This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 61987CC0320
Opinion of Mr Advocate General Tesauro delivered on 25 January 1989. # Kai Ottung v Klee & Weilbach A/S and Thomas Schmidt A/S. # Reference for a preliminary ruling: Sø- og Handelsretten - Denmark. # Licensing agreement - Patent - Royalty and termination clause - Article 85 of the EEC Treaty. # Case 320/87.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 25ης Ιανουαρίου 1989.
Kai Ottung κατά Klee & Weilbach A/S και Thomas Schmidt A/S.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Sø- og Handelsretten - Δανία.
Σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως - Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας - Όροι περί καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως και περί καταγγελίας - Άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Υπόθεση 320/87.
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 25ης Ιανουαρίου 1989.
Kai Ottung κατά Klee & Weilbach A/S και Thomas Schmidt A/S.
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: Sø- og Handelsretten - Δανία.
Σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως - Δίπλωμα ευρεσιτεχνίας - Όροι περί καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως και περί καταγγελίας - Άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Υπόθεση 320/87.
Συλλογή της Νομολογίας 1989 -01177
ECLI identifier: ECLI:EU:C:1989:34
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 25ης Ιανουαρίου 1989. - ΚΑΙ OTTUNG ΚΑΤΑ KLEE & WEILBACH A/S ΚΑΙ THOMAS SCHMIDT A/S. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ SOE-OG HANDELSRETTEN ΤΗΣ ΚΟΠΕΓΧΑΓΗΣ. - ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΕΩΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΧΡΗΣΕΩΣ - ΔΙΠΛΩΜΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ - ΡΗΤΡΑ ΠΕΡΙ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ - ΑΡΘΡΟ 85 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 320/87.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 01177
++++
Κύριε πρόεδρε,
κύριοι δικαστές,
1. Τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορά η υπόθεση 320/87 υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο από το Soe- og- Handelsret της Κοπεγχάγης με σειρά η οποία, όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, θα πρέπει να μεταβληθεί ελαφρώς χάριν της λογικής αλληλουχίας των απαντήσεων που πρέπει να δοθούν.
2. Πράγματι, ο πηρήνας των ερωτημάτων αυτών συνίσταται στο ζήτημα αν μπορεί ένας από τους συμβαλλομένους σε σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εμπορικής εκμεταλλεύσεως ενός προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος να επικαλεσθεί τους όρους της εν λόγω συμβάσεως μετά τη λήξη της ισχύος του διπλώματος, στην περίπτωση που οι όροι αυτοί προβλέπουν την καταβολή ορισμένων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως για αόριστο χρονικό διάστημα ή, πάντως, για περίοδο υπερβαίνουσα τη διάρκεια ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
3. Ενόψει αυτού, το παραπέμπον δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί δύο χωριστών ζητημάτων: αν είναι δυνατόν από τη στιγμή που η κατοχυρωμένη με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εφεύρεση καθίσταται κοινής χρήσεως να εξακολουθεί να αξιούται βάσει συμβάσεως παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως που βρίσκεται ακόμη σε ισχύ η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως και αν, υπό τις συνθήκες αυτές, είναι δυνατή η επίκληση όρου της συμβάσεως προκειμένου να απαγορευθεί στον δικαιούχο που κατάγγειλε τη συμφωνία αυτή να κατασκευάζει και να πωλεί το προϊόν που δεν καλύπτεται πλέον από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
4. Πρέπει πρώτα να εξεταστεί το δεύτερο από τα δύο αυτά ζητήματα τα οποία διατυπώνονται στο πρώτο και το τέταρτο ερώτημα αντίστοιχα, καθότι φαίνεται να είναι το σημαντικότερο λόγω των σοβαρών συνεπειών που μπορεί να έχει για τον ελεύθερο ανταγωνισμό η απαγόρευση κατασκευής και εμπορίας ενός προϊόντος.
