Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61995CJ0132

Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1998.
Bent Jensen και Korn- og Foderstofkompagniet A/S κατά Landbrugsministeriet - EF-Direktoratet.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Østre Landsret - Δανία.
Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Συμψηφισμός μεταξύ απαιτήσεων κράτους μέλους και ποσών που καταβάλλονται βάσει του κοινοτικού δικαίου - Κοινή γεωργική πολιτική - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1675/92 - Καθεστώς στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών.
Υπόθεση C-132/95.

Συλλογή της Νομολογίας 1998 I-02975

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1998:237

61995J0132

Απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Μαΐου 1998. - Bent Jensen και Korn- og Foderstofkompagniet A/S κατά Landbrugsministeriet - EF-Direktoratet. - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Østre Landsret - Δανία. - Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Συμψηφισμός μεταξύ απαιτήσεων κράτους μέλους και ποσών που καταβάλλονται βάσει του κοινοτικού δικαίου - Κοινή γεωργική πολιτική - Κανονισμός (ΕΟΚ) 1675/92 - Καθεστώς στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών. - Υπόθεση C-132/95.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1998 σελίδα I-02975


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ενίσχυση στο εισόδημα των γεωργών - Συμψηφισμός μεταξύ του ποσού που οφείλεται στον δικαιούχο της ενισχύσεως και απαιτήσεως κράτους μέλους - Επιτρέπεται - Όρια - Αντισταθμιστικές πληρωμές βάσει του κανονισμού 1765/92 - Δυνατότητα συμψηφισμού με απαιτήσεις του Δημοσίου και αναστολής της καταβολής μέχρις ότου ελεγχθούν οι εν λόγω απαιτήσεις - Προϋποθέσεις

(Κανονισμός 1765/92 του Συμβουλίου, άρθρα 10 § 1 και 15 § 3)

Περίληψη


Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να προβαίνει σε συμψηφισμό του ποσού που οφείλεται στον δικαιούχο ενισχύσεως βάσει κοινοτικής πράξεως με τις ανεξόφλητες απαιτήσεις του κράτους μέλους αυτού. Πάντως, αυτό δεν ισχύει οσάκις η πρακτική αυτή παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία των κοινών οργανώσεων των γεωργικών αγορών. Συναφώς, η ιδιότητα υπό την οποία το κράτος μέλος προβαίνει σε αντισταθμιστικές πληρωμές βάσει του κανονισμού 1765/92, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, το ότι οι κανόνες του εν λόγω κράτους μέλους περί συμψηφισμού επιβάλλουν, για τη διενέργεια συμψηφισμού, αμοιβαιότητα απαιτήσεων οφειλέτη και δανειστή, η γενικώς ακολουθούμενη από το κράτος μέλος πρακτική συμψηφισμού καθώς και η νομική βάση της συμψηφιζομένης απαιτήσεως του Δημοσίου δεν ασκούν επιρροή, υπό τον όρο ότι οι εθνικές αρχές ενεργούν κατά τρόπο μη θίγοντα την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και διασφαλίζοντα την ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.

Με την επιφύλαξη των ως άνω προϋποθέσεων, το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 1765/92, σύμφωνα με το οποίο τα αντισταθμιστικά ποσά πρέπει να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αναθέτουν στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως να προβαίνει, έναντι του δικαιούχου των εν λόγω πληρωμών, σε συμψηφισμό με απαιτήσεις του Δημοσίου. Εξάλλου, και με την επιφύλαξη των ίδιων προϋποθέσεων, το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο η καταβολή των αντισταθμιστικών ποσών πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ 16 Οκτωβρίου και 31 Δεκεμβρίου μετά τη συγκομιδή, έχει την έννοια ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές μπορούν να αναστέλλονται μέχρις ότου ελεγχθεί αν το Δημόσιο έχει έναντι του δικαιούχου τους απαιτήσεις δυνάμενες να συμψηφισθούν, υπό τον όρον ότι η πληρωμή πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-132/95,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Ψstre Landsret (Δανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

Bent Jensen,

Korn- og Foderstofkompagniet A/S

και

Landbrugsministeriet - EF-Direktoratet,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τον συμψηφισμό μεταξύ απαιτήσεων κράτους μέλους και ποσών που καταβάλλονται βάσει του κοινοτικού δικαίου, καθώς και ως προς την ερμηνεία των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12),

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

συγκείμενο από τους G. C. Rodrνguez Iglesias, Πρόεδρο, C. Gulmann και M. Wathelet, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini (εισηγητή), J. C. Moitinho de Almeida, J. L. Murray, J.-P. Puissochet, G. Hirsch και L. Sevσn, δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: N. Fennelly

γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

- ο Β. Jensen, εκπροσωπούμενος από τον Allan Philip, δικηγόρο Κοπεγχάγης,

- το Landbrugsministeriet - EF-Direktoratet, εκπροσωπούμενο από τον Karsten Hagel-Sψrensen, δικηγόρο Κοπεγχάγης,

- η Δανική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Peter Biering, προϋστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών,

- η Ιρλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Michael A. Buckley, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τον Edwin R. Alkin, barrister-at-law,

- η Φινλανδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ηolger Rotkirch, πρέσβη, προϋστάμενο της υπηρεσίας νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών,

- η Σουηδική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Erik Brattgεrd, departementsrεd,

- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον John E. Collins, Assistant Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Kenneth Parker, QC,

- η Επιτροπή των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από τους Hans Peter Hartvig και Thomas van Rijn, νομικούς συμβούλους,

έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,

αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις του Jensen, εκπροσωπουμένου από τον Allan Philip, της Korn- og Foderstofkompagniet A/S, εκπροσωπουμένης από τον Jon Sψberg, δικηγόρο Silkeborg, του Landbrugsministeriet - EF-Direktoratet, εκπροσωπουμένου από τον Karsten Hagel-Sψrensen, της Δανικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Jψrgen Molde, προϋστάμενο τμήματος στο Υπουργείο Εξωτερικών, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Ιωάννη Ξαλκιά, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και την νEλλη Mαμουνά, επιστημονική συνεργάτιδα στην ειδική νομική υπηρεσία Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Γαλλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Frιdιric Pascal, σύμβουλο κεντρικής διοικήσεως στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων του Υπουργείου Εξωτερικών, της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από τον Damien Moloney, barrister-at-law, της Φινλανδικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένης από την Tuula Pynnδ, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, και της Επιτροπής, εκπροσωπουμένης από τους Hans Peter Hartvig και Thomas van Rijn, κατά τη συνεδρίαση της 1ης Οκτωβρίου 1997,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 1997,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με διάταξη της 10ης Απριλίου 1995, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Απριλίου 1995, το Ψstre Landsret υπέβαλε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΚ, προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου σχετικά με τον συμψηφισμό μεταξύ απαιτήσεων κράτους μέλους και ποσών που καταβάλλονται βάσει του κοινοτικού δικαίου, καθώς και ως προς την ερμηνεία των άρθρων 10, παράγραφος 1, και 15, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12, στο εξής: επίδικος κανονισμός).

