Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62015CC0689

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet της 1ης Δεκεμβρίου 2016.
W. F. Gözze Frottierweberei GmbH και Wolfgang Gözze κατά Verein Bremer Baumwollbörse.
Αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή – Διανοητική ιδιοκτησία – Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 – Άρθρα 9 και 15 – Κατάθεση του σημείου άνθος βάμβακος από σωματείο – Καταχώριση ως ατομικού σήματος – Παραχώρηση αδειών χρήσεως του σήματος αυτού στους κατασκευαστές προϊόντων κλωστοϋφαντουργίας από βαμβάκι οι οποίοι είναι μέλη του σωματείου – Αίτηση κηρύξεως ακυρότητας ή εκπτώσεως – Έννοια της “ουσιαστικής χρήσης” – Βασική λειτουργία δηλωτική της προελεύσεως.
Υπόθεση C-689/15.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2016:916

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 1ης Δεκεμβρίου 2016 ( 1 )

Υπόθεση C‑689/15

W. F. Gözze Frottierweberei GmbH,

Wolfgang Gözze

κατά

Verein Bremer Baumwollbörse

[αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείου Ντύσελντορφ, Γερμανία)για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Προδικαστική παραπομπή — Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Κανονισμός (ΕΚ) 207/2009 — Άρθρο 9 — Άρθρο 15 — Ουσιαστική χρήση — Χρήση σήματος ως σήματος ποιότητας — Μη πραγματοποίηση τακτικών ποιοτικών ελέγχων στους κατόχους αδείας χρήσεως — Έκπτωση του δικαιούχου του σήματος από τα δικαιώματά του — Σήμα πιστοποιήσεως»

I – Εισαγωγή

1.

Με την υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείο Ντύσελντορφ, Γερμανία) καλεί το Δικαστήριο να ερμηνεύσει, αφενός, τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1), και, αφετέρου, το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, και το άρθρο 73, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού.

2.

Στο πλαίσιο της απαντήσεώς του στο αιτούν δικαστήριο, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του αν ένα σήμα ποιότητας –δηλαδή σημείο το οποίο έχει ως σκοπό να παράσχει εγγύηση όσον αφορά το υλικό που χρησιμοποιείται στο προϊόντα επί των οποίων τίθεται, την ποιότητα ή τη διαδικασία κατασκευής τους – είναι ικανό να αποτελέσει ατομικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

II – Το νομικό πλαίσιο

3.

Ο κανονισμός 207/2009 κωδικοποίησε τον κανονισμό (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1). Όπως έχει επισημάνει το Δικαστήριο, η πραγματοποιηθείσα ερμηνεία των κανόνων του κανονισμού 40/94 μπορεί να ισχύσει και για τον κανονισμό 207/2009, εφόσον οι σχετικές διατάξεις δεν έχουν υποστεί ουσιώδη μεταβολή όσον αφορά το γράμμα, την αλληλουχία ή τον στόχο τους, στο πλαίσιο της εκδόσεως του κανονισμού 207/2009 ( 2 ). Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης.

4.

Ο κανονισμός 207/2009 τροποποιήθηκε επίσης προσφάτως από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/2424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 για το κοινοτικό σήμα και του κανονισμού (ΕΚ) 2868/95 της Επιτροπής περί της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 2869/95 της Επιτροπής σχετικά με τα πληρωτέα προς το Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς τέλη (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΕΕ 2015, L 341, σ. 21).

5.

Λαμβανομένου πάντως υπόψη του χρόνου των πραγματικών περιστατικών στην υπόθεση της κύριας δίκης, η υπό κρίση αίτηση προδικαστικής αποφάσεως πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα του κανονισμού 207/2009 όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτή.

Α‐ Ο κανονισμός 207/2009

6.

Το άρθρο 4 του κανονισμού 207/2009 έχει ως εξής:

«Μπορεί να αποτελέσει [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] οποιοδήποτε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης, ιδίως λέξεις, συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων των προσώπων, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, το σχήμα προϊόντος ή της συσκευασίας του, υπό την προϋπόθεση ότι τα σημεία αυτά είναι ικανά, από τη φύση τους, να διακρίνουν τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες άλλων επιχειρήσεων».

7.

Το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«Δεν γίνονται δεκτά για καταχώριση:

[…]

γ)

τα σήματα που αποτελούνται αποκλειστικά από σημεία ή ενδείξεις που μπορούν να χρησιμεύσουν, στο εμπόριο, προς δήλωση του είδους, της ποιότητας, της ποσότητας, του προορισμού, της αξίας, της γεωγραφικής προέλευσης ή του χρόνου παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας ή άλλων χαρακτηριστικών του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

[…]

ζ)

τα σήματα που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν το κοινό, για παράδειγμα ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση του προϊόντος ή της υπηρεσίας·

[…]».

8.

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής:

«Το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:

α)

κάθε σημείο που ταυτίζεται με το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί·

β)

κάθε σημείο για το οποίο, λόγω του ταυτοσήμου ή της ομοιότητάς του με το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και του ταυτοσήμου ή της ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών [που] καλύπτονται από το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από μέρους του κοινού· ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβάνει και τον κίνδυνο συσχέτισης μεταξύ σημείου και σήματος·

[…]».

9.

Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 προβλέπει τα ακόλουθα:

«Εάν, εντός προθεσμίας πέντε ετών από την καταχώριση, ο δικαιούχος δεν έχει κάνει ουσιαστική χρήση του [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης] μέσα στην [Ένωση] για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες αυτό έχει καταχωρισθεί, ή εάν έχει αναστείλει τη χρήση του επί μια συνεχή πενταετία, το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] υπόκειται στις κυρώσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός εάν υπάρχει εύλογος αιτία για τη μη χρήση.

Κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, ως χρήση θεωρείται επίσης:

α)

η χρήση του [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης] υπό μορφή που διαφέρει ως προς στοιχεία τα οποία όμως δεν μεταβάλλουν το διακριτικό χαρακτήρα του σήματος στην καταχωρισμένη του μορφή·

β)

η επίθεση του [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης] σε προϊόντα ή στη συσκευασία τους στην [Ένωση], με προορισμό αποκλειστικά την εξαγωγή».

10.