5. 'Οπως συνάγεται από τη Διάταξη περί παραπομπής, η εν λόγω απαγόρευση δεν αντιβαίνει στη δανική νομοθεσία, κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι, στο πλαίσιο της ασκήσεως της συμβατικής τους ελευθερίας, μπορούν να δεσμεύονται αναλαμβάνοντας υποχρεώσεις προς παροχή ή προς τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς ακόμη και για τον μετά τη λήξη της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας χρόνο. Μολονότι το Soe- og- Handelsret δεν προβαίνει ρητά στη διαπίστωση αυτή παρά μόνον εν αναφορά προς τη καταβολή των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, δεχόμενο ότι οι "επιτακτικοί κανόνες της σχετικής δανικής νομοθεσίας (δεν) συνεπάγονται παύση της καταβολής των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως με τη λήξη της ισχύος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας", το γεγονός και μόνον ότι έθεσε το ζήτημα που αφορά την απαγόρευση κατασκευής και εμπορίας επιτρέπει να θεωρηθεί ότι και όσον αφορά την εν λόγω απαγόρευση το παραπέμπον δικαστήριο κατέληξε σε ανάλογα συμπεράσματα.
6. Μπορεί να παρατηρηθεί, σε πρώτη φάση, ότι ένας όρος που απαγορεύει στο δικαιούχο αδείας εκμεταλλεύσεως να κατασκευάζει και να εμπορεύεται το προϊόν σε περίπτωση που καταγγέλλει, αφού η ευρεσιτεχνία έχει καταστεί κοινής χρήσεως, τη σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως δεν φαίνεται να δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού της εφευρέσεως με την παροχή σ' αυτόν της δυνατότητας να λαμβάνει εύλογο αντάλλαγμα για την εμπορική εκμετάλλευση του διπλώματός του ευρεσιτεχνίας από τρίτους.
'Οπως έχει τονίσει το Δικαστήριο στη νομολογία του (βλέπε απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981 επί της υποθέσεως 187/80, Merck & Co. Inc., Συλλογή 1981, σ. 2063), κατά το χρόνο ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο μόνος τρόπος για να εξασφαλισθεί η εύλογη ανταμοιβή του εφευρέτη είναι να μη είναι δυνατή από κανένα η κατασκευή ή εμπορία του προϊόντος χωρίς τη συγκατάθεση του κατόχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Αντίστροφα, όταν λήξη η ισχύς του διπλώματος, ο ανωτέρω δικαιολογητικός λόγος δεν υφίσταται πλέον και ο εφευρέτης ο οποίος αμύνεται κατά της αναπόφευκτης αυτής εξελίξεως της καταστάσεως, αναγράφοντας στη σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως έναν όρο για να την εμποδίσει, στην πραγματικότητα εκμεταλλεύεται την προστασία που παρέχεται σε ένα δικαίωμα του δημιουργού για να προσπορισθεί πρόσθετη ανταμοιβή η οποία δεν του οφείλεται πλέον και με τον τρόπο αυτόν προκαλεί αδικαιολόγητο περιορισμό του ανταγωνισμού.
7. Βέβαια, η απαγόρευση κατασκευής και εμπορίας αποτελεί απαραίτητο μέσο για την εξασφάλιση εύλογης ανταμοιβής του εφευρέτη για τις προσπάθειές του, αφού, εάν δεν υφίστατο η εν λόγω απαγόρευση, κανείς δεν θα θεωρούσε ότι έχει υποχρέωση να καταβάλλει δικαιώματα για να μπορεί να εκμεταλλεύεται εμπορικώς το προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να γίνει δεκτό ότι τα ανωτέρω ισχύουν και για τον μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος χρόνο. Το γεγονός ότι οι τρίτοι μπορούν πράγματι να κατασκευάζουν και να εμπορεύονται ελεύθερα το προϊόν έχει ως αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον κανένας λόγος για τη διατήρηση μιας απαγορεύσεως που δεσμεύει μόνο τον δικαιούχο της αδείας εκμεταλλεύσεως ο οποίος περιέρχεται με τον τρόπο αυτό σε δυσμενή θέση όσον αφορά τον ανταγωνισμό με τους άλλους παραγωγούς, για μόνο τον λόγο ότι είχε συνάψει προηγουμένως σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως.
