Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 62012CC0166

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα P. Cruz Villalón της 27ης Ιουνίου 2013.
Radek Časta κατά Česká správa sociálního zabezpečení.
Αίτηση του Krajský soud v Praze για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
Προδικαστική παραπομπή — Άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων — Κανονισμοί (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 και (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 — Υπάλληλοι της Ένωσης — Συνταξιοδοτικά δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί στο εθνικό σύστημα — Μεταφορά στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης — Μέθοδος υπολογισμού — Έννοια του όρου «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης».
Υπόθεση C‑166/12.

Court reports – general

ECLI identifier: ECLI:EU:C:2013:443

ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

PEDRO CRUZ VILLALÓN

της 27ης Ιουνίου 2013 ( 1 )

Υπόθεση C‑166/12

Radek Časta

κατά

Česká správa sociálního zabezpečení

[αίτηση του Krajský soud v Praze (Τσεχική Δημοκρατία) για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως]

«Υπάλληλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων — Συντάξεις — Συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποκτηθέντα στο εθνικό σύστημα συνταξιοδοτήσεως — Μεταφορά στο σύστημα συνταξιοδοτήσεως της ΕΕ — Κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα συντάξεως — Άρθρο 34 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

1. 

Στην παρούσα διαδικασία το Δικαστήριο έχει για πρώτη φορά την ευκαιρία να ασχοληθεί με την τροποποιηθείσα διά του κανονισμού 723/2004 ( 2 ) διάταξη του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ) ( 3 ). Η εν λόγω διάταξη παρέχει στους υπαλλήλους οι οποίοι εισέρχονται στην υπηρεσία της Ένωσης μετά την άσκηση ορισμένης επαγγελματικής δραστηριότητας σε κάποιο κράτος μέλος τη δυνατότητα να μεταφέρουν στην Ένωση το κεφάλαιο το οποίο αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησαν στο κράτος μέλος. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο καλείται να διευκρινίσει την έννοια του μεταφερόμενου «κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα συντάξεως» καθώς και τους τυχόν περιορισμούς που η διάταξη επιβάλλει στα κράτη μέλη σε σχέση με τον υπολογισμό του εν λόγω κεφαλαίου.

2. 

Τα ερωτήματα τίθενται στο πλαίσιο της εισόδου στην υπηρεσία της Ένωσης, ενός ασφαλισμένου στο τσεχικό σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως πολίτη στον οποίο, όταν αυτός ζήτησε τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, η τσεχική υπηρεσία κοινωνικής ασφαλίσεως πρότεινε να μεταφέρει στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ένωσης χρηματικό ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 50 % των καταβληθεισών εισφορών.

I – Νομοθετικό πλαίσιο

Α– Νομοθεσία της Ένωσης

3.

Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο συνέβησαν τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης:

«Ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία των Κοινοτήτων:

μετά τη λήξη των καθηκόντων του σε διοίκηση, σε εθνικό ή διεθνή οργανισμό ή

μετά την άσκηση μισθωτής ή μη μισθωτής δραστηριότητας,

δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του και μέχρι τη στιγμή που θεμελιώνει το δικαίωμα σύνταξης αρχαιότητας κατά την έννοια του άρθρου 77 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του, που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει βάσει των [προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων].

Ο υπάλληλος μπορεί να κάνει χρήση της ευχέρειας αυτής μία μόνον φορά ανά κράτος μέλος και ανά ταμείο συντάξεων.»

4.

Η φράση «δικαιούται, από της μονιμοποιήσεώς του [...] το κεφάλαιο, με αναγωγή του σχετικού ποσού στο χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του», η οποία ακολουθεί αμέσως μετά τη δεύτερη περίπτωση του πρώτου εδαφίου, εισήχθη με τον κανονισμό 723/2004, αντικατέστησε δε, με ισχύ από 1ης Μαΐου 2004 ( 4 ), την προηγουμένως ισχύουσα διατύπωση «έχει την ευχέρεια, κατά τον χρόνο της μονιμοποίησής του, να ενεργήσει ώστε να καταβληθεί στις Κοινότητες, είτε το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο είτε το κατ’ αποκοπή ποσό της εξαγοράς των δικαιωμάτων σύνταξης αρχαιότητας που έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων δραστηριοτήτων».

Β– Εθνική νομοθεσία

5.

Οι πολύπλοκες ρυθμίσεις για τη συνταξιοδοτική ασφάλιση στην Τσεχία βρίσκονται διάσπαρτες σε μεγάλο αριθμό νομοθετημάτων. Κρίσιμης σημασίας στην παρούσα περίπτωση είναι ο νόμος 589/1992 περί εισφορών ασφαλίσεως και εισφορών για την κρατική πολιτική στον τομέα της απασχολήσεως, ο νόμος 155/1995 περί του συστήματος ασφαλίσεως συντάξεων και το διάταγμα 587/2006 περί λεπτομερών ρυθμίσεων σχετικά με την αμοιβαία μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

1. Επί του υπολογισμού της συντάξεως

6.

Σύμφωνα με τον νόμο 589/1992, οι εισφορές στο τσεχικό σύστημα ασφαλίσεως συντάξεων καταβάλλονται από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη. Το ποσοστό της εργοδοτικής εισφοράς ανερχόταν κατά την περίοδο 1996-2003 σε 19,5 %, ενώ από το 2004 ανέρχεται σε 28 % της βάσεως υπολογισμού. Κατά το ίδιο διάστημα, οι εργαζόμενοι εισέφεραν ποσοστό 6,5 % της βάσεως υπολογισμού. Η βάση υπολογισμού για τον εργοδότη υπολογίζεται ως άθροισμα των βάσεων υπολογισμού του συνόλου των εργαζομένων που απασχολεί (άρθρα 3 έως 5 του νόμου 589/1992).

7.

Το ύψος της συντάξεως υπολογίζεται ως άθροισμα ενός βασικού ποσού, το οποίο είναι ίδιο για όλους τους δικαιούχους, και ενός ποσού το οποίο είναι μεταβλητό, ανάλογα με τη συνολική περίοδο ασφαλίσεως που έχει συμπληρώσει ο αιτών και την καλούμενη «βάση υπολογισμού» (άρθρα 33 έως 36 του νόμου 155/1995).

8.

Κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, του νόμου 155/1995, το ύψος του μεταβλητού ποσού ανέρχεται σε 1,5 % της βάσεως υπολογισμού για κάθε πλήρες έτος ασφαλίσεως. Οι περίοδοι κατά τις οποίες δεν αποκτήθηκαν τακτικά εισοδήματα υποκείμενα σε εισφορές (πλασματικές περίοδοι ασφαλίσεως, όπως περίοδοι για τη φροντίδα ανηλίκων τέκνων, για σπουδές κ.λπ.) περιλαμβάνονται στον χρόνο ασφαλίσεως μόνον κατά ποσοστό 80 %.

9.

H βάση υπολογισμού προκύπτει από την προσωπική βάση υπολογισμού του εργοδότη. Ως τέτοια νοείται κατά το άρθρο 16 του νόμου 155/1995 ο τιμαριθμοποιημένος μηνιαίος μέσος όρος του εισοδήματος που υπόκειται σε εισφορές στο σύστημα συνταξιοδοτικής ασφαλίσεως καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου ασφαλίσεως. Εντούτοις, η σχετική περίοδος αναφοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει την τελευταία τριακονταετία ( 5 ). Εάν η προσωπική βάση υπολογισμού δεν υπερβαίνει τις 10.000 CZK, η βάση υπολογισμού αντιστοιχεί στην προσωπική βάση υπολογισμού. Ποσά άνω των 10000 τσεχικές κορόνες (CZK) και έως 24800 CZK συνυπολογίζονται σε ποσοστό 30 %, ενώ ποσά που υπερβαίνουν τις 24800 CZK συνυπολογίζονται σε ποσοστό 10 % (άρθρο 15 του νόμου 155/1995). Στον χρόνο ασφαλίσεως περιλαμβάνονται και οι πλασματικές περίοδοι ασφαλίσεως. Κατά τον καθορισμό της προσωπικής βάσεως υπολογισμού αφαιρούνται από τον μετρώμενο χρόνο οι λεγόμενες «εξαιρούμενες περίοδοι», οι οποίες ως επί το πλείστον συμπίπτουν με τις πλασματικές περιόδους ασφαλίσεως.

