This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 62001CC0120
Opinion of Mr Advocate General Mischo delivered on 28 May 2002. # Commission of the European Communities v Ireland. # Removal from the register. # Case C-120/01.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 28ης Μαΐου 2002.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας.
Διαγραφή.
Υπόθεση C-120/01.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 28ης Μαΐου 2002.
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας.
Διαγραφή.
Υπόθεση C-120/01.
Συλλογή της Νομολογίας 2002 I-06739
ECLI identifier: ECLI:EU:C:2002:309
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 28ης Μαΐου 2002. - Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας. - Διαγραφή. - Υπόθεση C-120/01.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2002 σελίδα I-06739
1. Με την προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Μαρτίου 2001 και που άσκησε κατά της Ιρλανδίας βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιδιώκει να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο ότι το εν λόγω κράτος μέλος, μη καταρτίζοντας/χαράσσοντας και μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή, πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 1999, το σχέδιο, τις γενικές κατευθύνσεις και την περίληψη που προβλέπονται στα άρθρα 11 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB/PCT) , παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2. Η οδηγία έχει κατά το άρθρο της 1 ως σκοπό την «[...] προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ελεγχόμενη διάθεση των PCB, την απολύμανση ή διάθεση συσκευών που περιέχουν PCB ή/και τη διάθεση χρησιμοποιημένων PCB, προκειμένου να διατεθούν πλήρως βάσει των διατάξεων της παρούσας οδηγίας».
3. Κατά το άρθρο 3:
«Με την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεών τους, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η διάθεση των χρησιμοποιημένων PCB και η απολύμανση ή η διάθεση των PCB και των συσκευών που περιέχουν PCB, το ταχύτερο δυνατόν. Για τις συσκευές και τα PCB τα οποία περιέχουν οι συσκευές αυτές, οι οποίες οφείλουν να περιληφθούν σε κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, η απολύμανση ή/και διάθεση θα πραγματοποιηθούν το αργότερο έως το τέλος του 2010.»
4. Οι διατάξεις σχετικά με τις οποίες υφίσταται κατά την Επιτροπή παράβαση εκ μέρους της Ιρλανδίας ορίζουν αντιστοίχως:
«Άρθρο 4
1. ροκειμένου να συμμορφωθούν προς το άρθρο 3, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την κατάρτιση καταλόγων των συσκευών που περιέχουν όγκο PCB μεγαλύτερο των 5 dm3, και αποστέλλουν περίληψη των καταλόγων αυτών στην Επιτροπή, το αργότερο τρία χρόνια μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας. Σε περίπτωση πυκνωτών ισχύος, το όριο των 5 dm3 νοείται ότι συμπεριλαμβάνει το σύνολο των μεμονωμένων στοιχείων μιας συνδυασμένης σειράς.
[...]
Άρθρο 11
1. Εντός τριών ετών από την έκδοση της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη καταρτίζουν:
- σχέδια απολύμανσης ή/και διάθεσης των συσκευών που έχουν απογραφεί και των PCB τα οποία περιέχουν,
- γενικές κατευθύνσεις για τη συλλογή και τη μετέπειτα διάθεση συσκευών οι οποίες δεν οφείλουν να περιληφθούν σε κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, όπως ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 3.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή αυτά τα σχέδια και τις γενικές κατευθύνσεις.»
Επί του παραδεκτού της προσφυγής
5. Κατά της αιτιάσεως της Επιτροπής ότι ουδέποτε της ανακοινώθηκε το σχέδιο αυτό, οι γενικές αυτές κατευθύνσεις και η περίληψη αυτή, που άλλωστε ουδεμία πληροφορία που διαθέτει η Επιτροπή επιτρέπει το συμπέρασμα ότι καταρτίστηκαν/χαράχτηκαν, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αντιτάσσει σθεναρή άρνηση όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που θέτει το άρθρο 4 της οδηγίας, αλλά προπάντων αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής.
6. Η αμφισβήτηση αυτή στηρίζεται στην αιτίαση ότι με την αιτιολογημένη γνώμη παραβιάστηκαν ουσιώδεις τύποι, καθόσον με τη γνώμη αυτή δεν ελήφθη υπόψη η απάντηση της Ιρλανδίας στο έγγραφο οχλήσεως που της απηύθυνε η Επιτροπή.
7. Η εν λόγω καταγγελία περί παρατυπιών κατά τη διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής, παρατυπιών που η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου μάς διδάσκει ότι πράγματι μπορούν να οδηγήσουν στο απαράδεκτο της προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους, μου επιβάλλει να εξετάσω κατά προτεραιότητα και πολύ προσεκτικά τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η διαδικασία αυτή.
8. Αν η εξέταση αυτή επιβεβαιώσει ότι έλαβαν χώρα οι παρατυπίες που καταγγέλλει η Ιρλανδία, ή αν όντως προκύψουν άλλες, θα πρέπει, σε δεύτερο στάδιο, να εκτιμήσω αν, λαμβανομένων υπόψη της σοβαρότητάς τους και των συνεπειών τους για την άσκηση από το Δικαστήριο της εξουσίας που του απονέμει το άρθρο 226 ΕΚ, οι διαπιστωμένες κατά τα πιο πάνω παρατυπίες πρέπει να οδηγήσουν στην απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης.
9. Στο έγγραφο οχλήσεως που απηύθυνε στην Ιρλανδία στις 7 Απριλίου 2000, η Επιτροπή αρχίζει υπενθυμίζοντας τόσο τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στα κράτη μέλη τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας όσο και την ημερομηνία της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, μέχρι την οποία έπρεπε να ανακοινωθούν στην Επιτροπή τα μέτρα που είχαν θεσπιστεί. Στη συνέχεια, η Επιτροπή, αφού εκθέτει ότι δεν έχει λάβει καμία πληροφορία εκ μέρους της Ιρλανδίας σχετικά με τα πιο πάνω μέτρα, πράγμα που, κατά την άποψή της, δείχνει εκ των προτέρων ότι υπάρχει παράβαση κράτους μέλους, ζητεί διευκρινίσεις και αναγγέλλει τις προθέσεις της ως εξής:
«In these circumstances, acting under Article 226 of the EC Treaty, the Commission asks the Irish Government to submit its observations on the matters set out in this letter within two months of receiving it.
After taking note of these observations, the Commission may, if necessary, deliver a Reasoned Opinion under Article 226 of the EC Treaty. It may also deliver a Reasoned Opinion if those observations fail to reach it within the time stated.»