8. Μολονότι, όπως θα φανεί στη συνέχεια, δεν αποκλείεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να υφίσταται υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως ακόμη και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, είναι οπωσδήποτε βέβαιο ότι η εν λόγω υποχρέωση δεν μπορεί να εμφανίζεται στην περίπτωση αυτή παρά ως εκπλήρωση παροχής που έχει προσδιορισθεί προηγουμένως και, συνεπώς, δεν έχει πλέον καμία σχέση με τον καθορισμό της εύλογης ανταμοιβής του εφευρέτη, ενώ, αντίθετα, με την απαγόρευση κατασκευής και εμπορίας μπορεί να επιδιώκεται ειδικά και αποκλειστικά να εξασφαλισθεί στον εφευρέτη η δυνατότητα παραχωρήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως της ευρεσιτεχνίας του αντί εύλογης ανταμοιβής. Σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως που βαρύνει τον δικαιούχο της αδείας δεν μπορούν να επιβληθούν κυρώσεις, τόσο διαρκούντος του χρόνου ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας όσο και μετά τη λήξη του, παρά μόνο μέσω των συνήθων ενδίκων βοηθημάτων που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό. Κατά συνέπεια, κάθε προσπάθεια άμυνας κατά του κινδύνου μη εκπληρώσεως μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας μέσω της απαγορεύσεως κατασκευής και εμπορίας πρέπει, κατά την άποψή μου, να θεωρείται ότι συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του ανταγωνισμού και παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
9. Επιπλέον, δεν είναι περιττό να υπενθυμίσω παρεμπιπτόντως ότι η υποδεικνυόμενη με τον τρόπο αυτό λύση προϋποθέτει ότι έχει διαπιστωθεί εκ των προτέρων στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή όλων των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1.
Οι εναγόμενες της κύριας δίκης θεωρούν ως δεδομένο ότι το εθνικό δικαστήριο είχε ήδη προβεί στον έλεγχο αυτό πριν υποβάλει στο Δικαστήριο τα υπό συζήτηση προδικαστικά ερωτήματα.
Η Επιτροπή, ενώ αναγνωρίζει στην υπό κρίση περίπτωση την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, δεν είναι πάντως βέβαιη ότι οι επίμαχοι όροι μπορούν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ή να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Διερωτάται μήπως η εν λόγω σύμβαση, την οποία έχουν συνάψει δύο επιχειρήσεις ενός και του αυτού κράτους μέλους, η μία από τις οποίες έχει, οπωσδήποτε, πολύ περιορισμένο κύκλο εργασιών, συνιστά απλώς μία ήσσονος σημασίας συμφωνία που, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής της 3ης Σεπτεμβρίου 1986 (ΕΕ C 231 της 12.9.1986, σ. 2), δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 85, παράγραφος 1. Πρέπει να εξεταστεί σχετικά μήπως η σύμβαση αφορά προϊόντα τα οποία, μαζί με τα ομοειδή προϊόντα των λοιπών επιχειρήσεων που μετέχουν της συμβάσεως, αντιπροσωπεύουν στην κοινή αγορά ή σε ένα σημαντικό τμήμα της άνω του 5 % του συνόλου των προϊόντων της οικείας κατηγορίας στην περιοχή όπου επέρχονται τα αποτελέσματα της συμβάσεως και μήπως ο συνολικός κύκλος εργασιών των προαναφερθεισών επιχειρήσεων ξεπερνά τα 200 εκατομμύρια Εcu στη διάρκεια μιας χρήσεως.
Τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο δικηγόρος των εναγομένων της κύριας δίκης, κατά τον οποίο 90 % των κατασκευαζομένων από τους πελάτες του προϊόντων εξάγονται, δεν έχουν αφεαυτών καμία αποδεικτική αξία αν δεν προσδιορίζεται συγχρόνως τι ποσοστό αντιπροσωπεύουν τα εν λόγω προϊόντα επί του συνόλου των ομοειδών προϊόντων σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς.
Δεν προτίθεμαι, όμως, να προχωρήσω πέραν των συντόμων αυτών παρατηρήσεων φοβούμενος μήπως υπεισέλθω στην εξέταση πραγματικών ζητημάτων η οποία είναι της αποκλειστικής αρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου.
10. Επανέρχομαι, έτσι, στην εξέταση των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και αρχίζω με το πρώτο ερώτημα (κατά τη σειρά που επέλεξε το παραπέμπον δικαστήριο) που αναφέρεται στο αν ο συμβατικός όρος που επιβάλλει την καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως ακόμη και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προστατεύει το προϊόν για το οποίο έχει παραχωρηθεί η άδεια εκμεταλλεύσεως συμβιβάζεται με το άρθρο 85, παράγραφος 1.
