |
Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες επισήμαναν τις ιδιαίτερα δραματικές περιστάσεις του θανάτου του Alessandro Missir και τις μεγάλες ανησυχίες της οικογένειας για το μέλλον των τέκνων (σελίδα 7, τελευταίο εδάφιο, της αιτήσεως της 17ης Σεπτεμβρίου 2011, και σελίδα 9, δεύτερο εδάφιο, της προγενέστερης διοικητικής ενστάσεως), και προέβαλαν, στο πλαίσιο αυτό, «την άδικη οδύνη και τον πόνο που τους προκάλεσε η απώλεια του αδελφού τους υπό τόσο τραγικές και φρικτές συνθήκες», παραπέμποντας στις πρωτοφανείς περιστάσεις της κρινόμενης περιπτώσεως και στον ιδιαιτέρως τρομακτικό και τραγικό χαρακτήρα της υποθέσεως. |
|
169 |
Πέραν των προεκτεθέντων που είναι όντως ικανά να προκάλεσαν ψυχικό πόνο ασυνήθους εντάσεως στον αδελφό και στην αδελφή του θανόντος υπαλλήλου, οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταξύ του υπαλλήλου αυτού και του αδελφού και της αδελφής του υπερέβαιναν τους συνήθεις συναισθηματικούς δεσμούς που συνδέουν ενήλικα αδέλφια τα οποία διάγουν χωριστούς βίους. |
|
170 |
Όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισαν οι ενάγοντες κατά το στάδιο καταθέσεως του υπομνήματος απαντήσεως, σχετικά με την ψυχολογική και ψυχιατρική αγωγή που ακολούθησαν ο αδελφός και η αδελφή του Alessandro Missir, τα στοιχεία αυτά πρέπει να απορριφθούν ως εκπρόθεσμα δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. |
|
171 |
Όσον αφορά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, υπενθυμίζεται ότι εναπόκειται στον δικαστή της Ένωσης να καθορίσει το ποσό αυτό κατά δίκαιη και εύλογη κρίση (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980, Oberthür κατά Επιτροπής, 24/79, EU:C:1980:145, σκέψη 15), εκθέτοντας τα ληφθέντα προς τούτο υπόψη κριτήρια (πρβλ. αποφάσεις της 14ης Μαΐου 1998, Συμβούλιο κατά de Nil και Impens, C-259/96 P, EU:C:1998:224, σκέψεις 32 και 33, απόφαση Lucaccioni, σκέψη 35, και απόφαση της 6ης Ιουνίου 2006, Girardot κατά Επιτροπής, T-10/02, EU:T:2006:148, σκέψη 51). |
|
172 |
Λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως και, ειδικότερα, των ιδιαιτέρως δραματικών συνθηκών του θανάτου του Alessandro Missir, που περιγράφονται στη σκέψη 2 της αποφάσεως κατ’ αναίρεση, των στοιχείων που μνημονεύονται στη σκέψη 168 ανωτέρω, της αναμφισβήτητης υπάρξεως των συνήθως υφιστάμενων δεσμών μεταξύ ενήλικων αδελφών που διάγουν χωριστούς βίους, και υπό το πρίσμα των αρχών που διαλαμβάνονται στις σκέψεις 146, 147 και 164 ανωτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί η Επιτροπή να καταβάλει εις ολόκληρον στον αδελφό και στην αδελφή του Alessandro Missir, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατό του, το υπολογιζόμενο κατά δίκαιη και εύλογη κρίση ποσό των 10000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών. [παραλειπόμενα] |
Συμπέρασμα
|
181 |
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει εις ολόκληρον, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης προκληθείσας από τον θάνατο του Alessandro Missir, το ποσό των 50000 ευρώ στη μητέρα του θανόντος υπαλλήλου Α. Sintobin και το ποσό των 10000 ευρώ σε έκαστο εκ των δύο αδελφών του θανόντος υπαλλήλου Stefano Missir και Maria Letizia Missir, νομιμοτόκως, και να απορρίψει την αγωγή κατά τα λοιπά. |
Επί των δικαστικών εξόδων
[παραλειπόμενα]
|
Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
|
|
|
|
Collins Barents Passer Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Νοεμβρίου 2019. (υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
( 1 ) Ο κατάλογος των λοιπών εναγόντων επισυνάπτεται μόνο στο κείμενο που επιδόθηκε στους διαδίκους.
( 2 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.