Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52025PC0943

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αριθ. 648/2012, αριθ. 600/2014, αριθ. 909/2014, 2015/2365, 2019/1156, 2021/23, 2022/858, 2023/1114, αριθ. 1060/2009, 2016/1011, 2017/2402, 2023/2631 και 2024/3005 όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και της εποπτείας στο εσωτερικό της Ένωσης

COM/2025/943 final

Βρυξέλλες, 4.12.2025

COM(2025) 943 final

2025/0383(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αριθ. 648/2012, αριθ. 600/2014, αριθ. 909/2014, 2015/2365, 2019/1156, 2021/23, 2022/858, 2023/1114, αριθ. 1060/2009, 2016/1011, 2017/2402, 2023/2631 και 2024/3005 όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και της εποπτείας στο εσωτερικό της Ένωσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SEC(2025) 943 final} - {SWD(2025) 943 final} - {SWD(2025) 944 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η αναζωογόνηση της οικονομίας της ΕΕ και η ενίσχυση της διεθνούς της θέσης βρίσκονται στο επίκεντρο της εντολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όπως αναφέρεται στις εκθέσεις Draghi και Letta 1 και στις πολιτικές κατευθύνσεις της Επιτροπής 2024-2029 2 , απαιτείται επείγουσα δράση για να βελτιωθούν οι οικονομικές επιδόσεις και να μπορεί η ΕΕ να αποφασίσει η ίδια για το μέλλον της. Στην Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας 3 καθορίζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ενίσχυση της οικονομίας της ΕΕ και την αξιοποίηση του δυναμικού της, στο οποίο η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU) λειτουργεί ως βασικός παράγοντας διευκόλυνσης. Τον Μάρτιο του 2025 η Επιτροπή παρουσίασε τη στρατηγική της για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων 4 . Στόχος της είναι να διευκολύνει τους πολίτες να αυξήσουν τον πλούτο τους επενδύοντας στις κεφαλαιαγορές, να τονώσει την επενδυτική ικανότητα στην ΕΕ και να ενοποιήσει τις κεφαλαιαγορές της ΕΕ. Με την άρση των φραγμών στις χρηματοπιστωτικές αγορές και τη διευκόλυνση των διασυνοριακών κεφαλαιακών ροών, η στρατηγική για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων μπορεί να στηρίξει την οικονομία της ΕΕ, να τονώσει τη δημιουργία θέσεων εργασίας και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα.

Η ανάγκη για επείγουσα δράση αναγνωρίζεται ευρέως στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο, μεταξύ άλλων σε δηλώσεις και εκκλήσεις για ανάληψη δράσης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο 5 , το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο 6 , την Ευρωομάδα 7 , τη σύνοδο κορυφής για το ευρώ 8 και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) 9 . Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (στο εξής: ΔΝΤ) 10 και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (στο εξής: ΟΟΣΑ) 11 έχουν επίσης ζητήσει να αναληφθεί δράση για την αντιμετώπιση των εναπομενόντων εμποδίων στην ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Για να γίνει πραγματικότητα η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων απαιτούνται ολοκληρωμένα μέτρα πολιτικής που θα έχουν αντίκτυπο σε διάφορες πτυχές του χρηματοπιστωτικού συστήματος της ΕΕ, με μια ολιστική προσέγγιση που θα περιλαμβάνει τόσο τις κεφαλαιαγορές όσο και τον τραπεζικό τομέα. Τα μέτρα αυτά υπάγονται σε τέσσερις αλληλένδετους πυλώνες: i) πολίτες και αποταμιεύσεις, ii) επενδύσεις και χρηματοδότηση, iii) ολοκλήρωση της αγοράς και δημιουργία της απαιτούμενης κλίμακας· και iv) αποτελεσματική εποπτεία. Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία εστιάζει στην ολοκλήρωση της αγοράς και στη δημιουργία της απαιτούμενης κλίμακας, καθώς και στην αποτελεσματική εποπτεία.

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία επικεντρώνεται στους φραγμούς που απορρέουν από την έλλειψη εναρμόνισης των κανόνων της ΕΕ και των εποπτικών προσεγγίσεων, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό και τις χαμηλές επιδόσεις των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Οι φραγμοί αυτοί υπονομεύουν τις προσπάθειες που καταβάλλονται από την αγορά για την επέκταση των επιχειρήσεων και τη δημιουργία κλίμακας σε ολόκληρη την ενιαία αγορά μέσω διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Εμποδίζουν επίσης τη χρήση καινοτόμων ψηφιακών τεχνολογιών σε τρεις τομείς που είναι απαραίτητοι για την ομαλή και αποδοτική λειτουργία των κεφαλαιαγορών της ΕΕ, δηλαδή τις συναλλαγές, τις μετασυναλλακτικές δραστηριότητες και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.

Παρά την εναρμόνιση των ρυθμιστικών πλαισίων και την ύπαρξη διαβατηρίων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, ο κατακερματισμός που εξακολουθεί να παρατηρείται ως αποτέλεσμα αυτών των φραγμών περιορίζει τα δυνητικά οφέλη της ενιαίας αγοράς της ΕΕ. Οι φραγμοί αυτοί οφείλονται στις αποκλίνουσες ρυθμιστικές προσεγγίσεις, οι οποίες συχνά αντικατοπτρίζουν τη χρήση διακριτικών ευχερειών κατά τη μεταφορά και την ερμηνεία των οδηγιών της ΕΕ και τις διαφορετικές εποπτικές προσεγγίσεις. Περιπλέκουν άσκοπα τις διασυνοριακές δραστηριότητες των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Ως εκ τούτου, οι συμμετέχοντες είτε αδυνατούν να επωφεληθούν πλήρως από τις οικονομίες κλίμακας και τη βελτιωμένη λειτουργική αποδοτικότητα είτε δεν έχουν επαρκή κίνητρα τα οποία διευκολύνουν τις διασυνοριακές επενδύσεις. Το γεγονός αυτό αυξάνει το κόστος, καθυστερεί τον χρόνο έως τη διάθεση στην αγορά, περιορίζει τις επιλογές χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών που διατίθενται στις επιχειρήσεις και στο κοινό και καθιστά ακριβότερα τα εν λόγω προϊόντα και υπηρεσίες.

Η παρούσα πρωτοβουλία τονίζει επίσης τη σημασία των τεχνολογικών εξελίξεων και της καινοτομίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι ρυθμιστικοί φραγμοί εμποδίζουν την υιοθέτηση και τη χρήση τεχνολογιών νέας γενιάς, όπως η τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT) και η μετατροπή χρηματοπιστωτικών μέσων σε μάρκες. Οι τεχνολογίες αυτές μπορούν δυνητικά να βελτιώσουν τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.

Οι αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές μπορούν επίσης να θέσουν εμπόδια στην ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών, καθώς οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές που δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο πρέπει να διαχειρίζονται τις διαφορετικές απαιτήσεις εντός της ενιαίας αγοράς. Αυτός ο κατακερματισμός των εποπτικών πρακτικών δημιουργεί πρόσθετο κόστος και αυξάνει την πολυπλοκότητα και την ανασφάλεια δικαίου για τους φορείς της αγοράς, ιδίως για όσους προτίθενται να ασκήσουν επιχειρηματική δραστηριότητα και να επενδύσουν σε διάφορες χώρες της ΕΕ. Η ανασφάλεια δικαίου και οι άνισοι όροι ανταγωνισμού που προκαλεί αυτή μειώνουν την ελκυστικότητα της ΕΕ ως επενδυτικού προορισμού.

Στόχοι της πρότασης

Γενικός στόχος της παρούσας πρωτοβουλίας είναι η ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ και η βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών της ΕΕ προς όφελος των επενδυτών, των επιχειρήσεων και της ευρύτερης ενωσιακής οικονομίας. Με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στον βασικό στόχο της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, που είναι να διευκολύνει την πρόσβαση σε ευρύτερο φάσμα χρηματοοικονομικών ευκαιριών για τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις και να κινητοποιήσει αποταμιεύσεις για παραγωγικές επενδύσεις.

Η πρωτοβουλία θα συμβάλει στην επίτευξη του γενικού στόχου μέσω των ακόλουθων ειδικών στόχων.

Επίτευξη περαιτέρω ολοκλήρωσης της αγοράς και αποτελεσμάτων κλίμακας

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν να καταργήσουν τους φραγμούς στην ολοκλήρωση στους βασικούς τομείς των συναλλαγών, των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και να βελτιώσουν την ικανότητα των παραγόντων της αγοράς να δραστηριοποιούνται πιο απρόσκοπτα σε όλα τα κράτη μέλη, διευκολύνοντας έτσι την ολοκλήρωση της αγοράς και τη δημιουργία της απαιτούμενης κλίμακας. Θα ενισχύσουν τον ανταγωνισμό, διασφαλίζοντας ότι τα οφέλη κλίμακας μεταφέρονται αποτελεσματικά στους τελικούς χρήστες.

Επίτευξη ολοκληρωμένης εποπτείας

Η διασφάλιση αποδοτικότερης και πιο εναρμονισμένης εποπτείας είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Καθώς οδεύουμε προς τη βαθύτερη ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών, είναι ζωτικής σημασίας να εξελιχθεί παράλληλα και το εποπτικό πλαίσιο της ΕΕ. Επομένως, η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των ελλείψεων και των ανεπαρκειών του υφιστάμενου εποπτικού πλαισίου, μέσω της αντιμετώπισης των ασυνεπειών και της πολυπλοκότητας που προκαλούν οι κατακερματισμένες εθνικές εποπτικές προσεγγίσεις. Στόχος της είναι η εποπτεία να καταστεί πιο αποτελεσματική, καταλληλότερη για διασυνοριακές δραστηριότητες και πιο ικανή να ανταποκριθεί στους αναδυόμενους κινδύνους, και, παράλληλα, να μειωθεί ο περιττός φόρτος για τις επιχειρήσεις. Για ορισμένες σημαντικές και διασυνοριακές οντότητες που ασχολούνται με συναλλαγές και μετασυναλλακτικές δραστηριότητες, καθώς και για οντότητες σε νέους τομείς, όπως οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η συγκέντρωση της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να προωθήσει την ολοκλήρωση της αγοράς και την αποδοτικότερη λειτουργία των κεφαλαιαγορών. Η ενίσχυση της σύγκλισης και του συντονισμού της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ θα άρει τα εμπόδια και θα αυξήσει τις διασυνοριακές δραστηριότητες για μεγάλους ομίλους διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επενδυτικά κεφάλαια. Σε όλους τους τομείς, η πρωτοβουλία αποσκοπεί να ενισχύσει τη χρήση και την αποτελεσματικότητα των εργαλείων εποπτικής σύγκλισης της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (στο εξής: ΕΑΚΑΑ) και να εισαγάγει νέα εργαλεία, στηρίζοντας έτσι μια ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Διευκόλυνση της καινοτομίας

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν επίσης να καταργήσουν τα ρυθμιστικά εμπόδια για την καινοτομία που βασίζεται στην τεχνολογία DLT, με σκοπό τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέπει τη χρήση νέων τεχνολογιών στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Για να ευδοκιμήσει η καινοτομία, τόσο το πιλοτικό καθεστώς DLT όσο και το τυποποιημένο εγχειρίδιο κανόνων θα πρέπει να επιτρέπουν στον κλάδο να χρησιμοποιεί την τεχνολογία DLT ώστε να εισαχθούν αποδοτικές λύσεις στην αγορά, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίζεται ο μετριασμός των κινδύνων που συνδέονται με αυτήν. Με την άρση αυτών των εμποδίων, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις έχουν επίσης στόχο να αυξήσουν τον ανταγωνισμό στον τομέα των συναλλαγών και των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων, ο οποίος θα οδηγήσει στη βελτίωση των αποτελεσμάτων στην αγορά και στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των κεφαλαιαγορών.

Επίτευξη απλούστευσης

Η επανεξέταση ορισμένων νομοθετικών φακέλων αποτελεί ευκαιρία απλούστευσης μέσω της μείωσης του διοικητικού φόρτου. Στόχος της δέσμης μέτρων είναι να εξορθολογίσει τις κανονιστικές απαιτήσεις, καθιστώντας τις διασυνοριακές δραστηριότητες οικονομικά αποδοτικότερες. Η απλούστευση επιδιώκεται με διάφορους τρόπους: μεταφορά ορισμένων διατάξεων από οδηγίες σε κανονισμούς· περιορισμός του περιθωρίου για την επιβολή των μέτρων κανονιστικού υπερθεματισμού που επιβάλλονται σε εθνικό επίπεδο· βελτιστοποίηση των εξουσιοδοτήσεων επιπέδου 2· εξορθολογισμός των αλληλεπικαλυπτόμενων, δαπανηρών και μη αποδοτικών εποπτικών ρυθμίσεων· και, γενικότερα, άρση των φραγμών στα ενωσιακά και εθνικά πλαίσια για τους διαχειριστές της αγοράς και τους επενδυτές.

Η δέσμη για την ολοκλήρωση των αγορών και την εποπτεία περιλαμβάνει τρεις νομοθετικές προτάσεις, και συγκεκριμένα: προτάσεις γενικού κανονισμού και γενικής οδηγίας που τροποποιούν διάφορες υφιστάμενες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ για τις κεφαλαιαγορές, καθώς και πρόταση κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού, η οποία τροποποιεί την οδηγία για την παροχή χρηματοοικονομικής ασφάλειας και καταργεί την οδηγία για το αμετάκλητο του διακανονισμού.

Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις στην παρούσα δέσμη συνάδουν με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Στόχος τους είναι να ενθαρρύνουν την ενίσχυση της ολοκλήρωσης της αγοράς και να επιτύχουν βελτίωση της αποτελεσματικότητας με τους εξής τρόπους: i) άρση των φραγμών στη διασυνοριακή δραστηριότητα και στην καινοτομία, ii) αύξηση της ρυθμιστικής και εποπτικής σύγκλισης· και iii) ενίσχυση της εποπτικής ικανότητας στους σχετικούς τομείς. Οι τροποποιήσεις αυτές συνάδουν με τους στόχους του ανταγωνισμού, της αποτελεσματικής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και της προαγωγής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρη την ΕΕ, χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς ή την προστασία των επενδυτών. Με τον τρόπο αυτό εγγυώνται την ασφάλεια της χρηματοπιστωτικής αγοράς της ΕΕ και την ελκυστικότητά της σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εφαρμογή αυτών των τροποποιήσεων με τη μορφή δέσμης καθιστά δυνατή τη συνέπεια μεταξύ των τομεακών νομοθεσιών που επανεξετάζονται. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν επίσης στην αντιμετώπιση των ελλείψεων και των ανεπαρκειών του υφιστάμενου εποπτικού πλαισίου, μέσω της αντιμετώπισης των ασυνεπειών και της πολυπλοκότητας που προκαλούν οι κατακερματισμένες εθνικές εποπτικές προσεγγίσεις.

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η παρούσα πρόταση συνάδει με τον βασικό στόχο της στρατηγικής για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, που είναι να διευκολύνει την πρόσβαση σε ευρύτερο φάσμα χρηματοοικονομικών ευκαιριών για τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις, κινητοποιώντας αποταμιεύσεις για παραγωγικές επενδύσεις. Η παρούσα πρόταση είναι αλληλένδετη με άλλες πρωτοβουλίες που περιλαμβάνονται στη στρατηγική για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, για παράδειγμα με τις πρωτοβουλίες για τις συντάξεις, για την αύξηση της συμμετοχής ιδιωτών επενδυτών στις κεφαλαιαγορές και για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας μέσω της αγοράς. Οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν σχεδιαστεί για να αλληλοενισχύονται και να συμβάλλουν συλλογικά στην επίτευξη των γενικών στόχων. Άλλα μέτρα της στρατηγικής για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, όπως η στρατηγική για τον χρηματοοικονομικό γραμματισμό, η σύσταση σχετικά με τους λογαριασμούς αποταμίευσης και επενδύσεων, το μέτρο για την προώθηση των επενδύσεων μετοχικού κεφαλαίου, μεταξύ άλλων μέσω νομοθετικών προγραμμάτων, και τα μέτρα για τις επικουρικές συντάξεις, θα είναι λιγότερο αποτελεσματικά εάν δεν αρθούν τα εμπόδια στην περαιτέρω ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ και συνεχίσουν να συνεπάγονται υψηλό κόστος για τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις.

Η πρόταση συνάδει επίσης με την πολιτική της ΕΕ για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης, τη στρατηγική που περιγράφεται στην Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, τη στρατηγική για την ενιαία αγορά, τη στρατηγική της ΕΕ για τις νεοφυείς και τις αναπτυσσόμενες νέες επιχειρήσεις και την ανακοίνωση για μια απλούστερη και ταχύτερη Ευρώπη.

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θα τονώσουν την ελκυστικότητα των κεφαλαιαγορών της ΕΕ, συμβάλλοντας έτσι στη χρηματοδότηση των προτεραιοτήτων της Ένωσης. Θα το επιτύχουν, συγκεκριμένα, με τους εξής τρόπους: i) ενισχύοντας την εναρμόνιση των κανόνων, ii) διευκολύνοντας τη διασυνοριακή λειτουργία τόπων διαπραγμάτευσης, υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών και επενδυτικών κεφαλαίων και τη διασυνοριακή παροχή των υπηρεσιών τους, με αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά, και iii) όσον αφορά την καινοτομία, διασφαλίζοντας ότι η νομοθεσία σχετικά με το πιλοτικό καθεστώς DLT, το οποίο έχει σχεδιαστεί για τη στήριξη της καινοτομίας που βασίζεται στην τεχνολογία DLT στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων, παραμένει κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό της.

Η παρούσα δέσμη μέτρων συνάδει και με το θεματολόγιο απλούστευσης και τη στρατηγική για την ενιαία αγορά της Επιτροπής και θα συμβάλει σε αυτά. Θα το επιτύχει, συγκεκριμένα, με τους εξής τρόπους: i) εναρμονίζοντας και εξορθολογίζοντας ορισμένους από τους κανόνες που ισχύουν για τις συναλλαγές, τις μετασυναλλακτικές δραστηριότητες και τα επενδυτικά κεφάλαια και ii) μεταφέροντας κάποιες από τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους εν λόγω τομείς από οδηγίες σε κανονισμούς.

Καταργώντας τα εμπόδια για την περαιτέρω ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών, τα μέτρα στο πλαίσιο της παρούσας πρωτοβουλίας συμπληρώνουν και άλλες πρωτοβουλίες της ΕΕ, όπως το 28ο καθεστώς. Με τον εξορθολογισμό της διασυνοριακής προσφοράς συναλλακτικών και μετασυναλλακτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, απλουστεύοντας έτσι την πρόσβαση στις δημόσιες αγορές, η επιλογή αυτή ενισχύει την ικανότητα των εταιρειών που λειτουργούν στο πλαίσιο του 28ου καθεστώτος να αξιοποιούν ακόμη πιο αποτελεσματικά τα οφέλη μιας πιο ολοκληρωμένης κεφαλαιαγοράς της ΕΕ.

Τέλος, η παρούσα πρωτοβουλία συνάδει με τη στρατηγική ψηφιακών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών για την ΕΕ 12 της Επιτροπής, η οποία στηρίζει την εφαρμογή νέων τεχνολογιών στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, προσαρμόζοντας με φιλοδοξία τους υφιστάμενους κανόνες ώστε να ανταποκρίνονται στις νέες τεχνολογίες, όπως η τεχνολογία DLT.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) αναθέτει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την αρμοδιότητα να εγκρίνουν μέτρα για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ επιτρέπει στην ΕΕ να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να εξαλείψει τα υφιστάμενα εμπόδια στην άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών και να προλάβει την εμφάνιση τέτοιων εμποδίων. Αυτό περιλαμβάνει εμπόδια που δυσχεραίνουν τους οικονομικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων των επενδυτών, να αξιοποιήσουν πλήρως τα οφέλη της εσωτερικής αγοράς.

Οι τροποποιήσεις συμβάλλουν στην ορθή και ασφαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, διασφαλίζουν τον ανταγωνισμό και διατηρούν τα κίνητρα για καινοτομία. Συνεπώς, η κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 της ΣΛΕΕ, η δράση της ΕΕ για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα της αρχής της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, δράση θα πρέπει να αναλαμβάνεται σε επίπεδο ΕΕ μόνον όταν οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μόνο, και, ως εκ τούτου, απαιτείται δράση σε επίπεδο ΕΕ.

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις συνάδουν με την αρχή της επικουρικότητας. Στόχος τους είναι η αντιμετώπιση των υφιστάμενων φραγμών στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών που εμποδίζουν τη δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς κεφαλαίων.

Η δράση σε εθνικό επίπεδο από μόνη της δεν μπορεί να επιλύσει τις συγκεκριμένες προκλήσεις. Η ποικιλομορφία των νομικών πλαισίων, των εποπτικών παραδοσιακών πρακτικών και των δομών της αγοράς των κρατών μελών σημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις που αναλαμβάνονται μεμονωμένα δεν θα οδηγήσουν στην αναγκαία σύγκλιση των ρυθμιστικών και εποπτικών προτύπων και των πρακτικών της αγοράς. Ως εκ τούτου, απαιτείται δράση σε επίπεδο ΕΕ για την άρση των εν λόγω φραγμών και την ενίσχυση και διευκόλυνση της ολοκλήρωσης της αγοράς.

Αναλογικότητα

Η πρωτοβουλία περιλαμβάνει την ευρεία επανεξέταση των κανόνων για τις συναλλαγές, τις μετασυναλλακτικές δραστηριότητες, τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και τα επενδυτικά κεφάλαια με σκοπό την εναρμόνιση και τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων για τις επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνεται η χαλάρωση ορισμένων απαιτήσεων για διασυνοριακούς ομίλους και υπηρεσίες που παρέχονται σε διασυνοριακή βάση, βάσει ενιαίας άδειας. Στον τομέα του διακανονισμού, θα βελτιωθεί επίσης η διασύνδεση μεταξύ των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (ΚΑΤ). Η επανεξέταση περιλαμβάνει επίσης τροποποιήσεις της νομοθεσίας για τις μετασυναλλακτικές υπηρεσίες, ώστε να καταστεί πιο ουδέτερη από τεχνολογική άποψη, και τροποποιήσεις του πιλοτικού καθεστώτος της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (στο εξής: πιλοτικό καθεστώς DLT), ώστε να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής και η κλίμακά του και να καταστεί πιο ευέλικτο και αναλογικό. Τα επενδυτικά κεφάλαια θα αποκτήσουν άμεση και πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά κατόπιν χορήγησης άδειας, γεγονός που θα τους επιτρέπει να λειτουργούν αποτελεσματικότερα σε διασυνοριακό επίπεδο. Όσον αφορά την εποπτεία, οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στην ενίσχυση της χρήσης και της αποτελεσματικότητας των εργαλείων και των εξουσιών εποπτικής σύγκλισης, με έμφαση στην ΕΑΚΑΑ και τη διακυβέρνησή της. Επίσης, θα μεταβιβαστούν στην ESMA εποπτικές εξουσίες για τις σημαντικότερες και διασυνοριακές υποδομές της αγοράς (κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, ΚΑΤ και τόποι διαπραγμάτευσης) και για όλους τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASP). Η ESMA θα έχει επίσης ενισχυμένο ρόλο στην προώθηση της εποπτικής σύγκλισης για τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) και τους οργανισμούς εναλλακτικών επενδύσεων (ΟΕΕ) που προωθούνται εμπορικά σε διασυνοριακή βάση.

Στον βαθμό που οι αποκλίσεις κατά την εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ, καθώς και οι διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών των κρατών μελών, δημιουργούν ανεπάρκειες της αγοράς και επιβαρύνσεις, οι τροποποιήσεις θα δημιουργήσουν μια πιο εναρμονισμένη και αναλογική εφαρμογή των κανόνων της ΕΕ για τις διασυνοριακές δραστηριότητες.

Επιλογή της νομικής πράξης

Προτείνεται η εφαρμογή των μέτρων μέσω πρότασης κανονισμού για την τροποποίηση των ακόλουθων πράξεων: του κανονισμού για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (MiFIR), του κανονισμού για τις υποδομές των ευρωπαϊκών αγορών (EMIR), του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (CSDR), του κανονισμού για τη διασυνοριακή διανομή (CBDR), του κανονισμού για το πιλοτικό καθεστώς DLT, του κανονισμού για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και του κανονισμού ΕΑΚΑΑ. Προκειμένου να διασφαλιστεί η κατάλληλη ευθυγράμμιση με τις ουσιαστικές τροποποιήσεις των εν λόγω κανονισμών, θα γίνουν επίσης τροποποιήσεις στον κανονισμό για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων και στον κανονισμό για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Ο κανονισμός αποτελεί την πλέον κατάλληλη νομική πράξη διότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αλληλένδετες και εντάσσονται σε μια ευρύτερη πολιτική προσπάθεια για τη δημιουργία ενιαίας αγοράς κεφαλαίων με την εναρμόνιση των κανόνων και την άρση των εμποδίων στις διασυνοριακές δραστηριότητες, στους χρηματοπιστωτικούς τομείς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της χρηματοδότησης από τις κεφαλαιαγορές. Ο συνδυασμός των τροποποιήσεων σε μια νομοθετική δέσμη συμβάλλει στη διασφάλιση της συνοχής σε όλο το κείμενο.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΥΧΟΥΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Επί του παρόντος δεν υπάρχουν αποτελεσματικές λύσεις για τη διασφάλιση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών στους τομείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας δέσμης ή οι λύσεις που υπάρχουν υπονομεύονται από αποκλίνοντες εθνικούς κανόνες. Επιπλέον, οι κανόνες της ΕΕ πρέπει να επικαιροποιηθούν ώστε να διευκολυνθεί η παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με τη χρήση νέων τεχνολογιών, ιδίως της τεχνολογίας DLT, οι οποίες μπορούν να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των κεφαλαιαγορών.

Η έλλειψη ευθυγράμμισης των εποπτικών πρακτικών και η ανεπάρκεια των εργαλείων και εξουσιών εποπτικής σύγκλισης σε επίπεδο ΕΕ επιδεινώνουν τα ζητήματα αυτά. Οι φραγμοί αυτοί οδηγούν σε αναποτελεσματικότητα της αγοράς, περιορισμένες οικονομίες κλίμακας, μειωμένη ρευστότητα στις κεφαλαιαγορές, αυξημένο κόστος για τους επενδυτές, περιορισμένη πρόσβαση σε μια ευρύτερη βάση επενδυτών σε άλλες χώρες και υψηλότερο κόστος κεφαλαίου για τις εταιρείες της ΕΕ, υπονομεύοντας τελικά την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ενωσιακής οικονομίας.

Στον τομέα των συναλλαγών, οι κανόνες που διέπουν τους τόπους διαπραγμάτευσης δεν είναι πλήρως εναρμονισμένοι και υπόκεινται σε κάποιον βαθμό εθνικής διακριτικής ευχέρειας. Οι ευκαιρίες έκδοσης διαβατηρίου για ρυθμιζόμενες αγορές δεν προσδιορίζονται ρητά, αφήνοντας στα κράτη μέλη το περιθώριο να καθορίζουν στο εθνικό τους δίκαιο πρόσθετες απαιτήσεις. Οι διαφορές όσον αφορά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και η δυνατότητα πρόσθετου κανονιστικού υπερθεματισμού από τα κράτη μέλη καθιστούν το συνολικό κανονιστικό τοπίο πολύπλοκο, ιδίως για τις διασυνοριακές οντότητες ή ομίλους. Αυτό δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου και άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών, αποτρέποντας την εμφάνιση δομών διαπραγμάτευσης που λειτουργούν σε πολλά κράτη μέλη. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι φραγμοί που συνδέονται με τον εποπτικό κατακερματισμό, θα πρέπει να τροποποιηθούν οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων ώστε να θεσπιστεί άμεση εποπτεία ορισμένων τόπων διαπραγμάτευσης σε επίπεδο ΕΕ.

Στον μετασυναλλακτικό τομέα, οι αγορές διακανονισμού θα πρέπει να ενοποιηθούν περισσότερο και απαιτείται μεγαλύτερη χρήση του T2S για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής δραστηριότητας των εκδοτών, των ΚΑΤ και των επενδυτών. Παρότι ο διακανονισμός διέπεται από κανονισμό (κανονισμός για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων), εξακολουθούν να υφίστανται κανονιστικοί φραγμοί στον διασυνοριακό διακανονισμό. Για παράδειγμα, η εθνική νομοθεσία ενδέχεται να επιβάλει πρόσθετους περιορισμούς στην ελευθερία έκδοσης πέραν εκείνων που περιλαμβάνονται στις διατάξεις του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων. Επιπλέον, το πλαίσιο έκδοσης διαβατηρίου, το οποίο αποσκοπεί στη διευκόλυνση των διασυνοριακών δραστηριοτήτων, θεωρείται δαπανηρό και επαχθές για τα ΚΑΤ. Ο κανονισμός για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις ομάδες υποδομών της αγοράς από επιχειρησιακή, ρυθμιστική και εποπτική άποψη. Αυτό δυσχεραίνει τη δυνατότητά τους να αξιοποιούν τα οφέλη της ενοποίησης και να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν οι απαιτήσεις για τις διασυνοριακές επιχειρηματικές δραστηριότητες και να εξορθολογιστούν οι απαιτήσεις και να μειωθεί η επιχειρησιακή πολυπλοκότητα των υποδομών διακανονισμού της ΕΕ (δηλαδή των ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένου του κόστους του T2S που μετακυλίεται από τα ΚΑΤ), ώστε να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και να μειωθεί το κόστος. Επιπλέον, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων ώστε να καταστεί πιο ουδέτερος από τεχνολογική άποψη και να αντιμετωπιστεί η ανασφάλεια δικαίου όσον αφορά βασικές έννοιες, ορισμούς και απαιτήσεις που δεν συμβαδίζουν με τις τεχνολογικές εξελίξεις. Για να αντιμετωπιστούν οι φραγμοί που συνδέονται με τον εποπτικό κατακερματισμό, θα πρέπει να τροποποιηθούν οι σχετικές διατάξεις του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων ώστε να θεσπιστεί άμεση εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ ορισμένων μετασυναλλακτικών υποδομών. 

Στον τομέα της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η εμπορική προώθηση των ΟΣΕΚΑ και των ΟΕΕ διέπεται κυρίως από οδηγίες, οι οποίες παρέχουν διακριτική ευχέρεια σε εθνικό επίπεδο σε πολλούς τομείς. Η διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ είναι επί του παρόντος χρονοβόρα και ενέχει διοικητικές δυσκολίες στη διαχείρισή της. Πολλά κράτη μέλη έχουν ειδικές ανά χώρα απαιτήσεις για τις εμπορικές ανακοινώσεις και τις γνωστοποιήσεις στα έγγραφα τεκμηρίωσης των κεφαλαίων, καθώς και ειδικές διοικητικές και λειτουργικές απαιτήσεις (όπως πρόσθετοι κανόνες εμπορίας, ρυθμιστικά τέλη, υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και απαιτήσεις τοπικής φυσικής παρουσίας). Οι απαιτήσεις αυτές εμποδίζουν την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού διαβατηρίου της ΕΕ για τα επενδυτικά κεφάλαια στην Ένωση. Επιπλέον, ο κανονισμός για τη διασυνοριακή διανομή (CBDR) αναγνωρίζει ότι τα κράτη μέλη έχουν διαφορετικούς κανόνες για τα ρυθμιστικά τέλη και τις χρεώσεις και παρέχει δυνατότητα επιλογής όσον αφορά την εκ των προτέρων επαλήθευση των διαφημιστικών ανακοινώσεων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να μειωθούν σημαντικά οι αποκλίνουσες εθνικές πρακτικές όσον αφορά την εμπορική προώθηση κεφαλαίων σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και να παρουσιαστούν οι κανόνες σχετικά με τη διασυνοριακή διανομή κεφαλαίων με αποτελεσματικότερο τρόπο, δηλαδή εντός του ίδιου νομικού κειμένου, προκειμένου να προαχθεί η μεγαλύτερη εναρμόνιση στη διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ. Η προσέγγιση αυτή περιλαμβάνει τροποποιήσεις του CBDR και τη μεταφορά ορισμένων διατάξεων (με τροποποιήσεις) από τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ στον CBDR. Για να μειωθεί ο εποπτικός κατακερματισμός και να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών, θα πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος της ESMA στην αντιμετώπιση των διασυνοριακών φραγμών και στην επίλυση των διαφωνιών μεταξύ των εθνικών αρχών καταγωγής και υποδοχής.

Στον τομέα της καινοτομίας, υπάρχουν δύο βασικά εμπόδια που σχετίζονται με την εφαρμογή λύσεων βασισμένων στην τεχνολογία DLT στην Ευρώπη. Πρώτον, ο κανονισμός για το πιλοτικό καθεστώς DLT επιβαρύνει σημαντικά τη συμμόρφωση των μικρών και των νεοφυών επιχειρήσεων, ιδίως λόγω της εξάρτησης από τις εκτεταμένες απαιτήσεις του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, οι οποίες ενδέχεται να μην είναι κατάλληλες για τη σταδιακή επέκταση των δραστηριοτήτων και τα ειδικά χαρακτηριστικά της DLT. Ο κανονισμός για το πιλοτικό καθεστώς DLT επιβάλλει επίσης αυστηρούς περιορισμούς στο πεδίο εφαρμογής και την κλιμάκωση των δραστηριοτήτων των συμμετεχόντων στο πιλοτικό καθεστώς. Αυτό επιτυγχάνεται, για παράδειγμα, με τη θέσπιση συνολικών ορίων στη δραστηριότητα μιας υποδομής που λειτουργεί βάσει του κανονισμού και με τον περιορισμό του είδους και του μεγέθους της έκδοσης περιουσιακών στοιχείων που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαμεσολάβησης βάσει του κανονισμού. Επιπλέον, δεν παρέχεται στους συμμετέχοντες στην αγορά σαφήνεια σχετικά με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές για το πιλοτικό καθεστώς DLT, δεδομένου του πειραματικού χαρακτήρα του και των χρονικών περιορισμών που ορίζονται στον κανονισμό. Δεύτερον, πέραν των ελλείψεων του εξειδικευμένου πλαισίου της Ευρώπης για την τεχνολογία DLT, τα τυποποιημένα κανονιστικά πλαίσια (εκτός του πιλοτικού καθεστώτος DLT), και ειδικότερα η νομοθεσία για τις μετασυναλλακτικές υπηρεσίες, δεν παρέχουν επί του παρόντος ασφάλεια δικαίου για όσους επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία DLT εκτός του πιλοτικού καθεστώτος DLT. Οι εν λόγω αβεβαιότητες αυξάνουν τους κινδύνους και το κόστος συμμόρφωσης για τους συμμετέχοντες στην αγορά που επιθυμούν να διερευνήσουν καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα.

Η εποπτεία πάσχει από δύο βασικά ζητήματα. Πρώτον, η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων ασκείται σε μεγάλο βαθμό σε εθνικό επίπεδο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα κατακερματισμένο εποπτικό περιβάλλον που δημιουργεί εμπόδια στις διασυνοριακές δραστηριότητες λόγω της αποκλίνουσας εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ και των διαφορετικών εποπτικών πρακτικών, προσεγγίσεων και απαιτήσεων. Τα μέτρα επιβολής, όπως οι παραβάσεις, μπορούν να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες περιπτώσεις μη συμμόρφωσης και οι αξιολογήσεις από ομοτίμους έχουν μεν ως στόχο να ενισχύσουν την εποπτική σύγκλιση, αλλά δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των υποκείμενων προβλημάτων των μη ευθυγραμμισμένων εποπτικών πρακτικών. Δεύτερον, διατίθενται περιορισμένες εντολές και εργαλεία σε επίπεδο ΕΕ για την επιβολή της συνεπούς εφαρμογής των κανόνων της ΕΕ και την υιοθέτηση μιας ενοποιημένης εποπτικής προσέγγισης της ενιαίας αγοράς. Η χρήση εργαλείων εποπτικής σύγκλισης παραμένει σποραδική. Τα εργαλεία αυτά χαρακτηρίζονται από περιορισμούς, δεν χρησιμοποιούνται με συνέπεια και μπορεί να είναι δύσχρηστα λόγω διαδικαστικών περιορισμών και έλλειψης δυνατότητας επιβολής.

Διαβουλεύσεις με τους συμφεροντούχους

Οι ακόλουθες δραστηριότητες διαβούλευσης συνέβαλαν στη διαμόρφωση του περιεχομένου της παρούσας πρότασης:

·Πρόσκληση υποβολής στοιχείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: «Προώθηση της ολοκλήρωσης, της ανάπτυξης, και της αποτελεσματικής εποπτείας στην ενιαία αγορά», από τις 8 Μαΐου έως τις 5 Ιουνίου 2025·

·Στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ» από τις 15 Απριλίου έως τις 10 Ιουνίου 2025.

Στην πρόσκληση υποβολής στοιχείων ελήφθησαν 53 απαντήσεις από ευρύ φάσμα συμφεροντούχων. Οι περισσότερες απαντήσεις (62,3 %) ελήφθησαν από επιχειρηματικές ενώσεις που εκπροσωπούν τους κλάδους των επενδύσεων, των τραπεζών και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Οι εταιρείες και οι επιχειρήσεις, κυρίως από τον χρηματοπιστωτικό τομέα, αντιπροσώπευαν το 20,8 % των απαντήσεων. Το 9,4 % των απαντήσεων υποβλήθηκε από μεμονωμένα μέλη του κοινού, το 5,7 % από άλλες κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων εμπορικών επιμελητηρίων, επαγγελματικών ενώσεων και συμβουλευτικών εταιρειών και το 1,9 % από μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ).

Σκοπός της πρόσκλησης υποβολής στοιχείων ήταν i) να συγκεντρωθούν οι απόψεις των συμφεροντούχων σχετικά με τους φραγμούς που εμποδίζουν τις υποδομές συναλλαγών και τις μετασυναλλακτικές υποδομές της ΕΕ να αποκομίσουν τα οφέλη μιας πραγματικά απρόσκοπτης ενιαίας αγοράς, ii) να εξεταστεί κατά πόσον το ισχύον ρυθμιστικό και εποπτικό πλαίσιο είναι κατάλληλο για τις κεφαλαιαγορές και ιδίως για διαχειριστές της αγοράς με ισχυρές διασυνοριακές δραστηριότητες ή που δραστηριοποιούνται σε νέους ή αναδυόμενους τομείς και iii) να επανεξεταστεί η εργαλειοθήκη των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών για να αξιολογηθούν οι τομείς που επιδέχονται ενίσχυση και βελτίωση ως προς την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά της.

Σε όλες τις ομάδες συμφεροντούχων, τα άτομα που απάντησαν συμφώνησαν στην ανάγκη για μεγαλύτερη ολοκλήρωση της κεφαλαιαγοράς και ενισχυμένη εποπτική σύγκλιση. Ταυτόχρονα, όλοι ζήτησαν απλούστευση, αναλογικότητα και ασφάλεια δικαίου. Η πλειονότητα των συμφεροντούχων αναγνώρισε ότι ένα πιο ολοκληρωμένο και αποδοτικό χρηματοοικονομικό οικοσύστημα θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, θα βελτιώσει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και θα επεκτείνει τις επενδυτικές ευκαιρίες. Ωστόσο, τόνισαν ότι οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι ισορροπημένες, διαφανείς και συμπεριληπτικές και να οδηγούν σε απτά οφέλη για τους πολίτες και την πραγματική οικονομία. Παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των συμφεροντούχων όσον αφορά τη στήριξή τους για τη συγκέντρωση της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ. Οι επιχειρηματικές ενώσεις και οι εταιρείες προτιμούν γενικά την υλοποίηση σταδιακής προόδου στο πλαίσιο της τρέχουσας θεσμικής δομής, ενώ οι ΜΚΟ και ορισμένα μέλη του κοινού τάχθηκαν υπέρ της ισχυρότερης εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ για τη διασφάλιση της συνέπειας και της λογοδοσίας.

Εκτός από την πρόσκληση υποβολής στοιχείων, η στοχευμένη διαβούλευση με θέμα «Ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ» συγκέντρωσε απόψεις από ευρύ φάσμα συμφεροντούχων σχετικά με διάφορες πτυχές των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Το διαδικτυακό ερωτηματολόγιο αποτελούνταν από δύο μέρη. Το μέρος 1 κάλυπτε την απλούστευση και τη μείωση του φόρτου του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ στους τομείς των συναλλαγών, των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, τα εμπόδια στις διασυνοριακές δραστηριότητες στον χώρο των συναλλαγών και στην εμβάθυνση της ρευστότητας στις κεφαλαιαγορές της ΕΕ, καθώς και τα εμπόδια στη διασυνοριακή παροχή μετασυναλλακτικών υπηρεσιών. Το μέρος 2 περιλάμβανε ερωτήσεις σχετικά με: διατομεακά εμπόδια στους τομείς των συναλλαγών και των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων (π.χ. σχετικά με την καινοτομία, τις ενδοομιλικές συνέργειες, την έκδοση χρηματοπιστωτικών μέσων), τα εμπόδια στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και επενδυτικών κεφαλαίων και τα εμπόδια που σχετίζονται ειδικά με την εποπτεία.

Συνολικά απάντησαν 297 συμφεροντούχοι στη στοχευμένη διαβούλευση μέσω του ιστοτόπου της Επιτροπής. Η πλειονότητα των απαντήσεων προήλθε από επιχειρηματικές ενώσεις (31 %) και εταιρείες ή επιχειρηματικές οντότητες (27 %), ακολουθούμενες από τις δημόσιες αρχές (12 %). Ελήφθησαν επίσης απαντήσεις από ΜΚΟ (4 %), πολίτες της ΕΕ (3 %), συνδικαλιστικές οργανώσεις (2 %) και μία οργάνωση καταναλωτών. Ως εκ τούτου, στη διαβούλευση απάντησε ευρύ φάσμα συμφεροντούχων από τον κλάδο, συμπεριλαμβανομένων συμμετεχόντων στην αγορά, αντιπροσωπευτικών ενώσεων και δημόσιων αρχών.

Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν διμερείς συναντήσεις με επιλεγμένους συμφεροντούχους ώστε να συγκεντρωθούν περισσότερα στοιχεία και να διερευνηθούν σε βάθος συγκεκριμένες ανησυχίες. Η Επιτροπή παρουσίασε επίσης διάφορες πτυχές της επανεξέτασης σε συνάντησή της με εκπροσώπους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και των ακολούθων των κρατών μελών για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο του 2025. 

Τα αποτελέσματα της πρόσκλησης υποβολής στοιχείων και της στοχευμένης διαβούλευσης ελήφθησαν υπόψη στην πρόταση και η Επιτροπή προσπάθησε να συνεκτιμήσει τα διάφορα συμφέροντα που εξέφρασαν οι συμφεροντούχοι. Οι σημαντικότεροι τομείς στους οποίους προσδιορίστηκαν περιθώρια βελτίωσης από τους απαντήσαντες εξετάστηκαν και συμπεριλήφθηκαν στην πρόταση. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για εκκλήσεις για ένα πιο αναλογικό, απλούστερο και πιο εναρμονισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο που να μειώνει τις επιβαρύνσεις και να εξαλείφει τα εμπόδια στους τομείς των συναλλαγών, των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων και της διασυνοριακής διανομής επενδυτικών κεφαλαίων, ενώ παράλληλα αυξάνει την αποδοτικότητα και τη σύγκλιση της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων.

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Κατά την κατάρτιση της παρούσας πρωτοβουλίας, η Επιτροπή συμβουλεύτηκε διάφορες μελέτες και πηγές πληροφοριών. Τον Σεπτέμβριο του 2024 η Επιτροπή διοργάνωσε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης σχετικά με την ενοποίηση στον τομέα των επενδυτικών κεφαλαίων και την ολοκλήρωση των συναλλακτικών και μετασυναλλακτικών υποδομών με συμφεροντούχους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, καθώς και με εμπειρογνώμονες στους σχετικούς τομείς. Η Επιτροπή έχει επίσης διοργανώσει χωριστές διμερείς επαφές με βασικούς συμφεροντούχους και εργαστήρια με τον κλάδο. Οι μελέτες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση της παρούσας πρότασης αναφέρονται στην εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει την παρούσα πρόταση και τεκμηριώνει τα εμπόδια που προσπαθεί να αντιμετωπίσει η παρούσα δέσμη μέτρων.

Εκτίμηση επιπτώσεων

Σύμφωνα με την πολιτική για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η Επιτροπή διενήργησε εκτίμηση επιπτώσεων των εναλλακτικών επιλογών πολιτικής. Πέρα από την επιλογή της μη ανάληψης δράσης από την ΕΕ (βασικό σενάριο — επιλογή 1), προσδιορίστηκαν δύο δέσμες επιλογών πολιτικής βάσει πρόσκλησης υποβολής στοιχείων, στοχευμένης διαβούλευσης, άλλων επαφών με συμφεροντούχους, μελέτης σχετικά με την ενοποίηση και τη μείωση του κατακερματισμού των υποδομών συναλλαγών και των μετασυναλλακτικών υποδομών στην Ευρώπη, μελέτης των φραγμών και των μοχλών για την επέκταση κεφαλαίων που επενδύουν σε καινοτόμες και αναπτυσσόμενες εταιρείες, ανασκοπήσεων της βιβλιογραφίας και προηγούμενων πρωτοβουλιών και εκθέσεων που τεκμηριώνουν τα σημαντικότερα εμπόδια στην ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ, τα οποία υπάρχουν εδώ και αρκετά χρόνια και δεν έχουν ακόμη αντιμετωπιστεί πλήρως.

Η επιλογή 1 είναι η βασική επιλογή της μη ανάληψης δράσης. Η επιλογή 2 περιλαμβάνει ευρεία επανεξέταση των εγχειριδίων κανόνων σχετικά με τις συναλλαγές, τις μετασυναλλακτικές δραστηριότητες και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων με στόχο την εναρμόνιση και τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της χαλάρωσης ορισμένων απαιτήσεων εντός ομίλων και για υπηρεσίες που παρέχονται διασυνοριακά βάσει ενιαίας άδειας. Στον τομέα του διακανονισμού, θα βελτιωθεί επίσης η διασύνδεση μεταξύ των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (ΚΑΤ).

Η επιλογή 2 περιλαμβάνει επίσης τροποποιήσεις της νομοθεσίας για τις μετασυναλλακτικές δραστηριότητες, ώστε να καταστεί πιο ουδέτερη τεχνολογικά, καθώς και του πιλοτικού καθεστώτος DLT (DLTPR) με σκοπό την επέκταση του πεδίου εφαρμογής και της κλίμακάς του. Τα επενδυτικά κεφάλαια θα αποκτούν άμεση και πλήρη πρόσβαση στην ενιαία αγορά κατόπιν άδειας, και οι όμιλοι διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων θα μπορούν να λειτουργούν αποδοτικότερα σε διασυνοριακό επίπεδο. Όσον αφορά την εποπτεία, η επιλογή 2 αποσκοπεί στην ενίσχυση της χρήσης και της αποτελεσματικότητας των εργαλείων και των εξουσιών εποπτικής σύγκλισης, με έμφαση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Kινητών Aξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ) και τη διακυβέρνησή της. Η επιλογή αυτή περιλαμβάνει επίσης τη μεταβίβαση εποπτικών εξουσιών στην ΕΑΚΑΑ για τις σημαντικότερες υποδομές (κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, ΚΑΤ και τόποι διαπραγμάτευσης) και για όλους τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, καθώς και τον συντονισμό της εποπτείας μεγάλων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και επενδυτικών κεφαλαίων από την ΕΑΚΑΑ.

Η επιλογή 3 βασίζεται στην επιλογή 2, αλλά έχει εκτενέστερο πεδίο εφαρμογής, με πρόσθετα στοιχεία που αποσκοπούν στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης αγοράς, όπως, για παράδειγμα, η υποχρεωτική σύνδεση μεταξύ σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης, η επιβολή συνδέσεων μεταξύ ΚΑΤ, η δημιουργία αδειοδότησης σε επίπεδο ομίλου για τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, η πλήρης ευελιξία στο DLTPR, καθώς και η άμεση εποπτεία από την ΕΑΚΑΑ όλων των υποδομών, των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Η ανάλυση αξιολογεί τις επιλογές σε σχέση με τρεις στόχους: i) επίτευξη περαιτέρω ολοκλήρωσης της αγοράς και αποτελεσμάτων κλίμακας· ii) επίτευξη ολοκληρωμένης εποπτείας και iii) διευκόλυνση της καινοτομίας. Από την ανάλυση προκύπτει ότι τα πρόσθετα στοιχεία της επιλογής 3 θα συνεπάγονταν υψηλότερο κόστος για τους τομείς και για τις εποπτικές αρχές, υπερβαίνοντας τα δυνητικά οφέλη. Επιπλέον, η επιλογή αυτή είναι λιγότερο συνεκτική με άλλες πρωτοβουλίες πολιτικής της ΕΕ και μπορεί να έχει ανεπιθύμητες συνέπειες στον ανταγωνισμό και όσον αφορά τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η αξιολόγηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιλογή 2 είναι η προτιμώμενη δέσμη μέτρων πολιτικής, διότι αποφέρει σημαντικά οφέλη ολοκλήρωσης, παραμένοντας παράλληλα αναλογική όσον αφορά το κόστος και την επικουρικότητα. Συνδυάζει την εκτεταμένη εναρμόνιση των απαιτήσεων στα σχετικά πλαίσια συναλλαγών, μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και την άρση των φραγμών στις διασυνοριακές δραστηριότητες με ισχυρότερα εργαλεία και εξουσίες εποπτικής σύγκλισης και ενωσιακή εποπτεία των σημαντικότερων υποδομών. Οι πτυχές αυτές αλληλοενισχύονται. Η εναρμόνιση των κανόνων στην παρούσα δέσμη μέτρων θα διευκολύνει τη μεταβίβαση της εποπτείας ορισμένων φορέων και αγορών σε επίπεδο ΕΕ και όλων των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, και θα επιτρέψει την αποτελεσματικότερη επιβολή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων.

Με την άρση των περιττών κανονιστικών φραγμών στην ολοκλήρωση, τα μέτρα αυτής της επιλογής θα μειώσουν τον κανονιστικό φόρτο και τη λειτουργική πολυπλοκότητα, βελτιώνοντας έτσι την αποδοτικότητα της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών και προωθώντας την ολοκλήρωση της αγοράς. Το κόστος εφαρμογής θα βαρύνει κυρίως τις υποδομές και τις εθνικές αρχές. Για την επιλογή αυτή θα χρειαστούν επίσης σημαντικοί πόροι και ανάπτυξη υποδομών στην ΕΑΚΑΑ, η πλειονότητα των οποίων θα χρηματοδοτηθεί από τέλη. Ωστόσο, όλες αυτές οι δαπάνες αναμένεται να αντισταθμιστούν μεσοπρόθεσμα από τη βελτίωση της αποδοτικότητας και την απλούστευση. Η πρωτοβουλία θα μειώσει την ανασφάλεια δικαίου για τους εκδότες και τους επενδυτές, θα μειώσει το κόστος συμμόρφωσης και θα βελτιώσει την προβλεψιμότητα. Η αύξηση της ευελιξίας στο πιλοτικό καθεστώς DLT και οι αλλαγές στην τομεακή νομοθεσία ώστε να καταστεί πιο συμβατή με την τεχνολογία DLT θα ενθαρρύνουν την ευρύτερη υιοθέτηση αυτής της τεχνολογίας. Μέσω της ισχυρότερης εποπτικής σύγκλισης και ενός πιο ολοκληρωμένου εποπτικού πλαισίου θα εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, θα περιοριστεί το ρυθμιστικό αρμπιτράζ και θα μειωθεί ο διοικητικός φόρτος που σχετίζεται με τις διασυνοριακές δραστηριότητες.

Η πρωτοβουλία θα διευκολύνει την πρόσβαση των επενδυτών σε ευρύ φάσμα επενδυτικών ευκαιριών και θα επιτρέψει στις εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, να αντλούν κεφάλαια εκτός των συνόρων τους. Επομένως, θα συμβάλει στη βελτίωση του τρόπου κινητοποίησης κεφαλαίων στην Ευρώπη και θα επιτρέψει την εμφάνιση του κατάλληλου χρηματοδοτικού οικοσυστήματος, προκειμένου να υποστηριχθούν οι στρατηγικές προτεραιότητες της ΕΕ και η οικονομία μας να καταστεί ισχυρότερη και πιο ανταγωνιστική.

Η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέδωσε αρχικώς αρνητική γνώμη, αλλά στη συνέχεια αξιολόγησε θετικά την εκτίμηση επιπτώσεων. Για να ληφθούν υπόψη οι παρατηρήσεις που διατύπωσε η επιτροπή, η εκτίμηση επιπτώσεων αναθεωρήθηκε προκειμένου: i) να αποσαφηνιστεί το σκεπτικό σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της πρωτοβουλίας και τον ρόλο της στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεπίδρασής της με άλλες πρωτοβουλίες, ii) να απλουστευθούν οι ενότητες σχετικά με τον ορισμό του προβλήματος και τους παράγοντες του προβλήματος, iii) να βελτιωθούν οι εξηγήσεις σχετικά με την καινοτομία που βασίζεται στην τεχνολογία DLT, iv) να αποσαφηνιστούν η λογική και οι στόχοι της παρέμβασης. Επίσης, το κείμενο αναθεωρήθηκε προκειμένου να ενισχυθεί η ανάλυση του μεγέθους των προβλημάτων, με βάση πρόσθετα ποσοτικά στοιχεία που ελήφθησαν από τους συμφεροντούχους και άλλες υφιστάμενες μελέτες, για την καλύτερη αξιολόγηση της σχέσης κόστους/οφέλους. Αυξήθηκε επίσης η διαφάνεια του κειμένου όσον αφορά τον περιορισμό των διαθέσιμων δεδομένων και τους παράγοντες εκτός του πεδίου εφαρμογής που καθιστούν αδύνατη την πλήρη και αξιόπιστη μοντελοποίηση του κόστους και του οφέλους. Οι απόψεις των συμφεροντούχων αντικατοπτρίζονται επίσης πιο διεξοδικά στο κείμενο, ενώ αποτυπώνεται καλύτερα ο αντίκτυπος των προτεινόμενων μέτρων στις διάφορες ομάδες συμφεροντούχων.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Τα προτεινόμενα μέτρα θα μειώσουν την κανονιστική επιβάρυνση και την επιχειρησιακή πολυπλοκότητα, βελτιώνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών και προωθώντας την ολοκλήρωση της αγοράς. Το κόστος εφαρμογής θα βαρύνει κυρίως τις υποδομές και τις εθνικές αρχές. Η ΕΑΚΑΑ θα χρειαστεί επίσης σημαντικούς πόρους και ανάπτυξη υποδομών. Ωστόσο, όλες αυτές οι δαπάνες αναμένεται να αντισταθμιστούν μεσοπρόθεσμα από τη βελτίωση της αποδοτικότητας και την απλούστευση. Η πρωτοβουλία θα μειώσει την ανασφάλεια δικαίου για τους εκδότες και τους επενδυτές, θα περιορίσει το κόστος συμμόρφωσης και θα βελτιώσει την προβλεψιμότητα. Η αύξηση της ευελιξίας στο πιλοτικό καθεστώς DLT και οι αλλαγές στην τομεακή νομοθεσία ώστε να καταστεί πιο συμβατή με την τεχνολογία DLT θα ενθαρρύνουν την ευρύτερη υιοθέτηση αυτής της τεχνολογίας. Μέσω της ισχυρότερης εποπτικής σύγκλισης και ενός πιο ολοκληρωμένου εποπτικού πλαισίου θα εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού και θα μειωθεί ο διοικητικός φόρτος που σχετίζεται με τις διασυνοριακές δραστηριότητες. Η απλούστευση θα επιτευχθεί με διάφορους τρόπους: μεταφορά ορισμένων διατάξεων από οδηγίες σε κανονισμούς· εξάλειψη του περιθωρίου για την επιβολή μέτρων κανονιστικού υπερθεματισμού σε εθνικό επίπεδο· εξορθολογισμός των αλληλεπικαλυπτόμενων, δαπανηρών και μη αποδοτικών εποπτικών ρυθμίσεων· και, γενικότερα, άρση των φραγμών στα ενωσιακά και εθνικά πλαίσια για τους διαχειριστές της αγοράς και τους επενδυτές. Με σκοπό την απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου και τη μείωση του κανονιστικού και διοικητικού φόρτου, η παρούσα πρόταση βελτιστοποιεί τις εξουσιοδοτήσεις επιπέδου 2 με τη διαγραφή και την επικαιροποίησή τους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που θεωρήθηκαν μη ουσιώδεις για την αποτελεσματική λειτουργία των αντίστοιχων διατάξεων των βασικών πράξεων κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές. Επιπλέον, στην παρούσα πρόταση η Επιτροπή επιδίωξε να περιορίσει όσο το δυνατόν περισσότερο τον αριθμό νέων εξουσιοδοτήσεων επιπέδου 2.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Η πρόταση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών σε κάθε κράτος μέλος (άρθρο 15 παράγραφος 2), την επιχειρηματική ελευθερία (άρθρο 16), το δικαίωμα ιδιοκτησίας (άρθρο 17), την πρόσβαση στις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος για την προώθηση της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής της Ένωσης (άρθρο 36) και την προστασία του καταναλωτή (άρθρο 38).

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Οι χρηματοδοτικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της παρούσας δέσμης μέτρων εξηγούνται λεπτομερώς στο νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο που επισυνάπτεται στον γενικό κανονισμό. Αυτό περιλαμβάνει επίσης τις οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις της γενικής οδηγίας.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Η Επιτροπή θα παρακολουθεί την πρόοδο προς την επίτευξη των ειδικών στόχων με βάση τον μη εξαντλητικό κατάλογο δεικτών που περιλαμβάνεται στο τμήμα 9 της συνοδευτικής εκτίμησης επιπτώσεων. Ο κατάλογος εστιάζει στους δείκτες ανά τομέα, αλλά θα παρακολουθούνται και ευρύτεροι δείκτες για τη μέτρηση του γενικότερου αντικτύπου στην αγορά, παρότι αυτοί δεν αντιστοιχούν εξίσου άμεσα στην παρούσα πρωτοβουλία. Οι δείκτες αυτοί περιλαμβάνουν μέτρα για την αξιολόγηση της πρόσβασης σε κεφάλαια και δομές εταιρικής χρηματοδότησης ή του επιπέδου συμμετοχής ιδιωτών επενδυτών στην κεφαλαιαγορά.

Η εκ των υστέρων αξιολόγηση όλων των νέων νομοθετικών μέτρων αποτελεί προτεραιότητα για την Επιτροπή. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα επανεξετάσουν τις εκροές, τα αποτελέσματα και τον αντίκτυπο της παρούσας πρωτοβουλίας μόλις αρχίσει να ισχύει η νομική πράξη. Έπειτα από πέντε έτη, η Επιτροπή θα προβεί στην επόμενη αξιολόγηση των τροποποιήσεων που περιλαμβάνονται στην παρούσα πρόταση, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας.

Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)

Δεν θεωρείται αναγκαίο κανένα επεξηγηματικό έγγραφο. 

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Ο παρών γενικός κανονισμός συνίσταται σε τροποποιήσεις των εξής κανονισμών:

·κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (κανονισμός ΕΑΚΑΑ· άρθρο 1)·

·κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (EMIR· άρθρο 2,

·κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 (MiFIR· άρθρο 3,

·κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 (CSDR· άρθρο 4,

·κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 (SFTR· άρθρο 5,

·κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 (CBDR· άρθρο 6,

·κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 (CCPRRR· άρθρο 7,

·κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 (DLTPR· άρθρο 8,

·κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 (MiCA· άρθρο 9,

·κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 (κανονισμός ΟΑΠΙ· άρθρο 10,

·κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 (κανονισμός για τους δείκτες αναφοράς· άρθρο 11,

·κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 (κανονισμός για την τιτλοποίηση· άρθρο 12,

·κανονισμός (ΕΕ) 2023/2631 (κανονισμός για τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα· άρθρο 13, και

·κανονισμός (ΕΕ) 2024/3005 (κανονισμός για τις αξιολογήσεις ΠΚΔ· άρθρο 14).

Άρθρο 1 — τροποποιήσεις του κανονισμού ΕΑΚΑΑ

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (κανονισμός ΕΑΚΑΑ) αποσκοπούν στην ενίσχυση της εντολής, της διακυβέρνησης και της χρηματοδότησης της ΕΑΚΑΑ, ώστε να διασφαλιστεί πιο συνεπής, διαφανής και υπεύθυνη εποπτεία σε ολόκληρη την ΕΕ. Έτσι θα δημιουργηθούν καλύτερες συνθήκες για την ολοκλήρωση των αγορών, θα βελτιωθεί η αποδοτικότητα και θα αυξηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην ενιαία αγορά.

Όσον αφορά τα καθήκοντα και τις εξουσίες, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εφαρμόζουν διττή προσέγγιση: i) πρόταση για τη μεταβίβαση εποπτικών εξουσιών στην ΕΑΚΑΑ για σημαντικές οντότητες υποδομών της αγοράς και CASP· και ii) τροποποιήσεις με σκοπό την αύξηση της χρήσης και της αποτελεσματικότητας των εργαλείων εποπτικής σύγκλισης. Οι αλλαγές αυτές υποστηρίζονται από την επανεξέταση των ρυθμίσεων διακυβέρνησης και χρηματοδότησης της ΕΑΚΑΑ, ώστε να διασφαλιστεί ότι η λήψη αποφάσεων σε επίπεδο ΕΕ είναι απλή, ανεξάρτητη και αποτελεσματική και ότι διατίθενται κατάλληλοι πόροι για την υλοποίηση των νέων στόχων. 

Γενικά καθήκοντα και εξουσίες

Οι τροποποιήσεις των άρθρων 1, 4 και 8 αποσκοπούν στην αποσαφήνιση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού και στην παροχή επικαιροποιημένων ορισμών που αντικατοπτρίζουν τις νέες άμεσες εποπτικές αρμοδιότητες. Οι αλλαγές ευθυγραμμίζουν επίσης την εντολή της ΕΑΚΑΑ με τους στόχους της προώθησης της καινοτομίας, της εποπτείας βάσει δεδομένων και της αποτελεσματικής επιβολής. 

Το νέο άρθρο 8α σχετικά με το καθήκον συνεργασίας τονίζει τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρχών. Στόχος είναι η προώθηση μεγαλύτερης συνεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και αμοιβαίας στήριξης και η δημιουργία ενός πλαισίου για διαρθρωμένη αλλά ευέλικτη συνεργασία μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και άλλων αρμόδιων ή σχετικών αρχών. Ειδικότερα, με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκτελεί τα άμεσα εποπτικά της καθήκοντα ομαλά, αποτελεσματικά και αναλογικά, διασφαλίζοντας παράλληλα την ανεξαρτησία της. Προτείνεται η ΕΑΚΑΑ να θεσπίσει ευέλικτες πρακτικές ρυθμίσεις συνεργασίας, προσαρμοσμένες σε συγκεκριμένους τομείς και καθήκοντα και καθοδηγούμενες από τις αρχές της αποδοτικότητας, της αναλογικότητας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να περιλαμβάνουν κοινές ομάδες εποπτείας, κοινές επιθεωρήσεις ή επιχειρησιακό συντονισμό. Θα πρέπει να επιτρέπουν τη σταδιακή προσαρμογή με την πάροδο του χρόνου. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στην αποτελεσματική και αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων εποπτεία, στη συνέχεια και τη συνέπεια των εποπτικών αποτελεσμάτων, καθώς και στον σεβασμό των εκ του νόμου αρμοδιοτήτων και των πόρων άλλων αρχών. Το νέο άρθρο 8α θα επιτρέπει στην ΕΑΚΑΑ και σε άλλες αρχές να συνεργάζονται αποτελεσματικότερα, αξιοποιώντας τη συλλογική εμπειρογνωσία και τους πόρους τους για την αντιμετώπιση των πολύπλοκων προκλήσεων που αντιμετωπίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ. Αυτό, με τη σειρά του, θα συμβάλει στη δημιουργία πιο ολοκληρωμένης, σταθερής και ευημερούσας ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εποπτεία, οι τροποποιήσεις του άρθρου 9α διευρύνουν το πεδίο εφαρμογής της εξουσίας της ΕΑΚΑΑ να εκδίδει «επιστολές μη ανάληψης δράσης», ώστε να καλύπτονται ειδικές περιστάσεις στις οποίες η εφαρμογή μιας νομοθετικής πράξης εγείρει σημαντικά ζητήματα για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Στόχος είναι η παροχή σαφήνειας και καθοδήγησης στους συμμετέχοντες στην αγορά και ο περιορισμός του κινδύνου της ασυνεπούς εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ. 

Οι τροποποιήσεις των άρθρων 10 και 15 παρέχουν στην Επιτροπή την εξουσία να εκδίδει τροποποιητική κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστική πράξη, ακόμη και όταν η ΕΑΚΑΑ δεν παρέχει σχέδιο. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζεται το υφιστάμενο κενό στο διαδικαστικό πλαίσιο για την έγκριση τεχνικών προτύπων. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις θεσπίζουν επίσης διαδικασία για την προσωρινή αναστολή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών προτύπων (ή μερών αυτών) υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι διαδικασίες αυτές έχουν ως στόχο να καταστήσουν τις ρυθμιστικές εξουσίες της ΕΑΚΑΑ πιο ευέλικτες και προσαρμόσιμες και αναμένεται να επιτρέψουν στην Επιτροπή να βελτιώσει τη θέσπιση κανόνων και να αυξήσει την ικανότητα ανταπόκρισης στις νέες εξελίξεις της αγοράς, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. 

Οι τροποποιήσεις του άρθρου 8 παράγραφος 2, του άρθρου 17 και του άρθρου 19 παράγραφος 4 διευκρινίζουν ότι, σύμφωνα με την απόφαση Corneli 13 , η ΕΑΚΑΑ πρέπει να εφαρμόζει το δίκαιο της Ένωσης. Αυτό περιλαμβάνει τους εθνικούς νόμους που εφαρμόζουν τις οδηγίες της ΕΕ, οι οποίοι θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να συνάδει με τις εν λόγω οδηγίες.

Το άρθρο 17αα παρέχει στην ΕΑΚΑΑ τη νέα εξουσία στον τομέα της εποπτικής σύγκλισης να απαιτεί από μια αρμόδια αρχή να ζητεί τη γνώμη της σε περιπτώσεις στις οποίες μια αξιολόγηση από ομοτίμους ή έρευνα έχει εντοπίσει σοβαρές εποπτικές αστοχίες. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ θα έχει την εξουσία να απαιτεί τη λήψη άμεσων και αποτελεσματικών διορθωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των εποπτικών ελλείψεων. Στόχος αυτού του νέου μέτρου διασφάλισης είναι να δοθεί στην ΕΑΚΑΑ η δυνατότητα να ενεργεί σε περιπτώσεις στις οποίες χορηγείται σε προϊόντα ή οντότητες πρόσβαση στην αγορά της ΕΕ χωρίς επαρκή εποπτεία ή όταν η καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας υπονομεύει το σύστημα διαβατηρίων.

Το άρθρο 19α εισάγει πλατφόρμες συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, οι οποίες θα ενισχύσουν τη συνεργασία και την εποπτεία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων. Αυτό βασίζεται στην επιτυχημένη πείρα που έχει αποκτηθεί με παρόμοιες πλατφόρμες στο πλαίσιο της οδηγίας Φερεγγυότητα II. Οι πλατφόρμες αυτές θα διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών, θα προτείνουν λύσεις και θα προωθήσουν τη νοοτροπία συνεργασίας. Η ΕΑΚΑΑ θα έχει την εξουσία να επιλύει τυχόν διαφορές.

Τα άρθρα 28α και 28β προβλέπουν τη δημιουργία μηχανισμού αμοιβαίας αναγνώρισης των διοικητικών προστίμων και συνδρομής όσον αφορά την είσπραξή τους σε διασυνοριακό πλαίσιο. Στόχος είναι να διευκολυνθεί η επιβολή των κανόνων στην ενιαία αγορά, σε αντίθεση με την υφιστάμενη κατάσταση, στην οποία η είσπραξη προστίμων σε άλλη δικαιοδοσία είναι εξαιρετικά περίπλοκη ή ακόμη και αδύνατη.

Εποπτικές εξουσίες

Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και συνεπής εποπτεία σε όλους τους τομείς, προτείνεται να προστεθεί ένα νέο κεφάλαιο IIα, το οποίο ενοποιεί τις διαδικαστικές εξουσίες της ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται επί του παρόντος στην τομεακή νομοθεσία, σε ένα ενιαίο, διατομεακό πλαίσιο. Με το πλαίσιο αυτό εξορθολογίζονται οι κανόνες για τα αιτήματα παροχής πληροφοριών, τις έρευνες, τις επιτόπιες επιθεωρήσεις, τα εποπτικά μέτρα και τις κυρώσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα τα δικαιώματα υπεράσπισης, το δικηγορικό απόρρητο και τη δικαστική προστασία. Με τη θέσπιση συνεκτικού και ομοιόμορφου συνόλου διαδικαστικών εξουσιών, ο κανονισμός αυξάνει την ασφάλεια δικαίου, προωθεί την εποπτική σύγκλιση και την αποτελεσματικότητα και βοηθά την ΕΑΚΑΑ να ασκεί με υπεύθυνο τρόπο τις άμεσες εποπτικές αρμοδιότητές της. Οι εξουσίες αυτές δεν θίγουν τυχόν ειδικότερες ή διαφορετικές εξουσίες που προβλέπονται σε άλλες πράξεις της ΕΕ. 

Χρηματοδότηση

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εποπτικές δραστηριότητες της ΕΑΚΑΑ χρηματοδοτούνται με δίκαιο και διαφανή τρόπο, ο κανονισμός προτείνει να εναρμονιστούν οι αρχές που διέπουν τα τέλη που χρεώνονται στους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ (άρθρο 39ιδ). Ο κανονισμός ενοποιεί τις αρχές που είναι επί του παρόντος διάσπαρτες στην τομεακή νομοθεσία, προκειμένου να θεσπιστεί ένα ενοποιημένο πλαίσιο για τον υπολογισμό των τελών, το πεδίο εφαρμογής και τη διαφάνεια. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις προωθούν την ασφάλεια δικαίου και τη διαφάνεια τόσο για τις υφιστάμενες όσο και για τις νέες οντότητες, παρέχοντάς τους έτσι τη δυνατότητα να προβλέπουν και να σχεδιάζουν καλύτερα τα εποπτικά τέλη. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις βοηθούν τελικά την ΕΑΚΑΑ να εποπτεύει και να ρυθμίζει αποτελεσματικά τον χρηματοπιστωτικό τομέα. 

Τροποποιήθηκε επίσης ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις αλλαγές των τελών που χρεώνει η ΕΑΚΑΑ στους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Διακυβέρνηση

Η παρούσα πρόταση προβλέπει μια αποτελεσματικότερη δομή διακυβέρνησης για την ΕΑΚΑΑ. Αντικαθιστά το σημερινό συμβούλιο διοίκησης με εκτελεστικό συμβούλιο με ανεξάρτητα μέλη πλήρους απασχόλησης (άρθρα 44α και 46α) και προσαρμόζει τη σύνθεση του συμβουλίου εποπτών (άρθρο 40). Η πρόταση αποσαφηνίζει τις αντίστοιχες αρμοδιότητες των δύο αυτών συμβουλίων (άρθρα 43 και 46α). Το εκτελεστικό συμβούλιο θα αποτελείται από τον πρόεδρο και 5 μέλη πλήρους απασχόλησης, με διάφορα είδη εποπτικής πείρας και, συλλογικά, επαρκή κατανόηση των τομέων που τελούν υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ. Τα μέλη θα διορίζονται με διαδικασία στην οποία θα συμμετέχουν η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Θα υπόκεινται σε αυστηρούς κανόνες σύγκρουσης συμφερόντων και η θητεία τους θα περιορίζεται σε 5 έτη με δυνατότητα παράτασης κατά δύο έτη. Το άρθρο 46α καθορίζει τα καθήκοντα του εκτελεστικού συμβουλίου, το οποίο θα είναι κυρίως υπεύθυνο για τις αποφάσεις που αφορούν την άμεση εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα διαθέτει επίσης ευρύ φάσμα εξουσιών λήψης αποφάσεων, μεταξύ άλλων επί μεμονωμένων αρμόδιων αρχών για ορισμένα μη ρυθμιστικά θέματα, όπως η επίλυση διαφορών, θέματα που αφορούν παραβίαση του δικαίου της ΕΕ και ανεξάρτητες αξιολογήσεις. Αυτό θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη λήψη αποφάσεων με την οποία διασφαλίζεται η καλή ισορροπία μεταξύ των εθνικών ιδιαιτεροτήτων και των κοινών συμφερόντων της ΕΕ. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα αναλάβει τις αρμοδιότητες του συμβουλίου διοίκησης όσον αφορά την κατάρτιση των προγραμμάτων εργασίας και του προϋπολογισμού της ΕΑΚΑΑ, και οι δραστηριότητες του συμβουλίου διοίκησης θα παύσουν. Όλες οι υφιστάμενες αναφορές στο συμβούλιο διοίκησης θα αντικατασταθούν από αναφορές στο εκτελεστικό συμβούλιο. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου, θα έχουν μία ψήφο το καθένα και η ψήφος του προέδρου θα υπερισχύει.

Το συμβούλιο εποπτών εξακολουθεί να είναι το κύριο όργανο της ΕΑΚΑΑ που είναι αρμόδιο για τη γενική καθοδήγηση και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με ρυθμιστικά θέματα και την εποπτική σύγκλιση. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του άρθρου 40 αλλάζουν τη σύνθεση του συμβουλίου εποπτών ώστε να συμπεριλαμβάνονται τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου. Το συμβούλιο εποπτών θα μπορεί να αντιτάσσεται στις κύριες εποπτικές αποφάσεις που λαμβάνει το εκτελεστικό συμβούλιο εντός 10 ημερών ή 48 ωρών σε επείγουσες περιπτώσεις. Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να ζητεί τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών για εποπτικά θέματα και υποχρεούται να υποβάλλει έκθεση στο συμβούλιο εποπτών σχετικά με τις εποπτικές του δραστηριότητες δύο φορές ετησίως. Υπό την ιδιότητά τους ως μελών του συμβουλίου εποπτών με δικαίωμα ψήφου, τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου θα συνεισφέρουν την εμπειρογνωσία τους στο συμβούλιο εποπτών και θα ψηφίζουν για γενικά θέματα εποπτικής σύγκλισης. 

Άρθρο 2 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για τις υποδομές των ευρωπαϊκών αγορών

Εποπτεία σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων

Εισάγονται τα νέα άρθρα 22α έως 22γ προκειμένου να δοθεί στην ΕΑΚΑΑ άμεση εποπτεία επί σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, να προσδιοριστούν όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τις διαδικασίες ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου που θα χαρακτηριστεί ως σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος από την ΕΑΚΑΑ, να προσδιοριστούν οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ επί σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και να θεσπιστεί διάταξη σχετικά με τα εποπτικά τέλη που επιβάλλει η ΕΑΚΑΑ στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που εποπτεύει. Το άρθρο 12 τροποποιείται προκειμένου να δοθεί στην ΕΑΚΑΑ η εξουσία να επιβάλλει κυρώσεις. Εισάγεται επίσης νέο παράρτημα V το οποίο παρέχει κατάλογο παραβάσεων για τις οποίες η ΕΑΚΑΑ μπορεί να επιβάλλει πρόστιμα. Το άρθρο 2 τροποποιείται προκειμένου να προσαρμοστεί ο ορισμός της «αρμόδιας αρχής» και να εισαχθούν νέοι ορισμοί για τους όρους «σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος», «αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή» και «εθνική αρμόδια αρχή». Επιπλέον, τροποποιείται το άρθρο 22 ώστε να παρέχεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να ορίζουν την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και για τους λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τους. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι ορισμοί αυτοί είναι συνεπείς μεταξύ των σχετικών κανονιστικών πράξεων και για να αντικατοπτρίζεται η εποπτική εξουσία της ΕΑΚΑΑ επί σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, θεσπίστηκαν επίσης τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/23.

Τα άρθρα 14, 17, 18, 20 προσαρμόζονται ώστε να καταργηθούν τα σώματα για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και να προσαρμοστούν οι διάφορες διαδικασίες με σκοπό να ληφθεί υπόψη ο νέος ρόλος της ΕΑΚΑΑ, για παράδειγμα με την κατάργηση της ανάγκης γνωμοδοτήσεων της ΕΑΚΑΑ όταν εμπλέκονται σημαντικοί κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και να ληφθεί μέριμνα για την κατάργηση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Επιπλέον, τροποποιείται το άρθρο 23 ώστε να προστεθούν διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία της ΕΑΚΑΑ με τις «σχετικές αρχές για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους». Η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από την εισαγωγή ενός νέου ορισμού για τον όρο «σχετικές αρχές για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους» στο άρθρο 2 και ενός νέου άρθρου 22δ για την παροχή λεπτομερούς καταλόγου των αρμόδιων αρχών για τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Επιπλέον, τροποποιούνται τα άρθρα 17γ, 20, 23 και 24 ώστε να ληφθεί υπόψη αυτός ο νέος όρος στις σχετικές διαδικασίες και ροές πληροφοριών.

Το άρθρο 89 τροποποιείται προκειμένου να ευθυγραμμιστούν οι μεταβατικές διατάξεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είχαν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού.

Εποπτεία λιγότερο σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων

Το άρθρο 2 τροποποιείται ώστε να εισαχθεί ορισμός για τον «λιγότερο σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο». Το άρθρο 18 τροποποιείται ώστε να καταστεί η ΕΑΚΑΑ ο μοναδικός πρόεδρος των σωμάτων για λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Επιπλέον, τροποποιούνται τα άρθρα 24α, 24δ και 25γ και απαλείφονται τα άρθρα 24ε και 90 ώστε να αντικατοπτρίζονται οι αλλαγές στην εσωτερική διακυβέρνηση της ΕΑΚΑΑ, ιδίως η θέσπιση του νέου εκτελεστικού συμβουλίου της ΕΑΚΑΑ και η κατάργηση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Διαδικασίες ανοικτής πρόσβασης και διαλειτουργικότητας

Τα άρθρα 7, 8 και 54 τροποποιούνται ώστε να παρασχεθεί στην ΕΑΚΑΑ το δικαίωμα να διεκπεραιώνει τις αιτήσεις πρόσβασης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τις αιτήσεις πρόσβασης σε τόπο διαπραγμάτευσης και να εγκρίνει τις αιτήσεις για ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας.

Άρθρο 3 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για τις χρηματοπιστωτικές υποδομές

Οι τόποι διαπραγμάτευσης εποπτεύονται επί του παρόντος σε εθνική βάση. Βασικός πυλώνας της παρούσας πρότασης είναι η μεταβίβαση εποπτικών αρμοδιοτήτων για σημαντικούς τόπους διαπραγμάτευσης και πανευρωπαϊκούς διαχειριστές αγοράς ή PEMO (και τόπους διαπραγμάτευσης που τελούν υπό τη διαχείριση PEMO) στην ΕΑΚΑΑ. Ένας τόπος διαπραγμάτευσης θα θεωρείται σημαντικός εφόσον είναι σημαντικός για την οικονομία της ΕΕ ή εάν, πέραν του σημαντικού μεγέθους του, έχει σημαντική διασυνοριακή διάσταση. Η πρόταση παρέχει στην ΕΑΚΑΑ τις αναγκαίες εξουσίες για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της, παρόλο που ορισμένες εξουσίες εποπτείας της αγοράς παραμένουν σε εθνικό επίπεδο και ανατίθενται στις εθνικές εποπτικές αρχές.

Δεδομένης της σημασίας της εγγύτητας με τα τοπικά οικοσυστήματα της αγοράς, οι εθνικές εποπτικές αρχές θα διατηρήσουν αρμοδιότητες σε τοπικό επίπεδο για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της αγοράς των σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης ή τόπων διαπραγμάτευσης που τελούν υπό τη διαχείριση ενός PEMO. Ωστόσο, οι αρμοδιότητες αυτές θα περιορίζονται στην εποπτεία της εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών και στην παρακολούθηση της κατάχρησης της αγοράς και δεν θα επεκτείνονται σε υποχρεώσεις που επιβάλλονται άμεσα στους τόπους διαπραγμάτευσης.

Εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν για τους τόπους διαπραγμάτευσης

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ (οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων II) καθορίζει τους κανόνες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των τόπων διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, το γεγονός ότι οι κανόνες αυτοί προβλέπονταν σε οδηγία είχε ως αποτέλεσμα τη διαφορετική μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης. Είχε επίσης ως αποτέλεσμα πολλά κράτη μέλη να θεσπίσουν πρόσθετα μέτρα σε τομείς οι οποίοι δεν είναι αυστηρά εναρμονισμένοι βάσει της οδηγίας, όπως οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τις ρυθμιζόμενες αγορές. Η δημιουργία ενός πραγματικά «ενιαίου εγχειριδίου κανόνων» για τους τόπους διαπραγμάτευσης αποτελεί προϋπόθεση για την αποτελεσματική εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ. Ως εκ τούτου, η πρόταση εισάγει τον νέο τίτλο Iα στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 (κανονισμός για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων) με σκοπό την περαιτέρω εναρμόνιση των κανόνων για τους τόπους διαπραγμάτευσης και την κατάργηση των εθνικών κανόνων που παρεμποδίζουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Σε σημαντικό βαθμό έχουν μεταφερθεί μέτρα απευθείας από την οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων II, αλλά ο νέος τίτλος Ια προσδιορίζει επίσης περαιτέρω το εφαρμοστέο πλαίσιο σε τομείς που προηγουμένως υπάγονταν στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών.

Επιπλέον, ο προτεινόμενος νέος τίτλος Iα αποσαφηνίζει τα είδη των διασυνοριακών δραστηριοτήτων που μπορεί να ασκεί μια ρυθμιζόμενη αγορά βάσει της ειδικής της άδειας λειτουργίας. Ως εκ τούτου, διευκρινίζει επίσης ότι οι ρυθμιζόμενες αγορές δεν θα πρέπει μόνο να είναι σε θέση να παρέχουν μηχανισμούς που επιτρέπουν την πρόσβαση στον οικείο τόπο διαπραγμάτευσης από άλλα κράτη μέλη (μέσω «οθονών διαπραγμάτευσης»), όπως προβλέπεται ήδη στην οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων II, αλλά θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες που συνδέονται με: i) την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση στον οικείο τόπο διαπραγμάτευσης· και ii) την εισδοχή νέων μελών από άλλα κράτη μέλη. Διευκρινίζει επίσης ότι οι ρυθμιζόμενες αγορές μπορούν να το πράττουν είτε με τη σύσταση υποκαταστήματος είτε, χωρίς υποκατάστημα, μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε ολόκληρη την ενιαία αγορά της ΕΕ. Οι πολυμερείς μηχανισμοί διαπραγμάτευσης και οι μηχανισμοί οργανωμένης διαπραγμάτευσης έχουν τα ίδια δικαιώματα.

Τέλος, η πρόταση έχει ως στόχο να διευκολύνει την κατανομή των πόρων και των λειτουργιών εντός ενός ομίλου. Ως εκ τούτου, ο τίτλος Iα διευκρινίζει ότι η κατανομή πόρων σε οντότητα εντός του ίδιου ομίλου ή η εξάρτηση από την εν λόγω οντότητα για την εκτέλεση ορισμένων λειτουργιών δεν θα πρέπει να θεωρείται εξωτερική ανάθεση για τους σκοπούς του κανονισμού για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων. Διευκρινίζει επίσης ότι η γεωγραφική θέση μιας οντότητας στην οποία κατανέμονται πόροι ή στην οποία βασίζεται η εκτέλεση ορισμένων λειτουργιών δεν θα πρέπει να έχει σημασία για την αξιολόγηση από την αρμόδια αρχή της συμμόρφωσης του τόπου διαπραγμάτευσης με τις οργανωτικές απαιτήσεις του.

Καθιέρωση καθεστώτος «πανευρωπαϊκού διαχειριστή αγοράς»

Η πρόταση δημιουργεί ένα νέο καθεστώς «πανευρωπαϊκού διαχειριστή αγοράς» (στο εξής: PEMO), το οποίο επιτρέπει τη λειτουργία πολλών τόπων διαπραγμάτευσης σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη βάσει ενιαίας άδειας. Όταν ένας PEMO αναλαμβάνει υφιστάμενους τόπους διαπραγμάτευσης, η πρόταση προβλέπει ότι η μεμονωμένη άδεια βάσει της οποίας λειτουργούσαν οι εν λόγω τόποι θεωρείται άκυρη μόλις εκδοθεί η νέα άδεια λειτουργίας του PEMO. Ο νέος τίτλος Iα καθορίζει λεπτομερώς τη διαδικασία χορήγησης αδειών και τις απαιτήσεις που ισχύουν για τους PEMO. Η πρόταση διευκρινίζει επίσης ότι ένας PEMO θα πρέπει να έχει την ευθύνη να διασφαλίζει ότι οι τόποι διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ισχύουν για τις ρυθμιζόμενες αγορές, τους πολυμερείς μηχανισμούς διαπραγμάτευσης ή τους μηχανισμούς οργανωμένης διαπραγμάτευσης, κατά περίπτωση. Τέλος, για τομείς δικαίου που δεν έχουν εναρμονιστεί ακόμη (π.χ. φορολογικό δίκαιο) ή δεν έχουν εναρμονιστεί ακόμη πλήρως (π.χ. κανόνες για τη διαφάνεια) βάσει του δικαίου της ΕΕ, η πρόταση διευκρινίζει ότι, για κάθε τόπο διαπραγμάτευσης, ο PEMO θα πρέπει να εφαρμόζει το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης, και ότι η σχετική εθνική εποπτική αρχή θα πρέπει να είναι εκείνη του κράτους μέλους στο οποίο θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί ένας τόπος τον οποίο διαχειρίζεται ο PEMO. Επιπλέον, διευκρινίσει ότι στις περιπτώσεις στις οποίες ένας PEMO αναλαμβάνει τη διαχείριση ενός τόπου διαπραγμάτευσης που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης θα πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί στο κράτος μέλος στο οποίο είχε λάβει αρχικά άδεια λειτουργίας.

Ανοικτή πρόσβαση

Σύμφωνα με την παρούσα πρόταση, θα εξορθολογιστούν οι κανόνες βάσει των οποίων ένας τόπος διαπραγμάτευσης έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου (άρθρο 35 του κανονισμού για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων) και βάσει των οποίων ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει πρόσβαση στις πληροφορίες συναλλαγών ενός τόπου διαπραγμάτευσης (άρθρο 36 του κανονισμού για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων) ώστε να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω πρόσβαση δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα και ότι η πρόσβαση απορρίπτεται μόνο όταν υπάρχουν σημαντικοί συστημικοί κίνδυνοι ή κίνδυνοι για την εύρυθμη λειτουργία των αγορών. Επιπλέον, η πρακτική της αγοράς που είναι γνωστή ως «προτιμώμενη εκκαθάριση» θα απαγορεύεται όταν δύο μέρη επιλέγουν να προβούν σε εκκαθάριση σε διαφορετικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στους οποίους έχει ήδη χορηγηθεί πρόσβαση σε συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης και έχουν ήδη θέσει σε εφαρμογή ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας.

Ενίσχυση του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών

Σύμφωνα με τον ισχύοντα κανονισμό για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα του τόπου διαπραγμάτευσης που προσφέρει την καλύτερη τιμή αγοράς και πώλησης ή σχετικά με το βάθος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Δεδομένης της σημασίας των εν λόγω πληροφοριών για τους χρήστες του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών, η πρόταση τις προσθέτει στο δελτίο συναλλαγών. Η πρόταση ενισχύει επίσης τη διαφάνεια όσον αφορά τις προσφορές συστηματικών εσωτερικοποιητών για εντολές που προέρχονται από ιδιώτες πελάτες.

Άρθρο 4 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων

Εκσυγχρονισμός του κανονιστικού πλαισίου για τις υπηρεσίες ΚΑΤ

Το άρθρο 2 του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων τροποποιείται προκειμένου να καταστεί δυνατή η παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ με τη χρήση τεχνολογίας DLT. Συγκεκριμένα, τροποποιούνται οι υφιστάμενοι ορισμοί των όρων «λογιστική εγγραφή», «μετρητά» και «λογαριασμοί αξιογράφων» και προστίθενται οι ορισμοί για την «τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού» και τη «μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος». Ομοίως, τροποποιείται το άρθρο 30 σχετικά με την εξωτερική ανάθεση ώστε να καλύπτει την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ με τη χρήση DLT και εισάγεται νέο άρθρο (άρθρο 45α) σχετικά με τους κινδύνους που σχετίζονται με τη χρήση της DLT εκτός συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης. Τέλος, τροποποιείται το πλαίσιο που ορίζεται στον τίτλο IV για τον διακανονισμό του χρηματικού σκέλους μιας συναλλαγής αξιογράφων ώστε να καταστεί δυνατός ο διακανονισμός, υπό ειδικές προϋποθέσεις, με ορισμένες μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν λάβει έγκριση σύμφωνα με τον κανονισμό για τις αγορές κρυπτοστοιχείων.

Εποπτεία σημαντικών ΚΑΤ 

Το άρθρο 11 του κανονισμού για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων τροποποιείται ώστε να δοθεί στην ΕΑΚΑΑ άμεση εποπτική εξουσία επί σημαντικών ΚΑΤ και προστίθεται το νέο άρθρο 11α προκειμένου να καθοριστούν οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες για τον προσδιορισμό των ΚΑΤ της ΕΕ που είναι «σημαντικά». Δεδομένου ότι η ΕΑΚΑΑ θα καταστεί η άμεση εποπτική αρχή σημαντικών ΚΑΤ, το άρθρο 2 τροποποιείται ώστε να προσαρμοστεί ο ορισμός της «αρμόδιας αρχής» και προστίθεται νέος ορισμός για την «εθνική αρμόδια αρχή». Το άρθρο 10 τροποποιείται ώστε να αντικατοπτρίζει τον νέο ρόλο της ΕΑΚΑΑ ως εποπτικής αρχής. Επίσης, τροποποιείται ο τίτλος V σχετικά με τις κυρώσεις ώστε να αντικατοπτρίζει τον νέο ρόλο της ΕΑΚΑΑ, ενώ το νέο παράρτημα II απαριθμεί τις παραβάσεις για τις οποίες η ΕΑΚΑΑ μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις.

Το άρθρο 24α τροποποιείται ώστε να καταργηθούν τα σώματα για σημαντικά ΚΑΤ και τα άρθρα 15, 16, 17, 19, 20, 21, 21α, 22β, 27β, 60 και 62 τροποποιούνται ώστε να προσαρμοστούν οι διάφορες διαδικασίες προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη ο νέος ρόλος της ΕΑΚΑΑ. Αυτό περιλαμβάνει, για παράδειγμα, την κατάργηση της ανάγκης γνωμοδότησης από την ΕΑΚΑΑ όταν εμπλέκονται σημαντικά ΚΑΤ. Το άρθρο 10 παρέχει επίσης περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τις εξουσίες επίβλεψης και εποπτείας της ΕΑΚΑΑ επί σημαντικών ΚΑΤ.

Δεδομένων των νέων εξουσιών της ΕΑΚΑΑ επί σημαντικών ΚΑΤ, το νέο άρθρο 25α καθορίζει το πλαίσιο για τα εποπτικά τέλη που μπορεί να χρεώνει η ΕΑΚΑΑ.

Ενσωμάτωση των υπηρεσιών ΚΑΤ

Το άρθρο 14 τροποποιείται ώστε να προβλεφθούν λεπτομερέστερες διατάξεις σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, των σχετικών αρχών και των εθνικών αρμόδιων αρχών.

Το άρθρο 2 τροποποιείται ώστε να εισαχθεί ο ορισμός του όρου «κόμβος ΚΑΤ» και το νέο άρθρο 48α καθορίζει τη διαδικασία βάσει της οποίας η ΕΑΚΑΑ αποφασίζει ποια ΚΑΤ της ΕΕ θεωρούνται κόμβοι ΚΑΤ. Προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται σε ΚΑΤ της ΕΕ, το άρθρο 48α θεσπίζει την απαίτηση οι κόμβοι ΚΑΤ να δημιουργούν αμοιβαίες συνδέσεις με άλλους κόμβους ΚΑΤ και τα ΚΑΤ που δεν είναι κόμβοι να δημιουργούν αμοιβαίες συνδέσεις με κόμβο ΚΑΤ.

Για την περαιτέρω ολοκλήρωση των ΚΑΤ της ΕΕ, τροποποιείται το άρθρο 40 ώστε να απαιτείται από τα ΚΑΤ της ΕΕ που διακανονίζουν το χρηματικό σκέλος των συναλλαγών τους σε νόμισμα διαθέσιμο σε ολοκληρωμένη πλατφόρμα της ΕΕ να συνδέονται απευθείας με την εν λόγω πλατφόρμα και να επιτρέπουν στους συμμετέχοντες σε αυτά να διακανονίζουν το χρηματικό σκέλος σε λογαριασμούς που ανοίγονται στην εν λόγω πλατφόρμα.

Το άρθρο 54 τροποποιείται με σκοπό να μειωθούν οι απαιτήσεις που ισχύουν όταν ένα ΚΑΤ επιθυμεί να ορίσει πιστωτικό ίδρυμα για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, ιδίως όταν το χρηματικό σκέλος διακανονίζεται σε νομίσματα εκτός ΕΕ.

Προστίθεται το άρθρο 19α προκειμένου να θεσπιστεί απλουστευμένη διαδικασία για την εξωτερική ανάθεση βασικών υπηρεσιών εντός ενός ομίλου ΚΑΤ.

Βελτίωση του καθεστώτος διαβατηρίου ΚΑΤ 

Με στόχο την άρση των φραγμών που εξακολουθούν να υφίστανται στο καθεστώς διαβατηρίου των υπηρεσιών ΚΑΤ στην ΕΕ, τροποποιείται το άρθρο 23 ώστε να απαιτείται μόνο εκ των υστέρων κοινοποίηση όταν ένα ΚΑΤ της ΕΕ αρχίζει να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε εκδότες εγκατεστημένους σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας το ΚΑΤ.

Άρθρο 6 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για τη διασυνοριακή διανομή 

Οι προτεινόμενες αλλαγές στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156 (στο εξής: κανονισμός για τη διασυνοριακή διανομή) αποσκοπούν στην άρση των φραγμών στις διασυνοριακές δραστηριότητες των επενδυτικών κεφαλαίων και στην ενίσχυση των εξουσιών της ΕΑΚΑΑ με σκοπό την προώθηση κοινής εποπτικής νοοτροπίας και τον καλύτερο συντονισμό των δραστηριοτήτων μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής.

Εναρμόνιση των διαφημιστικών ανακοινώσεων

Το άρθρο 4 του κανονισμού για τη διασυνοριακή διανομή τροποποιείται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA και EuSEF και οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις σχετικά με τις διαφημιστικές ανακοινώσεις, ακόμη και όταν η λειτουργία εμπορικής προώθησης έχει ανατεθεί σε τρίτο. Ωστόσο, όταν η εμπορική προώθηση πραγματοποιείται από τρίτους διανομείς που ενεργούν για δικό τους λογαριασμό, με αποτέλεσμα οι ΔΟΕΕ και οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ να μην έχουν πλέον τον έλεγχο της λειτουργίας εμπορικής προώθησης, οι ΔΟΕΕ και οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις σχετικά με τις διαφημιστικές ανακοινώσεις. Διευκρινίζεται περαιτέρω ότι τα κράτη μέλη υποδοχής δεν μπορούν να επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις στις διαφημιστικές ανακοινώσεις πέραν όσων ορίζονται στο άρθρο 4. Επιπλέον, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον καθορισμό της μορφής και του περιεχομένου των διαφημιστικών ανακοινώσεων.

Τα άρθρα 5, 6, 8, 11 και 13 του κανονισμού για τη διασυνοριακή διανομή απαλείφονται προκειμένου να μειωθούν οι αποκλίνουσες εθνικές πρακτικές όσον αφορά τις διαφημιστικές ανακοινώσεις και την καταβολή ρυθμιστικών τελών και χρεώσεων.

Το άρθρο 7 του κανονισμού για τη διασυνοριακή διανομή αντικαθίσταται από το νέο άρθρο 7 το οποίο ορίζει ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής δεν απαιτούν προηγούμενη κοινοποίηση των διαφημιστικών ανακοινώσεων, αλλά, όταν πιστεύουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, μπορούν να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, του διαχειριστή EuVECA ή του διαχειριστή EuSEF ή του ΟΣΕΚΑ να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την επιβολή κυρώσεων για περαιτέρω παρατυπίες. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν περαιτέρω το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, αν δεν είναι ικανοποιημένες με τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

Αύξηση της διαφάνειας όσον αφορά τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβάλλονται από τα κράτη μέλη υποδοχής

Το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156 τροποποιείται προκειμένου να ανατεθεί στην ΕΑΚΑΑ η εντολή να δημοσιεύει και να τηρεί επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τα ρυθμιστικά τέλη και τις αλλαγές που επιβάλλουν οι αρμόδιες αρχές υποδοχής στους ΔΟΕΕ, τους διαχειριστές EuVECA, τους διαχειριστές EuSEF και τους ΟΣΕΚΑ που προωθούν εμπορικά ΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ στην επικράτειά τους, συμπεριλαμβανομένων του επιπέδου και της συχνότητας των εν λόγω τελών και των τρόπων καταβολής τους.

Βελτίωση του καθεστώτος διαβατηρίου για τους ΟΣΕΚΑ και τους ΟΕΕ

Το άρθρο 12 του κανονισμού για τη διασυνοριακή διανομή απαλείφεται και αντικαθίσταται από τη νέα εξουσία της ΕΑΚΑΑ για την ανάπτυξη πλατφόρμας δεδομένων που θα περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τους ΟΕΕ και τους ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά σε διασυνοριακή βάση, την τεκμηρίωση που παρέχεται στο πλαίσιο της κοινοποίησης εμπορικής προώθησης και τυχόν αλλαγές σε αυτήν, καθώς και την ανάκληση κοινοποιήσεων των ρυθμίσεων εμπορικής προώθησης. 

Το πρώην κεφάλαιο XI της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και τα άρθρα 30α, 31, 32 και 32α της οδηγίας 2011/61/ΕΕ που διέπουν την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους διαχειρίζονται ΔΟΕΕ της ΕΕ σε ολόκληρη την Ένωση εισάγονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156 και τροποποιούνται ώστε να βελτιστοποιηθούν οι διαδικασίες κοινοποίησης εμπορικής προώθησης και ανάκλησης της κοινοποίησης και να διευκολυνθεί η διασυνοριακή εμπορική προώθηση των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ. Ειδικότερα, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 συμπληρώνεται ώστε να επιτρέπεται στους ΟΣΕΚΑ και τους ΔΟΕΕ να προωθούν εμπορικά κεφάλαια σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής τους, αναφέροντας την πρόθεση αυτή στην αίτησή τους για χορήγηση άδειας λειτουργίας και διαβιβάζοντας στο πλαίσιο της άδειάς τους τεκμηρίωση που συνδέεται με την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ σε άλλα κράτη μέλη (π.χ. διαφημιστικές ανακοινώσεις, έγγραφο βασικών πληροφοριών για τους επενδυτές, ενημερωτικό δελτίο, ετήσια έκθεση). Μετά τη χορήγηση της άδειας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ή του ΔΟΕΕ διαβιβάζουν τις πληροφορίες αυτές στην πλατφόρμα δεδομένων της ΕΑΚΑΑ και ο ΟΣΕΚΑ ή ο ΔΟΕΕ μπορεί να έχει πρόσβαση στις αγορές των κρατών μελών που αναφέρονται στην αίτησή τους για χορήγηση άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω διαβίβασης. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 συμπληρώνεται περαιτέρω ώστε να θεσπιστούν ειδικές διαδικασίες όταν υπάρχουν αλλαγές στο πεδίο εφαρμογής της αρχικής κοινοποίησης εμπορικής προώθησης, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στα κράτη μέλη στα οποία πρόκειται να προωθηθούν εμπορικά τα μερίδια ή οι μετοχές ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ.

Το πρώην άρθρο 32α της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και το πρώην άρθρο 93α της οδηγίας 2009/65/ΕΚ εισάγονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156 και τροποποιούνται προκειμένου να απλουστευθεί η ανάκληση της κοινοποίησης των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για τη διάθεση μεριδίων ή μετοχών ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ. Καταργείται η υφιστάμενη 36μηνη απαγόρευση των ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ της ΕΕ με παρόμοιες επενδυτικές στρατηγικές στο κράτος μέλος που προσδιορίζεται στην ανάκληση της κοινοποίησης.

Εποπτεία των ΟΣΕΚΑ και των ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε ολόκληρη την ΕΕ

Ο κανονισμός για τη διασυνοριακή διανομή συμπληρώνεται με σκοπό να προσδιοριστούν οι εξουσίες των αρμόδιων αρχών υποδοχής των ΔΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ έναντι των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά στην επικράτειά τους. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 συμπληρώνεται περαιτέρω ώστε να εξουσιοδοτηθεί η ΕΑΚΑΑ να προσδιορίζει και να επιδιώκει μέτρα προκειμένου να αντιμετωπίζει αποκλίνουσες, αλληλεπικαλυπτόμενες, περιττές και ανεπαρκείς εποπτικές δράσεις που εμποδίζουν τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση των ΟΕΕ της ΕΕ που τελούν υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ της ΕΕ και των ΟΣΕΚΑ σε ολόκληρη την Ένωση. Επιπλέον, ο κανονισμός για τη διασυνοριακή διανομή τροποποιείται ώστε να παρασχεθεί στην ΕΑΚΑΑ η εξουσία να παρεμβαίνει όταν οι εθνικές αρχές δεν εφαρμόζουν αποτελεσματικά τους ενωσιακούς κανόνες ή να αναστέλλει άμεσα τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ σε ορισμένες περιπτώσεις.

Τέλος, ο κανονισμός για τη διασυνοριακή διανομή συμπληρώνεται για να διευκρινιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να παραπέμπουν στην ΕΑΚΑΑ τυχόν διαφωνίες τους σχετικά με αξιολογήσεις, ενέργειες ή παραλείψεις, τις οποίες η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διευθετεί σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 8 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για το πιλοτικό καθεστώς DLT της ΕΕ

Η παρούσα πρόταση τροποποιεί επίσης το πιλοτικό καθεστώς DLT [κανονισμός (ΕΕ) 2022/858] με σκοπό να αυξηθεί η ευελιξία και η αναλογικότητα του καθεστώτος, καθώς και η κλίμακα και το πεδίο εφαρμογής του, και να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα του καθεστώτος με την κατάργηση των προθεσμιών για τις άδειες που χορηγούνται στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος.

Επέκταση και μεγαλύτερη ευελιξία του πεδίου εφαρμογής των επιλέξιμων μέσων και της κλίμακας των δραστηριοτήτων

Το άρθρο 2 τροποποιείται προκειμένου να εισαχθούν νέες έννοιες. Μεταξύ άλλων, η συναλλακτική υποδομή στο πιλοτικό καθεστώς αναφέρεται πλέον ως τόπος διαπραγμάτευσης DLT (στο εξής: ΤΠ DLT), ώστε να αντικατοπτρίζεται ότι θα είναι δυνατή η λειτουργία τόσο ενός πολυμερούς συστήματος διαπραγμάτευσης όσο και ενός μηχανισμού οργανωμένης διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο του πιλοτικού προγράμματος. Το άρθρο 3 τροποποιείται ώστε να καταστούν πιο ευέλικτα τα ισχύοντα όρια του πιλοτικού καθεστώτος, τόσο όσον αφορά το είδος των χρηματοπιστωτικών μέσων που είναι επιλέξιμα όσο και την κλίμακα των δραστηριοτήτων που μπορούν να πραγματοποιηθούν στα εν λόγω μέσα. Όσον αφορά την κλίμακα των δραστηριοτήτων, η πρόταση θα διατηρήσει τη συνολική μέγιστη συγκεντρωτική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που μπορούν να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση ή να καταχωριστούν σε υποδομή αγοράς DLT, αλλά θα την αυξήσει σε 100 δισ. EUR. Τέλος, θα καταργηθεί το όριο για συγκεκριμένα προϊόντα.

Δημιουργία απλουστευμένου καθεστώτος για μικρότερες υποδομές της αγοράς DLT

Το άρθρο 3 τροποποιείται περαιτέρω και προστίθεται το νέο άρθρο 7α με σκοπό τη θέσπιση απλουστευμένου καθεστώτος για τους διαχειριστές μικρότερων υποδομών DLT που παρέχουν υπηρεσίες ΚΑΤ, εφόσον παραμένουν κάτω από το όριο των 10 δισ. EUR της συνολικής αγοραίας αξίας των καταχωρισμένων χρηματοπιστωτικών μέσων DLT. Το απλουστευμένο καθεστώς θα περιλαμβάνει κανόνες προσαρμοσμένους στην κλίμακα των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν οι μικρότερες επιχειρήσεις. Ανάλογα με τις δραστηριότητες που σκοπεύουν να αναλάβουν, οι αιτούντες που υπάγονται στο απλουστευμένο καθεστώς θα πρέπει να διαθέτουν υποκείμενη άδεια προκειμένου να είναι επιλέξιμοι, όπως άδεια λειτουργίας CASP, ΚΑΤ ή επιχείρησης επενδύσεων. Οι οντότητες που λειτουργούν βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος θα υπόκεινται σε συγκεκριμένο υποσύνολο διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, οι οποίες καταλήγουν σε μια πιο αναλογική προσέγγιση βάσει αρχών όσον αφορά τη ρύθμιση της παροχής υπηρεσιών ΚΑΤ μικρής κλίμακας.

Επέκταση των επιλέξιμων οντοτήτων

Το άρθρο 4 τροποποιείται ώστε να επεκταθεί το εύρος των οντοτήτων που μπορούν να διαχειρίζονται ΤΔ DLT και σύστημα διαπραγμάτευσης και διακανονισμού DLT (στο εξής: ΣΔΔ DLT), ώστε να συμπεριληφθούν, εκτός από τις επιχειρήσεις επενδύσεων και τα ΚΑΤ, και οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASP) που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας πλατφόρμας διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων. Οι CASP που έχουν άδεια να διαχειρίζονται υποδομή της αγοράς DLT θα υπόκεινται σε απαιτήσεις που ορίζονται στους συναλλακτικούς και μετασυναλλακτικούς κανόνες της ΕΕ [κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014, οδηγία 2014/65/ΕΕ και κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014], ενώ παράλληλα θα επωφελούνται από στοχευμένες και αιτιολογημένες εξαιρέσεις, όπως άλλοι διαχειριστές υποδομών της αγοράς DLT.

Πρόσθετες εξαιρέσεις όσον αφορά τους αιτούντες που διαχειρίζονται ΤΠ DLT και συστήματα διακανονισμού DLT (ΣΔ DLT)

Εισάγονται τα νέα άρθρα 4α και 5α με σκοπό να παρασχεθεί στους διαχειριστές υποδομών αγοράς DLT η δυνατότητα να λαμβάνουν, υπό ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις, εξαιρέσεις από ευρύ φάσμα διατάξεων της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όταν αυτές κρίνονται ασύμβατες ή εξαιρετικά δυσανάλογες με τη χρήση της DLT. Πριν από τη χορήγηση εξαιρέσεων από συγκεκριμένες διατάξεις, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ζητούν μη δεσμευτική γνωμοδότηση από την ΕΑΚΑΑ.

Ειδικοί κανόνες για τους διαχειριστές ΣΔ DLT που διακανονίζουν πληρωμές χρησιμοποιώντας χρήμα εμπορικών τραπεζών και μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος

Το άρθρο 5 τροποποιείται ώστε να δοθεί στους διαχειριστές ΣΔ DLT η δυνατότητα να ορίζουν πιστωτικά ιδρύματα για τον διακανονισμό πληρωμών σε χρήμα εμπορικών τραπεζών τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, αλλά θα είναι σε θέση να ασκούν άλλες δραστηριότητες πέραν της παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου για τον σκοπό του διακανονισμού. Όσον αφορά τον διακανονισμό πληρωμών σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, διευκρινίζεται ότι οι περισσότερες επικουρικές τραπεζικές υπηρεσίες που αφορούν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος θα πρέπει να παρέχονται από τον ίδιο τύπο πιστωτικών ιδρυμάτων με εκείνα που μπορούν να διακανονίζουν πληρωμές σε χρήμα εμπορικών τραπεζών.

Παροχή μεμονωμένων υπηρεσιών ΚΑΤ, κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού και διαλειτουργικότητα μεταξύ των υποδομών της αγοράς DLT 

Εισάγονται τα νέα άρθρα 10α έως 10στ ώστε, πρώτον, να καταστεί δυνατή η ειδική ανά υπηρεσία ρύθμιση δύο βασικών υπηρεσιών ΚΑΤ, της υπηρεσίας συμβολαιογράφου και της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης, και, δεύτερον, να θεσπιστεί ένα νέο μοντέλο διακανονισμού που βασίζεται σε υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT με πρόσβαση σε χρήμα κεντρικής τράπεζας. Τα άρθρα αυτά διασφαλίζουν επίσης την ολοκληρωμένη εποπτεία των νέων αυτών τρόπων παροχής βασικών υπηρεσιών ΚΑΤ. Τόσο η υπηρεσία συμβολαιογράφου DLT όσο και η υπηρεσία κεντρικής διατήρησης DLT μπορούν να παρέχονται από επιχείρηση επενδύσεων, ρυθμιζόμενη αγορά, πιστωτικό ίδρυμα, ΚΑΤ ή CASP που λαμβάνει ειδική άδεια για την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, εφόσον αποδείξει τη συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014. Κατά συνέπεια, θα είναι μεν δυνατή η έκδοση και η καταχώριση χρηματοπιστωτικών μέσων DLT εκτός ΚΑΤ, αλλά τα μέσα αυτά θα πρέπει να διακανονίζονται με υποδομή ρυθμιζόμενης αγοράς. Επιπλέον, ο διακανονισμός χρηματοπιστωτικών μέσων DLT θα είναι δυνατός μεταξύ υπευθύνων τήρησης λογαριασμών DLT που έχουν πρόσβαση σε λογαριασμούς χρήματος κεντρικής τράπεζας. Οι εν λόγω υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT θα πρέπει να ανήκουν σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, το οποίο αποτελεί ένα σύνολο κανόνων και διαδικασιών που συμφωνούνται μεταξύ των συμμετεχόντων για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων DLT και το οποίο πρέπει προηγουμένως να έχει αξιολογηθεί και να έχει εγκριθεί από την ΕΑΚΑΑ. Το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού και οι συμμετέχοντες υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT θα πρέπει να συμμορφώνονται με ορισμένες απαιτήσεις που διασφαλίζουν αξιόπιστα αποτελέσματα διακανονισμού και να υποβάλλουν τακτικά εκθέσεις στην ΕΑΚΑΑ.

Τέλος, το νέο άρθρο 10ζ απαιτεί από τις οντότητες που δραστηριοποιούνται στη μετασυναλλακτική αλυσίδα αξίας στο πλαίσιο του πιλοτικού προγράμματος, και πέραν αυτού, να θεσπίσουν τεχνικά πρότυπα που υποστηρίζουν τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των υποδομών της αγοράς DLT, με την υποχρέωση υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εργασίες τους στην ΕΑΚΑΑ. Λαμβανομένων υπόψη των προσπαθειών του κλάδου, η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να παρέχει στην Επιτροπή τεχνικές συμβουλές σχετικά με τη στήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT.

Άρθρο 9 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για τις αγορές κρυπτοστοιχείων

Μεταβίβαση της εποπτείας των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων

Οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων (MiCA) αποσκοπούν στη μεταβίβαση της χορήγησης αδειών, της παρακολούθησης και της εποπτείας όλων των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASP) από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ESMA. Στο πλαίσιο αυτό, τροποποιούνται οι ορισμοί του άρθρου 3 και οι διατάξεις των τίτλων V και VI (άρθρα 59-92) του κανονισμού MiCA ώστε να καταστεί η ESMA υπεύθυνη για την αδειοδότηση, την παρακολούθηση και την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που σχετίζονται με την κατάχρηση της αγοράς για τον τομέα των κρυπτοστοιχείων.

Αντιμετώπιση ορισμένων χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων

Ορισμένες επιχειρήσεις που υπόκεινται σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες επιτρέπεται ήδη να παρέχουν όλες ή ορισμένες υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων χωρίς να υποχρεούνται να λάβουν άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων βάσει του κανονισμού MiCA. Οι εν λόγω οντότητες θα συνεχίσουν να υπόκεινται σε εποπτεία για τις δραστηριότητές τους σε κρυπτοστοιχεία από τις αρμόδιες αρχές που τους χορήγησαν άδεια βάσει άλλων πράξεων της Ένωσης. Ωστόσο, όταν η παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων καθίσταται η κύρια δραστηριότητα των εν λόγω οντοτήτων, αυτές θα αντιμετωπίζονται ως πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και η εποπτεία για όλες τις δραστηριότητές τους θα μεταβιβάζεται στην ESMA. Για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, προβλέπεται ότι η ESMA θα πρέπει να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν άδεια λειτουργίας στις εν λόγω οντότητες βάσει άλλων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Βάσει της συμφωνίας συνεργασίας, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν στήριξη και συνδράμουν την ESMA για την εποπτεία των δραστηριοτήτων που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114. Δεδομένου ότι υπάρχει ήδη ένα κεντρικό σύστημα τραπεζικής εποπτείας, το οποίο διασφαλίζει την ολοκλήρωση και τη συνέπεια της εποπτείας, δεν θα πρέπει να μεταβιβάζονται εποπτικές εξουσίες όταν η οντότητα που παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων είναι πιστωτικό ίδρυμα.

Εποπτικές εξουσίες της ESMA

Προκειμένου να εκπληρώσει τα εποπτικά της καθήκοντα δυνάμει του κανονισμού MiCA, συμπεριλαμβανομένης της διερεύνησης παραβάσεων των κανόνων για την κατάχρηση της αγοράς, η τροποποίηση εισάγει ένα νέο τμήμα σχετικά με τις εποπτικές εξουσίες και τις αρμοδιότητες της ESMA στον τίτλο VII (άρθρα 138α έως 138ι). Αυτό συνοδεύεται από το νέο παράρτημα VII, στο οποίο απαριθμούνται οι πιθανές παραβάσεις των διατάξεων των τίτλων V και VI για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και άλλα πρόσωπα. Η ESMA θα βασίζεται στις νέες εποπτικές εξουσίες που θεσπίζονται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και στις ειδικές τομεακές εξουσίες που θεσπίζονται με το νέο κεφάλαιο 6 του τίτλου VII. Οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν την εξουσία διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων, λήψης εποπτικών μέτρων και επιβολής προστίμων. Η ESMA εξουσιοδοτείται να λαμβάνει σειρά εποπτικών μέτρων, όπως, μεταξύ άλλων, να απαιτεί από τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων να θέσει τέλος στην παράβαση, να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και να ανακαλέσει την άδεια υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Συνεργασία με άλλες αρχές και συνδρομή κατά την εκτέλεση καθηκόντων

Η ESMA εξουσιοδοτείται να ανταλλάσσει πληροφορίες με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και τρίτων χωρών προκειμένου να ασκεί αποτελεσματικά τα εποπτικά της καθήκοντα, καθώς και να συνεργάζεται με άλλες σχετικές αρχές και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (άρθρα 138γ έως 138στ).

Μεταβατικές διατάξεις

Προκειμένου να αποφευχθεί η διατάραξη των υφιστάμενων παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η τροποποίηση εισάγει μεταβατικές διατάξεις (άρθρο 143α) με σκοπό να διασφαλιστεί η ομαλή μεταβίβαση της εποπτείας από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ESMA και η ομαλή διαβίβαση των αρχείων και των εγγράφων εργασίας από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ESMA. Προβλέπεται επίσης μεταβατική περίοδος για τους αιτούντες των οποίων η αίτηση αδειοδότησης CASP αξιολογείται επί του παρόντος από τις εθνικές αρμόδιες αρχές, αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί.

Άρθρο 5 και άρθρα 10 έως 14 — Τροποποιήσεις του κανονισμού για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, του κανονισμού για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, του κανονισμού για τους δείκτες αναφοράς, του κανονισμού για την τιτλοποίηση, του κανονισμού για τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και του κανονισμού για τις αξιολογήσεις ΠΚΔ

Οι τροποποιήσεις που εισάγονται στο άρθρο 5 και στα άρθρα 10 έως 14 εξορθολογίζουν το πλαίσιο εποπτείας και επιβολής που ισχύει για τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, τους διαχειριστές δεικτών αναφοράς, τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων, τους εξωτερικούς αξιολογητές για τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τους παρόχους αξιολογήσεων ΠΚΔ, ευθυγραμμίζοντας τα διαδικαστικά τους καθεστώτα με το νέο οριζόντιο εποπτικό πλαίσιο που θεσπίζεται δυνάμει του κανονισμού ΕΑΚΑΑ. Απαλείφονται πολλές ειδικές τομεακές διαδικαστικές διατάξεις —και ειδικότερα εκείνες που διέπουν τις εξουσίες έρευνας, τα πρόστιμα, τις περιοδικές χρηματικές ποινές και τις σχετικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων— και αντικαθίστανται με παραπομπές στην ενοποιημένη εργαλειοθήκη στα άρθρα 39α έως 39ιγ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η αλλαγή αυτή καταργεί τους αλληλεπικαλυπτόμενους και ενίοτε ασυνεπείς διαδικαστικούς κανόνες που είναι ενσωματωμένοι σε μεμονωμένες τομεακές πράξεις και τους αντικαθιστά με ένα ενιαίο, συνεκτικό και προβλέψιμο σύνολο εποπτικών διαδικασιών. Ταυτόχρονα, οι πράξεις επικαιροποιούνται ώστε να διασφαλίζεται ότι η ESMA διατηρεί όλες τις εξουσίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία των σχετικών οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας αναστολής της χρήσης αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας, επιβολής προστίμων ή άσκησης εποπτείας επί των εξωτερικών αξιολογητών, ενώ οι διατάξεις για τον καθορισμό των τελών εναρμονίζονται μέσω ενός οριζόντιου καθεστώτος με βάση τον κύκλο εργασιών. Συνολικά, οι τροποποιήσεις αυτές μειώνουν τον κατακερματισμό, βελτιώνουν τη νομική σαφήνεια και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και διασφαλίζουν ότι η διατομεακή εποπτεία ασκείται βάσει ενοποιημένου διαδικαστικού πλαισίου, διατηρώντας παράλληλα ειδικούς τομεακούς κανόνες όπου αυτοί εξακολουθούν να είναι απαραίτητοι.

2025/0383 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αριθ. 648/2012, αριθ. 600/2014, αριθ. 909/2014, 2015/2365, 2019/1156, 2021/23, 2022/858, 2023/1114, αριθ. 1060/2009, 2016/1011, 2017/2402, 2023/2631 και 2024/3005 όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και της εποπτείας στο εσωτερικό της Ένωσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 14 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Η στρατηγική για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (SIU) εντάσσεται στη στρατηγική της Επιτροπής για τη δημιουργία οράματος της Ένωσης ως οικονομικής υπερδύναμης. Για τον σκοπό αυτό, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί μια ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με την αντιμετώπιση των περιπτώσεων αναποτελεσματικότητας της αγοράς που προκύπτουν από τον κατακερματισμό και να δημιουργηθούν πραγματικά ολοκληρωμένες ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές, οι οποίες θα είναι προσβάσιμες σε όλους τους πολίτες και τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ένωση. Είναι επίσης σημαντικό να αξιοποιηθεί το δυναμικό των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης με την παροχή πρόσβασης σε αποδοτικότερη χρηματοδότηση μέσω των κεφαλαιαγορών και με τη διευκόλυνση των διασυνοριακών κεφαλαιακών ροών, οι οποίες με τη σειρά τους αναμένεται να στηρίξουν την οικονομία της Ένωσης, να τονώσουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα.

(2)Είναι αναγκαίο να προαχθεί η δημιουργία μιας ενιαίας κεφαλαιαγοράς σε ολόκληρη την ΕΕ με την ενίσχυση του εποπτικού πλαισίου και την αντιμετώπιση του κανονιστικού κατακερματισμού, με γνώμονα την καλύτερη ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών σε ολόκληρη την Ένωση. Πιο συγκεκριμένα, ενώ η ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών στην Ένωση θα πρέπει τελικά να είναι μια διαδικασία που ξεκινά από την αγορά, ορισμένοι φραγμοί που απορρέουν κυρίως από το νομοθετικό πλαίσιο της Ένωσης μπορούν να παρεμποδίσουν την πρόοδο. Επομένως, η Ένωση θα πρέπει να επικεντρωθεί στην άρση των φραγμών στους τομείς των συναλλαγών, των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων και της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, καθώς και των φραγμών στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών. Δεδομένου ότι η ολοκλήρωση της αγοράς κατέστη βαθύτερη, είναι ζωτικής σημασίας το εποπτικό πλαίσιο της Ένωσης να εξελιχθεί μαζί της.

(3)Στο πλαίσιο του πολιτικού στόχου της απλούστευσης της νομοθεσίας για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και της αποτελεσματικότερης και αποδοτικότερης εφαρμογής των πολιτικών της Ένωσης, η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, την αρχή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AMLA), το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, απέστειλε επιστολή την 1η Οκτωβρίου 2025, με την οποία υποβάθμισε την προτεραιότητα των εξουσιοδοτήσεων που δεν είναι απαραίτητες για την αποτελεσματική λειτουργία των νομοθετικών πράξεων επιπέδου 1. Για τις εξουσιοδοτήσεις με υποβαθμισμένη προτεραιότητα στις οποίες η Επιτροπή θα ήταν νομικά υποχρεωμένη να ενεργήσει (διατύπωση με «οριστική ενεστώτα + προθεσμία»), η νομική σαφήνεια για τους συμφεροντούχους θα βελτιωθεί όταν τροποποιηθεί και η βασική πράξη.

(4)Η ανάπτυξη μιας βαθύτερης και πιο ολοκληρωμένης κεφαλαιαγοράς της Ένωσης, όπως προβλέπεται στην ανακοίνωση για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, απαιτεί συνεπή και αποτελεσματική εποπτεία σε όλα τα κράτη μέλη. Οι αποκλίνουσες εθνικές εποπτικές πρακτικές δημιουργούν ανασφάλεια δικαίου, αυξάνουν το κόστος της διασυνοριακής δραστηριότητας και κατακερματίζουν την ενιαία αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η ολοκλήρωση της αγοράς και η αποτελεσματική κατανομή των κεφαλαίων. Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η εποπτική σύγκλιση και, κατά περίπτωση, να ανατεθούν στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (στο εξής: «ESMA» ή «ΕΑΚΑΑ») πρόσθετα καθήκοντα και εξουσίες προκειμένου να διασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και η αποτελεσματική εποπτεία των οντοτήτων με σημαντικό διασυνοριακό ενδιαφέρον.

(5)Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να ανατεθούν στην ESMA πρόσθετες αρμοδιότητες και θα πρέπει να ενισχυθεί το πλαίσιο διακυβέρνησης και χρηματοδότησής της, ώστε να προωθηθεί η διαφανής, υπεύθυνη και αποτελεσματική λήψη αποφάσεων σε επίπεδο Ένωσης και να διασφαλιστεί ότι η ESMA διαθέτει επαρκείς πόρους για την εκπλήρωση των διευρυμένων αρμοδιοτήτων της. Η μεταβίβαση άμεσων εποπτικών εξουσιών στην ESMA σε σχέση με σημαντικές οντότητες στον τομέα των υποδομών της αγοράς και παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (στο εξής: CASP), σε συνδυασμό με ενισχυμένα εργαλεία εποπτικής σύγκλισης, αναμένεται να συμβάλει σε μια πιο ολοκληρωμένη, ανταγωνιστική και ανθεκτική κεφαλαιαγορά που θα αποφέρει καλύτερα αποτελέσματα για τους επενδυτές, τις επιχειρήσεις και την ευρύτερη οικονομία.

(6)Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 15 ), η ESMA ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται από μια σειρά νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων διαφόρων οδηγιών και κανονισμών που απαριθμούνται σε αυτές. Προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας της Ένωσης, η ESMA θα πρέπει να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία με την οποία μεταφέρονται οδηγίες στο εθνικό δίκαιο κατά τρόπο που συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης έτσι ώστε να σέβεται την υπεροχή του δικαίου της Ένωσης.

(7)Επιπλέον, το άρθρο 1 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει περαιτέρω ότι η ESMA ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται από οποιαδήποτε άλλη νομικά δεσμευτική πράξη της Ένωσης με την οποία ανατίθενται καθήκοντα στην ESMA. Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι το πεδίο εφαρμογής των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων της ESMA επεκτείνεται αυτόματα σε κάθε μεταγενέστερη νομοθετική πράξη της Ένωσης με την οποία ανατίθενται εξουσίες ή καθήκοντα στην ESMA.

(8)Προκειμένου να αποτυπωθεί η σταδιακή επέκταση των άμεσων αρμοδιοτήτων εποπτείας, έρευνας, επιβολής και άλλων αρμοδιοτήτων της ESMA σε διάφορους τομείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, είναι αναγκαίο να εισαχθεί ο ορισμός των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της ESMA. Ο ορισμός αυτός θα πρέπει να περιλαμβάνει όλους τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές για τους οποίους έχουν ανατεθεί εξουσίες στην ESMA. Ο ορισμός αυτός θα πρέπει να διασφαλίζει τη συνέπεια και τη σαφήνεια κατά την εφαρμογή των εποπτικών εξουσιών της ESMA, ανεξάρτητα από τη νομική πράξη από την οποία απορρέουν οι εν λόγω εξουσίες, και να διευκολύνει τη θέσπιση κοινών διαδικαστικών και οργανωτικών ρυθμίσεων για την εποπτεία και την επιβολή.

(9)Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική άσκηση των άμεσων εποπτικών αρμοδιοτήτων της, η ESMA θα πρέπει να θεσπίσει διαρθρωμένες αλλά ευέλικτες ρυθμίσεις συνεργασίας με άλλες αρχές. Η συνεργασία αυτή θα πρέπει να καλύπτει εύρος περιπτώσεων, οι οποίες αντιστοιχούν στον εξελισσόμενο ρόλο της ESMA. Οι ρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να καλύπτουν, πρώτον, τις περιπτώσεις στις οποίες οι εθνικές αρμόδιες αρχές εξακολουθούν να είναι υπεύθυνες για ορισμένες οντότητες ή δραστηριότητες, αλλά παύουν να είναι υπεύθυνες για την εποπτεία ορισμένων οντοτήτων μετά την ανάληψη άμεσων εποπτικών εξουσιών από την ESMA, απαιτώντας έτσι μεταβατικές λύσεις για τη διασφάλιση της συνέχειας και της ομαλής μεταβίβασης αρμοδιοτήτων. Δεύτερον, οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες, παράλληλα με τις άμεσες εποπτικές εξουσίες της ESMA, άλλες ενωσιακές ή εθνικές αρχές, παρότι δεν ενεργούν ή δεν έχουν ενεργήσει ως αρμόδιες αρχές, διαθέτουν σχετική εμπειρογνωσία ή δικαιώματα διαβούλευσης βάσει του δικαίου της Ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σε σχέση με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Τρίτον, οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να καλύπτουν περιπτώσεις στις οποίες δεν μεταβιβάζονται στην ESMA καθήκοντα, όπως η εποπτεία της αγοράς για τους τόπους διαπραγμάτευσης. Για την αντιμετώπιση αυτών των διαφορετικών καταστάσεων και, ειδικότερα, για τη διασφάλιση της ομαλής μετάβασης, η Αρχή θα πρέπει να έχει την ευελιξία να θεσπίζει ρυθμίσεις συνεργασίας οι οποίες θα προσαρμόζονται στον οικείο τομέα, στη φύση των καθηκόντων και στον απαιτούμενο βαθμό συμμετοχής. Οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να κυμαίνονται από τη στενή διαρθρωτική συνεργασία, συμπεριλαμβανομένης της σύστασης κοινών ομάδων εποπτείας ή της διενέργειας κοινών επιθεωρήσεων, έως πιο χαλαρές μορφές επιχειρησιακού συντονισμού και, σταδιακά, έως την πιο αυτόνομη εποπτική δράση της Αρχής καθώς αναπτύσσει τις ικανότητές της. Οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει επίσης να επιτρέπουν τη σταδιακή προσαρμογή τους με την πάροδο του χρόνου και, κατά περίπτωση, την καθιέρωση τοπικής παρουσίας της Αρχής στα κράτη μέλη. Οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει επίσης να προωθούν την αποτελεσματική και αποδοτική ως προς τη χρήση των πόρων εποπτεία, να διασφαλίζουν τη συνέχεια και τη συνέπεια των εποπτικών αποτελεσμάτων και να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις εκ του νόμου αρμοδιότητες και τους πόρους άλλων αρχών. Η συνεργασία θα πρέπει να διέπεται από τις αρχές της αποδοτικότητας, της αναλογικότητας, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της καλής πίστης και θα πρέπει να προωθεί την αποτελεσματική χρήση των πόρων, διασφαλίζοντας παράλληλα την ανεξαρτησία και τη λογοδοσία της ESMA όσον αφορά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η σταδιακή ανάπτυξη της εποπτικής ικανότητας της ESMA και να διασφαλίζεται η πλήρης και αποτελεσματική ανάληψη των εποπτικών καθηκόντων της, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να υπόκεινται σε τακτική επανεξέταση από την ESMA.

(10)Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι προσωρινές εξαιρέσεις ή άλλες μεταβατικές ρυθμίσεις βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ενδέχεται να λήγουν πριν από την έναρξη ισχύος ή την πλήρη εφαρμογή των νέων ή τροποποιημένων διατάξεων που θεσπίζουν μόνιμη εξαίρεση, πλαίσιο αντικατάστασης ή νέα ρυθμιστική μεταχείριση. Επιπλέον, ενδέχεται να προκύψουν σημαντικές εξελίξεις στην αγορά οι οποίες θα καθιστούν τη συμμόρφωση με ειδικές απαιτήσεις βάσει της ισχύουσας ενωσιακής νομοθεσίας προσωρινά δυσανάλογη, πρακτικά ανέφικτη ή αδικαιολόγητα επαχθή υπό το πρίσμα των συνθηκών που επικρατούν στην αγορά και των υποκείμενων ρυθμιστικών στόχων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και η ρυθμιστική συνέχεια και να αποφευχθεί η περιττή διαταραχή της αγοράς, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι η επιστολή μη ανάληψης δράσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 9α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, μπορεί επίσης να εφαρμόζεται σε περιπτώσεις στις οποίες i) προκύπτει κενό στο ρυθμιστικό πλαίσιο κατά τη σταδιακή θέσπιση νέων απαιτήσεων ή ii) εξαιρετικές συνθήκες της αγοράς οδηγούν σε δυσανάλογες επιβαρύνσεις συμμόρφωσης για τους συμμετέχοντες στην αγορά.

(11)Για τη στήριξη της συνεργασίας μεταξύ των αρχών και την προώθηση των νέων πλατφορμών συνεργασίας, η Αρχή θα πρέπει να αναπτύξει αντίστοιχη τεχνολογική πλατφόρμα ώστε να διευκολύνει τη συλλογή, την αποθήκευση, την πρόσβαση και την επεξεργασία δεδομένων και πληροφοριών. Η εν λόγω πλατφόρμα δεδομένων θα πρέπει να συμβάλλει στη διακυβέρνηση δεδομένων υψηλής ποιότητας σύμφωνα με τις αρχές FAIR (ευρεσιμότητα, προσβασιμότητα, διαλειτουργικότητα, δυνατότητα επαναχρησιμοποίησης) και να περιλαμβάνει επίσης εργαλεία εποπτικής τεχνολογίας και άλλα εργαλεία για την ενίσχυση των ικανοτήτων ανάλυσης και παρακολούθησης των αρμόδιων αρχών.

(12)Υπό την ιδιότητά του ως υπεύθυνου επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο Οργανισμός θα πρέπει να εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει την ασφάλεια, τη διαθεσιμότητα, τη συντήρηση και την ανάπτυξη του λογισμικού και της υποδομής ΤΠ της πλατφόρμας και της εν λόγω επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο της διευκόλυνσης της πρόσβασης και της ανταλλαγής πληροφοριών στην πλατφόρμα σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης που καθορίζει τις υποχρεώσεις συλλογής και ανταλλαγής των εν λόγω δεδομένων και σύμφωνα με τη νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων. Όταν ο Οργανισμός έχει την υποχρέωση να επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με άλλες πράξεις της Ένωσης, θα πρέπει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ως υπεύθυνος επεξεργασίας όσον αφορά τις εν λόγω πληροφορίες.

(13)Λαμβανομένων υπόψη των εξουσιών και της αρμοδιότητας της ESMA επί ευρείας κατηγορίας οντοτήτων και προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και συνεπής άσκηση των εποπτικών εξουσιών της σε όλους τους τομείς, είναι σκόπιμο να εξορθολογιστεί και να ενοποιηθεί στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 το διαδικαστικό πλαίσιο για την άσκηση των εποπτικών εργαλείων που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της Αρχής. Οι εν λόγω εξουσίες, οι οποίες επί του παρόντος είναι διάσπαρτες σε διάφορες τομεακές πράξεις της Ένωσης, θα πρέπει να αντικατασταθούν, στο μέτρο του δυνατού, από ένα ενιαίο οριζόντιο πλαίσιο που θα ισχύει για όλες τις οντότητες υπό την άμεση εποπτεία της Αρχής. Το εν λόγω οριζόντιο πλαίσιο θα πρέπει να παρέχει μια συνεκτική δέσμη διαδικαστικών κανόνων οι οποίοι θα διέπουν τα αιτήματα της ESMA για παροχή πληροφοριών, έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις, καθώς και τη θέσπιση εποπτικών μέτρων και την επιβολή προστίμων και περιοδικών χρηματικών ποινών. Τα εν λόγω αιτήματα παροχής πληροφοριών και πρόσβασης σε αυτές, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων, ενδέχεται να περιλαμβάνουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον βαθμό που είναι συναφή και αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων της Αρχής, και κάθε επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να συμμορφώνεται με τους ισχύοντες κανόνες της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και ειδικότερα με τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και του περιορισμού του σκοπού. Επιπλέον, το εν λόγω οριζόντιο πλαίσιο θα πρέπει να διασφαλίζει τον πλήρη σεβασμό των δικαιωμάτων υπεράσπισης και δικηγορικού απορρήτου και να προβλέπει κατάλληλη δικαστική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της επανεξέτασης των αποφάσεων της ESMA από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τη θέσπιση ενός τέτοιου διαδικαστικού πλαισίου με συνεκτικό και ομοιόμορφο τρόπο και την κατάργηση των τομεακών διαδικαστικών διατάξεων, η Ένωση αναμένεται να ενισχύσει την ασφάλεια δικαίου, να προωθήσει την εποπτική σύγκλιση και αποτελεσματικότητα και να στηρίξει την αποτελεσματική και υπεύθυνη άσκηση των άμεσων εποπτικών αρμοδιοτήτων της ESMA. Για να αποφευχθεί η ρυθμιστική επικάλυψη ή ασυνέπεια, να διασφαλιστεί ότι η Αρχή ασκεί τις εξουσίες της με αποτελεσματικό τρόπο, να διατηρηθεί η συνοχή του κεκτημένου της Ένωσης και να τηρηθεί η αρχή σύμφωνα με την οποία οι ειδικοί κανόνες υπερισχύουν των γενικών κανόνων, όταν η τομεακή νομοθεσία περιέχει ειδικές διατάξεις προσαρμοσμένες στις διαδικαστικές εξουσίες της Αρχής σε συγκεκριμένους τομείς ή πεδία, οι εν λόγω διατάξεις θα πρέπει να συνεχίσουν να εφαρμόζονται και, κατά περίπτωση, να υπερισχύουν των γενικών εξουσιών που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό.

(14)Η αποτελεσματική εποπτεία και συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών στο πλαίσιο της διασυνοριακής παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έχει ουσιαστική σημασία για την προστασία των επενδυτών και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα εντός της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, η ESMA θα πρέπει να διαθέτει ενισχυμένα εργαλεία εποπτικής σύγκλισης, συμπεριλαμβανομένων μηχανισμών για την αντιμετώπιση των αδυναμιών εποπτείας και εργαλείων για τη διευκόλυνση της συνεργασίας και την επίλυση διαφορών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές υπόκεινται σε εποπτεία υψηλής ποιότητας.

(15)Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αποδεδειγμένες αδυναμίες εποπτείας κατά την έγκριση χρηματοπιστωτικών προϊόντων, υπηρεσιών ή οντοτήτων που δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη την Ένωση, είναι αναγκαίο να μπορεί η ESMA να απαιτεί από μια αρμόδια αρχή να ζητεί τη γνώμη της πριν από τη χορήγηση έγκρισης, όταν αποκαλύπτονται αδυναμίες στην εποπτεία βάσει αξιολόγησης από ομοτίμους ή έρευνας, οι οποίες θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την προστασία των επενδυτών. Η διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους ή έρευνας, όπως ορίζεται στο άρθρο 22 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, παρέχει ένα ισχυρό και διαφανές πλαίσιο για τον εντοπισμό αδυναμιών στην εποπτεία και για τη λήψη διορθωτικών μέτρων. Η γνώμη της ESMA θα πρέπει να παρέχει ένα πρόσθετο επίπεδο ελέγχου και εποπτείας, το οποίο θα διασφαλίζει ότι τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα και οι υπηρεσίες, καθώς και οι οντότητες που δραστηριοποιούνται στην Ένωση, πληρούν τα υψηλότερα πρότυπα εποπτείας. Προκειμένου να αποτραπεί η είσοδος προϊόντων, υπηρεσιών ή οντοτήτων στην αγορά της ΕΕ χωρίς επαρκή εποπτεία, είναι αναγκαίο να δοθεί στην ESMA η δυνατότητα να απαιτεί, κατά τη γνώμη της, από τις αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων στην εποπτεία που εντοπίζει η ESMA.

(16)Προκειμένου να διευκολυνθεί η τακτική και δομημένη ανταλλαγή πληροφοριών, να προταθούν λύσεις και να ενισχυθεί η συνεργασία για την αντιμετώπιση κοινών προκλήσεων και κινδύνων, καθώς και για τη στήριξη του συνολικού στόχου της συνεπούς και αποτελεσματικής εποπτείας, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν πλατφόρμες συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Οι πλατφόρμες αυτές θα πρέπει να είναι ευέλικτες και να επιτρέπουν στην ESMA να κινεί ή να ανταποκρίνεται σε αιτήματα των αρμόδιων αρχών, ενώ δεν θα πρέπει να θίγουν τις υφιστάμενες εποπτικές εντολές και αρμοδιότητες των εν λόγω αρμόδιων αρχών. Οι εν λόγω πλατφόρμες συνεργασίας θα πρέπει επίσης να προωθούν τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και μια νοοτροπία συμμόρφωσης μεταξύ των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, με την ESMA να ασκεί τις εξουσίες της για την επίλυση διαφορών και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το δίκαιο της Ένωσης.

(17)Λόγω της έλλειψης μηχανισμού αμοιβαίας αναγνώρισης των διοικητικών αποφάσεων, οι εθνικές αρμόδιες αρχές αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες κατά την επιβολή της είσπραξης διοικητικών προστίμων σε διασυνοριακό πλαίσιο. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική επιβολή των κανόνων και η ορθή λειτουργία της ενιαίας αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί μηχανισμός αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επιβολής διοικητικού προστίμου και συνδρομής κατά την εκτέλεση αιτημάτων είσπραξης του εν λόγω προστίμου, ο οποίος θα πρέπει να βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Για τον σκοπό αυτό, οι λόγοι άρνησης εκτέλεσης της αίτησης είσπραξης διοικητικού προστίμου θα πρέπει να περιορίζονται στο ελάχιστο αναγκαίο.

(18)Προκειμένου να διασφαλιστεί μια συνεπής και διαφανής προσέγγιση όσον αφορά τη χρηματοδότηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της ESMA, είναι αναγκαίο να εναρμονιστούν και να ενοποιηθούν οι αρχές που διέπουν την επιβολή τελών στις οντότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ESMA, οι οποίες επί του παρόντος καθορίζονται χωριστά στην τομεακή νομοθεσία με την οποία ανατίθενται άμεσες εποπτικές εξουσίες στην ESMA. Η θέσπιση κοινών αρχών σχετικά με το πεδίο εφαρμογής, τον υπολογισμό και τη διαφάνεια των εν λόγω τελών θα πρέπει να προωθεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των οντοτήτων σε όλους τους τομείς, να διασφαλίζει την αναλογική εφαρμογή των εποπτικών δαπανών και να παρέχει ασφάλεια δικαίου τόσο για τις υφιστάμενες όσο και για τις νέες οντότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ESMA. Τα εν λόγω τέλη θα πρέπει να καλύπτουν όλες τις δαπάνες τις οποίες πραγματοποιεί η ESMA κατά την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, του κόστους των εργασιών εποπτικής σύγκλισης στον οικείο τομέα, της ανάπτυξης, λειτουργίας και συντήρησης εργαλείων και συστημάτων ΤΠ που απαιτούνται για την άμεση εποπτεία, καθώς και του αποσβεσμένου κόστους των εν λόγω συστημάτων και των σχετικών υποδομών. Η ESMA θα πρέπει να λαμβάνει τη δέουσα χρηματοδότηση. Επομένως, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η χρηματοδότησή της κατά 50 % από κονδύλια της Ένωσης και κατά 50 % από εισφορές των κρατών μελών, οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τη στάθμιση των ψήφων που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις για τα νέα καθήκοντα της ΕΑΚΑΑ που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό και δεν χρηματοδοτούνται από τέλη.

(19)Υπό το πρίσμα των μελλοντικών νέων αρμοδιοτήτων της ESMA, η δομή της διακυβέρνησής της θα πρέπει να προσαρμοστεί αναλόγως. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και αμερόληπτη λειτουργία της ESMA, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η διακυβέρνησή της με τη σύσταση ανεξάρτητου εκτελεστικού συμβουλίου με μέλη πλήρους απασχόλησης, το οποίο θα πρέπει να ενισχύει την ικανότητά της να λαμβάνει ταχείες αποφάσεις με ενωσιακό προσανατολισμό, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Το εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο απαρτίζεται από τον πρόεδρο και πέντε ανεξάρτητα μέλη πλήρους απασχόλησης με διάφορα είδη εποπτικής πείρας και εμπειρογνωσία στους τομείς που τελούν υπό την εποπτεία της ESMA, θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για τις αποφάσεις που απευθύνονται σε συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές σε εποπτικά θέματα. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα πρέπει επίσης να είναι υπεύθυνο για αποφάσεις που απευθύνονται σε μία ή σε λίγες αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων της επίλυσης διαφορών, των παραβιάσεων του δικαίου της Ένωσης και των αξιολογήσεων από ομοτίμους. Οι αποφάσεις αυτές ανατίθενται στο εκτελεστικό συμβούλιο προκειμένου να αυξηθεί η ευελιξία και η ικανότητα αντίδρασης της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνουν υπόψη το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα πρέπει επίσης να αναλάβει την αρμοδιότητα του τρέχοντος συμβουλίου διοίκησης όσον αφορά την κατάρτιση των προγραμμάτων εργασίας και του προϋπολογισμού της ESMA. Με τον τρόπο αυτόν αναμένεται να διασφαλιστεί η λήψη αποτελεσματικών και αμερόληπτων αποφάσεων με ενωσιακό προσανατολισμό. Για τη διασφάλιση της διαφάνειας και του δημοκρατικού ελέγχου, τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να διορίζονται από το Συμβούλιο, βάσει καταλόγου επικρατέστερων υποψηφίων που θα καταρτίζει η Επιτροπή και πρότασης του συμβουλίου εποπτών, κατόπιν έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

(20)Για τη διασφάλιση της σαφούς κατανομή των αρμοδιοτήτων και των αποτελεσματικών ελέγχων και ισορροπιών, το συμβούλιο εποπτών θα πρέπει να παραμείνει το κύριο όργανο της ESMA όσον αφορά τη λήψη ρυθμιστικών αποφάσεων και την εποπτική σύγκλιση. Προκειμένου να ενισχυθεί η ενωσιακή διάσταση κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων εντός του συμβουλίου εποπτών, θα πρέπει να προσαρμοστεί η σύνθεσή του ώστε να περιλαμβάνει τα μέλη πλήρους απασχόλησης του εκτελεστικού συμβουλίου ως μέλη με δικαίωμα ψήφου για εποπτικές αποφάσεις. Για να διασφαλιστεί η ισορροπημένη προσέγγιση και η συνεκτίμηση των εθνικών προοπτικών, το συμβούλιο εποπτών θα πρέπει να έχει την εξουσία να αντιτάσσεται σε σημαντικές εποπτικές αποφάσεις που λαμβάνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο εντός 10 ημερών (ή 48 ωρών σε επείγουσες περιπτώσεις), ενώ το εκτελεστικό συμβούλιο θα πρέπει να υποχρεούται να υποβάλλει έκθεση στο συμβούλιο εποπτών δύο φορές ετησίως σχετικά με τις εποπτικές του δραστηριότητες και θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί γνώμες για εποπτικά θέματα.

(21)Είναι αναγκαίο να εξορθολογιστεί και να ευθυγραμμιστεί η ρήτρα επανεξέτασης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 με τις υφιστάμενες απαιτήσεις αξιολόγησης για τους οργανισμούς, όπως ορίζονται στην κοινή δήλωση και την κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ από τον Ιούλιο του 2012, οι οποίες προβλέπουν περιοδικές αξιολογήσεις ανά πενταετία αντί για τρία έτη. Οι στοχευμένες επανεξετάσεις που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, οι οποίες αρχίζουν πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, αντικαθιστούν τις αξιολογήσεις και επιτρέπουν στην Επιτροπή να αξιολογεί τις σχετικές πτυχές των επιδόσεων της ESMA μετά την παρέλευση επαρκούς χρονικού διαστήματος. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με τον στόχο της μείωσης της κανονιστικής επιβάρυνσης και της προώθησης ενός πιο στοχευμένου και αποτελεσματικού κανονιστικού πλαισίου, το οποίο θα επιτρέπει τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων σχετικά με πιθανές απλουστεύσεις και βελτιώσεις.

(22)Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εντός της Ένωσης έχουν λάβει επί του παρόντος άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένοι, σε συνεργασία με την ESMA και τα σώματα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής όσον αφορά την εναρμόνιση των εποπτικών δραστηριοτήτων για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στην Ένωση, εξακολουθούν να υφίστανται αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους μεταξύ των εν λόγω εθνικών αρχών σε ολόκληρη την Ένωση, γεγονός που δημιουργεί άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κεντρικών αντισυμβαλλομένων εντός της Ένωσης. Αυτό αυξάνει την πολυπλοκότητα του πλαισίου της Ένωσης για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση και πρόσθετο κόστος για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εντός της Ένωσης, μεταξύ άλλων σε σύγκριση με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 που εμπίπτουν στην άμεση εποπτεία της ESMA. Με την ανάπτυξη βαθύτερων κεφαλαιαγορών της Ένωσης με μεγαλύτερη ρευστότητα στο πλαίσιο της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, οι εν λόγω άνισοι όροι ανταγωνισμού θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και τα κίνητρα αυτής, πράγμα που με τη σειρά του θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ως εκ τούτου, για να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργάνωσης και επιχειρηματικής συμπεριφοράς για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εντός της Ένωσης εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο, ειδικότερα όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με σημαντική δραστηριότητα εκκαθάρισης, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι με ουσιώδη διασυνοριακή διάσταση και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι οι οποίοι ανήκουν σε όμιλο που περιλαμβάνει άλλες υποδομές της αγοράς υπό την εποπτεία της ESMA, θα πρέπει να εποπτεύονται από την ESMA, με βάση την εμπειρογνωσία και την πείρα της από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 16 . Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι με χαμηλή δραστηριότητα εκκαθάρισης και πιο εγχώρια θέση, που θεωρούνται λιγότερο σημαντικοί, αναμένεται να συνεχίσουν να επωφελούνται από την εποπτεία των τοπικών αρχών με μεγαλύτερη εξοικείωση με τις εγχώριες αγορές 17 .

(23)Για τον προσδιορισμό των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και θα πρέπει να θεωρούνται σημαντικοί και, ως εκ τούτου, να υπόκεινται στην εποπτεία της ESMA, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις δραστηριότητες και τους κινδύνους των οικείων κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Με στόχο την απλούστευση και την αποφυγή της περιττής διοικητικής επιβάρυνσης, υφιστάμενος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που προσδιορίζεται ως σημαντικός σε μεταγενέστερο στάδιο δεν θα πρέπει να λάβει εκ νέου άδεια λειτουργίας.

(24)Οι εθνικές αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να έχουν στενότερη συνεργασία με την ESMA, ώστε να διασφαλίζεται η συνεκτική προσέγγιση της εποπτείας και, ως εκ τούτου, να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Σε περίπτωση που το επιθυμούν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν την ESMA ως αρμόδια αρχή για λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στη δικαιοδοσία τους. Επιπλέον, σε περίπτωση που ένας προηγουμένως σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρείται σημαντικός, θα πρέπει να δοθεί στην εθνική αρμόδια αρχή επαρκής μεταβατική περίοδος, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί προτού αναλάβει επισήμως τις εποπτικές αρμοδιότητες για τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Εναλλακτικά, η εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να αφήσει την εποπτεία αυτού του προηγουμένως σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην ESMA. Επιπλέον, για να διασφαλιστούν συνέπεια και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ σημαντικών και λιγότερο σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, η ESMA θα πρέπει επίσης να είναι η αρμόδια αρχή για την έγκριση ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας και για την προεδρία των σωμάτων για λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Οι νέες εποπτικές ρυθμίσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στην Ένωση, και ειδικότερα ο ρόλος της ESMA ως αρμόδιας αρχής για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 18 .

(25)Η ESMA θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τους φορείς που είναι αρμόδιοι για την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση και με τις αρχές που διαθέτουν πείρα στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, και να αξιοποιεί την πείρα τους, ώστε να επωφελείται από τις γνώσεις των εν λόγω φορέων. Για τον σκοπό αυτό, η ESMA θα πρέπει να αναπτύξει ολοκληρωμένες ρυθμίσεις συνεργασίας με τους εν λόγω φορείς και αρχές, συμπεριλαμβανομένης της εθνικής αρμόδιας αρχής στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο οικείος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, άλλων κεντρικών τραπεζών έκδοσης των σημαντικότερων νομισμάτων της Ένωσης που επεξεργάζεται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης και των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων που εξυπηρετούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, και της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των πλέον ενεργών εκκαθαριστικών μελών. Οι εν λόγω ρυθμίσεις θα πρέπει να καθορίζουν τους ειδικούς όρους και τις επιχειρησιακές ρυθμίσεις τόσο όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία όσο και σε εξαιρετικές περιστάσεις, όπως καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

(26)Οι νέες εποπτικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην ESMA και οι αλλαγές στην εσωτερική οργανωτική δομή της, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα καθήκοντα της οποίας θα πρέπει να ανατεθούν στο νεοσυσταθέν εκτελεστικό συμβούλιο, θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Λόγω του μοναδικού καθεστώτος των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, οι διατάξεις σχετικά με τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε αυτούς θα πρέπει να συνεχίσουν να υφίστανται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 αντί να μεταφερθούν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω αλλαγών, για την περαιτέρω απλούστευση της μελλοντικής οργανωτικής δομής και των ρυθμίσεων εργασίας και για την εξάλειψη της περιττής επιβάρυνσης, δεν θα πρέπει να απαιτείται από τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους να διαθέτουν σώμα. Ομοίως, δεδομένων των νέων εποπτικών αρμοδιοτήτων της ESMA για τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, θα πρέπει να καταργηθούν οι απαιτήσεις για γνωμοδοτήσεις της ESMA σε σχέση με τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Οι εποπτικές ρυθμίσεις για λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ως είχαν, καθώς το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων περιορίζεται σε πιο εγχώρια βάση και θα πρέπει να επωφελούνται από τις γνώσεις και την εμπειρογνωσία των εθνικών αρχών σε τοπικό επίπεδο.