(«Υπό τις συνθήκες αυτές, ενεργώντας βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή ζητεί από την Ιρλανδική Κυβέρνηση να υποβάλει εντός δύο μηνών από την παραλαβή του εγγράφου αυτού τις παρατηρήσεις της επί των ζητημάτων που εκτίθενται σε αυτό.
Αφού λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές, η Επιτροπή ενδέχεται, αν είναι αναγκαίο, να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 226 ΕΚ. Ενδέχεται να διατυπώσει αιτιολογημένη γνώμη και στην περίπτωση που οι παρατηρήσεις αυτές δεν περιέλθουν στην Επιτροπή εντός της προθεσμίας που τάχθηκε.»)
10. Στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως η Ιρλανδική Κυβέρνηση απάντησε με επιστολή της 7ης Ιουνίου 2000, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής στις 13 Ιουνίου 2000.
11. Με την επιστολή αυτή η Ιρλανδική Κυβέρνηση εκθέτει ότι οι σχετικές διατάξεις της οδηγίας μεταφέρθηκαν με κανονιστική απόφαση του 1998 για τη διαχείριση των επικινδύνων αποβλήτων, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 20 Μα_ου 1998 και της οποίας το άρθρο 15 υποχρεώνει τους κατόχους PCB, χρησιμοποιημένων PCB ή μολυσμένου εξοπλισμού να παράσχουν πληροφορίες στον οργανισμό προστασίας του περιβάλλοντος, έτσι ώστε να μπορέσει να γίνει η απογραφή που επιβάλλεται από το άρθρο 4 της οδηγίας, και να διευκρινίσουν τα μέτρα που θεσπίστηκαν ή προτείνονται για την απολύμανση ή τη διάθεση των σχετικών υλικών.
12. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που θέτει το άρθρο 11 της οδηγίας, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υπενθυμίζει στην Επιτροπή ότι ο οργανισμός προστασίας του περιβάλλοντος έχει ως αποστολή μεταξύ άλλων την κατάρτιση εθνικού σχεδίου διαχειρίσεως των επικινδύνων αποβλήτων.
13. Αναφέρει ότι το σχέδιο αυτό βρίσκεται στο στάδιο της επεξεργασίας από τον Σεπτέμβριο του 1999 και ότι αναμένεται να ολοκληρωθεί η διαβούλευση με δημόσιους φορείς που έχει ήδη αρχίσει, οπότε το σχέδιο αυτό θα λάβει την τελική του μορφή και θα υιοθετηθεί εντός των προσεχών μηνών.
14. Κατά την κυβέρνηση αυτή, το πιο πάνω σχέδιο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας και θα διαβιβαστεί στην Επιτροπή το συντομότερο δυνατό.
15. Εξάλλου, πάντοτε κατά την ίδια επιστολή, διάφορα μέτρα για τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας λαμβάνουν την τελική τους μορφή και θα ανακοινωθούν στην Επιτροπή.
16. Με παράρτημα της επιστολής αυτής, η Ιρλανδική Κυβέρνηση διαβιβάζει στην Επιτροπή αντίγραφο τόσο της κανονιστικής αποφάσεως για τη διαχείριση των επικινδύνων αποβλήτων όσο και δύο ανακοινώσεων που έγιναν από κατόχους PCB.
17. Στην επιστολή αυτή η Επιτροπή απάντησε μόνο με την αποστολή, στις 25 Ιουλίου 2000, αιτιολογημένης γνώμης. Με τη γνώμη αυτή, η Επιτροπή, αφού υπενθύμισε τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν στα κράτη μέλη τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας και αφού διαπίστωσε ότι η Ιρλανδία δεν τις αμφισβητεί, εκθέτει τα εξής:
«Since Ireland did not communicate to the Commission, in accordance with Article 11 and Article 4(1) of the Directive, the abovementioned plans, outlines and summaries, and since the Commission was in possession of no other information enabling it to conclude that Ireland had prepared these plans, outlines and summaries, it was compelled to assume that Ireland had thus failed to fulfil its obligations under the abovementioned provisions of the Directive. It therefore gave the Irish Government the opportunity, by letter ref. SG(2000) D 102975 of 7 April 2000, in accordance with the procedure laid down in Article 226 of the Treaty, to submit within a period of two months its observations on these infringements of the provisions of the Directive.
Up to now, no official reply to that letter has been received. The Commission considers that it is the duty of the Irish authorities to initiate, in due time, the procedures necessary for complying with the provisions of Article 11 and Article 4(1) of the Directive so that such process is complete within the time-limit laid down, irrespective of the nature of such procedures, and to inform the Commission thereof.
In these circumstances, the Commission is obliged to find that Ireland has not, in accordance with the provisions of Article 11 and Article 4(1) of the Directive, yet prepared the abovementioned plans, outlines and summaries, nor has it communicated them to the Commission as it should have done by 16 Septembre 1999 at the latest.
For the above reasons. The Commission having, by letter of 7 April 2000, given the Irish Government the opportunity to submit its observations, hereby declares as its reasoned opinion delivered pursuant to the first paragraph of Article 226 of the Treaty establishing the European Community that, by failing by 16 September 1999 to prepare and communicate to the Commission the plans, outlines and summaries required pursuant to Article 11 and Article 4(1) of Council Directive 96/59/EC on the disposal of polychlorinated biphenyls and polychlorinated terphenyls (PCB/PCT), Ireland has failed to fulfil its obligations under that Directive.
Pursuant to the second paragraph of Article 226 of the EC Treaty, the Commission requests Ireland to take the measures necessary to comply with this Reasonned Opinion within two months following notification thereof.»
(«Εφόσον η Ιρλανδία δεν ανακοίνωσε στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 11 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα πιο πάνω σχέδια, τις πιο πάνω γενικές κατευθύνσεις και τις πιο πάνω περιλήψεις και εφόσον η Επιτροπή δεν διέθετε άλλα πληροφοριακά στοιχεία που θα της επέτρεπαν το συμπέρασμα ότι η Ιρλανδία ετοίμασε τα σχέδια αυτά, τις γενικές αυτές κατευθύνσεις και τις περιλήψεις αυτές, η Επιτροπή όφειλε να συναγάγει ότι κατά τον τρόπο αυτόν η Ιρλανδία δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις πιο πάνω διατάξεις της οδηγίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έδωσε στην Ιρλανδική Κυβέρνηση τη δυνατότητα, με το έγγραφο SG(2000) D 102975 της 7ης Απριλίου 2000, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 226 ΕΚ, να υποβάλει εντός δύο μηνών τις παρατηρήσεις της επί των πιο πάνω παραβάσεων των διατάξεων της οδηγίας.