Το άρθρο 51, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής:

«Ο δικαιούχος του κοινοτικού σήματος κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από ανταγωγή στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α)

εάν, επί διάστημα πέντε συνεχών ετών, δεν έχει γίνει ουσιαστική χρήση του σήματος στην [Ένωση] για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί και δεν υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση […]·

β)

εάν το σήμα, συνεπεία ενεργειών ή αδράνειας του δικαιούχου, έχει καταστεί συνήθης εμπορική ονομασία προϊόντος ή υπηρεσίας για την οποία έχει καταχωρισθεί·

γ)

εάν το σήμα, λόγω της χρήσης που γίνεται από τον δικαιούχο, ή με τη συγκατάθεσή του, για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί, ενδέχεται να παραπλανήσει το κοινό, ιδίως ως προς τη φύση, την ποιότητα ή τη γεωγραφική προέλευση των προϊόντων ή υπηρεσιών αυτών.»

11.

Το άρθρο 52, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 έχει ως εξής:

«Ένα [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] κηρύσσεται άκυρο, μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή μετά από άσκηση ανταγωγής στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση:

α)

εάν το [σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης] δεν καταχωρίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7·

[…]».

12.

Το άρθρο 73 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

«Εκτός από τους λόγους έκπτωσης που προβλέπονται στο άρθρο 51, ο δικαιούχος συλλογικού [σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης] κηρύσσεται έκπτωτος των δικαιωμάτων του μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο Γραφείο ή κατόπιν ανταγωγής που ασκείται στα πλαίσια αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, εάν:

α)

ο δικαιούχος δεν λαμβάνει εύλογα μέτρα για να αποτρέψει χρήση του σήματος η οποία δεν συμβιβάζεται με τους όρους χρήσης που προβλέπει ο κανονισμός χρήσης, η τροποποίηση του οποίου έχει, ενδεχομένως, σημειωθεί στο μητρώο·

[…]

γ)

η τροποποίηση του κανονισμού χρήσης σημειώθηκε στο μητρώο αντίθετα προς [τις διατάξεις του άρθρου] 71, παράγραφος 2, εκτός αν ο δικαιούχος του σήματος, μετά από νέα τροποποίηση του κανονισμού χρήσης, συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των διατάξεων αυτών.»

Β‐ Ο κανονισμός 2015/2424

13.

Στην αιτιολογική σκέψη 27 του κανονισμού 2015/2424 αναφέρονται τα εξής:

«Ως συμπλήρωμα των υφιστάμενων διατάξεων για τα κοινοτικά συλλογικά σήματα και για να αποκατασταθεί η σημερινή ανισορροπία μεταξύ των εθνικών συστημάτων και του συστήματος σημάτων της ΕΕ, [κατέστη] αναγκαία η προσθήκη σειράς ειδικών διατάξεων για την παροχή προστασίας στα σήματα πιστοποίησης της ΕΕ (“σήματα πιστοποίησης της ΕΕ”), με τα οποία το ίδρυμα ή ο οργανισμός πιστοποίησης μπορεί να επιτρέπει στους συμμετέχοντες στο σύστημα πιστοποίησης να χρησιμοποιούν το σήμα ως σημείο για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που πληρούν τις απαιτήσεις πιστοποίησης.»

14.

Προς τον σκοπό αυτόν, ο κανονισμός 2015/2424 εισήγαγε στον κανονισμό 207/2009 το άρθρο 74α, το οποίο έχει ως εξής:

«1.   Σήμα πιστοποίησης της ΕΕ είναι το σήμα της ΕΕ που προσδιορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο κατά την κατάθεση της αίτησης του σήματος και είναι ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που πιστοποιούνται από τον δικαιούχο του σήματος όσον αφορά το υλικό, τον τρόπο παρασκευής των προϊόντων ή παροχής των υπηρεσιών, την ποιότητα, την ακρίβεια ή άλλα χαρακτηριστικά, εξαιρέσει της γεωγραφικής προέλευσης, από προϊόντα και υπηρεσίες που δεν έχουν την ανωτέρω πιστοποίηση.

2.   Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των οργανισμών, αρχών και φορέων δημοσίου δικαίου, μπορεί να υποβάλει αίτηση για σήματα πιστοποίησης της ΕΕ υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα που περιλαμβάνει την παροχή του είδους των προϊόντων ή υπηρεσιών που πιστοποιούνται.

[…]»

15.

Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού 2015/2424, το άρθρο 74α του κανονισμού 207/2009 εφαρμόζεται από 1ης Οκτωβρίου 2017.

III – Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης

16.

Η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε μεταξύ της W. F. Gözze Frottierweberei GmbH (στο εξής: Gözze) και του διαχειριστή της, Wolfgang Gözze (στο εξής: W. Gözze), αφενός, και του σωματείου Verein Bremer Baumwollbörse (στο εξής: VBB).

17.

Το VBB είναι σωματείο για την προάσπιση των συμφερόντων των επιχειρήσεων του κλάδου της κλωστοϋφαντουργίας βάμβακος. Είναι δικαιούχος του εξής εικονιστικού σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: σήμα «άνθος βάμβακος»):

Image

18.

Το σήμα «άνθος βάμβακος» κατατέθηκε σε ασπρόμαυρη μορφή και καταχωρίστηκε στις 22 Μαΐου 2008, μεταξύ άλλων και για υφάσματα.

19.

Το VBB συνάπτει συμβάσεις παραχωρήσεως άδειας χρήσεως του σήματος «άνθος βάμβακος» με επιχειρήσεις του κλάδου της κλωστοϋφαντουργίας. Οι επιχειρήσεις αυτές αναλαμβάνουν την υποχρέωση να χρησιμοποιούν το σήμα αυτό μόνο για προϊόντα καλής ποιότητας από ίνες βάμβακος. Το VBB μπορεί να ελέγχει τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αυτή.

20.

Η Gözze ασκεί τις δραστηριότητές της στον τομέα της κλωστοϋφαντουργίας και διαθέτει στο εμπόριο, μεταξύ άλλων, πετσέτες, στις οποίες συρράφει ετικέτες των οποίων το οπίσθιο τμήμα, τυπωμένο συνήθως σε πράσινο και λευκό χρώμα, απεικονίζεται κατωτέρω:

Image

21.

Η Gözze δεν περιλαμβάνεται στους κατόχους άδειας του VBB. Το εν λόγω σωματείο δεν έχει συναινέσει σε οποιαδήποτε χρήση εκ μέρους της Gözze σήματος πανομοιότυπου ή παρόμοιου με το σήμα «άνθος βάμβακος». Ως εκ τούτου, το VBB άσκησε κατά της Gözze αγωγή για παραποίηση/απομίμηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείου Ντύσελντορφ, Γερμανία).

22.

