Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 61990CC0086

Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 8ης Απριλίου 1992.
Thomas Anthony O'Brien κατά Ιρλανδίας, Attorney General και Minister for agriculture and food.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Supreme Court - Ιρλανδία.
Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος.
Υπόθεση C-86/90.

Συλλογή της Νομολογίας 1992 I-06251

ECLI identifier: ECLI:EU:C:1992:171

ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ

F. G. JACOBS

της 8ης Απριλίου 1992 ( *1 )

Κύριε Πρόεδρε,

Κύριοι δικαστες,

1. 

Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται για μια ακόμη φορά να εξετάσει το άρθρο 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ 1984, L 90, σ. 13), το οποίο ενσωματώθηκε στον ανωτέρω κανονισμό με τον κανονισμό 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989 (ΕΕ 1989, L 84, σ. 2). Υπενθυμίζεται ότι σκοπός του νέου αυτού άρθρου ήταν να καταστήσει δυνατή τη χορήγηση μιας ειδικής ποσότητος αναφοράς σε γαλακτοπαραγωγούς οι οποίοι, έναντι πριμοδοτήσεως, είχαν υπαχθεί σε καθεστώς μη εμπορίας ή μετατροπής στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77 (ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί θεσπίσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και αγέλης βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (JO 1977, L 131, σ. 1). Προηγουμένως ήταν αδύνατο να χορηγηθεί στους εν λόγω παραγωγούς ποσότητα αναφοράς στο πλαίσιο του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84, καθότι δεν είχαν παραγάγει γάλα κατά τη διάρκεια ενός από τα έτη αναφοράς που καθορίζονται στο άρθρο 2 ως βάση για τη χορήγηση ποσοστώσεως. Ωστόσο, στις υποθέσεις 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ.2321), και 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355), έγινε δεκτό ότι οι εν λόγω παραγωγοί είχαν θεμιτή προσδοκία να επανέλθουν στην παραγωγή γάλακτος μετά την εκπνοή της δεσμεύσεως τους περί μη εμπορίας ή μετατροπής. Το άρθρο 3α ενσωματώθηκε στον κανονισμό 857/84 προκειμένου να δικαιωθούν οι θεμιτές αυτές προσδοκίες. Κατόπιν των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 1990, υπόθεση C-189/89, Spagl (Συλλογή 1990, σ. I-4539), και υπόθεση C-217/89, Pastätter (Συλλογή 1990, σ. I-4585), το άρθρο 3α τροποποιήθηκε με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1639/91, της 13ης Ιουνίου 1991 (ΕΕ 1991, L 150, σ. 35), προκειμένου να ικανοποιήσει περαιτέρω τις ίδιες αυτές προσδοκίες, μολονότι η τελευταία αυτή τροποποίηση δεν έχει αποφασιστική σημασία για τα ζητήματα που τίθενται στο πλαίσιο της παρούσας δίκης.

2. 

Η χορήγηση ειδικής ποσότητος αναφοράς κατά το άρθρο 3α εξαρτάται από διαφόρους όρους και προϋποθέσεις. Ειδικότερα, προκειμένου να χορηγηθεί προσωρινή ποσότητα αναφοράς σε ορισμένο παραγωγό κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 1, απαιτείται ο εν λόγω παραγωγός να μην έχει παύσει τη δραστηριότητά του ή εκχωρήσει ολόκληρη τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής και να αποδείξει ότι μπορεί να παραγάγει στην εκμετάλλευση του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς. Οι αιτήσεις για τη χορήγηση προσωρινής ποσότητας αναφοράς πρέπει να υποβάλλονται εντός τριών μηνών από τις 29 Μαρτίου 1989. Περαιτέρω, στο άρθρο 3α, παράγραφος 3, ορίζεται ότι:

«Εάν, εντός προθεσμίας δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, ο παραγωγός μπορέσει να παράσχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς αποδείξεις για το ότι έχει πραγματικά ξαναρχίσει τις άμεσες πωλήσεις ή/και τις παραδόσεις και ότι αυτές οι άμεσες πωλήσεις ή/και παραδόσεις έφθασαν κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών σε επίπεδο ίσο ή μεγαλύτερο από 80 % της προσωρινής ποσότητας αναφοράς, η ειδική ποσότητα αναφοράς του χορηγείται οριστικά (...) Το υψος των άμεσων πωλήσεων ή/και των πραγματικών παραδόσεων ορίζεται λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη του ρυθμού παραγωγής στην εκμετάλλευση του παραγωγού, τις εποχιακές συνθήκες και κάθε άλλη εξαιρετική περίσταση.»

Όπως προανέφερα, οι τροποποιήσεις που επέφερε στο άρθρο 3α, παράγραφος 3, ο κανονισμός 1639/91 δεν έχουν αποφασιστική σημασία για την παρούσα υπόθεση. Κατωτέρω θα αναφέρομαι στην προϋπόθεση ότι ο παραγωγός πρέπει να αποδείξει, εντός δυο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, ότι οι πωλήσεις ή παραδόσεις γάλακτος έφθασαν σε επίπεδο τουλάχιστον 80 % της προσωρινής ποσότητος αναφοράς με τον όρο «προϋπόθεση παραγωγής».

3. 