Μέχρι τώρα, δεν έχει ληφθεί επίσημη απάντηση στην επιστολή αυτή. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ιρλανδικές αρχές οφείλουν να κινήσουν εγκαίρως τις αναγκαίες διαδικασίες για να συμμορφωθούν προς τις διατάξεις του άρθρου 11 και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, έτσι ώστε οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν εμπροθέσμως, ανεξαρτήτως της φύσεώς τους, και να ενημερώσουν την Επιτροπή σχετικά.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να συναγάγει ότι η Ιρλανδία παρά ταύτα δεν ετοίμασε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 και του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα πιο πάνω σχέδια, τις πιο πάνω γενικές κατευθύνσεις και τις πιο πάνω περιλήψεις ούτε τα ανακοίνωσε στην Επιτροπή όπως έπρεπε να πράξει το αργότερο στις 16 Σεπτεμβρίου 1999.
Για τους πιο πάνω λόγους, η Επιτροπή, αφού με έγγραφο της 7ης Απριλίου 2000 έδωσε στην Ιρλανδική Κυβέρνηση τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, κηρύσσει, με την παρούσα αιτιολογημένη γνώμη που διατυπώνει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 226 ΕΚ, ότι η Ιρλανδία, μη ετοιμάζοντας και μη ανακοινώνοντας στην Επιτροπή μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1999 τα σχέδια, τις γενικές κατευθύνσεις και τις περιλήψεις που απαιτούνται κατά το άρθρο 11 και το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB/PCT), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή καλεί την Ιρλανδία να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς την παρούσα αιτιολογημένη γνώμη εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της γνώμης αυτής.»)
18. Στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη η Ιρλανδική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 2000. Με το έγγραφο αυτό, ανέφερε την κανονιστική απόφαση για τη διαχείριση των επικινδύνων αποβλήτων και την υποχρέωση ανακοινώσεως που επέβαλε στους κατόχους PCB.
19. Χωρίς να αναφερθεί ρητώς στην απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση σημειώνει ότι απέστειλε στην Επιτροπή αντίγραφο δύο ανακοινώσεων που έλαβε από τον οργανισμό προστασίας του περιβάλλοντος.
20. Η Ιρλανδική Κυβέρνηση εξηγεί ότι, αν και θα μπορούσε να θεωρηθεί, λαμβανομένων υπόψη των διαθεσίμων πληροφοριών, ότι στην Ιρλανδία έγινε σε μεγάλο βαθμό διάθεση των PCB, ο οργανισμός προστασίας του περιβάλλοντος θεωρεί παρά ταύτα ότι οι ανακοινώσεις που του έγιναν δεν αντικατοπτρίζουν ορθώς την κατάσταση όσον αφορά την κατοχή PCB, οπότε αποφασίστηκε η προσφυγή στις υπηρεσίες συμβούλων για να εντοπιστούν όλοι οι κάτοχοι μολυσμένου εξοπλισμού και να γίνει πλήρης απογραφή. Οι σύμβουλοι αυτοί θα αρχίσουν τη μελέτη τους το 2001.
21. Όσον αφορά το σχέδιο που πρέπει να καταρτιστεί βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, της οδηγίας, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναγγέλλει ότι τον επόμενο μήνα θα υιοθετηθεί εθνικό σχέδιο διαχειρίσεως των επικινδύνων αποβλήτων και ότι το σχέδιο αυτό θα κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.
22. Τέλος, όσον αφορά τα μέτρα που επιβάλλει το άρθρο 11, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναγγέλλει ότι, εν όψει των γενικών κατευθύνσεων που ανακοινώθηκαν από άλλα κράτη μέλη, η ίδια η Ιρλανδική Κυβέρνηση θα ανακοινώσει ταχέως τις δικές της γενικές κατευθύνσεις στην Επιτροπή και ότι η μελέτη που έχει αναληφθεί για να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 4 της οδηγίας θα αποδειχθεί χρήσιμη για τη χάραξη των εν λόγω γενικών κατευθύνσεων.
23. Οι διαβεβαιώσεις και δεσμεύσεις αυτές προφανώς δεν έπεισαν την Επιτροπή, καθόσον άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
24. Με το από 16 Μαρτίου 2001 εισαγωγικό της δίκης έγγραφό της, η Επιτροπή, αφού υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις που η οδηγία επιβάλλει στα κράτη μέλη, παραθέτει ως ακολούθως περίληψη της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής:
«5. Εφόσον η Ιρλανδία δεν ανακοίνωσε στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια, τις εν λόγω γενικές κατευθύνσεις και τις εν λόγω περιλήψεις και εφόσον η Επιτροπή δεν διέθετε άλλα πληροφοριακά στοιχεία που θα της επέτρεπαν το συμπέρασμα ότι η Ιρλανδία κατάρτισε/χάραξε τα εν λόγω σχέδια, τις εν λόγω γενικές κατευθύνσεις και τις εν λόγω περιλήψεις, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 7 Απριλίου 2000, έγγραφο οχλήσεως στην Ιρλανδία (παράρτημα 1).
6. Η Ιρλανδία απάντησε με έγγραφο της 7ης Ιουνίου 2000 (παράρτημα 2), στο οποίο επισύναψε αντίγραφο της ιρλανδικής κανονιστικής αποφάσεως του 1998 για τη διαχείριση των επικινδύνων αποβλήτων - "Waste Management (Hazardous Waste) Regulation" - η οποία μετέφερε στο εθνικό δίκαιο τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας. Το έγγραφο αυτό διευκρίνιζε ότι τα σχέδια και οι γενικές κατευθύνσεις που αφορά το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο της επεξεργασίας. Επιπλέον, με το έγγραφο αυτό διαβιβάστηκε αντίγραφο δύο ανακοινώσεων προς τον ιρλανδικό οργανισμό προστασίας του περιβάλλοντος (Irish Environmental Protection Agency).
