Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62013CC0601

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα M. Wathelet της 18ης Δεκεμβρίου 2014.
Ambisig – Ambiente e Sistemas de Informação Geográfica SA κατά Nersant – Associação Empresarial da Região de Santarém και Núcleo Inicial – Formação e Consultoria Lda.
Αίτηση του Supremo Tribunal Administrativo για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 2004/18/ΕΚ — Δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών — Διεξαγωγή της διαδικασίας — Κριτήρια αναθέσεως του αντικειμένου συμβάσεων — Προσόντα του προσωπικού στο οποίο ανατίθεται η εκτέλεση των συμβάσεων.
Υπόθεση C-601/13.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2014:2474

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ

MELCHIOR WATHELET

της 18ης Δεκεμβρίου 2014 ( 1 )

Υπόθεση C‑601/13

Ambisig — Ambiente e Sistemas de Informação Geográfica SA

κατά

Nersant — Associação Empresarial da Região de Santarém

[αίτηση του Supremo Tribunal Administrativo (Πορτογαλία)

για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

««Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 2004/18/EΚ — Σύμβαση παροχής υπηρεσιών — Ανάθεση της συμβάσεως — Πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά — Κριτήρια αναθέσεως της συμβάσεως — Αξιολόγηση της προτεινόμενης για την εκτέλεση της συμβάσεως ομάδας»

1. 

Η υπό κρίση υπόθεση, η οποία ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου την 25η Νοεμβρίου 2013, αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών ( 2 ). Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως υπεβλήθη στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας κατόπιν προσφυγής για διαφορές αναφυόμενες κατά το προσυμβατικό στάδιο διαδικασίας συνάψεως δημοσίας συμβάσεως (στο εξής: προσυμβατική προσφυγή), την οποία άσκησε η Ambisig — Ambiente e Sistemas de Informação Geográfica SA (στο εξής: Ambisig) κατά της αποφάσεως του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Nersant — Associação Empresarial da Região de Santarém (στο εξής: Nersant) περί αναθέσεως στην Iberscal συμβάσεως με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών επιμορφώσεως και συμβουλευτικής στο πλαίσιο υλοποιήσεως του έργου «Move PME, ποιότητα, περιβάλλον και ασφάλεια και υγεία στον χώρο εργασίας, ασφάλεια των τροφίμων Médio‑Tejo – PME [Μικρές και Μεσαίες Επιχειρήσεις Επαρχίας Μέσου Τάγου]».

I – Το ιστορικό της διαφοράς της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

2.

Η Nersant, αναθέτουσα αρχή, δημοσίευσε την 24η Νοεμβρίου 2011 ( 3 ) πρόσκληση προς υποβολή προσφορών για την παροχή υπηρεσιών επιμορφώσεως και συμβουλευτικής στο πλαίσιο της υλοποιήσεως του προαναφερθέντος έργου «Move PME, ποιότητα, περιβάλλον και ασφάλεια και υγεία στον χώρο εργασίας, ασφάλεια των τροφίμων Médio‑Tejo – PME».

3.

Το άρθρο 5 της προκηρύξεως όριζε ότι η εκτέλεση της συμβάσεως θα ανετίθετο στον υποβαλόντα την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά, όπως αυτή θα προσδιοριζόταν βάσει των ακόλουθων συντελεστών:

«A)

Αξιολόγηση της ομάδας: 40 %

i)

Ο συντελεστής αυτός προκύπτει από την εξέταση της συνθέσεως της ομάδας, της αποδεδειγμένης πείρας και των σπουδών των μελών της.

B)

Ποιότητα και αξία της προτεινόμενης υπηρεσίας: 55 %

i)

Συνολική αξιολόγηση της προτεινόμενης διαρθρώσεως του προγράμματος υλοποιήσεως, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος εργασιών: 0 έως 20 %

ii)

Περιγραφή των τεχνικών που θα εφαρμοσθούν και των μεθόδων δράσεως: 0 έως 15 %

iii)

Περιγραφή των μεθόδων εξακριβώσεως και ελέγχου της ποιότητας των εργασιών, στο πλαίσιο των διαφόρων τομέων δράσεως: 0 έως 20 %

C)

Συνολική τιμή: 5 %

Προκρίνεται η προσφορά που συγκεντρώνει την υψηλότερη βαθμολογία.»

4.

Με την προκαταρκτική της έκθεση η επιτροπή αξιολογήσεως κατέταξε την Iberscal στην πρώτη θέση.

5.

Την 3η Ιανουαρίου 2012 η Ambisig, η οποία είχε υποβάλει προσφορά, άσκησε το δικαίωμά της προηγουμένης ακροάσεως, αμφισβητώντας τη νομιμότητα του συντελεστή A, ο οποίος κατελέγετο μεταξύ των κριτηρίων αναθέσεως, ήτοι του συντελεστή της αξιολογήσεως της ομάδας.

6.

H τελική έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως, η οποία συνετάχθη την 4η Ιανουαρίου 2012, συμπληρώθηκε με προσθήκη της 14ης Φεβρουαρίου 2012, με την οποία η εν λόγω επιτροπή απέρριψε τα επιχειρήματα που είχε προβάλει η Ambisig στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματός της προηγουμένης ακροάσεως. Κατά την επιτροπή αξιολογήσεως, αυτό που αξιολογείται με τον εν λόγω συντελεστή A, «είναι η συγκεκριμένη τεχνική ομάδα την οποία ο υποψήφιος προτείνει για την εκτέλεση των εργασιών που πρόκειται να υλοποιηθούν. Η πείρα της προτεινόμενης τεχνικής ομάδας αποτελεί, εν προκειμένω, εγγενές χαρακτηριστικό της προσφοράς και όχι χαρακτηριστικό του υποψηφίου».

7.

Με απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 2012 ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Nersant ανέθεσε, βάσει της εκθέσεως της επιτροπής αξιολογήσεως, την εν λόγω σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην Iberscal και ενέκρινε το σχέδιο της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.

8.

Η Ambisig άσκησε ενώπιον του Tribunal Administrativo e Fiscal de Leiria (Πορτογαλία) προσυμβατική προσφυγή, με την οποία ζήτησε, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως περί αναθέσεως της επίδικης συμβάσεως και, αφετέρου, τη διεύρυνση του αντικειμένου της προσφυγής ούτως ώστε αυτό να καλύπτει την ακύρωση της εντωμεταξύ συναφθείσας συμβάσεως.

9.

Κατόπιν της απορρίψεως, εκ μέρους του Tribunal Administrativo e Fiscal de Leiria, της προσφυγής στο σύνολό της, η Ambisig άσκησε έφεση ενώπιον του Tribunal Central Administrativo Sul.

10.

Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, το εφετείο έκρινε ότι ο προβλεπόμενος από το άρθρο 5, σημείο Α, της προκηρύξεως συντελεστής, ο οποίος αμφισβητείτο ως κριτήριο αναθέσεως, ήταν σύμφωνος προς το άρθρο 75, παράγραφος 1, του κώδικα δημοσίων συμβάσεων (Código dos Contratos Públicos, στο εξής: CCP), καθόσον αφορούσε «την προτεινόμενη για την εκτέλεση της συμβάσεως παροχής υπηρεσιών ομάδα και όχι, άμεσα ή έμμεσα, καταστάσεις, προσόντα ή χαρακτηριστικά ή άλλα πραγματικά στοιχεία σχετικά με τους υποψηφίους».

11.

Η Ambisig άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως ενώπιον του Supremo Tribunal Administrativo, υποστηρίζοντας κατ’ ουσίαν ότι το επίμαχο κριτήριο αναθέσεως ήταν όχι μόνο παράνομο υπό το πρίσμα του άρθρου 75, παράγραφος 1, του CCP, αλλά και αντίθετο προς τις διατάξεις της οδηγίας 2004/18.

12.

Κατά την απόφαση του Supremo Tribunal Administrativo περί παραπομπής, το προς επίλυση νομικό ζήτημα είναι κατά πόσον κριτήρια όπως αυτά του άρθρου 5, σημείο A, της επίμαχης προκηρύξεως είναι επιτρεπτά ως κριτήρια αναθέσεως σε διαδικασίες δημοσίων συμβάσεων που αφορούν την παροχή υπηρεσιών [επιμορφώσεως] και συμβουλευτικής.

13.

Το Supremo Tribunal Administrativo επισημαίνει ένα καινοφανές σε σχέση με τη νομολογία του Δικαστηρίου περί των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις στοιχείο, ήτοι την εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υποβολή προτάσεως οδηγίας η οποία ενδέχεται να επηρεάσει την εξέταση του εν λόγω ζητήματος ( 4 ).

14.

Στο πλαίσιο αυτό το αιτούν δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Είναι συμβατός με την οδηγία [2004/18], όπως έχει τροποποιηθεί, ο καθορισμός, προκειμένου για τη σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, επιμορφώσεως και συμβουλευτικής, μεταξύ των συντελεστών που συνθέτουν το κριτήριο αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, συντελεστή με τον οποίο αξιολογούνται οι συγκεκριμένες ομάδες που προτείνονται από τους υποψηφίους για την εκτέλεση της συμβάσεως και ο οποίος λαμβάνει υπόψη τη σύνθεση των εν λόγω ομάδων, την αποδεδειγμένη πείρα και τις σπουδές των μελών τους;»

II – Ανάλυση

15.

Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι η Nersant, το σύνολο των κρατών μελών που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, ήτοι η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή προτείνουν κατ’ ουσίαν καταφατική απάντηση επί του εν λόγω ερωτήματος. Η Ambisig δεν κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις, έλαβε, ωστόσο, μέρος στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση η οποία διεξήχθη την 6η Νοεμβρίου 2014.

Α – Εισαγωγικές παρατηρήσεις

16.

Κατ’ αρχάς, η συλλογιστική μου θα βασισθεί αποκλειστικώς επί των διατάξεων της οδηγίας 2004/18, των μόνων συναφών rationae temporis διατάξεων, καθώς η νέα οδηγία δεν τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω ( 5 ).

17.

Δεύτερον, όσον αφορά το ζήτημα των αρχών, επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ κριτηρίων επιλογής και κριτηρίων αναθέσεως. Ενώ η επιλογή αναδόχου αφορά την ατομική του κατάσταση και την καταλληλότητά του να φέρει εις πέρας την οικεία επαγγελματική αποστολή, η εκτέλεση της συμβάσεως ανατίθεται στον φορέα ο οποίος υπέβαλε την πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής (άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 ή προτείνει τη χαμηλότερη τιμή (παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ιδίου άρθρου).

18.

Εν ολίγοις, είναι λογικό, κατά τον χρόνο της αναθέσεως της συμβάσεως, να μην αξιολογείται (ή να μην αξιολογείται πλέον) ο υποβαλών την προσφορά (στο εξής: προσφέρων) αλλά η προσφορά του.

19.

Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα των διαδικασιών συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, ο έλεγχος της καταλληλότητας των προσφερόντων να εκτελέσουν τις προς ανάθεση συμβάσεις και η ανάθεση των συμβάσεων αυτών αποτελούν δύο διακριτές διαδικασίες. Μολονότι οι οικείες οδηγίες δεν αποκλείουν τη δυνατότητα ταυτόχρονης διενέργειας, αφενός, του ελέγχου της καταλληλότητας των προσφερόντων και, αφετέρου, της αναθέσεως της συμβάσεως, οι δύο διαδικασίες διέπονται από διαφορετικούς κανόνες ( 6 ) και υπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς.

20.

Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 44, παράγραφος 1, της οδηγίας 2004/18 ορίζει ότι η ανάθεση των συμβάσεων πραγματοποιείται αφού οι αναθέτουσες αρχές ελέγξουν την καταλληλότητα των οικονομικών φορέων βάσει κριτηρίων σχετικών με την οικονομική και χρηματοοικονομική επάρκειά τους, καθώς και με τις επαγγελματικές και τεχνικές τους γνώσεις ή ικανότητες.

21.

Μολονότι η οδηγία καταλείπει στις αναθέτουσες αρχές την ευχέρεια επιλογής των κριτηρίων αναθέσεως της συμβάσεως, η επιλογή αυτή πρέπει να βασίζεται αποκλειστικώς σε κριτήρια που σκοπούν στην ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς ( 7 ) και, συνεπώς, της προσφοράς η οποία παρουσιάζει την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής.

Β — Η νομολογία

22.

Στο πλαίσιο της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ ( 8 ) το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί επί του ζητήματος κατά πόσον η οδηγία αυτή αποκλείει, στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως, την εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής συνεκτίμηση της πείρας των προσφερόντων, της στελεχώσεως και του εξοπλισμού τους, καθώς και της ικανότητάς τους να εκτελέσουν τη σύμβαση εντός του προβλεπόμενου χρόνου όχι ως κριτηρίων ποιοτικής επιλογής, αλλά ως κριτηρίων αναθέσεως.

23.

Με την απόφαση Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) ( 9 ) το Δικαστήριο απεφάνθη:

«30

[…] αποκλείονται ως “κριτήρια αναθέσεως” τα κριτήρια που δεν σκοπούν στον εντοπισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, αλλά συνδέονται κυρίως με την εκτίμηση της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν την εν λόγω σύμβαση.

31

Ωστόσο, στη διαφορά της κύριας δίκης, τα κριτήρια που επέλεξε η αναθέτουσα αρχή ως “κριτήρια αναθέσεως” αφορούν την εμπειρία, τα προσόντα και τα μέσα που μπορούν να διασφαλίσουν την προσήκουσα εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως. Πρόκειται για κριτήρια που αφορούν την καταλληλότητα των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν τη σύμβαση αυτή και τα οποία, συνεπώς, δεν αποτελούν “κριτήρια αναθέσεως”, υπό την έννοια του άρθρου 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50.

32

Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι τα άρθρα 23, παράγραφος 1, 32 και 36, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/50 απαγορεύουν, στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού, στην αναθέτουσα αρχή να λαμβάνει υπόψη την πείρα των διαγωνιζομένων, τη στελέχωση και τον εξοπλισμό τους καθώς και τη δυνατότητά τους να εκτελέσουν τη σύμβαση στον προβλεπόμενο χρόνο όχι ως “κριτήρια ποιοτικής επιλογής”, αλλά ως “κριτήρια αναθέσεως”.»

24.

Το Δικαστήριο επισφράγισε κατ’ αυτόν τον τρόπο τη νομολογία του ( 10 ), κατά την οποία η εξακρίβωση της καταλληλότητας των προσφερόντων να εκτελέσουν τα προς ανάθεση έργα και η ανάθεση της συμβάσεως αποτελούν, στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, δύο διακριτές διαδικασίες οι οποίες διέπονται από διαφορετικούς κανόνες.

25.

Η μη διάκριση μεταξύ των κριτηρίων ποιοτικής επιλογής και των κριτηρίων αναθέσεως οδήγησε, εξάλλου, το Δικαστήριο στη διαπίστωση παραβάσεως στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑199/07, EU:C:2009:693) ( 11 ).

26.

Στο πλαίσιο αυτό, επιβάλλεται η επισήμανση ότι το γράμμα του άρθρου 36, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 92/50, με τίτλο «Κριτήρια σύναψης των συμβάσεων», ταυτίζεται κατ’ ουσίαν με το γράμμα του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 (πλην των τριών νέων, εισαχθέντων με την εν λόγω οδηγία, κριτηρίων που αφορούν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, το κόστος λειτουργίας και την αποδοτικότητα) ( 12 ).

27.

Εντούτοις, εν συγκρίσει προς την οδηγία 92/50, η οδηγία 2004/18 φαίνεται να αποδίδει μεγαλύτερη σημασία στα ποιοτικά κριτήρια, καθόσον, κατά το τρίτο εδάφιο της αιτιολογικής της σκέψεως 46, «[ό]ταν οι αναθέτουσες αρχές επιλέγουν να αναθέσουν τη σύμβαση στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά, αξιολογούν τις προσφορές προκειμένου να προσδιορίσουν εκείνη που παρουσιάζει την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής. Για τον σκοπό αυτόν, καθορίζουν τα οικονομικά και ποιοτικά κριτήρια τα οποία, στο σύνολό τους, πρέπει να επιτρέπουν τον προσδιορισμό της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς για την αναθέτουσα αρχή. Ο καθορισμός αυτών των κριτηρίων είναι συνάρτηση του αντικειμένου της σύμβασης, στο μέτρο που τα κριτήρια αυτά πρέπει να επιτρέπουν την αξιολόγηση του επιπέδου επίδοσης που παρουσιάζεται από κάθε προσφορά σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης, όπως αυτό ορίζεται στις τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και τη μέτρηση της σχέσης ποιότητας/τιμής κάθε προσφοράς» ( 13 ).

28.

Επιπροσθέτως, φρονώ (όπως η Επιτροπή) ότι το γεγονός ότι το άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 δεν αναφέρεται ρητώς στους τίτλους σπουδών ή τους επαγγελματικούς τίτλους των μελών της προτεινόμενης ομάδας ή στη σημασία της πείρας τους για την εκτέλεση της συμβάσεως δεν δύναται να θεωρηθεί καθοριστικό, καθώς η απαρίθμηση των κριτηρίων στην λόγω διάταξη είναι μόνον ενδεικτική. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι το άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 ( 14 ) καταλείπει στην αναθέτουσα αρχή την ευχέρεια επιλογής των κριτηρίων αναθέσεως της συμβάσεως, υπό τον όρο ότι τα κριτήρια αυτά σκοπούν στην ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς. Εξάλλου, τόσο από τη νομολογία όσο και από το γράμμα του άρθρου 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 προκύπτει ότι ως κριτήρια αναθέσεως της οικείας συμβάσεως δύνανται να γίνουν δεκτά μόνον κριτήρια που συνδέονται με το αντικείμενο της συμβάσεως ( 15 ).

29.

Τα παραδείγματα που παρατίθενται στο άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 και τα οποία αφορούν την περίπτωση κατά την οποία «η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά» είναι η ποιότητα, η τιμή, η τεχνική αξία, τα αισθητικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά, τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, το κόστος λειτουργίας, η αποδοτικότητα, η εξυπηρέτηση μετά την πώληση και η τεχνική συνδρομή, η ημερομηνία παραδόσεως, καθώς και η προθεσμία παραδόσεως ή εκτελέσεως.

30.