2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ, αφενός, του Jensen, κατόχου γεωργικής εκμεταλλεύσεως και δικαιούχου αντισταθμιστικής πληρωμής δυνάμει του επίδικου κανονισμού, και της Korn- og Foderstofkompagniet A/S (στο εξής: KFK), εκδοχέα άλλης αντισταθμιστικής πληρωμής βάσει του ίδιου κανονισμού, και, αφετέρου, του Landbrugsministeriet - EF-Direktoratet (διεύθυνση ευρωπαϋκών υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας, στο εξής: διεύθυνση ΕΚ), σχετικά με συμψηφισμούς στους οποίους προέβη η τελευταία μεταξύ των ανεξόφλητων απαιτήσεων του Δημοσίου και των αντισταθμιστικών αυτών πληρωμών.

Οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70

3 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποδεικνύουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που εξουσιοδοτούν να πληρώνουν τις δαπάνες που προβλέπονται στα άρθρα 2 και 3. Δυνάμει της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών τις αναγκαίες πιστώσεις προκειμένου οι υπηρεσίες και οργανισμοί που έχουν υποδειχθεί να προβαίνουν, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και τις εθνικές νομοθεσίες, στις προβλεπόμενες στην παράγραφο 1 πληρωμές. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι πιστώσεις να χρησιμοποιούνται χωρίς καθυστέρηση και αποκλειστικά για τους προβλεπόμενους σκοπούς.

Ο επίδικος κανονισμός

4 Από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού προκύπτει ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος για τη διασφάλιση καλύτερης ισορροπίας της αγοράς είναι η προσέγγιση των κοινοτικών τιμών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών με τις τιμές της παγκόσμιας αγοράς και η αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος που προκύπτει από τη μείωση των θεσμικών τιμών με την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής στους παραγωγούς που σπέρνουν τα προϋόντα αυτά. Σύμφωνα με τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν ορισμένοι όροι σχετικά με την αίτηση αντισταθμιστικών πληρωμών και να καθοριστεί η ημερομηνία καταβολής στους παραγωγούς.

5 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί αροτραίων καλλιεργειών δύνανται να ζητήσουν τη χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής υπό τους όρους που καθορίζονται στον πρώτο τίτλο του. Ειδικότερα, δυνάμει της παραγράφου 2, δεύτερο εδάφιο, της ίδιας διατάξεως, η αντισταθμιστική πληρωμή χορηγείται για εκτάσεις αροτραίων καλλιεργειών ή για την απόσυρση γαιών σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού που δεν υπερβαίνουν την περιφερειακή βασική έκταση.

6 Το άρθρο 10, παράγραφος 1, ορίζει ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές για τα σιτηρά και για την παραγωγή πρωτεϋνούχων προϋόντων, καθώς και η αντιστάθμιση για την υποχρέωση της προσωρινής παύσης καλλιέργειας γαιών, καταβάλλονται εντός της περιόδου από 16 Οκτωβρίου έως 31 Δεκεμβρίου που έπεται της συγκομιδής.

7 Σύμφωνα με το άρθρο του 15, παράγραφος 3, οι πληρωμές που αναφέρονται στον επίδικο κανονισμό θα πρέπει να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους.

Οι σχετικές εθνικές διατάξεις

8 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δανικού δικαίου, οι δημόσιες αρχές μπορούν να εισπράξουν τις φορολογικές οφειλές των δικαιούχων κρατικών ενισχύσεων με τρεις τρόπους.

9 Πρώτον, οι δημόσιες αρχές, όπως οποιοσδήποτε δανειστής, μπορούν να ζητήσουν την κατάσχεση της καταβαλλομένης στον οφειλέτη τους ενισχύσεως, η οποία, σε περίπτωση ανακοπής του τελευταίου, χρειάζεται απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου. Το Δημόσιο, όπως οποιοσδήποτε δανειστής, μπορεί να προβεί το ίδιο στην κατάσχεση του δικαιώματος επί της ενισχύσεως· η ενίσχυση τότε του καταβάλλεται απευθείας όπως συμβαίνει με τον ιδιώτη δανειστή που προβαίνει σε κατάσχεση. Σε περίπτωση που το δικαίωμα επί της ενισχύσεως αποτελεί το αντικείμενο πολλών κατασχέσεων, έχουν εφαρμογή οι γενικοί κανόνες περί προτεραιότητας των δανειστών.

10 Δεύτερον, οι δημόσιες αρχές μπορούν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους με αποδοχή εκχωρήσεως από τον δικαιούχο της ενισχύσεως του δικαιώματος επί του ποσού αυτής. Στην περίπτωση εκχωρήσεως σε πολλούς δανειστές, έχουν εφαρμογή οι κανόνες περί προτεραιότητας.

11 Τέλος, οι δημόσιες αρχές μπορούν να εισπράξουν τις απαιτήσεις τους συμψηφίζοντας τη χορηγηθείσα από δημόσια υπηρεσία ενίσχυση με την οφειλή του δικαιούχου της προς την υπηρεσία αυτή.