7. Η Επιτροπή, δεδομένου ότι δεν έμεινε ικανοποιημένη από την απάντηση αυτή, κοινοποίησε στην Ιρλανδία, στις 25 Ιουλίου 2000, αιτιολογημένη γνώμη (παράρτημα 3) με την οποία
- εξέθεσε ότι η Ιρλανδία, παραλείποντας να καταρτίσει/χαράξει και να ανακοινώσει στην Επιτροπή, πριν από τις 16 Σεπτεμβρίου 1999, τα σχέδια, τις γενικές κατευθύνσεις και τις περιλήψεις που προβλέπονται από τα άρθρα 11 και 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή και
- κάλεσε την Ιρλανδία να θεσπίσει εντός δύο μηνών τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς την αιτιολογημένη γνώμη.
8. Με έγγραφο της 14ης Δεκεμβρίου 2000 (παράρτημα 4), η Ιρλανδία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη. Ανέφερε ότι πρόσθετες εργασίες είναι αναγκαίες για να γίνει πλήρης απογραφή και ότι στις αρχές του 2001 θα γίνει σχετική μελέτη. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι το σχέδιο που προβλέπεται από το άρθρο 11 της οδηγίας καλύπτεται από το εθνικό σχέδιο διαχειρίσεως των επικινδύνων αποβλήτων (National Hazardous Waste Management Plan), το οποίο επρόκειτο να υιοθετηθεί και να δημοσιευθεί τον επόμενο μήνα. Ανέφερε επίσης ότι οι γενικές κατευθύνσεις που προβλέπονται από το άρθρο 11 της οδηγίας θα ανακοινωθούν συντομότατα στην Επιτροπή.
9. Έκτοτε η Επιτροπή δεν έλαβε καμία άλλη πληροφορία από την Ιρλανδία σχετικά.»
25. Αφού συνέλεξα όλα τα στοιχεία βάσει των οποίων πρέπει να κριθεί η από την Ιρλανδία αμφισβήτηση του παραδεκτού της προσφυγής, θα πρέπει τώρα να εκθέσω τα εκατέρωθεν επιχειρήματα που προβλήθηκαν επί του σημείου αυτού κατά την έγγραφη διαδικασία.
26. Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, αφού σημείωσε τον ανακριβή ισχυρισμό που περιέχεται στην αιτιολογημένη γνώμη ως προς το ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο έγγραφο οχλήσεως, υπενθυμίζει ότι το αντικείμενο του εγγράφου αυτού είναι να παράσχει στο κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται τη δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο και «να ασκήσει τα δικαιώματά του άμυνας κατά των αιτιάσεων της Επιτροπής».
27. Εξ αυτών συνάγει ότι, όταν, στην απάντησή του, το εγκαλούμενο κράτος μέλος προβάλλει ένα επιχείρημα, όπως έπραξε η Ιρλανδική Κυβέρνηση όσον αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, ή εκθέτει τους λόγους για την καθυστέρηση και αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο σκοπεύει να λύσει το σχετικό πρόβλημα, όπως έπραξε η Ιρλανδική Κυβέρνηση όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 11 της οδηγίας, αλλά όταν η Επιτροπή ισχυρίζεται, στην αιτιολογημένη γνώμη, ότι δεν έχει λάβει καμία απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως, είναι ανεπίτρεπτο να στηριχθεί η Επιτροπή στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη για να ασκήσει προσφυγή.
28. Κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή «οφείλει να εγκαταλείψει τη διαδικασία κατά το μέρος που στηρίζεται στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να αποσταλεί νέα αιτιολογημένη γνώμη στην οποία θα λαμβάνεται υπόψη η απάντηση που προηγουμένως αγνοήθηκε και η οποία θα μπορεί να ακολουθηθεί με την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου.
29. Η Επιτροπή αντιτάσσει, με το υπόμνημα απαντήσεως, πρώτον, ότι το γεγονός ότι δεν ανέφερε στην αιτιολογημένη γνώμη την απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Ιρλανδίας, δεδομένου ότι η τελευταία, με την εν λόγω απάντησή της, δεν παρέθεσε στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι τήρησε τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τα άρθρα 4 και 11 της οδηγίας. Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, στην απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη, η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί το κύρος της γνώμης αυτής και δεν προβάλλει ότι υπέστη βλάβη. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι λόγοι για τους οποίους, στη διάταξή του της 11ης Ιουλίου 1995, C-266/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας , το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη προσφυγή λόγω παραβάσεως κράτους μέλους που ασκήθηκε μετά από μη σύννομη διαδικασία, δεν συντρέχουν εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Ιρλανδία ουδέποτε κατά τη διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής προέβαλε επιχειρήματα επί της ουσίας.
30. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, η Ιρλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι με την απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως δεν προέβαλε αμυντικούς ισχυρισμούς επί της ουσίας.
31. Υπενθυμίζει ότι τότε πληροφόρησε την Επιτροπή για την προβλεπόμενη από ιρλανδική ρύθμιση υποχρέωση παροχής, όσον αφορά την κατοχή PCB, πληροφοριακών στοιχείων ικανών να δώσουν στον οργανισμό προστασίας του περιβάλλοντος τη δυνατότητα να προβεί σε απογραφή και ανέφερε ότι έχει ήδη αρχίσει η χάραξη των γενικών κατευθύνσεων που προβλέπονται από την οδηγία.
32. Έτσι, νομίζει, αφενός ότι, αν η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη την απάντηση αυτή, «είναι πιθανόν να είχε συνεχίσει την αλληλογραφία της με την Ιρλανδία πριν αποστείλει αιτιολογημένη γνώμη» και, αφετέρου, ότι προσβλήθηκαν τα δικαιώματά της άμυνας.
33. Όσο για το γεγονός ότι στην αιτιολογημένη γνώμη δεν γίνεται μνεία της προσβολής αυτής, το γεγονός αυτό, κατά την Ιρλανδική Κυβέρνηση, ουδεμία επιρροή ασκεί προκειμένου το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τα προφανή σφάλματα που περιέχονται στην αιτιολογημένη γνώμη.
34. Από τη στιγμή που αποδείχθηκε ότι εσφαλμένως η Επιτροπή ισχυρίζεται στην αιτιολογημένη γνώμη ότι δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως, νομίζω ότι, αν αναζητηθεί χρήσιμο νομολογιακό προηγούμενο, επιβάλλεται να εξεταστεί εκ του σύνεγγυς η προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας.
35. Στην υπόθεση εκείνη, όπως σε αυτή που μας αφορά, η Επιτροπή είχε αποστείλει έγγραφο οχλήσεως με το οποίο ισχυριζόταν ότι δεν είχε λάβει από το εγκαλούμενο κράτος μέλος καμία ανακοίνωση σχετικά με τα μέτρα που το κράτος αυτό είχε θεσπίσει για να εξασφαλίσει τη μεταφορά μιας οδηγίας.
