This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 61992CC0332
Opinion of Mr Advocate General Darmon delivered on 17 November 1993. # Eurico Italia Srl, Viazzo Srl and F & P SpA v Ente Nazionale Risi. # References for a preliminary ruling: Conciliatura di Vercelli and Pretura circondariale di Vercelli - Italy. # Common organization of the market in rice - Contract duty - Refund. # Joined cases C-332/92, C-333/92, C-335/92.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon της 17ης Νοεμβρίου 1993.
Eurico Italia Srl, Viazzo Srl και F & P SpA κατά Ente Nazionale Risi.
Αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Conciliatura di Vercelli και Pretura circondariale di Vercelli - Ιταλία.
Κοινή οργάνωση της αγοράς ρυζιού - Καταβολή τέλους αγοραπωλησίας - Επιστροφή λόγω εξαγωγής.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-332/92, C-333/92, C-335/92.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon της 17ης Νοεμβρίου 1993.
Eurico Italia Srl, Viazzo Srl και F & P SpA κατά Ente Nazionale Risi.
Αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Conciliatura di Vercelli και Pretura circondariale di Vercelli - Ιταλία.
Κοινή οργάνωση της αγοράς ρυζιού - Καταβολή τέλους αγοραπωλησίας - Επιστροφή λόγω εξαγωγής.
Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-332/92, C-333/92, C-335/92.
Συλλογή της Νομολογίας 1994 I-00711
ECLI identifier: ECLI:EU:C:1993:896
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon της 17ης Νοεμβρίου 1993. - EURICO ITALIA SRL, VIAZZO SRL ΚΑΙ F & P SPA ΚΑΤΑ ENTE NAZIONALE RISI. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: CONCILIATURA DI VERCELLI ΚΑΙ PRETURA CIRCONDARIALE DI VERCELLI - ΙΤΑΛΙΑ. - ΚΟΙΝΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΡΥΖΙΟΥ - ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΟΥΣ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ - ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-332/92, C-333/92, C-335/92.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1994 σελίδα I-00711
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Απαγορεύει το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως η εφαρμοζόμενη στην κοινή οργάνωση της αγοράς ρυζιού νομοθεσία, την επιβολή εσωτερικού φόρου επί κάθε αγοραπωλησίας μη αποφλοιωμένου ρυζιού εντός ενός κράτους μέλους, όταν το προϊόν του φόρου διατίθεται υπέρ ενός ταμείου ενισχύσεως της εθνικής παραγωγής ρυζιού;
2. Αυτό το ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί επιλυθέν μετά την απόφασή σας της 12ης Ιουλίου 1973, Geddo (1), καλείστε να επανεξετάσετε, κατόπιν των προδικαστικών ερωτημάτων που υπέβαλαν η Conciliatura και η Pretura Circondariale di Vercelli. Ας μην απατώμεθα: οι αιτούσες της κύριας δίκης ζητούν μια πραγματική μεταστροφή της νομολογίας.
3. Ο Ente Nazionale Risi (ιταλικός Εθνικός Οργανισμός Ρυζιού, στο εξής: Ente), ο οποίος ιδρύθηκε με το ιταλικό βασιλικό νομοθετικό διάταγμα 1237, της 2ας Οκτωβρίου 1931 (2), έχει ως αποστολή "τη διασφάλιση της προστασίας των συμφερόντων της εθνικής παραγωγής ρυζιού, με τη διευκόλυνση της διανομής και της καταναλώσεως του προϊόντος και την προώθηση κάθε πρωτοβουλίας για τη βελτίωση της παραγωγής" (3). Ο Ente παίζει σημαντικό ρόλο στον τομέα της πειραματικής έρευνας (διαχειρίζεται το "κέντρο ερευνών για το ρύζι") και της τεχνικής συνδρομής. Εξάλλου, ως οργανισμός παρεμβάσεως, είναι αρμόδιος για την εφαρμογή στην Ιταλία της κοινής οργανώσεως αγοράς ρυζιού (4). Η δραστηριότητα του Ente χρηματοδοτείται αποκλειστικά από ένα "τέλος αγοραπωλησίας", το οποίο καταβάλλεται, έναντι χορηγήσεως ενός πιστοποιητικού μεταβιβάσεως ("certificato trasferimento risone"), από τον αγοραστή του μη αποφλοιωμένου ρυζιού ιταλικής παραγωγής ή, ελλείψει πωλήσεως, από τον παραγωγό που μεταποιεί το ρύζι αυτό (5).
4. Αυτό το "τέλος αγοραπωλησίας" αποτελεί το επίκεντρο της παρούσας υποθέσεως, όπως και της υποθέσεως Geddo.