2. Επί της μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων

10.

Κατά το θεσπισθέν προς εφαρμογή των προβλεπόμενων στον ΚΥΚ άρθρο 105a, παράγραφοι 1 και 4, του νόμου 155/1995 περί του συστήματος ασφαλίσεως συντάξεων, οι ασφαλισμένοι που διορίζονται ως υπάλληλοι ή λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων ή των οργάνων τους και έχουν παύσει να απασχολούνται στην Τσεχική Δημοκρατία δικαιούνται να μεταφέρουν στο κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησαν στην Τσεχική Δημοκρατία εφόσον το τσεχικό σύστημα ασφαλίσεως δεν τους παρέχει σύνταξη, ενώ «ως συνταξιοδοτικά δικαιώματα […] νοείται το καθοριζόμενο ως ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο χρηματικό ποσό, το οποίο εξαρτάται από τη διανυθείσα περίοδο ασφαλίσεως και τις βάσεις υπολογισμού».

11.

Λεπτομέρειες σχετικά με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων υπαλλήλου ο οποίος εισέρχεται στην υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιέχει το τσεχικό διάταγμα 587/2006. Στο άρθρο 2 του διατάγματος αυτού ρυθμίζεται ο τρόπος με τον οποίον υπολογίζεται το ποσό των κτηθέντων στην Τσεχική Δημοκρατία συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς. Το άρθρο αυτό διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«1.

Η αξία των κτηθέντων στην Τσεχική Δημοκρατία συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο μεταφοράς, υπολογίζεται διά του πολλαπλασιασμού της μοναδιαίας αξίας της μελλοντικής συντάξεως με το άθροισμα του προβλεπόμενου μεταβλητού ποσού της συντάξεως και ενός ποσού το οποίο αναλογεί σε ποσοστό επί του βασικού ποσού της συντάξεως.

2.

Το προβλεπόμενο μεταβλητό ποσό της σύνταξεως υπολογίζεται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 34, παράγραφος 1, του νόμου περί του συστήματος ασφαλίσεως συντάξεων, υπό την έννοια ότι η διάρκεια ασφαλίσεως και η βάση υπολογισμού καθορίζονται κατά την κρίσιμη ημέρα, ως τέτοια, δε, νοείται η ημέρα υποβολής, στο αρμόδιο όργανο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της αιτήσεως για τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων […] Στο πλαίσιο αυτό, για τους σκοπούς του καθορισμού της προσωπικής βάσεως υπολογισμού, η περίοδος συμμετοχής στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Κοινοτήτων θεωρείται ως εξαιρούμενη περίοδος. […]

3.

Το ποσοστό επί του βασικού ποσού της συντάξεως υπολογίζεται ως εξής: το βασικό ποσό της συντάξεως που ισχύει κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως μεταφοράς πολλαπλασιάζεται με το πηλίκο που προκύπτει από τη διαίρεση του χρόνου ασφαλίσεως που έχει διανυθεί στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα έως την εν λόγω ημερομηνία με το άθροισμα της περιόδου ασφαλίσεως που έχει συμπληρωθεί στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα κατά την εν λόγω ημερομηνία και της περιόδου που εκτείνεται από την εν λόγω ημερομηνία έως την ημερομηνία κατά την οποία ο αιτών τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων (στο εξής: ο αιτών) συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδοτήσεως βάσει των ισχυουσών κατά την κρίσιμη ημέρα διατάξεων. […]

4.

Η μοναδιαία αξία της μελλοντικής συντάξεως συναρτάται με την ηλικία του αιτούντος κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως […] και προσδιορίζεται βάσει των πινάκων θνησιμότητας που ισχύουν κατά την εν λόγω ημερομηνία και ποσοστού 70 % της αξίας του ισχύοντος κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία ανώτατου τεχνικού επιτοκίου που καθορίζεται από νομική διάταξη ειδικά για τους σκοπούς της ασφαλίσεως. […]

5.

Για τον προσδιορισμό της μοναδιαίας αξίας της μελλοντικής συντάξεως χρησιμοποιούνται οι πίνακες θνησιμότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, οι οποίοι είναι ενιαίοι για τους άνδρες και τις γυναίκες και καταρτίζονται κάθε φορά για περίοδο πέντε συναπτών ημερολογιακών ετών.

6.

Στο χρηματικό ποσό που υπολογίζεται κατά τις παραγράφους 1 έως 5 προστίθεται ένα ποσό το οποίο λογίζεται ως τόκος επί του υπολογιζόμενου κατά τις παραγράφους 1 έως 5 ποσού για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως έως την ημερομηνία μεταφοράς του κεφαλαίου […] στον λογαριασμό του συνταξιοδοτικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. […]»

12.

Το παράρτημα του διατάγματος 587/2006 περιέχει έναν τύπο για τον υπολογισμό της μοναδιαίας αξίας της μελλοντικής συντάξεως. Το ύψος του ανώτατου τεχνικού επιτοκίου καθορίζεται κατά το άρθρο 12, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του διατάγματος 434/2009, σε συνάρτηση με την απόδοση των κρατικών ομολόγων.

II – Τα πραγματικά περιστατικά και η κύρια δίκη

13.

Ο R. Časta είναι υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στη θέση αυτή προσλήφθηκε την 1η Δεκεμβρίου 2006, ενώ προηγουμένως, κατά τα εκτεθέντα από το αιτούν δικαστήριο, ήταν ασφαλισμένος για δέκα περίπου έτη, και συγκεκριμένα από 1ης Οκτωβρίου 1996 ( 6 ), στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα, οι δε συνταξιοδοτικές του εισφορές καταβάλλονταν κανονικά.

14.

Την 28η Νοεμβρίου 2008 o R. Časta υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση για μεταφορά στην Ένωση του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα αποκτηθέντα στην Τσεχική Δημοκρατία συνταξιοδοτικά του δικαιώματα κατ’ άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Η αίτηση αυτή διαβιβάστηκε από την Επιτροπή στην τσεχική υπηρεσία κοινωνικών ασφαλίσεων, την Česká správa sociálního zabezpečení (στο εξής: καθής στην κύρια δίκη), στις 27 Μαρτίου 2009.

15.

Με την από 8 Φεβρουαρίου 2011 απόφασή της, η καθής στην κύρια δίκη προσέφερε στον R. Časta τη μεταφορά ποσού 523584 CZK. Το εν λόγω ποσό αποτελεί το 48,26 % των εισφορών που είχαν καταβληθεί έως τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή (1084922,05 CZK ( 7 )).

16.

Η καθής στην κύρια δίκη υπολόγισε το προσφερόμενο ποσό κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105a του νόμου 155/1995, όπως αυτός ίσχυε την ημέρα υποβολής της αιτήσεως, και του άρθρου 2 του διατάγματος 587/2006.

17.

Ο R. Časta άσκησε διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής. Κατά την άποψή του, ο τρόπος υπολογισμού που προβλέπει το τσεχικό δίκαιο αντιβαίνει στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος 2 του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΣΕΚ (νυν άρθρο 4, παράγραφος 4, ΣΕΕ). Όπως ισχυρίστηκε, το προς μεταφορά ποσό θα έπρεπε, αν όχι να υπερβαίνει, τουλάχιστον, πάντως, να προσεγγίζει το άθροισμα των καταβληθεισών εισφορών. Υποστήριξε, επίσης, ότι έχει παραβιασθεί η αρχή της ισότητας. Τέλος, προσήψε στην απόφαση ότι κατά τον υπολογισμό των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων δεν λήφθηκε υπόψη η περίοδος κατά την οποία είχε υπαχθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

18.