36. Το Βασίλειο της Ισπανίας είχε απαντήσει στο έγγραφο οχλήσεως αναγνωρίζοντας ότι ακόμα δεν είχαν τεθεί σε ισχύ οι αναγκαίες εσωτερικές διατάξεις για την πιο πάνω μεταφορά, αλλά ανέφερε μεταβατικές διατάξεις που είχαν θεσπιστεί για να εκτελεστούν ορισμένες υποχρεώσεις που απέρρεαν από την οδηγία αυτή.
37. Η Επιτροπή αγνόησε την απάντηση αυτή, καθόσον διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία εξέθεσε ότι δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως.
38. Μόλις παρέλαβε την αιτιολογημένη γνώμη, το Βασίλειο της Ισπανίας απέστειλε στην Επιτροπή επιστολή με την οποία αναφέρθηκε στην απάντησή του στο έγγραφο οχλήσεως.
39. Με το δικόγραφο της προσφυγής, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι ένα διαβιβαστικό λάθος υπήρξε η αιτία που δεν έλαβε υπόψη την απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως και, με το υπόμνημα απαντήσεως, εξέθεσε ότι η προσφυγή της, αντιθέτως προς την αιτιολογημένη γνώμη, έλαβε υπόψη τους δικαιολογητικούς λόγους που προέβαλε το Βασίλειο της Ισπανίας, οπότε από το αντικείμενο της προσφυγής αποκλείστηκαν οι διατάξεις της οδηγίας για τις οποίες το Βασίλειο της Ισπανίας είχε θεσπίσει μεταβατικά μέτρα μεταφοράς.
40. αρά ταύτα, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή απαράδεκτη, και τούτο με την ακόλουθη αιτιολογία:
«15 Η διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης περιλαμβάνει δύο διαδοχικές φάσεις, δηλαδή μια φάση προ της ασκήσεως της προσφυγής ή διοικητική φάση και μια φάση ενώπιον του Δικαστηρίου.
16 Ο στόχος της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας είναι να παράσχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τη δυνατότητα να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο ή να προβάλει λυσιτελώς τους αμυντικούς του ισχυρισμούς κατά των αιτιάσεων που διατυπώνει η Επιτροπή (βλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 293/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 305, σκέψη 13).
17 Το νομότυπο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας συνιστά ουσιώδη εγγύηση που παρέχει η Συνθήκη όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους, αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά.
18 ράγματι, μόνον εφόσον η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία διεξαχθεί νομότυπα, η ενώπιον του Δικαστηρίου κατ' αντιδικία διαδικασία παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει αν το κράτος μέλος παρέβη πραγματικά τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις, την παράβαση των οποίων επικαλείται η Επιτροπή.
19 Εν προκειμένω όμως, η αιτιολογημένη γνώμη περιείχε τον εσφαλμένο ισχυρισμό ότι στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής δεν είχε δοθεί ακόμα καμία επίσημη απάντηση εκ μέρους του Βασιλείου της Ισπανίας.
20 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της κατά το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης τις διοικητικές αποφάσεις που είχε υποβάλει το Βασίλειο της Ισπανίας με την απάντησή του στο έγγραφο οχλήσεως, οι οποίες, όπως εξάλλου δέχθηκε η Επιτροπή, μετέφεραν στο εθνικό δίκαιο ορισμένες διατάξεις της οδηγίας.
21 Με την προσφυγή της η Επιτροπή προσπάθησε να επανορθώσει την παράλειψη αυτή, δηλώνοντας τα εξής:
"Χωρίς να τεθεί το ζήτημα αν η μεταφορά στο ισπανικό δίκαιο των άρθρων 3, 4 και 7 της οδηγίας 92/44/ΕΟΚ με διοικητική απόφαση είναι πρόσφορη ή όχι, είναι προφανές ότι δεν ελήφθη κανένα μέτρο για την εφαρμογή των άλλων διατάξεων της οδηγίας αυτής."
22 άντως, η συμπεριφορά της Επιτροπής είχε ως συνέπεια ότι οι διάδικοι δεν καθόρισαν επακριβώς τη φύση και την έκταση της διαφοράς τους πριν από το στάδιο της απαντήσεως και της ανταπαντήσεως.
23 Η Συνθήκη δεν προβλέπει τέτοια διαδικασία.
24 Υπό αυτές τις συνθήκες, αν τα προβλήματα στη διαβίβαση της αλληλογραφίας δημιούργησαν παρεξήγηση που επηρέασε την αιτιολογημένη γνώμη, δεν υπήρχε κανένα εμπόδιο στο να ανακαλέσει η Επιτροπή τη γνώμη αυτή και να εξετάσει την απάντηση που έδωσε το Βασίλειο της Ισπανίας στο έγγραφο οχλήσεως. Η Επιτροπή θα μπορούσε στη συνέχεια, αν το έκρινε αναγκαίο, να εκδώσει νέα αιτιολογημένη γνώμη με τις αιτιάσεις που επρόκειτο να διατυπώσει τελικώς.
25 Επομένως, δεν πληρούται εν προκειμένω μία από τις ουσιώδεις προϋποθέσεις του παραδεκτού προσφυγής δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης, δηλαδή η νομότυπη διεξαγωγή της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
26 Για τους λόγους αυτούς, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως απαράδεκτη.»
41. Νομίζω ότι η αιτιολογία αυτή, ακόμα και αν υπενθυμίζει τον στόχο προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας τον οποίο έχει το άρθρο 226 ΕΚ καθιερώνοντας μια διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής, στην ουσία δίνει έμφαση στην απαίτηση να είναι νομότυπη η διαδικασία αυτή. Όμως, η πιο πάνω αιτιολογία, ακόμα και αν θεωρηθεί υπό αυτή την οπτική γωνία, εξακολουθεί να χρήζει ερμηνείας.
42. Συγκεκριμένα, η αιτιολογία αυτή μπορεί να νοηθεί είτε υπό την έννοια ότι το νομότυπο της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής συνιστά απόλυτη επιταγή, της οποίας η μη τήρηση οδηγεί αυτομάτως στο απαράδεκτο της προσφυγής, είτε υπό την έννοια ότι η αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας της διαδικασίας αυτής εξαρτάται από τις συνέπειες που είχαν οι παρατυπίες, οπότε εν προκειμένω το Δικαστήριο θα μπορεί να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη μόνο για να τιμωρήσει το ότι «οι διάδικοι άρχισαν να ορίζουν με ακρίβεια τη φύση και το περιεχόμενο της διαφοράς τους μόνο στο στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως και του υπομνήματος ανταπαντήσεως».
