This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62003CC0301
Opinion of Mr Advocate General Jacobs delivered on 15 September 2005.#Italian Republic v Commission of the European Communities.#Structural funds - Eligibility of expenditure - Amendments to programme complements - Inadmissibility.#Case C-301/03.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 15ης Σεπτεμβρίου 2005.
Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Διαρθρωτικά ταμεία - Επιλεξιμότητα των δαπανών - Τροποποιήσεις συμπληρωμάτων προγραμματισμού - Απαράδεκτο.
Υπόθεση C-301/03.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 15ης Σεπτεμβρίου 2005.
Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Διαρθρωτικά ταμεία - Επιλεξιμότητα των δαπανών - Τροποποιήσεις συμπληρωμάτων προγραμματισμού - Απαράδεκτο.
Υπόθεση C-301/03.
Συλλογή της Νομολογίας 2005 I-10217
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2005:550
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
F. G. JACOBS
της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 1(1)
Υπόθεση C-301/03
Ιταλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Εισαγωγή
1. Σύμφωνα με το άρθρο 159 ΕΚ, η Κοινότητα ενισχύει την υλοποίηση των στόχων της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, στους οποίους περιλαμβάνονται η περιφερειακή ανάπτυξη με δράση μέσω χρηματοδοτικών φορέων, μεταξύ των οποίων και τα διαρθρωτικά ταμεία (2).
2. Σύμφωνα με το άρθρο 161 ΕΚ, το Συμβούλιο καθορίζει τα καθήκοντα, τους πρωταρχικούς στόχους και την οργάνωση των διαρθρωτικών ταμείων, και τούτο μαζί με τους γενικούς κανόνες που ισχύουν γι’ αυτά και τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητάς τους και τον συντονισμό των διαφόρων ταμείων μεταξύ τους και με τα άλλα υφιστάμενα χρηματοδοτικά μέσα.
3. Με βάση τα ανωτέρω, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων (3) ο οποίος διέπει τους σκοπούς, την οργάνωση, τη λειτουργία και την εφαρμοστικότητα των διαρθρωτικών ταμείων, και τούτο μαζί με τον σχετικό ρόλο και τις σχετικές εξουσίες της Επιτροπής και των κρατών μελών.
4. Αρκετά είναι τα στάδια προγραμματισμού και εφαρμογής που προβλέπονται στο πλαίσιο της –κυρίως χρηματοδοτικής– αρωγής που παρέχεται από τα διαρθρωτικά ταμεία. Τα «συμπληρώματα προγραμματισμού» είναι το τελευταίο στάδιο της σχετικής διαδικασίας. Με αυτά θεσπίζονται λεπτομερή μέτρα για την εφαρμογή της γενικής στρατηγικής και των προτεραιοτήτων που έχουν ήδη προσδιοριστεί σε «επιχειρησιακά προγράμματα» και «ενιαία έγγραφα προγραμματισμού» –όπως ο τύπος των τελικώς επωφελουμένων όσον αφορά κάθε μέτρο– που προσδιορίζουν, μεταξύ άλλων, τη σχεδιαζόμενη χρηματοδοτική παροχή για τη συμμετοχή του οικείου Ταμείου. Τα ανωτέρω λειτουργούν κατά το στάδιο όπου εφαρμόζονται οι ειδικές δράσεις ή ενέργειες συγχρηματοδοτήσεως από τα διαρθρωτικά ταμεία.
5. Σύμφωνα με την αρχή της στενής συνεργασίας (ή «εταιρικής σχέσεως») μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής, που διαπνέει τον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων, τα επιχειρησιακά προγράμματα και τα ενιαία έγγραφα προγραμματισμού εγκρίνονται από την Επιτροπή, ενώ τα συμπληρώματα προγραμματισμού σχεδιάζονται και εγκρίνονται από τα οικεία κράτη μέλη ή τη σχετική διαχειριστική αρχή. Είναι δυνατό, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τα στοιχεία των συμπληρωμάτων προγραμματισμού να διορθώνονται (4). Στις περισσότερες περιπτώσεις (5) αυτή η διόρθωση εγκρίνεται σε εθνικό επίπεδο, η δε Επιτροπή απλώς ενημερώνεται σχετικώς.
6. Η υπό κρίση προσφυγή, βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, αφορά δαπάνες σχετικές με διορθώσεις συμπληρωμάτων προγραμματισμού βάσει του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση διαφόρων σχετικών πράξεων με τις οποίες η Επιτροπή έχει διατυπώσει τη θέση της σχετικά με την ημερομηνία ύστερα από την οποία μπορούν τέτοιες δαπάνες να θεωρούνται ως επιλέξιμες για πληρωμές.
7. Η Ιταλία ισχυρίζεται, κατ’ ουσίαν, ότι παρά τον προβαλλόμενο ερμηνευτικό χαρακτήρα τους, οι αμφισβητούμενες πράξεις σκοπούν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων. Οι εν λόγω πράξεις θεσπίζουν υποχρεώσεις που η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία να επιβάλλει και οι οποίες είτε είναι αντίθετες είτε, τουλάχιστον, δεν προβλέπονται από τον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων.
8. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη. Οι αμφισβητούμενες πράξεις δεν μπορούν να προσβληθούν βάσει του άρθρου 230 ΕΚ εφόσον ούτε έχουν ούτε επιδιώκεται να έχουν έννομα αποτελέσματα. Επικουρικώς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι αβάσιμη.
9. Τόσο η Ιταλία όσο και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.
Οι ασκούσες επιρροή κοινοτικές διατάξεις
Ο κανονισμός περί διαρθρωτικών ταμείων
10. Οι σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση έννοιες προσδιορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
11. Το άρθρο 9, στοιχείο ε΄, ορίζει την «παρέμβαση» ως «μορφές παρέμβασης των Ταμείων», στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, «επιχειρησιακά προγράμματα ή ενιαία έγγραφα προγραμματισμού».
12. Το άρθρο 9, στοιχείο στ΄, ορίζει το επιχειρησιακό πρόγραμμα ως «το εγκριθέν από την Επιτροπή έγγραφο που αποσκοπεί στην εφαρμογή ενός κοινοτικού πλαισίου στήριξης [(6)] και περιέχει ένα συνεπές σύνολο αξόνων προτεραιότητας αποτελουμένων από πολυετή μέτρα για την πραγματοποίηση του οποίου μπορεί να ζητηθεί η συνδρομή ενός ή περισσοτέρων ταμείων και ενός ή περισσοτέρων από τα άλλα υφιστάμενα χρηματοδοτικά όργανα καθώς και τις ΕΤΕπ».
13. Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού ορίζεται, στο άρθρο 9, στοιχείο ζ΄, ως «ένα και μόνο έγγραφο το οποίο εγκρίνεται από την Επιτροπή και στο οποίο συγκεντρώνονται τα στοιχεία που περιέχονται σε ένα κοινοτικό πλαίσιο στήριξης και σε ένα επιχειρησιακό πρόγραμμα».
14. Το άρθρο 9, στοιχείο ιγ΄, ορίζει το συμπλήρωμα προγραμματισμού ως «το έγγραφο περί εφαρμογής της στρατηγικής και των αξόνων προτεραιότητας της παρέμβασης το οποίο περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία σε επίπεδο μέτρων […] το οποίο καταρτίζεται από το κράτος μέλος ή τη διαχειριστική αρχή [(7)] […] διαβιβάζεται προς ενημέρωση στην Επιτροπή». Το εν λόγω άρθρο διευκρινίζει ότι τα συμπληρώματα προγραμματισμού μπορούν, εφόσον παρίσταται ανάγκη, να θεωρούνται σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 3.
15. Το άρθρο 34, παράγραφος 3, προβλέπει ότι η διαχειριστική αρχή, «έπειτα από σχετικό αίτημα της επιτροπής παρακολούθησης ή με δική της πρωτοβουλία, εγκρίνει το συμπλήρωμα προγραμματισμού, χωρίς να τροποποιήσει το συνολικό ποσό της συμμετοχής των ταμείων που χορηγείται στον σχετικό άξονα προτεραιότητας ούτε τους ειδικούς στόχους τους τελευταίου. Κατόπιν εγκρίσεως της επιτροπής παρακολούθησης, ενημερώνει εντός ενός μηνός την Επιτροπή για την εν λόγω αναπροσαρμογή». Στη συνέχεια, η ίδια παράγραφος προβλέπει ότι «οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις που αφορούν τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην απόφαση συμμετοχής των ταμείων αποφασίζονται από την Επιτροπή σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την έγκριση της επιτροπής παρακολούθησης».
