This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62012CC0309
Opinion of Advocate General Bot delivered on 20 June 2013.#Maria Albertina Gomes Viana Novo and Others v Fundo de Garantia Salarial IP.#Request for a preliminary ruling from the Tribunal Central Administrativo Norte.#Reference for a preliminary ruling — Directive 80/987/EEC — Directive 2002/74/EC — Protection of employees in the event of employer’s insolvency — Guarantee institutions — Limitation on the payment obligation of the guarantee institution — Wage claims falling due more than six months before the commencement of legal proceedings seeking a declaration of the employer’s insolvency.#Case C‑309/12.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 20ής Ιουνίου 2013.
Maria Albertina Gomes Viana Novo κ.λπ. κατά Fundo de Garantia Salarial IP.
Αίτηση του Tribunal Central Administrativo Norte για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 80/987/ΕΟΚ — Οδηγία 2002/74/ΕΚ — Προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οργανισμοί εγγύησης — Περιορισμός της υποχρέωσης πληρωμής, την οποία υπέχουν οι οργανισμοί εγγύησης — Μισθολογικές απαιτήσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έξι και πλέον μήνες προτού κινηθεί η διαδικασία για τη δικαστική αναγνώριση της αφερεγγυότητας του εργοδότη.
Υπόθεση C‑309/12.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot της 20ής Ιουνίου 2013.
Maria Albertina Gomes Viana Novo κ.λπ. κατά Fundo de Garantia Salarial IP.
Αίτηση του Tribunal Central Administrativo Norte για την έκδοση προδικαστικής απόφασης.
Προδικαστική παραπομπή — Οδηγία 80/987/ΕΟΚ — Οδηγία 2002/74/ΕΚ — Προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οργανισμοί εγγύησης — Περιορισμός της υποχρέωσης πληρωμής, την οποία υπέχουν οι οργανισμοί εγγύησης — Μισθολογικές απαιτήσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έξι και πλέον μήνες προτού κινηθεί η διαδικασία για τη δικαστική αναγνώριση της αφερεγγυότητας του εργοδότη.
Υπόθεση C‑309/12.
Court reports – general
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2013:419
ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
YVES BOT
της 20ής Ιουνίου 2013 ( 1 )
Υπόθεση C‑309/12
Maria Albertina Gomes Viana Novo,
Ezequiel Martins Dias,
Gabriel Inácio da Silva Fontes,
Marcelino Jorge dos Santos Simões,
Manuel Dourado Eusébio,
Alberto Martins Mineiro,
Armindo Gomes de Faria,
José Fontes Cambas,
Alberto Martins do Alto,
José Manuel Silva Correia,
Marilde Marisa Moreira Marques Moita,
José Rodrigues Salgado Almeida,
Carlos Manuel Sousa Oliveira,
Manuel da Costa Moreira,
Paulo da Costa Moreira,
José Manuel Serra da Fonseca,
Ademar Daniel Lourenço Dias,
Ana Mafalda Azevedo Martins Ferreira
κατά
Fundo de Garantia Salarial, IP
[αίτηση του Tribunal Central Administrativo Norte (Πορτογαλία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]
«Προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη — Οδηγία 80/987/ΕΟΚ — Οδηγία 2002/74/ΕΚ — Άρθρα 3 και 4 — Εγγύηση των μισθολογικών απαιτήσεων — Χρονικός περιορισμός της εγγυήσεως — Περιορισμός της ισχύος της μόνο στις περιπτώσεις απαιτήσεων που γεννήθηκαν κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν από την υποβολή της αιτήσεως για αναγνώριση της αφερεγγυότητας του εργοδότη — Προγενέστερη άσκηση αγωγής από μισθωτούς, με αίτημα την καταβολή και την αναγκαστική είσπραξη των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους — Αποτέλεσμα»
|
1. |
Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 4 και 10 της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη ( 2 ), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 ( 3 ). |
|
2. |
Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ, αφενός, της Μ. Α. Gomes Viana Novo και 17 ακόμη μισθωτών ενός εργοδότη σε κατάσταση αφερεγγυότητας και, αφετέρου, του Fundo de Garantía Salarial, IP (Ταμείο εγγυήσεως των μισθών) ( 4 ), με αντικείμενο μισθολογικές απαιτήσεις των οποίων ζητήθηκε η καταβολή από το FGS βάσει των διατάξεων του πορτογαλικού δικαίου περί μεταφοράς της οδηγίας 80/987 στην εσωτερική έννομη τάξη. |
|
3. |
Η ως άνω οδηγία, η οποία υποχρεώνει κάθε κράτος μέλος να συστήσει οργανισμό εγγυήσεως της καταβολής των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους ( 5 ), επιτρέπει –πάντως– στα κράτη μέλη να θέσουν χρονικούς και τοπικούς περιορισμούς στην υποχρέωση εγγυήσεως, είτε διαζευκτικώς είτε σωρευτικώς. |
|
4. |
Η υπόθεση της κύριας δίκης αφορά τη δυνατότητα χρονικού περιορισμού της εγγυήσεως. Ο Πορτογάλος νομοθέτης έκανε χρήση της δυνατότητας αυτής ορίζοντας ως περίοδο αναφοράς τους έξι τελευταίους μήνες πριν από την υποβολή αιτήσεως με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί δικαστικώς η αφερεγγυότητα του εργοδότη ( 6 ) ή να κινηθεί διαδικασία συμβιβασμού. |
|
5. |
Το Tribunal Central Administrativo Norte (Πορτογαλία), ενώπιον του οποίου άσκησαν αγωγή εργαζόμενοι με απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί πριν από την περίοδο αναφοράς, ερωτά αν, στην περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν κινηθεί δικαστικώς προκειμένου να επιτύχουν την αναγνώριση των μισθολογικών τους απαιτήσεων και την αναγκαστική τους είσπραξη, η περίοδος αναφοράς πρέπει να υπολογιστεί λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας ασκήσεως της αγωγής τους. |
|
6. |
Με τις προτάσεις μου θα εισηγηθώ στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, έχουν την έννοια ότι επιτρέπεται στον εθνικό νομοθέτη να ορίσει ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, εγγυημένες είναι μόνον οι μισθολογικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την περίοδο των έξι τελευταίων μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, υπό την προϋπόθεση ότι, ως προς μισθωτούς οι οποίοι έχουν ήδη κινηθεί δικαστικώς προκειμένου να αναγνωριστούν οι μισθολογικές τους απαιτήσεις και έχουν επιδιώξει, χωρίς όμως να επιτύχουν, την αναγκαστική τους είσπραξη λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, η περίοδος αναφοράς έχει ως σημείο αφετηρίας την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος να αναγνωριστούν δικαστικώς οι οικείες απαιτήσεις. |
|
7. |
Θα υπενθυμίσω επίσης ότι απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει αν το εθνικό δίκαιο μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια αυτή και, σε αντίθετη περίπτωση, να μην το εφαρμόσει στην υπόθεση της κύριας δίκης. |
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Το δίκαιο της Ένωσης
|
8. |
Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 80/987, ως είχε αρχικώς, προέβλεπε ότι η περίοδος εγγυήσεως έπρεπε να προηγείται μιας καταληκτικής ημερομηνίας την οποία τα κράτη μέλη μπορούσαν να επιλέξουν μεταξύ τριών ημερομηνιών που απαριθμούνταν στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου. |
|
9. |
Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο 3 όριζε τα εξής: «1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μίαν ορισμένη ημερομηνία. 2. Η ημερομηνία της παραγράφου 1 είναι κατ’ επιλογή των κρατών μελών:
|
|
10. |
Βάσει της επιλογής που είχαν τα κράτη μέλη μεταξύ των τριών αυτών δυνατοτήτων, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987, όπως ίσχυε αρχικώς, προσδιόριζε ποιες ανεξόφλητες απαιτήσεις έπρεπε να καλύπτονται οπωσδήποτε από την υποχρέωση εγγυήσεως, εφόσον κάποιο κράτος μέλος αποφάσιζε να την περιορίσει χρονικώς, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 αυτού, παράγραφος 1. |
|
11. |
Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο 4 προέβλεπε τα κάτωθι: «1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την σύμφωνα με το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως. 2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας της παραγράφου 1 πρέπει:
[…]» |
|
12. |
Το άρθρο 3 της οδηγίας 80/987 ορίζει πλέον τα ακόλουθα: «Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα, έτσι ώστε οι οργανισμοί εγγυήσεως να εξασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας περιλαμβανομένης, όποτε αυτό προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία, της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση λύσεως της σχέσεως εργασίας. Οι απαιτήσεις τις οποίες αναλαμβάνει ο οργανισμός εγγυήσεως είναι όσες αφορούν ανεξόφλητες αμοιβές εργασίας που αντιστοιχούν σε περίοδο που προηγείται ή/και, ενδεχομένως, έπεται μιας ημερομηνίας, την οποία προσδιορίζουν τα κράτη μέλη.» |
|
13. |
Το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 80/987 έχει ως εξής: «1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3. 2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στη παράγραφο 1, καθορίζουν τη διάρκεια της περιόδου που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγυήσεως. Η διάρκεια αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, να είναι μικρότερη από την περίοδο που καλύπτει την αμοιβή των τελευταίων τριών μηνών της εργασιακής σχέσεως που τοποθετείται πριν ή/και μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εντάξουν αυτή την ελάχιστη περίοδο τριών μηνών σε μια περίοδο αναφοράς, η διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των έξι μηνών. Τα κράτη μέλη που προβλέπουν περίοδο αναφοράς τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών, μπορούν να περιορίσουν την περίοδο που θεμελιώνει την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων από τον οργανισμό εγγυήσεως σε οκτώ εβδομάδες. Στην περίπτωση αυτή, για τον υπολογισμό της ελάχιστης περιόδου επιλέγονται οι χρονικές περίοδοι που είναι ευνοϊκότερες για τον εργαζόμενο.» |
|
14. |
Κατά το άρθρο 10 της οδηγίας 80/987: «Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών:
[…]». |
Β – Το πορτογαλικό δίκαιο
|
15. |
Το άρθρο 380 του νόμου 99/2003, της 27ης Αυγούστου 2003, για την έγκριση του εργατικού κώδικα, προβλέπει ότι το FGS αναλαμβάνει και εγγυάται, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει ειδική ρύθμιση, την πληρωμή των ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών οι οποίες απορρέουν από σύμβαση εργασίας και από παραβίαση των όρων της συμβάσεως αυτής ή από λύση της τελευταίας και δεν μπορούν να εξοφληθούν από την επιχείρηση λόγω αφερεγγυότητας ή δυσχερούς οικονομικής καταστάσεως. |
|
16. |
Tο άρθρο 317 του νόμου 35/2004, της 29ης Ιουλίου 2004, ορίζει ότι το FGS εγγυάται, σε περίπτωση μη εκπληρώσεως εκ μέρους της επιχειρήσεως, την καταβολή στον εργαζόμενο των απαιτήσεών του από σύμβαση εργασίας και από παραβίαση των όρων της συμβάσεως αυτής ή από λύση της τελευταίας, σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις του ίδιου νόμου. |
|
17. |
Το άρθρο 318 του νόμου αυτού, το οποίο διευκρινίζει σε ποιες περιπτώσεις τίθεται ζήτημα εγγυήσεως μισθολογικών απαιτήσεων, έχει ως εξής: «1. Το [FGS] εγγυάται την καταβολή των κατά το προηγούμενο άρθρο απαιτήσεων στις περιπτώσεις που η επιχείρηση κηρύσσεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας με δικαστική απόφαση. 2. Το [FGS] εγγυάται επίσης την καταβολή των κατά την προηγούμενη παράγραφο απαιτήσεων στις περιπτώσεις που έχει κινηθεί η διαδικασία συμβιβασμού την οποία προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα 316/98, της 20ής Οκτωβρίου 1998. 3. Υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο, σε περίπτωση που η διαδικασία συμβιβασμού δεν ολοκληρωθεί, λόγω μη επικυρώσεως του συμβιβασμού ή καταργήσεως της διαδικασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 9 του νομοθετικού διατάγματος 316/98, της 20ής Οκτωβρίου 1998, και εφόσον οι εργαζόμενοι της επιχείρησης έχουν αξιώσει την καταβολή εγγυωμένων από το [FGS] απαιτήσεων, το τελευταίο υποχρεούται να κινήσει ένδικη διαδικασία αφερεγγυότητας κατά της επιχείρησης. 4. Στο πλαίσιο της εφαρμογής των προηγούμενων παραγράφων, όταν οι επιχειρήσεις περί των οποίων πρόκειται διαθέτουν μόνιμο προσωπικό, το [FGS] πρέπει να ενημερώνεται:
|
|
18. |
Το άρθρο 319 του ίδιου νόμου ορίζει ποιες απαιτήσεις καλύπτονται από την εγγύηση: «1. Το [FGS] εγγυάται την καταβολή των απαριθμούμενων στο άρθρο 317 απαιτήσεων οι οποίες γεννήθηκαν κατά το διάστημα των έξι μηνών που προηγούνται της κινήσεως της ένδικης διαδικασίας ή της υποβολής της κατά το προηγούμενο άρθρο αιτήσεως. 2. Σε περίπτωση που δεν γεννήθηκαν απαιτήσεις κατά την περίοδο αναφοράς που μνημονεύεται στην προηγούμενη παράγραφο ή το ποσό τους είναι χαμηλότερο από το ανώτατο όριο που καθορίζει η παράγραφος 1 του επόμενου άρθρου, το [FGS] εγγυάται μέχρι το όριο αυτό την καταβολή των απαιτήσεων που γεννήθηκαν μετά την προμνησθείσα περίοδο αναφοράς. 3. Το [FGS] εγγυάται μόνον την καταβολή των απαιτήσεων που αναγγέλλονται ενώπιόν του τουλάχιστον τρεις μήνες πριν την παραγραφή τους.» |
|
19. |
Από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά την εθνική νομολογία, όταν ο εργοδότης κηρύσσεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας με δικαστική απόφαση, το FGS εγγυάται την καταβολή των μισθολογικών απαιτήσεων που γεννήθηκαν κατά τους τελευταίους έξι μήνες πριν από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή πριν από την υποβολή αιτήσεως για κίνηση διαδικασίας συμβιβασμού. |
II – Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
|
20. |
Κατόπιν της παύσεως της καταβολής των μισθών τους από τον εργοδότη τους, οι εκκαλούντες της κύριας δίκης κατήγγειλαν τη σύμβαση εργασίας τους ( 7 ) στις 15 Σεπτεμβρίου 2003 και στη συνέχεια, στις 10 Φεβρουαρίου 2004, άσκησαν ενώπιον του tribunal de trabalho de Barcelos (αρμόδιο για τις εργατικές διαφορές δικαστήριο του Barcelos, Πορτογαλία) αγωγή με αίτημα την αναγνώριση του ποσού των μισθολογικών τους απαιτήσεων, καθώς και την αναγκαστική τους είσπραξη. Το αίτημά τους αυτό έγινε δεκτό. |
|
21. |
Δεδομένου ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εργοδότη δεν επαρκούσαν προς κάλυψη των ως άνω απαιτήσεων, οι εκκαλούντες της κύριας δίκης κίνησαν στις 28 Νοεμβρίου 2005, ενώπιον του tribunal de comércio de Vila Nova de Gaia (αρμόδιο για τις εμπορικές διαφορές δικαστήριο της Vila Nova de Gaia, Πορτογαλία) διαδικασία προκειμένου να αναγνωριστεί η αφερεγγυότητα του εργοδότη τους. Κατόπιν της αναγνωρίσεως της αφερεγγυότητας, οι μισθολογικές απαιτήσεις ενεγράφησαν στον πίνακα κατατάξεως. |