(27)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/791 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 19 τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 20 με σκοπό την άρση των εμποδίων στην εμφάνιση ενοποιημένων δελτίων συναλλαγών σε ομόλογα, μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (στο εξής: ΔΑΚ) και εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Για μια δεδομένη μετοχή ή ΔΑΚ σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονοσφραγίδα, ο πάροχος του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών υποχρεούται να διαδίδει την ευρωπαϊκή καλύτερη τιμή αγοράς και πώλησης και τον διαθέσιμο όγκο στις εν λόγω τιμές σε ολόκληρη την Ένωση. Ωστόσο, το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών δεν θα γνωστοποιεί την ταυτότητα του τόπου διαπραγμάτευσης της ευρωπαϊκής καλύτερης τιμής αγοράς και πώλησης, καθώς δεν θα αποδίδει τους όγκους που είναι διαθέσιμοι στην ευρωπαϊκή καλύτερη τιμή αγοράς και πώλησης σε μεμονωμένους τόπους διαπραγμάτευσης, ούτε θα περιλαμβάνει δεδομένα για τις προσφορές αγοράς και πώλησης πέραν της ευρωπαϊκής καλύτερης τιμής αγοράς και πώλησης και των συνοδευτικών όγκων. Αυτό περιορίζει σημαντικά την προστιθέμενη αξία του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών, στερώντας από τους χρήστες του τη δυνατότητα να εντοπίζουν τους όγκους που είναι διαθέσιμοι στην ευρωπαϊκή καλύτερη τιμή αγοράς και πώλησης και μια αντιπροσωπευτική εικόνα του βάθους της ρευστότητας που είναι διαθέσιμη για διαπραγμάτευση. Ως εκ τούτου, προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η ελκυστικότητά του, το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών για μετοχές και ΔΑΚ θα πρέπει να προσφέρει μια πιο εμπεριστατωμένη εικόνα του συναλλακτικού ενδιαφέροντος, καλύπτοντας τις πέντε καλύτερες τιμές αγοράς και πώλησης, με τους όγκους που είναι διαθέσιμοι σε αυτές τις τιμές, και την ένδειξη του μεμονωμένου τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο είναι διαθέσιμοι οι εν λόγω όγκοι.

(28)Η τιμή κλεισίματος της ημέρας διαπραγμάτευσης είναι απαραίτητη για τις αγορές μετοχών, καθώς παρέχει μια βασική τιμή αναφοράς, η οποία χρησιμοποιείται συνήθως για την αποτίμηση κεφαλαίων, ΔΑΚ και δεικτών αναφοράς. Τις περισσότερες φορές, η τιμή κλεισίματος προκύπτει από τη δημοπρασία κλεισίματος που πραγματοποιείται στον τόπο διαπραγμάτευσης στον οποίο εισήχθησαν για πρώτη φορά οι κινητές αξίες προς διαπραγμάτευση (στο εξής: πρωτεύον χρηματιστήριο). Το ποσοστό των όγκων μετοχών που αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη δημοπρασία κλεισίματος έχει αυξηθεί σημαντικά με την πάροδο του χρόνου. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός στο τμήμα των δημοπρασιών κλεισίματος παραμένει περιορισμένος, καθώς οι δημοπρασίες κλεισίματος πρωτεύοντος χρηματιστηρίου εξακολουθούν να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο των δημοπρασιών κλεισίματος. Επιπλέον, η κατάσταση αυτή εγείρει ανησυχίες σχετικά με την ανθεκτικότητα, καθώς τα περιστατικά, συμπεριλαμβανομένων των διακοπών, στα πρωτεύοντα χρηματιστήρια ενδέχεται να έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ικανότητα των συμμετεχόντων στην αγορά να αποτιμούν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Για να ενισχυθεί ο ανταγωνισμός στο τμήμα της τιμής κλεισίματος και να διασφαλιστεί ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά μπορούν να βασίζονται σε τιμή κλεισίματος η οποία είναι εναλλακτική της τιμής δημοπρασίας κλεισίματος που παράγεται από το πρωτεύον χρηματιστήριο, είναι αναγκαίο να απαιτείται από τον πάροχο του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών για μετοχές και ΔΚΑ να διαδίδει μια σταθμισμένη κατά τον όγκο τιμή κλεισίματος που προκύπτει από όλες τις δημοπρασίες κλεισίματος τις οποίες διαχειρίζονται τόποι διαπραγμάτευσης που είναι συνεισφέροντες δεδομένα. Η ESMA θα πρέπει να εκδίδει συστάσεις για τον προσδιορισμό της μεθοδολογίας που θα πρέπει να εφαρμόζει το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών για τον καθορισμό της σταθμισμένης κατά τον όγκο τιμής κλεισίματος.

(29)Η οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 21 περιέχει εναρμονισμένους κανόνες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία τόπων διαπραγμάτευσης. Ωστόσο, η μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εθνικό δίκαιο είχε ως αποτέλεσμα να προκύψουν αποκλίνουσες εθνικές απαιτήσεις. Επιπλέον, τα κράτη μέλη συμπλήρωσαν τις διατάξεις που μετέφεραν στο εθνικό δίκαιο με εθνικές απαιτήσεις σε περιπτώσεις στις οποίες η οδηγία δεν προέβλεπε απαιτήσεις. Η προσέγγιση αυτή έχει δημιουργήσει άνισους όρους ανταγωνισμού, κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς και αύξηση της επιβάρυνσης και του κόστους για τους διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης που βρίσκονται σε διάφορα κράτη μέλη και, τελικά, για τους εκδότες και τους τελικούς επενδυτές που εξυπηρετούν. Ως εκ τούτου, απαιτείται ένα πιο ομοιόμορφο πλαίσιο για την εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, την αποφυγή της πιθανής καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας και τη στήριξη της ανάπτυξης δραστηριοτήτων σε διασυνοριακό επίπεδο. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να μεταφερθούν οι απαιτήσεις σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία ρυθμιζόμενων αγορών, καθώς και τη λειτουργία από επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς πολυμερούς μηχανισμού διαπραγμάτευσης (στο εξής: ΠΜΔ) ή μηχανισμού οργανωμένης διαπραγμάτευσης (στο εξής: ΜΟΔ) από την οδηγία 2014/65/ΕΕ στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και να συμπληρωθούν περαιτέρω οι εν λόγω διατάξεις, ιδίως να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες στους τομείς που υπόκειντο προηγουμένως στην εθνική νομοθεσία.

(30)Οι οργανωτικές απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 19 παράγραφος 3 και στο άρθρο 47 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ δεν λαμβάνουν υπόψη αν ένας διαχειριστής αγοράς ή μια επιχείρηση επενδύσεων που διαχειρίζεται τόπο διαπραγμάτευσης ανήκει σε όμιλο. Ειδικότερα, κάθε ενδοομιλική ρύθμιση για κατανομή πόρων ή καθηκόντων μεταξύ οντοτήτων του ομίλου αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως μια συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης που συνάπτεται με οντότητες εκτός του ομίλου. Η προσέγγιση αυτή δεν αναγνωρίζει την εμφάνιση διασυνοριακών ομίλων τόπων διαπραγμάτευσης και, ως εκ τούτου, περιορίζει την ικανότητα των εν λόγω ομίλων να αξιοποιούν ενδοομιλικές συνέργειες και να επωφελούνται από οικονομίες κλίμακας, δημιουργώντας έτσι εμπόδια στη διασυνοριακή κατανομή πόρων και καθηκόντων εντός ενός ομίλου. Επιπλέον, η κατανομή πόρων εντός ενός ομίλου, όπου όλες οι οντότητες υπόκεινται στους ίδιους εσωτερικούς ελέγχους και διαδικασίες, ενέχει χαμηλότερο επίπεδο κινδύνου σε σύγκριση με την εξωτερική ανάθεση σε τρίτα μέρη. Ωστόσο, με την τρέχουσα προσέγγιση δεν υπάρχει επαρκής διάκριση μεταξύ των κινδύνων που συνδέονται με την κατανομή των πόρων εντός του ομίλου και την εξωτερική ανάθεση. Ως εκ τούτου, οι οργανωτικές απαιτήσεις για τους τόπους διαπραγμάτευσης θα πρέπει να απλουστευθούν για τους τόπους διαπραγμάτευσης που ανήκουν σε όμιλο και επιθυμούν να βασιστούν στους πόρους ή στην εκτέλεση ενός καθήκοντος από άλλη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο και είναι εγκατεστημένη στην Ένωση. Οι εν λόγω ρυθμίσεις σε επίπεδο ομίλου δεν θα πρέπει να θεωρούνται εξωτερική ανάθεση για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις για τη διασφάλιση αποτελεσματικής εποπτείας. Ωστόσο, ένας τόπος διαπραγμάτευσης που βασίζεται στους πόρους ή στην εκτέλεση καθήκοντος από άλλη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο θα πρέπει να διατηρεί την πλήρη ευθύνη για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Δεδομένων των αυξημένων εποπτικών κινδύνων, μια ενδοομιλική ρύθμιση στην οποία εμπλέκεται οντότητα εγκατεστημένη εκτός της Ένωσης θα πρέπει να συνεχίσει να θεωρείται εξωτερική ανάθεση.

(31)Το άρθρο 53 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ προβλέπει το δικαίωμα μιας ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε ένα κράτος μέλος να προβλέπει κατάλληλους μηχανισμούς στο έδαφος άλλων κρατών μελών, ώστε να διευκολύνεται η πρόσβαση και η διαπραγμάτευση στην εν λόγω αγορά από εξ αποστάσεως μέλη ή συμμετέχοντες που είναι εγκατεστημένοι στα εν λόγω άλλα κράτη μέλη. Η οδηγία 2014/65/ΕΕ δεν ρυθμίζει ρητά άλλα δικαιώματα διαβατηρίου για τις ρυθμιζόμενες αγορές, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας ίδρυσης υποκαταστημάτων σε άλλα κράτη μέλη. Η απουσία ρητής διάταξης έχει οδηγήσει σε αποκλίνουσες ερμηνείες όσον αφορά το αν μια ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος και όσον αφορά τις δραστηριότητες που μπορεί να ασκεί μια ρυθμιζόμενη αγορά στο πλαίσιο του καθεστώτος διαβατηρίου. Είναι σημαντικό να ενισχυθεί η σαφήνεια του καθεστώτος διαβατηρίου για τις ρυθμιζόμενες αγορές, καθιστώντας σαφέστερο ότι οι ρυθμιζόμενες αγορές μπορούν να παρέχουν απρόσκοπτα τη δραστηριότητα για την οποία έχουν λάβει άδεια σε ολόκληρη την Ένωση μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω του δικαιώματος εγκατάστασης. Αυτό περιλαμβάνει, εκτός από την πρόβλεψη κατάλληλων ρυθμίσεων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και της διαπραγμάτευσης στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά από εξ αποστάσεως μέλη ή συμμετέχοντες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος, δραστηριότητες που σχετίζονται με την είσοδο μελών ή συμμετεχόντων στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά και δραστηριότητες που σχετίζονται με την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά. Προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ όλων των τόπων διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να ισχύει το ίδιο καθεστώς διαβατηρίου για τους διαχειριστές αγοράς και τις επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

(32)Η οδηγία 2014/65/ΕΕ απαιτεί επί του παρόντος κάθε ρυθμιζόμενη αγορά στην Ένωση να υπόκειται σε ατομική άδεια λειτουργίας. Επομένως, οι διαχειριστές αγοράς που προτίθενται να διαχειριστούν ρυθμιζόμενες αγορές σε διαφορετικά κράτη μέλη μπορούν να το πράξουν μόνον ζητώντας άδεια λειτουργίας, για κάθε επιμέρους ρυθμιζόμενη αγορά την οποία προτίθενται να διαχειριστούν, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, η οποία είναι επίσης υπεύθυνη για τη συνεχή εποπτεία της εν λόγω αγοράς. Τούτο οδήγησε στην κατάσταση πλείονα κράτη μέλη να έχουν θεσπίσει εθνική νομοθεσία με την οποία απαιτείται, ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ρυθμιζόμενη αγορά, ότι ο διαχειριστής αγοράς είναι νομική οντότητα εγκατεστημένη στο κράτος μέλος στο οποίο ζητεί άδεια λειτουργίας η ρυθμιζόμενη αγορά. Ως εκ τούτου, οι όμιλοι που διαχειρίζονται ρυθμιζόμενες αγορές σε διάφορα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξορθολογίσουν την οργανωτική δομή και τις εποπτικές τους σχέσεις, καθώς υποχρεούνται να διατηρούν πολλές εποπτευόμενες οντότητες σε διαφορετικά κράτη μέλη. Αυτό αυξάνει σημαντικά το κόστος και την πολυπλοκότητα της διαχείρισης ρυθμιζόμενων αγορών στα διάφορα κράτη μέλη. Για την άρση των φραγμών και τη μείωση του λειτουργικού κόστους για τους διασυνοριακούς ομίλους, είναι αναγκαίο να καταργηθεί η δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν τη σύσταση χωριστής νομικής οντότητας στο έδαφός τους ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ρυθμιζόμενη αγορά. Επιπλέον, προκειμένου να διευκολυνθεί περαιτέρω η διασυνοριακή λειτουργία των ρυθμιζόμενων αγορών, θεσπίζεται νέο πλαίσιο που επιτρέπει στα νομικά πρόσωπα που επιθυμούν να διαχειρίζονται περισσότερους από έναν τόπους διαπραγμάτευσης σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη να το πράττουν βάσει ενιαίας άδειας λειτουργίας ως πανευρωπαϊκού διαχειριστή αγοράς (στο εξής: PEMO) η οποία χορηγείται από την ESMA. Το νέο αυτό πλαίσιο δεν θα πρέπει να αντικαταστήσει το υφιστάμενο καθεστώς χορήγησης άδειας και λειτουργίας των ρυθμιζόμενων αγορών. Αντιθέτως, θα πρέπει να εφαρμόζεται σε εθελοντική βάση σε οντότητες οι οποίες επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν βάσει ενιαίας άδειας.

(33)Στην άδεια λειτουργίας ενός PEMO θα πρέπει να απαριθμούνται όλοι οι τόποι διαπραγμάτευσης στους οποίους έχει άδεια λειτουργίας ο PEMO. Ένας PEMO που επιθυμεί να διαχειριστεί επιπλέον τόπους διαπραγμάτευσης θα πρέπει να ζητεί επέκταση της αρχικής του άδειας λειτουργίας. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική απλούστευση των εποπτικών ρυθμίσεων ενός PEMO, ο PEMO δεν θα πρέπει να υποχρεούται να ζητεί μεμονωμένη άδεια λειτουργίας για τους τόπους διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται στα κράτη μέλη όπου βρίσκονται ή λειτουργούν οι εν λόγω τόποι διαπραγμάτευσης. Ομοίως, όταν ένας PEMO καθίσταται διαχειριστής υφιστάμενου τόπου διαπραγμάτευσης, η άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά ή, στην περίπτωση ΠΜΔ ή ΟΜΔ, στον διαχειριστή αγοράς ή στην επιχείρηση επενδύσεων για τον σκοπό της διαχείρισης του εν λόγω τόπου διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να θεωρείται ότι έχει ανακληθεί κατά την έναρξη ισχύος της άδειας λειτουργίας του PEMO ή της επέκτασης της άδειας λειτουργίας που περιέχει τον τροποποιημένο κατάλογο των τόπων διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται ο εν λόγω PEMO.

(34)Σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο, το έδαφος στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί ένας τόπος διαπραγμάτευσης χρησιμοποιείται συχνά ως κριτήριο για τον καθορισμό του εθνικού δικαίου που θα πρέπει να εφαρμόζεται σε τομείς που δεν διέπονται άμεσα από το ενωσιακό δίκαιο, καθώς και για τον προσδιορισμό της αρμόδιας αρχής. Αυτό περιλαμβάνει την οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η οποία θεσπίζει απαιτήσεις σχετικά με τη δημοσιοποίηση περιοδικής και διαρκούς πληροφόρησης για εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν ήδη εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά που βρίσκεται ή λειτουργεί σε ένα κράτος μέλος, και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σύμφωνα με τον οποίο οι εθνικές αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται στο έδαφός τους διατάξεις για την κατάχρηση της αγοράς όσον αφορά όλες τις πράξεις που πραγματοποιούνται σε σχέση με μέσα που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ που λειτουργούν στο έδαφός τους. Ένας PEMO θα διαχειρίζεται, είτε μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών είτε με την ίδρυση υποκαταστήματος, τόπους διαπραγμάτευσης σε πολλά κράτη μέλη βάσει ενιαίας άδειας λειτουργίας η οποία χορηγείται στον ίδιο τον PEMO και όχι στους τόπους διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται. Ελλείψει μεμονωμένης άδειας για κάθε τόπο διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται ένας PEMO, και δεδομένου ότι ο PEMO θα διαχειρίζεται όλους τους τόπους μέσω μίας νομικής οντότητας που είναι εγκατεστημένη σε ένα κράτος μέλος και λειτουργεί διασυνοριακά, είναι αναγκαίο ο PEMO να καθορίζει, για κάθε τόπο διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης. Ο προσδιορισμός αυτός θα πρέπει να εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο ο PEMO επιλέγει να προωθήσει εμπορικά τον οικείο τόπο διαπραγμάτευσης σε εταιρείες που ζητούν να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης ή σε μέλη ή συμμετέχοντες που έχουν εισαχθεί στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης. Το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα ζητήματα που αφορούν συναλλαγές οι οποίες δεν διέπονται από άμεσα εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο, όταν η εν λόγω εφαρμογή εξαρτάται από την κατάσταση ή τη λειτουργία ενός τόπου διαπραγμάτευσης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η προβλεψιμότητα του δικαίου, σε περιπτώσεις στις οποίες ένας PEMO καθίσταται διαχειριστής τόπου διαπραγμάτευσης που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, είναι αναγκαίο να απαιτείται ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης να θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί στο κράτος μέλος στο οποίο είχε λάβει αρχικά άδεια λειτουργίας.

(35)Η ESMA αξιολόγησε τη συναλλακτική δραστηριότητα παραγώγων επί επιτοκίων. Από την αξιολόγηση προέκυψε ότι οι προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου και οι συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων στο ίδιο νόμισμα είναι, κατά κανόνα, μη ρευστοποιήσιμες. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μόνο τα πλέον τυποποιημένα και ρευστά παράγωγα επιτοκίων υπόκεινται στις απαιτήσεις διαφάνειας, είναι αναγκαίο να εξαιρεθούν οι προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου και οι συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων στο ίδιο νόμισμα από τις απαιτήσεις διαφάνειας.

(36)Το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 απαιτεί από τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές που διενεργούν συναλλαγές μεγέθους έως και το διπλάσιο του συνήθους μεγέθους συναλλαγών της αγοράς να ανακοινώνουν δημόσια δεσμευτικές προσφορές σε τακτική και συνεχή βάση κατά τις κανονικές ώρες συναλλαγών όσον αφορά μετοχές, πιστοποιητικά αποθετηρίου, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και άλλα παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης, για τα οποία δραστηριοποιούνται ως συστηματικοί εσωτερικοποιητές και για τα οποία υπάρχει ρευστή αγορά. Το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 απαιτεί από τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές να εκτελούν τις εντολές που λαμβάνουν από τους πελάτες τους σχετικά με τα εν λόγω μέσα στις δημοσιοποιημένες τιμές κατά τη στιγμή παραλαβής της εντολής. Το εν λόγω άρθρο επιτρέπει επίσης στους συστηματικούς εσωτερικοποιητές να εκτελούν εντολές των πελατών τους σε καλύτερη τιμή, εφόσον η τιμή εμπίπτει εντός δημοσιευμένου εύρους που δεν απέχει πολύ από τις συνθήκες της αγοράς. Προκειμένου να ενισχυθεί η διαμόρφωση των τιμών για τις εντολές ιδιωτών, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι, όταν ένας συστηματικός εσωτερικοποιητής εκτελεί εντολή ιδιώτη πελάτη, η οποία επισημαίνεται ειδικά ως τέτοια, σε τιμή που είναι καλύτερη από τη δημοσιοποιημένη τιμή, ο εν λόγω συστηματικός εσωτερικοποιητής επικαιροποιεί αμέσως, και σε κάθε περίπτωση πριν από την εκτέλεση, τη δημοσιοποιημένη τιμή ώστε να αντικατοπτρίζει την εν λόγω βελτίωση της τιμής. Επιπλέον, οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές θα πρέπει να υποχρεούνται να διαβιβάζουν στο ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών για μετοχές και ΔΑΚ τα δεδομένα που δημοσιεύουν σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, ώστε το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών να μπορεί να διαδίδει, για μια δεδομένη μετοχή ή ΔΑΚ, εκτός από τις καλύτερες προσφορές αγοράς και πώλησης για συνεχή βιβλία παραγγελιών, χωριστά, τις πέντε καλύτερες προσφορές αγοράς και πώλησης σε ολόκληρη την Ένωση που δημοσιοποιούνται από τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές, με την ένδειξη του μεμονωμένου συστηματικού εσωτερικοποιητή στον οποίο προσφέρονται οι εν λόγω προσφορές. Οι εν λόγω πέντε καλύτερες τιμές αγοράς και πώλησης θα πρέπει να αντιστοιχούν στις πέντε καλύτερες τιμές αγοράς και πώλησης μεταξύ όλων των τιμών για μια δεδομένη μετοχή ή ΔΑΚ που δημοσιεύονται στην Ένωση από διαφορετικούς συστηματικούς εσωτερικοποιητές.

(37)Το άρθρο 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελατών, καταρτίζουν συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 8α παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού, να δημοσιοποιούν τον όγκο και την τιμή των συναλλαγών αυτών και τον χρόνο κατάρτισής τους μέσω εγκεκριμένου μηχανισμού δημοσιοποίησης συναλλαγών (στο εξής: ΕΜΗΔΗΣΥ). Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις επενδύσεων και να αποφευχθεί η δημοσίευση παραπλανητικών πληροφοριών, οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιεύουν μέσω ΕΜΗΔΗΣΥ τις συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα που καταρτίζουν σε τόπο διαπραγμάτευσης τρίτων χωρών, υπό την προϋπόθεση ότι ο τόπος διαπραγμάτευσης τρίτων χωρών i) διαχειρίζεται πολυμερές σύστημα, ii) υπόκειται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας, συνεχή εποπτεία και επιβολή σύμφωνα με το νομικό και εποπτικό πλαίσιο της τρίτης χώρας και iii) υπόκειται σε διατάξεις μετασυναλλακτικής διαφάνειας βάσει των οποίων οι συναλλαγές που καταρτίζονται στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν μετά την εκτέλεση της συναλλαγής ή, σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, μετά από περίοδο αναβολής. Για να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου και υψηλός βαθμός εποπτικής σύγκλισης στην Ένωση, η ESMA θα πρέπει να δημοσιεύει και να επικαιροποιεί τακτικά κατάλογο των τόπων διαπραγμάτευσης τρίτων χωρών που θεωρείται ότι πληρούν όλα τα κριτήρια. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που καταρτίζουν συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα σε τόπους διαπραγμάτευσης τρίτων χωρών που δεν πληρούν όλα τα κριτήρια θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τις εν λόγω συναλλαγές στην Ένωση μέσω ΕΜΗΔΗΣΥ.

(38)Στα άρθρα 57 και 58 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ προβλέπονται κανόνες για τη διαπραγμάτευση παραγώγων επί εμπορευμάτων, δικαιωμάτων εκπομπής και παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής. Κάποιοι από αυτούς τους κανόνες ισχύουν για τους τόπους διαπραγμάτευσης. Δεδομένου ότι οι κανόνες σχετικά με τη λειτουργία των τόπων διαπραγμάτευσης μεταφέρονται από την οδηγία 2014/65/ΕΕ στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω κανόνες περιλαμβάνονται στον εν λόγω κανονισμό.

(39)Τα άρθρα 35 και 36 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 προβλέπουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι τόποι διαπραγμάτευσης μπορούν να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες κεντρικού αντισυμβαλλομένου και υπό τις οποίες οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι μπορούν να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες συναλλαγών ενός τόπου διαπραγμάτευσης. Τα κριτήρια αυτά έχει αποδειχθεί ότι δεν διατυπώνονται με κατάλληλο τρόπο και, ως εκ τούτου, αφήνουν περιθώριο για αδικαιολόγητες απορρίψεις ή καθυστερήσεις κατά τη χορήγηση πρόσβασης. Επιπλέον, η συστηματική συμμετοχή εθνικών αρμόδιων αρχών καθιστά τις διαδικασίες υπερβολικά περίπλοκες και επαχθείς. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να επανεξεταστούν οι εν λόγω όροι πρόσβασης, ώστε να διασφαλιστεί ότι απορρίψεις προκύπτουν μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις, με την επιφύλαξη των ειδικών και αιτιολογημένων προϋποθέσεων, να διασφαλιστεί ότι αποφεύγονται οι καθυστερήσεις στη χορήγηση πρόσβασης και ότι η ESMA εμπλέκεται μόνο σε περίπτωση συγκρούσεων μεταξύ των μερών. Επιπλέον, οι τόποι διαπραγμάτευσης μπορούν να εμποδίζουν επί του παρόντος δύο συμμετέχοντες στην αγορά που εκτελούν μια συναλλαγή στον τόπο τους να επιλέγουν ελεύθερα διαφορετικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, ακόμη και όταν οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν θεσπίσει ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και, ως εκ τούτου, είναι από τεχνική άποψη σε θέση να εκκαθαρίζουν αποτελεσματικά τις εν λόγω συναλλαγές. Οι εν λόγω πρακτικές της αγοράς εμποδίζουν την πλήρη αξιοποίηση των συνεργειών που μπορούν να αντληθούν από τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας και αυξάνουν το κόστος διαπραγμάτευσης και εκκαθάρισης για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διευκολυνθεί η διαλειτουργική εκκαθάριση, είναι αναγκαίο να απαγορευτεί στους τόπους διαπραγμάτευσης να εμποδίζουν την πρόσβαση στις πληροφορίες συναλλαγών τους για συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν δύο αντισυμβαλλόμενοι που έχουν επιλέξει να εκκαθαρίσουν μια συναλλαγή που εκτελείται στον τόπο τους μέσω δύο διαφορετικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων οι οποίοι έχουν θεσπίσει ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας.

(40)Σύμφωνα με τον τίτλο VI της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι εθνικές αρμόδιες αρχές είναι επί του παρόντος υπεύθυνες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης στην Ένωση. Στις 20 Μαρτίου 2025 22 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ενέκρινε συμπεράσματα στα οποία ζητούσε τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εποπτείας των κεφαλαιαγορών της Ένωσης και τη μείωση του κατακερματισμού τους. Επιπλέον, οι εκθέσεις Draghi και Letta 23 ζητούσαν μια πιο ολοκληρωμένη εποπτεία σε επίπεδο Ένωσης. Προκειμένου να μειωθεί ο κατακερματισμός και να ενισχυθεί η συνέπεια των αποτελεσμάτων των εποπτικών ελέγχων για τη στήριξη της δημιουργίας μιας Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, είναι σκόπιμο να ανατεθούν στην ESMA άμεσες εποπτικές εξουσίες για σημαντικούς τόπους διαπραγμάτευσης με σημαντική διασυνοριακή διάσταση. Η ESMA θα πρέπει επίσης να διαθέτει άμεσες εποπτικές εξουσίες επί των PEMO. Προκειμένου να καθοριστεί τι θα πρέπει να νοείται ως «σημαντικοί τόποι διαπραγμάτευσης», είναι αναγκαίο να καθοριστούν ειδικοί όροι. Για την αποφυγή πολλών εποπτικών αρχών για οντότητες εντός του ίδιου ομίλου, είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι όλες οι οντότητες που διαχειρίζονται τόπους διαπραγμάτευσης εντός του ίδιου ομίλου υπόκεινται σε εποπτεία από την ESMA, μόλις οποιαδήποτε οντότητα εντός του εν λόγω ομίλου εκπληρώσει τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρείται σημαντικός τόπος διαπραγμάτευσης. Ομοίως, όλες οι οντότητες που διαχειρίζονται τόπους διαπραγμάτευσης εντός του ομίλου, στον οποίο τουλάχιστον ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή ΚΑΤ υπόκειται σε εποπτεία από την ESMA, θα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε εποπτεία από την ESMA.

(41)Προκειμένου η ESMA να διασφαλίσει την αποτελεσματική εποπτεία των PEMO και των σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων, επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών για τον τερματισμό παράβασης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και αίτησης παροχής των αναγκαίων πληροφοριών. Για να διασφαλιστεί ότι η ESMA εκτελεί επαρκώς τα εποπτικά της καθήκοντα επί των PEMO και των σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης, είναι σημαντικό να εκτελεί τα εν λόγω καθήκοντα σε στενή συνεργασία με τις εθνικές εποπτικές αρχές. Προκειμένου να αποφευχθούν οι αναποτελεσματικές εποπτικές προσεγγίσεις που προκύπτουν από τη διπλή εποπτεία, η συμμετοχή των εθνικών αρχών εποπτείας θα πρέπει να περιορίζεται στις εξουσίες και τα καθήκοντα που τους ανατίθενται ρητά με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και την οδηγία 2014/65/ΕΕ.

(42)Λαμβανομένης υπόψη της γεωγραφικής εγγύτητας των εθνικών εποπτικών αρχών με τα τοπικά οικοσυστήματα, είναι αναγκαίο, όσον αφορά τους σημαντικούς τόπους διαπραγμάτευσης και τους PEMO, η ευθύνη για την εποπτεία των αγορών και την εποπτεία των εκδοτών να παραμείνει στις αρχές που είναι αρμόδιες σε εθνικό επίπεδο. Ως εκ τούτου, ενώ η ESMA θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για την επιβολή των κανόνων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 έναντι σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης και PEMO και, κατά περίπτωση, των κανόνων που ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αξιολόγηση αποτελεσματικών συστημάτων και ελέγχων που αποσκοπούν στην πρόληψη και τον εντοπισμό κατάχρησης της αγοράς ή την αξιολόγηση των παραμέτρων για τη διακοπή των συναλλαγών, οι εθνικές αρχές εποπτείας θα πρέπει να διατηρούν ορισμένες εξουσίες που θα επιτρέπουν στις εν λόγω αρχές να εκτελούν καθήκοντα εποπτείας της αγοράς ή να ασκούν καθήκοντα αναγκαία για τη διατήρηση της ακεραιότητας της αγοράς. Οι εξουσίες αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν τη λήψη δεδομένων συναλλαγών, τη δυνατότητα να ζητούν δεδομένα του βιβλίου εντολών ή τη θέσπιση έκτακτων μέτρων για την επιβολή προσωρινής διακοπής των συναλλαγών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή την αναστολή της διαπραγμάτευσης χρηματοπιστωτικών μέσων. Κατά την άσκηση των εξουσιών τους, οι εθνικές εποπτικές αρχές θα πρέπει να συνεργάζονται στενά με την ESMA.

(43)Προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση όσον αφορά την εποπτεία των διαχειριστών τόπων διαπραγμάτευσης, η ESMA θα πρέπει να καταστεί η αρμόδια αρχή για όλους τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τελούν υπό τη διαχείριση επιχειρήσεων επενδύσεων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθεί στην ESMA η χορήγηση άδειας λειτουργίας και η εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων σε περίπτωση που επιθυμούν να λάβουν αποκλειστική άδεια διαχείρισης σχετικών ΠΜΔ ή ΟΜΔ. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται ταυτόχρονα ΠΜΔ ή ΜΟΔ, οι οποίοι υπόκεινται στην εποπτεία της ESMA, και ασκούν άλλες επενδυτικές δραστηριότητες ή παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να παραμείνουν υπό εθνική εποπτεία για τις εν λόγω άλλες επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων διατηρούν ένα σημείο εισόδου και επαφής με ενιαία εποπτική αρχή όταν ζητούν άδεια λειτουργίας, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ειδικό πλαίσιο για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στις εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων. Όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων επιθυμούν να λάβουν αρχικά άδεια λειτουργίας για την παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών μαζί με τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΟΜΔ, η χορήγησης της άδειας λειτουργίας θα πρέπει να ανατίθεται στην εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω αιτούσες επιχειρήσεις επενδύσεων, δεδομένου ότι η άδεια λειτουργίας τους καλύπτει και άλλες υπηρεσίες που δεν τελούν υπό την εποπτεία της ESMA. Ωστόσο, στις περιπτώσεις αυτές, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ESMA μπορεί να εκτελεί τα καθήκοντά της ως αρμόδια αρχή για τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να παρέχει στην εθνική αρμόδια αρχή δεσμευτική γνωμοδότηση σχετικά με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας των τόπων διαπραγμάτευσης. Η οικεία εθνική αρμόδια αρχή δεν θα πρέπει να χορηγεί άδεια στις αιτούσες επιχειρήσεις επενδύσεων να διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης της ESMA. Η ίδια προσέγγιση θα πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων, η οποία είχε λάβει αρχικά άδεια να παρέχει άλλες επενδυτικές υπηρεσίες, επιθυμεί να επεκτείνει την άδειά της στη διαχείριση ΠΜΔ ή ΟΜΔ που υπόκεινται στην εποπτεία της ESMA. Σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης της ESMA, η εθνική αρμόδια αρχή δεν θα πρέπει να χορηγεί την επέκταση της άδειας λειτουργίας. Τέλος, όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια από την ESMA να διαχειρίζεται αποκλειστικά ΠΜΔ ή ΜΟΔ επιθυμεί να επεκτείνει την άδειά της σε άλλες επενδυτικές υπηρεσίες, η εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση επενδύσεων θα πρέπει να εκδίδει δεσμευτική γνωμοδότηση προς την ESMA σχετικά με την παροχή των πρόσθετων επενδυτικών υπηρεσιών. Σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης, η ESMA δεν θα πρέπει να επεκτείνει την άδεια λειτουργίας.

(44)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι τόποι διαπραγμάτευσης υπόκεινται στο καταλληλότερο εποπτικό μοντέλο, είναι σημαντικό να τεθεί σε εφαρμογή μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας οι τόποι διαπραγμάτευσης που θεωρούνται σημαντικοί τίθενται υπό την εποπτεία της ESMA, ενώ παράλληλα θεσπίζεται η δυνατότητα για τους τόπους διαπραγμάτευσης που δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις ώστε να είναι «σημαντικοί» να επανέλθουν στην εθνική εποπτεία. Στο πλαίσιο αυτό, η ESMA θα πρέπει να προσδιορίζει ποιοι τόποι διαπραγμάτευσης πληρούν τις προϋποθέσεις ώστε να χαρακτηριστούν σημαντικοί και θα πρέπει να παρακολουθεί τακτικά αν οι τόποι διαπραγμάτευσης εξακολουθούν να πληρούν τις εν λόγω προϋποθέσεις με την πάροδο του χρόνου. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αλλαγή εποπτικού μοντέλου πραγματοποιείται ομαλά και χωρίς να προκαλείται υπερβολική επιβάρυνση για τους τόπους διαπραγμάτευσης, είναι σημαντικό να καθοριστεί κατάλληλο χρονοδιάγραμμα και σχέδιο εποπτικής μετάβασης, τα οποία θα αναπτυχθούν με την αποδοτική συνεργασία μεταξύ της ESMA και της οικείας εθνικής εποπτικής αρχής. Για την παροχή σαφήνειας στους συμμετέχοντες στην αγορά, η ESMA θα πρέπει επίσης να καταρτίζει και να επικαιροποιεί τακτικά κατάλογο όλων των σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης που τελούν υπό την εποπτεία της και να τον δημοσιεύει στον ιστότοπό της.

(45)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 24 καθορίζει τυποποιημένες απαιτήσεις για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων και κανόνες σχετικά με την οργάνωση και τη συμπεριφορά των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (στο εξής: ΚΑΤ) με σκοπό την προώθηση του ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού.

(46)Το 2025 η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τα εμπόδια στην ολοκλήρωση και τον εκσυγχρονισμό των μετασυναλλακτικών υποδομών γενικά, και σχετικά με τα εμπόδια στην παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών στον τομέα των μετασυναλλακτικών υπηρεσιών ειδικότερα. Από τις παρατηρήσεις προέκυψε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υποστηρίζουν και θεωρούν συναφή τον στόχο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 για την προώθηση του ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού των χρηματοπιστωτικών μέσων, αλλά υπογράμμισαν την ανάγκη προσαρμογής του εν λόγω κανονισμού στην τεχνολογική καινοτομία, διασφαλίζοντας παράλληλα τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών διακανονισμού.

(47)Οι έννοιες που χρησιμοποιούνται και οι κανόνες που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν θα πρέπει να εμποδίζουν τη χρήση οποιασδήποτε συγκεκριμένης τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (στο εξής: DLT). Προκειμένου να ληφθούν υπόψη η καινοτομία και η εφαρμογή νέων τεχνολογιών στην παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ, ειδικότερα όταν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται με χρήση της DLT, θα πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ώστε να διασφαλιστεί ότι όλοι οι ορισμοί, οι έννοιες και οι απαιτήσεις θα πρέπει να επικαιροποιηθούν προκειμένου να μπορούν να εφαρμοστούν σε καταστάσεις στις οποίες ένα ΚΑΤ παρέχει τις υπηρεσίες του με χρήση DLT. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ορισμένα περιουσιακά στοιχεία υπό μορφή μαρκών, συμπεριλαμβανομένων των μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσο πληρωμής κατά τον διακανονισμό συναλλαγών αξιογράφων ή για την καταβολή χρηματικών ποινών σε περίπτωση αδυναμίας του διακανονισμού.

(48)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις στην τεχνολογία DLT όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ, ώστε οι οντότητες που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858 25 να μπορούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 μόλις παύσουν να καλύπτονται από το εν λόγω καθεστώς. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει επίσης να επιτρέπει στα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και επιθυμούν, από την αρχή, να παρέχουν υπηρεσίες ΚΑΤ σε σχέση με αξιόγραφα βασιζόμενα σε τεχνολογία DLT των οποίων η αξία θα υπερέβαινε τα όρια που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858, να ζητούν άδεια λειτουργίας απευθείας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(49)Λαμβανομένων υπόψη των σημαντικών όγκων και αξιών των συναλλαγών αξιογράφων που διακανονίζονται από εσωτερικοποιητές διακανονισμών, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η παρακολούθηση των πιθανών νομικών και λειτουργικών κινδύνων που σχετίζονται με την εν λόγω δραστηριότητα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να αυξηθεί ο βαθμός λεπτομέρειας των απαιτήσεων υποβολής στοιχείων σχετικά με τον όγκο και την αξία για τους εσωτερικοποιητές διακανονισμών και να συμπεριληφθούν στις αναφορές πληροφορίες σχετικά με τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού, ώστε να διευκολυνθεί η εν λόγω παρακολούθηση των κινδύνων. Επιπλέον, για να διασφαλιστεί ότι οι συμμετέχοντες στην αγορά μπορούν να συγκρίνουν τις τιμές των υπηρεσιών διακανονισμού που παρέχονται από εσωτερικοποιητές διακανονισμών με τις τιμές των εν λόγω υπηρεσιών που παρέχονται από ΚΑΤ, οι εσωτερικοποιητές διακανονισμών θα πρέπει να γνωστοποιούν στους πελάτες τους τις τιμές και τις τέλη που χρεώνουν.

(50)Τα ΚΑΤ στην Ένωση λαμβάνουν άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα, σε συνεργασία με σώμα εποπτών, όταν τα εν λόγω ΚΑΤ προσφέρουν υπηρεσίες ουσιαστικής σημασίας σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη υποδοχής. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί μέχρι στιγμής, εξακολουθούν να ακολουθούνται αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές για τα ΚΑΤ μεταξύ των εν λόγω εθνικών αρχών, οι οποίες δημιουργούν άνισους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ΚΑΤ στην Ένωση και αυξάνουν το κόστος και την επιβάρυνση για τα ΚΑΤ και τους ομίλους ΚΑΤ που δραστηριοποιούνται και επιδιώκουν να δραστηριοποιηθούν σε διασυνοριακό επίπεδο. Με την ανάπτυξη βαθύτερων κεφαλαιαγορών της Ένωσης με μεγαλύτερη ρευστότητα στο πλαίσιο της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, οι εν λόγω άνισοι όροι ανταγωνισμού αυξάνουν τον κίνδυνο καταχρηστικής επιλογής του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, πράγμα που θα μπορούσε να προκαλέσει προβλήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Για να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, οργάνωσης και επιχειρηματικής συμπεριφοράς για τα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο, ειδικότερα όσον αφορά τα ΚΑΤ με σημαντική δραστηριότητα διακανονισμού, τα ΚΑΤ με ουσιώδη διασυνοριακή διάσταση και τα ΚΑΤ που ανήκουν σε όμιλο ο οποίος περιλαμβάνει άλλες υποδομές της αγοράς υπό την εποπτεία της ESMA, θα πρέπει να εποπτεύονται από την ESMA, με βάση την εμπειρογνωσία και την πείρα της από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(51)Για τον προσδιορισμό των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και θα πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία από την ESMA, είναι αναγκαίο να καθοριστούν σαφή και αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό τους, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων με βάση το μέγεθος και τη διασυνοριακή δραστηριότητα. Με στόχο την απλούστευση και την αποφυγή περιττής διοικητικής επιβάρυνσης, ένα ΚΑΤ που έχει λάβει ήδη άδεια λειτουργίας δεν θα πρέπει να λάβει εκ νέου άδεια λειτουργίας από την ESMA μόλις καταστεί σημαντικό.

(52)Δεδομένου του κεντρικού ρόλου των ΚΑΤ στις αγορές κινητών αξιών, της σύνδεσής τους με άλλες υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών και του γεγονότος ότι το μεγαλύτερο μέρος του όγκου των συναλλαγών διακανονισμού σε ΚΑΤ στην Ένωση πραγματοποιείται σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, η ESMA θα πρέπει να αναπτύξει ρυθμίσεις βαθιάς και ολοκληρωμένης συνεργασίας με άλλες αρχές, και ειδικότερα με την ΕΚΤ και άλλες κεντρικές τράπεζες έκδοσης των σημαντικότερων νομισμάτων της Ένωσης στα οποία διακανονίζουν τα ΚΑΤ. Οι εν λόγω ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να καλύπτουν τη στενή συμμετοχή των εν λόγω άλλων αρχών στην καθημερινή εποπτεία σημαντικών ΚΑΤ και θα πρέπει να περιλαμβάνουν ρυθμίσεις για τακτικά γεγονότα, όπως επιτόπιες επιθεωρήσεις, και ειδικά γεγονότα, όπως καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

(53)Οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, και ειδικότερα οι αλλαγές στην εσωτερική οργανωτική δομή της ESMA και η μετατόπιση των εποπτικών αρμοδιοτήτων, θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της μετατόπισης των εποπτικών αρμοδιοτήτων, της συμμετοχής των εθνικών αρμόδιων αρχών στη δομή διακυβέρνησης της ESMA και προκειμένου να αποφευχθεί τυχόν αλληλεπικάλυψη καθηκόντων μεταξύ της ESMA και του εποπτικού σώματος, δεν θα πρέπει πλέον να απαιτείται από τα σημαντικά ΚΑΤ να διαθέτουν σώμα.

(54)Σε αντίθεση με τα σημαντικά ΚΑΤ, τα λιγότερο σημαντικά ΚΑΤ δεν ασκούν σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να παραμείνουν υπό την εποπτεία των οικείων εθνικών αρμόδιων αρχών. Οι εποπτικές ρυθμίσεις για λιγότερο σημαντικά ΚΑΤ θα πρέπει να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ως είχαν. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εποπτική προσέγγιση για τα εν λόγω ΚΑΤ, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ισχυρότερη συνεργασία μεταξύ των εν λόγω εθνικών αρμόδιων αρχών και της ESMA. Σε περίπτωση που το επιθυμούν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν την ESMA ως αρμόδια αρχή για λιγότερο σημαντικά ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στη δικαιοδοσία τους. Επιπλέον, σε περίπτωση που ένα προηγουμένως σημαντικό ΚΑΤ δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις ώστε να θεωρείται σημαντικό, θα πρέπει να δοθεί στην εθνική αρμόδια αρχή επαρκής μεταβατική περίοδος, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί προτού αναλάβει επισήμως τις εποπτικές αρμοδιότητες για το εν λόγω ΚΑΤ. Εναλλακτικά, η εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να αφήσει την εποπτεία αυτού του προηγουμένως σημαντικού ΚΑΤ στην ESMA. Επιπλέον, για να διασφαλιστούν η συνέπεια και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ σημαντικών και λιγότερο σημαντικών ΚΑΤ, η ESMA θα πρέπει επίσης να είναι η αρμόδια αρχή για την έγκριση ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας όπως, στην περίπτωση των υπηρεσιών ΚΑΤ, οι διαλειτουργικές συνδέσεις. Για τους σκοπούς αυτούς, η ESMA θα πρέπει επίσης να είναι υπεύθυνη για την προεδρία των σωμάτων για λιγότερο σημαντικά ΚΑΤ.

(55)Για τον εκσυγχρονισμό της ανταλλαγής πληροφοριών και την επιτάχυνση των διαδικασιών, η ESMA θα πρέπει να δημιουργήσει και να διατηρεί ηλεκτρονική κεντρική βάση δεδομένων με τη μορφή πλατφόρμας. Όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και οι φορείς που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην εν λόγω πλατφόρμα για τις πληροφορίες που σχετίζονται με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους. Οι οντότητες που υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα τεκμηρίωσης που έχουν υποβάλει και σε κάθε έγγραφο που τους απευθύνεται. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών και τεκμηρίωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, η κεντρική βάση δεδομένων θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών και τεκμηρίωσης.

(56)Για να μπορούν οι όμιλοι ΚΑΤ να επωφελούνται από την ενοποίησή τους, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να επιτρέπει στα ΚΑΤ που ανήκουν σε όμιλο να αναθέτουν τις βασικές υπηρεσίες τους σε ΚΑΤ που ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Επιπλέον, περιπτώσεις στις οποίες ένα ΚΑΤ επιθυμεί να παρέχει τις βασικές υπηρεσίες του χρησιμοποιώντας μια λύση DLT που ανέπτυξε, δεν θα πρέπει να θεωρούνται εξωτερική ανάθεση, αλλά επέκταση της άδειας λειτουργίας του ΚΑΤ.

(57)Η απαίτηση διασφάλισης της ακεραιότητας της έκδοσης αξιογράφων ισχύει εξίσου για τα συμβατικά ΚΑΤ και τα ΚΑΤ που χρησιμοποιούν DLT. Όσον αφορά τα ΚΑΤ που χρησιμοποιούν DLT, οι κανόνες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ειδικούς τρόπους με τους οποίους λειτουργεί η DLT, επιτρέποντας τη λήψη κατάλληλων μέτρων αντιστοίχισης από κόμβους που επαληθεύουν ότι ο αριθμός των αξιογράφων που απαρτίζουν μια έκδοση αξιογράφων ή μέρος μιας έκδοσης αξιογράφων που υποβάλλεται στο ΚΑΤ ισούται με το άθροισμα των αξιογράφων που καταχωρίζονται στους λογαριασμούς αξιογράφων των συμμετεχόντων στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του ΚΑΤ.

(58)Τα ΚΑΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να επωφελούνται από τη λειτουργικότητα που προσφέρει μια κοινή υποδομή διακανονισμού η οποία προσφέρει διακανονισμό αξιογράφων με χρήμα κεντρικής τράπεζας, ειδικότερα όταν η εν λόγω κοινή υποδομή διακανονισμού προβλέπει εργαλεία βελτιστοποίησης της ρευστότητας και προωθεί τον ασφαλή και αποτελεσματικό διακανονισμό, μεταξύ άλλων και σε διασυνοριακό επίπεδο. Προκειμένου να δοθεί στους συμμετέχοντες η δυνατότητα να διακανονίζουν τις συναλλαγές αξιογράφων τους στην εν λόγω κοινή υποδομή διακανονισμού, τα ΚΑΤ που προσφέρουν διακανονισμό σε νομίσματα τα οποία διατίθενται στην εν λόγω κοινή υποδομή διακανονισμού θα πρέπει να υποχρεούνται να συνδέονται απευθείας με αυτήν. Η απαίτηση για τη σύνδεση με κοινή υποδομή διακανονισμού θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις τεχνολογικές εξελίξεις στον τομέα του διακανονισμού σε χρήμα κεντρικής τράπεζας.

(59)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1114/2023 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 26 θεσπίζει το πλαίσιο για την ασφαλή έκδοση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος στην Ένωση. Για τη στήριξη της καινοτομίας στον διακανονισμό αξιογράφων, τα ΚΑΤ στην Ένωση θα πρέπει να μπορούν να διακανονίζουν τις πληρωμές των συναλλαγών αξιογράφων σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, με την επιφύλαξη κατάλληλων διασφαλίσεων. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη τόσο για τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου όσο και για τα ΚΑΤ που δεν έχουν λάβει τέτοια άδεια. Τα ΚΑΤ που δεν έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου θα πρέπει να μπορούν να διακανονίζουν τις πληρωμές σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, σε οποιοδήποτε νόμισμα, μέσω λογαριασμών που ανοίγονται σε ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου ή μέσω λογαριασμών που ανοίγονται σε πιστωτικό ίδρυμα, με την επιφύλαξη του ορίου που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (στο εξής: ΕΑΤ) για τον διακανονισμό πληρωμών σε χρήμα εμπορικών τραπεζών.

(60)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θεσπίζει κανόνες για τη δημιουργία και τη διατήρηση ρυθμίσεων σύνδεσης μεταξύ των ΚΑΤ. Για την προώθηση της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών, θα πρέπει να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε άλλο ΚΑΤ στην Ένωση μέσω τυποποιημένης σύνδεσης και να απλουστευθεί η σχετική διαδικασία. Επιπλέον, με στόχο την προώθηση της περαιτέρω ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών της Ένωσης, τα ΚΑΤ θα πρέπει να υποχρεούνται να δημιουργούν ελάχιστο αριθμό διμερών συνδέσεων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αναλογικότητα, ο αριθμός των συνδέσεων που θα πρέπει να δημιουργεί ένα ΚΑΤ θα πρέπει να εξαρτάται από τη σημασία του ΚΑΤ.

(61)Ο παρών τροποποιητικός κανονισμός εισάγει στοχευμένες τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156 με στόχο την άρση των φραγμών στη διασυνοριακή εμπορική προώθηση οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (στο εξής: ΟΕΕ) και οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (στο εξής: ΟΣΕΚΑ), την εναρμόνιση των κανόνων για τις διαφημιστικές ανακοινώσεις και την ενίσχυση των εξουσιών της ESMA με σκοπό την προώθηση κοινής εποπτικής νοοτροπίας και τον καλύτερο συντονισμό των δραστηριοτήτων μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών της χώρας καταγωγής και της χώρας υποδοχής. 

(62)Η εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ δεν πραγματοποιείται πάντα απευθείας από τον ΔΟΕΕ, τον διαχειριστή EuVECA ή τον διαχειριστή EuSEF ή την εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, αλλά από έναν ή περισσότερους διανομείς είτε για λογαριασμό των εν λόγω διαχειριστών είτε για δικό τους λογαριασμό. Οι ρυθμίσεις βάσει των οποίων ένας διανομέας ενεργεί για λογαριασμό του ΔΟΕΕ, του διαχειριστή EuVECA ή του διαχειριστή EuSEF ή της εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ θα πρέπει να θεωρούνται ρυθμίσεις ανάθεσης καθηκόντων οι οποίες υπόκεινται στις διατάξεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και της οδηγίας 2009/65/ΕΚ σχετικά με την ανάθεση καθηκόντων. Για να εξασφαλιστεί νομική σαφήνεια, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 τροποποιείται ώστε να διευκρινιστεί ότι, όταν η λειτουργία εμπορικής προώθησης ανατίθεται σε τρίτο μέρος που ενεργεί για λογαριασμό του ΔΟΕΕ, του διαχειριστή EuVECA ή του διαχειριστή EuSEF και της εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, αυτοί εξακολουθούν να είναι υπεύθυνοι να διασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που καταρτίζονται και απευθύνονται σε επενδυτές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Από την άλλη πλευρά, όταν ένας διανομέας ενεργεί για δικό του λογαριασμό και προωθεί εμπορικά έναν ΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή μέσω επενδυτικών προϊόντων βασιζόμενων σε ασφάλιση ζωής σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2016/97, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και της οδηγίας 2009/65/ΕΚ σχετικά με την ανάθεση. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 τροποποιείται προκειμένου να διευκρινιστεί ότι στις περιπτώσεις στις οποίες η λειτουργία εμπορικής προώθησης εκτελείται από έναν ή περισσότερους διανομείς που ενεργούν για ίδιο λογαριασμό, οι εν λόγω διανομείς (και όχι ο ΔΟΕΕ ή η εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ) υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που καταρτίζουν και απευθύνονται στους επενδυτές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(63)Προκειμένου να μειωθούν οι περιττές καθυστερήσεις και οι αποκλίνουσες εποπτικές πρακτικές και να διευκολυνθεί η απρόσκοπτη εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ στην ενιαία αγορά, είναι σκόπιμο ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 να απαγορεύει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να απαιτούν την κοινοποίηση των διαφημιστικών ανακοινώσεων ως προϋπόθεση για την εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ στο έδαφός τους. Για την προστασία των επενδυτών στο κράτος μέλος υποδοχής και τη βελτίωση της εποπτικής συνεργασίας και της αποτελεσματικότητας, όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις δεν συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156 ή τις σχετικές κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις της Επιτροπής, διατηρούν το δικαίωμα να ζητούν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, του διαχειριστή EuVECA ή του διαχειριστή EuSEF ή του ΟΣΕΚΑ να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη περαιτέρω παρατυπιών ή την επιβολή κυρώσεων για αυτές. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής μπορούν να παραπέμψουν περαιτέρω το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, αν δεν είναι ικανοποιημένες με τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής.

(64)Προκειμένου να διασφαλιστούν υψηλά επίπεδα διαφάνειας όσον αφορά τα τέλη ή τις χρεώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές υποδοχής για την εκτέλεση των καθηκόντων τους όσον αφορά τους ΟΕΕ και τους ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους και να διευκολυνθεί η ανάκτηση των εν λόγω τελών ή χρεώσεων, η ESMA θα πρέπει να δημοσιεύει επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με το ύψος των τελών ή των χρεώσεων που επιβάλλονται από κάθε αρμόδια αρχή υποδοχής, τη συχνότητά τους και τους τρόπους πληρωμής τους. Για να διασφαλιστεί η συνέπεια των τελών ή των χρεώσεων που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές, η ESMA θα πρέπει, κάθε 2 έτη, να αναλύει αν τα εν λόγω τέλη ή οι εν λόγω χρεώσεις συνάδουν με το συνολικό κόστος που σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων των αρμόδιων αρχών και να υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σε αυτή τη βάση.

(65)Για να διευκολυνθεί η εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ σε ολόκληρη την Ένωση και να βελτιστοποιηθούν οι αλληλεπιδράσεις και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής, είναι σκόπιμο και αναγκαίο η ESMA να δημιουργήσει μια «υπηρεσία μίας στάσης» για τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ, η οποία θα επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν και να ανταλλάσσουν εύκολα πληροφορίες και τεκμηρίωση σχετικά με τις κοινοποιήσεις εμπορικής προώθησης. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό η ESMA να αναπτύξει μια πλατφόρμα δεδομένων για τις κοινοποιήσεις εμπορικής προώθησης και τις ανακλήσεις κοινοποιήσεων, η οποία θα είναι προσβάσιμη σε όλες τις αρμόδιες αρχές. Οι ΟΣΕΚΑ και οι ΔΟΕΕ θα πρέπει να παρέχουν όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για την εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ σε ολόκληρη την Ένωση, συμπεριλαμβανομένων τυχόν τροποποιήσεών τους, στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τους, οι οποίες με τη σειρά τους θα τις διαβιβάζουν στην ESMA μέσω της εν λόγω πλατφόρμας δεδομένων. Όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές υποδοχής θα πρέπει να έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στις πληροφορίες και την τεκμηρίωση σε σχέση με τους ΟΣΕΚΑ και τους ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους μέσω της πλατφόρμας δεδομένων. Η πλατφόρμα δεδομένων θα απλουστεύσει και θα επιταχύνει τη διαδικασία διαβατηρίου για τους ΟΣΕΚΑ και τους ΔΟΕΕ, επιτρέποντας την άμεση πρόσβαση στην ενιαία αγορά μετά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας τους, καθώς και αυξάνοντας τη διαφάνεια και τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Για τη χρηματοδότηση των δαπανών που σχετίζονται με τη νέα διαδικασία διαβατηρίου, συμπεριλαμβανομένου του κατάλληλου μεριδίου του κόστους συντήρησης της πλατφόρμας δεδομένων που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό, η ESMA θα πρέπει να χρεώνει στους ΟΣΕΚΑ και τους ΔΟΕΕ τέλος όταν κάνουν χρήση του διαβατηρίου βάσει της διαδικασίας χορήγησης αδειών. Η διάρθρωση των τελών θα πρέπει να είναι ανάλογη προς τον αριθμό των κρατών μελών υποδοχής στα οποία προωθούνται εμπορικά τα μερίδια ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ.

(66)Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή και η μεγαλύτερη εναρμόνιση των απαιτήσεων εμπορικής προώθησης και των διαδικασιών κοινοποίησης σε όλα τα κράτη μέλη, οι διατάξεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και της οδηγίας 2009/65/ΕΚ όσον αφορά την εμπορική προώθηση ΟΕΕ της ΕΕ που τελούν υπό τη διαχείριση ΔΟΕΕ της ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές και την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ σε ολόκληρη την Ένωση μεταφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156. 

(67)Οι ΔΟΕΕ της ΕΕ που προωθούν εμπορικά ΟΕΕ της ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές και οι ΟΣΕΚΑ που προωθούν εμπορικά τα μερίδιά τους σε ολόκληρη την Ένωση έχουν λάβει ήδη άδεια λειτουργίας και υπόκεινται σε αυστηρές κανονιστικές διασφαλίσεις και απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Ωστόσο, η διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ εξακολουθεί να παρεμποδίζεται από τις χρονοβόρες διαδικασίες κοινοποίησης και τις αποκλίνουσες εθνικές απαιτήσεις και διοικητικές πρακτικές, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που αφορούν τη μετάφραση, τον διορισμό τοπικών υπαλλήλων και τις διαφορετικές εθνικές προθεσμίες. Οι αποκλίσεις αυτές εμποδίζουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθώς οι ΟΣΕΚΑ και οι ΟΕΕ πρέπει να χειρίζονται ένα συνονθύλευμα εθνικών κανόνων και διαδικασιών όταν δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξορθολογιστούν οι διαδικασίες κοινοποίησης εμπορικής προώθησης και ανάκλησης της κοινοποίησης, να συντομευθούν οι χρόνοι διεκπεραίωσης και να αρθούν οι εθνικές απαιτήσεις που δημιουργούν εμπόδια στη διασυνοριακή εμπορική προώθηση επενδυτικών κεφαλαίων. Για τον σκοπό αυτό, τροποποιείται ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 ώστε να επιτρέπεται στους ΟΣΕΚΑ και τους ΔΟΕΕ να κοινοποιούν, κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας λειτουργίας τους, στο κράτος μέλος καταγωγής τους την πρόθεσή τους να διαθέσουν στην αγορά μερίδια ή μετοχές ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ σε άλλα κράτη μέλη μέσω απλουστευμένης διαδικασίας. Μόλις το κράτος μέλος καταγωγής λάβει τις απαιτούμενες πληροφορίες και την τεκμηρίωση μέσω της αίτησης αδειοδότησης, θα πρέπει να τα διαβιβάσει στην πλατφόρμα δεδομένων της ESMA. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να είναι αυτόματα προσβάσιμες στα κράτη μέλη υποδοχής και, από τη στιγμή της διαβίβασής τους στην πλατφόρμα δεδομένων, οι ΟΣΕΚΑ και οι ΟΕΕ θα πρέπει να έχουν απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές των εν λόγω κρατών μελών.

(68)Η ανάκληση κοινοποίησης ρυθμίσεων εμπορικής προώθησης θα πρέπει επίσης να υπόκειται στην απλουστευμένη διαδικασία, η οποία επιτρέπει στους ΟΣΕΚΑ και τους ΔΟΕΕ να κοινοποιούν την πρόθεσή τους να διακόψουν τις δραστηριότητες εμπορικής προώθησης σε κράτος μέλος υποδοχής στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους, η οποία με τη σειρά της θα ενημερώνει τα σχετικά κράτη μέλη υποδοχής και την ESMA μέσω της πλατφόρμας δεδομένων. 

(69)Παρότι η απαίτηση φυσικής παρουσίας ως προϋπόθεσης για την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ σε κράτος μέλος υποδοχής απαγορεύεται, τα κράτη μέλη συχνά απαιτούν, μέσω της πρακτικής της αγοράς ή με άλλον τρόπο, τον διορισμό τοπικού αντιπροσώπου για την εκτέλεση ορισμένων καθηκόντων σε τοπικό επίπεδο. Οι πρακτικές αυτές υπονομεύουν τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και δημιουργούν περιττό κόστος και πολυπλοκότητα όσον αφορά τα κεφάλαια που διατίθενται στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι τα κράτη μέλη υποδοχής δεν θα πρέπει να επιβάλλουν, μέσω πρακτικής της αγοράς ή με άλλον τρόπο, καμία μορφή υποχρέωσης φυσικής τοπικής παρουσίας στους ΟΣΕΚΑ και τους ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους, ακόμη και όταν η παρουσία αυτή δεν αποτελεί τυπικά προϋπόθεση για την εμπορική προώθηση, αλλά δημιουργεί πρόσθετες επιβαρύνσεις ή θέτει τα εν λόγω κεφάλαια σε μειονεκτική θέση σε σύγκριση με τα εγχώρια κεφάλαια.

(70)Για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη εναρμόνιση κατά την άσκηση των εποπτικών εξουσιών από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής, οι διατάξεις της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και της οδηγίας 2009/65/ΕΚ σχετικά με τις εποπτικές εξουσίες επί ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε ολόκληρη την Ένωση θα πρέπει να μεταφερθούν στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156. Προκειμένου να προωθηθεί η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής και να διασφαλιστεί ότι τυχόν διαφωνίες επιλύονται αποτελεσματικά και χωρίς να δημιουργούνται εμπόδια στην εμπορική προώθηση των ΟΣΕΚΑ και των ΟΕΕ εντός της Ένωσης, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής θα πρέπει να παραπέμπουν στην ESMA τυχόν ζητήματα διαφωνίας με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ή του ΔΟΕΕ, ή περιπτώσεις στις οποίες το κράτος μέλος υποδοχής θεωρεί ότι η εμπορική προώθηση ενός ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ θα πρέπει να απαγορεύεται στο έδαφός του. Στις περιπτώσεις αυτές, η ESMA θα πρέπει να επιλύει το ζήτημα σύμφωνα με τις εξουσίες της για την αντιμετώπιση διασυνοριακών ζητημάτων. 

(71)Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ενιαίας αγοράς επενδυτικών οργανισμών και να αρθούν τα εποπτικά εμπόδια που παρακωλύουν τη διασυνοριακή άσκηση δικαιωμάτων διαβατηρίου, η ESMA θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει περιπτώσεις αποκλινουσών, αλληλεπικαλυπτόμενων, περιττών ή ελλιπών εποπτικών πρακτικών που εμποδίζουν τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ ή περιπτώσεις στις οποίες η διασυνοριακή εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ δεν συμμορφώνεται με το δίκαιο της Ένωσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εφαρμόζει διαδικασία κλιμάκωσης, ξεκινώντας από επαφές με τις αρμόδιες αρχές και τους συμφεροντούχους, ενθαρρύνοντας μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ τους και, εφόσον χρειάζεται, χρησιμοποιώντας τις εξουσίες σύγκλισης και παρέμβασης που διαθέτει, ώστε να επανορθώνονται εγκαίρως και αποτελεσματικά οι αδικαιολόγητοι περιορισμοί στις διασυνοριακές δραστηριότητες ή οι περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με το δίκαιο της ΕΕ. Για τους ίδιους λόγους, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι, εάν τα εν λόγω προβλήματα εξακολουθούν να υφίστανται παρά την προαναφερθείσα διαδικασία κλιμάκωσης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει στη συνέχεια να ασκήσει τις εξουσίες της για την κίνηση διαδικασιών παραβίασης του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, την αναστολή του δικαιώματος εμπορικής προώθησης ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ σε διασυνοριακή βάση σύμφωνα με το άρθρο 17ααα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, τη διοργάνωση δεσμευτικής διαμεσολάβησης σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ή την οργάνωση πλατφορμών συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 19α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά τα εν λόγω προβλήματα.

(72)Για να διασφαλιστεί η συνεπής εποπτεία και η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να παραπέμπουν στην ESMA τυχόν διαφωνίες σχετικά με αξιολογήσεις, πράξεις ή παραλείψεις σε τομείς στους οποίους ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 απαιτεί συντονισμό, ώστε η ESMA να μπορεί να παρεμβαίνει χρησιμοποιώντας τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. 

(73)Είναι αναγκαίο να τροποποιηθεί ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 ώστε να ληφθεί υπόψη ο νέος ρόλος της ESMA ως εποπτικής αρχής σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και η κατάργηση των σωμάτων για τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

(74)Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 εκδόθηκε για την προώθηση της υιοθέτησης της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (DLT) στον χρηματοπιστωτικό τομέα, προβλέποντας ένα πιλοτικό καθεστώς της ΕΕ το οποίο επιτρέπει στους συμμετέχοντες στην αγορά να πειραματίζονται με τη χρήση της DLT για τη διαπραγμάτευση και τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων. Τρία έτη μετά την έναρξη εφαρμογής του κανονισμού, η υιοθέτησή της εξακολουθεί να είναι μέτρια, με περιορισμένο αριθμό εγκεκριμένων αιτούντων, παρά το αυξανόμενο ενδιαφέρον στην αγορά για τη χρήση DLT για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με τον στόχο που ορίζεται στις προτεραιότητες για την επίτευξη της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων όσον αφορά την ενίσχυση της διαλειτουργικότητας, της διασύνδεσης και της αποτελεσματικότητας των συναλλακτικών και μετασυναλλακτικών υποδομών της ΕΕ, φαίνεται δικαιολογημένη η επανεξέταση του ισχύοντος ρυθμιστικού πλαισίου του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο πιλοτικός κανονισμός DLT διαθέτει καλύτερες δυνατότητες να συνοδεύει τις ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις που επιθυμούν να αξιοποιήσουν την τεχνολογία DLT για συναλλακτικές και μετασυναλλακτικές δραστηριότητες. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, η επανεξέταση περιλαμβάνει γενικά δύο δέσμες τροποποιήσεων: πρώτον, εκείνες που αποσκοπούν στην αύξηση της ευελιξίας και της αναλογικότητας του πλαισίου και, δεύτερον, εκείνες που αποσκοπούν στην επέκταση της κλίμακας και του πεδίου εφαρμογής του. 

(75)Η DLT χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, για την έκδοση, την καταχώριση και τη μεταβίβαση χρηματοπιστωτικών μέσων. Ως εκ τούτου, όταν εφαρμόζεται κατάλληλη διαχείριση λειτουργικού κινδύνου από τους χρήστες της, δεν καθιστά τα χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαχείριση μέσω DLT εγγενώς πιο επικίνδυνα από τα μέσα που τελούν υπό διαχείριση βάσει άλλων, λειτουργικά ανάλογων τεχνολογιών. Συνεπώς, θα πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής των επιλέξιμων περιουσιακών στοιχείων και των χρηματοπιστωτικών μέσων που εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε υποδομή αγοράς DLT ή πρόκειται να καταχωριστούν σε υποδομή αγοράς DLT δυνάμει του παρόντος κανονισμού ώστε να καλύπτει όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα, ανεξάρτητα από το είδος τους, με την επιφύλαξη της κατάλληλης εφαρμογής των κανόνων για την προστασία των επενδυτών.

(76)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 καθορίζει διάφορα όρια όσον αφορά την κλίμακα των δραστηριοτήτων που διεξάγονται στο πλαίσιο του πιλοτικού προγράμματος, με όρια στο μέγεθος της έκδοσης και τη χρηματιστηριακή αξία των περιουσιακών στοιχείων που είναι επιλέξιμα για το πιλοτικό καθεστώς DLT (ειδικά ανά περιουσιακό στοιχείο ανώτατα όρια), καθώς και ένα συνολικό ανώτατο όριο που περιορίζει τη συνολική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης από υποδομή αγοράς DLT στα 6 δισ. EUR. Τα εν λόγω όρια δραστηριότητας κατέστησαν δύσκολο για ορισμένους μεγάλους συμμετέχοντες στην αγορά να χρησιμοποιήσουν το πιλοτικό καθεστώς για τη δραστηριότητά τους και να αναπτύξουν επιχειρηματικά μοντέλα μεγάλης κλίμακας. Ως εκ τούτου, όλα τα ειδικά ανά περιουσιακό στοιχείο ανώτατα όρια θα πρέπει να καταργηθούν, ενώ το συνολικό ανώτατο όριο θα πρέπει να αυξηθεί σε 100 δισ. EUR. Για τον μετριασμό των κινδύνων από την αυξημένη δραστηριότητα, οι αλλαγές αυτές θα πρέπει να συνοδεύονται από στοχευμένες αυξήσεις των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας για τους συμμετέχοντες στο πιλοτικό καθεστώς που παρέχουν υπηρεσίες ΚΑΤ και επιθυμούν να επωφεληθούν από αυξημένα όρια. Ταυτόχρονα, προκειμένου να καταστεί ευκολότερο για τις μικρές καινοτόμες εταιρείες να χρησιμοποιούν το πιλοτικό καθεστώς DLT για τις δραστηριότητές τους, θα πρέπει να θεσπιστεί απλουστευμένο καθεστώς τα οποίο θα περιλαμβάνει υποχρεώσεις ανάλογες με τον κίνδυνο και το μέγεθος των εν λόγω εταιρειών. Το απλουστευμένο καθεστώς θα πρέπει να είναι ανοικτό σε διαχειριστές συστήματος διαπραγμάτευσης και διακανονισμού DLT (στο εξής: ΣΔΔ DLT) ή συστήματος διακανονισμού DLT (στο εξής: ΣΔ DLT) όταν η συνολική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT για τα οποία παρέχουν υπηρεσίες δεν υπερβαίνει τα 10 δισ. EUR κατά τη στιγμή της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση ή της αρχικής καταχώρισης ενός νέου χρηματοπιστωτικού DLT.

(77)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 περιορίζει τα είδη των επιλέξιμων οντοτήτων που μπορούν να συμμετέχουν στο πιλοτικό καθεστώς, οι οποίες πρέπει να είναι είτε τόποι διαπραγμάτευσης που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2014/65 είτε ΚΑΤ. Με την προσέγγιση αυτή αποκλείονται οι ρυθμιζόμενες χρηματοπιστωτικές οντότητες που έχουν συμφέρον και πείρα στην οργάνωση συναλλαγών και μεταβιβάσεων ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων να συμμετάσχουν στο πιλοτικό καθεστώς, δηλαδή οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (στο εξής: CASP) που διαχειρίζονται πλατφόρμες διαπραγμάτευσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιτρέπεται στους εν λόγω CASP, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσής τους με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στην οδηγία 2014/65, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014, κατά περίπτωση, να λαμβάνουν ειδική άδεια λειτουργίας τόπου διαπραγμάτευσης DLT (στο εξής: ΤΔ DLT) ή ΣΔΔ DLT. Συνεπώς, οι κανόνες που ορίζονται για τους φορείς που διαχειρίζονται υποδομές της αγοράς DLT θα πρέπει να εφαρμόζονται στους CASP.

(78)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 παρέχει στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να ζητούν εξαιρέσεις από συγκεκριμένες διατάξεις της τομεακής νομοθεσίας. Ωστόσο, ορισμένες διατάξεις της τομεακής νομοθεσίας μπορεί να χαρακτηριστούν ασύμβατες με την τεχνολογία DLT μόνο από τους ίδιους τους αιτούντες στο πιλοτικό καθεστώς, καθώς αναπτύσσουν τα επιχειρηματικά μοντέλα τους και υποβάλλουν αίτηση για άδεια λειτουργίας υποδομής της αγοράς DLT, ή μετά τη λήψη της άδειας. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η ευελιξία του πιλοτικού καθεστώτος όσον αφορά τη στήριξη της καινοτομίας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν αιτήματα για εξαιρέσεις από διατάξεις που ανήκουν στα συγκεκριμένα τμήματα της τομεακής νομοθεσίας υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Τα εν λόγω αιτήματα θα πρέπει να βασίζονται σε σαφή αιτιολόγηση από τους διαχειριστές ΤΔ DLT ή ΣΔ DLT ότι η ζητούμενη εξαίρεση είναι ασύμβατη ή δυσανάλογη με τη χρήση DLT και θα πρέπει να συνοδεύονται, κατά περίπτωση, από αντισταθμιστικά μέτρα που μπορούν να επιτύχουν τον στόχο της διάταξης για την οποία ζητείται η εξαίρεση. Για να διασφαλιστεί η εποπτική σύγκλιση μεταξύ των αρμόδιων αρχών που χορηγούν τις εξαιρέσεις, η ESMA θα πρέπει να συμμετέχει ενεργά στην έγκριση των αιτημάτων εκδίδοντας μη δεσμευτικές γνωμοδοτήσεις σχετικά με τα αιτήματα και τις αξιολογήσεις που πραγματοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές.

(79)Η εξεύρεση αξιόπιστων λύσεων για τον διακανονισμό του χρηματικού σκέλους σε χρήμα εμπορικών τραπεζών ενδέχεται να είναι δυσκολότερη στην αναδυόμενη αγορά υποδομών της αγοράς DLT. Για να υποστηριχθούν οι διαχειριστές ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT κατά την εξεύρεση αποτελεσματικών λύσεων για την επεξεργασία πληρωμών σε χρήμα εμπορικών τραπεζών στο πλαίσιο των συστημάτων διακανονισμού τους, θα πρέπει να μπορούν να ορίζουν πιστωτικά ιδρύματα των οποίων οι τραπεζικές δραστηριότητες δεν περιορίζονται στα ΚΑΤ, αλλά συμμορφώνονται με άλλον τρόπο με τον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014. Επιπλέον, προκειμένου να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου για τα υφιστάμενα έργα που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος, ο διακανονισμός σε χρήμα εμπορικών τραπεζών που εκτελείται από επιχείρηση επενδύσεων που διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT θα πρέπει να αναγνωρίζεται ρητά, υπό την προϋπόθεση ότι παρακολουθούνται επαρκώς οι κίνδυνοι που απορρέουν από το οικείο μοντέλο διακανονισμού. 

(80)Δεδομένου ότι οι μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος έχουν αναδειχθεί ως ένα από τα ευρύτερα χρησιμοποιούμενα μέσα διακανονισμού με χρήση της DLT, θα πρέπει να παρασχεθεί περαιτέρω νομική σαφήνεια για τη χρήση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος στο πιλοτικό καθεστώς. Προκειμένου να αναγνωριστεί ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114, ο οποίος εκδόθηκε μετά τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858, διέπει τις υπηρεσίες φύλαξης μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ορισμένα κατάλληλα ρυθμιζόμενα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των CASP, μπορούν να παρέχουν λογαριασμούς μετρητών για μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος με σκοπό τον διακανονισμό. Ωστόσο, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι οι περισσότερες επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου όσον αφορά τις μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, εκτός από την παροχή λογαριασμών μετρητών και την επεξεργασία πληρωμών, μπορούν να παρέχονται μόνο από πιστωτικά ιδρύματα.  Επιπλέον, για την προώθηση της χρήσης μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος εκφρασμένων σε νομίσματα της Ένωσης και για την προστασία της αγοράς από τον συναλλαγματικό κίνδυνο, ο διακανονισμός πληρωμών για περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα σε νομίσματα της Ένωσης θα πρέπει να πραγματοποιείται σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρονται σε νομίσματα της ΕΕ. Για τη στήριξη της ανάπτυξης σταθερών κρυπτονομισμάτων σε ευρώ, οι υποδομές της αγοράς DLT θα πρέπει να ενθαρρύνονται να προσφέρουν διακανονισμό σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος σε ευρώ, ακόμη και όταν το χρηματοπιστωτικό μέσο που διακανονίζεται εκφράζεται σε νόμισμα εκτός ΕΕ.

(81)Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι μικρές επιχειρήσεις που επιδιώκουν να καινοτομήσουν υπόκεινται σε απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 οι οποίες είναι αναλογικές προς το μέγεθός τους και τον κίνδυνο που ενέχουν. Για τον λόγο αυτό, οι διαχειριστές ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT που επωφελούνται από το απλουστευμένο καθεστώς θα πρέπει, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ, να υπόκεινται μόνο στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της ασφαλούς και άρτιας παροχής υπηρεσιών ΚΑΤ, χωρίς να θέτουν επαχθές πρότυπο συμμόρφωσης. Για τον ίδιο λόγο, και για να διασφαλιστεί ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμοί που εκδίδονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 είναι αναλογικοί προς τον κίνδυνο και το μέγεθος των μικρών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στο πλαίσιο του απλουστευμένου καθεστώτος, θα πρέπει να δοθεί στην ESMA εντολή να τροποποιήσει τους εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμούς για τις ανάγκες του απλουστευμένου καθεστώτος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις που ισχύουν για τους συμμετέχοντες στο πιλοτικό καθεστώς καθίστανται αυστηρότερες καθώς αυξάνονται η κλίμακα και οι κίνδυνοι των επιχειρήσεων, οι υποδομές της αγοράς DLT που επιθυμούν να μεταβούν από το απλουστευμένο στο κανονικό καθεστώς θα πρέπει να συμμορφώνονται με όλες τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όπως προσαρμόστηκαν και παρεκκλίνουν από τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858. Δεδομένου του καινοφανούς χαρακτήρα του απλουστευμένου καθεστώτος για τις δραστηριότητες των ΣΔ DLT ή των ΣΔΔ DLT που θεσπίζεται στον παρόντα κανονισμό, και προκειμένου να διασφαλιστεί η εποπτική σύγκλιση από τις αρμόδιες αρχές, η ESMA θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω απλουστευμένου καθεστώτος.

(82)Τα κατανεμημένα καθολικά λειτουργούν ως πλατφόρμες στις οποίες οι χρηματοοικονομικοί διαμεσολαβητές μπορούν να παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες με συγχρονισμένο τρόπο. Προκειμένου να μπορούν οι συμμετέχοντες στην αγορά να αξιοποιούν τον χαρακτήρα πλατφόρμας των κατανεμημένων καθολικών, το πιλοτικό καθεστώς θα πρέπει να παρέχει στις επιλέξιμες χρηματοπιστωτικές οντότητες τη δυνατότητα να λαμβάνουν ειδική άδεια για την εκτέλεση μεμονωμένης υπηρεσίας ΚΑΤ εντός του εδάφους της Ένωσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιτρέπεται σε νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων, ρυθμιζόμενη αγορά, πιστωτικό ίδρυμα, ΚΑΤ ή CASP να παρέχει την υπηρεσία συμβολαιογράφου DLT ή την υπηρεσία κεντρικής διατήρησης DLT στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος. Για να διασφαλιστεί ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται σύμφωνα με τα πρότυπα που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014, λαμβανομένων παράλληλα υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της DLT, οι συμβολαιογράφοι DLT και οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT θα πρέπει να υπόκεινται στις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού που διέπουν την εφαρμογή υπηρεσίας συμβολαιογράφου και υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης, καθώς και στις πρόσθετες απαιτήσεις για τις υποδομές της αγοράς DLT που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858.

(83)Τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που εκδίδονται και διασφαλίζονται από τον συμβολαιογράφο DLT και τους υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT εκτός ΚΑΤ θα πρέπει να διακανονίζονται μόνο μέσω ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργούν αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.  Επιπλέον, δεδομένου του πειραματικού χαρακτήρα αυτού του μοντέλου για την κατανεμημένη παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ, θα πρέπει να περιοριστεί η αγοραία αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εκδίδονται και διασφαλίζονται από συμβολαιογράφους DLT και υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT, επιτρέποντας στους διαχειριστές ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργούν αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 να δέχονται προς διακανονισμό τα εν λόγω μέσα με αγοραία αξία έως 10 δισ. EUR, η οποία θα πρέπει να αυξηθεί σε 30 δισ. EUR αγοραίας αξίας για κινητές αξίες που εκδίδονται από ΜΜΕ.

(84) Προκειμένου να αντικατοπτρίζεται ο κατανεμημένος χαρακτήρας των ρόλων και των αρμοδιοτήτων που είναι εφικτός στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος με τη δημιουργία της λειτουργίας συμβολαιογράφου DLT και υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι, όταν ένας συμβολαιογράφος DLT ή ένας υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παρέχει βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ για συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο DLT από κοινού με ΣΔ DLT, ΣΔΔ ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, το ΣΔ DLT, το ΣΔΔ ή το ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και οι οποίες εκπληρώνονται από τον συμβολαιογράφο DLT ή τον υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT.

(85)Προκειμένου να διασφαλιστεί η διαφάνεια στην αγορά σχετικά με την κοινή παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ, η ESMA θα πρέπει να καταχωρίζει τις πληροφορίες σχετικά με κάθε συμβολαιογράφο DLT και τις υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης DLT που τελούν υπό τη διαχείριση συγκεκριμένου ΣΔ DLT, ΣΔΔ ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 στο μητρώο ΚΑΤ που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014. 

(86)Επιπλέον, επειδή τα κατανεμημένα καθολικά επιτρέπουν στους χρήστες τους να συγχρονίζουν και να αυτοματοποιούν ευκολότερα τις πράξεις, το πιλοτικό καθεστώς θα πρέπει να επιτρέπει στους συμμετέχοντες στην αγορά να πειραματίζονται με ένα νέο επιχειρηματικό μοντέλο που δεν περιλαμβάνει μόνο έναν διαχειριστή συστήματος διακανονισμού, αλλά θα βασίζεται σε ρυθμιζόμενες οντότητες που απαιτούνται μεμονωμένα και από κοινού, μέσω της θέσπισης κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, με σκοπό τη διασφάλιση αξιόπιστων αποτελεσμάτων του διακανονισμού. Δεδομένου του πειραματικού χαρακτήρα τους, τα εν λόγω επιχειρηματικά μοντέλα θα πρέπει να υπόκεινται στα ίδια όρια με εκείνα που ισχύουν για τις υποδομές της αγοράς DLT που διακανονίζουν χρηματοπιστωτικά μέσα DLT τα οποία εκδίδονται και διασφαλίζονται από συμβολαιογράφους DLT και υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT. Επιπλέον, για τον περαιτέρω μετριασμό των κινδύνων που απορρέουν από αυτό το νέο επιχειρηματικό μοντέλο, οι επιλέξιμοι συμμετέχοντες στα κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού θα πρέπει να είναι μόνο υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT, ο διακανονισμός θα πρέπει να διενεργείται μέσω λογαριασμών σε χρήμα κεντρικής τράπεζας τους οποίους διαχειρίζονται οι εν λόγω υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT και θα πρέπει να διακανονίζεται σε βάση «παράδοσης με την πληρωμή». Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, οι συμμετέχοντες σε αυτό θα πρέπει να διασφαλίζουν τον ασφαλή, αποτελεσματικό και ομαλό διακανονισμό, την προστασία των περιουσιακών στοιχείων των πελατών και την άρτια διαχείριση κινδύνου των πράξεων. Ειδικότερα, για να διασφαλιστεί η άρτια διαχείριση των πιστωτικών κινδύνων και των κινδύνων ρευστότητας που απορρέουν από την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών στους πελάτες τους, οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο σύστημα θα πρέπει να συμμορφώνονται με ένα σύνολο απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας σε συνεχή βάση. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση αυτή, το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού θα πρέπει να διαθέτει άδεια λειτουργίας και να εποπτεύεται από την ESMA, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο.

(87)Για να διευκολυνθεί η ανάπτυξη υπηρεσιών ΚΑΤ DLT σε όλα τα κράτη μέλη, οι συμβολαιογράφοι DLT και οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμού DLT θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν υπηρεσίες ΚΑΤ σε ολόκληρη την Ένωση, χωρίς να υποχρεούνται να έχουν φυσική παρουσία στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής, εφόσον υποβάλλουν κατάλογο των κρατών μελών στα οποία προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες ΚΑΤ στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους, η οποία καλείται στη συνέχεια να κοινοποιήσει τον εν λόγω κατάλογο στις αρμόδιες αρχές των σχετικών κρατών μελών υποδοχής και στην ESMA προτού ο συμβολαιογράφος DLT ή ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμού DLT αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ στα εν λόγω κράτη μέλη υποδοχής.

(88)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι υποδομές της αγοράς DLT δεν κατακερματίζουν τη συναλλακτική και μετασυναλλακτική υποδομή της Ένωσης και ότι αποτελούν μέρος μιας ολοκληρωμένης υποδομής κεφαλαιαγοράς DLT που συμμετέχει στο πιλοτικό καθεστώς, καθώς και άλλων ενδιαφερόμενων μερών, θα πρέπει να συγκροτούν κλαδική ομάδα με σκοπό τη θέσπιση κλαδικών προτύπων που διευκολύνουν τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων DLT μεταξύ υποδομών της αγοράς DLT. Με βάση τις εργασίες της εν λόγω κλαδικής ομάδας, η ESMA θα πρέπει να παρέχει στην Επιτροπή τεχνικές συμβουλές σχετικά με τη στήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών της αγοράς DLT.

(89)Θα πρέπει να συσταθούν σώματα εποπτών προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εποπτεία των νέων επιχειρηματικών μοντέλων για τις υπηρεσίες ΚΑΤ που επιτρέπονται στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος και η αναγκαία συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ όλων των εποπτικών αρχών που ενδέχεται να περιλαμβάνουν τα εν λόγω επιχειρηματικά μοντέλα. Πρώτον, θα πρέπει να συστήνονται σώματα εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 24α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όταν ένα ΣΔ DLT ή ένα ΣΔΔ DLT που λειτουργεί υπό το κανονικό καθεστώς παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ και πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ολοκληρωμένη συμμετοχή όλων των σχετικών αρχών, οι αρμόδιες αρχές του συμβολαιογράφου DLT ή του υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στην παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ και η ΕΑΤ, όταν χρησιμοποιούνται μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος για τον διακανονισμό πληρωμών, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στο σώμα εποπτών. Δεύτερον, η ESMA θα πρέπει επίσης να συστήσει και να προεδρεύει σώματος εποπτών για τα κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού, το οποίο θα περιλαμβάνει την ESMA, τις αρμόδιες αρχές των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού και την κεντρική τράπεζα στην Ένωση του νομίσματος που χρησιμοποιείται ή θα χρησιμοποιηθεί για τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού. Οι αρμόδιες αρχές των συμβολαιογράφων DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού θα πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν στο σώμα κατόπιν αιτήματος.

(90)Για την άρση κάθε ασάφειας σε σχέση με τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του πιλοτικού καθεστώτος, δεν θα πρέπει πλέον να ισχύουν οι προθεσμίες για τη διάρκεια των αδειών που χορηγούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858.

(91)Οι ικανοποιητικά ολοκληρωμένες αγορές κρυπτοστοιχείων εξαρτώνται από συντονισμένα εποπτικά πλαίσια για την αποτελεσματική λειτουργία τους, ενώ η πιο κεντρική εποπτεία μπορεί, με τη σειρά της, να προωθήσει τη βαθύτερη ολοκλήρωση της αγοράς. Η συγκέντρωση εποπτικών εξουσιών και ικανοτήτων σε επίπεδο Ένωσης, μεταξύ άλλων με τη μεταβίβαση άμεσων εποπτικών αρμοδιοτήτων στον τομέα των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την περαιτέρω ανάπτυξη της αμοιβαία ενισχυόμενης δυναμικής μεταξύ της ολοκλήρωσης της αγοράς και της εποπτικής ευθυγράμμισης.

(92)Επειδή οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αποτελούν νέο τομέα χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας που μόλις πρόσφατα τέθηκε υπό εποπτεία και επειδή είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η εποπτική συνέπεια από την αρχή, η ESMA θα πρέπει να ασκεί την εν λόγω κεντρική εποπτεία, διασφαλίζοντας έτσι ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Οι υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων είναι επίσης ένας τομέας στον οποίο κυριαρχεί η αυξημένη διασυνοριακή δραστηριότητα που ασκείται με τη χρήση ηλεκτρονικών μέσων και νέας τεχνολογίας. Ως εκ τούτου, οι κίνδυνοι θα πρέπει να παρακολουθούνται και να αντιμετωπίζονται με ολοκληρωμένο και συνεπή τρόπο. Η κεντρική εποπτεία θα πρέπει να διασφαλίζει τη συνεπή εφαρμογή των προτύπων και των κανόνων, να μετριάζει τα εποπτικά κενά μεταξύ των δικαιοδοσιών και να αντιμετωπίζει τις δυσανάλογες επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει το ενδεχόμενο πτώχευσης των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στο οικοσύστημα κρυπτοστοιχείων της Ένωσης. Η κεντρική εποπτεία θα πρέπει να συνεπάγεται ότι ο κίνδυνος εποπτικού κατακερματισμού δεν θα υλοποιηθεί.

(93)Στο πλαίσιο της καταπολέμησης της κατάχρησης της αγοράς κρυπτοστοιχείων που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση εισαγωγής προς διαπραγμάτευση, η κεντρική εποπτεία της αγοράς από την ESMA και οι εξουσίες έρευνας για διασυνοριακές υποθέσεις αναμένεται να επιτύχουν οικονομίες κλίμακας, να καταπολεμήσουν το ζήτημα της κατακερματισμένης πρόσβασης σε δεδομένα, να μειώσουν την εξάρτηση από τη διεθνή συνεργασία και, τελικά, να παρέχουν στην ESMA καλύτερη εικόνα των πολύπλοκων στρατηγικών που εφαρμόζονται σε όλες τις δικαιοδοσίες.

(94)Στο πλαίσιο αυτό, η ESMA θα πρέπει να είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση αδειών και την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, καθώς και τη συνεχή παρακολούθηση της κατάχρησης της αγοράς στον τομέα των κρυπτοστοιχείων.

(95)Ορισμένες επιχειρήσεις που υπόκεινται σε νομοθετικές πράξεις της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες επιτρέπεται ήδη να παρέχουν όλες ή ορισμένες υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων χωρίς να υποχρεούνται να λάβουν άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114. Οι εν λόγω οντότητες θα πρέπει να συνεχίσουν να υπόκεινται σε εποπτεία για τις δραστηριότητές τους σε κρυπτοστοιχεία από τις αρμόδιες αρχές που τους χορήγησαν άδεια βάσει άλλων πράξεων της Ένωσης. Ωστόσο, όταν η παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων καθίσταται η κύρια δραστηριότητα των εν λόγω οντοτήτων, αυτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και η εποπτεία για όλες τις δραστηριότητές τους θα πρέπει να μεταβιβάζεται στην ESMA. Για την εκπλήρωση αυτού του καθήκοντος, η ESMA θα πρέπει να συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν άδεια λειτουργίας στις εν λόγω οντότητες βάσει άλλων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Βάσει της συμφωνίας συνεργασίας, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν στήριξη και συνδράμουν την ESMA για την εποπτεία των δραστηριοτήτων που δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114.

(96)Δεδομένου ότι υπάρχει ήδη ένα κεντρικό σύστημα τραπεζικής εποπτείας στην Ένωση με τη μορφή του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, ο οποίος διασφαλίζει την ολοκλήρωση και τη συνέπεια στην εποπτεία των δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, δεν θα πρέπει να μεταβιβάζονται εποπτικές εξουσίες όταν η οντότητα που παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων είναι πιστωτικό ίδρυμα.

(97)Για την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η ESMA θα πρέπει να έχει την εξουσία να αναστέλλει ή να απαγορεύει την παροχή υπηρεσίας κρυπτοστοιχείων, να ανακαλεί την άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, να διερευνά παραβάσεις των κανόνων για την κατάχρηση της αγοράς, να ζητεί πληροφορίες, να διενεργεί επιτόπιες επιθεωρήσεις και έρευνες, να λαμβάνει εποπτικά μέτρα και να επιβάλλει πρόστιμα. Κατά τον καθορισμό του είδους και του ύψους μιας διοικητικής κύρωσης ή άλλου διοικητικού μέτρου, οι ESMA θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων της σοβαρότητας και της διάρκειας της παράβασης και εάν διαπράχθηκε εκ προθέσεως. Για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της, η ESMA θα πρέπει να συνεργάζεται και να επικουρείται από άλλες αρμόδιες αρχές, καθώς και από τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία της [οδηγίας (ΕΕ) 2015/849].

(98)Η ESMA θα πρέπει να επιβάλλει στους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων τέλη για την κάλυψη του κόστους εποπτείας της, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εξόδων, και του κόστους διεξαγωγής της εποπτείας της αγοράς για την πρόληψη της κατάχρησης της αγοράς. Το τέλος που επιβάλλεται θα πρέπει να είναι ανάλογο προς το μέγεθος του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Προκειμένου να αποφευχθεί η διατάραξη των υφιστάμενων παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 και για τους αιτούντες των οποίων η αίτηση για άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αξιολογείται επί του παρόντος από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, κρίνεται επίσης σκόπιμο να θεσπιστούν σαφή μεταβατικά μέτρα για τη διαβίβαση φακέλων και εγγράφων εργασίας από τις αρμόδιες αρχές προς την ESMA.

(99)Προκειμένου να αποφευχθεί η διατάραξη των υφιστάμενων παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων από αρμόδια αρχή θα πρέπει να παραμένει σε ισχύ σε ολόκληρη την Ένωση μετά τη μεταβίβαση των εποπτικών εξουσιών από τις αρμόδιες αρχές στην ESMA.

(100)Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ) όσον αφορά τη θέσπιση διαδικαστικών κανόνων για την άσκηση της εξουσίας της ESMA να επιβάλλει τέλη, για την επιβολή προστίμων και για διαδικασία διακανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης, της γνωστοποίησης και των αποτελεσμάτων των διακανονισμών. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό των τελών που πρέπει να καταβάλλονται στην ESMA για την εποπτεία σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα θέματα για τα οποία οφείλονται τα εν λόγω τέλη, τον υπολογισμό του ύψους των εν λόγω τελών και τον τρόπο καταβολής τους, καθώς και όσον αφορά την τροποποίηση του καταλόγου παραβάσεων για τις οποίες η ESMA μπορεί να επιβάλλει εποπτικά μέτρα σε σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Επιπλέον, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και η συνεπής εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον καθορισμό των τελών που πρέπει να καταβάλλουν οι διαχειριστές των τόπων διαπραγμάτευσης που υπόκεινται στην εποπτεία της ESMA, όσον αφορά τις προϋποθέσεις και τις μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για να προσδιοριστεί αν ένας τόπος διαπραγμάτευσης θα πρέπει να θεωρείται σημαντικός, και όσον αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένας τόπος διαπραγμάτευσης ή ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να χορηγεί πρόσβαση στις υπηρεσίες του. Παράλληλα, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον προσδιορισμό του είδους των τελών που πρέπει να καταβάλλονται στην ESMA για την εποπτεία σημαντικών ΚΑΤ, τα θέματα για τα οποία οφείλονται τα εν λόγω τέλη, τον υπολογισμό του ύψους των εν λόγω τελών και τον τρόπο καταβολής τους· την τροποποίηση του καταλόγου των παραβάσεων για τις οποίες η ESMA μπορεί να επιβάλει εποπτικά μέτρα· τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων που ισχύουν για τη συμμετοχή σε ΚΑΤ και την τροποποίηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα ΚΑΤ υπόκειται στην υποχρέωση δημιουργίας διμερών συνδέσεων. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα όρια δραστηριοτήτων που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858 μπορούν να τροποποιηθούν υπό το πρίσμα των εξελίξεων της αγοράς και των διδαγμάτων πολιτικής από το πιλοτικό καθεστώς που θεσπίζεται με την εν λόγω πράξη, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά την προσαρμογή των εν λόγω ορίων, μεταξύ άλλων, στις συνθήκες της αγοράς και στους πιθανούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τον περαιτέρω προσδιορισμό του είδους και του υπολογισμού του ποσού των εποπτικών τελών που μπορεί να επιβάλλει η ESMA στους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Τέλος, για να διασφαλιστεί η ομαλή εφαρμογή των διατάξεων που μεταφέρονται από την οδηγία 2014/65/ΕΕ στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014, είναι σκόπιμο να διασφαλιστεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και οι εκτελεστικές πράξεις που έχουν εκδοθεί βάσει των εξουσιοδοτήσεων που προβλέπονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ και πρόκειται να μεταφερθούν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να τροποποιεί τις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4α ή στο άρθρο 15 παράγραφος 4α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/1010. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου 27 . Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(101)Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει, σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ και τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ESMA σχετικά με τη χορήγηση αδειών σε ρυθμιζόμενες αγορές και PEMO και τη λειτουργία τόπων διαπραγμάτευσης. Επιπλέον, για να διασφαλιστεί η συνεπής εναρμόνιση των προτύπων, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει, σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ και τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 28 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που έχουν αναπτυχθεί από την ΕΑΤ και την ESMA όσον αφορά τις διαδικασίες για τον υπολογισμό των κριτηρίων με σκοπό τον προσδιορισμό της σημασίας ενός ΚΑΤ και το σύνολο δεδομένων που πρέπει να υποβάλλουν τα ΚΑΤ της ΕΕ στην ESMA για τον εν λόγω υπολογισμό· τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζουν τα ΚΑΤ και οι συμμετέχοντες στην αγορά για την πρόληψη των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού και την αύξηση της αποδοτικότητας του διακανονισμού των κεφαλαιαγορών της Ένωσης· τους όρους υπό τους οποίους μια συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης πρέπει να θεωρείται ως εξωτερική ανάθεση βασικών υπηρεσιών ΚΑΤ· τα μέτρα που πρέπει να εφαρμόζουν τα ΚΑΤ για τον μετριασμό των ειδικών κινδύνων που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ με χρήση της DLT· και τα μέτρα διαχείρισης κινδύνου και τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας όσον αφορά τον διακανονισμό σε χρήμα εμπορικών τραπεζών και σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εναρμόνιση των τελών που χρεώνει η ESMA σε ΟΣΕΚΑ και ΔΟΕΕ σε σχέση με τη διαδικασία διαβατηρίου και τη συντήρηση της πλατφόρμας δεδομένων, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά μέτρα για τον προσδιορισμό του είδους, του ποσού, της συχνότητας και των λεπτομερειών που διέπουν την καταβολή των εν λόγω τελών. Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εναρμόνιση των διαφημιστικών ανακοινώσεων που τίθενται στην διάθεση των επενδυτών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ για τον καθορισμό του περιεχομένου και της μορφής των διαφημιστικών ανακοινώσεων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, και οι διαβουλεύσεις αυτές να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Τέλος, για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που θα πρέπει να ισχύουν για τους παρόχους της υπηρεσίας συμβολαιογράφου DLT και της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT, και για την προσαρμογή τους στη χρήση της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού και στις ιδιαιτερότητες των επιχειρηματικών μοντέλων στα οποία συμμετέχουν συμβολαιογράφοι DLT και υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT, η ESMA θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τη συμπλήρωση των διατάξεων του τίτλου III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(102)Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για την έγκριση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ESMA όσον αφορά τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για τη δημοσιοποίηση των τελών και των τιμών από τα ΚΑΤ και τους εσωτερικοποιητές διακανονισμών. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(103)Συνεπώς, οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αριθ. 648/2012, αριθ. 600/2014, αριθ. 909/2014, 2015/2365, 2019/1156, 2021/23, 2022/858, 2023/1114, αριθ. 1060/2009, 2016/1011, 2017/2402, 2023/2631 και 2024/3005 θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(104)Είναι αναγκαίο να δοθεί στην ESMA επαρκής χρόνος ώστε να προετοιμαστεί για τον νέο εποπτικό της ρόλο, ο οποίος συνεπάγεται μεταβολές στη διακυβέρνησή της. Ως εκ τούτου, οι τροποποιήσεις των κανονισμών (ΕΕ) 1095/2010, 2015/2365, 2019/1156, 2021/23, 2022/858, 2023/1114, (ΕΕ) αριθ. 1060/2009, 2016/1011, 2017/2402, 2023/2631, 2024/3005 θα πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, για να μπορέσει το εκτελεστικό συμβούλιο να είναι λειτουργικό και να αναλάβει αποτελεσματικά τα καθήκοντα που του ανατίθενται, η διαδικασία επιλογής και διορισμού των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(105)Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή με τις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να εφαρμοστούν 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, προκειμένου η ESMA να μπορέσει να αρχίσει να αξιολογεί αν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πριν από την έναρξη εφαρμογής των υποχρεώσεων για τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι διατάξεις που σχετίζονται με την εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Για να μπορέσει η ESMA να θεσπίσει σταδιακά τις νέες εποπτικές αρμοδιότητες και να δημιουργήσει την αναγκαία ικανότητα και τα πλαίσια συνεργασίας, οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που αφορούν την εποπτεία σημαντικών ΚΑΤ θα πρέπει να εφαρμοστούν 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, για να μπορέσει η ESMA να αρχίσει να αξιολογεί αν ένα ΚΑΤ είναι σημαντικό ΚΑΤ πριν από την έναρξη εφαρμογής των υποχρεώσεων για σημαντικά ΚΑΤ, οι διατάξεις που σχετίζονται με την εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(106)Για λόγους ασφάλειας δικαίου και για να αποφευχθούν διαταραχές στη δημιουργία του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών για μετοχές και ΔΑΚ από τον πρώτο πάροχο ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών (ΠΕΔΕΣΥ) που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 27δβ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, οι τροποποιήσεις του εν λόγω κανονισμού που σχετίζονται με το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών για μετοχές και ΔΑΚ θα πρέπει να εφαρμόζονται από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί ημερομηνία = η ημέρα που έπεται της λήξης της πρώτης περιόδου των 5 ετών που αναφέρεται στο άρθρο 27δα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 όσον αφορά τον ΠΕΔΕΣΥ για μετοχές και ΔΑΚ]. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή με τις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, οι τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 που αφορούν τις εξουσίες της ESMA θα πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Για να δοθεί επαρκής χρόνος για την προετοιμασία της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και καθηκόντων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ESMA όσον αφορά τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης, η ESMA θα πρέπει να καταστεί η αρμόδια αρχή για τις οικείες οντότητες 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

(107)Ο κανονισμός εισάγει δεσμευτικές απαιτήσεις για τις διασυνοριακές ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2024/903. Επομένως, έχει ολοκληρωθεί αξιολόγηση διαλειτουργικότητας. Η έκθεση που προέκυψε από την αξιολόγηση αυτή είναι το κεφάλαιο του νομοθετικού δημοσιονομικού και ψηφιακού δελτίου σχετικά με τις ψηφιακές διαστάσεις. Μετά την έκδοση της πράξης, η έκθεση θα δημοσιευτεί και στην πύλη της διαλειτουργικής Ευρώπης,

(108)Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 29 , ο οποίος γνωμοδότησε στις [XX],

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3β:

«3β. Η Αρχή ασκεί εξουσίες επί ορισμένων συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις. Οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν, στις περιπτώσεις που ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις, την καταχώριση, την αδειοδότηση, την αναγνώριση, τη συνεχή εποπτεία, την έρευνα, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων, και την επιβολή όσον αφορά τις εν λόγω οντότητες.»·

β)η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

1)το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)    στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, διασφαλίζοντας ιδίως υγιή, αποτελεσματική και συνεπή ρύθμιση, εποπτεία και επιβολή·»·

2)το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)    στην ενίσχυση του διεθνούς εποπτικού συντονισμού και της ανταλλαγής πληροφοριών·»·

3)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο η):

«η)    στη στήριξη της ολοκλήρωσης των αγορών στην Ένωση και της καινοτομίας στον χρηματοπιστωτικό τομέα.».

2)Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 4α και 4β:

«4α.    Κατόπιν αίτησης του Συμβουλίου, ο πρόεδρος συμμετέχει σε σύνοδο του Συμβουλίου σχετικά με τις επιδόσεις της Αρχής. Ο πρόεδρος προβαίνει σε δήλωση ενώπιον του Συμβουλίου και απαντά σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις των μελών του, όποτε ζητηθεί.

4β. Όταν εκπροσωπεί την Αρχή ενώπιον του Συμβουλίου ή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 4α, ο πρόεδρος μπορεί να συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Ο πρόεδρος υποβάλλει έγγραφη έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της Αρχής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όποτε ζητηθεί και τουλάχιστον 15 ημέρες πριν προβεί στη δήλωση που αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 4α.».

3)Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)στο σημείο 3), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)    τις αρμόδιες αρχές ή εποπτικές αρχές όπως ορίζονται, καθορίζονται ή υποδεικνύονται στις πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·»·

β)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 4), 5) και 6):

«4)    “συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής”: οποιοσδήποτε συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές για τον οποίο έχουν ανατεθεί στην Αρχή εξουσίες εποπτείας, έρευνας, επιβολής ή άλλες εξουσίες δυνάμει του παρόντος κανονισμού και άλλων ενωσιακών πράξεων·

5)    “αιτούσα αρχή”: αρμόδια αρχή κράτους μέλους η οποία έχει εκδώσει απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παράβαση που σημειώθηκε εντός της δικαιοδοσίας της και ζητεί τη συνδρομή αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους για την είσπραξη του εν λόγω προστίμου σύμφωνα με τα άρθρα 28α και 28β·

6)    “αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση”: αρμόδια αρχή από την οποία ζητείται να συνδράμει στην είσπραξη διοικητικού προστίμου εντός της δικαιοδοσίας της από την αιτούσα αρχή σύμφωνα με τα άρθρα 28α και 28β.».

4)Στο άρθρο 6, το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) εκτελεστικό συμβούλιο, το οποίο ασκεί τα καθήκοντα που ορίζονται στο άρθρο 46α·».

5)Ο τίτλος του κεφαλαίου II αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΓΕΝΙΚΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ»

6)Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

1)το στοιχείο αα) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«αα)    καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στην Ένωση και την επιβολή των κανόνων που ρυθμίζουν τη δραστηριότητά τους, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει βέλτιστες πρακτικές και μεθοδολογίες και διαδικασίες υψηλής ποιότητας, λαμβάνει δε υπόψη, μεταξύ άλλων, τις μεταβαλλόμενες επιχειρηματικές πρακτικές και τα επιχειρηματικά μοντέλα, καθώς και το μέγεθος των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές και των αγορών·»·

2)το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)    συμβάλλει στη συνεπή εφαρμογή των νομικά δεσμευτικών ενωσιακών πράξεων, ιδίως συμβάλλοντας στη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας και νοοτροπίας επιβολής, διασφαλίζοντας τη συνεπή, αποδοτική και αποτελεσματική εφαρμογή των νομοθετικών πράξεων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, αποτρέποντας την καταχρηστική επιλογή του ευνοϊκότερου καθεστώτος εποπτείας, προωθώντας και παρακολουθώντας την εποπτική ανεξαρτησία, μεσολαβώντας και επιλύοντας διαφωνίες μεταξύ αρμόδιων αρχών, διασφαλίζοντας αποτελεσματική και συνεπή εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές, καθώς και επιβολή των κανόνων που ρυθμίζουν τη δραστηριότητά τους, διασφαλίζοντας τη συνεκτική λειτουργία των σωμάτων εποπτών ή άλλων μορφών εποπτικής συνεργασίας και λαμβάνοντας μέτρα, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης·»·

3)το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)    διοργανώνει και διενεργεί αξιολογήσεις των αρμόδιων αρχών από ομοτίμους και, στο πλαίσιο αυτό, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις και εντοπίζει βέλτιστες πρακτικές, με σκοπό την ενίσχυση της συνοχής των εποπτικών αποτελεσμάτων και των αποτελεσμάτων επιβολής·»·

4)το στοιχείο θα) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θα)    συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα και διασφαλίζει την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών εντός της Ένωσης·»·

5)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο θαα):

«θαα)    αναπτύσσει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, το ΕΣΧΕ και, κατά περίπτωση, άλλους ευρωπαϊκούς φορείς, υπηρεσίες ή θεσμικά όργανα, εποπτική τεχνολογία ή άλλα εργαλεία για την ενίσχυση των ικανοτήτων ανάλυσης και παρακολούθησης·»·

6)προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ):

«ιβ)    εκτελεί τα εποπτικά της καθήκοντα και ασκεί τις εξουσίες της όσον αφορά τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και άλλες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου·

ιγ)    ασκεί την προληπτική εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων κατά την άσκηση των εξουσιών της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014*, και σε σχέση με τα ανωτέρω, συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις άλλες αρμόδιες κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων της Ένωσης·

ιδ)    αξιολογεί την ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, καθώς και τους κινδύνους που προκύπτουν από διασυνοριακές δραστηριότητες συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που οφείλονται στη διασύνδεση, στις αλληλοσυνδέσεις ή στους κινδύνους συγκέντρωσης, κατά την άσκηση εποπτικών καθηκόντων σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή άλλες ενωσιακές πράξεις.»·

______ 

*Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2014/909/oj

β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

1)η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για την εκπλήρωση των καθηκόντων που ορίζονται στην παράγραφο 1, η Αρχή διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και εφαρμόζει το σύνολο του σχετικού ενωσιακού δικαίου και, αν το εν λόγω ενωσιακό δίκαιο αποτελείται από οδηγίες, την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, ερμηνευόμενη κατά τρόπο συνεπή προς το ενωσιακό δίκαιο, και ειδικότερα να:»·

2)το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)    λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις απευθυνόμενες προς συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, στις ειδικές περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 6, στο άρθρο 17ααα, στο άρθρο 18 παράγραφος 4 και στο άρθρο 19 παράγραφος 4·»·

3)το στοιχείο ζα) απαλείφεται·

4)προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία ια) και ιβ):

«ια)    λαμβάνει μεμονωμένες αποφάσεις που απευθύνονται σε συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές κατά την άσκηση καθηκόντων άμεσης εποπτείας και θεσπίζει μέτρα εποπτείας, έρευνας και επιβολής, όπως αναφέρεται στο κεφάλαιο IIα του παρόντος κανονισμού και σε άλλες ενωσιακές πράξεις·

ιβ)    διενεργεί αξιολογήσεις και εκδίδει τεχνικές συμβουλές κατόπιν αιτήματος·».

7)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 8α:

«Άρθρο 8α
Καθήκον συνεργασίας

1.Η Αρχή εκτελεί τα καθήκοντά της σε συνεργασία με τις σχετικές αρμόδιες αρχές και άλλες εθνικές αρχές, θεσμικά όργανα της Ένωσης ή οργανισμούς της Ένωσης που είναι αρμόδιοι σύμφωνα με τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 (στο εξής: αρχές). Η Αρχή είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματική και συνεπή λειτουργία των ρυθμίσεων συνεργασίας με τις αρχές, ενώ παράλληλα διασφαλίζει ότι αναπτύσσει και διατηρεί την αναγκαία ικανότητα για την ανεξάρτητη εκτέλεση των καθηκόντων της.

2.Τόσο η Αρχή όσο και οι αρχές συνεργάζονται καλή τη πίστει και αλληλοενημερώνονται για την αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων τους. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η Αρχή μπορεί να αξιοποιεί την εμπειρογνωσία και τις γνώσεις των αρχών, συμπεριλαμβανομένης της εποπτικής πείρας τους και της κατανόησης των οικονομικών, οργανωτικών και πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων. Κατά περίπτωση και με την επιφύλαξη της ευθύνης και της λογοδοσίας της Αρχής για τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και τη νομοθεσία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, οι αρχές είναι υπεύθυνες να επικουρούν την Αρχή, υπό τους όρους που καθορίζονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου. Μπορεί να περιλαμβάνεται η παροχή υποστήριξης κατά την κατάρτιση και την εφαρμογή πράξεων σχετικών με τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), συμπεριλαμβανομένης της συνδρομής σε επαληθευτικές δραστηριότητες ή στην εκτέλεση συγκεκριμένων επιχειρησιακών καθηκόντων. Οι αρχές ακολουθούν τις οδηγίες της Αρχής κατά την παροχή υποστήριξης και την εκτέλεση καθηκόντων στο πλαίσιο των εν λόγω ρυθμίσεων.

3.Για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ), και με την επιφύλαξη ειδικών ρυθμίσεων που προβλέπονται σε άλλες ενωσιακές πράξεις, η Αρχή καθορίζει, φέρουσα στο ακέραιο τη σχετική ευθύνη και κατόπιν διαβούλευσης με τις αρχές, τις πρακτικές ρυθμίσεις συνεργασίας.

4.Η Αρχή αναλαμβάνει τυχόν δαπάνες τις οποίες πραγματοποιούν οι αρχές σε σχέση με τη συνεργασία που παρέχεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά.

5.Οι πρακτικές ρυθμίσεις συνεργασίας καθορίζουν τις λεπτομέρειες της υποστήριξης, τις διαδικασίες και διεργασίες, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών, για τη συνεργασία μεταξύ της Αρχής και των αρχών και καθοδηγούνται από τις ακόλουθες αρχές:

α)είναι δυνατό να εξατομικεύονται ή να προσαρμόζονται στον σχετικό τομέα και στη φύση των εποπτικών καθηκόντων, καθώς και στην ένταση της συνεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της οργάνωσης, της λειτουργίας και της συμμετοχής στη συνεργασία·

β)επιτρέπουν μεταβατικές λύσεις για τη διασφάλιση της συνέχειας και της ομαλής μεταβίβασης αρμοδιοτήτων από τις αρχές στην Αρχή και από την Αρχή στις αρχές·

γ)προωθούν την αποδοτικότητα τόσο ως προς τον χρόνο όσο και ως προς τους πόρους και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις επιπτώσεις στους πόρους και την οικονομική αποδοτικότητα·

δ)είναι αναλογικές και λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις εκ του νόμου αρμοδιότητες και τους πόρους των αρχών·

ε)θεσπίζονται και τηρούνται με την επιφύλαξη της ικανότητας της Αρχής να εκτελεί αποτελεσματικά, αυτόνομα και με συνέπεια τα καθήκοντα που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις·

στ)διασφαλίζουν την απρόσκοπτη και ασφαλή ροή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των διασφαλίσεων εμπιστευτικότητας και του χειρισμού πληροφοριών τρίτων·

ζ)καθορίζουν επιχειρησιακές ή οργανωτικές λεπτομέρειες σε σχέση με τα καθήκοντα άμεσης εποπτείας της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων ρυθμίσεων όπως κοινές ομάδες, συνεργασία στο πλαίσιο ερευνών, επιτόπιες επιθεωρήσεις ή δραστηριότητες υλοποίησης·

η)κατά περίπτωση, μπορούν να προβλέπουν την καθιέρωση τοπικής παρουσίας της Αρχής στα κράτη μέλη·

θ)μπορούν να καθορίζουν τις λεπτομέρειες για τον υπολογισμό και την επιστροφή τυχόν δαπανών τις οποίες πραγματοποιούν οι αρχές, λαμβανομένων υπόψη των διαφορών μεταξύ των τομέων, της φύσης της εποπτευόμενης δραστηριότητας ή των εκτελούμενων καθηκόντων.

6.Οι πρακτικές ρυθμίσεις της συνεργασίας εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο. Το εκτελεστικό συμβούλιο διασφαλίζει επίσης την εφαρμογή τους και οι αρχές, σε περιπτώσεις όπου η ΕΑΚΑΑ ασκεί καθήκοντα άμεσης εποπτείας, ακολουθούν τις οδηγίες του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που ορίζονται στις ρυθμίσεις.

7.Οι πρακτικές ρυθμίσεις συνεργασίας που θεσπίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο υπόκεινται σε περιοδική επανεξέταση από την Αρχή, σε διαβούλευση με τις αρχές, ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής αποτελεσματικότητα, αναλογικότητα και συνέπειά τους με την εξελισσόμενη εποπτική ικανότητα της Αρχής και το ενωσιακό δίκαιο.».

8)Το άρθρο 9α τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

1)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Αρχή λαμβάνει τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου μόνο σε επείγουσες και απρόβλεπτες περιπτώσεις, όταν θεωρεί ότι η εφαρμογή μίας από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οποιωνδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικών πράξεων που βασίζονται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις ενδέχεται να εγείρει σημαντικά ζητήματα, για έναν από τους ακόλουθους λόγους:»·

2)προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία δ) και ε):

«δ)    όταν μια προσωρινή εξαίρεση ή μεταβατική διάταξη, μέτρο ή ρύθμιση που ορίζεται σε μία από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 θα έληγε πριν από την έναρξη εφαρμογής νέων ή τροποποιημένων διατάξεων που θεσπίζουν μόνιμη εξαίρεση ή νέο κανονιστικό πλαίσιο·

ε)    όταν σημαντικές εξελίξεις της αγοράς οδηγούν σε δυσανάλογη επιβάρυνση συμμόρφωσης με ειδική απαίτηση που ορίζεται σε μία από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), δ) και ε), η Αρχή γνωμοδοτεί στην Επιτροπή για κάθε ενέργεια την οποία θεωρεί κατάλληλη, με τη μορφή νέας νομοθετικής πρότασης ή πρότασης νέας κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικής πράξης, και σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα που, κατά την κρίση της Αρχής, αποδίδεται στο ζήτημα. Η Αρχή δημοσιοποιεί τη γνώμη της.»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Όταν, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται, ιδίως από τις αρμόδιες αρχές, η Αρχή θεωρεί ότι οποιαδήποτε από τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οποιαδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστική πράξη που βασίζεται στις εν λόγω νομοθετικές πράξεις εγείρει σημαντικά ζητήματα που αφορούν την εμπιστοσύνη της αγοράς, την προστασία των καταναλωτών, των πελατών ή των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή των αγορών εμπορευμάτων, ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης, απευθύνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση επιστολή στις αρμόδιες αρχές και στην Επιτροπή, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς τα ζητήματα που θεωρεί ότι υφίστανται. Η Αρχή δύναται να γνωμοδοτεί στην Επιτροπή για κάθε ενέργεια την οποία θεωρεί κατάλληλη, με τη μορφή νέας νομοθετικής πρότασης ή πρότασης νέας κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικής πράξης, και σχετικά με τον επείγοντα χαρακτήρα που, κατά την κρίση της Αρχής, αποδίδεται στο ζήτημα. Η Αρχή δημοσιοποιεί τη γνώμη της.»·

9)Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν ορίζουν τέτοια προθεσμία, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη νέα προθεσμία. Η Αρχή ενημερώνει εγκαίρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή όταν δεν πρόκειται να τηρήσει τη νέα προθεσμία.»·

β)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής, εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός της προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2.»·

γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι απαιτούνται τροποποιήσεις σε ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο, αποστέλλει επιστολή στην Αρχή, εξηγώντας τους λόγους και το περιεχόμενο τυχόν απαιτούμενων τροποποιήσεων. Η επιστολή περιλαμβάνει προθεσμία για την υποβολή σχεδίου ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου. Η Αρχή υποβάλλει αναθεωρημένα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή προς έγκριση σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 1. Αν η Αρχή δεν υποβάλει σχέδιο ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επιστολή της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τροποποιήσεις του ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου χωρίς σχέδιο της Αρχής με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ.

6. Όταν υπάρχει ανάγκη να αντιμετωπιστεί άμεση απειλή για την προστασία των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών, τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ένωση και επιχειρήσεων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει ένα ρυθμιστικό τεχνικό πρότυπο με δική της πρωτοβουλία, χωρίς σχέδιο της Αρχής, με κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή μπορεί να ζητεί τη γνώμη της Αρχής ή να ζητεί τη συμβολή της.

Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο με τη διαδικασία επείγοντος. Όταν χρησιμοποιεί τη διαδικασία επείγοντος, η Επιτροπή κοινοποιεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο τα εγκριθέντα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους κάνει χρήση της διαδικασίας επείγοντος. Τα εν λόγω πρότυπα δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζουν να ισχύουν αμέσως. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις για τα εγκριθέντα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης του ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου που ενέκρινε η Επιτροπή και, αν διατυπωθεί αντίρρηση, η Επιτροπή καταργεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα αμέσως μετά την κοινοποίηση της απόφασης διατύπωσης αντιρρήσεων.

Η αναστολή των διατάξεων ρυθμιστικού τεχνικού προτύπου είναι προσωρινή και περιορίζεται σε μέγιστη περίοδο 12 μηνών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί άπαξ. Η Αρχή επανεξετάζει την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή της αναστολής τουλάχιστον δύο μήνες πριν από τη λήξη της αναστολής, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης του αν η αναστολή εξακολουθεί να είναι αναγκαία.».

10)Το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζουν οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 ή οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 δεν καθορίζουν τέτοια προθεσμία, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει ένα τέτοιο σχέδιο εντός νέας προθεσμίας. Η Αρχή ενημερώνει εγκαίρως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή ότι δεν θα τηρήσει τη νέα προθεσμία.»·

β)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με εκτελεστική πράξη και χωρίς σχέδιο της Αρχής, εφόσον η Αρχή δεν υπέβαλε σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου προς την Επιτροπή εντός της προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2.»·

γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 5 και 6:

«5. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι απαιτούνται τροποποιήσεις σε εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο, αποστέλλει επιστολή στην Αρχή, εξηγώντας τους λόγους και το περιεχόμενο τυχόν απαιτούμενων τροποποιήσεων. Η επιστολή περιλαμβάνει προθεσμία για την υποβολή σχεδίου εκτελεστικού τεχνικού προτύπου. Η Αρχή υποβάλλει αναθεωρημένα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή προς έγκριση σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 1. Αν η Αρχή δεν υποβάλει σχέδιο εκτελεστικού τεχνικού προτύπου εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην επιστολή της Επιτροπής, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο χωρίς σχέδιο της Αρχής με εκτελεστική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ.

6. Όταν υπάρχει ανάγκη να αντιμετωπιστεί άμεση απειλή για την προστασία των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών, τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος στην Ένωση ή τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων που εδρεύουν στην Ένωση και επιχειρήσεων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει ένα εκτελεστικό τεχνικό πρότυπο με δική της πρωτοβουλία, χωρίς σχέδιο της Αρχής, με εκτελεστική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 291 της ΣΛΕΕ. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω εκτελεστικής πράξης, η Επιτροπή μπορεί να ζητεί τη γνώμη της Αρχής ή να ζητεί τη συμβολή της.

Η αναστολή των διατάξεων εκτελεστικού τεχνικού προτύπου είναι προσωρινή και περιορίζεται σε μέγιστη περίοδο 12 μηνών, η οποία μπορεί να ανανεωθεί άπαξ. Η Αρχή επανεξετάζει την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή της αναστολής τουλάχιστον δύο μήνες πριν από τη λήξη της αναστολής, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης του αν η αναστολή εξακολουθεί να είναι αναγκαία.».

11)Το άρθρο 16β απαλείφεται.

12)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής ή της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών, ή με δική της πρωτοβουλία, μεταξύ άλλων όταν βασίζεται σε τεκμηριωμένες και αιτιολογημένες πληροφορίες από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και αφού προηγουμένως ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή, η Αρχή περιγράφει πώς προτίθεται να χειριστεί την υπόθεση και διερευνά την πιθανολογούμενη παραβίαση ή μη εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, όταν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να θεωρηθεί ότι έχει σημειωθεί παραβίαση ή μη εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης και η οικεία αρμόδια αρχή δεν έχει ήδη λάβει επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση της πιθανολογούμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής.»·

β)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν η έρευνα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, η Αρχή, το αργότερο εντός 4 μηνών από την κίνηση της έρευνάς της, μπορεί να απευθύνει στην οικεία αρμόδια αρχή σύσταση όπου ορίζεται η ενέργεια που απαιτείται για τη συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο. Η Αρχή κοινοποιεί, το συντομότερο δυνατόν, τη σύστασή της στην Επιτροπή.»·

γ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την επίσημη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εντός του χρονικού διαστήματος που ορίζεται σε αυτήν και εφόσον απαιτείται έγκαιρη αποκατάσταση αυτής της μη συμμόρφωσης προκειμένου να διατηρηθούν ή να αποκατασταθούν οι ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού στην αγορά ή να διασφαλιστούν η εύρυθμη λειτουργία και η ακεραιότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, η Αρχή, εφόσον οι σχετικές απαιτήσεις των νομοθετικών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού ισχύουν άμεσα για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων στο εθνικό δίκαιο που μεταφέρει οδηγίες και ερμηνεύεται κατά τρόπο συνεπή με αυτές, εκδίδει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.

Η απόφαση της Αρχής είναι σύμφωνη με την επίσημη γνώμη που εκδόθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 4.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 9:

«9. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της Επιτροπής και κατόπιν αιτήματός της, οι αρμόδιες αρχές και η Αρχή παρέχουν στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και τα έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους.».

13)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 17αα:

«Άρθρο 17αα

Ανεπαρκής εποπτεία κατά την έγκριση χρηματοπιστωτικών προϊόντων, υπηρεσιών ή οντοτήτων

1.Όταν η αξιολόγηση από ομοτίμους ή η έρευνα βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 4 αποκαλύπτει ότι μια αρμόδια αρχή ενδέχεται να μην εποπτεύει αποτελεσματικά τους συμμετέχοντες στην αγορά στον τομέα που υπόκειται σε αξιολόγηση από ομοτίμους ή έρευνα, και ότι η εν λόγω ανεπαρκής εποπτεία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα ή την προστασία των επενδυτών, η Αρχή μπορεί να επιβάλει σε μια αρμόδια αρχή να ζητήσει τη γνώμη της πριν από τη χορήγηση έγκρισης για χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες, δραστηριότητες ή οντότητες στον εν λόγω τομέα.

Με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 35, η αρμόδια αρχή παρέχει στην Αρχή τις αναγκαίες πληροφορίες για να λάβει απόφαση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, οι πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2 και, όταν το εν λόγω ενωσιακό δίκαιο αποτελείται από οδηγίες, η εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο ερμηνευόμενη κατά τρόπο συνεπή προς το ενωσιακό δίκαιο. Αν η Αρχή χρειάζεται πρόσθετες πληροφορίες, μπορεί επίσης να τις ζητήσει απευθείας από άλλες αρμόδιες αρχές, αφού ενημερώσει την οικεία αρμόδια αρχή. Ο αποδέκτης του εν λόγω αιτήματος παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.Προτού απαιτήσει από την οικεία αρμόδια αρχή να ζητήσει τη γνώμη της πριν από τη χορήγηση έγκρισης σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες, δραστηριότητες ή οντότητες και όταν το κρίνει αναγκαίο και αναλογικό, η Αρχή συνεργάζεται με την οικεία αρμόδια αρχή για την αντιμετώπιση των ελλείψεων εποπτείας που εντοπίστηκαν και την επίτευξη αμοιβαία αποδεκτής λύσης. Η Αρχή μπορεί να προτείνει διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν από την αρμόδια αρχή σε σχέση με υφιστάμενα χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες, δραστηριότητες ή οντότητες που έχουν επηρεαστεί από τις ελλείψεις εποπτείας που εντοπίστηκαν.

Αν οι προσπάθειες εξεύρεσης μιας τέτοιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης δεν είναι επιτυχείς, η Αρχή απαιτεί από την αρμόδια αρχή να ζητήσει τη γνώμη της πριν από τη χορήγηση έγκρισης σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες, δραστηριότητες ή οντότητες. Η Αρχή παρέχει εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση για την απόφασή της, συμπεριλαμβανομένης λεπτομερούς ανάλυσης των ανεπαρκειών εποπτείας που εντοπίστηκαν και του σκεπτικού στο οποίο βασίζεται η απαίτησή της για γνωμοδότηση. Η Αρχή μπορεί επίσης να δημοσιεύσει την εν λόγω αιτιολόγηση και καταχωρίζει την απαίτηση γνωμοδότησης στο μητρώο που τηρεί η Αρχή, σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και, όταν το εν λόγω ενωσιακό δίκαιο αποτελείται από οδηγίες, στην εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, ερμηνευόμενη κατά τρόπο συνεπή προς το ενωσιακό δίκαιο.

3.Όταν έχει θεσπιστεί απαίτηση να ζητείται η γνώμη της Αρχής πριν από τη χορήγηση έγκρισης σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες, δραστηριότητες ή οντότητες, η αρμόδια αρχή υποβάλλει λεπτομερή πρόταση για την έγκριση του χρηματοοικονομικού προϊόντος, της υπηρεσίας, της δραστηριότητας ή της οντότητας που υπόκειται στη γνώμη της Αρχής, συμπεριλαμβανομένης διεξοδικής αιτιολόγησης της πρότασης και όλων των σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων.

Εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, η Αρχή εκδίδει τη γνώμη της, η οποία περιλαμβάνει διεξοδική εξήγηση τυχόν αντιρρήσεων ή ανησυχιών που μπορεί να έχει σχετικά με την πρόταση. Αν η Αρχή δεν εκδώσει τη γνώμη της εντός της καθορισμένης προθεσμίας, η αρμόδια αρχή μπορεί να εγκρίνει την πρόταση χωρίς γνώμη. Εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της γνώμης, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή τα μέτρα που έχει λάβει ή προτίθεται να λάβει για την εφαρμογή της γνώμης. Αν η αρμόδια αρχή δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της γνώμης, η Αρχή λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.Η απόφαση της Αρχής που λαμβάνεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 μπορεί να περιλαμβάνει διορθωτικά μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν από την αρμόδια αρχή, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνονται μέτρα σχετικά με υφιστάμενα χρηματοοικονομικά προϊόντα, υπηρεσίες, δραστηριότητες ή οντότητες που έχουν επηρεαστεί από τις ελλείψεις εποπτείας που εντοπίστηκαν. Αν τα διορθωτικά μέτρα δεν εφαρμοστούν εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την Αρχή, η Αρχή λαμβάνει απόφαση με την οποία απαιτεί από την αρμόδια αρχή να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει απόφαση την οποία εξέδωσε ή να κάνει χρήση των εξουσιών που διαθέτει βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης. Η Αρχή κοινοποιεί την απόφαση στις σχετικές αρμόδιες αρχές υποδοχής όπου παρέχονται τα χρηματοοικονομικά προϊόντα, οι υπηρεσίες ή οι δραστηριότητες που αφορά η απόφαση. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τη σχετική αρμόδια αρχή και επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές υποδοχής να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την αναστολή της παροχής των εν λόγω προϊόντων, υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων στο έδαφός τους.».

14)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 17ααα:

«Άρθρο 17ααα

Αναστολή των δικαιωμάτων παροχής υπηρεσιών σε διασυνοριακή βάση

1.Αν η Αρχή έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οντότητα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του ενωσιακού δικαίου και παρέχει τις υπηρεσίες ή ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε διασυνοριακή βάση έχει διαπράξει σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή σε οποιαδήποτε ενωσιακή πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή των υποχρεώσεων που ορίζονται στις διατάξεις που θεσπίζονται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα ή την προστασία των επενδυτών, παραπέμπει τα πορίσματα αυτά στην αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια στην εν λόγω οντότητα. Η αρμόδια αρχή παρέχει στην Αρχή σαφείς, ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες που αποδεικνύουν την απουσία της εικαζόμενης παράβασης ή, αν η αρμόδια αρχή συμφωνεί με τα πορίσματα της Αρχής, καθορίζει τα μέτρα που έχει ήδη λάβει η εν λόγω αρμόδια αρχή για την παύση της παράβασης. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που ορίζεται από την Αρχή.

2.Αν, παρά τις πληροφορίες που παρέχονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Αρχή εξακολουθεί να έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι η παράβαση συνεχίζεται, η Αρχή, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή από τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, λαμβάνει απόφαση με την οποία απαιτεί από την εν λόγω αρμόδια αρχή να διατάξει τη σχετική οντότητα να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε διασυνοριακή βάση.

3.Αν η σχετική αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 εντός 2 εργάσιμων ημερών, η Αρχή εκδίδει εντός 5 εργάσιμων ημερών απόφαση με την οποία απαιτεί από τη σχετική οντότητα να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε διασυνοριακή βάση. Η Αρχή ενημερώνει ταυτόχρονα την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθώς και όλες τις άλλες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η οντότητα παρείχε τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητές της, σχετικά με την εν λόγω απόφαση. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή της απόφασης της Αρχής στα αντίστοιχα εδάφη τους.

4.Αν η σχετική οντότητα έχει λάβει όλα τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για την παύση της παράβασης, παρέχει στην Αρχή και στην οικεία αρμόδια αρχή τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω μέτρων.

5.Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, η Αρχή αξιολογεί, σε διαβούλευση με την αρμόδια αρχή που χορήγησε την άδεια στην οντότητα, την αποτελεσματικότητα των διορθωτικών μέτρων και γνωστοποιεί στη σχετική οντότητα και σε όλες τις σχετικές αρμόδιες αρχές κατά πόσον τα διορθωτικά μέτρα είναι επαρκή, οπότε ανακαλεί την προηγούμενη απόφασή της που απευθυνόταν στη σχετική οντότητα. Μετά την παραλαβή της εν λόγω γνωστοποίησης από την Αρχή, η σχετική οντότητα μπορεί να συνεχίσει την παροχή των διασυνοριακών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της στην Ένωση.

6.Για την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Αρχή μπορεί να απευθύνει δεόντως αιτιολογημένο αίτημα παροχής πληροφοριών σε οποιονδήποτε συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, οποιαδήποτε εθνική αρμόδια αρχή ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό πρόσωπο.

7.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε περιπτώσεις στις οποίες η Αρχή είναι η αρμόδια αρχή οντότητας.».

15)Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε σχέση με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, καθώς και στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 28β παράγραφος 6, και με την επιφύλαξη των εξουσιών που ορίζονται στο άρθρο 17, η Αρχή μπορεί να επικουρεί τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία ακολουθώντας τη διαδικασία που ορίζεται στις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες δύο περιπτώσεις:

α)κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις οικείες αρμόδιες αρχές, εάν μια αρμόδια αρχή διαφωνεί με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο πράξης, προτεινόμενης πράξης ή αδράνειας από άλλη αρμόδια αρχή·

β)με δική της πρωτοβουλία όταν, με βάση αντικειμενικούς λόγους, μπορεί να προσδιοριστεί διαφωνία μεταξύ αρμόδιων αρχών.»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Εάν οι οικείες αρμόδιες αρχές δεν καταλήξουν σε συμφωνία κατά τη διάρκεια της φάσης συμβιβασμού που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η Αρχή λαμβάνει απόφαση απαιτώντας από τις εν λόγω αρχές να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ή να μην προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες για την επίλυση του θέματος και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση προς το ενωσιακό δίκαιο. Η απόφαση της Αρχής είναι δεσμευτική για τις οικείες αρμόδιες αρχές. Η απόφαση της Αρχής μπορεί να επιβάλει στις αρμόδιες αρχές να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση που εξέδωσαν ή να κάνουν χρήση των εξουσιών που διαθέτουν βάσει της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης.»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Με την επιφύλαξη των εξουσιών της Επιτροπής σύμφωνα με το άρθρο 258 ΣΛΕΕ, αν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφωθεί με την απόφαση της Αρχής και έτσι δεν διασφαλίσει τη συμμόρφωση συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές με τις απαιτήσεις που ισχύουν άμεσα για αυτόν σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, και όταν το εν λόγω ενωσιακό δίκαιο αποτελείται από οδηγίες, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των εν λόγω οδηγιών στο εθνικό δίκαιο, ερμηνευόμενη κατά τρόπο συνεπή προς το ενωσιακό δίκαιο, η Αρχή μπορεί να εκδώσει μεμονωμένη απόφαση απευθυνόμενη προς συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές, με την οποία θα απαιτεί να ληφθούν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, περιλαμβανομένης της παύσης οποιασδήποτε πρακτικής.».

16)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 19α:

«Άρθρο 19α

Πλατφόρμες συνεργασίας

1.Σε περίπτωση αιτιολογημένων ανησυχιών σχετικά με αρνητικές επιπτώσεις στους επενδυτές, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα ή σε περίπτωση που έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ζήτημα συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο ή την ύπαρξη αποκλινουσών ή ελλιπών εποπτικών πρακτικών που σχετίζονται με την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, την άσκηση των δραστηριοτήτων των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές ή την ελευθερία εγκατάστασης που προβλέπεται στις νομοθετικές πράξεις οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, η Αρχή μπορεί, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος μίας ή περισσότερων από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, να δημιουργήσει και να συντονίσει πλατφόρμα συνεργασίας για την ενίσχυση της ανταλλαγής πληροφοριών, τη διατύπωση προτάσεων λύσεων και την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των σχετικών αρμόδιων αρχών.

Αν δημιουργηθεί πλατφόρμα συνεργασίας κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής, η εν λόγω αρμόδια αρχή γνωστοποιεί στην Αρχή και στις άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές τις αιτιολογημένες ανησυχίες της που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

2.Η δημιουργία πλατφόρμας συνεργασίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεν θίγει την εποπτική εντολή των αρμόδιων αρχών η οποία προβλέπεται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

3.Με την επιφύλαξη του άρθρου 35, κατόπιν αιτήματος της Αρχής ή οποιασδήποτε αρμόδιας αρχής, οι σχετικές αρμόδιες αρχές παρέχουν εγκαίρως όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ορθή λειτουργία της πλατφόρμας συνεργασίας.

4.Σε περίπτωση διαφωνίας εντός της πλατφόρμας σχετικά με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο μέτρου που πρέπει να ληφθεί, ή τη μη λήψη μέτρου, σε σχέση με συμμετέχοντα στην αγορά και όταν υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τις επιπτώσεις μιας κατάστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Αρχή μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή να διενεργήσει επιτόπια επιθεώρηση σύμφωνα με τις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2. Η αρμόδια αρχή δρομολογεί την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς καθυστέρηση και καλεί την Αρχή και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές να συμμετάσχουν σε αυτή.

5.Όταν δύο ή περισσότερες σχετικές αρμόδιες αρχές μιας πλατφόρμας συνεργασίας διαφωνούν σχετικά με το περιεχόμενο μέτρου που πρέπει να ληφθεί, ή τη μη λήψη μέτρου, σε σχέση με συμμετέχοντα στην αγορά ή σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Αρχή μπορεί να ασκήσει την εξουσία που της ανατίθεται βάσει του άρθρου 19 παράγραφος 1.».

17)Στο άρθρο 21 παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται.

18)Στο άρθρο 22 παράγραφος 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε συνέχεια της έρευνας που διεξάγεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, το εκτελεστικό συμβούλιο δύναται να προβαίνει στη διατύπωση κατάλληλων συστάσεων για ανάληψη δράσης προς τις σχετικές αρμόδιες αρχές.».

19)Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν, με τη συναίνεση του εξουσιοδοτουμένου, να αναθέτουν καθήκοντα ή αρμοδιότητες στην Αρχή ή άλλες αρμόδιες αρχές υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου.»·

β)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α έως 1ε:

«1α. Μια αρμόδια αρχή μπορεί να αναθέτει συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα ή αρμοδιότητες στην Αρχή, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την ορθή εκτέλεση οποιωνδήποτε τέτοιων εποπτικών καθηκόντων ή αρμοδιοτήτων.

1β. Πριν από την ανάθεση εποπτικού καθήκοντος ή αρμοδιότητας στην Αρχή, η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την Αρχή. Η εν λόγω διαβούλευση αφορά:

α)το εύρος του καθήκοντος ή της αρμοδιότητας προς ανάθεση·

β)το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του καθήκοντος ή της αρμοδιότητας προς ανάθεση·

γ)τη διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών από και προς την αρμόδια αρχή.

1γ. Η Αρχή ασκεί κάθε καθήκον ή αρμοδιότητα που της έχει ανατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου IIα, άλλες σχετικές ενωσιακές πράξεις και με την επιφύλαξη τυχόν όρων που συμφωνούνται με την αρμόδια αρχή.

1δ. Η αρμόδια αρχή επιστρέφει στην Αρχή τις δαπάνες τις οποίες πραγματοποιεί κατά την εκτέλεση των καθηκόντων ή αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί.

1ε. Η αρμόδια αρχή επανεξετάζει την ανάθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1α σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα. Η ανάθεση εποπτικών καθηκόντων ή αρμοδιοτήτων μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή.».

20)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 28α και 28β:

«Άρθρο 28α

Αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών

1.Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται για παράβαση οποιασδήποτε διάταξης η οποία περιλαμβάνεται στις πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, όταν το διοικητικό πρόστιμο πρέπει να εισπραχθεί εντός της δικαιοδοσίας κράτους μέλους άλλου από το κράτος μέλος στο οποίο εκδόθηκε το εν λόγω πρόστιμο.

2.Όταν η απόφαση επιβολής διοικητικού προστίμου στο σχετικό φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής καταστεί οριστική και εκτελεστή και το πρόστιμο δεν έχει καταβληθεί, η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση, κατόπιν αίτησης της αιτούσας αρχής, παρέχει συνδρομή για την είσπραξη των σχετικών ποσών στη δικαιοδοσία της.

3.Η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 διαβιβάζεται στην αρχή στην οποία απευθύνεται μέσω ψηφιακού εντύπου, το οποίο περιέχει όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)το όνομα, τη διεύθυνση και άλλα στοιχεία επικοινωνίας της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση·

β)το όνομα, τη γνωστή διεύθυνση του αποδέκτη της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου και κάθε άλλη σχετική πληροφορία για την ταυτοποίηση του αποδέκτη·

γ)σύνοψη των σχετικών πραγματικών περιστατικών και περιστάσεων που οδήγησαν στην έκδοση της απόφασης επιβολής του διοικητικού προστίμου·

δ)περίληψη της απόφασης επιβολής του διοικητικού προστίμου και αντίγραφο αυτής·

ε)πληροφορίες σχετικά με την εκτελεστότητα της απόφασης και την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση κατέστη οριστική και εκτελεστή·

στ)το ύψος του προστίμου που πρέπει να καταβληθεί·

ζ)το διάστημα εντός του οποίου θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η εκτέλεση, όπως οι νόμιμες προθεσμίες ή οι προθεσμίες παραγραφής·

η)πληροφορίες που καταδεικνύουν τις εύλογες προσπάθειες που κατέβαλε η αιτούσα αρχή για την εκτέλεση της απόφασης στη δικαιοδοσία της, συμπεριλαμβανομένης της εξακριβωμένης έλλειψης επαρκών περιουσιακών στοιχείων που ανήκουν στο οικείο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ώστε να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του διοικητικού προστίμου·

θ)πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες το οικείο φυσικό ή νομικό πρόσωπο διαθέτει επαρκή περιουσιακά στοιχεία στο κράτος μέλος της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση, ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση του διοικητικού προστίμου.

4.Η αιτούσα αρχή αποστέλλει το ψηφιακό έντυπο στην αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση, εκτός αν η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση και η αιτούσα αρχή συμφωνήσουν ότι το ψηφιακό έντυπο μπορεί να αποσταλεί σε άλλη γλώσσα.

Όταν απαιτείται βάσει του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση, η αιτούσα αρχή παρέχει μετάφραση της απόφασης επιβολής προστίμου στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση, εκτός αν η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση και η αιτούσα αρχή συμφωνήσουν ότι η εν λόγω μετάφραση μπορεί να παρασχεθεί σε διαφορετική γλώσσα.

Άρθρο 28β

Γενικές αρχές που εφαρμόζονται στην εκτέλεση αποφάσεων επιβολής διοικητικών προστίμων

1.Η αίτηση παροχής συνδρομής για την είσπραξη διοικητικών προστίμων που αποστέλλεται σύμφωνα με το άρθρο 28α παράγραφοι 3 και 4 αποτελεί τη μοναδική νομική βάση για τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνει η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω διατυπώσεις, συμπληρώσεις ή αντικαταστάσεις. Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση λαμβάνει αμέσως όλα τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεσή της σύμφωνα με τους κανόνες και τις διαδικασίες που ορίζει το εθνικό της δίκαιο, εκτός αν η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση επικαλεστεί την παράγραφο 4. Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση πληροφορεί την αιτούσα αρχή με τη δέουσα επιμέλεια για τη συνέχεια που δόθηκε στην αίτηση είσπραξης.

2.Το ποσό που εισπράττεται από την εκτέλεση της απόφασης επιβολής διοικητικού προστίμου περιέρχεται στο κράτος μέλος της αιτούσας αρχής στο νόμισμά του, εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ του κράτους μέλους της αιτούσας αρχής και του κράτους μέλους της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση. Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση μετατρέπει, εφόσον είναι αναγκαίο για την είσπραξη, το διοικητικό πρόστιμο στο νόμισμα του κράτους μέλους της με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς του ευρώ που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του διοικητικού προστίμου.

3.Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση μπορεί να ανακτήσει το σύνολο των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν σε σχέση με τις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 από το πρόστιμο που έχει εισπράξει για λογαριασμό της αιτούσας αρχής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων μετάφρασης, του κόστους εργασίας και των διοικητικών εξόδων, ανεξάρτητα από την έκβαση της διαδικασίας είσπραξης.

4.Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση μπορεί να αρνηθεί να εκτελέσει την απόφαση της αιτούσας αρχής για επιβολή διοικητικού προστίμου μόνο αν έχει διαπιστώσει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)η αίτηση δεν πληροί όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 28α παράγραφοι 3 και 4·

β)η απόφαση δεν είναι πλέον εκτελεστή σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση λόγω παρέλευσης της προθεσμίας·

γ)η εκτέλεση της απόφασης θα ήταν αντίθετη προς τη βασική αρχή ne bis in idem·

δ)υπάρχουν βάσιμοι λόγοι που αποδεικνύουν ότι η εκτέλεση της αίτησης θα ήταν προδήλως αντίθετη προς τη δημόσια τάξη του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η εκτέλεση.

5.Το άρθρο 28β και οι παράγραφοι 1 έως 4 του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν την εφαρμογή της απόφασης-πλαισίου 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου ( 30 ), διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών μεταξύ κρατών μελών, εφόσον οι εν λόγω συμφωνίες ή διακανονισμοί συμβάλλουν στην απλούστευση ή την περαιτέρω διευκόλυνση των διαδικασιών εκτέλεσης διοικητικών προστίμων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 28α.

6.Η Αρχή ενθαρρύνει και διευκολύνει την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των αρμόδιων αρχών για την εκτέλεση διοικητικών προστίμων που επιβάλλονται εκτός της δικαιοδοσίας τους σύμφωνα με το άρθρο 28α και το παρόν άρθρο.

Όταν η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση αρνείται να παράσχει συνδρομή στην αιτούσα αρχή σύμφωνα με το άρθρο 28α και δεν τεκμηριώνεται κανένας από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το άρθρο 17.

Αν η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση αρνηθεί να παράσχει συνδρομή στην αιτούσα αρχή επικαλούμενη έναν από τους λόγους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως γ) του παρόντος άρθρου, η Αρχή μπορεί να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές για να καταλήξουν σε συμφωνία, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 19.

7.Η Αρχή καταρτίζει τον ηλεκτρονικό μορφότυπο του ψηφιακού εντύπου που αναφέρεται στο άρθρο 28α παράγραφος 3.».

21)Το άρθρο 29 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κοινή νοοτροπία εποπτείας και επιβολής»·

β)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

1)η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Αρχή παίζει ενεργό ρόλο στην οικοδόμηση κοινής ενωσιακής νοοτροπίας εποπτείας και επιβολής και συνεπών πρακτικών εποπτείας και επιβολής, καθώς και στη διασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεπών προσεγγίσεων σε όλη την Ένωση.»·

2)το στοιχείο αβ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«αβ) συγκροτεί ομάδες συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 45β για την προώθηση της σύγκλισης σε επίπεδο εποπτείας και επιβολής και τον προσδιορισμό των βέλτιστων πρακτικών.»·

3)το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) συμβάλλει στην κατάρτιση ομοιόμορφων προτύπων εποπτείας και επιβολής υψηλής ποιότητας, περιλαμβανομένων των προτύπων υποβολής εκθέσεων και των διεθνών λογιστικών προτύπων, σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3·»·

γ)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Με σκοπό την ανάπτυξη κοινής εποπτικής νοοτροπίας, η Αρχή καταρτίζει και τηρεί ενήμερο ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο σχετικά με την εποπτεία των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές στην Ένωση και την επιβολή των κανόνων που ρυθμίζουν τις δραστηριότητές τους στην Ένωση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον χαρακτήρα, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων, τις επιχειρηματικές πρακτικές, τα επιχειρηματικά μοντέλα και το μέγεθος των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων και αγορών, μεταξύ άλλων τις αλλαγές λόγω της τεχνολογικής καινοτομίας, των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές και των αγορών. Το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο ορίζει βέλτιστες πρακτικές και διαμορφώνει μεθοδολογίες και διαδικασίες υψηλής ποιότητας. Αν μια αρμόδια αρχή αποφασίσει να μην τηρεί το ενωσιακό εποπτικό εγχειρίδιο ή ουσιώδη στοιχεία του, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στην Αρχή και αιτιολογεί την απόφασή της.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Η Αρχή διαβιβάζει τις ερωτήσεις για τις οποίες απαιτείται ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Αρχή δημοσιεύει όποιες απαντήσεις παρέχει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.».

22)Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η Αρχή συστήνει ad hoc επιτροπές αξιολόγησης από ομοτίμους, αποτελούμενες από προσωπικό της Αρχής και μέλη των αρμόδιων αρχών. Η προεδρία των επιτροπών αξιολόγησης από ομοτίμους ασκείται από μέλος του προσωπικού της Αρχής. Ο πρόεδρος της Αρχής, κατόπιν ανοικτής πρόσκλησης για συμμετοχή, προτείνει τον πρόεδρο και τα μέλη επιτροπής αξιολόγησης από ομοτίμους, που εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο. Η πρόταση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί εκτός αν, εντός 10 ημερών από την πρόταση του προέδρου, το εκτελεστικό συμβούλιο εκδώσει απορριπτική απόφαση.»·

β)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Αρχή εκδίδει έκθεση με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Η εν λόγω έκθεση αξιολόγησης από ομοτίμους εκπονείται από την επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους και εγκρίνεται από το εκτελεστικό συμβούλιο. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής, η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους διαβουλεύεται με το εκτελεστικό συμβούλιο, προκειμένου να διατηρηθεί η συνέπεια με άλλες εκθέσεις αξιολόγησης από ομοτίμους και να διασφαλιστούν ίσοι όροι. Το εκτελεστικό συμβούλιο αξιολογεί ιδίως αν έχει εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο η μεθοδολογία. Στην εν λόγω έκθεση επεξηγούνται και υποδεικνύονται τα συμπληρωματικά μέτρα που κρίνονται ενδεδειγμένα, αναλογικά και αναγκαία ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης από ομοτίμους. Τα εν λόγω συμπληρωματικά μέτρα είναι δυνατό να διατυπωθούν υπό μορφή κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 και γνωμοδοτήσεων σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 1 στοιχείο α) και το άρθρο 17αα.»·

γ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η Αρχή καταρτίζει συμπληρωματική έκθεση μετά την παρέλευση δύο ετών από τη δημοσίευση της έκθεσης αξιολόγησης από ομοτίμους. Την έκθεση επακολούθησης συντάσσει η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους και εγκρίνει το εκτελεστικό συμβούλιο. Κατά τη σύνταξη της έκθεσης αυτής, η επιτροπή αξιολόγησης από ομοτίμους διαβουλεύεται με το εκτελεστικό συμβούλιο, με σκοπό να διατηρηθεί η συνέπεια με άλλες συμπληρωματικές εκθέσεις. Η συμπληρωματική έκθεση περιλαμβάνει εκτίμηση, μεταξύ άλλων, της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των ενεργειών στις οποίες προέβησαν οι αρμόδιες αρχές που υπόκεινται σε αξιολόγηση από ομοτίμους ανταποκρινόμενες στα συμπληρωματικά μέτρα που περιέχονταν στην έκθεση αξιολόγησης από ομοτίμους.»·

δ)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει σχέδιο εργασίας για τις αξιολογήσεις από ομοτίμους όσον αφορά τα επόμενα δύο έτη, το οποίο λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τα διδάγματα από τις προηγούμενες διαδικασίες αξιολόγησης από ομοτίμους και τις συζητήσεις των ομάδων συντονισμού που αναφέρονται στο άρθρο 45β. Το σχέδιο εργασίας για τις αξιολογήσεις από ομοτίμους αποτελεί χωριστό τμήμα του ετήσιου και πολυετούς προγράμματος εργασίας. Το σχέδιο δημοσιοποιείται. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης ή απρόβλεπτων γεγονότων, η Αρχή μπορεί να αποφασίσει τη διενέργεια πρόσθετων αξιολογήσεων από ομοτίμους.».