16. Η έγκριση αυτών των διαφόρων εγγράφων στο πλαίσιο της διαδικασίας προγραμματισμού διέπεται κυρίως από το άρθρο 15 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων, «Προπαρασκευή και έγκριση». Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 4, «η Επιτροπή προβαίνει σε εκτίμηση των προτάσεων για επιχειρησιακά προγράμματα που υποβάλλονται από το κράτος μέλος προκειμένου να προσδιορίσει εάν είναι συνεπείς προς τους στόχους του αντίστοιχου κοινοτικού πλαισίου στήριξης και συμβατές με τις κοινοτικές πολιτικές». Τότε, η Επιτροπή εκδίδει απόφαση σχετικά με τη συμμετοχή του ταμείου σε συμφωνία με το οικείο κράτος μέλος, εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις σύμφωνα με τον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων.
17. Σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 5, «η Επιτροπή αποφασίζει, βάσει των σχεδίων, τα ενιαία έγγραφα προγραμματισμού, σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος», εφόσον βεβαίως πληρούνται οι προϋποθέσεις βάσει του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
18. Το άρθρο 15, παράγραφος 6, ορίζει ότι «το κράτος μέλος ή η διαχειριστική αρχή καθορίζει το συμπλήρωμα προγραμματισμού που ορίζεται στο άρθρο 9, στοιχείο ιγ΄, κατόπιν συμφωνίας της επιτροπής παρακολούθησης, εάν το συμπλήρωμα προγραμματισμού καθορίζεται μετά την απόφαση περί συμμετοχής των ταμείων της Επιτροπής ή ύστερα από διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους εταίρους εάν αυτό καθορίζεται πριν από την απόφαση περί συμμετοχής των ταμείων. Στην τελευταία περίπτωση, η επιτροπή παρακολούθησης επιβεβαιώνει το συμπλήρωμα προγραμματισμού ή ζητεί προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 3». Το κράτος μέλος οφείλει επίσης να αποστείλει το συμπλήρωμα προγραμματισμού στην Επιτροπή για ενημέρωση εντός τριών μηνών από την απόφαση της Επιτροπής για έγκριση ενός επιχειρησιακού προγράμματος ή ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού.
19. Η επιλεξιμότητα των δαπανών για την εκ μέρους του ταμείου παρέμβασης συμμετοχή διέπεται από το άρθρο 30.
20. Το άρθρο 30, παράγραφος 2, προβλέπει ότι «μία δαπάνη δεν μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη για τη συμμετοχή των Ταμείων, εάν καταβληθεί πράγματι από τον τελικό δικαιούχο πριν από την ημερομηνία παραλαβής από την επιτροπή της αίτησης για παρέμβαση. Η ημερομηνία αυτή αποτελεί την αφετηρία της επιλεξιμότητας των δαπανών». Σύμφωνα με την ίδια διάταξη «η καταληκτική ημερομηνία επιλεξιμότητας των δαπανών ορίζεται στην απόφαση συμμετοχής των Ταμείων». Η επιλεξιμότητα δαπάνης σύμφωνα με αναπροσαρμογή συμπληρωμάτων προγράμματος δεν αναφέρεται ειδικώς σε καμία διάταξη του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
21. Η επιστροφή δαπάνης που πράγματι πληρώνεται από το Ταμείο διέπεται από το άρθρο 32, παράγραφος 2. Κατ’ ουσίαν, η ορισθείσα από το κράτος μέλος αρχή που καταβάλλει τις πληρωμές βεβαιώνει τη δαπάνη και, στη συνέχεια, υποβάλλει στην Επιτροπή αίτηση για επιστροφή. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ότι η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή σε περίπτωση που δεν πληροί τις τεθείσες προϋποθέσεις και μπορεί να ζητήσει από το κράτος μέλος και την αρχή που καταβάλλει την πληρωμή να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη θεραπεία της καταστάσεως πριν από τη χορήγηση της επιστροφής.
22. Το άρθρο 53, παράγραφος 2, του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίσει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή, μεταξύ άλλων, του άρθρου 30. Όμως, τέτοιοι κανόνες εφαρμογής πρέπει να θεσπιστούν σύμφωνα με το άρθρο 48, παράγραφος 2, στοιχείο α΄, το οποίο, με τη σειρά του, παραπέμπει στο άρθρο 47, παράγραφος 3, κατά το οποίο η επιτροπή για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών, ενεργούσα ως επιτροπή διαχειρίσεως –και σε ορισμένες περιπτώσεις το ίδιο το Συμβούλιο– πρέπει να αποφασίσουν με ψήφο επί της προτάσεως της Επιτροπής.
23. Οι επιτροπές παρακολούθησης πρέπει να συσταθούν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, προκειμένου να επιβλέπουν κάθε κοινοτικό πλαίσιο στήριξης ή ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού καθώς και κάθε επιχειρησιακό πρόγραμμα.
24. Η οργάνωσή τους, ο ρόλος τους και τα καθήκοντά τους έχουν καθοριστεί με το άρθρο 35. Κύριο καθήκον μιας επιτροπής παρακολούθησης είναι να επιβλέπει την εφαρμογή αυτών των εγγράφων και να βεβαιώνεται σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα της εφαρμογής της παρέμβασης. Η σύνθεση μιας επιτροπής παρακολούθησης μπορεί να ποικίλλει, πλην όμως τα κράτη μέλη οφείλουν να φροντίζουν ώστε να περιλαμβάνονται σ’ αυτήν τοπικές και περιφερειακές αρχές, οικονομικοί και κοινωνικοί εταίροι, καθώς και άλλοι αρμόδιοι φορείς σε επίπεδο αρωγής. Επίσης, στις εργασίες της επιτροπής παρακολούθησης συμμετέχει εκπρόσωπος της Επιτροπής, μόνο όμως υπό συμβουλευτική ιδιότητα.
25. Η επιτροπή παρακολούθησης οφείλει, μεταξύ άλλων, να επιβεβαιώνει ή να αναπροσαρμόζει κάθε συμπλήρωμα προγραμματισμού, συμπεριλαμβανομένων των υλικών και δημοσιονομικών δεικτών που πρέπει να χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση της παρέμβασης. Η έγκρισή της πρέπει να γίνεται πριν από οποιαδήποτε περαιτέρω αναπροσαρμογή. Επίσης, οι επιτροπές παρακολούθησης εξετάζουν και εγκρίνουν τα κριτήρια για την επιλογή των χρηματοδοτουμένων πράξεων βάσει κάθε μέτρου, εξετάζουν τα αποτελέσματα της εφαρμογής, ελέγχουν και εγκρίνουν την ετήσια και τελική έκθεση εφαρμογής πριν αυτές σταλούν στην Επιτροπή, θεωρούν και εγκρίνουν κάθε πρόταση για τροποποίηση του περιεχομένου της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την παρέμβαση των ταμείων και μπορούν, σε κάθε περίπτωση, να προτείνουν στην αρχή διαχειρίσεως οποιαδήποτε μεταρρύθμιση ή αναθεώρηση της παρέμβασης (8).
26. Τέλος, η επιτροπή για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών έχει συσταθεί με το άρθρο 47 προκειμένου να επικουρεί την Επιτροπή στην εφαρμογή του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Σύμφωνα με το άρθρο 48 η εν λόγω επιτροπή συγκροτείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών, ενώ αυτής προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής. Μπορεί αυτή να δρα είτε ως συμβουλευτική είτε ως διαχειριστική επιτροπή, ανάλογα με το θέμα με το οποίο ασχολείται.
Ιστορικό της υποθέσεως
27. Τα προβλήματα που τίθενται με την υπό κρίση υπόθεση ανέκυψαν στο πλαίσιο διαβουλεύσεως μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών με σκοπό την απλούστευση της λήψεως επιχειρησιακών αποφάσεων εντός του υφιστάμενου ρυθμιστικού πλαισίου των διαρθρωτικών ταμείων.
28. Στις 24 Ιουλίου 2002, κατά την 67η συνεδρίαση της επιτροπής για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών, η Επιτροπή υπέβαλε σχέδιο εγγράφου με τίτλο «Σημείωμα σχετικά με την απλούστευση, διασαφήνιση, συντονισμό και ευκαμψία της ασκήσεως της διαρθρωτικής στρατηγικής κατά την περίοδο 2000-2006» (σημείωμα CDRR-03-0013-00). Το ίδιο σημείωμα διανεμήθηκε τότε, προς συζήτηση, κατά τη σχετική συνεδρίαση της 7ης Οκτωβρίου 2002 μεταξύ του Επιτρόπου Barnier και των υπουργών των κρατών μελών.
29. Με το σημείωμα εκείνο, η Επιτροπή πρότεινε ορισμένες διασαφηνίσεις και απλουστεύσεις των διαχειριστικών για τα ταμεία διαδικασιών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και μια που αφορούσε τροποποιήσεις των συμπληρωμάτων προγραμματισμού: οσάκις τέτοιες τροποποιήσεις, που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν από επιτροπές παρακολούθησης, απαιτούν αναπροσαρμογή της παρέμβασης με την οποία συνδέονται, πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως και η προηγούμενη απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω παρέμβαση. Επομένως, το κράτος μέλος και η Επιτροπή πρέπει να συμφωνήσουν βάσει των ισχυουσών διατάξεων του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Όμως, όταν οι αναπροσαρμογές επηρεάζουν μόνο το ίδιο το συμπλήρωμα προγραμματισμού, έγκριση της Επιτροπής δεν απαιτείται.