Η Gözze άσκησε ανταγωγή με αίτημα να κηρυχθεί η ακυρότητα του σήματος «άνθος βάμβακος» ή, επικουρικώς, η έκπτωση του δικαιούχου από τα δικαιώματά του επ’ αυτού. Κατά την άποψή της, το εικονιστικό σημείο «άνθος βάμβακος» είναι καθαρά περιγραφικό και κατά συνέπεια στερείται διακριτικού χαρακτήρα. Το σημείο αυτό δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως ένδειξη προελεύσεως, οπότε δεν έπρεπε να είχε καταχωριστεί ως σήμα.

23.

Το Landgericht Düsseldorf (πρωτοδικείο Ντύσελντορφ) δέχθηκε την αγωγή του VBB και απέρριψε την ανταγωγή της Gözze, η οποία, ως εκ τούτου, άσκησε έφεση ενώπιον του Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείου Ντύσελντορφ).

24.

Το τελευταίο αυτό δικαστήριο κρίνει ότι το κοινό κατανοεί ότι το σημείο «άνθος βάμβακος» επιτελεί λειτουργία διαφορετική από την απλή ένδειξη της χρήσεως βάμβακος για την κατασκευή του προϊόντος. Εκτιμά επίσης ότι, λόγω του μεγάλου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του σημείου «άνθος βάμβακος» που χρησιμοποιεί η Gözze και του σήματος «άνθος βάμβακος» του VBB, υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως. Διαπιστώνει, δε, συναφώς ότι το εν λόγω σημείο διακρίνεται από το εν λόγω σήμα μόνον από το χρώμα του.

25.

Ωστόσο, κατά το ίδιο δικαστήριο, από τα παραπάνω δεν συνάγεται κατ’ ανάγκην ότι η αγωγή για παραποίηση/απομίμηση πρέπει να γίνει δεκτή. Ειδικότερα, το κοινό βλέπει πρωτίστως στο σημείο «άνθος βάμβακος» μια ένδειξη που αφορά την ποιότητα του προϊόντος. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, μπορεί να θεωρηθεί ότι η χρήση του σημείου και του σήματος «άνθος βάμβακος» δεν μεταφέρει κανένα μήνυμα όσον αφορά την προέλευση του προϊόντος. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το VBB πρέπει να εκπέσει των δικαιωμάτων του επί του σήματος και ότι η Gözze δεν διέπραξε παραποίηση ή απομίμηση.

26.

Το αιτούν δικαστήριο προσθέτει πάντως ότι η χρήση ατομικού σήματος ως σήματος ποιότητας θα μπορούσε, όπως και η χρήση συλλογικού σήματος, να θεωρηθεί χρήση σήματος, εφόσον το κοινό συνδέει το σήμα αυτό με την προσδοκία της διενέργειας ποιοτικών ελέγχων εκ μέρους του δικαιούχου.

27.

Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, το κοινό βλέπει στη χρήση του σήματος αυτού την ένδειξη προϊόντος το οποίο κατασκευάζεται υπό τον έλεγχο του δικαιούχου. Το σήμα επιτελεί, έτσι, τη βασική του λειτουργία, η οποία συνίσταται στην ένδειξη ότι το προϊόν προέρχεται από επιχείρηση που υπόκειται σε ποιοτικό έλεγχο.

28.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το αιτούν δικαστήριο εκτιμά ότι θα μπορούσε να εφαρμοστεί αναλογικώς το σχετικό με τα συλλογικά σήματα άρθρο 73 του κανονισμού 207/2009, δυνάμει του οποίου ο δικαιούχος πρέπει να κηρυχθεί έκπτωτος των δικαιωμάτων του επί του σήματος αν δεν λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να εμποδίσει χρήση του σήματος η οποία δεν συμβιβάζεται με τους όρους χρήσεως που προβλέπει ο κανονισμός χρήσεως.

29.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το αιτούν δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

IV – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

30.

Με απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 2015, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 21 Δεκεμβρίου 2015, το Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείο Ντύσελντορφ) αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ:

«1)

Μπορεί η χρήση ατομικού σήματος ως σήματος ποιότητας να αποτελεί χρήση του ως σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, και του άρθρου 15, παράγραφος 1, του [κανονισμού 207/2009], όσον αφορά τα προϊόντα για τα οποία χρησιμοποιείται;

2)

Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα: Πρέπει ένα τέτοιο σήμα να κηρυχθεί άκυρο, βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του [κανονισμού 207/2009] ή ο δικαιούχος του να κηρυχθεί έκπτωτος των δικαιωμάτων του, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 73, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού, σε περίπτωση που ο εν λόγω δικαιούχος του σήματος δεν διασφαλίζει την τήρηση των, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, προσδοκώμενων σε σχέση με το εν λόγω σημείο προδιαγραφών ποιότητας μέσω της διεξαγωγής τακτικών ποιοτικών ελέγχων στους κατόχους αδείας χρήσεως του σήματός του;»

31.

Η Gözze, ο W. Gözze, το VBB, η Γερμανική Κυβέρνηση και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις. Επιπλέον, όλα τα μέρη εξέθεσαν τις απόψεις τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 19ης Οκτωβρίου 2016.

V – Ανάλυση

Α‐ Επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος

32.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο διερωτάται κατ’ ουσίαν σχετικά με τη δυνατότητα να αναγνωριστεί σε ένα σήμα ποιότητας το αποκλειστικό δικαίωμα που παρέχει στον δικαιούχο ατομικού σήματος ο κανονισμός 207/2009.

33.

Πράγματι, κατά το Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείο Ντύσελντορφ), η ευδοκίμηση της εφέσεως του VBB εξαρτάται από το αν η χρήση ατομικού σήματος ως σήματος ποιότητας μπορεί να αποτελέσει χρήση σήματος κατά την έννοια των άρθρων 9, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 ( 3 ).

34.

Ο κανονισμός 207/2009 δεν αναγνωρίζει τα σήματα ποιότητας καθεαυτά (κατωτέρω, τίτλος 1). Κατά συνέπεια, το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον υπό το πρίσμα των λειτουργιών του σήματος (κατωτέρω, τίτλοι 2 έως 4). Η εξέταση αυτή απόκειται εν τέλει στον εθνικό δικαστή (κατωτέρω, τίτλος 5).

1. Η μη αναγνώριση των σημάτων ποιότητας ως σημάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τον κανονισμό 207/2009

35.

Η χρήση σημείου με σκοπό την εγγύηση της πρώτης ύλης, του τρόπου κατασκευής ή της ποιότητας ενός προϊόντος δεν προβλέπεται αυτή καθεαυτήν στον κανονισμό 207/2009. Από την ιστορική εξέλιξη της νομοθεσίας σχετικά με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει ότι επρόκειτο για συνειδητή επιλογή του νομοθέτη.