11. 'Οσον αφορά τον όρο αυτό, φρονώ ότι μπορεί να γίνει δεκτό χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ότι η υποχρέωση καταβολής των δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως συνδέεται κατ' αρχήν με τη διάρκεια ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Ενώ, όμως, η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως είναι απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλίζεται η ανταμοιβή του εφευρέτη, ο τρόπος καταβολής των σχετικών πληρωμών μπορεί να λαμβάνει τις πλέον ποικίλες μορφές.
'Οσον αφορά τη διάρκεια καταβολής των πληρωμών, είναι καθ' όλα δυνατόν το σύνολο του οφειλομένου στον εφευρέτη ποσού να κλιμακώνεται σε μεγαλύτερο αριθμό δόσεων, ορισμένες από τις οποίες μπορεί, κατά συνέπεια, να καθίστανται ληξιπρόθεσμες μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ή να προτιμά ο εφευρέτης να λαμβάνει ένα όχι υψηλότερο αλλά ένα χαμηλότερο ποσοστό της τιμής πωλήσεως του προϊόντος επί περισσότερα όμως έτη. Είναι επίσης δυνατό με την επιμήκυνση των καταβολών να επιδιώκεται να ανταμειφθεί ο εφευρέτης για την εκμετάλλευση του προϊόντος ήδη κατά τη διάρκεια του διαστήματος που μεσολαβεί μεταξύ της υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας και της χορηγήσεώς του.
12. Κατά συνέπεια, παρά το γεγονός ότι συνιστούν περιορισμό του ανταγωνισμού, οι όροι αυτοί δεν εξέρχονται κατ' ανάγκην του πλαισίου της προσήκουσας χρήσεως του δικαιώματος ευρεσιτεχνίας και, επομένως, μπορούν να εξαιρεθούν της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, όπως τόνισε ρητά η Επιτροπή στον κανονισμό της 2349/84, της 23ης Ιουλίου 1984, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 85, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ σε κατηγορίες συμφωνιών που αφορούν την άδεια εκμετάλλευσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (1). Πράγματι, στο άρθρο 3, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, του κανονισμού διευκρινίζεται ότι η διάταξη της πρώτης περιόδου, κατά την οποία δεν εξαιρούνται της εφαρμογής του άρθρου 85, παράγραφος 1, οι συμφωνίες που προβλέπουν την καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως για προϊόντα τα οποία δεν είναι κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, "δεν αποκλείει τα δικαιώματα για τη χρήση της εκχωρηθείσας εφεύρεσης να κατανέμονται για λόγους ευκολίας πληρωμών σε χρονική περίοδο που εκτείνεται πέραν της διάρκειας ισχύος των εκχωρηθέντων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή και πέραν του χρονικού σημείου κατά το οποίο το know-how περιέρχεται σε δημόσια χρήση".
13. Είναι φανερό ότι στις περιπτώσεις που ανέφερα, η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως κατά τη χρονική περίοδο που εκτείνεται πέραν της διάρκειας ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν εντάσσεται σε μια αμφοτεροβαρή σχέση που αφορά την κατασκευή ή την εμπορία του προϊόντος μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος, αλλά αποτελεί μέρος της ανταμοιβής του εφευρέτη για την εκμετάλλευση της εφευρέσεως κατά την περίοδο ισχύος του διπλώματος και, κατά συνέπεια, δεν συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
14. Ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή η συγκεκριμένη έρευνα αυτής της καταστάσεως και είναι απόλυτα φυσικό η επιμήκυνση των πληρωμών μετά τη λήξη της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να εγείρει ενδεχόμενες υποψίες περί υπάρξεως συμβάσεως που αντίκειται στους κοινοτικούς κανόνες περί ανταγωνισμού.
Εναπόκειται, επομένως, στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει, μετά από προσεκτική στάθμιση όλων των στοιχείων που έχει στη διάθεσή του, αν η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως που επιμηκύνεται και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας συνιστά στην προκειμένη περίπτωση ειδικό όρο εκπληρώσεως της υποχρεώσεως καταβολής της οφειλομένης στον εφευρέτη ανταμοιβής ή πρόσθετη πληρωμή την οποία ο εφευρέτης δεν δικαιούται πλέον από τη στιγμή που η εφεύρεση έχει καταστεί κοινής χρήσεως. Είναι, εξάλλου, προφανές ότι όταν η υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως προβλέπεται, όπως εν προκειμένω, για αόριστη διάρκεια, είναι δύσκολο να ανατραπεί το βασιμότατο τεκμήριο περί του παρανόμως περιοριστικού χαρακτήρα του συμβατικού όρου, συνεπώς, της μη εφαρμογής της εξαιρέσεως. Είναι χαρακτηριστικό εν προκειμένω ότι στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 2349/84 γίνεται ρητώς αναφορά στο ενδεχόμενο της επιμηκύνσεως των πληρωμών μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, καθώς και στο ενδεχόμενο όπου δεν εμπίπτει η σύμβαση στο καθεστώς της εξαιρέσεως, επιφυλάσσομένης της περιπτώσεως κλιμακώσεως των καταβολών "σε χρονική περίοδο", επομένως για ορισμένη διάρκεια.