30. Όπως αναγράφηκε στα πρακτικά της 67ης συνεδριάσεως, ο εκπρόσωπος της Επιτροπής, απαντώντας στον Ιταλό εκπρόσωπο, δήλωσε ότι «στις περιπτώσεις τροποποιήσεως προγραμμάτων, η ημερομηνία ενάρξεως της επιλεξιμότητας των νέων ή τροποποιημένων μέτρων είναι η ίδια με αυτήν του προγράμματος, τουτέστιν, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ημερομηνία λήψεως ενός αποδεκτού προγράμματος».
31. Από τα πρακτικά εκείνα καταφαίνεται επίσης ότι, απαντώντας σε γενικά σχόλια της ισπανικής αντιπροσωπείας σχετικά με τον αυξανόμενο κανονιστικό χαρακτήρα των ενημερωτικών σημειωμάτων της Επιτροπής, ο Πρόεδρος –που ήταν ο εκπρόσωπος της Επιτροπής– ανέφερε ότι σκοπός των υποβαλλομένων από την Επιτροπή ενημερωτικών σημειωμάτων «ήταν να διασαφηνιστεί στα κράτη μέλη το πώς η Επιτροπή ερμήνευε και εφάρμοζε τους σχετικούς με τον τρόπο λειτουργίας των διαρθρωτικών ταμείων κανόνες. Τα έγγραφα αυτά ήσαν, ως εκ της φύσεώς τους, εσωτερικού χαρακτήρα και όχι πάντοτε στην τελική τους μορφή».
32. Κατά την 75η συνεδρίαση της ίδιας επιτροπής, η Επιτροπή παρουσίασε σημείωμα με τίτλο «Ημερομηνία επιλεξιμότητας όταν τροποποιούνται έγγραφα προγραμματισμού». Με το σημείωμα εκείνο η Επιτροπή διευκρίνιζε ότι στην περίπτωση οποιασδήποτε τροποποιήσεως επιχειρησιακών προγραμμάτων ή ενιαίων εγγράφων προγραμματισμού, οι νέες δαπάνες θα καθίσταντο επιλέξιμες ύστερα από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή θα ελάμβανε την αίτηση για τροποποίηση της παρεμβάσεως – με άλλα λόγια, την ημερομηνία που προβλέπεται από το άρθρο 30 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
33. Όμως, στην περίπτωση τροποποιήσεως συμπληρωμάτων προγραμματισμού, στο σημείωμα γινόταν διάκριση μεταξύ δύο περιπτώσεων.
34. Αφενός, εάν η τροποποίηση στο συμπλήρωμα προγραμματισμού απαιτούσε επίσης τροποποίηση των ενιαίων εγγράφων προγραμματισμού ή των επιχειρησιακών προγραμμάτων, θα ίσχυε η ημερομηνία επιλεξιμότητας που είχε δοθεί με την απόφαση περί εγκρίσεως της τροποποιήσεως του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού ή του επιχειρησιακού προγράμματος.
35. Αφετέρου, εάν η τροποποίηση είχε σχέση μόνο με αυτό τούτο το συμπλήρωμα προγραμματισμού, τότε η ημερομηνία ύστερα από την οποία η δαπάνη καθίσταται επιλέξιμη «πρέπει να καθοριστεί από την επιτροπή παρακολουθήσεως, πλην όμως, χάριν της υγιούς δημοσιονομικής διαχειρίσεως, η ημερομηνία αυτή δεν θα έπρεπε να είναι προγενέστερη αυτής κατά την οποία η επιτροπή εγκρίνει την προταθείσα τροποποίηση».
36. Το σημείωμα αυτό συνιστά το πρώτο μέτρο που αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής ακυρώσεως («το αμφισβητούμενο σημείωμα»).
37. Κατά συνέπεια, κατά τη διάρκεια των διαδικασιών έγγραφης διαβουλεύσεως που ξεκίνησε η επιτροπή παρακολουθήσεως για τις ιταλικές περιφέρειες της Σαρδηνίας και του Λάτσιο, η Επιτροπή απέστειλε σε καθεμία από αυτές τις επιτροπές έγγραφο περιέχον τις παρατηρήσεις της σχετικά με τα αντίστοιχα συμπληρώματα προγραμματισμού («τα αμφισβητούμενα έγγραφα»).
38. Στην περίπτωση της Σαρδηνίας, η Επιτροπή διαβεβαίωσε ότι –σε συμφωνία με το αμφισβητούμενο σημείωμα, το οποίο ήταν συνημμένο στο έγγραφό της– για την περίπτωση οποιασδήποτε τροποποιήσεως συμπληρωμάτων προγραμματισμού «όπως αυτά που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας έγγραφης διαβουλεύσεως», η ημερομηνία ύστερα από την οποία μια δαπάνη καθίσταται επιλέξιμη θα προσδιορίζεται από την επιτροπή παρακολουθήσεως αλλά, για λόγους υγιούς χρηματοδοτικής διαχειρίσεως, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι προγενέστερη αυτής της εκ μέρους της επιτροπής παρακολουθήσεως εγκρίσεως της προταθείσας τροποποιήσεως.
39. Και πάλι η Επιτροπή επισυνήψε το αμφισβητούμενο σημείωμα στο έγγραφό της προς την επιτροπή παρακολούθησης για το Λάτσιο και υπενθύμισε ότι, για την περίπτωση τροποποιήσεων των συμπληρωμάτων προγραμματισμού «όπως αυτό που μνημονεύεται στην παρούσα έγγραφη διαδικασία», η εναρκτήρια ημερομηνία για την επιλεξιμότητα μιας δαπάνης θα «προσδιορίζεται από την επιτροπή παρακολούθησης, πλην όμως δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας εγκρίσεως, από την ίδια επιτροπή, της προταθείσας τροποποιήσεως (στην υπό κρίση περίπτωση καταληκτική ημερομηνία της έγγραφης διαδικασίας). Το τροποποιημένο συμπλήρωμα προγραμματισμού πρέπει να διευκρινίζει την ημερομηνία ενάρξεως όσον αφορά την επιλεξιμότητα για τη νέα δαπάνη την οποία αφορά η τροποποίηση του εγγράφου».
40. Τέλος, στην περίπτωση της επιτροπής παρακολούθησης για τη Σικελία, η Επιτροπή κάλεσε τη διαχειριστική αρχή να διασαφηνίσει εκ νέου την ημερομηνία ενάρξεως όσον αφορά την επιλεξιμότητα της δαπάνης υπό το φως της νέας στάσεως που είχε σχετικώς υιοθετήσει η Επιτροπή, παραπέμποντας σιωπηρώς στο αμφισβητούμενο σημείωμα.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Επιχειρήματα των διαδίκων
41. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα ούτε έχουν ούτε προορίζονται να έχουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα όσον αφορά τρίτους και, επομένως, δεν μπορούν να προσβληθούν με βάση το άρθρο 230 ΕΚ.
42. Η Επιτροπή, στηριζόμενη κυρίως στη νομολογία, διατείνεται ότι μια πράξη με την οποία αυτή απλώς ερμηνεύει νομοθετικές διατάξεις ή αναγγέλλει την πρόθεσή της να ακολουθήσει συγκεκριμένη στρατηγική δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνεπαγομένη έννομα αποτελέσματα. Δεν είναι η ερμηνεία μιας κοινοτικής διατάξεως ή η αναγγελία μιας τέτοιας προθέσεως αυτό που μπορεί να παραγάγει έννομα αποτελέσματα αλλά, μάλλον, η σχετική εφαρμογή επί δεδομένης καταστάσεως(9).
43. Όσον αφορά το αμφισβητούμενο σημείωμα, η Επιτροπή παραπέμπει, πρώτον, στο πλαίσιο και τη μορφή υπό την οποία αυτό συντάχτηκε. Και από τα δύο καταφαίνεται ότι δεν υπήρχε πρόθεση να έχει το σημείωμα αυτό τον προβαλλόμενο από την Ιταλία δεσμευτικό χαρακτήρα.
44. Σκοπός του σημειώματος είναι να ενημερωθούν τα κράτη μέλη και οι εθνικές διαχειριστικές αρχές για τα κριτήρια που η Επιτροπή προτίθεται να εφαρμόζει στις μελλοντικές αποφάσεις της σχετικά με αιτήσεις πληρωμής, ώστε να γνωρίζουν οι ενδιαφερόμενοι ότι δεν προτίθεται αυτή να χρηματοδοτήσει δαπάνες σχετικές με τροποποιήσεις συμπληρωμάτων προγραμματισμού που έχουν γίνει πριν από τις μνημονευόμενες στο σημείωμα ημερομηνίες. Μόνο απορριπτικές ή εγκριτικές αιτήσεων πληρωμής αποφάσεις μπορούν να έχουν έννομα αποτελέσματα ως προς τρίτους και να μπορούν, ως εκ τούτου, να προσβληθούν με βάση το άρθρο 230 ΕΚ.
45. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι το αμφισβητούμενο σημείωμα μπορεί να επηρεάσει κράτη μέλη και διαχειριστικές αρχές. Τούτο, όμως, σε εναρμόνιση με την απόφαση ΙΒΜ (10) αποτελεί μάλλον πραγματική παρά νομική συνέπεια.
46. Στη συνέχεια, η Επιτροπή παραδέχεται ότι, σύμφωνα με την παρατιθέμενη από την Ιταλία νομολογία, ατομικές πράξεις που περιλαμβάνουν εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεων κοινοτικού δικαίου μπορούν να προσβάλλονται εφόσον, λόγω ακριβώς αυτής της ερμηνείας, επιβάλλουν, κατά τρόπο άμεσο, στα κράτη μέλη υποχρεώσεις οι οποίες ούτε προβλέπονται από τις ερμηνευόμενες κοινοτικές διατάξεις ούτε εξαρτώνται σε συνακόλουθη πράξη εφαρμογής. Όμως, το αμφισβητούμενο σημείωμα δεν εμπίπτει σ’ αυτή την κατηγορία.
47. Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, τα αμφισβητούμενα έγγραφα απλώς αποτελούν μη δεσμευτικές παρατηρήσεις και υποδείξεις προς τις επιτροπές παρακολούθησης, στο πλαίσιο των εγγράφων διαβουλεύσεων που αυτή άρχισε σε σχέση με τροποποιήσεις στα συμπληρώματα προγράμματος. Σύμφωνα με αυτή τη διαδικασία, η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία εκδόσεως καμιάς νομικώς δεσμευτικής πράξεως επιβάλλουσας τροποποιήσεις. Οι παρατηρήσεις έχουν τον ίδιο ενημερωτικό χαρακτήρα με το αμφισβητούμενο σημείωμα και, για τους ίδιους λόγους, δεν μπορούν να προσβληθούν με βάση το άρθρο 230 EΚ.
48. Η Ιταλία υποστηρίζει ότι το αμφισβητούμενο σημείωμα δεν περιορίζεται στο να διασαφηνίζει τις διατάξεις σχετικά με την επιλεξιμότητα δαπανών αλλά επιβάλλει νέες υποχρεώσεις, μη προβλεπόμενες στον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων. Οι προϋποθέσεις και περιορισμοί δαπανών, όσον αφορά την επιλεξιμότητα, που έχουν θεσπιστεί από την Επιτροπή με τα αμφισβητούμενα μέτρα δεν συνάδουν με τις διατάξεις του άρθρου 30, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού.
49. Η Ιταλία υποστηρίζει ότι, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να προβληθεί άρνηση επιστροφής όσον αφορά δαπάνες μη πληρούσες τα κριτήρια επιλεξιμότητας της Επιτροπής και ενόψει των επιβαλλομένων από το άρθρο 10 ΕΚ υποχρεώσεων, τα κράτη μέλη πιέζονται να θεσπίσουν αμέσως διάφορες ρυθμίσεις προκειμένου να συμμορφωθούν προς τους περιεχόμενους στο αμφισβητούμενο σημείο κανόνες. Επομένως, το σημείωμα αυτό αποτελεί πράξη σκοπούσα στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων.
50. Η Ιταλία στηρίζεται σε αποφάσεις του Δικαστηρίου επί μιας σειράς προσφυγών της Γαλλίας κατά πράξεων της Επιτροπής θεσπιζουσών «κώδικες συμπεριφοράς» για τα κράτη μέλη (11), σε δυο ερμηνευτικές ανακοινώσεις (12) και «εσωτερικές οδηγίες» που πρέπει να ακολουθούνται από τα στελέχη της Επιτροπής (13).
Εκτίμηση
51. Κατά πάγια νομολογία, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής ακυρώσεως εναντίων κάθε θεσπισμένου από κοινοτικό όργανο μέτρου, ανεξαρτήτως της φύσεως ή της μορφής του, με το οποίο επιδιώκεται η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων (14).
52. Εφόσον η Ιταλία είναι κράτος μέλος και δεν χρειάζεται να αποδείξει ειδικό έννομο συμφέρον όσον αφορά το αποτέλεσμα της προσφυγής της βάσει του άρθρου 230 ΕΚ, θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι θίγονται τα δικά της ειδικά συμφέροντα (15).
53. Επομένως, το πρόβλημα συνίσταται στο εάν είναι δυνατό τα αμφισβητούμενα μέτρα, αυτά καθ’ εαυτά και όπως είναι διατυπωμένα, να έχουν μεταβάλει την έννομη κατάσταση –νοούμενη ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε δεδομένο χρονικό σημείο- κάποιου τρίτου.
54. Όμως, υπάρχουν ορισμένοι λόγοι οι οποίοι δυσχεραίνουν την προσπάθεια να καταλήξω σε ορθό συμπέρασμα όσον αφορά το ζήτημα του παραδεκτού.
55. Αφενός, δεν προκύπτει ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα πληρούν απολύτως το κριτήριο που έχει θεσπιστεί με τη νομολογία σχετικά με το αν αυτά συνεπάγονται ή επιδιώκεται να συνεπάγονται δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Τα εν λόγω μέτρα μάλλον θα μπορούσαν να θεωρηθούν, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, ως απλώς προαναγγέλλοντα σκοπούμενες μεταγενέστερες αποφάσεις οι οποίες πρόκειται να συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα (16), και ως απλώς αντικατοπτρίζοντα την «πρόθεση της Επιτροπής να ακολουθήσει συγκεκριμένη στρατηγική» (17).
56. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται, αφενός, από το πραγματικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου έχουν ληφθεί τα αμφισβητούμενα μέτρα και, αφετέρου, από την ανάλυση της ουσίας των μέτρων.
57. Από το πραγματικό και νομικό πλαίσιο προκύπτει η ανυπαρξία οποιασδήποτε προθέσεως να δοθεί δεσμευτική ισχύς στα αμφισβητούμενα μέτρα.
58. Το αμφισβητούμενο σημείωμα υπήρξε το αποτέλεσμα γενικών συζητήσεων στο πλαίσιο της επιτροπής για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών. Το εν λόγω σημείωμα δεν στηρίχτηκε σε καμιά ειδική διάταξη ούτε δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα. Η διανομή του στα κράτη μέλη προηγήθηκε της ρητής προειδοποιήσεως της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της 67ης συνεδριάσεως της ανωτέρω επιτροπής (18) ότι αυτό ήταν εσωτερικής φύσεως, υποκείμενο σε αλλαγές και απλώς αντικατόπτριζε τη γνώμη της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή σταθερά ισχυρίζεται ότι ουδέποτε σκόπευε να προσδώσει στο σημείωμα οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα διαφορετικό αυτού του άρθρου 30 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων – πράγμα που εξηγεί την ανυπαρξία οποιασδήποτε αναφοράς σε νομική βάση.
59. Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τα τρία αμφισβητούμενα έγγραφα απεστάλησαν στις αρμόδιες επιτροπές παρακολούθησης ως τμήμα των εγγράφων διαβουλεύσεων που είχαν αρχίσει αυτές οι επιτροπές με σκοπό την επίτευξη αναπροσαρμογών σε συμπληρώματα προγραμματισμού. Βάσει μιας τέτοιας διαδικασίας, όπως η ίδια η Ιταλία υποστηρίζει στους επί της ουσίας ισχυρισμούς της και όπως σαφώς προκύπτει από τα άρθρα 15, παράγραφος 5, 34, παράγραφος 3, και 35, νοούμενα μαζί, του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων, η Επιτροπή διαδραματίζει απλώς συμβουλευτικό ρόλο (19) και δεν διαθέτει την εξουσία θεσπίσεως οποιασδήποτε νομικώς δεσμευτικής πράξεως επιβάλλουσας τροποποιήσεις εκ μέρους εθνικών αρχών.
60. Επίσης, από ουσιαστική άποψη, φαίνεται ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα στερούνται εννόμων αποτελεσμάτων διαφορετικών αυτών του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Τα εν λόγω μέτρα δεν θίγουν τα ουσιαστικά ή διαδικαστικά δικαιώματα των κρατών μελών, στο μέτρο που δεν αποκλείουν νομικώς τα εν λόγω κράτη από το να υποβάλλουν στην Επιτροπή αιτήσεις πληρωμής για επιστροφή δαπανών μη πληρουσών τα θεσπισμένα με το αμφισβητούμενο σημείωμα κριτήρια επιλεξιμότητας. Επομένως, δεν μεταβάλλεται η νομική κατάσταση των κρατών μελών. Η Επιτροπή εξακολουθεί να είναι υποχρεωμένη να εξετάζει όλες τις αιτήσεις και να λαμβάνει τελική απόφαση επ’ αυτών σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Όπως το Δικαστήριο έχει αποφανθεί σε παρόμοιες υποθέσεις (20), κάτι τέτοιο θα μπορούσε να έχει συμβεί με οποιαδήποτε τελική απόφαση περί μη καταβολής που θα είχε ως συνέπεια τα έννομα αποτελέσματα που η Ιταλία αποδίδει στο αμφισβητούμενο σημείωμα.