5. Η επιχείρηση μεταποιήσεως ρυζιού Geddo είχε αγοράσει από έναν Ιταλό παραγωγό μη αποφλοιωμένο ρύζι, για να το μεταποιήσει σε ρύζι μαγειρικής και να το εξαγάγει εν μέρει εντός της Κοινότητας και εν μέρει προς μια τρίτη χώρα (6). Αυτή η αγορά δηλώθηκε στον Ente, ο οποίος εισέπραξε τέλος αγοραπωλησίας. Η αγοράστρια προσέφυγε δικαστικώς, ζητώντας την απόδοση του τέλους, για τον λόγο ότι η επιβάρυνση αυτή είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
6. Με αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, ο Pretore του Μιλάνου σάς υπέβαλε κατ' ουσίαν το ερώτημα αν τα άρθρα 5 και 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης καθώς και οι διατάξεις του κανονισμού 359/67/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967, περί κοινής οργανώσεως αγοράς ορύζης (7), απαγόρευαν την επιβολή του τέλους αυτού.
7. Αναγνωρίζοντας ότι, στον τομέα της αγοράς ρυζιού, το άρθρο 40 τέθηκε σε εφαρμογή με τον προαναφερθέντα κανονισμό, εξετάσατε κατά πόσον το τέλος αγοραπωλησίας συμβιβάζεται με τα άρθρα 20, παράγραφος 2, και 23, αυτού του νομοθετικού κειμένου, το οποίο απαγορεύει ιδίως την είσπραξη κάθε δασμού ή επιβαρύνσεως ισοδυνάμου αποτελέσματος στο ενδοκοινοτικό εμπόριο καθώς και στο εμπόριο με τρίτα κράτη (8).
8. Αφού επισημάνατε ότι το "τέλος αγοραπωλησίας" βάρυνε "μόνο τα εγχώρια προϊόντα, επ' ευκαιρία της συμβάσεως της οποίας αποτελούν αντικείμενο" και όχι "τα εμπορεύματα λόγω της διελεύσεως των συνόρων", το χαρακτηρίσατε "εσωτερικό φόρο" μη αποτελούντα επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς εξαγωγικό δασμό (9).
9. Αποφανθήκατε επίσης επί του αν το τέλος αγοραπωλησίας συμβιβάζεται προς το καθεστώς συναλλαγών με τις τρίτες χώρες και τις επιστροφές λόγω εξαγωγής, που έπρεπε, βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού, να είναι ίδιες για όλη την Κοινότητα.
10. Κρίνατε ότι "αυτός ο φόρος θα ερχόταν σε αντίθεση προς τις διατάξεις του κανονισμού που προβλέπει επιστροφές λόγω εξαγωγής, μόνο αν εμφανιζόταν ως μέσο για τη μείωση του ποσού των επιστροφών" (10).
11. Τα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων C-332/92 (Eurico Italia Srl) και C-333/92 και C-335/92 (Viazzo Srl και F. & P. SpA) είναι ανάλογα προς αυτά της υποθέσεως Geddo, με τη διευκρίνιση ότι το ρύζι εξήχθη προς κράτος μέλος της Κοινότητας στις δύο τελευταίες υποθέσεις και προς τρίτη χώρα στην υπόθεση Eurico Italia (στην περίπτωση αυτή επομένως καταβλήθηκαν επιστροφές). Εξάλλου, ο εφαρμοστέος εν προκειμένω κοινοτικός κανονισμός είναι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς ορύζης (11), ο οποίος περιλαμβάνει μια ταυτόσημη διάταξη με αυτήν του άρθρου 17, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 359/67, που έχει πλέον καταργηθεί (12).
12. Μήπως είναι ο φόβος μιας σημαντικής αυξήσεως του τέλους αγοραπωλησίας, σε συνδυασμό με τους κινδύνους που απειλούν την ανταγωνιστικότητα του ιταλικού ρυζιού, που οδήγησαν τις αιτούσες της κύριας δίκης εταιρίες μεταποιήσεως ρυζιού, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την απόφαση Geddo, να αμφισβητήσουν εκ νέου το συμβατό του εν λόγω τέλους προς το κοινοτικό δίκαιο (13);
13. Ας λεχθεί εξαρχής ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα που επικαλούνται οι αιτούσες της κύριας δίκης είναι απολύτως ταυτόσημα προς αυτά στα οποία έχετε ήδη δώσει απάντηση με την απόφαση Geddo. Τα υπόλοιπα δεν νομίζω ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεταστροφή της νομολογίας σας.
14. Στις υποθέσεις C-333/92 και C-335/92, η Conciliatura και η Pretura Circondariale di Vercelli σας υποβάλλουν, με πανομοιότυπη διατύπωση, δύο προδικαστικά ερωτήματα, με τα οποία καλείστε να εξετάσετε αν, σε περίπτωση εξαγωγής προς ένα άλλο κράτος μέλος, η μη επιστροφή του τέλους αγοραπωλησίας παραβιάζει: 1) τη γενική απαγόρευση των διακρίσεων που προβλέπεται από το κοινοτικό δίκαιο, και συγκεκριμένα το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 5, της Συνθήκης ΕΟΚ, 2) τη γενική αρχή ότι τα εξαγόμενα προϊόντα φορολογούνται εντός της χώρας όπου καταναλίσκονται.