15. Με το δεύτερο ερώτημά του, το οποίο προϋποθέτει καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν ο συμβατικός όρος κατά τον οποίο ο δικαιούχος αδείας εκμεταλλεύσεως που αφορά μη κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν υποχρεούται, ειδικά για το προϊόν αυτό, στην καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως χωρίς χρονικό περιορισμό επίσης και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που έχει χορηγηθεί για τα προϊόντα που καλύπτονται ταυτόχρονα από την άδεια εκμεταλλεύσεως συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, στην περίπτωση που το μη προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν είναι από εμπορικής απόψεως συμπληρωματικό του προστατευόμενου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος.
16. Ο τρόπος με τον οποίον τίθεται το ερώτημα αυτό φαίνεται κάπως παράξενος: θα περίμενε πράγματι κανείς να τεθεί το ερώτημα σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο ότι θα δινόταν αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, στην περίπτωση, δηλαδή, που θα κρίνονταν ότι η ύπαρξη υποχρεώσεως καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως ακόμη και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος δεν είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 85, παράγραφος 1.
Αντίθετα, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το ότι η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως για το προστατευόμενο με δίπλωμα προϊόν δεν θα συμβιβαζόταν με το άρθρο 85, παράγραφος 1, θα σήμαινε ότι κατά μείζονα λόγο δεν συμβιβάζεται με τον κανόνα αυτόν η καταβολή αναλόγων δικαιωμάτων για μη προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν, εκτός εάν θεωρηθεί ότι η σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως για το μη προστατευόμενο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν είχε συναφθεί εντελώς ανεξάρτητα από την παραχωρηθείσα άδεια για τα προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα. Φρονώ, ωστόσο, ότι στην περίπτωση που αντιμετωπίζει το παραπέμπον δικαστήριο συμβαίνει ακριβώς να υφίσταται στενή σχέση μεταξύ των προστατευομένων και των μη προστατευομένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντων για τα οποία έχει δοθεί μία ενιαία άδεια, αυτό δε με απαλλάσσει της ανάγκης να διευρύνω το πεδίο ερεύνης. Δεδομένου, εξάλλου, ότι η απάντηση που προτείνω να δοθεί στο πρώτο ερώτημα είναι μόνον εν μέρει καταφατική, νομίζω ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι με το δεύτερο ερώτημα επιδιώκεται να διευκρινισθεί αν, στην περίπτωση που η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν κρίνεται αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, μπορεί να γίνει δεκτό το ίδιο και για την καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως για τα μη προστατευόμενα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα τα οποία περιλαμβάνονται στη σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως.
17. Μία σημαντική ένδειξη για την προσήκουσα απάντηση περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, του προαναφερθέντος κανονισμού 2349/84 της Επιτροπής, από όπου προκύπτει ότι η εξαίρεση κατά κατηγορίες συμφωνιών δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση συμβάσεως κατά την οποία "ο δικαιοδόχος υποχρεούται να καταβάλλει δικαιώματα για προϊόντα τα οποία δεν είναι εν όλω ή εν μέρει κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή τα οποία δεν κατασκευάζονται σύμφωνα με την προστατευόμενη από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μέθοδο παραγωγής ή για τη χρησιμοποίηση Know-how που έχει περιέλθει σε δημόσια χρήση, στο βαθμό που αυτό δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του δικαιούχου ή επιχείρησης με την οποία είναι συνδεδεμένος".