Η ανωτέρω ένσταση απορρίφθηκε από την καθής στην κύρια δίκη με απόφαση της 10ης Μαΐου 2011. Στις 12 Μαΐου 2011 ο R. Časta προσέφυγε ενώπιον του Krajský soud v Praze ζητώντας την ακύρωση της αποφάσεως.

III – Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

19.

Με διάταξή του, η οποία υποβλήθηκε στο Δικαστήριο στις 3 Απριλίου 2012, το Krajský soud v Praze αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και, δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

1)

Ποια είναι η έννοια του όρου «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης», ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 723/2004 του Συμβουλίου (στο εξής: ΚΥΚ); Περιλαμβάνονται στην έννοια αυτή τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που καθορίζονται είτε ως ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο είτε ως κατ’ αποκοπήν ποσό της εξαγοράς, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπως ίσχυε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 723/2004, ή πρέπει στον όρο αυτό να αποδοθεί μόνο μία από τις ανωτέρω έννοιες και, σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως, σε τι διαφέρει ο συγκεκριμένος όρος από τις ανωτέρω δύο έννοιες;

2)

Αποκλείει το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως τροποποιήθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, την εφαρμογή της μεθόδου υπολογισμού των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που προβλέπει το άρθρο 105a, παράγραφος 1, του νόμου 155/1995 περί κοινωνικής ασφαλίσεως και το διάταγμα 587/2006 περί λεπτομερών ρυθμίσεων σχετικά με την αμοιβαία μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στο συνταξιοδοτικό σύστημα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων; Στο πλαίσιο αυτό, έχει σημασία το γεγονός ότι η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού συνεπάγεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, τον καθορισμό των δυνάμενων να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων σε ποσό το οποίο υπολείπεται του ημίσεος των εισφορών που έχει καταβάλει ο υπάλληλος στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα;

3)

Έχει η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-293/03, Gregorio My κατά Office national des pensions (ONP), την έννοια ότι, κατά τον υπολογισμό της αξίας των δυνάμενων να μεταφερθούν στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, διά της μεθόδου του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου που εξαρτάται από τη διάρκεια της ασφαλίσεως, απαιτείται στην προσωπική βάση υπολογισμού να λαμβάνεται υπόψη και η περίοδος κατά την οποία ο υπάλληλος της ΕΕ είχε ήδη υπαχθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ, πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως περί μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων;

20.

Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο R. Časta, η Česká správa sociálního zabezpečení, η Τσεχική Δημοκρατία και η Επιτροπή.

21.

Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση συμμετείχαν ο R. Časta, η Τσεχική Δημοκρατία και η Επιτροπή.

IV – Νομική εκτίμηση

Α– Εισαγωγική παρατήρηση

22.

Πριν υπεισέλθω στην ουσία της υποθέσεως, θα πρέπει να αναφερθώ σε ορισμένες βασικές αρχές, οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία, και ιδίως από την απόφαση στην υπόθεση My ( 8 ), και κατά τη γνώμη μου ασκούν επιρροή στην υπό κρίση υπόθεση.

23.

Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, ο υπάλληλος που εισέρχεται στην υπηρεσία της Ένωσης δικαιούται ( 9 ) να μεταφέρει στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που απέκτησε προηγουμένως σε ένα κράτος μέλος. Ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη συντονισμός των συνταξιοδοτικών συστημάτων συντελείται σε δύο στάδια: Στο πρώτο στάδιο, η αρμόδια εθνική υπηρεσία καθορίζει και μεταφέρει στην Ένωση την κεφαλαιουχική αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα κράτη μέλη οφείλουν, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, να λαμβάνουν τα αναγκαία προς τούτο μέτρα ( 10 ).

24.

Στο δεύτερο στάδιο, η εν λόγω αξία μετατρέπεται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ σε συντάξιμα έτη υπηρεσίας τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο του συνταξιοδοτικού συστήματος της ΕΕ ( 11 ). Ως εκ τούτου, καθόσον ο υπολογισμός του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών ( 12 ), τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα αφορούν το πρώτο στάδιο της εν λόγω διαδικασίας.

25.

Η δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων αποσκοπεί στη διευκόλυνση της μετακινήσεως ενός απασχολούμενου σε κράτος μέλος στην υπηρεσία της Ένωσης και στη διασφάλιση, με τον τρόπο αυτό, της δυνατότητας της Ένωσης να προσελκύει ειδικευμένο και έμπειρο προσωπικό ( 13 ).

26.

Από τον σκοπό της προσλήψεως ειδικευμένου προσωπικού, προς επίτευξη του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να διευκολύνουν την Ένωση με βάση την απορρέουσα από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, συνάγεται μία βασική αρχή η οποία φρονώ ότι διέπει τη σχετική με τον επίδικο κανόνα νομολογία του Δικαστηρίου: Η ανάληψη, από έναν απασχολούμενο σε κράτος μέλος, μιας θέσης υπαλλήλου της ΕΕ δεν πρέπει να συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες ως προς τη συνταξιοδοτική κατάστασή του.

27.

Η εν λόγω βασική αρχή αναδεικνύεται ιδίως με την απόφαση στην υπόθεση My. Στην υπόθεση αυτή, ένας υπάλληλος του Συμβουλίου της ΕΚ, ο οποίος συμμετείχε επί 27 έτη στο κοινοτικό και, προηγουμένως, επί 19 έτη στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα, είχε παραιτηθεί ρητώς από το δικαίωμά του για μεταφορά στην ΕΚ των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που είχε αποκτήσει στο Βέλγιο. Όταν υπέβαλε στο Βέλγιο αίτηση χορηγήσεως πρόωρης συντάξεως, αυτή δεν έγινε δεκτή, καθόσον δεν είχε διανύσει τα απαιτούμενα 35 έτη ασφαλίσεως στο βελγικό συνταξιοδοτικό σύστημα.

28.

Καίτοι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, δεν περιέχει ρητή πρόβλεψη σχετικά με τη συνταξιοδότηση από το κράτος μέλος στην περίπτωση υπαλλήλου της ΕΕ ο οποίος έχει παραιτηθεί ρητώς από το δικαίωμά του για μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, το Δικαστήριο έκρινε ότι η άρνηση ενός κράτους μέλους να λάβει υπόψη, προς θεμελίωση δικαιώματος λήψεως πρόωρης συντάξεως δυνάμει του συνταξιοδοτικού συστήματός του, τις περιόδους δραστηριότητας που συμπληρώθηκαν υπό το κοινοτικό συνταξιοδοτικό σύστημα, συνιστά παράβαση των διατάξεων του ΚΥΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΣΕΚ (νυν άρθρο 3 ΣΕΕ) ( 14 ). Από τις σκέψεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano προκύπτει ότι η εν λόγω αρχή ήταν αποφασιστικής σημασίας για το σκεπτικό του Δικαστηρίου. Όπως, ειδικότερα, τόνισε ο γενικός εισαγγελέας σχετικά με την ερμηνεία του κανόνα, «πρόκειται για τη διασφάλιση […] της συνέχειας των κοινωνικών δικαιωμάτων των υπαλλήλων» ( 15 ).

29.

Η υπόθεση My καταδεικνύει ότι η αρχή κατά την οποία η ανάληψη, από έναν απασχολούμενο σε κράτος μέλος, μιας θέσης υπαλλήλου της ΕΕ δεν θα πρέπει να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες ως προς τη συνταξιοδοτική του κατάσταση, βρίσκει εφαρμογή τόσο στην περίπτωση της μεταφοράς όσο και στην περίπτωση της μη ασκήσεως του δικαιώματος για μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που αποκτήθηκαν στο κράτος μέλος.