61. Εξάλλου, διαπίστωση περί απαράδεκτου δεν θα ήταν ικανοποιητική, και τούτο από περισσότερες της μιας απόψεις.
62. Όπως υποστηρίζει η Ιταλία, και αναγνωρίζει η Επιτροπή, είναι δυνατόν εθνικές αρχές να ωθηθούν στο να τροποποιήσουν εσωτερικούς κανόνες και διαδικασίες τους προκειμένου να συμμορφωθούν προς τα αμφισβητούμενα μέτρα – συνέπεια όλο και περισσότερο πιθανή δεδομένου του επιτακτικού και ξεκάθαρου κειμένου των αμφισβητουμένων εγγράφων (21) και του γενικού χαρακτήρα του αμφισβητουμένου σημειώματος. Το βέβαιο είναι ότι η σχετική στάση της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη υπεράνω οποιασδήποτε μομφής.
63. Επιπλέον, όπως θα φανεί κατωτέρω κατά την εξέταση της ουσίας, το αμφισβητούμενο σημείωμα φαίνεται σαφώς να έχει ως αφετηρία, σχετικά με τροποποιήσεις των συμπληρωμάτων προγραμματισμού, τη μόνη διάταξη του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων που θεσπίζει τα κριτήρια για την επιλεκτικότητα των δαπανών, συγκεκριμένα το άρθρο 30, παράγραφος 2. Εάν έτσι συμβαίνει, φαίνεται ότι η Επιτροπή, αντί απλώς να διασαφηνίζει το πιθανό νόημα που πρέπει να δοθεί στη διάταξη αυτή, μάλλον προσθέτει ένα κριτήριο το οποίο, εκ πρώτης όψεως, δεν στηρίζεται στον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων.
64. Βάσει αυτών και μόνο των στοιχείων, φαίνεται ότι το αμφισβητούμενο σημείωμα υπερβαίνει τα όρια αυτού που επιβάλλει ο κανονισμός περί διαρθρωτικών ταμείων και, σύμφωνα με την παρατιθέμενη από την Ιταλία νομολογία, τα αμφισβητούμενα μέτρα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως επιδιώκοντα την παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων.
65. Επίσης, υπέρ του απαραδέκτου, συνηγορούν οι αρχές της διαδικαστικής οικονομίας και της ασφάλειας του δικαίου.
66. Όπως η Ιταλία υποστήριξε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ένα συμπέρασμα περί απαραδέκτου απλώς θα καθυστερούσε την εκ μέρους του Δικαστηρίου εξέταση του κύρους των αμφισβητουμένων μέτρων, και τούτο αντίθετα προς την αρχή της διαδικαστικής οικονομίας. Παρά τη σαφήνεια με την οποία η θέση της Επιτροπής έχει εκφραστεί στα αμφισβητούμενα μέτρα, τη δηλωμένη πρόθεσή της να εφαρμόσει αυτήν την ερμηνεία και τον γενικό χαρακτήρα του αμφισβητουμένου σημειώματος, μια διαπίστωση περί απαραδέκτου θα ανάγκαζε τα κράτη μέλη να περιμένουν ξεκάθαρη πράξη της Επιτροπής με την οποία αυτή θα αρνιώταν πληρωμή και τότε να ασκήσουν νέα προσφυγή στηριζόμενα στους ίδιους λόγους με αυτούς που προβάλλονται στην υπό κρίση υπόθεση.
67. Κάτι τέτοιο θα παρέτεινε την κατάσταση της νομικής αβεβαιότητας που συνεπάγεται το αμφισβητούμενο σημείωμα (22). Είναι δυνατό ορισμένα κράτη μέλη να προτιμήσουν να μην υποβάλουν ορισμένα στοιχεία δαπανών τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν επιλέξιμα από το Δικαστήριο στο πλαίσιο μεταγενέστερης αποφάσεώς του. Όμως, είναι δυνατό άλλα κράτη μέλη να αποφασίσουν να αγνοήσουν το αμφισβητούμενο σημείωμα και να προχωρήσουν στις σχετικές πληρωμές, προσβάλλοντας αργότερα ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκ μέρους της Επιτροπής άρνηση. Μια τέτοια κατάσταση, ουδόλως συνάδει με την ασφάλεια του δικαίου. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας την ουσία των αμφισβητουμένων στην υπό κρίση υπόθεση μέτρων, θα διασαφηνίσει την έννομη κατάσταση, θα παράσχει νομική βεβαιότητα και θα συντελέσει, έτσι, στο να αποφευχθούν μελλοντικές δίκες.
68. Στην αλληλουχία αυτή αξίζει να μνημονευθεί η στάση που υιοθέτησε το γαλλικό Conseil d’Etat (Συμβούλιο της Επικρατείας) αναφορικά με παρόμοιο θέμα σε εθνικό επίπεδο. Λαμβάνοντας ως αφετηρία την προγενέστερη θέση του, δέχτηκε ότι αιτήσεις για δικαστικό έλεγχο ερμηνευτικών εγκυκλίων είναι επιτρεπτές βάσει του γαλλικού διοικητικού δικαίου «εφόσον η ερμηνεία που αυτές επιβάλλουν είτε διαστρεβλώνει την έννοια και την έκταση των καταστατικών ή εξουσιοδοτικών κανόνων των οποίων επιδιώκεται η ερμηνεία είτε επαναλαμβάνει κανόνα ο οποίος είναι αντίθετος προς υπέρτερη νομική διάταξη» (23). Η αιτία για αυτή την αλλαγή προσεγγίσεως φαίνεται να έγκειται στην ανάγκη για νομική βεβαιότητα. Εφόσον οι δημόσιοι λειτουργοί έχουν την τάση να εφαρμόζουν μάλλον αυτές ταύτες τις ερμηνευτικές εγκυκλίους παρά τους κανόνες των οποίων επιδιώκεται η διευκρίνιση, το Conseil d’Etat κρίνει ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικό το να διευκρινίζεται το ταχύτερο δυνατό η νομική κατάσταση ώστε να αποφεύγονται μεταγενέστερες δίκες (24).
69. Πρακτικώς, μια τέτοια εκ των προτέρων προσέγγιση ίσως είναι προτιμότερη στην περίπτωση γενικών μέτρων όπως τα επίμαχα εν προκειμένω, με τα οποία, καθώς φαίνεται, επιδιώκεται η παραγωγή γενικών εννόμων αποτελεσμάτων και τα οποία είναι πιθανό να αποτελέσουν την αιτία πολλών δικών στο μέλλον. Θα προκύψουν σημαντικά πλεονεκτήματα εάν κηρυχθεί η προσφυγή παραδεκτή παρά εάν μετατεθεί η εξέταση της ουσίας για το μέλλον.
70. Όμως, ακόμα και υπό το φως αυτών των θεωρήσεων, έχω την άποψη ότι, σύμφωνα με την επικρατούσα νομολογία, θα πρέπει η προσφυγή να κηρυχθεί απαράδεκτη. Η ανυπαρξία οποιωνδήποτε οριστικών νομικών συνεπειών για τις εθνικές αρχές πρέπει να κάνει να γείρει η πλάστιγγα υπέρ των αντιρρήσεων της καθής.
71. Μολονότι η υποψία δεσμευτικού αποτελέσματος αποτελεί σαφώς ένα στοιχείο στο οποίο πρέπει να δίδεται σημασία, τούτο δεν είναι αποφασιστικό όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση. Τα κράτη μέλη και οι εθνικές αρχές που εμπλέκονται στη διαχείριση κοινοτικών διαρθρωτικών ταμείων είναι εξοικειωμένες με τις διαδικασίες του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων και είναι σε θέση να προβαίνουν σε μια αρχική νομική εξέταση των πράξεων της Επιτροπής, εξέταση που κάθε άλλο παρά επιφανειακή είναι. Όμως, η ίδια ανάλυση μπορεί να είναι λιγότερο κατάλληλη στην περίπτωση ιδιωτών οι οποίοι είναι δυνατόν να διαθέτουν λιγότερες νομικές γνώσεις (25).