36.

Ειδικότερα, η Επιτροπή είχε προβλέψει ρητώς τα «σήματα πιστοποιήσεως» από τις πρώτες ήδη σκέψεις για τη δημιουργία κοινοτικού σήματος, μαζί με τα συλλογικά σήματα και επιπλέον των «συνήθων» σημάτων ( 4 ). Εξάλλου, το ως άνω είδος σήματος περιλαμβανόταν στο άρθρο 86 της προτάσεως κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, υπό την ονομασία «κοινοτικά σήματα εγγυήσεως» ( 5 ). Ωστόσο, ο νομοθέτης δεν υιοθέτησε αυτό το είδος σήματος ούτε στον κανονισμό 40/94 ούτε στον κανονισμό 207/2009.

37.

Δεν υπάρχει, επομένως, καμία αμφιβολία ότι αυτό το είδος σήματος αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 207/2009.Η αναγνώριση ότι προβλεπόταν στην πρώτη οδηγία 89/104 επιβεβαιώνει, εν ανάγκη, τον ηθελημένο χαρακτήρα της αντίθετης επιλογής που εχώρησε στον εν λόγω κανονισμό ( 6 ).

38.

Επομένως, το σήμα πιστοποιήσεως ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κάνει την εμφάνισή του μόλις στον κανονισμό 2015/2424.

39.

Ειδικότερα, ο νομοθέτης εξηγεί ρητώς στην αιτιολογική σκέψη 27 του νέου αυτού κανονισμού ότι θεωρήθηκε «αναγκαία η προσθήκη σειράς ειδικών διατάξεων για την παροχή προστασίας στα σήματα πιστοποίησης της [Ευρωπαϊκής Ένωσης]» μόνον «[ω]ς συμπλήρωμα των υφιστάμενων διατάξεων για τα κοινοτικά συλλογικά σήματα και για να αποκατασταθεί η σημερινή ανισορροπία μεταξύ των εθνικών συστημάτων και του συστήματος σημάτων της ΕΕ […]» ( 7 ).

40.

Είναι, επομένως, βέβαιο ότι η χρήση ενός σημείου προς τον σκοπό της εγγυήσεως της πρώτης ύλης, του τρόπου κατασκευής ή της ποιότητας ενός προϊόντος δεν προβλέπεται αυτή καθεαυτήν από τον κανονισμό 207/2009. Πρόκειται για ένα νέο είδος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο εισήγαγε ο κανονισμός 2015/2424 υπό την ονομασία «σήμα πιστοποιήσεως» ( 8 ).

41.

Σημαίνει τούτο ότι ένα τέτοιο σημείο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να τύχει της προστασίας που παρέχει ο κανονισμός 207/2009 στα ατομικά σήματα; Δεν το νομίζω.

42.

Ωστόσο, προκειμένου να παράσχει στον δικαιούχο του αποκλειστικό δικαίωμα, το σημείο που χρησιμοποιείται ως σήμα ποιότητας πρέπει οπωσδήποτε να επιτελεί τη βασική λειτουργία του σήματος.

2. Η ανάγκη επιτελέσεως της βασικής λειτουργίας του σήματος

43.

Κατά πάγια νομολογία, «η βασική λειτουργία του σήματος είναι να εγγυάται στον καταναλωτή ή τον τελικό χρήστη την ταυτότητα καταγωγής του φέροντος το σήμα προϊόντος ή υπηρεσίας, αφού του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση. Συγκεκριμένα, το σήμα, για να λειτουργεί ως ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού, στην καθιέρωση και διατήρηση του οποίου αποσκοπεί η Συνθήκη, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι κάθε προϊόν ή υπηρεσία με το σήμα αυτό έχει κατασκευαστεί ή παρέχεται υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους» ( 9 ).

44.

Αυτή η βασική λειτουργία του σήματος πραγματώνεται με τη χρήση που του γίνεται, καθόσον το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 απαιτεί την «ουσιαστική χρήση». Ειδικότερα, αυτή η «ουσιαστική χρήση» ορίστηκε από το Δικαστήριο ως «χρήση που συνάδει με τη βασική λειτουργία του σήματος, που είναι η εγγύηση στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας της ταυτότητας προελεύσεως του προϊόντος ή υπηρεσίας, αφού του δίνει τη δυνατότητα να διακρίνει, χωρίς κίνδυνο συγχύσεως, το εν λόγω προϊόν ή την υπηρεσία από αυτά που έχουν άλλη προέλευση» ( 10 ).

45.

Ως συνέπεια του βασικού χαρακτήρα της λειτουργίας αυτής, «ένα εμπορικό σήμα υποτίθεται πάντοτε ότι πληροί τη λειτουργία του περί ενδείξεως της προελεύσεώς του, ενώ διασφαλίζει τις λοιπές λειτουργίες του μόνο καθό μέτρο ο δικαιούχος του το εκμεταλλεύεται υπό την έννοια αυτή […]» ( 11 ).

46.

Ως εκ τούτου, από τη νομολογία αυτή φαίνεται να προκύπτει ότι, υπό το καθεστώς του κανονισμού 207/2009, ένα σήμα ποιότητας πρέπει οπωσδήποτε να επιτελεί τη λειτουργία του σήματος ως ενδείξεως της προελεύσεως, προκειμένου ο δικαιούχος του να μπορεί να έχει αξίωση χρήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού.

47.

Αν δηλαδή η χρήση ενός σημείου ως σήματος ποιότητας δεν συνδέεται μόνον με ένδειξη της ποιότητας του προϊόντος, αλλά συγχρόνως και με ένδειξη προελεύσεως, υφίσταται χρήση του σημείου ως σήματος κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.

3. Η ανάγκη προσβολής κάποιας από τις λειτουργίες του σήματος

48.

Στην τελευταία περίπτωση –δηλαδή στην περίπτωση στην οποία ένα σημείο χρησιμοποιείται ως ένδειξη τόσο της ποιότητας του προϊόντος όσο και της προελεύσεώς του, πρέπει επιπλέον να διαπιστωθεί εάν η χρήση από τρίτο σημείου πανομοιότυπου ή παρόμοιου με κατατεθειμένο σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης θίγει ή μπορεί να θίξει τα δικαιώματα του δικαιούχου του σήματος.

49.