23)Το άρθρο 33 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, η Αρχή μπορεί να αναπτύσσει επαφές και να προβαίνει σε διοικητικές ρυθμίσεις με ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές τρίτων χωρών και διεθνείς οργανισμούς με σκοπό την προώθηση της διεθνούς εποπτικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και/ή προσωπικού.

Πριν από την έναρξη διαπραγματεύσεων για οποιαδήποτε διοικητική ρύθμιση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Αρχή ενημερώνει εγγράφως την Επιτροπή για τη σχετική πρόθεσή της, συμπεριλαμβανομένων του προβλεπόμενου πεδίου εφαρμογής και των στόχων της εν λόγω ρύθμισης.

Υπό τους όρους που καθορίζονται στις διοικητικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και οι οποίοι περιλαμβάνουν διατάξεις που διέπουν το επαγγελματικό απόρρητο και λαμβάνουν δεόντως υπόψη την ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία των δεδομένων, η Αρχή μπορεί ιδίως να ανταλλάσσει πληροφορίες και έγγραφα για την υποστήριξη του εντοπισμού, της παρακολούθησης και του μετριασμού των διασυνοριακών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και την ακεραιότητα της αγοράς.

Οι διοικητικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια δεν δημιουργούν νομικές υποχρεώσεις όσον αφορά την Ένωση και τα κράτη μέλη της, ούτε αποτρέπουν τα κράτη μέλη και τις αρμόδιες αρχές τους από τη σύναψη διμερών ή πολυμερών ρυθμίσεων με αυτές τις τρίτες χώρες.»·

β)η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

1)στο πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη των ειδικών απαιτήσεων που προβλέπονται στις νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 και των διοικητικών ρυθμίσεων που συνάπτονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Αρχή συνεργάζεται, κατά περίπτωση, με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών των οποίων τα ρυθμιστικά και εποπτικά καθεστώτα έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα.»·

2)στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) στον βαθμό που είναι αναγκαίο ώστε να δοθεί συνέχεια σε τέτοιου είδους αποφάσεις περί ισοδυναμίας, τις διαδικασίες σχετικά με τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των επιτόπιων επιθεωρήσεων, όπου απαιτούνται και προβλέπονται σε άλλες ενωσιακές πράξεις.»·

3)το τελευταίο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή όταν σχετική αρχή τρίτης χώρας αρνείται να συνάψει τέτοιου είδους διοικητικές ρυθμίσεις ή αρνείται να συνεργαστεί αποτελεσματικά.».

24)Στο άρθρο 35, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κατόπιν αιτήματος της Αρχής, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην Αρχή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων που της ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν νόμιμη πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες. Όταν μια αρμόδια αρχή αρνείται να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες, αποδεικνύει ότι οι πληροφορίες δεν είναι δυνατό να κοινοποιηθούν νόμιμα στην Αρχή.».

25)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 35γ:

«Άρθρο 35γ

Πλατφόρμες δεδομένων

1.Η Αρχή δημιουργεί και διατηρεί πλατφόρμα δεδομένων για τη διευκόλυνση της συλλογής, της αποθήκευσης, της πρόσβασης και της επεξεργασίας πληροφοριών, όπως προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή σε άλλες πράξεις της Ένωσης που επιβάλλουν τη χρήση της εν λόγω πλατφόρμας.

2.Η πλατφόρμα δεδομένων περιλαμβάνει εποπτική τεχνολογία και άλλα σχετικά εργαλεία για την ενίσχυση των ικανοτήτων ανάλυσης και παρακολούθησης και τη διευκόλυνση της συνεργασίας μεταξύ των αρχών.

3.Η Αρχή εξασφαλίζει ότι η πλατφόρμα σχεδιάζεται και λειτουργεί με τον πλέον αποδοτικό τρόπο, αποφεύγει, όπου είναι δυνατό, την αλληλεπικάλυψη της συλλογής δεδομένων και εξασφαλίζει την ακρίβεια και τη διαλειτουργικότητα των δεδομένων.

4.Η Αρχή εξασφαλίζει ότι η συλλογή, η αποθήκευση, η πρόσβαση και η επεξεργασία οποιωνδήποτε δεδομένων στην πλατφόρμα συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου και της εμπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 70 του παρόντος κανονισμού και σε κάθε άλλη εφαρμοστέα ενωσιακή πράξη.

5.Η Αρχή είναι ιδίως υπεύθυνη για την κατοχύρωση της ασφάλειας, της διαθεσιμότητας, της συντήρησης και της ανάπτυξης του λογισμικού και της υποδομής ΤΠ της πλατφόρμας.

6.Όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα υποβάλλονται σε επεξεργασία στην πλατφόρμα δεδομένων, η Αρχή τα επεξεργάζεται μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τη διευκόλυνση της συλλογής, της αποθήκευσης, της πρόσβασης και της επεξεργασίας των πληροφοριών που υποβάλλονται σύμφωνα με τις εφαρμοστέες πράξεις της Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1.».

26)Το άρθρο 39 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η Αρχή ενεργεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 6 του παρόντος άρθρου όταν εκδίδει αποφάσεις δυνάμει των άρθρων 17, 17αα, 17ααα, 18, 19 και 19α.»·

β)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει η Αρχή σύμφωνα με το άρθρο 17, 17αα, 17ααα, 18, 19 ή 19α δημοσιοποιούνται. Η δημοσιοποίηση γνωστοποιεί την ταυτότητα της οικείας αρμόδιας αρχής ή του οικείου συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές και το βασικό περιεχόμενο της απόφασης, εκτός αν η εν λόγω δημοσιοποίηση αντίκειται στο έννομο συμφέρον των εν λόγω συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές ή στην προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους ή θα μπορούσε να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών αγορών ή τη σταθερότητα ολόκληρου ή μέρους του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ένωσης.».

27)Προστίθεται το ακόλουθο κεφάλαιο IIα:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ IIα

ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΠΙ ΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΠΟΥ ΤΕΛΟΥΝ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ

Άρθρο 39α

Πεδίο εφαρμογής

1.Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε όλους τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτό. Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναγνωρίζονται βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

2.Αν οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου έρχονται σε αντίθεση με διάταξη άλλης ενωσιακής πράξης που διέπει συγκεκριμένες πτυχές των διαδικαστικών εξουσιών της Αρχής σε συγκεκριμένο τομέα ή πεδίο, η διάταξη της άλλης ενωσιακής πράξης υπερισχύει και εφαρμόζεται στον συγκεκριμένο τομέα ή πεδίο. Οι εξουσίες που ανατίθενται στην Αρχή, τους υπαλλήλους της ή άλλα εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα δεν ασκούνται για να απαιτηθεί η γνωστοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που υπόκεινται σε δικηγορικό απόρρητο.

Άρθρο 39β

Αιτήματα παροχής πληροφοριών

1.Για τον σκοπό της άσκησης των καθηκόντων της, η Αρχή μπορεί να ζητήσει από συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής, πρόσωπα που συμμετέχουν στις δραστηριότητες συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής ή επηρεάζονται από αυτές, σχετικούς τρίτους, τρίτους στους οποίους οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής έχουν αναθέσει επιχειρησιακά καθήκοντα ή δραστηριότητες και πρόσωπα που έχουν άλλη στενή και ουσιαστική σχέση ή σύνδεση με τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής ή τις δραστηριότητές τους, καθώς και από οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, όπως προβλέπεται σε άλλες ενωσιακές πράξεις, να παράσχουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις.

2.Κατά την αποστολή απλού αιτήματος παροχής πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Αρχή παραπέμπει στο παρόν άρθρο ως νομική βάση του αιτήματος, δηλώνει τον σκοπό του αιτήματος, προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες και ορίζει προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες και ενημερώνει σχετικά με τα πιθανά πρόστιμα σε περίπτωση εσφαλμένων ή παραπλανητικών απαντήσεων.

3.Όταν ζητεί τις πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1 με απόφαση, η Αρχή:

α)αναφέρεται στο παρόν άρθρο ως νομική βάση του αιτήματος·

β)αναφέρει τον σκοπό του αιτήματος·

γ)προσδιορίζει τις απαιτούμενες πληροφορίες·

δ)καθορίζει χρονικό όριο εντός του οποίου πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες·

ε)αναφέρει πιθανές περιοδικές χρηματικές ποινές για την παροχή ελλιπών πληροφοριών·

στ)ενημερώνει σχετικά με τα πιθανά πρόστιμα σε περίπτωση εσφαλμένων ή παραπλανητικών απαντήσεων·

ζ)ενημερώνει τους αποδέκτες σχετικά με τα δικαιώματα προσφυγής δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

4.Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή οι εκπρόσωποί τους και, στην περίπτωση νομικών προσώπων ή ενώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, τα εξουσιοδοτημένα από τον νόμο ή από το καταστατικό ή από την εντολή τους πρόσωπα που τους εκπροσωπούν παρέχουν τις ζητούμενες πληροφορίες.

5.Η Αρχή διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση αντίγραφο της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στη σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο κατοικούν ή είναι εγκατεστημένα τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τα οποία αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών.

Άρθρο 39γ

Έρευνες

1.Για τον σκοπό της άσκησης των καθηκόντων της, η Αρχή μπορεί να διεξάγει όλες τις αναγκαίες έρευνες προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 39β παράγραφος 1. Πριν από την έναρξη έρευνας δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Αρχή εκδίδει απόφαση για τη διεξαγωγή έρευνας. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας, την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και σε άλλες ενωσιακές πράξεις σε περίπτωση που τα οικεία πρόσωπα δεν δέχονται να υποβληθούν στην έρευνα, τα ένδικα μέσα που διατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.Η Αρχή εξουσιοδοτείται:

α)να εξετάζει αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και άλλο συναφές υλικό για την εκτέλεση των καθηκόντων της, ανεξάρτητα από το μέσο στο οποίο αποθηκεύονται·

β)να λαμβάνει ή να αποκτά επικυρωμένα αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες και άλλο υλικό·

γ)να καλεί και να ζητεί από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφερόμενο στο άρθρο 39β παράγραφος 1 ή τους εκπροσώπους ή τα μέλη του προσωπικού του προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης και να καταγράφουν τις απαντήσεις·

δ)να εξετάζει κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας·

ε)να ζητεί αρχεία τηλεφωνικών κλήσεων και διακίνησης δεδομένων.

3.Η Αρχή μπορεί να εξουσιοδοτήσει τους υπαλλήλους της και άλλα πρόσωπα να διεξάγουν τις έρευνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα εν λόγω πρόσωπα ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας. Στην εν λόγω εξουσιοδότηση επισημαίνονται επίσης οι περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 39ζ σε περίπτωση που τα απαιτούμενα αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή κάθε άλλο υλικό, ή οι απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 39β παράγραφος 1 δεν παρέχονται ή είναι ελλιπείς, καθώς και τα πρόστιμα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και σε άλλες ενωσιακές πράξεις, σε περίπτωση που οι απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 39β παράγραφος 1 είναι ανακριβείς ή παραπλανητικές.

4.Εγκαίρως πριν από την έρευνα, η Αρχή ενημερώνει τη σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να πραγματοποιηθεί η έρευνα. Οι υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής επικουρούν, κατόπιν αιτήματός της, την Αρχή στην εκτέλεση των καθηκόντων της. Υπάλληλοι της αρμόδιας αρχής μπορούν επίσης να παρίστανται στις έρευνες, κατόπιν αιτήματός της.

5.Αν για μια αίτηση αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή διαβίβασης δεδομένων που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε) απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες, ζητείται η άδεια αυτή. Η εν λόγω άδεια μπορεί επίσης να ζητηθεί ως προληπτικό μέτρο.

6.Όταν υποβάλλεται αίτηση για τη χορήγηση άδειας κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5, η εθνική δικαστική αρχή επαληθεύει τη γνησιότητα της απόφασης της Αρχής και αξιολογεί κατά πόσον τα σχεδιαζόμενα αναγκαστικά μέτρα δεν είναι ούτε αυθαίρετα ούτε υπερβολικά σε σχέση με το αντικείμενο των ερευνών. Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας των αναγκαστικών μέτρων, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την Αρχή λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η Αρχή υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού ή άλλων ενωσιακών πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα αναγκαστικά μέτρα. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν ελέγχει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της έρευνας, ούτε απαιτεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της Αρχής. Η νομιμότητα της απόφασης της Αρχής υπόκειται αποκλειστικά στον έλεγχο του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο παρών κανονισμός.

Άρθρο 39δ

Επιτόπιες επιθεωρήσεις

1.Για τον σκοπό της άσκησης των καθηκόντων της, η Αρχή μπορεί να διεξάγει επιτόπιες επιθεωρήσεις στις εγκαταστάσεις των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 39β παράγραφος 1. Πριν από την έναρξη της επιτόπιας επιθεώρησης, η Αρχή εκδίδει απόφαση για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης. Η απόφαση προσδιορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξής της και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και σε άλλες ενωσιακές πράξεις για πρόσωπα που δεν συμμορφώνονται με την απόφαση διεξαγωγής της επιθεώρησης, τα ένδικα μέσα που διατίθενται βάσει του παρόντος κανονισμού και το δικαίωμα επανεξέτασης της απόφασης από το Δικαστήριο. Η Αρχή μπορεί να διενεργεί την επιτόπια επιθεώρηση χωρίς να ειδοποιούνται προηγουμένως τα πρόσωπα που υπόκεινται στην επιθεώρηση, όταν αυτό απαιτείται για την ορθή διεξαγωγή και την αποδοτικότητα της επιθεώρησης.

2.Οι υπάλληλοι και τα άλλα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνται από την Αρχή για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης μπορούν να εισέρχονται σε οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και οικόπεδα των νομικών προσώπων που υπόκεινται σε έρευνα κατόπιν απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, διαθέτουν δε όλες τις εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 39γ. Διαθέτουν επίσης την εξουσία να σφραγίζουν οποιεσδήποτε επαγγελματικές εγκαταστάσεις και βιβλία ή αρχεία κατά την περίοδο της επιθεώρησης και στην έκταση που είναι αναγκαίο για αυτή.

3.Οι υπάλληλοι και άλλα πρόσωπα εξουσιοδοτημένα από την Αρχή για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ασκούν τις εξουσίες τους επιδεικνύοντας έγγραφη εξουσιοδότηση που ορίζει το αντικείμενο και τον σκοπό της επιθεώρησης, καθώς και τις περιοδικές χρηματικές ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 39ζ για μη συμμόρφωση με απόφαση διεξαγωγής επιθεώρησης.

4.Εγκαίρως πριν από την επιθεώρηση, η Αρχή ενημερώνει τη σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η έρευνα και τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής σχετικά με την απόφαση διεξαγωγής της επιτόπιας επιθεώρησης.

5.Η σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο πρόκειται να διεξαχθεί η επιθεώρηση επικουρεί ενεργά την Αρχή, κατόπιν αιτήματός της. Για τον σκοπό αυτό, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους διαθέτει τις εξουσίες που ορίζονται στην παράγραφο 2. Η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους μπορεί επίσης, κατόπιν αιτήματός της, να παρίσταται στις επιτόπιες επιθεωρήσεις.

6.Η Αρχή μπορεί επίσης να ζητήσει από τη σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους να εκτελέσει εκ μέρους της ειδικά ερευνητικά καθήκοντα και να πραγματοποιήσει επιτόπιες επιθεωρήσεις, όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 39γ. Για τον σκοπό αυτό, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους διαθέτει τις ίδιες εξουσίες με την Αρχή, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 39γ.

7.Σε περίπτωση που η Αρχή διαπιστώσει ότι το πρόσωπο που υπόκειται στην επιθεώρηση αντιτίθεται σε επιθεώρηση που έχει διαταχθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η αρμόδια αρχή του σχετικού κράτους μέλους παρέχει την αναγκαία συνδρομή στην Αρχή, αιτούμενη, κατά περίπτωση, τη συνδρομή της αστυνομίας ή ισότιμης αρχής επιβολής του νόμου, ώστε να καταστεί εφικτή η επιτόπια επιθεώρηση.

8.Αν, σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες, απαιτείται άδεια δικαστικής αρχής για την επιτόπια επιθεώρηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 ή για τη συνδρομή που προβλέπεται στην παράγραφο 7, ζητείται η άδεια αυτή. Η εν λόγω άδεια μπορεί επίσης να ζητηθεί ως προληπτικό μέτρο.

9.Όταν υποβάλλεται αίτηση για τη χορήγηση άδειας κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 8, η εθνική δικαστική αρχή επαληθεύει τη γνησιότητα της απόφασης της Αρχής και αξιολογεί κατά πόσον τα σχεδιαζόμενα αναγκαστικά μέτρα δεν είναι ούτε αυθαίρετα ούτε υπερβολικά σε σχέση με το αντικείμενο της επιθεώρησης. Κατά την αξιολόγηση της αναλογικότητας των αναγκαστικών μέτρων, η εθνική δικαστική αρχή μπορεί να ζητήσει από την Αρχή λεπτομερείς εξηγήσεις, ιδίως όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους η Αρχή υποπτεύεται ότι έχει διαπραχθεί παράβαση του παρόντος κανονισμού ή άλλων ενωσιακών πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, τη σοβαρότητα της εικαζόμενης παράβασης και τη φύση της συμμετοχής του προσώπου στο οποίο επιβάλλονται τα αναγκαστικά μέτρα. Ωστόσο, η εθνική δικαστική αρχή δεν επανεξετάζει την αναγκαιότητα διεξαγωγής της επιθεώρησης, ούτε ζητεί να της παρασχεθούν οι πληροφορίες του φακέλου της Αρχής. Η νομιμότητα της απόφασης της Αρχής υπόκειται αποκλειστικά στον έλεγχο του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζει ο παρών κανονισμός.

Άρθρο 39ε

Διαδικαστικοί κανόνες σχετικά με τα εποπτικά μέτρα και τα πρόστιμα

1.Αν η Αρχή διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων παραβάσεων του παρόντος κανονισμού ή άλλων ενωσιακών πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, κινεί έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 39γ και διορίζει ανεξάρτητο ελεγκτή εντός της Αρχής για τη διερεύνηση του ζητήματος. Ο ελεγκτής δεν συμμετέχει ούτε πρέπει να έχει συμμετάσχει στην άμεση ή έμμεση εποπτεία του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και ασκεί τα καθήκοντά του ανεξάρτητα από το εκτελεστικό συμβούλιο.

2.Ο ελεγκτής ερευνά τις εικαζόμενες παραβάσεις, λαμβάνοντας υπόψη οποιεσδήποτε παρατηρήσεις διατυπώσουν τα υπό έρευνα πρόσωπα, και υποβάλλει πλήρη φάκελο με τα πορίσματα στο εκτελεστικό συμβούλιο. Για την εκτέλεση των καθηκόντων, ο ελεγκτής μπορεί να ασκεί την εξουσία να ζητεί πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 39β και να διεξάγει έρευνες και επιτόπιες επιθεωρήσεις σύμφωνα με τα άρθρα 39γ και 39δ. Κατά την άσκηση αυτών των εξουσιών, ο ελεγκτής συμμορφώνεται με το άρθρο 39α.

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο ελεγκτής έχει πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που συγκεντρώνει η Αρχή κατά την άσκηση των εποπτικών δραστηριοτήτων της.

3.Όταν ολοκληρωθεί η έρευνα και πριν από την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων στο εκτελεστικό συμβούλιο, ο ελεγκτής δίνει στα υπό έρευνα πρόσωπα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα ζητήματα που ερευνώνται. Ο ελεγκτής βασίζει τα πορίσματα μόνο σε γεγονότα για τα οποία έχει δοθεί στα υπό έρευνα πρόσωπα η δυνατότητα να διατυπώσουν παρατηρήσεις.

Κατά τη διεξαγωγή των ερευνών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των προσώπων που αφορά η έρευνα.

4.Κατά την υποβολή του φακέλου των πορισμάτων στο εκτελεστικό συμβούλιο, ο ελεγκτής κοινοποιεί το γεγονός αυτό στα υπό έρευνα πρόσωπα. Τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες που αφορούν τρίτους.

5.Βάσει του φακέλου που περιέχει τα πορίσματα του ελεγκτή και, εφόσον ζητηθεί από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, κατόπιν ακρόασης των υπό έρευνα προσώπων, το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει αν τα υπό έρευνα πρόσωπα έχουν διαπράξει μία ή περισσότερες από τις ερευνώμενες παραβάσεις και, σε περίπτωση που αποφανθεί ότι έχει διαπραχθεί παράβαση, λαμβάνει εποπτικό μέτρο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σχετικές ενωσιακές πράξεις και επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και σχετικές ενωσιακές πράξεις.

6.Ο ελεγκτής δεν συμμετέχει στις συσκέψεις του εκτελεστικού συμβουλίου ούτε παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλον τρόπο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων του εκτελεστικού συμβουλίου.

7.Η Επιτροπή θεσπίζει μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 75α περαιτέρω διαδικαστικούς κανόνες για την άσκηση της εξουσίας επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών, συμπεριλαμβανομένων διατάξεων σχετικά με το δικαίωμα υπεράσπισης, διατάξεων περί χρονικών ορίων και διατάξεων για την είσπραξη προστίμων ή για περιοδικές χρηματικές ποινές, και εκδίδει λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τις προθεσμίες για την επιβολή και την εκτέλεση των ποινών.

8.Αν η Αρχή, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων ενωσιακών πράξεων, διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν ποινικό αδίκημα, παραπέμπει την υπόθεση στις σχετικές εθνικές αρχές, προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη. Επιπροσθέτως, η Αρχή δεν επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές αν έχει εκδοθεί, κατόπιν ποινικής διαδικασίας βάσει του εθνικού δικαίου, προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση σε υπόθεση βάσει πανομοιότυπων περιστατικών ή βάσει περιστατικών που είναι κατ’ ουσίαν τα ίδια.

Άρθρο 39στ

Πρόστιμα

1.Αν, σύμφωνα με το άρθρο 39ε παράγραφος 5, το εκτελεστικό συμβούλιο διαπιστώσει ότι συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής έχει παραβεί, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, τον παρόντα κανονισμό ή άλλη σχετική ενωσιακή πράξη που εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Αρχής, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση αν η Αρχή διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ενήργησε εσκεμμένως προς διάπραξη της παράβασης.

2.Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε άλλες ενωσιακές πράξεις που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένο τομέα ή πεδίο, το πρόστιμο δεν υπερβαίνει:

α)στην περίπτωση νομικού προσώπου, το ποσό του 1 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς του ευρώ που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του προστίμου.

β)ή το 10 % του ετήσιου κύκλου εργασιών του υπό έρευνα συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι υψηλότερο·

γ)στην περίπτωση φυσικού προσώπου, το ποσό των 500 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς του ευρώ που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του προστίμου.

3.Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Αρχή λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 39ζ παράγραφος 2.

4.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν το νομικό πρόσωπο έχει άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος από την παράβαση, το ύψος του προστίμου ισούται τουλάχιστον προς το όφελος αυτό.

Άρθρο 39ζ

Περιοδικές χρηματικές ποινές

1.Το εκτελεστικό συμβούλιο επιβάλλει, με απόφαση, περιοδική χρηματική ποινή προκειμένου να υποχρεώσει:

α)τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής να θέσουν τέρμα σε παράβαση, σύμφωνα με απόφαση που έχει ληφθεί δυνάμει του άρθρου 39η παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

β)πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 39β παράγραφος 1 να παράσχει πλήρεις πληροφορίες οι οποίες έχουν απαιτηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 39β·

γ)πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 39β παράγραφος 1 να υποβληθεί σε έρευνα, να παράσχει πλήρη αρχεία, δεδομένα, διαδικασίες ή οιοδήποτε άλλο απαιτούμενο υλικό, ή να συμπληρώσει και να διορθώσει άλλες πληροφορίες που παρέχονται κατά τη διάρκεια έρευνας που έχει κινηθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 39γ·

δ)πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 39β παράγραφος 1 να υποβληθεί σε επιτόπια επιθεώρηση που έχει διαταχθεί με απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 39δ.

2.Η περιοδική χρηματική ποινή είναι αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική. Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται σε καθημερινή βάση έως ότου ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικής αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή το εμπλεκόμενο πρόσωπο συμμορφωθεί με τη σχετική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, το ποσό περιοδικής χρηματικής ποινής ανέρχεται στο 3 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά την προηγούμενη εταιρική χρήση ή, στην περίπτωση φυσικών προσώπων, στο 2 % του μέσου ημερήσιου εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος. Υπολογίζεται από την ημερομηνία που αναφέρεται στην απόφαση με την οποία επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή.

4.Η περιοδική χρηματική ποινή επιβάλλεται για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες μετά την κοινοποίηση της απόφασης του εκτελεστικού συμβουλίου.

Άρθρο 39η

Εποπτικά μέτρα

1.Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 39ε παράγραφος 4, η Αρχή διαπιστώσει ότι συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής έχει διαπράξει παράβαση του παρόντος κανονισμού ή άλλων σχετικών ενωσιακών πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, μεταξύ άλλων όταν η εν λόγω παράβαση παρατίθεται σε παράρτημα άλλων σχετικών ενωσιακών πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, εκδίδει απόφαση για τη λήψη ενός ή περισσότερων από τα ακόλουθα μέτρα, ανάλογα με τον σχετικό τομέα ή πεδίο, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή, εφόσον προβλέπεται, εντός των ορίων των εξουσιών της σύμφωνα με την εφαρμοστέα ενωσιακή νομοθεσία:

α)απόσυρση, ανάλογα με τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιείται ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής, της καταχώρισης, της αναγνώρισης ή της αδειοδότησης του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής·

β)απαγόρευση άσκησης των δραστηριοτήτων βάσει του παρόντος κανονισμού ή άλλων σχετικών ενωσιακών πράξεων σε ολόκληρη την Ένωση για τον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής, έως ότου τερματιστεί η παράβαση·

γ)απαίτηση προσωρινής ή οριστικής διακοπής κάθε πρακτικής ή συμπεριφοράς την οποία η Αρχή θεωρεί αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και άλλων σχετικών ενωσιακών πράξεων·

δ)αναστολή της καταχώρισης, της αναγνώρισης ή της αδειοδότησης συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής·

ε)απαίτηση τερματισμού της παράβασης από τον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής·

στ)επιβολή προστίμων σύμφωνα με το άρθρο 39στ·

ζ)επιβολή περιοδικών χρηματικών ποινών σύμφωνα με το άρθρο 39ζ)·

η)έκδοση δημόσιας ανακοίνωσης·

θ)απαίτηση απομάκρυνσης φυσικού προσώπου από το διοικητικό συμβούλιο συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής·

ι)απαίτηση δέσμευσης ή κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων ή και των δύο·

ια)απαίτηση διενέργειας εξακριβώσεων ή ερευνών από ορκωτούς λογιστές ή εμπειρογνώμονες·

ιβ)λήψη κάθε είδους μέτρου για να εξασφαλιστεί ότι ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις νομικές απαιτήσεις.

2.Η Αρχή ανακαλεί την καταχώριση, την αδειοδότηση ή την αναγνώριση συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες ενωσιακές πράξεις οι οποίες υπερισχύουν:

α)ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής έχει παραιτηθεί ρητά από την καταχώριση, την αδειοδότηση ή την αναγνώριση ή δεν έχει κάνει χρήση της καταχώρισης, της αδειοδότησης ή της αναγνώρισης εντός 36 μηνών από τη χορήγησή της·

β)ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής έλαβε την καταχώριση, την αδειοδότηση ή την αναγνώριση βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό μέσο·

γ)ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες έγινε δεκτή η καταχώριση, η αδειοδότηση ή η αναγνώρισή του.

Αν η Αρχή ανακαλέσει την καταχώριση, την αδειοδότηση ή την αναγνώριση του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής, αιτιολογεί πλήρως την απόφασή της.

Η ανάκληση παράγει άμεσα αποτελέσματα.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, το μέτρο είναι αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό και η Αρχή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης, έχοντας κατά νου τα ακόλουθα κριτήρια:

α)τη διάρκεια και τη συχνότητα της παράβασης·

β)αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλο τρόπο να αποδοθεί στην παράβαση·

γ)αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας·

δ)τον βαθμό ευθύνης για την παράβαση·

ε)τη χρηματοοικονομική ισχύ του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

στ)τον αντίκτυπο της παράβασης στα συμφέροντα των επενδυτών·

ζ)τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και είναι υπεύθυνος για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκλήθηκαν εξαιτίας της παράβασης, στον βαθμό που είναι δυνατό να προσδιοριστούν·

η)το επίπεδο συνεργασίας με την Αρχή του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και είναι υπεύθυνος για την παράβαση, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο·

θ)τις προηγούμενες παραβάσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλων σχετικών ενωσιακών πράξεων από συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και είναι υπεύθυνος για την παράβαση·

ι)τυχόν μέτρα που ελήφθησαν μετά την παράβαση από τον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και είναι υπεύθυνος για την παράβαση, ώστε να αποφευχθεί η επανάληψή της.

3.Όταν η Αρχή έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι ένας συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της ενδέχεται να επιδίδεται ή να πρόκειται να επιδοθεί σε συμπεριφορά που θα μπορούσε να συνιστά παράβαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή άλλων σχετικών ενωσιακών πράξεων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, μπορεί να θεσπίσει με απόφαση οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), η), ι), ια) και ιβ), κατάλληλα προσαρμοσμένα για χρήση σε καταστάσεις που αφορούν μόνο εικαζόμενες, και όχι ακόμη διαπιστωθείσες, παραβάσεις.

4.Η Αρχή κοινοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε ενέργεια που αναλήφθηκε βάσει των παραγράφων 1 και 4 στον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και είναι υπεύθυνος για την παράβαση, και τη γνωστοποιεί στις σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στην Επιτροπή. Δημοσιοποιεί κάθε τέτοια ενέργεια στον ιστότοπό της, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 4.

Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει τα εξής:

α)δήλωση στην οποία επιβεβαιώνεται το δικαίωμα του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής και είναι υπεύθυνος για την παράβαση να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης·

β)κατά περίπτωση, δήλωση στην οποία επιβεβαιώνεται ότι έχει ασκηθεί προσφυγή και διευκρινίζεται ότι η εν λόγω προσφυγή δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα·

γ)δήλωση στην οποία αναφέρεται ότι είναι δυνατόν το συμβούλιο προσφυγών της Αρχής να αναστείλει την εφαρμογή της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 39θ

Διοικητικές κυρώσεις και μέτρα κατά φυσικών προσώπων

1.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε φυσικά πρόσωπα τα οποία:

α)είναι μέλη του διοικητικού οργάνου, ανώτερα διοικητικά στελέχη ή πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις σε συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

β)ασκούν σημαντική επιρροή στη λήψη αποφάσεων ή στο προφίλ κινδύνου των εν λόγω συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές· ή

γ)ασκούν με άλλο τρόπο ρυθμιζόμενες δραστηριότητες που υπόκεινται στην εποπτεία της Αρχής.

2.Σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 39η, η Αρχή επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις ή άλλα μέτρα σε πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, όταν αποδεικνύεται ότι το εν λόγω πρόσωπο:

α)δεν συμμορφώθηκε με τα επαγγελματικά πρότυπα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν την ακεραιότητα, τις ικανότητες και τη δέουσα επιμέλεια· ή

β)επέδειξε συμπεριφορά που υπονομεύει την ορθή και συνετή διαχείριση της εποπτευόμενης οντότητας.

3.Οι κυρώσεις και τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορεί να περιλαμβάνουν:

α)διοικητικά πρόστιμα σύμφωνα με το άρθρο 39στ·

β)προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση της άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2·

γ)αναστολή ή ανάκληση της άδειας άσκησης ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων·

δ)δημόσιες δηλώσεις στις οποίες προσδιορίζεται το υπεύθυνο πρόσωπο και η φύση της παράβασης, όταν η δημοσιοποίηση αυτή κρίνεται αναγκαία από την Αρχή για την προστασία της σταθερότητας των χρηματοοικονομικών αγορών ή για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής του παρόντος κανονισμού ή άλλων ενωσιακών πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2, υπό την προϋπόθεση ότι η δημοσιοποίηση περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία για τη διασφάλιση των εν λόγω στόχων και είναι δεόντως αιτιολογημένη.

Άρθρο 39ι

Ακρόαση ενδιαφερομένων

1.Πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης βάσει των άρθρων 39ια, 39η και 39θ, το εκτελεστικό συμβούλιο παρέχει στον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή στο πρόσωπο το οποίο αφορά η διαδικασία τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με τα πορίσματα της Αρχής. Το εκτελεστικό συμβούλιο θεμελιώνει τις αποφάσεις του μόνο στα πορίσματα για τα οποία δόθηκε η δυνατότητα διατύπωσης παρατηρήσεων στον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή στο πρόσωπο το οποίο αφορά η διαδικασία.

2.Η πρώτη παράγραφος δεν ισχύει αν χρειάζονται επείγουσες ενέργειες προκειμένου να προληφθεί σημαντική και επικείμενη ζημία στο χρηματοοικονομικό σύστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να εκδίδει προσωρινή απόφαση και να παρέχει στον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή στο ενδιαφερόμενο πρόσωπο τη δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατόν μετά τη λήψη της απόφασής του.

3.Κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας, διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης του συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή των προσώπων τα οποία αφορά η διαδικασία. Τα πρόσωπα αυτά έχουν δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο της Αρχής, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος άλλων προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες ή τα προπαρασκευαστικά έγγραφα της Αρχής.

Άρθρο 39ια

Δημοσιοποίηση, φύση, εκτέλεση και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών

1.Η Αρχή δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο και περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί σύμφωνα με τα άρθρα 39στ, 39ζ και 39θ, εκτός αν η εν λόγω δημοσιοποίηση θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοοικονομικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η δημοσιοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

2.Τα πρόστιμα και οι περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 39στ, 39ζ και 39θ είναι διοικητικής φύσης.

3.Οι αποφάσεις σχετικά με πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 39στ, 39ζ και 39θ είναι εκτελεστές.

Η αναγκαστική εκτέλεση διέπεται από τους κανόνες της πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου διεξάγεται η εν λόγω εκτέλεση. Ο εκτελεστήριος τύπος της απόφασης επιβολής προστίμων ή περιοδικών χρηματικών ποινών περιάπτεται στην εν λόγω απόφαση χωρίς να απαιτείται άλλη διατύπωση πέραν της επαλήθευσης της γνησιότητας της απόφασης από την αρχή που ορίζεται από κάθε κράτος μέλος για τον σκοπό αυτό και γνωστοποιείται στην Αρχή και στο Δικαστήριο.

Όταν η εν λόγω τυπική διαδικασία έχει ολοκληρωθεί, η αρχή που έχει οριστεί από το κράτος μέλος μπορεί να προχωρήσει στην αναγκαστική εκτέλεση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αποτεινόμενη απευθείας στον αρμόδιο φορέα.

Η αναγκαστική εκτέλεση αναστέλλεται μόνο με απόφαση του Δικαστηρίου. Ωστόσο, τα δικαστήρια του οικείου κράτους μέλους είναι αρμόδια όσον αφορά καταγγελίες για παράτυπη αναγκαστική εκτέλεση.

4.Τα ποσά των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών κατανέμονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 39ιβ
Διευθέτηση

1.Όταν η Αρχή λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 39ε παράγραφος 5, μπορεί να περατώσει τη διαδικασία εκτέλεσης μέσω διευθέτησης της διαφοράς με τον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, υπό όρους που διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα, την αναλογικότητα και την αποτροπή.

2.Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 75α, για τον καθορισμό της διαδικασίας διευθέτησης διαφορών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων υπεράσπισης, δημοσιοποίησης και των αποτελεσμάτων της διευθέτησης διαφορών.

3.Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο ανεξάρτητος ελεγκτής μπορεί να διερευνήσει τη δυνατότητα διευθέτησης της διαφοράς με τον συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή με το υπό έρευνα πρόσωπο, αν ο ελεγκτής κρίνει ότι η υπόθεση μπορεί να ενδείκνυται για διευθέτηση. Αν ο συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή το υπό έρευνα πρόσωπο συμφωνήσει να προβεί σε διακανονισμό, το αρχικό πρόστιμο που θεωρείται ότι επιβλήθηκε από την Αρχή μπορεί να μειωθεί.

4.Συμμετέχων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής ή οποιοδήποτε υπό έρευνα πρόσωπο μπορεί να ζητήσει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διευθέτησης της διαφοράς. Το αίτημα αυτό δεν υποχρεώνει την Αρχή να συμμετάσχει σε συζητήσεις διευθέτησης της διαφοράς ή να καταλήξει σε διευθέτηση. Ο ανεξάρτητος ελεγκτής αξιολογεί το αίτημα υπό το πρίσμα των περιστάσεων της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης της σοβαρότητας και της φύσης της εικαζόμενης παράβασης, και μπορεί να ξεκινήσει συζητήσεις διευθέτησης διαφοράς όταν θεωρεί ότι η υπόθεση μπορεί να ενδείκνυται για διευθέτηση.

Άρθρο 39ιγ

Επανεξέταση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η Αρχή επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή άλλες ενωσιακές πράξεις, κατά περίπτωση. Μπορεί να ακυρώσει, να μειώσει ή να αυξήσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που επιβάλλεται.

Άρθρο 39ιδ

Εποπτικά τέλη

1.Η Αρχή χρεώνει τέλη στους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής για κάθε δαπάνη την οποία θα πραγματοποιήσει η Αρχή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τις σχετικές ενωσιακές πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2.

2.Τα τέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καλύπτουν τις διοικητικές δαπάνες τις οποίες θα πραγματοποιήσει η Αρχή στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της σε σχέση με την καταχώριση, την αδειοδότηση, την πιστοποίηση, την αναγνώριση, την εκτέλεση, την εποπτεία και άλλες δραστηριότητες που σχετίζονται με την εποπτεία, ιδίως την εποπτική σύγκλιση και την ανάπτυξη και συντήρηση εργαλείων, συμπεριλαμβανομένου του αποσβεσμένου κόστους, για τους σκοπούς αυτούς, όπως ισχύουν για τους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής.

3.Αν η Αρχή έχει ζητήσει βοήθεια ή υποστήριξη κατά την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων από αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις, τα τέλη καλύπτουν επίσης την επιστροφή τυχόν δαπανών τις οποίες ενδέχεται να πραγματοποιήσουν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων.

4.Τα εποπτικά τέλη είναι ανάλογα προς τον ετήσιο κύκλο εργασιών του σχετικού συμμετέχοντος στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής.

5.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής είναι δυνατό να απαλλάσσονται από την υποχρέωση καταβολής τέλους ή να υπόκεινται σε μειωμένο, σταθερό, ανώτατο ή προσωρινό τέλος, κατά περίπτωση.

6.Η Αρχή παρέχει σε κάθε συμμετέχοντα στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελεί υπό την εποπτεία της Αρχής τις πληροφορίες που εξηγούν τον τρόπο υπολογισμού του τέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

7.Η Αρχή δημοσιεύει σε ετήσια βάση στον ιστότοπό της έκθεση διαφάνειας των τελών, στην οποία καθορίζονται οι κατηγορίες των συμμετεχόντων στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής και η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για την κατανομή του κόστους.

8.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 75α μέσω περαιτέρω προσδιορισμού του είδους των τελών, των θεμάτων για τα οποία επιβάλλονται τέλη, του ύψους τους και του τρόπου καταβολής τους.

9.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης στους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1, όπως ορίζεται σε άλλες ενωσιακές πράξεις.».

28)Το άρθρο 40 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο βα):

«βα) 5 ανεξάρτητα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου·»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Καθεμία από τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι υπεύθυνη για τον ορισμό ενός αναπληρωματικού μέλους υψηλού επιπέδου από αυτήν, το οποίο μπορεί να αντικαθιστά το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), σε περίπτωση που το πρόσωπο αυτό κωλύεται να παραστεί.».

29)Το άρθρο 41 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος του προέδρου, μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στο εκτελεστικό συμβούλιο, στον εκτελεστικό διευθυντή ή στον πρόεδρο.

Όταν εσωτερική επιτροπή συζητά θέματα σχετικά με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή κεντρικό αποθετήριο τίτλων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι άλλες σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων της Ένωσης έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου.».

30)Το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το συμβούλιο εποπτών καθοδηγεί το έργο της Αρχής και είναι υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 9α έως 16α του παρόντος κανονισμού. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει όλες τις αποφάσεις της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποδίδονται ειδικά στην Αρχή στις άλλες ενωσιακές πράξεις, με εξαίρεση τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν από το εκτελεστικό συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 46α. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει τις γνώμες, τις συστάσεις, τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αποφάσεις της Αρχής και εκδίδει τις συμβουλές που αναφέρονται στο κεφάλαιο II, βάσει πρότασης της οικείας εσωτερικής επιτροπής, του προέδρου ή του εκτελεστικού συμβουλίου, κατά περίπτωση.»·

β)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου εκάστου έτους, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, το πρόγραμμα εργασίας της Αρχής για το επόμενο έτος και το διαβιβάζει προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.»·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Το συμβούλιο εποπτών εγκρίνει, βάσει πρότασης του εκτελεστικού συμβουλίου, την ετήσια έκθεση πεπραγμένων της Αρχής, όπου περιλαμβάνεται και η εκτέλεση των καθηκόντων του προέδρου, και διαβιβάζει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έως τις 15 Ιουνίου κάθε έτους. Η έκθεση δημοσιοποιείται.».

31)Το άρθρο 44 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

1)το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος και τα 5 ανεξάρτητα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δεν ψηφίζουν επί των αποφάσεων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο.»·

2)το τέταρτο και το πέμπτο εδάφιο απαλείφονται·

3)προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όσον αφορά αποφάσεις που προσδιορίζονται στο άρθρο 44β παράγραφος 2, κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, το συμβούλιο εποπτών λαμβάνει αποφάσεις με πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του με δικαίωμα ψήφου.»·

β)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο απαλείφεται.

32)ο τίτλος της ενότητας 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτελεστικό συμβούλιο»

33)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 44α:

«Άρθρο 44α

Σύνθεση και διορισμός του εκτελεστικού συμβουλίου

1.Το εκτελεστικό συμβούλιο απαρτίζεται από:

α)τον πρόεδρο της Αρχής·

β)5 ανεξάρτητα μέλη πλήρους απασχόλησης.

Όταν το εκτελεστικό συμβούλιο εκτελεί τα καθήκοντα που αναφέρονται στο άρθρο [46α παράγραφος 8], εκπρόσωπος της Επιτροπής έχει δικαίωμα συμμετοχής στις συζητήσεις και διαθέτει πρόσβαση στα έγγραφα που αφορούν τα εν λόγω καθήκοντα.

Ο εκτελεστικός διευθυντής και ο αντιπρόεδρος της Αρχής συμμετέχουν στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου χωρίς δικαίωμα ψήφου.

2.Όταν συζητούνται οι αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) σχετικά με άμεσα εποπτευόμενη οντότητα, το μέλος του συμβουλίου εποπτών από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η σχετική οντότητα μπορεί να συμμετέχει στις συζητήσεις κατά τις σχετικές συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου.

Όταν συζητούνται εποπτικά θέματα σχετικά με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή κεντρικό αποθετήριο τίτλων, εκπρόσωπος της ΕΚΤ έχει το δικαίωμα να παρίσταται στη συζήτηση.

Οι παρατηρητές που ορίζονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο δεν παρίστανται κατά την ψηφοφορία που ακολουθεί τις εν λόγω συζητήσεις.

Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να δεχθεί άλλους παρατηρητές στις συζητήσεις.

3.Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) επιλέγονται με βάση τα προσόντα, τις ικανότητες, τις γνώσεις, την ακεραιότητα, την αναγνωρισμένη πείρα στον τομέα της εποπτείας των χρηματοοικονομικών αγορών και άλλα σχετικά προσόντα, κατόπιν ανοικτής διαδικασίας επιλογής, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων για τη θέση των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να διενεργήσει ακροάσεις των υποψηφίων που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον κατάλογο.

Το συμβούλιο εποπτών υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρόταση για τον διορισμό των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), με βάση τον κατάλογο των επικρατέστερων υποψηφίων που καταρτίζει η Επιτροπή. Μετά την έγκριση της εν λόγω πρότασης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο εκδίδει εκτελεστική απόφαση για τον διορισμό των εν λόγω μελών του εκτελεστικού συμβουλίου. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

4.Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας διορισμού, λαμβάνονται υπόψη, στο μέτρο του δυνατού, οι αρχές της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων και της γεωγραφικής ισορροπίας. Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου θα πρέπει να εκπροσωπούν διάφορα είδη εποπτικής πείρας, μεταξύ άλλων στον τομέα της προληπτικής εποπτείας, και, στο μέτρο του δυνατού, θα πρέπει να έχουν συλλογικά επαρκή κατανόηση των τομέων στους οποίους η Αρχή ασκεί άμεσα εποπτικά καθήκοντα.

5.Η θητεία των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), είναι πενταετής. Κατά τη διάρκεια των 12 μηνών πριν από τη λήξη της πενταετούς θητείας του, το συμβούλιο εποπτών ή μια μικρότερη επιτροπή που επιλέγεται μεταξύ των μελών του συμβουλίου εποπτών, συμπεριλαμβανομένου ενός εκπροσώπου της Επιτροπής, διενεργεί αξιολόγηση των εν λόγω μελών του εκτελεστικού συμβουλίου. Κατά την αξιολόγηση αυτή λαμβάνονται υπόψη οι επιδόσεις κάθε μέλους του εκτελεστικού συμβουλίου και τα μελλοντικά καθήκοντα και προκλήσεις της Αρχής. Με βάση την αξιολόγηση, το συμβούλιο εποπτών μπορεί να προτείνει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παρατείνει τη θητεία των μελών για δύο έτη. Η εν λόγω παράταση μπορεί να χορηγηθεί μόνο μία φορά. Έπειτα από την έγκριση της πρότασης του συμβουλίου εποπτών από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο εκδίδει εκτελεστική απόφαση για να παρατείνει τη θητεία του σχετικού μέλους ή των σχετικών μελών του εκτελεστικού συμβουλίου.

6.Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να υπηρετήσει περισσότερα από επτά έτη σε οποιαδήποτε θέση προέδρου, εκτελεστικού διευθυντή ή ανεξάρτητου μέλους του εκτελεστικού συμβουλίου. Η προηγούμενη θητεία σε μια θέση προσμετράται στο όριο θητείας για άλλη θέση, ανεξάρτητα από τη σειρά με την οποία κατείχε τις θέσεις.».

34)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 44β:

«Άρθρο 44β

Λήψη αποφάσεων

1.Οι αποφάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου εγκρίνονται με απλή πλειοψηφία των μελών του, ενώ επιδιώκεται συναίνεση. Κάθε μέλος διαθέτει μία ψήφο. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προέδρου.

2.Απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφοι 3 και 6, το άρθρο 17αα, το άρθρο 17ααα, το άρθρο 18 παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 22 παράγραφος 4, το άρθρο 30 παράγραφοι 4 και 8, το άρθρο 39η στοιχεία α), β), στ), ζ), θ), το άρθρο 39θ και το άρθρο 65 και οποιεσδήποτε αποφάσεις βάσει τομεακής νομοθεσίας που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο θεωρούνται εγκριθείσες εκτός αν το συμβούλιο εποπτών διατυπώσει αντιρρήσεις εντός περιόδου που θα καθορίζεται στον εσωτερικό κανονισμό, η οποία ωστόσο δεν υπερβαίνει τις δέκα εργάσιμες ημέρες, εκτός αν αυτό αιτιολογείται δεόντως από την πολυπλοκότητα της απόφασης και συμφωνηθεί από τα δύο συμβούλια. Σε επείγουσες καταστάσεις, η εν λόγω περίοδος δεν υπερβαίνει τις 48 ώρες.

3.Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής έχει δικαίωμα ψήφου για θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 63. Σε περίπτωση που η Επιτροπή εγείρει σοβαρές ανησυχίες σχετικά με πρόταση απόφασης που υποβάλλεται στο εκτελεστικό συμβούλιο για θέματα που σχετίζονται με τον δημοσιονομικό κανονισμό-πλαίσιο και τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το εκτελεστικό συμβούλιο αναβάλλει την έγκριση της απόφασης. Εντός 15 ημερών, το εκτελεστικό συμβούλιο επανεξετάζει την απόφαση και την εγκρίνει, ενδεχομένως τροποποιημένη, σε δεύτερη ανάγνωση με πλειοψηφία δύο τρίτων, συμπεριλαμβανομένου του εκπροσώπου της Επιτροπής, κατά περίπτωση. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του.».

35)Τα άρθρα 45 και 45α απαλείφονται.

36)Στο άρθρο 45β, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να συγκροτεί ομάδες συντονισμού με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής για συγκεκριμένα θέματα για τα οποία ενδέχεται να απαιτείται συντονισμός λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες εξελίξεις της αγοράς. Το εκτελεστικό συμβούλιο συγκροτεί ομάδες συντονισμού για συγκεκριμένα θέματα κατόπιν αιτήματος πέντε μελών του συμβουλίου εποπτών.

2. Όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές συμμετέχουν στις ομάδες συντονισμού και παρέχουν σε αυτές σύμφωνα με το άρθρο 35 τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να μπορούν να ασκούν τα συντονιστικά καθήκοντά τους σύμφωνα με την εντολή τους. Το έργο των ομάδων συντονισμού βασίζεται στις πληροφορίες που παρέχουν οι σχετικές αρμόδιες αρχές και σε τυχόν ευρήματα που προσδιορίζονται από την Αρχή.

3. Η προεδρία των ομάδων συντονισμού ασκείται από μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου. Κάθε χρόνο, το αντίστοιχο μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου που είναι υπεύθυνο για την ομάδα συντονισμού υποβάλλει έκθεση στο συμβούλιο εποπτών σχετικά με τα κύρια στοιχεία των συζητήσεων και των ευρημάτων και, εφόσον κρίνεται σκόπιμο, υποβάλλει πρόταση για κανονιστική παρακολούθηση ή αξιολόγηση από ομοτίμους στον αντίστοιχο τομέα. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην Αρχή τον τρόπο με τον οποίο έλαβαν υπόψη τις εργασίες των ομάδων συντονισμού στις δραστηριότητές τους.».

37)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 45γ:

«Άρθρο 45γ

Εσωτερικές επιτροπές

1.Το εκτελεστικό συμβούλιο, με δική του πρωτοβουλία, κατόπιν αιτήματος του προέδρου ή εφόσον προβλέπεται σε άλλες ενωσιακές πράξεις, μπορεί να συγκροτεί εσωτερικές επιτροπές για συγκεκριμένα καθήκοντα που του ανατίθενται. Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να προβλέπει την ανάθεση ορισμένων σαφώς καθορισμένων καθηκόντων και αποφάσεων σε εσωτερικές επιτροπές, στον εκτελεστικό διευθυντή ή στον πρόεδρο.

Όταν εσωτερική επιτροπή συζητά εποπτικά θέματα σχετικά με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή κεντρικό αποθετήριο τίτλων, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι άλλες σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων της Ένωσης έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν χωρίς δικαίωμα ψήφου.».

38)Το άρθρο 46 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 46

Ανεξαρτησία του εκτελεστικού συμβουλίου

1.Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου ενεργούν ανεξάρτητα και αντικειμενικά προς το αποκλειστικό συμφέρον της Ένωσης ως συνόλου και δεν επιτρέπεται να ζητούν ή να δέχονται οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης, από οποιαδήποτε κυβέρνηση ή από οποιονδήποτε άλλον δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.

Τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης και οποιοσδήποτε άλλος δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας δεν επιδιώκουν να επηρεάσουν τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

2.Αν ένα μέλος του εκτελεστικού συμβουλίου που αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 στοιχείο βα) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή αν έχει κριθεί ένοχος σοβαρού παραπτώματος, το Συμβούλιο μπορεί, με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν πρότασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να εκδώσει εκτελεστική απόφαση για την παύση του εν λόγω μέλους του εκτελεστικού συμβουλίου από τα καθήκοντά του. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

3.Κατά τη διάρκεια 18 μηνών από τη λήξη της θητείας τους, τα πρώην μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου της Αρχής, απαγορεύεται να ασκήσουν επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα με:

α)οντότητα που τελεί υπό την άμεση εποπτεία της Αρχής·

β)κάθε άλλη οντότητα, εφόσον κάτι τέτοιο θα οδηγούσε ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε σύγκρουση με τα έννομα συμφέροντα της Αρχής.

Το εκτελεστικό συμβούλιο προσδιορίζει, στους κανόνες του για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων σε σχέση με τα μέλη του, σύμφωνα με το άρθρο 46α παράγραφος 8 στοιχείο δ), τις περιστάσεις υπό τις οποίες υφίσταται ή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.».

39)Προστίθεται το άρθρο 46α:

«Άρθρο 46α

Καθήκοντα του εκτελεστικού συμβουλίου

1.Το εκτελεστικό συμβούλιο είναι υπεύθυνο για τον συνολικό προγραμματισμό και την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Αρχή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να εξετάζει, να γνωμοδοτεί και να υποβάλλει πρόταση για κάθε ζήτημα το οποίο πρόκειται να αποφασιστεί από το συμβούλιο εποπτών.

3.Το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να ζητήσει τη γνώμη του συμβουλίου εποπτών για όλα τα εποπτικά θέματα. Το συμβούλιο εποπτών γνωμοδοτεί κατά την επόμενη συνεδρίασή του κατόπιν αιτήματος ή όπως συμφωνείται με το εκτελεστικό συμβούλιο.

4.Το εκτελεστικό συμβούλιο εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με το κεφάλαιο ΙΙα και ασκεί εποπτικά καθήκοντα σε σχέση με μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και άλλες ενωσιακές πράξεις.

5.Το εκτελεστικό συμβούλιο εκδίδει τις αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5, το άρθρο 17 παράγραφοι 3 και 6, το άρθρο 17αα, το άρθρο 17ααα, το άρθρο 18 παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 19, το άρθρο 19α παράγραφοι 1 και 4, το άρθρο 22 παράγραφος 4 και το άρθρο 30. Επιπλέον, το εκτελεστικό συμβούλιο εκτελεί καθήκοντα ή λαμβάνει μέτρα σε σχέση με μεμονωμένες εθνικές αρμόδιες αρχές και μεμονωμένους συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές που δεν τελούν υπό την εποπτεία της Αρχής, όταν αυτό προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή σε άλλες ενωσιακές πράξεις. .

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στις περιπτώσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/23, οι αποφάσεις βάσει του άρθρου 19 λαμβάνονται από το συμβούλιο εποπτών.

6.Το εκτελεστικό συμβούλιο θεσπίζει τις ρυθμίσεις εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 8α παράγραφος 4.

7.Το εκτελεστικό συμβούλιο υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών εξαμηνιαία ενημέρωση σχετικά με εποπτικά θέματα.

8.Επιπλέον, το εκτελεστικό συμβούλιο έχει τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)Το εκτελεστικό συμβούλιο προτείνει στο συμβούλιο εποπτών ετήσιο και πολυετές πρόγραμμα εργασίας προς έγκριση·

β)το εκτελεστικό συμβούλιο ασκεί τις σχετικές με τον προϋπολογισμό εξουσίες του σύμφωνα με τα άρθρα 63 και 64·

γ)το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει το σχέδιο πολιτικής προσωπικού της Αρχής και, σύμφωνα με το άρθρο 68 παράγραφος 2, τα μέτρα που απαιτούνται για την εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης)·

δ)το εκτελεστικό συμβούλιο θεσπίζει κανόνες για την πρόληψη και τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων σε σχέση με τα μέλη του·

ε)το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει τις ειδικές διατάξεις σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα της Αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 72·

στ)το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει και δημοσιοποιεί τον εσωτερικό κανονισμό του·

ζ)το εκτελεστικό συμβούλιο διορίζει και παύει τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφοι 3 και 5, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την πρόταση του συμβουλίου εποπτών.

9.Τα μέλη του εκτελεστικού συμβουλίου δημοσιοποιούν όλες τις διεξαχθείσες συνεδριάσεις και κάθε προσφερθείσα φιλοξενία. Οι δαπάνες καταχωρούνται δημοσίως σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης.».

40)Το άρθρο 47 απαλείφεται.

41)Το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος είναι υπεύθυνος για τον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης του εκτελεστικού συμβουλίου, η οποία εγκρίνεται από αυτό, και προεδρεύει των συνεδριάσεών του.

Ο πρόεδρος μπορεί να καλεί το εκτελεστικό συμβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο σύστασης ομάδας συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 45β.»·

β)στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επίσης το εκτελεστικό συμβούλιο επιλέγει, μεταξύ των μελών του, αντιπρόεδρο, που ασκεί τις λειτουργίες του προέδρου όταν ο τελευταίος απουσιάζει.»·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η θητεία του προέδρου είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη για δύο έτη.»·

δ)στην παράγραφο 4, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του συμβουλίου εποπτών, επικουρούμενο από την Επιτροπή και λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μπορεί να παρατείνει τη θητεία του προέδρου άπαξ για δυο έτη.»·

ε)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

«6. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να υπηρετήσει περισσότερο από 7 έτη σε οποιαδήποτε θέση προέδρου, εκτελεστικού διευθυντή ή ανεξάρτητου μέλους του εκτελεστικού συμβουλίου. Η προηγούμενη θητεία σε μια θέση προσμετράται στο όριο θητείας για άλλη θέση, ανεξάρτητα από τη σειρά με την οποία κατείχε τις θέσεις.».

42)Το άρθρο 51 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η θητεία του εκτελεστικού διευθυντή είναι πενταετής και άπαξ ανανεώσιμη για δύο έτη.»·

β)στην παράγραφο 4, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Λαμβάνοντας υπόψη την αποτίμηση στην οποία αναφέρεται το πρώτο εδάφιο, το εκτελεστικό συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη θητεία του εκτελεστικού διευθυντή άπαξ για δύο έτη.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

«6. Κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να υπηρετήσει περισσότερο από 7 έτη σε οποιαδήποτε θέση προέδρου, εκτελεστικού διευθυντή ή ανεξάρτητου μέλους του εκτελεστικού συμβουλίου. Η προηγούμενη θητεία σε μια θέση προσμετράται στο όριο θητείας για άλλη θέση, ανεξάρτητα από τη σειρά με την οποία κατείχε τις θέσεις.».

43)Στο άρθρο 52, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη των αντίστοιχων ρόλων του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών όσον αφορά τα καθήκοντα του εκτελεστικού διευθυντή, ο εκτελεστικός διευθυντής δεν επιτρέπεται να ζητεί ή να λαμβάνει οδηγίες από τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς της Ένωσης, από την κυβέρνηση οποιουδήποτε κράτους μέλους ή από οποιονδήποτε άλλο δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα.».

44)Στο άρθρο 53, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την επίβλεψη της καθημερινής λειτουργίας της Αρχής και για τη διασφάλιση της δέουσας υλοποίησης των στόχων και των αποφάσεών της. Επικουρεί το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών στον καθορισμό της στρατηγικής κατεύθυνσης της Αρχής. Ο εκτελεστικός διευθυντής προετοιμάζει τις εργασίες του εκτελεστικού συμβουλίου για τα θέματα που προσδιορίζονται στο άρθρο 46α παράγραφος 7.

2. Ο εκτελεστικός διευθυντής είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση του ετήσιου προγράμματος εργασίας της Αρχής υπό την καθοδήγηση του συμβουλίου εποπτών και υπό τον έλεγχο του εκτελεστικού συμβουλίου.».

45)Στο άρθρο 57, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κάθε υποεπιτροπή έχει πρόεδρο. Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά σε άλλες ενωσιακές πράξεις, ο πρόεδρος είναι ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 1 ή ένας από τους εκπροσώπους των σχετικών αρμόδιων αρχών, ο οποίος είναι επίσης παρατηρητής στη Μεικτή Επιτροπή.».

46)Το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής ορίζει δυο μέλη του συμβουλίου προσφυγών και δύο αναπληρωματικά μέλη από πίνακα επικρατέστερων υποψηφίων τον οποίο προτείνει η Επιτροπή, μετά από δημόσια πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και μετά από διαβούλευση με το συμβούλιο εποπτών.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Δεν είναι δυνατόν να παυθεί από τα καθήκοντά του κατά τη διάρκεια της θητείας του μέλος του συμβουλίου προσφυγών το οποίο ορίστηκε από το εκτελεστικό συμβούλιο της Αρχής, εκτός αν κριθεί ένοχο για σοβαρό παράπτωμα και το εκτελεστικό συμβούλιο λάβει σχετική απόφαση, αφού προηγουμένως διαβουλευτεί με το συμβούλιο εποπτών.».

47)Στο άρθρο 59, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα μέλη του συμβουλίου προσφυγών είναι ανεξάρτητα κατά τη λήψη των αποφάσεών τους. Δεν δεσμεύονται από οποιεσδήποτε οδηγίες. Δεν επιτρέπεται να εκτελούν άλλα καθήκοντα σε σχέση με την Αρχή, το εκτελεστικό συμβούλιό της ή το συμβούλιο εποπτών της.».

48)Στο άρθρο 60, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών, μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά οποιασδήποτε απόφασης που ελήφθη από την Αρχή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό ή άλλες ενωσιακές πράξεις στις οποίες παραπέμπει το άρθρο 1 παράγραφος 2, η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο, ή κατά απόφασης η οποία, παρότι έχει τη μορφή απόφασης απευθυνόμενης προς κάποιο άλλο πρόσωπο, αφορά άμεσα και μεμονωμένα το εν λόγω πρόσωπο.».

49)Στο άρθρο 62, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) τυχόν τέλη που καταβάλλονται στην Αρχή στις περιπτώσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και σε σχετικές πράξεις του δικαίου της Ένωσης·»·

β)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο στ):

«στ) ενδεχόμενη χρηματοδότηση της Ένωσης υπό μορφή συμφωνιών συνεισφοράς ή ad hoc επιχορηγήσεων σύμφωνα με τους δημοσιονομικούς κανόνες της Αρχής που αναφέρονται στο άρθρο 65 και με τις διατάξεις των σχετικών πράξεων που πλαισιώνουν τις πολιτικές της Ένωσης.».

50)Το άρθρο 63 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κάθε έτος, ο εκτελεστικός διευθυντής καταρτίζει προσωρινό σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Αρχής για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη, στο οποίο παρουσιάζονται οι προβλέψεις εσόδων και δαπανών, καθώς και πληροφορίες σχετικά με το προσωπικό, με βάση τον ετήσιο και τον πολυετή προγραμματισμό της Αρχής, και το διαβιβάζει στο εκτελεστικό συμβούλιο και στο συμβούλιο εποπτών, μαζί με το οργανόγραμμα.

2. Το συμβούλιο εποπτών, βάσει του σχεδίου που έχει εγκριθεί από το εκτελεστικό συμβούλιο, εγκρίνει το σχέδιο ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού για τα επόμενα τρία οικονομικά έτη.

3. Το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού διαβιβάζεται από το εκτελεστικό συμβούλιο στην Επιτροπή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έως τις 31 Ιανουαρίου.»·

β)η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Το εκτελεστικό συμβούλιο γνωστοποιεί χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την πρόθεσή του να εκτελέσει έργο που μπορεί να έχει σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στη χρηματοδότηση του προϋπολογισμού του, ιδίως όταν πρόκειται για έργο σχετικό με ακίνητα, όπως μίσθωση ή αγορά κτιρίων.».

51)Στο άρθρο 64, η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου, ο εκτελεστικός διευθυντής αποστέλλει στο Ελεγκτικό Συνέδριο απάντηση επί των παρατηρήσεων του τελευταίου και διαβιβάζει αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στο συμβούλιο εποπτών, στο εκτελεστικό συμβούλιο και στην Επιτροπή.».

52)Στο άρθρο 65, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι δημοσιονομικοί κανόνες που ισχύουν για την Αρχή εγκρίνονται από το εκτελεστικό συμβούλιο μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή.».

53)Το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για το προσωπικό της Αρχής, περιλαμβανομένου του εκτελεστικού διευθυντή, του προέδρου της και των μελών του εκτελεστικού συμβουλίου, ισχύουν ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και οι κανόνες που θέσπισαν από κοινού τα θεσμικά όργανα της Ένωσης για την εφαρμογή των ανωτέρω πράξεων.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε συμφωνία με την Επιτροπή, θεσπίζει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 110 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει διατάξεις που επιτρέπουν την απόσπαση στην Αρχή εθνικών εμπειρογνωμόνων από κράτη μέλη.».

54)Στο άρθρο 70, η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2α. Το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που παρέχουν, άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, οποιαδήποτε υπηρεσία σχετική με τα καθήκοντα της Αρχής, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και άλλων προσώπων που εξουσιοδοτούνται από το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών ή διορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για τον σκοπό αυτό, υπόκεινται σε απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου, ισοδύναμες με εκείνες των παραγράφων 1 και 2.

Οι ίδιες απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισχύουν επίσης για παρατηρητές που παρίστανται στις συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου και του συμβουλίου εποπτών και οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στις δραστηριότητες της Αρχής.».

55)Στο άρθρο 72, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο εγκρίνει πρακτικά μέτρα για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.».

56)Στο άρθρο 73, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το εκτελεστικό συμβούλιο αποφασίζει σχετικά με το γλωσσικό καθεστώς που εφαρμόζεται στην Αρχή.».

57)Στο άρθρο 74, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αναγκαίες ρυθμίσεις σχετικά με τη στέγαση της Αρχής στο κράτος μέλος όπου εδρεύει και σχετικά με τις εγκαταστάσεις που πρέπει να θέσει στη διάθεσή της το εν λόγω κράτος μέλος, καθώς και οι ειδικοί κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος για το προσωπικό της Αρχής και τα μέλη των οικογενειών τους ορίζονται σε συμφωνία για την έδρα μεταξύ της Αρχής και του εν λόγω κράτους μέλους, η οποία συνάπτεται μετά τη λήψη της έγκρισης του εκτελεστικού συμβουλίου.».

58)Προστίθεται το ακόλουθο κεφάλαιο VIIα:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIIα

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΠΡΑΞΕΙΣ

Άρθρο 75α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στα άρθρα 39ε και 39ιδ του παρόντος κανονισμού ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος της βασικής νομοθετικής πράξης].

3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού τίθεται σε ισχύ μόνο αν δεν διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

59)Το άρθρο 81 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία: 5 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος] και ανά πενταετία στη συνέχεια, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκτήθηκε ως αποτέλεσμα της λειτουργίας της Αρχής και των διαδικασιών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η έκθεση αξιολογεί μεταξύ άλλων:

α)το επίπεδο λογοδοσίας και διαφάνειας της Αρχής, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη χρήση των πόρων της·

β)την αποτελεσματικότητα και τον βαθμό σύγκλισης των πρακτικών εποπτείας·

γ)την κατανομή αρμοδιοτήτων στον τομέα της άμεσης εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της σκοπιμότητας ανάθεσης περαιτέρω εποπτικών αρμοδιοτήτων στην Αρχή·

δ)το μοντέλο διακυβέρνησης·

ε)αν οι πόροι της Αρχής για την εκτέλεση των καθηκόντων της είναι επαρκείς·

στ)τη λειτουργία της Μεικτής Επιτροπής·

ζ)την εφαρμογή της ρήτρας διασφάλισης του άρθρου 38·

η)τον ρόλο της Αρχής όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο·

θ)αν ενδείκνυται να απλοποιηθεί και να ενισχυθεί η αρχιτεκτονική του ΕΣΧΕ για να αυξηθεί η συνοχή μεταξύ του μακροεπιπέδου και του μικροεπιπέδου και μεταξύ των ΕΕΑ.

Η έκθεση, με συνοδευτικές προτάσεις, κατά περίπτωση, υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.»·

β)οι παράγραφοι 2 έως 3 απαλείφονται.

Άρθρο 2
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 1α) και 1β):

«1α) “σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος”: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 και χαρακτηρίζεται σημαντικός σύμφωνα με το άρθρο 22α παράγραφος 1·

1β) “λιγότερο σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος”: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 και δεν είναι σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·»·

β)το σημείο 13) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«13) “αρμόδια αρχή”: η αρμόδια αρχή όπως προσδιορίζεται στη νομοθεσία που προβλέπεται στο σημείο 8 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή που προβλέπεται στο άρθρο 10 παράγραφος 5, η εθνική αρμόδια αρχή ή η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή·»·

γ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 13α), 13β) και 13γ):

«13α) “αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή”: η εθνική αρμόδια αρχή για λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή η ΕΑΚΑΑ για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

13β) “εθνική αρμόδια αρχή”: η εθνική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, η οποία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1·

13γ) “σχετική αρχή”: οποιαδήποτε από τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22δ·»·

δ)το σημείο 31) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

31) “οντότητα καλυμμένου ομολόγου”: ο εκδότης του καλυμμένου ομολόγου ή τα συνολικά στοιχεία κάλυψης ενός καλυμμένου ομολόγου·»·

ε)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 32):

«32) “κεντρική βάση δεδομένων”: η κεντρική βάση δεδομένων που δημιουργείται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 17γ.»·

στ)προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 1, του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο στ), του άρθρου 14 παράγραφος 4, του άρθρου 17 παράγραφος 3α, του άρθρου 17 παράγραφος 3β) τρίτο εδάφιο και παράγραφοι 4 και 5, του άρθρου 21 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο και παράγραφοι 4α και 5, του άρθρου 27 παράγραφος 3, του άρθρου 28 παράγραφοι 1, 4 και 5, του άρθρου 29 παράγραφοι 1 και 3, του άρθρου 30 παράγραφοι 1 έως 5, του άρθρου 31 παράγραφοι 1 έως 8, του άρθρου 32 παράγραφος 1 εκτός από τις δύο τελευταίες αναφορές στο τρίτο εδάφιο, του άρθρου 32 παράγραφοι 2 έως 6 και παράγραφος 7 εκτός από τη δεύτερη έως την τελευταία αναφορά, του άρθρου 35 παράγραφοι 1, 2 και 3, του άρθρου 37 παράγραφοι 1α και 2, του άρθρου 38 παράγραφοι 1, 3 και 5, του άρθρου 41 παράγραφος 2, του άρθρου 45α παράγραφοι 1 και 2, του άρθρου 48 παράγραφος 3, του άρθρου 49 παράγραφοι 1, 1δ και 1ζ, ο όρος “αρμόδια αρχή” νοείται ως “αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή”.».

2)Το άρθρο 6α τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου, πριν από την αίτηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με το ΕΣΣΚ και τις αρμόδιες για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχές.»·

β)στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών και οι αρμόδιες για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχές μπορούν να ζητήσουν από την ΕΑΚΑΑ να υποβάλει στην Επιτροπή αίτηση αναστολής της υποχρέωσης εκκαθάρισης.»·

γ)στην παράγραφο 8 τρίτο εδάφιο, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του στοιχείου γ) του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με το ΕΣΣΚ και τις αρμόδιες για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχές.».

3)Στο άρθρο 6β παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 31 , η αρχή εξυγίανσης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που ορίζεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού ή η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία ενός εκκαθαριστικού μέλους του υπό εξυγίανση κεντρικού αντισυμβαλλομένου να ζητήσει να αναστείλει η Επιτροπή την υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού για συγκεκριμένες κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ή για συγκεκριμένο είδος αντισυμβαλλομένου, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:».

4)Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια να εκκαθαρίζει συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων δέχεται να εκκαθαρίζει τις εν λόγω συμβάσεις χωρίς διακρίσεις και με διαφάνεια, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τις απαιτήσεις ασφάλειας και τις χρεώσεις αρχικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης, ανεξαρτήτως του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο εκτελείται μια συναλλαγή.»·

β)οι παράγραφοι 2 έως 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ένας τόπος διαπραγμάτευσης που επιδιώκει πρόσβαση σε υπηρεσία κεντρικού αντισυμβαλλομένου η οποία σχετίζεται με την εκκαθάριση συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων υποβάλλει την αίτησή του στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Στην αίτηση προσδιορίζονται οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τις οποίες ζητείται εκκαθάριση. Ο τόπος διαπραγμάτευσης ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ, την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και την αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης σχετικά με την εν λόγω αίτηση.

3. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει γραπτή απάντηση στον τόπο διαπραγμάτευσης, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με την οποία είτε επιτρέπει είτε αρνείται την πρόσβαση.

4. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να απορρίψει αίτηση πρόσβασης μόνο αν η πρόσβαση αυτή θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο, βάσει συνολικής εκτίμησης κινδύνου υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 7.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν απορρίπτει αίτηση λόγω πιθανής απώλειας εσόδων όσον αφορά τον ίδιο ή άλλη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο.

Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν παράσχει γραπτή απάντηση στον τόπο διαπραγμάτευσης εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ενημερώσει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από αυτόν.

Όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 7, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να χορηγήσει πρόσβαση στις υπηρεσίες του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης.

Όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αρνείται την πρόσβαση στον τόπο διαπραγμάτευσης, στη γραπτή απάντηση παρέχεται λεπτομερής εξήγηση των λόγων άρνησης της πρόσβασης, με βάση τη συνολική εκτίμηση κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, αμέσως μετά την παροχή της γραπτής απάντησης στον τόπο διαπραγμάτευσης και εγγράφως, ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σχετικά με την εν λόγω απόφαση.

5. Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει αρνηθεί την πρόσβαση, ο τόπος διαπραγμάτευσης μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί τους λόγους άρνησης της πρόσβασης και, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της καταγγελίας, παρέχει στον τόπο διαπραγμάτευσης αιτιολογημένη απάντηση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμβουλευτεί τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2. Αν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου να χορηγήσει πρόσβαση δεν είναι δικαιολογημένη, όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 7, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να χορηγήσει πρόσβαση στις υπηρεσίες του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης.

6. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που παρέχει πρόσβαση στον τόπο διαπραγμάτευσης διασφαλίζει ότι η εν λόγω πρόσβαση είναι πλήρως λειτουργική εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της θετικής απάντησης στην αίτηση πρόσβασης.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7. Οι όροι που προβλέπονται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τη μη διακριτική μεταχείριση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται συμβόλαια που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον τόπο διαπραγμάτευσης από την άποψη των απαιτήσεων ασφάλειας και συμψηφισμού οικονομικά ισοδύναμων συμβολαίων και μεταφοράς περιθωρίων ασφάλειας μεταξύ συσχετιζόμενων συμβολαίων (cross-margining) που εκκαθαρίζονται από τον ίδιο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, καθώς και οι ειδικοί κίνδυνοι τους οποίους πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατά τη διενέργεια συνολικής εκτίμησης κινδύνου όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4, προσδιορίζονται περαιτέρω από τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

Κατά τη διενέργεια συνολικής εκτίμησης κινδύνου, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και η ΕΑΚΑΑ, αντίστοιχα, λαμβάνουν υπόψη τους σχετικούς όρους που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.».

5)Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Άρθρο 8

Πρόσβαση στον τόπο διαπραγμάτευσης

«1. Ο τόπος διαπραγμάτευσης, κατόπιν σχετικής αίτησης, παρέχει τα στοιχεία των συναλλαγών κατά τρόπο διαφανή και χωρίς διακρίσεις σε οιονδήποτε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει άδεια να εκκαθαρίζει εξωχρηματιστηριακές συμβάσεις παραγώγων οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον τόπο διαπραγμάτευσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις χρεώσεις αρχικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης.

2. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που προτίθεται να έχει πρόσβαση στην υπηρεσία ενός τόπου διαπραγμάτευσης η οποία σχετίζεται με τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων υποβάλλει επισήμως την αίτησή του στον τόπο διαπραγμάτευσης. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ, τις αρμόδιες αρχές του τόπου διαπραγμάτευσης και την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή σχετικά με την εν λόγω αίτηση.

3. Ο τόπος διαπραγμάτευσης παρέχει γραπτή απάντηση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με την οποία είτε επιτρέπει είτε αρνείται την πρόσβαση.

4. Ο τόπος διαπραγμάτευσης μπορεί να απορρίψει αίτηση πρόσβασης μόνο αν η πρόσβαση αυτή θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο, βάσει συνολικής εκτίμησης κινδύνου υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 7.

Ο τόπος διαπραγμάτευσης δεν απορρίπτει αίτηση λόγω πιθανής απώλειας εσόδων όσον αφορά τον ίδιο ή άλλη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο.

Ο τόπος διαπραγμάτευσης δεν περιορίζει την πρόσβαση σε συγκεκριμένα στοιχεία των συναλλαγών με την αιτιολογία ότι οι αντισυμβαλλόμενοι σε συγκεκριμένη συναλλαγή δεν έχουν επιλέξει τον ίδιο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όταν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της επιλογής τους έχουν ήδη συνάψει ρύθμιση διαλειτουργικότητας σύμφωνα με το άρθρο 51.

Αν ο τόπος διαπραγμάτευσης δεν παράσχει γραπτή απάντηση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ενημερώσει τον τόπο διαπραγμάτευσης και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες.

Όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 7, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης να χορηγήσει πρόσβαση στις υπηρεσίες του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης.

Όταν ο τόπος διαπραγμάτευσης αρνείται την πρόσβαση, στη γραπτή απάντηση παρέχεται λεπτομερής εξήγηση των λόγων άρνησης της πρόσβασης, με βάση τη συνολική εκτίμηση κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Ο τόπος διαπραγμάτευσης, αμέσως μετά την παροχή της γραπτής απάντησης στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ενημερώνει εγγράφως την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σχετικά με την εν λόγω απόφαση.

5. Αν ο τόπος διαπραγμάτευσης έχει αρνηθεί την πρόσβαση, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί τους λόγους άρνησης της πρόσβασης και, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της καταγγελίας, παρέχει στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αιτιολογημένη απάντηση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμβουλευτεί τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά την κατάρτιση της απάντησής της. Εάν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση του τόπου διαπραγμάτευσης να χορηγήσει πρόσβαση δεν είναι δικαιολογημένη, όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης που αναφέρονται στην παράγραφο 7, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον τόπο διαπραγμάτευσης να χορηγήσει πρόσβαση στα στοιχεία συναλλαγών του εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης.

6. Ο τόπος διαπραγμάτευσης που παρέχει πρόσβαση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο διασφαλίζει ότι η πρόσβαση είναι πλήρως λειτουργική εντός τριών μηνών από τη λήψη της θετικής απάντησης στην αίτηση πρόσβασης.

7. Κατά τη διενέργεια συνολικής εκτίμησης κινδύνου, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 4 και 5 του παρόντος άρθρου, ο τόπος διαπραγμάτευσης και η ΕΑΚΑΑ, αντίστοιχα, λαμβάνουν υπόψη τους σχετικούς όρους που καθορίζονται στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.».

6)Στο άρθρο 12 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1β:

«1β. Η ΕΑΚΑΑ έχει την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμα και περιοδικές χρηματικές ποινές σε σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που παραβίασαν τους κανόνες του παρόντος τίτλου σύμφωνα με το κεφάλαιο IIα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει πρόστιμα ή περιοδικές χρηματικές ποινές στους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στην υποχρέωση υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 9, όταν τα στοιχεία που αναφέρονται επανειλημμένα περιέχουν συστηματικά πρόδηλα σφάλματα.».

7)Στο άρθρο 14, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Σε περίπτωση που νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για άδεια λειτουργίας στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17.».

8)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 22α παράγραφος 6, ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, ή αίτηση για επέκταση υπάρχουσας άδειας λειτουργίας του, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1.»·

β)στην παράγραφο 3γ τρίτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις περιλαμβάνονται σε αυτή, το εκτελεστικό συμβούλιο ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών.».

9)Το άρθρο 17β τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή υποβάλλει αίτηση γνωμοδότησης:

α) από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 23α παράγραφος 2, όταν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση, έκθεση ή άλλο μέτρο σε σχέση με τα άρθρα 7, 8, 20, 21, 29 έως 33, 35, 36, 37 και 41·

β) από το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, σύμφωνα με το άρθρο 19, όταν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση, έκθεση ή άλλο μέτρο σε σχέση με τα άρθρα 20, 21, 30, 31, 32, 35, 37, 41, 49 και 51.»·

β)στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) η ΕΑΚΑΑ μπορεί, όσον αφορά τα άρθρα 7, 8, 29 έως 33, 35, 36 και 41, να εκδώσει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 23α και το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) σχετικά με το εν λόγω σχέδιο απόφασης, έκθεσης ή άλλο μέτρο, όταν η εν λόγω γνώμη είναι αναγκαία για την προώθηση της συνεπούς και συνεκτικής εφαρμογής σχετικού άρθρου· και»·

γ)στην παράγραφο 4 τρίτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, αν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτή, το εκτελεστικό συμβούλιο ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών.».

10)Το άρθρο 17γ τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 35γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Χωριστά για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, οι σχετικές αρχές του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και η ΕΑΚΑΑ, καθώς και τα μέλη του σώματος του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που αναφέρονται στο άρθρο 18, όταν απαιτείται βάσει σχετικού άρθρου (στο εξής: εγγεγραμμένοι αποδέκτες), έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και έχουν καταχωριστεί στην κεντρική βάση δεδομένων για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όταν αυτό είναι σκόπιμο ή αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων όσον αφορά τις πληροφορίες και τα έγγραφα που υπέβαλε στην εν λόγω κεντρική βάση δεδομένων ή τα έγγραφα που διαβιβάζονται σε αυτόν μέσω της εν λόγω κεντρικής βάσης δεδομένων από οποιονδήποτε από τους εγγεγραμμένους αποδέκτες. Άλλοι αποδέκτες υποβάλλουν και έχουν επίσης πρόσβαση σε ορισμένα συγκεκριμένα έγγραφα ή πληροφορίες, όπου προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, που είναι καταχωρισμένα στην κεντρική βάση δεδομένων. Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι η κεντρική βάση δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Η ΕΑΚΑΑ καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που ανταλλάσσονται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε κάθε σχετική αρχή για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και του κανονισμού (ΕΕ) [.../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού], όταν αυτό είναι σκόπιμο ή αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι εγγεγραμμένοι αποδέκτες αναφορτώνουν στην κεντρική βάση δεδομένων, σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αιτήσεων, αποφάσεων, συστάσεων, πληροφοριών, αιτημάτων, ερωτήσεων, απαντήσεων και κοινοποιήσεων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Η απόδειξη παραλαβής αποστέλλεται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή πληροφοριών ή εγγράφων.

Η ΕΑΚΑΑ εξασφαλίζει ότι η βάση δεδομένων καθιστά δυνατή την ανάγνωση δεδομένων που έχουν καταχωριστεί με την τεχνολογία DLT, συμπεριλαμβανομένης της ανάγνωσης δεδομένων εντός της αλυσίδας συστοιχιών και της πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα.»·

γ) οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 7 απαλείφονται.

11)Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 22α παράγραφος 6, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), ή πριν από το τέλος της περιόδου προσαρμογής που αναφέρεται στο άρθρο 22α παράγραφος 7, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή συγκροτεί σώμα για να διευκολύνει την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 15, 17, 17α, 20, 21, 30, 31, 32, 35, 37, 41, 49 και 51. Την προεδρία και τη διαχείριση του εν λόγω σώματος ασκεί η ΕΑΚΑΑ (στο εξής: πρόεδρος).»·

β)στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) την ΕΑΚΑΑ·»·

γ)στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος αποφασίζει τις ημερομηνίες των συνεδριάσεων του σώματος και καθορίζει την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων αυτών.»·

δ)στην παράγραφο 5 τρίτο εδάφιο, διαγράφεται η τελευταία περίοδος·

12)Στο άρθρο 20, οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Προτού η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λάβει απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου εν όλω ή εν μέρει, μεταξύ άλλων για μία ή περισσότερες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης σε μία ή περισσότερες κατηγορίες παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων βάσει της παραγράφου 1, προβαίνει σε ένα από τα ακόλουθα βήματα:

α)για λιγότερο σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 17β, τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, εν όλω ή εν μέρει, του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

β)για σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, διαβουλεύεται με τις σχετικές αρχές του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εν όλω ή εν μέρει.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν απαιτείται επειγόντως η λήψη απόφασης.

4. Για λιγότερο σημαντικούς αντισυμβαλλομένους, η ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε μέλος του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, και, για σημαντικούς κεντρικούς συμβαλλομένους, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές, μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή να εξετάσει κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξακολουθεί να πληροί τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια.».

13)Στο άρθρο 21 παράγραφος 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή προβαίνει τουλάχιστον σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο:».

14)Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αρμόδιες αρχές που ορίζονται από τα κράτη μέλη»·

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες εθνικές αρμόδιες αρχές για την άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία λιγότερο σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων που είναι εγκατεστημένοι ή πρόκειται να εγκατασταθούν στο έδαφός του, καθώς και των καθηκόντων παροχής υποστήριξης και βοήθειας που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3. Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ.

Αν ένα κράτος μέλος ορίσει περισσότερες από μία εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, προσδιορίζει τους αντίστοιχους ρόλους τους και ορίζει μία μόνο αρχή ως υπεύθυνη για τον συντονισμό της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ, τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, την ΕΑΤ και τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ, στις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στον παρόντα κανονισμό.»·

γ) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 22α παράγραφος 1, ένα κράτος μέλος μπορεί να ορίσει την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή για έναν ή περισσότερους λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός του. Όταν κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, το κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ και την εθνική αρμόδια αρχή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.»·

δ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι η εθνική αρμόδια αρχή διαθέτει τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.»·

ε) η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αρμόδιων για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχών για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, οι οποίες έχουν οριστεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 22α παράγραφος 1.».

15)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 22α έως 22ε:

«Άρθρο 22α

Αρμόδια αρχή σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων

1.Η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και ασκεί τα εποπτικά καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για την αδειοδότηση και την εποπτεία τους.

2.Ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρείται σημαντικός αν πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)ο μέσος όρος των ανοικτών θέσεων συναλλαγών σε τίτλους, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων, των χρηματιστηριακών παραγώγων ή των μη χρηματοοικονομικών μέσων που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για περίοδο ενός έτους πριν από την αξιολόγηση, υπερβαίνει τα 100 δισ. EUR·

β)το μέσο ακαθάριστο ονομαστικό υπόλοιπο των συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που εκκαθαρίζονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για περίοδο ενός έτους πριν από την αξιολόγηση υπερβαίνει τα 500 δισ. EUR·

γ)η μέση συνολική απαίτηση αρχικού περιθωρίου και οι μέσες συνολικές εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης για λογαριασμούς που τηρούνται από τα εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, υπολογιζόμενες σε καθαρή βάση σε επίπεδο λογαριασμού εκκαθαριστικού μέλους, για περίοδο ενός έτους πριν από την αξιολόγηση, υπερβαίνουν τα 25 δισ. EUR·

δ)ανήκει στον ίδιο όμιλο με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i) κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2·

ii) ΚΑΤ ή τόπο διαπραγμάτευσης για τον οποίο αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ·

ε)το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει ορίσει την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1α, όταν ο ορισμός αυτός ισχύει για τον συγκεκριμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

Η ΕΑΚΑΑ διαπιστώνει αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί σημαντικός σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

3.Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί, τουλάχιστον κάθε 12 μήνες, αν οποιοσδήποτε κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2.

4.Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 του παρόντος κανονισμού πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρείται σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος. Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν εποπτεύεται ακόμη από την ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ορίσει πιθανή περίοδο προσαρμογής που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες, μετά την οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τίθεται υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ.

5.Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί στον ενδιαφερόμενο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, στην εθνική αρμόδια αρχή του, στις σχετικές αρχές, στην ΕΚΤ, όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει χρηματοπιστωτικά και μη χρηματοπιστωτικά μέσα σε ευρώ, και στις κεντρικές τράπεζες έκδοσης των σημαντικότερων άλλων νομισμάτων της Ένωσης, όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει χρηματοπιστωτικά και μη χρηματοπιστωτικά μέσα σε νόμισμα εκτός του ευρώ, το αποτέλεσμα της κρίσης και κάθε περίοδο προσαρμογής που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εντός 2 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω κρίσης.

6.Προτού νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση υποβάλει αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17, ζητεί από την ΕΑΚΑΑ, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, να κρίνει αν πληροί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από το εν λόγω νομικό πρόσωπο για τον σκοπό αυτό. Το νομικό πρόσωπο παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που ορίζει η ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ, εντός 20 εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών, κρίνει αν το εν λόγω νομικό πρόσωπο πληροί οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι το νομικό πρόσωπο πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το εν λόγω νομικό πρόσωπο χαρακτηρίζεται σημαντικό και εποπτεύεται από την ΕΑΚΑΑ, η οποία είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στη συγκεκριμένη οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 17.

Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι το νομικό πρόσωπο δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, χαρακτηρίζεται λιγότερο σημαντικό και εποπτεύεται από τις εθνικές αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 22 παράγραφος 1, στο οποίο είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο. Οι εν λόγω εθνικές αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες για την αδειοδότηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το άρθρο 17. Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, το νομικό πρόσωπο, την εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο και την ΕΚΤ όταν η νομική οντότητα προτίθεται να εκκαθαρίζει χρηματοπιστωτικά και μη χρηματοπιστωτικά μέσα σε ευρώ, ή τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης των σημαντικότερων νομισμάτων της Ένωσης, εκτός του ευρώ, των χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών μέσων που προτίθεται να εκκαθαρίζει το νομικό πρόσωπο, σχετικά με το αποτέλεσμα της απόφασης της εντός 2 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω απόφασης.

7.Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που είχε προηγουμένως προσδιοριστεί ως σημαντικός δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 για τους τελευταίους 36 μήνες, κρίνει ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί αμέσως την εν λόγω κρίση στον ενδιαφερόμενο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, στις εθνικές αρμόδιες αρχές του, στην ΕΚΤ, όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει χρηματοπιστωτικά και μη χρηματοπιστωτικά μέσα σε ευρώ, και στις κεντρικές τράπεζες έκδοσης των σημαντικότερων άλλων νομισμάτων της Ένωσης, όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει χρηματοπιστωτικά και μη χρηματοπιστωτικά μέσα σε νόμισμα εκτός του ευρώ. Η εν λόγω κρίση αρχίζει να ισχύει μετά από περίοδο προσαρμογής που καθορίζεται από την ΕΑΚΑΑ, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες. Η εθνική αρμόδια αρχή συγκροτεί σώμα σύμφωνα με το άρθρο 18 πριν από τη λήξη της περιόδου προσαρμογής.

8.Η ΕΑΚΑΑ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, καταρτίζει και δημοσιεύει στον ιστότοπό της τον κατάλογο σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τον επικαιροποιεί.

9.Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη σε σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων της που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για την αδειοδότηση και την εποπτεία σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 10.

10.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 82, η οποία θα συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό με τα τέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 9, καθορίζοντας:

α)τα είδη των τελών·

β)τα θέματα για τα οποία οφείλονται τέλη·

γ)τη μέθοδο υπολογισμού των τελών· και

δ)τον τρόπο καταβολής των τελών.

Άρθρο 22β

Ειδικές διατάξεις για τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

1.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 18, δεν συγκροτείται σώμα για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Σε περίπτωση που για κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ο οποίος καθίσταται σημαντικός είχε συγκροτηθεί σώμα σύμφωνα με το άρθρο 18, το εν λόγω σώμα διαλύεται το αργότερο εντός ενός έτους από τον χαρακτηρισμό του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

Σε σχέση με έναν σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, οι διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 7ε, 15α, 17, 17α, 17γ, 20, 21, 24, 30, 31, 32, 35, 37, 41 και 49 εφαρμόζονται χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το σώμα.

2.Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 6α, 6β, 17, 17α, 17γ, 20, 21, 24, 28, 29, 31, 32, 35, 38, 41, 48, 49 και 49α, οποιαδήποτε απαίτηση που επιβάλλεται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή στην αρμόδια για κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή να αλληλεπιδρά με την ΕΑΚΑΑ ή στην ΕΑΚΑΑ να αλληλεπιδρά με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή την αρμόδια για κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η οποία αναφέρεται στα εν λόγω άρθρα, δεν εφαρμόζεται σε σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

3.Το άρθρο 17β δεν εφαρμόζεται σε σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

Άρθρο 22γ

Εξουσίες της ΕΑΚΑΑ επί σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού

1.Η ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

2.Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει σε συνεχή βάση τη συμμόρφωση των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τα άρθρα 7, 7ε, 8, 14 έως 17γ, 20, 21 και 24, καθώς και με τους τίτλους IV και V.

3.Στην ΕΑΚΑΑ ανατίθενται οι εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της επί σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιεί τις εξουσίες αυτές, επί σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και, όπου ορίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συνδεδεμένων μερών, μεταξύ άλλων προκειμένου:

α)να εποπτεύει τη συμμόρφωση των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό·

β)να εκδίδει αποφάσεις, να διενεργεί εποπτικές αξιολογήσεις και να λαμβάνει μέτρα σε σχέση με τα άρθρα 7, 7ε, 8, 14 έως 17γ, 20, 21, 24, καθώς και τους τίτλους IV και V·

γ)να ζητεί από σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους, στους οποίους οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες, να παράσχουν, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην αίτηση, όλες τις σχετικές πληροφορίες ή δεδομένα, ώστε η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση να παρακολουθεί την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων εκκαθάρισης από τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και να εκτελεί τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο αποδέκτης της εν λόγω αίτησης παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Η αίτηση παροχής πληροφοριών μπορεί να έχει περιοδικό ή έκτακτο χαρακτήρα·

δ)να απαιτεί από τους ελεγκτές σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων να παρέχουν πληροφορίες ή δεδομένα·

ε)να εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμων, όταν ένας σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία από τις παραβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα V. Τα πρόστιμα αυτά ανέρχονται σε έως και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί, ή σε έως και το 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση, και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη επιβαρυντικούς παράγοντες ή παράγοντες μετριασμού σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές που καθορίζονται στο παράρτημα IV·

στ)να εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί από σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να τερματίσει παράβαση που παρατίθεται στο παράρτημα V.

4.Επιπλέον, για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων της όσον αφορά τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, η ΕΑΚΑΑ έχει την εξουσία να λαμβάνει τα προσωρινά μέτρα που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)η ΕΑΚΑΑ έχει συγκεντρώσει στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η οντότητα παραβιάζει ή ενδέχεται να παραβιάσει τις απαιτήσεις που διέπουν τις δραστηριότητές της εντός των επόμενων τριών μηνών·

β)η ΕΑΚΑΑ διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζει η οντότητα δεν διασφαλίζουν την ορθή διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων της.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η ΕΑΚΑΑ διαθέτει, ειδικότερα, την εξουσία να λαμβάνει τα ακόλουθα προσωρινά μέτρα:

α)απαιτεί οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες, οι μηχανισμοί και οι στρατηγικές της οντότητας να προσαρμόζονται κατάλληλα ώστε να διασφαλίζεται η ορθή διαχείριση και η κάλυψη των κινδύνων της·

β)απαιτεί από τον σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να συγκαλέσει συνέλευση των μετόχων του ή, αν ο σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφωθεί με αυτήν την απαίτηση, συγκαλεί η ίδια τη συνέλευση. Και στις δύο περιπτώσεις, η ΕΑΚΑΑ καθορίζει την ημερήσια διάταξη, καθώς και τις αποφάσεις που πρέπει να εξεταστούν προς έγκριση από τους μετόχους·

γ)απαιτεί από τις οντότητες να υποβάλουν σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις και να ορίσουν προθεσμία για την εφαρμογή του, συμπεριλαμβανομένων βελτιώσεων στο πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία του εν λόγω σχεδίου·

δ)θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις εργασίες ή το δίκτυο της οντότητας ή ζητά την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο για την ευρωστία της·

ε)απαιτεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να μετριάσει τον κίνδυνο που σχετίζεται με την παράβαση ή την πιθανή παράβαση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού και τους εγγενείς συναφείς κινδύνους στις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα της οντότητας·

στ)επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών·

ζ)απαιτεί τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών,

η)απαιτεί την απομάκρυνση των μελών του διοικητικού οργάνου οντοτήτων που δεν πληρούν τις απαιτήσεις που διέπουν τις δραστηριότητές τους όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Οι αποφάσεις της ΕΑΚΑΑ αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

5.Η ΕΑΚΑΑ αρνείται ή ανακαλεί στη συνέχεια τον διορισμό του προσώπου ή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 27, αν δεν έχει πεισθεί ότι το πρόσωπο διαθέτει τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας, ή αν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ο διορισμός ή οι προτεινόμενες αλλαγές θα συνιστούσαν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της οντότητας, τη δέουσα συνεκτίμηση του συμφέροντος των πελατών και την ακεραιότητα της αγοράς.

6.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 82 για την τροποποίηση του καταλόγου παραβάσεων του παραρτήματος V, όπου είναι αναγκαίο, ώστε να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις των απαιτήσεων για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και ιδίως όπως ορίζεται στο άρθρο 7, στο άρθρο 9, στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V ή όπου είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί ότι οι παραβάσεις του παραρτήματος III αντιστοιχούν στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, και ιδίως στις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 7, στο άρθρο 9, στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V.

Άρθρο 22δ

Σχετικές αρχές για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

Οι ακόλουθες οντότητες συμμετέχουν στην αδειοδότηση και την εποπτεία που διενεργείται από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενός σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου και αναφέρονται ως σχετικές αρχές για τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο:

α)η εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

β)οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών του σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου τα οποία είναι εγκατεστημένα στα τρία κράτη μέλη με τις υψηλότερες εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 42 του παρόντος κανονισμού, επί συνολικής βάσης για περίοδο ενός έτους, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, τα οποία της έχουν ανατεθεί με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου·

γ)οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης που εξυπηρετούνται από τον σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

δ)οι αρμόδιες αρχές που έχουν υπό την εποπτεία τους κεντρικά αποθετήρια τίτλων με τα οποία είναι συνδεδεμένος ο σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

ε)η ΕΚΤ, όταν ο σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει ή προτίθεται να εκκαθαρίσει χρηματοπιστωτικά και μη χρηματοπιστωτικά μέσα σε ευρώ·

στ)οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των σημαντικότερων νομισμάτων της Ένωσης εκτός του ευρώ, των χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται ή πρόκειται να εκκαθαριστούν από τον σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

Άρθρο 22ε

Διαβούλευση με κεντρικές τράπεζες έκδοσης σχετικά με σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

1.Σε ό,τι αφορά τις εποπτικές αξιολογήσεις που διεξάγονται σε σχέση με τα άρθρα 41, 44, 46, 49, 50 και 54 και τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν δυνάμει των άρθρων αυτών σχετικά με σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, το εκτελεστικό συμβούλιο διαβουλεύεται με τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 22δ στοιχεία ε) και στ) πριν από την ολοκλήρωση της αξιολόγησής του. Κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης μπορεί να ανταποκριθεί. Αν η κεντρική τράπεζα έκδοσης αποφασίσει να απαντήσει, το πράττει εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του σχεδίου απόφασης. Σε επείγουσες καταστάσεις, η εν λόγω περίοδος δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες. Όταν μια κεντρική τράπεζα έκδοσης προτείνει τροποποιήσεις ή εναντιωθεί σε αξιολογήσεις σχετικές με τα άρθρα 41, 44, 46, 49, 50 και 54 ή σχέδια αποφάσεων σύμφωνα με τα άρθρα αυτά, παρέχει εγγράφως πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση. Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου διαβούλευσης, το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει δεόντως την απάντηση και τυχόν τροποποιήσεις που προτείνονται από τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης και υποβάλλει την αξιολόγησή της στην κεντρική τράπεζα έκδοσης.

2.Σε περίπτωση που το εκτελεστικό συμβούλιο δεν αποτυπώνει στην απόφασή του τις τροποποιήσεις που έχουν προταθεί από κεντρική τράπεζα έκδοσης, ενημερώνει γραπτώς την εν λόγω κεντρική τράπεζα έκδοσης αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν τις έλαβε υπόψη και παρέχοντας εξηγήσεις για τις τυχόν αποκλίσεις από τις εν λόγω τροποποιήσεις.».

16)Στο άρθρο 23 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Για κάθε σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, η ΕΑΚΑΑ και οι σχετικές αρχές θεσπίζουν ρυθμίσεις συνεργασίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 8α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, μεταξύ άλλων σε σχέση με την άμεση εποπτεία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου από την ΕΑΚΑΑ. Οι ρυθμίσεις αυτές αντικατοπτρίζουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και καθορίζουν πρακτικές λεπτομέρειες συνεργασίας ενόψει της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών της ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Ειδικότερα, οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να καλύπτουν την παροχή υποστήριξης και βοήθειας από τις αρμόδιες αρχές, κατά περίπτωση, όσον αφορά όλα τα ακόλουθα:

α)την άσκηση εποπτικών καθηκόντων επί σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων·

β)την κατάρτιση αποφάσεων και εκθέσεων ή τη λήψη άλλων μέτρων δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε σχέση με τον σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μεταξύ άλλων όταν προβλέπεται στα άρθρα 14, 15, 17, 17α, 20, 21, 24, 30, 31, 32, 35, 37, 41, 49, 49α και 51·

γ)κάθε εποπτικό καθήκον για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την παρακολούθηση της επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και της συμπεριφοράς του σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων·

δ)την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε σχέση με τον σημαντικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.».

17)Το άρθρο 23α τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εποπτική συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ σε σχέση με τους λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τα σχέδια αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων στην ΕΑΚΑΑ προς γνωμοδότηση πριν από την έκδοση οποιασδήποτε πράξης ή μέτρου σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 14, το άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 21, τα άρθρα 29 έως 33 και τα άρθρα 35, 36, 37, 41 και, εκτός εάν απαιτείται επειγόντως απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 20.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να υποβάλουν σχέδια αποφάσεων στην ΕΑΚΑΑ προς διατύπωση γνώμης προτού εγκρίνουν οποιαδήποτε άλλη πράξη ή μέτρο σύμφωνα με τα καθήκοντά τους βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1. Κάθε γνώμη, απόφαση, σχόλιο, επικύρωση ή άλλο μέτρο της ΕΑΚΑΑ λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 46α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

18)Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε αρχή που αναφέρεται στον παρόντα κανονισμό η οποία λαμβάνει γνώση οποιασδήποτε κατάστασης έκτακτης ανάγκης που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, την ΕΑΚΑΑ, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ, την Επιτροπή και τις σχετικές αρχές των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων σχετικά με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων των ακόλουθων καταστάσεων:»·

β)οι παράγραφοι 2 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, παρέχονται και επικαιροποιούνται πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ώστε τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 ή οι σχετικές αρχές των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, κατά περίπτωση, να είναι σε θέση να αναλύουν τον αντίκτυπο της εν λόγω κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ιδίως στα εκκαθαριστικά μέλη τους και στους πελάτες τους. Τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 ή οι σχετικές αρχές των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, κατά περίπτωση, μπορούν να διαβιβάζουν τις πληροφορίες στους δημόσιους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των αγορών τους, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζεται στο άρθρο 83. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 83 εφαρμόζεται στους φορείς που είναι αποδέκτες των εν λόγω πληροφοριών.

3. Σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχει ή ενδέχεται να έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στις διασυνοριακές αγορές, το εκτελεστικό συμβούλιο συντονίζει τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές εξυγίανσης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 και τα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού ή τις σχετικές αρχές των σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, κατά περίπτωση, για την οικοδόμηση συντονισμένης αντίδρασης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και την εξασφάλιση αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των σωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού και των αρχών εξυγίανσης.

4. Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εκτός αν μια αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει ή έχει αναλάβει δράση εξυγίανσης σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23, είναι δυνατό να συγκαλούνται οι ακόλουθες ειδικές συνεδριάσεις για τον συντονισμό των απαντήσεων των αρμόδιων αρχών:

α)ειδικές συνεδριάσεις του εκτελεστικού συμβουλίου, οι οποίες συγκαλούνται από τον πρόεδρό του με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήματος δύο μελών του εκτελεστικού συμβουλίου ή του συμβουλίου εποπτών·

β)ειδικές συνεδριάσεις με τις σχετικές αρχές για σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τις οποίες συγκαλεί το εκτελεστικό συμβούλιο.»·

γ)η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ) κάθε μέλος του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, το οποίο δεν καλύπτεται ήδη από τα στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου·»·

ii)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ζ):

«οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων, η οποία δεν καλύπτεται ήδη από τα στοιχεία α) έως ε).»·

γ) η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Όταν συγκαλείται ειδική συνεδρίαση σύμφωνα με την παράγραφο 4, το εκτελεστικό συμβούλιο ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ, το ΕΣΣΚ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης που συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την Επιτροπή, που καλούνται επίσης να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεδρίαση κατόπιν αιτήματός τους.

Όταν πραγματοποιείται συνεδρίαση λόγω κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), το εκτελεστικό συμβούλιο καλεί τις σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεδρίαση.»·

δ) η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, οι οποίες απευθύνονται σε μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές και τους συνιστούν να λάβουν προσωρινές ή μόνιμες εποπτικές αποφάσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V του παρόντος κανονισμού για την αποφυγή ή τον μετριασμό σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει τέτοιες συστάσεις μόνον όταν επηρεάζονται περισσότεροι του ενός κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ή όταν γεγονότα σε επίπεδο Ένωσης αποσταθεροποιούν τις διασυνοριακές εκκαθαριζόμενες αγορές.».

19)Στο κεφάλαιο 3Α, ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εποπτικά καθήκοντα σε σχέση με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους»·

20)Το άρθρο 24α τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εποπτικά καθήκοντα σε σχέση με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους»·

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 46α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, λαμβάνει κάθε απόφαση και εκτελεί κάθε καθήκον που της ανατίθεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και ιδίως σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 10 και 11 του παρόντος άρθρου.»·

γ)οι παράγραφοι 2 έως 6 απαλείφονται·

δ)η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, η ΕΑΚΑΑ:»·

ii) τα στοιχεία α), β) και βα) απαλείφονται·

iii) το στοιχείο βγ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«βγ) όσον αφορά τους λιγότερο σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, εκδίδει γνώμες σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 17β, προβαίνει σε επικυρώσεις σύμφωνα με το άρθρο 49 και εκδίδει αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 49α και, όσον αφορά τους σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, λαμβάνει κάθε απόφαση ή άλλο μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 22γ·»·

iv) το στοιχείο βε) απαλείφεται·

ε)οι παράγραφοι 8 και 9 απαλείφονται·

στ)οι παράγραφοι 10 και 11 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«10. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε ό,τι αφορά κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, λαμβάνει αποφάσεις και εκτελεί τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ στα άρθρα 25, 25α, 25β, 25στ έως 25ιζ και στο άρθρο 85 παράγραφος 6.

11. Το εκτελεστικό συμβούλιο, σε ό,τι αφορά κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, κοινοποιεί στο σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών του άρθρου 25γ τις ημερήσιες διατάξεις των συνεδριάσεών του πριν πραγματοποιηθούν, τα πρακτικά των συνεδριάσεών του, τα ολοκληρωμένα σχέδια αποφάσεων που πρόκειται να εκδώσει και τις τελικές αποφάσεις που εκδίδει.»·

ζ)οι παράγραφοι 12 και 13 απαλείφονται.

21)Στο άρθρο 24β, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Σε περίπτωση που το εκτελεστικό συμβούλιο δεν αποτυπώνει στην απόφασή του τις τροποποιήσεις που έχουν προταθεί από κεντρική τράπεζα έκδοσης, ενημερώνει γραπτώς την εν λόγω κεντρική τράπεζα έκδοσης αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν τις έλαβε υπόψη και παρέχοντας εξηγήσεις για τυχόν αποκλίσεις από τις εν λόγω τροποποιήσεις.

3. Σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2γ και του άρθρου 85 παράγραφος 6, το κεντρικό συμβούλιο επιζητεί τη συμφωνία των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχείο στ) για ζητήματα που αφορούν τα νομίσματα που εκδίδουν. Θεωρείται ότι κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης συμφωνεί, εκτός εάν προτείνει τροποποιήσεις ή εκφράσει αντιρρήσεις εντός 10 εργάσιμων ημερών από τη διαβίβαση του σχεδίου απόφασης. Σε περίπτωση που μια κεντρική τράπεζα έκδοσης προτείνει τροποποιήσεις ή προβάλει αντιρρήσεις για σχέδιο απόφασης, παρέχει γραπτώς πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση. Σε περίπτωση που κεντρική τράπεζα έκδοσης προτείνει τροποποιήσεις σχετικά με ζητήματα που αφορούν το νόμισμα που εκδίδει, η απόφαση τροποποιείται ως προς τα συγκεκριμένα ζητήματα. Σε περίπτωση που κεντρική τράπεζα έκδοσης προβάλει αντιρρήσεις σε σχέση με ζητήματα που αφορούν το νόμισμα που εκδίδει, τα ζητήματα αυτά δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση.».

22)Το άρθρο 24γ απαλείφεται.

23)Το άρθρο 24δ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 24δ

Λήψη αποφάσεων στο εκτελεστικό συμβούλιο σε σχέση με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών

Όταν το εκτελεστικό συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις ή άλλα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφοι 2, 2α, 2β, 2γ και 5, το άρθρο 25ιστ, το άρθρο 85 παράγραφος 6, το άρθρο 89 παράγραφος 3β και, για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, επίσης σύμφωνα με τα άρθρα 25α, 25β, 25στ έως 25ιε, 25ιζ, 41, 44, 46, 50 και 54, το εκτελεστικό συμβούλιο λαμβάνει τις εν λόγω αποφάσεις και τα μέτρα εντός 10 εργάσιμων ημερών.

Όταν το εκτελεστικό συμβούλιο λαμβάνει αποφάσεις ή άλλα μέτρα σύμφωνα με άρθρα άλλα από εκείνα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένου του άρθρου 22γ, λαμβάνει τις εν λόγω αποφάσεις και μέτρα εντός τριών εργάσιμων ημερών.».

24)Το άρθρο 24ε απαλείφεται.

25)Το άρθρο 25γ τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τον πρόεδρο του εκτελεστικού συμβουλίου, ο οποίος προεδρεύει του σώματος,»·

β)στην παράγραφο 2, το στοιχείο β) απαλείφεται·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Τα μέλη του σώματος μπορούν να ζητούν να συζητήσει το εκτελεστικό συμβούλιο συγκεκριμένα θέματα σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα. Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται γραπτώς και περιλαμβάνει λεπτομερή αιτιολόγησή του. Το εκτελεστικό συμβούλιο εξετάζει δεόντως αυτά τα αιτήματα και παρέχει κατάλληλη απάντηση.».

26)Το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας ή οποιαδήποτε ουσιώδης αλλαγή σε εγκεκριμένη ρύθμιση διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση της ΕΑΚΑΑ.

2. Η ΕΑΚΑΑ χορηγεί έγκριση για τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας μόνον εφόσον οι εμπλεκόμενοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν λάβει άδεια εκκαθάρισης βάσει του άρθρου 17 ή έχουν αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 ή έχουν λάβει άδεια βάσει ήδη υφιστάμενου εθνικού καθεστώτος χορήγησης αδειών για τουλάχιστον τριετή περίοδο, εφόσον πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 52, και εφόσον οι τεχνικές προϋποθέσεις για την εκκαθάριση των συναλλαγών, βάσει των όρων των ρυθμίσεων, επιτρέπουν την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών, και εφόσον οι ρυθμίσεις δεν υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της εποπτείας.

3. Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις της παραγράφου 2, εξηγεί εγγράφως, στις άλλες αρμόδιες αρχές και στους σχετικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τις εκτιμήσεις της για τους κινδύνους.»·

β)η παράγραφος 4 απαλείφεται·

γ)στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του ΕΣΚΤ και του ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι για την επαρκή διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί κατά πόσον οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε αυτές είναι κατάλληλες στην περίπτωση ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας που καλύπτουν όλα τα είδη προϊόντων ή συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων παραγώγων και των μη χρηματοπιστωτικών μέσων.».

27)Τα άρθρα 60 έως 63 απαλείφονται.

28)Το άρθρο 64 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 64

Εποπτικά μέτρα

Αν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει σοβαρές ενδείξεις πιθανής ύπαρξης περιστατικών δυνάμενων να συνιστούν διάπραξη μίας ή περισσότερων από τις παραβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα I, λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 39ε του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

29)Στο άρθρο 65, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Αν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι αρχείο καταγραφής συναλλαγών έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία από τις παραβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα I, λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 39στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 εκδίδοντας απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

30)Τα άρθρα 66 έως 69 απαλείφονται.

31)Στο άρθρο 72, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3.

2. Το ύψος κάθε τέλους που επιβάλλεται σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του εν λόγω αρχείου καταγραφής συναλλαγών και το είδος της καταχώρισης και της εποπτείας που ασκείται από την ΕΑΚΑΑ.».

32)Το άρθρο 73 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 73

Εποπτικά Μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

Αν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι αρχείο καταγραφής συναλλαγών έχει διαπράξει μία από τις παραβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα I, λαμβάνει μία ή περισσότερες από τις αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 39η του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

33)Στο άρθρο 74 παράγραφος 1, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αυτά τα συγκεκριμένα εποπτικά καθήκοντα μπορούν ιδίως να περιλαμβάνουν την αρμοδιότητα διεκπεραίωσης αιτημάτων για παροχή πληροφοριών, καθώς και διεξαγωγής ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων σύμφωνα με τα άρθρα 39β έως 39δ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

34)Το άρθρο 82 τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων κατά το άρθρο 22α παράγραφος 10 και το άρθρο 22γ παράγραφος 6 ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 3 παράγραφος 5, στο άρθρο 4 παράγραφος 3α, στο άρθρο 7α παράγραφος 7, στο άρθρο 11 παράγραφος 3α, στο άρθρο 11 παράγραφος 12α, στο άρθρο 22α παράγραφος 10, στο άρθρο 22γ παράγραφος 6, στο άρθρο 25 παράγραφος 2α, στο άρθρο 25 παράγραφος 6α, στο άρθρο 25α παράγραφος 3, στο άρθρο 25δ παράγραφος 3, στο άρθρο 25θ παράγραφος 7, στο άρθρο 25ιε, στο άρθρο 70 και στο άρθρο 72 παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

γ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 6, του άρθρου 3 παράγραφος 5, του άρθρου 4 παράγραφος 3α, του άρθρου 7α παράγραφος 7, του άρθρου 11 παράγραφος 3α, του άρθρου 11 παράγραφος 12α, του άρθρου 22α παράγραφος 10, του άρθρου 22γ παράγραφος 6, του άρθρου 25 παράγραφος 2α, του άρθρου 25 παράγραφος 6α, του άρθρου 25α παράγραφος 3, του άρθρου 25δ παράγραφος 3, του άρθρου 25θ παράγραφος 7, του άρθρου 25ιε, του άρθρου 70 ή του άρθρου 72 παράγραφος 3 αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν διατυπώσει αντιρρήσεις εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη αυτής της προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

35)Στο άρθρο 84, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ και άλλες κατάλληλες αρχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

2. Οι αρμόδιες αρχές, η ΕΑΚΑΑ, άλλες αρχές και άλλοι φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού τις χρησιμοποιούν μόνο κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.».

36)Στο άρθρο 88 παράγραφος 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν την άδεια να προσφέρουν υπηρεσίες ή δραστηριότητες εντός της Ένωσης και είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, καθώς και τις υπηρεσίες ή δραστηριότητες που έχουν την άδεια να παρέχουν ή να ασκούν, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την άδειά τους·».

37)Στο άρθρο 89 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 14:

«14. Μετά την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων του άρθρου 24α, ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα ανεξάρτητα μέλη που διορίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2099 εξακολουθούν να συμβάλλουν στις εργασίες της ΕΑΚΑΑ σχετικά με την εποπτεία και τη ρύθμιση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων έως τη λήξη της θητείας τους ή έως ότου αποφασίσουν να παραιτηθούν οικειοθελώς, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.».

38)Το άρθρο 90 απαλείφεται.

39)Το παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα II του παρόντος κανονισμού.

40)Το παράρτημα V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος III του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 3
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία η) έως ι):

«η)    αδειοδότηση, λειτουργία και εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης·

θ)    αδειοδότηση και εποπτεία των πανευρωπαϊκών διαχειριστών αγοράς («PEMO»)·

ι)    έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων και αναφορά θέσεων για τους τόπους διαπραγμάτευσης.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων, που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και/ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, σε διαχειριστές αγοράς και σε PEMO, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε τόπων διαπραγμάτευσης διαχειρίζονται.»·

γ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Ο τίτλος VI του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται επίσης στα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP), σε άλλους μηχανισμούς εκκαθάρισης και στα πρόσωπα που διαθέτουν ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί δεικτών αναφοράς.»·

δ)η παράγραφος 5β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

5β. Όλα τα πολυμερή συστήματα λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Iα κεφάλαιο 1 του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις ρυθμιζόμενες αγορές ή σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου Iα κεφάλαιο 2 του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους ΠΜΔ ή τους ΟΜΔ.

_______________________________

*    Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338, ELI:  http://data.europa.eu/eli/dir/2013/36/oj )».

2)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)το σημείο 8α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8α)“αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ”: ένας ΠΜΔ που έχει καταχωριστεί ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ σύμφωνα με το άρθρο 2κε·»·

ii)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο 8β):

«8β) “μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις” ή “ΜΜΕ”: εταιρείες που έχουν μέση χρηματιστηριακή αξία μικρότερη από 200 000 000 EUR με βάση τα στοιχεία στο τέλος κάθε έτους, για τα τρία προηγούμενα ημερολογιακά έτη·»·

iii)το σημείο 10) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10)    “διαχειριστής αγοράς“: πρόσωπο ή πρόσωπα που διευθύνουν και/ή εκμεταλλεύονται τις δραστηριότητες μιας ρυθμιζόμενης αγοράς·»·

iv)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 10α):

«10α)    “πανευρωπαϊκός διαχειριστής αγοράς” ή “PEMO”: πρόσωπο ή πρόσωπα που διευθύνουν και/ή εκμεταλλεύονται περισσότερους από έναν τόπους διαπραγμάτευσης σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, και τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και λειτουργούν σύμφωνα με τον τίτλο Iα κεφάλαιο 3 του παρόντος κανονισμού·»·

v)τα σημεία 13) έως 16) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«13)    “ρυθμιζόμενη αγορά”: πολυμερές σύστημα το οποίο διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς ή PEMO και το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων —εντός του συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του οι οποίοι δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια— κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων και/ή των συστημάτων του·

14)    “πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης” ή “ΠΜΔ”: πολυμερές σύστημα το οποίο διαχειρίζεται επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς ή PEMO και το οποίο επιτρέπει την προσέγγιση πλειόνων συμφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων —εντός του συστήματος και σύμφωνα με κανόνες που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια— κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης·

15)    “μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης” ή “ΜΟΔ”: πολυμερές σύστημα, άλλο από ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, και στο οποίο πλείονα συμφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση ομολογιών, δομημένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, δικαιωμάτων εκπομπής και παράγωγων μέσων δύνανται να αλληλεπιδρούν στο εσωτερικό του κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης·

16)    “τόπος διαπραγμάτευσης”: ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ·»·

vi)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 16β) έως 16δ):

«16β)    “σημαντικός τόπος διαπραγμάτευσης”: τόπος διαπραγμάτευσης που θεωρείται σημαντικός σύμφωνα με το άρθρο 38στα·

16γ)    “όμιλος”: όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 34) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

16δ)    “άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση”: άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 41) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·»·

vii)το σημείο 18) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«18)    “αρμόδια αρχή”: οποιαδήποτε από τις ακόλουθες αρχές:

α)    αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

β)    η ΕΑΚΑΑ, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 38στα και στα άρθρα 2ιζ παράγραφος 1, 2ιη παράγραφος 1 και 2κ παράγραφος 1·

γ)    Η ΕΑΚΑΑ, για την αδειοδότηση και εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, με εξαίρεση τους εν λόγω εγκεκριμένους μηχανισμούς γνωστοποίησης συναλλαγών (ΕΜΗΓΝΩΣΥ) και εγκεκριμένους μηχανισμούς δημοσιοποίησης συναλλαγών (ΕΜΗΔΗΣΥ) με παρέκκλιση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·»·

viii)εισάγεται το ακόλουθο σημείο 18α):

«18α)    “εθνική εποπτική αρχή”: η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί ένας τόπος διαπραγμάτευσης και στο οποίο η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα·»·

ix)το σημείο 20) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«20) “υποκατάστημα”: τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας πλην της έδρας, ο οποίος αποτελεί τμήμα επιχείρησης επενδύσεων ή ρυθμιζόμενης αγοράς, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει τις υπηρεσίες ή τη δραστηριότητα για τις οποίες έχει αδειοδοτηθεί η επιχείρηση επενδύσεων ή η ρυθμιζόμενη αγορά· όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που συγκροτούνται στο ίδιο κράτος μέλος από επιχείρηση επενδύσεων ή ρυθμιζόμενη αγορά με έδρα σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα·»·

x)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 20α):

«20α)    “ειδική συμμετοχή”: άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε διαχειριστή αγοράς που αντιπροσωπεύει το 10 % τουλάχιστον του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 9 και 10 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 4 και 5 της εν λόγω οδηγίας, ή που επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση του διαχειριστή αγοράς στον οποίο υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή·»·

xi)το σημείο 31) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«31)    “κεντρικός αντισυμβαλλόμενος”: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·»·

xii)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 31α):

«31α)    “κεντρικό αποθετήριο τίτλων” ή “ΚΑΤ”: κεντρικό αποθετήριο τίτλων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·»·

xiii)το σημείο 36β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«36β)    “βασικά δεδομένα της αγοράς”:

α)    όλα τα ακόλουθα δεδομένα σχετικά με συγκεκριμένη μετοχή ή συγκεκριμένο διαπραγματεύσιμο αμοιβαίο κεφάλαιο σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονοσφραγίδα:

i)    για τα συνεχή βιβλία παραγγελιών, οι πέντε καλύτερες τιμές αγοράς και πώλησης με τον αντίστοιχο όγκο τους·

ii)    για τα συστήματα διαπραγμάτευσης με δημοπρασία, η τιμή στην οποία θα καλύπτονταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο οι όροι του αλγόριθμου συναλλαγών, και ο όγκος των συναλλαγών που θα εκτελούσαν ενδεχομένως στην εν λόγω τιμή οι συμμετέχοντες στο εν λόγω σύστημα·

iiα)    για τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές, οι πέντε καλύτερες τιμές αγοράς και πώλησης που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 14 με τον αντίστοιχο όγκο τους·

iii)    η τιμή και ο όγκος της συναλλαγής που εκτελέστηκε στην εν λόγω τιμή·

iiiα)    η σταθμισμένη κατά τον όγκο τιμή κλεισίματος που προκύπτει από όλες τις δημοπρασίες κλεισίματος τις οποίες διαχειρίζονται τόποι διαπραγμάτευσης που είναι συνεισφέροντες δεδομένα· 

iv)    για τις συναλλαγές, το είδος του συστήματος διαπραγμάτευσης και οι εφαρμοστέες απαλλαγές και χρονικές μεταθέσεις·

v)    ο αναγνωριστικός κωδικός αγοράς που προσδιορίζει με μοναδικό τρόπο τον τόπο διαπραγμάτευσης και, για άλλους τόπους εκτέλεσης, ο αναγνωριστικός κωδικός που προσδιορίζει το είδος του τόπου εκτέλεσης·

vi)    το τυποποιημένο αναγνωριστικό του χρηματοπιστωτικού μέσου που ισχύει σε όλους τους τόπους εκτέλεσης·

vii)    οι πληροφορίες χρονοσφραγίδας για τα ακόλουθα, κατά περίπτωση:

1)    την εκτέλεση της συναλλαγής και κάθε τροποποίησή της·

2)    την καταχώριση των πέντε καλύτερων προσφορών αγοράς και πώλησης στο βιβλίο εντολών·

3)    την αναφορά, σε σύστημα διαπραγμάτευσης με δημοπρασία, των τιμών ή των όγκων συναλλαγών·

4)    τη δημοσίευση από τους τόπους διαπραγμάτευσης των στοιχείων που παρατίθενται στα σημεία 1, 2 και 3·

5)    την καταχώριση των πέντε καλύτερων προσφορών αγοράς και πώλησης του συστηματικού εσωτερικοποιητή·

6)    τη διάδοση βασικών δεδομένων της αγοράς·

β)    όλα τα ακόλουθα δεδομένα σχετικά με συγκεκριμένη ομολογία ή εξωχρηματιστηριακό παράγωγο σε οποιαδήποτε δεδομένη χρονοσφραγίδα:

i)    η τιμή και η ποσότητα ή το μέγεθος της συναλλαγής που εκτελέστηκε στην εν λόγω τιμή·

ii)     ο αναγνωριστικός κωδικός αγοράς που προσδιορίζει με μοναδικό τρόπο τον τόπο διαπραγμάτευσης και, για άλλους τόπους εκτέλεσης, ο αναγνωριστικός κωδικός που προσδιορίζει το είδος του τόπου εκτέλεσης·

iii)     για τις ομολογίες, το τυποποιημένο αναγνωριστικό του χρηματοπιστωτικού μέσου που ισχύει σε όλους τους τόπους εκτέλεσης·

iv)     για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τα αναγνωριστικά δεδομένα αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο·

v)     οι πληροφορίες χρονοσφραγίδας για τα ακόλουθα:

1)    την εκτέλεση της συναλλαγής και κάθε τροποποίησή της·

2)     τη δημοσίευση της συναλλαγής από τους τόπους διαπραγμάτευσης·

3)     τη διάδοση βασικών δεδομένων της αγοράς·

vi)    το είδος του συστήματος διαπραγμάτευσης και οι εφαρμοστέες απαλλαγές και χρονικές μεταθέσεις·»·

xiv)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 51) έως 54):

«51)    “εξωτερική ανάθεση”: συμφωνία οποιασδήποτε μορφής μεταξύ οντότητας που είναι επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστής αγοράς ή PEMO που διαχειρίζεται τόπο διαπραγμάτευσης και παρόχου υπηρεσιών, με την οποία ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών εκτελεί διαδικασία, υπηρεσία ή δραστηριότητα σε σχέση με τον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης, την οποία διαφορετικά θα αναλάμβανε η ίδια η οντότητα·

52)    “αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό”: συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης μεσολαβεί μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή της συναλλαγής κατά τρόπο που δεν την εκθέτει ποτέ σε κίνδυνο αγοράς καθ’ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της συναλλαγής, με αμφότερες τις πλευρές να εκτελούνται ταυτόχρονα, και όπου η συναλλαγή ολοκληρώνεται σε τιμή κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης δεν πραγματοποιεί κανένα κέρδος ή ζημία, πέραν της προμήθειας, αμοιβής ή χρέωσης για τη συναλλαγή που γνωστοποιείται προηγουμένως·

53)    “αλγοριθμικές συναλλαγές”: αλγοριθμικές συναλλαγές όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 39) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

54)    “αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας”: αλγοριθμικές συναλλαγές υψηλής συχνότητας όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·»·

β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:

«4. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει συστάσεις για τον καθορισμό της μεθοδολογίας υπολογισμού της σταθμισμένης κατά τον όγκο τιμής κλεισίματος, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 σημείο 36β) στοιχείο α) περίπτωση iiiα), σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

_________________________________________

*    Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2004/109/oj ).».

3)Προστίθεται ο ακόλουθος τίτλος Iα:

«ΤΙΤΛΟΣ Iα
ΤΟΠΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Απαιτήσεις για τις ρυθμιζόμενες αγορές

Άρθρο 2α 
Χορήγηση άδειας λειτουργίας για ρυθμιζόμενη αγορά και εφαρμοστέο δίκαιο

1. Κάθε σύστημα που εμπίπτει στον ορισμό της ρυθμιζόμενης αγοράς λαμβάνει άδεια λειτουργίας πριν από την έναρξη των δραστηριοτήτων του από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί, ή από την ΕΑΚΑΑ στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 38στα.

2. Μια ρυθμιζόμενη αγορά λαμβάνει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή όταν:

α)τόσο ο διαχειριστής αγοράς όσο και η ρυθμιζόμενη αγορά την οποία ο διαχειριστής αγοράς σκοπεύει να διαχειρίζεται πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου·

β)ο διαχειριστής αγοράς είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση.

3. Ο διαχειριστής αγοράς εκτελεί καθήκοντα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς υπό την εποπτεία της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί η ρυθμιζόμενη αγορά, ή της ΕΑΚΑΑ στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 38στα, και, εφόσον προβλέπεται ρητά στον παρόντα κανονισμό, της εθνικής εποπτικής αρχής. Ο διαχειριστής αγοράς μπορεί να ασκεί παρεπόμενες δραστηριότητες που συνδέονται με τη λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των ρυθμιζόμενων αγορών πέραν εκείνων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

4. Ο διαχειριστής αγοράς είναι υπεύθυνος να εξασφαλίζει ότι ο ίδιος και η ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζεται συμμορφώνονται ανά πάσα στιγμή με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

5. Ο διαχειριστής αγοράς δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα που αντιστοιχούν στη ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

6. Ο διαχειριστής αγοράς ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την αρμόδια αρχή για τυχόν ουσιαστικές αλλαγές που επηρεάζουν τη συμμόρφωση με τους όρους χορήγησης άδειας λειτουργίας που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο.

7. Με την επιφύλαξη των οικείων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή της οδηγίας 2014/57/ΕΕ, το δημόσιο δίκαιο που διέπει τις συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιούνται στα πλαίσια των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς είναι εκείνο του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί η ρυθμιζόμενη αγορά.

Άρθρο 2β 
Διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης αιτήσεων χορήγησης άδειας λειτουργίας για ρυθμιζόμενες αγορές

1. Ο αιτών διαχειριστής αγοράς υποβάλλει αίτηση στην οποία παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε η αρμόδια αρχή να μπορεί να επιβεβαιώσει ότι ο διαχειριστής αγοράς έχει θέσει σε εφαρμογή, κατά τον χρόνο χορήγησης της αρχικής άδειας λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι τόσο ο διαχειριστής αγοράς όσο και τα συστήματα της ρυθμιζόμενης αγοράς που σκοπεύει να διαχειρίζεται πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων στο οποίο καθορίζονται, μεταξύ άλλων, τα είδη των προβλεπόμενων υπηρεσιών και η οργανωτική δομή.

2. Η αρμόδια αρχή εκτιμά αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας είναι πλήρης εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει γραπτώς τον αιτούντα για τις πρόσθετες πληροφορίες που πρέπει να παρασχεθούν και ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο διαχειριστής αγοράς πρέπει να παράσχει τις πρόσθετες πληροφορίες.

Αν διαπιστωθεί κατά την αξιολόγηση ότι η αίτηση είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά τον διαχειριστή αγοράς.

3. Εντός έξι μηνών από την παραλαβή πλήρους αίτησης, η αρμόδια αρχή αξιολογεί τη συμμόρφωση του διαχειριστή αγοράς και των συστημάτων της ρυθμιζόμενης αγοράς που σκοπεύει να διαχειρίζεται με το παρόν κεφάλαιο. Λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας λειτουργίας και ενημερώνει τον αιτούντα διαχειριστή αγοράς εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη λήψη της απόφασης. Ενημερώνει επίσης την εθνική εποπτική αρχή.

Άρθρο 2γ 
Ανάκληση άδειας λειτουργίας

1. Η αρμόδια αρχή μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που χορήγησε σε ρυθμιζόμενη αγορά, αν η δικαιούχος:

α)δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός 12 μηνών, παραιτείται ρητώς από αυτήν ή δεν έχει λειτουργήσει κατά το προηγούμενο εξάμηνο·

β)έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ)δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια·

δ)έχει διαπράξει σοβαρές και συστηματικές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.

2. Όταν η αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην εθνική εποπτική αρχή την απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς.

Άρθρο 2δ 
Απαιτήσεις που αφορούν το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς

1. Όλα τα μέλη του διοικητικού οργάνου διαχειριστή αγοράς έχουν ανά πάσα στιγμή επαρκώς καλή φήμη και διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η συνολική σύνθεση του διοικητικού οργάνου αποτυπώνει ένα επαρκώς ευρύ φάσμα εμπειριών.

2. Τα μέλη του διοικητικού οργάνου οφείλουν να τηρούν τα εξής:

α)όλα τα μέλη του διοικητικού οργάνου αφιερώνουν ικανό χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του διαχειριστή αγοράς. Για τον αριθμό των θέσεων μέλους του διοικητικού συμβουλίου τις οποίες μπορεί να κατέχει ταυτόχρονα ένα μέλος του διοικητικού οργάνου, σε οιαδήποτε νομική οντότητα, λαμβάνονται υπόψη οι ειδικότερες περιστάσεις και η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αγοράς.

Τα μέλη του διοικητικού οργάνου διαχειριστών αγοράς που είναι σημαντική από πλευράς μεγέθους, εσωτερικής οργάνωσης, φύσεως, πεδίου εφαρμογής και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων τους, εκτός από εκείνα που εκπροσωπούν το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο διαχειριστής αγοράς, δεν κατέχουν ταυτόχρονα θέσεις πέραν ενός από τους ακόλουθους συνδυασμούς θέσεων:

i)μία θέση εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου·

ii)τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου.

Θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου μέσα στον ίδιο όμιλο ή σε επιχειρήσεις στις οποίες ο διαχειριστής αγοράς έχει ειδική συμμετοχή θεωρούνται ως μία θέση μέλους διοικητικού συμβουλίου.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει σε μέλη του διοικητικού οργάνου να διατηρούν μία πρόσθετη θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου. Όταν η ΕΑΚΑΑ δεν είναι η αρμόδια αρχή, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τακτικά την ΕΑΚΑΑ για τις εν λόγω άδειες λειτουργίας.

Οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου σε οργανισμούς που δεν επιδιώκουν κατά κύριο λόγο εμπορικούς στόχους δεν λαμβάνονται υπόψη για τον περιορισμό του αριθμού θέσεων μέλους που μπορεί να κατέχει μέλος διοικητικού οργάνου.

β)Το διοικητικό όργανο διαθέτει συλλογικά επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα ώστε να μπορεί να κατανοήσει τις δραστηριότητες του διαχειριστή αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των βασικών κινδύνων.

γ)Κάθε μέλος του διοικητικού οργάνου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση ώστε να αξιολογεί αποτελεσματικά και να θέτει υπό αμφισβήτηση τις αποφάσεις των ανώτατων διοικητικών στελεχών όποτε αυτό χρειάζεται, και να επιβλέπει αποτελεσματικά και να παρακολουθεί τη λήψη των αποφάσεων.

3. Οι διαχειριστές αγοράς διαθέτουν επαρκείς ανθρώπινους και χρηματικούς πόρους για τον ορισμό και εκπαίδευση μελών του διοικητικού οργάνου.

4. Όταν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το διοικητικό όργανο έχει αρμοδιότητα στη διαδικασία επιλογής και διορισμού οποιουδήποτε από τα μέλη του, η αρμόδια αρχή αξιολογεί αν, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους και της εσωτερικής οργάνωσης του διαχειριστή αγοράς, καθώς και της φύσης, του πεδίου εφαρμογής και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, ο διαχειριστής αγοράς συγκροτεί επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού οργάνου που δεν ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στον σχετικό διαχειριστή αγοράς.

Όταν συγκροτείται, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων πράττει τα εξής:

α)εντοπίζει και προτείνει, προς έγκριση από το διοικητικό όργανο ή προς έγκριση κατά τη γενική συνέλευση, υποψηφίους για την κάλυψη των θέσεων του διοικητικού οργάνου. Για αυτόν το σκοπό, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων αξιολογεί συνδυαστικά την επάρκεια των γνώσεων, των δεξιοτήτων, της διαφοροποίησης και της πείρας των μελών του διοικητικού οργάνου. Περαιτέρω, η επιτροπή συντάσσει περιγραφή των ρόλων και των ικανοτήτων για συγκεκριμένο διορισμό και υπολογίζει τον αναμενόμενο χρόνο απασχόλησης. Επιπλέον, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων θέτει τον στόχο όσον αφορά την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο, και επεξεργάζεται πολιτική για το πώς θα αυξηθεί ο αριθμός των ατόμων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός·

β)αξιολογεί κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως τη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του διοικητικού οργάνου, και απευθύνει συστάσεις στο διοικητικό όργανο σχετικά με τυχόν μεταβολές·

γ)αξιολογεί κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την πείρα των μεμονωμένων μελών του διοικητικού οργάνου και του διοικητικού οργάνου ως συνόλου, και ενημερώνει το διοικητικό όργανο σχετικά·

δ)επανεξετάζει κατά περιόδους την πολιτική που εφαρμόζει το διοικητικό όργανο για την επιλογή και τον διορισμό ανώτερων στελεχών, και κάνει συστάσεις στο διοικητικό όργανο.

Η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων λαμβάνει υπόψη, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, στον βαθμό που είναι δυνατόν και σε διαρκή βάση, την ανάγκη να εξασφαλιστεί ότι η λήψη αποφάσεων από το διοικητικό όργανο δεν κυριαρχείται από ένα άτομο ή μικρή ομάδα ατόμων κατά τρόπο που να θίγει τα συμφέροντα του διαχειριστή αγοράς στο σύνολό του.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η επιτροπή αξιολόγησης υποψηφίων μπορεί να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε μορφή πηγών κρίνει κατάλληλη, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων.

5. Οι διαχειριστές αγοράς και οι αντίστοιχες επιτροπές αξιολόγησης υποψηφίων εξασφαλίζουν ευρύ φάσμα προσόντων και δεξιοτήτων κατά την πρόσληψη μελών στο διοικητικό όργανο και εφαρμόζουν προς τον σκοπό αυτό μια πολιτική που προωθεί τη διαφοροποίηση στο διοικητικό όργανο.

6. Το διοικητικό όργανο ενός διαχειριστή αγοράς ορίζει και εποπτεύει την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διαχείριση ενός οργανισμού, συμπεριλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων στον οργανισμό και της αποτροπής των συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς.

Το διοικητικό όργανο παρακολουθεί και αξιολογεί περιοδικά την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων διακυβέρνησης του διαχειριστή αγοράς και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν αδυναμιών.

Τα μέλη του διοικητικού οργάνου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης.

7. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αρνηθεί να χορηγήσει άδεια λειτουργίας αν δεν έχει πειστεί ότι τα μέλη του διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς διαθέτουν την απαιτούμενη φήμη, έχουν επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα, και αφιερώνουν επαρκή χρόνο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ή αν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το διοικητικό όργανο του διαχειριστή αγοράς μπορεί να αποτελέσει απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διαχείριση και την επαρκή εξέταση της ακεραιότητας της αγοράς.

Κατά τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας σε ρυθμιζόμενη αγορά, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα και τη λειτουργία άλλης ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση τεκμαίρεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1.

Σε περίπτωση που η συμπεριφορά μέλους του διοικητικού οργάνου του διαχειριστή αγοράς είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της αποτελεσματικής, χρηστής και συνετής διαχείρισης και της επαρκούς εξέτασης της ακεραιότητας της αγοράς, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν απομάκρυνση του εν λόγω μέλους από το διοικητικό όργανο.

8. Ένας διαχειριστής αγοράς κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τα ονόματα όλων των μελών του διοικητικού του οργάνου και κάθε μεταβολή των μελών του, καθώς και όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του διαχειριστή αγοράς με τις παραγράφους 1 έως 6.

9. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τα κατωτέρω:

α)την έννοια της αφιέρωσης επαρκούς χρόνου από ένα μέλος του διοικητικού οργάνου για την άσκηση των καθηκόντων του, σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη φύση, το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του διαχειριστή αγοράς·

β)την έννοια των επαρκών συλλογικών γνώσεων, δεξιοτήτων και πείρας του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β)·

γ)τις έννοιες της ειλικρίνειας, ακεραιότητας και ανεξάρτητης βούλησης ενός μέλους του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο γ)·

δ)την έννοια του επαρκούς προσωπικού και των επαρκών οικονομικών πόρων που αφιερώνονται για την εισαγωγική κατάρτιση και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 3·

ε)την έννοια της διαφοροποίησης που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την επιλογή των μελών του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Άρθρο 2ε

Προϋποθέσεις σχετικές με τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς

1. Τα πρόσωπα που είναι σε θέση να ασκήσουν, άμεσα ή έμμεσα, ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς είναι κατάλληλα.

2. Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς:

α)παρέχει στην αρμόδια αρχή και δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του διαχειριστή αγοράς και, κατά περίπτωση, για τις ρυθμιζόμενες αγορές που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ, όπως ίσχυε πριν από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της ρυθμιζόμενης αγοράς, και ειδικότερα σχετικά με την ταυτότητα και την έκταση των συμφερόντων κάθε προσώπου που είναι σε θέση να ασκήσει ουσιαστική επιρροή στη διαχείρισή της·

β)γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή και δημοσιοποιεί κάθε μεταβίβαση κυριότητας που επιφέρει μεταβολή στην ταυτότητα των προσώπων που ασκούν ουσιαστική επιρροή στη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς.

3. Η αρμόδια αρχή αρνείται να εγκρίνει προτεινόμενες μεταβολές στα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στον διαχειριστή αγοράς και, κατά περίπτωση, στη ρυθμιζόμενη αγορά, αν έχει αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους να πιστεύει ότι οι μεταβολές αυτές αποτελούν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς.

Αν, παρά την αντίθεση της αρμόδιας αρχής, επέλθουν μεταβολές στα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στον διαχειριστή αγοράς και, κατά περίπτωση, στη ρυθμιζόμενη αγορά, η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί να διατάξει την ακύρωση των αντίστοιχων ψήφων.

4. Σε περίπτωση που τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ασκούν επιρροή η οποία είναι δυνατό να είναι επιζήμια για την ορθή και συνετή διαχείριση ρυθμιζόμενης αγοράς, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατό να περιλαμβάνουν αιτήσεις έκδοσης δικαστικών εντολών, την επιβολή κυρώσεων κατά διευθυντών και διαχειριστών και την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή μέλη.

5. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις για τις μεταβιβάσεις κυριότητας που επιφέρουν μεταβολές στα πρόσωπα που ασκούν έλεγχο στον διαχειριστή αγοράς και, κατά περίπτωση, στη ρυθμιζόμενη αγορά.

Άρθρο 2στ 
Οργανωτικές απαιτήσεις

1. Οι διαχειριστές αγοράς διασφαλίζουν ότι μια ρυθμιζόμενη αγορά την οποία διαχειρίζονται:

α)διαθέτει μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που θα μπορούσε να συνεπάγεται για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή για τα μέλη της ή τους συμμετέχοντες σε αυτήν, κάθε σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων της ρυθμιζόμενης αγοράς, του διαχειριστή αγοράς και των ιδιοκτητών της, και της υγιούς λειτουργίας της ρυθμιζόμενης αγοράς, ιδίως αν αυτές οι συγκρούσεις συμφερόντων ενδέχεται να βλάψουν την επιτέλεση λειτουργιών που η αρμόδια αρχή έχει αναθέσει στη ρυθμιζόμενη αγορά·

β)έχει κατάλληλα μέσα που της επιτρέπουν να διαχειρίζεται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένη, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων ΤΠΕ σύμφωνα με το κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, εφαρμόζει κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό σημαντικών κινδύνων για τη λειτουργία της, και έχει λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων·

γ)εφαρμόζει διαφανείς και αμερόληπτους κανόνες και διαδικασίες που εξασφαλίζουν τη δίκαιη και εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών, και έχει διατυπώσει αντικειμενικά κριτήρια για την αποδοτική εκτέλεση εντολών·

δ)διαθέτει αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την αποδοτική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων της·

ε)διαθέτει, κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας λειτουργίας και σε μόνιμη βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για να διευκολύνεται η εύρυθμη λειτουργία της, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στην αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτή είναι εκτεθειμένη·

στ)διαθέτει μηχανισμούς που διασφαλίζουν ότι πληροί τα πρότυπα ποιότητας των δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 22β·

ζ)έχει τουλάχιστον τρία ουσιωδώς ενεργά μέλη ή χρήστες, καθένας από τους οποίους έχει τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με όλους τους υπόλοιπους όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών.

Όταν, για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου στοιχεία α), β), δ) και στ), ένας διαχειριστής αγοράς χρησιμοποιεί πόρους ή βασίζεται στην εκτέλεση καθηκόντων από άλλη οντότητα εγκατεστημένη στην Ένωση η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με τον εν λόγω διαχειριστή αγοράς, η εξάρτηση από την εν λόγω οντότητα δεν συνιστά εξωτερική ανάθεση για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1α. Η τοποθεσία εντός της Ένωσης της οντότητας που διαθέτει πόρους ή εκτελεί καθήκοντα για τη συμμόρφωση διαχειριστή αγοράς με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β), δ) και στ) είναι άνευ σημασίας για την αξιολόγηση της εν λόγω συμμόρφωσης από την αρμόδια αρχή.

1α. Η εξάρτηση ενός διαχειριστή αγοράς από άλλη οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση και ανήκει στον ίδιο όμιλο με τον εν λόγω διαχειριστή αγοράς δεν συνιστά εξωτερική ανάθεση σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)ο διαχειριστής αγοράς και άλλη οντότητα του ομίλου, η οποία θα διαθέσει τους πόρους της ή θα εκτελέσει καθήκοντα για τη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά, έχουν θεσπίσει μηχανισμούς που διασφαλίζουν ότι η εν λόγω οντότητα εντός του ίδιου ομίλου συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή και, κατά περίπτωση, με την εθνική εποπτική αρχή της ρυθμιζόμενης αγοράς σε σχέση με την εν λόγω διάθεση πόρων ή την εν λόγω εκτέλεση καθηκόντων·

β)ο διαχειριστής αγοράς έχει θέσει σε εφαρμογή επαρκείς μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των δυνητικών δυσμενών συνεπειών, για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς ή για τα μέλη ή τους συμμετέχοντες σε αυτή, οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ της ρυθμιζόμενης αγοράς, του διαχειριστή αγοράς και άλλης οντότητας του ομίλου η οποία θα διαθέσει τους πόρους της ή θα εκτελέσει καθήκοντα για την εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά.

Όταν χρησιμοποιούν πόρους άλλης οντότητας ή βασίζονται στην εκτέλεση καθηκόντων από άλλη οντότητα εντός του ίδιου ομίλου, οι διαχειριστές αγοράς παραμένουν πλήρως υπεύθυνοι για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις για τη χρήση πόρων άλλης οντότητας ή την εκτέλεση καθηκόντων, σύμφωνα με την παράγραφο 1, από άλλη οντότητα εγκατεστημένη στην Ένωση η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με τον διαχειριστή αγοράς.

2. Οι διαχειριστές αγοράς δεν εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ούτε καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε καμία από τις ρυθμιζόμενες αγορές που διαχειρίζονται.

Άρθρο 2ζ 
Ανθεκτικότητα των συστημάτων, μέτρα διακοπής διαπραγμάτευσης και ηλεκτρονική διαπραγμάτευση

1. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς μεριμνά ώστε η ρυθμιζόμενη αγορά να αναπτύξει και να διατηρεί την επιχειρησιακή ανθεκτικότητά της σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο κεφάλαιο II του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα συστήματα συναλλαγών της είναι ανθεκτικά, έχουν επαρκή χωρητικότητα για την εξυπηρέτηση μεγάλων όγκων εντολών και μηνυμάτων, μπορούν να διασφαλίσουν την εύρυθμη διεξαγωγή συναλλαγών υπό ακραίες συνθήκες πίεσης στην αγορά, ελέγχονται πλήρως για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των όρων αυτών και διαθέτουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις επιχειρησιακής συνέχειας, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας των ΤΠΕ και των σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης των ΤΠΕ τα οποία έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, που διασφαλίζουν τη συνέχιση των υπηρεσιών της σε περίπτωση αστοχίας των συστημάτων συναλλαγών.

2. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει:

α)γραπτές συμφωνίες με όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων που ακολουθούν στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης στη ρυθμιζόμενη αγορά·

β)πλαίσιο το οποίο εξασφαλίζει τη συμμετοχή επαρκούς αριθμού επιχειρήσεων επενδύσεων στις συμφωνίες αυτές, οι οποίες απαιτούν την υποβολή σταθερών προσφορών σε ανταγωνιστικές τιμές έτσι ώστε να παρέχεται ρευστότητα σε τακτική και προβλέψιμη βάση, όπου ενδείκνυται τέτοια απαίτηση με βάση τη φύση και την κλίμακα των συναλλαγών στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά.

3. Η γραπτή συμφωνία που αναφέρεται στην παράγραφο 2 καθορίζει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)τις υποχρεώσεις της επιχείρησης επενδύσεων σε σχέση με την παροχή ρευστότητας και, κατά περίπτωση, οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση που απορρέει από τη συμμετοχή στο πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β)·

β)με την επιφύλαξη του άρθρου 39α, οποιαδήποτε κίνητρα με τη μορφή εκπτώσεων ή σε άλλη μορφή, που προσφέρει η ρυθμιζόμενη αγορά σε μια επιχείρηση επενδύσεων για την παροχή ρευστότητας στην αγορά σε τακτική και προβλέψιμη βάση και, κατά περίπτωση, οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα που απορρέουν για την επιχείρηση επενδύσεων από τη συμμετοχή της στο σύστημα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).

Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς παρακολουθεί και επιβάλλει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων επενδύσεων προς τις απαιτήσεις των ανωτέρω δεσμευτικών γραπτών συμφωνιών. Ο διαχειριστής της ρυθμιζόμενης αγοράς ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με το περιεχόμενο της δεσμευτικής γραπτής συμφωνίας και παρέχει, κατόπιν αιτήματος, στην αρμόδια αρχή κάθε περαιτέρω πληροφορία που είναι αναγκαία για να βεβαιωθεί η αρμόδια αρχή για τη συμμόρφωση της ρυθμιζόμενης αγοράς προς την παρούσα παράγραφο. Όταν η αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή μπορεί να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να κοινοποιήσει το περιεχόμενο των δεσμευτικών γραπτών συμφωνιών σχετικά με την εποπτική δραστηριότητα της εν λόγω εθνικής εποπτικής αρχής.

4. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς για την απόρριψη εντολών που υπερβαίνουν τα προκαθορισμένα όρια όγκου και τιμών ή είναι σαφώς εσφαλμένες.

5. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να προβεί προσωρινά στη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης ή σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής της τιμής ενός χρηματοπιστωτικού μέσου στην εν λόγω αγορά ή σε συναφή αγορά σε σύντομο χρονικό διάστημα και, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να προβεί σε ακύρωση, τροποποίηση ή διόρθωση οιασδήποτε συναλλαγής. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά καθορίζει τις παραμέτρους για τη διακοπή ή τον περιορισμό των συναλλαγών οι οποίες είναι κατάλληλα προσαρμοσμένες κατά τρόπο ώστε να λαμβάνονται υπόψη η ρευστότητα των διαφόρων κατηγοριών και υποκατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων, η φύση του μοντέλου της αγοράς και τα είδη χρηστών, και επαρκεί για την αποτροπή σημαντικών διαταράξεων στην εύρυθμη διεξαγωγή των συναλλαγών.

Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά γνωστοποιεί με συνεπή και συγκρίσιμο τρόπο στην αρμόδια αρχή τις παραμέτρους για τη διακοπή των συναλλαγών και τυχόν ουσιώδεις μεταβολές των εν λόγω παραμέτρων. Αν η αρμόδια αρχή δεν είναι η ΕΑΚΑΑ, η αρμόδια αρχή αναφέρει τις εν λόγω παραμέτρους στην ΕΑΚΑΑ. Όταν μια ρυθμιζόμενη αγορά, η οποία είναι σημαντική από άποψη ρευστότητας στο εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο, διακόπτει τη διαπραγμάτευση σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, ο διαχειριστής της εν λόγω ρυθμιζόμενης αγοράς διασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει τα αναγκαία συστήματα και διαδικασίες για να ενημερώσει την αρμόδια αρχή του, την εθνική εποπτική αρχή του και την ΕΑΚΑΑ, όταν η ΕΑΚΑΑ δεν είναι η αρμόδια αρχή του. Η αρμόδια αρχή και, όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή, η εθνική εποπτική αρχή ενημερώνουν στη συνέχεια όλες τις άλλες αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, τις εθνικές εποπτικές αρχές στην Ένωση, προκειμένου να συντονίσουν την αντίδραση σε ολόκληρη την αγορά και να καθορίσουν αν είναι σκόπιμο να διακοπεί η διαπραγμάτευση σε άλλους τόπους διαπραγμάτευσης στους οποίους το χρηματοπιστωτικό μέσο αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης έως ότου αρχίσει εκ νέου η διαπραγμάτευση στην αρχική αγορά.

Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της πληροφορίες σχετικά με τις περιστάσεις που οδήγησαν στη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης και σχετικά με τις αρχές για τον καθορισμό των κύριων τεχνικών παραμέτρων που χρησιμοποιήθηκαν για τον σκοπό αυτό.

Όταν μια ρυθμιζόμενη αγορά δεν διακόπτει ούτε περιορίζει τη διαπραγμάτευση, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, παρά το γεγονός ότι μια σημαντική μεταβολή της τιμής ενός χρηματοπιστωτικού μέσου ή συναφών χρηματοπιστωτικών μέσων έχει οδηγήσει σε μη εύρυθμες συνθήκες διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αγορές, η αρμόδια αρχή ή, όταν η αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή μπορεί να λάβει κατάλληλα μέτρα για την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας των αγορών, μεταξύ άλλων κάνοντας χρήση των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 69 παράγραφος 2 στοιχεία ιγ) έως ιστ) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Η εθνική εποπτική αρχή κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τα μέτρα που έλαβε χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

6. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις, που περιλαμβάνουν την απαίτηση από τα μέλη ή τους συμμετέχοντες να εφαρμόζουν τις κατάλληλες διαδικασίες δοκιμαστικής λειτουργίας των αλγορίθμων και την παροχή περιβάλλοντος για τη διευκόλυνση της πραγματοποίησης των δοκιμών αυτών σύμφωνα με τις απαιτήσεις των κεφαλαίων II και IV του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, οι οποίες να εξασφαλίζουν ότι τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών δεν μπορούν να δημιουργήσουν ή να συμβάλουν στη διαμόρφωση συνθηκών μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών στην αγορά και να διαχειρίζονται τις συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών που ανακύπτουν από αυτά τα συστήματα κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων συστημάτων για τον περιορισμό της αναλογίας ανεκτέλεστων εντολών που είναι δυνατό να εισαχθούν στο σύστημα από μέλος ή συμμετέχοντα, προς τις συναλλαγές, συστημάτων για την επιβράδυνση της ροής των εντολών αν υπάρχει κίνδυνος για εξάντληση της χωρητικότητας του συστήματος, και συστημάτων για τον περιορισμό και την επιβολή του ελάχιστου βήματος τιμής στο οποίο είναι δυνατό να εκτελεστούν οι συναλλαγές στην αγορά.

7. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς που επιτρέπει την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τα μέλη ή οι συμμετέχοντες επιτρέπεται να παρέχουν άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση μόνο αν είναι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ότι ορίζονται και εφαρμόζονται κατάλληλα κριτήρια ως προς την καταλληλότητα των προσώπων στα οποία μπορεί να δοθεί πρόσβαση, και ότι το μέλος ή ο συμμετέχων φέρει την ευθύνη των εντολών και των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω της υπηρεσίας αυτής σε σχέση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά ορίζει κατάλληλα πρότυπα σχετικά με τους ελέγχους κινδύνου και τα όρια για τις συναλλαγές μέσω της πρόσβασης αυτής και μπορεί να διακρίνει τις εντολές ή τις συναλλαγές προσώπου που χρησιμοποιεί άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, και, αν είναι αναγκαίο, να σταματά την εισαγωγή τέτοιων εντολών ή τη διενέργεια τέτοιων συναλλαγών χωριστά από άλλες εντολές ή συναλλαγές του μέλους ή του συμμετέχοντος.

Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει ρυθμίσεις για την αναστολή ή τη διακοπή της παροχής άμεσης ηλεκτρονικής πρόσβασης από μέλος ή συμμετέχοντα σε πελάτη στην περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την παρούσα παράγραφο.

8. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι οι κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς για τις υπηρεσίες συστέγασης συστημάτων είναι διαφανείς και δίκαιοι και δεν επιτρέπουν διακριτική μεταχείριση.

9. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά διαθέτει διάρθρωση χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων εκτέλεσης, των παρεπόμενων χρεώσεων και τυχόν εκπτώσεων, η οποία είναι διαφανής και δίκαιη και δεν παρέχει διακρίσεις, καθώς και ότι δεν δημιουργεί κίνητρα για εισαγωγή, τροποποίηση ή ακύρωση εντολών ή για την εκτέλεση συναλλαγών με τρόπο που συμβάλλει σε συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή σε κατάχρηση αγοράς. Ειδικότερα, ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά επιβάλλει υποχρεώσεις ειδικής διαπραγμάτευσης σε μεμονωμένες μετοχές ή σε κατάλληλο καλάθι μετοχών, σε αντάλλαγμα τυχόν εκπτώσεων που παρέχονται.

Μια ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να προσαρμόζει τις χρεώσεις της για ακυρωμένες εντολές ανάλογα με το χρονικό διάστημα παραμονής της εντολής, και να βαθμονομεί τις χρεώσεις της για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο στο οποίο εφαρμόζονται.

Μια ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να επιβάλλει υψηλότερη χρέωση για την εισαγωγή εντολής που στη συνέχεια ακυρώνεται απ’ ό,τι για εντολή που εκτελείται, καθώς επίσης και υψηλότερη χρέωση σε συμμετέχοντες που εμφανίζουν υψηλή αναλογία ακυρωμένων εντολών προς εκτελεσμένες εντολές, και σε όσους εφαρμόζουν τεχνικές κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, προκειμένου να αντανακλάται η πρόσθετη επιβάρυνση για τη χωρητικότητα του συστήματος.

10. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί να διακρίνει, μέσω επισήμανσης από μέλη ή συμμετέχοντες, τις εντολές που παράγονται μέσω συστημάτων για την κατάρτιση αλγοριθμικών συναλλαγών, τους διάφορους αλγόριθμους που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των εντολών, και τα σχετικά πρόσωπα που δίνουν τις εντολές αυτές. Οι εν λόγω πληροφορίες διατίθενται κατόπιν αιτήματος στις αρμόδιες αρχές και, όταν η αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, στις εθνικές εποπτικές αρχές.

Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά θέτει στη διάθεση της αρμόδιας αρχής ή, αν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, της εθνικής εποπτικής αρχής δεδομένα σχετικά με το βιβλίο εντολών ή παρέχει στην αρμόδια αρχή ή, κατά περίπτωση, στην εθνική εποπτική αρχή πρόσβαση στο βιβλίο εντολών, κατόπιν αιτήματος, ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις συναλλαγές. Η εθνική εποπτική αρχή, με τη σειρά της, υποβάλλει τα εν λόγω δεδομένα στην ΕΑΚΑΑ, κατόπιν αιτήματος.

Άρθρο 2η 
Βήματα τιμής

1. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά θεσπίζει καθεστώτα βήματος τιμής σε μετοχές, πιστοποιητικά αποθετηρίου, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και λοιπά παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία καταρτίζονται ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με το άρθρο 2λγ παράγραφος 3 στοιχείο ια). Η εφαρμογή των βημάτων τιμής δεν εμποδίζει τις ρυθμιζόμενες αγορές να ταυτίζουν εντολές μεγάλου μεγέθους στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.

2. Τα καθεστώτα βήματος τιμής που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)βαθμονομούνται για να αντικατοπτρίζουν το προφίλ ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού μέσου σε διάφορες αγορές και το μέσο άνοιγμα τιμής προσφοράς-ζήτησης, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη να καθίσταται δυνατή η διαμόρφωση ευλόγως σταθερών τιμών χωρίς να είναι αδικαιολόγητα υποχρεωτικός ο περαιτέρω περιορισμός του ανοίγματος τιμών·

β)προσαρμόζουν το βήμα τιμής για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο.

Όσον αφορά τις μετοχές με διεθνή αριθμό αναγνώρισης τίτλων (ISIN) που εκδίδονται εκτός Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), ή τις μετοχές που διαθέτουν ISIN ΕΟΧ και τελούν υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης τρίτης χώρας στο τοπικό νόμισμα ή σε εκτός ΕΟΧ νόμισμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 στοιχείο α), και για τις οποίες ο τόπος διαπραγμάτευσης που είναι η σημαντικότερη αγορά από άποψη ρευστότητας βρίσκεται σε τρίτη χώρα, οι ρυθμιζόμενες αγορές μπορούν να προβλέπουν το ίδιο βήμα τιμής με αυτό που ισχύει στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 2θ 
Εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση

1. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά εφαρμόζει σαφείς και διαφανείς κανόνες για την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση.

Οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν ότι κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο που εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά επιδέχεται δίκαιη, ομαλή και αποτελεσματική διαπραγμάτευση και, προκειμένου περί κινητών αξιών, ότι είναι ελεύθερα διαπραγματεύσιμο.

Τα κράτη μέλη δεν περιορίζουν το φάσμα των χρηματοπιστωτικών μέσων που είναι δυνατό να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά με την αιτιολογία ότι τα μέσα αυτά δεν διατίθενται σε μη επαγγελματίες επενδυτές εντός της δικαιοδοσίας τους.

2. Στην περίπτωση των παράγωγων προϊόντων, οι κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διασφαλίζουν ιδίως ότι οι όροι του συμβολαίου του παράγωγου προϊόντος επιτρέπουν την ομαλή διαμόρφωση των τιμών του, καθώς και την ύπαρξη αποτελεσματικών όρων διακανονισμού.

3. Εκτός από τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 2, ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά θεσπίζει και διατηρεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν οι εκδότες των εισαγόμενων προς διαπραγμάτευση στη ρυθμιζόμενη αγορά κινητών αξιών συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το δίκαιο της Ένωσης όσον αφορά την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση πληροφοριών.

Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά θεσπίζει μηχανισμούς που διευκολύνουν την πρόσβαση των μελών της ή των συμμετεχόντων σε αυτή στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται βάσει του δικαίου της Ένωσης.

4. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τον τακτικό έλεγχο της συμμόρφωσης με τους όρους εισαγωγής των χρηματοπιστωτικών μέσων που εισάγουν προς διαπραγμάτευση.

5. Κινητή αξία που έχει εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά μπορεί στη συνέχεια να εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε άλλες ρυθμιζόμενες αγορές, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη, τηρουμένων των σχετικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129. Ο εκδότης ενημερώνεται από τη ρυθμιζόμενη αγορά για το γεγονός ότι οι τίτλοι του εισάγονται προς διαπραγμάτευση στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά. Ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο 3 υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών απευθείας σε ρυθμιζόμενη αγορά που έχει εισαγάγει προς διαπραγμάτευση τους τίτλους του χωρίς τη συγκατάθεσή του.

Άρθρο 2ι 
Ειδικοί όροι για την εισαγωγή μετοχών προς διαπραγμάτευση

1. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά απαιτεί η προβλεπόμενη χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας της οποίας οι μετοχές επιδιώκεται να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση ή, αν αυτή δεν μπορεί να εκτιμηθεί, τα ίδια κεφάλαια και τα αποθεματικά της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων της τελευταίας χρήσης, ανέρχονται σε τουλάχιστον 1 000 000 EUR ή στο ισοδύναμό του προκειμένου για εθνικό νόμισμα εκτός ευρώ.

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στην εισαγωγή προς διαπραγμάτευση μετοχών που είναι ανταλλάξιμες με μετοχές ήδη εισηγμένες προς διαπραγμάτευση.

3. Όταν, συνεπεία προσαρμογής του ισοδύναμου ποσού σε εθνικό νόμισμα εκτός ευρώ, η χρηματιστηριακή αξία που εκφράζεται στο εθνικό νόμισμα παραμένει για διάστημα ενός έτους τουλάχιστον κατά 10 % περισσότερο ή τουλάχιστον κατά 10 % λιγότερο από 1 000 000 EUR, ο διαχειριστής αγοράς, εντός 12 μηνών από τη λήξη της εν λόγω περιόδου, εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά προσαρμόζει τους κανόνες της προκειμένου να συμμορφωθεί με την παράγραφο 1.

4. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά απαιτεί τουλάχιστον το 10 % του εγγεγραμμένου κεφαλαίου που αντιπροσωπεύει η κατηγορία μετοχών την οποία αφορά η αίτηση εισαγωγής προς διαπραγμάτευση να βρίσκεται στην κατοχή του κοινού κατά τη στιγμή της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση.

5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν από τις ρυθμιζόμενες αγορές να θεσπίσουν, κατά τη στιγμή της εισαγωγής, τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις για την υποβολή αίτησης εισαγωγής μετοχών προς διαπραγμάτευση:

α)επαρκή αριθμό μετοχών στην κατοχή του κοινού·

β)κατοχή των μετοχών από επαρκή αριθμό μετόχων·

γ)η αγοραία αξία των μετοχών που είναι στην κατοχή του κοινού αντιπροσωπεύει επαρκές επίπεδο του εγγεγραμμένου κεφαλαίου στην κατηγορία των συγκεκριμένων μετοχών.

6. Όταν επιδιώκεται εισαγωγή προς διαπραγμάτευση μετοχών που είναι ανταλλάξιμες με μετοχές ήδη εισηγμένες προς διαπραγμάτευση, οι ρυθμιζόμενες αγορές, προκειμένου να ανταποκριθούν στην απαίτηση της παραγράφου 4, εκτιμούν αν έχει διασπαρεί επαρκής αριθμός μετοχών στο κοινό σε σχέση με το σύνολο των εκδοθεισών μετοχών και όχι μόνο σε σχέση με τις μετοχές που είναι ανταλλάξιμες με μετοχές ήδη εισηγμένες προς διαπραγμάτευση.

Άρθρο 2ια 
Αναστολή διαπραγμάτευσης και απόσυρση χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά

1. Με την επιφύλαξη του κατά το άρθρο 69 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ δικαιώματος της αρμόδιας αρχής ή, όταν η αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, της εθνικής εποπτικής αρχής να απαιτεί την αναστολή διαπραγμάτευσης ή την απόσυρση χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση, ο διαχειριστής αγοράς μπορεί να αναστείλει τη διαπραγμάτευση ή να αποσύρει από τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικό μέσο το οποίο δεν συνάδει πλέον με τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς, εκτός αν η αναστολή ή απόσυρση αυτή ενδέχεται να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

2. Διαχειριστής αγοράς ο οποίος αναστέλλει τη διαπραγμάτευση ή αποσύρει από τη διαπραγμάτευση ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, αναστέλλει τη διαπραγμάτευση ή αποσύρει από τη διαπραγμάτευση και τα παράγωγα όπως αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΚ, τα οποία σχετίζονται ή τα οποία έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υποστήριξη των στόχων της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της απόσυρσης του υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση. Ο διαχειριστής αγοράς δημοσιοποιεί την αναστολή ή την απόσυρση του χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση και κάθε σχετικού παραγώγου και την κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του και, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, στην εθνική εποπτική αρχή του.

Οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται άλλες ρυθμιζόμενες αγορές και οι διαχειριστές αγοράς και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται ΠΜΔ, ΜΟΔ και συστηματικούς εσωτερικοποιητές, οι οποίοι διαπραγματεύονται το ίδιο χρηματοπιστωτικό μέσο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή τα παράγωγα όπως αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΕ τα οποία σχετίζονται ή τα οποία έχουν ως σημείο αναφοράς το χρηματοπιστωτικό μέσο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, μόλις λάβουν γνώση της εν λόγω αναστολής ή απόσυρσης και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, αναστέλλουν τη διαπραγμάτευση ή αποσύρουν το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο από τη διαπραγμάτευση, όταν η αναστολή ή η απόσυρση οφείλεται σε υπόνοια για κατάχρηση της αγοράς, σε δημόσια προσφορά εξαγοράς ή στη μη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών σχετικά με τον εκδότη ή το χρηματοπιστωτικό μέσο κατά παράβαση των άρθρων 7 και 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, εκτός αν η αρμόδια αρχή ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή θεωρεί ότι η αναστολή ή η απόσυρση θα μπορούσε να βλάψει σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών ή την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.

Οι διαχειριστές αγοράς, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο δημοσιοποιούν την αναστολή ή την απόσυρση του χρηματοπιστωτικού μέσου και κάθε σχετικού παραγώγου. Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης όταν αίρεται η αναστολή από τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικού μέσου ή των παραγώγων όπως αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και τα οποία σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο.

Η παρούσα παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση που η απόφαση για αναστολή διαπραγμάτευσης ή απόσυρσης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση ή παραγώγων που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και τα οποία σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς χρηματοπιστωτικό μέσο λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, από την εθνική εποπτική αρχή δυνάμει του άρθρου 69 παράγραφος 2 στοιχεία ιγ) και ιδ) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Άρθρο 2ιβ 
Πρόσβαση σε ρυθμιζόμενη αγορά

1. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά θεσπίζει, εφαρμόζει και διατηρεί διαφανείς και χωρίς διακρίσεις κανόνες, βασιζόμενους σε αντικειμενικά κριτήρια, όσον αφορά την πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά ή την ιδιότητα του μέλους της.

2. Οι κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ορίζουν όλες τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα μέλη της ρυθμιζόμενης αγοράς ή οι συμμετέχοντες σε αυτήν οι οποίες απορρέουν από:

α)τις συστατικές και διοικητικές πράξεις της ρυθμιζόμενης αγοράς·

β)τους κανόνες που διέπουν τη διενέργεια των συναλλαγών στη ρυθμιζόμενη αγορά·

γ)τα επαγγελματικά πρότυπα προς τα οποία πρέπει να συμμορφώνεται το προσωπικό των επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται στην αγορά·

δ)τους όρους που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 για τα πλην των επιχειρήσεων επενδύσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων μέλη ή συμμετέχοντες·

ε)τους κανόνες και διαδικασίες εκκαθάρισης και διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στη ρυθμιζόμενη αγορά.

3. Οι ρυθμιζόμενες αγορές μπορούν να δέχονται ως μέλη ή συμμετέχοντες επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικά ιδρύματα με άδεια κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και άλλα πρόσωπα τα οποία διαθέτουν:

α)επαρκώς καλή φήμη·

β)επαρκές επίπεδο συναλλακτικής ικανότητας, γνώσεων και πείρας·

γ)κατά περίπτωση, επαρκείς οργανωτικές ρυθμίσεις·

δ)επαρκή μέσα για το ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν, λαμβανομένων υπόψη των διαφόρων χρηματοοικονομικών ρυθμίσεων που έχει ενδεχομένως επιβάλει η ρυθμιζόμενη αγορά για να εγγυάται τον προσήκοντα διακανονισμό των συναλλαγών.

3α. Κατά την αποδοχή ως μελών ή συμμετεχόντων προσώπων που είναι ήδη μέλη ή συμμετέχοντες άλλης ρυθμιζόμενης αγοράς, οι ρυθμιζόμενες αγορές θεωρούν ότι τα εν λόγω πρόσωπα συμμορφώνονται με την παράγραφο 3 στοιχείο α), χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση. Οι ρυθμιζόμενες αγορές θεωρούν επίσης ότι τα εν λόγω πρόσωπα συμμορφώνονται με την παράγραφο 2 στοιχείο γ) ή την παράγραφο 3 στοιχεία β) και γ), κατά περίπτωση, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση, όταν ζητούν να γίνουν μέλη ή συμμετέχοντες σε σχέση με τη διαπραγμάτευση σε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων στην οποία είναι ήδη μέλη ή συμμετέχοντες σε άλλη ρυθμιζόμενη αγορά.

4. Για τις συναλλαγές που διενεργούνται σε ρυθμιζόμενη αγορά, τα μέλη και οι συμμετέχοντες δεν έχουν υποχρέωση να εφαρμόζουν έναντι αλλήλων τις υποχρεώσεις των άρθρων 24, 25 27 και 28 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Τα μέλη όμως της ρυθμιζόμενης αγοράς, ή οι συμμετέχοντες σε αυτή, τηρούν τις προβλεπόμενες στα άρθρα 24, 25 27 και 28 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό πελατών, εκτελούν τις εντολές τους σε ρυθμιζόμενη αγορά.

5. Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση στη ρυθμιζόμενη αγορά ή την απόκτηση της ιδιότητας του μέλους της ή τη συμμετοχή σε αυτήν προβλέπουν την άμεση ή εξ αποστάσεως συμμετοχή των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων. Οι εν λόγω κανόνες δεν εισάγουν διακρίσεις μεταξύ άμεσης ή εξ αποστάσεως συμμετοχής ούτε επιβάλλουν πρόσθετους περιορισμούς σε οποιαδήποτε από τις δύο μορφές συμμετοχής.

6. Οι διαχειριστές αγοράς κοινοποιούν, σε τακτική βάση, στην αρμόδια αρχή και, αν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, στην εθνική εποπτική αρχή, τον κατάλογο των μελών ή των συμμετεχόντων στις ρυθμιζόμενες αγορές τις οποίες διαχειρίζονται.

Άρθρο 2ιγ 
Κοινοποίηση τροποποιήσεων των κανόνων της ρυθμιζόμενης αγοράς

1. Ο διαχειριστής αγοράς κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή κάθε τροποποίηση των κανόνων της ρυθμιζόμενης αγοράς την οποία διαχειρίζεται, τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από την έναρξη ισχύος της εκάστοτε τροποποίησης.

2. Η αρμόδια αρχή έχει την εξουσία να απαιτεί από διαχειριστή αγοράς να τροποποιεί τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς στην οποία δραστηριοποιείται, αν διαπιστώσει ότι οι εν λόγω κανόνες δεν πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2ιδ
Έλεγχος της συμμόρφωσης με τους κανόνες της ρυθμιζόμενης αγοράς και με άλλες νομικές υποχρεώσεις

1. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά δημιουργεί και διατηρεί αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων πόρων, για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των μελών της και των συμμετεχόντων με τους κανόνες της. Οι ρυθμιζόμενες αγορές παρακολουθούν τις εντολές που αποστέλλονται, περιλαμβανομένων των ακυρώσεων, και τις συναλλαγές που καταρτίζουν τα μέλη τους ή οι συμμετέχοντες μέσω των συστημάτων τους, προκειμένου να εντοπίζονται παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών, ενέργειες που ενδέχεται να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σχετικά με ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, και χρησιμοποιούν τους αναγκαίους πόρους ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης αυτής.

2. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές του και, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, την εθνική εποπτική αρχή σχετικά με σημαντικές περιπτώσεις παράβασης των κανόνων του, συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή ενέργειες οι οποίες μπορεί να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή δυσλειτουργίες των συστημάτων σε σχέση με χρηματοπιστωτικό μέσο.

Η αρμόδια αρχή ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην ΕΑΚΑΑ και στις αρχές των άλλων κρατών μελών που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Όσον αφορά ενέργειες που μπορεί να υποδηλώνουν συμπεριφορά που απαγορεύεται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, η αρμόδια αρχή ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή πρέπει να είναι πεπεισμένη ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί τέτοια συμπεριφορά προτού ειδοποιήσει τις αρχές των άλλων κρατών μελών που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 67 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, συνεκτιμά δεόντως τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, ιδίως κατά την αξιολόγηση πιθανής παράβασης της παραγράφου 1 από τη ρυθμιζόμενη αγορά. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει από την εθνική εποπτική αρχή να υποβάλει τυχόν πρόσθετες πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εν λόγω αξιολόγησης.

Όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, σε περιπτώσεις όπου μια εθνική εποπτική αρχή θεωρεί ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν έχουν παρασχεθεί ή δεν έχουν παρασχεθεί εγκαίρως από τον διαχειριστή αγοράς, η εν λόγω αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί, εντός 20 εργάσιμων ημερών, αν ο διαχειριστής αγοράς έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει του πρώτου εδαφίου και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

3. Ο διαχειριστής αγοράς γνωστοποιεί χωρίς περιττή καθυστέρηση τις σχετικές πληροφορίες στην αρχή που είναι αρμόδια για τη διερεύνηση και τη δίωξη περιπτώσεων κατάχρησης αγοράς στη ρυθμιζόμενη αγορά, και της παρέχει κάθε αναγκαία βοήθεια για τη διερεύνηση και δίωξη της κατάχρησης αγοράς η οποία διαπράττεται στα συστήματα της ρυθμιζόμενης αγοράς ή μέσω αυτών.

Όταν αρμόδια αρχή της ρυθμιζόμενης αγοράς είναι η ΕΑΚΑΑ, σε περιπτώσεις όπου μια αρχή αρμόδια για τη διερεύνηση και τη δίωξη της κατάχρησης αγοράς σε μια τέτοια ρυθμιζόμενη αγορά θεωρεί ότι οι πληροφορίες ή η συνδρομή που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν έχουν παρασχεθεί ή δεν έχουν παρασχεθεί εγκαίρως, η εν λόγω αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί, εντός 20 εργάσιμων ημερών, αν ο διαχειριστής αγοράς έχει αθετήσει τις υποχρεώσεις του δυνάμει του πρώτου εδαφίου και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα.

Άρθρο 2ιε 
Διασυνοριακή δραστηριότητα ρυθμιζόμενων αγορών

1. Ρυθμιζόμενη αγορά που έχει λάβει άδεια λειτουργίας μπορεί να ασκεί ελεύθερα τη δραστηριότητά της εντός της Ένωσης, μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος. Οι εν λόγω δραστηριότητες περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α)την πρόβλεψη κατάλληλων ρυθμίσεων για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και της διαπραγμάτευσης στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά από εξ αποστάσεως μέλη ή συμμετέχοντες εγκατεστημένους σε οποιοδήποτε κράτος μέλος·

β)δραστηριότητες που σχετίζονται με την εισδοχή μελών ή συμμετεχόντων στην εν λόγω ρυθμιζόμενη αγορά·

γ)δραστηριότητες που σχετίζονται με την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων προς διαπραγμάτευση στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά.

2. Ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει υποβάλει αίτηση για άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 2β και προτίθεται να ασκήσει τη δραστηριότητά της στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά κοινοποιεί στην οικεία αρμόδια αρχή το κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να ασκήσει τη δραστηριότητά της. Η αρμόδια αρχή κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές στην οριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ αρχή του κράτους μέλους στο οποίο η ρυθμιζόμενη αγορά προτίθεται να ασκήσει τη δραστηριότητά της, εντός επτά εργάσιμων ημερών. Όταν η ΕΑΚΑΑ δεν είναι η αρμόδια αρχή, μπορεί να ζητεί πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες σύμφωνα με τη διαδικασία και υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η αρμόδια αρχή της ρυθμιζόμενης αγοράς, κατόπιν αιτήματος της οριζόμενης σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ αρχής του κράτους μέλους στο οποίο η ρυθμιζόμενη αγορά προτίθεται να ασκήσει ή ασκεί τη δραστηριότητά της και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, γνωστοποιεί την ταυτότητα των μελών της ρυθμιζόμενης αγοράς ή των συμμετεχόντων σε αυτήν που είναι εγκατεστημένοι στο εν λόγω κράτος μέλος.

Όταν η ρυθμιζόμενη αγορά ιδρύει υποκατάστημα, οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνουν:

α)τα καθήκοντα που θα εκτελεί το υποκατάστημα·

β)την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος·

γ)τη διεύθυνση στο κράτος μέλος στο οποίο η ρυθμιζόμενη αγορά προτίθεται να ιδρύσει υποκατάστημα·

δ)τα ονόματα των υπεύθυνων διαχείρισης του υποκαταστήματος.

3. Σε περίπτωση μεταβολής οποιουδήποτε από τα στοιχεία που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς εξασφαλίζει ότι η ρυθμιζόμενη αγορά κοινοποιεί εγγράφως την εν λόγω μεταβολή στην οικεία αρμόδια αρχή τουλάχιστον επτά εργάσιμες ημέρες πριν από την εφαρμογή της μεταβολής. Η εν λόγω αρμόδια αρχή κοινοποιεί τη μεταβολή αυτή στην οριζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ αρχή του κράτους μέλους στο οποίο η ρυθμιζόμενη αγορά ασκεί τη δραστηριότητά της.

4. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν περαιτέρω νομικές ή διοικητικές απαιτήσεις σε σχέση με τη διασυνοριακή δραστηριότητα των ρυθμιζόμενων αγορών στο έδαφός τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 
Απαιτήσεις για ΠΜΔ και ΟΜΔ

Άρθρο 2ιστ 
Απαίτηση χορήγησης άδειας για ΠΜΔ και ΟΜΔ που τελούν υπό τη διαχείριση διαχειριστή αγοράς

Η αρμόδια αρχή επιτρέπει σε διαχειριστή αγοράς να διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης επαλήθευσης της συμμόρφωσής του με τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου.

Άρθρο 2ιζ 
Χορήγηση άδειας, συνεχής εποπτεία και ανάκληση της άδειας που χορηγείται σε επιχειρήσεις επενδύσεων για τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ

1. Όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα για επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης, και όταν μια αιτούσα επιχείρηση επενδύσεων ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή τον εν λόγω διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης, η ΕΑΚΑΑ εξουσιοδοτείται να χορηγήσει άδεια στην εν λόγω αιτούσα επιχείρηση επενδύσεων εφόσον σκοπεύει να ασκεί αποκλειστικά τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ ή και των δύο.

2. Η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει τακτικά τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και στον τίτλο II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

3. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας που έχει χορηγηθεί σε επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις ανάκλησης που ορίζονται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

4. Για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων που της ανατίθενται με το παρόν άρθρο, η ΕΑΚΑΑ εφαρμόζει τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ερμηνευόμενες κατά τρόπο που συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

5. Όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα για επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης, μια αιτούσα επιχείρηση επενδύσεων που ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή τον εν λόγω διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης και η οποία επιδιώκει να λάβει άδεια για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ, υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ την εν λόγω αίτηση και κάθε πληροφορία την οποία παρέχει η επιχείρηση επενδύσεων προκειμένου να ζητήσει άδεια για τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

Η ΕΑΚΑΑ εκτιμά αν η αίτηση χορήγησης άδειας για τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ είναι πλήρης εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση επενδύσεων οφείλει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες.

Η ΕΑΚΑΑ, αφού κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, αποστέλλει σχετική κοινοποίηση στην επιχείρηση επενδύσεων.

Η ΕΑΚΑΑ, εντός 60 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, εκδίδει γνώμη σχετικά με την άδεια για τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ και τη διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης της άδειας βάσει της γνώμης που διαβίβασε η ΕΑΚΑΑ και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την έκδοσή της. Η αρμόδια αρχή αρνείται τη χορήγηση άδειας για τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ αν η ΕΑΚΑΑ εκδώσει αρνητική γνώμη.

6. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να ανακαλέσει την άδεια που αναφέρεται στην προηγούμενη παράγραφο, αν η ΕΑΚΑΑ την ενημερώσει ότι πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σε σχέση με τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ. Αν η αρμόδια αρχή ανακαλέσει την άδεια, ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων.

7. Οι παράγραφοι 1 έως 6 εφαρμόζονται επίσης σε επιχείρηση επενδύσεων που ανήκει στον ίδιο όμιλο με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή ΚΑΤ που υπόκειται σε εποπτεία από την ΕΑΚΑΑ.

8. Οι παράγραφοι 1 έως 7 εφαρμόζονται από τη στιγμή που η ΕΑΚΑΑ καταστεί η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα.

Άρθρο 2ιη 
Επέκταση της άδειας για επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται ήδη ΠΜΔ ή ΜΟΔ

1. Επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια από την ΕΑΚΑΑ δυνάμει του άρθρου 2ιζ παράγραφος 1 και ζητά τη χορήγηση άδειας για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της σε πρόσθετες επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες ή σε παρεπόμενες υπηρεσίες που δεν είχαν προβλεφθεί κατά τον χρόνο χορήγησης της αρχικής άδειας υποβάλλει αίτηση επέκτασης της άδειάς της στην ΕΑΚΑΑ.

2. Αν η αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αφορά επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες άλλες από τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ, η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την εν λόγω αίτηση και κάθε πληροφορία που παρέχει η επιχείρηση επενδύσεων για τον σκοπό αυτό στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων.

Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εκτιμά αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας είναι πλήρης εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ορίζει προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση επενδύσεων οφείλει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες.

Αν διαπιστωθεί κατά την αξιολόγηση ότι η αίτηση είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων.

Η αρμόδια αρχή, εντός 60 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, εκδίδει γνώμη σχετικά με την επέκταση της άδειας και τη διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης της άδειας βάσει της γνώμης που διαβίβασε η ΕΑΚΑΑ και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την έκδοσή της. Η ΕΑΚΑΑ αρνείται την επέκταση της άδειας αν η αρμόδια αρχή εκδώσει αρνητική γνώμη.

3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 2ιζ παράγραφος 3, η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 2ιζ σε σχέση με τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, αν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων παράσχει αιτιολογημένη γνώμη που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σε σχέση με τις επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν η ΕΑΚΑΑ ανακαλέσει την άδεια, ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων.

4. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της ανατίθενται με το παρόν άρθρο, η ΕΑΚΑΑ εφαρμόζει τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ερμηνευόμενες κατά τρόπο που συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

5. Οι παράγραφοι 1 έως 4 εφαρμόζονται από τη στιγμή που η ΕΑΚΑΑ καταστεί η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα.

Άρθρο 2ιθ 
Επέκταση της άδειας για επιχειρήσεις επενδύσεων που σκοπεύουν να διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ

1. Αν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα για επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης, μια αιτούσα επιχείρηση επενδύσεων που ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή τον εν λόγω διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης και η οποία επιδιώκει επέκταση της άδειάς της για τον σκοπό της διαχείρισης ΠΜΔ ή ΜΟΔ, υποβάλλει αίτηση επέκτασης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ την εν λόγω αίτηση και κάθε πληροφορία την οποία παρέχει η επιχείρηση επενδύσεων για τον σκοπό αυτό.

Η ΕΑΚΑΑ εκτιμά αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας είναι πλήρης εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης.

Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ ορίζει προθεσμία εντός της οποίας η επιχείρηση επενδύσεων οφείλει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες.

Η ΕΑΚΑΑ, αφού κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, αποστέλλει σχετική κοινοποίηση στην επιχείρηση επενδύσεων.

Η ΕΑΚΑΑ, εντός 60 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πλήρους αίτησης, εκδίδει γνώμη σχετικά με την επέκταση της άδειας και τη διαβιβάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης της άδειας βάσει της γνώμης που διαβίβασε η ΕΑΚΑΑ και ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την έκδοσή της. Η αρμόδια αρχή αρνείται την επέκταση της άδειας αν η ΕΑΚΑΑ εκδώσει αρνητική γνώμη.

2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακαλεί την άδεια σε σχέση με τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΟΜΔ, αν η ΕΑΚΑΑ παράσχει αιτιολογημένη γνώμη η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σε σχέση με τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ. Αν η αρμόδια αρχή ανακαλέσει την άδεια, ενημερώνει σχετικά την επιχείρηση επενδύσεων.

3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται επίσης σε επιχείρηση επενδύσεων που ανήκει στον ίδιο όμιλο με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή ΚΑΤ που υπόκειται στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ζητεί επέκταση της άδειάς της για τους σκοπούς της διαχείρισης ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται από τη στιγμή που η ΕΑΚΑΑ καταστεί η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα.

Άρθρο 2κ 
Συνεχής εποπτεία

1. Για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 2ιζ παράγραφος 5, το άρθρο 2ιη και το άρθρο 2ιθ, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει τακτικά τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα τίτλο και, όσον αφορά πτυχές που σχετίζονται με τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ, με τις εθνικές διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 16 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ερμηνευόμενες κατά τρόπο που συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

2. Για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 2ιζ παράγραφος 5, το άρθρο 2ιη και το άρθρο 2ιθ, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων επανεξετάζει τακτικά τη συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ από το κράτος μέλος καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων.

3. Για τους σκοπούς της διασφάλισης αποτελεσματικής και αποδοτικής αδειοδότησης και διαρκούς εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων σύμφωνα με το άρθρο 2ιζ παράγραφος 5, το άρθρο 2ιη και το άρθρο 2ιθ, η ΕΑΚΑΑ και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων συνάπτουν συμφωνία συνεργασίας.

4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 εφαρμόζονται από τη στιγμή που η ΕΑΚΑΑ καταστεί η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα.

Άρθρο 2κα 
Συμμόρφωση με τους κανόνες του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ και με άλλες εκ του νόμου υποχρεώσεις

1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ θεσπίζουν διαφανείς κανόνες και διαδικασίες δίκαιης και εύρυθμης διαπραγμάτευσης και καθορίζουν αντικειμενικά κριτήρια για την αποτελεσματική εκτέλεση των εντολών. Διαθέτουν μηχανισμούς που επιτρέπουν την ορθή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, μεταξύ των οποίων αποτελεσματικούς μηχανισμούς έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων.

2. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ θεσπίζουν διαφανείς κανόνες σχετικά με τα κριτήρια προσδιορισμού των χρηματοπιστωτικών μέσων των οποίων η διαπραγμάτευση επιτρέπεται στα πλαίσια των συστημάτων τους.

Κατά περίπτωση, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρέχουν επαρκείς δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, ή βεβαιώνονται ότι υπάρχει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, ώστε να μπορούν οι χρήστες τους να διαμορφώνουν επενδυτική κρίση, ανάλογα με τη φύση των χρηστών και με τα είδη των υπό διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων.

3. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ συμμορφώνονται με το άρθρο 2στ παράγραφος 1 στοιχεία α), στ) και ζ), το άρθρο 2ζ, το άρθρο 2η, το άρθρο 2ιβ παράγραφος 1, το άρθρο 2ιγ παράγραφος 1, το άρθρο 2ιδ παράγραφος 1, το άρθρο 2ιδ παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και το άρθρο 2ιδ παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και διαθέτουν όλα τα αναγκαία αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις για τον σκοπό αυτό.

4. Το άρθρο 2ιγ παράγραφος 2, το άρθρο 2ιδ παράγραφος 2 δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο εδάφιο και το άρθρο 2ιδ παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις επιχειρήσεις επενδύσεων και τους διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

5. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ ενημερώνουν σαφώς τα μέλη τους ή τους συμμετέχοντες σε αυτούς για τις αντίστοιχες ευθύνες τους όσον αφορά τον διακανονισμό των συναλλαγών που εκτελούνται εντός του εν λόγω συστήματος. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ διαθέτουν τους αναγκαίους μηχανισμούς για τη διευκόλυνση του αποδοτικού διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στα πλαίσια των συστημάτων των εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

6. Αν κινητή αξία εισαχθείσα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά αποτελεί επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη της, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση όσον αφορά την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με τους εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

7. Κάθε επιχείρηση επενδύσεων και διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ συμμορφώνεται αμέσως με κάθε οδηγία της αρμόδιας αρχής του ή, αν η αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, της εθνικής εποπτικής αρχής του σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για την αναστολή της διαπραγμάτευσης ή την απόσυρση χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση.

8. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρέχουν στην αρμόδια αρχή λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ, περιλαμβανομένων, με την επιφύλαξη του άρθρου 2κστ παράγραφοι 1, 4 και 5, κάθε είδους δεσμού με ή συμμετοχής από ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ ή συστηματικό εσωτερικοποιητή που ανήκει στην ίδια επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς, καθώς και κατάλογο των μελών, των συμμετεχόντων και/ή των χρηστών τους. Οι αρμόδιες αρχές θέτουν τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και, όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή, στη διάθεση των εθνικών εποπτικών αρχών κατόπιν αιτήματος.

Άρθρο 2κβ 
Αναστολή διαπραγμάτευσης και χρηματοπιστωτικών μέσων από τη διαπραγμάτευση σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ

1. Με την επιφύλαξη του δικαιώματος της αρμόδιας αρχής ή, αν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, της εθνικής εποπτικής αρχής να απαιτεί την αναστολή διαπραγμάτευσης ή την απόσυρση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ μπορεί να αναστείλει τη διαπραγμάτευση ή να αποσύρει από τη διαπραγμάτευση ένα χρηματοπιστωτικό μέσο υπό τις περιστάσεις που ορίζονται στο άρθρο 2ια παράγραφος 1.

2. Το άρθρο 2ια παράγραφος 2 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στην περίπτωση που μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ αναστέλλει τη διαπραγμάτευση ή αποσύρει από τη διαπραγμάτευση ένα χρηματοπιστωτικό μέσο και τα παράγωγα που αναφέρονται στα σημεία 4) έως 10) του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΚ και τα οποία σχετίζονται ή έχουν ως σημείο αναφοράς το εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο.

Άρθρο 2κγ 
Διασυνοριακή δραστηριότητα ΠΜΔ και ΜΟΔ

Το άρθρο 2ιε εφαρμόζεται κατ’ αναλογία σε επιχειρήσεις επενδύσεων ή διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

Άρθρο 2κδ 
Ειδικές απαιτήσεις για τους ΠΜΔ

1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ, πέραν της εκπλήρωσης των απαιτήσεων του άρθρου 16 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και του παρόντος κανονισμού, θεσπίζουν και εφαρμόζουν διαφανείς και μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες για την εκτέλεση εντολών στο σύστημα.

2. Όταν συμμορφώνονται με το άρθρο 2ιβ παράγραφος 1, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ διασφαλίζουν ότι οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση σε ΠΜΔ πληρούν τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 2ιβ παράγραφος 3.

Κατά την αποδοχή ως μελών ή συμμετεχόντων προσώπων που είναι ήδη μέλη ή συμμετέχοντες άλλης ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς θεωρούν ότι τα εν λόγω πρόσωπα συμμορφώνονται με το άρθρο 2ιβ παράγραφος 3 στοιχείο α), χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ θεωρούν επίσης ότι τα εν λόγω πρόσωπα συμμορφώνονται με το άρθρο 2ιβ παράγραφος 3 στοιχεία β) και γ), χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση, όταν ζητούν να γίνουν μέλη ή συμμετέχοντες σε σχέση με τη διαπραγμάτευση σε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων στην οποία είναι ήδη μέλη ή συμμετέχοντες σε άλλη ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ.

3. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ:

α)διαθέτουν μηχανισμούς ώστε να έχουν κατάλληλα μέσα που να τους επιτρέπουν να διαχειρίζονται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένος ο ΠΜΔ, να εφαρμόζουν κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών για τη λειτουργία του κινδύνων και να έχουν λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων·

β)διαθέτουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν την αποτελεσματική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα πλαίσια των συστημάτων του ΠΜΔ· και

γ)διαθέτουν, κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας λειτουργίας και σε μόνιμη βάση, επαρκείς χρηματοπιστωτικούς πόρους για να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία του ΠΜΔ, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών που διενεργούνται στην αγορά, καθώς και του φάσματος και της σοβαρότητας των κινδύνων στους οποίους αυτό είναι εκτεθειμένο.

Όταν, για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου, μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ χρησιμοποιεί πόρους ή βασίζεται στην εκτέλεση καθηκόντων από άλλη οντότητα εγκατεστημένη στην Ένωση η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς, η εξάρτηση από την εν λόγω οντότητα δεν συνιστά εξωτερική ανάθεση για τον σκοπό του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 3α. Η τοποθεσία εντός της Ένωσης της οντότητας που διαθέτει πόρους ή εκτελεί καθήκοντα για τη συμμόρφωση διαχειριστή αγοράς με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου είναι άνευ σημασίας για την αξιολόγηση της εν λόγω συμμόρφωσης από την αρμόδια αρχή.

3α. Η εξάρτηση μιας επιχείρησης επενδύσεων ή ενός διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ από άλλη οντότητα η οποία είναι εγκατεστημένη στην Ένωση και ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς δεν συνιστά εξωτερική ανάθεση σύμφωνα με την παράγραφο 3, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ και άλλη οντότητα του ομίλου, η οποία θα διαθέσει τους πόρους της ή θα εκτελέσει καθήκοντα για την εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς, έχουν θεσπίσει μηχανισμούς που εξασφαλίζουν ότι η εν λόγω οντότητα εντός του ίδιου ομίλου συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ σε σχέση με την εν λόγω διάθεση πόρων ή εκτέλεση καθηκόντων·

β)η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ έχει θέσει σε εφαρμογή επαρκείς μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των δυνητικών δυσμενών συνεπειών, για τη λειτουργία του ΠΜΔ ή για τα μέλη ή τους συμμετέχοντες σε αυτόν, οποιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ και άλλης οντότητας του ομίλου η οποία θα διαθέσει τους πόρους της ή θα εκτελέσει καθήκοντα για τον εν λόγω ΠΜΔ.

Όταν χρησιμοποιεί πόρους άλλης οντότητας ή βασίζεται στην εκτέλεση καθηκόντων από άλλη οντότητα εντός του ίδιου ομίλου, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ διατηρεί την πλήρη ευθύνη για την εκπλήρωση όλων των οικείων υποχρεώσεων δυνάμει του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις για τη χρήση πόρων άλλης οντότητας ή την εκτέλεση καθηκόντων, σύμφωνα με την παράγραφο 3, από άλλη οντότητα εγκατεστημένη στην Ένωση η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με την επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΠΜΔ.

4. Τα άρθρα 24 και 25, το άρθρο 27 παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 10, και το άρθρο 28 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ δεν έχουν εφαρμογή στις συναλλαγές που συνάπτονται στη βάση των κανόνων που διέπουν έναν ΠΜΔ, μεταξύ μελών του ΠΜΔ ή συμμετεχόντων σ’ αυτόν, ή μεταξύ του ΠΜΔ και των μελών του ή των συμμετεχόντων σ’ αυτόν σε σχέση με τη χρήση του. Ωστόσο, τα μέλη ενός ΠΜΔ ή οι συμμετέχοντες σ’ αυτόν συμμορφώνονται προς τις προβλεπόμενες στα άρθρα 24, 25, 27 και 28 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό των πελατών τους, εκτελούν εντολές τους μέσω των συστημάτων ενός ΠΜΔ.

5. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΠΜΔ δεν εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ούτε καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό.

Άρθρο 2κε 
Αγορές ανάπτυξης ΜΜΕ

1. Ο διαχειριστής ενός ΠΜΔ μπορεί να υποβάλει στην αρμόδια αρχή του αίτηση καταχώρισης του ΠΜΔ, ή τμήματος αυτού, ως αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να καταχωρίσει τον ΠΜΔ, ή τμήμα αυτού, ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ αν η αρμόδια αρχή λάβει την αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και βεβαιωθεί ότι ο ΠΜΔ πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3 ή ότι τμήμα του ΠΜΔ πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3α.

3. Ο ΠΜΔ διασφαλίζει ότι:

α)τουλάχιστον 50 % των εκδοτών των οποίων τα χρηματοπιστωτικά μέσα εισάγονται προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ είναι ΜΜΕ κατά τον χρόνο που το ΠΜΔ καταχωρίζεται ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ και σε κάθε επόμενο ημερολογιακό έτος·

β)ορίζονται κατάλληλα κριτήρια για την αρχική εισαγωγή προς διαπραγμάτευση και τη μετέπειτα παραμονή των χρηματοπιστωτικών μέσων των εκδοτών στην αγορά·

γ)κατά την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων στην αγορά, διατίθενται επαρκείς δημοσιευμένες πληροφορίες που επιτρέπουν στους επενδυτές να λαμβάνουν τεκμηριωμένη απόφαση για το αν θα επενδύσουν ή όχι στα χρηματοπιστωτικά μέσα, είτε διατίθεται κατάλληλο πληροφοριακό έγγραφο εισαγωγής είτε ενημερωτικό δελτίο, εφόσον ισχύουν οι απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 σχετικά με δημόσια προσφορά που πραγματοποιείται σε συνδυασμό με την αρχική εισαγωγή του χρηματοπιστωτικού μέσου προς διαπραγμάτευση στον ΠΜΔ·

δ)υπάρχει κατάλληλη διαρκής περιοδική χρηματοπιστωτική έκθεση από ή για λογαριασμό ενός εκδότη στην αγορά, π.χ. ελεγμένες ετήσιες εκθέσεις·

ε)εκδότες στην αγορά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 21) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, πρόσωπα που ασκούν διευθυντικά καθήκοντα σε εκδότη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 25) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 και πρόσωπα που έχουν στενούς δεσμούς με αυτά όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, συμμορφώνονται με τις σχετικές απαιτήσεις που ισχύουν για αυτούς βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014·

στ)η κανονιστική πληροφόρηση σχετικά με τους εκδότες και την αγορά αποθηκεύεται και διαδίδεται δημόσια·

ζ)υπάρχουν αποτελεσματικά συστήματα και έλεγχοι με στόχο την αποτροπή και τον εντοπισμό κατάχρησης αγοράς για τη συγκεκριμένη αγορά, όπως απαιτείται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

3α. Το σχετικό τμήμα του ΠΜΔ υπόκειται σε αποτελεσματικούς κανόνες, συστήματα και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3, καθώς και όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)το τμήμα του ΠΜΔ που καταχωρίζεται ως “αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ” διαχωρίζεται σαφώς από τα άλλα τμήματα αγοράς τα οποία διαχειρίζεται η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΠΜΔ, και αυτό υποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από την ύπαρξη διαφορετικής ονομασίας, διαφορετικού συνόλου κανόνων, διαφορετικής στρατηγικής μάρκετινγκ, και διαφορετικού τρόπου προβολής, καθώς και από χορήγηση του αναγνωριστικού κωδικού αγοράς (MIC) ειδικά για το τμήμα που καταχωρίζεται ως τμήμα αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ·

β)οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο οικείο τμήμα αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ διαχωρίζονται σαφώς από την υπόλοιπη συναλλακτική δραστηριότητα εντός των άλλων τμημάτων του ΠΜΔ·

γ)κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του ΠΜΔ, ο ΠΜΔ παρέχει πλήρη κατάλογο των μέσων που είναι εισηγμένα στο οικείο τμήμα αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ, καθώς και κάθε πληροφορία που μπορεί να ζητήσει η αρμόδια αρχή σχετικά με τη λειτουργία του τμήματος αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ.

4. Η συμμόρφωση της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΠΜΔ, ή τμήμα του, με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 3α δεν θίγει τη συμμόρφωση της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς με άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2014/65/ΕΕ και σχετίζονται με τη διαχείριση των ΠΜΔ. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΠΜΔ, ή τμήμα αυτού, μπορεί να επιβάλλει πρόσθετες προϋποθέσεις.

5. Η αρμόδια αρχή ενός ΠΜΔ μπορεί να διαγράψει από το μητρώο έναν ΠΜΔ, ή τμήμα αυτού, ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ σε οποιαδήποτε από τις εξής περιπτώσεις:

α)η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΠΜΔ, ή τμήμα αυτού, αιτείται τη διαγραφή του·

β)οι απαιτήσεις της παραγράφου 3 ή της παραγράφου 3α δεν πληρούνται πλέον όσον αφορά τον ΠΜΔ, ή τμήμα αυτού.

6. Αν μια αρμόδια αρχή ενός ΠΜΔ καταχωρίσει ή διαγράψει έναν ΠΜΔ, ή τμήμα αυτού, ως αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η εν λόγω αρχή, αν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, κοινοποιεί το συντομότερο δυνατό στην ΕΑΚΑΑ την εν λόγω καταχώριση ή διαγραφή. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αγορών ανάπτυξης ΜΜΕ, τον οποίο και επικαιροποιεί.

7. Στην περίπτωση που ένα χρηματοπιστωτικό μέσο ενός εκδότη εισάγεται προς διαπραγμάτευση σε μία αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, το χρηματοπιστωτικό μέσο μπορεί επίσης να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε άλλον τόπο διαπραγμάτευσης μόνον εφόσον ο εκδότης έχει ενημερωθεί και δεν έχει φέρει αντίρρηση. Όταν ο άλλος τόπος διαπραγμάτευσης είναι μια άλλη αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ ή ένα τμήμα μιας αγοράς ανάπτυξης ΜΜΕ, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση σχετικά με την εταιρική διακυβέρνηση ή την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση, ως προς την εν λόγω αγορά ΜΜΕ. Όταν ο άλλος τόπος διαπραγμάτευσης δεν είναι αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, ο εκδότης ενημερώνεται για κάθε υποχρέωση στην οποία θα υπόκειται ο εκδότης και η οποία σχετίζεται με την εταιρική διακυβέρνηση ή την αρχική, διαρκή ή κατά περίπτωση δημοσιοποίηση, όσον αφορά τον άλλο τόπο διαπραγμάτευσης.

Άρθρο 2κστ 
Ειδικές απαιτήσεις για τους ΜΟΔ

1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΜΟΔ διαθέτουν μηχανισμούς που αποτρέπουν την εκτέλεση εντολών πελατών σε έναν ΜΟΔ έναντι των ιδίων κεφαλαίων της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ ή οποιασδήποτε οντότητας αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου ή νομικού προσώπου με την επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς.

2. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΜΟΔ μπορούν να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε ομολογίες, δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, δικαιώματα εκπομπής και ορισμένα παράγωγα μόνο εφόσον ο πελάτης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για τη διαδικασία.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΜΟΔ δεν καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό για την εκτέλεση εντολών πελατών στο πλαίσιο του ΜΟΔ επί παραγώγων που ανήκουν σε κατηγορία παραγώγων η οποία έχει χαρακτηριστεί ως υποκείμενη στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΜΟΔ θεσπίζουν μηχανισμούς που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τον ορισμό της αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 38) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

3. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται ΜΟΔ μπορούν να διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, εκτός της κατάρτισης αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό, μόνο όσον αφορά τους κρατικούς χρεωστικούς τίτλους για τους οποίους δεν υπάρχει ρευστή αγορά.

4. Δεν επιτρέπεται η λειτουργία ΜΟΔ και συστηματικού εσωτερικοποιητή εντός της ίδιας νομικής οντότητας. Ένας ΜΟΔ δεν συνδέεται με συστηματικό εσωτερικοποιητή κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εντολών στον ΜΟΔ και των εντολών ή των προσφορών στον συστηματικό εσωτερικοποιητή. Ένας ΜΟΔ δεν συνδέεται με άλλον ΜΟΔ κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ εντολών σε διαφορετικούς ΜΟΔ.

5. Μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ μπορεί να αναθέτει σε άλλη επιχείρηση επενδύσεων να παρέχει ειδική διαπραγμάτευση στον εν λόγω ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η επιχείρηση επενδύσεων δεν θεωρείται ότι παρέχει ειδική διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση εάν συνδέεται στενά με την επιχείρηση επενδύσεων ή το διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ.

6. Η εκτέλεση εντολών σε ΜΟΔ διεξάγεται με άσκηση διακριτικής ευχέρειας.

Επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται ΜΟΔ ασκεί διακριτική ευχέρεια μόνο σε μία ή και στις δυο από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)όταν αποφασίζει την εισαγωγή ή ακύρωση εντολής στον ΜΟΔ που διαχειρίζεται,

β)όταν αποφασίζει να μην ταυτίσει συγκεκριμένη εντολή πελάτη με άλλες εντολές που είναι διαθέσιμες στα συστήματα σε δεδομένη στιγμή, με την προϋπόθεση ότι συμμορφώνεται με συγκεκριμένες οδηγίες που έχει λάβει από τον πελάτη και με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 27.

Για το σύστημα που διασταυρώνει εντολές πελατών, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς μπορεί να αποφασίζει εάν, πότε και τι τμήμα δύο ή περισσότερων εντολών επιθυμεί να ταυτίσει εντός του συστήματος. Σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2, 4 και 5 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, για σύστημα που κανονίζει συναλλαγές σε μη μετοχικές αξίες, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ μπορεί να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση μεταξύ πελατών προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση δύο ή περισσοτέρων δυνητικά συμβατών συναλλακτικών συμφερόντων σε μια συναλλαγή.

Η υποχρέωση αυτή τελεί υπό την επιφύλαξη των άρθρων 2κα και 27 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

7. Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από μια επιχείρηση επενδύσεων ή έναν διαχειριστή αγοράς, είτε όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς αιτείται άδεια για τη διαχείριση ΜΟΔ είτε κατά περίπτωση, λεπτομερή περιγραφή των λόγων για τους οποίους το σύστημα δεν αντιστοιχεί σε ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή συστηματικό εσωτερικοποιητή και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοια ή τέτοιος, καθώς και λεπτομερή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα ασκείται η διακριτική ευχέρεια, και ιδίως πότε μια εντολή στον ΜΟΔ μπορεί να αποσυρθεί και πότε και πώς δύο ή περισσότερες εντολές πελατών θα ταυτίζονται στο πλαίσιο του ΜΟΔ. Επιπλέον, η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς ενός ΜΟΔ παρέχει στην αρμόδια αρχή πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό. Η αρμόδια αρχή επιβλέπει την κατάρτιση αντιστοιχισμένων συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό από την επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς, ώστε να εξασφαλίζει τη συμμόρφωση του με τον ορισμό της αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό και να εξασφαλίζει ότι η κατάρτιση αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό δεν προκαλεί συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων ή του διαχειριστή αγοράς και των πελατών τους.

8. Τα άρθρα 24, 25, 27 και 28 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ εφαρμόζονται στις συναλλαγές που διενεργούνται σε ΜΟΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 
Πανευρωπαϊκοί διαχειριστές αγοράς

Άρθρο 2κζ 
Χορήγηση άδειας λειτουργίας σε πανευρωπαϊκούς διαχειριστές αγοράς

1. Κάθε νομικό πρόσωπο το οποίο προτίθεται να διαχειρίζεται περισσότερους από έναν τόπους διαπραγμάτευσης σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη μπορεί να υποβάλει αίτηση στην ΕΑΚΑΑ για χορήγηση άδειας λειτουργίας ως πανευρωπαϊκός διαχειριστής αγοράς («PEMO») από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία από την οποία η ΕΑΚΑΑ καθίσταται η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 38στα]. 

2. Η ΕΑΚΑΑ χορηγεί άδεια λειτουργίας στον PEMO για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου εφόσον: 

α)ο PEMO είναι νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση· και 

β)τόσο ο PEMO όσο και οι τόποι διαπραγμάτευσης τους οποίους προτίθεται να διαχειρίζεται πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα τίτλο.

3. Στην άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 προσδιορίζονται οι τόποι διαπραγμάτευσης τους οποίους επιτρέπεται να διαχειρίζεται ο PEMO και τα κράτη μέλη στα οποία βρίσκονται ή λειτουργούν οι τόποι αυτοί. Όταν ένας αδειοδοτημένος PEMO επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητές του για τη διαχείριση πρόσθετων τόπων διαπραγμάτευσης, υποβάλλει στην ΕΑΚΑΑ αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας του. 

4. Ένας PEMO πληροί ανά πάσα στιγμή τους όρους χορήγησης άδειας λειτουργίας που προβλέπονται στον παρόντα τίτλο. Ο PEMO κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην ΕΑΚΑΑ τυχόν ουσιαστικές μεταβολές στους όρους χορήγησης άδειας λειτουργίας, μεταξύ άλλων στον κατάλογο των τόπων διαπραγμάτευσης τους οποίους προτίθεται να διαχειρίζεται.

5. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει μητρώο όλων των PEMO στην Ένωση. Το μητρώο είναι προσβάσιμο στο κοινό και περιέχει τον κατάλογο όλων των τόπων διαπραγμάτευσης που τελούν υπό τη διαχείριση PEMO, καθώς και τα κράτη μέλη στα οποία βρίσκονται ή λειτουργούν οι εν λόγω τόποι διαπραγμάτευσης. Το μητρώο επικαιροποιείται τακτικά. 

Άρθρο 2κη 
Διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως PEMO

1. Ο αιτών που ζητεί άδεια λειτουργίας ως PEMO υποβάλλει αίτηση στην ΕΑΚΑΑ. Η εν λόγω αίτηση περιέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες ώστε να μπορέσει η ΕΑΚΑΑ να αξιολογήσει αν ο PEMO έχει θέσει σε εφαρμογή, κατά τον χρόνο χορήγησης της αρχικής άδειας, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει δυνάμει του παρόντος τίτλου.

2. Η ΕΑΚΑΑ εκτιμά αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας είναι πλήρης εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης. 

3. Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ESMA ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών PEMO οφείλει να παράσχει πρόσθετες πληροφορίες. 

Η ΕΑΚΑΑ, αφού αξιολογήσει ότι η αίτηση είναι πλήρης, ενημερώνει σχετικά τον PEMO. Ενημερώνει επίσης τις σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές. 

4. Η ΕΑΚΑΑ, εντός έξι μηνών από την παραλαβή πλήρους αίτησης, αξιολογεί τη συμμόρφωση του PEMO και των τόπων διαπραγμάτευσης τους οποίους ο PEMO προτίθεται να διαχειρίζεται με τον παρόντα τίτλο. Λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας λειτουργίας και ενημερώνει σχετικά τον αιτούντα PEMO εντός πέντε εργάσιμων ημερών από τη λήψη της απόφασης. Ενημερώνει επίσης τις σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές.

5. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 2β και 2ιστ, οι τόποι διαπραγμάτευσης που τελούν υπό τη διαχείριση PEMO δεν ζητούν άδεια στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται ή λειτουργούν σύμφωνα με το κεφάλαιο 1 και το κεφάλαιο 2 του παρόντος τίτλου.

6. Στις περιπτώσεις που ένας PEMO προτίθεται να καταστεί ο διαχειριστής τόπου διαπραγμάτευσης ο οποίος τελεί υπό τη διαχείριση διαχειριστή αγοράς ή επιχείρησης επενδύσεων που είναι διαφορετική νομική οντότητα και δεν ανήκει στον όμιλο στον οποίο ανήκει ο PEMO, ο PEMO υποβάλλει, στο πλαίσιο της αίτησής του για χορήγηση άδειας λειτουργίας ή του αιτήματός του για επέκταση των δραστηριοτήτων του για τη διαχείριση πρόσθετων τόπων διαπραγμάτευσης, δήλωση του εν λόγω διαχειριστή αγοράς ή της επιχείρησης επενδύσεων με την οποία επιβεβαιώνει την πρόθεσή του/της να μεταβιβάσει στον PEMO τη διαχείριση του τόπου διαπραγμάτευσης τον οποίο διαχειρίζεται. Η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 2κζ παράγραφος 2 τροποποιείται αναλόγως. 

7. Η άδεια που χορηγείται σε ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με το άρθρο 2α ή σε διαχειριστή αγοράς ή επιχείρηση επενδύσεων για τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΜΟΔ σύμφωνα με το άρθρο 2ιστ του παρόντος κανονισμού ή το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ θεωρείται ότι ανακαλείται κατά την έναρξη ισχύος της άδειας ή του τροποποιημένου σχεδίου δραστηριοτήτων ενός PEMO που καλύπτει τη διαχείριση του συγκεκριμένου τόπου διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με την παράγραφο 6. Μια άδεια PEMO δεν μπορεί να συνδυάζεται με άλλες άδειες για τη διαχείριση ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ εντός του ίδιου ομίλου.

Άρθρο 2κθ 
Ανάκληση άδειας λειτουργίας

1. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ενός PEMO στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2γ παράγραφος 1.

2.   Μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει τις σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές, καθώς και, κατά περίπτωση, την αρχή που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, του κράτους μέλους στο οποίο ασκούν τις δραστηριότητές τους οι τόποι διαπραγμάτευσης που τελούν υπό τη διαχείριση του PEMO.

Άρθρο 2λ 
Απαιτήσεις για τον PEMO

1. Ο PEMO συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις που ισχύουν για έναν διαχειριστή αγοράς, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2. Ο PEMO είναι υπεύθυνος, υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ και, όπου προβλέπεται ρητά από τον παρόντα κανονισμό, των εθνικών εποπτικών αρχών, να εξασφαλίζει ότι οι τόποι διαπραγμάτευσης τους οποίους διαχειρίζεται συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Ο PEMO δικαιούται να ασκεί τα δικαιώματα που αντιστοιχούν στις ρυθμιζόμενες αγορές τις οποίες διαχειρίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. 

Για τους τόπους διαπραγμάτευσης που τελούν υπό τη διαχείριση PEMO, όλες οι αναφορές που γίνονται στον παρόντα κανονισμό στην αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης νοούνται ως αναφορές στην ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 2λα 
Λειτουργία τόπων διαπραγμάτευσης σε άλλο κράτος μέλος και εφαρμοστέο δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν, χωρίς περαιτέρω νομικές ή διοικητικές απαιτήσεις, σε PEMO που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 2κζ να διαχειρίζεται τόπους διαπραγμάτευσης στο έδαφός τους, μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος, υπό την προϋπόθεση ότι η λειτουργία των εν λόγω τόπων διαπραγμάτευσης καλύπτεται από την άδεια του PEMO.  

2. Ο PEMO προσδιορίζει, στην αίτηση χορήγησης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 2κη ή στην αίτηση επέκτασης της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 2κζ παράγραφος 3, για κάθε τόπο διαπραγμάτευσης που προτίθεται να διαχειρίζεται, το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί ο τόπος διαπραγμάτευσης. Στις περιπτώσεις που ένας PEMO καθίσταται διαχειριστής ενός τόπου διαπραγμάτευσης που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης είχε λάβει αρχικά άδεια λειτουργίας.

Για θέματα που δεν καλύπτονται από το άμεσα εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο, το εθνικό δίκαιο που διέπει τις συναλλαγές που διενεργούνται στο πλαίσιο των συστημάτων ενός τόπου διαπραγμάτευσης τον οποίο διαχειρίζεται ένας PEMO είναι το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο θεωρείται ότι βρίσκεται ή λειτουργεί ο τόπος διαπραγμάτευσης.

3. Ο PEMO μπορεί να κάνει χρήση των δικαιωμάτων διαβατηρίου βάσει των άρθρων 2ιε και 2κγ για κάθε τόπο διαπραγμάτευσης τον οποίο διαχειρίζεται. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Κατάλογος τόπων διαπραγμάτευσης και εξουσιοδοτήσεις

Άρθρο 2λβ 
Κατάλογος τόπων διαπραγμάτευσης

Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ τον κατάλογο των τόπων διαπραγμάτευσης που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στη δικαιοδοσία τους, συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταβολών του. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και επικαιροποιεί στον ιστότοπό της κατάλογο όλων των τόπων διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένων των τόπων διαπραγμάτευσης για τους οποίους αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ.

Άρθρο 2λγ

Ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και ανάθεση καθηκόντων

1.Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τους εξής σκοπούς:

α)περαιτέρω προσδιορισμός των παρεπόμενων δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 2α παράγραφος 3·

β)καθορισμός των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται δυνάμει του άρθρου 2β παράγραφος 1, των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στις κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2δ παράγραφος 8, καθώς και των τυποποιημένων εντύπων, υποδειγμάτων και διαδικασιών για την υποβολή των εν λόγω πληροφοριών·

γ)περαιτέρω προσδιορισμός της περίπτωσης στην οποία ένα πρόσωπο θεωρείται ότι είναι σε θέση να ασκεί, άμεσα ή έμμεσα, σημαντική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς, σύμφωνα με το άρθρο 2ε·

δ)περαιτέρω προσδιορισμός των απαιτήσεων που διασφαλίζουν ότι ο διαχειριστής αγοράς διαθέτει επαρκείς οικονομικούς πόρους για να διευκολυνθεί η εύρυθμη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς την οποία διαχειρίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2στ·

ε)προσδιορισμός των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται βάσει του άρθρου 2κη παράγραφος 1.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 με σκοπό:

α)την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού μέσω τροποποίησης των κατώτατων ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 2ι παράγραφοι 1 και 3 ή του κατώτατου ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, ή όλων, όταν τα ισχύοντα κατώτατα όρια εμποδίζουν τη ρευστότητα στις δημόσιες αγορές, λαμβανομένων υπόψη των χρηματοπιστωτικών εξελίξεων·

β)τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό του καταλόγου των περιστάσεων που βλάπτουν σημαντικά τα συμφέροντα των επενδυτών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2ια παράγραφοι 1 και 2·

γ)τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των περιστάσεων που ενεργοποιούν την απαίτηση παροχής πληροφοριών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2ιδ παράγραφος 2·

δ)τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό των όρων που προβλέπονται στο άρθρο 2κε παράγραφοι 3 και 3α. Οι εν λόγω απαιτήσεις λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να διαφυλαχθεί υψηλό επίπεδο προστασίας των επενδυτών με στόχο την αύξηση της εμπιστοσύνης των επενδυτών στις εν λόγω αγορές, ελαχιστοποιώντας παράλληλα τον διοικητικό φόρτο για τους εκδότες στην αγορά. Λαμβάνουν επίσης υπόψη ότι δεν πρέπει να αποφασίζονται διαγραφές ούτε να απορρίπτονται καταχωρίσεις απλώς λόγω προσωρινής αδυναμίας συμμόρφωσης με την απαίτηση της παραγράφου 3 στοιχείο α) του εν λόγω άρθρου.

3. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τους εξής σκοπούς:

α)για να προσδιορίσει τις απαιτήσεις για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας και της επαρκούς χωρητικότητας των συστημάτων συναλλαγών των ρυθμιζόμενων αγορών, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που αφορούν την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα·

β)για να προσδιορίσει τον λόγο που αναφέρεται στο άρθρο 2ζ παράγραφος 6, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως η αξία των ανεκτέλεστων εντολών σε σχέση με την αξία των συναλλαγών που εκτελέστηκαν·

γ)για να προσδιορίσει τους ελέγχους σχετικά με την άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι έλεγχοι που εφαρμόζονται για την κατευθείαν πρόσβαση είναι τουλάχιστον ισοδύναμοι με εκείνους που εφαρμόζονται για την άμεση πρόσβαση στην αγορά·

δ)για να προσδιορίσει τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση ότι οι υπηρεσίες συστέγασης συστημάτων και η διάρθρωση χρεώσεων είναι δίκαιες και δεν επιτρέπουν διακρίσεις και ότι η διάρθρωση χρεώσεων δεν δημιουργεί κίνητρα για συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή κατάχρηση αγοράς·

ε)για να προσδιορίσει τον καθορισμό των περιπτώσεων στις οποίες μια ρυθμιζόμενη αγορά είναι σημαντική από πλευράς ρευστότητας σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο·

στ)για να προσδιορίσει τις απαιτήσεις που διασφαλίζουν ότι τα πλαίσια ειδικής διαπραγμάτευσης είναι δίκαια και δεν επιτρέπουν διακρίσεις τις απαιτήσεις για τη θέσπιση ελάχιστων υποχρεώσεων ειδικής διαπραγμάτευσης τις οποίες πρέπει να προβλέπουν οι ρυθμιζόμενες αγορές όταν σχεδιάζουν πλαίσιο ειδικής διαπραγμάτευσης, και τους όρους υπό τους οποίους δεν ενδείκνυται η απαίτηση θέσπισης πλαισίου ειδικής διαπραγμάτευσης, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και της κλίμακας των συναλλαγών στη συγκεκριμένη ρυθμιζόμενη αγορά, καθώς και αν η ρυθμιζόμενη αγορά προβλέπει ή επιτρέπει την κατάρτιση αλγοριθμικών συναλλαγών μέσω των συστημάτων της·

ζ)για να προσδιορίσει τις απαιτήσεις για την εξασφάλιση της εφαρμογής κατάλληλων διαδικασιών δοκιμαστικής λειτουργίας των αλγορίθμων, πλην των δοκιμών για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα αλγοριθμικών συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, δεν μπορούν να προκαλέσουν ή να συμβάλουν σε συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών στην αγορά·

η)για να προσδιορίσει τις αρχές που πρέπει να λαμβάνουν υπόψη οι ρυθμιζόμενες αγορές όταν θεσπίζουν τους μηχανισμούς τους για τη διακοπή ή τον περιορισμό της διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το άρθρο 2ζ παράγραφος 5, συνεκτιμώντας παράλληλα τη ρευστότητα των διαφόρων κατηγοριών και υποκατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων, τη φύση του μοντέλου της αγοράς και τα είδη των χρηστών, και με την επιφύλαξη της διακριτικής ευχέρειας που έχουν οι ρυθμιζόμενες αγορές όταν θεσπίζουν τους εν λόγω μηχανισμούς·

θ)για να προσδιορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιοποιούν οι ρυθμιζόμενες αγορές, συμπεριλαμβανομένων των παραμέτρων για τη διακοπή της διαπραγμάτευσης, τις οποίες πρέπει να αναφέρουν οι ρυθμιζόμενες αγορές στις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 2ζ παράγραφος 5·

ι)για να καθορίσει το ελάχιστο βήμα τιμής ή τα καθεστώτα βήματος τιμής για συγκεκριμένες μετοχές, πιστοποιητικά αποθετηρίου, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και λοιπά παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα όπου είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς, σύμφωνα με τους παράγοντες του άρθρου 2η παράγραφος 2 και τις τιμές, τα ανοίγματα τιμών και το βάθος της ρευστότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων·

ια)για να καθορίσει το ελάχιστο βήμα τιμής ή τα καθεστώτα βήματος τιμής για συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα εκτός εκείνων που παρατίθενται στο άρθρο 2η παράγραφος 1, όπου είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των αγορών, σύμφωνα με τους παράγοντες του άρθρου 2η παράγραφος 2 και τις τιμές, τα ανοίγματα τιμών και το βάθος της ρευστότητας των χρηματοπιστωτικών μέσων·

ιβ)για να καθορίσει τα χαρακτηριστικά των διαφόρων κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη από τη ρυθμιζόμενη αγορά όταν αυτή εκτιμά αν ένα χρηματοπιστωτικό μέσο έχει εκδοθεί με τρόπο σύμφωνο με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2θ παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο για την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση στα διάφορα τμήματα αγοράς που διαχειρίζεται·

ιγ)για να αποσαφηνίσει τους μηχανισμούς που απαιτείται να εφαρμόζει μια ρυθμιζόμενη αγορά για να θεωρηθεί ότι έχει τηρήσει την υποχρέωση να επαληθεύσει αν ο εκδότης κινητής αξίας συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά την αρχική, διαρκή και κατά περίπτωση δημοσιοποίηση των πληροφοριών·

ιδ)για να αποσαφηνίσει τους μηχανισμούς που πρέπει να θεσπίσει μια ρυθμιζόμενη αγορά κατ’ εφαρμογή του άρθρου 2θ παράγραφος 3 για να διευκολύνει την πρόσβαση των μελών της ή των συμμετεχόντων στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται υπό τις προϋποθέσεις που ορίζει το δίκαιο της Ένωσης·

ιε)για να προσδιορίσει τις περιπτώσεις στις οποίες η σύνδεση μεταξύ ενός παραγώγου που σχετίζεται με ή έχει ως σημείο αναφοράς χρηματοπιστωτικό μέσο του οποίου αναστέλλεται η διαπραγμάτευση ή το οποίο αποσύρεται από τη διαπραγμάτευση και του αρχικού χρηματοπιστωτικού μέσου συνεπάγεται ότι η διαπραγμάτευση του παραγώγου πρέπει επίσης να ανασταλεί ή το παράγωγο να αποσυρθεί από τη διαπραγμάτευση, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της αναστολής διαπραγμάτευσης ή της απόσυρσης του υποκείμενου χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση και να εξασφαλιστεί ότι η υποχρέωση αναστολής της διαπραγμάτευσης ή απόσυρσης παραγώγων από τη διαπραγμάτευση που αναφέρεται στα άρθρα 2ια παράγραφος 2 και 2κβ παράγραφος 2 εφαρμόζεται αναλογικά.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τα εξής:

α)τη μορφή και τον χρόνο των κοινοποιήσεων και των δημοσιοποιήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2ια παράγραφος 2 και στο άρθρο 2κβ παράγραφος 2·

β)το περιεχόμενο και τη μορφή της περιγραφής και της γνωστοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 2ζ παράγραφος 10.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

4)Στο άρθρο 4, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Πριν από τη χορήγηση απαλλαγής σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ και στις άλλες αρμόδιες αρχές τη σκοπούμενη χρήση κάθε μεμονωμένης απαλλαγής και εξηγούν τη λειτουργία της, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων του τόπου διαπραγμάτευσης από τον οποίο προέρχεται / στον οποίο ορίζεται η τιμή αναφοράς κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 στοιχείο α). Η κοινοποίηση της πρόθεσης για χορήγηση απαλλαγής πραγματοποιείται τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν η απαλλαγή πρόκειται να τεθεί σε ισχύ. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης, η ΕΑΚΑΑ απευθύνει μη δεσμευτική γνωμοδότηση στην οικεία αρμόδια αρχή, αν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, με την οποία αξιολογεί τη συμβατότητα κάθε απαλλαγής με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στην παράγραφο 1 και εξειδικεύονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 6. Αν η εν λόγω αρμόδια αρχή χορηγήσει απαλλαγή και η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους διαφωνεί, η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί να παραπέμψει και πάλι το θέμα ενώπιον της ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να δράσει στο πλαίσιο των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί την εφαρμογή των απαλλαγών και υποβάλλει ετήσια έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής τους στην πράξη.».

5)Στο άρθρο 7 παράγραφος 1, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν μια αρμόδια αρχή η οποία δεν είναι η ΕΑΚΑΑ χορηγήσει άδεια για τη χρονική μετάθεση της δημοσιοποίησης και μια αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους διαφωνεί με αυτό ή διαφωνεί με την πρακτική εφαρμογή της χορηγηθείσας άδειας, η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί να παραπέμψει και πάλι το θέμα ενώπιον της ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να δράσει στο πλαίσιο των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

6)Στο άρθρο 8α παράγραφος 2, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την εφαρμογή κεντρικού βιβλίου εντολών με όριο τιμής ή συστήματος διαπραγμάτευσης με περιοδική δημοπρασία, οι διαχειριστές αγοράς και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ δημοσιοποιούν τις τρέχουσες τιμές αγοράς και πώλησης και το βάθος του συναλλακτικού ενδιαφέροντος στις τιμές που ανακοινώνονται μέσω των συστημάτων τους όσον αφορά εξωχρηματιστηριακά παράγωγα σε ευρώ, γιεν, δολάρια ΗΠΑ ή λίρες στερλίνες τα οποία δεν είναι προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίου ή συμφωνίες ανταλλαγής κυμαινόμενου έναντι κυμαινόμενου επιτοκίου στο ίδιο νόμισμα, και τα οποία:».

7)Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Πριν από τη χορήγηση απαλλαγής σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ και στις άλλες αρμόδιες αρχές τη σκοπούμενη χρήση κάθε μεμονωμένης απαλλαγής και εξηγούν τη λειτουργία της. Η κοινοποίηση της πρόθεσης για χορήγηση απαλλαγής πραγματοποιείται τουλάχιστον τέσσερις μήνες πριν η απαλλαγή πρόκειται να τεθεί σε ισχύ. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης, η ΕΑΚΑΑ απευθύνει γνωμοδότηση στην οικεία αρμόδια αρχή, εάν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, με την οποία αξιολογεί τη συμβατότητα της απαλλαγής με τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στην παράγραφο 1 και διευκρινίζονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 5. Εάν αρμόδια αρχή η οποία δεν είναι η ΕΑΚΑΑ χορηγήσει απαλλαγή και η αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους διαφωνεί, η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί να παραπέμψει και πάλι το θέμα ενώπιον της ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να δράσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η ΕΑΚΑΑ παρακολουθεί την εφαρμογή των απαλλαγών και υποβάλλει ετήσια έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής τους στην πράξη.»·

β)στην παράγραφο 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πριν την αναστολή ή την ανανέωση μιας προσωρινής αναστολής των υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 8, η σχετική αρμόδια αρχή, αν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για την πρόθεσή της και παρέχει εξηγήσεις. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνωμοδότηση στην αρμόδια αρχή το συντομότερο δυνατό για το αν κατά την άποψή της δικαιολογείται η αναστολή ή η ανανέωση της προσωρινής αναστολής σύμφωνα με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.».

8)Στο άρθρο 11 παράγραφος 2, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πριν την αναστολή ή την ανανέωση της προσωρινής αναστολής, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η σχετική αρμόδια αρχή, αν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για την πρόθεσή της και παρέχει εξηγήσεις. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνωμοδότηση στην αρμόδια αρχή το συντομότερο δυνατό για το αν κατά την άποψή της δικαιολογείται η αναστολή ή η ανανέωση της προσωρινής αναστολής σύμφωνα με το πρώτο και το τέταρτο εδάφιο.».

9)Στο άρθρο 11α παράγραφος 2, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πριν την αναστολή ή την ανανέωση της προσωρινής αναστολής, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η σχετική αρμόδια αρχή, αν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για την πρόθεσή της και παρέχει εξηγήσεις. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνωμοδότηση στην αρμόδια αρχή το συντομότερο δυνατό για το αν κατά την άποψή της δικαιολογείται η αναστολή ή η ανανέωση της προσωρινής αναστολής σύμφωνα με το πρώτο και το τέταρτο εδάφιο.».

10)Στο άρθρο 14, η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποδοτική αποτίμηση μετοχών, πιστοποιητικών αποθετηρίου, διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων, πιστοποιητικών και άλλων παρόμοιων χρηματοπιστωτικών μέσων και να μεγιστοποιηθεί η πιθανότητα να επιτύχει η επιχείρηση επενδύσεων την καλύτερη συμφωνία για τους πελάτες της, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται τα εξής:

α)οι όροι της δημοσιοποίησης δεσμευτικών προσφορών, όπως αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)ο καθορισμός του ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, το οποίο λαμβάνει υπόψη τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές, την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων της Ένωσης, τη σημασία του αντικτύπου στην αγορά, και την αποτελεσματικότητα της διαμόρφωσης των τιμών, και το οποίο δεν είναι μικρότερο από το διπλάσιο του συνήθους μεγέθους συναλλαγών της αγοράς·

γ)ο καθορισμός του ελάχιστου μεγέθους προσφοράς, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3, το οποίο δεν υπερβαίνει το 90 % του ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και το οποίο δεν είναι χαμηλότερο από το σύνηθες μέγεθος συναλλαγών της αγοράς·

δ)ο καθορισμός του πότε οι τιμές αντανακλούν τις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 3·

ε)το σύνηθες μέγεθος συναλλαγών της αγοράς, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4·

στ)οι ρυθμίσεις για τον προσδιορισμό των εντολών ιδιωτών πελατών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 2.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

11)Στο άρθρο 15, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές, σε συμμόρφωση με το άρθρο 27 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εκτελούν τις εντολές που λαμβάνουν από τους πελάτες τους και που αφορούν τις μετοχές, τα πιστοποιητικά αποθετηρίου, τα διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, τα πιστοποιητικά και τα άλλα παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία είναι συστηματικοί εσωτερικοποιητές στη δημοσιοποιημένη τιμή κατά τη στιγμή παραλαβής της εντολής.

Ωστόσο, σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, μπορούν να εκτελούν τις εντολές αυτές σε καλύτερη τιμή, υπό την προϋπόθεση ότι:

α)η τιμή κυμαίνεται εντός δημοσιευμένου εύρους που δεν απέχει πολύ από τις συνθήκες της αγοράς· και

β)στην περίπτωση εντολών ιδιωτών, επικαιροποιούν αμέσως, και σε κάθε περίπτωση πριν από την εκτέλεση, τις δημόσιες προσφορές τους ώστε να αντικατοπτρίζουν τη βελτίωση των τιμών.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου, εντολή ιδιώτη είναι εντολή που προέρχεται από ιδιώτη πελάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 11) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και έχει μέγεθος έως και το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 2.».

12)Το άρθρο 17α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 17α 
Βήματα τιμής για συστηματικούς εσωτερικοποιητές

1. Οι προσφορές των συστηματικών εσωτερικοποιητών, οι βελτιώσεις τιμών στις εν λόγω προσφορές και οι τιμές εκτέλεσης συμμορφώνονται προς τα βήματα τιμής που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 2η.

2. Οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 2η και στο άρθρο 15 παράγραφος 2 δεν εμποδίζουν τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές να ταυτίζουν εντολές στο ενδιάμεσο των τρεχουσών τιμών αγοράς και πώλησης.».

13)Στο άρθρο 21 παράγραφος 1 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμό πελατών, συνάπτουν συναλλαγές σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8α παράγραφος 2, σε τόπο διαπραγμάτευσης τρίτης χώρας που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)διαχειρίζεται σύστημα ή μηχανισμό στον οποίο πλείονα συναλλακτικά ενδιαφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση χρηματοπιστωτικών μέσων μπορούν να αλληλεπιδρούν·

β)υπόκειται σε χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο της τρίτης χώρας·

γ)υπόκειται σε εποπτεία και επιβολή σε συνεχή βάση σύμφωνα με το νομικό και εποπτικό πλαίσιο της τρίτης χώρας από αρμόδια αρχή που είναι πλήρες συμβαλλόμενο μέρος του Πολυμερούς Μνημονίου Συμφωνίας της Διεθνούς Οργάνωσης Επιτροπών Εποπτείας Χρηματιστηρίων (IOSCO) περί Συνεννόησης και Συνεργασίας και περί Ανταλλαγής Πληροφοριών·

δ)διαθέτει καθεστώς μετασυναλλακτικής πληροφόρησης το οποίο διασφαλίζει ότι οι συναλλαγές που συνάπτονται στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατό μετά την εκτέλεση της συναλλαγής ή, σε σαφώς καθορισμένες περιπτώσεις, μετά από περίοδο αναβολής·

ε)περιλαμβάνεται στον κατάλογο που δημοσιεύει η ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και επικαιροποιεί τακτικά κατάλογο των τόπων διαπραγμάτευσης τρίτων χωρών οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα στοιχεία α) έως δ) του δεύτερου εδαφίου.».

14)Στο άρθρο 22, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προκειμένου να πραγματοποιηθούν υπολογισμοί για τον καθορισμό των υποχρεώσεων για την προσυναλλακτική και τη μετασυναλλακτική διαφάνεια και τα καθεστώτα υποχρέωσης διαπραγμάτευσης που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 11α, στα άρθρα 14 έως 21 και στο άρθρο 32, που εφαρμόζονται στα χρηματοπιστωτικά μέσα, καθώς και για να καταρτίζονται εκθέσεις προς την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 4, το άρθρο 7 παράγραφος 1, το άρθρο 9 παράγραφος 2, το άρθρο 11 παράγραφος 3 και το άρθρο 11α παράγραφος 1, η ΕΑΚΑΑ και άλλες αρμόδιες αρχές δύνανται να ζητούν πληροφορίες από: 

α)τόπους διαπραγμάτευσης·

β)Ε.ΜΗ.ΔΗ.ΣΥ· και

γ)ΠΕΔΕΣΥ».

15)Στο άρθρο 22α παράγραφος 1 προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:

«Οι συστηματικοί εσωτερικοποιητές διαβιβάζουν, όσον αφορά μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια που τελούν υπό διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης, στο κέντρο δεδομένων του ΠΕΔΕΣΥ, όσο πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό, τα δεδομένα που απαιτούνται δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 1, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 22β παράγραφος 3 στοιχείο δ). Τα εν λόγω δεδομένα διαβιβάζονται σε εναρμονισμένο μορφότυπο, μέσω πρωτοκόλλου διαβίβασης υψηλής ποιότητας.».

16)Στο άρθρο 22β, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα δεδομένα που διαβιβάζονται στον ΠΕΔΕΣΥ σύμφωνα με το άρθρο 22α παράγραφος 1 και τα δεδομένα που διαδίδονται από τον ΠΕΔΕΣΥ σύμφωνα με το άρθρο 27η παράγραφος 1 στοιχείο δ) συμμορφώνονται με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο α), το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχείο α), το άρθρο 11α παράγραφος 3 στοιχείο α) και το άρθρο 14 παράγραφος 7, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου.».

17)Το άρθρο 23α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 23α 
Προσβασιμότητα πληροφοριών στο ευρωπαϊκό ενιαίο σημείο πρόσβασης

1. Από τις 10 Ιανουαρίου 2030 οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2κε παράγραφος 3 στοιχεία γ), δ) και στ), στο άρθρο 14 παράγραφος 6, στο άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 27 παράγραφος 1, στο άρθρο 34, στο άρθρο 40 παράγραφος 5, στο άρθρο 42 παράγραφος 5, στο άρθρο 44 παράγραφος 2, στο άρθρο 45 παράγραφος 6 και στο άρθρο 48 του παρόντος κανονισμού καθίστανται προσβάσιμες στο ευρωπαϊκό ενιαίο σημείο πρόσβασης (ΕΕΣΠ) που θεσπίστηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*. O φορέας συλλογής, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 είναι η ΕΑΚΑΑ.

Οι εν λόγω πληροφορίες συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)υποβάλλονται σε μορφότυπο με δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

β)συνοδεύονται από τα ακόλουθα μεταδεδομένα:

i)όλες τις επωνυμίες της επιχείρησης επενδύσεων, του PEMO ή του διαχειριστή αγοράς που αφορούν οι πληροφορίες·

ii)κατά περίπτωση, τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας της επιχείρησης επενδύσεων, όπως ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

iii)το είδος των πληροφοριών, όπως ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού·

iv)ένδειξη του κατά πόσον οι πληροφορίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο ii), οι επιχειρήσεις επενδύσεων, οι PEMO και οι διαχειριστές αγοράς λαμβάνουν αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας.

3. Έως τις 9 Ιανουαρίου 2030, και με σκοπό να καταστούν προσβάσιμες στο ΕΕΣΠ οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2κε παράγραφος 3 στοιχεία γ). δ) και στ) του παρόντος κανονισμού, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, οι PEMO και οι διαχειριστές αγοράς ορίζουν τουλάχιστον έναν φορέα συλλογής, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 και ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ.

4. Από τις 10 Ιανουαρίου 2030, οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2κβ παράγραφος 2 καθίστανται προσβάσιμες στο ΕΕΣΠ. Προς τον σκοπό αυτό, ο φορέας συλλογής, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 είναι η αρμόδια αρχή.

Οι εν λόγω πληροφορίες συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)υποβάλλονται σε μορφότυπο με δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

β)συνοδεύονται από τα ακόλουθα μεταδεδομένα:

i)όλες τις επωνυμίες της επιχείρησης επενδύσεων, του PEMO ή του διαχειριστή αγοράς που αφορούν οι πληροφορίες·

ii)κατά περίπτωση, τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας της επιχείρησης επενδύσεων, του PEMO ή του διαχειριστή αγοράς, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

iii)το είδος των πληροφοριών, όπως ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού·

iv)ένδειξη του κατά πόσον οι πληροφορίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

5. Από τις 10 Ιανουαρίου 2030 οι πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2κα παράγραφος 8 και στο άρθρο 34β παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού καθίστανται προσβάσιμες στο ΕΕΣΠ. Προς τον σκοπό αυτό, ο φορέας συλλογής, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 είναι η ΕΑΚΑΑ.

Οι εν λόγω πληροφορίες συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)υποβάλλονται σε μορφότυπο με δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

β)συνοδεύονται από τα ακόλουθα μεταδεδομένα:

i)όλες τις επωνυμίες της επιχείρησης επενδύσεων, του PEMO ή του διαχειριστή αγοράς που αφορούν οι πληροφορίες·

ii)κατά περίπτωση, τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας της επιχείρησης επενδύσεων, του PEMO ή του διαχειριστή αγοράς, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859·

iii)το είδος των πληροφοριών, όπως ταξινομούνται σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του εν λόγω κανονισμού·

iv)ένδειξη του κατά πόσον οι πληροφορίες περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

_________________________________________

*Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2859 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού ενιαίου σημείου πρόσβασης το οποίο παρέχει κεντρική πρόσβαση σε πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό σε σχέση με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τις κεφαλαιαγορές και τη βιωσιμότητα (ΕΕ L, 2023/2859, 20.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2859/oj ).».

18)Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Οι διαχειριστές τόπου διαπραγμάτευσης τηρούν στη διάθεση της αρμόδιας αρχής ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, της εθνικής εποπτικής αρχής, για πέντε τουλάχιστον χρόνια, τα στοιχεία σχετικά με όλες τις εντολές για χρηματοπιστωτικά μέσα που ανακοινώνονται μέσω των συστημάτων τους σε μηχαναγνώσιμη μορφή και με τη χρήση κοινού υποδείγματος. Η αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης μπορεί να ζητεί τα εν λόγω δεδομένα σε συνεχή βάση. Τα αρχεία πρέπει να περιέχουν τα σχετικά στοιχεία που αποτελούν τα χαρακτηριστικά της εντολής, συμπεριλαμβανομένων όσων συνδέουν την εντολή με τις εκτελεσθείσες συναλλαγές οι οποίες προκύπτουν από την εντολή αυτήν και οι λεπτομέρειες των οποίων γνωστοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 26 παράγραφοι 1 και 3. Η ΕΑΚΑΑ εκτελεί ρόλο διευκόλυνσης και συντονισμού όσον αφορά την πρόσβαση των αρμόδιων αρχών και των εθνικών εποπτικών αρχών στις πληροφορίες βάσει της παρούσας παραγράφου. Όταν αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης είναι η ΕΑΚΑΑ, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από την εθνική εποπτική αρχή πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, προκειμένου να ασκήσει τις εποπτικές της δραστηριότητες.»·

β)στην παράγραφο 3, το τρίτο εδάφιο απαλείφεται.

19)Το άρθρο 26 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)στο δεύτερο εδάφιο, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 85 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, τους αναγκαίους μηχανισμούς προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι τις πληροφορίες αυτές λαμβάνουν επίσης οι ακόλουθες αρχές:»·

ii)στο δεύτερο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) η αρμόδια αρχή της σημαντικότερης αγοράς από άποψη ρευστότητας για τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή·»·

iii)στο δεύτερο εδάφιο, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται με το ακόλουθο κείμενο:

«δ) η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία των χρησιμοποιούμενων τόπων διαπραγμάτευσης ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, η εθνική εποπτική αρχή.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Ο διαχειριστής τόπου διαπραγμάτευσης γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, στην εθνική εποπτική αρχή του τις λεπτομέρειες των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση στον τόπο διαπραγμάτευσης, οι οποίες εκτελούνται μέσω των συστημάτων του από οποιοδήποτε μέλος, συμμετέχοντα ή χρήστη μη υποκείμενο στον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3.»·

γ)στην παράγραφο 7, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή απαιτεί ο τόπος διαπραγμάτευσης, όταν υποβάλλει γνωστοποίηση για λογαριασμό της επιχείρησης επενδύσεων, να διαθέτει κατάλληλους μηχανισμούς ασφαλείας σχεδιασμένους έτσι ώστε να εγγυώνται την ασφάλεια και πιστοποίηση των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των στοιχείων και μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης σε αυτά και την αποτροπή διαρροής πληροφοριών, διατηρώντας ανά πάσα στιγμή την εμπιστευτικότητα των στοιχείων. Η αρμόδια αρχή απαιτεί οι τόποι διαπραγμάτευσης να διατηρούν επαρκείς πόρους και να διαθέτουν εφεδρικές εγκαταστάσεις προκειμένου να παρέχουν και να διατηρούν τις υπηρεσίες τους ανά πάσα στιγμή.»·

δ)στην παράγραφο 9, το τρίτο εδάφιο απαλείφεται.

20)Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 τέταρτο εδάφιο, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ παρέχει στις αρμόδιες αρχές και στις εθνικές εποπτικές αρχές πρόσβαση στα εν λόγω στοιχεία αναφοράς χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.»·

β)στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Προκειμένου οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να παρακολουθούν, σύμφωνα με το άρθρο 26, τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων επενδύσεων, ούτως ώστε να εξασφαλίζεται ότι αυτές ενεργούν με έντιμο, δίκαιο και επαγγελματικό τρόπο που προάγει την ακεραιότητα της αγοράς, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές και τις εθνικές εποπτικές αρχές, θεσπίζει τους αναγκαίους μηχανισμούς, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί ότι:»·

ii)τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) τα στοιχεία αναφοράς για χρηματοπιστωτικά μέσα, τα οποία λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ανταλλάσσονται με αποτελεσματικό τρόπο και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μεταξύ των ενδιαφερόμενων αρμόδιων αρχών και των εθνικών εποπτικών αρχών·

δ) υπάρχουν αποτελεσματικοί μηχανισμοί μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών ή, κατά περίπτωση, των εθνικών εποπτικών αρχών για την επίλυση ζητημάτων που αφορούν την παράδοση των στοιχείων ή την ποιότητα των στοιχείων.»·

γ)στην παράγραφο 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πριν αποφασίσει να λάβει το μέτρο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ ειδοποιεί τις σχετικές αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, τις εθνικές εποπτικές αρχές.».

21)Στο άρθρο 27η παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται.

22)Στο άρθρο 27ηα παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται.

23)Στο άρθρο 31 παράγραφος 3, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων και διαχειριστές αγοράς θέτουν τα αρχεία αυτά αμέσως στη διάθεση της σχετικής αρμόδιας αρχής, της σχετικής εθνικής εποπτικής αρχής ή της ΕΑΚΑΑ, κατόπιν αιτήματος τους.».

24)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 34α και 34β:

«Άρθρο 34α 
Έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων σε παράγωγα επί εμπορευμάτων και παράγωγα επί δικαιωμάτων εκπομπής

1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης στον οποίο τελούν υπό διαπραγμάτευση παράγωγα επί εμπορευμάτων ή παράγωγα επί δικαιωμάτων εκπομπής εφαρμόζουν ελέγχους για τη διαχείριση θέσεων, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών του τόπου διαπραγμάτευσης:

α)να ελέγχει τις ανοικτές θέσεις των προσώπων·

β)να λαμβάνει πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένης κάθε σχετικής τεκμηρίωσης, από πρόσωπα, σχετικά με το μέγεθος και τον σκοπό της θέσης ή της έκθεσης που δημιουργήθηκε, πληροφορίες σχετικά με πραγματικούς ή υποκείμενους δικαιούχους, τυχόν ρυθμίσεις εναρμόνισης, καθώς και για κάθε σχετικό στοιχείο του ενεργητικού ή του παθητικού στην υποκείμενη αγορά, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των θέσεων που κατέχονται σε παράγωγα επί δικαιωμάτων εκπομπής ή των θέσεων που κατέχονται σε παράγωγα επί εμπορευμάτων που βασίζονται στο ίδιο υποκείμενο μέσο και παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά σε άλλους τόπους διαπραγμάτευσης και σε οικονομικά ισοδύναμες συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης εκτός τόπου διαπραγμάτευσης μέσω μελών και συμμετεχόντων·

γ)να ζητεί από πρόσωπο να κλείνει ή να περιορίζει θέση, σε προσωρινή ή μόνιμη βάση, και να λαμβάνει μονομερώς μέτρα για να διασφαλίζει το κλείσιμο ή τον περιορισμό της θέσης όταν το πρόσωπο δεν συμμορφώνεται με την εν λόγω απαίτηση· και

δ)να απαιτεί από πρόσωπο να παρέχει, σε προσωρινή βάση ρευστότητα στην αγορά σε συμφωνημένη τιμή και όγκο με ρητή πρόθεση τον μετριασμό των επιπτώσεων μεγάλης ή κυρίαρχης θέσης.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει το περιεχόμενο των ελέγχων για τη διαχείριση θέσεων, λαμβάνοντας έτσι υπόψη τα χαρακτηριστικά των σχετικών τόπων διαπραγμάτευσης.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Οι έλεγχοι για τη διαχείριση θέσεων είναι διαφανείς και δεν εισάγουν διακρίσεις, καθορίζουν το πώς εφαρμόζονται στα πρόσωπα και λαμβάνουν υπόψη τη φύση και τη σύνθεση των συμμετεχόντων στην αγορά και τη χρήση των συμβάσεων που υποβάλλονται προς διαπραγμάτευση.

3. Η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον τόπο διαπραγμάτευσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή του για τις λεπτομέρειες των ελέγχων για τη διαχείριση θέσεων.

Αν η ΕΑΚΑΑ δεν είναι η αρμόδια αρχή, η αρμόδια αρχή γνωστοποιεί τις ίδιες πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ, η οποία δημοσιεύει και διατηρεί στον ιστότοπό της βάση δεδομένων με περιλήψεις των ελέγχων για τη διαχείριση θέσεων.

Άρθρο 34β 
Αναφορά θέσης από τους τόπους διαπραγμάτευσης ανά κατηγορία κατόχου θέσης

1. Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης ο οποίος διαπραγματεύεται παράγωγα επί εμπορευμάτων ή παράγωγα επί δικαιωμάτων εκπομπής:

α)δημοσιοποιούν:

i)για τόπους διαπραγμάτευσης όπου τελούν υπό διαπραγμάτευση δικαιώματα προαίρεσης, δύο εβδομαδιαίες εκθέσεις, μία από τις οποίες πρέπει να εξαιρεί τα δικαιώματα προαίρεσης, με τις συνολικές θέσεις ανά κατηγορία προσώπων για τα διάφορα παράγωγα επί εμπορευμάτων ή τα παράγωγα επί δικαιωμάτων εκπομπής που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στον τόπο διαπραγμάτευσης που διαχειρίζονται, προσδιορίζοντας τον αριθμό των θέσεων αγοράς και πώλησης ανά κατηγορία προσώπων, τις μεταβολές τους από την προηγούμενη έκθεση, το ποσοστό των συνολικών ανοιχτών θέσεων που αντιπροσωπεύει κάθε κατηγορία και τον αριθμό των προσώπων που κατέχουν θέση σε κάθε κατηγορία σύμφωνα με την παράγραφο 4·

ii)για τους τόπους διαπραγμάτευσης στους οποίους δεν πραγματοποιείται διαπραγμάτευση δικαιωμάτων προαίρεσης, εβδομαδιαία έκθεση σχετικά με τα στοιχεία που ορίζονται στο σημείο i)·

β)παρέχουν στην αρμόδια αρχή ή, όταν αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ, στην εθνική εποπτική αρχή πλήρη ανάλυση των θέσεων που κατέχουν όλα τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μελών ή των συμμετεχόντων και των πελατών τους, στον συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης, τουλάχιστον σε ημερήσια βάση.

Η υποχρέωση που ορίζεται στο στοιχείο α) ισχύει μόνο όταν τόσο ο αριθμός των προσώπων όσο και οι ανοικτές θέσεις τους υπερβαίνουν τα ελάχιστα όρια.

Η αναφορά θέσης δεν εφαρμόζεται σε κάθε άλλη κινητή αξία που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 44) στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η οποία σχετίζεται με εμπόρευμα ή με υποκείμενο μέσο που αναφέρεται στο παράρτημα I τμήμα Γ.10 της εν λόγω οδηγίας.

Οι επιχειρήσεις επενδύσεων ή οι διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης όπου τελούν υπό διαπραγμάτευση παράγωγα επί εμπορευμάτων ή παράγωγα επί δικαιωμάτων εκπομπής διαβιβάζουν τις εκθέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου στην αρμόδια αρχή και, όταν η ΕΑΚΑΑ δεν είναι η αρμόδια αρχή, στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε κεντρική δημοσίευση των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στις εν λόγω εκθέσεις.

2. Τα πρόσωπα που κατέχουν θέσεις σε παράγωγο επί εμπορευμάτων ή σε παράγωγο επί δικαιωμάτων εκπομπής ταξινομούνται από την επιχείρηση επενδύσεων ή τον διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον συγκεκριμένο τόπο διαπραγμάτευσης, ανάλογα με τη φύση της κύριας επιχειρηματικής τους δραστηριότητας και με παράλληλη συνεκτίμηση τυχόν ισχύουσας άδειας λειτουργίας, ως ένα από τα ακόλουθα:

α)επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα,

β)επενδυτικά κεφάλαια, είτε ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) όπως ορίζεται στην οδηγία 2009/65/ΕΚ, είτε ως εναλλακτικός διαχειριστής επενδυτικών κεφαλαίων όπως ορίζεται στην οδηγία 2011/61/ΕΕ,

γ)άλλοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων όπως ορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ και ιδρύματα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών όπως ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2016/2341,

δ)εμπορικές επιχειρήσεις,

ε)στην περίπτωση παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής, διαχειριστές με υποχρεώσεις συμμόρφωσης βάσει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) καθορίζουν τον αριθμό των θετικών (long) και αρνητικών (short) θέσεων ανά κατηγορία προσώπου, τυχόν μεταβολές σε σχέση με την προηγούμενη αναφορά, το ποσοστό του συνόλου των ανοικτών θέσεων ανά κατηγορία, και τον αριθμό των προσώπων σε κάθε κατηγορία.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) κάνουν διάκριση μεταξύ:

α)θέσεις που χαρακτηρίζονται ως θέσεις οι οποίες, κατά τρόπο αντικειμενικά μετρήσιμο, περιορίζουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με εμπορικές δραστηριότητες· και

β)λοιπών θέσεων.

3. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της μορφής των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Στην περίπτωση παραγώγων επί δικαιωμάτων εκπομπής, η υποβολή εκθέσεων δεν θίγει τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης βάσει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

4. Ανατίθεται στην Επιτροπή αρμοδιότητα για την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό των ορίων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού αριθμού ανοιχτών θέσεων και του μεγέθους του, καθώς και του συνολικού αριθμού των προσώπων που κατέχουν θέση.

5. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των μέτρων τα οποία επιβάλλουν την αποστολή όλων των εκθέσεων της παραγράφου 1 στοιχείο α) στην ΕΑΚΑΑ σε προκαθορισμένο χρόνο της εβδομάδας, για την κεντρική τους δημοσίευση από την ΕΑΚΑΑ.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

25)Ο τίτλος του τίτλου VI τροποποιείται ως εξής:

«ΜΗ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ ΤΟΠΟΥΣ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ, ΚΑΤ ΚΑΙ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥΣ ΑΝΤΙΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥΣ».

26)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 34γ:

«Άρθρο 34γ 
Δικαίωμα ορισμού ΚΑΤ

Οι διαχειριστές αγοράς και οι επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης παρέχουν σε όλα τα μέλη τους ή στους συμμετέχοντες σε αυτούς/-ές το δικαίωμα να ορίζουν οποιοδήποτε ΚΑΤ εγκατεστημένο στην Ένωση για τον διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διενεργούνται στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης.».

27)τα άρθρα 35 και 36 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 35 
Μη διακριτική πρόσβαση από τόπο διαπραγμάτευσης σε CCP

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ένας CCP δέχεται να εκκαθαρίζει χρηματοπιστωτικά μέσα, χωρίς διακρίσεις και με διαφάνεια, μεταξύ άλλων και αναφορικά με τις απαιτήσεις παροχής ασφάλειας και τις χρεώσεις για την αρχική συνδεσιμότητα και την παροχή πρόσβασης, ανεξαρτήτως του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο εκτελείται μια συναλλαγή.

Η απαίτηση που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε χρηματιστηριακά παράγωγα.

Ο CCP διασφαλίζει ειδικότερα ότι ο τόπος διαπραγμάτευσης έχει το δικαίωμα μη διακριτικής μεταχείρισης των συμβολαίων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον τόπο διαπραγμάτευσης σε ό,τι αφορά:

α)απαιτήσεις παροχής ασφάλειας και συμψηφισμού οικονομικά ισοδύναμων συμβολαίων, όπου η ένταξη τέτοιων συμβολαίων στις διαδικασίες εκκαθαριστικού και λοιπών ειδών συμψηφισμού ενός CCP με βάση το ισχύον δίκαιο περί αφερεγγυότητας δεν θέτει σε κίνδυνο την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία, την εγκυρότητα ή τη δυνατότητα εφαρμογής τέτοιων διαδικασιών· και

β)τη μεταφορά περιθωρίων ασφάλειας μεταξύ συσχετιζόμενων συμβολαίων (cross-margining) που εκκαθαρίζονται από τον ίδιο CCP βάσει μοντέλου κινδύνου που είναι σύμφωνο με το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Ένας CCP μπορεί να απαιτεί ο τόπος διαπραγμάτευσης να συμμορφώνεται με λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που έχει θεσπίσει, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων περί διαχείρισης κινδύνου. Η απαίτηση της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται σε συμβόλαια παραγώγων που υπόκεινται ήδη στις υποχρεώσεις πρόσβασης δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

2. Ένας τόπος διαπραγμάτευσης που επιδιώκει πρόσβαση σε υπηρεσίες CCP υποβάλλει την αίτησή του στον CCP. Στην αίτηση προσδιορίζονται τα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία ζητείται εκκαθάριση. Ο τόπος διαπραγμάτευσης ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και την αρμόδια αρχή του CCP και του τόπου διαπραγμάτευσης σχετικά με την εν λόγω αίτηση.

3. Ο CCP παρέχει γραπτή απάντηση στον τόπο διαπραγμάτευσης, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με την οποία είτε επιτρέπει είτε αρνείται την πρόσβαση.

4. Ο CCP μπορεί να απορρίψει αίτηση πρόσβασης μόνον εφόσον η πρόσβαση αυτή θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο, βάσει συνολικής εκτίμησης κινδύνου υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 6 στοιχείο α). Ο CCP δεν απορρίπτει αίτηση λόγω πιθανής απώλειας εσόδων όσον αφορά τον ίδιο ή άλλη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο.

Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν παράσχει γραπτή απάντηση στον τόπο διαπραγμάτευσης εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ενημερώσει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από αυτόν. Όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης όπως ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 36 παράγραφος 6, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον εν λόγω CCP να χορηγήσει πρόσβαση στις υπηρεσίες του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης.

Όταν ο CCP αρνείται την πρόσβαση, στη γραπτή απάντηση παρέχεται λεπτομερής εξήγηση των λόγων άρνησης της πρόσβασης, με βάση τη συνολική εκτίμηση κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, αμέσως μετά την παροχή της γραπτής απάντησης στον τόπο διαπραγμάτευσης και εγγράφως, ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σχετικά με την εν λόγω απόφαση.

5. Αν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει αρνηθεί την πρόσβαση, ο τόπος διαπραγμάτευσης μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί τους λόγους άρνησης της πρόσβασης και, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία της καταγγελίας, παρέχει στον τόπο διαπραγμάτευσης αιτιολογημένη απάντηση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμβουλευτεί τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά την κατάρτιση της απάντησής της. Εάν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση του CCP να χορηγήσει πρόσβαση δεν είναι δικαιολογημένη, όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 6, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον CCP να χορηγήσει πρόσβαση στις υπηρεσίες του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης.

Ο CCP που παρέχει πρόσβαση στον τόπο διαπραγμάτευσης διασφαλίζει ότι η πρόσβαση είναι πλήρως λειτουργική εντός τριών μηνών από τη λήψη της θετικής απάντησης στην αίτηση πρόσβασης.

Άρθρο 36 
Μη διακριτική πρόσβαση σε τόπους διαπραγμάτευσης από CCP

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ο τόπος διαπραγμάτευσης παρέχει, κατόπιν αίτησης, πρόσβαση σε πληροφορίες συναλλαγών, χωρίς διακρίσεις και με διαφάνεια, μεταξύ άλλων και αναφορικά με τις χρεώσεις για την αρχική συνδεσιμότητα και την παροχή πρόσβασης, σε κάθε CCP που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό και ο οποίος επιθυμεί να εκκαθαρίζει συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συναφθεί στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης. Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται σε:

α)συμβόλαια παραγώγων που υπόκεινται ήδη στις υποχρεώσεις πρόσβασης που ορίζονται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

β)χρηματιστηριακά παράγωγα.

2. Ένας CCP που επιδιώκει πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης υποβάλλει την αίτησή του στον τόπο διαπραγμάτευσης. Ο CCP ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και την αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης και του CCP, αν είναι διαφορετική από την ΕΑΚΑΑ, σχετικά με την εν λόγω αίτηση.

3. Ο τόπος διαπραγμάτευσης παρέχει γραπτή απάντηση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, με την οποία είτε επιτρέπει είτε αρνείται την πρόσβαση.

4. Ο τόπος διαπραγμάτευσης μπορεί να απορρίψει αίτηση πρόσβασης μόνον εφόσον η πρόσβαση αυτή θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο, βάσει συνολικής εκτίμησης κινδύνου υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 6 στοιχείο α). Ο τόπος διαπραγμάτευσης δεν απορρίπτει αίτηση λόγω πιθανής απώλειας εσόδων όσον αφορά τον ίδιο ή άλλη οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο. Επιπλέον, δεν περιορίζει την πρόσβαση σε συγκεκριμένα στοιχεία των συναλλαγών με την αιτιολογία ότι οι αντισυμβαλλόμενοι σε συγκεκριμένη συναλλαγή δεν έχουν επιλέξει τον ίδιο CCP, όταν οι CCP της επιλογής τους έχουν ήδη συνάψει ρύθμιση διαλειτουργικότητας σύμφωνα με το άρθρο 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Αν ο τόπος διαπραγμάτευσης δεν παράσχει γραπτή απάντηση στον CCP εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ενημερώσει τον τόπο διαπραγμάτευσης και να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες από αυτόν. Όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης όπως ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 6, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης να χορηγήσει πρόσβαση στις υπηρεσίες του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της απόφασης.

Όταν ο τόπος διαπραγμάτευσης αρνείται την πρόσβαση, στη γραπτή απάντηση παρέχεται λεπτομερής εξήγηση των λόγων άρνησης της πρόσβασης, με βάση τη συνολική εκτίμηση κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Ο τόπος διαπραγμάτευσης, αμέσως μετά την παροχή της γραπτής απάντησης στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ενημερώνει εγγράφως την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σχετικά με την εν λόγω απόφαση.

5. Αν ο τόπος διαπραγμάτευσης έχει αρνηθεί την πρόσβαση, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί τους λόγους άρνησης της πρόσβασης και, εντός ενός μηνός από την καταγγελία, παρέχει στον CCP αιτιολογημένη απάντηση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμβουλευτεί τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 κατά την κατάρτιση της απάντησής της. Αν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση του τόπου διαπραγμάτευσης να χορηγήσει πρόσβαση δεν είναι δικαιολογημένη, όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόρριψη της αίτησης που ορίζονται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 6, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει απόφαση με την οποία απαιτεί από τον τόπο διαπραγμάτευσης να χορηγήσει πρόσβαση στις πληροφορίες συναλλαγών του εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης.

Ο τόπος διαπραγμάτευσης που παρέχει πρόσβαση στον CCP διασφαλίζει ότι η πρόσβαση είναι πλήρως λειτουργική εντός τριών μηνών από τη λήψη της θετικής απάντησης στην αίτηση πρόσβασης.

6. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού προκειμένου να προσδιοριστούν:

α) οι ειδικοί κίνδυνοι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τους CCP και τους τόπους διαπραγμάτευσης κατά τη διενέργεια συνολικής εκτίμησης κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35 παράγραφος 3 και στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου·

β)οι όροι υπό τους οποίους χορηγείται πρόσβαση από CCP δυνάμει του άρθρου 35, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας διακρίσεων και της διαφάνειας όσον αφορά τις χρεώσεις αρχικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης, τις χρεώσεις εκκαθάρισης, τις απαιτήσεις ασφάλειας και τις λειτουργικές απαιτήσεις σχετικά με τον καθορισμό περιθωρίων ασφάλειας, καθώς και οι όροι υπό τους οποίους χορηγείται πρόσβαση από τόπο διαπραγμάτευσης δυνάμει του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένης της απουσίας διακρίσεων και της διαφάνειας όσον αφορά τις χρεώσεις αρχικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης·

γ)οι όροι μη διακριτικής μεταχείρισης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται συμβόλαια που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αυτόν τον τόπο διαπραγμάτευσης από την άποψη των απαιτήσεων ασφάλειας και συμψηφισμού οικονομικά ισοδύναμων συμβολαίων και μεταφοράς περιθωρίων ασφάλειας μεταξύ συσχετιζόμενων συμβολαίων (cross-margining) που εκκαθαρίζονται από τον ίδιο CCP, όπως αναφέρεται στο άρθρο 35·

δ)οι παράμετροι για τις χρεώσεις αρχικής συνδεσιμότητας και πρόσβασης, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω χρεώσεις δεν εμποδίζουν άμεσα ή έμμεσα την αποτελεσματική πρόσβαση σε πληροφορίες συναλλαγών, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ή την αποτελεσματική πρόσβαση σε CCP, σύμφωνα με το άρθρο 35.».

28)Στον τίτλο VIα, ο τίτλος του κεφαλαίου 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 
Πεδίο εφαρμογής, αρμοδιότητες και διαδικασίες».

29)Τα άρθρα 38α έως 38στ απαλείφονται.

30)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 38στα:

«Άρθρο 38στα 
Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας της ΕΑΚΑΑ για σημαντικούς τόπους διαπραγμάτευσης και PEMO

1. Η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή για:

α)PEMO·

β)διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τουλάχιστον έναν σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης ή ανήκουν στον ίδιο όμιλο ΚΑΤ ή CCP για τον οποίο η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

γ)επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τουλάχιστον έναν σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης ή ανήκουν στον ίδιο όμιλο ΚΑΤ ή CCP για τον οποίο η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΟΜΔ.

Ένας τόπος διαπραγμάτευσης θεωρείται σημαντικός όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)ο τόπος διαπραγμάτευσης είναι σημαντικός για την οικονομία της Ένωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38στβ παράγραφος 1· και

β)ο τόπος διαπραγμάτευσης έχει σημαντική διασυνοριακή διάσταση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 38στβ παράγραφος 2.

Όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή για έναν PEMO, έναν διαχειριστή αγοράς ή μια επιχείρηση επενδύσεων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ είναι επίσης η αρμόδια αρχή για όλους τους τόπους διαπραγμάτευσης τους οποίους διαχειρίζονται οι εν λόγω οντότητες.

Όταν η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο για επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης, και όταν η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή ο εν λόγω διαχειριστής αγοράς ανήκει σε όμιλο που περιλαμβάνει άλλους τόπους διαπραγμάτευσης, η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή για όλους τους τόπους διαπραγμάτευσης, καθώς και για τους διαχειριστές αγοράς ή τις επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται αυτούς τους τόπους διαπραγμάτευσης, οι οποίοι ανήκουν στον όμιλο της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων ή του εν λόγω διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης.

Η ΕΑΚΑΑ εξουσιοδοτείται να ασκεί τις εξουσίες εποπτείας, έρευνας και επιβολής που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της επί των οντοτήτων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι εθνικές εποπτικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18α), είναι υπεύθυνες για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με το άρθρο 2ζ παράγραφος 5 τέταρτο εδάφιο, το άρθρο 2ια παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 2κα παράγραφος 7, το άρθρο 2κβ παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 25 παράγραφος 2, το άρθρο 26 παράγραφος 5, το άρθρο 26 παράγραφος 7 πρώτο και τελευταίο εδάφιο και το άρθρο 34β από οντότητες που υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ.

Οι εθνικές εποπτικές αρχές μπορούν να ασκούν τις εξουσίες που ανατίθενται στις εθνικές αρμόδιες αρχές δυνάμει του τίτλου VI της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να θεσπίζουν κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα σε περίπτωση παραβάσεων των διατάξεων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.».

31)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 38στβ:

«Άρθρο 38στβ 
Μεθοδολογία, μεταβατικά σχέδια και κατάλογος σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης

1. Για τους σκοπούς του άρθρου 38στα παράγραφος 1, ένας τόπος διαπραγμάτευσης θεωρείται σημαντικός για την οικονομία της Ένωσης όταν η αναλογία μεταξύ του όγκου συναλλαγών στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης ή, αν ο τόπος διαπραγμάτευσης ανήκει σε όμιλο, του συνολικού όγκου συναλλαγών σε επίπεδο ομίλου και του συνολικού όγκου συναλλαγών σε τόπους διαπραγμάτευσης στην Ένωση είναι ίση ή μεγαλύτερη από 5 % για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων:

α)μετοχές·

β)ΔΑΚ·

γ)ομολογίες·

δ)παράγωγα που σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)μετοχές·

ii)πιστώσεις·

iii)επιτόκια·

iv)νομίσματα· ή

v)βασικά εμπορεύματα.

2. Για τους σκοπούς του άρθρου 38στα παράγραφος 1, ένας τόπος διαπραγμάτευσης θεωρείται ότι έχει σημαντική διασυνοριακή διάσταση όταν πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)ο τόπος διαπραγμάτευσης ανήκει σε όμιλο που περιλαμβάνει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί ο εν λόγω τόπος διαπραγμάτευσης:

i)άλλον τόπο διαπραγμάτευσης·

ii)ΚΑΤ· ή

iii)CCP·

β)για τις κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ), ο λόγος του όγκου συναλλαγών στον τόπο διαπραγμάτευσης στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία η αρμόδια αρχή της σημαντικότερης αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 26 είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης, προς τον συνολικό όγκο συναλλαγών σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης είναι ίσος ή μεγαλύτερος από 50 %·

γ)για τις κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ), ο λόγος του αριθμού των συναλλαγών στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης στα χρηματοπιστωτικά μέσα για τα οποία τουλάχιστον ένας από τους αντισυμβαλλομένους στη συναλλαγή βρίσκεται σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο βρίσκεται ή λειτουργεί ο τόπος διαπραγμάτευσης, προς τον συνολικό αριθμό των συναλλαγών σε όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που ανήκουν στην ίδια κατηγορία στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης είναι ίσος ή μεγαλύτερος από 50 %.

3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 38στα παράγραφος 1 και των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου, ένας τόπος διαπραγμάτευσης θεωρείται σημαντικός όταν ο λόγος του όγκου συναλλαγών σε οποιαδήποτε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης ή, αν ο τόπος διαπραγμάτευσης ανήκει σε όμιλο, σε επίπεδο ομίλου, προς τον συνολικό όγκο συναλλαγών στην Ένωση στην εν λόγω κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων είναι ίσος ή μεγαλύτερος από 50 %.

4. Η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει τους τόπους διαπραγμάτευσης που θεωρούνται σημαντικοί σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ορίζεται στις παραγράφους 1, 2 και 3. Η ΕΑΚΑΑ αναλύει τις εξελίξεις της αγοράς κάθε δώδεκα μήνες, αρχής γενομένης από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] προκειμένου να εξακριβώσει αν οι τόποι διαπραγμάτευσης που λειτουργούν στην Ένωση πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 ή την προϋπόθεση της παραγράφου 3.

Αν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας τόπος διαπραγμάτευσης πληροί τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 ή την προϋπόθεση της παραγράφου 3, ενημερώνει σχετικά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τον τόπο διαπραγμάτευσης και την αρμόδια αρχή του. Η ΕΑΚΑΑ και η αρμόδια αρχή ενός τόπου διαπραγμάτευσης που θεωρείται σημαντικός καταρτίζουν σχέδιο εποπτικής μετάβασης για τη διασφάλιση της ομαλής και εύτακτης μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων στην ΕΑΚΑΑ. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων δεν θα είναι μεταγενέστερη του ενός έτους από την ημερομηνία της κοινοποίησης από την ΕΑΚΑΑ που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και, σε κάθε περίπτωση, δεν θα είναι προγενέστερη της [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]. 

5. Η ΕΑΚΑΑ επαληθεύει αν οι τόποι διαπραγμάτευσης που τελούν υπό την εποπτεία της εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2, ή την προϋπόθεση της παραγράφου 3, κάθε 12 μήνες, αρχής γενομένης από το έτος που έπεται του πρώτου πλήρους ημερολογιακού έτους μετά την ημερομηνία κατά την οποία η ΕΑΚΑΑ κατέστη η αρμόδια αρχή για σημαντικούς τόπους διαπραγμάτευσης.

Αν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας σημαντικός τόπος διαπραγμάτευσης δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 2 ή την προϋπόθεση της παραγράφου 3 για περίοδο τριών συναπτών ετών, κοινοποιεί την εν λόγω κατάσταση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τον τόπο διαπραγμάτευσης και την οικεία εθνική εποπτική αρχή.

6. Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο, η εθνική εποπτική αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και τον τόπο διαπραγμάτευσης σχετικά με το αν ο τόπος διαπραγμάτευσης θα παραμείνει υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ ή θα υπαχθεί αποκλειστικά σε εθνική εποπτεία.

Αν η εθνική εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο τόπος διαπραγμάτευσης υπόκειται σε εθνική εποπτεία, καταρτίζει, από κοινού με την ΕΑΚΑΑ, σχέδιο εποπτικής μετάβασης πριν αναλάβει τις εποπτικές αρμοδιότητες και καθήκοντα της ΕΑΚΑΑ. Το σχέδιο εποπτικής μετάβασης περιλαμβάνει όλες τις μεταβατικές ρυθμίσεις που είναι αναγκαίες για την ομαλή και εύτακτη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και καθηκόντων μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των εθνικών εποπτικών αρχών, καθώς και την ημερομηνία έναρξης ισχύος, έως την οποία θα εφαρμοστεί η μεταβίβαση των εν λόγω αρμοδιοτήτων και καθηκόντων.

Η εθνική εποπτική αρχή καθίσταται η αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και καθηκόντων στην εν λόγω εθνική εποπτική αρχή. Για να είναι αποτελεσματική η μεταβίβαση της εποπτείας, η ΕΑΚΑΑ και η εθνική εποπτική αρχή συμφωνούν επισήμως ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για ομαλή και εύτακτη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων. Η ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων δεν υπερβαίνει το ένα έτος από την ημερομηνία της κοινοποίησης από την εθνική εποπτική αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο.

7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τους εξής τρόπους:

α)καθορισμός της μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των λόγων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 3, συμπεριλαμβανομένων των χρονικών περιόδων που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τους εν λόγω υπολογισμούς, προκειμένου να προσδιορίζεται αν μια επιχείρηση επενδύσεων ή ένας διαχειριστής αγοράς διαχειρίζεται σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης·

β)προσδιορισμός και συμπλήρωση των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

γ)καθορισμός των αναγκαίων διαδικαστικών σταδίων, συμπεριλαμβανομένου του περιεχομένου των σχεδίων εποπτικής μετάβασης που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 δεύτερα εδάφια, για τη διασφάλιση της ομαλής και εύτακτης μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και καθηκόντων.

8. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 50 για την τροποποίηση οποιουδήποτε από τα όρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στην παράγραφο 2 στοιχείο β) και στην παράγραφο 3 υπό το πρίσμα των εξελίξεων της αγοράς.

9. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατάλογο όλων των σημαντικών τόπων διαπραγμάτευσης και των διαχειριστών τους που υπόκεινται στην εποπτεία της σύμφωνα με το άρθρο 38στα παράγραφος 1 και τον δημοσιεύει στον ιστότοπό της.

Η ΕΑΚΑΑ επικαιροποιεί τακτικά τον κατάλογο που δημοσιεύεται στον ιστότοπό της, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.».

32)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 38στγ και 38στδ:

«Άρθρο 38στγ 
Γενικές έρευνες και εποπτικές εξουσίες

1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να διεξάγει, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 39γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, τις αναγκαίες έρευνες για τα ακόλουθα πρόσωπα:

α)ΕΜΗΔΗΣΥ, Π.ΕΔΕΣΥ, ΕΜΗΓΝΩΣΥ και επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τόπο διαπραγμάτευσης και παρέχει τις υπηρεσίες ενός ΕΜΗΔΗΣΥ, ΠΕΔΕΣΥ ή ΕΜΗΓΝΩΣΥ, όταν εποπτεύονται από την ΕΑΚΑΑ, καθώς και τα πρόσωπα που τους ελέγχουν ή ελέγχονται από αυτούς·

β)επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς, PEMO, όταν εποπτεύονται από την ΕΑΚΑΑ, και τα πρόσωπα που τους ελέγχουν ή ελέγχονται από αυτούς·

γ)τους διαχειριστές των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β)·

δ)τους ελεγκτές και συμβούλους των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ασκεί τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 39γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Εκτός από τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 39γ και στο άρθρο 39η παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, και για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τους διαχειριστές αγοράς και τους PEMO, η ΕΑΚΑΑ εξουσιοδοτείται:

α)να λαμβάνει κάθε μέτρο που μπορεί να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων, οι διαχειριστές αγοράς, οι PEMO και άλλα πρόσωπα για τα οποία ισχύει ο παρών κανονισμός ή η οδηγία 2014/65/ΕΕ εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του κανονισμού και της οδηγίας·

β)να αναστέλλει την άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές που κατέχουν πρόσωπα τα οποία ασκούν σημαντική επιρροή στη διαχείριση ρυθμιζόμενων αγορών, διαχειριστών αγοράς και PEMO που δεν συμμορφώνονται με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού·

γ)να ζητεί την έκδοση δικαστικής απόφασης για την ακυρότητα των σχετικών ψήφων ή για την ακύρωσή τους σε περίπτωση μεταβολής στις ελέγχουσες συμμετοχές ρυθμιζόμενων αγορών και/ή διαχειριστών αγοράς ή PEMO κατά παράβαση του άρθρου 2ε·

δ)να απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τους διαχειριστές αγοράς και τους PEMO να τροποποιούν τους κανόνες ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ.

Άρθρο 38στδ 
Κεντρική βάση δεδομένων

1. Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 35γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, για να διασφαλίσει ότι οι ακόλουθες οντότητες και αρχές μπορούν να υποβάλλουν τα έγγραφά τους και να έχουν πρόσβαση στα έγγραφά τους και στα έγγραφα που απευθύνονται σε αυτές, όπως έχουν καταχωριστεί στην εν λόγω βάση δεδομένων:

α)PEMO·

β)διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τουλάχιστον έναν σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης ή ανήκουν στον ίδιο όμιλο ΚΑΤ ή CCP για τον οποίο η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012· 

γ)επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τουλάχιστον έναν σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης ή ανήκουν στον ίδιο όμιλο ΚΑΤ ή CCP για τον οποίο η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τη διαχείριση ΠΜΔ ή ΟΜΔ·

δ)άλλοι τόποι διαπραγμάτευσης που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τους διαχειριστές αγοράς και τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ)·

ε)σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές των οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ)·

στ)η ΕΑΚΑΑ·

ζ)η σχετική εθνική αρμόδια αρχή που αναφέρεται στα άρθρα 2ιζ έως 2κ του παρόντος κανονισμού·

η)οποιοιδήποτε άλλοι αποδέκτες, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

2. Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι η κεντρική βάση δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Η ΕΑΚΑΑ ανακοινώνει τη δημιουργία της κεντρικής βάσης δεδομένων στον ιστότοπό της.

3. Οι οντότητες και οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποβάλλουν τις ακόλουθες πληροφορίες μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων:

α)κάθε πληροφορία σχετικά με τις άδειες των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως δ), όταν οι εν λόγω άδειες εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)κάθε πληροφορία ή ερώτηση που υποβάλλεται επίσημα ή κάθε πληροφορία που ζητείται επίσημα από οποιαδήποτε από τις οντότητες και τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σχετικά με θέματα που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και όταν υποβάλλεται ή ζητείται μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού·

γ)πληροφορίες σχετικά με τις υφιστάμενες άδειες οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) έως δ), εφόσον έχουν εκδοθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

Όταν οι πληροφορίες υποβάλλονται στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία ε) έως ζ), αποστέλλεται απόδειξη παραλαβής μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών.

4. Όταν οποιαδήποτε από τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία ε) έως ζ) υποχρεούται να κοινοποιεί αμοιβαία τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η εν λόγω απαίτηση κοινοποίησης θεωρείται ότι τηρείται όταν τα σχετικά έγγραφα ή πληροφορίες που υπόκεινται στην εν λόγω κοινοποίηση υποβάλλονται στη βάση δεδομένων, υπό την προϋπόθεση ότι ο αποδέκτης της εν λόγω κοινοποίησης έχει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα και πληροφορίες μέσω της βάσης δεδομένων.

5. Η κεντρική βάση δεδομένων σχεδιάζεται έτσι ώστε να ενημερώνει αυτόματα τις οντότητες και τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όταν έχουν επέλθει αλλαγές στο περιεχόμενό της, συμπεριλαμβανομένων της αναφόρτωσης, της διαγραφής ή της αντικατάστασης εγγράφων, της υποβολής ερωτήσεων και αιτημάτων παροχής πληροφοριών.».

33)Το άρθρο 38ζ τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 38ζ 
Κυρώσεις για παραβάσεις»·

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Αν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο που παρατίθεται στο άρθρο 38στγ παράγραφος 1 στοιχείο α) παρέβη οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 20 έως 22γ, ή στον τίτλο IVα, προβαίνει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες: 

α)εκδίδει απόφαση βάσει της οποίας το πρόσωπο υποχρεούται να τερματίσει την παράβαση·

β)εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμων σύμφωνα με το άρθρο 38ζ του παρόντος κανονισμού ή περιοδικών χρηματικών ποινών σύμφωνα με το άρθρο 39ζ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

γ)εκδίδει δημόσιες ανακοινώσεις.»·

γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Η ΕΑΚΑΑ αναλαμβάνει μία ή περισσότερες από τις δράσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1β, εάν διαπιστώσει ότι ένα πρόσωπο που παρατίθεται στο άρθρο 38στγ παράγραφος 1 στοιχείο β) δεν έχει συμμορφωθεί με μία ή περισσότερες από τις απαιτήσεις που ορίζονται:

α)στο άρθρο 2α παράγραφοι 1, 3 και 4·

β)στο άρθρο 2δ παράγραφοι 1 έως 6 και 8·

γ)στο άρθρο 2ε παράγραφοι 1 και 2·

δ)στο άρθρο 2στ παράγραφοι 1, 1α και 2·

ε)στο άρθρο 2ζ παράγραφοι 1 έως 4, στο άρθρο 2ζ παράγραφος 5 πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, στο άρθρο 2ζ παράγραφοι 6 έως 8, στο άρθρο 2ζ παράγραφος 9 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 2ζ παράγραφος 10 πρώτο εδάφιο πρώτη και δεύτερη περίοδος, και δεύτερο εδάφιο·

στ)στο άρθρο 2η παράγραφος 1·

ζ)στο άρθρο 2θ παράγραφος 1 πρώτο και δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 2θ παράγραφοι 2 έως 4 και στο άρθρο 2θ παράγραφος 5 δεύτερη περίοδος·

η)στο άρθρο 2ι παράγραφοι 1 και 4·

θ)στο άρθρο 2ιβ παράγραφοι 1, 2, 3, 3α, 5 και 6·

ι)στο άρθρο 2ιγ·

ια)στο άρθρο 2ιδ παράγραφος 1, στο άρθρο 2ιδ παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 2ιδ παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο·

ιβ) στο άρθρο 2ιε παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο πρώτη περίοδος και στο άρθρο 2ιε παράγραφος 3 πρώτη περίοδος·

ιγ)στο άρθρο 2ιζ παράγραφος 5·

ιδ)στο άρθρο 2ιη παράγραφος 1·

ιε)στο άρθρο 2ιθ παράγραφος 1·

ιστ)στο άρθρο 2κα παράγραφοι 1 έως 5 και 8·

ιζ)στο άρθρο 2κγ·

ιη)στο άρθρο 2κδ παράγραφοι 1 έως 3, στο άρθρο 2κδ παράγραφος 3α πρώτο και δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 2κδ παράγραφος 5·

ιθ)στο άρθρο 2κε παράγραφοι 3, 3α και 7·

κ)στο άρθρο 2κστ παράγραφοι 1 έως 4, στο άρθρο 2κστ παράγραφος 6 πρώτο και δεύτερο εδάφιο και στο άρθρο 2κστ παράγραφος 7 πρώτη και δεύτερη περίοδος·

κα)στο άρθρο 2κζ παράγραφοι 3 και 4·

κβ)στο άρθρο 2λ παράγραφοι 1 και 2·

κγ)στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 3·

κδ)στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο·

κε)στο άρθρο 5·

κστ)στο άρθρο 6·

κζ)στο άρθρο 7 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο πρώτη περίοδος·

κη)στο άρθρο 8 παράγραφος 1·

κθ)στο άρθρο 8α παράγραφοι 1 και 2·

λ)στο άρθρο 8β·

λα)στο άρθρο 10·

λβ)στο άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίοδος, στο άρθρο 11 παράγραφος 1α δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 11 παράγραφος 1β και στο άρθρο 11 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο·

λγ)στο άρθρο 11α παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο πρώτη περίοδος και στο άρθρο 11α παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο·

λδ)στο άρθρο 12 παράγραφος 1·

λε)στο άρθρο 13 παράγραφοι 1 και 2·

λστ)στο άρθρο 22 παράγραφος 2·

λζ)στο άρθρο 22α παράγραφοι 1 και 5 έως 8·

λη)στο άρθρο 22β παράγραφος 1·

λθ)στο άρθρο 22γ παράγραφος 1·

μ)στο άρθρο 26 παράγραφος 7 πέμπτο εδάφιο·

μα)στο άρθρο 27 παράγραφος 1 πρώτο, δεύτερο και τέταρτο εδάφιο·

μβ)στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 2·

μγ)στο άρθρο 30 παράγραφος 1·

μδ)στο άρθρο 31 παράγραφος 3·

με)στο άρθρο 34γ·

μστ)στο άρθρο 35 παράγραφοι 1, 2 και 3·

μζ)στο άρθρο 36 παράγραφοι 1, 2 και 3·

μη)στο άρθρο 37 παράγραφος 3·

μθ)στα άρθρα 40, 41 και 42.

1β. Σε περιπτώσεις παράβασης μίας ή περισσότερων από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1α, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης·

β)διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψης της·

γ)στην περίπτωση επιχείρησης επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς ή PEMO που τελεί υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, ανάκληση ή αναστολή της άδειας λειτουργίας, ή μέρους αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, το άρθρο 2γ, το άρθρο 2ιζ παράγραφος 3 ή το άρθρο 2κθ του παρόντος κανονισμού·

δ)για επιχειρήσεις επενδύσεων που δεν εποπτεύονται αποκλειστικά από την ΕΑΚΑΑ, αίτημα, απευθυνόμενο στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων, για την επιβολή προσωρινής ή, σε περίπτωση επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, μόνιμης απαγόρευσης κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων ή οποιουδήποτε άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου, να ασκεί διοικητικά καθήκοντα σε επιχειρήσεις επενδύσεων, διαχειριστές αγοράς και PEMO·

ε)προσωρινή ή, σε περίπτωση επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων, μόνιμη απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου επιχείρησης επενδύσεων που εποπτεύεται αποκλειστικά από την ΕΑΚΑΑ, διαχειριστή αγοράς ή PEMO, ή άλλου φυσικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την άσκηση καθηκόντων διαχείρισης σε επιχειρήσεις επενδύσεων, διαχειριστές αγοράς και PEMO·

στ)απόφαση για την επιβολή προστίμων σύμφωνα με το άρθρο 38ζ του παρόντος κανονισμού ή περιοδικών χρηματικών ποινών σύμφωνα με το άρθρο 39ζ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

δ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Κατά τη λήψη των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 1β, η ΕΑΚΑΑ συνεκτιμά τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 39η παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, και ενεργεί σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου.»·

ε)η παράγραφος 3 απαλείφεται.

34)Το άρθρο 38η τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει απόφαση για επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 του παρόντος άρθρου όταν, σύμφωνα με το άρθρο 39στ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, διαπιστώσει ότι:

α)πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 38στγ παράγραφος 1 στοιχείο α) δεν έχει συμμορφωθεί, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, με οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 22 έως 22γ ή στον τίτλο IVα· ή

β)πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 38στγ παράγραφος 1 στοιχείο β) δεν έχει συμμορφωθεί, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, με οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 38ζ παράγραφος 1α.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Το ανώτατο ύψος του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) είναι 200 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Το ανώτατο ύψος του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) ανέρχεται σε:

α)σε περιπτώσεις νομικών προσώπων, έως 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, στην αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], ή έως 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο· αν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εσόδων σύμφωνα με τις σχετικές λογιστικές νομοθετικές πράξεις με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης·

β)στην περίπτωση φυσικών προσώπων, έως 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ, στην αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού

γ)τουλάχιστον στο διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση όταν το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί, ακόμα και στην περίπτωση που υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).»·

δ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 38η παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

35)Τα άρθρα 38θ έως 38ιγ απαλείφονται.

36)Το άρθρο 38ιδ τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, στις επιχειρήσεις επενδύσεων, στους διαχειριστές αγοράς και στους PEMO που τελούν υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου.»·

β)η παράγραφος 2 απαλείφεται·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Για τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, ώστε να προσδιορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.»·

δ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 4 και 5:

«4. Για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τους διαχειριστές αγοράς και τους PEMO που τελούν υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 50 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, ώστε να προσδιορίσει το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

5. Όσον αφορά τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τους διαχειριστές αγοράς και τους PEMO που τελούν υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, όταν επιβάλλονται τέλη ή επιβαρύνσεις από τις εθνικές αρχές εποπτείας για την εκτέλεση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως σε σχέση με την εποπτεία της αγοράς, τα εν λόγω τέλη ή επιβαρύνσεις συνάδουν με το συνολικό κόστος που σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων της εν λόγω αρχής.».

37)Το άρθρο 38ιε απαλείφεται.

38)Το άρθρο 50 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 9, στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 2λγ παράγραφοι 1 και 2, στο άρθρο 5 παράγραφος 10, στο άρθρο 8α παράγραφος 4, στο άρθρο 17 παράγραφος 3, στο άρθρο 27 παράγραφοι 4 και 5, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 34β παράγραφος 4, στο άρθρο 36 παράγραφος 6, στο άρθρο 38στβ παράγραφοι 7 και 8, στο άρθρο 38ιδ παράγραφοι 3 και 4, στο άρθρο 40 παράγραφος 8, στο άρθρο 41 παράγραφος 8, στο άρθρο 42 παράγραφος 7, στο άρθρο 45 παράγραφος 10 και στο άρθρο 52 παράγραφοι 10, 14β και 15, ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από τις 2 Ιουλίου 2014.

3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 9, στο άρθρο 2 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 2λγ παράγραφοι 1 και 2, στο άρθρο 5 παράγραφος 10, στο άρθρο 8α παράγραφος 4, στο άρθρο 17 παράγραφος 3, στο άρθρο 27 παράγραφοι 4 και 5, στο άρθρο 31 παράγραφος 4, στο άρθρο 34β παράγραφος 4, στο άρθρο 36 παράγραφος 6, στο άρθρο 38στβ παράγραφοι 7 και 8, στο άρθρο 38ιδ παράγραφοι 3 και 4, στο άρθρο 40 παράγραφος 8, στο άρθρο 41 παράγραφος 8, στο άρθρο 42 παράγραφος 7, στο άρθρο 45 παράγραφος 10 και στο άρθρο 52 παράγραφοι 10, 14β και 15, μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 9, το άρθρο 2 παράγραφος 2 ή 3, το άρθρο 2λγ παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 5 παράγραφος 10, το άρθρο 8α παράγραφος 4, το άρθρο 17 παράγραφος 3, το άρθρο 27 παράγραφος 4 ή 5, το άρθρο 31 παράγραφος 4, το άρθρο 34β παράγραφος 4, το άρθρο 36 παράγραφος 6, το άρθρο 38στβ παράγραφοι 7 και 8, το άρθρο 38ιδ παράγραφοι 3 και 4, άρθρο 40 παράγραφος 8, το άρθρο 41 παράγραφος 8, το άρθρο 42 παράγραφος 7, το άρθρο 45 παράγραφος 10 ή το άρθρο 52 παράγραφοι 10, 14β ή 15 τίθενται σε ισχύ μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν διατύπωσαν αντιρρήσεις εντός τριών μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη αυτής της προθεσμίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημέρωσαν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

39)Το άρθρο 52 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«14. Έως τις 30 Ιουνίου 2028, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ομάδα εμπειρογνωμόνων των ενδιαφερόμενων μερών που συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 22β παράγραφος 2, αξιολογεί τη ζήτηση της αγοράς για το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, τον αντίκτυπο του εν λόγω ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών στη λειτουργία, την ελκυστικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των αγορών και των επιχειρήσεων της Ένωσης, και κατά πόσον το ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών έχει επιτύχει τον στόχο του να μειώσει τις ασυμμετρίες πληροφόρησης μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά και να καταστήσει την Ένωση ελκυστικότερη τοποθεσία για επενδύσεις. Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη σκοπιμότητα της προσθήκης πρόσθετων χαρακτηριστικών στο ενοποιημένο δελτίο συναλλαγών. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.»·

β)στην παράγραφο 14β, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Έως τις 29 Μαρτίου 2029, η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, αξιολογεί τη δυνατότητα επέκτασης των απαιτήσεων του άρθρου 26 του παρόντος κανονισμού στους ΔΟΕΕ, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, και στις εταιρείες διαχείρισης, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, οι οποίες παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και εκτελούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 16:

«16. Έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή στην οποία αξιολογεί την κατάσταση της διασυνοριακής πρόσβασης των συμμετεχόντων στην αγορά της Ένωσης στους τόπους διαπραγμάτευσης, καθώς και το κόστος με το οποίο επιβαρύνονται οι συμμετέχοντες στην αγορά και οι τελικοί πελάτες σε σχέση με τις διασυνοριακές συναλλαγές εντός της Ένωσης. Ειδικότερα, η έκθεση θα πρέπει να αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο οι PEMO έχουν εφαρμόσει λύσεις για την αποτελεσματική συγκέντρωση ρευστότητας σε όλους τους τόπους διαπραγμάτευσης που διαχειρίζονται.».

40)Στο άρθρο 54, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Παραπομπές στις διατάξεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ που καταργούνται δυνάμει της οδηγίας [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί παραπομπή στην πρόταση τροποποιητικής γενικής οδηγίας] νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.

1β. Ρυθμιζόμενη αγορά ή διαχειριστής αγοράς που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο είναι καταχωρισμένος ή, αν σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους δεν έχει καταστατική έδρα, στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του, σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ, κατά περίπτωση, πριν από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], θεωρείται ότι έχει λάβει τέτοια άδεια για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. 

Διαχειριστής αγοράς που έχει ήδη λάβει άδεια να διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΟΜΔ στο κράτος μέλος στο οποίο είναι καταχωρισμένος ή, αν σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους δεν έχει καταστατική έδρα, στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του, σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ, κατά περίπτωση, πριν από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], θεωρείται ότι έχει λάβει τέτοια άδεια για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.».

41)Το άρθρο 54α τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Αν η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας τόπος διαπραγμάτευσης πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 38στβ παράγραφοι 1 και 2, ή την προϋπόθεση του άρθρου 38στβ παράγραφος 3, πριν από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού], όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής όσον αφορά τον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης μεταβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού].

Αν, ως αποτέλεσμα της ανάλυσης των εξελίξεων της αγοράς που αναφέρεται στο άρθρο 38στβ παράγραφος 4, η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας τόπος διαπραγμάτευσης πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 38στβ παράγραφοι 1 και 2, ή την προϋπόθεση του άρθρου 38στβ παράγραφος 3, όλες οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής όσον αφορά τον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης μεταβιβάζονται στην ΕΑΚΑΑ κατά την ημερομηνία που συμφωνείται μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και της αρμόδιας αρχής του εν λόγω τόπου διαπραγμάτευσης και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο ένα έτος μετά την ημερομηνία της κοινοποίησης από την ΕΑΚΑΑ που αναφέρεται στο άρθρο 38στβ παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο.»·

β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει τυχόν αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη συνεχιζόμενη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής όσον αφορά τους τόπους διαπραγμάτευσης που αναφέρονται στο άρθρο 38στα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν συνεχιζόμενων εξετάσεων και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, έως την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 1α.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να παράσχουν τυχόν πρόσθετα υφιστάμενα έγγραφα σχετικά με προηγούμενες δραστηριότητες εποπτείας και επιβολής όσον αφορά τους τόπους διαπραγμάτευσης που αναφέρονται στο άρθρο 38στα. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν τα εν λόγω έγγραφα στην ΕΑΚΑΑ χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ΕΑΚΑΑ, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής από την ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τους τόπους διαπραγμάτευσης που αναφέρονται στο άρθρο 38στα.»·

δ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Σε περίπτωση μεταβίβασης της άσκησης των εποπτικών αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ, η αρχή που καθίσταται αναρμόδια καταβάλλει προσπάθειες να ολοκληρώσει κάθε εκκρεμή εποπτική διαδικασία που απαιτεί την έκδοση απόφασης πριν από την ημερομηνία κατά την οποία πρόκειται να επέλθει η μεταβολή των εποπτικών αρμοδιοτήτων. Σε περίπτωση που, παρ’ όλες τις προσπάθειες των αρμόδιων αρχών, δεν κατέστη δυνατή η ολοκλήρωση οποιασδήποτε εκκρεμούς εποπτικής διαδικασίας πριν από την ημερομηνία της πραγματικής μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και καθηκόντων στην ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΚΑΑ ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 1α σε κάθε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που προκύπτει από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκούν οι εν λόγω αρμόδιες αρχές σε σχέση με θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.»·

ε)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:

«5α. Κάθε άδεια λειτουργίας επιχείρησης επενδύσεων ή διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τόπο διαπραγμάτευσης ή κάθε άδεια λειτουργίας ρυθμιζόμενης αγοράς που χορηγείται από αρμόδια αρχή, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) στοιχείο α), παραμένει σε ισχύ μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ΕΑΚΑΑ.».

42)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 54αβ:

«Άρθρο 54αβ 
Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με τους κατ’ εξουσιοδότηση και τους εκτελεστικούς κανονισμούς

Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 4, το άρθρο 32 παράγραφος 2, το άρθρο 32 παράγραφος 4, το άρθρο 33 παράγραφος 8, το άρθρο 48 παράγραφος 12, το άρθρο 49 παράγραφος 3, το άρθρο 49 παράγραφος 4, το άρθρο 51 παράγραφος 6, το άρθρο 51α παράγραφος 7, το άρθρο 52 παράγραφος 2, το άρθρο 52 παράγραφος 4, το άρθρο 54 παράγραφος 4, το άρθρο 57 παράγραφος 8 και το άρθρο 58 παράγραφος 6 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ στην έκδοση που ίσχυε την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία της ημέρας που προηγείται της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής της γενικής οδηγίας] εξακολουθούν να εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, όσον αφορά τα άρθρα 2η, 2θ, 2ι, 2ια, 2ιδ, 2κα, 2κβ, 2κε, 34α και 34β του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 50, να τροποποιεί τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 2λγ παράγραφος 2 και το άρθρο 34β παράγραφος 4.

Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 11, το άρθρο 32 παράγραφος 3, το άρθρο 52 παράγραφος 3, το άρθρο 58 παράγραφος 5 και το άρθρο 58 παράγραφος 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ στην έκδοση που ίσχυε την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία της ημέρας που προηγείται της ημερομηνίας έναρξης εφαρμογής της γενικής οδηγίας] εξακολουθούν να εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, όσον αφορά τα άρθρα 2ια, 2κα, 2κβ και 34β του παρόντος κανονισμού.

Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι απαιτούνται τροποποιήσεις των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ή των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο και στο τρίτο εδάφιο, ακολουθεί τις διαδικασίες του άρθρου 10 παράγραφος 4α ή του άρθρου 15 παράγραφος 4α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Οι τροποποιήσεις αυτές εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 2λγ παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 2λγ παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 34α παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 34β παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και το άρθρο 34β παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο.».

43)Στο άρθρο 54β, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κάθε πρόσωπο που έχει λάβει άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου*, το οποίο εκτελεί σε πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων ή σε τόπο διαπραγμάτευσης τον οποίο διαχειρίζεται πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 38στα παράγραφος 1 τα καθήκοντα του άρθρου 34 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου* ή του άρθρου 73 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ή οποιαδήποτε άλλη εκ του νόμου προβλεπόμενη αποστολή, υποχρεούται να αναφέρει αμέσως στην ΕΑΚΑΑ κάθε γεγονός ή απόφαση σχετικά με τον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων ή τόπο διαπραγμάτευσης της οποίας έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του και η οποία ενδέχεται: 

α)να συνιστά σοβαρή παραβίαση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που ορίζουν τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή διέπουν την άσκηση των δραστηριοτήτων παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων ή του τόπου διαπραγμάτευσης που τελεί υπό τη διαχείριση προσώπου που αναφέρεται στο άρθρο 38στα παράγραφος 1· 

β)να επηρεάσει τη συνεχή λειτουργία του παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων ή του τόπου διαπραγμάτευσης που τελεί υπό τη διαχείριση προσώπου που αναφέρεται στο άρθρο 38στα παράγραφος 1· 

γ)να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή σε διατύπωση επιφυλάξεων. 

Το πρόσωπο αυτό υποχρεούται επίσης να αναφέρει τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβε γνώση κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του πρώτου εδαφίου σε επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με πάροχο υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων ή στους τόπους διαπραγμάτευσης τους οποίους διαχειρίζεται πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 38στα παράγραφος 1 και στους οποίους εκπληρώνει τα εν λόγω καθήκοντα.

_______________________________

*    Οδηγία 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, για τους υποχρεωτικούς ελέγχους των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών, για την τροποποίηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 87, ELI:  http://data.europa.eu/eli/dir/2006/43/oj ).

*    Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/34/oj ).»·

44)Το παράρτημα I του παρόντος κανονισμού προστίθεται ως παράρτημα στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

Άρθρο 4

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)Στο άρθρο 1, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα άρθρα 10 έως 20, 22 έως 24α και 27, το άρθρο 28 παράγραφος 6, το άρθρο 30 παράγραφος 4 και τα άρθρα 46 και 47, το άρθρο 48 παράγραφοι 2, 2α και 2β, και το άρθρο 48β, οι διατάξεις του τίτλου IV και οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων στις αρμόδιες αρχές ή στις σχετικές αρχές ή συμμόρφωσης προς τις εντολές τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται στα μέλη του ΕΣΚΤ, στους εθνικούς φορείς άλλων κρατών μελών που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες ή σε άλλους δημόσιους φορείς που έχουν αναλάβει τη διαχείριση του δημόσιου χρέους ή παρεμβαίνουν σε αυτή στην Ένωση, σε σχέση με οποιοδήποτε ΚΑΤ το οποίο διαχειρίζονται άμεσα οι ανωτέρω φορείς υπό την ευθύνη του ίδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο έχει πρόσβαση στα κεφάλαια του φορέα αυτού και δεν αποτελεί χωριστή οντότητα.».

2)Στο άρθρο 2 η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 1α) και 1β):

«1α) ως “σημαντικό ΚΑΤ” νοείται ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 και χαρακτηρίζεται σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 11·

1β) ως “λιγότερο σημαντικό ΚΑΤ” νοείται ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 16 και δεν είναι σημαντικό ΚΑΤ·»·

β)το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3) ως “ακινητοποίηση” νοείται η πράξη συγκέντρωσης των υλικών και μη υλικών τίτλων σε ΚΑΤ, κατά τρόπο ώστε οι μεταγενέστερες μεταφορές των εν λόγω τίτλων να είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν με λογιστική εγγραφή·»·

γ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 4α) και 4β):

«4α) ως “λογιστική εγγραφή” νοείται ηλεκτρονική καταγραφή που αποδεικνύει οποιαδήποτε πίστωση ή χρέωση ή άλλη μεταβολή στην εν λόγω ηλεκτρονική καταγραφή, όταν η ηλεκτρονική καταγραφή και κάθε μεταβολή της είναι δυνατό να πραγματοποιούνται με χρήση της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού·

4β) ως “τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού” ή “DLT” νοείται η τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858·»·

δ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 8α), 8β), 8γ) και 8δ):

«8α) ως “χρήμα κεντρικής τράπεζας” νοείται η υποχρέωση κεντρικής τράπεζας η οποία έχει τη μορφή καταθέσεων που τηρούνται στην κεντρική τράπεζα, μεταξύ άλλων υπό μορφή μαρκών, και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διακανονισμού·

8β) ως “χρήμα εμπορικών τραπεζών” νοείται η υποχρέωση πιστωτικού ιδρύματος η οποία έχει τη μορφή καταθέσεων που τηρούνται στο πιστωτικό ίδρυμα, μεταξύ άλλων υπό μορφή μαρκών, και η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς διακανονισμού·

8γ) ως “μετρητά” νοείται οποιοδήποτε νόμισμα, μεταξύ άλλων όταν εκδίδεται ή καταχωρίζεται σε κατανεμημένο καθολικό·

8δ) ως “μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος” νοείται μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114·»·

ε)το σημείο 9) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9) ως “εντολή μεταβίβασης” νοείται η εντολή μεταβίβασης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 20) του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού]·»·

στ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 9α) και 9β):

«9α) ως “μεταφορά μετρητών” ή “πληρωμή τοις μετρητοίς” νοείται η πράξη πληρωμής τοις μετρητοίς ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος·

9β) ως “σκέλος μετρητών” νοείται στο πλαίσιο της παράδοσης έναντι πληρωμής όπως ορίζεται στο σημείο 27), η αντίστοιχη μεταφορά μετρητών·»·

ζ)το σημείο 10) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10) ως “σύστημα διακανονισμού αξιογράφων” νοείται σύστημα διακανονισμού αξιογράφων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού], το οποίο ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού και το οποίο δεν τελεί υπό τη διαχείριση κεντρικού αντισυμβαλλομένου·»·

η)το σημείο 14) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«14) ως “εργάσιμη ημέρα” νοείται η εργάσιμη ημέρα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 28) του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού]·»·

θ)το σημείο 15) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«15) ως “αδυναμία διακανονισμού” νοείται η μη πραγματοποίηση ή η μερική πραγματοποίηση του διακανονισμού συναλλαγής αξιογράφων κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού, λόγω έλλειψης αξιογράφων ή πληρωμής, ανεξάρτητα από την υποκείμενη αιτία·»·

ι)το σημείο 17) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«17) ως “αρμόδια αρχή” νοείται, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, η εθνική αρμόδια αρχή και η ΕΑΚΑΑ, όπως ορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11·»·

ια)εισάγεται το ακόλουθο σημείο 17α):

«17α) ως “εθνική αρμόδια αρχή” νοείται η εθνική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο ένα ΚΑΤ, η οποία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1·»·

ιβ)το σημείο 19) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«19) ως “συμμετέχων” νοείται συμμετέχων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού]·»·

ιγ)το σημείο 20) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«20) ως “συμμετοχή” νοείται η συμμετοχή κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 2) πρώτη περίοδος της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20 % ή πλέον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·»·

ιδ)το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«26) ως “αθέτηση υποχρέωσης” νοείται, σε σχέση με συμμετέχοντα, η κατάσταση κατά την οποία κινείται διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι συμμετέχοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 23) του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού], ή ένα γεγονός που ορίζεται στους εσωτερικούς κανόνες του ΚΑΤ ως αθέτηση υποχρέωσης·»·

ιε)το σημείο 28) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«28) ως “λογαριασμός αξιογράφων” νοείται λογαριασμός ή αρχείο, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών και αποκεντρωμένων ηλεκτρονικών αρχείων, στο οποίο είναι δυνατό να πιστώνονται, να χρεώνονται ή να καταγράφονται με άλλον τρόπο αξιόγραφα για την καταχώριση μεταβολής στο αρχείο των εν λόγω αξιογράφων·»·

ιστ)το σημείο 29) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«29) ως “σύνδεση ΚΑΤ” νοείται η συμφωνία μεταξύ ΚΑΤ, σύμφωνα με την οποία ένα ΚΑΤ συμμετέχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων άλλου ΚΑΤ, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβίβαση αξιογράφων από τους συμμετέχοντες του δεύτερου ΚΑΤ στους συμμετέχοντες του πρώτου ΚΑΤ ή ένα ΚΑΤ έχει πρόσβαση σε άλλο ΚΑΤ εμμέσως μέσω μεσάζοντος. Στις συνδέσεις ΚΑΤ συγκαταλέγονται οι τυποποιημένες συνδέσεις, οι εξατομικευμένες συνδέσεις, οι έμμεσες συνδέσεις, οι διαμεσολαβούμενες συνδέσεις και οι διαλειτουργικές συνδέσεις·»·

ιζ)εισάγεται το ακόλουθο σημείο 32α):

«32α) ως “διαμεσολαβούμενη σύνδεση” νοείται έμμεση σύνδεση στην οποία ο τρίτος είναι ΚΑΤ·»·

ιη)εισάγεται το ακόλουθο σημείο 33α):

«33α) ως “διμερής σύνδεση” νοείται η συμφωνία μεταξύ δύο ΚΑΤ που αποτελείται από δύο τυποποιημένες και διαλειτουργικές συνδέσεις, όπου κάθε συμμετέχον ΚΑΤ είναι το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα σε μία από τις συνδέσεις και το αιτούν ΚΑΤ στην άλλη σύνδεση·»·

ιθ)το σημείο 43) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«43) ως “διακανονιστής” νοείται ο διακανονιστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13) του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού]·»·

κ)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 51), 52), 53) και 54):

«51) ως “διακανονισμός σε συνεχή χρόνο” νοείται ο μηχανισμός διακανονισμού στο πλαίσιο του οποίου μετρητά, μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος ή εντολές μεταβίβασης αξιογράφων σε σχέση με συναλλαγές αξιογράφων των συμμετεχόντων στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων εκτελούνται για κάθε συναλλαγή χωριστά, και στο πλαίσιο του οποίου ο διακανονισμός των απαιτήσεων και των υποχρεώσεων των συμμετεχόντων πραγματοποιείται χωρίς αναβολή και σε ακαθάριστη βάση·

52) ως “μήνυμα αναντιστοιχίας διακανονισμού” νοείται, στο πλαίσιο του διακανονισμού συναλλαγής αξιογράφων, μήνυμα που αποστέλλεται από ΚΑΤ στον κάτοχο λογαριασμού στο εν λόγω ΚΑΤ και με το οποίο ο εν λόγω κάτοχος λογαριασμού ενημερώνεται για αναντιστοιχία με τον αντισυμβαλλόμενό του όσον αφορά τα δεδομένα που υποβάλλονται στις αντίστοιχες εντολές διακανονισμού τους·

53) ως “κεντρική βάση δεδομένων” νοείται η κεντρική βάση δεδομένων που δημιουργείται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 21α·»·

54) ως “συνολικός διαχωρισμός πελατών” νοείται ρύθμιση στο πλαίσιο της οποίας το ΚΑΤ τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε συμμετέχοντα στο συγκεκριμένο ΚΑΤ να τηρεί σε έναν λογαριασμό αξιογράφων τα αξιόγραφα που ανήκουν στους διάφορους πελάτες του εν λόγω συμμετέχοντος.»·

3)Στο άρθρο 3, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, κάθε εκδότης εγκατεστημένος στην Ένωση που εκδίδει ή έχει εκδώσει κινητές αξίες που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης μεριμνά για την καταχώριση των εν λόγω αξιών διά λογιστικής εγγραφής μέσω ακινητοποίησης ή απευθείας αρχικής καταχώρισης σε άυλη μορφή.».

4)Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 2, μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι επαγγελματίες πελάτες τους χρησιμοποιούν διεθνείς ανοικτές διαδικασίες και πρότυπα επικοινωνίας για την κοινοποίηση των διαθέσεων και επιβεβαιώσεων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.»·

β)στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο απαλείφεται·

γ)στην παράγραφο 4, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ΚΑΤ και οι συμμετέχοντες εφαρμόζουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η επεξεργασία εντολών διακανονισμού είναι πλήρως αυτοματοποιημένη. Τα ΚΑΤ απαιτούν από τους συμμετέχοντες να διακανονίζουν τις συναλλαγές τους κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού και να εφαρμόζουν μέτρα για την εκπλήρωση της εν λόγω απαίτησης.»·

δ)στην παράγραφο 5, το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει όλα τα ακόλουθα:

α) τα μέτρα για την πρόληψη των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού, με σκοπό την αύξηση της αποδοτικότητας του διακανονισμού, και ιδίως:

i)τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι επαγγελματίες πελάτες τους σύμφωνα με την παράγραφο 2·

ii)τις λεπτομέρειες των διαδικασιών που διευκολύνουν τον διακανονισμό που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη διαμόρφωση των μεγεθών των συναλλαγών, τον μερικό διακανονισμό των προβληματικών συναλλαγών και τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης δανειοδότησης/δανεισμού που παρέχονται από ορισμένα ΚΑΤ. Οι διαδικασίες αυτές περιλαμβάνουν απαραιτήτως την αποστολή μηνυμάτων για αναντιστοιχίες διακανονισμού και απαιτήσεις εξουσιοδότησης των συμμετεχόντων για αντιστοιχισμένες εντολές· και

iii)τις λεπτομέρειες των μέτρων για την παρότρυνση και την παροχή κινήτρων για τον έγκαιρο διακανονισμό των συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 4·

β) τις τυποποιημένες διαδικασίες και τα πρωτόκολλα ανταλλαγής μηνυμάτων που πρέπει να εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι επαγγελματίες πελάτες τους σύμφωνα με την παράγραφο 2, τα οποία επιτρέπουν την αυτοματοποιημένη επεξεργασία διαθέσεων και επιβεβαιώσεων, καθώς και τις διεθνείς διαδικασίες και τα διεθνή πρότυπα για την ανταλλαγή μηνυμάτων και δεδομένων αναφοράς, που αναφέρονται στο άρθρο 35 και τα οποία πρέπει να εφαρμόζουν οι εκδότες, τα ΚΑΤ και άλλες υποδομές της αγοράς προκειμένου να συμμορφώνονται με την απαίτηση του άρθρου 35.

Κατά την κατάρτιση των λεπτομερειών των μέτρων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη την τεχνολογία που χρησιμοποιείται από τα ΚΑΤ, όπως η DLT. Κατά την κατάρτιση των λεπτομερειών των μέτρων και των διαδικασιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημείο iii), η ΕΑΚΑΑ εξετάζει τυχόν πτυχές που αφορούν τις διασυνοριακές συναλλαγές.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

5)Στο άρθρο 7 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, η τρίτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι χρηματικές ποινές δεν προβλέπονται ως πηγή εσόδων για το ΚΑΤ ή τους συμμετέχοντές του. Οι χρηματικές ποινές καταβάλλονται σε μετρητά ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος.».

6)Στο άρθρο 7α παράγραφος 15, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 30ή Οκτωβρίου 2027.».

7)Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι εσωτερικοποιητές διακανονισμών υποβάλλουν σε τριμηνιαία βάση στις αρμόδιες αρχές του τόπου εγκατάστασής τους στοιχεία σχετικά με τον συνολικό όγκο και αξία, ανά είδος χρηματοπιστωτικού μέσου και ανά είδος συναλλαγής, όλων των συναλλαγών που διακανονίζουν εκτός συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων, καθώς και τα σχετικά ποσοστά αδυναμίας διακανονισμού. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που λαμβάνουν σύμφωνα με την πρώτη περίοδο στην ΕΑΚΑΑ μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων και η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί τις πληροφορίες σχετικά με τα ποσοστά αδυναμίας διακανονισμού του εσωτερικοποιημένου διακανονισμού. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν επίσης την ΕΑΚΑΑ για κάθε δυνητικό κίνδυνο που προκύπτει από την εν λόγω δραστηριότητα διακανονισμού.»·

β) στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

8)Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10

Αρμόδιες αρχές που ορίζονται από τα κράτη μέλη

1.Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή περισσότερες εθνικές αρμόδιες αρχές για την άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία λιγότερο σημαντικών ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα ή πρόκειται να εγκατασταθούν στο έδαφός του, καθώς και των καθηκόντων παροχής υποστήριξης και βοήθειας που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 3. Κάθε κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ.

Αν ένα κράτος μέλος ορίσει περισσότερες από μία εθνικές αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, προσδιορίζει τους αντίστοιχους ρόλους τους και ορίζει μία μόνον αρχή ως υπεύθυνη για τον συντονισμό της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών με την Επιτροπή, τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, τις σχετικές αρχές, την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΤ, στις περιπτώσεις που αναφέρονται συγκεκριμένα στον παρόντα κανονισμό.

2.Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 1, ένα κράτος μέλος μπορεί να ορίσει την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή για ένα ή περισσότερα λιγότερο σημαντικά ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός του. Όταν κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, το κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, την ΕΑΚΑΑ και την εθνική αρμόδια αρχή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

3.Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει ότι η εθνική αρμόδια αρχή διαθέτει τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της βάσει του παρόντος κανονισμού.

4.Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της κατάλογο των αρμόδιων αρχών για κάθε ΚΑΤ, οι οποίες ορίζονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1.

5.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εποπτεία από τα μέλη του ΕΣΚΤ που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.».

9)Το άρθρο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 11

Αρμόδια αρχή για σημαντικά ΚΑΤ

1.Η ΕΑΚΑΑ είναι η αρμόδια αρχή για τα σημαντικά ΚΑΤ και ασκεί τα εποπτικά καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για την αδειοδότηση και την εποπτεία τους.

2.Ένα ΚΑΤ θεωρείται σημαντικό αν πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 11α παράγραφος 1·

β)ανήκει στον ίδιο όμιλο με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

i) ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένο στο έδαφος άλλου κράτους μέλους·

ii) ΚΑΤ, κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή τόπο διαπραγμάτευσης για τον οποίο αρμόδια αρχή είναι η ΕΑΚΑΑ·

γ)διαχειρίζεται σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους διαφορετικού από το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο, εφόσον το εν λόγω σύστημα έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3 του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού]·

δ)το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ΚΑΤ έχει ορίσει την ΕΑΚΑΑ ως αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2, όταν ο ορισμός αυτός ισχύει για το συγκεκριμένο ΚΑΤ.

Η ΕΑΚΑΑ κρίνει αν ένα ΚΑΤ πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί σημαντικό σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

3.Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί, τουλάχιστον κάθε 12 μήνες, αν οποιοδήποτε ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2.

4.Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι ένα ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2, το εν λόγω ΚΑΤ θεωρείται σημαντικό. Αν το ΚΑΤ δεν εποπτεύεται ακόμη από την ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ορίσει πιθανή περίοδο προσαρμογής που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες, μετά την οποία το ΚΑΤ τίθεται υπό την εποπτεία της ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί στο οικείο ΚΑΤ, στις σχετικές αρχές του και στην εθνική αρμόδια αρχή του το αποτέλεσμα της κρίσης και κάθε περίοδο προσαρμογής που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο εντός δύο εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω κρίσης.

5.Προτού νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση υποβάλει αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16, ζητεί από την ΕΑΚΑΑ, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, να κρίνει αν πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από το εν λόγω νομικό πρόσωπο για τον σκοπό αυτό. Το νομικό πρόσωπο παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που ορίζει η ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ, εντός 20 εργάσιμων ημερών από τη λήψη όλων των σχετικών πληροφοριών, κρίνει αν το νομικό πρόσωπο πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι το νομικό πρόσωπο πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το εν λόγω νομικό πρόσωπο χαρακτηρίζεται σημαντικό και εποπτεύεται από την ΕΑΚΑΑ, η οποία είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στο εν λόγω νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 16.

Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι το νομικό πρόσωπο δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, θεωρείται λιγότερο σημαντικό και εποπτεύεται από την εθνική αρμόδια αρχή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο. Η εν λόγω αρχή είναι υπεύθυνη για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στο συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο σύμφωνα με το άρθρο 16.

Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, το νομικό πρόσωπο, την εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το νομικό πρόσωπο και τις σχετικές αρχές για το αποτέλεσμα της κρίσης της εντός δύο εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω κρίσης.

6.Αν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι ΚΑΤ που είχε προηγουμένως προσδιοριστεί ως σημαντικό δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 για τους τελευταίους 36 μήνες, κρίνει ότι το ΚΑΤ δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί σημαντικό ΚΑΤ. Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει αμέσως το οικείο ΚΑΤ, τις σχετικές αρχές του και την εθνική αρμόδια αρχή του σχετικά με την εν λόγω κρίση. Η εν λόγω κρίση αρχίζει να ισχύει μετά από περίοδο προσαρμογής που καθορίζεται από την ΕΑΚΑΑ, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες.

7.Η ΕΑΚΑΑ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, καταρτίζει και δημοσιεύει στον ιστότοπό της τον κατάλογο σημαντικών ΚΑΤ και τον επικαιροποιεί.

8.Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη σε σημαντικά ΚΑΤ για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων και αρμοδιοτήτων της που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό για την αδειοδότηση και την εποπτεία σημαντικών ΚΑΤ και σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 10.

9.Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θίγουν την εποπτεία από τα μέλη του ΕΣΚΤ που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

10.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 67, η οποία θα συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό με την εξειδίκευση των τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 8, καθορίζοντας:

α) τα είδη των τελών·

β) τα θέματα για τα οποία οφείλονται τέλη·

γ) τη μέθοδο υπολογισμού του ύψους των τελών· και

δ) τον τρόπο καταβολής των τελών.».

10)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 11α:

«Άρθρο 11α

Κριτήρια για τον προσδιορισμό της σημασίας ενός ΚΑΤ

1.Η προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο α) πληρούται όταν το ΚΑΤ πληροί αμφότερα τα ακόλουθα κριτήρια:

α)διαχειρίζεται σύστημα διακανονισμού το οποίο διακανονίζει πάνω από το 5 % των εντολών διακανονισμού κατ’ αξία που διακανονίζονται ετησίως στην Ένωση·

β)έχει ουσιαστική σημασία για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών σε τουλάχιστον τρία κράτη μέλη υποδοχής σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2.

2.Το κριτήριο που ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) πληρούται όταν το ΚΑΤ πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια στα κράτη μέλη υποδοχής που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο:

α)η συνολική αγοραία αξία ή, αν δεν είναι διαθέσιμη, η ονομαστική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδονται από εκδότες που έχουν συσταθεί στο κράτος μέλος υποδοχής και τα οποία έχουν καταχωριστεί αρχικά ή διατηρούνται κεντρικά σε λογαριασμούς αξιογράφων στο ΚΑΤ αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 15 % της συνολικής αξίας των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκδίδονται από όλους τους εκδότες του κράτους μέλους υποδοχής και τα οποία έχουν καταχωριστεί αρχικά ή διατηρούνται κεντρικά σε λογαριασμούς αξιογράφων σε όλα τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση·

β)η συνολική αγοραία αξία ή, αν δεν είναι διαθέσιμη, η ονομαστική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που διατηρούνται κεντρικά σε λογαριασμούς αξιογράφων του ΚΑΤ για συμμετέχοντες και λοιπούς κατόχους λογαριασμών αξιογράφων του κράτους μέλους υποδοχής αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 15 % της συνολικής αξίας των χρηματοπιστωτικών μέσων που διατηρούνται κεντρικά σε λογαριασμούς αξιογράφων όλων των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση για όλους τους συμμετέχοντες και λοιπούς κατόχους λογαριασμών αξιογράφων του κράτους μέλους υποδοχής·

γ)η ετήσια αξία των εντολών διακανονισμού που αφορούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εκδοθεί από εκδότες του κράτους μέλους υποδοχής και έχουν διακανονιστεί από το ΚΑΤ αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 15 % της συνολικής ετήσιας αξίας του συνόλου των εντολών διακανονισμού που αφορούν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εκδοθεί από εκδότες του κράτους μέλους υποδοχής και έχουν διακανονιστεί από όλα τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση·

δ)η ετήσια αξία των εντολών διακανονισμού που έχουν διακανονιστεί από το ΚΑΤ για συμμετέχοντες και λοιπούς κατόχους λογαριασμών αξιογράφων του κράτους μέλους υποδοχής αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 15 % της συνολικής ετήσιας αξίας των εντολών διακανονισμού που έχουν διακανονιστεί από όλα τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην ΕΕ για συμμετέχοντες και λοιπούς κατόχους λογαριασμών αξιογράφων του κράτους μέλους υποδοχής·

ε)το ΚΑΤ διαχειρίζεται σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, το οποίο ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού].

Για τους σκοπούς του υπολογισμού των αξιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και δ),

α)σε περίπτωση διαχωρισμού ανά πελάτη, η χώρα σύστασης (για νομικά πρόσωπα) ή η χώρα κατοικίας (για φυσικά πρόσωπα) των κατόχων λογαριασμών αξιογράφων, συμπεριλαμβανομένων των πελατών των συμμετεχόντων, είναι η σχετική χώρα·

β)σε περίπτωση συνολικού διαχωρισμού πελατών, η χώρα σύστασης των συμμετεχόντων είναι η σχετική χώρα, εκτός αν το ΚΑΤ έχει στη διάθεσή του τις πληροφορίες σχετικά με τη χώρα σύστασης ή τη χώρα κατοικίας των υποκείμενων πελατών.

3.Η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει την αξία μιας εντολής διακανονισμού ως εξής:

α)για εντολή διακανονισμού έναντι πληρωμής, η αξία της εντολής διακανονισμού είναι η αξία της αντίστοιχης συναλλαγής σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως έχει εισαχθεί στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

β)για εντολή διακανονισμού χωρίς πληρωμή, η αξία της εντολής διακανονισμού είναι η συνολική αγοραία αξία ή, εάν δεν είναι διαθέσιμη, η συνολική ονομαστική αξία των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4.

4.Η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει την αγοραία αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 ως εξής:

α)για μετοχές, πιστοποιητικά αποθετηρίου, διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια, πιστοποιητικά και άλλα παρόμοια χρηματοπιστωτικά μέσα εισηγμένα προς διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης εντός της Ένωσης, η αγοραία αξία του σχετικού χρηματοπιστωτικού μέσου είναι η τιμή κλεισίματος της σημαντικότερης αγοράς από άποψη ρευστότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 32 ·

β) για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε τόπο διαπραγμάτευσης εντός της Ένωσης, εκτός όσων αναφέρονται στο στοιχείο α), η αγοραία αξία ισούται με την τιμή κλεισίματος του τόπου διαπραγμάτευσης εντός της Ένωσης με τον μεγαλύτερο όγκο συναλλαγών·

γ)για άλλα χρηματοπιστωτικά μέσα, εκτός όσων αναφέρονται στα στοιχεία α) και β), η αγοραία αξία προσδιορίζεται βάσει τιμής αναφοράς που υπολογίζεται σύμφωνα με προκαθορισμένη μεθοδολογία, η οποία έχει εγκριθεί από την αρμόδια αρχή και αναφέρεται σε κριτήρια τα οποία αφορούν αξιόπιστα δεδομένα της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των αγοραίων τιμών οι οποίες είναι διαθέσιμες σε όλους τους τόπους διαπραγμάτευσης ή τις επιχειρήσεις επενδύσεων.

5.Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των λεπτομερειών και των διαδικασιών για τον υπολογισμό των κριτηρίων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που πρέπει να υποβάλλουν τα ΚΑΤ στην ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού.

Κατά την κατάρτιση των εν λόγω προτύπων, η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι τα δεδομένα που πρέπει να αναφέρονται περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για τον υπολογισμό των κριτηρίων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

11)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 11β:

«Άρθρο 11β

Εξουσίες της ΕΑΚΑΑ επί σημαντικών ΚΑΤ δυνάμει του παρόντος κανονισμού

1.Η ΕΑΚΑΑ είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία σημαντικών ΚΑΤ. Για τους σκοπούς αυτούς, λαμβάνει κάθε απόφαση ή άλλο μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 46α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει σε συνεχή βάση τη συμμόρφωση των σημαντικών ΚΑΤ με τα άρθρα 5, 6, 7, 16 έως 20, 22, 22α, 23, τον τίτλο III κεφάλαια 2 και 3, και τον τίτλο IV.

3.Στην ΕΑΚΑΑ ανατίθενται οι εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της επί σημαντικών ΚΑΤ δυνάμει του παρόντος κανονισμού και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιεί τις εξουσίες αυτές επί των σημαντικών ΚΑΤ και, όπου ορίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, επί των συνδεδεμένων μερών, μεταξύ άλλων προκειμένου:

α)να εποπτεύει τη συμμόρφωση των σημαντικών ΚΑΤ με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό·

β)να εκδίδει αποφάσεις, να διενεργεί εποπτικές αξιολογήσεις και να λαμβάνει μέτρα σε σχέση με τα άρθρα 5, 6, 7, 16 έως 20, 22, 22α, 23, τον τίτλο III κεφάλαια 2 και 3, και τον τίτλο IV·

γ)να ζητεί, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, από σημαντικά ΚΑΤ και σχετιζόμενους με αυτά τρίτους, στους οποίους τα εν λόγω ΚΑΤ έχουν αναθέσει υπηρεσίες, επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες, να παράσχουν, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην αίτηση, όλες τις σχετικές πληροφορίες ή δεδομένα, ώστε η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση να παρακολουθεί την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από τα εν λόγω ΚΑΤ και να εκτελεί τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Ο αποδέκτης της εν λόγω αίτησης παρέχει στην ΕΑΚΑΑ, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Η αίτηση παροχής πληροφοριών μπορεί να έχει περιοδικό ή έκτακτο χαρακτήρα·

δ)να απαιτεί από τους ελεγκτές σημαντικών ΚΑΤ να παρέχουν πληροφορίες ή δεδομένα·

ε)να εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμων, όταν ένα σημαντικό ΚΑΤ έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία από τις παραβάσεις που παρατίθενται στο παράρτημα. Τα πρόστιμα αυτά ανέρχονται έως και στο διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, εφόσον το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί, ή έως και στο 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση, και μπορούν να λαμβάνουν υπόψη επιβαρυντικούς παράγοντες ή παράγοντες μετριασμού σύμφωνα με τους σχετικούς συντελεστές που καθορίζονται στο παράρτημα·

στ)να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από σημαντικό ΚΑΤ να τερματίσει παράβαση που παρατίθεται στο παράρτημα.

4.Επιπλέον, για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων της όσον αφορά τα σημαντικά ΚΑΤ, η ΕΑΚΑΑ έχει την εξουσία να λαμβάνει τα προσωρινά μέτρα που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)η ΕΑΚΑΑ έχει συγκεντρώσει στοιχεία που υποδηλώνουν ότι η οντότητα παραβιάζει ή ενδέχεται να παραβιάσει τις απαιτήσεις που διέπουν τις δραστηριότητές της εντός των επόμενων τριών μηνών·

β)η ΕΑΚΑΑ διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζει η οντότητα δεν διασφαλίζουν την ορθή διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων της.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η ΕΑΚΑΑ διαθέτει, ειδικότερα, την εξουσία να λαμβάνει τα ακόλουθα προσωρινά μέτρα:

α)απαιτεί οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες, οι μηχανισμοί και οι στρατηγικές της οντότητας να προσαρμόζονται κατάλληλα ώστε να διασφαλίζεται η ορθή διαχείριση και η κάλυψη των κινδύνων της·

β)απαιτεί από το σημαντικό KAT να συγκαλέσει συνέλευση των μετόχων του ή, αν το σημαντικό ΚΑΤ δεν συμμορφωθεί με αυτήν την απαίτηση, συγκαλεί η ίδια τη συνέλευση. Και στις δύο περιπτώσεις, η ΕΑΚΑΑ καθορίζει την ημερήσια διάταξη, καθώς και τις αποφάσεις που πρέπει να εξεταστούν προς έγκριση από τους μετόχους·

γ)απαιτεί από τις οντότητες να υποβάλουν σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις και να ορίσουν προθεσμία για την εφαρμογή του, συμπεριλαμβανομένων βελτιώσεων στο πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία του εν λόγω σχεδίου·

δ)θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, τις εργασίες ή το δίκτυο της οντότητας ή ζητά την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν αυξημένο κίνδυνο για την ευρωστία της·

ε)απαιτεί από το ΚΑΤ να μετριάσει τον κίνδυνο που σχετίζεται με την παράβαση ή την πιθανή παράβαση των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού και τους εγγενείς συναφείς κινδύνους στις δραστηριότητες και τα συστήματα της οντότητας·

στ)επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών·

ζ)απαιτεί τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών,

η)απαιτεί την απομάκρυνση των μελών του διοικητικού οργάνου οντοτήτων που δεν πληρούν τις απαιτήσεις που διέπουν τις δραστηριότητές τους όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Οι αποφάσεις της ΕΑΚΑΑ αναφέρουν τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

5.Η ΕΑΚΑΑ αρνείται ή ανακαλεί στη συνέχεια τον διορισμό του προσώπου ή των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 27, αν δεν έχει πεισθεί ότι το πρόσωπο διαθέτει τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας, ή αν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι ο διορισμός ή οι προτεινόμενες αλλαγές θα συνιστούσαν απειλή για την ορθή και συνετή διαχείριση της οντότητας, τη δέουσα συνεκτίμηση του συμφέροντος των πελατών και την ακεραιότητα της αγοράς.

6.Η ΕΑΚΑΑ εξετάζει, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, τυχόν διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των ΚΑΤ, μεταξύ άλλων λόγω της διασύνδεσης των ΚΑΤ με τους τόπους διαπραγμάτευσης και τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, καθώς και κινδύνους που οφείλονται στις εν λόγω διασυνοριακές συνδέσεις.

7.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 67 για την τροποποίηση του καταλόγου παραβάσεων του παραρτήματος, όπου απαιτείται, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι τροποποιήσεις των απαιτήσεων για τα ΚΑΤ δυνάμει του παρόντος κανονισμού, και ιδίως όπως ορίζεται στα άρθρα 6, 7, 16 έως 20, 22, 22α, στον τίτλο III κεφάλαια 2 και 3, και στον τίτλο IV. ή όπου απαιτείται για να εξασφαλίζεται ότι οι παραβάσεις του παραρτήματος αντιστοιχούν στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, και ιδίως στις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 6, 7, 16 έως 20, 22, 22α, στον τίτλο III κεφάλαια 2 και 3, και στον τίτλο IV.».

12)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 11γ:

«Άρθρο 11γ

Ειδικές διατάξεις για τα σημαντικά ΚΑΤ

1.Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 24α, δεν συγκροτείται σώμα για σημαντικό ΚΑΤ. Σε περίπτωση που για ΚΑΤ το οποίο καθίσταται σημαντικό είχε συγκροτηθεί σώμα σύμφωνα με το άρθρο 24α, το εν λόγω σώμα διαλύεται το αργότερο εντός ενός έτους από τον χαρακτηρισμό του ΚΑΤ ως σημαντικού ΚΑΤ. Σε σχέση με ένα σημαντικό ΚΑΤ, οι διαδικασίες που αναφέρονται στα άρθρα 15, 17, 19α, 21α, 22, 23, 24, 48β, 55 και 60 εφαρμόζονται χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το σώμα.

2.Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 7, 13, 15, 17, 19α, 20, 21 παράγραφος 1, 21α, 22, 22α, 23, 24, 27α, 27β, 33, 49, 52, 54α, 54β, 54γ, 55, 57, 58 και 60, οποιαδήποτε απαίτηση που επιβάλλεται σε ΚΑΤ, ή στην αρμόδια αρχή, να αλληλεπιδρά με την ΕΑΚΑΑ, ή στην ΕΑΚΑΑ να αλληλεπιδρά με το ΚΑΤ ή την αρμόδια αρχή, η οποία αναφέρεται στα εν λόγω άρθρα, δεν εφαρμόζεται σε σημαντικό ΚΑΤ.

Το άρθρο 17α δεν εφαρμόζεται σε σημαντικά ΚΑΤ.».

13)Στο άρθρο 14, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 3 και 4:

«3. «Για κάθε σημαντικό ΚΑΤ, η ΕΑΚΑΑ, η εθνική αρμόδια αρχή και οι σχετικές αρχές θεσπίζουν ρυθμίσεις συνεργασίας, όπως ορίζονται στο άρθρο 8α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, μεταξύ άλλων σε σχέση με την άμεση εποπτεία κάθε σημαντικού ΚΑΤ από την ΕΑΚΑΑ. Οι ρυθμίσεις αυτές αντικατοπτρίζουν την κατανομή των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και καθορίζουν πρακτικές λεπτομέρειες συνεργασίας ενόψει της άσκησης των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών της ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τα σημαντικά ΚΑΤ. Ειδικότερα, οι ρυθμίσεις αυτές μπορούν να καλύπτουν την παροχή υποστήριξης και βοήθειας από τις αρμόδιες αρχές και την εθνική αρμόδια αρχή όσον αφορά όλα τα ακόλουθα:

α)την άσκηση εποπτικών καθηκόντων επί σημαντικού ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων ερευνών και επιτόπιων επιθεωρήσεων·

β)την κατάρτιση αδειών, εγκρίσεων, αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων που αφορούν το σημαντικό ΚΑΤ βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που ορίζονται στο σχετικό άρθρο και στα άρθρα 15, 16, 17,19, 19α, 22, 27, 27α, 27β, στο άρθρο 33 παράγραφος 3 και στα άρθρα 48, 48α, 48β, 55, 56 και 60·

γ)κάθε εποπτικό καθήκον για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την παρακολούθηση της επιχειρησιακής ανθεκτικότητας και της συμπεριφοράς του σημαντικού ΚΑΤ στην αγορά, συμπεριλαμβανομένων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων·

δ)την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε σχέση με το σημαντικό ΚΑΤ.

4. Για κάθε λιγότερο σημαντικό ΚΑΤ, η ΕΑΚΑΑ διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των σχετικών αρχών και των σωμάτων με σκοπό:

α)τη διασφάλιση συνεπών εποπτικών πρακτικών, ιδίως όσον αφορά τους τομείς της εποπτείας που έχουν διασυνοριακή διάσταση ή πιθανό διασυνοριακό αντίκτυπο για τα ΚΑΤ που παρέχουν υπηρεσίες σε διασυνοριακή βάση·

β)τον μεγαλύτερο συντονισμό της αντοχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 15·

γ)την αξιολόγηση των κινδύνων κατά την παροχή γνωμών προς τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο σχετικά με τη συμμόρφωση των ΚΑΤ με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, και παροχή συστάσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ΚΑΤ μετριάζει τους εν λόγω κινδύνους·

δ)την προώθηση της τακτικής ανταλλαγής απόψεων και της συζήτησης σχετικά με τις σχετικές εξελίξεις της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων καταστάσεων ή γεγονότων που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν την προληπτική ή τη χρηματοπιστωτική ευρωστία ή την αντοχή των ΚΑΤ.

Οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τα σχέδια αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων σε σχέση με λιγότερο σημαντικά ΚΑΤ στην ΕΑΚΑΑ προς γνωμοδότηση πριν από την έκδοση οποιασδήποτε πράξης ή μέτρου σύμφωνα με τα άρθρα 17, 22, 24 παράγραφος 5, 27α, 27β και 55 και, εκτός εάν απαιτείται επειγόντως απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 20.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να υποβάλουν σχέδια αποφάσεων στην ΕΑΚΑΑ προς διατύπωση γνώμης προτού εγκρίνουν οποιαδήποτε άλλη πράξη ή μέτρο σύμφωνα με τα καθήκοντά τους βάσει του άρθρου 10 παράγραφος 1.

Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί όλες τις γνώμες και τις συστάσεις που εγκρίνουν τα σώματα δυνάμει του άρθρου 24α του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να συμβάλει στη συνεπή και συνεκτική λειτουργία των σωμάτων και να προωθήσει τη συνεπή εφαρμογή του παρόντος κανονισμού μεταξύ τους.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΚΑΑ εξετάζει, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, τυχόν διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των ΚΑΤ, μεταξύ άλλων λόγω της διασύνδεσης των ΚΑΤ με τους τόπους διαπραγμάτευσης και τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, καθώς και κινδύνους που οφείλονται στις εν λόγω διασυνοριακές συνδέσεις.

Κάθε γνώμη, απόφαση, σχόλιο ή άλλο μέτρο που λαμβάνει η ΕΑΚΑΑ βάσει της παρούσας παραγράφου λαμβάνεται σύμφωνα με το άρθρο 46α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει σε ετήσια βάση έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τους διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των ΚΑΤ που αναφέρονται στο πέμπτο εδάφιο.».

14)Στο άρθρο 15, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε ένα ή περισσότερα ΚΑΤ που έχει ή ενδέχεται να έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στις διασυνοριακές αγορές, η ΕΑΚΑΑ συντονίζεται με τις αρμόδιες αρχές, τις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, τα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α για την ανάπτυξη συντονισμένης αντίδρασης στην κατάσταση έκτακτης ανάγκης και την εξασφάλιση αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των σχετικών αρχών και, κατά περίπτωση, των σωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 24α. Τυχόν καθήκοντα που αναλαμβάνει η ΕΑΚΑΑ βάσει του παρόντος εδαφίου αναλαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 46α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

15)Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κάθε νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του ΚΑΤ λαμβάνει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 πριν ξεκινήσει τις δραστηριότητές του.»·

β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Μόλις χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 17, η άδεια ισχύει για ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης.».

16)Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 5, το αιτούν ΚΑΤ υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του αίτηση για αρχική άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16, αίτηση για άδεια επέκτασης υφιστάμενης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 19 ή αίτηση για άδεια εξωτερικής ανάθεσης βασικής υπηρεσίας σύμφωνα με το άρθρο 19. Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α και, κατά περίπτωση, στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α.»·

β) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 8, η αρμόδια αρχή, η ΕΑΚΑΑ και οι σχετικές αρχές μπορούν να ζητήσουν από το αιτούν ΚΑΤ να παράσχει πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες, όταν τα εν λόγω έγγραφα ή πληροφορίες είναι αναγκαία για να αξιολογηθεί αν το αιτούν ΚΑΤ εκπληρώνει όλες τις υποχρεώσεις του που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Η αρμόδια αρχή μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την αίτηση ελλείψει απάντησης του ΚΑΤ.»·

γ) η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)το πρώτο, δεύτερο και τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 8, η αρμόδια αρχή διενεργεί εκτίμηση κινδύνου όσον αφορά τη συμμόρφωση του αιτούντος ΚΑΤ με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και ζητεί τη γνώμη των σχετικών αρχών, της ΕΑΚΑΑ και, κατά περίπτωση, του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 24α σχετικά με τα χαρακτηριστικά του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του αιτούντος ΚΑΤ. Εντός τριών μηνών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, αν το αιτούν ΚΑΤ έχει υποβάλει αίτηση για αρχική άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16, ή εντός ενός μηνός από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, αν το αιτούν ΚΑΤ έχει υποβάλει αίτηση για επέκταση υφιστάμενης άδειας λειτουργίας ή για εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 19:

α)η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4, στην οποία προσδιορίζει αν το αιτούν ΚΑΤ συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, και τη διαβιβάζει στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α· και

β)κάθε σχετική αρχή μπορεί να εκδώσει γνώμη εντός των τομέων αρμοδιότητάς της, στην οποία προσδιορίζεται αν το αιτούν ΚΑΤ συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, και να τη διαβιβάσει στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α.

Κατά την παροχή των γνωμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ και οι σχετικές αρχές, εντός των τομέων αρμοδιότητάς τους, αξιολογούν τυχόν σχετικούς κινδύνους σε σχέση με το αιτούν ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διασυνοριακών κινδύνων ή κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, και μπορούν να περιλαμβάνουν οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρούν ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του αιτούντος ΚΑΤ. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να συμπεριλάβει στη γνώμη της τυχόν στοιχεία που απαιτούνται για την προώθηση της συνεπούς και συνεκτικής εφαρμογής σχετικού άρθρου του παρόντος κανονισμού. Μια αρνητική γνώμη περιέχει έγγραφη, πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση, η οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

Αν οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές ή η ΕΑΚΑΑ έχει εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη και η αρμόδια αρχή σκοπεύει εντούτοις να χορηγήσει την άδεια, η εν λόγω αρμόδια αρχή, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αρνητικής γνώμης, αν το αιτούν ΚΑΤ έχει υποβάλει αίτηση για αρχική άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16, ή εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αρνητικής γνώμης, αν το αιτούν ΚΑΤ έχει υποβάλει αίτηση για επέκταση υφιστάμενης άδειας λειτουργίας ή για εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 19, παρέχει στην οικεία σχετική αρχή ή στην ΕΑΚΑΑ τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να χορηγήσει την άδεια λειτουργίας παρά την αρνητική γνώμη.»·

ii)το έβδομο εδάφιο απαλείφεται·

β)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η αρμόδια αρχή μπορεί, πριν χορηγήσει άδεια λειτουργίας στο αιτούν ΚΑΤ, να ζητήσει τη γνώμη άλλων αρχών που εποπτεύουν οντότητα η οποία κατέχει ειδική συμμετοχή στο αιτούν ΚΑΤ ή το ελέγχει σχετικά με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)την καταλληλότητα των μετόχων και των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 6 και τη φήμη και την πείρα των προσώπων που διευθύνουν ουσιαστικά τις δραστηριότητες του αιτούντος ΚΑΤ που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφοι 1 και 4, στις περιπτώσεις που οι εν λόγω μέτοχοι και πρόσωπα είναι κοινά για το αιτούν ΚΑΤ και για την οντότητα που κατέχει ειδική συμμετοχή στο αιτούν ΚΑΤ ή το ελέγχει·

β)κατά πόσον οι εταιρικές σχέσεις μεταξύ του αιτούντος ΚΑΤ και της οντότητας που κατέχει ειδική συμμετοχή στο αιτούν ΚΑΤ ή το ελέγχει δεν επηρεάζουν την ικανότητα του αιτούντος ΚΑΤ να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.»·

γ)οι παράγραφοι 7 και 7α απαλείφονται·

δ)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Εντός έξι μηνών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, αν το αιτούν ΚΑΤ έχει υποβάλει αίτηση για αρχική άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16, ή εντός τριών μηνών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, αν το αιτούν ΚΑΤ έχει υποβάλει αίτηση για επέκταση υφιστάμενης άδειας λειτουργίας ή για εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 19, η αρμόδια αρχή εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α και στο αιτούν ΚΑΤ. Η απόφαση περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση σχετικά με το αν η άδεια χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε.

Αν η απόφαση της αρμόδιας αρχής δεν αντικατοπτρίζει τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ, ή οποιασδήποτε από τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτή, περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω γνώμη ή τους εν λόγω όρους ή συστάσεις.

Αν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις περιλαμβάνονται σε αυτή, το εκτελεστικό συμβούλιο ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν επίσης το σκεπτικό της αρμόδιας αρχής του για τη μη συμμόρφωση ή για την πρόθεσή του να μη συμμορφωθεί.»·

ε)η παράγραφος 8α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8α. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρχές των οποίων ζητήθηκε η γνώμη σύμφωνα με τις παραγράφους 4, 5 και 6 σχετικά με τα αποτελέσματα της διαδικασίας αδειοδότησης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων.».

17)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 17α:

«Άρθρο 17α

Διαδικασία έκδοσης αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων

1.Η αρμόδια αρχή υποβάλλει αίτηση γνωμοδότησης από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4, όταν η αρμόδια αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση, έκθεση ή άλλο μέτρο σύμφωνα με το άρθρο 22, το άρθρο 24 παράγραφος 5, τα άρθρα 27α, 27β, 55 και, εκτός αν απαιτείται επειγόντως απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 20.

Η αίτηση γνωμοδότησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα, κοινοποιείται αμέσως στην ΕΑΚΑΑ.

2.Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε σχετικό άρθρο, η αρμόδια αρχή αξιολογεί, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τη συμμόρφωση του ΚΑΤ με τις αντίστοιχες απαιτήσεις. Έως το τέλος της εν λόγω περιόδου αξιολόγησης, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει το σχέδιο απόφασης, έκθεσης ή άλλο μέτρο στην ΕΑΚΑΑ.

3.Εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε σχετικό άρθρο, μετά την παραλαβή τόσο της αίτησης γνωμοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 όσο και των σχεδίων αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2:

α)όσον αφορά τα άρθρα 20, 22, το άρθρο 24 παράγραφος 5 και το άρθρο 55, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του ΚΑΤ με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμπεριλάβει στη γνώμη της οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του ΚΑΤ, μεταξύ άλλων σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης· και

β)η ΕΑΚΑΑ μπορεί, όσον αφορά τα άρθρα 27α και 27β, να εκδώσει γνώμη σχετικά με το εν λόγω σχέδιο απόφασης, έκθεσης ή άλλο μέτρο, όταν είναι αναγκαίο για την προώθηση της συνεπούς και συνεκτικής εφαρμογής σχετικού άρθρου.

Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει τη γνώμη της εντός της προθεσμίας που παρέχεται από την αρμόδια αρχή, η οποία είναι τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες μετά την παραλαβή των σχετικών εγγράφων σύμφωνα με την παράγραφο 2, και τη διαβιβάζει στην αρμόδια αρχή. Οι γνώμες κοινοποιούνται επίσης στις σχετικές αρχές.

4.Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της γνώμης της ΕΑΚΑΑ που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και, εφόσον έχει εκδοθεί, της γνώμης της ΕΑΚΑΑ που εκδίδεται βάσει της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ή εντός της σχετικής περιόδου, εφόσον ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, η αρμόδια αρχή, αφού εξετάσει δεόντως τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτή, εκδίδει την απόφασή της, την έκθεση ή άλλο μέτρο, όπως απαιτείται βάσει σχετικού άρθρου, και τη διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ.

Εάν η απόφαση, η έκθεση ή άλλο μέτρο δεν αντικατοπτρίζει γνώμη της ΕΑΚΑΑ, περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω γνώμη ή από τους εν λόγω όρους ή συστάσεις.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), εάν η αρμόδια για το ΚΑΤ αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτή, το εκτελεστικό συμβούλιο ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν επίσης το σκεπτικό της αρμόδιας αρχής του για τη μη συμμόρφωση ή για την πρόθεσή του να μη συμμορφωθεί.».

18)Στο άρθρο 18, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας δεν παρέχει πρόσθετες υπηρεσίες ούτε αναλαμβάνει άλλη δραστηριότητα για την οποία δεν έχει λάβει άδεια ή την οποία δεν έχει κοινοποιήσει στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 8.

2. Η διαχείριση των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μπορεί να πραγματοποιείται μόνον από τα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια λειτουργίας ή από κεντρικές τράπεζες που λειτουργούν ως ΚΑΤ.

3. Το ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας μπορεί να έχει συμμετοχή μόνο σε νομικό πρόσωπο, οι δραστηριότητες του οποίου περιορίζονται στην παροχή των υπηρεσιών που παρατίθενται στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος, εκτός αν η συμμετοχή αυτή εγκριθεί από την αρμόδια αρχή του βάσει του ότι δεν αυξάνει σημαντικά το προφίλ κινδύνου του εν λόγω ΚΑΤ.».

19)Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας στην αρμόδια αρχή όποτε επιθυμεί να αναθέσει εξωτερικά μια βασική υπηρεσία σε τρίτους δυνάμει του άρθρου 30, εκτός από ΚΑΤ εντός του ομίλου του όπως αναφέρεται στο άρθρο 19α, ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε έναν ή περισσότερους από τους κατωτέρω τομείς:»·

β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τη χορήγηση άδειας δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφοι 1, 2, 3, 5, 8 και 8α.

Για τη χορήγηση άδειας δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 όσον αφορά τις διαλειτουργικές συνδέσεις μεταξύ ΚΑΤ εγκατεστημένου στην Ένωση και ΚΑΤ τρίτης χώρας, ή η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 48β όσον αφορά τις διαλειτουργικές συνδέσεις μεταξύ ΚΑΤ εγκατεστημένων στην Ένωση.»·

ii) το τέταρτο εδάφιο απαλείφεται·

γ)    οι παράγραφοι 3 έως 7 απαλείφονται.

20)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 19α:

«Άρθρο 19α

Διαδικασία για την έγκριση της εξωτερικής ανάθεσης βασικών υπηρεσιών εντός ομίλου ΚΑΤ

1.ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας υποβάλλει αίτηση έγκρισης στην ΕΑΚΑΑ όποτε επιθυμεί να αναθέσει βασική υπηρεσία σε ΚΑΤ του ομίλου του σύμφωνα με το άρθρο 30. Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως στους αντίστοιχους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α τόσο για τα ΚΑΤ που συμμετέχουν στην προβλεπόμενη εξωτερική ανάθεση όσο και, κατά περίπτωση, για τα αντίστοιχα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α και των δύο ΚΑΤ που συμμετέχουν στην προβλεπόμενη εξωτερική ανάθεση. 

2.Το αιτούν ΚΑΤ περιλαμβάνει στην αίτηση όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδείξει ότι θα έχει θεσπίσει, κατά τον χρόνο έγκρισης της εξωτερικής ανάθεσης, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την εν λόγω εξωτερική ανάθεση. Το αιτούν ΚΑΤ περιλαμβάνει επίσης στην αίτηση περιγραφή των βασικών υπηρεσιών που πρόκειται να ανατεθούν και των ΚΑΤ εντός του ομίλου στα οποία πρόκειται να ανατεθούν οι εν λόγω υπηρεσίες, καθώς και τη διαρθρωτική οργάνωση του αιτούντος ΚΑΤ.

3.Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5, η ΕΑΚΑΑ και οι σχετικές αρχές μπορούν να ζητήσουν από το αιτούν ΚΑΤ να παράσχει πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες, όταν τα εν λόγω έγγραφα ή πληροφορίες είναι αναγκαία για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του αιτούντος ΚΑΤ με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την προβλεπόμενη εξωτερική ανάθεση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την αίτηση ελλείψει απάντησης του ΚΑΤ. .

4.Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5, η ΕΑΚΑΑ διενεργεί εκτίμηση κινδύνου όσον αφορά τη συμμόρφωση του αιτούντος ΚΑΤ με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε σχέση με την προβλεπόμενη εξωτερική ανάθεση και, όσον αφορά αμφότερα τα ΚΑΤ που συμμετέχουν στην προβλεπόμενη εξωτερική ανάθεση, ζητεί τη γνώμη των σχετικών αρχών, των σωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 24α, κατά περίπτωση, και των αρμόδιων αρχών σχετικά με το αν η προβλεπόμενη εξωτερική ανάθεση συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και σχετικά με τυχόν δυνητικούς κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν ως συνέπεια της εν λόγω εξωτερικής ανάθεσης.

5.Εντός τριών μηνών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στους αντίστοιχους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α, οι οποίοι είναι σημαντικοί για κάθε ΚΑΤ που συμμετέχει στην εξωτερική ανάθεση, στα αντίστοιχα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α και είναι υπεύθυνα για κάθε ΚΑΤ που συμμετέχει στην εξωτερική ανάθεση, κατά περίπτωση, και στο αιτούν ΚΑΤ. Η απόφαση περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση σχετικά με το αν η έγκριση χορηγήθηκε ή όχι.».

21)Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

α) στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή μέτρων δυνάμει του τίτλου V, η αρμόδια αρχή ανακαλεί την άδεια, αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:»·

β) οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Προτού η αρμόδια αρχή λάβει απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ΚΑΤ, προβαίνει σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες:

α) ζητεί τη γνώμη των αρμόδιων αρχών σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ΚΑΤ·

β) διαβουλεύεται, κατά περίπτωση, με την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ΚΑΤ·

γ) για λιγότερο σημαντικό ΚΑΤ, ζητεί τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4 και σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17α σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ΚΑΤ·

δ) για σημαντικό ΚΑΤ, διαβουλεύεται με την εθνική αρμόδια αρχή σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του ΚΑΤ.

Το πρώτο εδάφιο στοιχεία β) έως δ) δεν εφαρμόζεται όταν απαιτείται επειγόντως η λήψη απόφασης.

3. Οποιαδήποτε σχετική αρχή, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, κατά περίπτωση, και, για ένα λιγότερο σημαντικό ΚΑΤ, η ΕΑΚΑΑ μπορούν, οποτεδήποτε, να ζητήσουν από την αρμόδια αρχή να εξετάσει αν το ΚΑΤ εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας.».

22)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 21α:

«Άρθρο 21α

Κεντρική βάση δεδομένων

1.Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 35γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Χωριστά για κάθε ΚΑΤ, η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, η ΕΑΚΑΑ, οι σχετικές αρχές του ΚΑΤ και η εθνική αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, καθώς και τα μέλη του σώματος του ΚΑΤ που αναφέρονται στο άρθρο 24α, κατά περίπτωση και όταν απαιτείται βάσει σχετικού άρθρου (στο εξής: εγγεγραμμένοι αποδέκτες), έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και έχουν καταχωριστεί στην κεντρική βάση δεδομένων για το συγκεκριμένο ΚΑΤ, όταν αυτό είναι σκόπιμο ή αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

Το ΚΑΤ έχει πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων όσον αφορά τις πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και τα οποία υπέβαλε στην εν λόγω κεντρική βάση δεδομένων ή τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και διαβιβάστηκαν σε αυτό μέσω της εν λόγω κεντρικής βάσης δεδομένων από οποιονδήποτε από τους εγγεγραμμένους αποδέκτες. Άλλοι αποδέκτες υποβάλλουν και έχουν επίσης πρόσβαση σε ορισμένα συγκεκριμένα έγγραφα ή πληροφορίες, όπου προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, που είναι καταχωρισμένα στην κεντρική βάση δεδομένων. Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι η κεντρική βάση δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και ανταλλάσσονται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε κάθε σχετική αρχή για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και του [κανονισμού (ΕΕ) .../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού], όταν αυτό είναι σκόπιμο ή αναγκαίο για την εκτέλεση των καθηκόντων της.

Η ΕΑΚΑΑ ανακοινώνει τη δημιουργία της κεντρικής βάσης δεδομένων στον ιστότοπό της.

2.Τα ΚΑΤ και οι εγγεγραμμένοι αποδέκτες αναφορτώνουν στην κεντρική βάση δεδομένων, σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων των αιτήσεων, αποφάσεων, συστάσεων, πληροφοριών, αιτημάτων, ερωτήσεων, απαντήσεων και κοινοποιήσεων που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 

Η απόδειξη παραλαβής αποστέλλεται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή πληροφοριών ή εγγράφων.

3.Η κεντρική βάση δεδομένων σχεδιάζεται έτσι ώστε να ενημερώνει αυτόματα τους εγγεγραμμένους παραλήπτες όταν έχουν επέλθει αλλαγές στο περιεχόμενό της, συμπεριλαμβανομένων της αναφόρτωσης, της διαγραφής ή της αντικατάστασης εγγράφων, της υποβολής ερωτήσεων και αιτημάτων παροχής πληροφοριών.

Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι η βάση δεδομένων καθιστά δυνατή την ανάγνωση δεδομένων που έχουν καταχωριστεί με DLT, συμπεριλαμβανομένης της ανάγνωσης δεδομένων εντός της αλυσίδας συστοιχιών και της πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα.».

23)Το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Το ΚΑΤ παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους σκοπούς της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων περιοδικών πληροφοριών, όπως ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 10. Οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται αμέσως στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η αρμόδια αρχή υποβάλλει το ΚΑΤ σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και τις σχετικές αρχές για κάθε προγραμματισμένη επιτόπια επιθεώρηση έναν μήνα πριν από την προβλεπόμενη διεξαγωγή της επιθεώρησης, εκτός αν η απόφαση για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ληφθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οπότε η αρμόδια αρχή ενημερώνει τις εν λόγω αρχές μόλις ληφθεί η εν λόγω απόφαση.

Η ΕΑΚΑΑ ή οι σχετικές αρχές μπορούν να ζητήσουν να κληθούν σε επιτόπιες επιθεωρήσεις. Αν η αρμόδια αρχή αρνηθεί να καλέσει τις αρχές που έχουν διατυπώσει τέτοιο αίτημα σε επιτόπια επιθεώρηση, παρέχει αιτιολογημένη επεξήγηση για την άρνηση αυτή.

Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ, στις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, στα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 24α κάθε σχετική πληροφορία που λαμβάνει από το ΚΑΤ σε σχέση με όλες τις επιτόπιες επιθεωρήσεις που διενεργεί.»·

γ)στην παράγραφο 6, το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την εκτέλεση της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή συνεργάζεται στενά με την ΕΑΚΑΑ και με τις σχετικές αρχές.  Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει, σε αρχικό στάδιο, τις αναγκαίες πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ, στις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, στην αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και ζητεί τη γνώμη τους σχετικά με το αν οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης πληρούνται από το ΚΑΤ όσον αφορά τη λειτουργία των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων τα οποία διαχειρίζεται το ΚΑΤ.

Εντός 90 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο από την αρμόδια αρχή:

α)οι σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ μπορούν να εκδώσουν γνώμη στους τομείς αρμοδιότητάς τους· και

β)η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει γνώμη δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 4 σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17α.»·

γ)η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τακτικά, και τουλάχιστον αμέσως μετά τη λήξη κάθε περιόδου επανεξέτασης και αξιολόγησης, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, τους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α και, κατά περίπτωση, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α και την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων ή κυρώσεων.»·

δ)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Κατά την εκτέλεση της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή ζητεί τη γνώμη των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 6 σχετικά με όλες τις σχετικές πληροφορίες που ενδέχεται να διευκολύνουν τα καθήκοντα της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το παρόν άρθρο.».

24)Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας μπορεί να παρέχει υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα στο έδαφος της Ένωσης, μεταξύ άλλων μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 18.»·

β) η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας και παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από εκδότες που έχουν συσταθεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ΚΑΤ ή που έχει ιδρύσει υποκατάστημα σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ΚΑΤ για την παροχή των εν λόγω βασικών υπηρεσιών, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του εντός 5 εργάσιμων ημερών από την έναρξη της παροχής των εν λόγω υπηρεσιών ή της ίδρυσης υποκαταστήματος, κατά περίπτωση.

Στο πλαίσιο της κοινοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το ΚΑΤ παρέχει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες, για κάθε κράτος μέλος υποδοχής:

α) τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και παρέχονται από το ΚΑΤ·

β) αν οι βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρέχονται σε σχέση με μετοχές ή χρεωστικούς τίτλους·

γ) τη συνολική αγοραία αξία ή, αν δεν είναι διαθέσιμη, την ονομαστική αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων σε σχέση με τα οποία το ΚΑΤ παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο·

δ) κατά περίπτωση, την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος και τα ονόματα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος.

Το ΚΑΤ επικαιροποιεί τις πληροφορίες που παρατίθενται στο δεύτερο εδάφιο κάθε έξι μήνες και κοινοποιεί τις επικαιροποιημένες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του.»·

γ) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Μετά την παραλαβή της κοινοποίησης ή των επικαιροποιημένων πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμέσως την εν λόγω κοινοποίηση ή τις πληροφορίες στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α και, κατά περίπτωση, στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ). »·

δ) οι παράγραφοι 4 έως 10 απαλείφονται.

25)Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:

α) οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Όταν ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας έχει ιδρύσει υποκατάστημα σε κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με το άρθρο 23, η αρμόδια αρχή συνεργάζεται στενά με την εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως κατά τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων στο εν λόγω υποκατάστημα. Η αρμόδια αρχή μπορεί να καλέσει προσωπικό από τις εθνικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και από την ΕΑΚΑΑ να συμμετάσχει σε επιτόπιες επιθεωρήσεις. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ, στην εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και, κατά περίπτωση, στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α τα πορίσματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων και πληροφορίες σχετικά με τυχόν διορθωτικά μέτρα ή κυρώσεις που αποφασίστηκαν από την εν λόγω αρμόδια αρχή.

2. Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από τα ΚΑΤ που παρέχουν υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 23 να υποβάλλουν σε αυτήν περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους στα εν λόγω κράτη μέλη υποδοχής, μεταξύ άλλων με σκοπό τη συλλογή στατιστικών στοιχείων. Η αρμόδια αρχή παρέχει, κατόπιν αιτήματος της εθνικής αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής, αυτές τις περιοδικές εκθέσεις στην εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

3. Η αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήματος της εθνικής αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής και χωρίς καθυστέρηση, κοινοποιεί την ταυτότητα των εκδοτών που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής και των συμμετεχόντων που κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία εκδόθηκαν από εκδότες που συστάθηκαν στο κράτος μέλος υποδοχής στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση του ΚΑΤ, το οποίο παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 2, καθώς και τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις δραστηριότητες ενός ΚΑΤ που παρέχει βασικές υπηρεσίες στο κράτος μέλος υποδοχής μέσω υποκαταστήματος.»·

β)    η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν η εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει σαφείς και αποδείξιμους λόγους να πιστεύει ότι το ΚΑΤ που παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός του σύμφωνα με το άρθρο 23 παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του εν λόγω ΚΑΤ, την ΕΑΚΑΑ και, κατά περίπτωση, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του ΚΑΤ με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Πριν λάβει απόφαση σύμφωνα με τη δεύτερη περίοδο του παρόντος εδαφίου, η αρμόδια αρχή υποβάλλει το σχέδιο απόφασής της στην ΕΑΚΑΑ προς γνωμοδότηση δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 4 σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17·»·

ii) το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται·

γ)    η παράγραφος 6 απαλείφεται.

26)Το άρθρο 24α τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 8, η αρμόδια αρχή συγκροτεί σώμα εποπτών για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 8 σε σχέση με ΚΑΤ που πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α) το ΚΑΤ έχει καταχωρίσει αρχικά στους λογαριασμούς αξιογράφων του χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν εκδοθεί από εκδότες που έχουν συσταθεί σε κράτος μέλος υποδοχής·

β) το ΚΑΤ τηρεί κεντρικά στους λογαριασμούς αξιογράφων του χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται από εκδότες που έχουν συσταθεί σε κράτος μέλος υποδοχής·

γ) το ΚΑΤ τηρεί κεντρικά στους λογαριασμούς αξιογράφων του χρηματοπιστωτικά μέσα για συμμετέχοντες και άλλους κατόχους λογαριασμών αξιογράφων από κράτος μέλος υποδοχής.

Για τους σκοπούς της αξιολόγησης του κριτηρίου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), ισχύουν τα ακόλουθα:

α) σε περίπτωση διαχωρισμού ανά πελάτη, η χώρα σύστασης (για νομικά πρόσωπα) ή η χώρα κατοικίας (για φυσικά πρόσωπα) των κατόχων λογαριασμών αξιογράφων, συμπεριλαμβανομένων των πελατών των συμμετεχόντων, είναι η σχετική χώρα·

β) σε περίπτωση συνολικού διαχωρισμού πελατών, η χώρα σύστασης των συμμετεχόντων είναι η σχετική χώρα, εκτός αν το ΚΑΤ έχει στη διάθεσή του τις πληροφορίες σχετικά με τη χώρα σύστασης ή τη χώρα κατοικίας των υποκείμενων πελατών.»·

β) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί, έξι μήνες μετά την αρχική άδεια λειτουργίας ενός ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 17, αν ένα ΚΑΤ πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί επίσης κάθε δώδεκα μήνες αν ένα ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας πληροί ή εξακολουθεί να πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης στο ΚΑΤ και στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α.»·

γ) οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η αρμόδια αρχή συγκροτεί το σώμα εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης που πραγματοποίησε η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1α.

3. Την προεδρία και τη διαχείριση του σώματος ασκεί η ΕΑΚΑΑ (στο εξής: πρόεδρος).»·

δ)    η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i) το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) την αρμόδια αρχή του ΚΑΤ·»·

ii) τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής στα οποία το ΚΑΤ παρέχει τις υπηρεσίες του σύμφωνα με το άρθρο 23·

ε) την ΕΑΤ, όταν ένα ΚΑΤ έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54· και»·

iii) προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο στ):

«στ) την αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όταν το ΚΑΤ έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 του παρόντος κανονισμού.»·

ε)     η παράγραφος 5 απαλείφεται·

στ)    η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τη σύνθεση του σώματος εντός ενός μηνός από τη σύστασή του και κάθε αλλαγή στη σύνθεσή του εντός ενός μηνός από την εν λόγω αλλαγή. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον κατάλογο των μελών του εν λόγω σώματος και διατηρεί τον εν λόγω κατάλογο επικαιροποιημένο.»·

ζ)    η παράγραφος 8 τροποποιείται ως εξής:

i) το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων παροχής πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 13, 14 και 15 και πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 60·»·

ii) τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με επιτραπείσα εξωτερική ανάθεση ή επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών δυνάμει των άρθρων 19, 19α και 56·

ε) τη συνεργασία όσον αφορά τυχόν ζητήματα που ανακύπτουν κατά την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 23·»·

η)    στην παράγραφο 9, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πρόεδρος μπορεί να προσκαλεί επιπλέον συμμετέχοντες στις συζητήσεις του σώματος σε ad hoc βάση για συγκεκριμένα θέματα ή ως μόνιμους παρατηρητές.»·

i)    στην παράγραφο 10, τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) θέματα σχετικά με οποιαδήποτε εξωτερική ανάθεση ή επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών δυνάμει των άρθρων 19, 19α ή 56· ή

γ) ζητήματα σχετικά με κάθε πιθανή παράβαση του παρόντος κανονισμού που προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών σε κράτος μέλος υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 23.»·

ι) η παράγραφος 13 απαλείφεται.

27)Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)    η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, ΚΑΤ τρίτης χώρας υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 4 έως 11 του παρόντος άρθρου όταν σκοπεύει να προβεί σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

α) να ιδρύσει υποκατάστημα σε κράτος μέλος·

β) να παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα σημεία 1) και 2) του τμήματος Α του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους.»·

β)    η παράγραφος 2α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2α. ΚΑΤ τρίτης χώρας που σκοπεύει να παρέχει τη βασική υπηρεσία που αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 3 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους, ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει την εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους από το δίκαιο του οποίου διέπονται τα χρηματοπιστωτικά μέσα σχετικά με την κοινοποίηση που έλαβε.»·

γ)    στην παράγραφο 4, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) ενδεχομένως, το ΚΑΤ τρίτης χώρας λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να επιτρέψει στους χρήστες τους να συμμορφωθούν προς το σχετικό εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο το ΚΑΤ τρίτης χώρας σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ, και η καταλληλότητα αυτών των μέτρων έχει επιβεβαιωθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο το ΚΑΤ τρίτης χώρας σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ·»·

δ)    η παράγραφος 13 τροποποιείται ως εξής:

i) στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) αριθμός και όγκος των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους και διακανονίστηκαν κατά το προηγούμενο έτος·»·

ii) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

28)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 25α:

«Άρθρο 25α

Τέλη για ΚΑΤ τρίτων χωρών

1.Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη που συνδέονται με τις αιτήσεις αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 25 σε ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 2.

2.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 67, η οποία θα συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό με την εξειδίκευση των τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθορίζοντας:

α)τα είδη των τελών·

β)το ποσό των τελών·

γ)τον τρόπο καταβολής των τελών.».

29)Στο άρθρο 26 παράγραφος 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν το ΚΑΤ προτίθεται να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σε άλλα ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α, το εν λόγω ΚΑΤ έχει θεσπίσει σαφείς κανόνες και διαδικασίες για την αντιμετώπιση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων και τον μετριασμό του κινδύνου διακριτικής μεταχείρισης έναντι των εν λόγω άλλων ΚΑΤ και των συμμετεχόντων σε αυτά.».

30)Στο άρθρο 27α παράγραφος 3, μετά το δεύτερο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 4 σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17α.».

31)Στο άρθρο 27β παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

32)«Για την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής όσον αφορά την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 27α παράγραφος 2 και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 27α παράγραφος 4 εκδίδεται γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 4, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17α.».

33)Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας σε τρίτο εκτός από ΚΑΤ εντός του ίδιου ομίλου υπόκειται σε έγκριση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 19. Η εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας σε άλλο ΚΑΤ εντός του ομίλου υπόκειται σε έγκριση της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19α.

Το ΚΑΤ κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του την εξωτερική ανάθεση των υπηρεσιών που αναφέρονται στο τμήμα Β του παραρτήματος πριν από την υλοποίηση της εξωτερικής ανάθεσης. Στο πλαίσιο της κοινοποίησης, το ΚΑΤ παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που παρέχουν στην αρμόδια αρχή του τη δυνατότητα να αξιολογήσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.»·

β) προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 6 και 7:

«6. Η χρήση της DLT από ένα ΚΑΤ για την παροχή των βασικών υπηρεσιών δεν θεωρείται εξωτερική ανάθεση, εκτός αν το ΚΑΤ συνάψει συμφωνία με τρίτο για την παροχή των βασικών υπηρεσιών με χρήση της DLT.

7. Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις ειδικές περιστάσεις υπό τις οποίες μια ρύθμιση εξωτερικής ανάθεσης θεωρείται εξωτερική ανάθεση βασικών υπηρεσιών.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

34)Στο άρθρο 33 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7:

«7. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 67, ώστε να μπορούν τα ΚΑΤ να επιτρέπουν επίσης σε ιδιώτες να συμμετέχουν σε ΚΑΤ, εφόσον έχει επιτραπεί στους εν λόγω ιδιώτες να συμμετέχουν σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων δυνάμει του [κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού]. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις προσδιορίζουν τυχόν πρόσθετες απαιτήσεις οι οποίες είναι αναγκαίες για τον μετριασμό τυχόν κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν για τα ΚΑΤ που δέχονται ιδιώτες ως συμμετέχοντες.».

35)Στο άρθρο 34, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 9 και 10:

«9. Οι εσωτερικοποιητές διακανονισμών γνωστοποιούν στους πελάτες τους τις σχετικές τιμές και τέλη για τις υπηρεσίες που παρέχουν και κάνουν διάκριση μεταξύ των τιμών που αφορούν διακανονισμό εντός και εκτός συστήματος διακανονισμού αξιογράφων. Δημοσιοποιούν τις τιμές και τα τέλη κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων, των επιστροφών και των όρων παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων.

10. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για τις δηµοσιοποιήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 5 και 9.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

36)Στο άρθρο 37, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το ΚΑΤ λαμβάνει κατάλληλα μέτρα αντιστοίχισης, τα οποία μπορούν να ληφθούν με χρήση DLT, για να επαληθεύσει ότι ο αριθμός των αξιογράφων που απαρτίζουν μια έκδοση αξιογράφων ή μέρος μιας έκδοσης αξιογράφων που έχει υποβληθεί στο ΚΑΤ ισούται με το σύνολο των αξιογράφων που έχουν καταχωριστεί στους λογαριασμούς αξιογράφων των συμμετεχόντων του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται το ΚΑΤ και, όπου αρμόζει, στους λογαριασμούς δικαιούχων που τηρούνται από το ΚΑΤ. Τα σχετικά μέτρα αντιστοίχισης εφαρμόζονται τουλάχιστον καθημερινά.».

37)Το άρθρο 38 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Το ΚΑΤ τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που καθιστούν δυνατό τον συνολικό διαχωρισμό πελατών. Όταν ένα ΚΑΤ διαχειρίζεται τις βασικές υπηρεσίες του χρησιμοποιώντας DLT και όταν το ΚΑΤ επιτρέπει σε όλους τους συμμετέχοντες και τους πελάτες τους να έχουν διαχωρισμό ανά πελάτη, όπως ορίζεται στην παράγραφο 4, το εν λόγω ΚΑΤ μπορεί, κατά παρέκκλιση από την πρώτη περίοδο, να επιλέξει να μην παρέχει συνολικό διαχωρισμό πελατών. Η παρούσα διάταξη δεν θίγει τις υποχρεώσεις του ΚΑΤ να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 48α για τουλάχιστον ένα από τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται.»·

β) στην παράγραφο 5, μετά το πρώτο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν το ΚΑΤ διαχειρίζεται τις βασικές υπηρεσίες του χρησιμοποιώντας DLT και έχει επιλέξει να προσφέρει συνολικό διαχωρισμό πελατών σύμφωνα με την παράγραφο 3, το εν λόγω ΚΑΤ, κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να διασφαλίσει ότι ο συμμετέχων προσφέρει στους πελάτες του τουλάχιστον την επιλογή μεταξύ συνολικού διαχωρισμού πελατών και διαχωρισμού ανά πελάτη και τους ενημερώνει για το κόστος και τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε επιλογή.».

38)Το άρθρο 39 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν το ΚΑΤ προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, διασφαλίζει ότι οι εισπράξεις μετρητών από διακανονισμούς αξιογράφων είναι διαθέσιμες για τους αποδέκτες το αργότερο μέχρι τη λήξη της εργάσιμης ημέρας της προβλεπόμενης ημερομηνίας διακανονισμού.»·

β)η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Όλες οι συναλλαγές αξιογράφων έναντι πληρωμής με μετρητά ή με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μεταξύ άμεσων συμμετεχόντων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ και διακανονίζονται σε αυτό το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων διακανονίζονται βάσει συστήματος ταυτόχρονης παράδοσης και πληρωμής (“σύστημα DVP”).».

39)Το άρθρο 40 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 40

Διακανονισμός τοις μετρητοίς και σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος

1.Το ΚΑΤ διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, όποτε αυτό είναι εφικτό και λειτουργικό.

2.Όταν ένα ΚΑΤ προσφέρεται να διακανονίσει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του σε νόμισμα διαθέσιμο σε κοινή υποδομή διακανονισμού ενσωματωμένη σε συστήματα διακανονισμού κεντρικής τράπεζας σε πραγματικό χρόνο που τελούν υπό τη διαχείριση της Ένωσης, το εν λόγω ΚΑΤ συνδέεται απευθείας με την εν λόγω υποδομή και προσφέρει στους συμμετέχοντες τη δυνατότητα να διακανονίζουν τις συναλλαγές τους σε νομίσματα διαθέσιμα στην εν λόγω υποδομή σε λογαριασμούς που ανοίγονται στην εν λόγω υποδομή.

3.Όταν ένα ΚΑΤ δεν διακανονίζει σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, προσφέρεται μόνο να διακανονίσει τις πληρωμές τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του:

α)μέσω των δικών του λογαριασμών·

β)μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ· ή

γ)μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ είτε εντός του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων που ελέγχονται τελικά από την ίδια μητρική επιχείρηση είτε όχι.

Το ΚΑΤ που επιθυμεί να διακανονίσει τις πληρωμές τοις μετρητοίς, όπως ορίζεται στα στοιχεία α) έως γ) του πρώτου εδαφίου, λαμβάνει σχετική άδεια σύμφωνα με τα άρθρα 54, 54α ή 54β και, κατά περίπτωση, 54γ και το άρθρο 55, και συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο IV.».

40)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 45α:

«Άρθρο 45α

Κίνδυνοι που σχετίζονται με τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού εκτός πλαισίου συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης

1.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 45, όταν ένα ΚΑΤ διαχειρίζεται το ίδιο βασική υπηρεσία που παρατίθεται στο τμήμα Α του παραρτήματος με τη χρήση της DLT, το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)η χρήση της DLT δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί το ΚΑΤ τα αναγκαία συστήματα και μέσα ελέγχου προκειμένου να διαχειρίζεται τους κινδύνους που αντιμετωπίζει·

β)η χρήση της DLT δεν επηρεάζει αρνητικά τη σχέση και τις υποχρεώσεις του ΚΑΤ έναντι των συμμετεχόντων ή των εκδοτών του·

γ)η χρήση της DLT δεν εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων εποπτείας και επίβλεψης, συμπεριλαμβανομένης της επιτόπιας πρόσβασης για τη λήψη τυχόν σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των εν λόγω καθηκόντων·

δ)το ΚΑΤ διατηρεί την εμπειρογνωσία και τους πόρους που είναι αναγκαίοι για την παροχή των υπηρεσιών του σε DLT, την παρακολούθηση των υπηρεσιών που παρέχονται με χρήση της DLT και την αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση της DLT σε συνεχή βάση·

ε)το ΚΑΤ έχει άμεση πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την παροχή υπηρεσιών με χρήση της DLT.

2.Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τους κινδύνους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τις μεθόδους αξιολόγησής τους, καθώς και τις μεθόδους με τις οποίες το ΚΑΤ πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

41)Στο άρθρο 47α παράγραφος 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την 30ή Οκτωβρίου 2027.».

42)Το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα ΚΑΤ που προτίθενται να δημιουργήσουν διαλειτουργική σύνδεση παρέχουν την εκτίμηση κινδύνου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους στην αίτηση χορήγησης άδειας για την εν λόγω διαλειτουργική σύνδεση, η οποία υποβάλλεται από καθένα από τα οικεία ΚΑΤ σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 48β.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Τα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και προτίθενται να δημιουργήσουν διαλειτουργικές συνδέσεις με άλλα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση υποβάλλουν αίτηση χορήγησης άδειας, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 19.»·

γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α, 2β, 2γ και 2δ:

«2α. Οι διαλειτουργικές συνδέσεις ΚΑΤ που προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση ορισμένων υπηρεσιών τους, σχετικών με τις συνδέσεις αυτές, σε δημόσια οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 5, καθώς και οι συνδέσεις ΚΑΤ που δεν είναι διαλειτουργικές συνδέσεις δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση, αλλά σε κοινοποίηση από τα ΚΑΤ στις αρμόδιες και σχετικές αρχές τους, πριν από την υλοποίησή τους, με παροχή όλων των σχετικών πληροφοριών που επιτρέπουν στις αρχές αυτές να αξιολογήσουν τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.

2β. Η αρμόδια αρχή του αιτούντος ΚΑΤ απαιτεί από το ΚΑΤ να διακόψει τη σύνδεση ΚΑΤ που έχει κοινοποιηθεί, αν η εν λόγω σύνδεση δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και μπορεί, ως εκ τούτου, να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο. Η αρμόδια αρχή που ζητεί από ΚΑΤ να διακόψει τη σύνδεση ΚΑΤ ακολουθεί τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφοι 2 και 3.

2γ. Ένα ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας μπορεί να δημιουργήσει σύνδεση ΚΑΤ με ΚΑΤ τρίτης χώρας. Στην περίπτωση αυτή, συμμορφώνεται με τους όρους και τη διαδικασία που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Οι πληροφορίες που παρέχονται από το αιτούν ΚΑΤ επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να εκτιμήσει αν οι εν λόγω συνδέσεις πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου ή απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές του παρόντος άρθρου.

2δ. Το ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας και σκοπεύει να δημιουργήσει διαλειτουργική σύνδεση με ΚΑΤ τρίτης χώρας υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας στην αρμόδια αρχή του, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 19. Η αρμόδια αρχή αρνείται τη χορήγηση άδειας στην εν λόγω σύνδεση ΚΑΤ μόνον όταν η σύνδεση αυτή μπορεί να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή να προκαλέσει συστημικούς κινδύνους.»·

δ) στην παράγραφο 8 πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ΚΑΤ που χρησιμοποιούν κοινή υποδομή διακανονισμού και τα διαλειτουργικά συστήματα διακανονισμού αξιογράφων καθορίζουν πανομοιότυπες χρονικές στιγμές:»·

ε)η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9. Όλες οι διαλειτουργικές συνδέσεις μεταξύ αδειοδοτημένων ΚΑΤ είναι, κατά περίπτωση, διαλειτουργικές συνδέσεις στήριξης διακανονισμού DVP.»·

στ) η παράγραφος 10 τροποποιείται ως εξής:

i) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει όλα τα ακόλουθα:

α) το πεδίο εφαρμογής των εκτιμήσεων κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 βάσει των οποίων κάθε είδος συμφωνίας σύνδεσης παρέχει επαρκή προστασία για τα συνδεδεμένα ΚΑΤ και τους συμμετέχοντές τους, ιδίως όταν ένα ΚΑΤ σκοπεύει να συμμετάσχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση άλλου ΚΑΤ·

γ) την παρακολούθηση και τη διαχείριση των πρόσθετων κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 και προκύπτουν από την προσφυγή σε διαμεσολαβητές·

δ) τις διαδικασίες αντιστοίχισης που αναφέρονται στην παράγραφο 6·

ε) τις περιπτώσεις στις οποίες ο διακανονισμός βάσει συστήματος ταυτόχρονης παράδοσης και πληρωμής (DVP) μέσω συνδέσεων ΚΑΤ είναι λειτουργικός και εφικτός, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 7 και τις μεθόδους αξιολόγησης των ανωτέρω·

στ) τους κανόνες που διασφαλίζουν την εναρμονισμένη εφαρμογή της υποχρέωσης όσον αφορά τις χρονικές στιγμές που αναφέρονται στην παράγραφο 8, ιδίως τις χρονικές στιγμές εισαγωγής των εντολών μεταβίβασης σε ένα σύστημα, αμετάκλητου των εντολών μεταβίβασης και αμετάκλητου των μεταβιβάσεων αξιογράφων και μετρητών.»·

ii) μετά το πρώτο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά τον προσδιορισμό των στοιχείων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τις πλέον διαδεδομένες τρέχουσες πρακτικές.»·

iii) το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

43)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 48α και 48β:

«Άρθρο 48α

Συνδεσιμότητα ΚΑΤ

1.Όταν ένα σημαντικό ΚΑΤ πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 11α παράγραφος 1 και δεν ανήκει σε όμιλο ΚΑΤ ή είναι το μόνο σημαντικό ΚΑΤ εντός ομίλου που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 11α παράγραφος 1, το εν λόγω ΚΑΤ θεωρείται κόμβος ΚΑΤ.

Όταν δύο ή περισσότερα σημαντικά ΚΑΤ εντός ενός ομίλου πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 11α παράγραφος 1, ο όμιλος ορίζει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ένα από τα εν λόγω ΚΑΤ ως τον κόμβο ΚΑΤ του και ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιοποιεί στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 21 τους κόμβους ΚΑΤ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.Κάθε κόμβος ΚΑΤ δημιουργεί και διατηρεί διμερή σύνδεση με καθέναν από τους άλλους κόμβους ΚΑΤ.

3.Κάθε ΚΑΤ που δεν είναι κόμβος ΚΑΤ δημιουργεί και διατηρεί διμερή σύνδεση με κόμβο ΚΑΤ.

4.Οι παράγραφοι 2 και 3 δεν εφαρμόζονται σε ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT που τελεί υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, όπως ορίζονται αντίστοιχα στο άρθρο 2 σημεία 7) και 10) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858.

5.Τα ΚΑΤ που συμμετέχουν σε διμερή σύνδεση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 ή 3, κατά περίπτωση, εξασφαλίζουν ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται σε καθένα από τα συμμετέχοντα ΚΑΤ είναι διαθέσιμα για διακανονισμό μέσω της εν λόγω διμερούς σύνδεσης.

6.Τα ΚΑΤ στα οποία απευθύνεται το αίτημα σε συνδέσεις που συνθέτουν τη διμερή σύνδεση που δημιουργείται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3, κατά περίπτωση, μπορούν να επιβάλλουν εύλογη εμπορική προμήθεια στα αιτούντα ΚΑΤ, για την ανάκτηση των δαπανών που προκύπτουν από τη δημιουργία και τη χρήση των εν λόγω συνδέσεων από τα αιτούντα ΚΑΤ.

7.Τα ΚΑΤ συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 ή 3, κατά περίπτωση, το αργότερο έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 18 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

8.Αν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένα ΚΑΤ που προηγουμένως θεωρούνταν κόμβος ΚΑΤ δεν πληρούσε τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 11α παράγραφος 1 επί τρία συναπτά έτη, ισχύουν όλα τα ακόλουθα:

α)το εν λόγω ΚΑΤ δεν θεωρείται πλέον κόμβος ΚΑΤ και η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει το οικείο ΚΑΤ για την εν λόγω διαπίστωση·

β)η ΕΑΚΑΑ διαγράφει το ΚΑΤ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, από το μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

γ)η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει όλα τα ΚΑΤ που έχουν δημιουργήσει διμερείς συνδέσεις με το εν λόγω ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3, καθώς και τις αρμόδιες αρχές τους·

δ)τα ΚΑΤ που αναφέρονται στο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου έχουν στη διάθεσή τους 18 μήνες για να αποκαταστήσουν τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 ή 3, με άλλον κόμβο ΚΑΤ.

9.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 67 για την τροποποίηση των όρων υπό τους οποίους το ΚΑΤ υπόκειται στις υποχρεώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.

Η Επιτροπή εξετάζει αν είναι σκόπιμο να προβεί σε τέτοιες αλλαγές. Κατά την τροποποίηση των εν λόγω όρων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη διασυνοριακή σημασία των ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και τους κινδύνους που ενέχουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

Άρθρο 48β

Διαδικασία αδειοδότησης διαλειτουργικών συνδέσεων

1.Τα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια λειτουργίας υποβάλλουν αίτηση χορήγησης άδειας στην ΕΑΚΑΑ όταν σκοπεύουν να δημιουργήσουν διαλειτουργική σύνδεση.

2.Οι αιτήσεις για τη δημιουργία καθεμιάς από τις τυποποιημένες και διαλειτουργικές συνδέσεις που συνθέτουν τις διμερείς συνδέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48α παράγραφοι 2 και 3 υποβάλλονται τόσο από τα ΚΑΤ στα οποία απευθύνεται το αίτημα όσο και από τα αιτούντα ΚΑΤ και αντιμετωπίζονται ως ενιαία αίτηση. Κατά παρέκκλιση από την πρώτη περίοδο, όταν έχει ήδη δημιουργηθεί μία από τις τυποποιημένες και διαλειτουργικές συνδέσεις που πρόκειται να αποτελέσουν την υποχρεωτική διμερή σύνδεση μεταξύ δύο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 48α παράγραφοι 2 και 3, υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ μόνο αίτηση αδειοδότησης της ελλείπουσας τυποποιημένης και διαλειτουργικής σύνδεσης που πρόκειται να αποτελέσει τη διμερή σύνδεση. Μόλις η ΕΑΚΑΑ χορηγήσει άδεια για τις ελλείπουσες συνδέσεις, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48α παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση, θεωρείται ότι πληρούνται.

3.Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως στους αντίστοιχους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α τόσο για τα ΚΑΤ που συμμετέχουν στην προβλεπόμενη διαλειτουργική σύνδεση όσο και, κατά περίπτωση, για τα αντίστοιχα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α και των δύο ΚΑΤ που συμμετέχουν στην προβλεπόμενη σύνδεση.

Τα αιτούντα ΚΑΤ περιλαμβάνουν στην αίτηση όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που είναι αναγκαία για να αποδείξουν ότι θα έχουν θεσπίσει, κατά τον χρόνο αδειοδότησης της διαλειτουργικής σύνδεσης, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την εν λόγω διαλειτουργική σύνδεση.

4.Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 6, η ΕΑΚΑΑ και οι σχετικές αρχές μπορούν να ζητήσουν από τα αιτούντα ΚΑΤ να παράσχουν πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες, όταν τα εν λόγω έγγραφα ή πληροφορίες είναι αναγκαία για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των αιτούντων ΚΑΤ με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τη διαλειτουργική σύνδεση που σκοπεύουν να δημιουργήσουν. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την αίτηση ελλείψει απάντησης των ΚΑΤ.

5.Κατά τη διάρκεια της περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 6, η ΕΑΚΑΑ διενεργεί εκτίμηση κινδύνου όσον αφορά τη συμμόρφωση των αιτούντων ΚΑΤ με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σε σχέση με τη διαλειτουργική σύνδεση την οποία σκοπεύουν να δημιουργήσουν και, όσον αφορά αμφότερα τα εμπλεκόμενα αιτούντα ΚΑΤ, ζητεί τη γνώμη των σχετικών αρχών, του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 24α, κατά περίπτωση, και της αρμόδιας αρχής σχετικά με το αν η διαλειτουργική σύνδεση την οποία τα αιτούντα ΚΑΤ σκοπεύουν να δημιουργήσουν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και σχετικά με τυχόν δυνητικούς κινδύνους που ενδέχεται να προκύψουν ως συνέπεια της εν λόγω διαλειτουργικής σύνδεσης.

6.Εντός τριών μηνών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στους αντίστοιχους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α και για τα δύο ΚΑΤ που συμμετέχουν στη διαλειτουργική σύνδεση, στα αντίστοιχα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α και για τα δύο ΚΑΤ που συμμετέχουν στη διαλειτουργική σύνδεση, κατά περίπτωση, καθώς και στα αιτούντα ΚΑΤ. Η απόφαση περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση σχετικά με το αν η άδεια χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, η ΕΑΚΑΑ αρνείται τη χορήγηση άδειας σε διαλειτουργική σύνδεση μόνον όταν η σύνδεση μπορεί να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο.».

44)Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε εκδότης εγκατεστημένος στην Ένωση ο οποίος εκδίδει ή έχει εκδώσει αξιόγραφα που βρίσκονται σε διαδικασία εισαγωγής προς διαπραγμάτευση, έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης, έχει το δικαίωμα να προβεί σε αρχική καταχώριση των εν λόγω αξιογράφων και το δικαίωμα να προβεί σε μεταγενέστερη καταχώριση των εν λόγω αξιογράφων μετά την αρχική καταχώριση, υπό μορφή λογιστικής εγγραφής σε οποιοδήποτε ΚΑΤ εγκατεστημένο σε οποιοδήποτε κράτος μέλος.»·

β)οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Όταν ο εκδότης υποβάλλει αίτημα καταχώρισης των αξιογράφων του σε ΚΑΤ, αρχικά ή κατόπιν αρχικής καταχώρισης, το εν λόγω ΚΑΤ επεξεργάζεται το αίτημα άμεσα και χωρίς διακρίσεις και απαντά στον αιτούντα εκδότη εντός τριών μηνών.

3. Το ΚΑΤ μπορεί να αρνηθεί να παράσχει τις υπηρεσίες του στον εκδότη. Η άρνηση αυτή μπορεί να βασίζεται μόνο σε συνολική ανάλυση των κινδύνων ή στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο ΚΑΤ δεν προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημείο 1 του παραρτήματος σχετικά με αξιόγραφα για τα οποία ζητούνται οι εν λόγω υπηρεσίες από τον εκδότη.».

45)Το άρθρο 50 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη της εκπλήρωσης των απαιτήσεων συμμετοχής που ορίζονται στο άρθρο 33 και της προηγούμενης κοινοποίησης της σύνδεσης ΚΑΤ που προβλέπεται στο άρθρο 48 παράγραφος 2α, το ΚΑΤ έχει το δικαίωμα να γίνει συμμετέχων άλλου ΚΑΤ και να δημιουργήσει τυποποιημένη σύνδεση με αυτό σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 52.».

46)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 51α:

«Άρθρο 51α

Διαμεσολαβούμενες συνδέσεις

«1. Όταν ένα ΚΑΤ ζητεί από κόμβο ΚΑΤ να είναι το τρίτο μέρος μιας διαμεσολαβούμενης σύνδεσης με ΚΑΤ εγκατεστημένο στην Ένωση, ο κόμβος ΚΑΤ και το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα απορρίπτουν το εν λόγω αίτημα μόνο για λόγους κινδύνου. Ο κόμβος ΚΑΤ και το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα δεν δύνανται να απορρίψουν ένα αίτημα για λόγους απώλειας μεριδίου αγοράς.

2. Ο κόμβος ΚΑΤ που ενεργεί ως τρίτο μέρος σε μια διαμεσολαβούμενη σύνδεση και το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα μπορούν να χρεώνουν εύλογη εμπορική προμήθεια στο αιτούν ΚΑΤ για την ανάκτηση των δαπανών που προκύπτουν από τη δημιουργία και τη χρήση των συνδέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.».

47)Το άρθρο 52 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Όταν ένα ΚΑΤ υποβάλλει αίτημα πρόσβασης σε άλλο ΚΑΤ δυνάμει του άρθρου 48α παράγραφοι 2 και 3 και των άρθρων 50 και 51, το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα το επεξεργάζεται άμεσα και απαντά στο αιτούν ΚΑΤ εντός τριών μηνών. Αν το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα συμφωνεί με αυτό, η σύνδεση ΚΑΤ υλοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.»·

β)η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε περίπτωση άρνησης παροχής πρόσβασης μέσω σύνδεσης που δεν αναφέρεται στο άρθρο 48α παράγραφος 2 ή 3, το αιτούν ΚΑΤ έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ που αρνήθηκε την πρόσβαση.»·

ii) στο πέμπτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή του λαμβάνοντος την αίτηση ΚΑΤ συμβουλεύεται, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, την αρμόδια αρχή του αιτούντος ΚΑΤ και τη σχετική αρχή του αιτούντος ΚΑΤ που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) σχετικά με την αξιολόγηση της καταγγελίας.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Σε περίπτωση άρνησης παροχής πρόσβασης μέσω σύνδεσης που αναφέρεται στο άρθρο 48α παράγραφος 2 ή 3, το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα παρέχει δεόντως αιτιολογημένη άρνηση μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων στην ΕΑΚΑΑ και στο αιτούν ΚΑΤ. Η άρνηση βασίζεται σε συνολική ανάλυση κινδύνου.

Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της άρνησης στην ΕΑΚΑΑ και στο αιτούν ΚΑΤ, το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και το αιτούν ΚΑΤ παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, τα προτεινόμενα μέτρα τους για τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βασίζεται η άρνηση.

Εντός 90 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή από την ΕΑΚΑΑ της πλήρους υποβολής των προτεινόμενων μέτρων από το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα και από το αιτούν ΚΑΤ, η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του ΚΑΤ που δεν θεωρείται κόμβος ΚΑΤ, κατά περίπτωση, και λαμβάνοντας υπόψη τα εν λόγω προτεινόμενα μέτρα, προσδιορίζει τα αναγκαία μέτρα που πρέπει να ληφθούν για τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βασίζεται η άρνηση και εκδίδει εντολή, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, προς το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα ή το αιτούν ΚΑΤ, κατά περίπτωση, για τη λήψη των εν λόγω αναγκαίων μέτρων και τη δημιουργία της σύνδεσης που αναφέρεται στο άρθρο 48α παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση, έως μια ορισμένη ημερομηνία.».

48)Το άρθρο 53 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i) το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ένα μέρος που αρνείται να παραχωρήσει πρόσβαση παρέχει γραπτώς στο αιτούν μέρος τους πλήρεις λόγους για την άρνησή του βάσει συνολικής ανάλυσης κινδύνου. Σε περίπτωση άρνησης, το αιτούν μέρος έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην ΕΑΚΑΑ.

Η ΕΑΚΑΑ και η σχετική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) εξετάζουν δεόντως την καταγγελία αξιολογώντας τους λόγους της άρνησης και παρέχουν στο αιτούν μέρος αιτιολογημένη απάντηση.»·

ii) το τέταρτο εδάφιο απαλείφεται·

iii) το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν η άρνηση ενός μέρους να παραχωρήσει πρόσβαση θεωρηθεί αδικαιολόγητη, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει εντολή που απαιτεί από το εν λόγω μέρος να παραχωρήσει εντός ενός μηνός πρόσβαση στις υπηρεσίες του.»·

β) στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα ΚΑΤ όταν διενεργούν συνολική αξιολόγηση κινδύνων, καθώς και τα στοιχεία της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3.».

49)Το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α) ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Χορήγηση άδειας για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου»

β) οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το ΚΑΤ που προτίθεται να προβεί σε διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του μέσω των δικών του λογαριασμών όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3 ή το οποίο σκοπεύει με άλλον τρόπο να παράσχει οποιεσδήποτε άλλες επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που ορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος λαμβάνει σχετική άδεια υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 55.

2. Το ΚΑΤ μεριμνά ώστε οι πληροφορίες που παρέχει στους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω των λογαριασμών του ΚΑΤ να είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές. Το ΚΑΤ καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω των λογαριασμών του ΚΑΤ και παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος.»·

γ) η παράγραφος 2α απαλείφεται·

δ) η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν το ΚΑΤ επιθυμεί να παρέχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μέσα από την ίδια νομική οντότητα που διαχειρίζεται το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, η άδεια η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται μόνο αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»·

ii) το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) το ΚΑΤ παρέχει μόνο τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος και δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες βάσει της άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στο στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου·»·

ε) η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Τα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια για την παροχή οποιωνδήποτε επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου πρέπει να πληρούν πάντα τις προϋποθέσεις αδειοδότησης που ορίζει ο παρών κανονισμός και να ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές για κάθε ουσιαστική αλλαγή στους όρους αδειοδότησης.»·

στ) η παράγραφος 4α απαλείφεται·

ζ) η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Επιπλέον των διατάξεων των παραγράφων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 55, όταν ένα ΚΑΤ προτίθεται να προβεί σε διακανονισμό σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μέσω των δικών του λογαριασμών, εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του άρθρου 54γ.»·

η) οι παράγραφοι 6 και 7 απαλείφονται·

θ) στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση βάσει κινδύνων, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 54β παράγραφος 5 στοιχείο δ).»·

ι) η παράγραφος 9 απαλείφεται.

50)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 54α, 54β και 54γ:

«Άρθρο 54α

Άδεια για ορισμό άλλου ΚΑΤ για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

1.Το ΚΑΤ που προτίθεται να προβεί σε διακανονισμό τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, λαμβάνει άδεια να ορίσει το εν λόγω άλλο ΚΑΤ υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 55.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, το ΚΑΤ μπορεί να ορίσει ένα ή περισσότερα ΚΑΤ μόνο όταν τα εν λόγω ΚΑΤ έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54.

2.Το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στους συμμετέχοντες στην αγορά από το ίδιο το ΚΑΤ ή από το ΚΑΤ που έχει ορίσει σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στο ορισθέν ΚΑΤ είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές. Το ΚΑΤ καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ και παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος.

3.Όταν ένα ΚΑΤ έχει λάβει άδεια να ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να χρησιμοποιεί την εν λόγω άδεια μόνο για τους σκοπούς της παροχής των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, ή των υπηρεσιών που σχετίζονται με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, οι οποίες απαιτούνται για τον διακανονισμό των πληρωμών του συνόλου ή μέρους των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του και να μην ασκεί άλλες δραστηριότητες.

4.Το ΚΑΤ που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 θεωρείται διακανονιστής.

5.Όταν ένα ΚΑΤ επιδιώκει να ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1 για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του, η εν λόγω πληρωμή τοις μετρητοίς δεν είναι σε νόμισμα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένο το ορίζον ΚΑΤ.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν η συνολική αξία του διακανονισμού σε μετρητά ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 54β παράγραφος 12 στοιχείο α).

Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τουλάχιστον άπαξ ανά έτος ότι τηρείται το όριο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει τα πορίσματά της μαζί με τα υποκείμενα δεδομένα στην ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΤ. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει επίσης τα πορίσματά της στα μέλη του ΕΣΚΤ.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 40 παράγραφοι 1 και 2, αν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι έχει σημειωθεί υπέρβαση του ορίου που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 54β παράγραφος 12 στοιχείο α) για τον διακανονισμό σε μετρητά ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, απαιτεί από το οικείο ΚΑΤ να ζητήσει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 54. Το οικείο ΚΑΤ διαθέτει εξάμηνη προθεσμία προκειμένου να υποβάλει την αίτησή του για τη χορήγηση άδειας.

6.Αν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι η έκθεση ενός ΚΑΤ που έχει οριστεί από άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1 στη συγκέντρωση κινδύνων βάσει του άρθρου 59 παράγραφοι 3 και 4 δεν μετριάζεται επαρκώς, μπορεί να απαιτήσει από το ΚΑΤ να ορίσει περισσότερα από ένα ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή να ορίσει ένα πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β, επιπλέον του αρχικά ορισθέντος ΚΑΤ.

7.Όταν ένα ΚΑΤ προτίθεται να ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου για τον διακανονισμό των πληρωμών του συνόλου ή μέρους των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, επιπλέον των διατάξεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του άρθρου 54γ.

Άρθρο 54β

Άδεια για ορισμό πιστωτικού ιδρύματος για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

1.Το ΚΑΤ που προτίθεται να προβεί σε διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, λαμβάνει άδεια να ορίσει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα υπό τους όρους που καθορίζονται στο παρόν άρθρο και σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 55 του παρόντος κανονισμού.

2.Το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στους συμμετέχοντες στην αγορά από το ΚΑΤ ή από το πιστωτικό ίδρυμα που έχει ορίσει σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές. Το ΚΑΤ καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα και παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος.

3.Όταν ένα ΚΑΤ έχει λάβει άδεια να ορίσει ένα πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να χρησιμοποιεί την εν λόγω άδεια μόνο για τους σκοπούς της παροχής των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, ή των υπηρεσιών που σχετίζονται με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, οι οποίες απαιτούνται για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του και να μην ασκεί άλλες δραστηριότητες.

4.Το πιστωτικό ίδρυμα που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 θεωρείται διακανονιστής.

5.Όταν ένα ΚΑΤ σκοπεύει να ορίσει πιστωτικό ίδρυμα για την παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με την παράγραφο 1, η άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο χορηγείται μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)το πιστωτικό ίδρυμα πληροί τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στο άρθρο 59 παράγραφοι 1, 3 και 4, και τις απαιτήσεις εποπτείας που ορίζονται στο άρθρο 60·

β)το πιστωτικό ίδρυμα δεν παρέχει το ίδιο καμία από τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος·

γ)η άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ χρησιμοποιείται μόνο για την παροχή των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, ή των υπηρεσιών που σχετίζονται με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, οι οποίες απαιτούνται για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ που επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, και όχι για την εκτέλεση άλλων δραστηριοτήτων·

δ)το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να υπόκειται σε μία ακόμη πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση η οποία να αντανακλά τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου ρευστότητας, που απορρέουν από την παροχή ενδοημερήσιας πίστωσης μεταξύ άλλων στους συμμετέχοντες συστήματος διακανονισμού αξιογράφων ή σε άλλους χρήστες των υπηρεσιών των ΚΑΤ·

ε)το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, και γνωστοποιεί στο κοινό σε ετήσια βάση στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης, όπως προβλέπει το όγδοο τμήμα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σχετικά με το μέγεθος και τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας στη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο ι) του παρόντος κανονισμού·

στ)το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να έχει υποβάλει στην αρμόδια αρχή κατάλληλο σχέδιο ανάκαμψης για να εξασφαλίζεται η συνέχεια των κρίσιμων δραστηριοτήτων του, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις όπου προκύπτει κίνδυνος ρευστότητας ή πιστωτικός κίνδυνος ως αποτέλεσμα της παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου μέσα από ξεχωριστή νομική οντότητα.

6.Όταν ένα ΚΑΤ επιδιώκει να ορίσει ένα πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων, η εν λόγω πληρωμή τοις μετρητοίς δεν είναι σε νόμισμα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένο το ορίζον ΚΑΤ.

7.Η παράγραφος 5 στοιχείο γ) δεν εφαρμόζεται σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)ο ορισμός έχει σκοπό τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς σε νομίσματα εκτός της Ένωσης·

β)ο ορισμός γίνεται μόνο για την παροχή μίας ή περισσότερων από τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που παρατίθενται στο τμήμα Γ στοιχεία α), β) και γ) του παραρτήματος·

γ)το ΚΑΤ εφαρμόζει διακανονισμό σε πραγματικό χρόνο για τις εν λόγω πληρωμές τοις μετρητοίς.

8.Οι παράγραφοι 5 και 6 δεν εφαρμόζονται σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 όταν η συνολική αξία του διακανονισμού σε μετρητά και σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μέσω των λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στο πιστωτικό ίδρυμα, υπολογιζόμενη σε περίοδο ενός έτους, δεν υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 12.

Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τουλάχιστον άπαξ ανά έτος ότι τηρείται το όριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει τα πορίσματά της μαζί με τα υποκείμενα δεδομένα στην ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΤ. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει επίσης τα πορίσματά της στα μέλη του ΕΣΚΤ.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 40 παράγραφοι 1 και 2, αν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι έχει σημειωθεί υπέρβαση του ορίου που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 12 του παρόντος άρθρου για τον διακανονισμό σε μετρητά ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, απαιτεί από το οικείο ΚΑΤ να ζητήσει νέα άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου ή άδεια σύμφωνα με το άρθρο 54 ή το άρθρο 54α. Το οικείο ΚΑΤ διαθέτει εξάμηνη προθεσμία προκειμένου να υποβάλει την αίτησή του για τη χορήγηση άδειας.

9.Αν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι η έκθεση ενός πιστωτικού ιδρύματος που έχει οριστεί από ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 1 στη συγκέντρωση κινδύνων βάσει του άρθρου 59 παράγραφοι 3 και 4 δεν μετριάζεται επαρκώς, μπορεί να απαιτήσει από το ΚΑΤ να ορίσει περισσότερα από ένα πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή να ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α, επιπλέον του αρχικά ορισθέντος πιστωτικού ιδρύματος.

10.Τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρέπει να πληρούν πάντα τις προϋποθέσεις αδειοδότησης που ορίζει ο παρών κανονισμός και να ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές για κάθε ουσιαστική αλλαγή στους όρους αδειοδότησης.

11.Όταν ένα ΚΑΤ προτίθεται να ορίσει πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 για τον διακανονισμό των πληρωμών του συνόλου ή μέρους των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, επιπλέον των διατάξεων που ορίζονται στις παραγράφους 1 έως 10 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του άρθρου 54γ.

12.Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ και την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει όλα τα ακόλουθα:

α)το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 54α παράγραφος 5 για τον διακανονισμό τοις μετρητοίς ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα ή σε άλλο ΚΑΤ·

β)τις κατάλληλες απαιτήσεις διαχείρισης κινδύνων και προληπτικής εποπτείας για τον μετριασμό των κινδύνων σε σχέση με τον ορισμό των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το παρόν άρθρο ή των ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α·

γ)τις κατάλληλες απαιτήσεις διαχείρισης κινδύνων και προληπτικής εποπτείας για τον μετριασμό των κινδύνων σε σχέση με την παροχή διακανονισμού τοις μετρητοίς σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 54γ·

δ)τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται αν θεωρείται ότι πληρούται η απαίτηση του άρθρου 54γ παράγραφος 2 στοιχείο γ).

Κατά την κατάρτιση των εν λόγω προτύπων, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)τις επιπτώσεις για τη σταθερότητα της αγοράς που θα μπορούσαν να προκύψουν από την αλλαγή του προφίλ κινδύνου των ΚΑΤ και των συμμετεχόντων σε αυτά, συμπεριλαμβανομένης της συστημικής σημασίας των ΚΑΤ για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών·

β)τις επιπτώσεις για τους πιστωτικούς κινδύνους και τους κινδύνους ρευστότητας για τα ΚΑΤ, για τα ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα που εμπλέκονται και για τους συμμετέχοντες σε ΚΑΤ που προκύπτουν από τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν υπόκεινται στην παράγραφο 5, καθώς και από τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος·

γ)τη δυνατότητα των ΚΑΤ να διακανονίζουν τις πληρωμές τοις μετρητοίς σε διάφορα νομίσματα·

δ)την ανάγκη να αποφευχθεί τόσο η ακούσια μετάβαση από τον διακανονισμό σε χρήμα κεντρικής τράπεζας στον διακανονισμό σε χρήμα εμπορικών τραπεζών ή στον διακανονισμό σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος όσο και τα αντικίνητρα στις προσπάθειες των ΚΑΤ να επιτύχουν διακανονισμό σε χρήμα κεντρικής τράπεζας· και

ε)την ανάγκη διασφάλισης ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ ΚΑΤ στην Ένωση.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 54γ

Πρόσθετες απαιτήσεις για τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος

1.Το ΚΑΤ μπορεί να προσφερθεί να διακανονίσει τις πληρωμές τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος. Το ΚΑΤ μπορεί να το πράξει μόνο μέσω οποιουδήποτε από τα ακόλουθα:

α)των δικών του λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 54·

β)λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α·

γ)λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β.

2.Όταν ένα ΚΑΤ σκοπεύει να προβεί σε διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, εξασφαλίζει ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)οι μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για τον διακανονισμό του σκέλους μετρητών είναι καταχωρισμένες στο μητρώο της ΕΑΚΑΑ που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 109 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και ταξινομούνται ως σημαντικές μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος από την EΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 56 ή 57 του εν λόγω κανονισμού·

β)ο διακανονισμός των εν λόγω πληρωμών σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος πραγματοποιείται μέσω προχρηματοδοτημένων λογαριασμών·

γ)οι μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για τον διακανονισμό στο ΚΑΤ είναι προσβάσιμες στους συμμετέχοντες του ΚΑΤ σε επαρκές ποσό για την κάλυψη της προβλεπόμενης χρήσης στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του ΚΑΤ·

δ)οι πληροφορίες που παρέχονται από το ίδιο το ΚΑΤ, ή από το πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχει ορίσει, στους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές·

ε)το ΚΑΤ καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος λογαριασμών και παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος.

3.Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τουλάχιστον άπαξ ανά έτος ότι η χρήση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 και υποβάλλει τα πορίσματά της, μαζί με τα υποκείμενα δεδομένα, στην ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΤ.».

51)Το άρθρο 55 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το ΚΑΤ που προτίθεται να παρέχει οποιεσδήποτε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54 ή που προτίθεται να ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α ή πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας, όπως απαιτείται βάσει του σχετικού άρθρου, στην αρμόδια αρχή του. Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α και στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.»·

β) η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Περιλαμβάνει πρόγραμμα δραστηριοτήτων, το οποίο ορίζει τις σκοπούμενες επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, την οργανωτική δομή των σχέσεων μεταξύ του ΚΑΤ και, κατά περίπτωση, του ορισθέντος πιστωτικού ιδρύματος ή του ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τον τρόπο με τον οποίο το εν λόγω ΚΑΤ και, κατά περίπτωση, το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου προτίθενται να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφοι 1, 3, 4 και 4α και τις άλλες προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 54, 54α ή 54β και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 54γ.»·

ii) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, περιλαμβάνεται επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο το ΚΑΤ προτίθεται να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 54γ παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και στην τελευταία έκδοση του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων, όπως δημοσιεύεται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 109 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 για τις εν λόγω μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος.»·

γ) η παράγραφος 3 απαλείφεται·

δ) η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμέσως την αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στις ακόλουθες αρχές»·

ii) το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) στις αρμόδιες αρχές στο κράτος μέλος (ή κράτη μέλη), όπου το ΚΑΤ έχει εγκαταστήσει διαλειτουργικές συνδέσεις με άλλο ΚΑΤ, εκτός αν το ΚΑΤ έχει εγκαταστήσει τις διαλειτουργικές συνδέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 παράγραφος 2α·»·

iii) το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) κατά περίπτωση, στα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 24α·»·

ε)    η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i) στο πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αδειοδότηση εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.»·

ii) το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν μια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη, η αρμόδια αρχή που προτίθεται να χορηγήσει την άδεια παρέχει στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αρνητικής γνώμης, τους λόγους για τους οποίους στρέφεται κατά της αρνητικής γνώμης.

Αν εντός 30 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση των λόγων αυτών, οποιαδήποτε εκ των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 εκδώσει αρνητική γνώμη και η αρμόδια αρχή σκοπεύει εντούτοις να χορηγήσει την άδεια, οποιαδήποτε από τις αρχές που γνωμοδότησε αρνητικά δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΚΑΑ για συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Αν μετά την πάροδο 30 εργάσιμων ημερών από την παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ το ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί, η αρμόδια αρχή που επιθυμεί να χορηγήσει την άδεια λαμβάνει την τελική απόφαση και παρέχει εγγράφως λεπτομερή επεξήγηση της απόφασής της στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4.»·

iii) το έβδομο εδάφιο απαλείφεται·

στ) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:

«5α. Εντός έξι μηνών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 2, η αρμόδια αρχή εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στους εγγεγραμμένους αποδέκτες που αναφέρονται στο άρθρο 21α, στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 και στο αιτούν ΚΑΤ μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Η απόφαση περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση σχετικά με το αν η άδεια χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε. Αν η απόφαση της αρμόδιας αρχής δεν αντικατοπτρίζει τη γνώμη οποιασδήποτε από τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη επεξήγηση τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω γνώμη ή τους εν λόγω όρους ή συστάσεις.

Αν η αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις περιλαμβάνονται σε αυτή, το εκτελεστικό συμβούλιο ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν επίσης το σκεπτικό της αρμόδιας αρχής του για τη μη συμμόρφωση ή για την πρόθεσή του να μη συμμορφωθεί.»·

ζ) στην παράγραφο 7, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

52)Στο άρθρο 56, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το ΚΑΤ που επιθυμεί να επεκτείνει τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που παρέχει το ίδιο ή για τις οποίες ορίζει ΚΑΤ ή πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 54, 54α ή 54β, κατά περίπτωση, υποβάλλει αίτημα επέκτασης στην αρμόδια αρχή του.»·

53)Το άρθρο 57 τροποποιείται ως εξής:

α) στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή μέτρων δυνάμει του τίτλου V, η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ ανακαλεί τις άδειες που αναφέρονται στα άρθρα 54, 54α ή 54β, αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:»·

β) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ, οποιαδήποτε σχετική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) και οποιαδήποτε αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 ή, αντίστοιχα, οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 μπορούν ανά πάσα στιγμή να ζητήσουν από την αρμόδια αρχή του ΚΑΤ να εξετάσει κατά πόσον το ΚΑΤ και, κατά περίπτωση, το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ορισθέν ΚΑΤ εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια.».

54)Το άρθρο 58 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει των άρθρων 54, 54α, 54β, 56 και 57 κοινοποιούνται στην ΕΑΚΑΑ.»·

β) η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i) το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) την επωνυμία κάθε ΚΑΤ για το οποίο ελήφθη απόφαση δυνάμει των άρθρων 54, 54α, 54β, 56 και 57·»·

ii) το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) τον κατάλογο των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που έχει την άδεια να παρέχει ένα ΚΑΤ, ένα ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή ένα ορισθέν ΚΑΤ στους συμμετέχοντες του ΚΑΤ σύμφωνα με τα άρθρα 54, 54α ή 54β, κατά περίπτωση.».

55)Το άρθρο 59 τροποποιείται ως εξής:

α) οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54, το ΚΑΤ που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54α ή το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54β παρέχει μόνο τις υπηρεσίες που ορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος και καλύπτονται από την άδεια.

2. Το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54, το ΚΑΤ που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54α ή το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54β συμμορφώνεται με οποιαδήποτε παρούσα ή μελλοντική νομοθεσία που ισχύει για τα πιστωτικά ιδρύματα.»·

β) στην παράγραφο 3, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54, το ΚΑΤ που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54α ή το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54β συμμορφώνεται με τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, για τους πιστωτικούς κινδύνους που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες όσον αφορά κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων:»·

γ) στην παράγραφο 4, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54, το ΚΑΤ που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54α ή το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54β συμμορφώνεται με τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, για τους κινδύνους ρευστότητας που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες όσον αφορά κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων:»·

δ) η παράγραφος 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4α. Όταν ένα ΚΑΤ σκοπεύει να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σε άλλα ΚΑΤ δυνάμει του άρθρου 54α, το ΚΑΤ εφαρμόζει σαφείς κανόνες και διαδικασίες για την αντιμετώπιση τυχόν πιθανών πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων ρευστότητας και κινδύνων συγκέντρωσης που προκύπτουν από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.»·

ε) στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

56)Στο άρθρο 60, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α) στο πρώτο εδάφιο, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) στις περιπτώσεις που αναφέρεται στα άρθρα 54α και 54β, κατά πόσον όλες οι αναγκαίες ρυθμίσεις μεταξύ του ΚΑΤ και των ορισθέντων ΚΑΤ ή των ορισθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων τους επιτρέπουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό·

β) στην περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 54, κατά πόσον οι ρυθμίσεις σχετικά με τη χορήγηση άδειας παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου επιτρέπουν στο ΚΑΤ να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.»·

β) το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ ενημερώνει τακτικά, και τουλάχιστον αμέσως μετά το τέλος κάθε περιόδου επανεξέτασης και αξιολόγησης, τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 και, κατά περίπτωση, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α, σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή κυρώσεων.

Στην περίπτωση που ένα ΚΑΤ ορίζει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α. ή πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β, με σκοπό την προστασία των συμμετεχόντων στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι έχει πρόσβαση μέσω του ΚΑΤ ή του πιστωτικού ιδρύματος που ορίζει σε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και αναφέρει τυχόν παραβάσεις των διατάξεών του στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, στις σχετικές αρχές και στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.».

57)Στο άρθρο 62 παράγραφος 1 πέμπτο εδάφιο, η τρίτη και η τέταρτη περίοδοι αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ τηρεί, στην κεντρική βάση δεδομένων, πληροφορίες σχετικά με τις κυρώσεις που της κοινοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Στις πληροφορίες αυτές έχουν πρόσβαση μόνο οι αρμόδιες αρχές.»·

58)Το άρθρο 67 τροποποιείται ως εξής:

α) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2β:

«2β. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφος 10, στο άρθρο 11 παράγραφος 11, στο άρθρο 11α παράγραφος 6, στο άρθρο 11β παράγραφος 3, στο άρθρο 34 παράγραφος 3 και στο άρθρο 48α παράγραφος 9 ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].»·

β) η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στο άρθρο 7 παράγραφοι 5 και 9, στο άρθρο 9 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφοι 10 και 11, στο άρθρο 11α παράγραφος 6, στο άρθρο 11β παράγραφος 3, στο άρθρο 34 παράγραφος 3 και στο άρθρο 48α παράγραφος 9 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

59)Το άρθρο 69 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 4α τροποποιείται ως εξής:

i) το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4α. Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την αναγνώριση ΚΑΤ τρίτων χωρών συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την αναγνώριση των ΚΑΤ τρίτων χωρών και των δραστηριοτήτων τους ή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

ΚΑΤ τρίτης χώρας που παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2 στοιχείο β), σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες για την αναγνώριση ΚΑΤ τρίτων χωρών, υποβάλλει σχετική κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ εντός [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].»·

ii) το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].».

β) η παράγραφος 4β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4β. ΚΑΤ τρίτης χώρας που παρείχε τη βασική υπηρεσία που αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 3 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2α, πριν από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] υποβάλλει την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2α έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = δύο έτη μετά την έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].»·

γ) η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Η ΕΑΚΑΑ διενεργεί την πρώτη αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 1α δεύτερο εδάφιο έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 2 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]»·

δ) προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 9 και 10:

«9. Έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] ή 30 ημέρες μετά την ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 21α παράγραφος 1, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη, η ανταλλαγή πληροφοριών, η υποβολή πληροφοριών και τεκμηρίωσης και οι κοινοποιήσεις που απαιτούνται για τη χρήση της κεντρικής βάσης δεδομένων πραγματοποιούνται με τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων.

10. Τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια εξωτερικής ανάθεσης βασικών υπηρεσιών σε άλλα ΚΑΤ που ανήκουν στον όμιλό τους και τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια δημιουργίας διαλειτουργικών συνδέσεων, μεταξύ άλλων με ΚΑΤ τρίτων χωρών, από τις εθνικές αρμόδιες αρχές τους πριν από την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], δεν ζητούν νέα άδεια σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 19α ή το άρθρο 48β, όταν το αντικείμενο των αδειών που είχαν χορηγηθεί προηγουμένως δεν έχει αλλάξει.».

60)Το άρθρο 74 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i) το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) της εξέλιξης της κλίμακας και του εύρους του εσωτερικοποιημένου διακανονισμού στην ΕΕ, ιδίως της σύγκρισης του αριθμού, του όγκου και της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού των συναλλαγών που διακανονίζονται μέσω εσωτερικοποιημένου διακανονισμού με τις συναλλαγές που διακανονίζονται μέσω ΚΑΤ, καθώς και της εξέλιξης της τιμολόγησης των ΚΑΤ και των εσωτερικοποιητών διακανονισμών. Η έκθεση αξιολογεί επίσης τη δομή της αγοράς και τυχόν δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από τον εσωτερικοποιημένο διακανονισμό·»·

ii) το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ) διαδικασίες και προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα ΚΑΤ έχουν λάβει άδεια να ορίζουν πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα ΚΑΤ ή έχουν λάβει τα ίδια άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με τα άρθρα 54, 54α ή 54β και 55, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των αποτελεσμάτων που ενδέχεται να έχει αυτού του είδους η διάταξη στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στον ανταγωνισμό για υπηρεσίες διακανονισμού και επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου στην Ένωση·»·

β) η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i) η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η εν λόγω έκθεση λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα σχετικά με την παρακολούθηση του κατώτατου ορίου από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 54α παράγραφος 5 και στο άρθρο 54β παράγραφος 8 και τις επιπτώσεις στην πίστωση και τη ρευστότητα για ΚΑΤ που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου κάτω από το εν λόγω όριο.»·

ii) προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Στην ετήσια έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΤ αξιολογεί επίσης τη χρήση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος για διακανονισμό σε αδειοδοτημένα ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος εκφρασμένων σε νομίσματα εκτός Ένωσης.»·

61)Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα VI του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 5

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα 39α έως 39ιγ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τα άρθρα 64, 65, 73 και 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και σε συνδυασμό με τα παραρτήματα I και II του εν λόγω κανονισμού, ασκούνται επίσης και όσον αφορά τον παρόντα κανονισμό. Οι παραπομπές στο άρθρο 81 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, στο πλαίσιο του παραρτήματος I του προαναφερθέντος κανονισμού, νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 2 του παρόντος κανονισμού, αντίστοιχα.». 

2)Στο άρθρο 11 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο: 

«Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Τα εν λόγω τέλη πρέπει να είναι αναλογικά προς τον κύκλο εργασιών του σχετικού αρχείου καταγραφής συναλλαγών. Στον βαθμό που το άρθρο 9 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού παραπέμπει στο άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι παραπομπές στο άρθρο 72 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού νοούνται ως παραπομπές στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 6 

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1156 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1 

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίους κανόνες σχετικά με την εμπορική προώθηση των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε ολόκληρη την Ένωση, τις διαφημιστικές ανακοινώσεις προς τους επενδυτές, καθώς και τις κοινές αρχές όσον αφορά τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβάλλονται στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε σχέση με τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους. Επίσης, προβλέπει τη δημιουργία μιας πλατφόρμας δεδομένων σχετικά με τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων.

Τα κράτη μέλη δεν προσθέτουν επιπλέον απαιτήσεις στο πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό.».

2)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) στις εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών επενδύσεων που δεν έχουν ορίσει εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με το άρθρο 30 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2009/65/ΕΚ 33 »·

β)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε) σε ΟΣΕΚΑ».

3)Στο άρθρο 3 προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία θ) έως ιστ):

«θ) “κράτος μέλος καταγωγής του ΟΣΕΚΑ”: το κράτος μέλος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

ι) “κράτος μέλος υποδοχής του ΟΣΕΚΑ”: το κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ, στο οποίο διατίθενται τα μερίδια του ΟΣΕΚΑ·

ια) “κράτος μέλος υποδοχής του ΔΟΕΕ”: το κράτος μέλος εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ της ΕΕ·

ιβ) “ΔΟΕΕ της ΕΕ”: ο ΔΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ 34 ·

ιγ) “ΟΕΕ της ΕΕ”: ΟΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο ια) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ·

ιδ) “εμπορία” ή “εμπορική προώθηση”: κάθε άμεση ή έμμεση προσφορά ή τοποθέτηση, με πρωτοβουλία του ΔΟΕΕ, του διαχειριστή EuVECA, του διαχειριστή EuSEF ή του ΟΣΕΚΑ ή για λογαριασμό τους, μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ σε επενδυτές εγκατεστημένους ή με καταστατική έδρα στην Ένωση· 

ιε) “ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση”: η παροχή πληροφοριών ή ανακοινώσεων, είτε άμεση είτε έμμεση, σχετικά με επενδυτικές στρατηγικές ή επενδυτικές ιδέες από έναν ΔΟΕΕ της ΕΕ, ή για λογαριασμό του, προς πιθανούς επαγγελματίες επενδυτές εγκατεστημένους ή με καταστατική έδρα στην Ένωση, προκειμένου να ελεγχθεί το ενδιαφέρον τους για έναν ΟΕΕ ή επενδυτικό τμήμα που δεν έχει ακόμη συσταθεί, ή που έχει μεν συσταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη κοινοποιηθεί η εμπορική του προώθηση σύμφωνα με το άρθρο 17στ ή 17ζ, στο εν λόγω κράτος μέλος όπου οι πιθανοί επενδυτές είναι εγκατεστημένοι ή έχουν την καταστατική έδρα τους και που σε κάθε περίπτωση δεν ισοδυναμεί με προσφορά ή τοποθέτηση στον πιθανό επενδυτή να επενδύσει στα μερίδια ή τις μετοχές του εν λόγω ΟΕΕ ή του εν λόγω επενδυτικού τμήματος·

ιστ) “επαγγελματίας επενδυτής”: κάθε επενδυτής που θεωρείται επαγγελματίας πελάτης ή μπορεί προαιρετικά να αντιμετωπίζεται ως επαγγελματίας πελάτης κατά την έννοια του παραρτήματος II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.».

4)Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA, οι διαχειριστές EuSEF και οι ΟΣΕΚΑ διασφαλίζουν ότι όλες οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που καταρτίζουν και διαθέτουν στους επενδυτές αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες και περιγράφουν τους κινδύνους και τις αποδόσεις της αγοράς μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ ή μεριδίων ΟΣΕΚΑ με εξίσου ευδιάκριτο τρόπο και ότι όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις διαφημιστικές ανακοινώσεις είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Οι ΟΣΕΚΑ διασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες για έναν ΟΣΕΚΑ δεν αναιρούν τις πληροφορίες τις οποίες περιέχει το ενημερωτικό δελτίο που αναφέρεται στο άρθρο 68 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, ή το έγγραφο βασικών πληροφοριών που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014, ούτε υποβαθμίζουν τη σημασία τους. Οι ΟΣΕΚΑ διασφαλίζουν ότι όλες οι διαφημιστικές ανακοινώσεις αναφέρουν ότι υπάρχει ενημερωτικό δελτίο και ότι είναι διαθέσιμο το έγγραφο βασικών πληροφοριών. Οι εν λόγω διαφημιστικές ανακοινώσεις διευκρινίζουν από πού, πώς και σε ποια γλώσσα μπορούν οι επενδυτές ή οι πιθανοί επενδυτές να λάβουν το ενημερωτικό δελτίο και το έγγραφο βασικών πληροφοριών και παρέχουν υπερσυνδέσμους προς τα έγγραφα αυτά ή σχετικές διευθύνσεις ιστοτόπων.

Οι απαιτήσεις του πρώτου εδαφίου εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών σε ΟΕΕ που δημοσιεύουν ενημερωτικό δελτίο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 35 , ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, ή υποχρεούνται να καταρτίζουν έγγραφο βασικών πληροφοριών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 36 .»·

γ)οι παράγραφοι 3, 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 διευκρινίζουν από πού, πώς και σε ποια γλώσσα μπορούν οι επενδυτές ή οι πιθανοί επενδυτές να λάβουν περίληψη των δικαιωμάτων των επενδυτών και παρέχουν υπερσύνδεσμο προς αυτήν την περίληψη, η οποία περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, πληροφορίες για την πρόσβαση σε μηχανισμούς συλλογικής έννομης προστασίας, σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο, για τις περιπτώσεις νομικών διαφορών.

Οι εν λόγω διαφημιστικές ανακοινώσεις περιέχουν επίσης σαφείς πληροφορίες ότι ο ΔΟΕΕ, ο διαχειριστής EuVECA, ο διαχειριστής EuSEF ή ο ΟΣΕΚΑ μπορεί να αποφασίσει να θέσει τέλος στις ρυθμίσεις που έχουν γίνει για την εμπορική προώθηση των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με τα άρθρα 17δ και 17η.

4. Οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA και οι διαχειριστές EuSEF εξασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις με πρόσκληση για την αγορά μεριδίων ή μετοχών ΟΕΕ, οι οποίες περιέχουν συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με έναν ΟΕΕ, δεν αναιρούν τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται στους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 ή το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 ή, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που περιέχονται στο έγγραφο βασικών πληροφοριών που καταρτίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 ή στο ενημερωτικό δελτίο που καταρτίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 37 , ούτε υποβαθμίζουν τη σημασία τους.

5. Οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA και EuSEF και οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ έχουν την ευθύνη να διασφαλίζουν ότι πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου όταν η λειτουργία εμπορικής προώθησης ανατίθεται σε τρίτο μέρος, σύμφωνα με το άρθρο 20 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και το άρθρο 13 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Όταν η λειτουργία εμπορικής προώθησης εκτελείται από έναν ή περισσότερους διανομείς που ενεργούν για δικό τους λογαριασμό σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 6α της οδηγίας 2011/61/ΕΕ και το άρθρο 13 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, οι εν λόγω διανομείς είναι υπεύθυνοι να διασφαλίζουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που διατίθενται στους επενδυτές συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5α:

«5α. Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενο και τη μορφή των διαφημιστικών ανακοινώσεων όσον αφορά τους ΟΕΕ και τους ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους, πέραν εκείνων που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6.»·

ε)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 18β, μέτρα που καθορίζουν το περιεχόμενο και τη μορφή των διαφημιστικών ανακοινώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις προσδιορίζουν τα ακόλουθα:

α)το πεδίο εφαρμογής του τι θεωρείται διαφημιστική ανακοίνωση·

β)αρχές για ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές πληροφορίες·

γ)γενικές αρχές για την κατάρτιση διαφημιστικών ανακοινώσεων·

δ)την περιγραφή των κινδύνων και των αποδόσεων στις διαφημιστικές ανακοινώσεις·

ε)αρχές για τις γνωστοποιήσεις σχετικά με το κόστος και τα τέλη στις διαφημιστικές ανακοινώσεις·

στ)πληροφορίες σχετικά με προηγούμενες και μελλοντικές επιδόσεις στις διαφημιστικές ανακοινώσεις.».

5)Τα άρθρα 5 και 6 απαλείφονται.

6)Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 7 

Επαλήθευση των διαφημιστικών ανακοινώσεων

1.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δεν απαιτούν την εκ των προτέρων κοινοποίηση των διαφημιστικών ανακοινώσεων τις οποίες οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA, οι διαχειριστές EuSEF και οι ΟΣΕΚΑ προτίθενται να χρησιμοποιήσουν άμεσα ή έμμεσα στις συναλλαγές τους με τους επενδυτές ως προϋπόθεση για την εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ στο έδαφός τους. 

2.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν βάσιμους λόγους να υποπτεύονται ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 4, μπορούν να ενεργούν σύμφωνα με τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 14α παράγραφοι 5 και 7 και στο άρθρο 14β παράγραφοι 5 και 7.».

7)Το άρθρο 8 απαλείφεται.

8)Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 9 
Κοινές αρχές σχετικά με τα τέλη ή τις χρεώσεις

1.Όποτε εισπράττονται τέλη ή χρεώσεις από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ στο έδαφός τους, τα εν λόγω τέλη ή χρεώσεις είναι συνεπή και δικαιολογούνται από το συνολικό κόστος που αφορά την εκτέλεση των εργασιών των εν λόγω αρμόδιων αρχών.

2.Έως την [να προστεθεί ημερομηνία = 36 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] και στη συνέχεια ανά διετία, η ΕΑΚΑΑ επανεξετάζει τα τέλη ή τις χρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές υποδοχής σε σχέση με την εμπορική προώθηση ΟΕΕ και ΟΣΕΚΑ στο έδαφός τους και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή στην οποία αναφέρει αν τα εν λόγω τέλη ή οι χρεώσεις συνάδουν με το συνολικό κόστος που σχετίζεται με την εκτέλεση των καθηκόντων των εν λόγω αρμόδιων αρχών.».

9)Το άρθρο 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10 

Δημοσίευση των ρυθμίσεων των αρμόδιων αρχών σχετικά με τα τέλη ή τις χρεώσεις στον δικτυακό τόπο της ΕΑΚΑΑ

1.Όσον αφορά τα τέλη ή τις χρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και τηρεί επικαιροποιημένες πληροφορίες στον δικτυακό της τόπο, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)κατάλογο των αρμόδιων αρχών, συνοδευόμενο από ένδειξη σχετικά με το αν επιβάλλονται τα τέλη ή οι χρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1·

β)για κάθε αρμόδια αρχή που επιβάλλει τέλη ή χρεώσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1, παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες:

α)το ύψος των εφαρμοστέων τελών, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμοζόμενης διάρθρωσης των τελών·

β)η συχνότητα και ο χρόνος επιβολής των εν λόγω τελών ή χρεώσεων·

γ)τα μέσα και οι οδηγίες για την καταβολή των εν λόγω τελών ή χρεώσεων·

δ)κάθε άλλη πληροφορία που θα απαιτούσε ένας ΔΟΕΕ, διαχειριστής EuVECA, διαχειριστής EuSEF και ΟΣΕΚΑ προκειμένου να διασφαλιστεί η ακριβής και έγκαιρη καταβολή των τελών ή των χρεώσεων σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες και διαδικασίες κάθε αρμόδιας αρχής.

2.Όταν επιβάλλονται τέλη ή χρεώσεις από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 1, οι ΔΟΕΕ, οι διαχειριστές EuVECA, οι διαχειριστές EuSEF και οι ΟΣΕΚΑ μεριμνούν για την καταβολή των εν λόγω τελών ή χρεώσεων σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρέχονται στον δικτυακό τόπο της ΕΑΚΑΑ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.Οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνες να παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων τυχόν επικαιροποιήσεών τους, εγκαίρως και σε συνεχή βάση. 

4.Η ΕΑΚΑΑ δεν λογοδοτεί για τυχόν ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τέλη ή χρεώσεις που παρουσιάζονται στον δικτυακό της τόπο.». 

10)Το άρθρο 11 απαλείφεται.

11)Το άρθρο 12 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12 

Πλατφόρμα δεδομένων της ESMA για την ανταλλαγή πληροφοριών και τεκμηρίωσης μεταξύ των αρμόδιων αρχών

1.Σύμφωνα με το άρθρο 35γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, έως την [να εισαχθεί η ημερομηνία = 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ θα αναπτύξει πλατφόρμα δεδομένων, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)σε σχέση με ΟΣΕΚΑ που διαθέτουν τα μερίδια ή τις μετοχές τους σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής τους, τα κράτη μέλη καταγωγής και υποδοχής του ΟΣΕΚΑ, την εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕΚΑ και την τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 17γ παράγραφοι 1, 2 και 4·

β)σε σχέση με ΔΟΕΕ που διαθέτουν, στο κράτος μέλος καταγωγής τους, μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, τα κράτη μέλη καταγωγής του ΔΟΕΕ και των ΟΕΕ που προωθούν εμπορικά και την τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 17στ παράγραφοι 2 και 5·

γ)σε σχέση με ΔΟΕΕ που διαθέτουν μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος καταγωγής τους, το κράτος μέλος καταγωγής και το κράτος μέλος υποδοχής του ΔΟΕΕ και την τεκμηρίωση που αναφέρεται στο άρθρο 17ζ παράγραφοι 2 και 4·

δ)τυχόν ουσιώδεις αλλαγές στις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ)· και

ε)τις ανακλήσεις κοινοποιήσεων που διαβιβάζονται σύμφωνα με τα άρθρα 17δ και 17η.

2.Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι οι σχετικές αρμόδιες αρχές έχουν άμεση πρόσβαση με ηλεκτρονικά μέσα μέσω της πλατφόρμας δεδομένων στις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, κατά περίπτωση, σε τυχόν μεταφράσεις τους.

3.Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες και η τεκμηρίωση που διαβιβάζονται στην πλατφόρμα δεδομένων μπορούν να μεταφράζονται αυτόματα από τις αρμόδιες αρχές σε οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

Η ΕΑΚΑΑ δεν φέρει ευθύνη για τυχόν σφάλματα, παραλείψεις ή ανακρίβειες που προκύπτουν από την αυτόματη μετάφραση των πληροφοριών και της τεκμηρίωσης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

4.Έως την [να προστεθεί η ημερομηνία = 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ΕΑΚΑΑ θα δημοσιεύσει στον δικτυακό της τόπο και θα δημοσιοποιήσει σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα τα ακόλουθα:

α)όλους τους ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ, τους οικείους ΔΟΕΕ, διαχειριστές EuSEF ή διαχειριστές EuVECA και τα κράτη μέλη στα οποία προωθούνται εμπορικά οι εν λόγω οργανισμοί· και

β)όλους τους ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής τους, την οικεία εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και τα κράτη μέλη στα οποία προωθούνται εμπορικά οι εν λόγω οργανισμοί.

5.Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν θίγουν τις υποχρεώσεις σε σχέση με τον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, το κεντρικό δημόσιο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, την κεντρική βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και την κεντρική βάση δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 18 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013.».

12)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 12α:

«Άρθρο 12α

Πληροφόρηση των επενδυτών

1.Όταν ένας ΔΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ προωθεί εμπορικά τα μερίδια ενός ΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ σε κράτος μέλος υποδοχής, παρέχει στους επενδυτές στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που υποχρεούται να παρέχει στους επενδυτές στο κράτος μέλος καταγωγής του σύμφωνα με το κεφάλαιο IX της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και το άρθρο 23 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.Οι πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 παρέχονται στους επενδυτές σύμφωνα με τα ακόλουθα:

α)το έγγραφο βασικών πληροφοριών που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 μεταφράζεται σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό·

β)πληροφορίες ή έγγραφα πέραν αυτών που αναφέρονται στο στοιχείο α) μεταφράζονται σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα·

γ)κατά περίπτωση, η μετάφραση των πληροφοριών ή των εγγράφων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πραγματοποιείται υπ’ ευθύνη του ΔΟΕΕ ή του ΟΣΕΚΑ και αποδίδει πιστά το περιεχόμενο των πληροφοριών στο πρωτότυπο.

3.Οι απαιτήσεις της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως γ) ισχύουν επίσης για κάθε ουσιώδη αλλαγή των πληροφοριών και εγγράφων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο.

4.Η συχνότητα δημοσίευσης της τιμής έκδοσης, διάθεσης, εξαγοράς ή εξόφλησης των μεριδίων του ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με το άρθρο 76 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, διέπεται από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ.».

13)Το άρθρο 13 απαλείφεται.

14)Στο άρθρο 14, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

«2. Οι εξουσίες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με τις οδηγίες 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ, τους κανονισμούς (ΕΕ) αριθ. 345/2013, (ΕΕ) αριθ. 346/2013 και (ΕΕ) 2015/760, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών σχετικά με τις κυρώσεις ή άλλα μέτρα, ασκούνται επίσης όσον αφορά τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού σε σχέση με το πεδίο που καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό.». 

15)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 14α έως 14ε:

«Άρθρο 14α 

Εξουσίες των αρμόδιων αρχών του ΟΣΕΚΑ

1.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τον εν λόγω ΟΣΕΚΑ για τα θέματα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 19 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τη συμμόρφωση των ΟΣΕΚΑ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 12α και 17β του παρόντος κανονισμού και με διατάξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο που διέπεται από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2009/65/ΕΚ.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ μπορούν να απαιτούν από έναν ΟΣΕΚΑ που προωθείται εμπορικά στο έδαφός τους να παρέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία της συμμόρφωσης του ΟΣΕΚΑ με τους ισχύοντες κανόνες για τους οποίους είναι υπεύθυνες οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. 

3.Μόνον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα κατά του εν λόγω ΟΣΕΚΑ για τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ μπορούν να λάβουν μέτρα κατά του εν λόγω ΟΣΕΚΑ σε περίπτωση παράβασης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο και ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ έχουν τη γνώμη ότι ένας ΟΣΕΚΑ δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο και ότι, γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να αποτρέψουν οποιαδήποτε περαιτέρω εμπορική προώθηση του εν λόγω ΟΣΕΚΑ στο έδαφός τους, παραπέμπουν το θέμα στην ΕΑΚΑΑ η οποία ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 14γ παράγραφος 4 στοιχείο β).

4.Αν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ αποφασίσουν να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας ή να αναστείλουν την έκδοση, εξαγορά ή εξόφληση των μεριδίων ενός ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1, κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση τις αποφάσεις αυτές στην ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται οι αποφάσεις του πρώτου εδαφίου.

5.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ είναι αρμόδιες για την εποπτεία του ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ που έχουν σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να θεωρούν ότι ένας ΟΣΕΚΑ, τα μερίδια του οποίου διατίθενται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό ή τις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, παραπέμπουν τις διαπιστώσεις αυτές στην ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται οι διαπιστώσεις του πρώτου εδαφίου και λαμβάνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατάλληλα μέτρα για την επανόρθωση της κατάστασης.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ μπορούν, εάν έχουν βάσιμους λόγους να το πράξουν, να ζητήσουν συγκεκριμένα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ να ασκήσουν, χωρίς καθυστέρηση, τις εξουσίες δυνάμει του άρθρου 98 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, πλην του στοιχείου ι) της εν λόγω παραγράφου, προσδιορίζοντας τους λόγους του αιτήματός τους με όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο τρόπο και ενημερώνοντας σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και, όταν υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ΕΣΣΚ.

6.Αφού ενημερωθούν σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 5, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και, εάν υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ΕΣΣΚ, σχετικά με τις εξουσίες που ασκούνται για την επανόρθωση της κατάστασης που έχουν εντοπίσει οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ και σχετικά με τις διαπιστώσεις τους.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω εξουσίες και διαπιστώσεις.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να της υποβάλουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, διευκρινίσεις σε σχέση με συγκεκριμένες περιπτώσεις οι οποίες συνιστούν σοβαρή απειλή για την προστασία των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση.

7.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ θεωρούν ότι, παρά τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ή λόγω της απουσίας μέτρων, ο ΟΣΕΚΑ εξακολουθεί να ενεργεί κατά τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των επενδυτών του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και μπορούν να της ζητήσουν να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να επιλύσει το ζήτημα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. 

8.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ μπορούν επίσης να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ να ασκήσουν εξουσίες σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, προσδιορίζοντας τους λόγους του αιτήματος και ενημερώνοντας σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και, αν υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ΕΣΣΚ. 

9.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ δεν συμφωνούν με το αίτημα της παραγράφου 8, ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και το ΕΣΣΚ, εφόσον το ΕΣΣΚ είχε ενημερωθεί σχετικά με το εν λόγω αίτημα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 8, αναφέροντας τους λόγους της διαφωνίας. 

Οι αιτούσες αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται η διαφωνία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται. 

10.Βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 9, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, γνωμοδότηση προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ σχετικά με την άσκηση εξουσιών δυνάμει του άρθρου 84 παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2009/65/ΕΚ.

Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί τη γνωμοδότηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ. 

11.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ δεν συμφωνούν με τη γνωμοδότηση της ΕΑΚΑΑ που αναφέρεται στην παράγραφο 10, ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και ζητούν από την ΕΑΚΑΑ να επιλύσει το ζήτημα σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. 

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να επιλύσει το ζήτημα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. 

12.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε στο έδαφός τους να είναι νομίμως δυνατή η επίδοση των νομικών εγγράφων που απαιτούνται για τα μέτρα τα οποία είναι δυνατόν να ληφθούν από το κράτος μέλος υποδοχής του ΟΣΕΚΑ όσον αφορά τους ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Άρθρο 14β 
Εξουσίες των αρμόδιων αρχών του ΔΟΕΕ

1.Οι αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τον εν λόγω ΔΟΕΕ για τα θέματα που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 45 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ είναι αρμόδιες να εποπτεύουν τη συμμόρφωση των ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους και των ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται τους εν λόγω ΟΕΕ με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12α του παρόντος κανονισμού και με διατάξεις που δεν εμπίπτουν στο πεδίο που διέπεται από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2011/61/ΕΕ.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ μπορούν να απαιτούν από έναν ΔΟΕΕ που προωθεί εμπορικά ΔΟΕ στο έδαφός τους να παρέχει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία της συμμόρφωσης του ΟΕΕ και του ΔΟΕΕ με τους ισχύοντες κανόνες για τους οποίους είναι υπεύθυνες οι εν λόγω αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. 

3.Μόνον οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ έχουν την εξουσία να λαμβάνουν μέτρα κατά του εν λόγω ΔΟΕΕ για τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ μπορούν να λάβουν μέτρα κατά του εν λόγω ΔΟΕΕ ή κατά ΟΕΕ που προωθείται εμπορικά στο έδαφός τους σε περίπτωση παράβασης των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο και ισχύουν στο εν λόγω κράτος μέλος.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ έχουν τη γνώμη ότι ο ΟΕΕ που προωθείται εμπορικά στο έδαφός τους ή ο ΔΟΕΕ που τον διαχειρίζεται δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο και ότι, γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να αποτρέψουν οποιαδήποτε περαιτέρω εμπορική προώθηση του εν λόγω ΟΕΕ στο έδαφός τους, θα πρέπει να παραπέμπουν το θέμα στην ΕΑΚΑΑ η οποία ενεργεί σύμφωνα με τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 14γ παράγραφος 4 στοιχείο β).

4.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ αποφασίσουν να ανακαλέσουν την άδεια λειτουργίας ή να αναστείλουν την έκδοση, εξαγορά ή εξόφληση των μεριδίων των ΟΕΕ που διατίθενται σε ένα κράτος μέλος υποδοχής, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που ορίζονται στην παράγραφο 1, κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση τις αποφάσεις αυτές στην ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται οι αποφάσεις του πρώτου εδαφίου.

5.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ είναι αρμόδιες για την εποπτεία του ΔΟΕΕ και των ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ που έχουν σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να θεωρούν ότι ένας ΔΟΕΕ που προωθεί εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους παραβαίνει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό ή τις διατάξεις που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ παραπέμπουν τις διαπιστώσεις αυτές στην ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται οι διαπιστώσεις του πρώτου εδαφίου και λαμβάνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατάλληλα μέτρα για την επανόρθωση της κατάστασης.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ μπορούν, αν έχουν βάσιμους λόγους να το πράξουν, να ζητήσουν συγκεκριμένα από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ να ασκήσουν, χωρίς καθυστέρηση, τις εξουσίες σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 πλην του στοιχείου ι) και το άρθρο 48 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, προσδιορίζοντας τους λόγους του αιτήματός τους με όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο τρόπο και ενημερώνοντας σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και, όταν υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ΕΣΣΚ.

6.Αφού ενημερωθούν σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 5, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και, αν υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ΕΣΣΚ, σχετικά με τις εξουσίες που ασκούνται για την επανόρθωση της κατάστασης που έχουν εντοπίσει οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ και σχετικά με τις διαπιστώσεις τους.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται οι εν λόγω εξουσίες και διαπιστώσεις.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει από τις αρμόδιες αρχές να της υποβάλουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, διευκρινίσεις σε σχέση με συγκεκριμένες περιπτώσεις οι οποίες συνιστούν σοβαρή απειλή για την προστασία των επενδυτών, την εύρυθμη λειτουργία και την ακεραιότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή τη σταθερότητα του συνόλου ή μέρους του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση.

7.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ πιστεύουν ότι, παρά τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ή λόγω της μη λήψης μέτρων, ο ΔΟΕΕ που προωθεί εμπορικά έναν ΟΕΕ στο έδαφός τους ή ο ΟΕΕ εξακολουθεί να ενεργεί κατά τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των επενδυτών του κράτους μέλους υποδοχής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και μπορούν να της ζητήσουν να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να επιλύσει το ζήτημα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. 