15. Εκτός του ερωτήματος περί του αν συμβιβάζεται το τέλος αγοραπωλησίας προς τη γενική αρχή των απαγορεύσεων των διακρίσεων, η Conciliatura di Vercelli σάς ερωτά, στην υπόθεση C-332/92, αν η μη επιστροφή του τέλους αγοραπωλησίας, σε περίπτωση εξαγωγής προς τρίτη χώρα, δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 17, παράγραφος 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1418/76 του Συμβουλίου: συγκεκριμένα, οι καταβαλλόμενες προς τον αγοραστή του ιταλικού ρυζιού επιστροφές λόγω εξαγωγής μειώνονται κατά το ποσό του τέλους αγοραπωλησίας και είναι συνεπώς κατώτερες εκείνων που καταβάλλονται στους άλλους κοινοτικούς επιχειρηματίες.
16. Για τον λόγο αυτό θα εξετάσω το ζήτημα της μη επιστροφής του τέλους αγοραπωλησίας από πλευράς, πρώτον, της γενικής απαγορεύσεως των διακρίσεων, δεύτερον, της αρχής περί φορολογήσεως των εξαγομένων προϊόντων εντός της χώρας όπου καταναλίσκονται και, τέλος, του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/76.
17. Θα ήθελα όμως πρώτα να επιλύσω κάποια προκριματικά ζητήματα.
18. Πρώτον, ο Ente (14) και η Ιταλική Κυβέρνηση (15) υπογράμμισαν ότι τα προδικαστικά ερωτήματα υποβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας συνοπτικής διαδικασίας, της λεγόμενης "διαδικασίας εκδόσεως διαταγής πληρωμής", επί τη βάσει μόνο των ισχυρισμών των αιτουσών εταιριών, χωρίς ο αντίδικος να έχει τη δυνατότητα να τους αντικρούσει.
19. Στην υπόθεση Politi (16), η οποία αφορούσε προδικαστικά ερωτήματα που είχε υποβάλει ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου του Τορίνου στο πλαίσιο ίδιας με την προκειμένη διαδικασίας, κρίνατε ότι η έλλειψη αντιδικίας κατά τη διαδικασία αυτή δεν εμπόδιζε την υποβολή προδικαστικού ερωτήματος προς το Δικαστήριο, στο μέτρο κατά το οποίο
"(...) ο πρόεδρος του Πρωτοδικείου του Τορίνου ενεργεί ως δικαιοδοτικό όργανο, κατά την έννοια του άρθρου 177, και (...) έκρινε αναγκαία την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του, το δε Δικαστήριο δεν χρειάζεται να εξετάσει σε ποιο στάδιο της διαδικασίας υποβλήθηκε το ερώτημα" (17).
20. Η νομολογία σας είναι παγία έκτοτε (18).
21. Δεύτερον, ο Ente προβάλλει διάφορες δικονομικές ενστάσεις: 1) το αιτούν δικαστήριο είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της ουσίας του αιτήματος επιστροφής του τέλους αγοραπωλησίας, 2) το δικαστήριο αυτό παρέλειψε να λάβει υπόψη τη νομολογία σας, και ιδίως την απόφαση Geddo, 3) τα υποβληθέντα ερωτήματα δεν αποτελούν παρά "προφάσεις", λαμβανομένων υπόψη τόσο του αμελητέου ύψους των διεκδικουμένων ποσών όσο και της οικονομικής ισχύος των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών.
22. Στο πρώτο σημείο έχετε ήδη, εκ προοιμίου, απαντήσει, με την απόφαση της 4ης Ιουνίου 1992, Debus (19):
"'Οσον αφορά τις αμφιβολίες που διατύπωσε η Επιτροπή ως προς το παραδεκτό της αιτήσεως περί προδικαστικής ερμηνείας (...) λόγω του ότι η αίτηση αυτή προέρχεται από δικαστήριο το οποίο, δυνάμει της εθνικής ποινικής δικονομίας, είναι αναρμόδιο προς εκδίκαση της κύριας διαφοράς, αρκεί η παρατήρηση ότι, καταρχήν και ελλείψει εξαιρετικών περιστάσεων, το Δικαστήριο είναι αναρμόδιο να ελέγχει την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων από πλευράς εθνικών δικονομικών κανόνων."
23. Επί του δευτέρου σημείου θα ήθελα να τονίσω ότι μόνο ο εθνικός δικαστής είναι αρμόδιος να αποφασίσει αν θεωρεί ότι έχει διαφωτισθεί επαρκώς από τα στοιχεία που έχει παράσχει η προηγούμενη νομολογία και, κατά συνέπεια, να κρίνει αν είναι σκόπιμη η υποβολή αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Συγκεκριμένα, αφενός "το άρθρο 177 επιτρέπει πάντοτε στα εθνικά δικαστήρια, εάν το θεωρούν σκόπιμο, να υποβάλουν εκ νέου στο Δικαστήριο ζητήματα ερμηνείας" (20), ακόμη και αν έχουν ήδη εξετασθεί από απόφαση εκδοθείσα επί ανάλογης περιπτώσεως. Αφετέρου, τα ερωτήματα δεν είναι ταυτόσημα προς αυτά που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως Geddo, η απόφαση επί της οποίας εξεδόθη εξάλλου περισσότερο από είκοσι χρόνια πριν. Συνεπώς, δεν συντρέχει εν προκειμένω λόγος εφαρμογής του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας.