Στο πλαίσιο αυτό, η τεχνική ομάδα που προτείνεται από προσφέροντες στο πλαίσιο προσκλήσεως προς υποβολή προσφορών με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, όπως, εν προκειμένω, οι υπηρεσίες επιμορφώσεως και συμβουλευτικής, συνιστά, κατά την άποψή μου, πτυχή αρρήκτως συνδεδεμένη με το αντικείμενο της συμβάσεως και, ειδικότερα, με την ποιότητά του, καθώς η εν λόγω αξιολόγηση δεν αφορά την αφηρημένη ικανότητα ή καταλληλότητα των προσφερόντων προς εκτέλεση της συμβάσεως, αλλά την προσφορά, ήτοι τα μέσα (εν προκειμένω, το ανθρώπινο δυναμικό) που θα διατεθούν στην πράξη για την εν λόγω εκτέλεση.

31.

Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στις περιπτώσεις υπηρεσιών σύνθετου χαρακτήρα, στις οποίες υφίσταται στενή σχέση μεταξύ, ιδίως, των επαγγελματικών προσόντων του προσωπικού και της οικονομικής αξίας των προσφορών.

32.

Συγκεκριμένα, φρονώ (όπως η Επιτροπή) ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αναθέτουσα αρχή δύναται να διευκρινίζει στην προκήρυξη ότι τα προσόντα και η πείρα του προσωπικού που θα απασχοληθεί για την εκτέλεση της συμβάσεως θα διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο κατά την αξιολόγηση της οικονομικής αξίας των υποβληθεισών προσφορών.

33.

Η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου, το οποίο αφορά τα τεχνικά και επαγγελματικά προσόντα των μελών της προτεινόμενης για την εκτέλεση της συμβάσεως ομάδας, θα μπορούσε να επιτρέπεται, αφενός, στην περίπτωση κατά την οποία τούτο δικαιολογείται από την ίδια τη φύση της συμβάσεως και, αφετέρου, στην περίπτωση κατά την οποία η προτεινόμενη για την εκτέλεση της συμβάσεως ομάδα αποτελεί καθοριστική παράμετρο της οικονομικής αξίας που η αναθέτουσα αρχή αποδίδει σε μία εκάστη των προσφορών. Τα προσόντα και η πείρα του οικείου προσωπικού θα μπορούσαν στην περίπτωση αυτή να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση των προσφορών για την ανάδειξη εκείνης που παρουσιάζει την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής.

34.

Αυτό ακριβώς προκύπτει από το τρίτο εδάφιο της αιτιολογικής σκέψεως 46 της οδηγίας 2004/18, το οποίο επιτρέπει τον καθορισμό κριτηρίων αναθέσεως σε «συνάρτηση [με το] αντικε[ίμενο] της σύμβασης στο μέτρο που τα κριτήρια αυτά πρέπει να επιτρέπουν την αξιολόγηση του επιπέδου επίδοσης που παρουσιάζεται από κάθε προσφορά σε σχέση με το αντικείμενο της σύμβασης [ ( 16 )], όπως αυτό ορίζεται στις τεχνικές προδιαγραφές, καθώς και τη μέτρηση της σχέσης ποιότητας/τιμής κάθε προσφοράς».

35.

Τούτο σημαίνει ότι, στον βαθμό κατά τον οποίο τα χαρακτηριστικά και τα ειδικά προσόντα του προσωπικού συνιστούν καθοριστικό στοιχείο της οικονομικής αξίας της προσφοράς, η άνευ εγκρίσεως αντικατάσταση, κατά το στάδιο εκτελέσεως της συμβάσεως, οιουδήποτε μέλους της προταθείσας ομάδας θα είναι ικανή να υποβαθμίζει την εν λόγω αξία κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής. Επισημαίνεται εξάλλου ότι ο νομοθέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσέθεσε τη συγκεκριμένη φράση («κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής»), η οποία απουσίαζε από το άρθρο 36, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 92/50, στο άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18, προκειμένου να τονίσει με σαφήνεια το περιθώριο εκτιμήσεως που οι αναθέτουσες αρχές διαθέτουν κατά την επιλογή των κριτηρίων.

36.

Συγκεκριμένα, όπως επισήμαναν ορθώς η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η Ελληνική Κυβέρνηση και η Πολωνική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, η επαγγελματική πείρα του προοριζόμενου για την εκτέλεση της οικείας συμβάσεως προσωπικού ασκεί άμεση επιρροή επί της ποιότητας των παρασχεθησομένων από το εν λόγω προσωπικό υπηρεσιών.

37.

Είναι αδιαμφισβήτητο ότι στο πλαίσιο συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διανοητικής φύσεως δεν εξετάζεται μόνον η ικανότητα του προσφέροντος, αλλά ομοίως η ικανότητα (ή η επαγγελματική πείρα) του προσωπικού που θα αναλάβει να παράσχει τις εν λόγω υπηρεσίες, ήτοι του «προσωπικού αιχμής» που δηλώνεται με την προσφορά.

38.

Οι ικανότητες, η πείρα και η εν γένει επάρκεια της ομάδας έργου συνιστούν, επομένως, εγγενή χαρακτηριστικά της προσφοράς υπηρεσιών όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, καθόσον σχετίζονται με την αξιολόγηση της ποιότητας της προσφοράς και όχι με την αξιολόγηση της οικονομικής, τεχνικής και επαγγελματικής καταλληλότητας του προσφέροντος να προβεί σε προσήκουσα εκτέλεση της συμβάσεως.

39.

Συντάσσομαι, ως εκ τούτου, με τη θέση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και της Πολωνικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία η επαγγελματική πείρα των προσώπων που παρέχουν πράγματι τέτοιες υπηρεσίες δύναται να καταλέγεται μεταξύ των προβλεπόμενων από το άρθρο 53 της οδηγίας 2004/18 κριτηρίων επιλογής της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς.

40.

Είναι ενδιαφέρον να επισημανθεί στο σημείο αυτό ότι το εν λόγω ζήτημα είχε θιγεί με την αίτηση προδικαστικής αποφάσεως στην υπόθεση Λιανάκης κ.λπ. ( 17 ), τούτο δε στο πλαίσιο κριτηρίου αναθέσεως και της αξιολογήσεως αυτού. Το αιτούν δικαστήριο είχε διευκρινίσει ότι, «[π]εραιτέρω, ναι μεν η διακήρυξη απαιτεί, επί ποινή απαραδέκτου, την υποβολή δήλωσης για το είδος της εργασιακής σχέσης του προσωπικού, το γεγονός, όμως, ότι ορισμένα μέλη της ομάδας μελέτης δηλώνονται ως μόνιμοι συνεργάτες του γραφείου μελετών Πλανητική δεν συνιστά πλημμέλεια που οδηγεί σε αποκλεισμό, εφόσον με τη δήλωση αυτή προσδιορίζεται επαρκώς η σχέση των μελών αυτών με το μελετητικό γραφείο· διάφορο, δε, είναι το ζήτημα της νομιμότητας του τυχόν συνυπολογισμού, προκειμένου να αξιολογηθεί η εμπειρία του γραφείου μελετών, της εμπειρίας των απλών συνεργατών, που δεν αποτελούν εταίρους ή υπαλλήλους του γραφείου μελετών ή δεν συμπράττουν για την ανάληψη της μελέτης […]».

41.

Εν προκειμένω, από τη δικογραφία της υπό κρίση υποθέσεως, όπως αυτή διαβιβάσθηκε στο Δικαστήριο, προκύπτει, κατά την άποψή μου, ότι το στοιχείο που αξιολογήθηκε με τον συντελεστή A «Αξιολόγηση της ομάδας» ήταν πράγματι η συγκεκριμένη τεχνική ομάδα που έκαστος των προσφερόντων προόριζε για την εκτέλεση της συμβάσεως —η επιτροπή αξιολογήσεως είχε εξετάσει τη σύνθεση, την πείρα, το προφίλ και την τεχνική και επιστημονική επάρκεια εκάστου των επαγγελματιών που συναποτελούσαν την εν λόγω ομάδα— και ότι, ως εκ τούτου, η πείρα της προταθείσας τεχνικής ομάδας συνιστούσε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, εγγενές χαρακτηριστικό της προσφοράς και όχι χαρακτηριστικό του προσφέροντος.

42.

Όπως εξηγεί η Nersant, η ποιότητα των υπηρεσιών εξηρτάτο σε μεγάλο βαθμό από τα πρόσωπα τα οποία θα ανελάμβαναν να παράσχουν τις εν λόγω υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, ο συντελεστής βαρύτητας της τιμής επί της συνολικής βαθμολογίας για την ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς ήταν μόλις 5 %, έναντι 40 % για την αξιολόγηση της ομάδας και 55 % για την ποιότητα και την αξία της προτεινόμενης υπηρεσίας (βλ., ανωτέρω, σημείο 3 των προτάσεων). Είναι σαφές ότι η ποιότητα συνιστούσε εν προκειμένω πολύ σημαντικό κριτήριο. Συνεπώς, επιβάλλεται η διάκριση μεταξύ, αφενός, της αφηρημένης εξετάσεως του ανθρωπίνου δυναμικού επιχειρήσεως, η οποία δύναται να θεωρηθεί ως αφορώσα χαρακτηριστικό του προσφέροντος (εξετάσεως ανεπίτρεπτης στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των προσφορών) και, αφετέρου, της συγκεκριμένης εξετάσεως της πείρας και των ικανοτήτων του προσωπικού που προορίζεται για την εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως, η οποία δεν αποτελεί χαρακτηριστικό του προσφέροντος, αλλά της προσφοράς του (εξετάσεως που, κατά την άποψή μου, είναι καθ’ όλα επιτρεπτή στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των προσφορών).