8.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ μπορούν επίσης να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ να ασκήσουν εξουσίες σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 στοιχείο ι) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, προσδιορίζοντας τους λόγους του αιτήματος και ενημερώνοντας σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και, αν υπάρχουν δυνητικοί κίνδυνοι για τη σταθερότητα και την ακεραιότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ΕΣΣΚ.

9.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ δεν συμφωνούν με το αίτημα της παραγράφου 8, ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και το ΕΣΣΚ, εφόσον το ΕΣΣΚ είχε ενημερωθεί σχετικά με το εν λόγω αίτημα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 8, αναφέροντας τους λόγους της διαφωνίας.

Οι αιτούσες αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται η διαφωνία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και οι λόγοι στους οποίους αυτή οφείλεται. 

10.Βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει σύμφωνα με τις παραγράφους 8 και 9, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, γνωμοδότηση προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ σχετικά με την άσκηση εξουσιών δυνάμει του άρθρου 46 παράγραφος 2 στοιχείο ι) της οδηγίας 2011/61/ΕΕ. Η ΕΑΚΑΑ κοινοποιεί τη γνωμοδότηση αυτή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ.

11.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ δεν συμφωνούν με τη γνωμοδότηση της ΕΑΚΑΑ που αναφέρεται στην παράγραφο 10, ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και ζητούν από την ΕΑΚΑΑ να επιλύσει το ζήτημα σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ να ζητήσει από την ΕΑΚΑΑ να επιλύσει το ζήτημα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. 

12.Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στο έδαφός τους, να είναι νομίμως δυνατή η επίδοση των αναγκαίων νομικών εγγράφων για τα μέτρα τα οποία ενδέχεται να ληφθούν από το κράτος μέλος υποδοχής του ΔΟΕΕ όσον αφορά τους ΔΟΕΕ ή τους ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά στο έδαφός τους, σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Άρθρο 14γ 
Εξουσίες της ΕΑΚΑΑ για την αντιμετώπιση διασυνοριακών ζητημάτων

1.Η ΕΑΚΑΑ εντοπίζει σε συνεχή βάση αποκλίνουσες, αλληλεπικαλυπτόμενες, περιττές και ανεπαρκείς εποπτικές δράσεις που απορρέουν από τις αρμόδιες αρχές καταγωγής ή υποδοχής και παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων διαβατηρίου από ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ που προωθούνται εμπορικά σε διασυνοριακή βάση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται με τις οικείες αρμόδιες αρχές και, κατά περίπτωση, συλλέγει πρόσθετες πληροφορίες για τον εντοπισμό υφιστάμενων ή δυνητικών διασυνοριακών ζητημάτων.

Όταν, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ εντοπίζει υφιστάμενα ή δυνητικά διασυνοριακά ζητήματα, προτείνει στις σχετικές αρμόδιες αρχές διορθωτικά μέτρα για την άρση τους. 

3.Αν, παρά τα διορθωτικά μέτρα της παραγράφου 2 ή λόγω της μη εφαρμογής τους από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, συνεχίζουν να υφίστανται τα εντοπισθέντα σύμφωνα με την παράγραφο 2 ζητήματα, η ΕΑΚΑΑ ασκεί αμελλητί τουλάχιστον μία από τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί βάσει των άρθρων 17, 17ααα, 19 ή 19α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 στις ακόλουθες περιπτώσεις: 

α)οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ ή του ΔΟΕΕ, του διαχειριστή EuVECA ή του διαχειριστή EuSEF εμποδίζουν ή προτίθενται να εμποδίσουν την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ στο έδαφός τους σύμφωνα με το άρθρο 14α παράγραφος 2 και το άρθρο 14β παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 18 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 346/2013 ή επιβάλλουν απαιτήσεις για την εν λόγω εμπορική προώθηση που δεν συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1156·

β)ένας ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ προωθείται εμπορικά ή πρόκειται να προωθηθεί εμπορικά σε διασυνοριακή βάση ενώ δεν συμμορφώνεται με το δίκαιο της Ένωσης.

Η υποχρέωση άσκησης τουλάχιστον μίας από τις εξουσίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δεν θίγει τη δυνατότητα της ΕΑΚΑΑ να ασκεί οποιαδήποτε από τις εξουσίες που της ανατίθενται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 εκτός της διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο.

4.Παρά τις ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να αναστείλει την εμπορική προώθηση ενός ΟΣΕΚΑ στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ή την εμπορική προώθηση ενός ΟΕΕ σε άλλο κράτος μέλος από ΔΟΕΕ, διαχειριστή EuVECA ή διαχειριστή EuSEF, εφόσον πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)οι οικείες αρμόδιες αρχές ή συμφεροντούχοι δεν εφαρμόζουν απόφαση, γνωμοδότηση, σύσταση ή δράση που έχει εκδοθεί ή απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή γνώμη που έχει εκδοθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

β)Η ΕΑΚΑΑ έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ που προωθείται εμπορικά σε διασυνοριακή βάση δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ ή των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 345/2013 και (ΕΕ) αριθ. 346/2013.

5.Πριν αναστείλει την εμπορική προώθηση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4, η ΕΑΚΑΑ αποστέλλει τα σχέδια πορισμάτων της στους ενδιαφερόμενους ΟΣΕΚΑ, ΔΟΕΕ, διαχειριστές EuVECA ή διαχειριστές EuSEF και στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής τους. Οι οικείες αρμόδιες αρχές μπορούν να υποβάλουν στην ΕΑΚΑΑ αιτιολογημένη δήλωση εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή του σχεδίου πορισμάτων.

6.Η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει αμέσως τον ΟΣΕΚΑ, τον ΔΟΕΕ, τον διαχειριστή EuVECA ή τον διαχειριστή EuSEF, καθώς και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής τους, σχετικά με την αναστολή της δυνατότητας εμπορικής προώθησης μεριδίων ή μετοχών ΟΣΕΚΑ ή ΟΕΕ σε διασυνοριακή βάση. Η αναστολή μπορεί να αρχίσει κατά την ημερομηνία κοινοποίησης στον ΟΣΕΚΑ, τον ΔΟΕΕ, τον διαχειριστή EuVECA ή τον διαχειριστή EuSEF και αρχίζει το αργότερο 30 ημερολογιακές ημέρες μετά την εν λόγω κοινοποίηση.

7.Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τουλάχιστον σε ετήσια βάση έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητές της σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 4.

Άρθρο 14δ 

Διευθέτηση διαφορών

Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ αρμόδιων αρχών σχετικά με εκτίμηση, δράση ή παράλειψη μιας από τις αρμόδιες αρχές σε τομείς στους οποίους ο παρών κανονισμός απαιτεί συνεργασία ή συντονισμό μεταξύ αρμοδίων αρχών από πλείονα κράτη μέλη, μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές μπορούν να φέρουν το θέμα ενώπιον της ΕΑΚΑΑ, η οποία ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. 

16)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 17α έως 17θ:

«Άρθρο 17α 

Όροι για την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ στην Ένωση

1.Οι ΟΣΕΚΑ επιτρέπεται να διαθέτουν τα μερίδιά τους στην Ένωση εκτός του κράτους μέλους καταγωγής τους, αφού λάβουν άδεια από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17γ.

2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, δεν επιβάλλονται πρόσθετες απαιτήσεις ή διοικητικές διαδικασίες στους ΟΣΕΚΑ στους τομείς που διέπονται από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2009/65/ΕΚ.

3.Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και των άρθρων 17β, 17γ και 17δ, ένας ΟΣΕΚΑ περιλαμβάνει επενδυτικά τμήματα.

4.Οι ΟΣΕΚΑ μπορούν, για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους σε κράτος μέλος υποδοχής, να χρησιμοποιούν στο κράτος μέλος υποδοχής τους την ίδια μνεία της νομικής τους μορφής στην επωνυμία τους (όπως “εταιρεία επενδύσεων” ή “αμοιβαίο κεφάλαιο”) που χρησιμοποιούν και στο κράτος μέλος καταγωγής τους.

Άρθρο 17β 

Διευκολύνσεις στο κράτος μέλος υποδοχής του ΟΣΕΚΑ

1.Ο ΟΣΕΚΑ διαθέτει, σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του, διευκολύνσεις για την εκτέλεση των ακόλουθων καθηκόντων:

α)επεξεργασία των εντολών εγγραφής, εξαγοράς και εξόφλησης και εκτέλεση άλλων πληρωμών σε μεριδιούχους, οι οποίες σχετίζονται με μερίδια του ΟΣΕΚΑ, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα έγγραφα που απαιτούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο IX της οδηγίας 2009/65/ΕΚ·

β)παροχή πληροφόρησης στους επενδυτές σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης των εντολών που αναφέρονται στο στοιχείο α) και τον τρόπο πληρωμής των εσόδων εξαγοράς και εξόφλησης·

γ)διευκόλυνση του χειρισμού πληροφοριών και πρόσβαση στις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, σε σχέση με την άσκηση των δικαιωμάτων των επενδυτών που απορρέουν από την επένδυσή τους στον ΟΣΕΚΑ στο κράτος μέλος όπου ο ΟΣΕΚΑ προωθείται εμπορικά·

δ)διάθεση στους επενδυτές των πληροφοριών και των εγγράφων που απαιτούνται σύμφωνα με το κεφάλαιο IX της οδηγίας 2009/65/ΕΚ υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 12α, με σκοπό την επιθεώρηση και την παραλαβή αντιγράφων·

ε)παροχή πληροφοριών στους επενδυτές σχετικά με τα καθήκοντα που διεκπεραιώνονται μέσω των διευκολύνσεων, σε σταθερό μέσο· και

στ)λειτουργία ως σημείο επαφής για την επικοινωνία με τις αρμόδιες αρχές.

2.Τα κράτη μέλη υποδοχής δεν απαιτούν από έναν ΟΣΕΚΑ να έχει φυσική παρουσία στο έδαφός τους ή να διορίζει τρίτο στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής για τους σκοπούς της παραγράφου 1 ή για άλλους σκοπούς που σχετίζονται με τις δραστηριότητες του ΟΣΕΚΑ στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής.

3.Οι ΟΣΕΚΑ εξασφαλίζουν ότι οι διευκολύνσεις για την επιτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μεταξύ άλλων και με ηλεκτρονικά μέσα, παρέχονται:

α)στην επίσημη γλώσσα ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ, σε γλώσσα αποδεκτή από τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους ή σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα·

β)από τον ίδιο τον ΟΣΕΚΑ, από τρίτο, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων και της εποπτείας που διέπουν τα καθήκοντα που πρέπει να διεκπεραιωθούν, ή από αμφότερα.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου, όταν τα καθήκοντα διεκπεραιώνονται από τρίτο, η ανάθεση στον εν λόγω τρίτο τεκμηριώνεται με γραπτή σύμβαση, η οποία προσδιορίζει ποια από τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν διεκπεραιώνονται από τον ΟΣΕΚΑ και ότι ο τρίτος θα λαμβάνει το σύνολο των σχετικών πληροφοριών και εγγράφων από τον ΟΣΕΚΑ.

Η ευθύνη του ΟΣΕΚΑ δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι τα καθήκοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εκτελούνται από τρίτο σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. 

Άρθρο 17γ 
Διαβατήριο που βασίζεται στην άδεια λειτουργίας ΟΣΕΚΑ

1.Κατά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, όταν ένας ΟΣΕΚΑ προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του, αναφέρει τα εν λόγω κράτη μέλη στην αίτησή του για χορήγηση άδειας λειτουργίας προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του.

Η αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις για τη διάθεση μεριδίων του ΟΣΕΚΑ στα κράτη μέλη υποδοχής, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, πληροφοριών για τις κατηγορίες μετοχών, καθώς και ένδειξης ότι ο ΟΣΕΚΑ διατίθεται στην αγορά από την εταιρεία διαχείρισης που διαχειρίζεται τον ΟΣΕΚΑ.

Η αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας περιλαμβάνει επίσης πληροφορίες σχετικά με τις διευκολύνσεις για τη διεκπεραίωση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 17β.

2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο ΟΣΕΚΑ εσωκλείει στην αίτησή του για χορήγηση άδειας λειτουργίας τα ακόλουθα:

α)τον κανονισμό του κεφαλαίου του ή τα καταστατικά του έγγραφα·

β)το ενημερωτικό δελτίο του και, κατά περίπτωση, την τελευταία ετήσια έκθεσή του·

γ)το οικείο έγγραφο βασικών πληροφοριών που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1286/2014, μεταφρασμένο σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό· και

δ)εφόσον είναι διαθέσιμες, τις διαφημιστικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, συνοδευόμενες από βεβαίωση του ΟΣΕΚΑ ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) και η βεβαίωση που αναφέρεται στο στοιχείο δ) του πρώτου εδαφίου παρέχονται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

3.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ επαληθεύουν αν είναι πλήρεις οι πληροφορίες και η τεκμηρίωση που υποβάλλονται από τον ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2.

4.Μετά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ συντάσσουν επιστολή χορήγησης άδειας λειτουργίας, η οποία περιέχει παράρτημα στο οποίο απαριθμούνται τα κράτη μέλη υποδοχής στα οποία ο ΟΣΕΚΑ προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του, μαζί με δήλωση ότι ο ΟΣΕΚΑ πληροί τους όρους που επιβάλλονται από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2009/65/ΕΚ.

5.Μετά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ διαβιβάζοντας την τεκμηρίωση που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 2 και 4 μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12. .

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρεται ότι ένας νέος ΟΣΕΚΑ πρόκειται να προωθηθεί εμπορικά στο έδαφός τους και έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στην τεκμηρίωση που διαβιβάζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν αμέσως τον ΟΣΕΚΑ σχετικά με τη διαβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Από την ημερομηνία της εν λόγω διαβίβασης, ο ΟΣΕΚΑ μπορεί να έχει πρόσβαση στις αγορές των κρατών μελών υποδοχής του ΟΣΕΚΑ.

6.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ διασφαλίζουν ότι η επιστολή χορήγησης άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 παρέχεται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

7.Όταν ένας ΟΣΕΚΑ έχει ήδη λάβει άδεια και επιθυμεί να διαθέσει τα μερίδια ή τις μετοχές του σε νέο κράτος μέλος, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του σχετικά με τα νέα κράτη μέλη υποδοχής στα οποία προτίθεται να διαθέσει τα μερίδια ή τις μετοχές του και περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις για την εμπορική προώθηση και, εφόσον υπάρχουν, τις διαφημιστικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, συνοδευόμενες από βεβαίωση του ΟΣΕΚΑ ότι πληροί τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ επικαιροποιούν το παράρτημα της επιστολής χορήγησης άδειας λειτουργίας, στο οποίο απαριθμούνται τα νέα κράτη μέλη υποδοχής στην αγορά των οποίων ο ΟΣΕΚΑ προτίθεται να διαθέσει τα μερίδιά του, και ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ διαβιβάζοντας την επικαιροποιημένη επιστολή χορήγησης άδειας λειτουργίας και, κατά περίπτωση, τις επικαιροποιημένες πληροφορίες και τεκμηρίωση μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές των νέων κρατών μελών υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρεται ότι ένας νέος ΟΣΕΚΑ πρόκειται να προωθηθεί εμπορικά στο έδαφός τους και έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στην τεκμηρίωση που διαβιβάζεται σύμφωνα με το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν αμέσως τον ΟΣΕΚΑ σχετικά με τη διαβίβαση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Από την ημερομηνία της εν λόγω διαβίβασης, ο ΟΣΕΚΑ μπορεί να έχει πρόσβαση στις αγορές των νέων κρατών μελών υποδοχής.

8.Για τους σκοπούς της διαδικασίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο σκοπεύει να διαθέσει τα μερίδιά του ο ΟΣΕΚΑ δεν ζητούν ούτε απαιτούν άλλο έγγραφο, πιστοποιητικό ή πληροφορία, πέραν εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου.

9.Σε περίπτωση ουσιώδους αλλαγής στις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, ο ΟΣΕΚΑ ενημερώνει γραπτώς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες πριν από την εφαρμογή της εν λόγω αλλαγής.

10.Όταν, λόγω αλλαγής όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9, ο ΟΣΕΚΑ δεν θα συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2009/65/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν τον ΟΣΕΚΑ, εντός 10 εργάσιμων ημερών από τη λήψη των πληροφοριών, ότι δεν επιτρέπεται να εφαρμόσει την εν λόγω αλλαγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

11.Όταν μια ουσιώδης αλλαγή που αναφέρεται στην παράγραφο 9 εφαρμόζεται μετά τη διαβίβαση των πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 10 και όταν, λόγω της αλλαγής αυτής, ο ΟΣΕΚΑ δεν συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2009/65/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 98 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της ρητής απαγόρευσης της εμπορικής προώθησης του ΟΣΕΚΑ. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΚΑΑ για τα εν λόγω μέτρα μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής του ΟΣΕΚΑ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται τα μέτρα του πρώτου εδαφίου.

12.Αν, παρά τα μέτρα που έχουν λάβει οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ ή επειδή τα μέτρα αυτά αποδεικνύονται ανεπαρκή, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής έχουν σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να θεωρούν ότι, μετά τις αλλαγές που αναφέρονται στην παράγραφο 9, ο ΟΣΕΚΑ εξακολουθεί να παραβαίνει τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή της οδηγίας 2009/65/ΕΚ κατά τρόπο σαφώς επιζήμιο για τα συμφέροντα των επενδυτών του κράτους μέλους υποδοχής, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΟΣΕΚΑ μπορούν να παραπέμψουν το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 17δ 
Ρυθμίσεις για την ανάκληση της κοινοποίησης της εμπορικής προώθησης ΟΣΕΚΑ

1.Όταν ένας ΟΣΕΚΑ προτίθεται να θέσει τέλος στη διάθεση των μεριδίων του, μεταξύ άλλων, κατά περίπτωση, σε σχέση με κατηγορίες μετοχών, σε κράτος μέλος για το οποίο έχει προβεί σε κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 17γ, υποβάλλει ανάκληση της κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, η οποία περιλαμβάνει την πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για τη διάθεση των μεριδίων αυτών στο εν λόγω κράτος μέλος. Η πρόθεση αυτή δημοσιοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα, τα οποία συνηθίζονται για την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και είναι κατάλληλα για έναν τυπικό επενδυτή ΟΣΕΚΑ.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρέχονται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

2.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ επαληθεύουν αν είναι πλήρης η ανάκληση της κοινοποίησης που υποβάλλεται από τον ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΣΕΚΑ, το αργότερο εντός 5 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή πλήρους ανάκλησης κοινοποίησης, διαβιβάζουν την εν λόγω ανάκληση κοινοποίησης στην ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και ενημερώνουν αμέσως τον ΟΣΕΚΑ για την εν λόγω διαβίβαση.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής που προσδιορίζονται στην ανάκληση κοινοποίησης λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων, στην οποία αναφέρεται η πρόθεση ενός ΟΣΕΚΑ να θέσει τέλος στις ρυθμίσεις εμπορικής προώθησης στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Από την ημερομηνία της διαβίβασης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, ο ΟΣΕΚΑ παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση των μεριδίων του στο κράτος μέλος για το οποίο έχει υποβάλει ανάκληση κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 17ε

Ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση στην Ένωση από ΔΟΕΕ της ΕΕ

1.Ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ επιτρέπεται να προβαίνει σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση στην Ένωση.

2.Οι ΔΟΕΕ της ΕΕ εξασφαλίζουν ότι οι επενδυτές δεν αποκτούν μερίδια ή μετοχές σε ΟΕΕ μέσω ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση και ότι οι επενδυτές με τους οποίους υπάρχει επικοινωνία στο πλαίσιο ενεργειών πριν από την εμπορική προώθηση μπορούν να αποκτούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω ΟΕΕ μόνο στο πλαίσιο της εμπορικής προώθησης που επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 17στ ή 17ζ.

3.Τρίτοι προβαίνουν σε ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση εξ ονόματος εγκεκριμένου ΔΟΕΕ της ΕΕ, μόνον εφόσον έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 38 , ως πιστωτικά ιδρύματα σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 39 , ως εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ σύμφωνα με την οδηγία 2009/65/ΕΚ, ως ΔΟΕΕ σύμφωνα με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, ή εφόσον ενεργούν ως συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ. Αυτοί οι τρίτοι υπόκεινται στους όρους του παρόντος άρθρου.

4.Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν πρόσθετες απαιτήσεις για τις ενέργειες πριν από την εμπορική προώθηση ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ στο έδαφός τους πέραν εκείνων που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

Άρθρο 17στ

Διαβατήριο βάσει άδειας λειτουργίας για ΔΟΕΕ της ΕΕ που διαθέτει μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ της ΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του

1.Όταν, κατά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ΔΟΕΕ της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο συγκεκριμένος ΔΟΕΕ προτίθεται να διαθέσει σε επαγγελματίες επενδυτές στο κράτος μέλος καταγωγής του τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ της ΕΕ που προτίθεται να διαχειριστεί, αναφέρει το στοιχείο αυτό στην αίτησή του για χορήγηση άδειας λειτουργίας προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του.

Όταν ο ΟΕΕ της ΕΕ είναι τροφοδοτικός ΟΕΕ, το δικαίωμα εμπορικής προώθησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται στον όρο ότι ο κύριος ΟΕΕ είναι επίσης ΟΕΕ της ΕΕ υπό τη διαχείριση αδειοδοτημένου ΔΟΕΕ της ΕΕ.

2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο ΔΟΕΕ εσωκλείει στην αίτησή του για χορήγηση άδειας τα ακόλουθα:

α)πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο προσδιορίζεται ο ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του και πληροφορίες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του ΟΕΕ της ΕΕ·

β)κανόνες ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ της ΕΕ·

γ)ταυτοποίηση του θεματοφύλακα του ΟΕΕ της ΕΕ·

δ)πληροφορίες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του κύριου ΟΕΕ αν ο ΟΕΕ της ΕΕ είναι τροφοδοτικός ΟΕΕ·

ε)οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ που ο ΔΟΕΕ σκοπεύει να προωθήσει εμπορικά·

στ)κατά περίπτωση, για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ, το ενημερωτικό δελτίο και τα έγγραφα προσφοράς του·

ζ)κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις που έχουν καθοριστεί για την πρόληψη της εμπορικής προώθησης μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ της ΕΕ σε ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης στην οποία ο ΔΟΕΕ βασίζεται σε δραστηριότητες ανεξάρτητων οντοτήτων για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αναφορικά με τον ΟΕΕ της ΕΕ· και

η)εφόσον είναι διαθέσιμες για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ, τις διαφημιστικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, συνοδευόμενες από βεβαίωση του ΔΟΕΕ ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρέχονται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

3.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επαληθεύουν αν είναι πλήρεις οι πληροφορίες και η τεκμηρίωση που υποβάλλονται από τον ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.Από την ημερομηνία χορήγησης άδειας λειτουργίας στον ΔΟΕΕ και υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο όρος της παραγράφου 3, ο ΔΟΕΕ μπορεί να αρχίσει την εμπορική προώθηση του ΟΕΕ της ΕΕ που προσδιορίζεται στην αίτηση χορήγησης άδειας στο κράτος μέλος καταγωγής του.

5.Όταν ο ΟΕΕ της ΕΕ που προσδιορίζεται στην αίτηση χορήγησης άδειας είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, παράλληλα με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4, συντάσσουν επιστολή χορήγησης άδειας που περιέχει παράρτημα στο οποίο απαριθμούνται οι ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους ο ΔΟΕΕ προτίθεται να προωθήσει εμπορικά στο κράτος μέλος καταγωγής του, καθώς και τα κράτη μέλη των εν λόγω ΟΕΕ της ΕΕ, μαζί με δήλωση ότι ο ΔΟΕΕ πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος κανονισμού και της οδηγίας 2011/65/ΕΚ.

Μετά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ διαβιβάζοντας τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ της ΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων, στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του ΔΟΕΕ να προωθήσει εμπορικά τον ΟΕΕ της ΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ, και έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στην τεκμηρίωση που διαβιβάζεται σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο.

6.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι η επιστολή χορήγησης άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 παρέχεται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

7.Όταν ο ΔΟΕΕ προτίθεται να προωθήσει εμπορικά σε επαγγελματίες επενδυτές στο κράτος μέλος καταγωγής του τα μερίδια ή τις μετοχές ενός ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να διαχειριστεί, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ και του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ της ΕΕ δεν ζητούν ούτε απαιτούν πρόσθετα έγγραφα, πιστοποιητικά ή πληροφορίες πέραν εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 5.

8.Όταν ένας ΔΟΕΕ έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας και επιθυμεί να προωθήσει εμπορικά σε επαγγελματίες επενδυτές στο κράτος μέλος καταγωγής του τα μερίδια ή τις μετοχές νέων ΟΕΕ της ΕΕ, πέραν εκείνων που αναφέρονται στην αίτησή του για χορήγηση άδειας, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του σχετικά με τους νέους ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους προτίθεται να προωθήσει εμπορικά, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο και παρέχει τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επαληθεύουν αν είναι πλήρεις οι πληροφορίες και η τεκμηρίωση που υποβάλλονται από τον ΔΟΕΕ σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να προωθήσει εμπορικά τους νέους ΟΕΕ της ΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο όρος που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ο ΔΟΕΕ δεν υποχρεούται να υποβάλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του πληροφορίες ή τεκμηρίωση που έχει ήδη παράσχει για τους σκοπούς της αδειοδότησής του και τα οποία δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς έκτοτε.

9.Όταν ο ΔΟΕΕ προτίθεται να προωθήσει εμπορικά στο κράτος μέλος καταγωγής του νέους ΟΕΕ της ΕΕ που είναι εγκατεστημένοι σε κράτη μέλη διαφορετικά από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ, παράλληλα με τη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 8, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επικαιροποιούν το παράρτημα της επιστολής αδειοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 5, απαριθμώντας τους νέους ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους προωθεί εμπορικά ο ΔΟΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του, καθώς και τα κράτη μέλη των εν λόγω νέων ΟΕΕ της ΕΕ, και ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ διαβιβάζοντας την επικαιροποιημένη επιστολή αδειοδότησης μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής των νέων ΟΕΕ της ΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων, στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του ΔΟΕΕ να προωθήσει εμπορικά τους εν λόγω ΟΕΕ της ΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του, και έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στην τεκμηρίωση που διαβιβάζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν αμέσως τον ΔΟΕΕ σχετικά με τη διαβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Από την ημερομηνία της εν λόγω διαβίβασης, ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να προωθεί εμπορικά τους νέους ΟΕΕ της ΕΕ στο κράτος μέλος καταγωγής του.

10.Σε περίπτωση ουσιώδους αλλαγής στις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ο ΔΟΕΕ ενημερώνει γραπτώς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες πριν από την εφαρμογή της εν λόγω αλλαγής.

11.Όταν, λόγω μιας αλλαγής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ο ΔΟΕΕ δεν θα συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2011/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν τον ΔΟΕΕ, εντός 10 εργάσιμων ημερών από τη λήψη των πληροφοριών, ότι δεν επιτρέπεται να εφαρμόσει την εν λόγω αλλαγή.

Όταν ο ΔΟΕΕ προωθεί εμπορικά, στο κράτος μέλος καταγωγής του, ΟΕΕ της ΕΕ που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ της ΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

12.Όταν μια αλλαγή που αναφέρεται στην παράγραφο 10 εφαρμόζεται μετά τη διαβίβαση των πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 11 και όταν, λόγω της αλλαγής αυτής, ο ΔΟΕΕ ή η διαχείριση του ΟΕΕ της ΕΕ από τον ΔΟΕΕ δεν συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2011/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 46 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης, όπου είναι αναγκαίο, της ρητής απαγόρευσης της εμπορικής προώθησης του ΟΕΕ της ΕΕ.

Όταν ο ΔΟΕΕ προωθεί εμπορικά, στο κράτος μέλος καταγωγής του, ΟΕΕ της ΕΕ που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ, χωρίς καθυστέρηση, μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ της ΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία παρουσιάζονται τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

13.Όταν ο ΔΟΕΕ προωθεί εμπορικά, στο κράτος μέλος καταγωγής του, ΟΕΕ της ΕΕ που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του ΔΟΕΕ και οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ της ΕΕ έχουν σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να μη συμφωνούν με τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 12, ή με την απουσία των μέτρων αυτών, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΟΕΕ της ΕΕ μπορούν να παραπέμψουν το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 17ζ

Διαβατήριο βάσει άδειας λειτουργίας για ΔΟΕΕ της ΕΕ που διαθέτει μερίδια ή μετοχές ΟΕΕ της ΕΕ σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του

1.Όταν, κατά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας σε ΔΟΕΕ της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, ο συγκεκριμένος ΔΟΕΕ προτίθεται να διαθέσει σε επαγγελματίες επενδυτές σε άλλο κράτος μέλος από το κράτος μέλος καταγωγής του τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να διαχειριστεί, αναφέρει το στοιχείο αυτό στην αίτησή του για χορήγηση άδειας λειτουργίας προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του.

Όταν ο ΟΕΕ της ΕΕ είναι τροφοδοτικός ΟΕΕ, το δικαίωμα εμπορικής προώθησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται στον όρο ότι ο κύριος ΟΕΕ είναι επίσης ΟΕΕ της ΕΕ υπό τη διαχείριση αδειοδοτημένου ΔΟΕΕ της ΕΕ.

2.Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο ΔΟΕΕ εσωκλείει στην αίτησή του για χορήγηση άδειας τα ακόλουθα, κατά περίπτωση:

α)πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο προσδιορίζεται ο ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ και πληροφορίες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του ΟΕΕ της ΕΕ·

β)κανόνες ή τα καταστατικά έγγραφα του ΟΕΕ της ΕΕ·

γ)ταυτοποίηση του θεματοφύλακα του ΟΕΕ της ΕΕ·

δ)πληροφορίες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασης του κύριου ΟΕΕ εάν ο ΟΕΕ είναι τροφοδοτικός ΟΕΕ·

ε)οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 1 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ που ο ΔΟΕΕ σκοπεύει να προωθήσει εμπορικά·

στ)κατά περίπτωση, για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ, το ενημερωτικό δελτίο και τα έγγραφα προσφοράς του·

ζ)την ένδειξη του κράτους μέλους στο οποίο σκοπεύει να προωθήσει εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές του ΟΕΕ της ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές·

η)πληροφορίες σχετικά με ρυθμίσεις για την εμπορική προώθηση των ΟΕΕ της ΕΕ και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με τις ρυθμίσεις που έχουν καθοριστεί για την πρόληψη της εμπορικής προώθησης μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ της ΕΕ σε ιδιώτες επενδυτές, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης στην οποία ο ΔΟΕΕ βασίζεται σε δραστηριότητες ανεξάρτητων οντοτήτων για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αναφορικά με τον ΟΕΕ της ΕΕ·

θ)τις αναγκαίες πληροφορίες συμπεριλαμβανομένης της διεύθυνσης για την τιμολόγηση ή την κοινοποίηση τυχόν ισχυόντων κανονιστικών τελών ή χρεώσεων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής· και

ι)εφόσον είναι διαθέσιμες για κάθε ΟΕΕ της ΕΕ τον οποίο προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ, τις διαφημιστικές ανακοινώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, συνοδευόμενες από βεβαίωση του ΔΟΕΕ ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του εν λόγω άρθρου.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρέχονται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

3.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επαληθεύουν αν είναι πλήρεις οι πληροφορίες και η τεκμηρίωση που υποβάλλονται από τον ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 2.

4.Μετά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ συντάσσουν επιστολή χορήγησης άδειας λειτουργίας, η οποία περιέχει παράρτημα στο οποίο απαριθμούνται οι ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ, καθώς και τα κράτη μέλη υποδοχής στην αγορά των οποίων πρόκειται να διατεθούν οι ΟΕΕ της ΕΕ, μαζί με δήλωση ότι ο ΔΟΕΕ πληροί τους όρους που επιβάλλονται από τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2011/61/ΕΕ.

5.Μετά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ διαβιβάζοντας την τεκμηρίωση που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 4 μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων, στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του ΔΟΕΕ να προωθήσει εμπορικά ΟΕΕ της ΕΕ στο έδαφός τους, και έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στην τεκμηρίωση που διαβιβάζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. 

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν αμέσως τον ΔΟΕΕ σχετικά με τη διαβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Από την ημερομηνία της εν λόγω διαβίβασης, ο ΔΟΕΕ μπορεί να έχει πρόσβαση στις αγορές των κρατών μελών υποδοχής του ΔΟΕΕ.

6.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ διασφαλίζουν ότι η επιστολή χορήγησης άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4 παρέχεται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

7.Για τους σκοπούς της διαδικασίας που προβλέπεται στο παρόν άρθρο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής δεν ζητούν ούτε απαιτούν άλλο έγγραφο, πιστοποιητικό ή πληροφορία, πέραν εκείνων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 4 του παρόντος άρθρου.

Τα κράτη μέλη υποδοχής δεν απαιτούν από έναν ΔΟΕΕ να έχει φυσική παρουσία στο έδαφός τους ή να διορίζει τρίτο στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής για τους σκοπούς της εμπορικής προώθησης ΟΕΕ της ΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής ή για άλλους σκοπούς που σχετίζονται με τις δραστηριότητες του ΔΟΕΕ στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής.

8.Όταν ένας ΔΟΕΕ έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας και επιθυμεί να προωθήσει εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ της ΕΕ σε επαγγελματίες επενδυτές σε νέο κράτος μέλος υποδοχής που δεν αναφέρεται στην αίτηση αδειοδότησής του, ή επιθυμεί να προωθήσει εμπορικά σε κράτος μέλος υποδοχής που ήδη αναφέρεται στην αίτηση αδειοδότησής του νέους ΟΕΕ της ΕΕ που δεν αναφέρονται στην αίτησή του για χορήγηση άδειας, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του σχετικά με τα νέα κράτη μέλη υποδοχής στην αγορά των οποίων προτίθεται να δραστηριοποιηθεί ή τους νέους ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους προτίθεται να προωθήσει εμπορικά, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο, και παρέχει τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επαληθεύουν αν είναι πλήρεις οι πληροφορίες και η τεκμηρίωση που υποβάλλονται από τον ΔΟΕΕ σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επικαιροποιούν το παράρτημα της επιστολής χορήγησης άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 4, στο οποίο απαριθμούνται οι νέοι ΟΕΕ της ΕΕ τους οποίους προτίθεται να προωθήσει εμπορικά ο ΔΟΕΕ ή τα νέα κράτη μέλη υποδοχής στα οποία προτίθεται να δραστηριοποιηθεί ο ΔΟΕΕ, και ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ διαβιβάζοντας την επικαιροποιημένη επιστολή χορήγησης άδειας και τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων, στην οποία αναφέρεται η πρόθεση του ΔΟΕΕ να προωθήσει εμπορικά ΟΕΕ της ΕΕ στο έδαφός τους, και έχουν άμεση και απευθείας πρόσβαση στην τεκμηρίωση που διαβιβάζεται σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν αμέσως τον ΔΟΕΕ σχετικά με τη διαβίβαση που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο. Από την ημερομηνία της εν λόγω διαβίβασης, ο ΔΟΕΕ είναι σε θέση να προωθεί εμπορικά τους νέους ΟΕΕ της ΕΕ στα κράτη μέλη υποδοχής ή τους ΟΕΕ της ΕΕ στα νέα κράτη μέλη υποδοχής.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ο ΔΟΕΕ δεν υποχρεούται να υποβάλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του πληροφορίες ή τεκμηρίωση που έχει ήδη παράσχει για τους σκοπούς της αδειοδότησής του και τα οποία δεν έχουν τροποποιηθεί ουσιωδώς έκτοτε.

9.Σε περίπτωση ουσιώδους αλλαγής στις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 2, ο ΔΟΕΕ ενημερώνει γραπτώς τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες πριν από την εφαρμογή της εν λόγω αλλαγής.

10.Όταν, λόγω μιας αλλαγής που αναφέρεται στην παράγραφο 9, ο ΔΟΕΕ δεν θα συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2011/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν τον ΔΟΕΕ, εντός 10 εργάσιμων ημερών από τη λήψη των πληροφοριών, ότι δεν επιτρέπεται να εφαρμόσει την εν λόγω αλλαγή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν σχετικά την ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

11.Όταν μια αλλαγή που αναφέρεται στην παράγραφο 9 εφαρμόζεται μετά τη διαβίβαση των πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 10 και όταν, λόγω της αλλαγής αυτής, ο ΔΟΕΕ ή η διαχείριση του ΟΕΕ της ΕΕ από τον ΔΟΕΕ δεν συμμορφώνεται πλέον με τον παρόντα κανονισμό ή την οδηγία 2011/61/ΕΕ, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 46 της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης, όπου είναι αναγκαίο, της ρητής απαγόρευσης της εμπορικής προώθησης του ΟΕΕ της ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΚΑΑ για τα εν λόγω μέτρα μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων στην οποία αναφέρονται τα μέτρα του πρώτου εδαφίου.

12.Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ έχουν σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να μη συμφωνούν με τα μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 11, ή με την απουσία των μέτρων αυτών, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του ΔΟΕΕ μπορούν να παραπέμψουν το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 17η 

Ρυθμίσεις για την ανάκληση της κοινοποίησης της εμπορικής προώθησης ΟΕΕ

1.Όταν ένας ΔΟΕΕ της ΕΕ προτίθεται να θέσει τέλος στη διάθεση των μεριδίων ή μετοχών μερικών ή όλων των ΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζεται σε κράτος μέλος για τους οποίους έχει προβεί σε κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 17ζ, υποβάλλει ανάκληση της κοινοποίησης στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του, η οποία περιλαμβάνει την πρόθεση τερματισμού των ρυθμίσεων που έχουν γίνει για τη διάθεση των μεριδίων ή μετοχών μερικών ή όλων των ΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζεται στο εν λόγω κράτος μέλος. Η πρόθεση αυτή δημοσιοποιείται με ηλεκτρονικά μέσα.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρέχονται τουλάχιστον σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

2.Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ επαληθεύουν αν είναι πλήρης η ανάκληση της κοινοποίησης που υποβάλλεται από τον ΔΟΕΕ σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του ΔΟΕΕ, το αργότερο εντός 5 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της πλήρους ανάκλησης κοινοποίησης, διαβιβάζουν την εν λόγω ανάκληση κοινοποίησης στην ΕΑΚΑΑ μέσω της πλατφόρμας δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 12 και ενημερώνουν αμέσως τον ΔΟΕΕ για την εν λόγω διαβίβαση.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής που προσδιορίζονται στην ανάκληση κοινοποίησης λαμβάνουν αμέσως κοινοποίηση από την πλατφόρμα δεδομένων, στην οποία αναφέρεται η πρόθεση ενός ΔΟΕΕ να θέσει τέλος στις ρυθμίσεις εμπορικής προώθησης στο εν λόγω κράτος μέλος σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Από την ημερομηνία της διαβίβασης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, ο ΔΟΕΕ παύει κάθε νέα ή περαιτέρω, άμεση ή έμμεση, προσφορά ή τοποθέτηση μεριδίων ή μετοχών των ΟΕΕ της ΕΕ που διαχειρίζεται στο κράτος μέλος για το οποίο έχει υποβάλει ανάκληση κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Άρθρο 17θ

Τέλη ΕΑΚΑΑ

1.Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους ΔΟΕΕ και τους ΟΣΕΚΑ για τις δαπάνες που σχετίζονται με τις διαδικασίες διαβατηρίου και ανάκλησης κοινοποίησης που αναφέρονται στα άρθρα 17γ έως 17η, συμπεριλαμβανομένου του ενδεδειγμένου μεριδίου των εξόδων συντήρησης της πλατφόρμας δεδομένων που χρησιμοποιείται για τον συγκεκριμένο σκοπό, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.

Τα τέλη που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο καταβάλλονται από ΔΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ όταν προτίθενται να προωθήσουν εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής τους, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 17γ και 17ζ του παρόντος κανονισμού.

2.Η Επιτροπή θεσπίζει, μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 18β, μέτρα που καθορίζουν τις ρυθμίσεις επιβολής και καταβολής των τελών που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Στις εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζονται ιδίως:

α)το ποσό των τελών που είναι πληρωτέα στην ΕΑΚΑΑ·

β)η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του μέγιστου ποσού των εν λόγω τελών σύμφωνα με κλιμακωτή διάρθρωση χρέωσης με βάση τον αριθμό των κρατών μελών υποδοχής στα οποία ο ΔΟΕΕ ή ο ΟΣΕΚΑ προτίθεται να προωθήσει εμπορικά τα μερίδια ή τις μετοχές ΟΕΕ ή ΟΣΕΚΑ·

γ)τα θέματα για τα οποία οφείλονται τα εν λόγω τέλη·

δ)ο τρόπος καταβολής των εν λόγω τελών·

ε)η συχνότητα και ο χρόνος επιβολής των εν λόγω τελών.».

17)Το άρθρο 18 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Έως την [έναρξη ισχύος + 5 έτη] η Επιτροπή, βάσει δημόσιας διαβούλευσης και υπό το πρίσμα των συζητήσεων με την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές, διενεργεί αξιολόγηση της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.».

18)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 18α και 18β:

«Άρθρο 18α 
Μεταβατικές διατάξεις

Τα άρθρα 17στ και 17ζ δεν εφαρμόζονται στην εμπορική προώθηση μεριδίων ή μετοχών των ΟΕΕ που αποτελούναντικείμενο τρέχουσας δημόσιας προσφοράς βάσει ενημερωτικού δελτίου που συντάχθηκε και δημοσιεύθηκε σύμφωνα με την οδηγία 2003/71/ΕΚ πριν από τις 22 Ιουλίου 2013 εφόσον ισχύει το εν λόγω δελτίο.

Άρθρο 18β 
Εξουσιοδότηση

1.Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στα άρθρα 4 και 17θ ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στα άρθρα 4 και 17θ ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο 4 ετών από την [να προστεθεί ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο 6 μήνες πριν από τη λήξη της τετραετίας. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσει σύμφωνα με την παράγραφο 5.

2.Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

3.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 1 αρχίζει να ισχύει μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η εν λόγω πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

4.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

Άρθρο 7

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 7) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7) “αρμόδια αρχή”: η αρμόδια αρχή κεντρικού αντισυμβαλλομένου όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·»·

β)προστίθεται το ακόλουθο σημείο 55:

«55) “σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος”: σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·».

2)Στο άρθρο 4 παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ESMA, όταν είναι μέλος του σώματος σύμφωνα με το στοιχείο ιδ), η ΕΑΤ και οι αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία δ), ε), ια) και ιβ) της παραγράφου 2 δεν έχουν δικαιώματα ψήφου σε σώματα εξυγίανσης.».

3)Στο άρθρο 5 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Η ESMA ιδρύει επιτροπή εξυγίανσης (στο εξής: Επιτροπή εξυγίανσης στο πλαίσιο της ESMA) κατά το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, με σκοπό την προετοιμασία των αποφάσεων που ανατίθενται στην ESMA στον παρόντα κανονισμό, εκτός από τις αποφάσεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος κανονισμού ή εκδίδονται στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων της ως αρμόδιας αρχής σημαντικού κεντρικού αντισυμβαλλομένου.».

4)Στο άρθρο 6, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι αρμόδιες αρχές, οι αρχές εξυγίανσης και η ESMA συνεργάζονται στενά για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, κατά τη φάση ανάκαμψης, η αρμόδια αρχή και τα μέλη του σώματος εποπτείας ή οι σχετικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 13γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, κατά περίπτωση, θα πρέπει να συνεργάζονται και να επικοινωνούν αποτελεσματικά με την αρχή εξυγίανσης, ώστε η εν λόγω αρχή να μπορεί να ενεργεί εγκαίρως.».

5)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 6α:

«Άρθρο 6α

Σημαντικοί CCP

Τα άρθρα 9 έως 20, 70 και 79 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται σε σημαντικούς CCP ως εξής:

α)για τους σκοπούς των άρθρων 9, 10, 13, 18, 19 και 70 του παρόντος κανονισμού, οι αναφορές στα εποπτικά σώματα νοούνται ως αναφορές στις σχετικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 13γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

β)δεν ισχύουν οι υποχρεώσεις που ορίζονται στα άρθρα 18, 19 και 79 του παρόντος κανονισμού σχετικά με την ενημέρωση της ESMA από την αρμόδια αρχή· 

γ)για τους σκοπούς του άρθρου 10 παράγραφοι 2, 7, 9 και 10 του παρόντος κανονισμού και κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11, η ESMA συντονίζεται με τις σχετικές αρχές, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 13γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία συντονισμού: 

α)οι σχετικές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 13γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, εξετάζουν το σχέδιο ανάκαμψης και, εάν οποιαδήποτε αρχή θεωρεί ότι υπάρχουν ουσιώδεις ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή οποιοδήποτε ουσιώδες εμπόδιο στην εφαρμογή του, η εν λόγω αρχή διατυπώνει συστάσεις προς την ESMA σχετικά με τα θέματα αυτά εντός δύο μηνών από τη διαβίβαση του σχεδίου ανάκαμψης από την ESMA·

β)η ESMA λαμβάνει αποφάσεις για τα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις των σχετικών αρχών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 13γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· 

γ)στη συμφωνία συνεργασίας που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 μπορεί να καθορίζοντα διαδικαστικά στάδια και ρυθμίσεις σχετικά με τον συντονισμό μεταξύ της ESMA και των σχετικών αρχών, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 13γ) του εν λόγω κανονισμού.».

Άρθρο 8

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει απαιτήσεις σχετικά με τις υποδομές αγοράς τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (στο εξής: DLT) και τους διαχειριστές τους όσον αφορά:

α)τη χορήγηση και την ανάκληση ειδικών αδειών για τη διαχείριση υποδομών αγοράς DLT και την παροχή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών DLT και υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

β)τη χορήγηση, την τροποποίηση και την άρση εξαιρέσεων σε σχέση με ειδικές άδειες·

γ)την επιβολή, την τροποποίηση και την άρση των όρων που συνοδεύουν τις εξαιρέσεις, και την επιβολή, την τροποποίηση και την άρση αντισταθμιστικών ή διορθωτικών μέτρων·

δ)τη λειτουργία υποδομών αγοράς DLT και την παροχή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών DLT και υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT·

ε)την εποπτεία υποδομών αγοράς DLT και των παρόχων συμβολαιογραφικών υπηρεσιών DLT και υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT· και

στ)τη συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών υποδομών αγοράς DLT, των αρμόδιων αρχών και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ESMA).».

2)Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)το σημείο 5) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5) “υποδομή αγοράς DLT”: τόπος διαπραγμάτευσης DLT, σύστημα διακανονισμού DLT ή σύστημα διαπραγμάτευσης και διακανονισμού DLΤ·»·

β)το σημείο 6) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6) “τόπος διαπραγμάτευσης DLT” ή “ΤΔ DLT”: πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης ή μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης, ο οποίος εισάγει προς διαπραγμάτευση μόνο χρηματοπιστωτικά μέσα DLΤ·»·

γ)το σημείο 10) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10) “σύστημα διαπραγμάτευσης και διακανονισμού DLT” ή “ΣΔΔ DLT”: ΤΔ DLT ή ΣΔ DLT που συνδυάζει τις υπηρεσίες που παρέχονται από έναν ΤΔ DLT και ένα ΣΔ DLΤ·»·

δ)το σημείο 13) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«13) “πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης” ή “ΠΜΔ”: ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·»·

ε)εισάγεται το ακόλουθο σημείο 13α):

«13α) “μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης” ή “ΜΟΔ”: ο μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·»·

στ)το σημείο 20) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«20) “διαχειριστής αγοράς”: ο διαχειριστής αγοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014·»·

ζ)το σημείο 21) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«21) “αρμόδια αρχή”:

α)μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή η ESMA, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2κα παράγραφος 1, στο άρθρο 2κβ παράγραφος 1, στο άρθρο 2κδ παράγραφος 1 και στο άρθρο 38α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014·

β)μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·

γ)η ESMA για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

δ)μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές που ορίζονται διαφορετικά από έκαστο κράτος μέλος για την εποπτεία της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.»·

η)προστίθενται τα ακόλουθα σημεία 21α) έως 21ιδ):

«21α)    “πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων” ή “CASP” : ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 40

21β)    “πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP”: CASP που έχει λάβει άδεια λειτουργίας πλατφόρμας διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114·

21γ)    “συμβολαιογραφική υπηρεσία DLT”: η συμβολαιογραφική υπηρεσία όπως αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 1 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα DLT·

21δ)    “συμβολαιογράφος DLT”: ο πάροχος συμβολαιογραφικών υπηρεσιών DLT που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του παρόντος κανονισμού ή ως ΚΑΤ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·

21ε)    “υπηρεσία κεντρικής διατήρησης DLT”: η υπηρεσία κεντρικής διατήρησης όπως αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 2 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα DLT·

21στ)    “υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT”: ο πάροχος υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης DLT που έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του παρόντος κανονισμού ή ως ΚΑΤ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·

21ζ)    “κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού”: το σύνολο κανόνων και διαδικασιών που έχουν εγκριθεί για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων DLT σύμφωνα με το άρθρο 10γ μεταξύ τουλάχιστον δύο οντοτήτων που έχουν λάβει άδεια παροχής υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT·

21η)    “μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις” ή “ΜΜΕ”: μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 13 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

21θ)    “κράτος μέλος καταγωγής”: το κράτος μέλος στο οποίο έχει την έδρα του συμβολαιογράφος DLT ή υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT·

21ι)    “κράτος μέλος υποδοχής”: το κράτος μέλος στο οποίο ένας συμβολαιογράφος DLT ή ένας υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παρέχει τις υπηρεσίες του, όταν είναι διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής·

21ια)    “απλουστευμένο καθεστώς”: το σύνολο των διατάξεων του παρόντος κανονισμού που εφαρμόζονται στις υποδομές αγοράς DLT οι οποίες λειτουργούν με την επιφύλαξη των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β και σύμφωνα με το άρθρο 7α·

21ιβ)    “κανονικό καθεστώς”: το σύνολο των διατάξεων του παρόντος κανονισμού που εφαρμόζονται στις υποδομές αγοράς DLT που δεν είναι επιλέξιμες για συμμετοχή στο απλουστευμένο καθεστώς και λειτουργούν με την επιφύλαξη των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2·

21ιγ)    “παράδοση έναντι πληρωμής” ή “DVP”: ο μηχανισμός διακανονισμού αξιογράφων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 27) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·

21ιδ)    “χρήμα εμπορικών τραπεζών”: το χρήμα εμπορικών τραπεζών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014·

21ιε)    “εντολή μεταβίβασης”: εντολή μεταβίβασης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 20) του κανονισμού (ΕΕ).../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας·».

3)Το άρθρο 3 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 απαλείφεται·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η αθροιστική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε υποδομή αγοράς DLT ή που καταχωρίζονται σε υποδομή αγοράς DLT δεν υπερβαίνει τα 100 δισ. EUR κατά τη στιγμή της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση ή της αρχικής καταχώρισης ενός νέου χρηματοπιστωτικού μέσου DLT.

Όταν η εισαγωγή προς διαπραγμάτευση ή η αρχική καταχώριση ενός νέου χρηματοπιστωτικού μέσου DLT θα είχε ως αποτέλεσμα η αθροιστική αγοραία αξία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο να φτάσει τα 100 δισ. EUR, η υποδομή αγοράς DLT δεν εισάγει προς διαπραγμάτευση το εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο DLT ούτε το καταχωρίζει.

Οι υποδομές αγοράς DLT που λειτουργούν υπό το κανονικό καθεστώς και αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου διασφαλίζουν ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση του ορίου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου.»·

γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 2α και 2β:

«2α.    Όταν η αθροιστική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση ή καταχωρίζονται σε υποδομή αγοράς DLT που λειτουργεί υπό το κανονικό καθεστώς φτάσει τα 150 δισ. EUR, ο διαχειριστής της υποδομής αγοράς DLT ενεργοποιεί τη στρατηγική μετάβασης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 7. Ο διαχειριστής της υποδομής αγοράς DLT κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την ενεργοποίηση της στρατηγικής μετάβασης και το χρονοδιάγραμμα για τη μετάβαση στη μηνιαία έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 5.

2β.    Η αθροιστική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση ή καταχωρίζονται σε υποδομή αγοράς DLT που λειτουργεί υπό το απλουστευμένο καθεστώς δεν υπερβαίνει τα 10 δισ. EUR κατά τη στιγμή της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση ή της αρχικής καταχώρισης ενός νέου χρηματοπιστωτικού μέσου DLT.

Όταν η εισαγωγή προς διαπραγμάτευση ή η αρχική καταχώριση ενός νέου χρηματοπιστωτικού μέσου DLT θα είχε ως αποτέλεσμα η αθροιστική αγοραία αξία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο να φτάσει τα 10 δισ. EUR, η υποδομή αγοράς DLT δεν εισάγει προς διαπραγμάτευση το εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο DLT ούτε το καταχωρίζει, εκτός εάν η υποδομή αγοράς DLT μεταβεί στο κανονικό καθεστώς.

Οι υποδομές αγοράς DLT που λειτουργούν υπό το απλουστευμένο καθεστώς και αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου διασφαλίζουν ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση του ορίου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο βάσει της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου.»·

δ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Όταν η αθροιστική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση ή καταχωρίζονται σε υποδομή αγοράς DLT που λειτουργεί υπό το απλουστευμένο καθεστώς φτάσει τα [15] δισ. EUR, ο διαχειριστής της υποδομής αγοράς DLT ενεργοποιεί τη στρατηγική μετάβασης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 7. Ο διαχειριστής της υποδομής αγοράς DLT κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την ενεργοποίηση της στρατηγικής μετάβασης και το χρονοδιάγραμμα για τη μετάβαση στη μηνιαία έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 5.»·

ε)στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με βάση τον μηνιαίο μέσο όρο που υπολογίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ο διαχειριστής της υποδομής αγοράς DLT:

α)αξιολογεί, σε μηνιαία βάση, αν η αθροιστική αγοραία αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT φθάνει το όριο που αναφέρεται στις παραγράφους 2, 2α, 2β ή 3 του παρόντος άρθρου· και

β)ενεργοποιεί τη στρατηγική μετάβασης που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 7 σύμφωνα με την παράγραφο 2α ή 3 του παρόντος άρθρου.»·

στ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Ο διαχειριστής υποδομής αγοράς DLT υποβάλλει μηνιαίες εκθέσεις στην αρμόδια αρχή του, οι οποίες αποδεικνύουν ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση ή καταχωρίζονται στην υποδομή αγοράς DLT δεν υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στις παραγράφους 2, 2α, 2β και 3.»·

ζ)η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 εφαρμόζεται σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση σε ΤΔ DLT ή σε ΣΔΔ DLT, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τελούν υπό τη διαχείριση πλατφόρμας διαπραγμάτευσης CASP σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»·

η)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 7α:

«7α. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης σύμφωνα με το άρθρο 15α για την τροποποίηση των παραγράφων 2 και 2β του παρόντος άρθρου με προσαρμογή των ορίων που προβλέπονται σε αυτές υπό το πρίσμα των εξελίξεων της αγοράς.

Κατά την εξέταση της προσαρμογής των ορίων που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 2β, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)αν η προσαρμογή ή η παράλειψη προσαρμογής ενέχει κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

β)αν η προσαρμογή συνεπάγεται άλλους σημαντικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική αγορά, οι οποίοι ενδέχεται να μην αντιμετωπίζονται επαρκώς με άλλα μέτρα μετριασμού που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή σε σχετικούς κανόνες·

γ)αν οι συνθήκες της αγοράς και η αποδεδειγμένη ζήτηση της αγοράς δικαιολογούν την προσαρμογή.».

4)Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)Ο τίτλος του άρθρου τροποποιείται ως εξής:

«Απαιτήσεις και εξαιρέσεις όσον αφορά τους ΤΔ DLT»·

β)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ένας ΤΔ DLT που είναι ΠΜΔ ή ΜΟΔ υπόκειται στις απαιτήσεις που ισχύουν για πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης ή μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, αντίστοιχα.»·

β)στο δεύτερο εδάφιο, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες έχει λάβει εξαίρεση η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον ΤΔ DLT σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, με την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς συμμορφώνεται με:»·

γ)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 1α και 1β:

«1α. Πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP που διαχειρίζεται ΤΔ DLT υπόκειται:

α)τηρουμένων των αναλογιών, στις απαιτήσεις που ισχύουν για πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όταν διαχειρίζεται τον ΤΔ DLT ως ΠΜΔ, εξαιρουμένων των άρθρων 5 έως 13 και του άρθρου 15 της εν λόγω οδηγίας· ή

β)τηρουμένων των αναλογιών, στις απαιτήσεις που ισχύουν για μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όταν διαχειρίζεται τον ΤΔ DLT ως ΜΟΔ, εξαιρουμένων των άρθρων 5 έως 13 και του άρθρου 15 της εν λόγω οδηγίας.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες έχει λάβει εξαίρεση η πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP που διαχειρίζεται ΤΔ DLT δυνάμει των παραγράφων 2 έως 3 του παρόντος άρθρου, με την προϋπόθεση ότι ο CASP συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7·

β)τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου· και

γ)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία κρίνει σκόπιμα η αρμόδια αρχή, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες έχει ζητηθεί εξαίρεση, ή προκειμένου να διασφαλιστούν η προστασία των επενδυτών, η ακεραιότητα της αγοράς ή η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

1β. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1α δεν εφαρμόζονται, αντίστοιχα, όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες έχει λάβει εξαίρεση η επιχείρηση επενδύσεων, ο διαχειριστής αγοράς ή ο CASP που διαχειρίζεται ΤΔ DLT δυνάμει του άρθρου 4α, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση επενδύσεων, ο διαχειριστής αγοράς ή ο CASP συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7·

β)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4α.»·

δ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Εκτός από τα πρόσωπα που προσδιορίζονται στο άρθρο 53 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εφόσον ζητηθεί από διαχειριστή ΤΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον εν λόγω διαχειριστή να δεχθεί ως μέλη ή συμμετέχοντες φυσικά και νομικά πρόσωπα που θα πραγματοποιούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω πρόσωπα πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη·

β)διαθέτουν επαρκές επίπεδο συναλλακτικών ικανοτήτων, δεξιοτήτων και πείρας, συμπεριλαμβανομένων γνώσεων όσον αφορά τη λειτουργία της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού·

γ)δεν είναι ειδικοί διαπραγματευτές στον ΤΔ DLΤ·

δ)δεν χρησιμοποιούν τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα στον ΤΔ DLΤ·

ε)δεν παρέχουν σε άλλα πρόσωπα άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση στον ΤΔ DLΤ·

στ)δεν διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών στην υποδομή αγοράς DLT· και

ζ)έχουν δώσει συγκατάθεση κατόπιν ενημέρωσης για τη διαπραγμάτευση στον ΤΔ DLT ως μέλη ή συμμετέχοντες και έχουν ενημερωθεί από τον ΤΔ DLT για τους πιθανούς κινδύνους της χρήσης των συστημάτων του για τη διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικών μέσων DLT.

Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή χορηγήσει την εξαίρεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, μπορεί να απαιτήσει πρόσθετα μέτρα για την προστασία των φυσικών προσώπων που γίνονται δεκτά στον ΤΔ DLT ως μέλη ή συμμετέχοντες. Τα μέτρα αυτά είναι αναλογικά προς το προφίλ κινδύνου των εν λόγω μελών ή συμμετεχόντων.»·

ε)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΤΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή ή τα μέλη του ή τους συμμετέχοντες σ’ αυτόν από την εφαρμογή του άρθρου 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

Όταν η αρμόδια αρχή χορηγεί εξαίρεση όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ο ΤΔ DLT τηρεί αρχεία όλων των συναλλαγών που εκτελούνται μέσω των συστημάτων του. Τα αρχεία αυτά περιέχουν όλα τα σχετικά λεπτομερή στοιχεία που προσδιορίζονται στο άρθρο 26 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, τα οποία αφορούν το σύστημα που χρησιμοποιείται από τον ΤΔ DLT και το μέλος ή τον συμμετέχοντα που εκτελεί τη συναλλαγή. Ο ΤΔ DLT διασφαλίζει επίσης ότι οι αρμόδιες αρχές που έχουν εξουσιοδοτηθεί να λαμβάνουν τα δεδομένα απευθείας από τον τόπο διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το άρθρο 26 του εν λόγω κανονισμού έχουν απευθείας και άμεση πρόσβαση στα συγκεκριμένα λεπτομερή στοιχεία. Προκειμένου να έχει πρόσβαση στα εν λόγω αρχεία, η εκάστοτε αρμόδια αρχή γίνεται δεκτή στον ΤΔ DLT ως συμμετέχων ρυθμιστικός παρατηρητής.

Η αρμόδια αρχή θέτει στη διάθεση της ESMA, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε πληροφορία στην οποία είχε πρόσβαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»·

στ)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Όταν ένας διαχειριστής ΤΔ DLT αιτείται εξαίρεση δυνάμει της παραγράφου 2 ή 3, αποδεικνύει ότι η αιτούμενη εξαίρεση:

α)είναι αναλογική και τεκμηριωμένη λόγω χρήσης της DLT· και

β)περιορίζεται στον ΤΔ DLT και δεν επεκτείνεται σε κανέναν άλλο πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης ή μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης που τελεί υπό τη διαχείριση του εν λόγω διαχειριστή.»·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 4α εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε ΚΑΤ που διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 2.».

5)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 4α:

«Άρθρο 4α

Άλλες εξαιρέσεις όσον αφορά τους ΤΔ DLT

1.Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΤΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω ΤΔ DLT από ειδικές διατάξεις των τίτλων I και II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή των τίτλων Iα, II, IV, V και VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 πλην εκείνων που καλύπτονται από το άρθρο 4, υπό την προϋπόθεση ότι, για καθεμία από τις διατάξεις για τις οποίες έχει ζητηθεί εξαίρεση, πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)η συμμόρφωση με τη διάταξη για την οποία έχει ζητηθεί εξαίρεση είναι ασύμβατη ή εξαιρετικά δυσανάλογη με τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού·

β)η αιτούμενη εξαίρεση περιορίζεται στον ΤΔ DLT και δεν επεκτείνεται σε τόπο διαπραγμάτευσης που τελεί υπό τη διαχείριση της ίδιας οντότητας·

γ)η αιτούμενη εξαίρεση, όταν αξιολογείται μαζί με τα σχετικά αντισταθμιστικά μέτρα, δεν υπονομεύει τους στόχους για τους οποίους θεσπίστηκε η διάταξη·

δ)η αιτούμενη εξαίρεση δεν υπονομεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς και την προστασία των επενδυτών·

ε)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT συμμορφώνεται με τα αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί κατάλληλα για την επίτευξη των στόχων της διάταξης για την οποία έχει ζητηθεί εξαίρεση.

2.Ο διαχειριστής ΤΔ DLT υποβάλλει εγγράφως στην αρμόδια αρχή αίτημα για εξαιρέσεις προς έγκριση. Το αίτημα περιλαμβάνει:

α)κατάλογο των αιτούμενων εξαιρέσεων και τον τρόπο με τον οποίο οι αιτούμενες εξαιρέσεις, μεμονωμένα και από κοινού, πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), γ) και δ)· και

β)προτεινόμενα αντισταθμιστικά μέτρα για την επίτευξη των στόχων των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες ζητήθηκε εξαίρεση.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει τυχόν περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να ολοκληρώσει την αξιολόγηση του αιτήματος.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα όταν κρίνει ότι το αίτημα είναι πλήρες.

3.Εντός δύο μηνών από την επιβεβαίωση της πληρότητας του αιτήματος, η αρμόδια αρχή υποβάλλει στην ESMA σχέδιο αξιολόγησης του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2, μαζί με το πλήρες αίτημα. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή του σχεδίου αξιολόγησης, η ESMA παρέχει στην αρμόδια αρχή μη δεσμευτική γνώμη σχετικά με το σχέδιο αξιολόγησης και τις αιτούμενες εξαιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται αναγκαίο, συστάσεων για πρόσθετα αντισταθμιστικά μέτρα.

Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τη γνώμη αυτή και υποβάλλει στην ESMA δήλωση σχετικά με τυχόν σημαντικές αποκλίσεις από την εν λόγω γνώμη, αν το ζητήσει η ESMA. Η γνώμη της ESMA και η δήλωση της αρμόδιας αρχής δεν δημοσιοποιούνται.

Εντός πέντε μηνών από την επιβεβαίωση της πληρότητας του αιτήματος, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την επιχείρηση για την έγκριση ή την απόρριψη του αιτήματος και για τα αντισταθμιστικά μέτρα που κρίνει κατάλληλα για την επίτευξη των στόχων των διατάξεων για τις οποίες έχουν χορηγηθεί εξαιρέσεις.».

6)Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 έως 8 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Ο διαχειριστής ΣΔ DLT υπόκειται στις απαιτήσεις που ισχύουν για ΚΑΤ που διαχειρίζεται σύστημα διακανονισμού αξιογράφων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο διαχειριστής ΣΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση δυνάμει των παραγράφων 2 έως 9 του παρόντος άρθρου, με την προϋπόθεση ότι το ΣΔ DLT συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7·

β)τις παραγράφους 2 έως 10 του παρόντος άρθρου· και

γ)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία κρίνει σκόπιμα η αρμόδια αρχή, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες έχει ζητηθεί εξαίρεση, ή προκειμένου να διασφαλιστούν η προστασία των επενδυτών, η ακεραιότητα της αγοράς ή η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Αντίστοιχα, το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο διαχειριστής ΣΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 4α, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση επενδύσεων, ο διαχειριστής αγοράς ή ο CASP συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7·

β)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5α.

2. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή από την εφαρμογή του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημεία 4), 9) ή 28), ή του άρθρου 3, 37 ή 38 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι ο διαχειριστής ΣΔ DLT:

α)αποδεικνύει ότι η χρήση «λογαριασμού αξιογράφων», όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 28) του εν λόγω κανονισμού, ή η χρήση λογιστικής εγγραφής όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού είναι ασύμβατη με τη χρήση της ειδικής τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού·

β)προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα για την επίτευξη των στόχων των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες ζητήθηκε εξαίρεση, και διασφαλίζει τουλάχιστον ότι:

α)τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT καταχωρίζονται στο κατανεμημένο καθολικό·

β)ο αριθμός των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT μιας έκδοσης ή μέρους μιας έκδοσης που καταχωρίζει το ΣΔ DLT ισούται με τον συνολικό αριθμό των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που αποτελούν την εν λόγω έκδοση ή μέρος της έκδοσης και τα οποία καταχωρίζονται στο κατανεμημένο καθολικό ανά πάσα στιγμή·

γ)τηρεί αρχεία που επιτρέπουν στον διαχειριστή του ΣΔ DLT να διαχωρίζει, ανά πάσα στιγμή, χωρίς καθυστέρηση, τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT ενός μέλους, συμμετέχοντος, εκδότη ή πελάτη από εκείνα οποιουδήποτε άλλου μέλους, συμμετέχοντος, εκδότη ή πελάτη· και

δ)δεν επιτρέπει υπεραναλήψεις αξιογράφων, χρεωστικά υπόλοιπα ή την αθέμιτη δημιουργία ή διαγραφή αξιογράφων.

3. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή από την εφαρμογή του άρθρου 6 ή 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω διαχειριστής διασφαλίζει τουλάχιστον, μέσω αξιόπιστων διαδικασιών και ρυθμίσεων, ότι το ΣΔ DLT:

α)καθιστά δυνατή τη σαφή, ακριβή και έγκαιρη επιβεβαίωση των στοιχείων των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληρωμών που πραγματοποιούνται σε σχέση με τα εν λόγω μέσα, καθώς και την αποδέσμευση οποιασδήποτε εξασφάλισης σε σχέση με τα εν λόγω μέσα ή την απαίτηση παροχής τυχόν εξασφάλισης σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLΤ· και

β)αποτρέπει ή, εάν δεν είναι δυνατόν, αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού, εάν δεν είναι δυνατή η αποτροπή τους.

4. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή από την εφαρμογή του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 αποκλειστικά όσον αφορά την εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας σε τρίτο, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή του εν λόγω άρθρου είναι ασύμβατη με τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού όπως προβλέπεται από τον διαχειριστή του ΣΔ DLT.

5. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στον εν λόγω διαχειριστή ΣΔ DLT να δεχθεί ως συμμετέχοντες στο ΣΔ DLT φυσικά και νομικά πρόσωπα πέρα από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) …/… σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω πρόσωπα:

α)διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη·

β)διαθέτουν επαρκές επίπεδο ικανοτήτων, δεξιοτήτων, πείρας και γνώσεων όσον αφορά τον διακανονισμό, τη λειτουργία της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού και την εκτίμηση κινδύνου· και

γ)έχουν δώσει συγκατάθεση, κατόπιν ενημέρωσης, να συμπεριληφθούν στο πιλοτικό καθεστώς που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό, και έχουν ενημερωθεί επαρκώς για τον πειραματικό χαρακτήρα του και τους σχετικούς με αυτόν δυνητικούς κινδύνους.

6. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή από την εφαρμογή του άρθρου 33, 34 ή 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω διαχειριστής προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα για την επίτευξη των στόχων των εν λόγω άρθρων και διασφαλίζει, τουλάχιστον, ότι:

α)το ΣΔ DLT δημοσιοποιεί κριτήρια συμμετοχής που επιτρέπουν δίκαιη και ανοικτή πρόσβαση για όλα τα πρόσωπα που προτίθενται να γίνουν συμμετέχοντες και ότι τα εν λόγω κριτήρια είναι διαφανή, αντικειμενικά και δεν εισάγουν διακρίσεις· και

β)το ΣΔ DLT δημοσιεύει τις σχετικές τιμές και τέλη για τις υπηρεσίες διακανονισμού που παρέχει.

7. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή από την εφαρμογή του άρθρου 39 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ΣΔ DLT προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα για την επίτευξη των στόχων του εν λόγω άρθρου και διασφαλίζει τουλάχιστον, μέσω αξιόπιστων διαδικασιών και ρυθμίσεων, ότι:

α)το ΣΔ DLT διακανονίζει συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT σχεδόν σε πραγματικό χρόνο ή κατά τη διάρκεια μίας ημέρας και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο κατά τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής·

β)το ΣΔ DLT δημοσιοποιεί τους κανόνες που διέπουν το σύστημα διακανονισμού· και

γ)το ΣΔ DLT μετριάζει κάθε κίνδυνο που προκύπτει από τον μη χαρακτηρισμό του ΣΔ DLT ως καθορισμένου συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) .../... σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ιδίως όσον αφορά τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Για τους σκοπούς της διαχείρισης ενός ΣΔ DLT, ο ορισμός του ΚΑΤ στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ως νομικού προσώπου που διαχειρίζεται σύστημα διακανονισμού αξιογράφων δεν συνεπάγεται υποχρέωση των κρατών μελών να ορίζουν ένα ΣΔ DLT ως καθορισμένο σύστημα βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ) …/… σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας. Ωστόσο, δεν απαγορεύεται στα κράτη μέλη να ορίζουν ένα ΣΔ DLT ως καθορισμένο σύστημα βάσει του κανονισμού (ΕΕ) …/… σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όταν το ΣΔ DLT πληροί τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού.

Όταν ένα ΣΔ DLT δεν ορίζεται ως καθορισμένο σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) …/… σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, την κατάργηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ο διαχειριστής ΣΔ DLT προτείνει αντισταθμιστικά μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων που απορρέουν από την αφερεγγυότητα.

8. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει τον εν λόγω διαχειριστή από την εφαρμογή του άρθρου 40 και του τίτλου IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω διαχειριστής διακανονίζει συναλλαγές με βάση την παράδοση έναντι πληρωμής και συμμορφώνεται με τις παραγράφους 8α έως 8στ.»·

β)προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι 8α έως 8η:

«8α.    Ο διακανονισμός των πληρωμών πραγματοποιείται μέσω χρήματος κεντρικής τράπεζας, μεταξύ άλλων υπό μορφή μαρκών, εφόσον η επιλογή αυτή είναι πρακτική και εφικτή ή, όταν δεν είναι πρακτική και εφικτή, μέσω χρήματος εμπορικών τραπεζών, μεταξύ άλλων υπό μορφή μαρκών, με τη χρήση των λογαριασμών ΚΑΤ ή πιστωτικού ιδρύματος ή με τη χρήση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος.

8β.    Όταν ο διακανονισμός πληρωμών πραγματοποιείται με χρήμα εμπορικών τραπεζών μέσω των λογαριασμών ενός ΚΑΤ, πραγματοποιείται σύμφωνα με τον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

8γ.    Όταν ο διακανονισμός πληρωμών πραγματοποιείται με χρήμα εμπορικών τραπεζών μέσω των λογαριασμών πιστωτικού ιδρύματος, εφαρμόζεται ο τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 στον διαχειριστή του ΣΔ DLT και στο καθορισμένο πιστωτικό ίδρυμα, με εξαίρεση το άρθρο 54β παράγραφος 5 στοιχείο γ).

Όταν το καθορισμένο πιστωτικό ίδρυμα παρέχει τη συμβολαιογραφική υπηρεσία DLT και την υπηρεσία κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με το άρθρο 10β ή 10γ, το πιστωτικό ίδρυμα εξαιρείται επιπλέον από το άρθρο 54β παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ο τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν εφαρμόζεται σε πιστωτικό ίδρυμα όταν αυτό παρέχει τον διακανονισμό πληρωμών με χρήμα εμπορικών τραπεζών σε υποδομή αγοράς DLT που τελεί υπό διαχείριση βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος.

Όταν ο διακανονισμός πληρωμών πραγματοποιείται με τη χρήση αναπαραστάσεων στο ΣΔΔ DLT προχρηματοδοτημένου χρήματος εμπορικών τραπεζών που τηρείται σε έναν ή περισσότερους λογαριασμούς σε πιστωτικό ίδρυμα, θεωρείται διακανονισμός στους λογαριασμούς του πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)όταν το ΣΔΔ DLT λειτουργεί με βάση το απλουστευμένο καθεστώς:

1)ο διαχειριστής ΣΔΔ DLT έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων· και

2)ο διαχειριστής ΣΔΔ DLT προσδιορίζει, μετρά, παρακολουθεί, διαχειρίζεται και ελαχιστοποιεί τυχόν κινδύνους που προκύπτουν από το εν λόγω μοντέλο διακανονισμού·

β)όταν το ΣΔΔ DLT λειτουργεί με βάση το κανονικό καθεστώς:

1)ο διαχειριστής ΣΔΔ DLT έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων·

2)ο διαχειριστής ΣΔΔ DLT προσδιορίζει, μετρά, παρακολουθεί, διαχειρίζεται και ελαχιστοποιεί τυχόν κινδύνους που προκύπτουν από το εν λόγω μοντέλο διακανονισμού·

3)το πιστωτικό ίδρυμα που τηρεί τους λογαριασμούς με προχρηματοδοτημένο χρήμα εμπορικών τραπεζών υπόκειται στον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, με εξαίρεση το άρθρο 54β παράγραφος 5 στοιχείο γ).

8δ.    Ο διακανονισμός πληρωμών με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος διενεργείται μόνο με μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος που αναφέρεται στην αξία επίσημου νομίσματος της ΕΕ, εκτός εάν διενεργείται για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικού μέσου DLT που εκφράζεται σε νόμισμα εκτός ΕΕ.

8ε.    Όταν ο διακανονισμός πληρωμών πραγματοποιείται με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, η υπηρεσία παροχής λογαριασμών μετρητών για μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μπορεί να παρέχεται από τον διαχειριστή ΣΔ DLT, πιστωτικό ίδρυμα, CASP που έχει λάβει άδεια φύλαξης μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 ή από κάθε άλλη χρηματοπιστωτική οντότητα που έχει λάβει άδεια φύλαξης μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος σύμφωνα με το άρθρο 60 του εν λόγω κανονισμού, με την επιφύλαξη της διαδικασίας κοινοποίησης που ορίζεται στο εν λόγω άρθρο.

Οι υπηρεσίες που σχετίζονται με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος, εκτός από την παροχή λογαριασμών μετρητών για μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος και τη διεκπεραίωση πληρωμών μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, οι οποίες αντιστοιχούν σε υπηρεσίες που απαριθμούνται στο τμήμα Γ του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, παρέχονται από πιστωτικό ίδρυμα που συμμορφώνεται με τον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, με εξαίρεση το άρθρο 54β παράγραφος 5 στοιχείο γ).

Όταν το πιστωτικό ίδρυμα παρέχει τη συμβολαιογραφική υπηρεσία DLT και την υπηρεσία κεντρικής διατήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με το άρθρο 10β ή 10γ, το πιστωτικό ίδρυμα εξαιρείται επιπλέον από το άρθρο 54β παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ο τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν εφαρμόζεται σε πιστωτικό ίδρυμα που παρέχει τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο τμήμα Γ του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σε υποδομή αγοράς DLT που δραστηριοποιείται βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος.

8στ.    Όταν ο διακανονισμός πραγματοποιείται με χρήμα εμπορικών τραπεζών που παρέχεται από πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο δεν εφαρμόζεται ο τίτλος IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 8γ, ή όταν ο διακανονισμός πληρωμών πραγματοποιείται με «μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος», το ΣΔ DLT εντοπίζει, μετρά, παρακολουθεί, διαχειρίζεται και ελαχιστοποιεί τυχόν κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση των εν λόγω μέσων.

8ζ.    Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει το εν λόγω ΣΔ DLT από την εφαρμογή του άρθρου 45α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ΣΔ DLT αποδεικνύει τη συμμόρφωση με το άρθρο 7.

8η.    Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει το εν λόγω ΣΔ DLT από την εφαρμογή του άρθρου 48α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ΣΔ DLT δεσμεύεται να συμμετάσχει στην κλαδική ομάδα που αναφέρεται στο άρθρο 10ζ. Η αρμόδια αρχή διατηρεί την εξαίρεση εφόσον οι διαχειριστές ΣΔ DLT αποδείξουν τη συμμετοχή τους στην κλαδική ομάδα έως ότου η ομάδα υλοποιήσει τα τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 10ζ.»·

γ)οι παράγραφοι 9 και 10 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«9. Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει το εν λόγω ΣΔ DLT από την εφαρμογή του άρθρου 50, 51 ή 53 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ΣΔ DLT αποδεικνύει ότι η χρήση της DLT είναι ασύμβατη με κληροδοτημένα συστήματα άλλων ΚΑΤ ή άλλων υποδομών αγοράς ή ότι η παροχή πρόσβασης σε άλλο ΚΑΤ ή η πρόσβαση σε άλλη υποδομή αγοράς που χρησιμοποιεί κληροδοτημένα συστήματα θα προκαλούσε δυσανάλογες δαπάνες, δεδομένης της κλίμακας δραστηριοτήτων του ΣΔ DLT.

Όταν ένα ΣΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, παρέχει σε άλλους διαχειριστές ΣΔ DLT ή σε άλλους διαχειριστές ΣΔΔ DLT πρόσβαση στο ΣΔ DLT που διαχειρίζεται. Το ΣΔ DLT ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την πρόθεσή του να παράσχει την εν λόγω πρόσβαση. Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαγορεύσει την πρόσβαση αυτή στον βαθμό που η πρόσβαση αυτή θα ήταν επιζήμια για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης ή του χρηματοπιστωτικού συστήματος του οικείου κράτους μέλους.

10. Όταν ένα ΣΔ DLT αιτείται εξαίρεση δυνάμει των παραγράφων 2 έως 9, αποδεικνύει ότι η αιτούμενη εξαίρεση:

α)είναι αναλογική και τεκμηριωμένη λόγω χρήσης της DLT· και

β)περιορίζεται στο ΣΔ DLT και δεν επεκτείνεται σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του ίδιου ΚΑΤ.».

7)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 5α:

«Άρθρο 5α

Άλλες εξαιρέσεις όσον αφορά τα ΣΔ DLT

1.Κατόπιν αιτήματος διαχειριστή ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή μπορεί να εξαιρέσει το εν λόγω ΣΔ DLT από ειδικές διατάξεις των τίτλων II και III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 πλην εκείνων που καλύπτονται από το άρθρο 5, υπό την προϋπόθεση ότι, για καθεμία από τις διατάξεις για τις οποίες έχει ζητηθεί εξαίρεση, πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)η συμμόρφωση με τη διάταξη για την οποία έχει ζητηθεί εξαίρεση είναι ασύμβατη ή εξαιρετικά δυσανάλογη με τη χρήση DLT·

β)η αιτούμενη εξαίρεση περιορίζεται στο ΣΔ DLT και δεν επεκτείνεται σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του ίδιου ΚΑΤ·

γ)η αιτούμενη εξαίρεση δεν υπονομεύει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, την ακεραιότητα της αγοράς και την προστασία των επενδυτών·

δ)το ΣΔ DLT συμμορφώνεται με τα αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία η αρμόδια αρχή θεωρεί κατάλληλα για την επίτευξη των στόχων της διάταξης για την οποία έχει ζητηθεί εξαίρεση.

2.Ο διαχειριστής ΣΔ DLT υποβάλλει εγγράφως στην αρμόδια αρχή αίτημα για έγκριση. Το αίτημα περιλαμβάνει:

α)τον κατάλογο των αιτούμενων εξαιρέσεων και τον τρόπο με τον οποίο οι αιτούμενες εξαιρέσεις, μεμονωμένα και από κοινού, πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και γ)· και

β)προτεινόμενα αντισταθμιστικά μέτρα για την επίτευξη των στόχων των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες ζητήθηκε εξαίρεση.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει τυχόν περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να ολοκληρώσει την αξιολόγηση του αιτήματος.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα όταν κρίνει ότι το αίτημα είναι πλήρες.

3.Εντός δύο μηνών από τη δήλωση πληρότητας του αιτήματος, η αρμόδια αρχή υποβάλλει στην ESMA σχέδιο αξιολόγησης του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2, μαζί με την πλήρη αίτηση. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή του σχεδίου αξιολόγησης, η ESMA παρέχει στην αρμόδια αρχή μη δεσμευτική γνώμη σχετικά με το σχέδιο αξιολόγησης και τις αιτούμενες εξαιρέσεις, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται αναγκαίο, συστάσεων για πρόσθετα αντισταθμιστικά μέτρα.

Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τη γνώμη αυτή και υποβάλλει στην ESMA δήλωση σχετικά με τυχόν σημαντικές αποκλίσεις από την εν λόγω γνώμη, αν το ζητήσει η ESMA. Η γνώμη της ESMA και η δήλωση της αρμόδιας αρχής δεν δημοσιοποιούνται.

Εντός τεσσάρων μηνών από την επιβεβαίωση της πληρότητας του αιτήματος, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την επιχείρηση για την έγκριση ή την απόρριψη του αιτήματος και για τα αντισταθμιστικά μέτρα που κρίνει κατάλληλα για την επίτευξη των στόχων των διατάξεων για τις οποίες έχουν χορηγηθεί εξαιρέσεις.».

8)Το άρθρο 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 6

Απαιτήσεις και εξαιρέσεις όσον αφορά τα ΣΔΔ DLT

4.Μια επιχείρηση επενδύσεων, ένας διαχειριστής αγοράς ή ένας CASP που διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT υπόκειται:

α)στις απαιτήσεις που ισχύουν για πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όταν διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT ως ΠΜΔ· ή

β)στις απαιτήσεις που ισχύουν για μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, όταν διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT ως ΜΟΔ· και

γ)τηρουμένων των αναλογιών, στις απαιτήσεις που ισχύουν για ΚΑΤ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, εξαιρουμένων των άρθρων 9, 16, 17, 18, 20, 26, 27, 28, 31, 42, 43 και 44 του εν λόγω κανονισμού.

Κατά παρέκκλιση από τα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου, οι CASP που διαχειρίζονται ΣΔΔ DLT δεν υπόκεινται στα άρθρα 5 έως 13 και στο άρθρο 15 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

Το κεφάλαιο που κατέχεται σύμφωνα με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις που ισχύουν για επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς ή CASP που διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, αντίστοιχα, μπορεί να συνυπολογίζεται στο κεφάλαιο που απαιτείται βάσει του άρθρου 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 5 παράγραφοι 2 έως 9, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επιχείρηση επενδύσεων ή ο εν λόγω διαχειριστής αγοράς ή ο CASP συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7·

β)το άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 και 4 και το άρθρο 5 παράγραφοι 2 έως 10· και

γ)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία κρίνει σκόπιμα η αρμόδια αρχή, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες έχει ζητηθεί εξαίρεση, ή προκειμένου να διασφαλιστούν η προστασία των επενδυτών, η ακεραιότητα της αγοράς ή η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες η επιχείρηση επενδύσεων ή ο διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 4α ή 5α, με την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση επενδύσεων, ο διαχειριστής αγοράς ή ο CASP συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7· και

β)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4α ή 5α.

5.Ένα ΚΑΤ που διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT υπόκειται:

α)στις απαιτήσεις που ισχύουν για ΚΑΤ δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014· και

β)τηρουμένων των αναλογιών, στις απαιτήσεις που ισχύουν για πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εξαιρουμένων των άρθρων 5 έως 13 της εν λόγω οδηγίας, όταν διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT ως ΠΜΔ· ή

γ)τηρουμένων των αναλογιών, στις απαιτήσεις που ισχύουν για μηχανισμό οργανωμένης διαπραγμάτευσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εξαιρουμένων των άρθρων 5 έως 13 της εν λόγω οδηγίας, όταν διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT ως ΜΟΔ.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες το KAT που διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφοι 3 και 4, του άρθρου 5 παράγραφοι 2 έως 9 και του άρθρου 5α, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ΚΑΤ συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7·

β)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα τα οποία κρίνει σκόπιμα η αρμόδια αρχή, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των διατάξεων σε σχέση με τις οποίες έχει ζητηθεί εξαίρεση, ή προκειμένου να διασφαλιστούν η προστασία των επενδυτών, η ακεραιότητα της αγοράς ή η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες το KAT που διαχειρίζεται το ΣΔΔ DLT έχει λάβει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 4α ή 5α, υπό την προϋπόθεση ότι η επιχείρηση επενδύσεων, ο διαχειριστής αγοράς ή ο CASP συμμορφώνεται με:

α)το άρθρο 7· και

β)τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4α ή 5α.».

9)Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 6, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μια αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει, κατά περίπτωση, να απαιτήσει πρόσθετες διασφαλίσεις προληπτικής εποπτείας από τον διαχειριστή υποδομής αγοράς DLT υπό μορφή ιδίων κεφαλαίων ή ασφαλιστηρίων, εάν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι οι δυνητικές υποχρεώσεις για ζημίες που προκαλούνται σε πελάτες του διαχειριστή της υποδομής αγοράς DLT ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014, στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 41 ), στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στην οδηγία 2014/65/ΕΕ ή στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 42 ), προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των επενδυτών.»·

β)η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:

α)στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) που υπάρξει υπέρβαση του ορίου που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2α ή παράγραφος 3, κατά περίπτωση·»·

β)το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η στρατηγική μετάβασης προσδιορίζει τι πρέπει να γίνει σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2α ή στο άρθρο 3 παράγραφος 3.»·

γ)προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του άρθρου 20 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 αποτελεί μέρος της στρατηγικής μετάβασης ενός διαχειριστή ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 20 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, ο διαχειριστής ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT μπορεί, εκτός από ένα άλλο ΚΑΤ, να θεσπίζει, να εφαρμόζει και να διατηρεί κατάλληλες διαδικασίες που διασφαλίζουν τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό και τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων πελατών και συμμετεχόντων και σε άλλον διαχειριστή ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού.»·

γ)οι παράγραφοι 8, 9 και 10 απαλείφονται.

10)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 7α:

«Άρθρο 7α

Απλουστευμένο καθεστώς

1.Όταν η αγοραία αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που καταχωρίζονται σε ΣΔΔ DLT αναμένεται να παραμείνει κάτω από το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β του παρόντος κανονισμού, μια επιχείρηση επενδύσεων, ένας διαχειριστής αγοράς ή ένας CASP που υποβάλλει αίτηση για ειδική άδεια λειτουργίας ΣΔΔ DLT σύμφωνα με το άρθρο 10 επιτρέπεται να συμμετέχει στο απλουστευμένο καθεστώς υπό τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

2.Όταν η αγοραία αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που καταχωρίζονται σε ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT αναμένεται να παραμείνει κάτω από το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β του παρόντος κανονισμού, το ΚΑΤ που υποβάλλει αίτηση για ειδική άδεια λειτουργίας ΣΔ DLT σύμφωνα με το άρθρο 9 ή ΣΔΔ DLT σύμφωνα με το άρθρο 10, κατά περίπτωση, επιτρέπεται να συμμετέχει στο απλουστευμένο καθεστώς όπως προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

3.Όταν ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει αίτηση για άδεια ΚΑΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 με σκοπό τη συμμετοχή στο απλουστευμένο καθεστώς ως ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT, η αρμόδια αρχή δεν αξιολογεί αν το εν λόγω νομικό πρόσωπο πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που δεν ισχύουν για το ΣΔ DLT ή το ΣΔΔ DLT σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όταν η αρμόδια αρχή αποφασίζει να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη στον τομέα της αρμοδιότητάς της, το πράττει εντός δύο μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα σχετικά με την έκβαση της αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης.

Η άδεια που χορηγείται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο καλύπτει μόνο τις υπηρεσίες ΚΑΤ που παρέχονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού υπό την ιδιότητα του διαχειριστή ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT.

4.Το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας με σκοπό τη συμμετοχή στο απλουστευμένο καθεστώς διαθέτει επαρκείς διασφαλίσεις προληπτικής εποπτείας ώστε να διασφαλίζεται η επαρκής προστασία του έναντι των λειτουργικών, νομικών, επενδυτικών και επιχειρηματικών κινδύνων, καθώς και των κινδύνων θεματοφυλακής, ώστε να μπορεί να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του ως λειτουργούσα οντότητα και με συνεκτίμηση της περιορισμένης κλίμακας των δραστηριοτήτων του.

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σε στενή συνεργασία με την ESMA και τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων όσον αφορά τις διασφαλίσεις προληπτικής εποπτείας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, λαμβάνοντας υπόψη την περιορισμένη κλίμακα των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν οι εν λόγω οντότητες.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία που αντιστοιχεί σε 8 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης δυνάμει του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.Κατά παρέκκλιση από τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που ισχύουν για ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1, του άρθρου 6 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) και του άρθρου 6 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, οι οντότητες που δραστηριοποιούνται στο απλουστευμένο καθεστώς δεν υπόκεινται στα ακόλουθα μέρη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014:

α)τίτλος II κεφάλαιο III και κεφάλαιο IV, με εξαίρεση το άρθρο 6 παράγραφοι 3 και 4, το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 7 και το άρθρο 8·

β)άρθρο 22α παράγραφοι 2 έως 7 και άρθρο 24α·

γ)τίτλος III κεφάλαιο II, με εξαίρεση το άρθρο 26 παράγραφοι 1 έως 3, το άρθρο 26 παράγραφοι 5 και 7, το άρθρο 27 παράγραφοι 1, 3, 5 έως 7, το άρθρο 27α παράγραφος 1, το άρθρο 29 παράγραφοι 1 έως 2, το άρθρο 30 παράγραφοι 1 έως 3 και 5, το άρθρο 32, το άρθρο 33 παράγραφος 1, τα άρθρα 36, 37, το άρθρο 38 παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 39 παράγραφοι 3 και 5, το άρθρο 40 παράγραφοι 1 και 3, το άρθρο 41 παράγραφος 1, τα άρθρα 42 έως 44, το άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 3 και το άρθρο 45 παράγραφος 6· και

δ)τίτλος VI.

Οι εν λόγω οντότητες μπορούν να ζητούν εξαιρέσεις βάσει των άρθρων 4, 4α, 5, 5α ή 6, ανάλογα με το είδος της υποδομής αγοράς DLT που διαχειρίζονται. Υπόκεινται στις απαιτήσεις που καθορίζονται στα εν λόγω άρθρα.

6.Για τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων που ισχύουν για τις οντότητες που δραστηριοποιούνται στο απλουστευμένο καθεστώς που ορίζεται στην παράγραφο 5, η ESMA, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για την τροποποίηση, όπου απαιτείται, των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 όσον αφορά τις οντότητες που δραστηριοποιούνται στο απλουστευμένο καθεστώς, προκειμένου:

α)να τα προσαρμόσει στις απαιτήσεις που ισχύουν για τις εν λόγω οντότητες σύμφωνα με την παράγραφο 5· και

β)να διασφαλίσει ότι τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που ισχύουν για τις εν λόγω οντότητες είναι αναλογικά προς το μέγεθος, τον κίνδυνο και τη φύση των δραστηριοτήτων που αναλαμβάνουν οι εν λόγω οντότητες.

Η ESMA υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία που αντιστοιχεί σε 8 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού] μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

7.Όταν μια οντότητα που δραστηριοποιείται με βάση το απλουστευμένο καθεστώς προτίθεται να μεταβεί στο κανονικό καθεστώς, πρέπει να συμμορφώνεται με το άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ως εξής:

α)το αργότερο μόλις φτάσει το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β, συμμορφώνεται με το 50 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/390 της Επιτροπής ( 43

β)το αργότερο μόλις φτάσει το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, συμμορφώνεται με το 100 % των κεφαλαιακών απαιτήσεων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2017/390.

8.Όταν αιτούνται ειδική άδεια λειτουργίας ΣΔ DLT σύμφωνα με το άρθρο 9 ή λειτουργίας ΣΔΔ DLT σύμφωνα με το άρθρο 10, οι οντότητες που προτίθενται να δραστηριοποιηθούν με βάση το απλουστευμένο καθεστώς κοινοποιούν στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή τους να επωφεληθούν από το απλουστευμένο καθεστώς και παρέχουν επιχειρηματικό σχέδιο που αποδεικνύει ότι οι δραστηριότητες του ΣΔ DLT ή του ΣΔΔ DLT αναμένεται να παραμείνουν κάτω από το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β.

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει ή απορρίπτει το αίτημα υπαγωγής στο απλουστευμένο καθεστώς στο πλαίσιο των διαδικασιών για τη λήψη της ειδικής άδειας λειτουργίας ΣΔ DLT που ορίζονται στο άρθρο 9 και στο άρθρο 10, αντίστοιχα.

9.Όταν από τον υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού αποδεικνύεται ότι η δραστηριότητα του διαχειριστή έχει φτάσει σε 8 δισ. EUR, ο διαχειριστής υποδομής αγοράς DLT αποστέλλει τη μηνιαία έκθεση προς την αρμόδια αρχή του, η οποία υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, μαζί με κοινοποίηση σχετικά με το αν ο διαχειριστής προτίθεται να μεταβεί στο κανονικό καθεστώς.

10.Όταν ο διαχειριστής δεν προτίθεται να μεταβεί στο κανονικό καθεστώς, αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 9 τα μέτρα που θα εφαρμόσει για να διασφαλίσει ότι οι επιχειρηματικές του δραστηριότητες δεν υπερβαίνουν το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β.

Όταν ο διαχειριστής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να μεταβεί στο κανονικό καθεστώς, ο διαχειριστής συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του κανονικού καθεστώτος εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία φθάνει το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β, εκτός από τις απαιτήσεις για τις οποίες έχει χορηγηθεί εξαίρεση στον διαχειριστή σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Ο διαχειριστής υποβάλλει στην αρμόδια αρχή σχέδιο μετάβασης στο κανονικό καθεστώς χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και το αργότερο εντός 2 μηνών από την ημερομηνία υποβολής της κοινοποίησης σύμφωνα με την παράγραφο 10. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε η αρμόδια αρχή να είναι σε θέση να αξιολογήσει αν ο διαχειριστής μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του κανονικού καθεστώτος εντός της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Ο διαχειριστής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή τυχόν ουσιώδεις αλλαγές στο σχέδιο μετάβασης στο κανονικό καθεστώς.

Εάν υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι ο διαχειριστής δεν θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει τη μετάβαση εντός της περιόδου που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει την προσωρινή παύση των δραστηριοτήτων του διαχειριστή έως ότου ο διαχειριστής αποδείξει τη συμμόρφωσή του με τις σχετικές απαιτήσεις. Η αρμόδια αρχή ασκεί την εξουσία αυτή μόνον όταν η προσωρινή παύση είναι αναλογική για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της επιχείρησης και τη διατήρηση της ακεραιότητας της αγοράς και της προστασίας των επενδυτών.

11.Έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 8 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού], η ESMA καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την αίτηση χορήγησης άδειας βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

12.Ο διαχειριστής ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του παρόντος κανονισμού πριν από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεωρείται, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ, ότι δραστηριοποιείται με βάση το απλουστευμένο καθεστώς, εφόσον παραμένει κάτω από το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β και στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση.

Όταν ο διαχειριστής ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο προτίθεται να μεταβεί στο κανονικό καθεστώς, το πράττει σύμφωνα με το παρόν άρθρο.».

11)Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος του άρθρου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ειδική άδεια λειτουργίας ΤΔ DLT»

β)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Νομικό πρόσωπο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων, άδεια για να διαχειρίζεται ρυθμιζόμενη αγορά βάσει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή άδεια για να λειτουργεί ως πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP μπορεί να υποβάλει αίτηση χορήγησης ειδικής άδειας λειτουργίας ΤΔ DLT βάσει του παρόντος κανονισμού.»·

γ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2) Όταν ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει αίτηση για άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων ή άδεια για να διαχειρίζεται ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και, ταυτόχρονα, υποβάλλει αίτηση για ειδική άδεια βάσει του παρόντος άρθρου, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση ενός ΤΔ DLT, η αρμόδια αρχή δεν αξιολογεί αν ο αιτών πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος κανονισμού.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α.    Όταν ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση για άδεια λειτουργίας ως CASP και για ειδική άδεια, στην αίτησή του υποβάλλει τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.»·

ε)η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Η αίτηση για χορήγηση ειδικής άδειας λειτουργίας ΤΔ DLT βάσει του παρόντος κανονισμού συνοδεύεται από τις ακόλουθες πληροφορίες:»·

ii)    τα στοιχεία α) έως ζ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) το επιχειρηματικό σχέδιο του αιτούντος, τους κανόνες του ΤΔ DLT και τυχόν νομικούς όρους, όπως αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1, καθώς και τις πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία, τις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες του ΤΔ DLT, όπως αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3·

β) περιγραφή της λειτουργίας της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2·

γ) περιγραφή του συνόλου των ρυθμίσεων ΤΠ και κυβερνοχώρου που διαθέτει ο αιτών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4·

δ) αποδεικτικά στοιχεία ότι ο αιτών διαθέτει επαρκείς διασφαλίσεις προληπτικής εποπτείας για να τηρήσει τις υποχρεώσεις του και να αποζημιώσει τους πελάτες του, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 6 τρίτο εδάφιο·

ε) ανάλογα με την περίπτωση, περιγραφή των ρυθμίσεων φύλαξης των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT για τους πελάτες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 5·

στ) περιγραφή των ρυθμίσεων για την εξασφάλιση της προστασίας των επενδυτών και περιγραφή των μηχανισμών για τον χειρισμό των καταγγελιών των πελατών και των διαδικασιών επανόρθωσης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο·

ζ) τις εξαιρέσεις για τις οποίες ο αιτών υποβάλλει αίτηση δυνάμει του άρθρου 4, την αιτιολόγηση κάθε αιτούμενης εξαίρεσης και τα τυχόν προτεινόμενα αντισταθμιστικά μέτρα, καθώς και τα μέσα με τα οποία προτίθεται να συμμορφωθεί με τους όρους που συνοδεύουν τις εν λόγω εξαιρέσεις.»·

στ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4α:

«4α.    Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ο αιτών που προτίθεται να διαχειρίζεται ΤΔ DLT ως πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP υποβάλλει τις πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να συμμορφωθεί με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, όπως αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, εξαιρουμένων των πληροφοριών που θα ήταν αναγκαίες για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 4 ή έχει λάβει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 4α.»·

ζ)στην παράγραφο 6, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εντός 30 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης για ειδική άδεια λειτουργίας ΤΔ DLT, η αρμόδια αρχή κρίνει αν η αίτηση είναι πλήρης. Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών οφείλει να παράσχει τις πληροφορίες που λείπουν ή πρόσθετες πληροφορίες. Όταν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, ενημερώνει τον αιτούντα.»·

η)στην παράγραφο 8, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)    τις εξαιρέσεις που χορηγούνται σε διαχειριστές ΤΔ DLT σε ολόκληρη την Ένωση, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της αξιολόγησης της επάρκειας, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, των διαφόρων ειδών τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού που χρησιμοποιούν οι διαχειριστές ΤΔ DLΤ· και»·

θ)οι παράγραφοι 9 έως 13 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«9. Εντός 90 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής πλήρους αίτησης για ειδική άδεια λειτουργίας ΤΔ DLT, η αρμόδια αρχή διενεργεί αξιολόγηση της αίτησης και αποφασίζει αν θα χορηγήσει την ειδική άδεια. Όταν ο αιτών υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση για άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2023/1114 και για ειδική άδεια σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, η περίοδος αξιολόγησης μπορεί να παραταθεί μέχρι και την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή στο άρθρο 63 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, αντίστοιχα.

10. Με την επιφύλαξη των άρθρων 7 και 44 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει ειδικά άδεια λειτουργίας ΤΔ DLT, εάν υφίστανται λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι:

α)υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών, την ακεραιότητα της αγοράς ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, οι οποίοι δεν αντιμετωπίζονται δεόντως ούτε μετριάζονται από τον αιτούντα·

β)η ειδική άδεια λειτουργίας ΤΔ DLT και οι αιτούμενες εξαιρέσεις επιδιώκονται με σκοπό την καταστρατήγηση νομικών ή κανονιστικών απαιτήσεων· ή

γ)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί, ή δεν θα επιτρέψει στους χρήστες του να συμμορφωθούν, με τις εφαρμοστέες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου.

11. Η ειδική άδεια προσδιορίζει τις εξαιρέσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 4, τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα και τυχόν χαμηλότερα όρια που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ESMA σχετικά με τη χορήγηση, την άρνηση χορήγησης ή την ανάκληση ειδικής άδειας δυνάμει του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πληροφοριών που προσδιορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Η ESMA δημοσιεύει στον δικτυακό τόπο της:

α)τον κατάλογο των ΤΔ DLT, τις ημερομηνίες έναρξης των ειδικών αδειών τους, τον κατάλογο των εξαιρέσεων που χορηγούνται σε καθέναν από αυτούς, και κάθε χαμηλότερο όριο που ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές για καθέναν από αυτούς· και

β)τον συνολικό αριθμό αιτήσεων για εξαιρέσεις που έχουν υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 4, αναφέροντας τον αριθμό και τα είδη των εξαιρέσεων που χορηγήθηκαν ή απορρίφθηκαν, μαζί με τις αιτιολογήσεις για τυχόν απορρίψεις.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο στοιχείο β) δημοσιεύονται ανώνυμα.

12. Με την επιφύλαξη των άρθρων 8 και 44 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αρμόδια αρχή ανακαλεί ειδική άδεια ή οποιεσδήποτε σχετικές εξαιρέσεις εάν:

α)διαπιστωθεί ελάττωμα στη λειτουργία του είδους της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού που χρησιμοποιείται ή στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που παρέχει ο διαχειριστής του ΤΔ DLT, το οποίο ενέχει κίνδυνο για την προστασία των επενδυτών, την ακεραιότητα της αγοράς ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, και ο κίνδυνος υπερβαίνει τα οφέλη των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που δοκιμάζονται·

β)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT παραβίασε τους συνοδευτικούς όρους των εξαιρέσεων·

γ)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT έχει εισαγάγει προς διαπραγμάτευση χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1·

δ)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT έχει υπερβεί το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 3 παράγραφος 2β, κατά περίπτωση·

ε)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT έχει υπερβεί το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2α ή στο άρθρο 3 παράγραφος 3 και δεν έχει ενεργοποιήσει τη στρατηγική μετάβασης· ή

στ)ο διαχειριστής του ΤΔ DLT έλαβε την ειδική άδεια ή τις σχετικές εξαιρέσεις βάσει παραπλανητικών πληροφοριών ή ουσιώδους παράλειψης.

13. Όταν ένας διαχειριστής ΤΔ DLT προτίθεται να πραγματοποιήσει ουσιώδη αλλαγή στη λειτουργία της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού που χρησιμοποιείται ή στις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητές του, και για την εν λόγω ουσιώδη αλλαγή απαιτείται νέα ειδική άδεια, νέα εξαίρεση ή τροποποίηση μίας ή περισσότερων υφιστάμενων εξαιρέσεων του διαχειριστή ή τυχόν όρων που συνοδεύουν μια εξαίρεση, ο διαχειριστής του ΤΔ DLT ζητεί νέα ειδική άδεια, εξαίρεση ή τροποποίηση.

Όταν ένας διαχειριστής ΤΔ DLT αιτηθεί νέα ειδική άδεια, εξαίρεση ή τροποποίηση, εφαρμόζεται η διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 4. Η αρμόδια αρχή επεξεργάζεται το εν λόγω αίτημα σύμφωνα με το παρόν άρθρο.».

12)Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Όταν ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει αίτηση για άδεια λειτουργίας ως ΚΑΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και, ταυτόχρονα, υποβάλλει αίτηση για ειδική άδεια βάσει του παρόντος άρθρου, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση ενός ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή δεν αξιολογεί αν ο αιτών πληροί τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 5 ή έχει λάβει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 5α του παρόντος κανονισμού.

3. Όταν, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση για άδεια λειτουργίας ως ΚΑΤ και για ειδική άδεια, περιλαμβάνει στην αίτησή του τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, εξαιρουμένων των πληροφοριών που θα ήταν αναγκαίες για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 5 ή έχει λάβει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 5α του παρόντος κανονισμού.»·

β)στην παράγραφο 4, το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) τις εξαιρέσεις για τις οποίες ο αιτών υποβάλλει αίτηση δυνάμει του άρθρου 4 ή 5α, την αιτιολόγηση κάθε αιτούμενης εξαίρεσης και τα τυχόν προτεινόμενα αντισταθμιστικά μέτρα, καθώς και τα μέσα με τα οποία προτίθεται να συμμορφωθεί με τους όρους που συνοδεύουν τις εν λόγω εξαιρέσεις.»·

γ)στην παράγραφο 10, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)    το ΣΔ DLT δεν θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί, ή δεν θα επιτρέψει στους χρήστες του να συμμορφωθούν, με τις εφαρμοστέες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου ή με διατάξεις του εθνικού δικαίου που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.»·

δ)η παράγραφος 11 τροποποιείται ως εξής:

α)το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ειδική άδεια προσδιορίζει τις εξαιρέσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 5, τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα, τυχόν χαμηλότερα όρια που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 και αν το ΣΔ DLT λειτουργεί στο πλαίσιο του απλουστευμένου καθεστώτος.»·

β)στο τρίτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τον κατάλογο των ΣΔ DLT, τις ημερομηνίες έναρξης των ειδικών αδειών τους, τον κατάλογο των εξαιρέσεων που χορηγούνται σε καθένα από αυτά, και τυχόν χαμηλότερα όρια που καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για καθένα από αυτά· και»·

ε)οι παράγραφοι 12 και 13 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«12. Με την επιφύλαξη του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, η αρμόδια αρχή ανακαλεί την ειδική άδεια ή οποιεσδήποτε σχετικές εξαιρέσεις εάν:

α)διαπιστωθεί ελάττωμα στη λειτουργία του είδους της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού που χρησιμοποιείται ή στις υπηρεσίες και τις δραστηριότητες που παρέχει το ΣΔ DLT, το οποίο ενέχει κίνδυνο για την προστασία των επενδυτών, την ακεραιότητα της αγοράς ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, και ο κίνδυνος υπερβαίνει τα οφέλη των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων που δοκιμάζονται·

β)το ΣΔ DLT παραβίασε τους συνοδευτικούς όρους των εξαιρέσεων·

γ)το ΣΔ DLT έχει καταχωρίσει χρηματοπιστωτικά μέσα που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1·

δ)το ΣΔ DLT έχει υπερβεί το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 3 παράγραφος 2β, κατά περίπτωση·

ε)το ΣΔ DLT έχει υπερβεί το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2α ή στο άρθρο 3 παράγραφος 3, κατά περίπτωση, και δεν έχει ενεργοποιήσει τη στρατηγική μετάβασης· ή

στ)το ΣΔ DLT έλαβε την ειδική άδεια ή τις σχετικές εξαιρέσεις βάσει παραπλανητικών πληροφοριών ή ουσιώδους παράλειψης.

13. Όταν ένα ΣΔ DLT προτίθεται να πραγματοποιήσει ουσιώδη αλλαγή στη λειτουργία της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού που χρησιμοποιείται ή στις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητές του, και για την εν λόγω ουσιώδη αλλαγή απαιτείται νέα ειδική άδεια, νέα εξαίρεση ή τροποποίηση μίας ή περισσότερων υφιστάμενων εξαιρέσεων ή τυχόν όρων που συνοδεύουν μια εξαίρεση, το ΣΔ DLT ζητεί νέα ειδική άδεια, εξαίρεση ή τροποποίηση.

Όταν ένα ΣΔ DLT αιτηθεί νέα ειδική άδεια, εξαίρεση ή τροποποίηση, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 5. Η αρμόδια αρχή επεξεργάζεται το εν λόγω αίτημα σύμφωνα με το παρόν άρθρο.».

13)Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Επιχείρηση επενδύσεων ή διαχειριστής της αγοράς ή πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP που λειτουργεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 ή έχει λάβει άδεια λειτουργίας ως ΚΑΤ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, μπορεί να υποβάλει αίτηση χορήγησης ειδικής άδειας λειτουργίας ΣΔΔ DLT βάσει του παρόντος κανονισμού.

2. Όταν ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει αίτηση για άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων ή άδεια για να διαχειρίζεται ρυθμιζόμενη αγορά σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ ή τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ή άδεια ως ΚΑΤ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή ως πλατφόρμα διαπραγμάτευσης CASP βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και, ταυτόχρονα, υποβάλλει αίτηση για ειδική άδεια βάσει του παρόντος άρθρου, με αποκλειστικό σκοπό τη διαχείριση ενός ΣΔΔ DLT, η αρμόδια αρχή δεν αξιολογεί αν ο αιτών πληροί τις απαιτήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ή αυτές του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού.

3. Όταν, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, ένα νομικό πρόσωπο υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση για άδεια λειτουργίας ως επιχείρηση επενδύσεων ή άδεια για να διαχειρίζεται ρυθμιζόμενη αγορά, ή για άδεια λειτουργίας ως ΚΑΤ ή ως CASP, και για ειδική άδεια, περιλαμβάνει στην αίτησή του τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή του άρθρου 7α του παρόντος κανονισμού ή του άρθρου 62 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, αντίστοιχα, εξαιρουμένων των πληροφοριών που θα ήταν αναγκαίες για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το άρθρο 6 του παρόντος κανονισμού.»·

β)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ο αιτών που προτίθεται να διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT ως επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστής αγοράς ή CASP, υποβάλλει τις πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να συμμορφωθεί με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όπως αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, ή, κατά περίπτωση, με τις απαιτήσεις βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος, εξαιρουμένων των πληροφοριών που θα ήταν αναγκαίες για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.

Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ο αιτών που προτίθεται να διαχειρίζεται ΣΔΔ DLT ως ΚΑΤ υποβάλλει τις πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να συμμορφωθεί με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, όπως αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, εξαιρουμένων των πληροφοριών που θα ήταν αναγκαίες για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις σε σχέση με τις οποίες ο αιτών έχει ζητήσει εξαίρεση σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.»·

γ)η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9. Εντός 90 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής πλήρους αίτησης για ειδική άδεια λειτουργίας ΣΔΔ DLT, η αρμόδια αρχή διενεργεί αξιολόγηση της αίτησης και αποφασίζει αν θα χορηγήσει την ειδική άδεια. Όταν ο αιτών υποβάλλει ταυτόχρονα αίτηση για άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 και για ειδική άδεια σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η περίοδος αξιολόγησης μπορεί να παραταθεί μέχρι και την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, στο άρθρο 17 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ή στο άρθρο 63 παράγραφος 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, αντίστοιχα.»·

δ)στην παράγραφο 10 πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10. Με την επιφύλαξη του άρθρου 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, του άρθρου 2α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, του άρθρου 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και του άρθρου 63 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει ειδική άδεια λειτουργίας ΣΔΔ DLT, εάν υφίστανται λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι:»·

ε)η παράγραφος 11 τροποποιείται ως εξής:

α)το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11. Η ειδική άδεια προσδιορίζει τις εξαιρέσεις που χορηγούνται σύμφωνα με το άρθρο 6, τυχόν αντισταθμιστικά μέτρα και τυχόν χαμηλότερα όρια που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 και αν το ΣΔΔ DLT λειτουργεί στο πλαίσιο του απλουστευμένου καθεστώτος.»·

β)στο τρίτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τον κατάλογο των ΣΔΔ DLT, την ημερομηνία έναρξης των ειδικών αδειών τους, τον κατάλογο των εξαιρέσεων που χορηγούνται σε καθένα από αυτά και τυχόν χαμηλότερα όρια που ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές για καθένα από αυτά· και»·

στ)η παράγραφος 12 τροποποιείται ως εξής:

α)στο πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«12. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, του άρθρου 2γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, του άρθρου 20 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και του άρθρου 64 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2023/1114, η αρμόδια αρχή ανακαλεί την ειδική άδεια ή οποιεσδήποτε σχετικές εξαιρέσεις εάν:»·

β)τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) ο διαχειριστής του ΣΔΔ DLT έχει υπερβεί το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 3 παράγραφος 2β, κατά περίπτωση·

ε) ο διαχειριστής του ΣΔΔ DLT έχει υπερβεί το όριο που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2α ή στο άρθρο 3 παράγραφος 3, κατά περίπτωση, και δεν έχει ενεργοποιήσει τη στρατηγική μετάβασης· ή»·

14)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 10α έως 10ζ:

«Άρθρο 10α

Ειδική άδεια για την παροχή μεμονωμένων υπηρεσιών ΚΑΤ

1.Μια επιχείρηση επενδύσεων, μια ρυθμιζόμενη αγορά, ένα πιστωτικό ίδρυμα, ένα ΚΑΤ ή ένας CASP με άδεια λειτουργίας μπορεί να υποβάλει αίτηση στην αρμόδια αρχή του για ειδική άδεια παροχής, σε ατομική βάση, της συμβολαιογραφικής υπηρεσίας DLT ή της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης DLT και των επικουρικών υπηρεσιών μη τραπεζικού τύπου των ΚΑΤ που συνδέονται με τις εν λόγω υπηρεσίες, όπως προσδιορίζονται στο τμήμα Β του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

2.Η αίτηση για χορήγηση ειδικής άδειας παροχής της συμβολαιογραφικής υπηρεσίας DLT ή της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης DLT συνοδεύεται από τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)το επιχειρηματικό σχέδιο του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένης περιγραφής των προγραμματισμένων επιχειρηματικών σχέσεων με άλλους παρόχους υπηρεσιών ΚΑΤ ή υποδομές αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των τόπων διαπραγμάτευσης, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των ΚΑΤ που λειτουργούν αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, των υποδομών αγοράς DLT και άλλων χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που είναι σημαντικές για την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ·

β)περιγραφή της λειτουργίας της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2·

γ)περιγραφή του συνόλου των ρυθμίσεων ΤΠ και κυβερνοχώρου που διαθέτει ο αιτών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4·

Η αίτηση περιέχει επίσης όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου η αρμόδια αρχή να αξιολογήσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που ισχύουν για τον συμβολαιογράφο DLT ή τον υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με το άρθρο 10β παράγραφος 1.

3.Εντός 20 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης για ειδική άδεια, η αρμόδια αρχή κρίνει αν η αίτηση είναι πλήρης. Αν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών οφείλει να παράσχει τις πληροφορίες που λείπουν ή πρόσθετες πληροφορίες. Όταν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι η αίτηση είναι πλήρης, ενημερώνει τον αιτούντα.

4.Εντός 40 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής πλήρους αίτησης για ειδική άδεια λειτουργίας ΣΔ DLT, η αρμόδια αρχή διενεργεί αξιολόγηση της αίτησης και αποφασίζει αν θα χορηγήσει την ειδική άδεια.

Όταν η αρμόδια αρχή χορηγεί την ειδική άδεια, κοινοποιεί την πλήρη αίτηση για την ειδική άδεια και τις πληροφορίες που σχετίζονται με την άδεια στην κεντρική τράπεζα στην Ένωση που εκδίδει το νόμισμα στο οποίο εκφράζονται τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που πρόκειται να διαχειρίζεται ο συμβολαιογράφος DLT ή ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT.

5.Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ανακαλέσουν την ειδική άδεια όταν ο συμβολαιογράφος DLT ή ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβιάζει συστηματικά τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

6.Η ESMA μπορεί να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για τους σκοπούς της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 10β

Παροχή μεμονωμένων υπηρεσιών ΚΑΤ

1.Ο συμβολαιογράφος DLT και ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT υπόκεινται στις διατάξεις του τίτλου III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που διέπουν την εφαρμογή της συμβολαιογραφικής υπηρεσίας και της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, αντίστοιχα, όπως προσδιορίζονται και συμπληρώνονται σύμφωνα με την παράγραφο 10.

2.Ο συμβολαιογράφος DLT και ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 7 παράγραφοι 2, 4 και 5 και στο άρθρο 7 παράγραφος 6 πρώτο και δεύτερο εδάφιο.

3.Εκδότης εγκατεστημένος στην Ένωση που εκδίδει ή έχει εκδώσει χρηματοπιστωτικά μέσα DLT τα οποία έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης θεωρείται ότι συμμορφώνεται με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όταν οι κινητές αξίες απεικονίζονται σε κατανεμημένο καθολικό που χρησιμοποιείται από συμβολαιογράφο DLT για την αρχική καταχώριση των εν λόγω κινητών αξιών.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, όταν οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού πραγματοποιούνται σε τόπο διαπραγμάτευσης, καταχωρίζονται κατά ή πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού από συμβολαιογράφο DLT, ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

4.Οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που τηρούνται σε λογαριασμούς αξιογράφων τους οποίους διαχειρίζονται υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με το παρόν άρθρο διακανονίζονται μέσω ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT, ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

5.Ένα ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 μπορεί να εισάγει προς διακανονισμό χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που τηρούνται σε λογαριασμούς αξιογράφων τους οποίους διαχειρίζονται υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT και έχουν αθροιστική αγοραία αξία που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β κατά τον χρόνο διακανονισμού της πρώτης συναλλαγής.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 μπορεί να εισάγει προς διακανονισμό χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που τηρούνται σε λογαριασμούς αξιογράφων τους οποίους διαχειρίζονται υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT και έχουν αθροιστική αγοραία αξία που δεν υπερβαίνει τα 30 δισ. EUR κατά τον χρόνο διακανονισμού της πρώτης συναλλαγής, όποτε τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα DLT είναι κινητές αξίες που έχουν εκδοθεί από ΜΜΕ.

6.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT μπορούν να διακανονίζουν χρηματοπιστωτικά μέσα DLT εκτός ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, εφόσον συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για τον εν λόγω διακανονισμό που προβλέπονται στο άρθρο 10γ.

7.Όταν συμβολαιογράφος DLT ή υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παρέχει βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ από κοινού με ΣΔ DLT, ΣΔΔ ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, το ΣΔ DLT, το ΣΔΔ ή το ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν φέρει ευθύνη για τη συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που εφαρμόζονται σε συμβολαιογράφο DLT ή υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η κατανομή των υποχρεώσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που τελούν υπό τη διαχείριση συμβολαιογράφου DLT ή υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT σύμφωνα με την παράγραφο 1.

8.Ο συμβολαιογράφος DLT, ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT και το ΣΔ DLT, το ΣΔΔ ή ένα ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, τα οποία παρέχουν από κοινού βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ, προσδιορίζουν τους ρόλους και τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σε νομικά δεσμευτική γραπτή συμφωνία. Καθένας από αυτούς κοινοποιεί την εν λόγω γραπτή συμφωνία στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές του, μαζί με σαφείς πληροφορίες σχετικά με την οντότητα που παρέχει βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ για κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο DLT ή για κάθε κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων DLT.

9.Η ESMA εισάγει τις πληροφορίες σχετικά με τους συμβολαιογράφους DLT και τους υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT στο μητρώο ΚΑΤ που τηρείται σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

10.Η ESMA καταρτίζει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των διατάξεων του τίτλου III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 που ισχύουν για καθεμία από τη συμβολαιογραφική υπηρεσία DLT και την υπηρεσία κεντρικής διατήρησης DLT και, όποτε απαιτείται, συμπληρώνει τα μη ουσιώδη στοιχεία των διατάξεων του εν λόγω τίτλου και τροποποιεί τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την προσαρμογή τους στη χρήση της DLT και στις ιδιαιτερότητες των επιχειρηματικών μοντέλων που περιλαμβάνουν την κατανεμημένη παροχή βασικών υπηρεσιών ΚΑΤ.

Τηρώντας το πρώτο εδάφιο, η ESMA διασφαλίζει ότι οι κανόνες που ισχύουν για τις μεμονωμένες υπηρεσίες:

α)συνάδουν με τους στόχους και τις αρχές που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και ισχύουν για τις συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης λογαριασμών·

β)είναι αναλογικές προς το προφίλ κινδύνου της συμβολαιογραφικής υπηρεσίας DLT και της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης DLT.

Η ESMA υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως την [Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία που αντιστοιχεί σε 8 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 10γ

Διακανονισμός σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού

1.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT διακανονίζουν συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT σύμφωνα με το άρθρο 10β παράγραφος 5 μόνο σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού που έχει λάβει άδεια βάσει του άρθρου 10δ.

Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT διακανονίζουν συναλλαγές μόνο με άλλους υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT που ανήκουν στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού.

2.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που διακανονίζουν συναλλαγές σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού διασφαλίζουν ότι:

α)όλες οι συναλλαγές διακανονίζονται μόνο με καταθέσεις κεντρικής τράπεζας που τηρούν οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT στην κεντρική τράπεζα που έχει εκδώσει το σχετικό νόμισμα·

β)όλες οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που περιλαμβάνουν χρηματικό σκέλος διακανονίζονται σε βάση παράδοσης έναντι πληρωμής·

γ)το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού παρέχει επαρκές αμετάκλητο του διακανονισμού για τις μεταφορές μετρητών και χρηματοπιστωτικών μέσων DLT, διασφαλίζοντας ότι:

i)το αμετάκλητο του διακανονισμού επιτυγχάνεται τουλάχιστον την ημέρα της ημερομηνίας διακανονισμού·

ii)οι χρονικές στιγμές της εισαγωγής και του αμετάκλητου των εντολών μεταβίβασης ορίζονται με σαφήνεια·

δ)το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού διαχειρίζεται αποτελεσματικά τους νομικούς, επιχειρηματικούς και λειτουργικούς κινδύνους του.

3.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που διακανονίζουν συναλλαγές σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού διασφαλίζουν ότι το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού στο οποίο συμμετέχουν και κάθε υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού συμμορφώνονται με τις ακόλουθες αρχές:

α)εξασφάλιση ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού·

β)διασφάλιση άρτιας διαχείρισης κινδύνου των πράξεων, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου ρευστότητας, όπως ορίζεται στις παραγράφους 5 και 6· και

γ)διασφάλιση της προστασίας των περιουσιακών στοιχείων των πελατών των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT.

4.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού προσδιορίζουν τις πηγές λειτουργικού κινδύνου για τη λειτουργία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, εσωτερικές και εξωτερικές, και ελαχιστοποιούν τον αντίκτυπό τους μέσω της ανάπτυξης κατάλληλων εργαλείων, διαδικασιών και πολιτικών ΤΠΕ που έχουν θεσπιστεί και τελούν υπό διαχείριση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και μέσω οποιωνδήποτε άλλων σχετικών κατάλληλων εργαλείων, δικλείδων ασφαλείας και διαδικασιών για άλλα είδη λειτουργικού κινδύνου.

5.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού διαμορφώνουν, εφαρμόζουν και διατηρούν κατάλληλη πολιτική επιχειρησιακής συνέχειας και σχέδιο ανάκαμψης της λειτουργίας μετά από καταστροφή, συμπεριλαμβανομένων πολιτικής επιχειρησιακής συνέχειας και σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης της λειτουργίας των ΤΠΕ τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554, με σκοπό να διασφαλιστούν η διατήρηση των δραστηριοτήτων διακανονισμού στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού και η έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών τους.

Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού εντοπίζουν, παρακολουθούν και διαχειρίζονται τους κινδύνους που ενδέχεται να ενέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφελείας για τις λειτουργίες τους.

6.Κάθε υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες στους πελάτες του, οι οποίες σχετίζονται με τη δραστηριότητα διακανονισμού στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τους πιστωτικούς κινδύνους που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες:

α)θεσπίζει άρτιο πλαίσιο για τη διαχείριση των αντίστοιχων πιστωτικών κινδύνων·

β)προσδιορίζει τακτικά τις πηγές των εν λόγω πιστωτικών κινδύνων, υπολογίζει και παρακολουθεί τα αντίστοιχα πιστωτικά ανοίγματα και χρησιμοποιεί κατάλληλα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου για τον έλεγχο των σχετικών κινδύνων·

γ)καλύπτει πλήρως τα αντίστοιχα πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένους συμμετέχοντες πιστούχους που χρησιμοποιούν άκρως ρευστοποιήσιμες εξασφαλίσεις ή άλλες εξασφαλίσεις στις οποίες εφαρμόζει κατάλληλα ποσοστά περικοπής, καθώς και άλλους ισοδύναμους χρηματοοικονομικούς πόρους·

δ)θέτει κατάλληλα όρια για τα πιστωτικά ανοίγματα έναντι μεμονωμένων πελατών·

ε)παρέχει πίστωση μόνο σε συμμετέχοντες που τηρούν λογαριασμούς μετρητών σε αυτόν· και

στ)προβλέπει αποτελεσματικές διαδικασίες επιστροφής των ενδοημερήσιων πιστώσεων.

7.Κάθε υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες στους πελάτες του, οι οποίες σχετίζονται με τη δραστηριότητα διακανονισμού στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, συμμορφώνεται με τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τους κινδύνους ρευστότητας που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες:

α)διαθέτει άρτιο πλαίσιο και εργαλεία για τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων ενδοημερήσιας ρευστότητας, για κάθε νόμισμα του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού στο οποίο διακανονίζει συναλλαγές·

β)υπολογίζει και παρακολουθεί σε συνεχή βάση τις ανάγκες του σε ρευστότητα και το επίπεδο των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που κατέχει·

γ)διατηρεί επαρκή ρευστά διαθέσιμα σε όλα τα σημαντικά νομίσματα για τον έγκαιρο διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων DLT, σε διάφορα σενάρια ακραίων καταστάσεων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τον κίνδυνο ρευστότητας που γεννάται από την αθέτηση υποχρέωσης τουλάχιστον ενός συμμετέχοντος, συμπεριλαμβανομένων των μητρικών και θυγατρικών επιχειρήσεών του, στον οποίο έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα·

δ)στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται προκαθορισμένες ρυθμίσεις χρηματοδότησης, επιλέγει ως παρόχους ρευστότητας μόνο φερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλα όρια συγκέντρωσης για καθέναν από τους αντίστοιχους παρόχους ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων της μητρικής του επιχείρησης και των θυγατρικών του·

ε)διαθέτει προκαθορισμένες ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι μπορεί να ρευστοποιήσει εγκαίρως την εξασφάλιση που του παρέχεται από αθετούντα πελάτη.

8.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού συνάπτουν νομικά δεσμευτική γραπτή συμφωνία στην οποία προσδιορίζονται σαφώς οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT στο πλαίσιο του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού.

Ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT είναι μέλος δύο κανονιστικών πλαισίων διακανονισμού κατ’ ανώτατο όριο.

Το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT.

9.Κάθε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού μπορεί να εισάγει προς διακανονισμό χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που τηρούνται σε λογαριασμούς αξιογράφων τους οποίους διαχειρίζονται οι συμμετέχοντες σε αυτό υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT και έχουν αθροιστική αγοραία αξία που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2β κατά τον χρόνο διακανονισμού της πρώτης συναλλαγής.

Όταν η αθροιστική αγοραία αξία όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται προς διακανονισμό από κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού έχει φτάσει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3, οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT ενεργοποιούν τη στρατηγική μετάβασης που αναφέρεται στο άρθρο 10 στοιχείο ε). Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT κοινοποιούν στην ESMA την ενεργοποίηση της οικείας στρατηγικής μετάβασης και το χρονοδιάγραμμα για τη μετάβαση.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, κάθε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού μπορεί να εισάγει προς διακανονισμό χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που τηρούνται σε λογαριασμούς αξιογράφων τους οποίους διαχειρίζονται υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT και έχουν αθροιστική αγοραία αξία που δεν υπερβαίνει τα 30 δισ. EUR κατά τον χρόνο διακανονισμού της πρώτης συναλλαγής, όποτε τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα DLT είναι κινητές αξίες που έχουν εκδοθεί από ΜΜΕ. Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT ενεργοποιούν την οικεία στρατηγική μετάβασης όταν η αγοραία αξία των εν λόγω κινητών αξιών φτάσει τα 45 δισ. EUR.

10.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT υποβάλλουν στην ESMA σε μηνιαία βάση τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)μεταφορές που πραγματοποιούνται με το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού στο οποίο συμμετέχουν, συμπεριλαμβανομένων των συνολικών όγκων·

β)τη συνολική αγοραία αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται για διακανονισμό, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 4·

γ)τα συνηθέστερα ζητήματα που οδηγούν σε αδυναμία διακανονισμού·

δ)την έκταση και τη διαχείριση του κινδύνου ενδοημερήσιας ρευστότητας από κάθε υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT·

ε)αναφορά των ανώτατων πιστωτικών ανοιγμάτων έναντι των πελατών τους, του είδους των εξασφαλίσεων που γίνονται δεκτές, των περικοπών που εφαρμόζονται και της συγκέντρωσης των εξασφαλίσεων.

Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT υποβάλλουν επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες στην ESMA για την επαλήθευση της συμμόρφωσης του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού και των συμμετεχόντων υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT με το παρόν άρθρο.

Η απαίτηση αναφοράς μπορεί να εκπληρωθεί από κάθε υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού για λογαριασμό άλλων συμμετεχόντων. Όλοι οι συμμετέχοντες παραμένουν ατομικά υπεύθυνοι για την πληρότητα και την ακρίβεια των πληροφοριών που υποβάλλονται για λογαριασμό τους.

11.Η ESMA μπορεί να καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)κατάρτιση τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 10δ·

β)κατάρτιση τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για τους σκοπούς της παραγράφου 10.

Άρθρο 10δ

Αδειοδότηση και εποπτεία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού

1.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που προτίθενται να διακανονίζουν συναλλαγές σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού υποβάλλουν το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού για χορήγηση άδειας στην ESMA σύμφωνα με το παρόν άρθρο πριν από τον διακανονισμό οποιασδήποτε συναλλαγής στο εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού.

Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού υποβάλλουν στην ESMA τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)πρόγραμμα δραστηριοτήτων του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, στο οποίο καθορίζονται ιδίως πληροφορίες σχετικά με τους συμμετέχοντες υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT, τους συμβολαιογράφους DLT και άλλες χρηματοοικονομικές ή μη χρηματοοικονομικές οντότητες που παρέχουν σημαντικές υπηρεσίες στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού και τις σχέσεις τους εντός του κανονιστικού πλαισίου·

β)τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 10γ παράγραφος 7·

γ)πληροφορίες σχετικά με τόπους διαπραγμάτευσης, κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και άλλες βασικές υποδομές της αγοράς που συνδέονται με το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού·

δ)τον τρόπο με τον οποίο καθένας από τους συμμετέχοντες υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT και το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού στο σύνολό του προτίθενται να συμμορφωθούν με το άρθρο 10 παράγραφοι 2 έως 5·

ε)περιγραφή της λειτουργίας της χρησιμοποιούμενης τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2·

στ)περιγραφή του συνόλου των ρυθμίσεων ΤΠ και κυβερνοχώρου που διαθέτει ο αιτών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4·

ζ)στρατηγική μετάβασης του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού.

Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT κοινοποιούν στην ESMA, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τυχόν ουσιώδεις αλλαγές στις πληροφορίες που είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού.

Σε περίπτωση που πρόσθετοι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT ενταχθούν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού μετά την έναρξη των δραστηριοτήτων του, υποβάλλουν στην ESMA πληροφορίες σχετικά με τη νέα σύνθεση του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την έναρξη του διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων DLT.

2.Εντός 30 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης, η ESMA κρίνει αν η αίτηση για τη χορήγηση άδειας του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ESMA ορίζει προθεσμία εντός της οποίας οι συμμετέχοντες υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT οφείλουν να παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες.

3.Χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη δήλωση πληρότητας της αίτησης, η ESMA διαβιβάζει την αίτηση σε κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης του νομίσματος στο οποίο βασίζεται ο διακανονισμός σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού.

Η κεντρική τράπεζα έκδοσης μπορεί να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη σε σχέση με το πεδίο αρμοδιότητάς της προς την ESMA εντός δύο μηνών από την παραλαβή της αίτησης από την ESMA. 

4.Εντός πέντε μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, η ESMA ενημερώνει εγγράφως τους αιτούντες υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, αν εγκρίνεται ή απορρίπτεται η αίτηση χορήγησης άδειας.

5.Η ESMA αρνείται τη χορήγηση άδειας όταν η αίτηση χορήγησης άδειας αφορά νέο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού το οποίο είναι ουσιαστικά παρόμοιο με κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού που έχει ήδη λάβει άδεια λειτουργίας και όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι η αίτηση υποβάλλεται με σκοπό την παράκαμψη του ορίου του άρθρου 10γ παράγραφος 6.

6.Η ESMA ανακαλεί την άδεια του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού εάν το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού:

α)δεν έχει διακανονίσει συναλλαγές για εννέα διαδοχικούς μήνες·

β)έχει λάβει άδεια με αντικανονικό τρόπο, μεταξύ άλλων βάσει ψευδών δηλώσεων στο πλαίσιο της διαδικασίας αδειοδότησης·

γ)δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας και οι συμμετέχοντες σε αυτό δεν έχουν λάβει τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ESMA·

δ)δεν τηρεί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10γ παράγραφος 4 ή οι συμμετέχοντες σε αυτό υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT διαπράττουν επανειλημμένες παραβάσεις του παρόντος κανονισμού.

7.Όσον αφορά τα κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού, η ESMA είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και για:

α)να εποπτεύει την τήρηση των απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό·

β)να εκδίδει αποφάσεις, να διενεργεί εποπτικές αξιολογήσεις και να λαμβάνει άλλα μέτρα σε σχέση με το άρθρο 10 στοιχεία γ) έως ε)· και

γ)να διασφαλίζει τη συνεχή συμμόρφωση με το άρθρο 10 στοιχεία γ) έως ε).

Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η ESMA διαθέτει τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας επί των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού που προβλέπεται στο κεφάλαιο IIα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και στον παρόντα κανονισμό.

Εκτός από τα εποπτικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 39η του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ESMA μπορεί να λάβει τα ακόλουθα μέτρα:

α)να αναστείλει τη συμμετοχή υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, όταν αυτό παραβιάζει τις απαιτήσεις του άρθρου 10γ·

β)να απαιτήσει από τον υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT να λάβει διορθωτικά μέτρα για να επιτύχει την εκ νέου συμμόρφωση της συμμετοχής του στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού με το άρθρο 10γ·

γ) να αναστείλει τη συμμετοχή υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, όταν αυτό παραβιάζει τις απαιτήσεις του άρθρου 10γ·

δ)να απαιτήσει από τον υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT να υποβάλει σχέδιο για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις και να ορίσει προθεσμία για την εφαρμογή του·

ε)να αναστείλει την άδεια του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού ή τη συμμετοχή μεμονωμένου υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στο κανονιστικό πλαίσιο για μέγιστο διάστημα 30 διαδοχικών εργάσιμων ημερών κάθε φορά, όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι έχει σημειωθεί σοβαρή παράβαση του άρθρου 10γ·

στ)να αποκλείσει έναν υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT από τη συμμετοχή σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, όταν ο εν λόγω υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβιάζει επανειλημμένα τις απαιτήσεις του άρθρου 10γ·

ζ)να εκδώσει απόφαση με την οποία απαιτεί από υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT να τερματίσει παράβαση που περιλαμβάνεται στο παράρτημα·

η)να επιβάλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών ή απαιτεί πρόσθετες γνωστοποιήσεις, στις περιπτώσεις στις οποίες η ESMA διαθέτει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που εφαρμόζονται από το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού ή τους συμμετέχοντες σε αυτό δεν διασφαλίζουν την ορθή διαχείριση και κάλυψη των κινδύνων του.

8.Η ESMA επιβάλλει τέλη στους υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 10.

9.Το ύψος κάθε τέλους που επιβάλλεται σε υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του εν λόγω κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού και το είδος της άδειας και της εποπτείας που ασκείται από την ESMA.

10.Η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, σύμφωνα με το άρθρο 15α, για να προσδιορίσει περαιτέρω το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους και τον τρόπο καταβολής τους.

Άρθρο 10ε

Στρατηγική μετάβασης για το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού

1.Οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού καταρτίζουν και δημοσιοποιούν σαφή και λεπτομερή στρατηγική μετάβασης για τη μείωση της δραστηριότητας συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, σε περίπτωση:

α)που υπάρξει υπέρβαση του ορίου που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3·

β)που η άδεια που έχει χορηγηθεί στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού δυνάμει του παρόντος κανονισμού ανακληθεί ή άλλως διακοπεί· ή

γ)οποιασδήποτε εκούσιας ή ακούσιας παύσης των δραστηριοτήτων του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού.

Η στρατηγική μετάβασης είναι έτοιμη να εφαρμοστεί εγκαίρως.

2.Η στρατηγική μετάβασης καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι συμμετέχοντες, οι εκδότες και οι πελάτες των συμμετεχόντων στην περίπτωση ανάκλησης ή διακοπής της άδειας του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού ή παύσης των δραστηριοτήτων. Η στρατηγική μετάβασης καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προστατεύονται οι πελάτες, ιδίως οι ιδιώτες επενδυτές, από τυχόν δυσανάλογες επιπτώσεις λόγω της ανάκλησης ή διακοπής άδειας ή της παύσης των δραστηριοτήτων του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού. Η στρατηγική μετάβασης επικαιροποιείται σε συνεχή βάση, με την επιφύλαξη της πρότερης έγκρισης της ESMA.

3.Το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού θεσπίζει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλες διαδικασίες που διασφαλίζουν τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό των περιουσιακών στοιχείων πελατών και συμμετεχόντων σε άλλο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι εν λόγω διαδικασίες αποτελούν μέρος της στρατηγικής μετάβασης.

Άρθρο 10στ

Διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών μεμονωμένων υπηρεσιών ΚΑΤ

1.Οι συμβολαιογράφοι DLT και οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT μπορούν να παρέχουν συμβολαιογραφικές υπηρεσίες DLT και υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης DLT σε ολόκληρη την Ένωση, είτε μέσω του δικαιώματος εγκατάστασης, μεταξύ άλλων μέσω υποκαταστήματος, είτε μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι συμβολαιογράφοι DLT και οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που παρέχουν υπηρεσίες σε διασυνοριακή βάση δεν υποχρεούνται να έχουν φυσική παρουσία στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.

2.Συμβολαιογράφος DLT ή υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που προτίθεται να παρέχει τις υπηρεσίες του σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη, υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής:

α)κατάλογο των κρατών μελών στα οποία ο συμβολαιογράφος DLT ή ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ·

β)υπηρεσίες που προτίθεται να παρέχει σε διασυνοριακή βάση ο συμβολαιογράφος DLT ή ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT·

γ)την ημερομηνία έναρξης της σκοπούμενης παροχής υπηρεσιών.

δ)Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής.

3.Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον ενδιαφερόμενο συμβολαιογράφο DLT ή τον ενδιαφερόμενο υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT σχετικά με την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο.

4.Ο συμβολαιογράφος DLT ή ο υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT μπορεί να αρχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο ή το αργότερο από τη 15η ημερολογιακή ημέρα μετά την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

5.Εάν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής έχει σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι υπάρχουν παρατυπίες στις δραστηριότητες υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT ή συμβολαιογράφου DLT, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και την ESMA.

6.Εάν, παρά τα ληφθέντα μέτρα εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, εξακολουθούν να υφίστανται οι παρατυπίες που αναφέρονται στην παράγραφο 5 και οι οποίες συνιστούν παράβαση του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και την ESMA, λαμβάνει όλα τα δέοντα μέτρα για την προστασία των πελατών των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και των κατόχων κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων. Στα εν λόγω μέτρα περιλαμβάνεται η παρεμπόδιση του υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT ή του συμβολαιογράφου DLT να ασκήσει περαιτέρω δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την ESMA χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ESMA ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Άρθρο 10ζ

Διαλειτουργικότητα μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT

1.Οι διαχειριστές ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT και οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού συγκροτούν κλαδική ομάδα και αναπτύσσουν κλαδικά πρότυπα που διευκολύνουν τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών συναλλαγών DLT μεταξύ των μελών της ομάδας, συμπεριλαμβανομένων προτύπων για τη δημιουργία συνδέσεων μεταξύ των εν λόγω οντοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 σημείο 29) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

Τα ΚΑΤ που λειτουργούν αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και παρέχουν βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ σε DLT, υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT και συμβολαιογράφους DLT που δεν αποτελούν μέρος κανονιστικών πλαισίων διακανονισμού μπορούν να ζητήσουν να συμμετάσχουν στην ομάδα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Οι διαχειριστές ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT και οι υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού δέχονται επιλέξιμες οντότητες στην ομάδα.

Οι διαδικαστικοί κανόνες της κλαδικής ομάδας διασφαλίζουν ότι:

α) η ομάδα είναι ανοικτή στη συμμετοχή οποιασδήποτε οντότητας έχει αποδεδειγμένο συμφέρον στην κατάρτιση των κλαδικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο·

β)ο κίνδυνος παραβίασης της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού μετριάζεται επαρκώς.

Στο πλαίσιο ανάπτυξης των κλαδικών προτύπων, η κλαδική ομάδα διαβουλεύεται περιοδικά με το ΕΣΚΤ και την ESMA και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις τους.

Τα μέλη της κλαδικής ομάδας εφαρμόζουν τα πρότυπα του κλάδου στα κατάλληλα τμήματα των δραστηριοτήτων τους, εκτός εάν έχουν σαφή αιτιολόγηση για να μην το πράξουν.

2.Οι οντότητες που συμμετέχουν στη θέσπιση κλαδικών προτύπων σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλουν στην ESMA τα ακόλουθα:

α)το αργότερο εντός 12 μηνών από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, λεπτομερή περιγραφή των ειδών κλαδικών προτύπων που πρέπει να συμφωνηθούν για τους σκοπούς της παραγράφου 1, των προκλήσεων όσον αφορά τη συμφωνία επ’ αυτών και των πιθανών τρόπων επίλυσης των εν λόγω προκλήσεων·

β)το αργότερο εντός 30 μηνών από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, τα τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και την πρόοδο που έχει σημειωθεί.

3.Εντός 40 μηνών από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, η ESMA υποβάλλει στην Επιτροπή τεχνικές συμβουλές σχετικά με την υποστήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT, αξιολογώντας ιδίως:

α)τον ρόλο της τυποποίησης δεδομένων στη στήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT, ιδίως ενόψει των περιπτώσεων οικονομικής χρήσης που προσελκύουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και τη μεγαλύτερη δραστηριότητα της αγοράς και των κλαδικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)τον ρόλο των ρυθμιζόμενων και μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων στη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT.».

15)Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Με την επιφύλαξη του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, οι διαχειριστές υποδομών αγοράς DLT συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές.»·

β)στην παράγραφο 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) το πλήθος και την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που εισάγονται προς διαπραγμάτευση στον ΤΔ DLT ή στο ΣΔΔ DLT και το πλήθος και την αξία των χρηματοπιστωτικών μέσων DLT που καταχωρίζονται από τον διαχειριστή του ΣΔ DLT ή του ΣΔΔ DLΤ·»·

γ)στην παράγραφο 4, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) το πλήθος και την αξία των συναλλαγών που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΤΔ DLT ή ΣΔΔ DLT και διακανονίζονται από τον διαχειριστή του ΣΔ DLT ή του ΣΔΔ DLΤ·».

16)Προστίθενται τα ακόλουθα άρθρα 11α και 11β:

«Άρθρο 11α

Σώμα εποπτών για τις υποδομές αγοράς DLT

1.Συγκροτείται σώμα εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 24α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 για τις δραστηριότητες ΚΑΤ ενός ΣΔ DLT ή ΣΔΔ DLT σε σχέση με τις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο.

2.Εκτός από τις αρχές που είναι μέλη του σώματος εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 4, οι ακόλουθες αρχές μπορούν να ζητήσουν να γίνουν μέλη του σώματος εποπτών που έχει συσταθεί σύμφωνα με το εδάφιο 1:

α)οι αρμόδιες αρχές των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT και οι συμβολαιογράφοι DLT που παρέχουν την υπηρεσία κεντρικής διατήρησης DLT και τη συμβολαιογραφική υπηρεσία DLT όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που διακανονίζονται από το ΣΔ DLT ή το ΣΔΔ DLT·

β)η ΕΑΤ, όταν χρησιμοποιούνται μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος για τον διακανονισμό πληρωμών.

Άρθρο 11β

Σώμα εποπτών για κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού

1.Η ESMA συγκροτεί σώμα εποπτών για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 10δ παράγραφος 7 σε σχέση με τους υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT που αποτελούν μέρος κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού.

2.Το σώμα συγκροτείται εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία αδειοδοτείται το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού δυνάμει του άρθρου 10δ.

3.Η ESMA διαχειρίζεται και προεδρεύει του σώματος.

4.Το σώμα απαρτίζεται από:

α)την ΕΑΚΑΑ·

β)την αρμόδια αρχή ενός υπεύθυνου τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού·

γ)την κεντρική τράπεζα στην Ένωση του νομίσματος που χρησιμοποιείται ή θα χρησιμοποιηθεί για τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού.

5.Οι αρμόδιες αρχές των συμβολαιογράφων DLT που συμμετέχουν στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού μπορούν να συμμετέχουν στο σώμα κατόπιν αιτήματός τους.

6.Η ESMA δημοσιεύει στον ιστότοπό της χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον κατάλογο των μελών του σώματος και τον επικαιροποιεί συνεχώς.

7.Η αρμόδια αρχή που δεν είναι μέλος του σώματος μπορεί να ζητεί από το σώμα κάθε πληροφορία που την ενδιαφέρει για την εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.

8.Το σώμα, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των αρμόδιων αρχών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, διασφαλίζει:

α)την ανταλλαγή πληροφοριών·

β)την αποτελεσματική εποπτεία, με την αποφυγή περιττών αλληλεπικαλυπτόμενων εποπτικών ενεργειών, όπως τα αιτήματα παροχής πληροφοριών·

γ)τη συμφωνία για την εκούσια ανάθεση καθηκόντων στα μέλη της·

δ)την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την οργανωτική δομή οποιουδήποτε μέλους του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με τη δομή ομίλου, τη διοίκηση και τους μετόχους·

ε)την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με διαδικασίες ή ρυθμίσεις που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα πρότυπα διακυβέρνησης ή διαχείρισης κινδύνων στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού·

9.Η ESMA μπορεί να προσκαλεί επιπλέον συμμετέχοντες στις συζητήσεις του σώματος σε ad hoc βάση για συγκεκριμένα θέματα.

Τα μέλη σώματος πλην της ESMA μπορούν να αποφασίσουν να μη συμμετάσχουν σε συνεδρίαση του σώματος.

10.Η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτή συμφωνία μεταξύ όλων των μελών του.

Στη συμφωνία καθορίζονται οι πρακτικές ρυθμίσεις λειτουργίας του σώματος, μεταξύ άλλων η συχνότητα των συνεδριάσεών του και οι τρόποι επικοινωνίας μεταξύ των μελών του, και μπορεί να προσδιορίζονται τα καθήκοντα που πρόκειται να ανατεθούν σ’ αυτά.».

17)Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.    Η αρμόδια αρχή για μια επιχείρηση επενδύσεων που διαχειρίζεται ΤΔ DLT ή ΣΔΔ DLT είναι η αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 55) στοιχείο α) περιπτώσεις ii) και iii) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.»·

β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α.    Η αρμόδια αρχή για έναν CASP που διαχειρίζεται ΤΔ DLT ή ΣΔΔ DLT είναι η αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 33) στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2023/1114.»·

γ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η αρμόδια αρχή για έναν διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται ΤΔ DLT ή ΣΔΔ DLT είναι η αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΤΔ DLT ή το ΣΔΔ DLT ή, εάν σύμφωνα με το δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους ο διαχειριστής αγοράς δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του διαχειριστή αγοράς που διαχειρίζεται τον ΤΔ DLT ή το ΣΔΔ DLT.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α.    Η αρμόδια αρχή για τον συμβολαιογράφο DLT και τον υπεύθυνο τήρησης λογαριασμών DLT είναι η αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία της οντότητας που υπέβαλε αίτηση για τη χορήγηση ειδικής άδειας σύμφωνα με το άρθρο 10α.».

18)Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

1)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Έως τις 24 Μαρτίου 2030, η ESMA υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με:»·

2)το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) τη λειτουργία των υποδομών αγοράς DLT σε ολόκληρη την Ένωση και κατάλληλους δείκτες μέτρησης που περιγράφουν τις δραστηριότητές τους·»·

3)τα στοιχεία β), δ) και ε) απαλείφονται·

4)το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η) τυχόν κινδύνους, τρωτά σημεία ή ανεπάρκειες που παρουσιάζει η χρήση της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού όσον αφορά την προστασία των επενδυτών, την ακεραιότητα της αγοράς ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·»·

5)το στοιχείο ι) απαλείφεται·

6)το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ια) τυχόν οφέλη και δαπάνες που προκύπτουν από τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού στις χρηματοπιστωτικές αγορές·»·

7)το στοιχείο ιδ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιδ) την καταλληλότητα των ορίων που αναφέρονται στο άρθρο 3, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν από την αύξηση των εν λόγω ορίων, λαμβανομένων ιδίως υπόψη συστημικών παραμέτρων και διαφόρων ειδών τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού·»·

8)το στοιχείο ιε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιε) συνολική εκτίμηση του κόστους και των οφελών του πιλοτικού καθεστώτος που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό·»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή αξιολογεί αν το πιλοτικό καθεστώς που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ενσωματωθεί σε άλλη τομεακή νομοθεσία και υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.».

19)Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15

Ενδιάμεσες εκθέσεις

Ανά διετία η ESMA δημοσιεύει ενδιάμεσες εκθέσεις προκειμένου να παρέχει στους συμμετέχοντες στην αγορά πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία των αγορών, να αντιμετωπίζει τυχόν παράτυπη συμπεριφορά των διαχειριστών υποδομών αγοράς DLT, να παρέχει διευκρινίσεις όσον αφορά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να επικαιροποιεί προηγούμενες υποδείξεις με βάση την εξέλιξη της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού. Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν επίσης συνολική περιγραφή της εφαρμογής του προβλεπόμενου στον παρόντα κανονισμό πιλοτικού καθεστώτος, που εστιάζει στις τάσεις και τους αναδυόμενους κινδύνους, και υποβάλλονται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Η πρώτη έκθεση αυτού του είδους δημοσιεύεται έως τις 24 Μαρτίου 2028.».

20)Προστίθεται το άρθρο 15α:

«Άρθρο 15α

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 και στο άρθρο 10δ παράγραφος 10 ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από [Υπηρεσία Εκδόσεων: εισαγωγή της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του τροποποιητικού κανονισμού].