24. Επί του τρίτου σημείου η νομολογία σας είναι παγία: το άρθρο 177, το οποίο βασίζεται σε μια σαφή διάκριση καθηκόντων μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξετάσει αν τα υποβληθέντα ερωτήματα ασκούν επιρροή επί της κύριας δίκης. Ως εκ τούτου, έχετε διευκρινίσει ότι
"κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (...), αποκλειστικώς αρμόδια να εκτιμούν - ενόψει των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών κάθε υποθέσεως -, πρώτον, αν η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τούς είναι αναγκαία για να μπορέσουν να εκδώσουν τη δική τους απόφαση και, δεύτερον, αν τα ερωτήματα που υποβάλλουν στο Δικαστήριο ασκούν επιρροή στην έκβαση της εκκρεμούς ενώπιόν τους διαφοράς είναι τα εθνικά δικαστήρια, τα οποία έχουν επιληφθεί της διαφοράς και φέρουν την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδώσουν" (21).
25. Τέλος, ο Ente προέβαλε την αντίρρηση ότι, εν προκειμένω, τα προδικαστικά ερωτήματα αποσκοπούν στην κήρυξη από το Δικαστήριο ενός εθνικού νομοθετικού κειμένου ως ασυμβίβαστου προς το κοινοτικό δίκαιο, πράγμα το οποίο δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του (22).
26. Αρκεί να υπενθυμίσουμε συναφώς τη σκέψη που διατυπώσατε επ' αυτού του ζητήματος αρχής:
"(...) το Δικαστήριο, αν και δεν έχει αρμοδιότητα, στα πλαίσια του άρθρου 177, να εφαρμόσει τους κοινοτικούς κανόνες σε μια συγκεκριμένη περίπτωση και, επομένως, να αποφανθεί επί διατάξεως εθνικού δικαίου, μπορεί εντούτοις να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα ερμηνευτικά στοιχεία που συνάγονται από το κοινοτικό δίκαιο και τα οποία θα μπορούσαν να του χρησιμεύσουν στην εκτίμηση των αποτελεσμάτων αυτής της διατάξεως" (23).
27. Ας εξετάσουμε λοιπόν τώρα το πρώτο ερώτημα.
28. Κατά το άρθρο 9 του νομοθετικού διατάγματος 1237 της 2ας Οκτωβρίου 1931, σε κάθε σύμβαση πωλήσεως ιταλικού μη αποφλοιωμένου ρυζιού ο αγοραστής οφείλει να καταβάλει στον Ente τέλος αγοραπωλησίας.
29. Στον τομέα της γεωργίας, όταν ένα προϊόν καλύπτεται από κοινή οργάνωση αγοράς και ιδίως όταν αυτή η οργάνωση βασίζεται, όπως εν προκειμένω, επί ενός κοινού καθεστώτος τιμών, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν, με μονομερή μέτρα, στον προβλεπόμενο από την κοινή οργάνωση μηχανισμό διαμορφώσεως των τιμών (24).
30. Συμβιβάζεται επομένως το τέλος αγοραπωλησίας με το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών εντός της Κοινότητας;
31. Με τις προτάσεις του στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση Geddo, ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi αναδιατύπωσε ως εξής τη δυσμενή διάκριση που ισχυρίζονταν ότι υφίσταντο οι αγοραστές ρυζιού: "ο Ιταλός επιχειρηματίας που αγοράζει στην Ιταλία μη αποφλοιωμένο ρύζι υφίσταται διάκριση σε σχέση με τους εντός της Κοινότητας ανταγωνιστές του, οι οποίοι προμηθεύονται το ρύζι από την παγκόσμια αγορά, χωρίς να οφείλουν να πληρώσουν το τέλος αγοραπωλησίας, γεγονός το οποίο νοθεύει τη λειτουργία των μηχανισμών που θέτουν σε εφαρμογή την κοινή πολιτική τιμών" (25). Ο παραγωγός ρυζιού που αγοράζει ιταλικό μη αποφλοιωμένο ρύζι υποβάλλεται συνεπώς σε μια επιπλέον δαπάνη, η οποία δεν βαρύνει τον αγοραστή ρυζιού το οποίο έχει παραχθεί εντός άλλου κράτους μέλους.
32. Η νομολογία σας δεν εμφανίζει διακυμάνσεις, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης:
"(...) στη νομολογία του Δικαστηρίου γίνεται παγίως δεκτό ότι, σύμφωνα με την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών ή καταναλωτών της Κοινότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, σε όμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση ούτε σε διαφορετικές καταστάσεις να επιφυλάσσεται όμοια μεταχείριση, εκτός αν η μεταχείριση αυτή είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη" (26).