43.

Φρονώ επίσης ότι η εν λόγω διάκριση μεταξύ αφηρημένης εξετάσεως και συγκεκριμένης εξετάσεως του ανθρωπίνου δυναμικού δεν προσκρούει στις αποφάσεις Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), καθώς και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑199/07, EU:C:2009:693).

44.

Συγκεκριμένα, ήδη με την απόφαση Beentjes (31/87, EU:C:1988:422), το Δικαστήριο δεν απέκλεισε τη δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής να κρίνει ενδεδειγμένη, αφενός, κατά τον χρόνο της επιλογής, την αξιολόγηση της ικανότητας του προσφέροντος και, αφετέρου, κατά τον χρόνο της αναθέσεως, την αξιολόγηση των ιδιαίτερων ικανοτήτων των μελών της ομάδας έργου («project team»). Με τη σκέψη 30 της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) το Δικαστήριο απέκλεισε ως κριτήριο αναθέσεως «την εκτίμηση της καταλληλότητας των διαγωνιζομένων να εκτελέσουν την εν λόγω σύμβαση» (η υπογράμμιση δική μου) ( 18 ).

45.

Εν πάση περιπτώσει, δύναται να υποστηριχθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑199/07, EU:C:2009:693) διαφέρουν αυτών της υπό κρίση υποθέσεως.

46.

Συγκεκριμένα, στην εν λόγω υπόθεση Λιανάκης κ.λπ. η αναθέτουσα αρχή είχε καθορίσει ως κριτήρια αναθέσεως, αφενός, την «εμπειρία», με αναφορά στην αξία των μελετών που η μετέχουσα στον διαγωνισμό επιχείρηση είχε εκπονήσει την τελευταία τριετία, και, αφετέρου, «τη στελέχωση και τον εξοπλισμό του γραφείου», με αναφορά στη στελέχωση της ομάδας μελέτης ( 19 ).

47.

Τα κριτήρια αυτά ήταν πολύ γενικά και αφορούσαν τον προσφέροντα, άνευ αναφοράς στο συγκεκριμένο έργο, εν αντιθέσει προς το κριτήριο που χρησιμοποιείται εν προκειμένω, το οποίο είναι πολύ πιο ακριβές και αφορά την τεχνική ομάδα που θα αναλάβει την εκτέλεση της συμβάσεως: «A) Αξιολόγηση της ομάδας: 40 %. i) Ο συντελεστής αυτός προκύπτει από την εξέταση της συνθέσεως της ομάδας, της αποδεδειγμένης πείρας και των σπουδών των μελών της» (σημείο 2.2.1 της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως) (η υπογράμμιση δική μου).

48.

Αντιθέτως, όσον αφορά την πείρα ως κριτήριο αναθέσεως, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), η αναθέτουσα αρχή «όρισε ότι [αυτή] έπρεπε να εκτιμάται αναλόγως της αξίας των πραγματοποιηθεισών μελετών. Έτσι, ο διαγωνιζόμενος ελάμβανε 0 βαθμούς για ποσό μέχρι 500000 ευρώ, 6 βαθμούς για ποσό μεταξύ 500000 και 1 000 000 ευρώ, 12 βαθμούς για ποσό μεταξύ 1000000 και 1 500 000 ευρώ και ούτω καθεξής, μέχρι την ανώτατη βαθμολογία των 60 βαθμών για ποσό υψηλότερο των 12000000 ευρώ» (σκέψη 14 της εν λόγω αποφάσεως). Μόνον η συνολική αξία των εκπονηθεισών μελετών ήταν καθοριστικής σημασίας.

49.

Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο αναθέσεως, ήτοι τη στελέχωση και τον εξοπλισμό του γραφείου, αυτά «αξιολογήθηκαν με γνώμονα το μέγεθος της ομάδας μελέτης. Ως εκ τούτου, ο διαγωνιζόμενος ελάμβανε 2 βαθμούς για ομάδα 1 έως 5 ατόμων, 4 βαθμούς για ομάδα 6 έως 10 ατόμων και ούτω καθεξής, μέχρι την ανώτατη βαθμολογία των 20 βαθμών για ομάδες άνω των 45 ατόμων» [σκέψη 15 της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40)]. Και σε αυτήν την περίπτωση, το μόνο καθοριστικής σημασίας στοιχείο ήταν το μέγεθος της ομάδας (ανεξαρτήτως της συγκεκριμένης συνθέσεώς της και της συγκεκριμένης πείρας των μελών της).

50.

Τέλος, όσον αφορά το τρίτο κριτήριο αναθέσεως (τη δυνατότητα εκπονήσεως της μελέτης εντός του προβλεπόμενου χρόνου), αυτό «έπρεπε να εκτιμάται με γνώμονα την αξία των ανειλημμένων υποχρεώσεων. Έτσι, ο διαγωνιζόμενος ελάμβανε την ανώτατη βαθμολογία των 20 βαθμών για ποσό χαμηλότερο των 15000 ευρώ, 18 βαθμούς για ποσό μεταξύ 15000 και 60 000 ευρώ, 16 βαθμούς για ποσό μεταξύ 60000 και 100 000 ευρώ και ούτω καθεξής, μέχρι την κατώτατη βαθμολογία των 0 βαθμών για ποσό υψηλότερο του 1500000 ευρώ» (σκέψη 16 της εν λόγω αποφάσεως). Και σε αυτήν την περίπτωση δεν λαμβανόταν υπόψη καμία παράμετρος ποιότητας.

51.

Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι, εν αντιθέσει προς ό,τι συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) η αξιολόγηση αφορούσε τη μετέχουσα στον διαγωνισμό επιχείρηση (και την εν γένει πείρα της) και όχι την τεχνική ομάδα που θα ανελάμβανε την εκτέλεση της συμβάσεως (ή την ειδική πείρα της ομάδας αυτής).

52.

Ομοίως, στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑199/07, EU:C:2009:693), το κριτήριο αναθέσεως συνίστατο στην αξιολόγηση της γενικής και ειδικής πείρας της υποψήφιας επιχειρήσεως, ειδικότερα δε στην αξιολόγηση της εκ μέρους της εκπονήσεως μελετών παρόμοιων έργων, καθώς και στην ικανότητά της εκτελέσεως της συμβάσεως εντός της οριζόμενης προθεσμίας.

53.

Εκτιμώ, όπως η Nersant, ότι σε αμφότερες των περιπτώσεων τα οριζόμενα κριτήρια αφορούσαν την αφηρημένη καταλληλότητα ή ικανότητα των προσφερόντων προς εκτέλεση της συμβάσεως και όχι τη συγκεκριμένη καταλληλότητα ή ικανότητα των τεχνικών ομάδων που θα ανελάμβαναν την εκτέλεση αυτή.

54.

Πράγματι, κατά την άποψή μου, από τις αποφάσεις Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), καθώς και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑199/07, EU:C:2009:693) δεν προκύπτει ότι η συγκεκριμένη τεχνική ομάδα που προορίζεται για την εκτέλεση συμβάσεως δεν δύναται να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της αξιολογήσεως των προσφορών· αντιθέτως, από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτει απλώς ότι η ανάθεση της συμβάσεως δεν δύναται να στηρίζεται σε κριτήριο σχετικό με την καταλληλότητα του προσφέροντος προς εκτέλεση συμβάσεως (καταλληλότητα αναγόμενη στην αφηρημένη ικανότητά του).

55.

Ομοίως, η αξιολόγηση, εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής, της ομάδας που ο μετέχων στον διαγωνισμό οικονομικός φορέας προορίζει για την εκτέλεση της οικείας συμβάσεως, η οποία αφορά την παροχή υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, σκοπεί στην εκτίμηση της ποιότητας που ο οικονομικός φορέας προσφέρει για τις παρασχεθησόμενες υπηρεσίες. Η αξιολόγηση αυτή βασίζεται, επομένως, σε κριτήριο το οποίο σκοπεί στην επιλογή της προσφοράς που παρουσιάζει την καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής.

56.

Όπως επισημαίνουν οι Hölzl και Friton ( 20 ), το επιτρεπτό ενός κριτηρίου αναθέσεως εξαρτάται από το κατά πόσον αυτό συνδέεται με την αξιολόγηση της ικανότητας του προσφέροντος να εκτελέσει την οικεία σύμβαση ή κατά πόσον, αντιθέτως, σκοπεί στην ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η πείρα της ομάδας ή του προσωπικού που θα απασχοληθεί στην παροχή των υπηρεσιών τις οποίες αφορά η οικεία σύμβαση δύναται πράγματι να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο.

57.

Μια τέτοια ερμηνεία δεν προσκρούει στην απόφαση Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) ( 21 ). Συγκεκριμένα, με την εν λόγω απόφαση το Δικαστήριο απεφάνθη ότι αποκλείονται ως κριτήρια αναθέσεως εκείνα που «συνδέονται κυρίως» με ή «αφορούν [κυρίως]» την αξιολόγηση της καταλληλότητας των προσφερόντων να εκτελέσουν την οικεία σύμβαση. Εξ αυτού συνάγεται ότι επιτρέπεται η εφαρμογή κριτηρίων τα οποία, μολονότι άπτονται ομοίως του ζητήματος της καταλληλότητας του προσφέροντος προς εκτέλεση της συμβάσεως, σκοπούν κυρίως στην ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς.