12 Για να μπορεί να γίνει τέτοιος συμψηφισμός μεταξύ μη συναφών απαιτήσεων, τόσο υπέρ του Δημοσίου όσο και υπέρ ιδιωτών, πρέπει να πληρούνται πολλές προϋποθέσεις. Κατ' αρχάς, οι απαιτήσεις πρέπει να είναι αμοιβαίες υπό την έννοια ότι ο δικαιούχος της μιας εκ των δύο απαιτήσεων πρέπει να είναι ο οφειλέτης της άλλης. Κατόπιν, η απαίτηση εκείνου που ζητεί συμψηφισμό πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμη. Τέλος, πρέπει να πρόκειται για δύο χρηματικές ενοχές ή για δύο ενοχές οι οποίες αφορούν αμφότερες αναλωτά πράγματα του αυτού είδους.

13 Σύμφωνα με την Justitsministeriets cirkulζreskrivelse 186 της 22ας Νοεμβρίου 1983 (εγκύκλιο 186 του Υπουργείου Δικαιοσύνης) προς όλες τις υπηρεσίες της κεντρικής διοικήσεως, αποκλείεται ο συμψηφισμός των απαιτήσεων που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ενοχικού και εμπραγμάτου δικαίου, όπως οι οφειλές φόρων, ΦΠΑ ή τα πρόστιμα, με τις οφειλές του Δημοσίου οι οποίες, αντιθέτως, εμπίπτουν στον τομέα αυτό (γενικά, οφειλές από σύμβαση).

14 Τέλος, ο ισχύων από 1ης Ιουλίου 1994 lov 284 om aendring af forskellige lovbestemmelser om inddrivelse af statskrav της 27ης Απριλίου 1994 (νόμος περί τροποποιήσεως ορισμένων διατάξεων της νομοθεσίας περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων) εισήγαγε τη δυνατότητα συμψηφισμού, μέχρι ποσοστού 20 % κατ' ανώτατο όριο, ενισχύσεων χορηγουμένων από το Δανικό Δημόσιο σε ορισμένους τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων ή πολιτικής του περιβάλλοντος οι οποίοι υπάγονται στην αρμοδιότητα των Υπουργείων Ενέργειας, Βιομηχανίας, Γεωργίας και Περιβάλλοντος.

Επί των κύριων δικών

Επί της πρακτικής συμψηφισμού στη Δανία

15 Όπως προκύπτει από τη διάταξη περί παραπομπής, από το 1978 η διεύθυνση ΕΚ προβαίνει σε συμψηφισμούς ιδίως με οφειλές ΦΠΑ ή άλλες φορολογικές οφειλές προς το Δημόσιο, όταν καταβάλλει τα ποσά των ενισχύσεων που οφείλονται στα πλαίσια κοινών οργανώσεων των αγορών για τα γεωργικά προϋόντα.

16 Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1992, η διεύθυνση ΕΚ υπέβαλε ερώτημα στην Επιτροπή ως προς το αν μπορούσε να συνεχιστεί η πρακτική αυτή.

17 Με έγγραφο της 12ης Νοεμβρίου 1992, η Επιτροπή απάντησε ότι, στο μέτρο που η εθνική νομοθεσία επέτρεπε τον συμψηφισμό αυτό, δεν είχε αντίρρηση να προβαίνει ο οργανισμός πληρωμών σε συμψηφισμούς με απαιτήσεις του Δημοσίου, όταν αυτό καταβάλλει ενισχύσεις που οφείλονται για την περίοδο εμπορίας 1992/93 βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 615/92 της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 1992, περί θεσπίσεως των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του συστήματος στήριξης για τους παραγωγούς σπόρων σόγιας, γογγυλόσπορων, κραμβόσπορων και ηλιανθόσπορων (ΕΕ L 67, σ. 11), εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν καθιερώνει διάκριση μεταξύ της καταβολής των ενισχύσεων αυτών και της καταβολής των εθνικών ενισχύσεων και εφόσον η πληρωμή τους δεν καθίσταται αδύνατη λόγω της εθνικής νομοθεσίας περί συμψηφισμού.

18 Εντούτοις, η Επιτροπή υπογράμμισε ιδίως ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού και το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 615/92 επιβάλλουν να εισπράττει ο παραγωγός το συνολικό ποσό της ενισχύσεως χωρίς κανενός είδους μείωση· επομένως, κατά την Επιτροπή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλουν, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα, τέλη για την εξέταση των αιτήσεων με αντικείμενο τις προβλεπόμενες από τους κανονισμούς αυτούς αντισταθμιστικές πληρωμές.

19 Μετά το έγγραφο αυτό, η διεύθυνση ΕΚ, εμμένοντας στην προηγούμενη πρακτική της, προέβη σε συμψηφισμούς με τα ποσά ενισχύσεων που καταβλήθηκαν το 1993 τόσο βάσει του κανονισμού 615/92 όσο και βάσει του επίδικου κανονισμού.

20 Με έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1994, η Επιτροπή επέστησε κατόπιν την προσοχή του Δανού Υπουργού Γεωργίας στην πιο πρόσφατη γνωμοδότηση της Νομικής της Υπηρεσίας σύμφωνα με την οποία ο επίδικος κανονισμός απέκλειε τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να προβαίνουν σε συμψηφισμούς των κοινοτικών ενισχύσεων με τα ποσά που οφείλονται βάσει εθνικών καθεστώτων ή διατάξεων. Σε υπηρεσιακό σημείωμα της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής της 27ης Απριλίου 1994 προς τον Γενικό Διευθυντή Γεωργίας, σχετικά με το πρόβλημα του συμψηφισμού εθνικών φορολογικών οφειλών και κοινοτικών ενισχύσεων, υπογραμμίστηκε ιδίως ότι ο επίδικος κανονισμός, ο οποίος υπερισχύει του εθνικού δικαίου, περιέχει ειδική διάταξη σύμφωνα με την οποία οι διάφορες πληρωμές πρέπει να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους παραγωγούς. Εξάλλου, ο μηχανισμός του συμψηφισμού θα διακύβευε τον σκοπό του συστήματος των απευθείας εισοδηματικών ενισχύσεων, δεδομένου ότι ένα κράτος μέλος θα μπορούσε να προβαίνει στην είσπραξη φορολογικών οφειλών από τους γεωργούς χωρίς να χρειάζεται να ακολουθήσει τις σχετικώς προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες.

