Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61992CJ0130

Απόφαση του Δικαστηρίου (έκτο τμήμα) της 13ης Ιουλίου 1994.
OTO SpA κατά Ministero delle finanze.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Corte suprema di Cassazione - Ιταλία.
Εθνική φορολογία επί των οπτικοακουστικών και φωτοοπτικών προϊόντων - Εσωτερική φορολογία - Ενδεχόμενο ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο.
Υπόθεση C-130/92.

Συλλογή της Νομολογίας 1994 I-03281

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1994:288

61992J0130

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 13ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1994. - OTO SPA ΚΑΤΑ MINISTERO DELLE FINANZE. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: CORTE SUPREMA DI CASSAZIONE - ΙΤΑΛΙΑ. - ΕΘΝΙΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΠΤΙΚΟΑΚΟΥΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΟΠΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ - ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ - ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-130/92.

Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1994 σελίδα I-03281


Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό

Λέξεις κλειδιά


++++

1. Φορολογικές διατάξεις * Εσωτερικοί φόροι * Φορολογικές επιβαρύνσεις του είδους του ιταλικού εθνικού φόρου καταναλώσεως επί των οπτικοακουστικών και φωτοοπτικών προϊόντων * Χαρακτηρίζεται ως εσωτερικός φόρος και όχι ως φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό * Είσπραξη επί των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες * Δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 95 της Συνθήκης

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 9, 12 και 95)

2. Κοινή εμπορική πολιτική * Είσπραξη, εκ μέρους κράτους μέλους, εσωτερικού φόρου επί των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτα κράτη * Επιτρέπεται από πλευράς κανόνων της Συνθήκης, υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των διεθνών συμφωνιών που έχει ενδεχομένως συνάψει η Κοινότητα με τις τρίτες χώρες

(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 113)

Περίληψη


1. Φόροι όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως επί των οπτικοακουστικών και φωτοοπτικών προϊόντων, που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 953 της 30ής Δεκεμβρίου 1982, το οποίο κατέστη άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 της 28ης Φεβρουαρίου 1983, εφόσον

* εντάσσεται σε ένα σύνολο φόρων καταναλώσεως που διέπονται από κοινούς δημοσιονομικούς κανόνες και επιβαρύνουν κατηγορίες προϊόντων με βάση ένα αντικειμενικό κριτήριο, ανεξάρτητο της προελεύσεως του σχετικού προϊόντος, το αν δηλαδή ένα προϊόν ανήκει σε ορισμένη κατηγορία εμπορευμάτων

* το αν τα αγαθά αυτά είναι εγχώριας ή αλλοδαπής παραγωγής δεν φαίνεται να έχει επίδραση ούτε στον φορολογικό συντελεστή ούτε στη φορολογική βάση ούτε στη μέθοδο εισπράξεως του φόρου

* ο προορισμός του προϊόντος των φόρων αυτών δεν είναι συγκεκριμένος αλλά συνιστά δημοσιονομικό έσοδο όμοιο με τα άλλα και συμβάλλει όπως και τα άλλα στη χρηματοδότηση γενικά των κρατικών δαπανών σε όλους τους τομείς,

πρέπει να θεωρούνται ως αναπόσπαστο τμήμα ενός γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, το κατά πόσον δε οι φόροι αυτοί συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να κρίνεται στο πλαίσιο του άρθρου αυτού και όχι των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης. Συνεπώς, δεν συνιστούν φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό υπό την έννοια του άρθρου 12 της Συνθήκης.

Εφόσον το άρθρο 95 της Συνθήκης εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, στα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη, φόροι όπως ο επίδικος δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως αυτής, καθόσον επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες.

2. Φόροι όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως επί των οπτικοακουστικών και φωτοοπτικών προϊόντων, που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 953 της 30ής Δεκεμβρίου 1982, το οποίο κατέστη άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 της 28ης Φεβρουαρίου 1983, καθόσον επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες, δεν είναι ασυμβίβαστοι με τις διατάξεις της Συνθήκης περί της εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής, και ιδίως το άρθρο 113, υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, της εφαρμογής των συμβατικών διατάξεων που ενδεχομένως ισχύουν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και των τρίτων χωρών από τις οποίες εισάγονται τα συγκεκριμένα εμπορεύματα.