|
22. |
Στις 26 Ιουλίου 2006, οι εκκαλούντες της κύριας δίκης ζήτησαν από το FGS να καταβάλει τις απαιτήσεις τους. Με πράξεις της 21ης και της 26ης Δεκεμβρίου 2006, ο πρόεδρος του FGS απέρριψε τις σχετικές αιτήσεις με την αιτιολογία ότι οι επίμαχες απαιτήσεις είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες έξι και πλέον μήνες πριν από την κίνηση της διαδικασίας αναγνωρίσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της περιόδου αναφοράς την οποία προβλέπει το άρθρο 319, παράγραφος 1, του νόμου 35/2004. |
|
23. |
Οι εκκαλούντες της κύριας δίκης ζήτησαν την ακύρωση των ως άνω πράξεων ενώπιον του tribunal administrativo e fiscal do Porto (αρμόδιο για διοικητικές και φορολογικές διαφορές δικαστήριο του Πόρτο, Πορτογαλία), το οποίο απέρριψε την προσφυγή τους με απόφαση της 18ης Μαρτίου 2010. |
|
24. |
Οι εκκαλούντες της κύριας δίκης άσκησαν, κατόπιν τούτου, έφεση ενώπιον του Tribunal Central Administrativo Norte (Πορτογαλία), το οποίο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Έχει το δίκαιο της Ένωσης –στο συγκεκριμένο πλαίσιο της εγγύησης των μισθολογικών απαιτήσεων λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη–, και ειδικότερα τα άρθρα 4 και 10 της οδηγίας [80/987], την έννοια ότι δεν επιτρέπει διάταξη του εθνικού δικαίου η οποία εγγυάται μόνον τις απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά το διάστημα των έξι τελευταίων μηνών πριν που από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας του εργοδότη, ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι έχουν ασκήσει αγωγή κατά του εργοδότη ενώπιον δικαστηρίου αρμόδιου για εργατικές διαφορές, με αίτημα τη δικαστική αναγνώριση του οφειλομένου ποσού και την αναγκαστική του είσπραξη;» |
III – Ανάλυση
|
25. |
Καθοδηγητικό νήμα της συλλογιστικής μου θα αποτελέσουν τέσσερις αρχές που έχει θέσει το Δικαστήριο με τη νομολογία του η οποία αφορά την ερμηνεία της οδηγίας 80/987. |
|
26. |
Πρώτον, στο πνεύμα του κλασικού πλέον ερμηνευτικού του κανόνα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, καθόσον συνιστούν εξαίρεση οι περιπτώσεις στις οποίες παρέχεται στα κράτη μέλη η ευχέρεια να περιορίσουν χρονικώς σε μια συγκεκριμένη περίοδο την υποχρέωση των οργανισμών εγγυήσεως προς καταβολή μισθολογικών απαιτήσεων, οι οικείες διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς ( 8 ). |
|
27. |
Πράγματι, είναι σημαντικό να υπομνησθεί ότι η οδηγία 80/987, που έχει ως αντικείμενο την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, εκκινεί από τη βάση ότι πρέπει, κατ’ αρχήν, να εξασφαλίζεται στους μισθωτούς η πληρωμή ανεξόφλητων απαιτήσεων σχετικών με την αμοιβή τους για συγκεκριμένη περίοδο η οποία προηγείται ή, ενδεχομένως, έπεται μιας ημερομηνίας καθοριζόμενης από τα κράτη μέλη ( 9 ). |
|
28. |
Μόνον κατ’ εξαίρεση επιτρέπει το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής στα κράτη μέλη να περιορίσουν την περίοδο εγγυήσεως και, επομένως, την αντίστοιχη υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται μια ελάχιστη εγγύηση σε συνάρτηση με την ημερομηνία αναφοράς την οποία έχουν επιλέξει κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 της εν λόγω οδηγίας. |
|
29. |
Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει περιορίσει το περιθώριο ευελιξίας των κρατών μελών προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο κοινωνικός σκοπός της οδηγίας 80/987, που είναι να διασφαλιστεί, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια ελάχιστη προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, με τη θέσπιση ελάχιστων εγγυήσεων για την πληρωμή ανεξόφλητων απαιτήσεων οι οποίες απορρέουν από συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για συγκεκριμένη χρονική περίοδο ( 10 ). |
|
30. |
Η συνδυασμένη εφαρμογή των δύο αυτών πρώτων αρχών έχει δύο βασικές συνέπειες. |
|
31. |
Αφενός, οι μόνοι δυνατοί περιορισμοί του δικαιώματος ελάχιστης εγγυήσεως, το οποίο αναγνωρίζεται στους μισθωτούς, είναι εκείνοι που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 80/987. Το γεγονός ότι οι εν λόγω περιορισμοί αφορούν αποκλειστικώς είτε τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία γεννάται δικαίωμα προς πληρωμή είτε το ύψος του οικείου ποσού σημαίνει ότι η οδηγία 80/987 αποκλείει εθνική ρύθμιση που ορίζει ότι για να μπορούν εργαζόμενοι των οποίων ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας να προβάλουν στο ακέραιο το δικαίωμά τους να τους εξοφληθούν απλήρωτες μισθολογικές απαιτήσεις οφείλουν προηγουμένως να εγγραφούν στα σχετικά μητρώα ως πρόσωπα που αναζητούν εργασία ( 11 ). |
|
32. |
Αφετέρου, ακόμη και αν οι προβλεπόμενοι από το εθνικό δίκαιο περιορισμοί εμπίπτουν σε μία εκ των δύο κατηγοριών που γίνονται κατ’ εξαίρεση δεκτές από το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987, δεν επιτρέπεται πάντως να έχουν ως αποτέλεσμα την περιστολή ή τον αποκλεισμό της ελάχιστης προστασίας την οποία διασφαλίζει η εν λόγω οδηγία. |
|
33. |
Η ως άνω απαίτηση επηρεάζει ιδίως τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πληρωμές που πραγματοποιεί ο εργοδότης κατά της διάρκεια της καλυπτόμενης από την εγγύηση περιόδου. Έτσι, έχει κριθεί ότι δεν επιτρέπεται οι αμοιβές που τυχόν καταβάλλονται στους εργαζομένους κατά την τελευταία αυτή περίοδο να αφαιρούνται από το ανώτατο όριο το οποίο έχει καθορίσει το οικείο κράτος μέλος για την εγγύηση ανεξόφλητων οφειλών ( 12 ) και ότι, όταν εργαζόμενος εξακολουθεί να έχει κατά του εργοδότη του τόσο απαιτήσεις που γεννήθηκαν σε περιόδους απασχολήσεως προγενέστερες της περιόδου αναφοράς όσο και απαιτήσεις γεννημένες κατά την ίδια την περίοδο αναφοράς, οι αμοιβές τις οποίες κατέβαλε ο εργοδότης πρέπει να συμψηφίζονται, κατά προτεραιότητα, με τις παλαιότερες απαιτήσεις ( 13 ). |
|
34. |
Ακολουθώντας την ίδια συλλογιστική, το Δικαστήριο έχει επίσης αποφανθεί ότι η έννοια «σχέση εργασίας», όπως χρησιμοποιείται στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987, δεν αφορά χρονικές περιόδους κατά τις οποίες είναι εξ ορισμού αδύνατο να δημιουργηθούν ανεξόφλητες απαιτήσεις από μισθούς, όπως η περίοδος αναστολής της σχέσεως εργασίας λόγω γονικής άδειας ( 14 ). |
|
35. |
Τρίτον, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες ισχύει η προβλεπόμενη από την οδηγία 80/987 εγγύηση αποτελούν ζήτημα διαφορετικό από τον προσδιορισμό των ανεξόφλητων απαιτήσεων τις οποίες καλύπτει η εγγύηση ( 15 ). Τούτο σημαίνει ότι, μολονότι η εγγύηση δεν παρέχεται πριν από την έκδοση της αποφάσεως να κινηθεί διαδικασία συλλογικής ικανοποιήσεως των πιστωτών λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη ή, σε περίπτωση ανεπάρκειας του ενεργητικού, πριν από τη διαπίστωση του οριστικού κλεισίματος της επιχειρήσεως, η περίοδος κατά την οποία οι ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις είναι εγγυημένες δεν καθορίζεται κατ’ ανάγκην με βάση την ημερομηνία εκδόσεως της ως άνω αποφάσεως. |