33. Ο Ente υπενθυμίζει ότι υφίσταται ορισμένη αντιπαροχή για το τέλος αγοραπωλησίας: οι υπηρεσίες τις οποίες προσφέρει ο οργανισμός αυτός, είτε πρόκειται για τη βελτίωση της παραγωγής είτε για την προώθηση της καταναλώσεως ρυζιού είτε για την προστασία της εθνικής παραγωγής ρυζιού. Το τέλος αυτό οφείλεται μόνο από τον αγοραστή ιταλικού ρυζιού (27).
34. Η κατάσταση του επιχειρηματία αυτού δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με αυτή του αγοραστή μη αποφλοιωμένου ρυζιού παραχθέντος εντός άλλου κράτους μέλους, ο οποίος δεν θα υποβληθεί στην πληρωμή του τέλους αυτού, αλλά δεν θα έχει και πρόσβαση στις υπηρεσίες που παρέχει ένας οργανισμός όπως ο Ente.
35. Συνεπώς, οι όροι της συγκρίσεως δεν επιτρέπουν την εφαρμογή εν προκειμένω του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης και δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί αξίωση αποδόσεως του τέλους αγοραπωλησίας, ανεξαρτήτως του αν η διάταξη αυτή παράγει άμεσο αποτέλεσμα.
36. Ας επισημανθεί ότι, όπως στην υπόθεση Geddo, το αιτούν δικαστήριο σας υποβάλλει ερώτημα περί της εφαρμογής του άρθρου 5 της Συνθήκης, σε συνδυασμό προς το άρθρο 40, παράγραφος 3.
37. Κρίνατε τότε ότι,
"(...) ορίζοντας ότι τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του και ότι απέχουν από κάθε μέτρο που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των σκοπών της Συνθήκης, το άρθρο 5 θεσπίζει γενική υποχρέωση των κρατών μελών, της οποίας το συγκεκριμένο περιεχόμενο εξαρτάται, σε κάθε ειδική περίπτωση, από τις διατάξεις της Συνθήκης ή από τους κανόνες που συνάγονται από το γενικό της σύστημα" (28).
38. Συνεπώς, εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, δεν είναι εν προκειμένω ασυμβίβαστη ούτε προς το άρθρο 5.
39. Αν η καθιέρωση του τέλους αγοραπωλησίας δεν έρχεται σε αντίθεση προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, μήπως είναι ασυμβίβαστη προς τον μηχανισμό διαμορφώσεως τιμών που προβλέπεται από την κοινή οργάνωση της αγοράς ρυζιού; Μήπως παρεμποδίζει τη λειτουργία του; Αυτό ακριβώς υποστηρίζουν οι αιτούσες της κύριας δίκης, οι οποίες, υπενθυμίζοντας την επιταγή του άρθρου 40, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, τονίζουν ότι το ρύζι "(...) έχει υπαχθεί σε μια κοινή πολιτική τιμών, η οποία πρέπει να βασίζεται σε κοινά κριτήρια και σε ενιαίες μεθόδους υπολογισμού" (29).
40. Το κοινοτικό καθεστώς τιμών ρυζιού παρουσιάζει δύο χαρακτηριστικά: 1) ένα σύστημα ενιαίων τιμών, καθοριζομένων ετησίως, που καθιστά δυνατή την εξασφάλιση ενός δικαίου βιοτικού επιπέδου στους παραγωγούς (30), 2) ένα ελαστικό σύστημα προσαρμογών, ενόψει της καταστάσεως της αγοράς και των διαφόρων εξόδων (31). Το τέλος αγοραπωλησίας δεν λαμβάνεται ωστόσο υπόψη για τον καθορισμό της τιμής παρεμβάσεως, της ενδεικτικής τιμής και της τιμής κατωφλίου (32).
41. 'Οπως έχετε κρίνει με την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1981, Irish Creamery Milk Suppliers Association (33), σε σχέση με έναν εθνικό φόρο που επιβαλλόταν προσωρινά στην Ιρλανδία επί των εγχωρίων ζώντων βοοειδών κατά την παράδοσή τους (εξαιρουμένων των εισαγομένων βοοειδών),
"οι μηχανισμοί των εν λόγω κοινών οργανώσεων έχουν ουσιαστικά ως σκοπό την επίτευξη ενός επιπέδου τιμών στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου, για τον σχηματισμό του οποίου λαμβάνονται ταυτόχρονα υπόψη τα συμφέροντα του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής στον οικείο τομέα και τα συμφέροντα των καταναλωτών και το οποίο εξασφαλίζει τον εφοδιασμό, χωρίς να προκαλεί υπερπαραγωγή. Οι σκοποί αυτοί μπορεί να θιγούν από εθνικά μέτρα, που λαμβάνονται μονομερώς και ασκούν αισθητή επίδραση, έστω και χωρίς πρόθεση, στο επίπεδο των τιμών της εθνικής αγοράς στα ίδια στάδια ή στον εφοδιασμό της αγοράς αυτής" (34).