Διάδικοι


Στην υπόθεση C-130/92,

που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema de cassazione προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

OTO SpA

και

Ministero delle finanze,

η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12 της Συνθήκης ΕΟΚ,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

συγκείμενο από τους G. F. Mancini, πρόεδρο τμήματος, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, P. J. G. Kapteyn και J. L. Murray (εισηγητή), δικαστές,

γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz

γραμματέας: J.-G. Giraud

λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:

* η OTO SpA, εκπροσωπούμενη από τον Carmelo Monaco, δικηγόρο στο Corte suprema di cassazione,

* η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Oscar Fiumara, avvocato dello Stato,

* η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Antonio Aresu, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας,

έχοντας υπόψη την έκθεση τoυ εισηγητή δικαστή,

αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Μαΐου 1993,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

Σκεπτικό της απόφασης


1 Με Διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 1992, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 22 Απριλίου 1992, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 12 της Συνθήκης, προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον συμβιβάζεται με τη διάταξη αυτή ένας εθνικός φόρος καταναλώσεως ( imposta erariale di consumo ) επί των οπτικοακουστικών και φωτοοπτικών προϊόντων, καθόσον ο φόρος αυτός επιβάλλεται επί των απευθείας εισαγωγών των εν λόγω προϊόντων από τρίτες χώρες.

2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της OTO SpA (στο εξής: OTO) και του ministero delle finanze σχετικά με τη φορολογική βάση του εθνικού φόρου καταναλώσεως που επιβάλλεται στις εισαγωγές εμπορευμάτων από την Ιαπωνία.

3 Δυνάμει του άρθρου 13 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 953 της 30ής Δεκεμβρίου 1982 (GURI αριθ. 359 της 31.12.1982), το οποίο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 της 28ης Φεβρουαρίου 1983 (GURI, τακτικό συμπλήρωμα του αριθ. 58, της 1.3.1983, που δημοσιεύθηκε σε κωδικοποιημένη μορφή στην GURI αριθ. 65 της 8.3.1983, σ. 1798, στο εξής: νόμος αριθ. 53), επιβλήθηκε στην Ιταλία, από 1ης Ιανουαρίου 1983, φόρος καταναλώσεως επί των οπτικοακουστικών και φωτοοπτικών προϊόντων. Ο φόρος αυτός εισπράττεται τόσον επί των προϊόντων ιταλικής κατασκευής όσον και επί των εισαγομένων προϊόντων. Όσον αφορά την πρώτη ομάδα προϊόντων, ως βάση επιβολής του φόρου λαμβάνεται η αξία κατά την έξοδο από το εργοστάσιο ( valore franco fabbrica ). Όσον αφορά τη δεύτερο ομάδα, λαμβάνεται υπόψη η δασμολογητέα αξία ελεύθερο στα εθνικά σύνορα ( valore in dogana franco frontiera nazionale ).

4 Το ministero delle finanze, καθού στην κύρια δίκη (στο εξής: καθού), εξέδωσε στις 23 Μαρτίου 1983 υπουργική απόφαση για την εκτέλεση του νόμου αριθ. 53 (GURI αριθ. 83 της 25.3.1983, σ. 2326, στο εξής: εκτελεστική υπουργική απόφαση). Το άρθρο 2, έβδομο εδάφιο, της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι, για τα εμπορεύματα που εισάγονται στην Ιταλία, η δασμολογητέα αξία ελεύθερο στα εθνικά σύνορα καθορίζεται βάσει της δασμολογητέας αξίας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008, σ. 218), προσαυξημένης κατά τα τυχόν έξοδα και επιβαρύνσεις για τη μεταφορά στα ιταλικά σύνορα, συμπεριλαμβανομένων των δασμών που έχουν καταβληθεί για τη θέση του εμπορεύματος σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, και αφαιρουμένου του μέρους της τιμής που ενδεχομένως καταβλήθηκε ή πρέπει να καταβληθεί για τη μεταφορά και τη θέση σε κυκλοφορία του εμπορεύματος εντός του εθνικού τελωνειακού εδάφους.