|
36. |
Στηριζόμενο στην αρχή αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι ως ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987, όπως ίσχυε αρχικώς, έπρεπε να νοηθεί όχι η ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως επί της αιτήσεως να κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας, αλλά η ημερομηνία υποβολής της ίδιας της αιτήσεως ( 16 ). Δικαιολόγησε δε την ως άνω ερμηνεία υπογραμμίζοντας ότι η απόφαση περί κινήσεως της σχετικής διαδικασίας ενδέχεται να εκδοθεί πολύ καιρό μετά την παρέλευση των περιόδων απασχολήσεως τις οποίες αφορούν οι ανεξόφλητες αμοιβές, οπότε θα μπορούσε η καταβολή των αμοιβών αυτών να μην καλύπτεται ποτέ από την εγγύηση που προβλέπει η οδηγία 80/987, και μάλιστα για λόγους ανεξάρτητους από τη συμπεριφορά των εργαζομένων. |
|
37. |
Τέταρτον, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο εθνικός νομοθέτης οφείλει, κατά την άσκηση της ευχέρειας που του αναγνωρίζεται να προσδιορίζει ποιες παροχές οφείλει να καταβάλλει ο οργανισμός εγγυήσεως, να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, μεταξύ των οποίων καταλέγεται η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως ( 17 ), που επιβάλλει να μην αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις, εκτός αν η συγκεκριμένη αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 18 ). |
|
38. |
Εξ αυτού συνάγεται ιδίως ότι, όταν εθνική ρύθμιση προβλέπει ότι η αναγνωρισθείσα με δικαστική απόφαση αποζημίωση εκ του νόμου λόγω λύσεως της συμβάσεως εργασίας βαρύνει τον οργανισμό εγγυήσεως σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο και η ίδιας φύσεως αποζημίωση που έχει αναγνωρισθεί με συμφωνία μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη, η οποία έχει συναφθεί παρουσία του δικαστή και έχει επικυρωθεί από το δικαιοδοτικό όργανο ( 19 ). |
|
39. |
Με αφετηρία τις προαναφερθείσες αρχές οι οποίες διέπουν την ερμηνεία της οδηγίας 80/987, θα αναζητήσω την απάντηση στο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο. |
|
40. |
Όσον αφορά την προκειμένη διαφορά, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο οργανισμός εγγυήσεως απέρριψε πλήρως το αίτημα των εκκαλούντων της κύριας δίκης να τους καταβληθούν οι μισθοί για τους τελευταίους τρεις μήνες της εργασιακής τους σχέσεως, με την αιτιολογία ότι οι μισθολογικές τους απαιτήσεις κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έξι και πλέον μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως κηρύξεως του εργοδότη σε πτώχευση, την οποία ο Πορτογάλος νομοθέτης έχει προκρίνει ως καταληκτική της περιόδου αναφοράς. |
|
41. |
Ενώ η οδηγία 80/987, όπως ίσχυε αρχικώς, παρείχε στα κράτη μέλη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών συγκεκριμένων ημερομηνιών οι οποίες απαριθμούνταν περιοριστικώς στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας και συνδέονταν με την επέλευση της αφερεγγυότητας του εργοδότη ή με τη λύση της σχέσεως εργασίας, στην οδηγία 2002/74 ουδεμία μνεία γίνεται πλέον στις τρεις αυτές ημερομηνίες, καθώς αφήνεται στα κράτη μέλη απόλυτη ελευθερία ως προς τον καθορισμό της κρίσιμης ημερομηνίας, ενώ προβλέπεται ότι η περίοδος εγγυήσεως ποικίλλει ανάλογα με την επιλεγείσα διάρκεια. |
|
42. |
Επομένως, εφόσον προτίθενται να κάνουν χρήση της ευχέρειάς τους να περιορίσουν χρονικώς την εγγύηση, τα κράτη μέλη δύνανται να ορίσουν ότι η ελάχιστη εγγύηση των τριών μηνών θα περιλαμβάνεται σε ένα εξάμηνο το οποίο μπορεί είτε να προηγείται είτε να έπεται της κρίσιμης ημερομηνίας. Έχουν επίσης τη δυνατότητα να προβλέψουν ελάχιστη εγγύηση πιο περιορισμένης διάρκειας, ήτοι οκτώ εβδομάδων, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η ελάχιστη αυτή εγγύηση εντάσσεται στο πλαίσιο μιας μεγαλύτερης χρονικής περιόδου, τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών. |
|
43. |
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η οδηγία 80/987 επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθορίσουν ως σημείο είτε αφετηρίας είτε λήξεως ( 20 ) της περιόδου αναφοράς την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί η αφερεγγυότητα του εργοδότη ( 21 ). Εξάλλου, αν το οικείο κράτος μέλος επιλέξει να κάνει χρήση της ευχέρειάς του να περιορίσει χρονικώς την εγγύηση, τίποτε δεν το εμποδίζει να προβλέψει ότι η περίοδος αναφοράς θα έχει εξάμηνη μόνο διάρκεια, υπό την προϋπόθεση ότι εξασφαλίζει την καταβολή των αμοιβών για τους τελευταίους τρεις μήνες της σχέσεως εργασίας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με το πορτογαλικό δίκαιο. |
|
44. |
Επ’ αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987, ως είχε αρχικώς, επέτρεπε ρητώς στα κράτη μέλη να ορίζουν την ημερομηνία «επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη» ως καταληκτική της περιόδου αναφοράς και ότι, σύμφωνα με την ερμηνεία της διατάξεως αυτής από το Δικαστήριο, η εν λόγω ημερομηνία συμπίπτει με την υποβολή της αιτήσεως να κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας ( 22 ). |
|
45. |
Ο νομοθέτης της Ένωσης διατήρησε, επομένως, σε μεγάλο βαθμό ανέπαφο το περιθώριο ευελιξίας των κρατών μελών, παρέχοντάς τους τη δυνατότητα να προσδιορίσουν ελεύθερα ποια θα είναι η κρίσιμη ημερομηνία τόσο για την περίοδο ελάχιστης εγγυήσεως που συναρτάται με τους τρεις τελευταίους μήνες της εργασιακής σχέσεως όσο και, ενδεχομένως, για την περίοδο αναφοράς η οποία πρέπει να πλαισιώνει την προαναφερθείσα ελάχιστη εγγύηση. Στην πράξη, τα κράτη μέλη τα οποία επιλέγουν να θέσουν περίοδο αναφοράς χρησιμοποιούν στη συντριπτική τους πλειονότητα ως κρίσιμη ημερομηνία εκείνη της επελεύσεως της αφερεγγυότητας του εργοδότη ( 23 ). |
|
46. |
Η τελευταία αυτή επιλογή πάντως θέτει, ομολογουμένως, ένα πρόβλημα αρχής από πλευράς της απαιτήσεως σεβασμού του σκοπού της οδηγίας 80/987. Συγκεκριμένα, αν η αίτηση κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας υποβληθεί πολύ καιρό μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας, οι μισθωτοί ενδέχεται να στερηθούν την εγγύηση, ακόμη και σε περιπτώσεις στις οποίες αποδεικνύεται ότι η μη καταβολή των αμοιβών τους συνδέεται με την κατάσταση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Αντιστρόφως, αν η επιχείρηση συνεχίσει να λειτουργεί για ορισμένο χρονικό διάστημα μετά την υποβολή της αιτήσεως να κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας, οι ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις ενδέχεται να αφορούν περιόδους σαφώς μεταγενέστερες της ημερομηνίας υποβολής της ως άνω αιτήσεως ( 24 ). |
|
47. |
Εντούτοις, η ευελιξία την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη δεν είναι άνευ ορίων. Περιορίζεται, αντιθέτως, κατ’ ανάγκην από τη θεμελιώδη απαίτηση της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, από την υποχρέωση διαφυλάξεως της πρακτικής αποτελεσματικότητας της οδηγίας και από τις επιταγές οι οποίες απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και δεσμεύουν τα κράτη μέλη σε όλες τις περιπτώσεις που καλούνται να εφαρμόσουν το δίκαιο της Ένωσης. |