30.

Όταν πρόκειται για υπαλλήλους της ΕΕ οι οποίοι επιλέγουν να μη μεταφέρουν τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, το εθνικό δίκαιο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, κατά τον υπολογισμό της προβλεπόμενης ελάχιστης διάρκειας ασφαλίσεως για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, τους χρόνους απασχολήσεως στην υπηρεσία οργάνου της ΕΕ ( 16 ), αναγνωρίζοντας τοιουτοτρόπως την προσδοκία για λήψη μειωμένης συντάξεως ανάλογα με τα αποκτηθέντα δικαιώματα.

31.

Εφόσον υπάλληλος ο οποίος εισέρχεται στην υπηρεσία της ΕΕ επιλέξει τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, από την προαναφερθείσα αρχή, το συμπέρασμα ότι την επομένη της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων θα πρέπει να βρίσκεται στην ίδια οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρισκόταν εάν είχε παραμείνει στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Θα πρέπει δηλαδή, σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, η τρέχουσα αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στην υποθετική περίπτωση της παραμονής στο εθνικό σύστημα να είναι ίδια με την τρέχουσα αξία της μερικής σύνταξης σε περίπτωση εισόδου στην υπηρεσία της ΕΕ χωρίς να υπάρξει μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, καθώς και με το μεταφερόμενο ποσό σε περίπτωση μεταφοράς.

Β– Πρώτο προδικαστικό ερώτημα

32.

Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα που υποβάλλει, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να ερμηνευθεί ο όρος «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης», ο οποίος εισήχθη στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δυνάμει του κανονισμού 723/2004. Ιδίως ζητεί να διευκρινισθεί η σχέση του όρου αυτού με τους όρους «ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο» και «κατ’ αποκοπήν ποσό της εξαγοράς», οι οποίοι χρησιμοποιούνταν πριν τεθεί σε ισχύ ο κανονισμός 723/2004.

33.

Κατά την άποψη του R. Časta, το κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης καθορίζεται, μεν, βάσει κριτηρίων της εθνικής νομοθεσίας, πλην όμως πρέπει κατά τον υπολογισμό αυτόν να λαμβάνονται υπόψη η διάρκεια της ασφαλίσεως και οι καταβληθείσες από τον ασφαλισμένο εισφορές. Στο πλαίσιο ενός κεφαλαιοποιητικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, η αξία του κεφαλαίου πρέπει να είναι ανάλογη των ασφαλιστικών εισφορών. Επίσης, όπως προκύπτει από τη διάταξη παραπομπής, ο R. Časta ισχυρίζεται ότι μετά τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 723/2004 δεν επιτρέπεται πλέον να χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της αξίας των προς μεταφορά δικαιωμάτων η μέθοδος του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδύναμου.

34.

Η Τσεχική Δημοκρατία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι με τον όρο «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης» περιγράφεται το οικονομικό ισοδύναμο της πιθανής συντάξεως την οποία θα είχε δικαίωμα να λάβει ο δικαιούχος στο μέλλον. Όπως τονίζει, σκοπός της τροποποιήσεως του ΚΥΚ διά του κανονισμού 723/2004 δεν ήταν ο αποκλεισμός της μεθόδου του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου, αλλά μάλλον η ανάδειξη της αρμοδιότητας των κρατών μελών να καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού του κεφαλαίου ενόψει και της αρμοδιότητας κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τις βασικές αρχές του οικείου συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως (άρθρο 153, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ). Η μέθοδος υπολογισμού εξαρτάται από τη μορφή του συνταξιοδοτικού συστήματος. Την άποψη ότι η τροποποίηση διά του κανονισμού 723/2004 απέβλεπε στη διεύρυνση της διακριτικής ευχέρειας των κρατών μελών να επιλέγουν μεθόδους υπολογισμού του κεφαλαίου ασπάζεται και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

35.

Προ της τροποποιήσεώς του από τον κανονισμό 723/2004, το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ παρείχε δύο εναλλακτικές δυνατότητες, καθόσον όριζε ότι ο υπάλληλος των Κοινοτήτων μπορούσε να επιλέξει να καταβληθεί από το εθνικό σύστημα στην Κοινότητα «είτε το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο είτε το κατά αποκοπήν ποσό της εξαγοράς των δικαιωμάτων σύνταξης αρχαιότητας».

36.

Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει τους δύο ως άνω όρους στην απόφαση Bodson. Κατά την ερμηνεία αυτή, το στατιστικό ισοδύναμο αποσκοπεί στην κεφαλαιοποίηση της αξίας «μιας μελλούσης και ενδεχομένης παροχής», όπως εν προκειμένω της συντάξεως, διά της προεξοφλήσεως της προσδοκώμενης συντάξεως, λαμβάνοντας υπόψη την πρόωρη καταβολή και τον κίνδυνο θανάτου. Αντιθέτως, ο υπολογισμός του κατ’ αποκοπή ποσού εξαγοράς υπολογίζεται με «την πρόσθεση των εισφορών πού έχουν καταβληθεί από τον ασφαλισμένο και, ενδεχομένως, των εισφορών που έχουν καταβληθεί από τον εργοδότη του, στις οποίες είναι δυνατόν να προστεθούν τόκοι» ( 17 ). Στην υπόθεση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, το Δικαστήριο αποσαφήνισε ότι η δυνατότητα επιλογής μεταξύ των δύο μεθόδων υπολογισμού ανήκει στα κράτη μέλη και όχι στους υπαλλήλους ( 18 ). Μεταφορά της σχετικής διατάξεως είναι δυνατή και παρά τον ενδεχομένως περιορισμένο ή υπό αίρεση ή μελλοντικό χαρακτήρα των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ή την ανεπάρκειά τους να καταστήσουν δυνατή την άμεση απονομή συντάξεως ( 19 ).

37.

Ήδη, μετά την τροποποίησή της με τον κανονισμό 723/2004, η εν λόγω διάταξη προβλέπει τη μεταφορά του κεφαλαίου «που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης». Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει στο ερώτημα σχετικά με τις συνέπειες που προκύπτουν από την εν λόγω τροποποίηση όσον αφορά τις δύο προαναφερθείσες μεθόδους υπολογισμού.

38.

Από το περιεχόμενο, την οικονομία και το ιστορικό θεσπίσεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VII του ΚΥΚ καθίσταται σαφές ότι ως κεφάλαιο νοείται η υπολογιζόμενη βάσει ορισμένου μαθηματικού τύπου αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ενώ δεν καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού.

39.

Κατά κυριολεξία, «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης» σημαίνει χρηματικό ποσό το οποίο αντιστοιχεί στην αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Ο όρος δεν εξηγεί ρητά τον τρόπο υπολογισμού του κεφαλαίου, υποδηλώνει, εντούτοις, ότι πρόκειται για υπολογισμό της αξίας των (ενδεχόμενων) μελλοντικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων κατά τον χρόνο μεταφοράς στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ, ήτοι το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο.

40.

Εξάλλου, και από τη συστηματική ερμηνεία της διατάξεως προκύπτει ότι είναι επιτρεπτός ο υπολογισμός του προς μεταφορά ποσού μέσω του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδύναμου. Ειδικότερα, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το άρθρο 11, παράγραφος 1, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, προβλέπει τη χρήση της εν λόγω μεθόδου για τον υπολογισμό της αξίας των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων υπάλληλου ο οποίος επιστρέφει στο εθνικό συνταξιοδοτικό σύστημα λόγω της περάτωσης των καθηκόντων του στην ΕΕ. Δεν θα ήταν πειστικό το επιχείρημα ότι τα κράτη μέλη δεν επιτρέπεται να εφαρμόζουν τη μέθοδο υπολογισμού που εφαρμόζει η ίδια η ΕΕ.

41.