58.

Συναφώς, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση άλλων αποφάσεων του Δικαστηρίου και, κατ’ αρχάς, της αποφάσεως GAT (C‑315/01, EU:C:2003:360), προγενέστερης της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40). Στην εν λόγω υπόθεση, αυστριακή αναθέτουσα αρχή είχε προκηρύξει δημόσιο διαγωνισμό για την προμήθεια ειδικού οχήματος (μηχανοκίνητου σαρώθρου) προοριζόμενου για την υπηρεσία διαχειρίσεως και συντηρήσεως αυτοκινητοδρόμου. Η προκήρυξη όριζε ότι, «προκειμένου να αποτιμήσει τις προσφορές για τον προσδιορισμό της συμφερότερης οικονομικά προσφοράς, η αναθέτουσα αρχή έπρεπε να λάβει υπόψη τον αριθμό των συστάσεων σχετικά με τα προϊόντα που προσφέρουν οι υποψήφιοι σε άλλους πελάτες», τούτο δε, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο, «χωρίς να εξετάσει αν η [εμπειρία] αυτών [των πελατών] με τα αποκτηθέντα προϊόντα ήταν καλή ή κακή» (σκέψη 57) —στοιχείο που έχει εν προκειμένω σημασία.

59.

Με τη σκέψη 64 της εν λόγω αποφάσεως το Δικαστήριο έκρινε ότι, μολονότι το άρθρο 26, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ ( 22 ) κατέλειπε στην αναθέτουσα αρχή την ευχέρεια επιλογής των κριτηρίων αναθέσεως της συμβάσεως, η επιλογή αυτή ηδύνατο να αναφέρεται μόνο σε κριτήρια που σκοπούσαν στην ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς. «Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι η υποβολή ενός καταλόγου των κυριοτέρων παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τα τελευταία τρία έτη, που αναφέρει το ποσό, την ημερομηνία και τον δημόσιο ή ιδιωτικό αποδέκτη, περιλαμβάνεται ρητά μεταξύ των αποδεικτικών αναφορών ή αποδεικτικών στοιχείων που, βάσει του άρθρου 23, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 93/36, μπορούν να απαιτούνται για να δικαιολογήσουν την τεχνική ικανότητα των προμηθευτών» (σκέψη 65).

60.

Εξάλλου, «ένας απλός κατάλογος αναφορών, όπως ο απαιτούμενος από την επίδικη στην κύρια δίκη πρόσκληση υποβολής προσφορών, [ο] οποί[ος] περιλαμβάνει αποκλειστικά την ταυτότητα και τον αριθμό των προγενέστερων πελατών των υποψηφίων, δεν περιλαμβάνει όμως άλλες διευκρινίσεις σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες στους πελάτες αυτούς παραδόσεις, δεν παρέχει καμιά ένδειξη που να επιτρέπει να εξακριβωθεί η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 93/36, και, επομένως, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποτελέσει κριτήριο αναθέσεως κατά την έννοια της διατάξεως αυτής» (σκέψη 66).

61.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο απεφάνθη ότι «η οδηγία 93/36 εμποδίζει όπως, στο πλαίσιο διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως προμηθειών, η αναθέτουσα αρχή λαμβάνει υπόψη τον αριθμό των συστάσεων σχετικά με τα προϊόντα που οι υποψήφιοι προσφέρουν σε άλλους πελάτες όχι ως κριτήριο εξακριβώσεως της ικανότητας αυτών να εκτελέσουν την εν λόγω σύμβαση, αλλά ως κριτήριο αναθέσεως της εν λόγω συμβάσεως» (σκέψη 67).

62.

Κατά την άποψή μου, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει αποκλείσει κατ’ αρχήν τη χρησιμοποίηση καταλόγων συστάσεων ως κριτηρίου αναθέσεως, τούτο, ωστόσο, αποκλειστικώς στον βαθμό κατά τον οποίο οι κατάλογοι αυτοί παρέχουν ένδειξη περί της ποιότητας [επί παραδείγματι, αναφέροντας αν η εμπειρία των πελατών με τα προϊόντα υπήρξε καλή ή κακή (βλ. σκέψη 57 της εν λόγω αποφάσεως)], ήτοι ένδειξη παρέχουσα τη δυνατότητα αναδείξεως της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς ( 23 ).

63.

Εξάλλου, με την απόφασή του Evans Medical και Macfarlan Smith (C‑324/93, EU:C:1995:84) το Δικαστήριο δεν είχε αποφανθεί υπέρ του αμοιβαίου αποκλεισμού των κριτηρίων επιλογής και των κριτηρίων αναθέσεως· αντιθέτως, είχε δεχθεί τη δυνατότητα συνεκτιμήσεως, κατά την ανάθεση, κριτηρίου επικεντρωμένου στον προσφέροντα (ήτοι της ικανότητάς του να εξασφαλίζει κατά τρόπο αξιόπιστο και σταθερό τον προβλεπόμενο από την οικεία σύμβαση εφοδιασμό).

64.

Επισημαίνεται, τέλος, ότι, ενώ η αξιοπιστία μνημονεύεται ειδικώς στις οδηγίες περί δημοσίων συμβάσεων ως κριτήριο επιλογής, με την απόφαση EVN και Wienstrom (C‑448/01, EU:C:2003:651, σκέψη 70) το Δικαστήριο επισημαίνει ότι «η ασφάλεια του εφοδιασμού μπορεί καταρχήν να περιληφθεί στα κριτήρια αναθέσεως που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της οικονομικά πλέον συμφέρουσας προσφοράς».

65.

Κρίνεται σκόπιμη επίσης η μνεία στη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί υποθέσεων σχετικών με δημόσιες συμβάσεις συναπτόμενες από θεσμικά όργανα της Ένωσης, η οποία παρουσιάζει εν προκειμένω ενδιαφέρον διότι οι συμβάσεις αυτές συνάπτονται βάσει διατάξεων των οποίων το γράμμα ταυτίζεται με εκείνο των διατάξεων της οδηγίας 2004/18 που τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής.

66.

Στην υπόθεση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (T‑589/08, EU:T:2011:73) [η οποία εκρίθη μετά την απόφαση Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), ενώ η ασκηθείσα κατά της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως απερρίφθη με τη διάταξη του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής (C‑235/11 P, EU:C:2011:791)], ετίθετο το ζήτημα του αριθμού των ημερών ο οποίος δηλωνόταν για την εκτέλεση του έργου στο πλαίσιο διαδικασίας διαγωνισμού. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι «[μ]ε την έκθεσή της η επιτροπή αξιολογήσεως είχε επισημάνει ότι “[ο] δηλωθείς για την εκτέλεση του έργου αριθμός ημερών εμφαν[ιζόταν] υπέρμετρα χαμηλός” και ότι “[τ]ούτο γεννούσε σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα προσήκουσας επιτεύξεως των στόχων» (σκέψη 40).

67.

Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο υπενθύμισε ότι «με την προσφορά της η προσφεύγουσα είχε προτείνει 45 εργατοημέρες για τη διαχείριση του έργου, ενώ η περιλαμβανόμενη στη συγγραφή υποχρεώσεων εκτίμηση ήταν 60 εργατοημέρες. Όπως επισήμανε με την έκθεσή της η επιτροπή αξιολογήσεως, ο προταθείς από την προσφεύγουσα αριθμός εργατοημερών υπολείπεται, επομένως, κατά 25 % της ενδεικτικής εκτιμήσεως που περιλαμβάνεται στην επίμαχη πρόσκληση προς υποβολή προσφορών. Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι απόκλιση αυτής της τάξεως καθιστά επιβεβλημένη μια πειστική εξήγηση, γεγονός που παραδέχθηκε εξάλλου η προσφεύγουσα κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση» (σκέψη 41). Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η δήλωση του προβλεπόμενου αριθμού εργατοημερών ήταν «καθοριστικής σημασίας κυρίως για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας της προσφοράς της προσφεύγουσας» (σκέψη 42).

68.

Το στοιχείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω είναι η επισήμανση στην οποία προβαίνει ορθώς το Γενικό Δικαστήριο με τη σκέψη 43 της εν λόγω αποφάσεως, ήτοι ότι «η εν λόγω απόκλιση δεν δύναται να εξηγηθεί ούτε βάσει της πείρας των εμπειρογνωμόνων της προσφεύγουσας την οποία αυτή επικαλείται. Το Γενικό Δικαστήριο δεν συμμερίζεται, εντούτοις, τη δήλωση της Επιτροπής ότι η πείρα της προσφεύγουσας στερείται σημασίας για την αξιολόγηση των κριτηρίων αναθέσεως. Μολονότι είναι αληθές ότι, εν γένει, ο παράγοντας αυτός λαμβάνεται υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί κατά πόσον η προσφορά δύναται να πληροί τα κριτήρια επιλογής και όχι κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων αναθέσεως, επιβάλλεται η επισήμανση ότι η προσφεύγουσα δεν επικαλείται την πείρα της ως κριτήριο αναθέσεως αυτό καθ’ εαυτό, αλλά αποκλειστικώς προκειμένου να δικαιολογήσει τον μειωμένο αριθμό εργατοημερών. Στο πλαίσιο αυτό, μια πιο μακρά πείρα θα μπορούσε κατ’ αρχήν να εξηγήσει μια τέτοια απόκλιση μεταξύ των εκτιμήσεων» (η υπογράμμιση δική μου).