Ο O'Brien, αιτών της κυρίας δίκης, είναι αγρότης κοντά στο Ballynalacken, County Cork. To 1979, υπέβαλε αίτηση προκειμένου να υπαχθεί στο καθεστώς μη εμπορίας στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77. Η αίτηση του έγινε δεκτή και, έναντι ορισμένης πριμοδοτήσεως, ανέλαβε δέσμευση περί μη εμπορίας για την περίοδο από 28 Οκτωβρίου 1979 έως 27 Οκτωβρίου 1984. Κατά συνέπεια, απέσχε της παραγωγής γάλακτος κατά το πενταετές αυτό διάστημα και κατά το πέρας της περιόδου αυτής δεν μπορούσε να ξαναρχίσει την παραγωγή καθότι, έχοντας διακόψει την παραγωγή, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση ποσοστώσεως στο πλαίσιο του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84. Στις 24 Ιουνίου 1989, κατόπιν της τροποποιήσεως του εν λόγω κανονισμού με τον κανονισμό 764/89, υπέβαλε αίτηση στο Υπουργείο Γεωργίας για τη χορήγηση ειδικής ποσότητος αναφοράς κατ' εφαρμογή του νέου άρθρου 3α, οπότε και του χορηγήθηκε προσωρινή ποσότητα αναφοράς για 39803 γαλόνια. Ωστόσο, με έγγραφο της 28ης Αυγούστου 1989, το υπουργείο πληροφόρησε τον O'Brien ότι, για να πληροί τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της οριστικής ποσότητας αναφοράς, έπρεπε να αποδείξει ότι πραγματοποιήθηκαν παραδόσεις γάλακτος στις απαιτούμενες ποσότητες από γαίες τις οποίες διαχειριζόταν ακόμη ο ίδιος κατά το πέρας της περιόδου μη εμπορίας η οποία, υπενθυμίζεται, είχε λήξει περίπου πέντε έτη πριν. Ο O'Brien θεώρησε τον όρο αυτό απαράδεκτο, δεδομένου ότι είχε προσθέσει πρόσφατα νέες εκτάσεις στην εκμετάλλευση του. Συγκεκριμένα, συγχρόνως περίπου με την υποβολή της αιτήσεως του για τη χορήγηση ποσοστώσεως, είχε λάβει την άδεια να χρησιμοποιεί 240 στρέμματα από τις συνορεύουσες εκτάσεις του αδελφού του, τις οποίες πρότεινε να εκμεταλλεύονται συνεταιρικά. Κατωτέρω θα αναφέρομαι στα 240 αυτά στρέμματα με τον όρο «συνορεύουσες γαίες».

4. 

Στο πλαίσιο αυτό ο O'Brien άσκησε προσφυγή ενώπιον του High Court ζητώντας να αναγνωριστεί ότι, για τους σκοπούς εφαρμογής της προϋποθέσεως παραγωγής, η εκμετάλλευση περιλαμβάνει όλες τις εκτάσεις τις οποίες διαχειρίζεται ο παραγωγός κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως του για τη χορήγηση ποσοστώσεως και όχι μόνο τις γαίες που διαχειριζόταν ο ίδιος κατά το πέρας της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής. To High Court απέρριψε την αίτηση και, κατά συνέπεια, ο O'Brien άσκησε αναίρεση ενώπιον του Supreme Court of Ireland το οποίο υπέβαλε στο Δικαστήριο το εξής προδικαστικό ερώτημα:

«Για να πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου [που προστέθηκε στον εν λόγω κανονισμό με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 764/89], πρέπει το γάλα το οποίο ο παραγωγός εμφανίζει ως πωληθέν άμεσα ή/και παραδοθέν να έχει παραχθεί αποκλειστικά από εκείνες τις γαίες των οποίων η γαλακτοπαραγωγή ελήφθη ως βάση για τον υπολογισμό της πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής και τις οποίες εξακολουθούσε να διαχειρίζεται ο ενδιαφερόμενος παραγωγός κατά το πέρας της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής;»

5. 

Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι στον O'Brien δόθηκε η άδεια χρήσεως των συνορευουσών γαιών στο πλαίσιο ρυθμίσεως που στη διάταξη περί παραπομπής περιγράφεται ως «συμφωνία προσωρινής κοινοπραξίας» που συνήφθη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση ποσοστώσεως. Στο πλαίσιο της ιδίας ρυθμίσεως, ο O'Brien μίσθωσε από τον αδελφό του 40 αγελάδες. Φαίνεται περαιτέρω ότι την ίδια εποχή οι δύο αδελφοί συνήψαν εταιρική σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας ο αιτών εισέφερε τις συνορεύουσες γαίες, τα κτήματά του και τις 40 μισθωμένες αγελάδες στο εταιρικό κεφάλαιο. Έτσι, τα δύο αδέλφια δημιούργησαν εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση της ποσοστώσεως και οι συνορεύουσες γαίες αποτέλεσαν μέρος των περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας.

6. 

Κατωτέρω θα ασχοληθώ, καταρχάς, με την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο υποβληθέν στο Δικαστήριο ερώτημα και κατόπιν θα εξετάσω το ζήτημα των συνεπειών του γεγονότος ότι η εκμετάλλευση για την οποία πρόκειται διοικείται από μια εταιρία και όχι από συγκεκριμένο παραγωγό. Τέλος, θα εξεταστεί πώς πρέπει να υπολογίζεται για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 3α, παράγραφος 3, το επίπεδο παραγωγής σε περιπτώσεις σαν την υπό εξέταση.

7. 

Για λόγους συντομίας, θα αναφέρομαι μόνο σε παραγωγούς οι οποίοι, όπως ο αιτών, υπήχθησαν σε καθεστώς μη εμπορίας στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, μολονότι είναι σαφές ότι οι ίδιες αρχές ισχύουν και προκειμένου για παραγωγούς που υπήχθησαν σε καθεστώς μετατροπής στο πλαίσιο του ιδίου κανονισμού.

Η έννοια της «εκμεταλλεύσεως»

8.

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1041/78, της 22ας Μαΐου 1978 (JO 1978, L 134, σ. 9), η πριμοδότηση μη εμπορίας υπολογίζεται με βάση την ποσότητα γάλακτος που παραδόθηκε από τον παραγωγό κατά τη διάρκεια των δώδεκα μηνών προ της υποβολής της αιτήσεως του για υπαγωγή στο καθεστώς μη εμπορίας. Επομένως, το ερώτημα του Supreme Court of Ireland αφορά κατ' ουσίαν το ζήτημα αν, για τους σκοπούς του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, η έννοια της «εκμεταλλεύσεως» περιορίζεται στις γαίες που εκμεταλλευόταν ο παραγωγός προ της υποβολής της αιτήσεώς του για χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας και την οποία διατηρούσε ακόμη κατά το πέρας της περιόδου μη εμπορίας.

9.