Το ιστορικό θεσπίσεως της διατάξεως καταδεικνύει ότι, μετά την τροποποίησή της, τα κράτη μέλη δύνανται πλέον να επιλέγουν, πέραν των δύο άλλοτε προβλεπόμενων μεθόδων υπολογισμού, και άλλες μεθόδους για τον υπολογισμό του μεταφερόμενου ποσού (π.χ. μικτά μοντέλα). Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρότασή της για την τροποποίηση του ΚΥΚ η Επιτροπή αναφέρεται ρητά στην «αναζήτηση περισσότερης ουδετερότητας στη μεταφορά των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων» ( 20 ).

42.

Η τελελογική ανάλυση της διατάξεως αίρει κάθε αμφιβολία σχετικά με το επιτρεπτό διαφόρων μεθόδων υπολογισμού, και ιδίως εκείνων οι οποίες προηγουμένως προβλέπονταν ρητά. Όπως ήδη επισήμανα ανωτέρω, ο σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να παράσχει στην Ένωση τη δυνατότητα προσελκύσεως ειδικευμένου και έμπειρου προσωπικού, διασφαλίζοντας τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που ήδη αποκτήθηκαν από το προσωπικό αυτό στα εθνικά συνταξιοδοτικά συστήματα των κρατών μελών.

43.

Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ δεν εναρμονίζει τα συνταξιοδοτικά συστήματα των κρατών μελών ( 21 ). Εξάλλου, η Ένωση δεν έχει την εξουσία να προβεί σε ανάλογη εναρμόνιση ( 22 ). Μάλιστα, το άρθρο 153, παράγραφος 4, ΣΛΕΕ παραπέμπει ρητώς στην «ευχέρεια των κρατών μελών να καθορίζουν τις θεμελιώδεις αρχές του δικού τους συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως». Καθήκον της Ένωσης είναι μόνο να λαμβάνει «στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων» ( 23 ).

44.

Η εξουσία των κρατών μελών να διαμορφώνουν τα δικά τους συστήματα κοινωνικής ασφάλισης συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας τεράστιας ποικιλομορφίας τέτοιων συστημάτων ( 24 ). Έτσι, για παράδειγμα, τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης μπορεί να είναι διανεμητικά ή κεφαλαιοποιητικά. Επιπλέον, δύνανται να εξαρτούν το ύψος των παροχών από τις καταβληθείσες εισφορές –μάλιστα, στην περίπτωση ορισμένων κεφαλαιοποιητικών συστημάτων, να το καθορίζουν αποκλειστικά με βάση την αξία του αποταμιευθέντος ποσού («defined-contribution»)– ή να καθορίζουν το ύψος των παροχών ανεξάρτητα από τις εισφορές, ήτοι βάσει κριτηρίων όπως η διάρκεια της ασφαλίσεως, ή οι αποδοχές του δικαιούχου, ή ως ενιαία σύνταξη («defined-benefit») ( 25 ).

45.

Η πολυμορφία των συστημάτων συνεπάγεται αυτομάτως μια μεγάλη ποικιλία τρόπων υπολογισμού μεταξύ των οποίων τα κράτη μέλη δύνανται να επιλέξουν. Όταν σε ένα σύστημα η σύνταξη καθορίζεται, για παράδειγμα, αποκλειστικώς με βάση την αξία των επενδυμένων σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια ποσών, ο υπολογισμός του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα με βάση το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο θα είναι μάλλον προβληματικός, καθόσον τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα δεν είναι προσδιορίσιμα. Αντιθέτως, ο υπολογισμός του κατ’ αποκοπήν ποσού εξαγοράς προϋποθέτει εξ ορισμού την ύπαρξη ασφαλιστικών εισφορών, ενώ κατά τα εκτεθέντα από το αιτούν δικαστήριο, τέτοιες εισφορές δεν προβλέπονταν στην Τσεχική Δημοκρατία πριν από το 1993, καθόσον οι συντάξεις καταβάλλονταν από τα φορολογικά έσοδα. Ακόμη όμως και στο πλαίσιο ενός συστήματος χρηματοδοτούμενου από εισφορές, ο υπολογισμός του κεφαλαίου με τη μέθοδο της κατ’ αποκοπή αξίας εξαγοράς θα ήταν άτοπος αν η σύνταξη δεν καθορίζεται με βάση τις καταβληθείσες εισφορές.

46.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η απάντηση επί του πρώτου ερωτήματος θα πρέπει να είναι ότι ο όρος «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης», ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, αναφέρεται σε μια υπολογιζόμενη βάσει συγκεκριμένου μαθηματικού τύπου αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ενώ δεν καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού. Εξακολουθεί να επιτρέπεται η χρήση των προϊσχυσάντων τρόπων υπολογισμού.

Γ– Δεύτερο προδικαστικό ερώτημα

47.

Με το δεύτερο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η προβλεπόμενη από την εθνική νομοθεσία και εφαρμοζόμενη μέθοδος υπολογισμού του μεταφερόμενου προς την ΕΕ κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα συμβιβάζεται με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, διευκρινίζοντας ότι η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού συνεπάγεται, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον καθορισμό ενός κεφαλαίου, το ύψος του οποίου υπολείπεται του ημίσεος των καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών. Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει του γεγονότος ότι, σύμφωνα με όσα εκθέτουν οι μετέχοντες στη διαδικασία, μεταφορά του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα προβλέπεται κατά το τσεχικό δίκαιο μόνον όταν πρόκειται για ασφαλισμένους οι οποίοι εισέρχονται στην υπηρεσία της ΕΕ, οι δε σχετικές διατάξεις έχουν θεσπισθεί ειδικά για αυτούς. Πρόκειται δηλαδή για ρύθμιση που θεσπίσθηκε για τη συγκεκριμένη περίπτωση, γεγονός που πρέπει ιδίως να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της αναλύσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.

48.

Όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υποθέσεως, το ερώτημα τίθεται στο πλαίσιο του τσεχικού συνταξιοδοτικού συστήματος, του οποίου τα κύρια χαρακτηριστικά θα παραθέσω εν συντομία. Το εν λόγω σύστημα χρηματοδοτείται από έναν διανεμητικό μηχανισμό, στο πλαίσιο του οποίου από το έτος 1993 καταβάλλονται εισφορές από εργαζόμενους και εργοδότες. Κατά τα εκτεθέντα από το αιτούν δικαστήριο, το ποσό της συντάξεως που θα καταβληθεί σε περίπτωση συνταξιοδοτήσεως καθορίζεται από τον νόμο («defined-benefit») ( 26 ) υπολογιζόμενο με βάση έναν τύπο οι παράμετροι του οποίου είναι ο συνολικός χρόνος ασφαλίσεως και το ύψος των αποδοχών, το τελευταίο όμως κατά εξαιρετικά φθίνουσα πρόοδο. Αυτό σημαίνει ότι οι υψηλότερες αποδοχές οδηγούν μεν σε υψηλότερη σύνταξη, εντούτοις τα ποσά που υπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια αποδοχών λαμβάνονται υπόψη μόνον μέχρι ενός ορίου. Ως εκ τούτου, το σύστημα διακρίνεται από τον έντονα αλληλέγγυο χαρακτήρα του.

49.

Στην περίπτωση εισόδου του ασφαλισμένου στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ, μεταφέρεται το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων ( 27 ). Με βάση τον ισχύοντα τρόπο υπολογισμού, αυτό ανερχόταν στην περίπτωση του R. Časta σε ποσό που δεν υπερέβαινε το ήμισυ των εισφορών οι οποίες είχαν καταβληθεί από τον ίδιο και τον εργοδότη του.

50.