Συναφώς, το Δικαστήριο ήταν ιδιαιτέρως σαφές, στη σκέψη 39 της αποφάσεώς του της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604): «η συνιστάμενη στην ένδειξη της προελεύσεως λειτουργία του εμπορικού σήματος δεν είναι η μόνη, άξια προστασίας έναντι των εκ μέρους τρίτων προσβολών, λειτουργία […]». Το δε Δικαστήριο έχει ρητώς αναγνωρίσει ως μία εξ αυτών των άλλων λειτουργιών και τη λειτουργία της εγγυήσεως της ποιότητας του προϊόντος ( 12 ).

50.

Κατά το Δικαστήριο, το αποκλειστικό δικαίωμα που προβλέπεται από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι το σήμα αυτό επιτελεί τις λειτουργίες του. Το εν λόγω αποκλειστικό δικαίωμα μπορεί, επομένως, να ασκηθεί όταν η χρήση ενός σημείου από τρίτο θίγει ή μπορεί να θίξει τις λειτουργίες του σήματος και ιδίως τη βασική λειτουργία του, η οποία συνίσταται στην εγγύηση προς τους καταναλωτές της προελεύσεως του προϊόντος ( 13 ).

51.

Ο δικαιούχος του σήματος, δηλαδή, νομιμοποιείται να απαγορεύσει την εν λόγω χρήση, αν αυτή μπορεί να θίξει μία από τις λειτουργίες του σήματος, είτε πρόκειται για τη δηλωτική της προελεύσεως λειτουργία είτε για κάποια από τις λοιπές λειτουργίες ( 14 ).

52.

Συνάγεται, επομένως, a contrario, ότι η χρήση του σημείου για σκοπούς καθαρά περιγραφικούς αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009 ( 15 ).

53.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι το Δικαστήριο περιορίζει τη δυνατότητα επικλήσεως της προσβολής μιας από τις λειτουργίες του σήματος στην περίπτωση στην οποία σήμα που ταυτίζεται με σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιείται για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία καταχωρίστηκε το εν λόγω σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/95 ή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009.

54.

Η διάκριση αυτή επισημάνθηκε ρητώς από το Δικαστήριο στην απόφασή του της 25ης Μαρτίου 2010, BergSpechte (C‑278/08, EU:C:2010:163):

στην περίπτωση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, «κατά την οποία ο τρίτος χρησιμοποιεί σημείο πανομοιότυπο προς σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπα προς εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να απαγορεύσει τη χρήση του σημείου αν συντρέχει κίνδυνος προσβολής των λειτουργιών του σήματος» ( 16 ),

στην άλλη περίπτωση, αυτή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, «όπου ο τρίτος χρησιμοποιεί σημείο πανομοιότυπο ή όμοιο προς σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπα ή όμοια προς εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύσει τη χρήση του σημείου μόνον αν συντρέχει κίνδυνος συγχύσεως» ( 17 ).

55.

Η διάκριση αυτή απορρέει από το γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 207/2009. Ειδικότερα, η προστασία που παρέχει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού είναι ευρύτερη από εκείνη της παραγράφου 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου άρθρου, η οποία, σε αντίθεση με την πρώτη, απαιτεί ρητώς για την εφαρμογή της σε περίπτωση ομοιότητας την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως ( 18 ).

4. Ενδιάμεσο συμπέρασμα

56.

Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι η χρήση ενός σημείου ως σήματος ποιότητας μπορεί να αποτελέσει χρήση του ως σήματος ικανή να εξασφαλίσει στον δικαιούχο του τη διατήρηση των δικαιωμάτων που του παρέχει το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού 207/2009, υπό την προϋπόθεση ότι η χρήση του σημείου αυτού επιτελεί συγχρόνως τη βασική λειτουργία του σήματος ως ενδείξεως της προελεύσεως.

57.

Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο αντιστοιχεί σε σήμα ποιότητας να απαγορεύει σε ανταγωνιστή τη χρήση πανομοιότυπου σημείου για προϊόντα και υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα, όταν η ως άνω χρήση μπορεί να θίξει μια από τις λειτουργίες του σήματος, όπως αυτή της ενδείξεως της ποιότητας του προϊόντος.

58.

Αντιθέτως, όταν τρίτος προβαίνει σε χρήση σημείου που ταυτίζεται ή ομοιάζει με σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται ή ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες καταχωρίστηκε το σήμα αυτό, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιταχθεί στη χρήση του εν λόγω σημείου παρά μόνον εφόσον υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως.

5. Ο ρόλος του εθνικού δικαστή

59.

Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να κρίνει, πρώτον, εάν το σήμα «άνθος βάμβακος» επιτελεί τη βασική λειτουργία του σήματος και, δεύτερον, αν συντρέχει προσβολή ή κίνδυνος προσβολής της λειτουργίας του σήματος ως ενδείξεως προελεύσεως ή κάποιας από τις άλλες λειτουργίες του ( 19 ).

α) Επί της βασικής λειτουργίας της ενδείξεως προελεύσεως

60.

Από την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως προκύπτει ότι το κοινό εκλαμβάνει τη χρήση του σημείου αυτού ως ένδειξη σχετική με την ποιότητα του προϊόντος ( 20 ).

61.

Πάντως, μολονότι καταδείχθηκε ότι η εγγύηση της ποιότητας ενός προϊόντος μπορεί να προστατευθεί ως λειτουργία του σήματος, η λειτουργία ενδείξεως της ποιότητας την οποία επισημαίνει το αιτούν δικαστήριο δεν σημαίνει ότι αποκλείεται οπωσδήποτε το ενδεχόμενο το εν λόγω σήμα να επιτελεί και τη λειτουργία της ενδείξεως προελεύσεως.

62.

Αντιθέτως, συμμερίζομαι τη σκέψη του αιτούντος δικαστηρίου ότι ένα σημείο το οποίο το κοινό εκλαμβάνει ως δηλωτικό προϊόντος που υπόκειται σε έλεγχο από τον δικαιούχο του σήματος χρησιμεύει για τη διάκριση των προϊόντων που φέρουν τέτοιο σημείο από τα προϊόντα άλλων επιχειρήσεων που δεν υπόκεινται σε τέτοιον έλεγχο ( 21 ).

63.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι «το σήμα, για να λειτουργεί ως ουσιώδες στοιχείο του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού, στην καθιέρωση και διατήρηση του οποίου αποσκοπεί η Συνθήκη, πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι κάθε προϊόν ή υπηρεσία με το σήμα αυτό έχει κατασκευαστεί ή παρέχεται υπό τον έλεγχο μιας και μόνον επιχειρήσεως η οποία φέρει την ευθύνη για την ποιότητά τους» ( 22 ).