To Supreme Court of Ireland δεν θέτει ρητώς το ερώτημα αν εκτάσεις που προστέθηκαν στην εκμετάλλευση του παραγωγού κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας μπορούν να περιληφθούν στην «εκμετάλλευση του» για τους σκοπούς του άρθρου 3α, παράγραφος 3. Μολονότι, στις γραπτές παρατηρήσεις τους, τόσο η Επιτροπή όσο και η Ιρλανδική Κυβέρνηση φαίνονται να υποστηρίζουν ότι στο υποβληθέν ερώτημα έπρεπε να δοθεί καταφατική απάντηση, η Ιρλανδική Κυβέρνηση φάνηκε επίσης να δέχεται ότι η εκμετάλλευση είναι δυνατόν να περιλαμβάνει εκτάσεις προστεθείσες κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας. Περαιτέρω, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή υιοθέτησε ελαστικότερη στάση, υποστηρίζοντας στο στάδιο αυτό ότι μόνο αυτό που αποκάλεσε «καρδιά» της εκμεταλλεύσεως έπρεπε να έχει παραμείνει αμετάβλητο μεταξύ της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως πριμοδοτήσεως και του χρονικού σημείου κατά το οποίο πρέπει να πληρούται η προϋπόθεση παραγωγής. Με τον όρο «καρδιά» της εκμεταλλεύσεως, η Επιτροπή φαίνεται να εννοεί το μέρος εκείνο της εκμεταλλεύσεως που είναι ουσιώδες για την επανέναρξη της γαλακτοπαραγωγής. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε την άποψη ότι η προϋπόθεση παραγωγής μπορεί να πληρούται οσάκις υφίσταται παραγωγή πραγματοποιούμενη σε γαίες που προστέθηκαν στην εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας αλλά όχι σε γαίες που προστέθηκαν μετά το τέλος της περιόδου αυτής.

10.

Όπως επισημαίνει ο αιτών στις γραπτές παρατηρήσεις του, αν γινόταν δεκτή η αρχική άποψη της Επιτροπής ή η άποψη της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως, το αποτέλεσμα θα ήταν ιδιαίτερα επαχθές για τους ενδιαφερομένους παραγωγούς καίτοι, όπως ήδη ανέφερα, η άποψη της Επιτροπής έγινε αισθητά πιο φιλελεύθερη κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Κατά το διάστημα των δέκα ετών στη διάρκεια των οποίων οι εν λόγω παραγωγοί είχαν τεθεί εκτός της γαλακτοπαραγωγικής δραστηριότητας, η ικανότητά τους να παράγουν γάλα στην αρχική εκμετάλλευση ενδέχεται να έχει περιοριστεί σημαντικά. Π.χ., μισθώσεις τμημάτων της εκμεταλλεύσεως μπορεί να έληξαν, άλλα τμήματα της εκμεταλλεύσεως μπορεί να εκποιήθηκαν οικειοθελώς όταν φάνηκε ότι οι προσδοκίες για επανέναρξη της γαλακτοπαραγωγής διαψεύδονταν ενόψει των ρυθμίσεων περί ποσοστώσεων, ενώ οι αρχικές εγκαταστάσεις γαλακτοπαραγωγής ενδέχεται να μη διατηρήθηκαν σε κατάσταση επιτρέπουσα επαναλειτουργία. Το να απαιτείται επομένως από τους παραγωγούς αυτούς να φθάσουν το καθορισθέν επίπεδο παραγωγής στα εναπομένοντα τμήματα της αρχικής τους εκμεταλλεύσεως θα συνεπαγόταν διάψευση των θεμιτών προσδοκιών τους επανενάρξεως της παραγωγής, τις οποίες το Δικαστήριο αναγνώρισε στην υπόθεση 120/86, Mulder, και στην υπόθεση 170/86, Von Deelzen, που προπαρατέ-θηκαν στο σημείο 1, και επικύρωσε στην υπόθεση C-189/89, Spagi, και C-217/89, Pastätter, επίσης προαναφερθείσες.

11.

Είναι γεγονός ότι, όπως επισημαίνει η Ιρλανδική Κυβέρνηση, οι θεμιτές προσδοκίες που αναγνωρίστηκαν από το Δικαστήριο στις εν λόγω υποθέσεις αφορούσαν επανέναρξη της παραγωγής κατά το πέρας της περιόδου μη εμπορίας: δηλαδή, στην περίπτωση του O'Brien, κατά το τέλος του 1984. Ωστόσο, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι, προκειμένου να ικανοποιηθεί μια τέτοια προσδοκία, θα αρκούσε να επιτραπεί στον αιτούντα να συμπεριλάβει παραγωγή προερχόμενη από εκτάσεις που προστέθηκαν πριν από το πέρας της περιόδου μη εμπορίας, αλλά όχι εκτάσεις που προστέθηκαν μεταγενέστερα. Και τούτο διότι ακριβώς η θεμιτή προσδοκία επανενάρξεως της παραγωγής αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ήταν εκείνη που διαψεύστηκε με τη θέσπιση της νομοθεσίας περί ποσοστώσεων στην αρχική της μορφή. Μόνο το 1989, οπότε ο κανονισμός 857/84 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, παραγωγοί ευρισκόμενοι στην ίδια με τον αιτούντα κατάσταση είχαν κάποια προοπτική επιστροφής στη γαλακτοπαραγωγή. Αν, επομένως, όπως δέχεται η Ιρλανδική Κυβέρνηση, για τους σκοπούς εφαρμογής της προϋποθέσεως παραγωγής μια «εκμετάλλευση» μπορεί να περιλαμβάνει εκτάσεις που προστέθηκαν σ' αυτή κατά τη διάρκεια της περιόδου μη εμπορίας, γίνεται δύσκολα αντιληπτό γιατί δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνει και εκτάσεις προστεθείσες μεταγενέστερα, σε περίοδο κατά την οποία οι παραγωγοί εξακολουθούσαν να αποκλείονται της γαλακτοπαραγωγικής δραστηριότητος συνεπεία άκυρης κοινοτικής νομοθεσίας. Πράγματι, ενόψει του ότι παραγωγοί στους οποίους είχε ήδη χορηγηθεί ορισμένη ποσόστωση υπό το άρθρο 2 του κανονισμού 857/84 είχαν τη δυνατότητα, κατά την ίδια περίοδο, να προσθέσουν εκτάσεις στην εκμετάλλευση τους χωρίς απώλεια ποσοστώσεων, κάθε άλλη λύση θα συνεπαγόταν δυσμενή μεταχείριση παραγωγών που συμμετέσχαν σε καθεστώς μη εμπορίας και οι οποίοι, συνεπεία ελαττωματικής κοινοτικής νομοθεσίας, βρίσκονταν σε προσωρινή αδυναμία αποκτήσεως ποσοστώσεων. Είναι βεβαίως αληθές ότι παραγωγοί αποκτήσαντες ποσόστωση στο πλαίσιο του άρθρου 2 δεν μπορούσαν πιθανόν να πωλήσουν γαίες κατά την περίοδο αυτή χωρίς παράλληλη απώλεια τμήματος της ποσοστώσεως τους που μετέβαινε στον αγοραστή: βλ. άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 είναι όμως επίσης αληθές ότι, στην περίπτωση αυτή, η αξία των εν λόγω εκτάσεων θα αύξανε συνεπεία των συνδεομένων προς αυτές ποσοστώσεων.