Κατά την άποψη του R. Časta, η εν λόγω μέθοδος υπολογισμού δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ και το άρθρο 45 ΣΛΕΕ. Όπως ισχυρίστηκε ήδη στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, το μεταφερόμενο κεφάλαιο θα πρέπει να είναι περίπου ίσο ή και υψηλότερο από τις καταβληθείσες εισφορές. Η εθνική ρύθμιση έχει ως συνέπεια οι προερχόμενοι από την Τσεχική Δημοκρατία υπάλληλοι της ΕΕ να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους συναδέλφους τους από άλλα κράτη μέλη. Η εφαρμοζόμενη μέθοδος υπολογισμού είναι δυσνόητη, βασίζεται σε παραμέτρους (π.χ. το εφαρμοζόμενο επιτόκιο) διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της εθνικής συντάξεως γήρατος και χρησιμοποιεί ως προς το προσδόκιμο ζωής έναν δείκτη ο οποίος δεν στηρίζεται στα στοιχεία της Eurostat.

51.

Η Τσεχική Δημοκρατία και, εμμέσως, η καθής στην κύρια δίκη θεωρούν ότι η χρησιμοποιούμενη μέθοδος υπολογισμού είναι σύννομη. Όπως ισχυρίζονται, δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, καθόσον, όσον αφορά την αξία των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων, οι προερχόμενοι από την Τσεχική Δημοκρατία υπάλληλοι της ΕΕ δεν περιέρχονται λόγω της μεταφοράς των συνταξιοδοτικών τους δικαιωμάτων σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτών που παραμένουν στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα. Το τελευταίο διακρίνεται για τον εξαιρετικά αλληλέγγυο χαρακτήρα του, γεγονός που συνεπάγεται αναγκαία ότι οι υψηλές ασφαλιστικές εισφορές αντιστοιχούν σε σχετικά χαμηλότερες παροχές.

52.

Κατά την άποψη της Επιτροπής, ούτε το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ ούτε το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ επιβάλλουν στα κράτη μέλη το συγκεκριμένο περιεχόμενο των μέτρων που οφείλουν να λάβουν σχετικά με τη μεταφορά του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Η υποχρέωση των κρατών μελών περιορίζεται εν προκειμένω στο να θεσπίζουν έναν μηχανισμό για τη μεταφορά αυτή.

53.

Τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως ως προς τη διαμόρφωση των μέτρων που οφείλουν να λάβουν κατά τα ανωτέρω προς εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όχι όμως και πλήρη διακριτική ευχέρεια. Οφείλουν να τηρούν ιδίως δύο βασικές αρχές: Αφενός πρέπει με τα θεσπιζόμενα μέτρα εφαρμογής να υλοποιούν ουσιαστικά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ και, συνεπώς, τα μέτρα αυτά να ανταποκρίνονται στην προαναφερθείσα αρχή ( 28 ). Αφετέρου, πρέπει να τηρούν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

54.

Βάσει της αρχής της ουσιαστικής υλοποιήσεως των προβλεπόμενων στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, η είσοδος ενός υπαλλήλου στην υπηρεσία της ΕΕ δεν θα πρέπει να συνεπάγεται δυσμενείς συνέπειες ως προς τη συνταξιοδοτική κατάστασή του. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη οφείλουν να μεταφέρουν το σύνολο του, από οικονομετρικής απόψεως ορθώς υπολογισθέντος, κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης τα οποία έχει αποκτήσει λόγω της δραστηριότητάς του στο κράτος μέλος, με αναγωγή του σχετικού ποσού στον χρόνο της πραγματικής μεταφοράς του.

55.

Αν, όπως στην περίπτωση του τσεχικού συνταξιοδοτικού συστήματος, το κεφάλαιο υπολογίζεται ως το ασφαλιστικό στατιστικό ισοδύναμο, θα πρέπει τα επιτόκια, οι πίνακες θνησιμότητας και οι τύποι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό να δικαιολογούνται από αναλογιστικής και στατιστικής απόψεως. Οι χρησιμοποιούμενες παράμετροι θα πρέπει επίσης να ορίζονται χωρίς να παραβιάζεται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ( 29 ).

56.

Η χρήση παραμέτρων οι οποίες, όπως διαμαρτύρεται ο R. Časta, διαφέρουν από εκείνες που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς του υπολογισμού των συντάξεων στο κράτος μέλος, επιτρέπεται στον βαθμό που η χρησιμοποίησή τους οφείλεται στο γεγονός ότι ο υπολογισμός του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου είναι μαθηματική πράξη διαφορετική από εκείνη που εφαρμόζεται για τον υπολογισμό των εθνικών συντάξεων. Επίσης, τα κράτη μέλη δεν έχουν υποχρέωση να προστρέχουν στις στατιστικές της Eurostat εφόσον τα στοιχεία τους προέρχονται από άλλες αναγνωρισμένες πηγές.

57.

Περαιτέρω δεσμεύσεις ως προς τη διαμόρφωση των μέτρων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ απορρέουν από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

58.

Εντούτοις, ο R. Časta δεν μπορεί να επικαλεστεί διακριτική μεταχείριση σε σχέση με τους υπαλλήλους της ΕΕ που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, λόγω της χρήσεως διαφορετικού τρόπου υπολογισμού του κεφαλαίου ( 30 ), ούτε και έναντι των ασφαλισμένων του τσεχικού συστήματος οι οποίοι εισέρχονται στο συνταξιοδοτικό σύστημα άλλου κράτους μέλους και επωφελούνται ορισμένων συντονιστικών μέτρων της ΕΕ ( 31 ). Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η διαφοροποίηση ανάγεται στην εξουσία των κρατών μελών να διαμορφώνουν τα συνταξιοδοτικά τους συστήματα.

59.

Μη σύννομη θα ήταν, όμως, η τυχόν θέσπιση από την εθνική νομοθεσία ενός κράτους μέλους για τη μεταφορά συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων μεταξύ δύο εθνικών συστημάτων τρόπων υπολογισμού από τους οποίους δεν θα μπορούσαν να επωφεληθούν όσοι συμμετέχοντες στο εθνικό σύστημα εισέρχονται στην υπηρεσία της Ένωσης. Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα εφαρμογής του ίδιου τρόπου υπολογισμού όταν πρόκειται για τη μεταφορά των δικαιωμάτων υπαλλήλων της ΕΕ ( 32 ). Αντίστοιχα, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αρνείται σε υπαλλήλους της Ένωσης, όταν πρόκειται για τον υπολογισμό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, την εφαρμογή μεθόδου υπολογισμού την οποία τυχόν προσφέρει σε ασφαλισμένους του εθνικού του συνταξιοδοτικού συστήματος που εισέρχονται στην υπηρεσία διεθνών οργανισμών.

60.

Το εθνικό δικαστήριο είναι αρμόδιο να ελέγξει εάν οι ανωτέρω εκτεθείσες επιταγές τηρούνται από την εθνική νομοθεσία.

61.

Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά στην σύγκριση μεταξύ του υπολογισθέντος κεφαλαίου και των καταβληθεισών εισφορών, στην οποία προβαίνει το αιτούν δικαστήριο. Μια τέτοια σύγκριση στερείται νοήματος εφόσον, όπως συμβαίνει στο τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα, οι ασφαλιστικές εισφορές δεν επηρεάζουν το ύψος της συντάξεως, το κεφάλαιο υπολογίζεται όμως μέσω του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου της συντάξεως αυτής.

62.

Σε μια τέτοια περίπτωση δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, ιδίως σε αλληλεγγύως διαμορφωμένα συνταξιοδοτικά συστήματα, το κεφάλαιο για όσους έχουν υψηλές αποδοχές να υπολογίζεται σε ποσό το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις υπολείπεται σαφώς των εισφορών που έχουν καταβληθεί στο σύστημα. Αυτό συμβαίνει επειδή στα συστήματα αυτά οι ασφαλισμένοι με υψηλές αποδοχές συγχρηματοδοτούν, μέσω των εισφορών τους, τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα εκείνων των οποίων οι αποδοχές είναι χαμηλότερες.

63.