64.

Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι η εγγύηση της ποιότητας μπορεί να προστατευθεί ως λειτουργία του σήματος ίσως αποτελεί συνέπεια της λειτουργίας ενδείξεως της προελεύσεως. Η εγγύηση της ποιότητας συνδέεται με την προέλευση ( 23 ).

65.

Πράγματι, είναι εύλογη η σκέψη ότι η λειτουργία της ενδείξεως της προελεύσεως παρουσιάζει ενδιαφέρον ακριβώς λόγω των συνεπειών που συνδέονται με αυτήν. Ο καταναλωτής προσδοκά μια σταθερή ποιότητα από το προϊόν που φέρει σήμα το οποίο αυτός (ανα)γνωρίζει. Με αφετηρία την προσδοκία αυτή ποιότητας, την οποία δημιουργεί το σήμα, ο δικαιούχος του είναι σε θέση να διατηρήσει και να ενισχύσει τη μέριμνά του για την ποιότητα έναντι του καταναλωτή, προκειμένου να αυξήσει τις μελλοντικές πωλήσεις του ( 24 ).

66.

Εξάλλου, η αναφορά σε «μία μοναδική επιχείρηση» η οποία είναι υπεύθυνη για την ποιότητα του προϊόντος ή της υπηρεσίας δεν πρέπει να εκληφθεί κυριολεκτικά.

67.

Ο όρος αυτός δηλώνει μάλλον τον δικαιούχο του σήματος αλλά και επιχειρήσεις «οικονομικά συνδεόμενες» με αυτόν, καθόσον το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει προσβολή της λειτουργίας του σήματος ως ενδείξεως προελεύσεως, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση διαφημίσεως η οποία εμφανίζεται λόγω της χρήσεως λέξεως-κλειδιού που ταυτίζεται με σήμα σε μηχανή αναζητήσεως του διαδικτύου και η οποία «δεν καθιστά δυνατό ή δεν καθιστά ευχερώς δυνατό στον χρήστη του Διαδικτύου που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος να αντιληφθεί αν τα διαφημιζόμενα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από τον δικαιούχο του σήματος ή από επιχείρηση που συνδέεται οικονομικώς με αυτόν ή αν, αντιθέτως, προέρχονται από τρίτο» ( 25 ).

68.

Υπό την ίδια έννοια, επισημαίνω ότι το Δικαστήριο έχει αναφερθεί επίσης, κατά τη διαπίστωση προσβολής της λειτουργίας του σήματος ως ενδείξεως προελεύσεως, σε πιστοποιημένους από τον δικαιούχο του σήματος μεταπωλητές ( 26 ) ή σε συμμετέχουσες σε κοινό δίκτυο επιχειρήσεις ( 27 ).

69.

Κατά συνέπεια, αν το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ένδειξη ποιότητας που συνάγεται από το σήμα «άνθος βάμβακος» παραπέμπει και στο VBB ή σε κάποια από τις πιστοποιημένες από αυτό επιχειρήσεις, τότε αυτό επιτελεί και τη λειτουργία ενδείξεως της προελεύσεως.

70.

Αν, αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο κρίνει ότι η εμπιστοσύνη στην ποιότητα του προϊόντος το οποίο φέρει το σημείο «άνθος βάμβακος» συνδέεται μόνον με το χρησιμοποιούμενο υλικό, ανεξαρτήτως του κατασκευαστή του ή της ενώσεως που απονέμει το εν λόγω σήμα ποιότητας, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι το προαναφερθέν σημείο δεν επιτελεί τη βασική λειτουργία του σήματος.

β) Επί της προσβολής ή του κινδύνου προσβολής της λειτουργίας του σήματος ως ενδείξεως προελεύσεως ή κάποιας από τις λοιπές του λειτουργίες

71.

Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το σημείο «άνθος βάμβακος» επιτελεί τη λειτουργία ενδείξεως της προελεύσεως, μένει να διαπιστωθεί αν η χρήση πανομοιότυπου ή παρόμοιου σημείου από τρίτο θίγει ή μπορεί να θίξει τα δικαιώματα του VBB.

72.

Εν προκειμένω, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ότι το σήμα «άνθος βάμβακος» και το σημείο που χρησιμοποιεί η Gözze ταυτίζονται, δεδομένης της χρωματικής διαφοράς μεταξύ των δύο αυτών σημείων. Πράγματι, ένα σημείο είναι πανομοιότυπο με ένα σήμα μόνον όταν αναπαράγει, χωρίς τροποποίηση ή προσθήκη, όλα τα στοιχεία που συνθέτουν το σήμα ή όταν, θεωρούμενο στο σύνολό του, παρουσιάζει διαφορές τόσο αμελητέες ώστε να μη γίνονται αντιληπτές από τον μέσο καταναλωτή ( 28 ).

73.

Και πάλι, όμως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν το σημείο που χρησιμοποιεί η Gözze ταυτίζεται ή είναι παρόμοιο με το σήμα «άνθος βάμβακος». Στην πρώτη περίπτωση, το VBB θα δικαιούται να ζητήσει την απαγόρευση της χρήσεως του σημείου που μπορεί να θίξει μία από τις λειτουργίες του σήματός του, όπως αυτή της ενδείξεως ποιότητας του προϊόντος (εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009). Στη δεύτερη περίπτωση, το VBB θα μπορεί να αντιταχθεί στη χρήση του εν λόγω σημείου μόνον εφόσον υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως ως προς την προέλευση του προϊόντος (εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009).

Β‐ Επί του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος

74.

Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ’ ουσίαν εάν είναι δυνατή η έκπτωση από τα δικαιώματα επί ατομικού σήματος που χρησιμοποιείται ως σήμα ποιότητας, βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 207/2009, ή βάσει αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 73, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού, σε περίπτωση που ο δικαιούχος του σήματος δεν διασφαλίζει την τήρηση των προσδοκώμενων προδιαγραφών ποιότητας τις οποίες συνδέει το κοινό με το σημείο αυτό, μέσω της διεξαγωγής τακτικών ποιοτικών ελέγχων στους κατόχους αδείας χρήσεως του σήματός του.

75.