21 Μετά το έγγραφο αυτό, ο Δανός Υπουργός Γεωργίας, αν και αμφισβήτησε τη θέση της Επιτροπής, αποφάσισε ωστόσο να μη γίνεται πλέον συμψηφισμός μεταξύ των ενισχύσεων που έπρεπε να καταβληθούν στους γεωργούς για το 1994 κατ' εφαρμογήν του επίδικου κανονισμού και των απαιτήσεων του Δημοσίου, ιδίως από ΦΠΑ ή άλλους φόρους.

Επί της αιτήσεως του Jensen για την καταβολή ενισχύσεως

22 Στις 9 Μαου 1993, ο Jensen ζήτησε από τη διεύθυνση ΕΚ την καταβολή ενισχύσεως ανά εκτάριο για τη συγκομιδή του 1993 βάσει του επίδικου κανονισμού. Δεν αμφισβητείται ότι πληρούσε τους οριζομένους από τον εν λόγω κανονισμό όρους.

23 Εντούτοις, επειδή τον Δεκέμβριο του 1993 όφειλε στο Δημόσιο ποσό ΦΠΑ υψηλότερο εκείνου της ενισχύσεως, ενημερώθηκε, στις 20 Δεκεμβρίου 1993, ήτοι προτού η Επιτροπή μεταβάλει γνώμη ως προς την πρακτική συμψηφισμού της Δανίας, ότι το σύνολο του ποσού της ενισχύσεως, ήτοι 33 563 δανικές κορώνες (DKR) θα συμψηφιζόταν με την οφειλή ΦΠΑ.

24 Η διεύθυνση ΕΚ απέρριψε την ένσταση του Jensen κατά της αποφάσεως αυτής, με την αιτιολογία ότι ο συμψηφισμός ήταν δικαιολογημένος και πληρούνταν όλοι οι οριζόμενοι από το δανικό δίκαιο σχετικοί όροι.

25 Κατόπιν αυτού, ο Jensen άσκησε προσφυγή ενώπιον του Ψstre Landsret κατά της διευθύνσεως ΕΚ ζητώντας την καταβολή 33 563 DKR ως ενίσχυση ανά εκτάριο.

26 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Jensen, επειδή είχε οικονομικά προβλήματα το 1993, επιδίωξε να συνάψει με τους δανειστές του σύμβαση σύμφωνα με την οποία αυτοί θα εισέπρατταν μόνον ένα μέρος της απαιτήσεώς τους. Επειδή θεωρήθηκε ως έσοδο στο πλαίσιο του ορισθέντος με τη σύμβαση αυτή συστήματος, η ενίσχυση ανά εκτάριο έπρεπε να περιληφθεί στο συνολικό ποσό που επρόκειτο να κατανεμηθεί μεταξύ των δανειστών, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η φορολογική αρχή. Μολονότι ο συμψηφισμός παρέσχε στην εν λόγω αρχή τη δυνατότητα να επιτύχει πλήρη εξόφληση της απαιτήσεώς της, ωστόσο έθεσε σε κίνδυνο την εκτέλεση της συμβάσεως, η οποία πάντως τελικά εκτελέστηκε με σημαντική μείωση των πληρωμών προς τους άλλους δανειστές.

Επί της εκχωρήσεως στην KFK

27 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι την άνοιξη του 1993 ένας άλλος κάτοχος γεωργικής εκμεταλλεύσεως, ο Stenholt, εκχώρησε στην KFK το ετήσιο ποσό της ενισχύσεως που εδικαιούτο κατ' εφαρμογήν του επίδικου κανονισμού, ήτοι 45 574 DKR. Έγινε αναγγελία της εκχωρήσεως στη διεύθυνση ΕΚ, η οποία την αποδέχθηκε με την επιφύλαξη του δικαιώματος του Δημοσίου να προβεί σε συμψηφισμό.

28 Δεδομένου ότι ο Stenholt είχε οφειλή προς το Δημόσιο πριν από την ημερομηνία εκχωρήσεως στην KFK και η εν λόγω οφειλή κατέστη ληξιπρόθεσμη πριν από την καταβολή του ποσού της ενισχύσεως, η διεύθυνση ΕΚ προέβη σε συμψηφισμό για την κάλυψη του χρέους του δικαιούχου της ενισχύσεως προς το Δημόσιο και ειδοποίησε την KFK ότι κατά συνέπεια δεν θα εισέπραττε κανένα ποσό.

29 Κατόπιν αυτού, και η KFK άσκησε αγωγή κατά της διευθύνσεως ΕΚ ενώπιον του Ψstre Landsret ζητώντας την καταβολή του ποσού της ενισχύσεως το οποίο της εκχώρησε ο Stenholt.

Τα προδικαστικά ερωτήματα

30 Το Ψstre Landsret, κρίνοντας ότι ήταν αναγκαίο να θέσει στο Δικαστήριο ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:

«1) Εμποδίζει γενικώς το κοινοτικό δίκαιο κράτος μέλος να προβαίνει σε συμψηφισμό ποσού που πρέπει να καταβληθεί σε δικαιούχους ενισχύσεως κατ' εφαρμογή κοινοτικής νομικής πράξεως με οφειλόμενα προς το κράτος μέλος ποσά;

2) α) Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 1 το αν το ποσό της ενισχύσεως, κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, προκαταβάλλεται από το κράτος μέλος το οποίο δικαιούται επιστροφής της καταβληθείσας ενισχύσεως μόνον εφόσον έχουν τηρηθεί οι κανόνες περί πληρωμής του κοινοτικού δικαίου και το οποίο πρέπει το ίδιο να αναλάβει τις δαπάνες που συνεπάγεται η διαχείριση του συστήματος ενισχύσεων;

β) Έχει σημασία για το ερώτημα 1 το ότι, κατ' εφαρμογή των κανόνων περί συμψηφισμού του κράτους μέλους, προϋπόθεση για την διενέργεια του συμψηφισμού αποτελεί το ότι υφίσταται αμοιβαιότητα ως προς την κύρια απαίτηση του οφειλέτη και ως προς την ανταπαίτηση του δανειστή;

γ) Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 1 το ότι η ακολουθούμενη από το κράτος μέλος πρακτική ως προς ορισμένες οικονομικές και περιβαλλοντικές επιδοτήσεις έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε μπορεί να γίνεται συμψηφισμός μέχρι 20 % των κρατικών αυτών επιδοτήσεων:

δ) Έχει σημασία για την απάντηση στο ερώτημα 1 το ποιο είναι το νόμιμο έρεισμα των απαιτήσεων του Δημοσίου που συμψηφίζονται;

Ερωτάται ειδικότερα αν τα κράτη μέλη έχουν περαιτέρω δυνατότητα συμψηφισμού όταν το ποσό το οποίο συμψηφίζεται, ή ένα μέρος αυτού, αποτελεί μέρος των ίδιων πόρων της Κοινότητας.