5 Σε αντίθεση προς τα οριζόμενα στον νόμο αριθ. 53, η εκτελεστική υπουργική απόφαση προβλέπει ότι, για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας ελεύθερο στα εθνικά σύνορα, λαμβάνονται υπόψη και οι δασμοί που οφείλονται για τη θέση των αγαθών σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας, πράγμα το οποίο συνεπάγεται αύξηση της φορολογητέας αξίας των προϊόντων που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες σε σχέση προς την αξία των προϊόντων που έχουν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία.

6 Στις 18 Οκτωβρίου 1984, ο προϊστάμενος του Δημοσίου Ταμείου της Ρώμης απηύθυνε στην OTO ένταλμα πληρωμής του εθνικού φόρου καταναλώσεως για τις εισαγωγές εμπορευμάτων από την Ιαπωνία που η εταιρία είχε πραγματοποιήσει από τις 2 Φεβρουαρίου έως τις 4 Σεπτεμβρίου 1983.

7 Η OTO προσέφυγε κατά του καθού ενώπιον του Tribunale di Roma, υποστηρίζοντας ότι ο εθνικός φόρος καταναλώσεως είχε υπολογιστεί βάσει της εκτελεστικής υπουργικής αποφάσεως η οποία, καθόσον παρέκκλινε από τον νόμο αριθ. 53, έπρεπε να θεωρηθεί παράνομη. Το Tribunale di Roma δέχθηκε το αίτημα επιστροφής των ποσών που είχαν αχρεωστήτως καταβληθεί εξ αιτίας του υπολογισμού αυτού, τον οποίο έκρινε εσφαλμένο.

8 Το καθού άσκησε έφεση κατά την αποφάσεως αυτής και υποστήριξε ότι το άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 συνιστούσε παράβαση του κοινοτικού δικαίου, καθόσον έθετε σε δυσμενέστερη θέση τα εμπορεύματα που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλα κράτη μέλη και, στη συνέχεια, εξάγονται προς την Ιταλία σε σχέση προς τα εμπορεύματα που εισάγονται στην Ιταλία απευθείας από τρίτες χώρες. Το Corte d' Appello di Roma δέχθηκε την άποψη αυτή και αποφάνθηκε ότι το άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 δεν μπορούσε να τύχει εφαρμογής. Δεδομένου ότι τίποτα δεν εμπόδιζε πλέον την εφαρμογή της εκτελεστικής υπουργικής αποφάσεως, το Corte d' Appello, με απόφαση της 12ης Ιουνίου 1989, απέρριψε το αίτημα της OTO.

9 Η OTO άσκησε αναίρεση κατά της αποφάσεως αυτής.

10 Το Corte suprema di cassazione ανέστειλε τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικώς επί του ακολούθου ερωτήματος:

Πρέπει, με βάση το άρθρο 12 της Συνθήκης της Ρώμης περί ιδρύσεως της ΕΟΚ * που αφορά την απαγόρευση θεσπίσεως μεταξύ των κρατών μελών φόρου ισοδυνάμου με δασμό * ως φόρος ισοδύναμος με δασμό να νοείται μόνον η φορολογική επιβάρυνση που επιβάλλεται σε κράτος μέλος της Κοινότητας επί των εισαγομένων από άλλο κράτος μέλος προϊόντων ή, αντίθετα, έχει την έννοια ότι αφορά και την επιβάρυνση η οποία * μολονότι δεν έχει ευθέως επιπτώσεις επί των εισαγωγών * ευνοεί στην πράξη από οικονομικής απόψεως προερχόμενο από τρίτη χώρα προϊόν σε σχέση με ομοειδές προϊόν προερχόμενο από κράτος μέλος, ειδικότερα μάλιστα όταν η δυσμενής για το κράτος μέλος της Κοινότητας μεταχείριση είναι απόρροια του γεγονότος ότι, κατά την επιβολή της νέας επιβαρύνσεως, η φορολογητέα αξία του διατιθεμένου στην κοινοτική αγορά του κράτους μέλους προϊόντος, μολονότι πρόκειται για προϊόν που είχε εισαχθεί προηγουμένως από τρίτο κράτος, περιλαμβάνει (σε αντίθεση με τη δασμολογητέα αξία των προερχομένων από τρίτες χώρες αγαθών) τα έξοδα που συνεπάγεται η διάθεση του εν λόγω προϊόντος στο εμπόριο;