|
48. |
Κατά τη δική μου εκτίμηση, μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία αποκλείει την εγγύηση μισθολογικών απαιτήσεων που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες έξι και πλέον μήνες πριν από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, ακόμη και αν οι εργαζόμενοι επέδειξαν τη δέουσα επιμέλεια ώστε να επιτύχουν την καταβολή των αμοιβών τους, θίγει την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας 80/987 και δεν συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα. |
|
49. |
Κατ’ αρχάς, μια τέτοια ρύθμιση δεν είναι σύμφωνη με τον κοινωνικό σκοπό της οδηγίας 80/987 εφόσον, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, ο περιορισμός της περιόδου αναφοράς στους έξι μήνες που προηγούνται της κινήσεως της διαδικασίας αφερεγγυότητας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του συνόλου των ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων από την εγγύηση, παρά την επιμέλεια την οποία έχουν επιδείξει οι ενδιαφερόμενοι. |
|
50. |
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι οι μισθολογικές απαιτήσεις προστατεύονται επειδή έχουν χαρακτήρα διατροφής, καθόσον εξασφαλίζουν συνήθως στον εργαζόμενο τα προς το ζην τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειάς του. Στο πλαίσιο της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσεως που πλήττει γενικώς την Ένωση και ιδίως ορισμένα κράτη μέλη της, φρονώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να μη λησμονείται αυτό το χαρακτηριστικό των μισθολογικών απαιτήσεων και να λαμβάνεται υπόψη ότι υπάρχουν δύσκολες, από ανθρώπινη άποψη, καταστάσεις στο μέτρο που καθίσταται αδύνατο σε εργαζομένους να εξασφαλίσουν ότι θα τους καταβληθούν τα οφειλόμενα. |
|
51. |
Αποφασιστική σημασία έχει και ένα ακόμη θεμελιώδες στοιχείο: η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. |
|
52. |
Από τις πληροφορίες που παρέσχε η Πορτογαλική Κυβέρνηση προκύπτει ότι, από τους 31 εργαζομένους τους οποίους απασχολούσε η επιχείρηση, οι 18 έπαυσαν να εισπράττουν τους μισθούς τους από τον Μάρτιο του 2003, ο 1 εργαζόμενος από την 1η Απριλίου 2004 και οι υπόλοιποι 12 σε διαφορετικές ημερομηνίες κατά τη διάρκεια των ετών 2005 και 2006. |
|
53. |
Σύμφωνα και πάλι με τα στοιχεία της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, οι 17 από τους 18 μισθωτούς που έπαυσαν να εισπράττουν τις αμοιβές τους από τον Μάρτιο του 2003 είχαν καταγγείλει τη σύμβασή τους στις 15 Σεπτεμβρίου 2003, ενώ η σύμβαση του δέκατου όγδοου έληγε στις 14 Απριλίου 2004. Ο εργαζόμενος ο οποίος παρέμενε απλήρωτος από 1ης Απριλίου 2004 κατήγγειλε τη σύμβασή του στις 30 Σεπτεμβρίου 2004, ενώ η σύμβαση εργασίας των υπολοίπων λύθηκε στις 5 Μαΐου 2006, μετά την υποβολή της αιτήσεως να κινηθεί η διαδικασία συλλογικής ικανοποιήσεως και με απόφαση του συνδίκου της πτωχεύσεως λόγω του οριστικού κλεισίματος της επιχειρήσεως. |
|
54. |
Δεδομένου ότι η περίοδος αναφοράς άρχισε στις 28 Μαΐου 2005, ήτοι έξι μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως κηρύξεως του εργοδότη σε πτώχευση, μόνον οι μισθωτοί των οποίων οι συμβάσεις εργασίας δεν είχαν ακόμη καταγγελθεί κατά την ως άνω ημερομηνία μπορούσαν να αξιώσουν από τον οικείο οργανισμό να τους εγγυηθεί τις ανεξόφλητες αμοιβές τους. Αντιθέτως οι υπόλοιποι, όπως η Μ. Α. Gomes Viana Novo, των οποίων η σύμβαση είχε λυθεί τρεις και πλέον μήνες πριν από την ημερομηνία αυτή δεν ήσαν σε θέση να προβάλουν οποιαδήποτε αξίωση. |
|
55. |
Η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται, κατά τη γνώμη μου, από αντικειμενικές διαφορές στην κατάστασή τους. Εξυπακούεται, ασφαλώς, ότι η ευχέρεια που παρέχει το άρθρο 4 της οδηγίας 80/987 στα κράτη μέλη να εντάξουν την περίοδο ελάχιστης εγγυήσεως σε μια περίοδο αναφοράς συνεπάγεται, κατ’ ανάγκην, διαφορετική μεταχείριση των μισθωτών ανάλογα με την ημερομηνία στην οποία ανατρέχουν οι τρεις τελευταίοι μήνες της εργασιακής τους σχέσεως. Εντούτοις, δεν βρίσκω τον λόγο γιατί το χρονικό κριτήριο θα έπρεπε να υπερισχύει σε τέτοιον βαθμό ώστε να δικαιολογεί τη διαφορετική μεταχείριση της περιπτώσεως κατά την οποία οι μισθωτοί άσκησαν απευθείας αγωγή με αίτημα να κηρυχθεί ο εργοδότης σε πτώχευση από την περίπτωση όπου αυτοί άσκησαν προηγουμένως αγωγή με αίτημα να αναγνωριστούν δικαστικώς οι απαιτήσεις τους και να διαταχθεί η αναγκαστική τους είσπραξη. |
|
56. |
Προκειμένου να αποδειχθεί ότι πρόκειται για απολύτως συγκρίσιμες περιπτώσεις, είναι αναγκαίο να εξεταστεί εκ νέου, όπως έγινε και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η συγκεκριμένη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν, αφενός, οι ενδιαφερόμενοι και, αφετέρου, ο εργοδότης τους κατά τα τέλη του 2003, οπότε και οι μισθωτοί αυτοί αποφάσισαν να καταγγείλουν τις συμβάσεις τους εργασίας. |
|
57. |
Εκ πρώτης όψεως, οι ως άνω εργαζόμενοι αντιμετώπιζαν ένα απλό δίλημμα, ήτοι είτε να ζητήσουν ενώπιον του tribunal de trabalho de Bracelos να τους καταβληθούν οι απαιτήσεις τους εφόσον ο εργοδότης τους ήταν φερέγγυος, είτε, σε αντίθετη περίπτωση, να αιτηθούν την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας ενώπιον του tribunal de comércio de Vila Nova de Gaia, προκειμένου να τους εγγυηθεί τα σχετικά ποσά το FGS. |
|
58. |
Όσο σαφής και αν φαίνεται, όμως, η εικόνα αυτή είναι εντελώς παραπλανητική. Στην πραγματικότητα, η απάντηση στο ερώτημα αν ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας κατά την έννοια της εφαρμοστέας εθνικής ρυθμίσεως προϋποθέτει μια λεπτή νομική εκτίμηση βάσει περίπλοκων δεδομένων. |
|
59. |
Οι μισθωτοί, τις περισσότερες φορές, αγνοούν τόσο τα εν λόγω δεδομένα όσο και την πραγματική χρηματοοικονομική κατάσταση του εργοδότη τους, με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να γνωρίζουν αν η μη καταβολή των μισθών τους οφείλεται σε μια πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια ή σε μια σοβαρά επιβαρυμένη οικονομική κατάσταση, χωρίς προοπτική επανακάμψεως. |
|
60. |
Άλλωστε, στην πράξη, η δικαστική απόφαση περί διαπιστώσεως της αφερεγγυότητας, η οποία έχει συνήθως αναδρομική ισχύ, εκδίδεται κατόπιν εορτής, δηλαδή αφότου έχει καταστεί πρόδηλο, κατόπιν της ασκήσεως των αγωγών με αίτημα των αναγνώριση των οφειλών και την αναγκαστική τους είσπραξη, ότι η οικεία επιχείρηση δεν δύναται να εξοφλήσει τις ληξιπρόθεσμες αυτές απαιτήσεις. |
|
61. |
Μολονότι, κατά το πορτογαλικό δίκαιο, η προγενέστερη άσκηση αγωγής με αίτημα την είσπραξη της οφειλής δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της ασκήσεως αγωγής για κήρυξη σε πτώχευση, νομίζω ότι δεν συντρέχει, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, λόγος να αποβεί εις βάρος των εκκαλούντων της κύριας δίκης το γεγονός ότι είχαν προηγουμένως κινηθεί δικαστικώς για να επιτύχουν την αναγνώριση και την αναγκαστική είσπραξη των ανεξόφλητων απαιτήσεών τους, το οποίο μάλιστα ασφαλώς συνέβαλε στην ανάδειξη της καταστάσεως αφερεγγυότητας του εργοδότη τους, αντί να ζητήσουν απευθείας την κήρυξή του σε πτώχευση βάσει μιας αναλύσεως που θα απαιτούσε μαντικές ικανότητες. |