12.

Εν πάση περιπτώσει, κατά την άποψη μου οι οικείες διατάξεις δεν περιέχουν στοιχεία που να δικαιολογούν περιορισμό της εννοίας της «εκμεταλλεύσεως» κατά την προτεινόμενη από την Επιτροπή ή την Ιρλανδική Κυβέρνηση έννοια.

13.

Στο άρθρο 12, στοιχείο δ', του κανονισμού 857/84 ως «εκμετάλλευση» ορίζεται: «το σύνολο των μονάδων παραγωγής που διαχειρίζεται ο παραγωγός και βρίσκονται στο γεωγραφικό έδαφος της Κοινότητας», ο ορισμός δε αυτός δεν τροποποιήθηκε όταν παρενεβλήθη το άρθρο 3α με τον κανονισμό 764/89. Εκ πρώτης όψεως, με βάση τον ορισμό αυτό είναι δυνατόν να συμπεριληφθεί ανά πάντα χρόνο στην «εκμετάλλευση» του παραγωγού οιαδήποτε έκταση χρησιμοποιούμενη από αυτόν κατά τη συγκεκριμένη στιγμή για γαλακτοπαραγωγή. Κανένα στοιχείο στο κείμενο του ορισμού δεν φαίνεται να περιορίζει την εκμετάλλευση σε γαίες χρησιμοποιούμενες για γαλακτοπαραγωγή σε προηγούμενο χρονικό σημείο. Επομένως, τίθεται το ερώτημα μήπως υπάρχει κανένα στοιχείο στο άρθρο 3α ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική διάταξη που να μπορεί να δικαιολογεί τέτοιο περιορισμό της εννοίας της «εκμεταλλεύσεως».

14.

Στις γραπτές παρατηρήσεις της, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, βάση και των υπολογισμών της προσωρινής ποσότητας αναφοράς που χορηγείται βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, είναι η εκμετάλλευση όπως αυτή είχε πριν από την υπαγωγή του παραγωγού στο καθεστώς μη εμπορίας. Επομένως, κατά την Επιτροπή, συνάγεται ότι η ίδια αυτή εκμετάλλευση ή, τουλάχιστον, σύμφωνα με τη μεταγενέστερη θέση της, η «καρδιά» της εκμεταλλεύσεως αυτής πρέπει να χρησιμοποιείται για τους σκοπούς εφαρμογής της προϋποθέσεως εφαρμογής του άρθρου 3α, παράγραφος 3. Ωστόσο, κατά την άποψή μου το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Το άρθρο 3α, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, όπως είχε αρχικώς, προέβλεπε τα εξής:

«Η ειδική ποσότητα αναφοράς ισούται προς το 60 % της παραδοθείσας ποσότητος γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που επωλήθη από τον παραγωγό κατά τους 12ημερολογιακούς μήνες που προηγήθηκαν του μηνός κατάθεσης της αιτήσεως για χορήγηση πριμοδοτήσεως μη εμπορίας ή μετατροπής (...) και για την οποία ο παραγωγός δεν έχασε το δικαίωμα πριμοδοτήσεως.»

Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται σε κάποια συγκεκριμένη εκμετάλλευση, αλλά μάλλον σε ποσότητα γάλακτος. Ομοίως, μετά την τροποποίηση που έγινε με τον κανονισμό του Συμβουλίου 1639/91 στο άρθρο 3α, παράγραφος 2, η διάταξη εξακολουθεί να αναφέρεται στην «ποσότητα ως προς την οποία έχει (...) διατηρηθεί ή αποκτηθεί δικαίωμα πριμοδοτήσεως» (η υπογράμμιση δική μου). Βεβαίως, οι παραχθείσες πριν από την υποβολή της αιτήσεως για πριμοδότηση μη εμπορίας ποσότητες γάλακτος πρέπει να έχουν παραχθεί σε εκτάσεις τις οποίες διαχειριζόταν κατά το οικείο χρονικό διάστημα ο παραγωγός. Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 3α προστέθηκε στον κανονισμό 857/84 προκειμένου να ικανοποιηθούν οι θεμιτές προσδοκίες των αγροτών που επιθυμούσαν να επανέλθουν στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα. Επομένως, για τον υπολογισμό των ποσοστώσεων που θα τους χορηγούνταν, φρονώ ότι ο κρίσιμος παράγων ήταν ο όγκος της παραγωγής τους κατά τον προηγηθέντα χρόνο και όχι οι συγκεκριμένες γαίες όπου επραγματοποιείτο η παραγωγή αυτή.

15.