Όπως προανέφερα, ο καθορισμός των βασικών αρχών που διέπουν τα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφαλίσεως ανήκει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Και μόνο το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι η διαμόρφωση των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων ως συστημάτων αλληλέγγυου χαρακτήρα δεν είναι αντίθετη προς το δίκαιο της Ένωσης. Ο αλληλέγγυος χαρακτήρας των συνταξιοδοτικών συστημάτων αποτελεί νομικό και ιστορικό επίτευγμα του σύγχρονου κράτους δικαίου, από το οποίο επωφελείται ο πληθυσμός ως σύνολο ( 33 ). Κατά ρητή επιταγή του άρθρου 34, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία της επίδικης διατάξεως, η Ένωση «αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα πρόσβασης στις παροχές κοινωνικής ασφάλειας [...] που εξασφαλίζουν προστασία σε περιπτώσεις όπως [...] το γήρας, σύμφωνα με τις λεπτομερέστερες διατάξεις που ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης και τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές».

64.

Ως εκ τούτου, προτείνω να δοθεί στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι η είσοδος ενός εργαζομένου σε κράτος μέλος στην υπηρεσία της ΕΕ δεν πρέπει να συνεπάγεται σε χειροτέρευση της καταστάσεώς του όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Ιδίως, η χρησιμοποιούμενη από το κράτος μέλος μέθοδος υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης σε περίπτωση μεταφοράς αυτών θα πρέπει να περιέχει εύλογες παραμέτρους, να γίνεται κατά τρόπο ορθό από απόψεως οικονομετρικών υπολογισμών και να μην παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αρμόδιος να ελέγξει την τήρηση των εν λόγω επιταγών είναι ο εθνικός δικαστής. Για τους λόγους αυτούς δεν απαγορεύεται, καταρχήν, το υπολογιζόμενο, σύμφωνα με τις εν λόγω επιταγές, με τη μέθοδο του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου κεφάλαιο να υπολείπεται του ποσού των εισφορών που έχουν καταβληθεί.

65.

Το αιτούν δικαστήριο δίδει την εντύπωση ότι θέτει περαιτέρω το ερώτημα εάν υφίσταται κατώτατο όριο στην αναλογία μεταξύ κεφαλαίου και εισφορών, ενώ επιμένει στο συμβολικό ποσοστό του 50 %. Εντούτοις, ενόψει των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει σαφώς ότι ο καθορισμός συγκεκριμένου ελάχιστου ποσοστού στερείται νοήματος, υπό την έννοια ότι κάθε ποσοστό το οποίο υπολείπεται του συγκεκριμένου ποσοστού συνεπάγεται παραβίαση του ενωσιακού δικαίου. Δεδομένου ότι, κατά τα λοιπά, στην υπό κρίση περίπτωση η αναλογία μεταξύ κεφαλαίου και εισφορών συμπίπτει κατά προσέγγιση με το συμβολικό όριο, φρονώ ότι αρκεί η απάντηση που δόθηκε στο δεύτερο προδικαστικό ερώτημα στην προηγούμενη παράγραφο.

Δ– Τρίτο προδικαστικό ερώτημα

66.

Με το τρίτο προδικαστικό ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινισθεί αν η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση My έχει την έννοια ότι κατά τον υπολογισμό, διά της μεθόδου του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου που εξαρτάται από τη διάρκεια της ασφαλίσεως, του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα υπαλλήλου ο οποίος εισέρχεται στην υπηρεσία της ΕΕ, απαιτείται στην ατομική βάση υπολογισμού να λαμβάνεται υπόψη και η περίοδος κατά την οποία ο υπάλληλος της ΕΕ είχε ήδη υπαχθεί στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ, πριν από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως περί μεταφοράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Το ερώτημα τίθεται με δεδομένο ότι, όπως εκθέτουν οι μετέχοντες, η μεταφορά του κεφαλαίου για υπαλλήλους οι οποίοι εισέρχονται στην υπηρεσία της ΕΕ αποτελεί τη μοναδική περίπτωση στην οποία λαμβάνει κάποια παροχή από το τσεχικό συνταξιοδοτικό σύστημα ένας ασφαλισμένος του ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει τον ελάχιστο χρόνο ασφαλίσεως ( 34 ).

67.

Ο R. Časta τάσσεται υπέρ της απόψεως ότι ο εν λόγω χρόνος πρέπει να λαμβάνεται υποχρεωτικά υπόψη κατά τον υπολογισμό του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης, σύμφωνα με τη μέθοδο υπολογισμού κατ’ άρθρο 52 του διατάγματος 883/2004. Εξάλλου, επισημαίνει ότι με τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων στο αντίστοιχο σύστημα της ΕΕ θα απολέσει κάθε δικαίωμα από το τσεχικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.

68.

Η Τσεχική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι από την απόφαση στην υπόθεση My δεν συνάγεται υποχρέωση συνυπολογισμού του εν λόγω χρόνου, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση αυτή ήταν τελείως διαφορετικά. Θεωρεί μάλιστα ότι ήδη από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ προκύπτει ότι για τον υπολογισμό του κεφαλαίου λαμβάνεται υπόψη μόνον η διάρκεια συμμετοχής στο εθνικό σύστημα συντάξεων. Ο συνυπολογισμός, κατά τον υπολογισμό από το κράτος μέλος του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, της περιόδου η οποία μεσολαβεί μεταξύ της εισόδου στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ και της υποβολής της αιτήσεως περί μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, θα είχε ως αποτέλεσμα, η εν λόγω περίοδος να λαμβάνεται υπόψη δύο φορές κατά τον υπολογισμό της συντάξεως. Την άποψη αυτή ασπάζονται η καθής στην κύρια δίκη και η Επιτροπή.

69.

Δεν υφίσταται υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη κατά τον προσδιορισμό της προσωπικής βάσεως υπολογισμού, στο πλαίσιο του υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, και την περίοδο κατά την οποία ένας υπάλληλος υπαγόταν ήδη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ, δεν είχε όμως ακόμη υποβάλει αίτηση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.

70.

Τέτοια υποχρέωση δεν συνάγεται ούτε από την απόφαση My, η οποία, όπως προανέφερα, δεν αφορά περίπτωση υπαλλήλου της ΕΕ ( 35 ) ο οποίος ενεργεί ώστε να μεταφερθούν στην Ένωση τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα, αλλά και ούτε από το γράμμα της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, όπου γίνεται αναφορά στα δικαιώματα συντάξεως «τα οποία [ο υπάλληλος] έχει αποκτήσει βάσει των προαναφερομένων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων», ήτοι τα αποκτηθέντα στο εθνικό σύστημα· επίσης, δεν συνάγεται από το διάταγμα 883/2004, το οποίο κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεν εφαρμόζεται στους υπαλλήλους των οργάνων της ΕΕ ( 36 ). Η απώλεια, σε περίπτωση μεταφοράς των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων, των δικαιωμάτων που o R. Časta απέκτησε στο τσεχικό σύστημα, για την οποία διαμαρτύρεται, αποτελεί συνέπεια της αλλαγής του συνταξιοδοτικού συστήματος στο οποίο υπάγεται.

V – Πρόταση

71.

Προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα ως εξής:

1)

Ο όρος «κεφάλαιο που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα σύνταξης», ο οποίος περιέχεται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, αναφέρεται σε μία υπολογιζόμενη βάσει συγκεκριμένου μαθηματικού τύπου αξία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, ενώ δεν καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού. Εξακολουθεί να επιτρέπεται η χρήση των προϊσχυσάντων τρόπων υπολογισμού.