42. Ως εκ τούτου καλέσατε το εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν αυτή η επιβάρυνση παρήγε αποτελέσματα που θα μπορούσαν να παρακωλύουν τη λειτουργία των μηχανισμών οι οποίοι προβλέπονται από τις κοινές οργανώσεις της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος της και τη διάρκειά της καθώς και την κατάσταση της οικείας αγοράς και τον αριθμό των κυρίως πληττομένων προϊόντων (35). Επισημάνατε συνεπώς τα εξής:
"Μια επιβάρυνση μικρής διάρκειας, που πλήττει μεγάλο αριθμό προϊόντων, μπορεί να είναι ουδέτερη υπό την έννοια ότι δεν επιφέρει μεταβολή της δομής της γεωργικής παραγωγής. Αντίθετα, αν η επιβάρυνση ωθεί τους παραγωγούς να αντικαταστήσουν εν μέρει την παραγωγή των προϊόντων, στα οποία επιβάλλεται, με την παραγωγή άλλων προϊόντων, στα οποία δεν επιβάλλεται, τότε η επιβάρυνση κινδυνεύει να προκαλέσει νόθευση σε πολλές αγορές" (36).
43. Εναπόκειται συνεπώς στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει εάν και κατά πόσον το τέλος αγοραπωλησίας έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της λειτουργίας των μηχανισμών τιμών οι οποίοι προβλέπονται από την κοινή οργάνωση της αγοράς ρυζιού.
44. Τα αιτούντα δικαστήρια διερωτώνται, δεύτερον, κατά πόσον η μη επιστροφή του τέλους αγοραπωλησίας συμβιβάζεται "προς τις στοιχειωδέστερες φορολογικές αρχές που ισχύουν για την κυκλοφορία των αγαθών", και ιδίως προς τον κανόνα κατά τον οποίο "οιαδήποτε επιβάρυνση επιβάλλεται στα εγχώρια προϊόντα αποδίδεται κατά κανόνα, όταν το οικείο προϊόν εξάγεται προς άλλες χώρες" (37).
45. 'Οπως δικαίως παρατηρεί η Επιτροπή (38), το τέλος αυτό δεν αποτελεί φόρο καταναλώσεως αλλά φόρο υπέρ τρίτων. Εξάλλου, το 1973 το είχατε χαρακτηρίσει ως "εσωτερικό φόρο που πλήττει μόνο τα εθνικά προϊόντα επ' ευκαιρία της συμβάσεως της οποίας αποτελούν το αντικείμενο και ο οποίος αποσκοπεί στη χρηματοδότηση ταμείου ενισχύσεως της εθνικής παραγωγής" (39).
46. Δεδομένου ότι το τέλος αυτό δεν εισπράττεται κατά τη διέλευση των συνόρων, δεν εμπίπτει στα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης (40) και αποτελεί εσωτερικό φόρο.
47. Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το άρθρο 95 δεν μπορεί να εφαρμοσθεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο φόρος δεν βαρύνει παρά μόνο τις αγοραπωλησίες μη αποφλοιωμένου ρυζιού που παρήχθη στην Ιταλία και δεν αφορά "τα προϊόντα των άλλων κρατών μελών".
48. Πράγματι,
"(...) ενώ το άρθρο 95 απαγορεύει σε οποιοδήποτε κράτος μέλος να φορολογεί τα εισαγόμενα από άλλα κράτη μέλη προϊόντα βαρύτερα από τα εγχώρια προϊόντα, δεν απαγορεύει στα εν λόγω κράτη να φορολογούν τα εγχώρια προϊόντα βαρύτερα από τα εισαγόμενα (...) διαφορές τέτοιας φύσεως δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 95 (...)" (41).
49. Η εθνική νομοθεσία δεν θίγει, εν προκειμένω, την αρχή της ουδετερότητας των εθνικών φόρων από πλευράς ανταγωνισμού μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων. Η επιβάρυνση που αφορά τη δραστηριότητα προωθήσεως της εθνικής παραγωγής δεν πλήττει την παραγωγή των άλλων κρατών μελών.
50. Για να ολοκληρώσω, θα ήθελα να υπενθυμίσω το άρθρο 96 της Συνθήκης. Το άρθρο αυτό απαγορεύει να επιστρέφεται, για τα προϊόντα που εξάγονται προς την επικράτεια ενός των κρατών μελών, ποσό εσωτερικών φόρων ανώτερο των εσωτερικών φόρων που τους έχουν επιβληθεί άμεσα ή έμμεσα. Τούτο θα συνέβαινε εάν, αντιθέτως προς ό,τι συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, στους αγοραστές του ιταλικού μη αποφλοιωμένου ρυζιού επιστρεφόταν τέλος αγοραπωλησίας ανωτέρου ποσού από ό,τι κατέβαλαν πραγματικά (42).