18. Εδώ πρόκειται σαφώς για την γνωστή υπό τον αγγλικό όρο "tying-in", πρακτική, μία από τις εκδηλώσεις της οποίας συνίσταται ακριβώς στο να επιβάλλεται αυθαίρετα ως προϋπόθεση της συναινέσεως για την εμπορική εκμετάλλευση του προστατευομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος η δέσμευση του αντισυμβαλλομένου να συνάψει σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως και να καταβάλλει τα σχετικά δικαιώματα και για ένα μη κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν η χρησιμοποίηση του οποίου δεν είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευση του προστατευομένου με δίπλωμα προϊόντος. Πρόκειται για περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του δημιουργού του εφευρέτη και, κατά συνέπεια, για παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
19. Δεν νομίζω ότι η απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1986 επί της υποθέσεως 193/83, Windsurfing (2), την οποία επικαλείται η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, αφήνει περιθώριο για διαφορετικά συμπεράσματα, αν και καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό ορισμένων περιπτώσεων όπου ο "αυθαίρετος σύνδεσμος" είναι μόνο φαινομενικός.
20. Στη σκέψη 66 της προαναφερθείσας αποφάσεως αναφέρονται σχετικά με τον υπολογισμό των καταβληθέντων δικαιωμάτων βάσει της τιμής της πλήρους ιστιοσανίδας τα εξής: "Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι τα δικαιώματα που καταβάλλονταν επί των πωλήσεων ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού βάσει αυτού του υπολογισμού δεν είναι μεγαλύτερα από εκείνα που προβλέπονται από τις νέες συμφωνίες, αφού οι παραχωρησιούχοι αναγνώρισαν ότι, εφόσον η αμοιβή του παραχωρούντος την άδεια εκμεταλλεύσεως πρέπει στο εξής να υπολογίζεται μόνο βάσει της τιμής του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, ήταν εύλογο να δεχτούν μεγαλύτερο συντελεστή δικαιωμάτων. Συνεπώς, το σύστημα αυτό υπολογισμού δεν είχε ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού σε ό,τι αφορά την πώληση μεμονωμένου ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού."
21. Από το χωρίο αυτό προκύπτει σαφώς η ύπαρξη δύο χωριστών λογικών φάσεων: ο καθορισμός της αμοιβής που οφείλεται στον εφευρέτη για το κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν, αφενός, και, σε μεταγενέστερο κατ' ανάγκην χρόνο - από θεωρητικής τουλάχιστον απόψεως -, ο καθορισμός του τρόπου καταβολής της αμοιβής, αφετέρου.
Παρά τις δυσχέρειες που παρουσιάζει ο σαφής προσδιορισμός τους, οι δύο αυτές φάσεις πρέπει οπωσδήποτε να διακρίνονται σταθερά μεταξύ τους, καθότι τα χαρακτηριστικά τους έχουν, κατά τη γνώμη μου, θεμελιώδη σημασία για να εξακριβώνεται σε μία συγκεκριμένη περίπτωση αν υπάρχει ή όχι παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1.
22. Συγκεκριμένα, αν η αμοιβή του εφευρέτη καθορίζεται κατά το ποσό ως συνάρτηση όχι μόνον ενός ποσοστού της τιμής του κατοχυρωμένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος αλλά και ως συνάρτηση ενός ποσοστού της τιμής μη κατοχυρωμένου με δίπλωμα προϊόντος, συμπληρωματικού του πρώτου, για το οποίο δεν υπάρχουν ούτε άλλα δικαιώματα του δημιουργού ούτε τεχνογνωσία (know-how) δεκτική προστασίας, φαίνεται πολύ δύσκολο να υποστηριχθεί ότι δεν υφίσταται αυθαίρετη σύνδεση. Αν υποτεθεί ότι η αμοιβή του εφευρέτη καθορίστηκε με τον τρόπο αυτό στην προκειμένη περίπτωση, η φύση του μη κατοχυρωμένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος δεν θα αποτελούσε στοιχείο ικανό να μεταβάλει την ανωτέρω εκτίμηση, αφού το εν λόγω προϊόν, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, δεν είναι κατά κανένα τρόπο απαραίτητο για τη χρησιμοποίηση του κατοχυρωμένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος.