72. Η θεώρηση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική στην υπό κρίση υπόθεση εφόσον, όπως η ίδια η Ιταλία υποστηρίζει με τους επί της ουσίας ισχυρισμούς της, δεν προκύπτει ότι ο κανονισμός περί διαρθρωτικών ταμείων περιλαμβάνει οποιαδήποτε νομική βάση με την οποία να παρέχεται στην Επιτροπή η εξουσία να προβεί, από μόνη της, σε δεσμευτική ερμηνεία του άρθρου 30, παράγραφος 2. Εφόσον, ελλείψει ειδικής διατάξεως, τέτοια εξουσία δεν μπορεί να εικαστεί (26) και εφόσον, κατά πάγια νομολογία, οι απόψεις που εκφράζει η Επιτροπή στις αρχές κράτους μέλους, όσον αφορά θέματα όπου η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία λήψεως δεσμευτικών αποφάσεων, είναι απλές γνώμες χωρίς έννομα αποτελέσματα (27), τα κράτη μέλη βρίσκονταν σε μια ξεκάθαρη, λογικώς, σύμφωνα με τη νομολογία, νομική κατάσταση, ώστε να μπορούν να προσδιορίσουν τη σχετική νομική τους θέση.
73. Ακόμα σημαντικότερο, (28) τα αμφισβητούμενα μέτρα, έστω και αν μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των εθνικών αρχών, δεν μεταβάλλουν από μόνα τους τη νομική κατάσταση οποιουδήποτε τρίτου, ειδικότερα όχι αυτήν των εθνικών αρχών. Επομένως, δεν συντρέχει η καθιερωμένη από τη νομολογία κύρια προϋπόθεση. Οποιαδήποτε αλλαγή που τέτοιες αρχές μπορούν να επιφέρουν στον τρόπο που προβαίνουν σε δαπάνες σχετικά με αναπροσαρμογές συμπληρωμάτων προγραμματισμού, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος απορρίψεως των αιτήσεών τους για πληρωμή, συνοψίζεται σε απλή πραγματική συνέπεια (29). Επιπροσθέτως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Πρωτοδικείο έχει αποφανθεί ότι η μη δεσμευτική φύση μιας πράξεως δεν μπορεί να προσβληθεί για τον λόγο ότι η εθνική αρχή προς την οποία αυτή απευθυνόταν έλαβε, ως συνέπεια της πράξεως αυτής, εσωτερικού δικαίου μέτρα (30) ή συμμορφώθηκε προς αυτήν (31).
74. Περαιτέρω, θεωρώ ότι οι περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως πρέπει να διακριθούν από αυτές των υποθέσεων στις οποίες αναφέρεται η Ιταλία προς στήριξη της προσφυγής της (32). Σ’ όλες εκείνες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή υποστήριξε το απαράδεκτο για λόγους παρόμοιους προς τους προβαλλόμενους στην υπό κρίση υπόθεση. Όμως, το Δικαστήριο έκρινε όλες τις προσφυγές παραδεκτές, αποφαινόμενο ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις σκοπούσαν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, επιπρόσθετων ή διαφορετικών από αυτά των κοινοτικών κανόνων τους οποίους ερμήνευαν ή συμπλήρωναν. Με βάση τον συλλογισμό αυτό, το Δικαστήριο κήρυξε τις επίδικες πράξεις ανίσχυρες.
75. Στην υπόθεση του «κώδικα συμπεριφοράς» (33), το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο εν λόγω κώδικας, με τον οποίο η Επιτροπή διευκρίνιζε τις υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη υπείχαν από συγκεκριμένη κοινοτική διάταξη, επέβαλε ειδικές υποχρεώσεις οι οποίες υπερέβαιναν τα όρια αυτού που επιτρεπόταν από την εν λόγω διάταξη.
76. Παρόμοια συλλογιστική ακολουθήθηκε και σε δυο περιπτώσεις σχετικές με ερμηνευτικές ανακοινώσεις που είχε εκδώσει η Επιτροπή προκειμένου να προσδιορίσει ακριβέστερα ορισμένες υποχρεώσεις πηγάζουσες από ειδικές δευτερογενούς και πρωτογενούς δικαίου κοινοτικές διατάξεις. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι οι ανακοινώσεις υπερέβαιναν τα όρια των απλών διευκρινίσεων των διατάξεων που υποτίθεται ότι ερμήνευαν και, στην πραγματικότητα, προσέθεταν νέες υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη (34). Καθώς μια τέτοια πράξη της Επιτροπής στερούνταν νομικής βάσεως, το Δικαστήριο ακύρωσε και τις δύο ερμηνευτικές ανακοινώσεις.
77. Η κατάσταση στην υπό κρίση υπόθεση διαφέρει εφόσον το αμφισβητούμενο σημείωμα δεν επιβάλλει νέες υποχρεώσεις στα κράτη μέλη. Δεν απαιτεί από αυτά να προσαρμόσουν τις εσωτερικές διαδικασίες τους ούτε τα εμποδίζει από το να υποβάλλουν αιτήσεις για πληρωμή που δεν είναι σύμφωνες προς τα κριτήρια επιλεξιμότητας της Επιτροπής.
78. Επιπροσθέτως, το Δικαστήριο, καταλήγοντας στο συμπέρασμά του σχετικά με τον «κώδικα συμπεριφοράς», έδωσε ιδιαίτερο βάρος στις δηλώσεις της Επιτροπής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σύμφωνα με τις οποίες ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να παραβιάσει τον κώδικα χωρίς ταυτόχρονα να παραβεί τη διάταξη του κανονισμού που ο εν λόγω κώδικας σκόπευε να ερμηνεύσει (35). Ο ισχυρισμός αυτός ισοδυναμούσε με αναγνώριση του γεγονότος ότι ο κώδικας σκοπούσε στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, ανεξαρτήτων του κανονισμού, και τούτο καθώς φαίνεται έπαιξε σημαντικό ρόλο όσον αφορά την απόφαση του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, αναφορικά με την υπό κρίση υπόθεση, η Επιτροπή δεν έπαψε να ισχυρίζεται ότι με το αμφισβητούμενο σημείωμα δεν επιδιωκόταν η παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων και ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ήταν δυνατό να υπάρξει παράβαση αυτού χωρίς να έχει γίνει, ταυτόχρονα, και παράβαση του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων, που το εν λόγω σημείωμα ερμήνευε.
79. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σε μια από τις υποθέσεις που αφορούσαν ερμηνευτικές ανακοινώσεις, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ανακοίνωση είχε εκδοθεί λόγω της εκ μέρους του Συμβουλίου παραλείψεως να πετύχει συμβιβασμό επί οδηγίας σκοπούσας στη συμπλήρωση του πεδίου εφαρμογής των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης και υπαινίχθηκε ότι η ανακοίνωση σκοπούσε, στην πραγματικότητα, στο να υποκαταστήσει μια τέτοια οδηγία (36). Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
80. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι οι «εσωτερικές οδηγίες» (37) συνεπάγονταν έννομα αποτελέσματα εφόσον παρείχαν στους υπαλλήλους της Επιτροπής εξουσίες επιθεώρησης που μπορούσαν να ασκούνται έναντι των κρατών μελών και θέσπιζε λεπτομερείς διαδικασίες σχετικά με την εφαρμογή τους, και τούτο μολονότι τέτοιες εξουσίες δεν προβλέπονταν από τον επίμαχο στην υπόθεση εκείνη κανονισμό. Εφόσον η Επιτροπή δεν είχε εξουσία να επιφέρει προσθήκες στο εν λόγω κείμενο κοινοτικών κανόνων, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι «εσωτερικές οδηγίες» ήσαν ανίσχυρες (38). Όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, η Επιτροπή, λαμβάνοντας τα αμφισβητούμενα μέτρα, δεν παρέχει στον εαυτό της νέες εξουσίες τις οποίες μπορεί να ασκεί έναντι εθνικών αρχών.
81. Μολονότι η νομολογία αντιμετωπίζει, γενικώς, με ευρύ πνεύμα τις υποκείμενες σε έλεγχο πράξεις, η γνώμη μου είναι ότι, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, αναγνώριση του παραδεκτού της προσφυγής θα ερχόταν σε αντίθεση με πάγια νομολογία και κατά συνέπεια θα προκαλούσε αβεβαιότητα. Θα ήθελα επίσης να τονίσω ότι το συμπέρασμά μου δεν αποκλείει περαιτέρω έλεγχο. Σε περίπτωση που η Επιτροπή θα απέρριπτε αίτηση πληρωμής για τον λόγο ότι δεν έχει τηρηθεί η ημερομηνία επιλεξιμότητας σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδει το αμφισβητούμενο σημείωμα, τούτο σαφώς θα συνιστούσε απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί βάσει του άρθρου 230 ΕΚ. Τα τιθέμενα με την παρούσα προσφυγή της Ιταλίας προβλήματα θα μπορούσαν να επιλυθούν στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής. Έτσι διασφαλίζεται η αρχή της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας, η οποία, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί τη βάση της νομολογίας σχετικά με το παραδεκτό των προσφυγών κατά πράξεων των κοινοτικών οργάνων.
82. Ενόψει όλων των ανωτέρω θεωρήσεων, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη, στο μέτρο που με αυτή επιδιώκεται η ακύρωση πράξεων οι οποίες ούτε συνεπάγονται ούτε επιδιώκεται να συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα.