3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 7 και στο άρθρο 10δ παράγραφος 10 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.Πριν εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.Μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 7 και του άρθρου 10δ παράγραφος 10 τίθεται σε ισχύ μόνο αν δεν διατυπωθεί αντίρρηση είτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

21)Το παράρτημα IV του παρόντος κανονισμού προστίθεται ως παράρτημα στον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858.

Άρθρο 9
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 τροποποιείται ως εξής:

1)Στο άρθρο 3 παράγραφος 1, το σημείο 35) τροποποιείται ως εξής:

α)το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α) που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 93 όσον αφορά τους προσφέροντες κρυπτοστοιχεία, τους επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, και τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία·»·

β)προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο γ):

«γ) η ESMA για:

i)παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 63·

ii)οντότητες που επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφοι 2 έως 6, των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων όπως αναφέρεται στο άρθρο 138α παράγραφος 2.».

2)Το άρθρο 59 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η άδεια που χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 63 προσδιορίζει τις υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων τις οποίες οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχουν λάβει άδεια να παρέχουν.»·

β)η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σε ολόκληρη την Ένωση, είτε μέσω του δικαιώματος εγκατάστασης, μεταξύ άλλων μέσω υποκαταστήματος, είτε μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σε άλλα κράτη μέλη πέραν του κράτους μέλους καταγωγής τους δεν υποχρεούνται να έχουν φυσική παρουσία στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.»·

γ)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που επιθυμούν να προσθέσουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων στην άδειά τους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 63, υποβάλλουν αίτηση στην ESMA για επέκταση της άδειάς τους συμπληρώνοντας και επικαιροποιώντας τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 62. Η αίτηση επέκτασης διεκπεραιώνεται σύμφωνα με το άρθρο 63.».

3)Στο άρθρο 60 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6α:

«6α. Οι οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 6 υποχρεούνται να υποβάλλουν ετησίως στην αρμόδια αρχή τους και στην ESMA πληροφορίες σχετικά με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών τους, ιδίως το ποσοστό του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών τους σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό τους όργανο, ο οποίος προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.».

4)Το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα νομικά πρόσωπα ή άλλες επιχειρήσεις που σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων υποβάλλουν την αίτησή τους για άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στην ESMA.»·

β)η παράγραφος 4 απαλείφεται.

5)Το άρθρο 63 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αξιολόγηση της αίτησης χορήγησης άδειας και χορήγηση ή άρνηση χορήγησης άδειας από την ESMA»·

β)οι παράγραφοι 1 έως 9 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

1.Η ESMA, αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αίτησης βάσει του άρθρου 62 παράγραφος 1, βεβαιώνει εγγράφως στον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ότι την παρέλαβε.

2.Εντός 25 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αίτησης δυνάμει του άρθρου 62 παράγραφος 1, η ESMA αξιολογεί αν η αίτηση είναι πλήρης ελέγχοντας αν έχουν υποβληθεί οι πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 62 παράγραφος 2.

Όταν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ESMA ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων οφείλει να παράσχει τυχόν πληροφορίες που λείπουν.

3.Η ESMA μπορεί να αρνηθεί την εξέταση αιτήσεων εάν οι εν λόγω αιτήσεις παραμένουν ελλιπείς μετά την εκπνοή της προθεσμίας που έχει ορίσει σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο.

4.Μόλις η αίτηση είναι πλήρης, η ESMA ενημερώνει αμέσως σχετικά τον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

5.Πριν από τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η ESMA συμβουλεύεται τις αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους όταν για τον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ισχύει ένα από τα παρακάτω σε σχέση με πιστωτικό ίδρυμα, κεντρικό αποθετήριο τίτλων, επιχείρηση επενδύσεων, διαχειριστή αγοράς, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ, διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, ίδρυμα πληρωμών, ασφαλιστική επιχείρηση, ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ή ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών που έχει λάβει άδεια στο εν λόγω κράτος μέλος:

α)είναι θυγατρική του οντότητα·

β)είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης της εν λόγω οντότητας· ή

γ)ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν την εν λόγω οντότητα.

6. Πριν από τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η ESMA:

α)μπορεί να συμβουλευτεί τις αρμόδιες αρχές για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και τις μονάδες χρηματοοικονομικών πληροφοριών του κράτους μέλους καταγωγής, προκειμένου να επαληθεύσει ότι ο αιτών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο έρευνας σχετικά με πράξεις που αφορούν τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·

β)μπορεί να συμβουλευτεί τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας για να διασφαλίσει ότι ο αιτών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται εγκαταστάσεις ή βασίζεται σε τρίτα μέρη εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου που προσδιορίζονται δυνάμει του [άρθρου 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, συμμορφώνεται με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά του άρθρου 26 παράγραφος 2, του άρθρου 45 παράγραφοι 3 και 5 της εν λόγω οδηγίας]·

γ)συμβουλεύεται, κατά περίπτωση, τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο αιτών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει θεσπίσει κατάλληλες διαδικασίες για τη συμμόρφωση με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο [του άρθρου 18α παράγραφοι 1 και 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849].

7.Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του αιτούντος παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η ESMA χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

8.Η ESMA δεν χορηγεί άδεια εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία ο αιτών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.

9.Εντός 40 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής πλήρους αίτησης, η ESMA αξιολογεί τη συμμόρφωση του αιτούντος παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων με τον παρόντα τίτλο και λαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη απόφαση για τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Η ESMA κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα εντός πέντε εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω απόφασης. Στην εν λόγω αξιολόγηση λαμβάνονται υπόψη η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που προτίθεται να παρέχει ο αιτών πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 9α:

«9α. Η ESMA μπορεί, κατά την περίοδο αξιολόγησης που προβλέπεται στην παράγραφο 9, και το αργότερο έως την 20ή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως στον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και προσδιορίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.

Η περίοδος αξιολόγησης δυνάμει της παραγράφου 9 αναστέλλεται για το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η ESMA ζητεί τις πληροφορίες που λείπουν και της ημερομηνίας κατά την οποία λαμβάνει σχετική απάντηση από τον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Η ESMA έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 9.»·

δ)στην παράγραφο 10, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ESMA απορρίπτει τη χορήγηση άδειας παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εφόσον υφίστανται αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι για τους οποίους:»·

ε)οι παράγραφοι 11 και 12 απαλείφονται·

στ)στην παράγραφο 13, οι πρώτες δύο περίοδοι απαλείφονται.

6)Το άρθρο 64 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

1.«Η ESMA ανακαλεί την άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που αναφέρεται στο άρθρο 63 στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο [39η παράγραφος 2] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και, επιπλέον, εάν ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει υποπέσει σε οτιδήποτε από τα εξής:

α)δεν έχει κάνει χρήση της άδειας εντός 12 μηνών από την ημερομηνία χορήγησής της·

β)δεν έχει παράσχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων επί εννέα διαδοχικούς μήνες·

γ)δεν διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις για τον εντοπισμό και την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σύμφωνα με την [οδηγία (ΕΕ) 2015/849]·

2.Η ESMA μπορεί να ανακαλέσει την άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)έχει ενημερωθεί από τη σχετική αρμόδια αρχή για την εποπτεία της [οδηγίας (ΕΕ) 2015/849] ότι ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει παραβεί τις διατάξεις του εθνικού δικαίου για τη μεταφορά της [οδηγίας (ΕΕ) 2015/849]·

β)ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει απολέσει την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών ή την άδεια λειτουργίας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, και ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων δεν έλαβε μέτρα για την επανόρθωση της κατάστασης εντός 40 ημερολογιακών ημερών.

3.Όταν η ESMA ανακαλεί άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, καθιστά τις εν λόγω πληροφορίες διαθέσιμες στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 109.

4.Η ESMA μπορεί να περιορίζει την ανάκληση της άδειας σε συγκεκριμένη υπηρεσία κρυπτοστοιχείων.»·

β)η παράγραφος 5 απαλείφεται·

γ)οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Πριν από την ανάκληση άδειας παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η ESMA μπορεί να συμβουλευτεί την αρχή που είναι αρμόδια για την εποπτεία της συμμόρφωσης του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων με τους κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

7. Η EBA και οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων μπορούν ανά πάσα στιγμή να ζητήσουν από την ESMA να εξετάσει αν ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια που αναφέρεται στο άρθρο 63, όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες πως αυτό μπορεί να μην ισχύει πλέον.».

7)Το άρθρο 65 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σε άλλα κράτη μέλη πλην του κράτους μέλους καταγωγής»

β)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 63 και προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων στην Ένωση υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες στην ESMA:»·

ii)προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ενημερώνει την ESMA για κάθε αλλαγή στις πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.»·

γ)οι παράγραφοι 2, 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η ESMA, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων και στην EBA.

3. Η ESMA ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τον ενδιαφερόμενο πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων για την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

4. Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή το αργότερο από τη 15η ημερολογιακή ημέρα μετά την υποβολή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.».

8)Το άρθρο 68 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Όταν η επιρροή που ασκούν οι μέτοχοι ή τα μέλη, με άμεση ή έμμεση σχέση, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές σε πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ενδέχεται να είναι επιζήμια για την ορθή και συνετή διαχείριση του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η ESMA λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπίσει τους εν λόγω κινδύνους.»·

β)στην παράγραφο 8 πρώτο εδάφιο, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων διαθέτουν μηχανισμούς, συστήματα και διαδικασίες όπως απαιτείται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554, καθώς και αποτελεσματικές διαδικασίες και ρυθμίσεις για την εκτίμηση κινδύνων, ώστε να συμμορφώνονται με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της [οδηγίας (ΕΕ) 2015/849] στο κράτος μέλος καταγωγής τους.»·

γ)η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων μεριμνούν ώστε να τηρούνται αρχεία όλων των υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχουν και όλων των δραστηριοτήτων, εντολών και συναλλαγών κρυπτοστοιχείων που εκτελούν. Τα αρχεία αυτά πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα στην ESMA να ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα και να λαμβάνει μέτρα για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων, ιδίως δε να διαπιστώνει τη συμμόρφωση των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων με όλες τις υποχρεώσεις, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων έναντι των πελατών ή των δυνητικών πελατών και σε σχέση με την ακεραιότητα της αγοράς.

Τα αρχεία που τηρούνται δυνάμει του πρώτου εδαφίου παρέχονται στους πελάτες κατόπιν αιτήματος και φυλάσσονται για περίοδο πέντε ετών και, κατόπιν αιτήματος των αρμόδιων αρχών ή της ESMA για παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 63, πριν από την παρέλευση της πενταετίας, για μέγιστη περίοδο επτά ετών.».

9)Ο τίτλος και το άρθρο 69 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ενημέρωση της ESMA

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση στην ESMA κάθε μεταβολή στο διοικητικό όργανό τους, πριν από την άσκηση δραστηριοτήτων από οποιαδήποτε νέα μέλη, και παρέχουν στην ESMA όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσης με το άρθρο 68.».

10)Το άρθρο 73 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) οι τρίτοι που αναλαμβάνουν καθήκοντα στο πλαίσιο της εξωτερικής ανάθεσης συνεργάζονται με την ESMA και η εξωτερική ανάθεση δεν εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων εποπτείας της ESMA, συμπεριλαμβανομένης της επιτόπιας πρόσβασης για την απόκτηση σχετικών πληροφοριών που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων αυτών·»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και οι τρίτοι, κατόπιν αιτήματος, θέτουν στη διάθεση της ESMA και άλλων σχετικών αρχών όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε οι εν λόγω αρχές να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση των ανατιθέμενων δραστηριοτήτων με τις απαιτήσεις του παρόντος τίτλου.».

11)Το άρθρο 76 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζονται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων ενημερώνουν την ESMA και την αρμόδια αρχή τους, εάν διαφέρει από την ESMA, όταν εντοπίζουν περιστατικά κατάχρησης της αγοράς ή προσπάθειες κατάχρησης της αγοράς που διαπράττεται στα συστήματα διαπραγμάτευσής τους ή μέσω αυτών.»·

β)η παράγραφος 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«15. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζονται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης θέτουν στη διάθεση της ESMA και της οικείας αρμόδιας αρχής, εάν διαφέρει από την ESMA, για τουλάχιστον πέντε έτη, τα σχετικά δεδομένα που αφορούν όλες τις εντολές για κρυπτοστοιχεία που ανακοινώνονται μέσω των συστημάτων τους, ή παρέχουν στην ESMA και στην οικεία αρμόδια αρχή, εάν διαφέρει από την ESMA, πρόσβαση στο βιβλίο εντολών, ώστε η ESMA και η οικεία αρμόδια αρχή να είναι σε θέση να παρακολουθούν τη διαπραγματευτική δραστηριότητα. Τα εν λόγω σχετικά δεδομένα περιλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά της εντολής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέουν μια εντολή με τις εκτελεσθείσες συναλλαγές που απορρέουν από την εν λόγω εντολή.».

12)Στο άρθρο 81 παράγραφος 7, η δεύτερη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ESMA δημοσιεύει τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων.».

13)Στο άρθρο 84, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η ESMA δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της ειδικής συμμετοχής που απαιτείται να αποκτηθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού ούτε εξετάζει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής με βάση τις οικονομικές ανάγκες της αγοράς.».

14)Το άρθρο 85 απαλείφεται.

15)Το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Κάθε πρόσωπο που κατ’ επάγγελμα οργανώνει ή εκτελεί συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία διαθέτει αποτελεσματικές ρυθμίσεις, συστήματα και διαδικασίες για την πρόληψη και τον εντοπισμό κατάχρησης της αγοράς. Το εν λόγω πρόσωπο αναφέρει χωρίς καθυστέρηση στην ESMA κάθε εύλογη υπόνοια σχετικά με εντολή ή συναλλαγή, συμπεριλαμβανομένης κάθε ακύρωσης ή τροποποίησης αυτών, και άλλες πτυχές της λειτουργίας της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού όπως ο μηχανισμός συναίνεσης, εφόσον ενδέχεται να υφίστανται περιστάσεις που υποδεικνύουν ότι έχει διαπραχθεί, διαπράττεται ή ενδέχεται να διαπραχθεί κατάχρηση της αγοράς.

Η ESMA διαβιβάζει αμέσως τις πληροφορίες αυτές σε οποιαδήποτε άλλη σχετική αρμόδια αρχή.»·

β)η παράγραφος 3 απαλείφεται.

16)Στο άρθρο 93, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό σε σχέση με τους προσφέροντες κρυπτοστοιχεία, τους επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και τους εκδότες μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω αρμόδιες αρχές στην EBA και την ESMA.».

17)Στο άρθρο 94, η παράγραφος 3 απαλείφεται.

18)Το άρθρο 102 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Εάν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής έχει σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι υπάρχουν παρατυπίες στις δραστηριότητες προσφέροντος ή επιδιώκοντος την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων, εκδότη μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος ή παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και την ESMA.

Όταν η ESMA είναι υπεύθυνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στον κανονισμό όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή υποδοχής που έχει σαφείς και εξακριβώσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι υπάρχουν παρατυπίες στις δραστηριότητες του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ενημερώνει την ESMA.»·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Εάν, παρά τα ληφθέντα μέτρα εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής ή της ESMA, κατά περίπτωση, εξακολουθούν να υφίστανται οι παρατυπίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και οι οποίες συνιστούν παράβαση του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή του κράτους μέλους καταγωγής, κατά περίπτωση, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, την ESMA και, κατά περίπτωση, την EBA, λαμβάνει τα δέοντα μέτρα για την προστασία των πελατών των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και των κατόχων κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων. Τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να λαμβάνονται ως έσχατη λύση και περιλαμβάνουν την απαγόρευση στον προσφέροντα, τον επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, τον εκδότη της μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος ή τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων να ασκεί περαιτέρω δραστηριότητες στο κράτος μέλος υποδοχής. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την ESMA και, κατά περίπτωση, την EBA χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ESMA και, κατά περίπτωση, η EBA ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.»·

γ)στην παράγραφο 3 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Σε περίπτωση που η ESMA διαφωνεί με οποιοδήποτε από τα μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή του κράτους μέλους υποδοχής σε σχέση με πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, μπορεί να θέσει το ζήτημα υπόψη της Επιτροπής.».

19)Στο άρθρο 109 παράγραφος 5, το στοιχείο γ) απαλείφεται.

20)Στο άρθρο 111 παράγραφος 1, τα στοιχεία ε) και στ) απαλείφονται.

21)Στο άρθρο 119, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ) οι αρμόδιες αρχές των πλέον σχετικών πιστωτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επενδύσεων που εξασφαλίζουν τη φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων αποθεματικού σύμφωνα με το άρθρο 37 ή των χρηματικών ποσών που λαμβάνονται σε αντάλλαγμα των σημαντικών μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος·»·

β)το στοιχείο ε) απαλείφεται.

22)Στον τίτλο VII, προστίθεται το ακόλουθο κεφάλαιο 6:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Εποπτικές ευθύνες, εξουσίες και αρμοδιότητες της ESMA όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων

Άρθρο 138α
Εποπτικές ευθύνες της ESMA όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων

1.Η ESMA είναι υπεύθυνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων που προβλέπονται στον κανονισμό όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 63.

2.Η ESMA είναι υπεύθυνη για τη συνεχή εποπτεία και την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων και καθηκόντων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, καθώς και των εποπτικών αρμοδιοτήτων και καθηκόντων που προβλέπονται σε άλλες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης σχετικά με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες για οντότητες στις οποίες επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφοι 2 έως 6, των οποίων η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Μια οντότητα θεωρείται ότι παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων ως κύρια δραστηριότητά της όταν πάνω από το 50 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών της σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο προέρχεται από την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, για τουλάχιστον 2 διαδοχικά έτη.

Στην περίπτωση των οντοτήτων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η ESMA συνάπτει συμφωνίες συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν άδεια στις εν λόγω οντότητες βάσει άλλων νομοθετικών πράξεων της Ένωσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Βάσει της συμφωνίας συνεργασίας, οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν στήριξη και συνδράμουν την ESMA για την εποπτεία των δραστηριοτήτων που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

3.Για τους σκοπούς της διασφάλισης της εποπτείας των δραστηριοτήτων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2, ανατίθενται στην ESMA οι εξουσίες που χορηγούνται στις αρμόδιες αρχές δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, της οδηγίας 2009/110/ΕΚ, της οδηγίας 2009/65/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, αντίστοιχα.

Άρθρο 138β
Αίτημα παροχής πληροφοριών από την ESMA

Σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο [39β] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ESMA μπορεί, με απλή αίτηση ή με απόφαση, να ζητήσει από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο [39β παράγραφος 1] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ή από τα ακόλουθα πρόσωπα να παράσχουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτελέσει η ESMA τα καθήκοντά της δυνάμει του παρόντος κανονισμού:

α)τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

β)τους νόμιμους εκπροσώπους και εργαζομένους των οντοτήτων με τις οποίες ένας πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει συνάψει συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 73·

γ)τα πρόσωπα που διασφαλίζουν τη φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των πελατών·

δ)κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται άμεσα στις δραστηριότητες κρυπτοστοιχείων του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

ε)το διοικητικό όργανο των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ).

Άρθρο 138γ
Ανταλλαγή πληροφοριών με την ESMA

1.Για την άσκηση των εποπτικών αρμοδιοτήτων της ESMA δυνάμει του άρθρου 138α και με την επιφύλαξη του άρθρου 96, η ESMA και οι άλλες αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν μεταξύ τους, κατόπιν αιτήματος, τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Γι’ αυτόν τον σκοπό, οι άλλες αρμόδιες αρχές και η ESMA ανταλλάσσουν, κατά περίπτωση, πληροφορίες σχετικά με:

α)τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή πρόσωπο που ελέγχει ή ελέγχεται άμεσα ή έμμεσα από πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

β)τους νόμιμους εκπροσώπους και εργαζομένους των οντοτήτων με τις οποίες ένας πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων έχει συνάψει συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 73·

γ)τα πρόσωπα που διασφαλίζουν τη φύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των πελατών·

δ)κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται άμεσα στις δραστηριότητες κρυπτοστοιχείων του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

ε)το διοικητικό όργανο των προσώπων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ).

2.Μια αρμόδια αρχή μπορεί να αρνηθεί να ανταποκριθεί σε αίτημα ανταλλαγής πληροφοριών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ή σε αίτημα συνεργασίας για τη διεξαγωγή έρευνας ή επιτόπιας επιθεώρησης, όπως προβλέπεται στα άρθρα 138δ και 138ε, αντίστοιχα, μόνον εφόσον:

α)η συμμόρφωση με το αίτημα ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις δικές της δραστηριότητες έρευνας ή επιβολής του νόμου ή, κατά περίπτωση, μια ποινική έρευνα·

β)έχει ήδη κινηθεί δικαστική διαδικασία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά και κατά των ιδίων φυσικών ή νομικών προσώπων ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα·

γ)το εν λόγω φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στο κράτος μέλος στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα.

Άρθρο 138δ
Διοικητικές συμφωνίες για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της ESMA και τρίτων χωρών

1.Για την άσκηση των εποπτικών της αρμοδιοτήτων δυνάμει του άρθρου 138α, η ESMA μπορεί να συνάπτει διοικητικές συμφωνίες για την ανταλλαγή πληροφοριών με τις εποπτικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εάν οι πληροφορίες που κοινοποιούνται υπόκεινται σε εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες τουλάχιστον με τις οριζόμενες στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.Η ανταλλαγή πληροφοριών αποσκοπεί στην εκτέλεση των καθηκόντων της ESMA ή των εποπτικών αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.Όσον αφορά τις διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτη χώρα, η ESMA εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725.

Άρθρο 138ε
Κοινοποίηση πληροφοριών από τρίτες χώρες από την ESMA

1.Η ESMA μπορεί να κοινοποιεί πληροφορίες που λαμβάνει από εποπτικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εάν η ESMA ή η αρμόδια αρχή που παρείχε τις πληροφορίες στην ESMA έχει εξασφαλίσει τη ρητή συμφωνία της εποπτικής αρχής τρίτης χώρας που έχει διαβιβάσει τις πληροφορίες και οι πληροφορίες κοινοποιούνται, κατά περίπτωση, αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους η εν λόγω εποπτική αρχή έδωσε τη σύμφωνη γνώμη της ή εφόσον η κοινοποίηση απαιτείται στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών.

2.Η απαίτηση ρητής συμφωνίας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, δεν ισχύει για άλλες εποπτικές αρχές της Ένωσης, όταν οι πληροφορίες που ζητούν είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, και δεν ισχύει για τα δικαστήρια, όταν οι πληροφορίες που ζητούν είναι απαραίτητες για έρευνες ή διαδικασίες σχετικά με παραβάσεις που υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις.

Άρθρο 138στ
Συνεργασία της ESMA με άλλες αρχές

Εάν πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ασκεί άλλες δραστηριότητες από εκείνες που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, η ESMA συνεργάζεται με τις αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία αυτών των άλλων δραστηριοτήτων όπως προβλέπεται στη σχετική ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών αρχών και των σχετικών εποπτικών αρχών τρίτων χωρών.

Άρθρο 138ζ
Εποπτικά Μέτρα από την ΕΑΚΑΑ

1.Για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει των τίτλων V και VI του παρόντος κανονισμού, η ESMA είναι σε θέση, επιπλέον των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο [39η] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, να λαμβάνει τα ακόλουθα εποπτικά μέτρα:

α)να αναστέλλει ή να απαγορεύει διαφημιστικές ανακοινώσεις όταν έχει βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο παρών κανονισμός·

β)να απαιτεί από τους σχετικούς παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων να παύσουν ή να αναστείλουν τις διαφημιστικές ανακοινώσεις για μέγιστο διάστημα 30 διαδοχικών εργάσιμων ημερών κάθε φορά, όταν έχει βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο παρών κανονισμός·

γ)να απαγορεύει την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων όταν η ESMA διαπιστώνει ότι παραβιάζεται ο παρών κανονισμός·

δ)να δημοσιοποιεί, ή να απαιτεί από πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων να δημοσιοποιήσει, κάθε ουσιώδη πληροφορία που ενδέχεται να επηρεάσει την παροχή των οικείων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των συμφερόντων των πελατών, ειδικότερα δε των ιδιωτών πελατών, ή η ομαλή λειτουργία της αγοράς·

ε)να αναστέλλει, ή να απαιτεί από τον σχετικό πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται την πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων να αναστείλει, τη διαπραγμάτευση των κρυπτοστοιχείων, όταν η ESMA θεωρεί ότι η κατάσταση του προσφέροντος, του επιδιώκοντος την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείου ή του εκδότη μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος είναι τέτοια ώστε η διαπραγμάτευση ενδέχεται να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των κατόχων κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων·

στ)να αναστέλλει, ή να απαιτεί από πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων να αναστείλει, την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων όταν η ESMA θεωρεί ότι η κατάσταση του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων είναι τέτοια ώστε η παροχή της υπηρεσίας κρυπτοστοιχείων ενδέχεται να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών, ειδικότερα δε των ιδιωτών πελατών·

ζ)να απαιτεί τη μεταβίβαση υφιστάμενων συμβάσεων σε άλλον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στις περιπτώσεις στις οποίες ανακαλείται η άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 64, εφόσον συμφωνούν οι πελάτες και ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στον οποίο πρόκειται να μεταβιβαστούν οι συμβάσεις·

η)εάν υπάρχουν υπόνοιες ότι ένα πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων χωρίς άδεια, να διατάσσει την άμεση διακοπή της δραστηριότητας χωρίς προειδοποίηση ή επιβολή προθεσμίας·

θ)όταν δεν διατίθενται άλλα αποτελεσματικά μέσα για να εξασφαλιστεί η παύση της παράβασης του παρόντος κανονισμού και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος σοβαρής βλάβης των συμφερόντων των πελατών των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ άλλων ζητώντας από τρίτον ή δημόσια αρχή να εφαρμόσει τα εν λόγω μέτρα, για:

i) να αφαιρεί περιεχόμενο ή να περιορίζει την πρόσβαση σε διαδικτυακή διεπαφή ή να δίνει εντολή για ρητή αναγραφή προειδοποίησης προς πελάτες και κατόχους κρυπτοστοιχείων κατά την πρόσβασή τους σε διαδικτυακή διεπαφή·

ii) να διατάσσει πάροχο υπηρεσιών υποδοχής να αφαιρέσει, να απενεργοποιήσει ή να περιορίσει την πρόσβαση σε διαδικτυακή διεπαφή· ή

iii) να διατάσσει μητρώα ή καταχωρητές ονομάτων χώρου να διαγράψουν ένα πλήρως εγκεκριμένο όνομα χώρου και να επιτρέπει στην οικεία αρμόδια αρχή να το καταχωρίσει.

2.Για να εκπληρώσει τα καθήκοντά της δυνάμει του τίτλου VI, η ESMA διαθέτει τουλάχιστον τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας και έρευνας επιπροσθέτως των εξουσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)να παραπέμπει υποθέσεις προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη·

β)να ζητεί, εάν αυτό επιτρέπεται βάσει της εθνικής νομοθεσίας του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η έρευνα, τα υπάρχοντα αρχεία διακίνησης δεδομένων που τηρούνται από διαχειριστή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, όταν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες παράβασης και τα εν λόγω αρχεία ενδέχεται να είναι σημαντικά για την έρευνα παραβάσεων των άρθρων 88 έως 91·

γ)να επιβάλλει προσωρινή απαγόρευση της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας·

δ)να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή ενημέρωση του κοινού, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών που δημοσιοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων απαιτώντας τη δημοσίευση διορθωτικής δήλωσης από προσφέροντα, επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, εκδότη, πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή άλλο πρόσωπο που δημοσίευσε ή διέδωσε ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες.

Άρθρο 138η
Επιβολή προστίμων από την ESMA

1.Η ESMA εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4 του παρόντος άρθρου εάν, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου [39ε] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, διαπιστώσει ότι πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή μέλος του διοικητικού του οργάνου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παράβαση που απαριθμείται στο παράρτημα VII.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ESMA διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή μέλος του διοικητικού του οργάνου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένα για να διαπράξει την παράβαση.

2.Κατά την έκδοση απόφασης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ESMA λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:

α)η σοβαρότητα, η διάρκεια και η συχνότητα της παράβασης·

β)αν ένα οικονομικό έγκλημα προκλήθηκε, διευκολύνθηκε ή μπορεί κατ’ άλλον τρόπο να συσχετιστεί με την παράβαση·

γ)αν η παράβαση αποκάλυψε σοβαρές ή συστημικές αδυναμίες στις διαδικασίες, τις πολιτικές και τα μέτρα διαχείρισης κινδύνων του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

δ)αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ αμελείας·

ε)ο βαθμός ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση·

στ)η χρηματοοικονομική ισχύς του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση, όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπαίτιου φυσικού προσώπου·

ζ)ο αντίκτυπος της παράβασης στα συμφέροντα των πελατών παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων·

η)η σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

θ)το επίπεδο συνεργασίας του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την ESMA, με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το εν λόγω πρόσωπο·

ι)προηγούμενες παραβάσεις του παρόντος κανονισμού από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση·

ια)μέτρα που λαμβάνονται από τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων μετά την παράβαση για την πρόληψη της επανάληψής της.

3.Η ESMA έχει την εξουσία να επιβάλλει, σε σχέση με παραβάσεις που διαπράττονται από νομικά πρόσωπα, μέγιστα διοικητικά πρόστιμα ίσα τουλάχιστον με:

α)5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο επίσημο νόμισμα την [XX ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού] για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφοι 1 έως 78, ή το 5 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφοι 1 έως 78, ανάλογα με το ποιο ποσό είναι υψηλότερο·

β)2 500 000 EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφος 79, ή το 2 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο επίσημο νόμισμα την [XX ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού], ανάλογα με το ποιο ποσό είναι υψηλότερο·

γ)15 000 000 EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφοι 80 έως 86, ή 15 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο επίσημο νόμισμα την [XX ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού], ανάλογα με το ποιο ποσό είναι υψηλότερο.

Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που αναφέρεται στα στοιχεία α) και β) είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.

4.Η ESMA έχει την εξουσία να επιβάλλει, σε σχέση με παραβάσεις που διαπράττονται από φυσικά πρόσωπα, μέγιστα διοικητικά πρόστιμα ίσα τουλάχιστον με:

α)700 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο επίσημο νόμισμα την [XX ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού], για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφοι 1 έως 78·

β)1 000 000 EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφος 79 ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο επίσημο νόμισμα την [XX ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού]· και

γ)5 000 000 EUR για τις παραβάσεις που αναφέρονται στο παράρτημα VII παράγραφοι 80 έως 86 ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, την αντίστοιχη αξία στο επίσημο νόμισμα την [XX ημερομηνία έναρξης ισχύος του κανονισμού].

Άρθρο 138θ
Κοινοποίηση, φύση, επιβολή και κατανομή των προστίμων και των περιοδικών χρηματικών ποινών της ESMA

1.Η ESMA δημοσιοποιεί κάθε πρόστιμο που έχει επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 138ιβ, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη. Η δημοσιοποίηση αυτή δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

2.Τα πρόστιμα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 138ιβ είναι διοικητικής φύσης.

3.Τα πρόστιμα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 138ιβ είναι εκτελεστά σύμφωνα με τους κανόνες πολιτικής δικονομίας που ισχύουν στο κράτος στην επικράτεια του οποίου εκτελούνται τα πρόστιμα ή οι περιοδικές χρηματικές ποινές.

4.Τα ποσά των προστίμων διοχετεύονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.

5.Στις περιπτώσεις που, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 138ιβ, η ESMA αποφασίζει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει σχετικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και εκθέτει τους λόγους για την απόφασή της.

Άρθρο 138ι
Εποπτικά τέλη για την ESMA

1.Η ESMA χρεώνει τέλη στους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 3. Τα τέλη καλύπτουν την επιστροφή των δαπανών στις οποίες ενδέχεται να υποβληθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την εκτέλεση των εργασιών τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ιδίως ως αποτέλεσμα της στήριξης της ESMA στην εποπτεία των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 138α παράγραφος 2.

2.Το ύψος του τέλους που επιβάλλεται σε κάθε μεμονωμένο πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και καλύπτει όλα τα έξοδα στα οποία υποβάλλεται η ESMA για την άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.Η Επιτροπή θα εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 139 έως [12 μήνες πριν από την έναρξη εφαρμογής] για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον περαιτέρω προσδιορισμό του είδους των τελών, των θεμάτων για τα οποία επιβάλλονται τέλη, του ύψους των τελών και του τρόπου καταβολής τους, καθώς και της μεθοδολογίας για τον υπολογισμό του ανώτατου ποσού ανά οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και το οποίο μπορεί να επιβάλει η ESMA.».

23)Το άρθρο 139 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 43 παράγραφος 11, στο άρθρο 103 παράγραφος 8, στο άρθρο 104 παράγραφος 8, στο άρθρο 105 παράγραφος 7, στο άρθρο 134 παράγραφος 10, στο άρθρο 137 παράγραφος 3 και στο άρθρο 138ι παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο 12 μηνών από την [ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού]. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των 36 μηνών. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται σιωπηρά για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλει αντιρρήσεις στην παράταση αυτή το αργότερο τρεις μήνες πριν από τη λήξη κάθε περιόδου.»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2, στο άρθρο 43 παράγραφος 11, στο άρθρο 103 παράγραφος 8, στο άρθρο 104 παράγραφος 8, στο άρθρο 105 παράγραφος 7, στο άρθρο 134 παράγραφος 10, στο άρθρο 137 παράγραφος 3 και στο άρθρο 138ι παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

γ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 2, του άρθρου 43 παράγραφος 11, του άρθρου 103 παράγραφος 8, του άρθρου 104 παράγραφος 8, του άρθρου 105 παράγραφος 7, του άρθρου 134 παράγραφος 10, του άρθρου 137 παράγραφος 3 και του άρθρου 138ι παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνο αν δεν διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

24)Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο 143α:

«Άρθρο 143α
Μεταβατικά μέτρα σχετικά με την ESMA

1.Όλες οι ευθύνες, οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 138α, τα οποία ανατέθηκαν στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 93 πριν από την [ημερομηνία έναρξης ισχύος] ή, αντίστοιχα, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία προσδιορίζεται ότι μια οντότητα παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων ως κύρια δραστηριότητά της, είτε ενεργούν ως αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής είτε όχι, παύουν την [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού] ή, αντίστοιχα, αφού προσδιοριστεί ότι η εν λόγω οντότητα παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων ως κύρια δραστηριότητά της. Οι αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ESMA σύμφωνα με το άρθρο 138α αναλαμβάνονται από την ESMA κατά την ημερομηνία αυτή.

Ωστόσο, αίτηση χορήγησης άδειας παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 62, η οποία έχει παραληφθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής πριν από την [ημερομηνία έναρξης εφαρμογής], δεν μεταβιβάζεται στην ESMA και η απόφαση χορήγησης ή άρνησης χορήγησης της εν λόγω άδειας λαμβάνεται από τις συγκεκριμένες αρμόδιες αρχές.

2.Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 δεύτερο εδάφιο, όλα τα αρχεία και έγγραφα εργασίας που σχετίζονται με τη δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε συνεχιζόμενων εξετάσεων, ερευνών και δράσεων επιβολής, ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους, περιέρχονται στην ESMA την [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3.Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο διασφαλίζουν ότι οποιαδήποτε υπάρχοντα αρχεία και έγγραφα εργασίας ή τα επικυρωμένα αντίγραφά τους διαβιβάζονται στην ESMA, το ταχύτερο δυνατόν, και σε κάθε περίπτωση έως [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού]. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές παρέχουν επίσης όλη την αναγκαία συνδρομή και τις αναγκαίες συμβουλές στην ESMA, προκειμένου να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και αποδοτική μεταβίβαση και ανάληψη της δραστηριότητας εποπτείας και επιβολής.

4.Από την [24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], η ESMA ενεργεί ως ο νόμιμος διάδοχος των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο σε οποιεσδήποτε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες απορρέουν από δραστηριότητα εποπτείας και επιβολής που ασκείται από τις εν λόγω αρμόδιες αρχές σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στον παρόντα κανονισμό.

5.Κάθε άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, σύμφωνα με το κεφάλαιο I του τίτλου V, από αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μεταβίβαση των αρμοδιοτήτων στην ESMA.».

25)Το παράρτημα V του παρόντος κανονισμού προστίθεται ως παράρτημα VII στον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114.

Άρθρο 10

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 τροποποιείται ως εξής:

1)Στο άρθρο 19, η παράγραφος 1 και τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τον κανονισμό της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει κανονισμό για τα τέλη. Ο εν λόγω κανονισμός προσδιορίζει ειδικότερα το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία οφείλονται τέλη, το ποσό των τελών και τον τρόπο καταβολής τους.

Το ύψος τέλους που χρεώνεται σε οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας είναι ανάλογο του κύκλου εργασιών του σχετικού οργανισμού αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας.».

2)Στο άρθρο 21, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α.    Στην ΕΑΚΑΑ ανατίθενται οι εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της επί οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιεί τις εξουσίες αυτές επί οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και, εφόσον ορίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συνδεδεμένων μερών.».

3)Τα άρθρα 23α, 23β, 23γ, 23δ, 23ε απαλείφονται.

4)Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, η ΕΑΚΑΑ ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 39η του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και, επιπλέον, εξουσιοδοτείται να λαμβάνει την ακόλουθη απόφαση:

α) επιβάλλει την αναστολή της χρήσης, για κανονιστικούς σκοπούς, των αξιολογήσεων πιστοληπτικής ικανότητας που έχουν εκδοθεί από τον οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας με ισχύ σε ολόκληρη την Ένωση, μέχρι τον τερματισμό της παράβασης·

2.   Πριν από τη λήψη των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και στο άρθρο 39η παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η Αρχή ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ. Κάθε απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και το άρθρο 39η παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 κοινοποιείται στην ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ.

3.   Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούνται για κανονιστικούς σκοπούς μετά την έκδοση των αποφάσεων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παραγράφου 1 ή σύμφωνα με το άρθρο 39η παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) ή το άρθρο 39η παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει:

α) τις 10 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία δημοσιοποίησης της απόφασης της ΕΑΚΑΑ, εφόσον υπάρχουν αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας του ίδιου χρηματοπιστωτικού μέσου ή της ίδιας οντότητας, τις οποίες έχουν εκδώσει άλλοι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εγγεγραμμένοι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· ή

β) τους τρεις μήνες από την ημερομηνία δημοσιοποίησης της απόφασης της ΕΑΚΑΑ, εφόσον δεν υπάρχουν αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας του ίδιου χρηματοπιστωτικού μέσου ή της ίδιας οντότητας, τις οποίες έχουν εκδώσει άλλοι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας εγγεγραμμένοι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να παρατείνει, μεταξύ άλλων κατόπιν αιτήματος της ΕΑΤ ή της ΕΑΑΕΣ, το χρονικό διάστημα του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου κατά τρεις μήνες σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν υφίσταται πιθανότητα διαταραχής της αγοράς ή χρηματοοικονομικής αστάθειας.».

5)Το άρθρο 25 απαλείφεται.

6)Στο άρθρο 36α, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 39ε παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, το εκτελεστικό συμβούλιο της ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι οργανισμός αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, κάποια από τις παραβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα III, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2.».

7)Τα άρθρα 36β, 36γ, 36δ και 36ε απαλείφονται.

Άρθρο 11

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 τροποποιείται ως εξής:

1)Τα άρθρα 48α έως 48ε απαλείφονται.

2)Το άρθρο 48στ τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 απαλείφεται·

β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 39στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, το μέγιστο ύψος του προστίμου για τις παραβάσεις του άρθρου 11 παράγραφος 1 στοιχείο δ) ή του άρθρου 11 παράγραφος 4 είναι 250 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς του ευρώ που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του προστίμου ή το 2 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, όποιο από τα δύο είναι μεγαλύτερο, για τα νομικά πρόσωπα, και 100 000 EUR ή, στα κράτη μέλη των οποίων το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, η αντίστοιχη αξία στο εθνικό νόμισμα σύμφωνα με τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς του ευρώ που δημοσιεύει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και ισχύει κατά την ημερομηνία επιβολής του προστίμου για τα φυσικά πρόσωπα.

Για τους σκοπούς του άρθρου 39στ παράγραφος 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το σχετικό ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.»·

γ)οι παράγραφοι 3 και 4 απαλείφονται·

δ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εφόσον η πράξη ή παράλειψη ενός προσώπου συνιστά περισσότερες από μία παραβάσεις εξ όσων παρατίθενται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο α), επιβάλλεται μόνο το υψηλότερο πρόστιμο, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 39στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και το παρόν άρθρο, και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.».

3)Τα άρθρα 48ζ έως 48ια απαλείφονται.

4)Στο άρθρο 48ιβ, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους διαχειριστές που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 1 σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

2. Το ύψος του ατομικού τέλους που επιβάλλεται σε διαχειριστή είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών του διαχειριστή.».

Άρθρο 12

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 τροποποιείται ως εξής:

1)Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Οι εξουσίες που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα [39α έως 39ιγ] του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, τα άρθρα 64, 65, 73 και 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, σε συνδυασμό με τα παραρτήματα I και II, ασκούνται επίσης όσον αφορά και τον παρόντα κανονισμό. Οι παραπομπές στο άρθρο 81 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, στο πλαίσιο του παραρτήματος I του προαναφερθέντος κανονισμού, νοούνται ως παραπομπές στο άρθρο 17 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού.»·

β)η παράγραφος 2 απαλείφεται·

2)Στο άρθρο 16 παράγραφος 1, το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ επιβάλλει τέλη στα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Τα εν λόγω τέλη είναι αναλογικά προς τον κύκλο εργασιών του σχετικού αρχείου καταγραφής τιτλοποιήσεων. Στον βαθμό που το άρθρο 14 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού παραπέμπει στο άρθρο 74 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι παραπομπές στο άρθρο 72 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού νοούνται ως παραπομπές στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.».

Άρθρο 13

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/2631 τροποποιείται ως εξής:

1)Στο άρθρο 42, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ο εξωτερικός αξιολογητής τρίτης χώρας που προτίθεται να λάβει αναγνώριση όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου (στο εξής: εξωτερικός αξιολογητής τρίτης χώρας ο οποίος επιδιώκει αναγνώριση) συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 23 έως 38 του παρόντος κανονισμού και στα άρθρα 39β έως 39δ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

2)Στο κεφάλαιο II, προστίθεται το άρθρο 53α:

«Άρθρο 53α

Εξουσίες της ΕΑΚΑΑ

Στην ΕΑΚΑΑ ανατίθενται οι εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της επί εξωτερικών αξιολογητών ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιεί τις εν λόγω εξουσίες επί των εξωτερικών αξιολογητών και, εφόσον ορίζεται στον κανονισμό 2023/2631, επί των συνδεδεμένων μερών.».

3)Τα άρθρα 54 έως 57 απαλείφονται.

4)Το άρθρο 59 απαλείφεται.

5)Στο άρθρο 60, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου εάν, σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 8, διαπιστώσει ότι ένας εξωτερικός αξιολογητής ή οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 39β παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες παραβάσεις:

α)    μη συμμόρφωση με το άρθρο 24 παράγραφος 1 ή με οποιαδήποτε διάταξη του τίτλου IV κεφάλαια 2 και 3·

β)    υποβολή ψευδών δηλώσεων κατά την υποβολή αίτησης καταχώρισης ως εξωτερικός αξιολογητής ή χρήση οποιουδήποτε άλλου αντικανονικού μέσου για την εξασφάλιση της εν λόγω καταχώρισης·

γ)    μη παροχή πληροφοριών ως απάντηση σε απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με το άρθρο 39β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ή παροχή ανακριβών ή παραπλανητικών πληροφοριών ως απάντηση σε αίτημα παροχής πληροφοριών ή σε απόφαση·

δ)    παρεμπόδιση έρευνας κατά το άρθρο 39γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 ή μη συμμόρφωση με αυτή·

ε)    μη συμμόρφωση με το άρθρο 39δ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, λόγω μη παροχής εξηγήσεων σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που σχετίζονται με το αντικείμενο και τον σκοπό μιας επιθεώρησης ή λόγω παροχής ανακριβών ή παραπλανητικών εξηγήσεων·

στ)    ανάληψη της δραστηριότητας του εξωτερικού αξιολογητή ή ισχυρισμός κατοχής της ιδιότητας του εξωτερικού αξιολογητή, χωρίς να έχει γίνει καταχώριση ως εξωτερικού αξιολογητή.

Θεωρείται ότι έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως παράβαση εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει αντικειμενικούς παράγοντες που αποδεικνύουν ότι το πρόσωπο ενήργησε εσκεμμένα για να διαπράξει την παράβαση.

2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, το ελάχιστο ποσό του προστίμου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανέρχεται σε 20 000 EUR. Το ανώτατο ποσό ανέρχεται σε 200 000 EUR.

Κατά τον προσδιορισμό του ύψους του προστίμου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 39η του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

6)Τα άρθρα 61 έως 65 απαλείφονται.

7)Στο άρθρο 66, η παράγραφος 1 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει τέλη στους εξωτερικούς αξιολογητές για τις δαπάνες που σχετίζονται με την καταχώριση, την αναγνώριση και την εποπτεία τους, καθώς και για κάθε κόστος με το οποίο ενδέχεται να επιβαρυνθεί η ΕΑΚΑΑ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της βάσει του παρόντος κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Κάθε τέλος πρέπει να είναι αναλογικό προς τον κύκλο εργασιών του σχετικού εξωτερικού αξιολογητή.».

8)Στο άρθρο 67 παράγραφος 1, τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)    οι εξωτερικοί αξιολογητές στους οποίους απαγορεύεται προσωρινά η άσκηση δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 39η του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

γ)    οι εξωτερικοί αξιολογητές των οποίων η καταχώριση έχει ανακληθεί σύμφωνα με το άρθρο 39η του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·».

Άρθρο 14

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2024/3005 

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/3005 τροποποιείται ως εξής:

1)Στο άρθρο 29 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Στην ΕΑΚΑΑ ανατίθενται οι εξουσίες που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/3005 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η ΕΑΚΑΑ χρησιμοποιεί τις εν λόγω εξουσίες επί των παρόχων αξιολογήσεων ΠΚΔ και, εφόσον ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/3005, επί των συνδεδεμένων μερών.».

2)Τα άρθρα 31 έως 34 απαλείφονται.

3)Το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/3005, η ΕΑΚΑΑ εξουσιοδοτείται να λαμβάνει τις αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 39η παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να λάβει ένα ή περισσότερα από τα εποπτικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 39η παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 έναντι οποιουδήποτε παρόχου αξιολογήσεων ΠΚΔ που δραστηριοποιείται στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1:»·

β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να εκδώσει δημόσια ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 39η παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σε περίπτωση που μια δραστηριότητα αξιολόγησης ΠΚΔ ενός παρόχου αξιολογήσεων ΠΚΔ που δραστηριοποιείται στην Ένωση συνιστά σοβαρή απειλή για την ακεραιότητα της αγοράς ή για την προστασία των επενδυτών στην Ένωση.

Προκειμένου να επαληθεύσει αν ένα πρόσωπο δραστηριοποιείται στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να κάνει χρήση των εξουσιών που της ανατίθενται βάσει των άρθρων 39β, 39γ και 39δ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 έναντι του εν λόγω προσώπου ή έναντι τρίτων που παρέχουν στο εν λόγω πρόσωπο τη δυνατότητα να ασκεί τη δραστηριότητα αξιολόγησης ΠΚΔ.»·

γ)οι παράγραφοι 3 έως 6 απαλείφονται.

4)Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι ένας πάροχος αξιολογήσεων ΠΚΔ ή, κατά περίπτωση, ο νόμιμος εκπρόσωπός του έχει διαπράξει, εκ προθέσεως ή εξ αμελείας, παράβαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, εκδίδει απόφαση για την επιβολή προστίμου σύμφωνα με το άρθρο 39στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2. Σε περίπτωση που ο πάροχος αξιολογήσεων ΠΚΔ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο υπολογισμός του προστίμου βασίζεται στον σχετικό συνολικό ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών, ο οποίος είναι είτε ο συνολικός ετήσιος καθαρός κύκλος εργασιών είτε το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της λογιστικής με βάση τους πλέον πρόσφατους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.»·

β)οι παράγραφοι 3 και 4 απαλείφονται·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν πράξη ή παράλειψη ενός παρόχου αξιολογήσεων ΠΚΔ συνιστά περισσότερες από μία παραβάσεις του παρόντος κανονισμού, επιβάλλεται μόνο το υψηλότερο πρόστιμο το οποίο υπολογίζεται βάσει του παρόντος άρθρου και του άρθρου 39στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και αφορά μία εκ των εν λόγω παραβάσεων.».

5)Τα άρθρα 37 έως 41 απαλείφονται.

6)Το άρθρο 42 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΕΑΚΑΑ χρεώνει αναλογικά τέλη στους παρόχους αξιολογήσεων ΠΚΔ σύμφωνα με το άρθρο 39ιδ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 2.»·

β)το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Έως τις 2 Ιανουαρίου 2026, η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 47 προκειμένου να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό προσδιορίζοντας το είδος των τελών, τα θέματα για τα οποία επιβάλλονται τέλη, το ύψος τους, την αντίστοιχη αιτιολόγηση και τον τρόπο καταβολής τους. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις καθορίζουν τέλη τα οποία είναι αναλογικά και κατάλληλα για το μέγεθος των παρόχων αξιολογήσεων ΠΚΔ και την έκταση της εποπτείας τους, ιδίως όταν αυτοί κατατάσσονται στην κατηγορία των μικρών παρόχων αξιολογήσεων ΠΚΔ.».

Άρθρο 15
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 1 εφαρμόζεται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], με εξαίρεση το σημείο 33).

Το άρθρο 2 εφαρμόζεται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού], με εξαίρεση το σημείο 15) όσον αφορά το άρθρο 22α παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Το άρθρο 3 σημείο 2 στοιχείο α) xiii) και τα σημεία 15) και 16) εφαρμόζονται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = η ημέρα που έπεται της λήξης της πρώτης περιόδου των 5 ετών που αναφέρεται στο άρθρο 27δα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 όσον αφορά τον ΠΕΔΕΣΥ για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια.

Το άρθρο 3 σημεία 29) και 32) έως 37) εφαρμόζεται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Το άρθρο 3 σημείο 30) εφαρμόζεται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 24 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Το άρθρο 4 σημείο 2) στοιχεία α), ι) και ια), το άρθρο 4 σημείο 8), το άρθρο 4 σημείο 9) όσον αφορά το άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 4 έως 10 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, και το άρθρο 4 σημεία 11), 12), 13), 21) και 26) εφαρμόζονται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 24 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού].

Τα άρθρα 5 και 14 εφαρμόζονται από [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 12 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος    Ο/Η Πρόεδρος

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ3

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας3

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής3

1.3.Στόχοι3

1.3.1.Γενικοί στόχοι3

1.3.2.Ειδικοί στόχοι3

1.3.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις3

1.3.4.Δείκτες επιδόσεων3

1.4.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:4

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας4

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας4

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή δράση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.4

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος4

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα5

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής5

1.6.Διάρκεια της πρότασης/πρωτοβουλίας και των δημοσιονομικών επιπτώσεών της6

1.7.Προβλεπόμενες μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού6

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ8

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων8

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου8

2.2.1.Αιτιολόγηση των μεθόδων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της στρατηγικής ελέγχου που προτείνονται8

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους8

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)8

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας9

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ10

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται10

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις12

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις12

3.2.1.1.Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό12

3.2.1.2.Πιστώσεις από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό17

3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται από επιχειρησιακές πιστώσεις22

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις24

3.2.3.1. Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό24

3.2.3.2.Πιστώσεις από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό24

3.2.3.3.Σύνολο πιστώσεων24

3.2.4.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους25

3.2.4.1.Χρηματοδοτούμενες από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό25

3.2.4.2.Χρηματοδοτούμενες από εξωτερικά έσοδα με ειδικό προορισμό26

3.2.4.3.Σύνολο εκτιμώμενων αναγκών σε ανθρώπινους πόρους26

3.2.5.Επισκόπηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επενδύσεις ψηφιακής τεχνολογίας28

3.2.6.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο28

3.2.7.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση28

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα29

4.Ψηφιακές διαστάσεις29

4.1.Απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας30

4.2.Δεδομένα30

4.3.Ψηφιακές λύσεις31

4.4.Αξιολόγηση διαλειτουργικότητας31

4.5.Μέτρα στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής32

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

Το παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό και ψηφιακό δελτίο καλύπτει τις ακόλουθες προτάσεις:

— πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αριθ. 648/2012, αριθ. 600/2014, αριθ. 909/2014, 2019/1156, 2022/858 και 2023/1114 όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και της εποπτείας στο εσωτερικό της Ένωσης (στο εξής: γενικός κανονισμός)

— πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών (ΕΕ) 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και της εποπτείας εντός της Ένωσης (στο εξής: γενική οδηγία)

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής 

Εσωτερική αγορά – χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

1.3.Στόχοι

1.3.1.Γενικοί στόχοι

Οι γενικοί στόχοι της πρωτοβουλίας είναι να βελτιωθεί η λειτουργία της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με την αντιμετώπιση του συνεχιζόμενου κατακερματισμού τόσο εντός όσο και μεταξύ των σχετικών τομέων (διαπραγμάτευση, μετασυναλλακτικό στάδιο, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων και υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων). Με τις προτεινόμενες αλλαγές επιδιώκονται η ενίσχυση της ολοκλήρωσης της αγοράς και η βελτίωση της αποδοτικότητας με την άρση των εμποδίων στη διασυνοριακή δραστηριότητα και την ενίσχυση της ρυθμιστικής και εποπτικής σύγκλισης, καθώς και της εποπτικής ικανότητας στους σχετικούς τομείς.

Η παρούσα δέσμη μέτρων αφορά δύο βασικούς πυλώνες της στρατηγικής της Επιτροπής για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: «ολοκλήρωση και κλίμακα» και «αποτελεσματική εποπτεία στην ενιαία αγορά». Έχει πολύ ευρύ πεδίο εφαρμογής και περιλαμβάνει βασικούς τομείς που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των κεφαλαιαγορών, παρέχοντας βασικές υποδομές για την προσφορά και τις επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα και περιουσιακά στοιχεία και καθιστώντας δυνατή την κρίσιμη διαμεσολάβηση μεταξύ επενδυτών και οντοτήτων που αναζητούν χρηματοδότηση.

1.3.2.Ειδικοί στόχοι

Οι ειδικοί στόχοι της παρούσας πρωτοβουλίας είναι οι ακόλουθοι:

   Διευκόλυνση της περαιτέρω ολοκλήρωσης των αγορών και των αποτελεσμάτων κλίμακας με την αύξηση της διασυνοριακής δραστηριότητας —η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη βελτίωση της ικανότητας των παραγόντων της αγοράς να λειτουργούν απρόσκοπτα σε όλα τα κράτη μέλη, αυξάνοντας έτσι την ολοκλήρωση των αγορών. Αυτό με τη σειρά του θα πρέπει να ενισχύσει τόσο την ενοποίηση όσο και την εξειδίκευση στους επιμέρους τομείς.

   Βελτίωση της εποπτείας με μείωση του κατακερματισμού —η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των ελλείψεων και των ανεπαρκειών του ισχύοντος εποπτικού πλαισίου, με την αντιμετώπιση των ασυνεπειών και της πολυπλοκότητας που προκύπτουν από τις κατακερματισμένες εθνικές εποπτικές προσεγγίσεις. Στόχος της είναι η εποπτεία να καταστεί πιο αποτελεσματική, καταλληλότερη για διασυνοριακές δραστηριότητες και πιο ικανή να ανταποκριθεί στους αναδυόμενους κινδύνους, και, παράλληλα, να μειωθεί ο περιττός φόρτος για τις επιχειρήσεις. Αυτό αναμένεται επίσης να αυξήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Η ενίσχυση των εποπτικών εξουσιών και ικανοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, μεταξύ άλλων με τη μεταβίβαση πιο άμεσων εποπτικών αρμοδιοτήτων στην ESMA, αποσκοπεί στη μόχλευση της αμοιβαία ενισχυόμενης σχέσης μεταξύ της ολοκλήρωσης των αγορών και της ευθυγράμμισης των εποπτικών καθηκόντων.

   Διευκόλυνση της καινοτομίας με την άρση κανονιστικών εμποδίων —η πρωτοβουλία αποσκοπεί στην άρση κανονιστικών εμποδίων στην καινοτομία με στόχο τη δημιουργία ενός πλαισίου που θα επιτρέπει τη χρήση νέων τεχνολογιών στην παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Για να ευδοκιμήσει η καινοτομία, τόσο το πιλοτικό καθεστώς DLT όσο και το τυποποιημένο εγχειρίδιο κανόνων θα πρέπει να επιτρέπουν στον κλάδο να χρησιμοποιεί την τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT) ώστε να εισαχθούν αποδοτικές λύσεις στην αγορά, ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίζεται ο μετριασμός των κινδύνων που συνδέονται με αυτή.

Οι ειδικοί στόχοι θα επιδιωχθούν χωρίς να τεθούν σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ακεραιότητα της αγοράς ή η προστασία των επενδυτών, διασφαλίζοντας έτσι ότι η χρηματοπιστωτική αγορά της ΕΕ παραμένει ασφαλής και ελκυστική σε παγκόσμιο επίπεδο.

1.3.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους στοχευόμενους δικαιούχους / τις στοχευόμενες ομάδες.

Η παρούσα πρωτοβουλία επηρεάζει ιδίως τις ακόλουθες ομάδες ενδιαφερόμενων μερών: τόπους διαπραγμάτευσης, επιχειρήσεις επενδύσεων (ιδίως χρηματιστές), κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ), κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (CCP), διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (CASP), δομές με βάση την DLT, επενδυτές (συμπεριλαμβανομένων των τελικών ιδιωτών επενδυτών), εθνικές αρμόδιες αρχές (στο εξής: ΕΑΑ), Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Όσον αφορά τα οφέλη, οι τόποι διαπραγμάτευσης και οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα επωφεληθούν από τον εξορθολογισμό των ενδοομιλικών πράξεων, των διασυνοριακών πράξεων και των αποταμιεύσεων που συνδέονται με το κόστος τοπικής διακυβέρνησης. Η βελτίωση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας για τους φορείς εκμετάλλευσης χρηματιστηρίων θα πρέπει να μετακυλιστεί εν μέρει στους κατάντη διαμεσολαβητές και στους ιδιώτες και θεσμικούς επενδυτές. Τα ΚΑΤ θα επωφεληθούν από τη διευκόλυνση της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών και από την αυξημένη νομική σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου. Επιπλέον, το κόστος ανά συναλλαγή διακανονισμού θα μπορούσε να μειωθεί με τη μεγαλύτερη χρήση της πλατφόρμας TARGET2-Securities (στο εξής: T2S). Τα ΚΑΤ, οι επιχειρήσεις επενδύσεων, οι CASP, τα πιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούν δομές βασισμένες στην DLT θα επωφεληθούν επίσης από εναρμονισμένους ορισμούς και έννοιες. Οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων θα επωφεληθούν από τη μείωση του φόρτου συμμόρφωσης και των νομικών εξόδων, καθώς και από την αύξηση της νομικής σαφήνειας κατά την άσκηση διασυνοριακών δραστηριοτήτων.

Οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές που τελούν υπό ενισχυμένη εποπτεία της ΕΕ (δηλαδή διασυνοριακοί σημαντικοί τόποι διαπραγμάτευσης, ΚΑΤ, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και CASP) θα επωφεληθούν από: 1) μείωση του κόστους συμμόρφωσης και του διοικητικού φόρτου για τις οντότητες που εποπτεύονται επί του παρόντος από περισσότερες από μία ΕΑΑ· 2) εξοικονόμηση πόρων που προκύπτει από τη μείωση των αλληλεπικαλύψεων, των διαφορών στις οδηγίες και των διαδικαστικών καθυστερήσεων· 3) μείωση των εποπτικών τελών για τις οντότητες που επί του παρόντος εποπτεύονται από διάφορες ΕΑΑ και 4) εξοικονόμηση πόρων λόγω συνεργειών και αυξημένης εξωτερικής ανάθεσης/εκχώρησης εντός ομίλου.

Η πρωτοβουλία αναμένεται να οδηγήσει σε βαθύτερες και πιο ολοκληρωμένες χρηματοπιστωτικές αγορές και σε αυξημένη εμπιστοσύνη στις χρηματοπιστωτικές αγορές, προς όφελος των τελικών χρηστών και της ευρύτερης οικονομίας. Οι θεσμικοί επενδυτές και οι ιδιώτες επενδυτές αναμένεται να αντιμετωπίζουν χαμηλότερο κόστος διαπραγμάτευσης και να έχουν περισσότερες επιλογές χρηματοπιστωτικών προϊόντων και υπηρεσιών. Η πιο ευέλικτη και ολοκληρωμένη εποπτεία των κεφαλαιαγορών θα αυξήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και τη συνολική εμπιστοσύνη στη διακυβέρνηση και την εποπτεία των κεφαλαιαγορών. Αυτό θα μπορούσε να αυξήσει τις διασυνοριακές επενδύσεις στην ενιαία αγορά, αποφέροντας οφέλη για τις εταιρείες μέσω της ευρύτερης πρόσβασης σε χρηματοδότηση και του αναμενόμενου χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης.

Από την πλευρά του κόστους, οι τόποι διαπραγμάτευσης, οι χρηματιστές, τα ΚΑΤ, οι διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων, οι CASP και οι δομές που βασίζονται στην DLT θα επιβαρυνθούν με κόστος υλοποίησης για την ευθυγράμμιση των δραστηριοτήτων τους με τις νομικές αλλαγές. Για παράδειγμα, τα ΚΑΤ θα πρέπει να επενδύσουν στη δημιουργία νέων συνδέσεων με άλλα ΚΑΤ, εάν δεν έχουν συσταθεί ακόμη, και να προσχωρήσουν στην T2S, εάν δεν είναι ήδη μέλη. Η ΕΚΤ ενδέχεται να χρειαστεί να επενδύσει στην T2S για να εξυπηρετήσει μεγαλύτερο αριθμό συνδεδεμένων ΚΑΤ, καθώς και μεγαλύτερους όγκους διακανονισμού τίτλων, παράλληλα με τυχόν άλλες αλλαγές στη λειτουργικότητα της πλατφόρμας. Η ESMA θα πρέπει να προσλάβει πρόσθετο προσωπικό για την εκτέλεση νέων καθηκόντων (με χρηματοδότηση μέσω τελών), ενώ οι ΕΑΑ θα αποκτήσουν περιθώρια μείωσης του προσωπικού λόγω της συγκέντρωσης ορισμένων καθηκόντων.

1.3.4.Δείκτες επιδόσεων

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου και των επιτευγμάτων.

Μη εξαντλητικός κατάλογος πιθανών δεικτών:

Αριθμός πανευρωπαϊκών διαχειριστών της αγοράς

Μέσος αριθμός συνδέσεων χρηματιστή-τόπου

Αριθμός περιπτώσεων στις οποίες ρυθμιζόμενη αγορά ιδρύει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος

Αριθμός τόπων διαπραγμάτευσης που ανήκουν σε όμιλο και μπορούν να βασίζονται σε προσωπικό/πόρους άλλων οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και έχουν την έδρα τους στην Ένωση

Αριθμός χρηματιστών που προσφέρουν διασυνοριακές συναλλαγές

Μέση διαφορά στα τέλη που χρεώνονται μεταξύ εγχώριων και διασυνοριακών συναλλαγών εντός της ΕΕ

Όγκος διασυνοριακών συναλλαγών στην ΕΕ

Μέσο κόστος συναλλαγών (ανά κατηγορία στοιχείων ενεργητικού· εγχώρια/διασυνοριακή)

Αριθμός ρυθμίσεων/αιτήσεων ανοικτής πρόσβασης στο πλαίσιο διατάξεων ανοικτής πρόσβασης

Συνολική δραστηριότητα διασυνοριακού διακανονισμού (όγκος/αξία ανά μέσο)

Συνολική διασυνοριακή έκδοση (αξία/όγκος)

Αριθμός και είδη περιπτώσεων διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών από ρυθμιζόμενες αγορές

Αριθμός και είδη περιπτώσεων διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών από ΚΑΤ

Αριθμός περιπτώσεων στις οποίες ένα ΚΑΤ ιδρύει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος

Αριθμός ΚΑΤ που ανήκουν σε όμιλο και συμμετέχουν σε εξωτερική ανάθεση βασικών δραστηριοτήτων ΚΑΤ εντός του ομίλου

Αριθμός ΚΑΤ που δοκιμάζουν νέες τεχνολογίες

Όγκος και αξία του διακανονισμού που διενεργείται από εσωτερικοποιητές διακανονισμών

Αριθμός ΚΑΤ που ορίζουν πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

Όγκος και αξία της δραστηριότητας διακανονισμού που πραγματοποιείται στην T2S

Συνολικός αριθμός συνδέσεων ΚΑΤ

Δραστηριότητα διακανονισμού (σε όγκο και αξία) που εκτελείται με τη χρήση νέων τεχνολογιών (αύξηση)

Συνολικό ποσό διακανονισμού με σκέλος μετρητών, ο οποίος εκτελέστηκε με ψηφιακές μορφές χρήματος

Αριθμός διασυνοριακών κεφαλαίων (που διατίθενται στην αγορά διασυνοριακά)

Μέσο μέγεθος κεφαλαίων

Μέσο κόστος διαχείρισης κεφαλαίων (ανά τομέα/εξειδίκευση)

Δημιουργία/παύση κεφαλαίων (ένδειξη φραγμών στην είσοδο στην αγορά)

Αριθμός και μέσο μέγεθος διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων

Αριθμός ομάδων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και αριθμός κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιούνται

Αριθμός αδειών με βάση την DLT

Αριθμός κρατών μελών με νομικά πλαίσια που επιτρέπουν τη μεταβίβαση κυριότητας βάσει DLT

Αριθμός σωμάτων με συμμετοχή στην ESMA

Αριθμός των κοινών επιτόπιων επιθεωρήσεων

Αριθμός των αξιολογήσεων που διενεργήθηκαν από ομοτίμους

Αριθμός των εμποδίων για τη σύγκλιση τα οποία εντοπίστηκαν και εξαλείφθηκαν

Αριθμός πλατφορμών συνεργασίας

Αριθμός των ερευνών για παραβίαση του δικαίου της ΕΕ που ολοκληρώθηκαν επιτυχώς

Αριθμός των προειδοποιήσεων για εμφανή παραβίαση του δικαίου της ΕΕ

Αριθμός των επιτόπιων επιθεωρήσεων και των ειδικών ερευνών

1.4.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά: 

 νέα δράση 

 νέα δράση έπειτα από δοκιμαστικό σχέδιο / προπαρασκευαστική ενέργεια 44  

 την παράταση υφιστάμενης δράσης 

 συγχώνευση ή αναπροσανατολισμό μίας ή περισσότερων δράσεων προς άλλη/νέα δράση

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας 

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

Η πρωτοβουλία αναμένεται να ακολουθήσει σταδιακή εφαρμογή. Βραχυπρόθεσμα (εντός 2 ετών από την έγκριση), οι προπαρασκευαστικές ενέργειες θα περιλαμβάνουν την κατάρτιση παράγωγου δικαίου, τη θέσπιση τεχνικών προτύπων και (εντός 1 έτους από την έγκριση) προπαρασκευαστικά μέτρα για τα μεταβατικά εποπτικά καθεστώτα. Δύο έτη μετά την έγκριση, θα τεθούν σε λειτουργία νέες εποπτικές δομές και διαδικασίες, οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα στην ESMA να αναλάβει τις διευρυμένες αρμοδιότητές της. Δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος, θα τεθούν σε λειτουργία νέες εποπτικές δομές και διαδικασίες, οι οποίες θα δώσουν τη δυνατότητα στην ESMA να αναλάβει τις διευρυμένες αρμοδιότητές της.

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή δράση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

Λόγοι ανάληψης δράσης σε ενωσιακό επίπεδο (εκ των προτέρων)

Ο διασυνοριακός χαρακτήρας των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρωτοβουλίας και οι συστημικές επιπτώσεις των σχετικών εποπτικών αποφάσεων υπερβαίνουν την ικανότητα οποιουδήποτε μεμονωμένου κράτους μέλους να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους εντοπισθέντες φραγμούς. Η ανάληψη δράσης σε ενωσιακό επίπεδο είναι δικαιολογημένη, καθώς αποσκοπεί στη μείωση της νομικής και επιχειρησιακής αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές, στην ενθάρρυνση των διασυνοριακών επενδύσεων, στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας, της συνέπειας και της συνοχής της αγοράς σε όλα τα κράτη μέλη. Δικαιολογείται επίσης για να διασφαλιστεί η συνεχής εποπτεία, να διαφυλαχθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να διατηρηθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, οι εν λόγω πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ προάγουν ισότιμους όρους ανταγωνισμού και αυξάνουν την ελκυστικότητα και την ανταγωνιστικότητα της ενιαίας αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και την οικονομική τους αποδοτικότητα, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω συντονισμένων προσπαθειών σε επίπεδο ΕΕ. Η πρωτοβουλία παραμένει αναλογική, καθώς διασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ της ενωσιακής και της εθνικής αρμοδιότητας, όσον αφορά τις οντότητες και τις δραστηριότητες με ουσιώδη διασυνοριακή σημασία και εκείνες που έχουν πρωτίστως εγχώρια σημασία.

Ενωσιακή προστιθέμενη αξία που αναμένεται να επιτευχθεί (εκ των υστέρων)

Η πρωτοβουλία θα αποφέρει σαφή οφέλη σε επίπεδο ΕΕ με την άρση των φραγμών στη διασυνοριακή δραστηριότητα, τη μείωση των αλληλεπικαλύψεων και του κόστους συμμόρφωσης, καθώς και την ενίσχυση της εποπτικής συνέπειας. Θα καταστήσει δυνατές πιο ολοκληρωμένες και αποδοτικές χρηματοπιστωτικές αγορές, μειώνοντας το λειτουργικό κόστος και το κόστος διακυβέρνησης για τους τόπους διαπραγμάτευσης, τα ΚΑΤ, τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων και τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, παρέχοντας παράλληλα στους τελικούς επενδυτές μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, χαμηλότερο κόστος διαπραγμάτευσης και ευρύτερη επιλογή προϊόντων. Η ισχυρότερη και συνεκτικότερη εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ θα μειώσει τον κατακερματισμό, θα βελτιώσει την ασφάλεια δικαίου και θα προωθήσει τις διασυνοριακές επενδύσεις, στηρίζοντας τελικά την πρόσβαση των εταιρειών σε χρηματοδότηση και την ανταγωνιστικότητα των κεφαλαιαγορών της ΕΕ.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

Στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει τη νομοθετική πρόταση, αξιολογήθηκαν οι επιδόσεις των υφιστάμενων πλαισίων και εντοπίστηκαν ορισμένες ελλείψεις, ιδίως όσον αφορά i) τους φραγμούς στις διασυνοριακές δραστηριότητες και την καινοτομία και ii) τις μη ευθυγραμμισμένες εποπτικές πρακτικές σε όλα τα κράτη μέλη και τις αδυναμίες ως προς τα εργαλεία και τις εξουσίες σε επίπεδο ΕΕ για την επιβολή της σύγκλισης και την υιοθέτηση ολοκληρωμένης προσέγγισης για την ενιαία αγορά / τη διασυνοριακή εποπτεία.

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

Η πρωτοβουλία θα απαιτήσει πρόσθετους πόρους και υποδομές στην ESMA για τη στήριξη διευρυμένων ρόλων άμεσης εποπτείας και συντονισμού. Οι ανάγκες σε προσωπικό εξηγούνται στο προσάρτημα.

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

Τα πρόσθετα καθήκοντα που ανατίθενται από τους νομοθέτες δεν μπορούν να καλυφθούν με ανακατανομή.

Η πρόταση απαιτεί μια σειρά νέων δραστηριοτήτων και καθηκόντων, για τα οποία υψηλό ποσοστό των δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των γενικών εξόδων και των συστημάτων ΤΠ, θα χρηματοδοτείται μέσω τελών που θα επιβάλλονται στους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές που εποπτεύονται από την ESMA. Εξαίρεση αποτελεί το γεγονός ότι, κατά το προπαρασκευαστικό στάδιο, η ΕΕ θα χρηματοδοτήσει εξ ολοκλήρου την ESMA για την οργάνωση των δραστηριοτήτων της, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα να διαμορφώσει τη λειτουργία κατά τη διάρκεια αυτού του βασικού πρώιμου σταδίου κατά το οποίο δεν μπορούν —ακόμη— να επιβληθούν τέλη, ενώ προκύπτουν δαπάνες. Όσον αφορά τις δαπάνες ανάπτυξης ΤΠ που σχετίζονται με δραστηριότητες χρηματοδοτούμενες από τέλη, αυτές θα καταβληθούν αρχικά από τον προϋπολογισμό της ΕΕ, αλλά στη συνέχεια θα ανακτηθούν εντός πενταετίας μέσω τελών. Προβλέπεται ότι η προετοιμασία για την εποπτεία θα πραγματοποιηθεί από τα μέσα του 2028 έως τα μέσα του 2029 και οι δαπάνες ανάπτυξης ΤΠ κατανέμονται μεταξύ 2028/2029 και 2030/31.

Δεν είναι όλα τα νέα καθήκοντα κατάλληλα για χρηματοδότηση βάσει τελών. Αντιθέτως, οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την εποπτική σύγκλιση στους τομείς στους οποίους η ESMA δεν έχει άμεσες εποπτικές εντολές, τα εργαλεία ΤΠ για τους τομείς στους οποίους η ESMA δεν έχει άμεσες εποπτικές εντολές και DLT θα συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ και τις εθνικές αρμόδιες αρχές (ΕΑΑ), αντικατοπτρίζοντας τους ευρύτερους στόχους τους σε επίπεδο συστήματος. Δεδομένου ότι οι λειτουργίες αυτές έχουν σχεδιαστεί για την προώθηση της συνέπειας και της συνεργασίας σε ολόκληρο το εποπτικό δίκτυο, δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν κατάλληλα μέσω τελών που επιβάλλονται απευθείας σε οντότητες που εποπτεύονται από τις ΕΑΑ.

1.6.Διάρκεια της πρότασης/πρωτοβουλίας και των δημοσιονομικών επιπτώσεών της

 περιορισμένη διάρκεια

   με ισχύ από [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/MM]ΕΕΕΕ

   Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις πληρωμών

 απεριόριστη διάρκεια

Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από τα μέσα του 2027 έως τα μέσα του 2029,

και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή από τα μέσα του 2029.

1.7.Προβλεπόμενες μέθοδοι εκτέλεσης του προϋπολογισμού 

Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

από τις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης

   από τους εκτελεστικούς οργανισμούς

 Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

 Έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

σε τρίτες χώρες ή οργανισμούς που αυτές έχουν ορίσει

σε διεθνείς οργανισμούς και στους οργανισμούς αυτών (να προσδιοριστούν)

στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων

στους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού

σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου

σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία, στον βαθμό που τους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και στους οποίους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

σε οργανισμούς ή πρόσωπα επιφορτισμένα με την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων στην κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας βάσει του τίτλου V της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη

σε οργανισμούς που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος, διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους ή το δίκαιο της Ένωσης και είναι επιλέξιμοι για να τους ανατεθεί, σύμφωνα με ειδικούς τομεακούς κανόνες, η εκτέλεση κονδυλίων της Ένωσης ή δημοσιονομικών εγγυήσεων, στον βαθμό που οι εν λόγω οργανισμοί ελέγχονται από οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή από οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο και είναι επιφορτισμένοι με δημόσια υπηρεσία και τους παρέχονται επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις υπό μορφή από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνης από τους ελέγχοντες οργανισμούς ή ισοδύναμες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις και οι οποίες μπορεί να περιορίζονται, για κάθε δράση, στο μέγιστο ποσό της στήριξης της Ένωσης.

Παρατηρήσεις

Η πρωτοβουλία απαιτεί πρόσθετους πόρους τόσο στο πλαίσιο της άμεσης διαχείρισης εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής που ασχολούνται με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες όσο και στο πλαίσιο της έμμεσης διαχείρισης εντός της ESMA.

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων 

Ως αποκεντρωμένος οργανισμός, η ESMA υπόκειται στις νομικές και λειτουργικές απαιτήσεις της νομοθεσίας της Ένωσης όσον αφορά τους κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων. Σύμφωνα με τις ήδη υφιστάμενες ρυθμίσεις, η ESMA εκπονεί τακτικά εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά της (συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών εκθέσεων προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, των εκθέσεων προς τα συμβούλια και της σύνταξης ετήσιας έκθεσης), και υπόκειται σε ελέγχους από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και τον οικείο Εσωτερικό Ελεγκτή (την Υπηρεσία Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου της Επιτροπής) όσον αφορά τη χρήση των πόρων και τις επιδόσεις της. Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις δράσεις που περιλαμβάνονται στην πρόταση θα συμμορφώνονται με τις ήδη υφιστάμενες απαιτήσεις, καθώς και με οποιεσδήποτε νέες απαιτήσεις προκύψουν από την παρούσα πρόταση.

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου 

2.2.1.Αιτιολόγηση των μεθόδων εκτέλεσης του προϋπολογισμού, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της στρατηγικής ελέγχου που προτείνονται

Τα καθήκοντα θα εκτελούνται κυρίως από την ESMA υπό έμμεση διαχείριση, με κάλυψη της χρηματοδότησης από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και συγχρηματοδότηση εν μέρει από συνεισφορές των ΕΑΑ, καθώς και από τέλη που θα επιβάλλονται στις εποπτευόμενες οντότητες.

Σύμφωνα με το άρθρο 30 των δημοσιονομικών της κανονισμών, η ESMA εκτελεί τον προϋπολογισμό της βάσει της αρχής του αποτελεσματικού και αποδοτικού εσωτερικού ελέγχου, ο οποίος θα πρέπει να βασίζεται σε βέλτιστες διεθνείς πρακτικές και στο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου που καθορίζει η Επιτροπή για τις δικές της υπηρεσίες.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού της ESMA, ο εκτελεστικός διευθυντής της ESMA είναι ο διατάκτης ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 1 του εν λόγω δημοσιονομικού κανονισμού, «αναλαμβάνει την εκτέλεση των εσόδων και των δαπανών σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, μεταξύ άλλων μέσω της διασφάλισης της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις επιδόσεις, καθώς και τη διασφάλιση της νομιμότητας και της κανονικότητάς τους, και της ίσης μεταχείρισης των αποδεκτών κονδυλίων της Ένωσης». Όπως ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού της ESMA, καθήκον του διατάκτη είναι να δημιουργήσει την οργανωτική δομή και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που ενδείκνυνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με το άρθρο 70 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (δημοσιονομικός κανονισμός), ο εσωτερικός ελεγκτής της ESMA είναι επίσης ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 78 παράγραφος 3 των δημοσιονομικών κανονισμών της ESMA, ο εσωτερικός ελεγκτής της Επιτροπής (δηλαδή η Υπηρεσία Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου) είναι υπεύθυνος για τα ακόλουθα:

α) την εκτίμηση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εσωτερικών συστημάτων διαχείρισης, καθώς και των επιδόσεων των υπηρεσιών κατά την υλοποίηση προγραμμάτων και ενεργειών σε συσχετισμό με τους συναφείς κινδύνους·

β) την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόζονται σε κάθε πράξη εκτέλεσης του προϋπολογισμού του οργανισμού της Ένωσης.

Οι εν λόγω αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου θα επεκταθούν επίσης στα καθήκοντα που εκτελεί η ESMA σύμφωνα με την προτεινόμενη νομοθεσία.

Εκτός από το έργο της Υπηρεσίας Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου, η ESMA υπόκειται και σε εξωτερικό έλεγχο, μεταξύ άλλων από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 104 των δημοσιονομικών κανονισμών της ESMA, καταρτίζει κάθε χρόνο ειδικές ετήσιες εκθέσεις για την ESMA σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 287 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

Σύμφωνα με το άρθρο 45 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού της ESMA, ο εκτελεστικός διευθυντής της ESMA, στο πλαίσιο των καθηκόντων του διατάκτη της ESMA, λαμβάνει δεόντως υπόψη τους κινδύνους που συνδέονται με το διαχειριστικό περιβάλλον και τους ειδικούς κινδύνους που συνδέονται με τη φύση των χρηματοδοτούμενων ενεργειών στο πλαίσιο της δημιουργίας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου που ενδείκνυνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του δημοσιονομικού κανονισμού της ESMA, «η δημιουργία της δομής και των συστημάτων υποστηρίζεται από συνολική ανάλυση κινδύνου, η οποία λαμβάνει υπόψη την απόδοση ως προς το κόστος και θέματα επιδόσεων».

Η ESMA συνεργάστηκε στενά με τον εσωτερικό ελεγκτή της (ο οποίος είναι η Υπηρεσία Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου της Επιτροπής) για να διασφαλίσει ότι τηρούνται τα κατάλληλα πρότυπα σε όλους τους τομείς του πλαισίου εσωτερικού ελέγχου. Κάθε χρόνο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατόπιν σύστασης του Συμβουλίου, χορηγεί απαλλαγή στην ESMA για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της. Η παρούσα πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται σημαντικούς νέους κινδύνους που δεν καλύπτονται από υφιστάμενο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο) 

Τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που προβλέπονται στον δημοσιονομικό κανονισμό της ESMA εφαρμόζονται ήδη και ο εσωτερικός ελεγκτής της ESMA δεν έχει κρίνει ότι δεν είναι οικονομικά αποδοτικά. Με βάση προηγούμενες διαπιστώσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο κίνδυνος σφαλμάτων αναμένεται να είναι χαμηλός.

Ιστορικά, οι δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνεται η Επιτροπή για τη συνολική συνεργασία έχουν εκτιμηθεί στο 0,5 % των ετήσιων συνεισφορών που προορίζονται για τη χρηματοδότηση αυτών των δαπανών. Ενδεικτικά, οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τις δαπάνες που αφορούν την αξιολόγηση του ετήσιου προγραμματισμού και του ετήσιου προϋπολογισμού, τη συμμετοχή των εκπροσώπων της ΓΔ FISMA στα συμβούλια διοίκησης, στα συμβούλια εποπτών, στις εσωτερικές επιτροπές και στις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες. Η πρωτοβουλία αναμένεται να δημιουργήσει πρόσθετες εργασίες για την Επιτροπή.

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας 

Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων, ισχύουν για τις ΕΕΑ, άνευ περιορισμών, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 2013, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Επί του παρόντος η ESMA διαθέτει ειδική στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης και συνακόλουθο σχέδιο δράσης. Οι δράσεις της ESMA στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης θα πρέπει να είναι σύμφωνες με τον δημοσιονομικό κανονισμό της, τις πολιτικές πρόληψης της απάτης της OLAF, τις διατάξεις που προβλέπονται από τη στρατηγική της Επιτροπής για την καταπολέμηση της απάτης [COM(2019) 196], καθώς και με την κοινή προσέγγιση για τους αποκεντρωμένους οργανισμούς της ΕΕ (Ιούλιος 2012) και τον σχετικό χάρτη πορείας. Επιπλέον, οι κανονισμοί για τη σύσταση της ESMA, καθώς και οι δημοσιονομικοί κανονισμοί της ESMA καθορίζουν τις διατάξεις για την εκτέλεση και τον έλεγχο των προϋπολογισμών των ΕΕΑ και τους εφαρμοστέους δημοσιονομικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποσκοπούν στην πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών.

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται 

·Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Είδος δαπάνης

Συμμετοχή

Αριθμός  

ΔΠ/ΜΔΠ 45

χωρών ΕΖΕΣ 46

υποψηφίων για ένταξη χωρών και δυνάμει υποψηφίων μελών 47

άλλων τρίτων χωρών

άλλα έσοδα με ειδικό προορισμό

2

03.10.04.00 - ESMA

ΔΠ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

4

20 01 02 01 — Έδρα και Αντιπροσωπείες της Επιτροπής

ΜΔΠ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

ΟΧΙ

·Νέες γραμμές του προϋπολογισμού, των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Είδος δαπάνης

Συμμετοχή

Αριθμός  

ΔΠ/ΜΔΠ

χωρών ΕΖΕΣ

υποψήφιων χωρών και δυνάμει υποψήφιων μελών

άλλων τρίτων χωρών

άλλα έσοδα με ειδικό προορισμό

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις 

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως αναλύεται κατωτέρω

3.2.1.1.Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Αριθμός

Ά.Α.

ΓΔ: FISMA

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

Επιχειρησιακές πιστώσεις

Γραμμή του προϋπολογισμού

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1α)

0

Πληρωμές

(2α)

 

 

0

Γραμμή του προϋπολογισμού

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1β)

 

 

 

 

 

 

 

0

Πληρωμές

(2β)

 

 

 

 

 

 

 

0

Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων 48

Γραμμή του προϋπολογισμού

 

(3)

 

 

 

 

 

 

 

0

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=1α+1β+3

0

0

0

0

0

0

0

0

για τη ΓΔ FISMA

Πληρωμές

=2α+2β+3

0

0

0

0

0

0

0

0

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA)

Έτος 2027 (#)

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

ΣΥΝΟΛΟ 2027+ ΠΔΠ 2028-2034

Γραμμή του προϋπολογισμού: 03 10 04 00 / συνεισφορά του προϋπολογισμού της ΕΕ στον οργανισμό

0,149

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,551

(#) Αφορά την παράταση της διάθεσης πόρων έως το 2027 (2 ΙΠΑ) για το τρέχον πιλοτικό καθεστώς DLT που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022, σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ [η διάθεση πόρων προβλεπόταν αρχικά μόνο στο σχετικό νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο για την περίοδο 2022 έως 2026 (ενώ στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ και όχι στο πλαίσιο του νέου ΠΔΠ 2028-2034, το κόστος αυτό προσδιορίζεται για λόγους διαφάνειας και συνέπειας)].

 

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων (συμπεριλαμβανομένης της συνεισφοράς στον αποκεντρωμένο οργανισμό)

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(4)

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

Πληρωμές

(5)

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων

(6)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ 2

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=4+6

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Πληρωμές

=5+6

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

 

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034

 

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

• ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων (όλοι οι επιχειρησιακοί τομείς)

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(4)

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

Πληρωμές

(5)

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

• ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων (όλοι οι επιχειρησιακοί τομείς)

(6)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των τομέων 1 έως 3

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=4+6

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Πληρωμές

=5+6

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,402

(Ποσό αναφοράς)



Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

4

«Διοικητικές δαπάνες» 49

ΓΔ: FISMA

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

 Ανθρώπινοι πόροι

0,752

0,752

0,752

0,752

0,752

0,752

0,752

5,264

 Άλλες διοικητικές δαπάνες

0,010

0,010

0,088

0,010

0,010

0,010

0,010

0,148

ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ FISMA

Πιστώσεις

0,762

0,762

0,840

0,762

0,762

0,762

0,762

5,412

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων του ΤΟΜΕΑ 4 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

(Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)

0,762

0,762

0,840

0,762

0,762

0,762

0,762

5,412

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

 

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 4

Αναλήψεις υποχρεώσεων

16,734

9,135

9,548

9,692

3,724

3,832

5,149

57,814

του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 

Πληρωμές

16,734

9,135

9,548

9,692

3,724

3,832

5,149

57,814

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω

3.2.3.1. Πιστώσεις από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό

ΨΗΦΙΣΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ 2028-2034

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

ΤΟΜΕΑΣ 4

Ανθρώπινοι πόροι

0,752

0,752

0,752

0,752

0,752

0,752

0,752

5,264

Άλλες διοικητικές δαπάνες

0,010

0,010

0,088

0,010

0,010

0,010

0,010

0,148

Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 4

0,762

0,762

0,840

0,762

0,762

0,762

0,762

5,412

Εκτός του ΤΟΜΕΑ 4

Ανθρώπινοι πόροι

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

Άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

Μερικό σύνολο εκτός του ΤΟΜΕΑ 4

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

0,000

ΣΥΝΟΛΟ

0,762

0,762

0,840

0,762

0,762

0,762

0,762

5,412

Λαμβανομένης υπόψη της συνολικής δυσχερούς κατάστασης στον τομέα 4, όσον αφορά τόσο τη στελέχωση όσο και το επίπεδο των πιστώσεων, οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν, στο μέτρο του δυνατού, από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχει ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ ή άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής.

3.2.4.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω

3.2.4.1.Χρηματοδοτούμενες από τον ψηφισθέντα προϋπολογισμό

Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης (ΙΠΑ)

ΨΗΦΙΣΘΕΙΣΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

 Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)

20 01 02 01 (στην έδρα και στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής)

4

4

4

4

4

4

4

20 01 02 03 (στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

0

0

0

0

0

0

0

 (έμμεση έρευνα)

0

0

0

0

0

0

0

(άμεση έρευνα)

0

0

0

0

0

0

0

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

0

0

0

0

0

0

0

• Εξωτερικό προσωπικό (σε ΙΠΑ)

20 02 01 (AC, END από το συνολικό κονδύλιο)

0

0

0

0

0

0

0

20 02 03 (AC, AL, END και JPD στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

0

0

0

0

0

0

0

Γραμμή διοικητικής στήριξης

- στην έδρα

0

0

0

0

0

0

0

[XX.01.YY.YY]

— στις αντιπροσωπείες της ΕΕ

0

0

0

0

0

0

0

 (AC, END — έμμεση έρευνα)

0

0

0

0

0

0

0

(AC, END — άμεση έρευνα)

0

0

0

0

0

0

0

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) — τομέας 4

0

0

0

0

0

0

0

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν) — εκτός του τομέα 4

0

0

0

0

0

0

0

ΣΥΝΟΛΟ

4

4

4

4

4

4

4

Λαμβανομένης υπόψη της συνολικής δυσχερούς κατάστασης στον τομέα 4, όσον αφορά τόσο τη στελέχωση όσο και το επίπεδο των πιστώσεων, οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν, στο μέτρο του δυνατού, από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχει ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ ή άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής.

3.2.5.Επισκόπηση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επενδύσεις ψηφιακής τεχνολογίας 

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων ψηφιακού τομέα και πιστώσεων ΤΠ

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

ΣΥΝΟΛΟ ΠΔΠ 2028-2034

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

ΤΟΜΕΑΣ 4

Δαπάνες ΤΠ (εσωτερικές) 

0

0

0

0

0

0

0

0

Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 4

0

0

0

0

0

0

0

0

Εκτός του ΤΟΜΕΑ 4

Δαπάνες πολιτικών ΤΠ για επιχειρησιακά προγράμματα

0

0

0

0

0

0

0

0

Μερικό σύνολο εκτός του ΤΟΜΕΑ 4

0

0

0

0

0

0

0

0

 

ΣΥΝΟΛΟ

0

0

0

0

0

0

0

0

3.2.6.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   μπορεί να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με ανακατανομή εντός του οικείου τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ).

   συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αδιάθετου περιθωρίου στο πλαίσιο του αντίστοιχου τομέα του ΠΔΠ και/ή τη χρήση ειδικών μηχανισμών, όπως ορίζεται στον κανονισμό για το ΠΔΠ.

   συνεπάγεται την αναθεώρηση του ΠΔΠ.

Απαιτούνται 4 επιπλέον ΙΠΑ για τη Γενική Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών και Ένωσης Κεφαλαιαγορών (FISMA), τα οποία θα συνοδεύουν τις πρόσθετες τομεακές και οριζόντιες αρμοδιότητες της ESMA.

3.2.7.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτους

   προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από τρίτους που εκτιμάται παρακάτω:

Πιστώσεις σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

 

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Έτος

Σύνολο

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

Προσδιορισμός του φορέα συγχρηματοδότησης 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων

 

 

 

 

 

 

 

 

3.2.8.Εκτιμώμενοι ανθρώπινοι πόροι και χρησιμοποίηση των απαιτούμενων πιστώσεων σε αποκεντρωμένο οργανισμό

Συνολικό απαιτούμενο προσωπικό (μονάδες ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης)

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών 

Έτος 2027

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

Έκτακτοι υπάλληλοι

(βαθμοί AD)

2

38

182

212

248

248

248

248

Έκτακτοι υπάλληλοι

(βαθμοί AST)

0

7

34

40

45

45

45

45

Μερικό σύνολο έκτακτων υπαλλήλων (AD+AST)

2

45

216

252

293

293

293

293

Συμβασιούχοι υπάλληλοι

0

18

103

121

142

142

142

142

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

0

7

33

39

45

45

45

45

Μερικό σύνολο συμβασιούχων υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων

0

25

136

160

187

187

187

187

ΣΥΝΟΛΟ προσωπικού

2

70

352

412

480

480

480

480

Εκ των οποίων: απαιτούμενο προσωπικό που χρηματοδοτείται βάσει τελών (μονάδες ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης)

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών 

Έτος 2027

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

Έκτακτοι υπάλληλοι

(βαθμοί AD)

166

196

232

232

232

232

Έκτακτοι υπάλληλοι

(βαθμοί AST)

32

38

43

43

43

43

Μερικό σύνολο έκτακτων υπαλλήλων (AD+AST)

0

198

234

275

275

275

275

Συμβασιούχοι υπάλληλοι

97

115

136

136

136

136

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

31

37

43

43

43

43

Μερικό σύνολο συμβασιούχων υπαλλήλων και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων

0

128

152

179

179

179

179

ΣΥΝΟΛΟ προσωπικού

0

326

386

454

454

454

454



Πιστώσεις που καλύπτονται από τη συνεισφορά του προϋπολογισμού της ΕΕ σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία) (*)

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών 

Έτος 2027

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

ΣΥΝΟΛΟ 2027+ ΠΔΠ 2028-2034

Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού

0,128

7,451

2,126

2,168

2,210

2,254

2,299

2,345

20,981

Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας

0,021

1,561

0,423

0,432

0,441

0,449

0,458

0,467

4,252

Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες

6,960

5,824

6,108

6,279

0,259

0,313

1,575

27,318

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ

0,149

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,551

Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη, κατά περίπτωση, σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών 

Έτος 2027

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

ΣΥΝΟΛΟ 2027+ ΠΔΠ 2028-2034

Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού

48,887

59,017

70,798

72,214

73,658

75,131

399,705

Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας

10,360

12,515

15,018

15,318

15,624

15,937

84,772

Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες

1,818

9,302

9,572

9,714

9,860

8,801

49,067

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από τέλη

61,065

80,834

95,388

97,246

99,142

99,869

533,544

Πιστώσεις που καλύπτονται από συγχρηματοδότηση, κατά περίπτωση, σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Συνεισφορά των ΕΑΑ

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών 

Έτος 2027

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

ΣΥΝΟΛΟ 2027+ ΠΔΠ 2028-2034

Τίτλος 1: Δαπάνες προσωπικού

0,192

0,577

2,126

2,168

2,210

2,254

2,299

2,345

14,171

Τίτλος 2: Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας

0,032

0,116

0,423

0,432

0,441

0,449

0,458

0,467

2,818

Τίτλος 3: Επιχειρησιακές δαπάνες

0,007

0,027

0,428

0,436

2,697

2,751

2,806

9,152

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων που καλύπτονται από συγχρηματοδότηση

0,224

0,700

2,576

3,028

3,087

5,400

5,508

5,618

26,141

Επισκόπηση / συνοπτική παρουσίαση των ανθρώπινων πόρων και των πιστώσεων (σε εκατ. EUR) που απαιτούνται για την πρόταση/πρωτοβουλία σε αποκεντρωμένο οργανισμό

Οργανισμός: Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών 

Έτος 2027

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

ΣΥΝΟΛΟ 2027+ ΠΔΠ 2028-2034

Έκτακτοι υπάλληλοι (AD+AST)

2

45

216

252

293

293

293

293

Συμβασιούχοι υπάλληλοι

18

103

121

142

142

142

142

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

7

33

39

45

45

45

45

Σύνολο προσωπικού

2

70

352

412

480

480

480

480

Πιστώσεις που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ

0,149

15,972

8,373

8,708

8,930

2,962

3,070

4,387

52,551

Πιστώσεις που καλύπτονται από τέλη

(κατά περίπτωση)

61,065

80,834

95,388

97,246

99,142

99,869

533,544

Συγχρηματοδοτούμενες πιστώσεις

(κατά περίπτωση)

0,224

0,700

2,576

3,028

3,087

5,400

5,508

5,618

26,141

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων

0,373

16,672

72,014

92,570

107,405

105,608

107,720

109,874

612,236

 
3.3.    Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:

   στους ιδίους πόρους

   στα λοιπά έσοδα

   να αναφερθεί αν τα έσοδα προορίζονται για γραμμές δαπανών

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:

Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος

Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας 50

Έτος 2028

Έτος 2029

Έτος 2030

Έτος 2031

Έτος 2032

Έτος 2033

Έτος 2034

Άρθρο ………….

Ως προς τα έσοδα με ειδικό προορισμό, να προσδιοριστούν οι γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.

Άλλες παρατηρήσεις (π.χ. μέθοδος/τύπος για τον υπολογισμό των επιπτώσεων στα έσοδα ή τυχόν άλλες πληροφορίες).

4. ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ

4.1.    Απαιτήσεις ψηφιακής σημασίας

Στον ακόλουθο πίνακα περιλαμβάνεται γενική περιγραφή των απαιτήσεων ψηφιακής σημασίας και των σχετικών κατηγοριών (δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση των διαδικασιών, ψηφιακές λύσεις και/ή ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες)

Αναφορά στην απαίτηση

Περιγραφή της απαίτησης

Φορείς που επηρεάζονται ή τους οποίους αφορά η απαίτηση

Γενικές διαδικασίες

Κατηγορίες

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156

Άρθρο 12

Κεντρική πύλη (πλατφόρμα δεδομένων) για τις διασυνοριακές κοινοποιήσεις κεφαλαίων και την αλληλεπίδραση μεταξύ των ΕΑΑ των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής σε διασυνοριακά θέματα. Πλατφόρμα μίας στάσης της ESMA που θα διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής σχετικά με τις απαιτήσεις εμπορικής προώθησης των ΟΕΕ και των ΟΣΕΚΑ.

ΕΑΚΑΑ, αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, επιχειρήσεις, ευρύ κοινό.

Ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων

Διασυνοριακή συνεργασία

Δεδομένα·

ψηφιακός τομέας· λύσεις

Ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 1095/2010 (ΕΑΚΑΑ)

Άρθρο 35γ

Πλατφόρμα δεδομένων/υποδομή ΤΠ

Η Αρχή δημιουργεί και διατηρεί πλατφόρμα δεδομένων για τη διευκόλυνση της υποβολής, της ανταλλαγής και της πρόσβασης σε πληροφορίες, όπως προβλέπεται σε άλλες πράξεις της Ένωσης.

Αρχές των κρατών μελών

Θέσπιση ψηφιακών λύσεων

Ανταλλαγή πληροφοριών

Ψηφιακές λύσεις·

Άρθρο 8 παράγραφος θα), θαα)

«θα) συμβάλλει στη θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα και διασφαλίζει την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών εντός της ΕΕ·»·

«θαα) συμβάλλει στην ανάπτυξη εργαλείων εποπτικής τεχνολογίας σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές·»

EΑΚΑΑ, αρχές των κρατών μελών

Θέσπιση κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα

Δεδομένα·

Ψηφιακές λύσεις·

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858 (πιλοτικό καθεστώς DLT)

Άρθρα 4 και 4α

Απαιτήσεις και αίτηση για εξαιρέσεις όσον αφορά τους τόπους διαπραγμάτευσης DLT, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων τήρησης αρχείων.

Επιχείρηση επενδύσεων / διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον τόπο διαπραγμάτευσης DLT· ΕΑΑ, ESMA, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αίτημα απαλλαγής·

Δεδομένα

Άρθρα 5 και 5α

Απαιτήσεις και αίτηση για εξαιρέσεις όσον αφορά το σύστημα διακανονισμού DLT, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης αρχείων.

Επιχείρηση επενδύσεων / διαχειριστής αγοράς που διαχειρίζεται τον τόπο διαπραγμάτευσης DLT· ΕΑΑ, ESMA· κράτη μέλη, Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αίτημα απαλλαγής·

Δεδομένα

Άρθρο 7α

Πρόσθετες απαιτήσεις για τις υποδομές αγοράς DLT που συμμετέχουν στο απλουστευμένο καθεστώς, μεταξύ άλλων σε σχέση με την υποβολή εκθέσεων, τη δημοσιοποιημένη τεκμηρίωση, τη διαφάνεια, την ασφάλεια, τον έλεγχο, την ευθύνη.

Διαχειριστές υποδομών αγοράς DLΤ· αρμόδιες αρχές, ESMA

Αίτημα χορήγησης άδειας για απλουστευμένο καθεστώς·

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρο 8

Ειδική άδεια διαχείρισης τόπου διαπραγμάτευσης DLT, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής εκθέσεων· παροχή αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τις διασφαλίσεις.

Διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης DLT· αρμόδιες αρχές, ESMA·

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας·

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρα 10, 10α, 10β, 10γ, 10δ, 10ε

Ειδική άδεια διαχείρισης συστήματος διαπραγμάτευσης DLT και διακανονισμού·

Ειδική άδεια για την παροχή μεμονωμένων υπηρεσιών ΚΑΤ·

Διακανονισμός μεταξύ υπεύθυνων τήρησης κεντρικών λογαριασμών DLT·

Αδειοδότηση και εποπτεία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού·

Κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών και εντύπων/υποδειγμάτων από την ESMA·

Διαχειριστές συστημάτων διαπραγμάτευσης και διακανονισμού DLT· αρμόδιες αρχές, ESMA· υπεύθυνοι τήρησης κεντρικών λογαριασμών DLT·

Αίτημα για ειδική άδεια διαχείρισης ΣΔΔ DLT· υποβολή αναφορών στην ESMA·

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία·

Άρθρο 10ζ

Τυποποίηση δεδομένων για τη στήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT

Διαχειριστές ΣΔ DLT, ΣΔΔ DLT και υπεύθυνοι τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχουν σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού

ESMA

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Τυποποίηση δεδομένων

Δεδομένα

Άρθρα 11, 11α

Οι διαχειριστές υποδομών αγοράς DLT πρέπει να ενημερώνουν τις ΕΑΑ και να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τις βασικές παραμέτρους των δραστηριοτήτων τους κάθε 6 μήνες. Οι ΕΑΑ πρέπει να υποβάλλουν τις εκθέσεις στην ESMA.

Απαιτήσεις για την υποβολή εκθέσεων και την τήρηση αρχείων.

Διαχειριστές υποδομών αγοράς DLΤ· αρμόδιες αρχές, ESMA·

Κοινοποίηση και υποβολή εκθέσεων στις ΕΑΑ από τους διαχειριστές αγοράς DLT

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία·

Άρθρο 13

Κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές

Κράτη μέλη, ΕΑΑ· ESMA· Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Ενημέρωση των ΕΑΑ από τα κράτη μέλη· δημοσίευση καταλόγου των ΕΑΑ από την ESMA.

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία·

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (CSDR)

Άρθρο 6

Πλήρης αυτοματοποίηση της επεξεργασίας εντολών διακανονισμού

Εναρμόνιση των διαδικασιών και των προτύπων επικοινωνίας

Συμμετέχοντες στην αγορά της ΕΕ και κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ).

Επεξεργασία εντολών διακανονισμού, κοινοποίηση της κατανομής και επιβεβαίωση

Δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 9

Υποβολή στοιχείων για τον εσωτερικοποιημένο διακανονισμό όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του διακανονισμού

Εσωτερικοποιητές διακανονισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων

Τακτική υποβολή εκθέσεων

Δεδομένα

Άρθρο 16

Ορισμός της αρμόδιας αρχής για την εποπτεία των ΚΑΤ που πρέπει να κοινοποιείται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Ορισμός αρμόδιας αρχής

Δεδομένα· Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 17

Διαδικασίες σχετικά με τις αιτήσεις χορήγησης άδειας για την παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ που πρέπει να υποβάλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Διαχείριση αδειών

Δεδομένα· Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 17α

Διαδικασία έκδοσης αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων

Κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Διαδικασία λήψης αποφάσεων

Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 19α

Διαδικασίες σχετικά με τις αιτήσεις χορήγησης άδειας για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών ΚΑΤ που πρέπει να υποβάλλονται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Αίτηση χορήγησης άδειας για την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών

Δεδομένα· Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 21α

Πρόσβαση όλων των αδειοδοτημένων ΚΑΤ σε βάση δεδομένων για την υποβολή δεδομένων που αφορούν τις άδειες και τις εγκρίσεις που προβλέπονται στον CSDR.

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Δημιουργία ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας

Ψηφιακή λύση

Άρθρο 22

Γνώμη των αρμόδιων και σχετικών αρχών σχετικά με την αξιολόγηση επανεξέτασης που πρέπει να κοινοποιείται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Δημιουργία ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας

Δεδομένα· Ψηφιακή λύση

Άρθρο 23

Απαίτηση κοινοποίησης διαβατηρίου υπηρεσιών σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα που διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Κοινοποίηση

Δεδομένα

Άρθρο 48

Διαδικασία σχετικά με τις αιτήσεις χορήγησης άδειας για τις συνδέσεις ΚΑΤ που πρέπει να κοινοποιούνται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Διαχείριση αδειών

Δεδομένα

Άρθρο 48α

Απαίτηση κοινοποίησης κόμβου ΚΑΤ και απαίτηση δημιουργίας διμερούς σύνδεσης που πρέπει να υποβάλλονται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Κοινοποίηση και χορήγηση άδειας

Δεδομένα

Άρθρο 48β

Διαδικασία χορήγησης άδειας για τη δημιουργία διαλειτουργικής σύνδεσης που πρέπει να υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Χορήγηση άδειας και κοινοποίηση

Δεδομένα

Άρθρο 52

Διαδικασίες για τη δημιουργία/απόρριψη σύνδεσης προς κοινοποίηση στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Αίτηση για τη χορήγηση άδειας

Δεδομένα

Άρθρο 55

Διαδικασίες σχετικά με την αίτηση χορήγησης άδειας για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που πρέπει να κοινοποιείται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΚΑΤ, ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα, κράτη μέλη και ΕΑΚΑΑ

Χορήγηση άδειας για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

Δεδομένα

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (MICA)

Άρθρο 59 παράγραφοι 6 και 8

Η ESMA επαληθεύει τις άδειες, την επέκταση άδειας και μπορεί να ζητήσει επικαιροποίηση και συμπλήρωση από τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

Πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, ESMA

Διαχείριση αδειοδότησης για τους CASP

Δεδομένα

Άρθρο 60 παράγραφος 8, 11 και 12

Οι ΕΑΑ λαμβάνουν κοινοποίηση για την αξιολόγηση των παρεχόμενων πληροφοριών και ενημερώνουν την ESMA.

Οι ΕΑΑ ανακαλούν το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων από οντότητα.

Η ESMA καθιστά την κοινοποίηση διαθέσιμη στο μητρώο.

ΕΑΑ, ESMA, κοινοποιούσα οντότητα

Αξιολόγηση των απαιτήσεων και έκδοση κοινοποιήσεων·

Δεδομένα·

Άρθρα 62 και 63

Διαχείριση αδειοδότησης — Υποβολή αίτησης από δυνητικούς παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, αναγνώριση, αξιολόγηση και χορήγηση/άρνηση χορήγησης άδειας· διαβούλευση με τις ΕΑΑ· αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών· επικαιροποίηση μητρώου)

Νομικά πρόσωπα/επιχειρήσεις, ESMA·

Διαχείριση της αδειοδότησης CASP

Δεδομένα· ψηφιακή λύση· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία·

Άρθρο 63

Από κοινού έκδοση κατευθυντήριων γραμμών από την ESMA και την EBA σχετικά με την καταλληλότητα του διοικητικού οργάνου·

δυνητικοί πάροχοι κρυπτοστοιχείων· ESMA· EBA· ΕΑΑ

Έκδοση κατευθυντήριων γραμμών· —

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρο 64

Αξιολόγηση από την ESMA αν πληρούνται τα κριτήρια για την ανάκληση της αίτησης· δημοσίευση πληροφοριών στο μητρώο· διαβούλευση με τις ΕΑΑ· Η EBA και οι ΕΑΑ μπορούν να συμβουλεύονται την ESMA· ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θεσπίζει διαδικασίες για την ομαλή μεταφορά κρυπτοστοιχείων/κεφαλαίων

Πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· ESMA· EBA· ΕΑΑ

Διαχείριση της αδειοδότησης CASP

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρο 65

Παροχή διασυνοριακών υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων: ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων κοινοποιεί την πρόθεσή του να παρέχει διασυνοριακές υπηρεσίες· η ESMA ενημερώνει τις ΕΑΑ και την EBA

Πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· εθνική αρμόδια αρχή, ESMA· EBA

Διαχείριση της αδειοδότησης CASP

Δεδομένα·

Άρθρο 68

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αξιολογούν τους κινδύνους των συστημάτων τους· τήρηση αρχείων· απαίτηση εποπτείας από την ESMA· διαθεσιμότητα αρχείων στους πελάτες κατόπιν αιτήματος

Πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, ESMA· πελάτες

Εκτίμηση κινδύνων

Δεδομένα·

Άρθρο 73

Παροχή πληροφοριών από τρίτους σχετικά με τις συμφωνίες εξωτερικής ανάθεσης

Τρίτοι· πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· ESMA· αρμόδιες αρχές

Παροχή πληροφοριών από τρίτους σχετικά με την εξωτερική ανάθεση

Δεδομένα·

Άρθρο 76

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζονται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης ενημερώνουν την ESMA σχετικά με πιθανά περιστατικά κατάχρησης της αγοράς, δεδομένα σχετικά με συναλλαγές και εντολές

Πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· ESMA·

παρακολούθηση περιστατικών κατάχρησης της αγοράς και των συναλλαγών/εντολών σε πλατφόρμες διαπραγμάτευσης

Δεδομένα·

Άρθρο 81

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αποδεικνύουν τις γνώσεις τους για την παροχή συμβουλών σχετικά με τα κρυπτοστοιχεία, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα κριτήρια της ESMA

Πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· πελάτες· ESMA

Διαχείριση της αδειοδότησης CASP

Δεδομένα·

Άρθρα 85, 85α

Κατάταξη παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ως σημαντικών

Εκούσια κατάταξη παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ως σημαντικών

Πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· ESMA· EBA· ΕΑΑ

Διαχείριση της αδειοδότησης CASP

Δεδομένα·

Άρθρο 92

Κοινοποίηση της υπόνοιας κατάχρησης της αγοράς στις ΕΑΑ ή στην ESMA·

Πρόσωπα που κατ’ επάγγελμα διεκπεραιώνουν ή εκτελούν συναλλαγές· ESMA· ΕΑΑ· Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Πρόληψη και εντοπισμός κατάχρησης αγοράς

Δεδομένα

Άρθρο 93

Τα κράτη μέλη ορίζουν αρμόδια ΕΑΑ για τον παρόντα κανονισμό και για την παροχή συνδρομής στην ESMA

Κράτη μέλη· ΕΑΑ· ESMA

Διακυβέρνηση

Δεδομένα

Άρθρο 102

Προληπτικά μέτρα από την ΕΑΑ του κράτους μέλους υποδοχής κατά την ενημέρωση της ΕΑΑ του κράτους μέλους καταγωγής και της ESMA

ΕΑΑ κράτους μέλους υποδοχής, ΕΑΑ κράτους μέλους καταγωγής, ESMA

Αποστολή κοινοποιήσεων

Δεδομένα

Άρθρο 138γ

Η ESMA ζητεί πληροφορίες από τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και τα σχετικά πρόσωπα.

ESMA· πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· πρόσωπο που εμπλέκεται σε δραστηριότητες σχετικές με κρυπτοστοιχεία· ελέγχον πρόσωπο

Η ESMA ζητεί πληροφορίες από τα σχετικά νομικά και φυσικά πρόσωπα·

Παροχή πληροφοριών

Δεδομένα

Άρθρο 138στ

Η ESMA και η ΕΑΑ ανταλλάσσουν πληροφορίες

ESMA· ΕΑΑ

Ανταλλαγή πληροφοριών

Δεδομένα

Άρθρα 138ζ, 138η, 138θ

Η ESMA συνάπτει συμφωνίες για την ανταλλαγή πληροφοριών· η ESMA λαμβάνει ρητή συμφωνία από τις ΕΑΑ τρίτων χωρών για τις γνωστοποιήσεις· η ESMA συνεργάζεται με άλλες αρχές

ESMA· ΕΑΑ· άλλες αρχές

Ανταλλαγή πληροφοριών

Δεδομένα

Άρθρο 138ιδ

Δημοσιοποίηση των χρηματικών ποινών της ESMA

ESMA· κοινό· Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· Ευρωπαϊκή Επιτροπή· Συμβούλιο· ΕΑΑ

Η ESMA δημοσιοποιεί τα πρόστιμα και τις περιοδικές χρηματικές ποινές.

Εάν η ESMA αποφασίσει να μην επιβάλει πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις ΕΑΑ.

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρο 138ια

Χειρισμός δεδομένων σε σχέση με τα εποπτικά μέτρα (συλλογή πληροφοριών από εποπτευόμενες οντότητες και διάδοση πληροφοριών, όπου απαιτείται)

ESMA· πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων· φυσικό ή νομικό πρόσωπο· ΕΑΑ· Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Εποπτικά μέτρα

Δεδομένα· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (EMIR)

Άρθρο 5

Η διαδικασία υποχρέωσης εκκαθάρισης κοινοποιείται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΕΑΑ· ESMA

Κοινοποίηση

Δεδομένα

Άρθρα 6α και 6β

Διαδικασίες σχετικά με την αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης που πρέπει να διενεργούνται στην κεντρική βάση δεδομένων.

ΕΑΑ· ESMA· Ευρωπαϊκή Επιτροπή· Αρχή εξυγίανσης κεντρικού αντισυμβαλλομένου

Αναστολή της υποχρέωσης εκκαθάρισης

Δεδομένα

Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 7

Διαδικασία σχετικά με την πρόσβαση σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που πρέπει να διενεργείται στην κεντρική βάση δεδομένων

ΤΔ· κεντρικός αντισυμβαλλόμενος· ESMA

Αποστολή αιτήματος από τον ΤΔ στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο· ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ από τον ΤΔ σχετικά με το αίτημα

Δεδομένα

Άρθρο 8

Διαδικασία σχετικά με την πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης που πρέπει να διενεργείται στην κεντρική βάση δεδομένων

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος· ΤΔ· ESMA

Αποστολή αιτήματος από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στον ΤΔ· ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

Δεδομένα

Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρα 14, 17, 17α, 17β, 22α, 88

Αίτηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για χορήγηση άδειας λειτουργίας σε αρμόδια αρχή, ΕΑΚΑΑ· κατάρτιση γνωμοδότησης της ΕΑΚΑΑ προς την αρμόδια αρχή· δημοσίευση καταλόγου σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και καταλόγου των αδειών λειτουργίας κεντρικών αντισυμβαλλομένων από την ΕΑΚΑΑ

ESMA· αρμόδιες αρχές· σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

Διαχείριση αδειών

Δεδομένα· Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 17γ

Δημιουργία και διατήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων από την ΕΑΚΑΑ

ESMA· ΕΑΑ· Αρμόδιες αρχές· Σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους· Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος

Διαχείριση αδειών

Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών· ψηφιακές λύσεις· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρο 17γ

Δημιουργία και διατήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων από την ΕΑΚΑΑ

ESMA· ΕΑΑ· Αρμόδιες αρχές· Σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους· Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος

Διαχείριση αδειών

Ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών· ψηφιακές λύσεις· Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Άρθρο 76

Οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών που δεν έχουν αρχείο καταγραφής συναλλαγών εγκατεστημένο στην επικράτειά τους μπορούν να απευθυνθούν στην ΕΑΚΑΑ με στόχο μια ρύθμιση συνεργασίας για την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να προβεί σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις εν λόγω αρμόδιες αρχές όσον αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης, τις οποίες οι εν λόγω αρχές χρειάζονται προκειμένου να ανταποκριθούν στις αντίστοιχες ευθύνες και εντολές τους, υπό τον όρο ότι υπάρχουν εγγυήσεις για το επαγγελματικό απόρρητο, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας του επιχειρηματικού απορρήτου που αναλαμβάνουν οι αρχές σε συνεργασία με τρίτους.

ESMA· Αρχές τρίτων χωρών· αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης

Πρόσβαση στις πληροφορίες

Δεδομένα

Άρθρο 76α

Εάν είναι αναγκαίο για την άσκηση των καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, στις οποίες είναι εγκατεστημένα ένα ή περισσότερα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, έχουν άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, υπό την προϋπόθεση ότι η Επιτροπή έχει εκδώσει προς τούτο εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Αρχές τρίτων χωρών· Ευρωπαϊκή Επιτροπή· αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης

Πρόσβαση στις πληροφορίες

Δεδομένα

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (MiFIR)

Άρθρο 22β

Τα δεδομένα που διαβιβάζονται στον ΠΕΔΕΣΥ σύμφωνα με το άρθρο 22α παράγραφος 1 και τα δεδομένα που διαδίδονται από τον ΠΕΔΕΣΥ σύμφωνα με το άρθρο 27η παράγραφος 1 στοιχείο δ) συμμορφώνονται με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 στοιχείο α), το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α), το άρθρο 11 παράγραφος 4 στοιχείο α), το άρθρο 11α παράγραφος 3 στοιχείο α) και το άρθρο 14 παράγραφος 7, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχεία β) και δ) του παρόντος άρθρου.

Συστηματικοί εσωτερικοποιητές και πάροχος του ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια

Διαβίβαση δεδομένων

Δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 25

Δυνατότητα της ΕΑΚΑΑ να ζητεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν όλες τις εντολές για χρηματοπιστωτικά μέσα

Εθνικές εποπτικές αρχές και ΕΑΚΑΑ· διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης

Πρόσβαση στα δεδομένα

Δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

Άρθρο 26

Απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων για τους διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης.

Εθνικές εποπτικές αρχές και ΕΑΚΑΑ· διαχειριστές τόπων διαπραγμάτευσης

Υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων

Δεδομένα

Άρθρο 34β

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της μορφής των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των μέτρων τα οποία επιβάλλουν την αποστολή όλων των εκθέσεων της παραγράφου 1 στοιχείο α) στην ΕΑΚΑΑ σε προκαθορισμένο χρόνο της εβδομάδας, για την κεντρική τους δημοσίευση από την ΕΑΚΑΑ.

Διαχειριστές της αγοράς· ESMA

Υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων

Δεδομένα

Άρθρο 38στδ

Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων για να διασφαλίσει ότι οι ακόλουθες οντότητες και αρχές μπορούν να υποβάλλουν τα έγγραφά τους και να έχουν πρόσβαση στα έγγραφά τους και στα έγγραφα που απευθύνονται σ’ αυτές, όπως έχουν καταχωριστεί στην εν λόγω βάση δεδομένων:

α) PEMO·

β) διαχειριστές αγοράς που διαχειρίζονται τουλάχιστον έναν σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης·

γ) επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τουλάχιστον έναν σημαντικό τόπο διαπραγμάτευσης όσον αφορά τη λειτουργία ΠΜΔ ή ΜΟΔ·

δ) άλλοι τόποι διαπραγμάτευσης που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τους διαχειριστές αγοράς και τις επιχειρήσεις επενδύσεων που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ)·

ε) σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές των οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ)·

στ) ΕΑΚΑΑ·

ζ) η σχετική εθνική αρμόδια αρχή που αναφέρεται στα άρθρα 2ιζ έως 2κ του παρόντος κανονισμού·

η) οποιοιδήποτε άλλοι αποδέκτες, όπως ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

PEMO· διαχειριστές της αγοράς· επιχειρήσεις επενδύσεων· τόποι διαπραγμάτευσης· εθνικές εποπτικές αρχές· ESMA· εθνικές αρμόδιες αρχές

Δημιουργία ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας

Δεδομένα· Ψηφιακή λύση

Άρθρο 38στδ

Υποβολή πληροφοριών/εγγράφων, αποθήκευσή τους και επακόλουθη πρόσβαση στα σχετικά εποπτικά δεδομένα για τους διαχειριστές αγοράς και τις επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τόπους διαπραγμάτευσης που υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, τις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές, τις σχετικές εθνικές εποπτικές αρχές και την ΕΑΚΑΑ.

Διαχειριστές αγοράς και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τόπους διαπραγμάτευσης υποκείμενους στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, εθνικές αρμόδιες αρχές, εθνικές εποπτικές αρχές και ΕΑΚΑΑ

Δημιουργία ψηφιακής δημόσιας υπηρεσίας

Δεδομένα, ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση διαδικασιών

4.2.Δεδομένα 

Γενική περιγραφή των δεδομένων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής

Είδος δεδομένων

Αναφορά στις απαιτήσεις

Πρότυπο και/ή προδιαγραφή (κατά περίπτωση)

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156 (CBDR)

Δεδομένα και πληροφορίες που ζητούν οι εθνικές αρμόδιες αρχές από τα κεφάλαια σε σχέση με τη χορήγηση άδειας και την κοινοποίηση για τη διασυνοριακή εμπορική προώθηση κεφαλαίων. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν κοινοποιήσεις εμπορικών προθέσεων, έγγραφα υποχρεωτικής δημοσιοποίησης κεφαλαίων και έγγραφα εμπορικής προώθησης, αποφάσεις, διαδικαστικά μέτρα και βεβαιώσεις που εκδίδονται από τις αρμόδιες αρχές.

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156, νέο άρθρο 12

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858 (πιλοτικό καθεστώς DLT)

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για την υποβολή αιτήματος ειδικών εξαιρέσεων όσον αφορά τους τόπους διαπραγμάτευσης DLT

Άρθρο 4 στοιχείο α)

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την υποβολή των αιτημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για την υποβολή αιτήματος ειδικών εξαιρέσεων όσον αφορά το σύστημα διακανονισμού DLT

Άρθρο 5 στοιχείο α)

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την υποβολή των αιτημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος

Άρθρο 7 στοιχείο α)

Η ESMA καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Κοινοποίηση σχετικά με το αν ο διαχειριστής προτίθεται να μεταβεί στο κανονικό καθεστώς

Άρθρο 7 στοιχείο α)

Πληροφορίες που υποστηρίζουν την αίτηση για ειδική άδεια λειτουργίας ΤΔ DLT

Άρθρο 8

Πληροφορίες που υποστηρίζουν την αίτηση για ειδική άδεια παροχής της συμβολαιογραφικής υπηρεσίας DLT ή της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης DLT

Άρθρο 10α

Η ESMA καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για τους σκοπούς της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Πληροφορίες σχετικά με τους συμβολαιογράφους DLT και τους διαχειριστές κεντρικών λογαριασμών DLT

Άρθρο 10β

Πληροφορίες σχετικά με τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται με το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού στο οποίο συμμετέχουν

Άρθρο 10γ

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων

Πληροφορίες που υποστηρίζουν την αδειοδότηση και την εποπτεία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού

Άρθρο 10δ

Πληροφορίες σχετικά με τις διασυνοριακές υπηρεσίες ΚΑΤ σε DLT

Άρθρο 10ε

Τυποποίηση δεδομένων για τη στήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT

Άρθρο 10ζ

Η ESMA υποβάλλει στην Επιτροπή τεχνικές συμβουλές σχετικά με την υποστήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT.

Έκθεση σχετικά με τις βασικές παραμέτρους των δραστηριοτήτων των υποδομών αγοράς DLT

Άρθρα 11, 11α

Κανονισμός (ΕΕ) 648/2012 (EMIR)

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για χορήγηση άδειας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την εκκαθάριση κατηγορίας εξωχρηματιστηριακών παραγώγων

Άρθρο 5

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει τεχνικά πρότυπα

Αίτημα αναστολής της υποχρέωσης εκκαθάρισης

Άρθρα 6α και 6β

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων

Αίτημα πρόσβασης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

Άρθρο 7

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων

Αίτημα πρόσβασης σε ΤΔ

Άρθρο 8

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων

Αίτημα κεντρικού αντισυμβαλλομένου για χορήγηση άδειας λειτουργίας· ποσοτικά δεδομένα για τον προσδιορισμό της σημασίας

Άρθρα 14, 17, 17α, 17β, 22α, 88

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει τεχνικά πρότυπα (άρθρα 14 και 17α). Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων (άρθρα 17 και 17β). Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις (άρθρο 22α). Η ΕΑΚΑΑ διατηρεί δικτυακό τόπο (άρθρο 88).

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων

Αποφάσεις, έγγραφα, κοινοποιήσεις

Άρθρο 17γ

Δημιουργία και διατήρηση από την ΕΑΚΑΑ

Κατάλογος αρμόδιων αρχών που ορίζονται από τα κράτη μέλη

Άρθρο 22

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο

Πληροφορίες σχετικά με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σε αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης

Άρθρο 76

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να θεσπίζει ρυθμίσεις συνεργασίας

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (CSDR)

Εντολές επιβεβαίωσης κατανομής και διακανονισμού

Άρθρο 6

Καθορισμός των διεθνών προτύπων από την ΕΑΚΑΑ στα σχετικά ΡΤΠ

Υποβολή εκθέσεων σχετικά με την αποτελεσματικότητα του διακανονισμού

Άρθρο 9

Προσδιορισμός των πληροφοριών από την ΕΑΚΑΑ στα ΡΤΠ σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4

Πληροφορίες σχετικά με το αιτούν ΚΑΤ

Άρθρα 16, 17

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στα ΡΤΠ που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα 16 και 17

Γνώμη

Άρθρο 17α

Ά.Α.

Πληροφορίες σχετικά με την εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών

Άρθρο 19α

Οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στα ΡΤΠ που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19α

Πληροφορίες σχετικά με τις αιτήσεις αδειοδότησης ΚΑΤ

Άρθρα 16, 19, 19α, 21α, 48β, 54, 54α, 54β, 56

Γνώμη

Άρθρο 22

Ά.Α.

Πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες διαβατηρίου

Άρθρο 23

Οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στα ΡΤΠ που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 23

Πληροφορίες σχετικά με τα μέσα και τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω του συνδέσμου

Άρθρα 48, 48β, 52

Οι πληροφορίες που προσδιορίζονται στα σχετικά ΡΤΠ που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ

Πληροφορίες σχετικά με τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

Άρθρο 55

Οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στα ΡΤΠ που καταρτίζει η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 55

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (MICA)

Δημοσιοποίηση των χρηματικών ποινών της ESMA

Άρθρο 138ι

Κοινοποίηση προστίμων.

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ESMA και τρίτων χωρών

Κοινοποίηση πληροφοριών από τρίτες χώρες

Άρθρα 138δ, 138ε

Η ESMA συνάπτει συμφωνίες με αρχές τρίτων χωρών

Σχετικά δεδομένα για την αδειοδότηση CASP στην ΕΕ

Άρθρα 60, 62, 63, 64, 65

Τα νομικά πρόσωπα ή άλλες επιχειρήσεις που σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων υποβάλλουν την αίτησή τους για άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στην ESMA

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014

Προσφορές (τιμή και όγκος) για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια

Άρθρο 22β

Ά.Α.

Στοιχεία εντολών για χρηματοπιστωτικά μέσα

Άρθρο 25

Προσδιορισμός των πληροφοριών από την ΕΑΚΑΑ στα ΡΤΠ σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 3

Πληροφορίες σχετικά με την αδειοδότηση τόπων διαπραγμάτευσης που υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, επίσημα αιτήματα εποπτείας που απευθύνονται σε εποπτευόμενες οντότητες και απαντήσεις στα εν λόγω αιτήματα.

Άρθρο 38στδ

Ευθυγράμμιση με την ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα

Επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο οι απαιτήσεις ευθυγραμμίζονται με την ευρωπαϊκή στρατηγική για τα δεδομένα

Οι απαιτήσεις προωθούν τη διαφάνεια και την προσβασιμότητα στις πληροφορίες (όπως δημόσια μητρώα, δημοσίευση εκθέσεων στους δικτυακούς τόπους της ESMA, γνωστοποιήσεις).

Υποστηρίζουν τη δημιουργία ροών δεδομένων μεταξύ των επιχειρηματικών φορέων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

Ακόμη, οι απαιτήσεις προωθούν την οριζόντια κοινοχρησία δεδομένων μεταξύ των δημόσιων διοικήσεων, η οποία αποτελεί βασικό σημείο εστίασης της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τα δεδομένα.

Ευθυγράμμιση με την αρχή «μόνον άπαξ»

Επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο ελήφθη υπόψη η αρχή «μόνον άπαξ» και του τρόπου με τον οποίο διερευνήθηκε η δυνατότητα περαιτέρω χρήσης υφιστάμενων δεδομένων

Η πρωτοβουλία προωθεί την προσέγγιση «συλλογή μόνο μία φορά, κοινοποίηση πολλές φορές», σύμφωνα με την οποία τα δεδομένα συλλέγονται μόνο μία φορά και στη συνέχεια τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Συνεπώς, διασφαλίζεται ότι ο αιτών υποβάλλει πληροφορίες μόνο μία φορά και ότι δεν υπάρχει αλληλεπικάλυψη.

Η πρωτοβουλία προωθεί την ευθυγράμμιση και τις κεντρικές διαδικασίες για τις ίδιες διασυνοριακές υπηρεσίες.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (MiFIR)

Για το άρθρο 22β, οι προσφορές που δημιουργούνται από τους συστηματικούς εσωτερικοποιητές θα υποβάλλονται μία φορά σε συνεχή βάση, ενώ οι πληροφορίες αυτές θα επαναχρησιμοποιούνται ή θα είναι προσβάσιμες από τους χρήστες των ενοποιημένων δελτίων ή για κανονιστικούς σκοπούς.

Για το άρθρο 25, λεπτομερή στοιχεία των εντολών για χρηματοπιστωτικά μέσα τηρούνται ήδη στη διάθεση των εθνικών αρμόδιων αρχών (ή μελλοντικών εθνικών εποπτικών αρχών). Η νέα απαίτηση θα παρέχει στην ΕΑΚΑΑ τη δυνατότητα να ζητεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές τα ήδη συλλεχθέντα δεδομένα χωρίς να δημιουργεί νέα υποχρέωση υποβολής εκθέσεων για τους συμμετέχοντες στην αγορά.

Για το άρθρο 38στδ, τα δεδομένα θα υποβάλλονται μία φορά από τον αιτούντα (π.χ. τόπο διαπραγμάτευσης) που ζητεί άδεια από την ΕΑΚΑΑ. Στις εν λόγω πληροφορίες θα μπορούσαν στη συνέχεια να έχουν πρόσβαση ο ίδιος ο αιτών, η ΕΑΚΑΑ, οι σχετικές αρμόδιες αρχές ή οι εθνικές εποπτικές αρχές, κατά περίπτωση.

Επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο τα νεοδημιουργηθέντα δεδομένα είναι ευρέσιμα, προσβάσιμα, διαλειτουργικά και επαναχρησιμοποιήσιμα, και πληρούν πρότυπα υψηλής ποιότητας

Η πρωτοβουλία προωθεί τη συλλογή δεδομένων μόνο μία φορά, τα οποία στη συνέχεια κοινοποιούνται στις σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και στα σχετικά θεσμικά όργανα της ΕΕ μέσω κεντρικών βάσεων δεδομένων.

Οι απαιτήσεις προωθούν τη διαφάνεια και την προσβασιμότητα στις πληροφορίες με τη χρήση δημόσιων μητρώων, μέσω της δημοσίευσης εκθέσεων και γνωστοποιήσεων στους δικτυακούς τόπους της ESMA.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (MiFIR)

Για το άρθρο 22β και το άρθρο 25, δεν υπάρχουν νεοδημιουργηθέντα δεδομένα. Τα δεδομένα αυτά υπόκεινται ήδη σε εναρμονισμένους μορφότυπους δεδομένων και σε μηχαναγνώσιμο μορφότυπο, διασφαλίζοντας συνεπώς ήδη τη συνέπεια και την πληρότητα, στοιχείο που διευκολύνει την απρόσκοπτη διαλειτουργικότητα και επαναχρησιμοποίηση.

Για το άρθρο 38στδ, τα δεδομένα θα είναι εύκολα προσβάσιμα μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Θα αποθηκευτούν εκεί και άρα θα μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Δεδομένου ότι ο μορφότυπος για την παροχή των υποχρεωτικών δεδομένων θα εναρμονιστεί, τα δεδομένα θα είναι επίσης διαλειτουργικά.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 684/2012 (EMIR)

Για όλες τις πληροφορίες, τα δεδομένα, τις κοινοποιήσεις και τα αιτήματα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο του EMIR, χρησιμοποιείται η κεντρική βάση δεδομένων στην οποία αποθηκεύονται. Πρόσβαση στις εν λόγω διαβιβάσεις παρέχεται σ’ όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν σχετικό δικαίωμα, μέσω σύνδεσης με την κεντρική βάση δεδομένων. Συνεπώς, διασφαλίζεται η πλήρης επαναχρησιμοποίηση και κοινοχρησία των σχετικών διαβιβάσεων.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (CSDR)

Για όλες τις πληροφορίες, τα δεδομένα, τις κοινοποιήσεις και τα αιτήματα που διαβιβάζονται στο πλαίσιο του CSDR, χρησιμοποιείται η κεντρική βάση δεδομένων στην οποία αποθηκεύονται. Πρόσβαση στις εν λόγω διαβιβάσεις παρέχεται σ’ όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που έχουν σχετικό δικαίωμα, μέσω σύνδεσης με την κεντρική βάση δεδομένων. Συνεπώς, διασφαλίζεται η πλήρης επαναχρησιμοποίηση και κοινοχρησία των σχετικών διαβιβάσεων.

Ροές δεδομένων

Στον ακόλουθο πίνακα παρουσιάζεται η υψηλού επιπέδου περιγραφή των ροών δεδομένων

Είδος δεδομένων

Αναφορές στις απαιτήσεις

Φορείς που παρέχουν τα δεδομένα

Φορείς που λαμβάνουν τα δεδομένα

Έναυσμα για την ανταλλαγή δεδομένων

Συχνότητα (κατά περίπτωση)

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156 (CBDR)

Συνεχής διαβίβαση δεδομένων από τις εθνικές αρμόδιες αρχές στην ΕΑΚΑΑ, η οποία στη συνέχεια καθιστά τα δεδομένα διαθέσιμα.

Νέο άρθρο 12

Εθνικές αρμόδιες αρχές

ESMA

Η εθνική αρμόδια αρχή παραλαμβάνει τα δεδομένα από εποπτευόμενες οντότητες· αποφάσεις, διαδικαστικά μέτρα ή βεβαιώσεις από εθνικές αρμόδιες αρχές.

Σε συνεχή βάση, αμέσως μόλις οι ΕΑΑ λαμβάνουν τα δεδομένα, παρέχονται στην ΕΑΚΑΑ.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858 (πιλοτικό καθεστώς DLT)

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για την υποβολή αιτήματος ειδικών εξαιρέσεων όσον αφορά τους τόπους διαπραγμάτευσης DLT

Άρθρο 4α

Διαχειριστής ΤΔ DLT

ΕΑΑ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΑΚΑΑ,

Αίτημα απαλλαγής

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για την υποβολή αιτήματος ειδικών εξαιρέσεων όσον αφορά το σύστημα διακανονισμού DLT

Άρθρο 5α

Διαχειριστής ΣΔ DLT

ΕΑΑ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΕΑΚΑΑ,

Αίτημα απαλλαγής

Πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας βάσει του απλουστευμένου καθεστώτος

Άρθρο 7 στοιχείο α)

Διαχειριστής υποδομής αγοράς DLT

ΕΑΑ

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Αίτηση για ειδική άδεια διαχείρισης ΤΔ DLT

Άρθρο 8

Εξουσιοδοτημένο νομικό πρόσωπο

ΕΑΑ, ΕΑΚΑΑ

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Αίτηση για ειδική άδεια παροχής της συμβολαιογραφικής υπηρεσίας DLT ή της υπηρεσίας κεντρικής διατήρησης DLT

Άρθρο 10α

Εξουσιοδοτημένο νομικό πρόσωπο

ΕΑΑ

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Πληροφορίες σχετικά με τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται με το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού στο οποίο συμμετέχουν

Άρθρο 10γ

Υπεύθυνοι τήρησης κεντρικών λογαριασμών DLT

ΕΑΚΑΑ και περαιτέρω κοινοχρησία με τις ΕΑΑ

Υποχρέωση αναφοράς

Μηνιαία

Πληροφορίες που υποστηρίζουν την αδειοδότηση και την εποπτεία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού

Άρθρο 10δ

Υπεύθυνοι τήρησης κεντρικών λογαριασμών DLT

ESMA

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Πληροφορίες σχετικά με τις διασυνοριακές υπηρεσίες ΚΑΤ σε DLT

Άρθρο 10ε

Συμβολαιογράφος DLT ή υπεύθυνος τήρησης κεντρικών λογαριασμών DLT

ΕΑΑ του κράτους μέλους καταγωγής και περαιτέρω κοινοχρησία με τις ΕΑΑ του κράτους μέλους υποδοχής

Υποβολή πρόθεσης παροχής υπηρεσιών σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (EMIR)

Χορήγηση άδειας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την εκκαθάριση κατηγορίας εξωχρηματιστηριακών παραγώγων

Άρθρο 5

ΕΑΑ

ESMA

Άδεια

Ά.Α.

Αίτημα αναστολής της υποχρέωσης εκκαθάρισης

Άρθρο 6α του κανονισμού

ΕΑΑ· ESMA· Αρχή εξυγίανσης κεντρικού αντισυμβαλλομένου

ESMA· Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο· Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Αίτημα αναστολής υποχρέωσης

Ά.Α.

Αίτημα πρόσβασης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

Άρθρο 7 του

ΤΔ

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος· ESMA

Αίτημα πρόσβασης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

Ά.Α.

Αίτημα πρόσβασης σε ΤΔ

Άρθρο 8

Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος

ΤΔ· ESMA

Αίτημα πρόσβασης σε τόπο διαπραγμάτευσης

Ά.Α.

Δημοσιοποίηση προστίμων

Άρθρα 12, 66

ESMA

Κοινό

Γνωστοποίηση προστίμων στο κοινό

Τακτικά χρονικά διαστήματα

Αίτημα κεντρικού αντισυμβαλλομένου για έγκριση επέκτασης της άδειας λειτουργίας· ποσοτικά δεδομένα για τον προσδιορισμό της σημασίας· κατάλογος σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και αδειών κεντρικών αντισυμβαλλομένων

Άρθρα 14, 17, 17α, 17β, 22α, 88

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος· ESMA

Αρμόδια αρχή· ESMA· Κοινό

Αίτημα κεντρικού αντισυμβαλλομένου για χορήγηση άδειας λειτουργίας· Πληροφορίες σχετικά με τις μέσες ανοικτές θέσεις, το μέσο ακαθάριστο ονομαστικό ανεξόφλητο ποσό, τις μέσες συγκεντρωτικές απαιτήσεις αρχικού περιθωρίου, τη δομή ομίλου, τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας· Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει κατάλογο σημαντικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και αδειών λειτουργίας κεντρικών αντισυμβαλλομένων

Ά.Α.

Αποφάσεις, έγγραφα, κοινοποιήσεις

Άρθρο 17γ

ESMA· ΕΑΑ· Αρμόδιες αρχές· Σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους· Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος

ESMA· ΕΑΑ· Αρμόδιες αρχές· Σώμα για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους· Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος

Τυχόν ανάγκη διαβίβασης εγγράφων, αποφάσεων, κοινοποιήσεων, πληροφοριών

Ά.Α.

Κατάλογος αρμόδιων αρχών που ορίζονται από τα κράτη μέλη

Άρθρο 22

ESMA

Κοινό

Κατάλογος αρμόδιων αρχών για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

Ά.Α.

Αίτημα τρίτης χώρας για τη θέσπιση ρυθμίσεων συνεργασίας με σκοπό την πρόσβαση σε πληροφορίες στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης

Άρθρο 76

Αρχή τρίτης χώρας

ESMA· Αρχή τρίτης χώρας

Αίτημα αρχής τρίτης χώρας· αίτηση των αρχών τρίτων χωρών με σκοπό την πρόσβαση σε πληροφορίες στα αρχεία καταγραφής συναλλαγών της Ένωσης

Ά.Α.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (CSDR)

Εντολές επιβεβαίωσης κατανομής και διακανονισμού

Άρθρο 6

ΚΑΤ και συμμετέχοντες στην αγορά

ΚΑΤ και συμμετέχοντες στην αγορά

Διαχειριστές της αγοράς

Ά.Α.

Υποβολή εκθέσεων σχετικά με την αποτελεσματικότητα του διακανονισμού

Άρθρο 9

Εσωτερικοποιητές διακανονισμών

Αρμόδιες αρχές

Τακτική υποβολή εκθέσεων

Ανά τρίμηνο

Πληροφορίες σχετικά με το αιτούν ΚΑΤ

Άρθρα 16, 17

KAT

Αρμόδιες αρχές

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Ά.Α.

Γνώμη

Άρθρα 17α, 22

Αρμόδιες και σχετικές αρχές

KAT

Τακτική επανεξέταση και αξιολόγηση

Τουλάχιστον ανά 3 έτη

Πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες διαβατηρίου

Άρθρο 23

KAT

Αρμόδιες αρχές

Παροχή των υπηρεσιών

Ά.Α.

Πληροφορίες σχετικά με τα μέσα και τις υπηρεσίες που παρέχονται μέσω του συνδέσμου

Άρθρα 48, 48α, 48β, 52

ΚΑΤ, αρμόδιες και σχετικές αρχές

Αρμόδιες αρχές

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Ά.Α.

Πληροφορίες σχετικά με τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

Άρθρο 55

ΚΑΤ, αρχές τραπεζικής εποπτείας

Αρχές τραπεζικής εποπτείας, αρμόδιες αρχές

Αίτημα για τη χορήγηση άδειας

Ά.Α.

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (MICA)

Σχετικά δεδομένα για την αδειοδότηση CASP στην ΕΕ

Άρθρα 62 και 63 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (MICA)

Νομικά πρόσωπα ή άλλες επιχειρήσεις που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων

ESMA

Αίτημα για άδεια λειτουργίας ή μεταβολές

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (MiFIR)

Προσφορές για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια

Άρθρο 22β

Συστηματικοί εσωτερικοποιητές

Πάροχος ενοποιημένου δελτίου συναλλαγών για μετοχές και διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια

Διαχειριστές της αγοράς

Συνεχώς

Στοιχεία εντολών για χρηματοπιστωτικά μέσα

Άρθρο 25

Τόποι διαπραγμάτευσης

Εθνικές αρμόδιες αρχές, εθνικές εποπτικές αρχές, ΕΑΚΑΑ

Τακτική υποβολή εκθέσεων ή υποβολή εκθέσεων κατόπιν αιτήματος

Συνεχώς ή κατόπιν αιτήματος

Πληροφορίες σχετικά με την αδειοδότηση τόπων διαπραγμάτευσης που υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ, καθώς και επίσημα αιτήματα εποπτείας που απευθύνονται σε εποπτευόμενες οντότητες και απαντήσεις στα εν λόγω αιτήματα.

Άρθρο 38στδ

ΕΑΚΑΑ, εθνικές εποπτικές αρχές, εθνικές αρμόδιες αρχές ή διαχειριστές αγοράς και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τόπους διαπραγμάτευσης οι οποίοι υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΑΚΑΑ

ESMA

Αίτημα χορήγησης άδειας λειτουργίας, αίτημα παροχής πληροφοριών για εποπτικούς σκοπούς, απαντήσεις στα εν λόγω αιτήματα

Ά.Α.

4.3.Ψηφιακές λύσεις

Γενική περιγραφή των ψηφιακών λύσεων

Επισημαίνεται ότι η ακόλουθη περιγραφή της κεντρικής βάσης δεδομένων που θα δημιουργηθεί από την ESMA δεν περιέχει τις πληροφορίες σχετικά με την παροχή των πρόσθετων δυνατοτήτων που απαιτούνται για τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού. Για περισσότερες σχετικές πληροφορίες, ανατρέξτε στην ψηφιακή δήλωση του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού.

Ψηφιακή λύση

Αναφορές στις απαιτήσεις

Κύριες απαιτούμενες λειτουργίες

Αρμόδιος φορέας

Πώς εξυπηρετείται η προσβασιμότητα;

Πώς εξετάζεται η δυνατότητα περαιτέρω χρήσης;

Χρήση τεχνολογιών ΤΝ (κατά περίπτωση)

Κάλυψη κεντρικών βάσεων δεδομένων και πλατφορμών εποπτικών δεδομένων της ESMA για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, ΚΑΤ και ΤΔ

Τροποποιήσεις του άρθρου 17γ του κανονισμού 648/2012 (EMIR)

Τροποποιήσεις του άρθρου 19α του κανονισμού 909/2014 (CSDR)

Τροποποιήσεις του άρθρου 38εβ του κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 (MiFIR)

Πρόταση κανονισμού σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού, άρθρο 22

Κεντρική πλατφόρμα δεδομένων, παρέχει λειτουργίες για τη συλλογή δεδομένων, την ανταλλαγή πληροφοριών, μεταξύ άλλων, μεταξύ της ESMA, των αρμόδιων αρχών και των διαχειριστών (ΚΑΤ, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, συστήματα πληρωμών, διαχειριστές αγοράς και επιχειρήσεις επενδύσεων που διαχειρίζονται τόπο διαπραγμάτευσης) και των αρχών καταχώρισης, και αυτοματοποιεί τις ροές εργασίας και τις διαδικασίες εποπτείας

ESMA

Πλήρως προσβάσιμη για τις εν λόγω οντότητες (η ESMA πρέπει να διασφαλίζει την πρόσβαση)

Η πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων της ESMA θα επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει πρόσθετες απαιτήσεις

Πλατφόρμα δεδομένων της ESMA για τις διασυνοριακές κοινοποιήσεις κεφαλαίων και την αλληλεπίδραση μεταξύ των ΕΑΑ των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής σε διασυνοριακά θέματα

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156, νέο άρθρο 12

Λειτουργίες για τη συλλογή, την επεξεργασία, την παραγωγή και την ανταλλαγή ή την κοινοχρησία δεδομένων/εγγράφων και τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των εθνικών αρμόδιων αρχών.

Υπηρεσίες μετάφρασης

Δημόσια διεπαφή για τη διάθεση των σχετικών δεδομένων στο ευρύ κοινό (δικτυακή πύλη μονοαπευθυντικής θυρίδας της ΕΑΚΑΑ)

ESMA

 

Η πλατφόρμα θα επαναχρησιμοποιεί υφιστάμενους πόρους και δεδομένα όποτε υπάρχουν ήδη (π.χ. την κεντρική βάση δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 17γ του EMIR)

Άνευ αντικειμένου

Κεντρικό μητρώο της ΕΑΚΑΑ για την εποπτεία των αγορών των CASP 

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (MICA)

Κεντρικό δημόσιο μητρώο και πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων

ESMA

 

Η πλατφόρμα θα επαναχρησιμοποιεί υφιστάμενους πόρους και δεδομένα (π.χ. την κεντρική βάση δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 17γ του EMIR)

 

Συγκεντρωτικά δεδομένα και αναλύσεις

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΑΚΑΑ) άρθρο 35, άρθρο 8

Παροχή κοινών εργαλείων για την εποπτεία και την ανάλυση των δεδομένων της αγοράς, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές·

Δυνατότητα έγκαιρης ανταλλαγής εποπτικών πληροφοριακών στοιχείων με τις αρμόδιες αρχές· και

Διευκόλυνση της ασφαλούς, τυποποιημένης πρόσβασης σε δεδομένα και της ανταλλαγής δεδομένων σε ολόκληρο το εποπτικό πλαίσιο της ΕΕ.

ESMA

Για κάθε ψηφιακή λύση, επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο συμμορφώνεται με τις ισχύουσες ψηφιακές πολιτικές και νομοθετικές πράξεις

Δεδομένα και πλατφόρμες εποπτικών δεδομένων της ESMA

Ψηφιακή και/ή τομεακή πολιτική (κατά περίπτωση)

Επεξήγηση του τρόπου ευθυγράμμισης

Κανονισμός για την τεχνητή νοημοσύνη

 

Πλαίσιο κυβερνοασφάλειας της ΕΕ

Τα κράτη μέλη και η ESMA υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ασφάλεια, την ακεραιότητα, τη γνησιότητα και την εμπιστευτικότητα των δεδομένων που συλλέγονται και αποθηκεύονται για τον σκοπό του κανονισμού.

eIDAS

 

Ενιαία ψηφιακή θύρα και ΙΜΙ

 

Άλλες

4.4.Αξιολόγηση διαλειτουργικότητας

Γενική περιγραφή των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών που επηρεάζονται από τις απαιτήσεις

Ψηφιακή δημόσια υπηρεσία ή κατηγορία ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών

Περιγραφή

Αναφορές στις απαιτήσεις

Λύση/-εις για τη διαλειτουργική Ευρώπη

(ΑΝΕΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ)

Άλλες λύσεις διαλειτουργικότητας

Πλατφόρμα δεδομένων της ESMA για τη διασυνοριακή κοινοποίηση κεφαλαίων και την αλληλεπίδραση μεταξύ των ΕΑΑ των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής σε διασυνοριακά θέματα

Η διαδικασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές για τις κοινοποιήσεις διασυνοριακής εμπορικής προώθησης κεφαλαίων.

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1156, νέο άρθρο 12

//

Επαναχρησιμοποίηση των υφιστάμενων λύσεων που εφαρμόζονται στην ESMA (π.χ. η κεντρική βάση δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 17γ του EMIR)

Κάλυψη κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ΚΑΤ και ΤΔ από πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων

Χορήγηση άδειας

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ ESMA, αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και διαχειριστών,

Ροές εργασίας και διαδικασίες εποπτείας

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (EMIR)

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (CSDR)

Επέκταση και επαναχρησιμοποίηση των υφιστάμενων λύσεων που εφαρμόζονται στην ESMA (π.χ. η κεντρική βάση δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 17γ του EMIR)

Κεντρικό μητρώο για την εποπτεία των αγορών των CASP

Δημιουργία του κεντρικού συστήματος αδειοδότησης και παρακολούθησης των CASP, ανταλλαγή πληροφοριών, τήρηση δημόσιου μητρώου

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (MICA)

Επαναχρησιμοποίηση και επέκταση των υφιστάμενων λύσεων που εφαρμόζονται στην ESMA με τις νέες λειτουργίες (π.χ. η κεντρική βάση δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 17γ του EMIR)

Κεντρική βάση δεδομένων

Κεντρική βάση δεδομένων για την αποθήκευση πληροφοριών/εγγράφων και την πρόσβαση των διαχειριστών αγοράς και των επιχειρήσεων επενδύσεων που διαχειρίζονται τόπους διαπραγμάτευσης που εποπτεύονται από την ESMA, των εθνικών αρμόδιων αρχών, των εθνικών εποπτικών αρχών και της ESMA, σε βάση δεδομένων για την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τις άδειες βάσει του MiFIR, καθώς και άλλων πληροφοριών σχετικά με την εποπτεία (συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων εποπτείας και των απαντήσεων στα εν λόγω αιτήματα).

Κανονισμός (ΕΕ) 600/2014 (MiFIR)

Άρθρο 38εβ

Επαναχρησιμοποίηση των υφιστάμενων λύσεων που εφαρμόζονται στην ESMA όποτε υπάρχουν ήδη (π.χ. η κεντρική βάση δεδομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 17γ του EMIR)

Κατηγορία ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών βάσει COFOG #1

01.1.2

 

//

 

Αντίκτυπος των απαιτήσεων στη διασυνοριακή διαλειτουργικότητα ανά ψηφιακή δημόσια υπηρεσία

Κεντρική βάση δεδομένων σύμφωνα με τον MiFIR

Αξιολόγηση

Μέτρα

Πιθανοί εναπομείναντες φραγμοί (κατά περίπτωση)

Ευθυγράμμιση με τις υφιστάμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές

Να αναφερθούν οι εφαρμοζόμενες ψηφιακές και τομεακές πολιτικές που έχουν προσδιοριστεί

-Η κεντρική βάση δεδομένων εφαρμόζεται σε διάφορους χρηματοπιστωτικούς τομείς (διαπραγμάτευση, μετασυναλλακτικό στάδιο κ.λπ.) με συνεπή και συνεκτικό τρόπο, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ίδια ψηφιακή λύση μπορεί να εξυπηρετήσει τον σκοπό της αποθήκευσης εγγράφων/πληροφοριών και της πρόσβασης σε όλους τους σχετικούς χρηματοπιστωτικούς τομείς.