43. Ωστόσο, η δεύτερη περίπτωση δύσκολα συμβιβάζεται με την παραδοσιακή νομολογία η οποία, ναι μεν απαγορεύει αυστηρώς στην Επιτροπή να διευρύνει το αντικείμενο της προσφυγής της, πλην όμως πάντοτε δεχόταν την εγκατάλειψη ορισμένων αιτιάσεων, δηλαδή τον περιορισμό του αντικειμένου της διαφοράς, ακριβώς αυτό που έπραξε η Επιτροπή στην υπόθεση εκείνη, καθόσον, μετά την αιτιολογημένη γνώμη, παραιτήθηκε από την αιτίαση κατά του Βασιλείου της Ισπανίας ότι δεν μετέφερε ορισμένες διατάξεις της οδηγίας, αυτές για τις οποίες είχαν θεσπιστεί μεταβατικά μέτρα.
44. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η προαναφερθείσα διάταξη Επιτροπή κατά Ισπανίας πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το νομότυπο της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής αποτελεί από μόνο του επιταγή της οποίας η παράβαση δεν μπορεί παρά να συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής.
45. Εξάλλου, η σημασία που το Δικαστήριο δίνει στο νομότυπο της διαδικασίας προ της ασκήσεως προσφυγής επιβεβαιώνεται από την απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1997, C-159/94, Επιτροπή κατά Γαλλίας , κατά την οποία:
«Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο στόχος της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 169 της Συνθήκης είναι να δώσει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να δικαιολογήσει τη θέση του ή ενδεχομένως να συμμορφωθεί αυτοβούλως προς τις απαιτήσεις της Συνθήκης. Επομένως, το νομότυπο της διαδικασίας αυτής συνιστά ουσιώδη εγγύηση όχι μόνο για την προστασία των δικαιωμάτων του εν λόγω κράτους μέλους αλλά και για να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία που θα κινηθεί ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου θα έχει ως αντικείμενο μια σαφώς καθορισμένη διαφορά (βλ. διάταξη του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1995, C-266/94, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-1975, σκέψη 17). Επομένως, για να εκτιμηθεί το παραδεκτό της προσφυγής, πρέπει να εξετασθεί η εξέλιξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.»
46. Ίδιο περιεχόμενο με την απόφαση εκείνη έχει η απόφαση της 19ης Μα_ου 1998, C-3/96, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών , στην οποία το Δικαστήριο ναι μεν αρνήθηκε ότι συνιστά λόγο απαραδέκτου της προσφυγής λόγω παραβάσεως κράτους μέλους το γεγονός ότι στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο δεν λαμβάνονται υπόψη νέα πραγματικά και νομικά στοιχεία που ενδεχομένως περιέχονται στην απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη, πλην όμως το Δικαστήριο έπραξε τούτο μόνον αφότου επισήμανε την έλλειψη οποιασδήποτε αμφισβητήσεως ως προς «το νομότυπο της αιτιολογημένης γνώμης και της διαδικασίας που προηγήθηκε αυτής», κατατάσσοντας έτσι το νομότυπο αυτό μεταξύ των απόλυτων αξιών.
47. Ωστόσο, αν υποτεθεί ότι, όταν υπάρχει παρατυπία στη διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής, το απαράδεκτο πρέπει να κηρύσσεται μόνο μετά από εξέταση των ιδιαίτερων στοιχείων της υποθέσεως, πάλι θεωρώ ότι εδώ πρόκειται για συμπεριφορά της Επιτροπής που το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί.
48. Συγκεκριμένα, ενώ στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας η Επιτροπή, έχοντας αντιληφθεί, όταν επρόκειτο να ασκήσει την προσφυγή, ότι η αιτιολογημένη γνώμη κακώς είχε στηριχθεί στην έλλειψη απαντήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας στο έγγραφο οχλήσεως, αναγνώρισε το σφάλμα της και προσπάθησε να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειές του, στην παρούσα υπόθεση η Επιτροπή, όχι μόνον δεν δέχεται ότι είναι εσφαλμένα όσα προέβαλε με την αιτιολογημένη γνώμη, αλλά και προσπαθεί, με εκπληκτική αταραξία, να αποκρύψει το σφάλμα στο οποίο υπέπεσε. Έτσι, στο δικόγραφο της προσφυγής διαβάζει κανείς, μετά από έκθεση του περιεχομένου της απαντήσεως της Ιρλανδίας στο έγγραφο οχλήσεως, ότι «η Επιτροπή, δεδομένου ότι η απάντηση αυτή δεν την ικανοποίησε, κοινοποίησε στις 25 Ιουλίου 2000 αιτιολογημένη γνώμη [...]».
49. Στην αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή είχε ισχυριστεί ότι δεν έλαβε απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως, οπότε πρέπει να αποκλειστεί ότι στο στάδιο εκείνο η Επιτροπή εξέτασε την απάντηση που όντως είχε λάβει και ότι δεν την βρήκε ικανοποιητική.
50. Νομίζω ότι ο ανακριβής ισχυρισμός που περιέχεται στο δικόγραφο της προσφυγής είναι ιδιαιτέρως σοβαρός, καθόσον με το να συντάξει το δικόγραφο της προσφυγής της κατά τρόπο που αλλοιώνει την πραγματικότητα η Επιτροπή οδηγεί σε λάθος το ίδιο το Δικαστήριο, αθετώντας κατάφωρα την υποχρέωση αγαστής συνεργασίας που καθιερώνεται από το άρθρο 10 ΕΚ, την τήρηση της οποίας, άλλωστε, υπενθυμίζει εκ συστήματος στα κράτη μέλη.
51. Η συμπεριφορά της Επιτροπής, εκτός από το ότι, όπως νομίζω, αυτή καθαυτή πρέπει να επιφέρει την επιβολή κυρώσεως, προσέβαλε και τα δικαιώματα άμυνας της Ιρλανδίας. Συγκεκριμένα, η Ιρλανδία, όταν έλαβε την αιτιολογημένη γνώμη, δικαιούνταν να θεωρήσει ότι, όσο εκπληκτικό και αν φαίνεται, τα επιχειρήματα που είχε εκθέσει σε απάντηση του εγγράφου οχλήσεως δεν είχαν εξεταστεί από την Επιτροπή. Αργότερα, με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Επιτροπή εκθέτει στην Ιρλανδία, όπως και στο Δικαστήριο, ότι στο στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης τα επιχειρήματα αυτά απορρίφθηκαν κατόπιν εξετάσεως.