69.

Όπως, όμως, επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο (σκέψη 44), στην εν λόγω υπόθεση η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ότι η ομάδα της διέθετε μεγαλύτερη πείρα. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε βασίμως θεωρήσει ότι η πείρα την οποία επικαλείτο η προσφεύγουσα δεν καθιστούσε δυνατή την αξιολόγηση της ικανότητας της ομάδας να ολοκληρώσει τις απαιτούμενες εργασίες εντός 45 ημερών (σκέψη 45) ( 24 ).

70.

Με άλλη απόφαση, μεταγενέστερη της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), και, συγκεκριμένα, με την απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EFSA (T‑457/07, EU:T:2012:671), το Γενικό Δικαστήριο απεφάνθη ορθώς —στο πλαίσιο διαφοράς με αντικείμενο την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων, εκ μέρους οργανισμού της Ένωσης, με αντικείμενο την παροχή, βάσει συμβάσεως‑πλαισίου, υπηρεσιών ιδιαιτέρως τεχνικού χαρακτήρα— ότι δεν ηδύνατο να συναχθεί, ούτε από την ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση ούτε από τη διαμορφωθείσα με τις αποφάσεις Beentjes (31/87, EU:C:1988:422) και Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) νομολογιακή θέση, ότι η αξιολόγηση βιογραφικών σημειωμάτων τόσο κατά το στάδιο επιλογής όσο και κατά το στάδιο αναθέσεως έπρεπε να αποκλεισθεί επί της αρχής (βλ. σκέψεις 80 επ.).

71.

Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η συνεκτίμηση των εν λόγω στοιχείων κατά το στάδιο αναθέσεως ηδύνατο να κριθεί δικαιολογημένη στον βαθμό κατά τον οποίο σκοπούσε στην ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς και όχι στην αξιολόγηση της ικανότητας των προσφερόντων να εκτελέσουν τη σύμβαση (σκέψεις 81 και 82).

72.

Το Γενικό Δικαστήριο τονίζει ιδιαιτέρως το γεγονός ότι η εφαρμογή κριτηρίου που συνίσταται στην αξιολόγηση του επιμορφωτικού προγράμματος ομάδας η οποία προτείνεται για την εκτέλεση συμβάσεως παροχής υπηρεσιών σύνθετου χαρακτήρα δύναται να υπηρετεί τον σκοπό αναδείξεως της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς στον βαθμό κατά τον οποίο πρόκειται σαφώς για υπηρεσίες σε σχέση με τις οποίες η ποιότητα της προσφοράς και η ποιότητα της προτεινόμενης ομάδας αναντίρρητα συνδέονται (σκέψη 82).

73.

Με την απόφαση AWWW κατά FEACVT (T—211/07, EU:T:2008:240, σκέψεις 58 έως 63), ομοίως μεταγενέστερη της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), το Γενικό Δικαστήριο, επίσης ορθώς, έκρινε θεμιτή την εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής συνεκτίμηση, ως κριτηρίου αναθέσεως της συμβάσεως, της πείρας, στον βαθμό κατά τον οποίο γίνεται δεκτό ότι τα συνεκτιμηθέντα κατά τη διαδικασία επιλογής βιογραφικά σημειώματα και η πείρα δύνανται να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση της ποιότητας της εκτελέσεως, εκ μέρους του προσφέροντος, των ειδικών τμημάτων του έργου τα οποία αφορά η σύμβαση. Την ίδια νομολογιακή γραμμή ακολουθεί και η απόφαση Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΚΠΝΤ (T‑63/06, EU:T:2010:368).

74.

Ήδη προ της αποφάσεως Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40), με την απόφαση Renco κατά Συμβουλίου (T‑4/01, EU:T:2003:37) το Γενικό Δικαστήριο είχε δεχθεί ότι η πείρα της επιχειρήσεως δύναται να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο αναθέσεως ( 25 ).

Γ – Η θεωρία

75.

Με πληθώρα άρθρων στη θεωρία υποστηρίζεται επίσης ότι η αξιολόγηση της τεχνικής ομάδας που πρόκειται να αναλάβει την εκτέλεση συμβάσεως δύναται να συνιστά πτυχή της προσφοράς και όχι χαρακτηριστικό του προσφέροντος και ότι, εκ του λόγου τούτου, η αξιολόγηση αυτή δύναται να αποτελεί συνεκτιμητέο παράγοντα κατά την επιλογή της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προτάσεως ( 26 ).

76.

Όπως επισημαίνει ορθώς ο Lee ( 27 ), «[e]valuating an entity’s ability to perform the contract on the one hand, and comparing the strengths of different teams proposed by tenderers are not the same thing. For example, an awarding authority seeking management consultancy services is likely to find that the global consultancy firms have the capacity and manpower to carry out almost any given management consultancy project. However, it is self—evident that the success of the project will depend not on the capacity of the firm but on the specific resources made available by that firm for the project».

77.

Περαιτέρω, όπως παρατηρεί ορθώς η Rubach‑Larsen ( 28 ), «the ECJ has opened up for the lawful choice of bidder‑related criteria as award criteria, provided that these are not essentially linked to the selection of qualified tenderers, but instead to the evaluation of the offers, and not principally related to the tenderers’ experience, qualification or means, but to the quality of the works, supplies or services they have offered» (η υπογράμμιση δική μου).

78.

Όπως επισημαίνει επίσης ορθώς η Arrowsmith ( 29 ), «Lianakis does not preclude considering either the abilities of the tenderer or the qualities of the individuals or team that will be working on the contract to the extent that these are actually relevant to the quality of the work that will be done under the contract i.e. to determining which offer is the most economically advantageous. In this respect, it can be argued that on the facts of Lianakis the experience and manpower of the tenderer was not actually used to assess the quality of the services but in an arbitrary fashion that had no relevance to that question — tenderers were given higher scores for different types and extent of experience without actually considering the relevance of this to the services to be performed (which were actually of relatively low value)» (η υπογράμμιση δική μου).

79.

Τέλος, ο Treumer ( 30 ) παραθέτει ευστόχως απόφαση του Danish Complaints Board for Public Procurement ( 31 ), στην οποία «[t]he Board quoted a passage from [an] earlier ruling to the effect that according to the EC public procurement rules it is not excluded that an element can be considered both in the selection and in the award stage. However, according to the Board the condition is that the element according to its content is suited to function as the basis for selection but also — owing to the character of the supply in question — is suited to assess the economically most advantageous tender. The Board found that this condition was fulfilled in the concrete case, which concerned a service where an experienced service provider would be of particular value. The Board emphasised in this context that the reliability of supply was of special importance for the task in question, namely out of consideration for maritime safety. The Board therefore found it justified to consider the extent of the experience in the award phase while it at the same time stressed that this normally is to be considered as a selection criterion» (η υπογράμμιση δική μου).

Δ – Πρόταση

80.

Μολονότι η διάκριση μεταξύ του σταδίου επιλογής και του σταδίου αναθέσεως αποκλείει την εφαρμογή ως κριτηρίου αναθέσεως της γενικής πείρας οικονομικού φορέα, η ειδική πείρα της συγκεκριμένης τεχνικής ομάδας που ο εν λόγω επιχειρηματίας προτείνει δύναται, προκειμένου για ορισμένες συμβάσεις, να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της αξιολογήσεως της προσφοράς κατά το στάδιο της αναθέσεως της συμβάσεως.

81.

Όπως ορθώς επισήμανε η Πολωνική Κυβέρνηση, το άρθρο 53 της οδηγίας 2004/18 καταλέγει ρητώς την ποιότητα της παραδόσεως ή των υπηρεσιών μεταξύ των κριτηρίων που η αναθέτουσα αρχή δύναται να λάβει υπόψη. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 53, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2004/18 αναφέρεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής και όχι στην πλέον συμφέρουσα προσφορά βάσει αφηρημένων και αντικειμενικών κριτηρίων. Η αναθέτουσα αρχή πρέπει, επομένως, να έχει τη δυνατότητα να καθορίζει, προκειμένου για την επιλογή της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς, τους συνεκτιμητέους παράγοντες, των οποίων η κατάφαση θα της παρέχει τη δυνατότητα να επιλέγει την πλέον συμφέρουσα από πλευράς των ειδικών αναγκών της προσφορά.

82.

Συντάσσομαι επίσης με τη θέση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, η οποία τονίζει ότι η δυνατότητα, αν όχι αναγκαιότητα, αξιολογήσεως της τεχνικής αξίας και της ποιότητας της προτάσεως αυτής καθ’ εαυτήν εν όψει της αναθέσεως συμβάσεων με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, επιμορφώσεως και συμβουλευτικής, όπως είναι οι υπηρεσίες της επίδικης εν προκειμένω συμβάσεως, πρέπει να συγκεκριμενοποιείται βάσει αντικειμενικών στοιχείων σχετικών με το περιεχόμενο της προσφοράς. Εξάλλου, ένα εκ των βασικών αυτών στοιχείων συνίσταται ακριβώς στην αναφορά του συγκεκριμένου ανθρωπίνου δυναμικού που οι προσφέροντες προτίθενται να διαθέσουν για την εκτέλεση της συμβάσεως, αναφορά η οποία συνιστά προφανώς ιδιότητα ή χαρακτηριστικό όχι των προσφερόντων, αλλά της ίδιας της προσφοράς.