|
62. |
Σημειωτέον δε ότι η κίνηση διαδικασίας αφερεγγυότητας συνιστά μια σοβαρή πράξη η οποία περιάγει τον εργοδότη σε κατάσταση ολικής ή μερικής πτωχευτικής απαλλοτριώσεως και, επομένως, ο μισθωτός δεν είναι δυνατό να προχωρήσει σε αυτήν ελαφρά τη καρδία, χωρίς ενδείξεις ικανές να θεμελιώσουν την πεποίθηση ότι ο πρώην εργοδότης του δεν διαθέτει επαρκή στοιχεία ενεργητικού προς ικανοποίηση της απαιτήσεώς του. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι μισθωτοί είχαν εν προκειμένω θετική γνώση της καταστάσεως του εργοδότη τους, δεν πρέπει να τους προσαφθεί ότι προτίμησαν, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση, να χρησιμοποιήσουν τα μέσα που τους παρέχει το κοινό δίκαιο για να επιδιώξουν την καταβολή των οφειλομένων, επειδή έλαβαν ενδεχομένως υπόψη, όπως ήταν απολύτως θεμιτό, την κατάσταση των άλλων εργαζομένων, οι οποίοι εξακολουθούσαν να εισπράττουν κανονικά τις αμοιβές τους, ή τις πιθανότητες ανακάμψεως της δραστηριότητας της επιχειρήσεως. |
|
63. |
Δεν θα ήταν εύκολο να δικαιολογηθεί μια λύση βάσει της οποίας οι μισθωτοί που σταμάτησαν να πληρώνονται πρώτοι και άσκησαν αγωγή με αίτημα την κήρυξη του εργοδότη σε πτώχευση θα στερούνταν του δικαιώματός τους στην ελάχιστη εγγύηση, ενώ θα επωφελούνταν αυτής οι μισθωτοί που συνέχισαν να αμείβονται για μεγαλύτερο διάστημα και δεν κινήθηκαν δικαστικώς. |
|
64. |
Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι ο αποκλεισμός τον οποίο συνεπάγεται το άρθρο 319 του νόμου 35/2004, όπως ερμηνεύεται από τον εθνικό δικαστή, είναι ασύμβατος προς την οδηγία 80/987 σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. |
|
65. |
Κατά την άποψή μου, οι επίμαχες μισθολογικές απαιτήσεις θα έπρεπε να είναι εγγυημένες από τη στιγμή που αποδεικνυόταν ότι η καταβολή τους στους εργαζομένους οι οποίοι ζήτησαν την εξόφλησή τους δεν κατέστη δυνατή λόγω της αφερεγγυότητας του εργοδότη τους. Αξίζει να διευκρινιστεί, συναφώς, ότι από την απόφαση περί παραπομπής προκύπτει σαφώς ότι ο οικείος οργανισμός προέβαλε ως μόνη αιτιολογία για την άρνησή του να εγγυηθεί τις ως άνω απαιτήσεις ότι αυτές δεν καλύπτονταν από την περίοδο αναφοράς, και όχι ότι δεν υφίστατο συνάφεια μεταξύ των εν λόγω απαιτήσεων και της αφερεγγυότητας του εργοδότη ( 25 ). |
|
66. |
Η εφαρμογή μιας νέας μεθόδου για την προστασία των μισθολογικών απαιτήσεων, η οποία συνίσταται στην εγγύησή τους από τρίτο οργανισμό όταν ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητας, είχε ως σκοπό να αντισταθμίσει τις αδυναμίες των παραδοσιακών μηχανισμών προστασίας, όπως τα προνόμια κατατάξεως, τα οποία δεν καθιστούσαν δυνατή την καταβολή των ανεξόφλητων αμοιβών στους εργαζομένους σε περιπτώσεις πτωχεύσεως του εργοδότη, όπου τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά του στοιχεία είναι συνήθως πενιχρά, αν όχι ανύπαρκτα ( 26 ). Το ενδεχόμενο να μην καλύπτεται από την εγγύηση μια απαίτηση η οποία, ωστόσο, δεν κατέστη δυνατό να εξοφληθεί ακριβώς λόγω της αφερεγγυότητας του εργοδότη σημαίνει ότι δημιουργείται ένα σημαντικό ρήγμα στην ελάχιστη αυτή προστασία που θέλησε να εξασφαλίσει στους μισθωτούς ο νομοθέτης. |
|
67. |
Προτού εκθέσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια την απάντηση που προτείνω να δοθεί στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου, θα ασχοληθώ με δύο αντιρρήσεις της Γερμανικής και της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως αντιστοίχως, προκειμένω να εξηγήσω γιατί δεν πρέπει να γίνουν δεκτές. |
|
68. |
Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει ως αποφασιστικό επιχείρημα ότι η οδηγία 80/987 παρέχει πλέον, κατόπιν της τροποποιήσεώς της, στα κράτη μέλη ακόμη μεγαλύτερη ευελιξία κατά την επιλογή των μέσων προστασίας των εργαζομένων για την περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, αφού –κατά το άρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της εν λόγω οδηγίας– ο καθορισμός της κρίσιμης ημερομηνίας για τον υπολογισμό της περιόδου αναφοράς αφήνεται στην απόλυτη διακριτική τους ευχέρεια. Επισημαίνω εντούτοις ότι η ίδια η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι επέφερε την τροποποίηση αυτή αποκλειστικώς και μόνον προκειμένου να απλουστεύσει μια μέθοδο θεωρούμενη ως «αδικαιολόγητα περίπλοκη» ( 27 ), διευκρινίζοντας ότι και μια πιο απλή διατύπωση ήταν δυνατό «να επιτύχει το ίδιο [ ( 28 )] αποτέλεσμα ως προς την προστασία των εργαζομένων» ( 29 ). Η τροποποίηση αυτή δεν μπορεί, επομένως, σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει υποβάθμιση της προστασίας που παρέχεται στους μισθωτούς για την περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους. Σημειωτέον εξάλλου ότι με την οδηγία 2002/74 αναγνωρίστηκε παράλληλα και η δυνατότητα επεκτάσεως της εγγυήσεως σε απαιτήσεις μεταγενέστερες της κρίσιμης ημερομηνίας, προκειμένου να καλυφθούν και μισθοί που παραμένουν ανεξόφλητοι στις περιπτώσεις στις οποίες η επιχείρηση συνεχίζει να λειτουργεί και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αφερεγγυότητας ( 30 ). |
|
69. |
Η Πορτογαλική Κυβέρνηση παρατηρεί, από την πλευρά της, ότι το FGS μπορεί να παρέμβει μόνον αφότου ασκηθεί ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αρμόδιου για εργατικές διαφορές αγωγή με αίτημα την καταβολή των οφειλομένων, καθόσον η αγωγή αυτή απλώς ενδέχεται να στηρίζεται σε οικονομική δυσχέρεια ή αφερεγγυότητα του εργοδότη. Όπως όμως υπενθυμίστηκε ανωτέρω ( 31 ), το Δικαστήριο έχει διακρίνει σαφώς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται η εγγύηση που προβλέπει η οδηγία 80/987 από τον προσδιορισμό των ανεξόφλητων απαιτήσεων τις οποίες καλύπτει η ως άνω εγγύηση. Συγκεκριμένα, ο οργανισμός εγγυήσεως, μολονότι παρεμβαίνει μόνον κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως να κινηθεί η διαδικασία αφερεγγυότητας, μπορεί κάλλιστα να εγγυηθεί, άπαξ και εκδοθεί η σχετική απόφαση, την καταβολή μισθολογικών απαιτήσεων για την είσπραξη των οποίων έχει ασκηθεί αγωγή ενώπιον δικαστηρίου του κοινού δικαίου, τουλάχιστον εφόσον η αδυναμία εξοφλήσεώς τους συνδέεται με την κατάσταση αφερεγγυότητας του εργοδότη. |
|
70. |
Αφού αντικρούστηκαν οι δύο αυτές αντιρρήσεις, επανέρχομαι στην ακριβή διατύπωση της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα. |
|
71. |
Εφόσον έχει γίνει δεκτό ότι κράτος μέλος το οποίο έχει ορίσει ότι η περίοδος αναφοράς λήγει κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως κηρύξεως του εργοδότη σε πτώχευση δεν μπορεί να αποκλείει συστηματικά από την εγγύηση τις απαιτήσεις των οποίων την αναγνώριση και την αναγκαστική είσπραξη οι εργαζόμενοι έχουν ζητήσει, προτού αιτηθούν την κίνηση της πτωχευτικής διαδικασίας, με αγωγή τους ενώπιον δικαστηρίου, δύο είναι θεωρητικώς οι δυνατές απαντήσεις, στον βαθμό που πρέπει να επιτευχθεί συμβιβασμός ανάμεσα στη δυνατότητα χρονικού περιορισμού και στην απαίτηση να μη θιγούν η ελάχιστη προστασία που θέλησε να παράσχει ο νομοθέτης με την οδηγία 80/987 και η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. |