Το ερώτημα αυτό εξηγείται λόγω μιας παραδοχής του αιτούντος δικαστηρίου. Σύμφωνα με αυτήν, προκειμένου ένα σήμα ποιότητας να αναγνωριστεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει το κοινό να το συνδέει με την προσδοκία ενός ποιοτικού ελέγχου ο οποίος διενεργείται από τον δικαιούχο του σημείου. Κατά συνέπεια, για να αναγνωριστεί στο εν λόγω σήμα ποιότητας η συνυφασμένη με το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης προστασία, πρέπει να διασφαλίζεται πράγματι η «ελεγχόμενη ποιότητα» την εντύπωση της οποίας το κοινό αποκομίζει από το ως άνω σήμα ποιότητας ( 29 ).

76.

Καίτοι συμμερίζομαι την παραδοχή η οποία βρίσκεται στη βάση της ως άνω συλλογιστικής, δεν είμαι σύμφωνος με το συμπέρασμα που συνάγεται από αυτήν.

77.

Πράγματι, όπως εξέθεσα ανωτέρω, ένα σήμα ποιότητας μπορεί, βεβαίως, να εμπίπτει στο καθεστώς του κανονισμού 207/2009, όχι, όμως, ως σήμα εγγυήσεως ή πιστοποιήσεως –για το οποίο οι προϋποθέσεις εκπτώσεως θα μπορούσαν να είναι ανάλογες με τις εφαρμοστέες στο συλλογικό σήμα ( 30 )–, αλλά αποκλειστικώς ως ατομικό σήμα.

78.

Καίτοι από το άρθρο 73 του κανονισμού 207/2009 μπορεί, ενδεχομένως, να συναχθεί η ιδέα ενός ελέγχου της χρήσεως ενός σήματος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο κανονισμός 207/2009 δεν επιβάλλει κανέναν τέτοιου είδους όρο για τα ατομικά σήματα.

79.

Σύμφωνα με τη συλλογιστική που ανέπτυξα στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος, ένα σήμα ποιότητας πρέπει να επιτελεί οπωσδήποτε –και μόνον– τη λειτουργία του σήματος ως ενδείξεως της προελεύσεως, προκειμένου ο δικαιούχος του να μπορεί να έχει αξίωση χρήσεως του αποκλειστικού δικαιώματος που του παρέχει το άρθρο 9 του κανονισμού 207/2009.

80.

Στο πλαίσιο αυτό, η δυνατότητα ελέγχου της ποιότητας του προϊόντος μπορεί να αποτελέσει στοιχείο το οποίο να επιτρέπει τη σύνδεση του προϊόντος με κατασκευαστή και με τις επιχειρήσεις που συνδέονται οικονομικά με αυτόν. Αντιθέτως, δεν απαιτείται ο εν λόγω έλεγχος να διενεργείται στην πραγματικότητα. Ειδικότερα, δεν έχει τόσο σημασία ο πραγματικός χαρακτήρας του ελέγχου, όσο η δυνατότητα αποδόσεώς της ευθύνης για την ποιότητα σε συγκεκριμένη επιχείρηση και η δυνατότητα ελέγχου που συνδέεται με αυτήν.

81.

Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ούτε τα άρθρα 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, ούτε το άρθρο 73, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009 επιτρέπουν την κήρυξη της ακυρότητας σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποτελεί συγχρόνως και σήμα ποιότητας ή της εκπτώσεως από τα δικαιώματα επ’ αυτού, σε περίπτωση που ο δικαιούχος του σήματος δεν διασφαλίζει την τήρηση των προσδοκώμενων προδιαγραφών ποιότητας τις οποίες συνδέει το κοινό με το σημείο αυτό, μέσω της διεξαγωγής αποτελεσματικών ή τακτικών ποιοτικών ελέγχων στους κατόχους αδείας χρήσεως του σημείου αυτού.

VI – Πρόταση

82.

Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα του Oberlandesgericht Düsseldorf (εφετείου Ντύσελντορφ) ως εξής:

«1)

Η χρήση ενός σημείου ως σήματος ποιότητας μπορεί να αποτελέσει χρήση του ως σήματος ικανή να εξασφαλίσει τη διατήρηση των δικαιωμάτων κατά την έννοια του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την προϋπόθεση ότι η χρήση του εν λόγω σημείου επιτελεί συγχρόνως τη βασική λειτουργία του σήματος ως ενδείξεως της προελεύσεως.

Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στον δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το οποίο αντιστοιχεί σε σήμα ποιότητας να απαγορεύει σε ανταγωνιστή τη χρήση πανομοιότυπου σημείου για προϊόντα και υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνα για τα οποία καταχωρίστηκε το σήμα, όταν η ως άνω χρήση μπορεί να θίξει μια από τις λειτουργίες του σήματος, όπως αυτή της ενδείξεως της ποιότητας του προϊόντος.

Αντιθέτως, όταν τρίτος προβαίνει σε χρήση σημείου που ταυτίζεται ή ομοιάζει με σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται ή ομοιάζουν με εκείνες για τις οποίες καταχωρίστηκε το σήμα αυτό, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αντιταχθεί στη χρήση του εν λόγω σημείου παρά μόνον εφόσον υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως.

2)

Ούτε τα άρθρα 52, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, και 7, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, του κανονισμού 207/2009, ούτε το άρθρο 73, στοιχείο γʹ, του ίδιου κανονισμού επιτρέπουν την κήρυξη της ακυρότητας σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποτελεί συγχρόνως και σήμα ποιότητας ή της εκπτώσεως από τα δικαιώματα επ’ αυτού, σε περίπτωση που ο δικαιούχος του σήματος δεν διασφαλίζει την τήρηση των προσδοκώμενων προδιαγραφών ποιότητας τις οποίες συνδέει το κοινό με το σημείο αυτό, μέσω της διεξαγωγής αποτελεσματικών ή τακτικών ποιοτικών ελέγχων στους κατόχους αδείας χρήσεως του σημείου αυτού».


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 4). Στην ίδια απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης ότι η νομολογία επί του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), ήταν επίσης λυσιτελής για την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 40/94. Ειδικότερα, η ερμηνεία αυτή «επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα και επεκτάθηκε και στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 40/94» [βλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 38)]. Το γράμμα όμως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009 ταυτίζεται με εκείνο του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 40/94.

( 3 ) Βλ. σημείο 7 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

( 4 ) Βλ. υπόμνημα της Επιτροπής για τη δημιουργία ενός σήματος της ΕΟΚ, SEC(76) 2462, Δελτίο ΕΚ, συμπλήρωμα 8/76, σημείο 69 (βλ., επίσης, σημεία 53 και 71).

( 5 ) Πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου για το κοινοτικό σήμα, η οποία υποβλήθηκε από την Επιτροπή στο Συμβούλιο στις 25 Νοεμβρίου 1980 (COM/80/635τελικό) (ΕΕ 1980, C 351, σ. 5).