51. Τέλος, το τρίτο ερώτημα: συμβιβάζεται η μη επιστροφή του τέλους αγοραπωλησίας προς τον κανόνα του άρθρου 17, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/76 κατά τον οποίο η επιστροφή λόγω εξαγωγής πρέπει να είναι η ίδια για όλη την Κοινότητα; Παραβιάζεται αυτή η διάταξη, εφόσον ο εξαγωγέας πρέπει να καταβάλει ένα τέλος αγοραπωλησίας το οποίο μειώνει το ποσό των επιστροφών που του χορηγεί η Κοινότητα;
52. 'Εχετε ήδη εξετάσει το ερώτημα αυτό με την απόφαση Geddo (43). Ο γενικός εισαγγελέας Trabucchi επεσήμανε τότε με τις προτάσεις του τα εξής:
"Το τέλος αγοραπωλησίας επιβάλλεται στο παραγόμενο στην Ιταλία ρύζι, ανεξαρτήτως του αν εξάγεται ή καταναλώνεται εντός της Ιταλίας. Η επιβολή αυτής της επιβαρύνσεως οφείλεται στη γεωγραφική προέλευση του ρυζιού του οποίου η κυριότητα μεταβιβάζεται ή το οποίο μεταποιείται από τη βιομηχανία και όχι στη διέλευση των συνόρων του κράτους" (44).
53. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι "το τέλος αγοραπωλησίας (...) δεν έχει καμία διαρθρωτική ή λειτουργική σχέση με την επιστροφή λόγω εξαγωγής" (45).
54. Εξάλλου, όπως έχετε αποφανθεί, αυτή η έλλειψη σχέσεως με τη "διέλευση των συνόρων" σημαίνει ότι το τέλος αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος προς δασμούς (46), λαμβανομένου υπόψη ότι η επιβάρυνση αυτή "θα ερχόταν σε αντίθεση προς τις διατάξεις του κανονισμού που προβλέπει τις επιστροφές λόγω εξαγωγής, μόνον αν εμφανιζόταν ως μέσο για τη μείωση του ποσού των επιστροφών" (47). Αυτή είναι η μόνη επιφύλαξη που διατύπωσε το Δικαστήριο.
55. Το τέλος αγοραπωλησίας όμως δεν έχει τέτοιο στόχο (48), αφού, όπως είδαμε, καθίσταται απαιτητό ακόμη και όταν το εν λόγω προϊόν δεν εξάγεται.
56. Οι αιτούσες της κύριας δίκης, υποστηρίζοντας ότι η απόφασή σας στην υπόθεση Geddo ήταν ασαφής, και μάλιστα ότι εμφανίζει κενά στο σημείο αυτό (49), θεωρούν ότι η μη απόδοση του τέλους αγοραπωλησίας που έχει καταβληθεί για ρύζι προοριζόμενο για εξαγωγή, η οποία παρέχει δικαίωμα κοινοτικών επιστροφών, οδηγεί στη μείωσή τους.
57. Ας υπογραμμισθεί εκ νέου εδώ η πλήρης απουσία συνδέσμου μεταξύ του τέλους αγοραπωλησίας και των επιστροφών λόγω εξαγωγής. Ας το επαναλάβω: το τέλος αυτό οφείλεται όποιος και αν είναι ο προορισμός του προϊόντος. Συνεπώς, δεν αφαιρείται από την επιστροφή.
58. Κατά συνέπεια, σας προτείνω να αποφανθείτε ως εξής:
1. Τα άρθρα 5 και 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαγορεύουν καταρχήν τη μη επιστροφή ενός εσωτερικού φόρου ο οποίος βαρύνει τις συμβάσεις αγοραπωλησίας μη αποφλοιωμένου ρυζιού που έχει παραχθεί εντός ενός κράτους μέλους και ο οποίος προορίζεται για τη χρηματοδότηση ενός ταμείου ενισχύσεως της εθνικής παραγωγής.
2. Η εκτίμηση περί του εάν και κατά πόσον ο φόρος αυτός έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση της λειτουργίας των μηχανισμών τιμών, οι οποίοι προβλέπονται από την κοινή οργάνωση της αγοράς ρυζιού, αποτελεί αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου.
3. Ο φόρος αυτός θα ήταν αντίθετος προς το άρθρο 17, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/76, της 21ης Ιουνίου 1976, μόνον εάν εμφανιζόταν ως μέσο για τη μείωση του ποσού των επιστροφών λόγω εξαγωγής.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) - Υπόθεση 2/73, Rec. 1973, σ. 865.
(2) - GURI (ιταλική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως) της 12ης Οκτωβρίου 1931, αριθ. φύλλου 236.
(3) - 'Αρθρο 1.
(4) - Επί της αποστολής του Ente, βλ. τις παρατηρήσεις του, σ. 13 επ. της γαλλικής μεταφράσεως.
(5) - Βλ. άρθρο 9 του βασιλικού νομοθετικού διατάγματος 1183, της 11ης Αυγούστου 1933, GURI, αριθ. φύλλου 218 (παράρτημα 8 των παρατηρήσεων του Ente).
(6) - Βλ. Rec. 1973, σ. 867.