|
72. |
Μια πιθανή λύση είναι να μετατεθεί χρονικώς η ημερομηνία κατά την οποία καθίστανται ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις, μέσω της επιλογής να εξομοιώνονται με μισθολογικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν στη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και οι μισθολογικές απαιτήσεις των οποίων έχει ζητηθεί, κατά την ίδια αυτή περίοδο, η αναγνώριση και, εν συνεχεία, η αναγκαστική είσπραξη, χωρίς να επιτευχθεί. |
|
73. |
Ένα επιχείρημα υπέρ της λύσεως αυτής δίνει η πρόταση της Επιτροπής της 13ης Απριλίου 1978 ( 32 ) για οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, καθόσον υποχρέωνε τα κράτη μέλη να εγγυώνται τις ανεξόφλητες μισθολογικές απαιτήσεις οι οποίες είτε γεννήθηκαν κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την επέλευση της παύσεως πληρωμών είτε «αποτέλεσαν, κατά την ίδια αυτή περίοδο, αντικείμενο ατελέσφορης αιτήσεως εισπράξεως κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως» ( 33 ). |
|
74. |
Εντούτοις, η ως άνω λύση απομακρύνεται υπερβολικά από το τελικώς εγκριθέν κείμενο, το οποίο δεν αναφέρεται σε απαιτήσεις που αποτέλεσαν αντικείμενο ατελέσφορης αιτήσεως εισπράξεως κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά επιβάλλει να συμπίπτουν τουλάχιστον εν μέρει οι περίοδοι εργασίας και αναφοράς ( 34 ). |
|
75. |
Πιο ικανοποιητική φαίνεται η λύση να μετατίθεται η λήξη της περιόδου αναφοράς σε σχέση με εργαζομένους που έχουν ήδη κινηθεί δικαστικώς προκειμένου να αναγνωριστούν οι μισθολογικές τους απαιτήσεις και έχουν επιδιώξει, χωρίς όμως να επιτύχουν, την αναγκαστική τους είσπραξη λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, με δεδομένο ότι αντίστοιχα, στην περίπτωση αυτή, ως σημείο αφετηρίας της εν λόγω περιόδου πρέπει να νοείται η ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως με την οποία ζητήθηκε να αναγνωριστεί δικαστικώς η απαίτηση. |
|
76. |
Υπενθυμίζεται ότι το αιτούν δικαστήριο οφείλει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύει το εσωτερικό δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο με τις επιταγές του δικαίου της Ένωσης. Φρονώ ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι αδύνατη εν προκειμένω, δεδομένου ότι, χωρίς να τροποποιηθεί ο κανόνας ότι το FGS εγγυάται τις μισθολογικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά το τελευταίο εξάμηνο πριν από την κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αρμόδιου για εμπορικές διαφορές, θα αρκούσε απλώς να γίνει δεκτό ότι η διαδικασία αυτή, στην περίπτωση μισθωτών που έχουν ασκήσει ενώπιον εθνικού δικαστηρίου αρμόδιου για εργατικές διαφορές αγωγή με αίτημα την καταβολή των μισθολογικών τους απαιτήσεων, θεωρείται ότι κινείται με την υποβολή του εν λόγω αιτήματος καταβολής. |
|
77. |
Στο αιτούν δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν είναι πράγματι δυνατό να ερμηνευθεί το εθνικό δίκαιο υπό την ως άνω έννοια και, σε αντίθετη περίπτωση, να αφήσει ανεφάρμοστο τον σχετικό νόμο. |
IV – Πρόταση
|
78. |
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο ερώτημα που υποβλήθηκε από το Tribunal Central Administrativo Norte ως εξής: Τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2002, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στον εθνικό νομοθέτη να ορίσει ότι, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, εγγυημένες είναι μόνον οι μισθολογικές απαιτήσεις που γεννήθηκαν κατά την περίοδο των έξι τελευταίων μηνών πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για κίνηση της διαδικασίας αφερεγγυότητας, υπό την προϋπόθεση ότι, ως προς μισθωτούς οι οποίοι έχουν ήδη κινηθεί δικαστικώς προκειμένου να αναγνωριστούν οι μισθολογικές τους απαιτήσεις και έχουν επιδιώξει, χωρίς όμως να επιτύχουν, την αναγκαστική τους είσπραξη λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη, η περίοδος αναφοράς έχει ως σημείο αφετηρίας την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος να αναγνωριστούν δικαστικώς οι οικείες απαιτήσεις. Απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να ελέγξει, λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών, αν είναι δυνατό να ερμηνευθεί το εθνικό δίκαιο υπό την ως άνω έννοια προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά της κύριας δίκης κατά τρόπο σύμφωνο με το γράμμα και τον σκοπό της οδηγίας 80/987, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2002/74, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, και, αν μια τέτοια ερμηνεία είναι αδύνατη, να αφήσει ανεφάρμοστη, στην περίπτωση της διαφοράς της κύριας δίκης, κάθε αντίθετη εθνική διάταξη. |
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
( 3 ) ΕΕ L 270, σ. 10, στο εξής: οδηγία 80/987. Η οδηγία 80/987 κωδικοποιήθηκε με την οδηγία 2008/94/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2008, περί προστασίας των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη (ΕΕ L 283, σ. 36). Εντούτοις, η τελευταία αυτή οδηγία δεν έχει ratione temporis εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης.
( 4 ) Στο εξής: FGS.
( 5 ) Η έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, της 28ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 2008/94 [COM(2011) 84 τελικό], δίνει μια ιδέα όσον αφορά τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τα ταμεία εγγυήσεως μεταξύ των ετών 2006 και 2009 (βλ. τεχνικό παράρτημα).
( 6 ) Όπως προκύπτει από το σημείο 3 της προαναφερθείσας εκθέσεως, έξι κράτη μέλη (Δημοκρατία της Βουλγαρίας, Τσεχική Δημοκρατία, Βασίλειο της Δανίας, Ελληνική Δημοκρατία, Δημοκρατία της Μάλτας και Δημοκρατία της Αυστρίας) έχουν υιοθετήσει την ίδια ακριβώς λύση, επτά άλλα κράτη μέλη (Ιρλανδία, Ιταλική Δημοκρατία, Κυπριακή Δημοκρατία, Δημοκρατία της Λεττονίας, Δημοκρατία της Λιθουανίας, Δημοκρατία της Πολωνίας και Δημοκρατία της Σλοβενίας) καθόρισαν περίοδο αναφοράς η οποία έχει μεν μεγαλύτερη διάρκεια, αλλά για τον υπολογισμό της χρησιμοποιείται και πάλι ως σημείο αναφοράς η ημερομηνία υποβολής της σχετικής αιτήσεως, ενώ το Βασίλειο του Βελγίου κατέληξε σε διαφορετική λύση, καθόσον κρίσιμη ημερομηνία θεωρείται εκείνη της παύσεως της λειτουργίας της επιχειρήσεως. Δώδεκα άλλα κράτη (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, Δημοκρατία της Εσθονίας, Βασίλειο της Ισπανίας, Γαλλική Δημοκρατία, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, Δημοκρατία της Ουγγαρίας, Βασίλειο της Σουηδίας καθώς και Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας) δεν έχουν θέσει περίοδο αναφοράς. Βλ., επίσης, συγκριτικό πίνακα με τίτλο «Limitations to the liability of the guarantee institutions (Implementation of Article 4 of Directive 2008/94/EC)», ο οποίος καταρτίστηκε τον Σεπτέμβριο 2011 από την Επιτροπή βάσει μελέτης που εκπονήθηκε τον Ιανουάριο του 2007 σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 80/987, καθώς και βάσει πληροφοριών τις οποίες διαβίβασαν σε μεταγενέστερο χρόνο τα κράτη μέλη.