Είναι γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 857/84, ο αιτούμενος ποσότητα αναφοράς πρέπει, πριν από τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής, να μην έχει παύσει τη δραστηριότητά του ή εκχωρήσει ολόκληρη τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση, δηλαδή το τμήμα της εκμεταλλεύσεως που χρησιμοποιείται για την παραγωγή γάλακτος. Περαιτέρω, το νέο άρθρο 3α του κανονισμού της Επιτροπής 1546/88, της 3ης Ιουνίου 1988, όπου θεσπίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής του συστήματος ποσοστώσεων (ΕΕ L139, σ. 12), το οποίο ενσωματώθηκε στον εν λόγω κανονισμό με τον κανονισμό 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ 1989, L 110, σ. 27), ορίζει, στην παράγραφο 1, τα εξής:

«Η αίτηση [για τη χορήγηση ποσοστώσεως βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84] (...) υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος (...) με τον όρο ότι ο παραγωγός μπορεί να αποδείξει ότι διαχειρίζεται ακόμη, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειριζόταν τη στιγμή της εγκρίσεως (...) της αιτήσεως του για χορήγηση πριμοδοτήσεως.»

Επομένως, πρέπει να υφίσταται κάποια συνέχεια μεταξύ της μορφής της εκμεταλλεύσεως πριν από την περίοδο μη εμπορίας και της παρούσας εκμεταλλεύσεως του παραγωγού. Ωστόσο, δεν νομίζω ότι με τις διατάξεις αυτές σκοπείται να απαιτηθεί από τον παραγωγό να ξαναρχίσει την παραγωγική του δραστηριότητα σε εκμετάλλευση πανοποιότυπη με αυτή που διαχειριζόταν κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του για πριμοδότηση. Η διάταξη που μόλις παρατέθηκε εξηγείται στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1033/89 ως εξής:

«Πρέπει να προσδιοριστεί ότι η αίτηση μπορεί να προέρχεται μόνον από παραγωγό που είναι σε θέση να διαχειριστεί τουλάχιστον ένα μέρος των ιδίων μονάδων παραγωγής με εκείνες που διαχειριζόταν όταν υποβλήθηκε η αίτηση χορηγήσεως πριμοδοτήσεως μη εμπορίας γάλακτος (...) αν ο παραγωγός δεν διαχειρίζεται πλέον αυτή την ίδια εκμετάλλευση (ήτοι μονάδες παραγωγής — βλ. άρθρο 12, περίπτωση δ', του κανονισμού 857/84 που προαναφέρθηκε στο σημείο 13 ανωτέρω), εκδηλώνει, σύμφωνα με τη λογική του καθεστώτος των πριμοδοτήσεων, την πρόθεση του να παύση τη γαλακτοκομική παραγωγή και, συνεπώς, δεν τον αφορά το ειδικό καθεστώς που έχει θεσπιστεί (...) βάσει του άρθρου 3α του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 (...)»

Ίσως δεν είναι απολύτως σαφές τι σημαίνει στην αιτιολογική αυτή σκέψη η φράση «λογική του καθεστώτος των πριμοδοτήσεων». Προκύπτει ωστόσο ότι σκοπός της διατάξεως δεν είναι να περιορίσει την παραγωγή σε εκτάσεις ανήκουσες στην αρχική εκμετάλλευση, αλλ' απλώς να εξασφαλίσει ότι ο υποβάλλων αίτηση για χορήγηση ποσοστώσεως έχει την πρόθεση να ξαναρχίσει την προηγούμενη δραστηριότητά του και όχι να επιδοθεί σε εντελώς διαφορετική επιχείρηση. Ο νομοθέτης θεώρησε ότι ο σκοπός αυτός θα εξασφαλιζόταν επαρκώς εφόσον τουλάχιστον τμήμα της αρχικής εκμεταλλεύσεως εχρησιμοποιείτο και πάλι για γαλακτοπαραγωγή.

16.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το τρίτο εδάφιο του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, το επίπεδο των πωλήσεων ή των παραδόσεων για τους σκοπούς εφαρμογής της προϋποθέσεως παραγωγής καθορίζεται «λαμβάνοντας υπόψη τον ρυθμό εξέλιξης της παραγωγής στην εκμετάλλευση του παραγωγού, τις εποχιακές συνθήκες και κάθε εξαιρετική περίσταση». Είναι κατά τη γνώμη μου σαφές ότι ο εν λόγω ρυθμός εξελίξεως και οι εποχιακές συνθήκες αναφέρονται στην περίοδο κατά την οποία ο παραγωγός προσπαθεί να ανταποκριθεί στην προϋπόθεση παραγωγής και όχι στην περίοδο που προηγείται της δεσμεύσεώς του για μη εμπορία. Δεν υπάρχει ένδειξη περί του ότι ο όρος «εκμετάλλευση του παραγωγού» σημαίνει οτιδήποτε άλλο εκτός από την παρούσα εκμετάλλευση του παραγωγού, που ασφαλώς δεν περιορίζεται στο τμήμα της εκμεταλλεύσεως που διαχειριζόταν αρχικώς ο παραγωγός αυτό.

17.

Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την εξέταση του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 857/84, όπου προβλέπεται ότι, προκειμένου να του χορηγηθεί προσωρινή ποσότητα αναφοράς βάσει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, ο παραγωγός πρέπει:

«να αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεως του (...), ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευση του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς».

Η προϋπόθεση αυτή δεν περιέχει ρητό ή σιωπηρό περιορισμό ως προς την έκταση της «εκμεταλλεύσεως» του παραγωγού. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, θεσπίστηκαν λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 3α με το νέο άρθρο 3α που ενσωματώθηκε στον κανονισμό 1546/88 της Επιτροπή με τον κανονισμό 1033/89 της Επιτροπής. Στο πλαίσιο των κανόνων αυτών δεν τίθεται προϋπόθεση επιβάλλουσα στον παραγωγό να προσδιορίζει ποιες ποσότητες γάλακτος παράγονται σε ποιο τμήμα της παρούσης εκμεταλλεύσεως του, είτε προκειμένου να πληρούται η μόλις αναφερθείσα προϋπόθεση είτε προς κάλυψη της προϋποθέσεως παραγωγής αυτής καθαυτής. Προσδιορισμός τέτοιου είδους θα ήταν ίσως δύσκολος, αλλά ασφαλώς θα ήταν αναγκαίος, εάν οι οικείες προϋποθέσεις ήταν δυνατό να πληρωθούν μόνο βάσει ποσοτήτων γάλακτος παραγομένων σε ορισμένα τμήματα της εκμεταλλεύσεως.