23. Η κατάσταση παρουσιάζεται διαφορετικά, όταν οι συμβαλλόμενοι ορίζουν κατ' αρχάς ένα ποσό το οποίο θεωρούν ότι αποτελεί εύλογη αμοιβή του εφευρέτη για το κατοχωρυμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν και στη συνέχεια καθορίζουν με πρόσθετη πράξη τους όρους πληρωμής, συμφωνώντας, παραδείγματος χάριν, ότι ένα μέρος του ποσού μπορεί να προέρχεται από ένα ποσοστό της τιμής πωλήσεως ενός μη κατοχυρωμένου με δίπλωμα προϊόντος. Τέτοια είναι, κατά την άποψή μου, η κατάσταση η οποία εξετάστηκε στην προαναφερθείσα απόφαση Windsurfing: αν η ερμηνεία που υιοθετώ είναι ορθή, οι συμβαλλόμενοι θεώρησαν κατ' αρχάς εύλογη ορισμένη αμοιβή την οποία χάριν ευκολίας υπολόγισαν σε ένα σχετικά μικρό ποσοστό της τιμής πωλήσεως μιας πλήρους ιστιοσανίδας, στη συνέχεια δε αναγνώρισαν ότι, ενόψει του ότι ήταν προτιμότερο να εγκαταλείψουν το σύστημα αυτό λόγω του ότι αμφισβητείτο τότε από την Επιτροπή, η καταβολή μιας εύλογης αμοιβής, η οποία έπρεπε πλέον να υπολογίζεται μόνο βάσει της τιμής πωλήσεως του ιστιοπλοϊκού εξοπλισμού, δεν μπορούσε να επιτευχθεί παρά μόνο με αύξηση του περιερχομένου στον δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ποσοστού.
24. Επομένως, η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να συνδεθεί με αυτήν που προτείνεται να δοθεί στα ήδη εξετασθέντα ερωτήματα, υπό την έννοια ότι η καταβολή αμοιβής σε σχέση με ένα προϊόν που δεν καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, εκτός εάν υπάρχουν στοιχεία ικανά να στηρίξουν την άποψη ότι η εν λόγω καταβολή αποτελεί απλώς συνέπεια του τρόπου υπολογισμού της αμοιβής που έχει ήδη καθορισθεί για το κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν.
25. Το τρίτο ερώτημα, το οποίο υποβλήθηκε από το εθνικό δικαστήριο επίσης για την περίπτωση που θα δινόταν καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, αφορά το αν συμβατικός όρος που προβλέπει υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων για τη χρησιμοποίηση ενός προτύπου ("design") που προστατεύεται κατά το δίκαιο του δημιουργού ή, εν πάση περιπτώσει, κατά τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας που απαγορεύουν τη δουλική απομίμηση και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που κατοχυρώνει το προϊόν για το οποίο πρόκειται συμβιβάζεται με το άρθρο 85, παράγραφος 1.
26. Εναπόκειται εν προκειμένω, στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν η σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως συνήφθη επίσης για να καταστεί δυνατή η εμπορική εκμετάλλευση του προτύπου εξωτερικής εμφανίσεως της κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας συσκευής ή η χρησιμοποίηση της τεχνογνωσίας ως προς την κατασκευή και τη χρήση της, πράγμα που οι εναγόμενες αρνούνται κατηγορηματικά.
27. Εφόσον γίνει δεκτό ότι στην προκειμένη περίπτωση ο εφευρέτης έχει και άλλα δικαιώματα του δημιουργού ή δικαιώματα που συνδέονται προς την ύπαρξη τεχνογνωσίας, δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία η εφαρμογή και στην περίπτωση αυτή της συλλογιστικής που ανέπτυξα προηγουμένως.
Αν διαπιστωθεί η ύπαρξη σχέσεως μεταξύ του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και των άλλων δικαιωμάτων υπό την έννοια, παραδείγματος χάριν, ότι τα τελευταία θεωρούμενα μεμονωμένως φαίνονται άνευ σημασίας ή υπό την έννοια ότι η τεχνογνωσία για την οποία πρόκειται δεν έχει καμία χρησιμότητα χωρίς την ευρεσιτεχνία, επειδή είναι απαραίτητη για την εκμετάλλευση του κατοχυρωμένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντος, πρέπει να συναχθεί ότι ο δικαιούχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εκμεταλλεύθηκε καταχρηστικά το δικαίωμά του του δημιουργού για να αποκομίσει οφέλη τα οποία δεν εδικαιούτο.