2)

Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, έχει την έννοια ότι η είσοδος ενός εργαζομένου σε κράτος μέλος στην υπηρεσία της ΕΕ δεν πρέπει να συνεπάγεται χειροτέρευση της καταστάσεώς του όσον αφορά τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα. Ιδίως, η χρησιμοποιούμενη από το κράτος μέλος μέθοδος υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα συντάξεως σε περίπτωση μεταφοράς αυτών θα πρέπει να περιέχει εύλογες παραμέτρους, να γίνεται κατά τρόπο ορθό από οικονομετρικής απόψεως και να μην παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Αρμόδιος να ελέγξει την τήρηση των εν λόγω επιταγών είναι ο εθνικός δικαστής. Δεν απαγορεύεται, καταρχήν, το σύμφωνα με τις εν λόγω επιταγές υπολογιζόμενο με τη μέθοδο του ασφαλιστικού στατιστικού ισοδυνάμου κεφάλαιο να υπολείπεται του ποσού των εισφορών που έχουν καταβληθεί.

3)

Δεν υφίσταται υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη, κατά τον προσδιορισμό της ατομικής βάσεως υπολογισμού, στο πλαίσιο του υπολογισμού του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, την περίοδο κατά την οποία ένας υπάλληλος υπαγόταν ήδη στο συνταξιοδοτικό σύστημα της ΕΕ, δεν είχε όμως ακόμη υποβάλει αίτηση για τη μεταφορά των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων.


( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.

( 2 ) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004, για την τροποποίηση του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (EE L 124, σ. 1).

( 3 ) Θεσπίσθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/001, σ. 108).

( 4 ) Άρθρο 2 του κανονισμού 723/2004.

( 5 ) Η αξία αναπροσαρμόζεται στο χρονικό σημείο κατά το οποίο λαμβάνει χώρα ο υπολογισμός με βάση τη μέση αύξηση των μισθών.

( 6 ) Ο R. Časta υπολογίζει τον χρόνο ασφαλίσεώς του σε 17 έτη και 259 ημέρες. Η διαφορά εξηγείται πιθανόν από το γεγονός ότι το αιτούν δικαστήριο δεν συνυπολόγισε ορισμένα χρονικά διαστήματα ασφαλίσεως για τα οποία δεν καταβλήθηκαν εισφορές.

( 7 ) Το ποσό αυτό υπολογίστηκε από το αιτούν δικαστήριο. Ο R. Časta είχε δηλώσει στο δικαστήριο ότι το ποσό ανερχόταν σε 1124633,40 CZK.

( 8 ) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 2004, C-293/03, My (Συλλογή 2004, σ. I-12013).

( 9 ) Απόφαση της 14ης Ιουνίου 1990, C-37/89, Weiser (Συλλογή 1990, σ. I-2395, σκέψη 12).

( 10 ) Αποφάσεις της 20ής Οκτωβρίου 1981, 137/80, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1981, σ. 2393, σκέψεις 9 και 18), της 20ής Μαρτίου 1986, 72/85, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1986, σ. 1219, σκέψη 16), της 18ης Απριλίου 1989, 130/87, Retter (Συλλογή 1989, σ. 865, σκέψη 22), και της 17ης Ιουλίου 1997, C-52/96, Επιτροπή κατά Ισπανίας (Συλλογή 1997, σ. I-4637, σκέψη 9).

( 11 ) Άρθρο 11, παράγραφος 2, του παραρτήματος VIII του ΚΥΚ. Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 2004, T-67/02, Radauer κατά Συμβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I-A-89 και II-395, σκέψεις 29 και 30).

( 12 ) Απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1989, 75/88, 146/88 και 147/88, Bonazzi-Bertottilli κ.λπ. (Συλλογή 1989, σ. 3599, σκέψη 17).

( 13 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Βελγίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 11), και της 16ης Δεκεμβρίου 2004, My (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 44).

( 14 ) Απόφαση My (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψεις 45 έως 49).

( 15 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα A. Tizzano στην υπόθεση My (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σημείο 95).

( 16 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 2010, C-286/09 και C-287/09, Ricci (Συλλογή 2010, σ. I-93, σκέψεις 30 έως 33).

( 17 ) Απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982, 212/81, Bodson (Συλλογή 1982, σ. 1019, σκέψεις 7 και 8).

( 18 ) Αποφάσεις της 17ης Δεκεμβρίου 1987, 315/85, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (Συλλογή 1987, σ. 5391, σκέψη 22), και της 4ης Μαΐου 1988, 64/85, Watgen (Συλλογή 1988, σ. 2435, σκέψη 9).

( 19 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 12).

( 20 ) COM(2002) 213 τελικό, σ. 5.

( 21 ) Απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 21).

( 22 ) Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση C-343/08, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2010, Συλλογή 2010, σ. Ι-275, σημείο 53). Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1997, C-340/94, de Jaeck (Συλλογή 1997, σ. I-461, σκέψη 18).

( 23 ) Άρθρο 48 ΣΛΕΕ.

( 24 ) Στην ακροαματική συζήτηση, η Επιτροπή έκανε λόγο για περισσότερες από 300 εκδοχές.

( 25 ) Βλ. OECD, Pensions at a Glance, 2005, και, το πιο πρόσφατο, OECD, Pensions at a Glance, 2011. Σχετικά με τις αλλαγές στα συστήματα, βλ. τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής «Aτζέντα για επαρκείς, ασφαλείς και βιώσιμες συντάξεις», COM(2012) 55, της 16ης Φεβρουαρίου 2012.

( 26 ) Ο R. Časta φρονεί ότι καθορίζονται οι εισφορές, όχι όμως οι συντάξεις. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τον χαρακτηρισμό στον οποίο προβαίνει το αιτούν δικαστήριο.

( 27 ) Σχετικά με τις λεπτομέρειες της νομοθετικής ρύθμισης βλ. ιδίως σημεία 11 και 12 των παρουσών προτάσεων.

( 28 ) Σημείο 26 των παρουσών προτάσεων.

( 29 ) Σχετικά με τις συναφείς υποχρεώσεις του κοινοτικού νομοθέτη, βλ. την απόφαση της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, C-227/04 P, Lindorfer κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2007, σ. I-6767, σκέψεις 52, 58 και 59).

( 30 ) Η πλήρης άρνηση ενός κράτους μέλους να παράσχει δυνατότητα μεταφοράς των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων οδηγεί, εντούτοις, σε διάκριση. Βλ. απόφαση Επιτροπή κατά Βελγίου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 19).

( 31 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), νυν κανονισμός (ΕΚ) 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ L 166, σ. 1). Κατά το άρθρο 91 του τελευταίου, ο κανονισμός αυτός ισχύει από 1ης Μαΐου 2010. Βλ. Schreiber, F., Art. 91, σε Schreiber, F. κ.ά., VO (EG) Nr. 883/2004, C. H. Beck, Μόναχο, 2012.

( 32 ) Αποφάσεις Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 24), και Watgen (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 10).

( 33 ) Ritter, G., Der Sozialstaat, Entstehung und Entwicklung im internationalen Vergleich, Oldenbourg, Μόναχο, 3η έκδοση, 2010.

( 34 ) Στη θέση αυτή βρίσκεται και ο R. Časta. Κατά τα εκτιθέμενα στο υπόμνημα, ο ελάχιστος χρόνος ασφαλίσεως ανέρχεται σε 25 έτη, ενώ κατά την ακροαματική διαδικασία έγινε λόγος για 35 έτη. Η διαφορά δεν αποκλείεται να οφείλεται στο γεγονός ότι στην Τσεχική Δημοκρατία ο ελάχιστος χρόνος ασφαλίσεως, ο οποίος ανέρχονταν άλλοτε σε 25 έτη, από το 2010 και μετά αυξάνεται σταδιακά στα 35 έτη. Βλ. OECD, Pensions at a Glance, 2011, σ. 212.

( 35 ) Σημεία 27 και 28 των παρουσών προτάσεων.

( 36 ) Ως προς τη διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 1408/71, βλ. αποφάσεις της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-411/98, Ferlini (Συλλογή 2000, σ. I-8081, σκέψη 41), και My (προαναφερθείσα στην υποσημείωση 8, σκέψη 35).

Top