( 7 ) Εξαιρουμένης, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, της Α. Μ. Azevedo Martins Ferreira, της οποίας η σύμβαση έληξε στις 14 Απριλίου 2004.
( 8 ) Βλ. αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1998, C-125/97, Regeling (Συλλογή 1998, σ. I-4493, σκέψη 20)· της 11ης Σεπτεμβρίου 2003, C-201/01, Walcher (Συλλογή 2003, σ. I-8827, σκέψη 38), και της 17ης Νοεμβρίου 2011, C-435/10, van Ardennen (Συλλογή 2011, σ. Ι-11705, σκέψεις 31 και 34).
( 9 ) Βλ. άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987.
( 10 ) Βλ., συναφώς, αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-373/95, Maso κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-4051, σκέψη 56)· Regeling, προπαρατεθείσα (σκέψεις 3, 20 και 21)· της 16ης Δεκεμβρίου 1999, C-198/98, Everson και Barrass (Συλλογή 1999, σ. I-8903, σκέψεις 3 και 20)· της 15ης Μαΐου 2003, C-160/01, Mau (Συλλογή 2003, σ. I-4791, σκέψεις 3 και 42)· Walcher, προπαρατεθείσα (σκέψη 38)· της 4ης Μαρτίου 2004, C-19/01, C-50/01 και C-84/01, Barsotti κ.λπ. (Συλλογή 2004, σ. I-2005, σκέψη 35)· της 16ης Ιουλίου 2009, C-69/08, Visciano (Συλλογή 2009, σ. I-6741, σκέψη 27)· της 10ης Φεβρουαρίου 2011, C-30/10, Lotta Andersson (Συλλογή 2011, σ. I-513, σκέψη 25), καθώς και van Ardennen, προπαρατεθείσα (σκέψεις 27 και 34).
( 11 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση van Ardennen (σκέψη 35).
( 12 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Barsotti κ.λπ. (σκέψη 38).
( 13 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Regeling (σκέψεις 21 και 22).
( 14 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Mau (σκέψεις 39 έως 44 καθώς και 52 και 53).
( 15 ) Βλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-94/95 και C-95/95, Bonifaci κ.λπ. και Berto κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. I-3969, σκέψη 39), καθώς και Maso κ.λπ., προπαρατεθείσα (σκέψη 49).
( 16 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Bonifaci κ.λπ. και Berto κ.λπ. (σκέψεις 42 και 44)· Maso κ.λπ. (σκέψεις 52 και 54), καθώς και Mau (σκέψεις 22, 47 και 48).
( 17 ) Βλ. αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2002, C-442/00, Rodríguez Caballero (Συλλογή 2002, σ. I-11915, σκέψεις 29 έως 32), και της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-520/03, Olaso Valero (Συλλογή 2004, σ. I-12065, σκέψη 34)· διάταξη της 13ης Δεκεμβρίου 2005, C-177/05, Guerrero Pecino (Συλλογή 2005, σ. I-10887, σκέψη 26)· αποφάσεις της 7ης Σεπτεμβρίου 2006, C-81/05, Cordero Alonso (Συλλογή 2006, σ. I-7569, σκέψη 37)· της 17ης Ιανουαρίου 2008, C-246/06, Velasco Navarro (Συλλογή 2008, σ. I-105, σκέψη 35), και της 21ης Φεβρουαρίου 2008, C-498/06, Robledillo Núñez (Συλλογή 2008, σ. I-921, σκέψη 30).
( 18 ) Βλ. προπαρατεθείσες αποφάσεις Rodríguez Caballero (σκέψη 32), και Olaso Valero (σκέψη 34)· προπαρατεθείσα διάταξη Guerrero Pecino (σκέψη 26), καθώς και προπαρατεθείσες αποφάσεις Cordero Alonso (σκέψη 37) και Velasco Navarro (σκέψη 36).
( 19 ) Βλ. προπαρατεθείσα απόφαση Cordero Alonso (σκέψη 42).
( 20 ) Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να ορίσουν ότι η περίοδος εγγυήσεως «προηγείται ή/και, ενδεχομένως, έπεται» της ημερομηνίας που θα προκρίνουν.
( 21 ) Βλ., συναφώς, την απόφαση της 18ης Απριλίου 2013, C‑247/12, Mustafa, η οποία αφορούσε εθνική ρύθμιση που προέβλεπε ότι εγγυημένες θα ήταν μόνον απαιτήσεις γεννημένες πριν από την εγγραφή της δικαστικής αποφάσεως περί κινήσεως της διαδικασίας αναγκαστικής διαχειρίσεως στο εμπορικό μητρώο.
( 22 ) Βλ. νομολογία προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 16.
( 23 ) Βλ. υποσημείωση 5.
( 24 ) Βλ., συναφώς, Estelmann, M., «Europarechtliche Probleme des Drei-Monatszeitraums nach § 183 SGB III», Zeitschrift für europäisches Sozial- und Arbeitsrecht, 2003, αριθ. 11-12, σ. 460, ο οποίος χαρακτηρίζει την αοριστία ως προς το συγκεκριμένο σημείο «zentraler Schwachpunkt der Regelung». Βλ., επίσης, τον σχολιασμό των προπαρατεθεισών αποφάσεων Bonifaci κ.λπ. και Berto κ.λπ., και Maso κ.λπ., καθώς και της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1997, C-261/95, Palmisani (Συλλογή 1997, σ. I-4025), από την Ayșe Odman, N., Common Market Law Review, 1998, σ. 1395, η οποία θεωρεί ότι «the achievement or the purpose of the Directive [80/987] to secure a minimum amount of guarantee to the employees who are in this situation will be seriously endangered with the placement of temporal limits starting from the date of the onset of insolvency, especially if the Member State chooses to apply the minimum period which is six months prior to the date of the onset of insolvency» (σ. 1409). Κατά την ίδια συγγραφέα, «[a]s long as the causal link exists between the notice of dismissal or the discontinuation of the contract of employment or the employment relationship and the state of insolvency as described in Article 2(2) [of the Directive 80/987], the guarantee envisaged by [this] Directive should be granted to the employee» (σ. 1410).
( 25 ) Στο σημείο 3.1, VIII, παράγραφος 2, της αποφάσεως περί παραπομπής, διευκρινίζεται ότι «[ο] εργοδότης κηρύχθηκε σε πτώχευση, δεδομένου ότι πληρούνταν η προϋπόθεση την οποία προβλέπει το άρθρο 318, παράγραφος 1, του νόμου 35/2004 […]» (σ. 6 της μεταφράσεώς της στη γαλλική γλώσσα).
( 26 ) Βλ., σχετικώς, Bronstein, A. S., «La protection des créances salariales en cas d’insolvabilité de l’employeur: du droit civil à la sécurité sociale», Revue internationale du travail, 1987, τόμος 126, αριθ. 6, σ. 795.
( 27 ) Βλ. σημείο 4.2, πρώτο εδάφιο, της αιτιολογικής εκθέσεως της προτάσεως οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 80/987 [στην αρχική της διατύπωση] [COM(2000) 832 τελικό, σ. 7].
( 28 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 29 ) Βλ. σημείο 4.2, πρώτο εδάφιο, της αιτιολογικής εκθέσεως αυτής της προτάσεως οδηγίας.
( 30 ) Βλ. σημείο 4.2, δεύτερο εδάφιο, της αιτιολογικής εκθέσεως της εν λόγω προτάσεως οδηγίας.
( 31 ) Βλ. σημείο 35 στις παρούσες προτάσεις.
( 32 ) ΕΕ C 135, σ. 2.
( 33 ) Άρθρο 4, στοιχείο βʹ, αυτής της προτάσεως οδηγίας.
( 34 ) Βλ. άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 80/987.