3) Στην περίπτωση κατά την οποία στα ερωτήματα 1 και 2, υπό αα έως δδ, δοθεί η απάντηση ότι είναι γενικώς δυνατός ο συμψηφισμός, ή δυνατός υπό ορισμένες προϋποθέσεις, θα έχει τότε το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου την έννοια ότι κράτος μέλος δεν έχει τη δυνατότητα να υποχρεώσει εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως να προβεί σε συμψηφισμό, έναντι δικαιούχου ενισχύσεως, οφειλών προς το Δημόσιο οι οποίες άλλως θα μπορούσαν να αποτελέσουν το αντικείμενο συμψηφισμού;

4) Έχει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1765/92 του Συμβουλίου την έννοια ότι οι σχετικές αντισταθμιστικές πληρωμές πρέπει να καταβάλλονται αμέσως, όταν ο οργανισμός παρεμβάσεως έχει ολοκληρώσει τη διαδικασία επί της αιτήσεως του δικαιούχου ενισχύσεως, ή πρέπει να αναβάλλεται η πληρωμή μέχρις ότου πραγματοποιηθεί έρευνα ως προς το αν το Δημόσιο έχει απαιτήσεις έναντι του δικαιούχου της ενισχύσεως, τις οποίες προτίθεται να συμψηφίσει, εφόσον η πληρωμή πραγματοποιείται το αργότερο την 31η Δεκεμβρίου του συγκεκριμένου έτους ενισχύσεως;»

Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων

31 Με τα δύο πρώτα ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει σε κράτος μέλος να προβαίνει σε συμψηφισμό του οφειλομένου βάσει πράξεως του κοινοτικού δικαίου ποσού στον δικαιούχο ενισχύσεως με ανεξόφλητες απαιτήσεις του κράτους μέλους αυτού. Ζητεί επίσης να πληροφορηθεί αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό εξαρτάται, πρώτον, από την ιδιότητα υπό την οποία το κράτος μέλος χορηγεί τις προβλεπόμενες από τον επίδικο κανονισμό ενισχύσεις καθώς και από τον επιβαλλόμενο από το εθνικό δίκαιο όρο περί αμοιβαιότητας των απαιτήσεων οφειλέτη και δανειστή, δεύτερον, από την πρακτική συμψηφισμού που γενικώς ακολουθεί το κράτος μέλος και, τρίτον, από τη νομική βάση της συμψηφιζόμενης απαιτήσεως του Δημοσίου.

32 Οι προσφεύγοντες των κύριων δικών υποστηρίζουν ότι είναι ασυμβίβαστος προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου ο συμψηφισμός ενισχύσεων καταβαλλομένων στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων των αγορών και των απαιτήσεων κράτους μέλους. Ο σκοπός αυτών των κοινών οργανώσεων των αγορών θα νοθευόταν με τη διαδικασία αυτή. Αντί του αναγκαστικού συμψηφισμού, όπως του επίμαχου στις κύριες δίκες, οι δανικές αρχές θα μπορούσαν να προβούν, για παράδειγμα, σε κατάσχεση.

33 Αντιθέτως, η διεύθυνση ΕΚ και η Δανική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι, ελλείψει κοινοτικών κανόνων στον τομέα αυτό, οι εθνικοί κανόνες περί συμψηφισμού μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζονται, εφόσον δεν εισάγουν δυσμενή διάκριση και δεν θέτουν σε κίνδυνο την εν λόγω κοινή οργάνωση της αγοράς.

34 Εκ προοιμίου, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το σύστημα χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, η Κοινότητα χορηγεί ενισχύσεις στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων με τα κράτη μέλη. Τα ποσά που αντιστοιχούν στις ενισχύσεις αυτές διατίθενται στα κράτη μέλη, τα οποία πρέπει να εξασφαλίζουν τη διαχείρισή τους (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1994, C-186/93, Unaprol, Συλλογή 1994, σ. Ι-3615, σκέψη 27).

35 Στο παρόν στάδιό του, το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει γενικούς κανόνες σχετικά με το δικαίωμα των εθνικών αρχών να προβαίνουν σε συμψηφισμούς των ανεξόφλητων απαιτήσεων κράτους μέλους με τα καταβαλλόμενα βάσει του κοινοτικού δικαίου ποσά.

36 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει, στην περίπτωση αφερέγγυου επιχειρηματία στον οποίο καταβλήθηκαν αχρεωστήτως ποσά, ότι ο συμψηφισμός μπορεί πράγματι να αποτελεί τον μόνο πρόσφορο τρόπο που διαθέτουν οι αρχές για να επιτύχουν ανάκτηση των ποσών αυτών (απόφαση της 1ης Μαρτίου 1983, 250/78, DEKA/Ευρωπαϋκής Οικονομικής Κοινότητας, Συλλογή 1983, σ. 421, σκέψη 14).

37 Εντούτοις, εθνική νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη και προς τους κανόνες περί κοινής οργανώσεως των αγορών όταν επιτρέπει πρακτικές ικανές να παρακωλύσουν τη λειτουργία των μηχανισμών που χρησιμοποιούν οι εν λόγω οργανισμοί για την επίτευξη των στόχων τους (βλ., ομοίως, αποφάσεις της 10ης Μαρτίου 1981, 36/80 και 71/80, Irish Creamery Milk Suppliers Association κ.λπ., Συλλογή 1981, σ. 735, σκέψη 15, και της 25ης Νοεμβρίου 1986, 218/85, Cerafel, Συλλογή 1986, σ. 3513, σκέψη 13).