52. Κατά συνέπεια, ουδόλως δύναται να αποκλειστεί ότι, αν η αιτιολογημένη γνώμη είχε εξετάσει το βάσιμο της επιχειρηματολογίας της Ιρλανδίας, η τελευταία θα είχε επιλέξει να απαντήσει στην αιτιολογημένη γνώμη διαφορετικά από το να υπενθυμίσει, στην ουσία, το περιεχόμενο της πρώτης απαντήσεώς της.
53. Κατά κάποιον τρόπο, βρισκόμαστε σε ανάλογη κατάσταση με εκείνη που υπήρχε στην προαναφερθείσα υπόθεση Επιτροπή κατά Ισπανίας, καθόσον μόνον αργότερα, και συγκεκριμένα στο στάδιο του δικογράφου της προσφυγής, η Ιρλανδία έμαθε ότι η παράβαση κατά της οποίας έπρεπε να αμυνθεί δεν αναγόταν στη μη ανακοίνωση στην Επιτροπή των πληροφοριών που κατά την οδηγία η Επιτροπή είχε δικαίωμα να λάβει, αλλά στον κατά την Επιτροπή ανεπαρκή χαρακτήρα των μέτρων που η Ιρλανδία είχε θεσπίσει.
54. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι μπορώ να ισχυριστώ ότι η Ιρλανδία τέθηκε, από άποψη ισότητας των όπλων, σε μειονεκτική θέση για την άμυνά της.
55. Στο πλαίσιο μιας λίγο διαφορετικής προσεγγίσεως, θα μπορούσε να σημειωθεί και το γεγονός ότι από τη νομολογία, και ιδίως από την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 353/85, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου , προκύπτει ότι η διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να νοηθεί ως μια απλή σειρά διαδικαστικών πράξεων στις οποίες πρέπει να προβεί η Επιτροπή πριν μπορέσει να φθάσει στο κατώφλι του Δικαστηρίου.
56. Το εν λόγω στάδιο προ της ασκήσεως προσφυγής πρέπει, για να επαναλάβω λέξεις που χρησιμοποιούνται στην απόφαση εκείνη, να αποτελεί σοβαρή προσπάθεια για να διακανονιστεί η διαφορά, δηλαδή για να καταστεί άσκοπη η προσφυγή στο Δικαστήριο.
57. Έχω πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι η πραγματικότητα δεν είναι πάντοτε έτσι και ότι υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου το εγκαλούμενο από την Επιτροπή κράτος μέλος δεν συνεργάζεται ξεκάθαρα για να βρεθεί λύση που η Επιτροπή θα μπορέσει να δεχθεί χωρίς να παραιτηθεί έστω και εν μέρει από τον ρόλο της ως θεματοφύλακα των Συνθηκών.
58. Εντούτοις, επιμένω ότι, κατά το μέρος που την αφορά, η Επιτροπή, ακριβώς για τον λόγο ότι είναι ο θεματοφύλακας των Συνθηκών, οφείλει να συμπεριφέρεται με ανεπίληπτο τρόπο. Ως εκ τούτου, πρέπει να εξετάζει σε βάθος τα επιχειρήματα που της αντιτάσσονται με την απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως και, αν δεν μπορούν να μεταβάλουν την άποψή της, να τα αντικρούει με πειστικότητα.
59. Με άλλα λόγια, μολονότι, δυστυχώς, η διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής πολύ συχνά, όπως όλα δείχνουν, αποτελεί διάλογο κωφών, η Επιτροπή δεν πρέπει να φέρει ευθύνη γι' αυτή την έλλειψη εποικοδομητικού διαλόγου.
60. άντως, στην παρούσα υπόθεση συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στο να αγνοήσει τα επιχειρήματα της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, αλλά αρχικά, με την αιτιολογημένη γνώμη, ισχυρίστηκε ότι δεν έλαβε την επιστολή στην οποία εξετίθεντο τα επιχειρήματα αυτά και στη συνέχεια, με το δικόγραφο της προσφυγής, παρέθεσε νέα εκδοχή των πραγματικών περιστατικών, κατά την οποία τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούσαν να την ικανοποιήσουν.
61. Επομένως, και από την άποψη αυτή νομίζω ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
62. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το απαράδεκτο αυτό πρέπει να επιφέρει την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα.
Επί της ουσίας
63. Για την περίπτωση που το Δικαστήριο συνταχθεί με τα επιχειρήματα της Επιτροπής με τα οποία επιδιώκεται να ελαχιστοποιηθεί η σοβαρότητα τόσο της παρατυπίας που επηρέασε τη διαδικασία προ της ασκήσεως προσφυγής όσο και των συνεπειών της, δηλαδή για την περίπτωση που το Δικαστήριο δεν ακολουθήσει την πρότασή μου στο ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής, θα εξετάσω διά βραχέων το βάσιμο των αιτιάσεων της Επιτροπής.
64. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που θέτει το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δύσκολα μπορώ να θεωρήσω ότι η Ιρλανδία θα τις είχε τηρήσει με το να επιβάλει σε όλους τους επιχειρηματίες την υποχρέωση να δηλώσουν στον οργανισμό προστασίας του περιβάλλοντος τις ευρισκόμενες στην κατοχή τους συσκευές που περιέχουν PCB όγκου μεγαλύτερου των 5 dm3 και με το να διαβιβάσει στην Επιτροπή δύο ανακοινώσεις που είχαν ληφθεί σχετικά.
65. Είναι σαφέστατο ότι εν προκειμένω βρισκόμαστε προ μιας υποχρεώσεως αποτελέσματος και όχι απλώς προ μιας υποχρεώσεως χρησιμοποιήσεως ορισμένων μέσων.
66. Η Ιρλανδία, όπως τα άλλα κράτη μέλη, διέθετε τρία έτη για να προβεί στην απογραφή που επέβαλε η διάταξη αυτή, δηλαδή σε απογραφή που αντικατοπτρίζει σωστά την πραγματικότητα, και για να διαβιβάσει περίληψη της απογραφής αυτής στην Επιτροπή.