83.

Φρονώ ότι η συγκεκριμένη ερμηνεία είναι αυτή που ανταποκρίνεται καλύτερα στο γράμμα και το πνεύμα των οικείων διατάξεων, καθώς και στην οικονομία της οδηγίας 2004/18 (η οποία, υπενθυμίζεται, σκοπεί στην απόδοση μεγαλύτερης βαρύτητας στα ποιοτικά κριτήρια ( 32 )), προκειμένου για τις συμβάσεις με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, επιμορφώσεως και συμβουλευτικής.

84.

Υπό το πρίσμα της οδηγίας 2004/18, το κριτήριο αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως δύναται, επομένως, να εμπερικλείει αξιολόγηση των τεχνικών ομάδων που οι προσφέροντες προτείνουν κατά τρόπο αντικειμενικό και συγκεκριμένο για την εκτέλεση συμβάσεως με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, όπως είναι οι υπηρεσίες επιμορφώσεως ή συμβουλευτικής.

85.

Τέλος, όπως επισήμανε ορθώς η Πολωνική Κυβέρνηση, από τη διαβιβασθείσα στο Δικαστήριο δικογραφία δύναται να συναχθεί ότι, εν προκειμένω, η αναθέτουσα αρχή συμμορφώθηκε προς τις λοιπές επιταγές της οδηγίας 2004/18 που αφορούν την αναγκαιότητα τηρήσεως των αρχών της διαφάνειας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως.

86.

Επιβάλλεται, επομένως, να δοθεί επί του υποβληθέντος προδικαστικού ερωτήματος η απάντηση ότι η οδηγία 2014/18 δεν απαγορεύει, προκειμένου για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, επιμορφώσεως και συμβουλευτικής, την εκ μέρους των αναθετουσών αρχών χρησιμοποίηση, σε ορισμένες περιστάσεις, ως ενός εκ των συντελεστών που συνθέτουν το κριτήριο αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, της αξιολογήσεως των συγκεκριμένων ομάδων που οι προσφέροντες έχουν προτείνει για την εκτέλεση της οικείας συμβάσεως και της συνεκτιμήσεως, βάσει συγκεκριμένης εξετάσεως, της συνθέσεως των εν λόγω ομάδων, της αποδεδειγμένης πείρας και των διπλωματών και λοιπών επαγγελματικών προσόντων των μελών τους. Η άσκηση της ευχέρειας αυτής είναι συμβατή με τους σκοπούς της οδηγίας 2004/18 μόνον οσάκις τα χαρακτηριστικά και τα ειδικά προσόντα του προσωπικού που απαρτίζει την ομάδα συνιστούν καθοριστικό στοιχείο της οικονομικής αξίας της υποβληθείσας σε αξιολόγηση εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής προσφοράς, κατά τρόπον ώστε η άνευ εγκρίσεως αντικατάσταση, κατά το στάδιο εκτελέσεως της συμβάσεως, ενός εκ των μελών της προταθείσας ομάδας να είναι ικανή να συνεπάγεται υποβάθμιση της αξίας αυτής κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής.

Ε – Post scriptum: η νέα οδηγία 2014/24

87.

Μολονότι η νέα οδηγία 2014/24 δεν τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής ratione temporis ( 33 ), η μνεία σε αυτήν κρίνεται σκόπιμη για λόγους πληρότητας.

88.

Από το άρθρο 67, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2014/24 προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης έκρινε αναγκαία την αποσαφήνιση των κανόνων που αποτέλεσαν αντικείμενο πραγματεύσεως κατά την ανάπτυξη των παρουσών προτάσεων. Κατά τη διάταξη αυτή, μεταξύ των κριτηρίων αναθέσεως τα οποία η αναθέτουσα αρχή δύναται να λάβει υπόψη για την ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομικής απόψεως προσφοράς καταλέγονται «η οργάνωση, τα προσόντα και η πείρα του προσωπικού στο οποίο ανατίθεται η εκτέλεση της σύμβασης, αν η ποιότητα του διατεθέντος προσωπικού μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στο επίπεδο απόδοσης της σύμβασης».

89.

Η διάταξη αυτή αποσαφηνίζεται περαιτέρω με την αιτιολογική σκέψη 94 της εν λόγω οδηγίας, η οποία έχει ως εξής:

«Στις περιπτώσεις όπου η ποιότητα του απασχολούμενου προσωπικού επηρεάζει το επίπεδο απόδοσης της σύμβασης, οι αναθέτουσες αρχές θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν ως κριτήριο ανάθεσης την οργάνωση, τα προσόντα και την πείρα του προσωπικού στο οποίο ανατίθεται η εκτέλεση της σχετικής σύμβασης, καθώς αυτό μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα της εκτέλεσης της σύμβασης και, κατ’ επέκταση, την οικονομική αξία της προσφοράς. Ένα τέτοιο παράδειγμα θα μπορούσαν να αποτελέσουν οι συμβάσεις για υπηρεσίες διανοητικής φύσεως, όπως οι υπηρεσίες συμβούλων ή αρχιτεκτόνων. Οι αναθέτουσες αρχές που κάνουν χρήση αυτής της δυνατότητας θα πρέπει να διασφαλίζουν, με κατάλληλα συμβατικά μέσα, ότι το προσωπικό που έχει αναλάβει την εκτέλεση της σύμβασης πληροί τα καθορισθέντα ποιοτικά πρότυπα και ότι η αντικατάσταση του προσωπικού αυτού είναι δυνατή μόνο με τη συναίνεση της αναθέτουσας αρχής, η οποία ελέγχει ότι οι αντικαταστάτες παρέχουν ισοδύναμα εχέγγυα ποιότητας.»

90.

Η πρόθεση αποσαφηνίσεως των επίμαχων στην υπό κρίση υπόθεση κανόνων είχε ήδη αποτυπωθεί στην πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις [COM(2011) 896 τελικό]. Συγκεκριμένα, με την αιτιολογική έκθεση της εν λόγω προτάσεως επισημαίνεται ότι «[η] διάκριση μεταξύ της επιλογής των προσφερόντων και της ανάθεσης της σύμβασης, η οποία συχνά αποτελεί πηγή σφαλμάτων και παρανοήσεων έγινε πιο ευέλικτη, επιτρέποντας στις αρμόδιες αρχές να προσδιορίζουν την πλέον πρακτική ιεράρχηση, εξετάζοντας τα κριτήρια ανάθεσης πριν από τα κριτήρια επιλογής, και να λαμβάνουν υπόψη την οργάνωση και την ποιότητα του προσωπικού στο οποίο έχει ανατεθεί η εκτέλεση της σύμβασης ως κριτήριο ανάθεσης».

III – Πρόταση

91.

Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει επί του υποβληθέντος από το Supremo Tribunal Administrativo προδικαστικού ερωτήματος την ακόλουθη απάντηση:

Η οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, δεν απαγορεύει, προκειμένου για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών διανοητικής φύσεως, επιμορφώσεως και συμβουλευτικής, τον εκ μέρους των αναθετουσών αρχών καθορισμό, ως ενός εκ των συντελεστών που συνθέτουν το κριτήριο αναθέσεως δημοσίας συμβάσεως, της αξιολογήσεως των συγκεκριμένων ομάδων που οι προσφέροντες έχουν προτείνει για την εκτέλεση της συμβάσεως και της συνεκτιμήσεως της συνθέσεως των εν λόγω ομάδων, της αποδεδειγμένης πείρας και των διπλωματών και λοιπών επαγγελματικών προσόντων των μελών τους. Η άσκηση της ευχέρειας αυτής είναι, εντούτοις, συμβατή με τους σκοπούς της οδηγίας 2004/18 μόνον οσάκις τα χαρακτηριστικά και τα ειδικά προσόντα του προσωπικού που απαρτίζει την ομάδα συνιστούν καθοριστικό στοιχείο της οικονομικής αξίας της υποβληθείσας σε αξιολόγηση εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής προσφοράς.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.

( 2 ) ΕΕ L 134, σ. 114.

( 3 ) Diário da República, σειρά 2, αριθ. 226.

( 4 ) Μετά την υποβολή της υποθέσεως στην κρίση του Δικαστηρίου, εκδόθηκε η οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις δημόσιες προμήθειες και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94, σ. 65), η οποία ετέθη σε ισχύ τον Απρίλιο του ιδίου έτους.

( 5 ) Βλ. αποφάσεις Επιτροπή κατά Γαλλίας (C‑337/98, EU:C:2000:543, σκέψεις 38 έως 40), καθώς και Hochtief και Linde-Kca-Dresden (C‑138/08, EU:C:2009:627). Η οδηγία 2014/24 δεν είχε καν τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς της κύριας δίκης.

( 6 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις Beentjes (31/87, EU:C:1988:422, σκέψεις 15 και 16) και Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40, σκέψη 26).

( 7 ) Αποφάσεις Beentjes (31/87, EU:C:1988:422, σκέψη 19)· Concordia Bus Finland (C‑513/99, EU:C:2002:495, σκέψεις 54 και 59)· GAT (C‑315/01, EU:C:2003:360, σκέψεις 63 και 64), καθώς και Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40, σκέψη 29).

( 8 ) Οδηγία του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1, στο εξής: οδηγία 92/50).