38 Στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί ότι ο σκοπός του επίδικου κανονισμού είναι να εγγυηθεί, λόγω της καταργήσεως, μετά τη μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής, της παρεχομένης μέσω της πολιτικής τιμών στήριξης στο εισόδημα των γεωργών, την απευθείας καταβολή εισοδηματικών ενισχύσεων υπό μορφή αντισταθμιστικών πληρωμών. Για τους εκτιθέμενους στα σημεία 47 έως 55 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα λόγους, δεν φαίνεται εκ των προτέρων ότι μια εθνική ρύθμιση όπως η επίμαχη στις κύριες δίκες, η οποία επιδιώκει να καταστήσει αποτελεσματικότερη την είσπραξη δημοσίων εσόδων, είναι ικανή να πλήξει την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου.

39 Εν πάση περιπτώσει, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 56 των προτάσεών του, αν διαπιστωθεί ότι η δυνατότητα συμψηφισμού συνεπάγεται μεγάλες διαφορές μεταχείρισης μεταξύ των εθνικών νομικών συστημάτων, ικανές να θέσουν σε κίνδυνο την ίση μεταχείριση μεταξύ παραγωγών στα διάφορα κράτη μέλη, στον κοινοτικό νομοθέτη απόκειται να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις για την αντιμετώπιση τέτοιων διαφορών.

40 Επιπλέον, πρέπει να εξεταστεί αν οι περιστάσεις που αναφέρει το αιτούν δικαστήριο στο δεύτερο ερώτημά του είναι ικανές να θέσουν υπό αμφισβήτηση τη συμφωνία της εθνικής πρακτικής περί συμψηφισμού με το κοινοτικό δίκαιο.

41 Πρώτον, ως προς την ιδιότητα υπό την οποία το κράτος μέλος χορηγεί ενισχύσεις βάσει του επίδικου κανονισμού και ως προς τον επιβαλλόμενο από το εθνικό δίκαιο όρο περί αμοιβαιότητας των απαιτήσεων οφειλέτη και δανειστή, πρέπει να υπομνηστεί ότι το ζήτημα του συμψηφισμού δεν ρυθμίζεται ρητά από το κοινοτικό δίκαιο.

42 Υπ' αυτές τις συνθήκες, σε κάθε κράτος μέλος απόκειται κατ' αρχήν να ορίσει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εθνικές αρχές μπορούν να προβαίνουν σε συμψηφισμό και να ρυθμίζουν όλα τα σχετικά παρεπόμενα ζητήματα.

43 Δεύτερον, ενόψει της πρακτικής που ακολουθείται γενικά από το κράτος μέλος στο ζήτημα του συμψηφισμού, οι προσφεύγοντες των κύριων δικών υποστηρίζουν ότι οι συμψηφισμοί απαιτήσεων του Δημοσίου με γεωργικές ενισχύσεις, απευθείας χορηγούμενες βάσει του κοινοτικού δικαίου, πραγματοποιούνται κατά τρόπο ενέχοντα δυσμενή διάκριση, διότι αντίστοιχες εθνικές επιδοτήσεις είτε αποκλείονται του συμψηφισμού είτε υπόκεινται σε συμψηφισμό μόνο μέχρι το 20 % του ποσού τους, ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση των κύριων δικών η διεύθυνση ΕΚ προέβη σε ολικό συμψηφισμό.

44 Η Δανική Κυβέρνηση, αν και υπογραμμίζει ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να συγκρίνει το νομικό καθεστώς των κοινοτικών γεωργικών ενισχύσεων και το καθεστώς των εθνικών επιδοτήσεων, ωστόσο φρονεί ότι αυτά τα δύο είδη ενισχύσεων δεν είναι ισοδύναμα, οπότε δεν μπορεί να υπάρχει δυσμενής διάκριση.

45 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται περί του αν μια εθνική διάταξη συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο.

46 Επομένως, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εκτιμήσει αν οι ισχύοντες εθνικοί κανόνες περί συμψηφισμού ενέχουν δυσμενή διάκριση υπό την έννοια ότι έχουν εφαρμογή κατά τρόπο διαφορετικό ως προς τα καταβλητέα βάσει του κοινοτικού δικαίου ποσά και ως προς τα καταβλητέα δυνάμει μόνον του εθνικού δικαίου ποσά.

47 Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο, για την εκτίμηση στην οποία θα πρέπει να προβεί σχετικώς, ορισμένα στοιχεία που αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου.

48 Είναι αλήθεια ότι, στο ειδικό πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει ότι, εφόσον το κοινοτικό δίκαιο, περιλαμβανομένων των γενικών αρχών του, δεν περιέχει κοινούς προς τούτο κανόνες, οι εθνικές αρχές ενεργούν, κατά την εκτέλεση των κοινοτικών κανονισμών, σύμφωνα με τους τυπικούς και ουσιαστικούς κανόνες του εθνικού τους δικαίου (απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, 205/82 έως 215/82, Deutsche Milchkontor κ.λπ., Συλλογή 1983, σ. 2633, σκέψη 17).

49 Εντούτοις, ο κανόνας αυτός πρέπει να συνδυαστεί με την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να αποφευχθεί άνιση μεταχείριση των επιχειρηματιών (προμνησθείσα απόφαση Deutsche Milchkontor κ.λπ., σκέψη 17).

50 Εξάλλου, η ισχύουσα εθνική ρύθμιση περί συμψηφισμού δεν μπορεί να εξαρτά τον συμψηφισμό του οφειλομένου στον δικαιούχο ενισχύσεως βάσει κοινοτικής πράξεως ποσού και των ανεξόφλητων απαιτήσεων του κράτους μέλους από προϋποθέσεις ή όρους λιγότερο ευνοϋκούς από τους εφαρμοζομένους επί συμψηφισμού μεταξύ ποσών αμιγώς εσωτερικής προελεύσεως (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5, και 45/76, Comet, Συλλογή τόμος 1976, σ. 765, σκέψη 13, και της 6ης Μαου 1982, 54/81, Fromme, Συλλογή 1982, σ. 1449, σκέψη 6).