28. Αντίθετα, η κατάσταση είναι διαφορετική, όταν τα άλλα δικαιώματα ή η τεχνογνωσία μπορούν να διαχωρισθούν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Στην περίπτωση αυτή, σημείο αναφοράς προκειμένου να κριθεί η υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως αποτελούν τα δικαιώματα αυτά και όχι το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
29. Οι υποδεικνυόμενες λύσεις δεν μεταβάλλονται, κατά την άποψή μου, στην περίπτωση που η σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλύσεως έχει συναφθεί κατά το διάστημα μεταξύ της υποβολής της αιτήσεως και τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Πράγματι, η θέση του εφευρέτη είναι η ίδια και στις δυο περιπτώσεις, με την επιφύλαξη μόνον ότι στην πρώτη ενδέχεται και να μην του χορηγηθεί το δίπλωμα. Αυτό, ωστόσο, δεν εμποδίζει τον εφευρέτη να αξιοποιήσει την προσδοκία της χορηγήσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και να συνάψει, βεβαίως με επιφύλαξη, συμβάσεις παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως υπό τους ίδιους όρους με εκείνους υπό τους οποίους θα συνήπτε τις εν λόγω συμβάσεις μετά την χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
30. Συνεπώς, προτείνω να δοθούν στα ερωτήματα που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Soe-og-Handelsret της Κοπεγχάγης οι εξής απαντήσεις:
"1) Ο περιεχόμενος σε σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως όρος, κατά τον οποίο ο δικαιούχος της αδείας δεν μπορεί ούτε να κατασκευάζει ούτε να πωλεί το προϊόν για το οποίο πρόκειται μετά τη λήξη της συμβάσεως, όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως αφορά κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν και η ισχύς του διπλώματος έχει λήξει, συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού που απαγορεύεται από το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
2) Ο περιεχόμενος σε σύμβαση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως όρος δυνάμει του οποίου ο δικαιούχος αδείας εκμεταλλεύσεως κατοχυρωμένης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εφευρέσεως υποχρεούται να καταβάλλει δικαιώματα εκμεταλλεύσεως χωρίς χρονικό περιορισμό και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος, συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, εκτός εάν η συνέχιση των καταβολών μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας αποτελεί απλώς συνέπεια του τρόπου καταβολής της εύλογης αμοιβής του εφευρέτη.
3) Ο συμβατικός όρος, δυνάμει του οποίου ο δικαιούχος αδείας εκμεταλλεύσεως για μη κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν υποχρεούται να καταβάλλει δικαιώματα εκμεταλλεύσεως χωρίς χρονικό περιορισμό ειδικά για το προϊόν αυτό - ακόμη και μετά τη λήξη ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που έχει χορηγηθεί για τα προϊόντα που καλύπτονται συγχρόνως από την άδεια εκμεταλλεύσεως -, συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, όταν το μη κατοχυρωμένο με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν είναι από εμπορικής απόψεως συμπληρωματικό του κατοχυρωμένου με δίπλωμα προϊόντος, εκτός εάν η καταβολή δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως και για τα μη κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόντα αποτελεί απλώς συνέπεια του τρόπου υπολογισμού της εύλογης αμοιβής του εφευρέτη η οποία έχει καθορισθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη τα μη κατοχυρωμένα με δίπλωμα προϊόντα.
4) Ο συμβατικός όρος, δυνάμει του οποίου ο δικαιούχος αδείας εκμεταλλεύσεως που έχει ως αντικείμενο τη χρησιμοποίηση προτύπου προστατευομένου κατά το δίκαιο του δημιουργού ή κατά την εθνική νομοθεσία περί εμπορίας των προϊόντων υποχρεούται να καταβάλλει, χωρίς χρονικό περιορισμό δικαιώματα, ακόμη και μετά τη λήξη ισχύος του χορηγηθέντος για το οικείο προϊόν διπλώματος ευρεσιτεχνίας, συνιστά παράβαση του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, εκτός εάν τα άλλα δικαιώματα του δημιουργού ή τα συνδεόμενα με την τεχνογνωσία στα οποία αναφέρεται ο όρος αυτός υφίστανται αυτοτελώς και διατηρούν την αυτοτελή σημασία τους ακόμη και αν διαχωρισθούν από την ευρεσιτεχνία.
5) Δεν έχει ουσιώδη σημασία για την απάντηση που θα δοθεί στα ανωτέρω ερωτήματα το γεγονός ότι ο όρος περιέχεται σε σύμβαση παραχωρήσεως δικαιώματος εκμεταλλεύσεως που συνήφθη κατά το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ της υποβολής της αιτήσεως και της χορηγήσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
14