Επί της ουσίας
83. Παρ’ όλα αυτά, θα προβώ στην εξέταση της ουσίας των αιτημάτων της Ιταλίας για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφαινόταν ότι τα προσβαλλόμενα μέτρα συνεπάγονται, πράγματι, δεσμευτικά αποτελέσματα και θα πρέπει, έτσι, να κηρυχθεί η προσφυγή παραδεκτή.
Ισχυρισμοί των διαδίκων
84. Η Ιταλία προβάλλει τρεις κυρίως λόγους ακυρώσεως.
85. Πρώτα, διατείνεται ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα ελήφθησαν κατά παράβαση της κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 15 και 34 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Ενώ τα απλά έγγραφα προγραμματισμού και τα επιχειρησιακά προγράμματα εγκρίνονται από την Επιτροπή, τα συμπληρώματα προγραμματισμού καταρτίζονται από τα κράτη μέλη και υπάγονται στη δική τους αρμοδιότητα. Επομένως, η Επιτροπή ενήργησε εκτός της σφαίρας της καθορισμένης από τον κανονισμό περί διαρθρωτικών ταμείων αρμοδιότητάς της.
86. Δεύτερον, η Ιταλία ισχυρίζεται ότι έχει γίνει παράβαση του άρθρου 30 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων. Το άρθρο 30, παράγραφος 2, καθορίζει την ημερομηνία ύστερα από την οποία υφίσταται η επιλεξιμότητα δαπάνης, συγκεκριμένα την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή παραλαμβάνει την αίτηση για παρέμβαση, χωρίς να προβλέπει καμιά δυνατή παρέκκλιση. Επομένως, η ημερομηνία αυτή ισχύει και όταν τροποποιήσεις στα συμπληρώματα προγραμματισμού δεν απαιτούν αλλαγές στα ενιαία έγγραφα προγραμματισμού ή στα επιχειρησιακά προγράμματα.
87. Τρίτον, η Ιταλία προβάλλει την ανυπαρξία κατάλληλης νομικής βάσεως όσον αφορά το αμφισβητούμενο σημείωμα, κατάχρηση εξουσίας προκύπτουσα τόσο από παράβαση ουσιωδών διαδικαστικών προαπαιτούμενων όσο και από έλλειψη αρμοδιότητας και, τέλος, κατάχρηση εξουσίας προκύπτουσα από την εκ μέρους της Επιτροπής παράβαση των διαδικαστικών κανόνων.
88. Ειδικότερα, η Ιταλία ισχυρίζεται ότι το αμφισβητούμενο σημείωμα δεν περιλαμβάνει καμιά αναφορά σε νομική βάση, ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις της μόνης διατάξεως που θα μπορούσε να παράσχει νομική βάση για το αμφισβητούμενο σημείωμα, συγκεκριμένα το άρθρο 53 του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων, και ότι, από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το αμφισβητούμενο σημείωμα καταρτίστηκε κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων της Επιτροπής που διέπουν την εντός αυτής διαδικασία λήψεως αποφάσεων.
Εκτίμηση
89. Θα αρχίσω εξετάζοντας τον δεύτερο λόγο, δηλαδή την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 30, παράγραφος 2, του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
90. Είναι προφανές ότι η μόνη διάταξη του εν λόγω κανονισμού που αναφέρεται στο πρόβλημα της επιλεξιμότητας των δαπανών είναι το άρθρο 30. Αναφορικά με τις ημερομηνίες επιλεξιμότητας, το άρθρο 30, παράγραφος 2, ρητώς αναφέρει ότι η ημερομηνία από την οποία αρχίζει να υφίσταται η επιλεξιμότητα μιας δαπάνης είναι η ημερομηνία της εκ μέρους της Επιτροπής παραλαβής της αιτήσεως για παρέμβαση. Ελλείψει οποιασδήποτε ειδικής διατάξεως θεσπίζουσας διαφορετικό κριτήριο για την περίπτωση δαπάνης σχετικής με τροποποιήσεις συμπληρωμάτων προγραμματισμού, και δεδομένης της ξεκάθαρης διατυπώσεως του άρθρου 30, παράγραφος 2, δυσχερώς μπορώ να συμφωνήσω με την Επιτροπή σχετικά με το ότι ο κανονισμός περί διαρθρωτικών ταμείων επιτρέπει ερμηνεία όπως αυτή που περιλαμβάνεται στα αμφισβητούμενα μέτρα. Ορίζοντας ημερομηνία ενάρξεως όσον αφορά την επιλεξιμότητα μιας δαπάνης άλλης από αυτήν που ρητώς προβλέπεται στο άρθρο 30, παράγραφος 2, του ανωτέρω κανονισμού, η Επιτροπή υπερέβη, κατά τη γνώμη μου, τα όρια που θέτει ο εν λόγω κανονισμός.
91. Το συμπέρασμα αυτό επιρρωννύεται από την εξέταση των λόγων σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή στερούνταν της εξουσίας εκδόσεως του αμφισβητουμένου σημειώματος.
92. Συμφωνώ με την Ιταλία ότι μόνον το άρθρο 53, παράγραφος 2, του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως παρέχον μια τέτοια εξουσία στην Επιτροπή (39). Όμως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία ότι δεν τηρήθηκε η θεσπισμένη με τη διάταξη αυτή διαδικασία. Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας με την ακολουθηθείσα διαδικασία το αμφισβητούμενο σημείωμα, παρέβη επίσης ουσιώδη διαδικαστικό προαπαιτούμενο.
93. Τέλος, πρέπει ωσαύτως να γίνει δεκτός, κατά τη γνώμη μου, ο λόγος ακυρώσεως της Ιταλίας σχετικά με την ανυπαρξία οποιασδήποτε αναφοράς σε νομική βάση. Κατά πάγια νομολογία, η ασφάλεια του δικαίου επιβάλλει να είναι δεσμευτική οποιαδήποτε πράξη η οποία σκοπεί στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων και απορρέει από διάταξη κοινοτικού δικαίου ορίζουσα τη νομική μορφή που πρέπει να έχει η εν λόγω πράξη και η οποία, επομένως, πρέπει ρητώς να αναφέρει τη νομική βάση της (40).
94. Το αμφισβητούμενο σημείωμα δεν αναφέρει καμιά νομική βάση. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφαινόταν ότι τούτο σκόπευε στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων, η Επιτροπή θα είχε παραβιάσει την αρχή της ασφάλειας του δικαίου έχοντας θεσπίσει μια τέτοια πράξη χωρίς να αναφέρει ρητώς τη διάταξη κοινοτικού δικαίου από την οποία προκύπτει η σχετική δεσμευτική ισχύς.
95. Εφόσον το αμφισβητούμενο σημείωμα θα έπρεπε να ακυρωθεί γι’ αυτούς και μόνο τους λόγους, ουδείς λόγος συντρέχει να αναλυθεί το περιεχόμενό του ή να εξετασθούν περαιτέρω οι λοιποί προβληθέντες από την Ιταλία λόγοι.
96. Όσο για τα αμφισβητούμενα έγγραφα, σε περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφαινόταν ότι συνεπάγονται αυτά έννομα αποτελέσματα, θα έπρεπε, τότε, και αυτά να ακυρωθούν, στο μέτρο που αναφέρονται και στηρίζονται επί ανισχύρου μέτρου.
Δικαστικά έξοδα
97. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, να αποστεί από το γενικό κανόνα ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα. Όσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, θεωρώ ότι ευλόγως η Ιταλία ωθήθηκε στην άσκηση της προσφυγής κατά της πράξεως της Επιτροπής. Επομένως, φρονώ ότι κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Πρόταση
98. Ενόψει των ανωτέρω, η πρότασή μου είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1) να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·
2) να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
2 – Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Προσανατολισμού· Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο· Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.
3 – Κανονισμός (ΕΚ) 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΕ 1999, L 161, σ. 1)· ο εν λόγω κανονισμός αντικατέστησε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2052/88, της 24ης Ιουνίου 1988, για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και τον συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ 1988, L 185, σ. 9).
4 – Η υποσημείωση αυτή αφορά μόνο το αγγλικό κείμενο.
5 – Βλ. παράγραφο 15 και κατωτέρω υποσημείωση 19.
6 – Το άρθρο 9, σημείο δ΄, ορίζει το κοινοτικό πλαίσιο ως το έγγραφο που εγκρίνεται από την Επιτροπή, σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, μετά από εκτίμηση του σχεδίου που έχει υποβληθεί από ένα κράτος μέλος και το οποίο περιέχει τη στρατηγική και τις προτεραιότητες για δράσεις των ταμείων και του κράτους μέλους, τους ειδικούς στόχους τους, τη συμμετοχή των ταμείων και τους λοιπούς χρηματοδοτικούς πόρους. Το έγγραφο αυτό διαιρείται σε άξονες προτεραιότητας και εφαρμόζεται μέσω ενός ή περισσότερων επιχειρησιακών προγραμμάτων.