51 Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων σημαίνει ότι οι επιβαλλόμενες από την εθνική νομοθεσία υποχρεώσεις στους δικαιούχους κοινοτικών ενισχύσεων δεν πρέπει να είναι αυστηρότερες από τις επιβαλλόμενες στους δικαιούχους ευεργετημάτων ή παρομοίων ενισχύσεων στηριζομένων στο εθνικό δίκαιο, με την προϋπόθεση πάντως ότι οι δύο κατηγορίες δικαιούχων ευρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις και ότι, επομένως, δεν δύναται να δικαιολογηθεί αντικειμενικά διαφορετική μεταχείριση (προμνησθείσα απόφαση Fromme, σκέψη 7).

52 Τέλος, ως προς τη νομική βάση της συμψηφισθείσας απαιτήσεως του Δημοσίου, ο Jensen ισχυρίζεται ότι το ποσό της ενισχύσεως ανά εκτάριο που καταβάλλεται από το Δανικό Δημόσιο στους γεωργούς και το οποίο του αποδίδεται από την Κοινότητα προέρχεται στην πραγματικότητα από τους ιδίους πόρους αυτής. Επομένως, είναι απολύτως λογικό να απαγορεύει η Κοινότητα στο κράτος μέλος να χρησιμοποιεί τα μέσα αυτά για να εισπράξει δικές του απαιτήσεις και όχι για την επίτευξη των σκοπών της κοινοτικής ενισχύσεως ανά εκτάριο.

53 Πάντως, πρέπει να τονιστεί ότι ούτε η νομική βάση της απαιτήσεως του Δημοσίου ούτε το γεγονός ότι το συμψηφιζόμενο ποσό προέρχεται από τους ιδίους πόρους της Κοινότητας έχουν επίπτωση επί του δικαιώματος κράτους μέλους να προβαίνει σε συμψηφισμό των οφειλομένων βάσει του κοινοτικού δικαίου αντισταθμιστικών πληρωμών με τις ληξιπρόθεσμες φορολογικές απαιτήσεις του.

54 Επομένως, στα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να προβαίνει σε συμψηφισμό του ποσού που οφείλεται στον δικαιούχο ενισχύσεως βάσει κοινοτικής πράξεως με τις ανεξόφλητες απαιτήσεις του κράτους μέλους αυτού. Πάντως, αυτό δεν ισχύει οσάκις η πρακτική αυτή παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία των κοινών οργανώσεων των γεωργικών αγορών. Συναφώς, η ιδιότητα υπό την οποία το κράτος μέλος χορηγεί ενισχύσεις βάσει του επίδικου κανονισμού, το ότι οι κανόνες του εν λόγω κράτους μέλους περί συμψηφισμού επιβάλλουν, για τη διενέργεια συμψηφισμού, αμοιβαιότητα απαιτήσεων οφειλέτη και δανειστή, η γενικώς ακολουθούμενη από το κράτος μέλος πρακτική συμψηφισμού καθώς και η νομική βάση της συμψηφιζομένης απαιτήσεως του Δημοσίου δεν ασκούν επιρροή, υπό τον όρο ότι οι εθνικές αρχές ενεργούν κατά τρόπο μη θίγοντα την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και διασφαλίζοντα την ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.

Επί του τρίτου ερωτήματος

55 Με το τρίτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού έχει την έννοια ότι απαγορεύει στα κράτη μέλη να υποχρεώνουν τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως να προβαίνει στον συμψηφισμό απαιτήσεων του δικαιούχου αντισταθμιστικών πληρωμών με απαιτήσεις του Δημοσίου.

56 Συναφώς, οι προσφεύγοντες των κύριων δικών και η Επιτροπή, στηριζόμενοι στον σκοπό του επίδικου κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στο να συμβάλει απευθείας στη διατήρηση των εισοδημάτων των γεωργών και να αντισταθμίσει τις ζημίες από τη σταδιακή μείωση των εγγυημένων τιμών και των επιστροφών κατά την εξαγωγή, ισχυρίζονται ότι η διάταξη αυτή περιέχει σαφή απαγόρευση του συμψηφισμού.

57 Η Δανική Κυβέρνηση και η διεύθυνση ΕΚ φρονούν ότι από το γράμμα του άρθρου 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού προκύπτει μόνον ότι από τις ενισχύσεις δεν πρέπει να αφαιρείται κανένα ποσό ως φόρος ή άλλο ανάλογο τέλος που μειώνει το συνολικό ύψος τους.

58 Κατ' αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι, για τις ανάγκες των κύριων δικών, δεν είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν το άρθρο 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού απαγορεύει στις εθνικές αρχές να απαιτούν από τους δικαιούχους κοινοτικών ενισχύσεων ποσά ως διοικητικά έξοδα σχετικά με τις αιτήσεις τους. Η υπόθεση στην οποία στηρίζεται το αιτούν δικαστήριο είναι στην πραγματικότητα η περίπτωση συμψηφισμού απαιτήσεων του Δημοσίου που θα μπορούσαν κανονικά να αποτελέσουν το αντικείμενο τέτοιου συμψηφισμού και ποσών καταβαλλομένων βάσει του κοινοτικού δικαίου.

59 Ακολούθως, πρέπει να υπομνηστεί ότι από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού προκύπτει ρητά ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές έχουν ως σκοπό την αντιστάθμιση της απώλειας εισοδήματος που προκύπτει από τη μείωση των θεσμικών τιμών στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών λόγω της μεταρρυθμίσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής.

60 Βεβαίως, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού, τα προβλεπόμενα από τον εν λόγω κανονισμό ποσά πρέπει να καταβάλλονται εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους. Πάντως, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 39 των προτάσεών του, από το γράμμα της διατάξεως αυτής δεν προκύπτει ότι ο κοινοτικός νομοθέτης είχε την πρόθεση να περιορίσει τους διάφορους τρόπους εισπράξεως των οφειλών που υπάρχουν στο εθνικό δίκαιο.

61 Συγκεκριμένα, ο συμψηφισμός των βάσει του επίδικου κανονισμού αντισταθμιστικών πληρωμών και των ανεξόφλητων απαιτήσεων κράτους μέλους δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του ποσού της ενισχύσεως.

62 Επομένως, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που μνημονεύονται στην απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα, ο συμψηφισμός δεν αντίκειται προς το άρθρο 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού.