( 6 ) Κατά το άρθρο της 1, η οδηγία εφαρμοζόταν «για τα σήματα προϊόντων ή υπηρεσιών που έχουν καταχωρισθεί ή δηλωθεί προς καταχώριση σε ένα κράτος μέλος ως ατομικά ή συλλογικά σήματα ή σήματα εγγύησης ή πιστοποίησης, ή έχουν καταχωρισθεί ή δηλωθεί προς καταχώριση στο Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ, ή αποτελούν αντικείμενο διεθνούς καταχώρισης η οποία ισχύει σ’ ένα κράτος μέλος» (η υπογράμμιση δική μου, βλ., επίσης άρθρο 15 με τίτλο «Ειδικές διατάξεις για σήματα συλλογικά, εγγύησης ή πιστοποίησης»). Αυτός ο μη αποκλεισμός του σήματος εγγύησης ή πιστοποίησης διατηρήθηκε με την οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2008, L 299, σ. 25), και στο πλαίσιο του ορισμού της έννοιας αυτής που διαλαμβάνεται στο άρθρο 27 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2436 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2015, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 2015, L 336, σ. 1).

( 7 ) Η υπογράμμιση δική μου.

( 8 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, Rodhain, Ph., «La nouvelle marque de l’Union européenne: version 2.0 ou simple mise à jour?», Revue Lamy droit de l’immatériel, 2016, τεύχος 127, σ. 45 έως 51, ιδίως σ. 49.

( 9 ) Απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club (C‑206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 10 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 2003, Ansul (C‑40/01, EU:C:2003:145, σκέψη 36).

( 11 ) Απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 40). Η υπογράμμιση δική μου.

( 12 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, L’Oréal κ.λπ. (C‑487/07, EU:C:2009:378, σκέψη 58), της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 77), καθώς και της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 38). Βλ., όσον αφορά την αναγνώριση αυτών των νέων λειτουργιών του σήματος, Bonet, G., «Les trois âges de la fonction de la marque. Selon la jurisprudence de la Cour de justice», Propriétés intellectuelles, 2012, τεύχος 43, σ. 154 έως 160.

( 13 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club (C‑206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 51), της 18ης Ιουνίου 2009, L’Oréal κ.λπ. (C‑487/07, EU:C:2009:378, σκέψη 58), και της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 77).

( 14 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, L’Oréal κ.λπ. (C‑487/07, EU:C:2009:378, σκέψη 65), και της 23 Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 79).

( 15 ) Βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, σχετικά με το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club (C‑206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 54). Η αναφορά στο σήμα για καθαρά περιγραφικούς σκοπούς ορίστηκε από το Δικαστήριο ως αναφορά για να γίνουν γνωστά τα χαρακτηριστικά του προϊόντος [απόφαση της 14ης Μαΐου 2002, Hölterhoff (C‑2/00, EU:C:2002:287, σκέψη 16)].

( 16 ) Σκέψη 21 (σχετικά με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 89/104).

( 17 ) Σκέψη 22 (σχετικά με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 89/104).

( 18 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 78). Η γραμματική ερμηνεία του άρθρου 9 του κανονισμού 207/2009 επιβεβαιώνεται από την αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού αυτού. Ειδικότερα, η εν λόγω αιτιολογική σκέψη προβλέπει «απόλυτη» προστασία του σήματος στην περίπτωση ταυτότητας μεταξύ αφενός του σήματος και του σημείου και αφετέρου των προϊόντων ή των υπηρεσιών, αλλά εκτιμά το ζήτημα της προστασίας του σήματος σε περίπτωση ομοιότητας μόνον σε συσχετισμό με τον κίνδυνο συγχύσεως [βλ. υπ’ αυτήν την έννοια, όσον αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2009, L’Oréal κ.λπ.,C‑487/07, EU:C:2009:378, σκέψη 59)].

( 19 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, αποφάσεις της 18ης Ιουνίου 2009, L’Oréal κ.λπ. (C‑487/07, EU:C:2009:378, σκέψη 63), της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 88), και της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 46).

( 20 ) Βλ. σημείο 9 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

( 21 ) Βλ. σημείο 12 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. Το αν ο πραγματικός χαρακτήρας του ελέγχου ασκεί επιρροή στην υπόθεση αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου προδικαστικού ερωτήματος.

( 22 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club (C‑206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

( 23 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, Bonet, G., «Les trois âges de la fonction de la marque. Selon la jurisprudence de la Cour de justice», Propriétés intellectuelles, 2012, τεύχος 43, σ. 154 έως 160, ιδίως σ. 159. Ορισμένοι συγγραφείς, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι το σήμα δεν επιτελεί αυτοτελή λειτουργία εγγυήσεως της ποιότητας. Το σήμα εκπληρώνει ενδεχομένως τη λειτουργία αυτή μόνον μέσω της λειτουργίας εγγυήσεως της ταυτότητας της προελεύσεως, «καθόσον η σταθερή προέλευση εγγυάται κατ’ αρχήν, αλλ’ όχι κατ’ ανάγκην, τη σταθερή ποιότητα» (βλ. Passa, J., «Les nouvelles fonctions de la marque dans la jurisprudence de la cour de justice: Portée? Utilité?», Cahiers de droit de l’entreprise, Ιανουάριος 2012, φάκελος 5). Υπ’ αυτό το πρίσμα, η λειτουργία εγγυήσεως της ποιότητας αποτελεί μια πτυχή ή ένα σκέλος της λειτουργίας της εγγυήσεως της ταυτότητας προελεύσεως.

( 24 ) Βλ. υπ’ αυτή την έννοια Riehle, G., Trade Mark Rights and Remanufacturing in the European Community, ICC Studies, τόμος 22, Verlag C.H. Beck, Μόναχο 2003, σ. 50.

( 25 ) Βλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2010, Google France και Google (C‑236/08 έως C‑238/08, EU:C:2010:159, σκέψη 84). Η υπογράμμιση δική μου.

( 26 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2002, Arsenal Football Club (C‑206/01, EU:C:2002:651, σκέψη 59).

( 27 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Interflora και Interflora British Unit (C‑323/09, EU:C:2011:604, σκέψη 51).

( 28 ) Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, απόφαση της 25ης Μαρτίου 2010, BergSpechte (C‑278/08, EU:C:2010:163, σκέψη 25).

( 29 ) Βλ. σημεία 12 και 13 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

( 30 ) Όπως ισχύει στην περίπτωση του κανονισμού 2015/2424.

Top