18.

Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι, για τους σκοπούς πληρώσεως της προϋποθέσεως που τίθεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, ο παραγωγός μπορεί, καταρχήν, να επικαλείται ποσότητες γάλακτος παραχθείσες σε οιοδήποτε τμήμα της παρούσας εκμεταλλεύσεώς του. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι η αρχή αυτή υπόκειται σε δύο περιορισμούς. Πρώτον, η προϋπόθεση που τίθεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 857/84 και στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής πρέπει να εξακολουθούν να πληρούνται. Συγκεκριμένα, ο παραγωγός πρέπει να εξακολουθεί να διαχειρίζεται, εν όλω ή εν μέρει, την εκμετάλλευση που διαχειριζόταν κατά τον χρόνο εγκρίσεως της αιτήσεώς του για χορήγηση πριμοδοτήσεως, αφού αυτό αποτελούσε προϋπόθεση της προσωρινής χορηγήσεως της ποσοστώσεως η οποία παραχωρείται οριστικά δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84. Δεύτερον, για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 3α, παράγραφος 3, η εκμετάλλευση όπου πραγματοποιείται η παραγωγή πρέπει να είναι η εκμετάλλευση όπως αυτή υφίστατο κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για χορήγηση προσωρινής ποσοστώσεως, καθότι το ύψος της προσωρινής ποσότητας αναφοράς έχει καθοριστεί σε σχέση με την εν λόγω εκμετάλλευση στα πλαίσια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού 857/84. Ωστόσο, φρονώ ότι οποιαδήποτε ερμηνεία του άρθρου 3α, θέτουσα περαιτέρω περιορισμούς, θα ματαίωνε τον σαφή σκοπό της διατάξεως αυτής και επιπλέον δεν δικαιολογείται από το γράμμα οποιασδήποτε διατάξεως της σχετικής νομοθεσίας. Όπως ήδη ανέφερα, η λύση αυτή είναι επίσης η δικαιότερη. Δεν υπάρχει λόγος ο παραγωγός που επιθυμεί ειλικρινώς να επιστρέψει στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα να περιορίζεται στο τμήμα εκείνο της εκμεταλλεύσεώς του το οποίο διαχειριζόταν πέντε ή (με βάση την αρχική άποψη της Επιτροπής) ακόμη και δέκα χρόνια πριν ή να υποχρεώνεται (κατά τη μεταγενέστερη άποψη της Επιτροπής) να συνεχίσει να παράγει στην «καρδιά» της αρχικής του εκμεταλλεύσεως.

19.

Επομένως, οι κρίσιμοι παράγοντες είναι η ταυτότητα του παραγωγού που επιστρέφει στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα και η ποσότητα παραδοθέντος κατά το παρελθόν από τον παραγωγό αυτό γάλακτος. Επομένως, είναι ανάγκη να εξεταστεί αν η κατάσταση επηρεάζεται από το γεγονός ότι, όπως στην παρούσα υπόθεση, την εκμετάλλευση διαχειρίζεται όχι ένας παραγωγός ατομικά αλλά μια εταιρία.

Διαχείριση της εκμεταλλεύσεως από εταιρία

20.

Οσάκις χορηγείται ποσόστωση δυνάμει του κανονισμού 857/84, αυτή χορηγείται μάλλον στον παραγωγό παρά στην εκμετάλλευση και, συναφώς, είναι ανάγκη να διαπιστώνεται η ταυτότητα του παραγωγού που διαχειρίζεται την εκμετάλλευση κατά τον χρόνο της χορηγήσεως (βλ. τις προσφάτως αναπτυχθείσες προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lenz της 27ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση C-236/90, Maier, σημεία 10 και 11 των προτάσεων). Είναι γεγονός ότι, εάν στη συνέχεια μεταβιβασθεί το σύνολο ή μέρος της εκμεταλλεύσεως, η ποσόστωση θεωρείται ως παράρτημα των κατ' ιδίαν τμημάτων της εκμεταλλεύσεως προκειμένου να καθοριστεί το ύψος της ποσότητας αναφοράς που μεταβιβάζεται με τη γη ή, ανάλογα με την περίπτωση, επιστρέφεται στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα (βλ. άρθρο 3α, παράγραφος 4, και άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, καθώς και τα άρθρα 7 και 7α του κανονισμού 1546/88 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό 1033/89 της Επιτροπής). Πάντως, μέχρις ότου η εκμετάλλευση μεταβιβασθεί εν όλω ή εν μέρει, ο παραγωγός που διαχειρίζεται την εκμετάλλευση, όπως αυτή έχει κατά τον δεδομένο χρόνο, εξακολουθεί να είναι δικαιούχος της ποσοστώσεως.

21.

Ωστόσο, όπως και η μορφή της εκμεταλλεύσεως, έτσι και η μορφή του παραγωγού μπορεί να μεταβληθεί. Κατά το άρθρο 12, στοιχείο γ', του κανονισμού 857/84, ως «παραγωγός» εκμεταλλεύσεως για τους σκοπούς του άρθρου 3α νοείται «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών ή νομικών προσώπων» που διαχειρίζονται την εκμετάλλευση. Επομένως, «παραγωγός» ορισμένης εκμεταλλεύσεως μπορεί να είναι ομάδα προσώπων, είναι δε σαφές ότι η σύνθεση της ομάδας αυτής είναι δυνατόν να μεταβάλλεται.

22.