63 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 15, παράγραφος 3, του επίδικου κανονισμού έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αναθέτουν στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως να προβαίνει, έναντι του δικαιούχου αντισταθμιστικών πληρωμών, σε συμψηφισμό με απαιτήσεις του Δημοσίου.

Επί του τετάρτου ερωτήματος

64 Με το τέταρτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί αν το άρθρο 10, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού έχει την έννοια ότι οι προβλεπόμενες σ' αυτόν αντισταθμιστικές πληρωμές πρέπει να πραγματοποιούνται μόλις ο οργανισμός παρεμβάσεως ολοκληρώσει την εξέταση της αιτήσεως του δικαιούχου ή αν η πληρωμή μπορεί να ανασταλεί μέχρις ότου ελεγχθεί κατά πόσο το Δημόσιο έχει έναντι του δικαιούχου απαιτήσεις δυνάμενες να συμψηφιστούν, εφόσον η πληρωμή πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους.

65 Ο Jensen ισχυρίζεται ότι, αν και οι εθνικές αρχές μπορούν να ορίζουν τις κατάλληλες διοικητικές διαδικασίες για την εξέταση των αιτήσεων καταβολής κοινοτικών ενισχύσεων ανά εκτάριο, οι διαδικασίες αυτές πρέπει να τηρούν τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου και να καθιστούν δυνατή την καταβολή των ενισχύσεων ανά εκτάριο μετά τη συγκομιδή κατά την περίοδο μεταξύ 16 Οκτωβρίου και 31 Δεκεμβρίου σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού. Οι καθυστερήσεις καταβολής κοινοτικών ενισχύσεων θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διακρίσεις μεταξύ των γεωργών ενός και του αυτού κράτους μέλους και μεταξύ των γεωργών διαφόρων κρατών μελών.

66 Αντιθέτως, η διεύθυνση ΕΚ φρονεί ότι, ελλείψει κοινοτικών κανόνων ως προς το δικαίωμα διενέργειας ορισμένων ελέγχων για τυχόν οφειλές του δικαιούχου της ενισχύσεως προς το Δημόσιο ή την Κοινότητα, σε κάθε κράτος μέλος απόκειται να ορίσει τους δικούς του επ' αυτού κανόνες, τηρουμένων των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου.

67 Συναφώς, πρέπει κατ' αρχάς να θεωρηθεί ότι, όπως ορθώς παρατήρησε η διεύθυνση ΕΚ, μολονότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για την εφαρμογή των εθνικών κανόνων τους περί συμψηφισμού, ωστόσο πρέπει να το πράττουν τηρώντας το κοινοτικό δίκαιο και χωρίς να θίγουν την αποτελεσματικότητά του και την εύρυθμη λειτουργία των κοινών οργανώσεων των αγορών.

68 Ακολούθως, από το άρθρο 10, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού προκύπτει ρητά ότι οι αντισταθμιστικές πληρωμές στους παραγωγούς πρέπει να πραγματοποιούνται εντός της περιόδου από τις 16 Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου η οποία έπεται της συγκομιδής. Επομένως, μολονότι οι εθνικές αρχές πρέπει να προβαίνουν στις πληρωμές αυτές το ταχύτερο δυνατό, ωστόσο νομικώς δεν υποχρεούνται να το πράττουν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου.

69 Τέλος, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να ελέγχει το ταχύτερο δυνατό αν έχει έναντι του δικαιούχου ενισχύσεως απαιτήσεις που θα μπορούσαν να συμψηφιστούν, υπό τον όρον ότι ο συμψηφισμός πραγματοποιείται σύμφωνα με τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτές παρατίθενται στην απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα.

70 Υπ' αυτές τις συνθήκες, στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, του επίδικου κανονισμού έχει την έννοια ότι οι προβλεπόμενες σ' αυτόν αντισταθμιστικές πληρωμές μπορούν να αναστέλλονται μέχρις ότου ελεγχθεί αν το Δημόσιο έχει έναντι του δικαιούχου τους απαιτήσεις δυνάμενες να συμψηφιστούν, υπό τον όρον ότι η πληρωμή πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

71 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Δανική, η Ελληνική, η Γαλλική, η Ιρλανδική, η Φινλανδική, η Σουηδική Κυβέρνηση και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, καθώς και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους των κύριων δικών τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 10ης Απριλίου 1995 το Ψstre Landsret, αποφαίνεται:

1) Το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει σε κράτος μέλος να προβαίνει σε συμψηφισμό του ποσού που οφείλεται στον δικαιούχο ενισχύσεως βάσει κοινοτικής πράξεως με τις ανεξόφλητες απαιτήσεις του κράτους μέλους αυτού. Πάντως, αυτό δεν ισχύει οσάκις η πρακτική αυτή παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία των κοινών οργανώσεων των γεωργικών αγορών. Συναφώς, η ιδιότητα υπό την οποία το κράτος μέλος χορηγεί ενισχύσεις βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στήριξης των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών, το ότι οι κανόνες του εν λόγω κράτους μέλους περί συμψηφισμού επιβάλλουν, για τη διενέργεια συμψηφισμού, αμοιβαιότητα απαιτήσεων οφειλέτη και δανειστή, η γενικώς ακολουθούμενη από το κράτος μέλος πρακτική συμψηφισμού καθώς και η νομική βάση της συμψηφιζομένης απαιτήσεως του Δημοσίου δεν ασκούν επιρροή, υπό τον όρο ότι οι εθνικές αρχές ενεργούν κατά τρόπο μη θίγοντα την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου και διασφαλίζοντα την ίση μεταχείριση των επιχειρηματιών. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να κρίνει αν συντρέχει τέτοια περίπτωση.

2) Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 1765/92 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να αναθέτουν στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως να προβαίνει, έναντι του δικαιούχου αντισταθμιστικών πληρωμών, σε συμψηφισμό με απαιτήσεις του Δημοσίου.

3) Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 1765/92 έχει την έννοια ότι οι προβλεπόμενες σ' αυτόν αντισταθμιστικές πληρωμές μπορούν να αναστέλλονται μέχρις ότου ελεγχθεί αν το Δημόσιο έχει έναντι του δικαιούχου τους απαιτήσεις δυνάμενες να συμψηφιστούν, υπό τον όρον ότι η πληρωμή πραγματοποιείται το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους.

Top