67. Η ίδια η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι οι προσπάθειες στις οποίες απεδύθη για να γίνει η απογραφή αυτή είχαν, όταν ασκήθηκε η προσφυγή, πολύ μικρό αποτέλεσμα, δηλαδή δύο ανακοινώσεις, των οποίων η προσθήκη δεν μπορεί να παρουσιαστεί σοβαρά ως αξιόπιστη απογραφή. Στη συνέχεια, εκθέτει τα μέτρα που θέσπισε για να συλλεγούν οι αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου να γίνει ρεαλιστική απογραφή.
68. Εξάλλου, ακριβώς για τον λόγο ότι με βάση μόνο τις δύο αυτές ανακοινώσεις δεν ήταν δυνατό να γίνει απογραφή ικανή να αντικατοπτρίσει την πραγματικότητα, η Ιρλανδική Κυβέρνηση, σε απάντηση του εγγράφου οχλήσεως, διαβίβασε τις ίδιες τις ανακοινώσεις, και όχι, όπως της είχει ζητηθεί, περίληψη μιας απογραφής που στην πραγματικότητα δεν είχε γίνει.
69. Αλυσιτελώς η καθής κυβέρνηση αντιτάσσει ότι η Επιτροπή εξέθεσε, με την αιτιολογημένη γνώμη, ότι η διαδικασία πρέπει να ολοκληρωθεί εντός τριών ετών «ανεξαρτήτως της φύσεως» των διαδικασιών που κίνησαν οι εθνικές αρχές.
70. Με το να χρησιμοποιήσει τις λέξεις αυτές, είναι προφανές ότι η Επιτροπή δεν ζήτησε να μη της αποστέλλονται περιλήψεις αξιόπιστων απογραφών, πράγμα που άλλωστε δεν εμπίπτει στην εξουσία της. Απλώς θέλησε να υπενθυμίσει ότι η οδηγία έχει δημιουργήσει μια υποχρέωση αποτελέσματος, οπότε είναι ανεπίτρεπτο να ισχυριστεί κανείς, όπως πράττει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, ότι η Επιτροπή δέχθηκε ότι «οποιαδήποτε έλλειψη όσον αφορά την πληρότητα της ανακοινώσεως είναι εσωτερικό ζήτημα της Ιρλανδίας και δεν σημαίνει ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1».
71. Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ εκείνων της πρώτης περιπτώσεως, οι οποίες αφορούν την κατάρτιση σχεδίου απολυμάνσεως και/ή διαθέσεως των συσκευών που έχουν απογραφεί και των PCB που αυτές περιέχουν, και εκείνων της δεύτερης περιπτώσεως, οι οποίες αφορούν τη χάραξη γενικών κατευθύνσεων σχετικά με τη συλλογή και τη μετέπειτα διάθεση των συσκευών που δεν χρειάζεται να απογραφούν σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, όπως ορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 3.
72. Όσον αφορά τις πρώτες υποχρεώσεις, η Ιρλανδία θεωρεί ότι τις έχει τηρήσει με την υιοθέτηση και τη διαβίβαση, με έγγραφο της 29ης Ιουνίου 2001, του εθνικού σχεδίου διαχειρίσεως των επικινδύνων αποβλήτων, πράγμα που η Επιτροπή αμφισβητεί ισχυριζόμενη ότι, όσο δεν έχει γίνει η απογραφή που προβλέπεται από το άρθρο 4 της οδηγίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για σχέδιο σχετικά με τις συσκευές που έχουν απογραφεί.
73. Η αντίρρηση αυτή της Επιτροπής μού φαίνεται βάσιμη, καθόσον είναι δύσκολο να αντιληφθώ αφηρημένα ένα σχέδιο, χωρίς να λάβω ως αφετηρία στοιχεία που έχουν προηγουμένως συλλεγεί σχετικά με την έκταση του έργου που ακριβώς το εν λόγω σχέδιο πρέπει να καθιστά δυνατό να εκτελεστεί.
74. Αυτός είναι ο λόγος που είναι δύσκολο να ακολουθήσω την Ιρλανδική Κυβέρνηση όταν προβάλλει τον εντελώς αυτοτελή χαρακτήρα της εν λόγω υποχρεώσεως σε σχέση με την υποχρέωση που τίθεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, πολλώ δε μάλλον όταν το άρθρο 11, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, ομιλεί περί συσκευών «που έχουν απογραφεί».
75. αρά ταύτα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, αν ακολουθηθεί η άποψη της Επιτροπής, θα καταλήξουμε στο να περιοριστεί σημαντικά η τριετής προθεσμία που το άρθρο 4, παράγραφος 1 της οδηγίας αφήνει στα κράτη μέλη για να προβούν στην εν λόγω απογραφή. Συγκεκριμένα, από τη στιγμή που το ίδιο το σχέδιο πρέπει να καταρτιστεί εντός προθεσμίας τριών ετών, το να προβληθεί ότι τούτο μπορεί να γίνει μόνον αν έχει ολοκληρωθεί η απογραφή στερεί σιωπηρώς τις εθνικές αρχές από μέρος της τριετούς προθεσμίας που τους παρέχει το άρθρο 4, παράγραφος 1, οπότε, είτε το θέλουμε είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι ότι η διατύπωση του άρθρου αυτού θα μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητική.
76. Όπως και να έχουν τα πράγματα, οφείλω να διαπιστώσω ότι το σχέδιο το οποίο επικαλείται η Ιρλανδική Κυβέρνηση τέθηκε σε ισχύ μετά τη λήξη της δίμηνης προθεσμίας που, θα υπενθυμίσω, τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη το 2000.
77. Όσον αφορά τις δεύτερες υποχρεώσεις, η Ιρλανδία ισχυρίζεται ότι τις τήρησε με το σχέδιο διαχειρίσεως των επικινδύνων αποβλήτων, ενώ η Επιτροπή διατείνεται ότι στο σχέδιο αυτό δεν βρίσκει τίποτα που να αποδεικνύει ότι καταρτίστηκε το σχέδιο που απαιτείται από την οδηγία. Και εδώ, χωρίς καν να χρειάζεται να αναλύσω εις βάθος το σχέδιο αυτό, δεν μπορώ παρά να διαπιστώσω ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη.
Συμπέρασμα
78. Φθάνοντας στο τέλος της συλλογιστικής μου, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
79. Αν, ωστόσο, η προσφυγή κριθεί παραδεκτή, θα πρέπει να κηρυχθεί βάσιμη, να διαπιστωθεί η παράβαση, όπως αυτό ζητήθηκε από την Επιτροπή, και να καταδικαστεί η Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.