Η εκμετάλλευση που αντλεί αρχικώς τα οφέλη της χορηγηθείσας ποσότητας αναφοράς είναι ασφαλώς η εκμετάλλευση την οποία διαχειρίζεται ο παραγωγός κατά τον χρόνο της χορηγήσεως. Ομοίως, οσάκις χορηγείται μια ποσόστωση, αυτή χορηγείται στον παραγωγό που διαχειρίζεται την εκμετάλλευση κατά τον χρόνο της χορηγήσεως βλ. απόφαση της 19ης Μαρτίου 1992, C-84/90, Dent, Συλλογή 1992, σ. I-2009, σκέψη 17). Ειδικότερα, ποσόστωση που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, χορηγείται στην ομάδα των παραγωγών που διαχειρίζονται κατά τον οικείο χρόνο την εκμετάλλευση, οι δικαιούχοι δε της εν λόγω ποσοστώσεως δεν περιορίζονται στα πρόσωπα εκείνα μεταξύ των διαχειριζομένων επί του παρόντος την εκμετάλλευση τα οποία ανέλαβαν τη δέσμευση μη εμπορίας στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3α, παράγραφος 1. Οσάκις, επομένως, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο παραγωγός που ανέλαβε αρχικώς τη δέσμευση περί μη εμπορίας διαχειρίζεται επί του παρόντος την εκμετάλλευση από κοινού με άλλο πρόσωπο, η χορήγηση οποιωνδήποτε ποσοστώσεων στο πλαίσιο του άρθρου 3α, παράγραφος 1, πρέπει να γίνεται προς τηναπαρτιζόμενη από δύο πρόσωπα εταιρία, η οποία διαχειρίζεται επί του παρόντος την εκμετάλλευση, και όχι σε οποιοδήποτε μέλος της εταιρίας ατομικά. Πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η εταιρία πρέπει να περιλαμβάνει τον αρχικό παραγωγό, αφού άλλως δεν θα πληρούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α', του κανονισμού 857/84 και στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 (βλ. σημείο 18 ανωτέρω). Περαιτέρω, σκοπός της ρυθμίσεως είναι να παράσχει στον αρχικό παραγωγό ή τον κληρονόμο του τη δυνατότητα να επιστρέψει στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα και όχι να επιτρέψει σε εντελώς διαφορετικό παραγωγό να αρχίσει παραγωγή στην εκμετάλλευση (βλ. απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1991, υπόθεση C-44/89, Von Deetzen, Συλλογή 1991, σ. Ι-5119, σκέψη 29).

23.

Φρονώ ότι η ποσόστωση πρέπει, καταρχήν, να χορηγείται στην ομάδα των προσώπων που διαχειρίζονται επί του παρόντος την εκμετάλλευση ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, η μορφή της εκμεταλλεύσεως έχει αλλάξει αφής υποβλήθηκε η αίτηση για πριμοδότηση μη εμπορίας, καθώς και η νομική μορφή του προσώπου του παραγωγού. Είναι σαφές ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χορηγηθεί στην εκμετάλλευση ποσόστωση υπερβαίνουσα το ποσό που καθορίζεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 2, το οποίο με τη σειρά του βασίζεται στις ποσότητες που παρήχθησαν από τον αρχικό παραγωγό από την εκμετάλλευση όπως αυτή εμφανιζόταν πριν από την υποβολή της αιτήσεως για πριμοδότηση. Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, ο αιτών, συνεται-ριζόμενος με τον αδελφό του, απλώς προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι θα είχε τη δυνατότητα να επανέλθει στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα σε επίπεδο ανάλογο της προηγουμένης παραγωγής του. Είναι γεγονός ότι, χάρις στον διακανονισμό αυτό, ο αδελφός του αιτούντος θα ωφεληθεί από την ύπαρξη της ποσοστώσεως που άλλως δεν θα μπορούσε να αποκτήσει ωστόσο, το αποτέλεσμα δεν θα είναι να αυξηθεί το συνολικό ύψος της ποσοστώσεως, αφού η συμμετοχή του αιτούντος στην ποσόστωση μειώνεται αντιστοίχως. Φρονώ επομένως ότι δεν θα προκύψει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα από τη χορήγηση της ποσοστώσεως στην εταιρία αντί σε ορισμένο παραγωγό προσωπικά.

24.

Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι, προκειμένου να τους χορηγηθεί προσωρινή ποσόστωση κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 1, οι παραγωγοί πρέπει να αποδείξουν ότι είναι σε θέση να πραγματοποιήσουν στην εκμετάλλευση τους παραγωγή που να φθάνει το απαιτούμενο ύψος (βλ. άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο β'). Ομοίως, κατά το άρθρο 3α, παράγραφος 3, πριν από την οριστική χορήγηση της ποσοστώσεως, οι παραγωγοί πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν ξαναρχίσει πωλήσεις ή παραδόσεις από την εκμετάλλευση τους. Δηλαδή, χορηγείται ποσόστωση δυνάμει του άρθρου 3α, προκειμένου να παράγεται γάλα από το πρόσωπο ή την ομάδα προσώπων στα οποία έχει χορηγηθεί ποσόστωση. Η προϋπόθεση αυτή εμποδίζει τη χορήγηση ποσοστώσεων σε αιτούντες που δεν έχουν την πρόθεση να επιδοθούν στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα, αλλ' οι οποίοι απλώς επιθυμούν να συνάψουν συμφωνία με άλλο παραγωγό προκειμένου ο τελευταίος να μπορέσει να παράγει γάλα στις δικές του γαίες επωφελούμενος της δυνατότητας αποκτήσεως ποσοστώσεως από τον πρώτο παραγωγό. Επομένως, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, οσάκις παρίσταται ανάγκη, εάν συμφωνίες συναφθείσες από τον παραγωγό έχουν πράγματι ως σκοπό να του εξασφαλίσουν τη δυνατότητα να παράγει γάλα στην εκμετάλλευση του, πιθανόν από κοινού με άλλους, ή αν, αντιθέτως, οι συμφωνίες αποτελούν απλώς ένα μέσο προκειμένου να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση του δικαιώματος επί της ποσοστώσεως σε άλλο πρόσωπο.

Υπολογισμός του επιπέδου παραγωγής

25.