(7) - JO 1967, 174, σ. 1.
(8) - Σκέψεις 4 και 5.
(9) - Σκέψεις 5 και 6.
(10) - 'Οπ.π., η υπογράμμιση δική μου.
(11) - ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127.
(12) - 'Αρθρο 30, παράγραφος 1, του κανονισμού 1418/76.
(13) - Βλ. παρατηρήσεις των αιτουσών της κύριας δίκης εταιριών, σ. 15 της γαλλικής μεταφράσεως.
(14) - Παρατηρήσεις, σ. 2 και 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
(15) - Παρατηρήσεις, σ. 1 της γαλλικής μεταφράσεως.
(16) - Απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1971, 43/71 (Rec. 1971, σ. 1039).
(17) - Σκέψη 5.
(18) - Βλ. επίσης την απόφαση της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 8). Βλ. επίσης τις προτάσεις μου επί της υποθέσεως Corbiau (απόφαση της 30ής Μαρτίου 1993, C-24/92, Συλλογή 1993, σ. Ι-0000, σημεία 8 έως 10) και επί της υποθέσεως Ligur Carni (C-227/91, C-318/91 και C-319/91, εκκρεμείς, σημείο 14).
(19) - Υποθέσεις C-13/91 και C-113/91 (Συλλογή 1992, σ. Ι-3617, σκέψη 8).
(20) - Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1963, 28/62, 29/62 και 30/62, Da Costa (Rec. 1963, σ. 59, και συγκεκριμένα σ. 76).
(21) - Απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-186/90, Durighello (Συλλογή 1991, σ. Ι-5773, σκέψη 8).
(22) - Παρατηρήσεις του καθού της κύριας δίκης, σ. 12 της γαλλικής μεταφράσεως.
(23) - Απόφαση της 8ης Απριλίου 1976, 112/75, Hirardin (Rec. 1976, σ. 553, σκέψη 8).
(24) - Βλ. απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989, C-281/87, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (Συλλογή 1989, σ. 4015, σκέψη 16).
(25) - Rec. 1973, σ. 889.
(26) - Βλ. απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988, 203/86, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 4563, σκέψη 25) (η υπογράμμιση δική μου).
(27) - Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Trabucchi στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση Geddo (Rec. 1973, σ. 881, ειδικά σ. 890).
(28) - Σκέψη 4.
(29) - Παρατηρήσεις των αιτουσών της κύριας δίκης, σ. 13 της γαλλικής μεταφράσεως. Βλ. επίσης σ. 22 επ.
(30) - Βλ. την τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη και τον πρώτο τίτλο του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/76.
(31) - Βλ. την έβδομη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/76: Πρέπει η ενδεικτική τιμή, οι τιμές παρεμβάσεως και οι τιμές κατωφλίου να αποτελούν, κατά τη διάρκεια της περιόδου εμπορίας, αντικείμενο ενός ορισμένου αριθμού μηνιαίων προσαυξήσεων, για να ληφθούν υπόψη μεταξύ άλλων τα έξοδα αποθηκεύσεως και οι τόκοι για την αποθεματοποίηση της ορύζης εντός της Κοινότητας, καθώς και η ανάγκη διαθέσεως των αποθεμάτων σύμφωνα με τις ανάγκες της αγοράς .
(32) - Βλ. την απάντηση της Επιτροπής στην πρώτη ερώτηση του Δικαστηρίου.
(33) - Υποθέσεις 36/80 και 71/80, Συλλογή 1981, σ. 735.
(34) - Σκέψη 20.
(35) - 'Οπ.π. και σκέψη 19.
(36) - Σκέψη 20. Επί ενός φόρου αποθεματοποιήσεως, επιβαλλομένου υπέρ τρίτων επί των εισαγομένων προϊόντων, βλ. απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1991, C-235/90, Aliments Morvan (Συλλογή 1991, σ. Ι-5419).
(37) - Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως στις υποθέσεις C-333/92 και C-335/92, σ. 3.
(38) - Παρατηρήσεις της Επιτροπής, σ. 7 της γαλλικής μεταφράσεως.
(39) - Απόφαση Geddo, σκέψη 6.
(40) - 'Οπ.π., σκέψεις 5 και 6.
(41) - Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979, 86/78, Peureux (Rec. 1979, σ. 897, σκέψεις 32 επ.).
(42) - Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η προαναφερθείσα απόφαση Morvan, σημείο 51.
(43) - Σκέψη 6, δεύτερο εδάφιο, και σημείο 2 του διατακτικού.
(44) - Rec. 1973, σ. 892.
(45) - Παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, σ. 4 της γαλλικής μεταφράσεως.
(46) - Βλ. απόφαση Geddo, σκέψη 5, τελευταίο εδάφιο.
(47) - 'Οπ.π., σκέψη 6.
(48) - Το οποίο, άλλωστε, προϋπήρχε της καθιερώσεως των επιστροφών κατά την εξαγωγή.
(49) - Παρατηρήσεις, σ. 8 και 17 της γαλλικής μεταφράσεως.