( 9 ) Επισημαίνεται ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε από πενταμελές τμήμα, χωρίς την ανάπτυξη προτάσεων.

( 10 ) Βλ. απόφαση Beentjes (31/87, EU:C:1988:422).

( 11 ) Συναφώς, βλ., επίσης, απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής (C‑641/13 P, EU:C:2014:2264).

( 12 ) Ορισμένοι συγγραφείς έχουν επισημάνει εντούτοις ότι σε άλλα άρθρα τους οι δύο οδηγίες παρουσιάζουν διαφορές ως προς το συγκεκριμένο θέμα. Βλ., επί παραδείγματι, Burgi, M., και Brandmeier, B., «Quality as an interacting award criterion under current and future EU-law», European Procurement & Public Private Partnership Law Review, 2014, τόμος 9, αριθ. 1, σ. 23: «Taking a closer look at the background of these judgments [Beentjes (31/87, EU:C:1988:422), Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40) και Επιτροπή κατά Ελλάδας (C‑199/07, EU:C:2009:693)], […] the wording of the previous provisions in Directive 92/50/EC, on which the court based its decision, provided for a much stricter differentiation between the selection and the award stage. […] Article 20 stated that selection criteria had to be evaluated before entering the award phase. Apart from the fact that this chronological order never was interpreted in a strict way […], the legal base for such an assumption was replaced. A provision according to Article 20 of Directive 92/50 no longer exists under current EU law».

( 13 ) Με το ίδιο άρθρο οι Μ. Burgi και Β. Brandmeier, όπ.π., επισημαίνουν ότι, «among the non-exhaustive list of possible award criteria in Article 53(1)(a) of Directive 2004/18/EC, the aspect of “delivery date and delivery period or period of completion” was introduced as concreti[s]ation of quality in this regard. […] Apart from this, it is striking that the court gave no further justification, in any of these rulings, for the necessity of such a strict differentiation, nor did it take into account the practical need of public entities to make certain tenderer-related aspects part of their awarding decision».

( 14 ) Το οποίο αφορά την περίπτωση κατά την οποία «η σύμβαση ανατίθεται στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά κατά την κρίση της αναθέτουσας αρχής», ενώ η παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, αφορά την περίπτωση κατά την οποία κριτήριο για την ανάθεση της συμβάσεως αποτελεί «αποκλειστικά η χαμηλότερη τιμή».

( 15 ) Βλ., συναφώς, απόφαση Concordia Bus Finland (C‑513/99, EU:C:2002:495, σκέψη 59) και Λιανάκης κ.λπ. (C‑532/06, EU:C:2008:40, σκέψη 29).

( 16 ) Βλ. Lee, P., «Implications of the Lianakis decision», Public Procurement Law Review, 2010, σ. 52: «The recitals in the old directives were silent regarding award criteria. This change clarifies that where criteria are relevant to assess the “performance offered” by each tenderer, it is an appropriate and valid award criteria. This provision changes the emphasis that might have existed in the old directives, and clarifies that criteria, where they assess the “level of performance”, must be valid criteria regardless of whether it was also a selection criterion. How else is the anticipated level of performance in a services contract to be evaluated? Does not the experience of the specific personnel offered become a necessary evaluation criterion? Perhaps the anticipated level of performance and the mere ability to perform are different. A League One soccer player has the ability to “perform” in a soccer match, but the anticipated level of performance would be significantly different from that of a premiership player» (η υπογράμμιση δική μου).

( 17 ) Βλ. Pachner, F., «Schafft die Entscheidung Lianakis des EuGH Probleme für die Vergabe geistiger Leistungen?», ZVB, 2008, σ. 285 επ.

( 18 ) Για την ίδια ερμηνεία βλ., μεταξύ άλλων, Lee P., όπ.π. Όπως επισημαίνει ορθώς ο Lee: i) «the facts of the case [in Lianakis e.a.] go some way to undermine the contention that the municipality genuinely examined the project team rather than the firm’s size»»· ii) «there is nothing explicit or implicit in the wording of the directives that leads to the conclusion that the experience of the project team cannot be, or should not be, evaluated at the award stage», και iii) «more unfortunately neither in Beentjes nor in Lianakis [e.a.] is there any rationale offered to explain the harm that could arise if “experience” were considered at both stages, in particular where at selection “experience” is of the entity and at award is of the project team».

( 19 ) «Η διακήρυξη διαγωνισμού προέβλεπε ως κριτήρια αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας, πρώτον, την αποδεδειγμένη εμπειρία του μελετητή σε σχετικές μελέτες που έχει εκπονήσει την τελευταία τριετία, δεύτερον, τη στελέχωση και τον εξοπλισμό του γραφείου και, τρίτον, τη δυνατότητα εκπονήσεως της μελέτης στον προβλεπόμενο χρόνο, σε συνδυασμό με τις ανειλημμένες υποχρεώσεις του γραφείου και το επιστημονικό δυναμικό του» (σκέψη 10 της εν λόγω αποφάσεως) (η υπογράμμιση δική μου).

( 20 ) Hölzl, F. J., και Friton, P., «Entweder — Oder: Eignungs — sind keine Zuschlagskriterien», Neue Zeitschrift für Baurecht und Vergaberecht, 2008, σ. 307 και 308.

( 21 ) Βλ. Orthmann, M., «The experience of the bidder as award criterion in EU public procurement law», Humboldt Forum Recht, 2014, αριθ. 1, σ. 4. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι, «throughout the EU, contracting authorities already seem to have adopted a flexible interpretation of the rule and to follow a pragmatic approach in dealing with the criterion “experience” [...] In general, contracting authorities indeed encounter the problem of experience as an award criterion mostly in cases concerning services of a more complex nature... National courts seem to have adopted a soft interpretation of the rule [...] allowing the contracting authorities to take into account experience where it is linked to the subject-matter of the contract [...] and has not been established as a selection criterion [Oberlandesgericht München, απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2011, αριθ. Verg 24/10· Oberlandesgericht Düsseldorf, απόφαση της 5ης Μαΐου 2008, αριθ. Verg 5/08, Oberlandesgericht Düsseldorf, απόφαση της 28ης Απριλίου 2008, αριθ. Verg 1/08]».

( 22 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών (ΕΕ L 199, σ. 1).

( 23 ) Βλ., επίσης, το σημείο 51 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα L. A. Geelhoed στην υπόθεση GAT (C‑315/01, EU:C:2002:573), με το οποίο επισημαίνεται ότι «[ε]ίναι δυνατόν, ο εν λόγω κατάλογος συστάσεων να ασκεί επιρροή ως προς την πείρα και την τεχνογνωσία του προσφέροντος, αλλά ένας τέτοιος κατάλογος δεν είναι πρόσφορος για να προσδιοριστεί η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς προσφορά. Ένας τέτοιος κατάλογος συστάσεων δεν παρέχει ειδικότερα την ελάχιστη ένδειξη όσον αφορά τις παρασχεθείσες υπηρεσίες, τη συντήρηση, το κόστος χρησιμοποιήσεως ή άλλα κριτήρια ικανά να προσδιορίσουν ποια προσφορά θα αποδειχθεί τελικά η πλέον συμφέρουσα, με οικονομικούς όρους, για την αναθέτουσα αρχή».

( 24 ) Βλ. Petersen, Ζ., «Refining the rules on the distinction between selection and award criteria — Evropaïki Dynamiki v Commission (T‑589/08)», Public Procurement Law Review, 2011, σ. NA246: «The present ruling […] interprets [the] case law [of the Court] in a flexible way, as it clearly approved the consideration of the experience and qualifications of the proposed team members when evaluating the relative advantages of the proposed project management within the third award criterion. For the purpose of that evaluation it expressly applied the test whether the applicant’s tender had shown the ability of its proposed team to properly deliver the objectives of the contract […] So it seems that the General Court considers the experience and qualifications of the team members offered to perform the specific contract to be admissible considerations for the award decision. The experience and qualifications of the team offered in the tender is, according to the General Court, relevant to establish the tenderer’s ability to properly deliver the contract, which clearly is a quality criterion relevant to identifying the most economically advantageous tender».

( 25 ) Οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου επί των υποθέσεων Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EFSA (T‑457/07, EU:T:2012:671)· AWWW κατά FEACVT (T‑211/07, EU:T:2008:240)· Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά ΕΚΠΝΤ (T‑63/06, EU:T:2010:368), και Renco κατά Συμβουλίου (T‑4/01, EU:T:2003:37) δεν έχουν αναιρεθεί.

( 26 ) Διάφορα άρθρα παρατίθενται από τον Orthmann, Μ., όπ.π.

( 27 ) Lee, P., όπ.π., σ. 47 και 48.

( 28 ) Rubach-Larsen, A., «Selection and award criteria from a German public procurement law perspective», Public Procurement Law Review, 2009, σ. 112, 119 και 120.

( 29 ) Arrowsmith, S., «EU Public Procurement Law: An Introduction», University of Nottingham, 2010, σ. 173 και 174.

( 30 ) Βλ. Treumer, S., «The distinction between selection and award criteria in EC public procurement law: the Danish approach», Public Procurement Law Review, 2009, αριθ. 3, σ. 146 έως 154.

( 31 ) Στην υπόθεση Iver C. Weilbach og CO A/S v Kort- og Matrikelstyrelsen.

( 32 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 27 των προτάσεων.

( 33 ) Βλ., ανωτέρω, σημείο 16 των προτάσεων.

Top