Τέλος, ο αιτών υποστηρίζει στις γραπτές παρατηρήσεις του ότι τίθεται ζήτημα ως προς την εφαρμογή των προθεσμιών για τη χορήγηση ποσοστώσεως που προβλέπεται, ιδίως, στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84. Ο αιτών υποστηρίζει ότι θα ήταν άδικο να απαιτηθεί από παραγωγους ευρισκομένους στην ίδια με αυτόν κατάσταση να αποδείξουν ότι η παραγωγή τους έφθασε το απαιτούμενο επίπεδο εντός δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, καθότι, τουλάχιστον στην Ιρλανδία, οι εν λόγω παραγωγοί εξακολούθησαν να βρίσκονται σε νομική αβεβαιότητα ως προς το ποιες εκτάσεις μπορούν να θεωρηθούν ως τμήματα της εκμεταλλεύσεως τους για τον σκοπό αυτό.

26.

To Supreme Court of Ireland δεν υπέβαλε ερώτημα σχετικά με την προθεσμία εντός της οποίας μπορεί να πληρωθεί η προϋπόθεση παραγωγής. Το τεθέν από τον αιτούντα ζήτημα μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά το πώς πρέπει, υπό τις παρούσες προϋποθέσεις, να υπολογίζεται το ύψος της παραγωγής για τους σκοπούς εφαρμογής της προϋποθέσεως παραγωγής: υπό την έννοια αυτή, καλύπτεται καθ' όλα από το υποβληθέν ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου.

27.

Φρονώ ότι δεν θα ήταν παράλογο να απαιτηθεί από παραγωγό ευρισκόμενο στην κατάσταση του O'Brien να έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον μερικές πωλήσεις ή παραδόσεις κατά τους δώδεκα μήνες πριν από τις 29 Μαρτίου 1991, ακόμη και δεδομένης της νομικής αβεβαιότητας που επικρατούσε κατά την εποχή εκείνη: σε τελική ανάλυση, ο εν λόγω παραγωγός γνώριζε ότι γάλα παραχθέν σε ορισμένα τουλάχιστον τμήματα της εκμεταλλεύσεως του, ήτοι το τμήμα της αρχικής εκμεταλλεύσεως που εξακολουθούσε να κατέχει, θα ελαμβάνετο υπόψη κατά τον υπολογισμό στο πλαίσιο της εφαρμογής της προϋποθέσεως παραγωγής. Πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί ότι, κατά τον προσδιορισμό του επιπέδου των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων ή παραδόσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη «κάθε εξαιρετική περίσταση». Κατά την άποψη μου, μεταξύ των εξαιρετικών περιστάσεων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι και το γεγονός ότι ένας παραγωγός δεν μπόρεσε να παραγάγει γάλα από τη συνολική έκταση της παρούσας εκμεταλλεύσεως του, συνεπεία συνεχιζόμένης νομικής αβεβαιοτητας ως προς το αν ολόκληρη η εν λόγω παραγωγή θα περιλαμβανόταν στον υπολογισμό στο πλαίσιο της προϋποθέσεως παραγωγής. Επομένως, στην παρούσα υπόθεση, η αρμόδια αρχή πρέπει να λάβει υπόψη εκτιμήσεις περί πωλήσεων ή παραδόσεων που θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιηθεί από τις συνορεύουσες εκτάσεις, καθώς και τυχόν πωλήσεις ή παραδόσεις τις οποίες όντως πραγματοποίησε ο αιτών πριν από τις 29 Μαρτίου 1991.

Συμπέρασμα

28.

Ενόψει των ανωτέρω, φρονώ ότι στο υποβληθέν από το Supreme Court of Ireland προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:

«1)

Για τους σκοπούς εφαρμογής της προϋποθέσεως που τίθεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, οι εκεί αναφερόμενες πωλήσεις ή παραδόσεις δεν περιορίζονται στις ποσότητες γάλακτος που παρήχθησαν στην αρχική εκμετάλλευση που διαχειριζόταν ο παραγωγός κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του για πριμοδότηση μη εμπορίας ή μετατροπής, αλλά πρέπει να περιλαμβάνουν και ποσότητες γάλακτος παραχθείσες σε οποιοδήποτε τμήμα της εκμεταλλεύσεως την οποία διαχειριζόταν ο παραγωγός κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεώς του για χορήγηση προσωρινής ποσότητας αναφοράς δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω παραγωγός εξακολουθεί να διαχειρίζεται, εν όλω ή εν μέρει, την αρχική εκμετάλλευση και ότι έχει πράγματι επανέλθει στη γαλακτοπαραγωγική δραστηριότητα.

2)

Οσάκις, κατά τον χρόνο της χορηγήσεως ποσοστώσεως, την εκμετάλλευση διαχειρίζεται εταιρία, η προσωρινή ποσότητα αναφοράς που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 ή η οριστική ποσότητα αναφοράς που χορηγείται δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 3, πρέπει να χορηγείται στην εταιρία και όχι στον παραγωγό προσωπικά.

3)

Μεταξύ των εξαιρετικών περιστάσεων στις οποίες αναφέρεται η τελευταία περίοδος του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84 συγκατελέ-γονται και περιπτώσεις κατά τις οποίες ο παραγωγός δεν μπόρεσε να ξαναρχίσει τη γαλακτοπαραγωγή επί τμημάτων της εκμεταλλεύσεώς του συνεπεία της εξακολουθούσας νομικής αβεβαιότητας ως προς το αν η εν λόγω παραγωγή θα ελαμβάνετο υπόψη κατά τον υπολογισμό της απαιτουμένης ποσότητας στο πλαίσιο της εφαρμογής της προϋποθέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 3α, παράγραφος 3. Κατά συνέπεια, κατά τον καθορισμό, για τους σκοπούς εφαρμογής της διατάξεως αυτής, του επιπέδου πωλήσεων ή παραδόσεων, η αρμόδια αρχή πρέπει να λαμβάνει υπόψη εκτιμήσεις ως προς την παραγωγή που θα είχε άλλως πραγματοποιηθεί στα τμήματα αυτά της εκμεταλλεύσεως.»


( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.

Top