11 Προτού δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι ένας φόρος όπως ο επίδικος εθνικός φόρος καταναλώσεως στην κύρια δίκη πρέπει να θεωρείται ως αναπόσπαστο τμήμα ενός γενικού συστήματος εσωτερικών φόρων κατά την έννοια του άρθρου 95 της Συνθήκης, το κατά πόσον δε ο φόρος αυτός συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο πρέπει να κρίνεται στο πλαίσιο του άρθρου αυτού και όχι των άρθρων 9 και 12 της Συνθήκης (βλ. ως πλέον πρόσφατη την απόφαση της 9ης Ιουνίου 1992, C-228/90 έως C-234/90, C-339/90 και C-353/90, Simba κ.λπ. Συλλογή 1992, σ. Ι-3713, σκέψη 7).

12 Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι φόροι όπως οι φόροι καταναλώσεως που ισχύουν στην Ιταλία διέπονται από κοινούς δημοσιονομικούς κανόνες και επιβαρύνουν κατηγορίες προϊόντων με βάση ένα αντικειμενικό κριτήριο, ανεξάρτητο της προελεύσεως του σχετικού προϊόντος, το αν δηλαδή ένα προϊόν ανήκει σε ορισμένη κατηγορία εμπορευμάτων. Εξάλλου, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι το αν τα αγαθά αυτά είναι εγχώριας ή αλλοδαπής παραγωγής δεν φαίνεται να έχει επίδραση ούτε στον φορολογικό συντελεστή ούτε στη φορολογική βάση ούτε στη μέθοδο εισπράξεως του φόρου. Τέλος, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ο προορισμός του προϊόντος των φόρων αυτών δεν είναι συγκεκριμένος αλλά συνιστά δημοσιονομικό έσοδο όμοιο με τα άλλα και συμβάλλει όπως και τα άλλα στη χρηματοδότηση γενικά των κρατικών δαπανών σε όλους τους τομείς (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Simba κ.λπ., σκέψη 8).

13 Συνεπώς, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι φόροι όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 953 της 30ής Δεκεμβρίου 1982, το οποίο κατέστη το άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 της 28ης Φεβρουαρίου 1983, δεν συνιστούν φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό υπό την έννοια του άρθρου 12 της Συνθήκης.

14 Ωστόσο, στο πλαίσιο της συνεργασίας των δικαστηρίων την οποία εγκαθιδρύει το άρθρο 177 της Συνθήκης, το Δικαστήριο έχει ως αποστολή, μεταξύ άλλων, να ερμηνεύει όλες τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου που έχουν ανάγκη τα εθνικά δικαστήρια προκειμένου να αποφανθούν επί των διαφορών των οποίων έχουν επιληφθεί, ακόμα και όταν οι διατάξεις αυτές δεν μνημονεύονται ρητώς στα ερωτήματα που του υποβάλλουν τα εν λόγω δικαστήρια (βλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 1993, C-280/91, Viessmann, Συλλογή 1993, σ. Ι-971, σκέψη 17).

15 Συνεπώς, το ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου πρέπει να εξεταστεί υπό το φως εκείνων των διατάξεων της Συνθήκης που μπορούν να τύχουν εφαρμογής στα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, ήτοι των άρθρων 95 και 113.

16 Κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 95 της Συνθήκης αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών υπό κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού, με την εξάλειψη κάθε μορφής προστατευτισμού τον οποίο μπορεί να συνεπάγεται η επιβολή εσωτερικών φόρων που εισάγουν διακρίσεις εις βάρος των προϊόντων άλλων κρατών μελών. Το Δικαστήριο διευκρίνισε, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας, ότι τα προϊόντα που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία εξομοιώνονται οριστικά και πλήρως προς τα προϊόντα των κρατών μελών. Συνεπώς, το άρθρο 95 αφορά όλα τα προϊόντα που προέρχονται από τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη (βλ. απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, 193/85, Co-Frutta, Συλλογή 1987, σ. 2085, σκέψεις 25, 26 και 29).