7 – Την αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος για τη διαχείριση της παρέμβασης βάσει του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
8 – Άρθρο 35, παράγραφος 3, του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
9 – Βλ. απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 114/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 5289, σκέψεις 12 και 13· απόφαση της 6ης Απριλίου 2000, C-443/97, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. Ι-2415, σκέψη 34· απόφαση της 5ης Μαΐου 1998, C-180/96, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-2265, σκέψη 28. Όσον αφορά τη νομολογία του Πρωτοδικείου, η Επιτροπή στηρίζεται κυρίως στην απόφαση της 16ης Ιουλίου 1998, Τ-81/97, Regione Toscana κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-2889, σκέψη 23.
10 – Απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, ΙΒΜ κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2639.
11– Απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1991, C-303/90, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-5315.
12– Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1993, C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3283, και απόφαση της 20ής Μαΐου 1997, C-57/95, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-1627.
13 – Απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 1990, C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-3571.
14 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση C-57/95, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 7, καθώς και την παρατιθέμενη σ’ αυτήν νομολογία.
15 – Κατά πάγια νομολογία μόνο ένα μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά για την προσφεύγουσα και μπορούν να θίγουν τα συμφέροντά της μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως βάσει του άρθρου 230 ΕΚ. Τέτοιες θεωρήσεις θα μπορούσαν να κριθούν βάσιμες μόνο στην περίπτωση ατομικών, μη προνομιούχων, προσφευγόντων. Παρ’ όλα αυτά, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί κατ’ όμοιο τρόπο σε προσφυγές ασκηθείσες από κράτη μέλη (βλ. π.χ., την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-308/95, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-6513). Εν πάση περιπτώσει, η γνώμη μου είναι ότι τα αμφισβητούμενα μέτρα σαφώς θίγουν τα συμφέροντα της Ιταλίας, στο μέτρο που είναι δυνατό να περιορίσουν τις δαπάνες που θα μπορούσαν να είναι επιλέξιμες για κοινοτική συγχρηματοδότηση στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων.
16 – Απόφαση της 30ής Απριλίου 1996, C-58/94, Κάτω Χώρες κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-2169, σκέψη 26· βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση Regione Toscana, σκέψεις 22 και 23.
17 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση C-443/97, Ισπανία κατά Επιτροπής, σκέψη 24, καθώς και η παρατιθέμενη σ’ αυτήν νομολογία. Αναφορικά με το Πρωτοδικείο, εκτός από την απόφαση Regione Toscana, βλ. την πλέον πρόσφατη απόφαση της 10ης Απριλίου 2003, συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-93/00 και Τ-46/01, Alessandrini κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-1635, σκέψη 61.
18 – Βλ. ανωτέρω παράγραφο 30.
19 – Με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου η αναπροσαρμογή συνεπάγεται τροποποιήσεις στοιχείων της αποφάσεως σχετικά με τη συμμετοχή του ταμείου, οπότε η Επιτροπή αποφασίζει, όσον αφορά αυτές τις τροποποιήσεις, σε συμφωνία με τα οικεία κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 34, παράγραφος 3, του κανονισμού περί διαρθρωτικών ταμείων.
20 – Βλ. την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 9 απόφαση C-443/97, Ισπανία κατά Επιτροπής, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι «οι εσωτερικοί προσανατολισμοί διευκρινίζουν […] τις γενικές γραμμές βάσει των οποίων η Επιτροπή μελετά […] την έκδοση μεταγενεστέρως ατομικών πράξεων, η νομιμότητα των οποίων μπορεί να αμφισβητηθεί εκ μέρους του ενδιαφερομένου κράτους μέλους ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο [230] της συνθήκης διαδικασίας» (σκέψη 33). Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο δεν ακολούθησε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα La Pergola ο οποίος είχε υποδείξει ότι οι επίμαχες εσωτερικές γενικές γραμμές έπρεπε να θεωρηθούν ως πράξη έχουσα έννομα αποτελέσματα. Αυτόθι, σημεία 18 έως 24 των προτάσεων. Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 15 απόφαση C-3018/95, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, σκέψη 29, όπου, αναφερόμενο σε προγενέστερη νομολογία, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το έγγραφο με το οποίο η Επιτροπή απλώς παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο κατά τον οποίο ερμηνεύει ορισμένες διατάξεις ενός κανονισμού δεν μεταβάλλει τη νομική κατάσταση των Κάτω Χωρών. Βλ. επίσης την παρατιθέμενη στην υποσημείωση 17 νομολογία, απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-54/96, Oleifici Italiani και Fratelli Rubino Industrie Olearie, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3377, σκέψη 49, και απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Τ-113/89, Nefarma κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-797, σκέψεις 84 έως 94.
21 – Ειδικότερα, τα αποσταλέντα στις επιτροπές παρακολούθησης για τη Σαρδηνία και το Λάτσιο έγγραφα αναφέρονται στο αμφισβητούμενο σημείωμα και είναι συντεταγμένα κατά τέτοιο τρόπο ώστε να δίνουν την εντύπωση ότι το αμφισβητούμενο σημείωμα είναι δεσμευτικό. Βλ. ανωτέρω παραγράφους 38 και 39. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόφαση C-57/95, Γαλλία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο στήριξε στη συλλογιστική του στον επιτακτικό χαρακτήρα του γράμματος της αμφισβητούμενης ερμηνευτικής ανακοινώσεως που τελικώς κηρύχθηκε ανίσχυρη· βλ. ανωτέρω υποσημείωση 12, σκέψη 18.
22 – Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο Ισπανός εκπρόσωπος στην επιτροπή για την ανάπτυξη και την ανασυγκρότηση των περιφερειών έχει επίσης προβληματιστεί σχετικά με τη χρήση που η Επιτροπή έκανε όσον αφορά τα ερμηνευτικά σημειώματα. Βλ. ανωτέρω σημείο 31.
23 – CΕ, Sect., 18 Δεκεμβρίου 2002, Mme Duvignères Requ. No 233618. Βλ. την εξέταση του θέματος αυτού από τον S. Lefevre, «Interpretative communications and implementation of Community law at national level» European Law Review, 2004, 29, 808, σσ. 815 επ.
24 – Αυτόθι, σ. 816.
25 – Στην μνημονευόμενη στην υποσημείωση 20 απόφαση Τ-54/96, Oleifici Italiani, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι προκειμένου να εκτιμηθεί το εάν η αμφισβητούμενη πράξη θίγει τα ιταλικά συμφέροντα, μεταβάλλοντας σημαντικώς τη σχετική νομική θέση, ήταν σημαντικό να διαπιστωθεί η αντικειμενική σημασία που λογικώς θα μπορούσε να έχει το σχετικό έγγραφο, κατά το χρόνο που απεστάλη, και τούτο στο πλαίσιο μιας ευσυνείδητης και συνετής εμπορικής ενέργειας στον σχετικό τομέα. Αυτόθι.
26 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Τ-113/89, Nefarma κ.λπ., σκέψη 69 και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
27 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Τ-113/89, Nefarma κ.λπ., σκέψη 68, και η εκεί παρατιθέμενη νομολογία.
28 – Βλ. ανωτέρω σημείο 60.
29 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 10 απόφαση 60/81, ΙΒΜ, σκέψη 19.
30 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 20 απόφαση Τ-113/89, Nefarma κ.λπ., σκέψη 76.
31 – Απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2002, Τ-160/98, Van Parijs και Pacific Fruit Company κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-233, σκέψη 65, και η παρατιθέμενη σ’ αυτή νομολογία.
32 – Βλ. ανωτέρω υποσημειώσεις 11, 12 και 13.
33 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση C-303/90, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 24.
34 – Απόφαση C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής, και απόφαση C-57/95, Γαλλία κατά Επιτροπής, που και οι δυο παρατίθενται στην υποσημείωση 12, σκέψεις, αντιστοίχως, 22 και 23.
35 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 11 απόφαση C-303/90, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 26.
36 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση C-57/95, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 21.
37 – Η προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 13 απόφαση C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής.
38 – Αυτόθι, σκέψεις 23 και 24. Βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιανουαρίου 2003, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Τ-377/00, Τ-379/00, Τ-380/00, Τ-260/01 και Τ-272/01, Philip Morris κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-1, σκέψη 86, όπου γίνεται διάκριση των επίμαχων στην υπόθεση C-366/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, εσωτερικών οδηγιών από την προσβαλλόμενη στην υπόθεση εκείνη πράξη, και τούτο με βάση το γεγονός ότι η τελευταία πράξη, αντίθετα προς τις εσωτερικές οδηγίες, δεν σκοπούσε στην παροχή αρμοδιότητας.
39 – Βλ. ανωτέρω σημείο 22.
40 – Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12 απόφαση C-325/91, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 26.