17 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, του νόμου αριθ. 53, τα εμπορεύματα προελεύσεως τρίτων χωρών, τα οποία βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, υπόκεινται στην Ιταλία, από πλευράς εισπράξεως του επιδίκου στην κύρια δίκη εθνικού φόρου καταναλώσεως, στην ίδια μεταχείριση η οποία επιφυλάσσεται στα ανάλογα προϊόντα που κατασκευάζονται σε ένα από τα εν λόγω κράτη μέλη.

18 Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, το άρθρο 95 της Συνθήκης εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που εισάγονται από τα άλλα κράτη μέλη και, ενδεχομένως, στα προϊόντα καταγωγής τρίτων χωρών που βρίσκονται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα κράτη μέλη. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στα προϊόντα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Simba, σκέψη 14).

19 Συνεπώς, φόροι όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης, καθόσον επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες.

20 Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 113 της Συνθήκης, παρατηρείται, αφενός, ότι η Συνθήκη δεν περιλαμβάνει, για τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες, κανόνα ανάλογο του άρθρου 95 όσον αφορά την επιβολή εσωτερικών φόρων, υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, συμβατικών διατάξεων που ενδεχομένως ισχύουν μεταξύ της Κοινότητας και της χώρας καταγωγής ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος (βλ. απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, 148/77, Hansen, Συλλογή τόμος 1978, σ. 563, σκέψη 24), και, αφετέρου, ότι, καίτοι το άρθρο 113 παρέχει στην Κοινότητα αρμοδιότητες που της επιτρέπουν να λαμβάνει όλα τα πρόσφορα μέτρα στον τομέα της κοινής εμπορικής πολιτικής, η εν λόγω διάταξη, αυτή καθαυτή, δεν παρέχει κανένα αρκετά σαφές νομικό κριτήριο που να επιτρέπει την εκτίμηση των αμφισβητουμένων εθνικών νομοθεσιών (βλ. απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, 266/81, SIOT, Συλλογή 1983, σ. 731, σκέψη 29).

21 Συνεπώς, στο εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι φόροι όπως ο επίδικος στην κύρια δίκη, καθόσον επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες, δεν είναι ασυμβίβαστοι με τις διατάξεις της Συνθήκης περί της εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής, υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, της εφαρμογής των συμβατικών διατάξεων που ενδεχομένως ισχύουν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και των τρίτων χωρών από τις οποίες εισάγονται τα συγκεκριμένα εμπορεύματα.

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα


Επί των δικαστικών εξόδων

22 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.

Διατακτικό


Για τους λόγους αυτούς,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),

κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε, με Διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 1992, το Corte suprema di cassazione, αποφαίνεται:

1) Φόροι όπως ο εθνικός φόρος καταναλώσεως που εισήχθη στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 13 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 953 της 30ής Δεκεμβρίου 1982, το οποίο κατέστη άρθρο 4 του νόμου αριθ. 53 της 28ης Φεβρουαρίου 1983, δεν συνιστούν φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς εισαγωγικό δασμό υπό την έννοια του άρθρου 12 της Συνθήκης.

2) Οι φόροι αυτοί δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 της Συνθήκης, καθόσον επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες.

3) Οι φόροι αυτοί, καθόσον επιβάλλονται στα εμπορεύματα που εισάγονται απευθείας από τρίτες χώρες, δεν είναι ασυμβίβαστοι με τις διατάξεις της Συνθήκης περί της εφαρμογής της κοινής εμπορικής πολιτικής, υπό την επιφύλαξη, ωστόσο, της εφαρμογής των συμβατικών διατάξεων που ενδεχομένως ισχύουν μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και των τρίτων χωρών από τις οποίες εισάγονται τα συγκεκριμένα εμπορεύματα.

Top