-Ά.Α.

Οργανωτικά μέτρα για την ομαλή διασυνοριακή παροχή ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών

Να αναφερθούν τα προβλεπόμενα μέτρα διακυβέρνησης

-Δεδομένου ότι η κεντρική βάση δεδομένων θα τελεί υπό τη διαχείριση ευρωπαϊκής αρχής (ESMA), θα διασφαλίζει ότι όλες οι αρμόδιες αρχές και οι συμμετέχοντες στην αγορά υποβάλλουν τα δεδομένα και αποκτούν πρόσβαση σ’ αυτά με δίκαιο και μη δυσανάλογο τρόπο.

-Ά.Α.

Μέτρα που λαμβάνονται για τη διασφάλιση κοινής κατανόησης των δεδομένων

Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά

- Δεδομένου ότι η κεντρική βάση δεδομένων θα τελεί υπό τη διαχείριση ευρωπαϊκής αρχής (ESMA), θα διασφαλίζει ότι ο μορφότυπος δεδομένων έχει καθολική ισχύ για το σύνολο των πληροφοριών/εγγράφων που υποβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές και τους συμμετέχοντες στην αγορά. Επιπλέον, οι πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται (ιδίως για τις άδειες) καθορίζονται στη νομοθεσία.

-Ά.Α.

Χρήση από κοινού συμφωνημένων ανοικτών τεχνικών προδιαγραφών και προτύπων

Να αναφερθούν τα μέτρα αυτά

-Δεδομένου ότι η κεντρική βάση δεδομένων θα τελεί υπό τη διαχείριση ευρωπαϊκής αρχής (ESMA), θα διασφαλίζει ότι ο μορφότυπος δεδομένων έχει καθολική ισχύ για το σύνολο των πληροφοριών/εγγράφων που υποβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές και τους συμμετέχοντες στην αγορά. Επιπλέον, οι πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται (ιδίως για τις άδειες) καθορίζονται στη νομοθεσία.

-Ά.Α.

4.5. Μέτρα στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής

Γενική περιγραφή των μέτρων στήριξης της ψηφιακής εφαρμογής

Περιγραφή του μέτρου

Αναφορές στις απαιτήσεις

Ρόλος της Επιτροπής

(κατά περίπτωση)

Εμπλεκόμενοι φορείς

(κατά περίπτωση)

Αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα

(κατά περίπτωση)

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2022/858 (πιλοτικό καθεστώς DLT)

Η ESMA υποβάλλει στην Επιτροπή τεχνικές συμβουλές σχετικά με την υποστήριξη της διαλειτουργικότητας μεταξύ των υποδομών αγοράς DLT

Άρθρο 15

Επανεξέταση· δρομολόγηση περαιτέρω πρωτοβουλιών

ESMA

Η ESMA καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την υποβολή των αιτημάτων στο πλαίσιο των άρθρων 4α, 5α, 7α, 10α, 10γ

Άρθρα 4α, 5α, 7α, 10α, 10γ

ESMA

Σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στα σχετικά άρθρα 4α, 5α, 7α, 10α, 10γ-CJ

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (EMIR)

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει τεχνικά πρότυπα και/ή κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με τα άρθρα 5, 14, 17, 17α, 17β

Άρθρα 5, 14, 17, 17α, 17β

ESMA

Σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στα άρθρα 5, 14, 17, 17α, 17β

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 (CSDR)

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με τα άρθρα 6, 9, 16, 17, 19α, 23, 48, 48β, 52

Άρθρα 6, 9, 16, 17, 19α, 23, 48, 48β, 52

ESMA

Σύμφωνα με τις προθεσμίες που ορίζονται στα άρθρα 6, 9, 16, 17, 19α, 23, 48, 48β, 52

Η ΕΑΤ καταρτίζει τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με το άρθρο 55.

Άρθρο 55

EBA

Σύμφωνα με την προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 55

ΠΡΟΣΑΡΤΗΜΑ

Γενικές παραδοχές όσον αφορά τα ΙΠΑ και τις δαπάνες

Τίτλος I — Δαπάνες προσωπικού

Κατά τον υπολογισμό των δαπανών προσωπικού εφαρμόστηκαν οι ακόλουθες ειδικές παραδοχές, με βάση τις διαπιστωθείσες ανάγκες στελέχωσης που αναλύονται παρακάτω:

·Οι διαπραγματεύσεις για τη δέσμη μέτρων θα έχουν ολοκληρωθεί έως τα μέσα του 2027 και μένουν 1-2 έτη έως ότου τεθεί σε εφαρμογή η νομοθεσία (για ορισμένους κανονισμούς είναι 1 έτος και για άλλες πράξεις 2 έτη), εκ των οποίων 6 μήνες-1 έτος αφορούν την προπαρασκευαστική φάση για νέες εντολές. Κατά τη διάρκεια αυτής της φάσης, θα πρέπει να προσληφθεί προσωπικό για την προετοιμασία για νέες εντολές. Αναμένεται ότι για τις εργασίες αυτές θα χρειαστούν 10 ΙΠΑ, συν τα γενικά έξοδα για 2 ΙΠΑ ανά τομέα. Η παραδοχή που προκρίθηκε είναι ότι η ESMA θα έχει χρόνο να προσλάβει πρόσθετα ΙΠΑ, ώστε να είναι λειτουργικά από το 2028-μέσα του 2028.

·Το εκτελεστικό συμβούλιο θα τοποθετηθεί ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος, στα μέσα του 2028, ώστε να θέσει τις βάσεις για την άμεση εποπτεία και να προετοιμάσει ρυθμίσεις συνεργασίας. Από τα μέσα του 2029 ξεκινά η άμεση εποπτεία —έως τότε θα πρέπει να έχει επιτευχθεί πλήρης στελέχωση για τη διαπραγμάτευση και το μετασυναλλακτικό στάδιο. Ωστόσο, η πλήρης στελέχωση για την εποπτεία των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων θα πρέπει να επιτευχθεί σταδιακά έως το 2031. Το σύνηθες ετήσιο κόστος που εφαρμόστηκε (τρέχουσες δαπάνες του 2025) για έναν έκτακτο υπάλληλο είναι 188 000 EUR, για έναν συμβασιούχο υπάλληλο είναι 101 000 EUR και για έναν αποσπασμένο εθνικό εμπειρογνώμονα είναι 103 000 EUR, το σύνολο των οποίων περιλαμβάνει περιφερειακές δαπάνες ύψους 30 000 EUR.

·Ο διορθωτικός συντελεστής που εφαρμόζεται στις αποδοχές προσωπικού στο Παρίσι (ESMA) ισούται με 114,2 (2025 ως βάση).

·Οι εργοδοτικές συνταξιοδοτικές εισφορές για έκτακτους και συμβασιούχους υπαλλήλους δεν έχουν συμπεριληφθεί στις εκτιμήσεις. Για τα άμεσα εποπτικά καθήκοντα που χρηματοδοτούνται από τέλη, στα τέλη που χρεώνονται στις εποπτευόμενες οντότητες θα περιλαμβάνεται το 100 % των εργοδοτικών συνταξιοδοτικών εισφορών. Όσον αφορά τα μη άμεσα εποπτικά καθήκοντα, το κόστος των οποίων θα βαρύνει την ΕΕ και τις ΕΑΑ, το μερίδιο των ΕΑΑ στις εν λόγω συνεισφορές θα καταβάλλεται από τις ΕΑΑ στην ESMA, όπως συμβαίνει σήμερα (το μερίδιο της ΕΕ θα βαρύνει άμεσα τον προϋπολογισμό της Ένωσης και δεν θα αναγράφεται στον προϋπολογισμό της ESMA).

·Τα γενικά έξοδα πόρων αφορούν συμβασιούχους υπαλλήλους, έκτακτους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων των βοηθών, και αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες.

·Για το διάστημα μετά το 2027 εφαρμόστηκε ποσοστό πληθωρισμού 2 % στους κανονικούς συντελεστές του 2025.

Τίτλος II — Δαπάνες υποδομών και λειτουργίας

Οι δαπάνες βασίζονται στον πολλαπλασιασμό του αριθμού του προσωπικού επί το ποσοστό του έτους που απασχολείται επί το τυποποιημένο ύψος των περιφερειακών δαπανών, δηλαδή 30 000 EUR (καλύπτονται κτίρια, βασική υποστήριξη ΤΠ κ.λπ.). Εφαρμόζεται ποσοστό πληθωρισμού 2 %.

Τίτλος III — Λειτουργικές δαπάνες

Οι δαπάνες υπολογίζονται βάσει των ακόλουθων παραδοχών:

·Οι εφάπαξ δαπάνες ΤΠ που ορίζονται στο τμήμα Δ θεωρείται ότι θα υλοποιηθούν ομοιόμορφα σε διάστημα δύο ετών (2028-2029 για την εποπτική πλατφόρμα, το σύστημα εποπτείας της αγοράς CASP και τη βάση δεδομένων κεφαλαίων· 2030-2031 για τα κεντρικά δεδομένα και τις αναλύσεις), λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την προετοιμασία, τον σχεδιασμό και τη σύναψη συμβάσεων.

·Το κόστος ΤΠ (ανάπτυξη και συντήρηση) βασίζεται στις βέλτιστες εκτιμήσεις των οριακών συμπληρωματικών δαπανών που θα πραγματοποιηθούν κατά τα έτη 2028 έως 2034 και θα κατανεμηθούν είτε σε δραστηριότητες άμεσης εποπτείας είτε σε εποπτικές δραστηριότητες και στο αντίστοιχο σύστημα χρηματοδότησής τους.

·Κατ’ εξαίρεση από το ισχύον καθεστώς χρηματοδότησης,

·το κόστος ανάπτυξης ΤΠ που συνδέεται με την άμεση εποπτεία θα καλυφθεί από την ΕΕ στο στάδιο της ανάπτυξης και θα ανακτηθεί εντός της επόμενης πενταετίας μέσω μείωσης της συνεισφοράς της ΕΕ, η οποία αντιστοιχεί στο αποσβεσθέν κόστος της υποδομής ΤΠ ύψους 12,2 εκατ. EUR. Οι επακόλουθες ετήσιες δαπάνες συντήρησης (και τυχόν εξελικτική ανάπτυξη) θα χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τέλη και θα προκύψουν από το 2030 και έπειτα.

·το αρχικό κόστος της ανάπτυξης των νέων συστημάτων ΤΠ που δεν συνδέονται με την άμεση εποπτεία και απαιτούνται για την εφαρμογή της παρούσας πρότασης, θα καλυφθεί κατά 100 % από την ΕΕ (έως 18,1 εκατ. EUR μετά τον πληθωρισμό). Στη συνέχεια, το κόστος συντήρησης και εξελικτικής ανάπτυξης των συστημάτων αυτών θα βαρύνει ισομερώς την ΕΕ και τις ΕΑΑ.

·Για το διάστημα μετά το 2027 εφαρμόστηκε ποσοστό πληθωρισμού 2 % με βάση τις τρέχουσες τιμές του 2025.

·Τα έξοδα αποστολών, οι υπηρεσίες επικοινωνίας και τα έξοδα γενικών συνεδριάσεων περιλαμβάνονται στο 1,25 % των δαπανών προσωπικού (τίτλος 1), με βάση τις πραγματικές δαπάνες που πραγματοποιούνται στην ESMA. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τις ακόλουθες πρόσθετες δαπάνες:

εκατ. EUR

2028

2029

2030

2031

2032

2033

2034

Μερίδιο της ΕΕ

0,008

0,027

0,027

0,028

0,028

0,029

0,029

Μερίδιο ΕΑΑ

0,008

0,027

0,027

0,028

0,028

0,029

0,029

Χρηματοδότηση μέσω τελών

0,094

0,611

0,737

0,885

0,902

0,920

0,939

Σύνολο

0,110

0,664

0,792

0,940

0,959

0,978

0,997

Όλοι οι τίτλοι — συγχρηματοδότηση

Η συγχρηματοδότηση που εφαρμόζεται, από το 2028 και μετά, είναι συνεισφορά 50 % από την ΕΕ και 50 % από τις ΕΑΑ για όλες τις συμπληρωματικές δραστηριότητες που θεσπίζονται με την παρούσα πρωτοβουλία και οι οποίες συγχρηματοδοτούνται από την ESMA. Τα ποσοστά αυτά διαφέρουν ελαφρώς από τα ποσοστά του 40 % και του 60 %, αντίστοιχα, που συνήθως χρησιμοποιούνται για συγχρηματοδότηση βάσει της αιτιολογικής σκέψης 68 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 για τη σύσταση της ESMA. Η τροποποίηση αυτή δεν συνεπάγεται αλλαγές όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού των συνεισφορών για τις δραστηριότητες που θεσπίστηκαν πριν από την παρούσα πρωτοβουλία και συγχρηματοδοτούνται από την ESMA (θα εξακολουθήσουν να χρηματοδοτούνται κατά 40 % από την ΕΕ και κατά 60 % από τις ΕΑΑ) και όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο καταβάλλονται οι συνεισφορές των κρατών μελών σύμφωνα με τη στάθμιση των ψήφων 51 . Το σκεπτικό είναι ότι, υπό το πρίσμα της σημαντικής ενίσχυσης της εντολής της ESMA και της αυξανόμενης ενωσιακής φύσης των εποπτικών αρμοδιοτήτων της, η χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της θα πρέπει να αντικατοπτρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια το συμφέρον της Ένωσης που εξυπηρετείται από το έργο της. Η ενίσχυση του ρόλου της ESMA στη διασφάλιση συνεπούς και αποτελεσματικής εποπτείας σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά αποφέρει οφέλη που προκύπτουν για την οικονομία της Ένωσης στο σύνολό της και άρα είναι σκόπιμο να βαρύνει τον προϋπολογισμό της ΕΕ μεγαλύτερο μερίδιο των σχετικών δαπανών, μετριάζοντας την πίεση που ασκείται στις εθνικές αρμόδιες αρχές και διατηρώντας παράλληλα μια ισορροπημένη και αναλογική ρύθμιση επιμερισμού του κόστους. Η προσαρμογή αυτή στηρίζει τη δικαιότερη κατανομή των χρηματοδοτικών συνεισφορών, ενισχύει τη δημοσιονομική προβλεψιμότητα για τα κράτη μέλη και προάγει ένα αποτελεσματικό και ανθεκτικό εποπτικό πλαίσιο που είναι σε θέση να διασφαλίζει την ορθή λειτουργία και την περαιτέρω ολοκλήρωση των κεφαλαιαγορών της Ένωσης.

Ειδικές παραδοχές

Η παρούσα νομοθετική πρωτοβουλία θα έχει αντίκτυπο στο κόστος που προκύπτει λόγω των αλλαγών που θα επέλθουν (Α) για την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης, (Β) για την παροχή εξουσιών άμεσης εποπτείας στην ESMA, (Γ) στα γενικά έξοδα πόρων, (Δ) στα εργαλεία ΤΠ που απαιτούνται για την άμεση εποπτεία και την εποπτική σύγκλιση, (Ε) για τη σύσταση νέου ανεξάρτητου εκτελεστικού συμβουλίου. Τέλος, διερευνήθηκαν οι δυνατότητες αναδιάταξης και η βελτίωση της αποτελεσματικότητας (ΣΤ).

Επισκόπηση των αναγκών στελέχωσης της ESMA σε προσωπικό με κανονικό ρυθμό λειτουργίας (από το 2031):

Άμεση εποπτεία και συναφείς δραστηριότητες σύγκλισης

Άλλη εποπτική σύγκλιση και DLT

Σύνολο

χρηματοδότηση μέσω τελών

συγχρηματοδότηση

Εκτελεστικό συμβούλιο

5

5

Κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι

47

47

KAT

39

39

Τόποι διαπραγμάτευσης

104

104

CASP

158

158

Συντονισμός της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και διασυνοριακή εποπτεία

15

15

30

Πιλοτικό πρόγραμμα DLT

7

7

Εποπτική σύγκλιση

10

10

(*)

10

-10

Γενικά έξοδα

76

4

80

Σύνολο

454

26

480

(*) 10 ΙΠΑ στο τρέχον τμήμα της ESMA που ασχολείται με την εποπτική σύγκλιση θα μεταφερθούν στις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από τέλη, αντισταθμίζοντας συνεπώς επιπλέον 10 ΙΠΑ που δημιουργούνται από την παρούσα δέσμη μέτρων για την εποπτική σύγκλιση.

Επιπλέον, από την πλευρά της Επιτροπής, υπάρχει ανάγκη πόρων που θα συνοδεύουν τις πρόσθετες τομεακές και οριζόντιες αρμοδιότητες της ESMA. Για να διασφαλιστούν η αποτελεσματική πολιτική εποπτεία, ο συντονισμός και η επιβολή του νέου εποπτικού πλαισίου, θα απαιτηθούν 4 υπάλληλοι AD εντός της Επιτροπής. Κάθε υπάλληλος θα ενισχύσει έναν βασικό τομέα πολιτικής που επηρεάζεται από την πρωτοβουλία: ψηφιακός χρηματοοικονομικός τομέας, υποδομές της αγοράς, διαχείριση περιουσιακών στοιχείων, εποπτεία και σύγκλιση. Το προσωπικό αυτό θα είναι υπεύθυνο για τη συνεχή παρακολούθηση των διευρυμένων εντολών της ESMA, την αξιολόγηση του αντικτύπου των νέων εποπτικών ρυθμίσεων, τη διασφάλιση της συνοχής των πολιτικών σε όλους τους τομείς και τη διατήρηση διαρθρωμένης συνεργασίας με την ESMA, τις ΕΑΑ και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Δεδομένου του εύρους και του τεχνικού βάθους των μεταρρυθμίσεων, αυτό το επίπεδο στελέχωσης θεωρείται το ελάχιστο αναγκαίο για τη διασφάλιση της συνέχειας, της έγκαιρης παρακολούθησης και της αποτελεσματικής ευθυγράμμισης των εποπτικών και νομοθετικών εξελίξεων σε ολόκληρο το πλαίσιο των κεφαλαιαγορών.

A. Ενισχυμένη εποπτική σύγκλιση

Στον τομέα της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η ESMA θα διασφαλίσει μια συντονισμένη προσέγγιση όσον αφορά την εποπτεία μεγάλων διασυνοριακών ομίλων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων μέσω εντολής για τη διενέργεια, από κοινού με τις ΕΑΑ, περιοδικών επανεξετάσεων σε επίπεδο ομίλου της εποπτικής προσέγγισης για τις εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η οποία αναμένεται να προωθήσει τη σύγκλιση της εποπτείας των δραστηριοτήτων των ομίλων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων από τις ΕΑΑ. Αυτό θα μπορούσε δυνητικά να περιλαμβάνει τις δραστηριότητες, τη διαχείριση, την παρακολούθηση των κινδύνων ή την εταιρική δομή των μεγαλύτερων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων. Πέραν των εν λόγω περιοδικών επανεξετάσεων των μεγάλων ομίλων διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων, ο συντονισμός στο πλαίσιο της ESMA θα περιλαμβάνει την παρακολούθηση των κινδύνων σε συνεχή βάση, τη χρήση πινάκων που πηγάζουν από εποπτικά δεδομένα και δείκτες κινδύνου για τον εντοπισμό αναδυόμενων τρωτών σημείων, καθώς και τη δρομολόγηση ερευνών από κοινές ομάδες, εάν είναι αναγκαίο. Για την εποπτεία αυτή, θα πρέπει να επιλεγούν έως 15 από τους μεγαλύτερους διασυνοριακούς ομίλους διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Για κάθε όμιλο θα πρέπει να προγραμματιστεί 1 ΙΠΑ. Συνολικά, θα είναι απαραίτητα 15 ΙΠΑ. Τα ΙΠΑ αυτά θα συγχρηματοδοτούνται από την ΕΕ και τις ΕΑΑ.

Η ESMA θα συμμετέχει ενεργά στον απρόσκοπτο μηχανισμό διαβατηρίου των κεφαλαίων ΟΣΕΚΑ και των ΟΕΕ, συγκεντρώνοντας τις κοινοποιήσεις, λειτουργώντας πλατφόρμες συνεργασίας, αντιμετωπίζοντας τις διαφωνίες των ΕΑΑ ή τις καταγγελίες των ενδιαφερόμενων μερών. Η ESMA θα ασκεί εξουσίες δεσμευτικής διαμεσολάβησης. Η ESMA θα συντονίζει την εποπτεία της ενιαίας αγοράς ΟΣΕΚΑ και ΟΕΕ μέσω της δημιουργίας πλατφορμών συνεργασίας. Η ESMA: i) καθορίζει το θεματολόγιο για τις εν λόγω πλατφόρμες συνεργασίας· ii) φιλοξενεί πλατφόρμες τακτικής συνεργασίας, διαχειρίζεται τις ροές εργασίας και ανταλλάσσει σχετικές πληροφορίες σε ειδικό εργαλείο ΤΠ (πλατφόρμα δεδομένων προσβάσιμη στις ΕΑΑ) για τα κεφάλαια ΟΣΕΚΑ και τους ΟΕΕ που δραστηριοποιούνται στην ενιαία αγορά· iii) δρομολογεί ad hoc πλατφόρμες συνεργασίας βάσει καταγγελιών από ΕΑΑ, συμμετέχοντες στην αγορά ή καταναλωτές· και iv) συντονίζει τις ΕΑΑ στην πλατφόρμα συνεργασίας. Το εκτελεστικό συμβούλιο και το συμβούλιο εποπτών της ESMA θα πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό. Για την εν λόγω διασυνοριακή εποπτεία, θα πρέπει να προγραμματιστούν 15 ΙΠΑ. Μετά από μια μεταβατική περίοδο το 2028 με 5 ΙΠΑ πλήρως χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ για τη δημιουργία της λειτουργίας, η ESMA θα καλύψει το κόστος αυτών των καθηκόντων μέσω τελών που θα ισχύουν για τις δαπάνες που σχετίζονται με τις διαδικασίες διαβατηρίου.

Η πρόταση προβλέπει επίσης αλλαγές στα εργαλεία οριζόντιας εποπτικής σύγκλισης που θα ενισχύσουν και θα παράσχουν κίνητρα για τη χρήση τους, καθώς και τη θέσπιση νέων. Αναμένεται ότι η ESMA θα χρησιμοποιεί συχνότερα τη δεσμευτική διαμεσολάβηση, τις αξιολογήσεις από ομοτίμους και τα εργαλεία παρακολούθησης της παραβίασης του ενωσιακού δικαίου. Επιπλέον, νέα εργαλεία με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα στην τομεακή νομοθεσία, όπως οι πλατφόρμες συνεργασίας, θα συμπεριληφθούν στη δέσμη εργαλείων εποπτείας. Οι πλατφόρμες συνεργασίας με ισχυρό ρόλο για την ESMA θα διευκολύνουν τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εποπτικών αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής για σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες. Για τα καθήκοντα αυτά θα πρέπει να προβλεφθούν επιπλέον 10 ΙΠΑ. Επιπρόσθετα, 10 υφιστάμενα ΙΠΑ θα μεταφερθούν εσωτερικά σε δραστηριότητες σύγκλισης που σχετίζονται με την άμεση εποπτεία. Στο εξής, τα εν λόγω ΙΠΑ θα χρηματοδοτούνται από τέλη.

Ο ισχυρός συντονιστικός ρόλος της ESMA στον πιλοτικό κανονισμό DLT συνεχίζεται και θα απαιτήσει περισσότερους πόρους, δεδομένου ότι το κατώτατο όριο του πιλοτικού κανονισμού αυξάνεται. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την ένταξη περισσότερων επιχειρήσεων στο πιλοτικό πρόγραμμα και περισσότερες εργασίες για την ESMA. Επιπλέον, η ESMA θα είναι η άμεση εποπτική αρχή για ένα νέο κατανεμημένο μοντέλο διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων (στο εξής: κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού). Συνεπώς, τα 2 ΙΠΑ που διατίθενται επί του παρόντος στην ESMA θα πρέπει να ενισχυθούν με πρόσθετο προσωπικό, ώστε να ανέλθουν συνολικά σε 7 ΙΠΑ. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να διατηρηθούν τα 2 ΙΠΑ που προβλέπονται γι’ αυτόν τον τομέα στο πλαίσιο του αρχικού πιλοτικού κανονισμού DLT και να προβλεφθούν 5 επιπλέον ΙΠΑ (τα 2 ΙΠΑ που διατέθηκαν στην ESMA για την περίοδο 2022 έως 2026 για την εφαρμογή του κανονισμού 2022/858 σχετικά με τη θέσπιση του πιλοτικού καθεστώτος DLT 52 θα παραταθούν έως το 2027 και, στη συνέχεια, από το 2028 η ESMA θα λάβει επιπλέον 5 ΙΠΑ). Επιπρόσθετα, για τη συγχρηματοδότηση των 2 ΙΠΑ για το πιλοτικό πρόγραμμα DLT το 2027 σύμφωνα με το ισχύον τυποποιημένο μοντέλο χρηματοδότησης κατά 60:40 από ΕΑΑ:ΕΕ, η ESMA θα λάβει συνεισφορά της Ένωσης ύψους 149 376 EUR επιπλέον του δημοσιονομικού προγραμματισμού για τη χρηματοδότηση του 2027).

Β. Άμεσες εποπτικές εξουσίες

Ως προκαταρκτική παρατήρηση, αξίζει να υπενθυμιστεί ότι οι οντότητες που υπόκεινται σε άμεση εποπτεία από την ESMA καταβάλλουν τέλη στην ESMA (εφάπαξ δαπάνες καταχώρισης και επαναλαμβανόμενες δαπάνες για συνεχή εποπτεία). Αυτό ισχύει επί του παρόντος για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών, τα αρχεία καταγραφής τιτλοποιήσεων, τους παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων κ.λπ.

Σύμφωνα με την παρούσα νομοθετική πρόταση, η ESMA θα είναι υπεύθυνη για την άμεση εποπτεία των μεγάλων διασυνοριακών κεντρικών αντισυμβαλλομένων (έως περίπου 8), των ΚΑΤ (έως περίπου 14) και των τόπων διαπραγμάτευσης (περίπου 10 όμιλοι, δηλαδή 150-200 τόποι διαπραγμάτευσης). Όσον αφορά τους CASP, η ESMA θα πρέπει να εποπτεύει όλους τους CASP (έως 615) και να καταστεί η μοναδική εποπτική αρχή του εν λόγω τομέα στην ΕΕ.

Διενεργήσαμε ανάλυση για να προσδιορίσουμε τις απαιτήσεις σε προσωπικό. Αποστείλαμε ερωτηματολόγια στις ΕΑΑ, ζητώντας πληροφορίες σχετικά με τα ΙΠΑ που προορίζονται για την εποπτεία των εν λόγω τομέων. Τα αριθμητικά στοιχεία ανά τομέα που παρουσιάζονται παρακάτω βασίζονται σε στοιχεία που ελήφθησαν από τις ΕΑΑ, καθώς και στην εμπειρογνωσία της ESMA και στις αξιολογήσεις της ίδιας της Επιτροπής.

Υπολογίσαμε ότι θα απαιτηθούν 104 θέσεις ΙΠΑ στην ESMA για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εποπτεία των μεγαλύτερων διασυνοριακών ομίλων τόπων διαπραγμάτευσης. Από τη διαβούλευση με τις ΕΑΑ όσον αφορά τις ανάγκες σε ΙΠΑ για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης προέκυψε μέσος όρος περίπου 2 ΙΠΑ ανά εποπτευόμενη οντότητα στις 19 ΕΑΑ που συμμετείχαν στην έρευνα. Ως παραδοχή θεωρείται ότι ο εν λόγω αριθμός απασχολουμένων αντικατοπτρίζει τον μέσο όρο των πόρων που απαιτούνται στο επίπεδο κάθε διαχειριστή της αγοράς. Το πεδίο εφαρμογής της πρότασης αφορά περίπου 30-40 διαχειριστές, οι οποίοι διαχειρίζονται τους μεγαλύτερους τόπους διαπραγμάτευσης στην Ένωση (υπάρχουν συνεχείς αλλαγές στην αγορά που καθιστούν δύσκολη την ακριβή εκτίμηση). Λαμβανομένου υπόψη του ανώτατου ορίου του προτεινόμενου φάσματος διαχειριστών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής και του γεγονότος ότι θα ανατεθούν νέες αρμοδιότητες στην ESMA όσον αφορά την επιτήρηση της συμμόρφωσης των τόπων διαπραγμάτευσης με τις οργανωτικές απαιτήσεις που αφορούν την εποπτεία της αγοράς, η εκτίμηση αυτή διορθώνεται ανοδικά σε 2,5 ΙΠΑ ανά διαχειριστή αγοράς. 4 ΙΠΑ θεωρούνται αναγκαία για την επίτευξη της εποπτικής σύγκλισης σ’ αυτόν τον τομέα.

Οι τόποι διαπραγμάτευσης που θα υπαχθούν στην εποπτεία της ESMA έχουν επιλεγεί με βάση τα σημαντικά μερίδια αγοράς που διαθέτουν και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ενωσιακή/διασυνοριακή διάσταση, στοιχεία που απαιτούν ένα ισχυρό εποπτικό πλαίσιο. Δεδομένου ότι έως τώρα η ESMA δεν έχει ασκήσει καμία εποπτική εξουσία επί των τόπων διαπραγμάτευσης, είναι σημαντικό να δημιουργηθεί μια νέα δομή για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής άσκησης των εν λόγω αρμοδιοτήτων. Το ζητούμενο επίπεδο στελέχωσης των 104 θέσεων ΙΠΑ κρίνεται αναγκαίο για να διασφαλιστεί ότι η ESMA μπορεί να εκτελέσει επαρκώς τα νέα εποπτικά της καθήκοντα και να διατηρήσει τα υψηλά πρότυπα εποπτείας που αναμένονται από αυτήν.

Όσον αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, η ESMA θα αναλάβει την ευθύνη για την άμεση εποπτεία έως και 8 από τους σημαντικότερους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της ΕΕ. Η ESMA θα ενεργεί ως ο τελικός φορέας λήψης αποφάσεων για εποπτικά θέματα, διασφαλίζοντας τη συνέπεια και τη σύγκλιση μεταξύ των δικαιοδοσιών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουμε λάβει, εκτιμάμε ότι η άμεση εποπτεία ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα απαιτεί, κατά μέσο όρο, 6 ΙΠΑ. Η εφαρμογή της εκτίμησης αυτής σε 8 κεντρικούς αντισυμβαλλομένους έχει ως αποτέλεσμα συνολική απαίτηση 48 ΙΠΑ. Δεδομένου ότι η ESMA εκτελεί ήδη ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, ιδίως στον τομέα της επικύρωσης υποδειγμάτων, μπορεί να επιτευχθεί αποδοτικότητα έως έναν βαθμό και η εκτίμηση μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 10 %. 4 ΙΠΑ θεωρούνται αναγκαία για την επίτευξη της εποπτικής σύγκλισης σ’ αυτόν τον τομέα. Κατά συνέπεια, η καθαρή ανάγκη για πρόσθετο προσωπικό για την εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων εκτιμάται σε περίπου 47 ΙΠΑ.

Όσον αφορά τα ΚΑΤ, η ESMA θα εποπτεύει άμεσα τα ΚΑΤ που ανήκουν στους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς ομίλους, οι οποίοι από κοινού περιλαμβάνουν έως και 14 ΚΑΤ. Για τους σκοπούς αυτής της εκτίμησης, τα ΚΑΤ θα πρέπει να ταξινομηθούν σε ευρείες κατηγορίες, ανάλογα με τη συστημική σημασία και την κλίμακα της δραστηριότητάς τους. Τα δύο διεθνή ΚΑΤ αναμένεται να απαιτήσουν πιο εκτεταμένη άσκηση εποπτικών καθηκόντων από ό,τι τα μεσαία ή μικρά ΚΑΤ. Κατά συνέπεια, στην εκτίμηση των πόρων λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη αναλογικότητας μεταξύ των διαφόρων τύπων ιδρυμάτων. Επομένως, θεωρείται ότι η εποπτεία των διεθνών ΚΑΤ θα απαιτεί περίπου 6 ΙΠΑ, των ΚΑΤ μεσαίου μεγέθους 3 ΙΠΑ και των μικρότερων ΚΑΤ 2 ΙΠΑ. Σ’ αυτή τη βάση, οι συνολικοί εποπτικοί πόροι που απαιτούνται για τα 14 ΚΑΤ που ανήκουν στους κύριους ομίλους της ΕΕ εκτιμώνται σε περίπου 41 ΙΠΑ.

Δεδομένων των αναμενόμενων συνεργειών που προκύπτουν από τη δομή ομίλου των εν λόγω οντοτήτων, είναι εύλογο να αναμένεται ότι οι εν λόγω ανάγκες σε ΙΠΑ θα μπορούσαν να μειωθούν κατά περίπου ένα τέταρτο. Αυτό θα τοποθετούσε το κατώτατο όριο της εκτίμησης σε περίπου 31 ΙΠΑ. Επιπλέον, θα απαιτηθούν 3-4 ΙΠΑ για τα καθήκοντα συνεργασίας και επίβλεψης που σχετίζονται με την πλατφόρμα TARGET2-Securities. 4 ΙΠΑ θεωρούνται αναγκαία για την επίτευξη της εποπτικής σύγκλισης σ’ αυτόν τον τομέα. Λαμβανομένων υπόψη όλων αυτών των παραγόντων, η συνολική απαίτηση για ΙΠΑ με σκοπό την άμεση εποπτεία των ΚΑΤ εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 39 ΙΠΑ.

Τα κρυπτοστοιχεία είναι ένας νέος τομέας και οι ΕΑΑ ακόμα αναπτύσσουν ικανότητες και γνώσεις. Επομένως, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η τρέχουσα πρακτική. Για τους σκοπούς αυτής της εκτίμησης, οι CASP θα πρέπει να ταξινομηθούν σε ευρείες κατηγορίες, ανάλογα με τη συστημική σημασία και την κλίμακα της δραστηριότητάς τους. Συνεπώς, μπορούμε να τους ομαδοποιήσουμε σε σημαντικούς και μη σημαντικούς. Για τους σημαντικούς CASP θα υπάρχουν 2,5 ΙΠΑ/CASP, για τους μη σημαντικούς 5 CASP/ΙΠΑ. 1 ΙΠΑ θεωρείται αναγκαίο για την επίτευξη της εποπτικής σύγκλισης σ’ αυτόν τον τομέα. Συνολικά, θα χρειαστούν 158 ΙΠΑ για περίπου 600 CASP.

Γ. Γενικά έξοδα

Τα γενικά έξοδα όσον αφορά τη στήριξη των πόρων σε επίπεδο οργανισμού της ESMA καλύπτουν τους ανθρώπινους πόρους, τα οικονομικά, τα νομικά θέματα, τη διαχείριση εγκαταστάσεων, τον συντονισμό και την υποστήριξη ΤΠ. Σύμφωνα με το σύστημα διαχείρισης βάσει δραστηριοτήτων της ESMA, το 30 % των πόρων προορίζεται για οριζόντιες υπηρεσίες. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ESMA, κατά την ανάπτυξή της, μπορεί να αναπτύξει περαιτέρω τις οικονομίες κλίμακας, θεωρήσαμε ότι στο παρόν νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο, τα γενικά έξοδα πόρων και η νομική υποστήριξη θα αντιπροσωπεύουν το 20 % του συνολικού προσωπικού.

Δ. Εργαλεία ΤΠ απαραίτητα για την άμεση εποπτεία και την εποπτική σύγκλιση

Κάλυψη κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ΚΑΤ, ΤΔ από πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων, καθώς και για τον ορισμό και την καταχώριση συστημάτων στο πλαίσιο του κανονισμού για το αμετάκλητο του διακανονισμού

Εκτιμώμενο κόστος: 8 εκατ. EUR για την ανάπτυξη και 3,7 εκατ. EUR για την ετήσια συντήρηση. Με βάση την πραγματική χρήση σε όλες τις εντολές εποπτείας, η πλατφόρμα θα καλύπτει έως και το 80 % των αναγκών άμεσης εποπτείας και έως το 20 % άλλων δραστηριοτήτων μέσω λειτουργιών που υποστηρίζουν τη συνεργασία για έγγραφα και τις κοινοποιήσεις μεταξύ των αρχών της Ένωσης και των κρατών μελών. Με βάση την προσέγγιση χρηματοδότησης που υιοθετήθηκε για την ανάπτυξη των συστημάτων ΤΠ, η ΕΕ θα χρηματοδοτήσει το 100 % του κόστους ανάπτυξης. Στη συνέχεια, το μερίδιο του αποσβεσθέντος κόστους που ισχύει για τις εντολές άμεσης εποπτείας θα ανακτηθεί μέσω τελών. Σύμφωνα με την κοστολόγηση βάσει δραστηριοτήτων, το κόστος της συντήρησης (και της εξελικτικής ανάπτυξης) των συστημάτων θα κατανεμηθεί μεταξύ των τελών που χρεώνονται, αφενός, στις άμεσα εποπτευόμενες οντότητες και, αφετέρου, μεταξύ της ΕΕ και των ΕΑΑ για καθήκοντα μη άμεσης εποπτείας (με ισομερή κατανομή του εν λόγω τμήματος του κόστους μεταξύ της ΕΕ και των ΕΑΑ).

Η ESMA έχει πολλαπλές εντολές στη νομοθεσία της Ένωσης για την ανάπτυξη και τη συντήρηση βάσεων δεδομένων και εργαλείων για την υποβολή, την ανταλλαγή εποπτικών πληροφοριών και την πρόσβαση σ’ αυτές. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική ανάπτυξη και συντήρηση των συστημάτων αυτών, να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη των επενδύσεων ΤΠ και να διασφαλιστούν η ακρίβεια και η διαλειτουργικότητα των δεδομένων, η πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων θα πρέπει να ενσωματώσει τις υφιστάμενες βάσεις εποπτικών δεδομένων και τα σχετικά εργαλεία της ESMA σε μια ενιαία αρχιτεκτονική.

Επομένως, η πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων της ESMA, η οποία είχε αρχικά σχεδιαστεί για την υποστήριξη των εποπτικών καθηκόντων στο πλαίσιο του EMIR 3, θα πρέπει να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει τη συλλογή και τη διαχείριση δεδομένων για την εποπτεία των ΚΑΤ, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των ΤΔ και να παράσχει τις πρόσθετες ικανότητες που απαιτούνται για τον κανονισμό για το αμετάκλητο του διακανονισμού, με βάση αυτή την ολοκληρωμένη τεχνική αρχιτεκτονική. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η ενσωμάτωση της διαχείρισης των εποπτικών εντολών της ESMA σε μια ενιαία πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων συνιστά αποτελεσματικότερη λύση και έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερο συνολικό κόστος σε σύγκριση με την ανάπτυξη χωριστών συστημάτων για τις νέες εποπτικές εντολές μεμονωμένα.

Η συντήρηση θα πρέπει να καλύπτει το πλήρες κόστος λειτουργίας της πλατφόρμας, συμπεριλαμβανομένης της υψηλής ποιότητας υποστήριξης όλων των ενδιαφερόμενων μερών —προσωπικό από τις ΕΕΑ και άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης, αρμόδιες αρχές και εποπτευόμενες οντότητες— καθώς και των λειτουργιών συστήματος και ασφάλειας, της διορθωτικής, προληπτικής και προσαρμοστικής συντήρησης, όπως υποχρεωτικές αναβαθμίσεις κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής και για λόγους ασφαλείας και πρόσθετες λειτουργικές βελτιώσεις. Θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την αναγκαία υποδομή για τη διασφάλιση της συνεχούς διαθεσιμότητας και απόδοσης της πλατφόρμας, ιδίως την επαρκή υπολογιστική ή αποθηκευτική δυναμικότητα που απαιτείται για τη συλλογή, την επεξεργασία και τη διατήρηση τόσο μη δομημένων (π.χ. εγγράφων) όσο και δομημένων (π.χ. προληπτικής εποπτείας) πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για εποπτικές εκτιμήσεις κινδύνου.

Όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και φορείς θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην εν λόγω πλατφόρμα για τις πληροφορίες που σχετίζονται με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους. Ομοίως, οι οντότητες που υπόκεινται στις απαιτήσεις των αντίστοιχων κανονισμών θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που υπέβαλαν, καθώς και σε κάθε πληροφορία και έγγραφο που τους απευθύνεται. Η πλατφόρμα δεδομένων θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών και εγγράφων.

Κεντρικό μητρώο για την εποπτεία των αγορών των CASP

Εκτιμώμενο κόστος: 4,2 εκατ. EUR για την ανάπτυξη και 2,5 εκατ. EUR για την ετήσια συντήρηση. Το κόστος ανάπτυξης θα καλυφθεί από την ΕΕ και θα ανακτηθεί εντός της επόμενης πενταετίας μέσω μείωσης της συνεισφοράς της ΕΕ, η οποία αντιστοιχεί στο αποσβεσθέν κόστος της υποδομής ΤΠ. Οι ετήσιες δαπάνες συντήρησης θα χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τέλη.

Η ESMA αναμένεται να αναπτύξει και να διαχειρίζεται ένα κεντρικό σύστημα δεδομένων και εποπτείας της αγοράς για τους CASP, με βάση τις εξελισσόμενες εργασίες σχετικά με το σύστημα ανάλυσης δεδομένων για την ακεραιότητα των αγορών (στο εξής: MIDAS). Το σύστημα θα λειτουργεί ως πανευρωπαϊκός κόμβος δεδομένων για τη συλλογή, τη συγκέντρωση και την ανάλυση των δεδομένων συναλλαγών και εντολών που υποβάλλονται από τους CASP στο πλαίσιο του MiCA και των σχετικών εκτελεστικών πράξεων. Βασικός σκοπός του θα είναι η ενίσχυση της ακεραιότητας της αγοράς, ο εντοπισμός περιστατικών κατάχρησης της αγοράς και η στήριξη τόσο της άμεσης όσο και της έμμεσης εποπτείας των αγορών κρυπτοστοιχείων.

Το σύστημα θα ενσωματώνει ροές ρυθμιστικών δεδομένων και δεδομένων της αγοράς που συλλέγονται απευθείας από τους CASP, διασφαλίζοντας συνεπή και εναρμονισμένη πρόσβαση σε δεδομένα σε ολόκληρη την ΕΕ και καθιστώντας δυνατό τον έγκαιρο εντοπισμό δυνητικών κινδύνων. Η ESMA θα λειτουργεί ως πρωταρχικό κέντρο ανάλυσης και παρακολούθησης, αρμόδια για τα εξής:

συλλογή και τυποποίηση δεδομένων από CASP και πλατφόρμες διαπραγμάτευσης σε όλα τα κράτη μέλη·

εκτέλεση προηγμένων αλγορίθμων ανάλυσης δεδομένων και εποπτείας για τον εντοπισμό ύποπτης ή καταχρηστικής συναλλακτικής συμπεριφοράς, χειραγώγησης των τιμών ή κατάχρησης προνομιακών πληροφοριών·

επισήμανση πιθανών ζητημάτων ή ανωμαλιών προς έρευνα και επιβολή·

παροχή συγκεντρωτικών πληροφοριακών στοιχείων για την υποστήριξη της άμεσης εποπτείας των CASP από την ίδια την ESMA και για τη διευκόλυνση της συνεργασίας με τις εθνικές αρμόδιες αρχές.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το ισχύον σύστημα που ανέπτυξε η ESMA για την παρακολούθηση του MiCA από τις ΕΑΑ θα προσαρμοστεί σε ένα κεντρικό μοντέλο, με κόστος ανάλογο προς τον αριθμό των CASP που θα ενσωματωθούν στο σύστημα.

Η συντήρηση θα πρέπει να καλύπτει το πλήρες κόστος λειτουργίας του συστήματος, συμπεριλαμβανομένης της υψηλής ποιότητας υποστήριξης όλων των ενδιαφερόμενων μερών —προσωπικό από τις ΕΕΑ και άλλες ενωσιακές οντότητες, αρμόδιες αρχές και εποπτευόμενες οντότητες— καθώς και των λειτουργιών συστήματος και ασφάλειας, της διορθωτικής, προληπτικής και προσαρμοστικής συντήρησης, όπως υποχρεωτικές αναβαθμίσεις κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής και για λόγους ασφαλείας και πρόσθετες βελτιώσεις δυναμικότητας. Θα πρέπει επίσης να χρηματοδοτεί την αναγκαία υποδομή, συμπεριλαμβανομένης της επαρκούς υπολογιστικής ή αποθηκευτικής δυναμικότητας που απαιτείται για τη συλλογή, την επεξεργασία και τη διατήρηση μη δομημένων (π.χ. εγγράφων) και δομημένων (π.χ. δεδομένα προληπτικής εποπτείας) πληροφοριών που χρησιμοποιούνται για εποπτικές εκτιμήσεις κινδύνου. Επομένως, το σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει τη συνεχή διαθεσιμότητα, την ακεραιότητα και την ασφάλεια των δεδομένων και να στηρίζει την αποτελεσματική εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της ESMA.

Πλατφόρμα δεδομένων για τις διασυνοριακές κοινοποιήσεις κεφαλαίων και την αλληλεπίδραση μεταξύ των ΕΑΑ των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής σε διασυνοριακά θέματα

Εκτιμώμενο κόστος: 1 000 000 εκατ. EUR για την ανάπτυξη και 200 000 EUR για την ετήσια συντήρηση. Το κόστος ανάπτυξης θα καλυφθεί από την ΕΕ και θα ανακτηθεί εντός της επόμενης πενταετίας μέσω μείωσης της συνεισφοράς της ΕΕ, η οποία αντιστοιχεί στο αποσβεσθέν κόστος της υποδομής ΤΠ. Το ετήσιο κόστος συντήρησης (και τυχόν κόστος εξελικτικής ανάπτυξης) θα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τέλη.

Το κόστος αυτό αντικατοπτρίζει την αναβάθμιση του υφιστάμενου μητρώου στο σύστημα ESAP, το οποίο επί του παρόντος αποθηκεύει πληροφορίες σχετικά με τις διασυνοριακές δραστηριότητες των κεφαλαίων, προκειμένου να συμπεριληφθούν πρόσθετες πληροφορίες που απαιτούνται για τη στήριξη της ενισχυμένης εποπτικής συνεργασίας βάσει της οδηγίας για τους ΔΟΕΕ και των πλαισίων ΟΣΕΚΑ, διατηρώντας παράλληλα τη συλλογή δεδομένων μέσω των ΕΑΑ. Στόχος είναι η ανάπτυξη ενός συστήματος μονοαπευθυντικής θυρίδας που μειώνει την ανάγκη για πολλαπλές διμερείς ανταλλαγές που απαιτούνται επί του παρόντος μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής και των ενδιαφερόμενων μερών στο πλαίσιο της κοινοποίησης της διασυνοριακής εμπορικής προώθησης κεφαλαίων. Το σύστημα αυτό θα χρησιμεύσει ως κεντρική διεπαφή για την ESMA και τις 27 ΕΑΑ, παρέχοντας έναν ασφαλή δίαυλο για την πρόσβαση στα έγγραφα των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής και την κοινοποίηση των διαδικαστικών σταδίων. Θα παρέχει στα κεφάλαια και τους διαχειριστές ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης σε πληροφορίες για τις διασυνοριακές δραστηριότητες γενικότερα. Για την υλοποίηση αυτών των δυνατοτήτων, το σύστημα πρέπει να αποθηκεύει και να παρέχει λειτουργίες υποβολής για αξιόπιστα έγγραφα που θα είναι πάντοτε επικαιροποιημένα και ελεγμένα ως προς την ποιότητα, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών αυτόματης μετάφρασης για τα υποβληθέντα έγγραφα.

Η πλατφόρμα δεδομένων πρέπει να είναι επικαιροποιημένη ανά πάσα στιγμή, ώστε οι πληροφορίες να είναι ακριβείς και αξιόπιστες, και να επιτρέπει την άμεση πρόσβαση τόσο των ΕΑΑ όσο και των ενδιαφερόμενων μερών.

Οι βασικές λειτουργίες περιλαμβάνουν:

διασύνδεση μεταξύ της ESMA και των 27 ΕΑΑ, διασφαλίζοντας την ασφαλή και έγκαιρη ανταλλαγή δεδομένων,

αυτόματη μετάφραση στις επίσημες γλώσσες της Ένωσης, η οποία υποστηρίζει την άμεση χρηστικότητα σε όλα τα κράτη μέλη,

δημόσια πύλη για τη διαφάνεια,

φιλικές προς τον χρήστη διεπαφές, ώστε τόσο οι μη δημόσιες όσο και οι δημόσιες πληροφορίες να ανταλλάσσονται, να είναι προσβάσιμες και ανακτήσιμες με ασφαλή και αποτελεσματικό τρόπο.

Συγκεντρωτικά δεδομένα και αναλύσεις

Εκτιμώμενο κόστος: 15 εκατ. EUR για την ανάπτυξη και 4 εκατ. EUR για την ετήσια συντήρηση. Η ΕΕ θα στηρίξει το 100 % του κόστους ανάπτυξης της εν λόγω πλατφόρμας κατά τη διάρκεια του 2030 και του 2031. Γι’ αυτόν τον σκοπό, η ΕΕ θα αυξήσει τη συνεισφορά της για την περαιτέρω χρηματοδότηση αυτής της ανάπτυξης, προσθέτοντας ποσό ύψους 8,2 εκατ. EUR στο ποσό που θα αναμενόταν βάσει συνεισφοράς 50 % στην ESMA για την εν λόγω ανάπτυξη, μειώνοντας έτσι τη συνεισφορά των ΕΑΑ κατά το ισόποσο. Η ετήσια συντήρηση (και κάθε περαιτέρω εξελικτική ανάπτυξη) θα συγχρηματοδοτείται ισομερώς από την ΕΕ και τις ΕΑΑ.

Η πρωτοβουλία αυτή θα συμβάλει στην ανάπτυξη εργαλείων εποπτικής τεχνολογίας και στην αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών εντός της ΕΕ στο πλαίσιο μιας κοινής στρατηγικής της Ένωσης για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα.

Η χρηματοδότηση θα στηρίξει τη σταδιακή ενίσχυση των κεντρικών συστημάτων της ESMA για την παροχή των λειτουργιών που απαριθμούνται παρακάτω και καλύπτουν όλες τις σχετικές εντολές βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης:

— παροχή κοινών εργαλείων για την ανάλυση και την εποπτεία της αγοράς, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές·

— δυνατότητα για έγκαιρη ανταλλαγή εποπτικών πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές· και

— διευκόλυνση της ασφαλούς, τυποποιημένης πρόσβασης σε δεδομένα και της ανταλλαγής δεδομένων σε ολόκληρο το εποπτικό πλαίσιο της ΕΕ.

Αυτές οι κοινές λύσεις αναμένεται να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των αρμόδιων αρχών και να στηρίξουν συνεπείς εποπτικές πρακτικές στην Ένωση.

Συνοπτικός πίνακας «Ανάγκες ΤΠΕ» (*)

Εφάπαξ δαπάνες ανάπτυξης

(2028-2029)

Εφάπαξ δαπάνες ανάπτυξης

(2030-2031)

Ετήσια συντήρηση (2030-2034)

Ετήσια συντήρηση (2032-2034)

Κάλυψη κεντρικών αντισυμβαλλομένων, ΚΑΤ, ΤΔ, κανονισμού σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού από πλατφόρμα εποπτικών δεδομένων

8 000 000

3 700 000

Κεντρικό μητρώο για την εποπτεία των αγορών των CASP

4 200 000

2 500 000

Πλατφόρμα δεδομένων για διασυνοριακές κοινοποιήσεις κεφαλαίων

1 000 000

200 000

Συγκεντρωτικά δεδομένα και αναλύσεις

15 000 000

4 000 000

Σύνολο

28 200 000

10 400 000

(*) τα ποσά είναι σε τρέχουσες τιμές του 2025, πριν από τον πληθωρισμό

Ε. Νέο εκτελεστικό συμβούλιο

Το νέο εκτελεστικό συμβούλιο θα απαρτίζεται από τον πρόεδρο της ESMA και 5 ανεξάρτητα μέλη πλήρους απασχόλησης, από ευρύ φάσμα γνωστικών πεδίων, τα οποία θα διαθέτουν διάφορα είδη εποπτικής εμπειρογνωσίας (π.χ. κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, ΚΑΤ, τόποι διαπραγμάτευσης, διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων/κεφάλαια, προληπτική εποπτεία, κεντρικές τράπεζες κ.λπ.). Θα πρέπει να διαθέτουν πείρα και να προσληφθούν ως έκτακτοι υπάλληλοι AD βαθμού AD 14. Ο εκτελεστικός διευθυντής θα προσληφθεί επίσης ως έκτακτος υπάλληλος βαθμού AD 14. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα είναι το κύριο όργανο λήψης αποφάσεων για τα μέτρα άμεσης εποπτείας και εποπτικής σύγκλισης που στοχεύουν μεμονωμένες οντότητες. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα αναλάβει επίσης τα καθήκοντα του σημερινού διοικητικού συμβουλίου. Το εκτελεστικό συμβούλιο θα αρχίσει να λειτουργεί από τα μέσα του 2028. Τα καθήκοντα που συνδέονται με την άμεση εποπτεία θα χρηματοδοτούνται μέσω τελών και τα καθήκοντα που συνδέονται με την εποπτική σύγκλιση (έως 10 % των συνολικών καθηκόντων) θα συγχρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και τις συνεισφορές των ΕΑΑ.

ΣΤ. Αναδιάταξη και βελτίωση της αποτελεσματικότητας

Οι δυνατότητες αναδιάταξης είναι περιορισμένες, συνεκτιμώντας τη φύση και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρωτοβουλίας. Ωστόσο, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας εξετάστηκε διεξοδικά προκειμένου να περιοριστεί το κόστος, όπου ήταν δυνατόν. Για παράδειγμα, όπως εξηγείται παραπάνω, αναμένονται οικονομίες κλίμακας σε σχέση με τα πρόσθετα γενικά έξοδα που απαιτούνται.

Ως προς την αποτελεσματικότητα, ένα βασικό όφελος είναι ότι η τρέχουσα ικανότητα της ESMA να επιβάλλει τέλη θα χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για την αντιμετώπιση του αυξημένου αριθμού οντοτήτων που πρέπει να χρεώνονται. Ειδικότερα, δεν περιλαμβάνονται συγκεκριμένες εξελίξεις ΤΠ όσον αφορά τη διαχείριση των τελών, καθώς αναμένεται ότι η ESMA θα βασιστεί στα υφιστάμενα συστήματα ΤΠ που διαθέτει για τη διαχείριση του διευρυμένου πεδίου εφαρμογής.

Για να μειωθούν ακόμη περαιτέρω οι δαπάνες με τις οποίες επιβαρύνεται η ESMA, πολλά νέα ΙΠΑ θα μπορούσαν να προσληφθούν ως συμβασιούχοι υπάλληλοι ή αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες (στο εξής: ΑΕΕ). Ωστόσο δεν θα πρέπει να υπερεκτιμάται ο αριθμός των ΑΕΕ. Η ESMA ενδέχεται να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην πρόσληψη τέτοιου είδους εμπειρογνωμόνων, εξαιτίας του κόστους που συνεπάγεται για τα κράτη μέλη και τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Πέραν αυτών των δυσκολιών που σχετίζονται με τη διαθεσιμότητά τους, στον τομέα της άμεσης εποπτείας οι ΑΕΕ αναμένεται ότι θα παράσχουν απαραίτητη εμπειρογνωσία όταν η ESMA αναλάβει τα καθήκοντα αυτά. Ωστόσο μακροπρόθεσμα, δηλαδή μετά το στάδιο εκκίνησης, θα είναι πιο σημαντικό για την ESMA να διατηρήσει την εμπειρογνωσία εσωτερικά και να βασίζεται σε μεγαλύτερο βαθμό σε έκτακτους υπαλλήλους.

Στον παρακάτω πίνακα παρατίθεται ενδεικτική κατανομή του προσωπικού σ’ αυτές τις κατηγορίες.

Άμεση εποπτεία και συναφείς δραστηριότητες σύγκλισης

Άλλη εποπτική σύγκλιση και DLT

Γενικά έξοδα

Σύνολο

Έκτακτοι υπάλληλοι — βαθμός AD

194

14

40

248

Βοηθοί

35

2

8

45

Συμβασιούχοι υπάλληλοι

112

5

25

142

Αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες

36

1

7

45

Σύνολο

378

22

80

480

Ταυτόχρονα, αναμένονται ορισμένες μειώσεις του κόστους στις ΕΑΑ μόλις η ESMA αναλάβει ορισμένα εποπτικά καθήκοντα και οι ΕΑΑ μειώσουν ή ανακατανείμουν την ικανότητα εποπτείας.

(1)    E. Letta «Έκθεση σχετικά με το μέλλον της ενιαίας αγοράς». Διατίθεται στη διεύθυνση: https://single-market-economy.ec.europa.eu/news/enrico-lettas-report-future-single-market-2024-04-10_el · Mario Draghi, «The Future of European Competitiveness» (Το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας), 2025. https://commission.europa.eu/topics/competitiveness/draghi-report_en?prefLang=el
(2)    Πολιτικές κατευθύνσεις 2024-2029 | Ευρωπαϊκή Επιτροπή. https://commission.europa.eu/document/e6cd4328-673c-4e7a-8683-f63ffb2cf648_el
(3)    COM(2025) 30 final. https://commission.europa.eu/topics/eu-competitiveness/competitiveness-compass_el  
(4)     Στρατηγική για την ένωση αποταμιεύσεων και επενδύσεων, με σκοπό την ενίσχυση των οικονομικών ευκαιριών για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της ΕΕ - Χρηματοοικονομικά
(5)     https://www.europarl.europa.eu/doceo/document/TA-10-2025-0185_EL.pdf
(6)     https://www.consilium.europa.eu/media/xbrphlad/euco-conclusions-20240417-18-el.pdf   https://data.consilium.europa.eu/doc/document/ST-1-2025-INIT/el/pdf
(7)     https://www.consilium.europa.eu/el/press/press-releases/2024/03/11/statement-of-the-eurogroup-in-inclusive-format-on-the-future-of-capital-markets-union/
(8)    «Υπογραμμίζουμε ότι είναι επείγον και ότι αποτελεί κοινή ευθύνη να σημειωθεί ταχεία και αποφασιστική πρόοδος όσον αφορά την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ένωση Κεφαλαιαγορών, με σκοπό την κινητοποίηση των αποταμιεύσεων και τη ροή χρηματοδότησης προς αναγκαίες επενδύσεις για τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ». Βλ. σύνοδο κορυφής για το ευρώ (20 Μαρτίου 2025) — Δήλωση — σ. 1, https://www.consilium.europa.eu/media/ce3fkikz/20250320-euro-summit-statement-en.pdf
(9)    Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: «Capital markets union: a deep dive» (Εμβαθύνοντας στην Ένωση Κεφαλαιαγορών). Αναθεωρήθηκε τον Μάιο του 2025. Διατίθεται στη διεύθυνση: https://www.ecb.europa.eu/pub/pdf/scpops/ecb.op369~246a103ed8.en.pdf?503a501a41fd4b4659d3b0616c405190  
(10)    Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: «A Recovery Short of Europe’s Full Potential» (Ανάκαμψη που δεν αξιοποιεί στο έπακρο το δυναμικό της Ευρώπης), 24 Οκτωβρίου 2024. Διατίθεται στη διεύθυνση:  https://www.imf.org/en/Publications/REO/EU/Issues/2024/10/24/regional-economic-outlook-Europe-october-2024
(11)    ΟΟΣΑ, Economic Surveys: European Union and Euro Area 2025 (Οικονομικές Έρευνες: Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ζώνη του ευρώ), Ιούλιος 2025, διαθέσιμο εδώ: https://www.oecd.org/content/dam/oecd/en/publications/reports/2025/07/oecd-economic-surveys-european-union-and-euro-area-2025_af6b738a/5ec8dcc2-en.pdf  
(12)     https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX:52020DC0591 .
(13)     https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=B54F40B5C7801E9DFE7713D203D58677?text=&docid=302484&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=9588492 .
(14)    ΕΕ C  της , σ. .
(15)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1095/oj ).
(16)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2012/648/oj).
(17)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2012/648/oj ).
(18)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2021/23/oj ).
(19)    Κανονισμός (ΕΕ) 2024/791 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2024, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 όσον αφορά την ενίσχυση της διαφάνειας των δεδομένων, την άρση των εμποδίων στην εμφάνιση ενοποιημένων δελτίων συναλλαγών, τη βελτιστοποίηση των υποχρεώσεων διαπραγμάτευσης και την απαγόρευση είσπραξης πληρωμής για ροή εντολών (ΕΕ L, 2024/791, 8.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/791/oj).
(20)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2014/600/oj ).
(21)    Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/65/oj ).
(22)     Σύνοδος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (20 Μαρτίου 2025) — Συμπεράσματα .
(23)     Έκθεση Draghi σχετικά με την ανταγωνιστικότητα , Σεπτέμβριος 2024. Enrico Letta – Much more than a market (Πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά), Απρίλιος 2024.
(24)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2014/909/oj ).
(25)    Κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022, σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 151 της 2.6.2022, σ. 1, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2022/858/oj ).
(26)    Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2023/1114/oj ).
(27)    Διοργανική συμφωνία μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 13ης Απριλίου 2016, για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.
(28)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών).
(29)    Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj ).
(30)    Απόφαση-πλαίσιο 2005/214/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Φεβρουαρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης επί χρηματικών ποινών, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec_framw/2005/214/oj .
(31)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2021/23/oj).».
(32)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84, ELI:  http://data.europa.eu/eli/reg/2014/600/oj ).
(33)

   Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32, ELI: Οδηγία - 2009/65 - EL - UCITS - EUR-Lex ).

(34)

   Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1, ELI:  Οδηγία - 2011/61 - EL - ΟΔΟΕΕ - EUR-Lex ).

(35)

   Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ ( ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12 , ELI: Κανονισμός - 2017/1129 - EL - Κανονισμός σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο - EUR-Lex ).

(36)

   Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1286/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Νοεμβρίου 2014, σχετικά με τα έγγραφα βασικών πληροφοριών που αφορούν συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα για ιδιώτες επενδυτές και επενδυτικά προϊόντα βασιζόμενα σε ασφάλιση (PRIIP) (ΕΕ L 352 της 9.12.2014, σ. 1), Κανονισμός - 1286/2014 - EL - Κανονισμός σχετικά με τα PRIIP - EUR-Lex .

(37)

   Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ ( ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12 , ELI: Κανονισμός - 2017/1129 - EL - Κανονισμός σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο - EUR-Lex ).

(38)    Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).
(39)    Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(40)    Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40).
(41)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1).
(42)    Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64).
(43)    Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2017/390 της Επιτροπής, της 11ης Νοεμβρίου 2016, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με ορισμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για κεντρικά αποθετήρια τίτλων και ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου (ΕΕ L 65 της 10.3.2017, σ. 9).
(44)    Όπως αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.
(45)    ΔΠ = Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ = Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.
(46)    ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών.
(47)    Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνάμει υποψήφια μέλη από τα Δυτικά Βαλκάνια.
(48)    Τεχνική και/ή διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.
(49)    Οι αναγκαίες πιστώσεις θα πρέπει να καθοριστούν με βάση τα αριθμητικά στοιχεία για το μέσο ετήσιο κόστος που είναι διαθέσιμα στην κατάλληλη ιστοσελίδα της BUDGpedia.
(50)    Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης), τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 20 % για έξοδα είσπραξης.
(51)    Σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 68, η ESMA θα πρέπει να λαμβάνει τη δέουσα χρηματοδότηση και, τουλάχιστον στην αρχή, να χρηματοδοτείται κατά 40 % μέσω κονδυλίων της Ένωσης και κατά 60 % μέσω συνεισφορών των κρατών μελών, οι οποίες καταβάλλονται σύμφωνα με τη στάθμιση των ψήφων που προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 του πρωτοκόλλου (αριθ. 36) σχετικά με τις μεταβατικές διατάξεις.
(52)    Κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2022, σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
Top

Βρυξέλλες, 4.12.2025

COM(2025) 943 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

της

πρότασης ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, αριθ. 648/2012, αριθ. 600/2014, αριθ. 909/2014, 2015/2365, 2019/1156, 2021/23, 2022/858, 2023/1114, αριθ. 1060/2009, 2016/1011, 2017/2402, 2023/2631 και 2024/3005 όσον αφορά την περαιτέρω ανάπτυξη της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών και της εποπτείας στο εσωτερικό της Ένωσης

{SEC(2025) 943 final} - {SWD(2025) 943 final} - {SWD(2025) 944 final}


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας αντιστοιχίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 σημείο 43

 

Οδηγία 2014/65/ΕΕ

Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014

Άρθρο 5 παράγραφος 2

---

Άρθρο 18 παράγραφος 1

Άρθρο 2κα παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 2

Άρθρο 2κα παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 4

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 5

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 6

Άρθρο 2κα παράγραφος 5

Άρθρο 18 παράγραφος 7

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 8

Άρθρο 2κα παράγραφος 6

Άρθρο 18 παράγραφος 9

Άρθρο 2κα παράγραφος 7

Άρθρο 18 παράγραφος 10

Άρθρο 2κα παράγραφος 8, άρθρο 2λβ

Άρθρο 18 παράγραφος 11

Άρθρο 2λγ παράγραφος 4 στοιχείο β)

Άρθρο 19 παράγραφος 1

Άρθρο 2κδ παράγραφος 1

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 2κδ παράγραφος 2

Άρθρο 19 παράγραφος 3

Άρθρο 2κδ παράγραφος 3

Άρθρο 19 παράγραφος 4

Άρθρο 2κδ παράγραφος 4

Άρθρο 19 παράγραφος 5

Άρθρο 2κδ παράγραφος 5

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 2κστ παράγραφος 1

Άρθρο 20 παράγραφος 2

Άρθρο 2κστ παράγραφος 2

Άρθρο 20 παράγραφος 3

Άρθρο 2κστ παράγραφος 3

Άρθρο 20 παράγραφος 4

Άρθρο 2κστ παράγραφος 4

Άρθρο 20 παράγραφος 5

Άρθρο 2κστ παράγραφος 5

Άρθρο 20 παράγραφος 6

Άρθρο 2κστ παράγραφος 6

Άρθρο 20 παράγραφος 7

Άρθρο 2κστ παράγραφος 7

Άρθρο 20 παράγραφος 8

Άρθρο 2κστ παράγραφος 8

Άρθρο 31 παράγραφος 1

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 31 παράγραφος 2

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 31 παράγραφος 3

Άρθρο 2κα παράγραφος 3

Άρθρο 31 παράγραφος 4

Άρθρο 2λγ παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 32 παράγραφος 1

Άρθρο 2κβ παράγραφος 1

Άρθρο 32 παράγραφος 2

Άρθρο 2κβ παράγραφος 2

Άρθρο 32 παράγραφος 3

Άρθρο 2λγ παράγραφος 4 στοιχείο α)

Άρθρο 32 παράγραφος 4

Άρθρο 2λγ παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 33 παράγραφος 1

Άρθρο 2κε παράγραφος 1

Άρθρο 33 παράγραφος 2

Άρθρο 2κε παράγραφος 2

Άρθρο 33 παράγραφος 3

Άρθρο 2κε παράγραφος 3

Άρθρο 33 παράγραφος 4

Άρθρο 2κε παράγραφος 4

Άρθρο 33 παράγραφος 5

Άρθρο 2κε παράγραφος 5

Άρθρο 33 παράγραφος 6

Άρθρο 2κε παράγραφος 6

Άρθρο 33 παράγραφος 7

Άρθρο 2κε παράγραφος 7

Άρθρο 33 παράγραφος 8

Άρθρο 2λγ παράγραφος 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 33 παράγραφος 9

---

Άρθρο 34 παράγραφος 6

Άρθρο 2κγ, άρθρο 2ιε παράγραφος 1

Άρθρο 34 παράγραφος 7

Άρθρο 2κγ, άρθρο 2ιε παράγραφος 2

Άρθρο 36

---

Άρθρο 37 παράγραφος 1

---

Άρθρο 37 παράγραφος 2

Άρθρο 34γ

Άρθρο 38

---

Άρθρο 44 παράγραφος 1

Άρθρο 2α παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), άρθρο 2β παράγραφος 1

Άρθρο 44 παράγραφος 2

Άρθρο 2α παράγραφοι 3 και 4

Άρθρο 44 παράγραφος 3

Άρθρο 2α παράγραφοι 4 και 5

Άρθρο 44 παράγραφος 4

Άρθρο 2α παράγραφος 7

Άρθρο 44 παράγραφος 5

Άρθρο 2γ παράγραφος 1

Άρθρο 44 παράγραφος 6

---

Άρθρο 45 παράγραφος 1

Άρθρο 2δ παράγραφος 1

Άρθρο 45 παράγραφος 2

Άρθρο 2δ παράγραφος 2

Άρθρο 45 παράγραφος 3

Άρθρο 2δ παράγραφος 3

Άρθρο 45 παράγραφος 4

Άρθρο 2δ παράγραφος 4

Άρθρο 45 παράγραφος 5

Άρθρο 2δ παράγραφος 5

Άρθρο 45 παράγραφος 6

Άρθρο 2δ παράγραφος 6

Άρθρο 45 παράγραφος 7

Άρθρο 2δ παράγραφος 7

Άρθρο 45 παράγραφος 8

Άρθρο 2δ παράγραφος 8

Άρθρο 45 παράγραφος 9

Άρθρο 2δ παράγραφος 9

Άρθρο 46 παράγραφος 1

Άρθρο 2ε παράγραφος 1

Άρθρο 46 παράγραφος 2

Άρθρο 2ε παράγραφος 2

Άρθρο 46 παράγραφος 3

Άρθρο 2ε παράγραφος 3

Άρθρο 47 παράγραφος 1

Άρθρο 2στ παράγραφος 1

Άρθρο 47 παράγραφος 2

Άρθρο 2στ παράγραφος 2

Άρθρο 48 παράγραφος 1

Άρθρο 2ζ παράγραφος 1

Άρθρο 48 παράγραφος 2

Άρθρο 2ζ παράγραφος 2

Άρθρο 48 παράγραφος 3

Άρθρο 2ζ παράγραφος 3

Άρθρο 48 παράγραφος 4

Άρθρο 2ζ παράγραφος 4

Άρθρο 48 παράγραφος 5

Άρθρο 2ζ παράγραφος 5

Άρθρο 48 παράγραφος 6

Άρθρο 2ζ παράγραφος 6

Άρθρο 48 παράγραφος 7

Άρθρο 2ζ παράγραφος 7

Άρθρο 48 παράγραφος 8

Άρθρο 2ζ παράγραφος 8

Άρθρο 48 παράγραφος 9

Άρθρο 2ζ παράγραφος 9

Άρθρο 48 παράγραφος 10

Άρθρο 2ζ παράγραφος 10

Άρθρο 48 παράγραφος 11

Άρθρο 2ζ παράγραφος 10

Άρθρο 48 παράγραφος 12

Άρθρο 2λγ παράγραφος 3 στοιχεία α) έως θ)

Άρθρο 49 παράγραφος 1

Άρθρο 2η παράγραφος 1

Άρθρο 49 παράγραφος 2

Άρθρο 2η παράγραφος 2

Άρθρο 49 παράγραφος 3

Άρθρο 2λγ παράγραφος 3 στοιχείο ι)

Άρθρο 49 παράγραφος 4

Άρθρο 2λγ παράγραφος 3 στοιχείο ια)

Άρθρο 51 παράγραφος 1

Άρθρο 2θ παράγραφος 1

Άρθρο 51 παράγραφος 2

Άρθρο 2θ παράγραφος 2

Άρθρο 51 παράγραφος 3

Άρθρο 2θ παράγραφος 3

Άρθρο 51 παράγραφος 4

Άρθρο 2θ παράγραφος 4

Άρθρο 51 παράγραφος 5

Άρθρο 2θ παράγραφος 5

Άρθρο 51 παράγραφος 6

Άρθρο 2λγ παράγραφος 3 στοιχεία ιβ) έως ιδ)

Άρθρο 51α παράγραφος 1

Άρθρο 2ι παράγραφος 1

Άρθρο 51α παράγραφος 2

Άρθρο 2ι παράγραφος 2

Άρθρο 51α παράγραφος 3

Άρθρο 2ι παράγραφος 3

Άρθρο 51α παράγραφος 4

Άρθρο 2ι παράγραφος 4

Άρθρο 51α παράγραφος 5

Άρθρο 2ι παράγραφος 5

Άρθρο 51α παράγραφος 6

Άρθρο 2ι παράγραφος 6

Άρθρο 51α παράγραφος 7

Άρθρο 2λγ παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 52 παράγραφος 1

Άρθρο 2ια παράγραφος 1

Άρθρο 52 παράγραφος 2

Άρθρο 2ια παράγραφος 2, άρθρο 2λγ παράγραφος 3 στοιχείο ιε)

Άρθρο 52 παράγραφος 3

Άρθρο 2λγ παράγραφος 4 στοιχείο α)

Άρθρο 52 παράγραφος 4

Άρθρο 2λγ παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 53 παράγραφος 1

Άρθρο 2ιβ παράγραφος 1

Άρθρο 53 παράγραφος 2

Άρθρο 2ιβ παράγραφος 2

Άρθρο 53 παράγραφος 3

Άρθρο 2ιβ παράγραφος 3

Άρθρο 53 παράγραφος 4

Άρθρο 2ιβ παράγραφος 4

Άρθρο 53 παράγραφος 5

Άρθρο 2ιβ παράγραφος 5

Άρθρο 53 παράγραφος 6

Άρθρο 2ιε παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 53 παράγραφος 7

Άρθρο 2ιβ παράγραφος 6

Άρθρο 54 παράγραφος 1

Άρθρο 2ιδ παράγραφος 1

Άρθρο 54 παράγραφος 2

Άρθρο 2ιδ παράγραφος 2

Άρθρο 54 παράγραφος 3

Άρθρο 2ιδ παράγραφος 3

Άρθρο 54 παράγραφος 4

Άρθρο 2λγ παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 55

---

Άρθρο 56

Άρθρο 2λβ

Άρθρο 57 παράγραφος 8

Άρθρο 34α παράγραφος 1

Άρθρο 57 παράγραφος 9

Άρθρο 34α παράγραφος 2

Άρθρο 57 παράγραφος 10

Άρθρο 34α παράγραφος 3

Άρθρο 58 παράγραφος 1

Άρθρο 34β παράγραφος 1

Άρθρο 58 παράγραφος 4

Άρθρο 34β παράγραφος 2

Άρθρο 58 παράγραφος 5

Άρθρο 34β παράγραφος 3

Άρθρο 58 παράγραφος 6

Άρθρο 34β παράγραφος 4

Άρθρο 58 παράγραφος 7

Άρθρο 34β παράγραφος 5

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Το παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται ως εξής:

α)ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: 

«Κατάλογος των συντελεστών που συνδέονται με επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες για την εφαρμογή του άρθρου 25ι παράγραφος 3 και του άρθρου 22γ παράγραφος 3»·

β)η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται, σωρευτικά, στα βασικά ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 25ι παράγραφος 2 και στο άρθρο 22γ παράγραφος 3:».



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 22γ παράγραφος 3

I. Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις πρόσβασης:

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 7 παράγραφος 1 εάν δεν διασφαλίζει το δικαίωμα του τόπου διαπραγμάτευσης για μη διακριτική μεταχείριση· 

β) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 3 εάν δεν αποδεχθεί ή αρνηθεί την πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης εντός τριών μηνών από την υποβολή της αίτησης, ή εάν δεν παράσχει στον τόπο διαπραγμάτευσης τους πλήρεις λόγους της συγκεκριμένης άρνησης.

II. Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις αναφοράς: 

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 7ε παράγραφος 1 εάν δεν αναφέρει στην ΕΑΚΑΑ, σε μηνιαία βάση, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 17γ, τουλάχιστον τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η) της ίδιας παραγράφου·

β) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 9 παράγραφος 1 εάν δεν διασφαλίζει ότι οι λεπτομερείς πληροφορίες για κάθε σύμβαση παραγώγων που έχει συνάψει, καθώς και κάθε τροποποίηση ή λήξη της σύμβασης, αναφέρονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο σε αρχείο καταγραφής συναλλαγών το οποίο έχει καταχωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 55 ή αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 77· και εάν δεν θεσπίζει κατάλληλες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της ποιότητας των δεδομένων που υποβάλλει·

γ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 9 παράγραφος 1ε εάν δεν διασφαλίζει ότι οι λεπτομέρειες των συμβάσεων παραγώγων, που υπόκεινται σε υποχρέωση αναφοράς, αναφέρονται ορθά και χωρίς αλληλεπικαλύψεις, μεταξύ άλλων όταν η υποχρέωση αναφοράς έχει ανατεθεί σε εξωτερικό φορέα. 

III. Παραβάσεις που αφορούν κεφαλαιακές απαιτήσεις:

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 16 παράγραφος 1 εάν δεν κατέχει πάγιο και διαθέσιμο αρχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστον 7,5 εκατ. EUR·

δ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 16 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει κεφάλαιο, περιλαμβανομένων των αδιανέμητων κερδών και των αποθεματικών, το οποίο είναι ανάλογο του κινδύνου που απορρέει από τις δραστηριότητές του και επαρκεί ανά πάσα στιγμή για τη διασφάλιση εύτακτου τερματισμού της λειτουργίας ή αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων αυτών, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όπως και για την επαρκή προστασία του κεντρικού αντισυμβαλλομένου έναντι πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων αντισυμβαλλομένου, κινδύνων αγοράς, λειτουργικών κινδύνων, νομικών κινδύνων και επιχειρηματικών κινδύνων που δεν καλύπτονται ήδη από συγκεκριμένους χρηματοοικονομικούς πόρους, όπως αναφέρεται στα άρθρα 41 έως 44.

IV. Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις για την απόκτηση άδειας λειτουργίας ή επικύρωσης·

 α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 15 εάν δεν υποβάλει αίτηση για επέκταση της άδειας λειτουργίας του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης, προτού επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες.

V. Παραβάσεις που αφορούν οργανωτικές απαιτήσεις ή συγκρούσεις συμφερόντων:

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει άρτιες ρυθμίσεις διακυβέρνησης, οι οποίες περιλαμβάνουν σαφή οργανωτική δομή με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες για τον εντοπισμό, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και την αναφορά των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών ή όταν γίνεται εκκαθαριστικό μέλος, πελάτης, ή θεσπίζει ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης με εκκαθαριστικό μέλος με σκοπό την ανάληψη δραστηριοτήτων εκκαθάρισης σε άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εκτός εάν οι εν λόγω δραστηριότητες εκκαθάρισης αναλαμβάνονται στο πλαίσιο ρύθμισης διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V ή όταν εφαρμόζει τις επενδυτικές πολιτικές του δυνάμει του άρθρου 47·

β) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 2 εάν δεν εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες επαρκώς αποτελεσματικές ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του·

γ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 3 όταν δεν διατηρεί ή δεν εφαρμόζει οργανωτική δομή που διασφαλίζει τη συνέχεια και την εύρυθμη λειτουργία κατά την εκτέλεση των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων του ή όταν δεν χρησιμοποιεί κατάλληλα και αναλογικά συστήματα, πόρους ή διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ΤΠΕ τα οποία διαχειρίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554·

δ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 4 εάν δεν διατηρεί σαφή διαχωρισμό μεταξύ των γραμμών αναφοράς σε σχέση με τη διαχείριση κινδύνου, αφενός, και όσον αφορά άλλες εργασίες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, αφετέρου·

ε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 5 εάν δεν υιοθετεί, εφαρμόζει και διατηρεί πολιτική αποδοχών η οποία προωθεί την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και η οποία δεν δημιουργεί κίνητρα χαλάρωσης των προτύπων κινδύνου·

στ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 7 εάν δεν θέτει δωρεάν στη διάθεση του κοινού τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής του, τους κανόνες που διέπουν τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή τα κριτήρια αποδοχής εκκαθαριστικών μελών·

ζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 8 εάν δεν υπόκειται σε συχνούς και ανεξάρτητους ελέγχους ή εάν δεν γνωστοποιεί τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων στο συμβούλιο ή δεν θέτει τα αποτελέσματα αυτά στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ·

η) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 1 ή το άρθρο 27 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο εάν δεν μεριμνά ώστε τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του και τα μέλη του συμβουλίου να διαθέτουν επαρκή καλή φήμη και πείρα προκειμένου να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

θ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο, και όχι λιγότερα από δύο, από τα μέλη του συμβουλίου κεντρικού αντισυμβαλλομένου είναι ανεξάρτητα, ή εάν δεν προσκαλούνται οι εκπρόσωποι των πελατών των εκκαθαριστικών μελών στις συνεδριάσεις του συμβουλίου για ζητήματα που σχετίζονται με τα άρθρα 38 και 39, ή εάν η αμοιβή των ανεξάρτητων και των λοιπών μη εκτελεστικών μελών του συμβουλίου συνδέεται με τις επιχειρηματικές επιδόσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

ι) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 3 εάν δεν καθορίζει σαφώς τους ρόλους και τις αρμοδιότητες του συμβουλίου ή εάν δεν θέτει στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ ή των ελεγκτών τα πρακτικά των συνεδριάσεων του συμβουλίου,

ια) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 1 εάν δεν συγκροτεί επιτροπή κινδύνου, ή εάν η εν λόγω επιτροπή κινδύνου δεν απαρτίζεται από εκπροσώπους των εκκαθαριστικών μελών του, από ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου και από εκπροσώπους των πελατών του, ή εάν η επιτροπή κινδύνου συγκροτείται κατά τρόπο ώστε μια από τις εν λόγω ομάδες εκπροσώπων να διαθέτει πλειοψηφία στην επιτροπή κινδύνου, ή εάν δεν ενημερώνει δεόντως την ΕΑΚΑΑ για τις δραστηριότητες και αποφάσεις της επιτροπής κινδύνου, σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ έχει ζητήσει να της παρέχεται η δέουσα ενημέρωση·

ιβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 2 εάν δεν καθορίζει σαφώς την εντολή της επιτροπής κινδύνου, τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της, τις λειτουργικές διαδικασίες, τα κριτήρια αποδοχής των μελών ή τον μηχανισμό εκλογής των μελών της, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, ή εάν δεν προβλέπει ότι στην επιτροπή κινδύνου προεδρεύει ανεξάρτητο μέλος του συμβουλίου και ότι η επιτροπή κινδύνου αναφέρεται απευθείας στο συμβούλιο και πραγματοποιεί τακτικές συνεδριάσεις·

 ιγ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 3 εάν δεν παρέχει τη δυνατότητα στην επιτροπή κινδύνου να συμβουλεύει το συμβούλιο όσον αφορά κάθε ρύθμιση η οποία ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη διαχείριση κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή εάν δεν καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για διαβούλευση με την επιτροπή κινδύνου όσον αφορά εξελίξεις που επιδρούν στη διαχείριση κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης·

ιδ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 5 εάν δεν ενημερώνει πάραυτα την ΕΑΚΑΑ σχετικά με κάθε απόφαση όπου το συμβούλιο αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου·

ιε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 1 εάν δεν διατηρεί όλα τα αρχεία που αφορούν τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τις ασκηθείσες δραστηριότητες από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών, τα οποία απαιτούνται ώστε να είναι σε θέση η ΕΑΚΑΑ να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου προς τον παρόντα κανονισμό·

ιστ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 2 εάν δεν διατηρεί, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών από τη λήξη μιας σύμβασης, όλες τις πληροφορίες για όλες τις συμβάσεις που έχει διεκπεραιώσει, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό των αρχικών όρων μιας συναλλαγής, πριν αυτή εκκαθαριστεί από τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

ιζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 3 εάν δεν θέτει στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών μελών του ΕΣΚΤ, κατόπιν αιτήματος, τα αρχεία και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφοι 1 και 2, ή όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις θέσεις των συμβάσεων που εκκαθαρίστηκαν, ανεξαρτήτως του τόπου όπου εκτελέστηκαν οι συναλλαγές·

ιη) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 1 εάν δεν γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ, ή εάν γνωστοποιεί ψευδώς ή ελλιπώς, η ταυτότητα των μετόχων ή των μελών του, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για άμεσους ή έμμεσους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, ή το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών·

ιθ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 4 εάν επιτρέπει στα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 30 παράγραφος 1 να ασκούν επιρροή η οποία είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

κ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 31 παράγραφος 1 εάν δεν κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ -ή η κοινοποίηση είναι ψευδής ή ελλιπής- κάθε μεταβολή στη διοίκησή του ή δεν παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει τη συμμόρφωση με το άρθρο 27 παράγραφος 1 ή με το άρθρο 27 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο·

κα) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 1 εάν δεν διατηρεί ή εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις, προκειμένου να εντοπίζει ή να διαχειρίζεται πιθανή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του ιδίου, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του ή κάθε προσώπου που συνδέεται μαζί τους με σχέση άμεσου ή έμμεσου ελέγχου ή με άμεσους ή έμμεσους στενούς δεσμούς, και των εκκαθαριστικών μελών του ή των πελατών τους που είναι γνωστοί στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν διατηρεί ή εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες με σκοπό την επίλυση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων·

κβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 2 εάν δεν γνωστοποιεί σαφώς, στο εκκαθαριστικό μέλος ή σε ενδιαφερόμενο πελάτη του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους ο οποίος είναι γνωστός στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, τη γενική φύση ή τις πηγές συγκρούσεων συμφερόντων, προτού δεχτεί νέες συναλλαγές από το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος, εάν οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί, με εύλογη βεβαιότητα, η πρόληψη των κίνδυνων να επηρεαστούν αρνητικά τα συμφέροντα εκκαθαριστικού μέλους ή πελάτη·

κγ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 3 εάν οι γραπτές ρυθμίσεις του δεν λαμβάνουν υπόψη οποιεσδήποτε περιστάσεις, τις οποίες γνωρίζει ή θα έπρεπε να γνωρίζει, και οι οποίες μπορεί να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων ως αποτέλεσμα της δομής και των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων άλλων επιχειρήσεων με τις οποίες έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης·

κδ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 5 εάν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο, προκειμένου να αποφευχθεί η κατάχρηση των πληροφοριών που διατηρούνται στα συστήματά του, ή δεν αποφεύγει τη χρήση των εν λόγω πληροφοριών για άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, ή τη χρήση για εμπορικούς σκοπούς, από φυσικό πρόσωπο που έχει στενή σχέση με έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή νομικό πρόσωπο που έχει σχέση μητρικής ή θυγατρικής επιχείρησης με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εμπιστευτικών πληροφοριών που καταγράφηκαν στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση από τον πελάτη στον οποίο ανήκουν οι εμπιστευτικές πληροφορίες αυτές·

κε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 36 παράγραφος 1 εάν δεν ενεργεί με εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των εκκαθαριστικών μελών του και των πελατών τους·

κστ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 36 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει προσιτούς, διαφανείς και δίκαιους κανόνες για τον γρήγορο χειρισμό των παραπόνων·

κζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 1 ή 2 εάν χρησιμοποιεί, σε συνεχή βάση, μεροληπτικά, αδιαφανή ή υποκειμενικά κριτήρια αποδοχής, ή εάν δεν διασφαλίζει σε συνεχή βάση δίκαιη και ανοικτή πρόσβαση στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή δεν διασφαλίζει σε συνεχή βάση ότι τα εκκαθαριστικά μέλη του διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν διαθέτει κριτήρια αποδοχής που διασφαλίζουν ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή τα εκκαθαριστικά γραφεία δεν μπορούν να είναι εκκαθαριστικά μέλη, άμεσα ή έμμεσα, του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή εάν δεν διενεργεί συνολική επανεξέταση της συμμόρφωσης των εκκαθαριστικών μελών του σε ετήσια βάση·

κη) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 1α εάν αποδέχεται μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη, εφόσον οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι δεν έχουν αποδείξει τον τρόπο με τον οποίο προτίθενται να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, ή παραλείποντας να επανεξετάσει τις ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί για την παρακολούθηση της εκπλήρωσης της προϋπόθεσης για τους εν λόγω μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους να ενεργούν ως εκκαθαριστικά μέλη·

κθ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 4 εάν δεν διαθέτει αντικειμενικές και διαφανείς διαδικασίες για την αναστολή και την ομαλή αποχώρηση των εκκαθαριστικών μελών τα οποία δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1·

λ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 5 εάν αρνηθεί την πρόσβαση εκκαθαριστικού μέλους, το οποίο πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1, χωρίς δέουσα γραπτή αιτιολόγηση της άρνησης βασιζόμενη σε συνολική ανάλυση κινδύνου·

λα) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν επιτρέπει στους πελάτες των εκκαθαριστικών μελών του χωριστή πρόσβαση στις διάφορες παρεχόμενες υπηρεσίες·

λβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 7 εάν δεν προσφέρει τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, υπό εύλογους εμπορικούς όρους.

VI. Παραβάσεις που αφορούν λειτουργικές απαιτήσεις:

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 1 όταν δεν διαμορφώνει, δεν εφαρμόζει ή δεν διατηρεί κατάλληλη πολιτική επιχειρησιακής συνέχειας και σχέδιο αντιμετώπισης και ανάκαμψης το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554, με σκοπό να διασφαλίσει τη διατήρηση των λειτουργιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η οποία επιτρέπει τουλάχιστον την αποκατάσταση όλων των συναλλαγών κατά τη στιγμή της διαταραχής, ώστε να είναι σε θέση ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να εξακολουθήσει να λειτουργεί με ασφάλεια και να ολοκληρώσει τον διακανονισμό στην καθορισμένη ημερομηνία·

β) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 2 εάν δεν θεσπίζει, εφαρμόζει και διατηρεί μια κατάλληλη διαδικασία με σκοπό να εξασφαλίζει τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό ή τη μεταφορά των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων των πελατών και των εκκαθαριστικών μελών, σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας λόγω απόφασης δυνάμει του άρθρου 20·

γ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 35 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο εάν αναθέτει εξωτερικά μείζονες δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων του χωρίς την έγκριση της ΕΑΚΑΑ·

δ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 1 εάν δεν τηρεί χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που του επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή και χωρίς καθυστέρηση, να διακρίνει στους λογαριασμούς που τηρούνται σε αυτόν τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό εκκαθαριστικού μέλους από τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου εκκαθαριστικού μέλους, καθώς και από τα δικά του περιουσιακά στοιχεία·

ε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 2 εάν δεν προσφέρεται να τηρεί, ή δεν τηρεί όταν του έχει ζητηθεί, χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε εκκαθαριστικό μέλος να διακρίνει, στους λογαριασμούς που τηρούνται σε αυτόν, τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις του εν λόγω εκκαθαριστικού μέλους από εκείνα που κρατούνται για λογαριασμό των πελατών του·

στ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 3 εάν δεν προσφέρεται να τηρεί, ή δεν τηρεί όταν του έχει ζητηθεί, χωριστά αρχεία και λογαριασμούς που δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε εκκαθαριστικό μέλος να διακρίνει, στους λογαριασμούς που τηρούνται σε αυτόν, τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που κρατούνται για λογαριασμό ενός πελάτη από εκείνα που κρατούνται για λογαριασμό άλλων πελατών, ή εάν δεν προσφέρει στα εκκαθαριστικά μέλη τη δυνατότητα να ανοίγουν περισσότερους λογαριασμούς στο όνομά τους για τους πελάτες τους, κατόπιν αιτήματος·

ζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 40 εάν δεν προβαίνει σε μέτρηση και εκτίμηση της έκθεσής του σε κίνδυνο ρευστότητας και της πιστωτικής έκθεσής του έναντι κάθε εκκαθαριστικού μέλους και, ενδεχομένως, άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τον οποίο έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, σε σχεδόν πραγματικό χρόνο, ή εάν δεν διαθέτει πρόσβαση σε σχετικές πηγές καθορισμού τιμών, ώστε να είναι σε θέση να μετρά αποτελεσματικά τα ανοίγματά του, σε βάση εύλογου κόστους·

η) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 1 εάν, προκειμένου να περιορίσει την πιστωτική του έκθεση, δεν επιβάλλει, ζητεί ή συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας από τα εκκαθαριστικά μέλη του ή, ενδεχομένως, από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, ή εάν επιβάλλει, ζητεί ή συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας που δεν επαρκούν για την κάλυψη δυνητικών ανοιγμάτων τα οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι θα προκύψουν έως τη ρευστοποίηση των σχετικών θέσεων ή για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από τουλάχιστον 99 % των μεταβολών των ανοιγμάτων, σε κατάλληλο χρονικό ορίζοντα, ή δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καλύπτει πλήρως τα ανοίγματά του με όλα τα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, τουλάχιστον επί καθημερινής βάσεως, ή εάν παραλείπει να παρακολουθεί και να αναθεωρεί συνεχώς το επίπεδο των περιθωρίων ασφαλείας ώστε να ανταποκρίνονται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες φιλοκυκλικές επιπτώσεις·

θ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 2 εάν, κατά τον καθορισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, δεν εφαρμόζει μοντέλα και παραμέτρους που συλλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των προϊόντων που εκκαθαρίζονται, λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, τη ρευστότητα της αγοράς και την πιθανότητα αλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια της συναλλαγής·

ι) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 3 εάν δεν ζητεί και δεν συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας σε ενδοημερήσια βάση, τουλάχιστον όταν σημειώνεται υπέρβαση των προκαθορισμένων ορίων, ή διατηρώντας ενδοημερήσιες πληρωμές περιθωρίου διαφορών αποτίμησης μετά την είσπραξη όλων αυτών των οφειλόμενων πληρωμών, αντί να τις μετακυλίει, όπου είναι δυνατόν·

ια) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 42 παράγραφος 3 εάν δεν διατηρεί κεφάλαιο εκκαθάρισης το οποίο του επιτρέπει κατ’ ελάχιστον να αντιμετωπίσει, υπό ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς, την αθέτηση υποχρέωσης από το εκκαθαριστικό μέλος έναντι του οποίου έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα ή από το δεύτερο και το τρίτο μεγαλύτερο εκκαθαριστικό μέλος, εάν το άθροισμα των ανοιγμάτων τους είναι μεγαλύτερο, ή εάν καταρτίζει σενάρια που δεν περιλαμβάνουν τις περιόδους με τις μεγαλύτερες διακυμάνσεις που έχουν σημειωθεί στις αγορές στις οποίες παρέχει τις υπηρεσίες του ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, και μια σειρά πιθανών μελλοντικών σεναρίων, τα οποία να λαμβάνουν υπόψη αιφνίδιες πωλήσεις χρηματοοικονομικών πόρων και γρήγορες μειώσεις της ρευστότητας της αγοράς·

ιβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 43 παράγραφος 2 εάν το κεφάλαιο εκκαθάρισής του, που αναφέρεται στο άρθρο 42, και οι άλλοι χρηματοοικονομικοί του πόροι, που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1, δεν του παρέχουν τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει την αθέτηση υποχρέωσης από τα δύο εκκαθαριστικά μέλη έναντι των οποίων έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα, υπό ακραίες αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς·

ιγ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 44 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει ανά πάσα στιγμή πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και να ασκεί δραστηριότητές του ή εάν δεν υπολογίζει σε καθημερινή βάση τις δυνητικές του ανάγκες σε ρευστότητα·

ιδ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφοι 1, 2 και 3 εάν δεν χρησιμοποιεί, για την κάλυψη των ζημιών, τα περιθώρια ασφαλείας που έχουν παρασχεθεί από το υπερήμερο εκκαθαριστικό μέλος, πριν από άλλους χρηματοοικονομικούς πόρους·

ιε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 4 εάν δεν χρησιμοποιεί ειδικούς ίδιους πόρους προτού χρησιμοποιήσει τις εισφορές των εκκαθαριστικών μελών, που δεν έχουν αθετήσει υποχρέωση, στο κεφάλαιο εκκαθάρισης·

ιστ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 45α παράγραφος 1 εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της εν λόγω παραγράφου, εφόσον η ΕΑΚΑΑ έχει απαιτήσει από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να μην προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια για χρονικό διάστημα που καθορίζεται από την ΕΑΚΑΑ·

ιζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 1 εάν δέχεται οτιδήποτε άλλο εκτός από άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες, με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, για την κάλυψη του αρχικού και συνεχιζόμενου ανοίγματός του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του, εφόσον δεν επιτρέπονται άλλες ασφάλειες σύμφωνα με την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3·

ιη) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 1 εάν αποδέχεται δημόσιες εγγυήσεις, δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών, εφόσον οι εγγυήσεις αυτές δεν είναι διαθέσιμες άνευ όρων κατόπιν αιτήματος εντός της περιόδου ρευστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 41, ή εάν δεν καθορίζει, στους κανόνες λειτουργίας του, το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο εξασφάλισης για τις εγγυήσεις που αποδέχεται, ή αποδεχόμενος δημόσιες εγγυήσεις, εγγυήσεις δημόσιων τραπεζών ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών για την κάλυψη ανοιγμάτων πέραν του αρχικού και του συνεχιζόμενου ανοίγματός του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του που είναι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ή έναντι πελατών εκκαθαριστικών μελών του, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες εκκαθαριστικών μελών είναι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ή εάν, όταν παρέχονται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο δημόσιες εγγυήσεις, εγγυήσεις δημόσιων τραπεζών ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών, δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο τρίτο εδάφιο στοιχεία α) έως ε) της εν λόγω παραγράφου·

ιθ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 1 εάν επενδύει τους χρηματοοικονομικούς πόρους του σε άλλα μέσα εκτός από μετρητά ή άκρως ρευστοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα, με ελάχιστο κίνδυνο αγοράς και πιστωτικό κίνδυνο, και ταχέως ρευστοποιήσιμες επενδύσεις, με ελάχιστες δυσμενείς επιπτώσεις στις τιμές·

κ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 3 εάν δεν καταθέτει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που παρέχονται ως περιθώρια ασφαλείας ή ως εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης σε διαχειριστές συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που διασφαλίζουν την πλήρη προστασία των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων, εφόσον είναι διαθέσιμα, ή εάν δεν χρησιμοποιεί άλλες ρυθμίσεις υψηλής ασφάλειας σε εγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα·

κα) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 4 εάν τα ταμειακά διαθέσιμά του τηρούνται με άλλον τρόπο πλην μέσω άκρως ασφαλών διευθετήσεων με εγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή μέσω της χρησιμοποίησης πάγιων καταθετικών διευκολύνσεων των κεντρικών τραπεζών ή μέσω άλλων συγκρίσιμων τρόπων που παρέχονται από τις κεντρικές τράπεζες·

κβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 5 εάν καταθέτει περιουσιακά στοιχεία σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να εξασφαλίζει ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στα εκκαθαριστικά μέλη ταυτοποιούνται χωριστά από τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και από τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο εν λόγω τρίτο πρόσωπο, μέσω λογαριασμών με διακριτές ονομασίες στα βιβλία του τρίτου προσώπου ή μέσω άλλων ισοδύναμων μέτρων που επιτυγχάνουν το ίδιο επίπεδο προστασίας, ή εάν δεν διαθέτει άμεση πρόσβαση στα χρηματοπιστωτικά μέσα, όταν απαιτείται·

κγ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 6 εάν επενδύει το κεφάλαιό του ή τα ποσά που προκύπτουν από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 41 έως 44 σε δικές του κινητές αξίες ή σε κινητές αξίες της μητρικής επιχείρησης ή της θυγατρικής του·

κδ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 1 εάν δεν προβλέπει λεπτομερείς διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που ένα εκκαθαριστικό μέλος δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις συμμετοχής που προβλέπονται στο άρθρο 37, εντός των προθεσμιών και σύμφωνα με τις διαδικασίες που έχουν καθοριστεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν καθορίζει λεπτομερώς τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση που η αθέτηση υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους δεν κηρύσσεται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν επανεξετάζει τις εν λόγω διαδικασίες ετησίως·

κε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 2 εάν δεν προβαίνει σε άμεσες ενέργειες για τον περιορισμό των ζημιών και των πιέσεων στη ρευστότητα που προκύπτουν από αθετήσεις υποχρεώσεων από εκκαθαριστικό μέλος, και δεν διασφαλίζει ότι το κλείσιμο των θέσεων οποιουδήποτε εκκαθαριστικού μέλους δεν προκαλεί αναστάτωση στις εργασίες του, ούτε εκθέτει τα μη υπερήμερα εκκαθαριστικά μέλη σε ζημίες τις οποίες δεν μπορούν να προβλέψουν ή να ελέγξουν·

κστ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 3 εάν δεν ενημερώσει πάραυτα την ΕΑΚΑΑ, προτού κηρυχθούν ή εκκινήσουν οι διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης·

κζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 4 εάν δεν εξασφαλίζει ότι οι διαδικασίες που προβλέπονται σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης είναι εκτελεστές, και δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι διαθέτει εξουσία εκ του νόμου για τη ρευστοποίηση των κατά κυριότητα κατεχόμενων θέσεων του υπερήμερου εκκαθαριστικού μέλους και για τη μεταφορά ή ρευστοποίηση των θέσεων των πελατών του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση·

κη) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 1 εάν δεν επανεξετάζει τακτικά τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφάλειας και άλλων μηχανισμών ελέγχου κινδύνων· εάν δεν υποβάλλει τα εν λόγω μοντέλα αυστηρές και συχνές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, προκειμένου να αξιολογήσει την ανθεκτικότητά τους σε ακραίες, αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς· εάν δεν εκτελεί εκ των υστέρων ελέγχους, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε· εάν δεν λαμβάνει ανεξάρτητη επικύρωση· εάν δεν ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν· ή εάν δεν λαμβάνει την επικύρωση της ΕΑΚΑΑ προτού προβεί σε οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή των μοντέλων και των παραμέτρων, όταν η ΕΑΚΑΑ δεν έχει επιτρέψει την προσωρινή έγκριση της εν λόγω αλλαγής πριν την επικύρωσή της·

κθ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 2 εάν δεν ελέγχει τακτικά τις βασικές πτυχές των διαδικασιών του σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων, ή εάν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσει ότι όλα τα εκκαθαριστικά μέλη τις κατανοούν και έχουν προβλέψει κατάλληλες ρυθμίσεις για να αντιμετωπίσουν γεγονότα αθέτησης υποχρεώσεων·

λ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 50 παράγραφος 1 εάν δεν χρησιμοποιεί, εφόσον είναι πραγματοποιήσιμο και διαθέσιμο, χρήμα κεντρικής τράπεζας για τον διακανονισμό των συναλλαγών του ή εάν δεν λαμβάνει μέτρα για τον αυστηρό περιορισμό των κινδύνων ταμειακού διακανονισμού, σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιείται χρήμα κεντρικής τράπεζας·

λα) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 50 παράγραφος 3 εάν δεν εξαλείφει τους κινδύνους κεφαλαίου, με την προσφυγή, όσο το δυνατόν, σε μηχανισμούς «παράδοσης με την πληρωμή», σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε παραδόσεις ή παραλαβές χρηματοπιστωτικών μέσων·

λβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 50α ή το άρθρο 50β εάν δεν υπολογίζει το KCCP ως ορίζεται στα εν λόγω άρθρα ή εάν δεν τηρεί τους κανόνες για τον υπολογισμό του KCCP, που προβλέπονται στο άρθρο 50α παράγραφος 2 και στα άρθρα 50β και 50δ·

λγ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 50α παράγραφος 3 εάν υπολογίζει το KCCP λιγότερο από μία φορά το τρίμηνο ή λιγότερο συχνά από όσο απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 50α παράγραφος 3·

λδ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 51 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει πρόσβαση χωρίς διακρίσεις, τόσο στα δεδομένα που χρειάζεται για την άσκηση των καθηκόντων του από έναν τόπο διαπραγμάτευσης, στο μέτρο που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που καθορίζονται από τον τόπο διαπραγμάτευσης, όσο και στο αντίστοιχο σύστημα διακανονισμού·

λε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 52 παράγραφος 1 εάν προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας χωρίς να πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως δ) της εν λόγω παραγράφου·

λστ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 53 παράγραφος 1 εάν δεν διακρίνει στους λογαριασμούς τα περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις που τηρούνται για λογαριασμό άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τον οποίο έχει προβεί σε ρύθμιση διαλειτουργικότητας·

λζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 54 παράγραφος 1 εάν συνάψει ρύθμιση διαλειτουργικότητας ή εάν προβεί σε ουσιώδη αλλαγή εγκεκριμένης ρύθμισης διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V, χωρίς την προηγούμενη έγκριση της ΕΑΚΑΑ.

VII. Παραβάσεις που αφορούν τη διαφάνεια και τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών:

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για κάθε υπηρεσία χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων·

β) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν γνωστοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες για τα έξοδα και τα έσοδα σχετικά με τις υπηρεσίες του·

γ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 2 εάν δεν κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη του και στους πελάτες τους τούς συναφείς κινδύνους των παρεχόμενων υπηρεσιών·

δ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 3 εάν δεν κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη του ή στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες για τις τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ανοιγμάτων του έναντι των εκκαθαριστικών μελών στο τέλος της ημέρας, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τον όγκο των συναλλαγών που εκκαθαρίστηκαν για κάθε μέσο από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε συγκεντρωτική βάση·

ε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 4 εάν δεν δημοσιοποιεί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που αφορούν τα πρωτόκολλα επικοινωνίας, τα οποία καλύπτουν τους μορφοτύπους περιεχομένου και μηνύματος που χρησιμοποιεί στην επικοινωνία του με τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών και τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 7·

στ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 5 εάν δεν δημοσιοποιεί τυχόν παραβιάσεις, από πλευράς των εκκαθαριστικών μελών, των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 ή των απαιτήσεων που θεσπίζονται στο άρθρο 38 παράγραφος 1, εκτός αν η ΕΑΚΑΑ θεωρήσει ότι η δημοσιοποίησή τους θα συνιστούσε απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη της αγοράς, ή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη·

ζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 6 εάν δεν παρέχει στα εκκαθαριστικά μέλη του εργαλείο προσομοίωσης που τους επιτρέπει να προσδιορίζουν το ποσό του πρόσθετου αρχικού περιθωρίου ασφαλείας, σε επίπεδο χαρτοφυλακίου, το οποίο μπορεί να απαιτήσει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατά την εκκαθάριση νέας συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της προσομοίωσης των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας στις οποίες ενδέχεται να υπόκεινται βάσει διαφορετικών σεναρίων, ή εάν δεν καθιστά το εν λόγω εργαλείο προσβάσιμο με ασφαλή πρόσβαση·

η) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 7 εάν δεν παρέχει στα εκκαθαριστικά μέλη του πληροφορίες σχετικά με τα μοντέλα αρχικού περιθωρίου ασφαλείας που χρησιμοποιεί, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στα στοιχεία α), β) και γ) της εν λόγω παραγράφου, με σαφή και διαφανή τρόπο·

ζ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 8 εάν δεν παρέχει, ή παρέχει με σημαντική καθυστέρηση, ανταποκρινόμενος σε αίτημα εκκαθαριστικού μέλους, τις πληροφορίες που ζητούνται για να μπορέσει το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν ήδη παρασχεθεί·

η) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 7 εάν δεν δημοσιοποιεί το επίπεδο προστασίας και το κόστος που συνδέονται με τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού που παρέχει·

θ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 3 εάν δεν δημοσιοποιεί βασικές πτυχές σχετικά με το μοντέλο διαχείρισης κινδύνου που εφαρμόζει ή τις υποθέσεις που δέχεται κατά την εκτέλεση των ελέγχων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1·

ι) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 50 παράγραφος 2 εάν δεν δηλώνει σαφώς τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τις παραδόσεις χρηματοπιστωτικών μέσων, αναφέροντας συγκεκριμένα αν έχει υποχρέωση να προβεί σε παράδοση ή παραλαβή χρηματοπιστωτικού μέσου ή αν αποζημιώνει συμμετέχοντες για ζημίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία παράδοσης·

ια) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 50γ παράγραφος 1 εάν δεν κοινοποιεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 50γ παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) στα εκκαθαριστικά μέλη του που είναι ιδρύματα ή στις αρμόδιες αρχές τους·

ιβ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 50γ παράγραφος 2 εάν γνωστοποιεί τα στοιχεία στα εκκαθαριστικά μέλη του που είναι ιδρύματα λιγότερο από μία φορά το τρίμηνο ή λιγότερο συχνά από όσο απαιτείται από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 50γ παράγραφος 2.

VIII. Παραβάσεις που αφορούν εμπόδια στις εποπτικές δραστηριότητες:

α) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 22γ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 εάν δεν παράσχει πληροφορίες ως απάντηση σε απόφαση με την οποία ζητούνται πληροφορίες σύμφωνα με την ίδια παράγραφο ή εάν παράσχει ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες ως απάντηση σε απλή αίτηση παροχής πληροφοριών ή σε απόφαση της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την ίδια παράγραφο και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

β) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή οι εκπρόσωποί του παρέχουν ανακριβείς ή παραπλανητικές απαντήσεις στις ερωτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

γ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 εάν δεν συμμορφώνεται με αίτημα της ΕΑΚΑΑ για παροχή αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή για διαβίβαση δεδομένων·

δ) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφώνεται εγκαίρως με εποπτικό μέτρο το οποίο απαιτείται βάσει απόφασης που έχει εκδοθεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

ε) σημαντικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν υποβάλλεται σε επιτόπια επιθεώρηση η οποία απαιτείται βάσει απόφασης επιθεώρησης που έχει εκδοθεί από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 10α ΕΩΣ 10ε

Παραβάσεις που αφορούν κανονιστικά πλαίσια διακανονισμού:

α) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10β παράγραφος 2 εάν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 7 παράγραφοι 2, 4 και 5 και στο άρθρο 7 παράγραφος 6 πρώτο και δεύτερο εδάφιο·

β) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που παρέχει βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ από κοινού με συμβολαιογράφο DLT, ΣΔ DLT, ΣΔΔ ή ΚΑΤ που λειτουργεί αποκλειστικά βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, παραβαίνει το άρθρο 10β παράγραφος 8 εάν δεν προσδιορίζει τον ρόλο και τις αρμοδιότητές του όσον αφορά την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών σε νομικά δεσμευτική γραπτή συμφωνία ή εάν δεν κοινοποιεί την εν λόγω γραπτή συμφωνία στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές του, μαζί με σαφείς πληροφορίες σχετικά με την οντότητα που παρέχει βασικές υπηρεσίες ΚΑΤ για τις οποίες υπάρχουν χρηματοπιστωτικά μέσα DLT ή κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων DLT·

γ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 1 εάν δεν διακανονίζει συναλλαγές μόνο σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού που έχει λάβει άδεια βάσει του άρθρου 10δ·

δ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 1 εάν δεν διακανονίζει συναλλαγές μόνο με άλλους υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT που ανήκουν στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού·

ε) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι όλες οι συναλλαγές διακανονίζονται μόνο με καταθέσεις κεντρικής τράπεζας που τηρούνται στην κεντρική τράπεζα που έχει εκδώσει το σχετικό νόμισμα, ότι όλες οι συναλλαγές σε χρηματοπιστωτικά μέσα DLT που περιλαμβάνουν χρηματικό σκέλος διακανονίζονται σε βάση παράδοσης έναντι πληρωμής, ότι, τουλάχιστον την ημέρα της ημερομηνίας διακανονισμού, το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού παρέχει επαρκές αμετάκλητο του διακανονισμού για τις μεταφορές μετρητών και χρηματοπιστωτικών μέσων DLT και ότι το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού διαχειρίζεται αποτελεσματικά τους νομικούς, επιχειρηματικούς και λειτουργικούς κινδύνους του·

στ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 3 εάν δεν διασφαλίζει ότι το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού στο οποίο συμμετέχει και κάθε υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των στοιχείων α) έως γ) του εν λόγω άρθρου·

ζ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 4 εάν δεν προσδιορίζει τις πηγές λειτουργικού κινδύνου για τη λειτουργία του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού και δεν ελαχιστοποιεί τον αντίκτυπό τους·

η) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 5 εάν δεν διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική επιχειρησιακής συνέχειας και σχέδιο ανάκαμψης της λειτουργίας μετά από καταστροφή, ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση των δραστηριοτήτων διακανονισμού στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού και η έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών του·

θ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 5 εάν δεν εντοπίζει, παρακολουθεί και διαχειρίζεται τους κινδύνους που ενδέχεται να ενέχουν οι πάροχοι υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφελείας για τις λειτουργίες του·

ι) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες στους πελάτες του, οι οποίες σχετίζονται με τη δραστηριότητα διακανονισμού στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 6 εάν δεν συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τους πιστωτικούς κινδύνους που ορίζονται στα στοιχεία α) έως στ) του εν λόγω άρθρου σε σχέση με τις εν λόγω υπηρεσίες·

ια) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που παρέχει τραπεζικές υπηρεσίες στους πελάτες του, οι οποίες σχετίζονται με τη δραστηριότητα διακανονισμού στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού, παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 7 εάν δεν συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τους κινδύνους ρευστότητας που ορίζονται στα στοιχεία α) έως ε) του εν λόγω άρθρου σε σχέση με τις εν λόγω υπηρεσίες·

ιβ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που συμμετέχει σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 8 εάν δεν συνάπτει νομικά δεσμευτική γραπτή συμφωνία στην οποία προσδιορίζονται σαφώς οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες των υπεύθυνων τήρησης λογαριασμών DLT στο πλαίσιο του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού·

ιγ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 8 εάν είναι μέλος περισσότερων από δύο κανονιστικών πλαισίων διακανονισμού ή εάν συμμετέχει σε κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού που δεν περιλαμβάνει τουλάχιστον δύο υπεύθυνους τήρησης λογαριασμών DLT·

ιδ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 9 εάν δεν ενεργοποιήσει τη στρατηγική μετάβασης που αναφέρεται στο άρθρο 10 στοιχείο ε) ή εάν δεν κοινοποιήσει στην ESMA την ενεργοποίηση της οικείας στρατηγικής μετάβασης και το χρονοδιάγραμμα για τη μετάβαση, όταν η συνολική αγοραία αξία έχει φτάσει το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3·

ιε) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 9 εάν δεν ενεργοποιήσει τη στρατηγική μετάβασης όταν τα χρηματοπιστωτικά μέσα DLT είναι κινητές αξίες που εκδίδονται από ΜΜΕ και όταν η αγοραία αξία των εν λόγω κινητών αξιών φτάσει τα 45 δισ. EUR·

ιστ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10γ παράγραφος 10 εάν δεν υποβάλλει στην ESMA σε μηνιαία βάση τις πληροφορίες που απαριθμούνται στα στοιχεία α) έως ε) του εν λόγω άρθρου ή εάν δεν υποβάλλει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες για την επαλήθευση της συμμόρφωσης του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού και των συμμετεχόντων υπευθύνων τήρησης λογαριασμών DLT με το εν λόγω άρθρο·

ιη) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10δ παράγραφος 2 εάν δεν υποβάλλει στην ESMA τις πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ζ) του εν λόγω άρθρου·

ιθ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10δ παράγραφος 2 εάν δεν κοινοποιεί στην ESMA, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τυχόν ουσιώδεις αλλαγές στις πληροφορίες που είχαν κοινοποιηθεί προηγουμένως σχετικά με το κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού·

κ) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT που εντάσσεται στο κανονιστικό πλαίσιο διακανονισμού μετά την έναρξη των δραστηριοτήτων του, παραβαίνει το άρθρο 10δ παράγραφος 2 εάν δεν υποβάλλει στην ESMA πληροφορίες σχετικά με τη νέα σύνθεση του κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την έναρξη του διακανονισμού χρηματοπιστωτικών μέσων DLT·

κα) υπεύθυνος τήρησης λογαριασμών DLT παραβαίνει το άρθρο 10ε παράγραφος 2 αν δεν καταρτίζει και δεν δημοσιοποιεί σαφή και λεπτομερή στρατηγική μετάβασης για τη μείωση της δραστηριότητας συγκεκριμένου κανονιστικού πλαισίου διακανονισμού, όταν αυτό απαιτείται βάσει των στοιχείων α) έως γ), ή εάν δεν διασφαλίζει ότι η στρατηγική μετάβασης πληροί τις απαιτήσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 10ε παράγραφοι 2 και 3.».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ V ΚΑΙ VI ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΡΟΧΟΥΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

 

1.Ένα πρόσωπο παραβαίνει το άρθρο 59 παράγραφος 1 εάν παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων χωρίς να έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 63 ή χωρίς να του επιτρέπεται να παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 60.

2.Μια οντότητα που επιτρέπεται να παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 60 παράγραφοι 2 έως 6 παραβαίνει το άρθρο 60 παράγραφος 6α εάν δεν υποβάλλει ετησίως στην ESMA πληροφορίες σχετικά με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών της, ιδίως το ποσοστό του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών της σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό της όργανο, ο οποίος προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

3.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 65 παράγραφος 1 εάν δεν υποβάλλει τις πληροφορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως δ) του εν λόγω άρθρου.

4.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 66 παράγραφος 1 εάν δεν ενεργεί με εντιμότητα και επαγγελματισμό, έχοντας ως γνώμονα την καλύτερη δυνατή εξυπηρέτηση των συμφερόντων των πελατών τους, υφιστάμενων και δυνητικών.

5.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 66 παράγραφος 2 εάν δεν επικοινωνεί με τους πελάτες του με ακριβή, σαφή και μη παραπλανητικό τρόπο.

6.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 66 παράγραφος 3 εάν δεν προειδοποιεί τους πελάτες για τους κινδύνους που σχετίζονται με τις συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία.

7.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 66 παράγραφος 4 εάν δεν δημοσιοποιεί τις πολιτικές του σχετικά με την τιμολόγηση, την κοστολόγηση και τις αμοιβές.

8.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 66 παράγραφος 5 εάν δεν δημοσιοποιεί, σε εμφανές σημείο στον ιστότοπό του, πληροφορίες σχετικά με τις κύριες δυσμενείς επιπτώσεις στο κλίμα και άλλες δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις του μηχανισμού συναίνεσης που χρησιμοποιείται για την έκδοση κάθε κρυπτοστοιχείου σε σχέση με το οποίο παρέχει υπηρεσίες.

9.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 67 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει διασφαλίσεις προληπτικής εποπτείας που ισούνται τουλάχιστον με το μεγαλύτερο από τα ποσά που ορίζονται στο στοιχείο α) ή β) της εν λόγω παραγράφου.

10.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 67 παράγραφος 4 όταν τα ίδια κεφάλαιά του δεν αποτελούνται από στοιχεία και μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αναφέρονται στα άρθρα 26 έως 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά τις ολικές αφαιρέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 36 του εν λόγω κανονισμού, χωρίς την εφαρμογή των εξαιρέσεων λόγω ορίου σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 48 του εν λόγω κανονισμού, ή δεν διαθέτει ασφαλιστήριο συμβόλαιο που να καλύπτει τα εδάφη της Ένωσης στα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων ή συγκρίσιμη εγγύηση και δεν συμμορφώνεται με τους όρους των παραγράφων 5 ή 6 του εν λόγω άρθρου.

11.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 1 εάν διαθέτει στο διοικητικό του όργανο μέλη που δεν έχουν επαρκώς καλή φήμη ή δεν διαθέτουν τις κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και πείρα, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή δεν αποδεικνύουν ότι είναι σε θέση να αφιερώσουν ικανό χρόνο για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους.

12.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 2 εάν διαθέτει μετόχους ή μέλη, με άμεση ή έμμεση σχέση, με ειδικές συμμετοχές τα οποία δεν έχουν επαρκώς καλή φήμη.

13.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 4 εάν δεν εγκρίνει πολιτικές και διαδικασίες οι οποίες είναι επαρκώς αποτελεσματικές ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

14.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 5 εάν δεν απασχολεί προσωπικό που διαθέτει τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την εμπειρογνωσία που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί.

15.Τα μέλη του διοικητικού οργάνου παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνουν το άρθρο 68 παράγραφος 6 εάν δεν αξιολογούν και ανά τακτά διαστήματα επανεξετάζουν την αποτελεσματικότητα των πολιτικών και των διαδικασιών που εφαρμόζονται με σκοπό τη συμμόρφωση με τις διατάξεις των κεφαλαίων 2 και 3 του τίτλου V, και δεν λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ανεπαρκειών στο πλαίσιο αυτό.

16.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 7 εάν δεν λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για τη διασφάλιση της αδιάλειπτης και τακτικής παροχή των οικείων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και εάν δεν χρησιμοποιεί κατάλληλους και αναλογικούς πόρους και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων ανθεκτικών και ασφαλών συστημάτων ΤΠΕ, όπως απαιτείται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554, ή εάν δεν θεσπίζει πολιτική επιχειρησιακής συνέχειας, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας στον τομέα της ΤΠΕ, καθώς και σχέδια αντιμετώπισης και ανάκαμψης της λειτουργίας των ΤΠΕ που ορίζονται δυνάμει των άρθρων 11 και 12 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554, με στόχο να διασφαλίζεται, σε περίπτωση διακοπής λειτουργίας των συστημάτων και διαδικασιών ΤΠΕ, η διατήρηση των σημαντικότερων δεδομένων και λειτουργιών τους και η συνέχιση της παροχής υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό, η έγκαιρη αποκατάσταση των εν λόγω δεδομένων και λειτουργιών και η έγκαιρη επανέναρξη της παροχής υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

17.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 8 εάν δεν διαθέτει τους μηχανισμούς, τα συστήματα και τις διαδικασίες που απαιτούνται από τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554, καθώς και αποτελεσματικές διαδικασίες και ρυθμίσεις για την εκτίμηση κινδύνων, ώστε να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της [οδηγίας (ΕΕ) 2015/849] στο εθνικό δίκαιο, και εάν δεν παρακολουθεί και δεν εκτιμά, σε τακτική βάση, την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των εν λόγω μηχανισμών, συστημάτων και διαδικασιών.

18. Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 68 παράγραφος 9 εάν δεν μεριμνά ώστε να τηρούνται αρχεία όλων των υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει και όλων των δραστηριοτήτων, εντολών και συναλλαγών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί.

19.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 69 αν δεν κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση κάθε μεταβολή στο διοικητικό του όργανο, πριν από την άσκηση δραστηριοτήτων από οποιαδήποτε νέα μέλη.

20.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 70 παράγραφος 1 εάν δεν προστατεύει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, και εάν δεν αποτρέπει τη χρησιμοποίηση των κρυπτοστοιχείων πελατών για ίδιο λογαριασμό.

21.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 70 παράγραφος 2 εάν δεν καθορίζει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύσει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών και να αποτρέψει τη χρησιμοποίηση χρηματικών ποσών των πελατών για ίδιο λογαριασμό, όταν το επιχειρηματικό μοντέλο του απαιτεί την κατοχή χρηματικών ποσών πελατών εκτός μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος.

22.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 70 παράγραφος 3 εάν δεν τοποθετεί χρηματικά ποσά πελατών σε πιστωτικό ίδρυμα ή κεντρική τράπεζα έως το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της ημέρας παραλαβής των χρηματικών ποσών πελατών εκτός μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, και εάν τα χρηματικά ποσά δεν είναι τοποθετημένα σε λογαριασμό που ταυτοποιείται χωριστά από τους λογαριασμούς που χρησιμοποιούνται για την κατοχή χρηματικών ποσών που ανήκουν στον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

23.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 70 παράγραφος 4 εάν παρέχει υπηρεσίες πληρωμών χωρίς να ενημερώνει τους πελάτες του σχετικά με τη φύση και τους όρους και τις προϋποθέσεις των εν λόγω υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων παραπομπών στο εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και στα δικαιώματα των πελατών, ή αν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονται απευθείας από τον ίδιο ή από τρίτο.

24.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 71 παράγραφος 1 εάν δεν καθορίζει και δεν διατηρεί αποτελεσματικές και διαφανείς διαδικασίες για την ταχεία, δίκαιη και συνεπή αντιμετώπιση των καταγγελιών που λαμβάνει από πελάτες.

25.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 71 παράγραφος 2 εάν δεν επιτρέπει στους πελάτες να υποβάλλουν καταγγελίες δωρεάν.

26.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 71 παράγραφος 3 εάν δεν ενημερώνει τους πελάτες σχετικά με τη δυνατότητα υποβολής καταγγελίας και δεν θέτει στη διάθεση των πελατών υπόδειγμα για την υποβολή καταγγελιών και για τυχόν μέτρα που ελήφθησαν σχετικά με τις εν λόγω καταγγελίες.

27.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 71 παράγραφος 4 εάν δεν ερευνά όλες τις καταγγελίες έγκαιρα και με δίκαιο τρόπο ή δεν ενημερώνει τους πελάτες για την έκβαση της εν λόγω έρευνας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

28.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 72 παράγραφος 1 εάν δεν εφαρμόζει και δεν διατηρεί αποτελεσματικές πολιτικές και διαδικασίες για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και τη δημοσιοποίηση συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ του ίδιου του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και των μετόχων ή των μελών του, του ίδιου και κάθε προσώπου που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα με τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή τους μετόχους ή τα μέλη του, του ίδιου και των μελών διευθυντικών στελεχών του, του ίδιου και των υπαλλήλων του, του ίδιου και των εργαζομένων του, ή δύο ή περισσότερων πελατών των οποίων τα αμοιβαία συμφέροντα συγκρούονται.

29.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 72 παράγραφος 2 εάν δεν γνωστοποιεί, σε εμφανές σημείο στον ιστότοπό του, στους πελάτες και τους δυνητικούς πελάτες τη γενική φύση και τις πηγές των συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και τα μέτρα που λαμβάνονται για τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων.

30.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 72 παράγραφος 3 εάν δεν προβαίνει στη γνωστοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 72 παράγραφος 2 με ηλεκτρονικό τρόπο και εάν δεν είναι επαρκώς ακριβής ώστε να επιτρέπει σε κάθε πελάτη να λαμβάνει τεκμηριωμένη απόφαση αγοράς σχετικά με την εν λόγω μάρκα.

31.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 72 παράγραφος 4 εάν δεν αξιολογεί και δεν επανεξετάζει τουλάχιστον σε ετήσια βάση την πολιτική του σε σχέση με τις συγκρούσεις συμφερόντων και δεν λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν ανεπαρκειών στο πλαίσιο αυτό.

32.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 73 παράγραφος 1 εάν δεν λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την αποφυγή της επιδείνωσης του λειτουργικού κινδύνου που προκύπτει από την ανάθεση υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε τρίτους.

33.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 73 παράγραφος 2 εάν δεν εφαρμόζει συγκεκριμένη πολιτική όσον αφορά την εξωτερική ανάθεση, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης και στρατηγικών εξόδου.

34.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 73 παράγραφος 3 εάν δεν καθορίζει σε γραπτή συμφωνία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των τρίτων στους οποίους αναθέτει υπηρεσίες ή δραστηριότητες, και εάν δεν παρέχει το δικαίωμα καταγγελίας της εν λόγω συμφωνίας.

35.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 74 εάν δεν διαθέτει σχέδιο που είναι κατάλληλο για τη στήριξη της συντεταγμένης εκκαθάρισης των δραστηριοτήτων του στο πλαίσιο της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένης της αδιάλειπτης λειτουργίας ή της αποκατάστασης τυχόν κρίσιμων δραστηριοτήτων.

36.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 1 εάν δεν έχει συνάψει συμφωνία με τους πελάτες του για τον καθορισμό των καθηκόντων και των ευθυνών του κατά την παροχή της φύλαξης και διαχείρισης κρυπτοστοιχείων και δεν περιλαμβάνει στην εν λόγω συμφωνία τουλάχιστον τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 75 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ).

37.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 2 εάν δεν τηρεί μητρώο θέσεων, το οποίο ανοίγεται στο όνομα κάθε πελάτη και, κατά περίπτωση, καταχωρίζει το συντομότερο δυνατόν στο εν λόγω μητρώο τυχόν κινήσεις που εκτελούνται μετά από οδηγίες των πελατών του, οι οποίες τεκμηριώνονται με συναλλαγή που κανονικά καταχωρίζεται στο μητρώο θέσεων του πελάτη.

38.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 3 εάν δεν θεσπίζει πολιτική φύλαξης με εσωτερικούς κανόνες και διαδικασίες προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφαλής φύλαξη ή ο έλεγχος των εν λόγω κρυπτοστοιχείων, ή των μέσων πρόσβασης στα κρυπτοστοιχεία και δεν τη θέτει στη διάθεση των πελατών κατόπιν αιτήματός τους σε ηλεκτρονική μορφή.

39.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 5 εάν δεν παρέχει, τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση και κατόπιν αιτήματος του πελάτη, κατάσταση με τις θέσεις σε κρυπτοστοιχεία που είναι καταχωρισμένες στο όνομα του εν λόγω πελάτη, στην οποία προσδιορίζονται τα σχετικά κρυπτοστοιχεία, το υπόλοιπό τους, η αξία τους και οι μεταβιβάσεις κρυπτοστοιχείων στη διάρκεια της σχετικής περιόδου.

40.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 6 εάν δεν μεριμνά ώστε να υφίστανται οι απαραίτητες διαδικασίες προκειμένου να επιστρέφονται τα κρυπτοστοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή του για λογαριασμό των πελατών του, ή τα μέσα πρόσβασης, το συντομότερο δυνατό στους εν λόγω πελάτες.

41.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο εάν δεν διαχωρίζει τα κρυπτοστοιχεία που βρίσκονται στην κατοχή του για λογαριασμό των πελατών του από τα δικά του κρυπτοστοιχεία και δεν μεριμνά ώστε τα μέσα πρόσβασης στα κρυπτοστοιχεία των πελατών του να αναγνωρίζονται με σαφήνεια ως τέτοια και ώστε, στο κατανεμημένο καθολικό, τα κρυπτοστοιχεία των πελατών του να τηρούνται χωριστά από τα δικά του κρυπτοστοιχεία.

42.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο εάν δεν διαχωρίζει νομικά τα φυλασσόμενα κρυπτοστοιχεία από την περιουσία του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων προς το συμφέρον των πελατών του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων και εάν τα φυλασσόμενα κρυπτοστοιχεία δεν διαχωρίζονται λειτουργικά από την περιουσία του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

43.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει φύλαξη και διαχείριση κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 75 παράγραφος 9 εάν δεν χρησιμοποιεί άλλους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που έχουν λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 59 όταν χρησιμοποιεί άλλους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων για την παροχή φύλαξης και διαχείρισης κρυπτοστοιχείων ή δεν ενημερώνει σχετικά τους πελάτες του.

44.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 1 εάν δεν θεσπίζει, διατηρεί και εφαρμόζει σαφείς και διαφανείς κανόνες λειτουργίας για την πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται και εάν δεν καθορίζει στους κανόνες λειτουργίας τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως η) του εν λόγω άρθρου.

45.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι, πριν από την εισαγωγή ενός κρυπτοστοιχείου προς διαπραγμάτευση, το κρυπτοστοιχείο συμμορφώνεται με τους κανόνες λειτουργίας της πλατφόρμας διαπραγμάτευσης και δεν έχει αξιολογήσει την καταλληλότητα του εν λόγω κρυπτοστοιχείου.

46.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 4 εάν δεν καταρτίζει τους κανόνες λειτουργίας της πλατφόρμας διαπραγμάτευσης σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους καταγωγής ή σε γλώσσα ευρέως διαδεδομένη στον διεθνή χρηματοοικονομικό τομέα.

47.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 5 εάν διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό στην πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται.

48.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 6 εάν καταρτίζει αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό χωρίς τη συγκατάθεση του πελάτη του.

49.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 7 εάν δεν διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλίζει ότι το σύστημα διαπραγμάτευσής του συμμορφώνεται με το άρθρο 76 παράγραφος 7 στοιχεία α) έως η).

50.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 8 εάν δεν ενημερώνει την ESMA όταν εντοπίζει περιστατικά κατάχρησης της αγοράς ή προσπάθειες κατάχρησης της αγοράς που διαπράττεται στο σύστημα διαπραγμάτευσής του ή μέσω αυτού.

51.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 9 εάν δεν διαθέτει στο κοινό σε συνεχή βάση κατά τη διάρκεια του ωραρίου διαπραγμάτευσης τις τιμές αγοράς και πώλησης και το βάθος του συναλλακτικού ενδιαφέροντος που ανακοινώνονται για τα κρυπτοστοιχεία μέσω της πλατφόρμας διαπραγμάτευσής του.

52.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 10 εάν δεν δημοσιοποιεί, όσο πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο είναι τεχνικά εφικτό, την τιμή, τον όγκο και τον χρόνο των συναλλαγών που καταρτίζονται επί κρυπτοστοιχείων που τελούν υπό διαπραγμάτευση στις πλατφόρμες διαπραγμάτευσής του.

53.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 11 εάν δεν θέτει στη διάθεση του κοινού, δωρεάν 15 λεπτά μετά τη δημοσίευσή τους, τις πληροφορίες που δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 76 παράγραφοι 9 και 10.

54.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 12 εάν δεν εκκινεί τον οριστικό διακανονισμό συναλλαγής κρυπτοστοιχείων στο κατανεμημένο καθολικό εντός 24 ωρών μετά την εκτέλεση της συναλλαγής στην πλατφόρμα διαπραγμάτευσης ή, στην περίπτωση συναλλαγών που διακανονίζονται εκτός του κατανεμημένου καθολικού, το αργότερο έως το κλείσιμο της ημέρας.

55.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 13 εάν δεν μεριμνά ώστε η διάρθρωση χρεώσεών του να είναι διαφανής, δίκαιη και χωρίς διακρίσεις, και να μην παρέχει κίνητρα για εισαγωγή, τροποποίηση ή ακύρωση εντολών ή για την εκτέλεση συναλλαγών με τρόπο που συμβάλλει σε συνθήκες μη εύρυθμης διεξαγωγής συναλλαγών ή σε κατάχρηση της αγοράς όπως αναφέρεται στον τίτλο VI.

56.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 76 παράγραφος 14 εάν δεν διατηρεί πόρους και δεν διαθέτει εφεδρικές εγκαταστάσεις.

57.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που ανταλλάσσει κρυπτοστοιχεία έναντι χρηματικών ποσών ή άλλων κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 77 παράγραφος 1 εάν δεν θεσπίζει αμερόληπτη εμπορική πολιτική η οποία προσδιορίζει, συγκεκριμένα, το είδος των πελατών με τους οποίους συμφωνεί να συναλλάσσεται και τους όρους που πρέπει να πληρούν αυτοί οι πελάτες.

58.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που ανταλλάσσει κρυπτοστοιχεία έναντι χρηματικών ποσών ή άλλων κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 77 παράγραφος 2 εάν δεν δημοσιεύει σταθερή τιμή των κρυπτοστοιχείων ή μέθοδο για τον καθορισμό της τιμής των κρυπτοστοιχείων που προτείνει προς ανταλλαγή έναντι χρηματικών ποσών ή άλλων κρυπτοστοιχείων, και τυχόν εφαρμοστέο όριο που καθορίζεται από αυτόν για το προς ανταλλαγή ποσό.

59.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που ανταλλάσσει κρυπτοστοιχεία έναντι χρηματικών ποσών ή άλλων κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 77 παράγραφος 3 εάν δεν εκτελεί τις εντολές των πελατών στις τιμές που εμφανίζονται τη στιγμή που οριστικοποιείται η εντολή ανταλλαγής και εάν δεν ενημερώνει τους πελάτες του σχετικά με τους όρους βάσει των οποίων η εντολή τους θεωρείται οριστική.

60.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που ανταλλάσσει κρυπτοστοιχεία έναντι χρηματικών ποσών ή άλλων κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 77 παράγραφος 4 εάν δεν δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές που ολοκληρώνει.

61.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 1 εάν δεν λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτύχει, κατά την εκτέλεση εντολών, το βέλτιστο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες του.

62.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 2 εάν δεν θεσπίζει και δεν εφαρμόζει αποτελεσματικές ρυθμίσεις εκτέλεσης που να του επιτρέπουν να συμμορφώνεται με το άρθρο 78 παράγραφος 1, να εξασφαλίζει την έγκαιρη, δίκαιη και ταχεία εκτέλεση των εντολών των πελατών και να αποτρέπει την κατάχρηση πληροφοριών που αφορούν εντολές πελατών από τους υπαλλήλους του.

63.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 3 εάν δεν παρέχει στους πελάτες του κατάλληλες και σαφείς πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που αναφέρεται στο άρθρο 78 παράγραφος 2 και δεν επεξηγεί σαφώς, με επαρκείς λεπτομέρειες και με τρόπο εύκολα κατανοητό από τους πελάτες, τον τρόπο με τον οποίο εκτελεί τις εντολές των πελατών και εάν δεν λαμβάνει εκ των προτέρων τη συναίνεση έκαστου πελάτη τους όσον αφορά την πολιτική εκτέλεσης εντολών.

64.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 4 εάν δεν είναι σε θέση να αποδεικνύει στους πελάτες του, κατόπιν αιτήματός τους, ότι έχει εκτελέσει τις εντολές τους σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών τους, και δεν είναι σε θέση να αποδεικνύει στην ESMA, κατόπιν αιτήματός της, τη συμμόρφωσή του προς το άρθρο 78.

65.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 5 εάν δεν ενημερώνει τους πελάτες του σχετικά με τη δυνατότητα εκτέλεσης εντολών πελατών εκτός πλατφόρμας διαπραγμάτευσης, όταν η πολιτική εκτέλεσης προβλέπει τη δυνατότητα αυτή, και εάν δεν λαμβάνει την προηγούμενη ρητή συναίνεση των πελατών του πριν προχωρήσει στην εκτέλεση των εντολών τους εκτός πλατφόρμας διαπραγμάτευσης.

66.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που εκτελεί εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 78 παράγραφος 6 εάν δεν παρακολουθεί σε τακτική βάση την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων και της πολιτικής του ως προς την εκτέλεση εντολών και εάν δεν ειδοποιεί τους πελάτες του με τους οποίους έχει διαρκή πελατειακή σχέση για κάθε ουσιαστική αλλαγή των ρυθμίσεων ή την πολιτική που ακολουθεί ως προς την εκτέλεση εντολών.

67.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που τοποθετεί κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 79 παράγραφος 1 εάν δεν κοινοποιεί στον προσφέροντα, στον επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση ή σε οποιονδήποτε τρίτο που ενεργεί για λογαριασμό τους, πριν από τη σύναψη συμφωνίας με αυτούς, το είδος της εξεταζόμενης τοποθέτησης, ενδεικτικό ποσό των αμοιβών συναλλαγής που συνδέονται με την προτεινόμενη τοποθέτηση, τον πιθανό χρόνο, την πιθανή διαδικασία και την πιθανή τιμή, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τους αγοραστές στους οποίους απευθύνεται.

68.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που τοποθετεί κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 79 παράγραφος 1 εάν δεν εξασφαλίζει τη συμφωνία των εκδοτών των εν λόγω κρυπτοστοιχείων ή τρίτου που ενεργεί για λογαριασμό τους όσον αφορά τις πληροφορίες που παρατίθενται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.

69.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 79 παράγραφος 2 εάν δεν περιλαμβάνει στους κανόνες του σχετικά με τις συγκρούσεις συμφερόντων συγκεκριμένες και επαρκείς διαδικασίες για τον εντοπισμό, την πρόληψη, τη διαχείριση και τη δημοσιοποίηση των συγκρούσεων συμφερόντων που ενδέχεται να προκύψουν από την τοποθέτηση κρυπτοστοιχείων σε δικούς του πελάτες, από προτεινόμενη τιμή για την τοποθέτηση κρυπτοστοιχείων που είναι υπερτιμημένη ή υποτιμημένη ή από την καταβολή ή χορήγηση κινήτρων, συμπεριλαμβανομένων μη χρηματικών κινήτρων, από τον προσφέροντα.

70.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που λαμβάνει και διαβιβάζει εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 1 εάν δεν θεσπίζει και εφαρμόζει διαδικασίες και ρυθμίσεις που παρέχουν άμεση και ορθή διαβίβαση των εντολών των πελατών για εκτέλεση σε πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

71.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που λαμβάνει και διαβιβάζει εντολές σχετικά με κρυπτοστοιχεία για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 80 παράγραφος 2 εάν λαμβάνει αμοιβή, έκπτωση ή μη χρηματικά οφέλη ως αντάλλαγμα για να κατευθύνει εντολές των πελατών σε συγκεκριμένη πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων.

72.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει συμβουλές σχετικά με κρυπτοστοιχεία ή παρέχει διαχείριση χαρτοφυλακίου κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 1 εάν δεν αξιολογεί κατά πόσον οι υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων ή τα κρυπτοστοιχεία είναι κατάλληλα για τους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες του.

73.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει συμβουλές σχετικά με κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 2 εάν δεν ενημερώνει τους δυνητικούς πελάτες, εγκαίρως πριν από την παροχή συμβουλών σχετικά με κρυπτοστοιχεία, αν οι συμβουλές παρέχονται σε ανεξάρτητη βάση ή στηρίζονται σε ευρεία ή πιο περιορισμένη ανάλυση των διαφόρων κρυπτοστοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του αν οι συμβουλές περιορίζονται σε κρυπτοστοιχεία που εκδίδονται ή προσφέρονται από οντότητες που έχουν στενούς δεσμούς με τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή οποιεσδήποτε άλλες νομικές ή οικονομικές σχέσεις, όπως συμβατικές σχέσεις, που ενέχουν τον κίνδυνο να υπονομεύσουν την ανεξαρτησία των παρεχόμενων συμβουλών.

74.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει διαχείριση χαρτοφυλακίου κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 3 εάν αποδέχεται και παρακρατεί τέλη, προμήθειες ή άλλα χρηματικά ή μη χρηματικά οφέλη που καταβάλλονται ή παρέχονται από εκδότη, προσφέροντα, επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, ή από τρίτο μέρος, ή από άτομο που ενεργεί για λογαριασμό τρίτου μέρους, σε σχέση με την παροχή διαχείρισης χαρτοφυλακίου κρυπτοστοιχείων στους πελάτες του.

75.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει συμβουλές σχετικά με κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 4 εάν δεν παρέχει στους δυνητικούς πελάτες πληροφορίες σχετικά με όλα τα κόστη και τις σχετιζόμενες επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένου του κόστους παροχής συμβουλών.

76.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει συμβουλές σχετικά με κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 9 εάν δεν προειδοποιεί τους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες για τα διάφορα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 81 παράγραφος 9 στοιχεία α) έως ε).

77.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει συμβουλές σχετικά με κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 81 παράγραφος 10 εάν δεν θεσπίζει, διατηρεί και εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες που του επιτρέπουν να συλλέγει και να αξιολογεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 81 παράγραφος 1 για κάθε πελάτη.

78.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που παρέχει υπηρεσίες μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό πελατών παραβαίνει το άρθρο 82 παράγραφος 1 εάν δεν συνάπτει συμφωνία με τους πελάτες του για τον καθορισμό των καθηκόντων και των ευθυνών του και εάν δεν περιλαμβάνει σε αυτή τουλάχιστον τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 82 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε).

79.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 88 παράγραφος 1, εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 88 παράγραφος 2, εφόσον δεν ενημερώνει το κοινό το συντομότερο δυνατόν σχετικά με τις προνομιακές πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 87, οι οποίες αφορούν άμεσα έναν εκδότη του οποίου τα κρυπτοστοιχεία προσφέρονται, κατά τρόπο που επιτρέπει την ταχεία πρόσβαση και την πλήρη, ορθή και έγκαιρη αξιολόγηση των πληροφοριών από το κοινό.

80.Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβαίνει το άρθρο 89 παράγραφος 2 εάν συμμετέχει ή επιχειρεί να συμμετάσχει σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή σε χρήση προνομιακής πληροφορίας σχετικά με κρυπτοστοιχεία για την απόκτηση ή τη διάθεση των εν λόγω κρυπτοστοιχείων, άμεσα ή έμμεσα, είτε για ίδιο λογαριασμό είτε για λογαριασμού τρίτου.

81.Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβαίνει το άρθρο 89 παράγραφος 2 εάν συστήσει σε άλλο πρόσωπο να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας ή παροτρύνει άλλο πρόσωπο να προβεί σε κατάχρηση προνομιακής πληροφορίας.

82.Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατέχει προνομιακές πληροφορίες σχετικά με κρυπτοστοιχεία παραβαίνει το άρθρο 89 παράγραφος 3 εάν συστήσει σε άλλο πρόσωπο ή το παροτρύνει να αποκτήσει ή να διαθέσει κρυπτοστοιχεία ή να ακυρώσει ή να τροποποιήσει εντολή που αφορά κρυπτοστοιχεία.

83.Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβαίνει το άρθρο 90 παράγραφος 1 εάν γνωστοποιήσει παράνομα προνομιακή πληροφορία σε άλλο πρόσωπο, εκτός εάν η εν λόγω γνωστοποίηση λαμβάνει χώρα κατά τη συνήθη άσκηση εργασίας, επαγγέλματος ή καθηκόντων.

84.Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο παραβαίνει το άρθρο 91 παράγραφος 1 αν προβεί ή επιχειρήσει να προβεί σε χειραγώγηση της αγοράς, όπως περιγράφεται στο άρθρο 91 παράγραφοι 2 και 3.

85.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 92 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει αποτελεσματικά συστήματα και διαδικασίες για την πρόληψη και τον εντοπισμό κατάχρησης της αγοράς.

86.Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων παραβαίνει το άρθρο 92 παράγραφος 1 εάν δεν αναφέρει στην ESMA κάθε εύλογη υπόνοια σχετικά με εντολή ή συναλλαγή, συμπεριλαμβανομένης τυχόν ακύρωσης ή τροποποίησης της, και άλλες πτυχές της λειτουργίας της τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού, όπως ο μηχανισμός συναίνεσης, εφόσον ενδέχεται να υφίστανται περιστάσεις που υποδεικνύουν ότι έχει διαπραχθεί, διαπράττεται ή ενδέχεται να διαπραχθεί κατάχρηση της αγοράς.».



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 τροποποιείται ως εξής:

α)    ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΒΑΣΕΩΝ»·

β)    προστίθενται τα ακόλουθα τμήματα Δ και Ε:

«ΤΜΗΜΑ Δ

Κατάλογος των παραβάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 11β

I. Παραβάσεις που αφορούν τη συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 6 παράγραφος 3 εάν δεν καθιερώσει διαδικασίες που διευκολύνουν τον διακανονισμό των συναλλαγών κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 6 παράγραφος 4 εάν δεν λάβει μέτρα για να παροτρύνει και να δώσει κίνητρα για τον έγκαιρο διακανονισμό των συναλλαγών από τους συμμετέχοντες σε αυτό·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 7 παράγραφος 1 εάν δεν καθιερώσει σύστημα που παρακολουθεί τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού των συναλλαγών·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 7 παράγραφος 1 εάν δεν υποβάλλει τακτικές αναφορές όσον αφορά τον αριθμό και τα στοιχεία των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού και τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες περιλαμβανομένων των μέτρων που εξετάζει το ΚΑΤ και οι συμμετέχοντες σε αυτό για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 7 παράγραφος 2 εάν δεν καθιερώνει διαδικασίες που διευκολύνουν τον διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, οι οποίες δεν έχουν διακανονιστεί κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού·

στ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 7 παράγραφος 2 εάν δεν καθιερώνει μηχανισμό κυρώσεων ο οποίος λειτουργεί ως αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο για τους συμμετέχοντες που προκαλούν αδυναμία διακανονισμού.

II. Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις για την απόκτηση άδειας λειτουργίας ή επικύρωσης

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 16 εάν αρχίσει τις δραστηριότητές του χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 16 εάν δεν συμμορφώνεται, ανά πάσα στιγμή, με τους όρους της άδειας λειτουργίας·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 17 εάν δεν συμμορφώνεται με τη διαδικασία που προβλέπεται σε αυτό για τις σχετικές αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 19 εάν επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες, εάν αναθέσει εξωτερικά βασική υπηρεσία ή εάν δημιουργήσει διαλειτουργική σύνδεση χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 19α εάν αναθέσει μια βασική υπηρεσία σε άλλο ΚΑΤ εντός του ομίλου του χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη άδεια σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·

στ) σημαντικό ΚΑΤ αποκτά τις άδειες που απαιτούνται κατά τα άρθρα 16 και 54 βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 57 παράγραφος 1 στοιχείο β).

III Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις αναφοράς

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 22 εάν δεν παρέχει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τους σκοπούς της επανεξέτασης και της αξιολόγησης, συμπεριλαμβανομένων των περιοδικών πληροφοριών, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 22α εάν δεν καταρτίσει και δεν υποβάλει στην ΕΑΚΑΑ κατάλληλα σχέδια για την ανάκαμψη και την εύτακτη εκκαθάρισή του σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο·

IV. Παραβάσεις που αφορούν οργανωτικές απαιτήσεις, συγκρούσεις συμφερόντων ή κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει άρτιο πλαίσιο διακυβέρνησης που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινή, διαφανή και συνεπή κατανομή των αρμοδιοτήτων, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και ενδεδειγμένες πολιτικές αποδοχών και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 2 εάν παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σε άλλα ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α χωρίς να έχει θεσπίσει σαφείς κανόνες και διαδικασίες για την αντιμετώπιση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων και τον μετριασμό του κινδύνου διακριτικής μεταχείρισης έναντι των εν λόγω άλλων ΚΑΤ και των συμμετεχόντων σε αυτά·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 3 εάν δεν διατηρεί και δεν εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για τον εντοπισμό και τη διαχείριση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτό ή των πελατών του και του ίδιου του ΚΑΤ, και εάν δεν διατηρεί και δεν εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες εξυγίανσης κάθε φορά που προκύπτει πιθανή σύγκρουση συμφερόντων·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 4 εάν δεν δημοσιοποιεί τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής του και τους κανόνες που διέπουν τη δραστηριότητά του·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 5 εάν δεν διαθέτει κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες που επιτρέπουν στους υπαλλήλους του να επισημαίνουν ενδεχόμενες παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού μέσω ειδικού διαύλου·

στ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 6 εάν δεν υπόκειται σε τακτικούς και ανεξάρτητους ελέγχους ή εάν δεν γνωστοποιεί τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων στο διοικητικό όργανο ή δεν τα θέτει στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και, σε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο να ληφθεί υπόψη πιθανή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μελών της επιτροπής χρηστών και του εν λόγω ΚΑΤ, της επιτροπής χρηστών·

ζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 1 εάν δεν μεριμνά ώστε τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του να διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας για να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του εν λόγω ΚΑΤ·

η) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι τουλάχιστον το ένα τρίτο, αλλά όχι λιγότερα από δύο, από τα μέλη του διοικητικού του οργάνου είναι ανεξάρτητα·

θ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 3 εάν συνδέει την αμοιβή των ανεξάρτητων και λοιπών μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού οργάνου με τις επιχειρηματικές επιδόσεις του εν λόγω ΚΑΤ·

ι) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 4 εάν δεν διασφαλίζει ότι το διοικητικό του όργανο απαρτίζεται από κατάλληλα μέλη που διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και κατάλληλο συνδυασμό δεξιοτήτων, πείρας και γνώσεων σχετικά με την οντότητα και με την αγορά, ή εάν δεν διασφαλίζει ότι τα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού οργάνου καθορίζουν στόχο όσον αφορά την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο και θεσπίζουν πολιτική για την αύξηση του αριθμού των εκπροσώπων του φύλου αυτού στο διοικητικό όργανο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος, ή εάν δεν διασφαλίζει τη δημοσιοποίηση του στόχου, της πολιτικής και της υλοποίησής της·

ια) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 5 εάν δεν καθορίζει σαφώς τον ρόλο και τις αρμοδιότητες του διοικητικού οργάνου σύμφωνα με το σχετικό εθνικό δίκαιο ή εάν δεν θέτει τα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και του ελεγκτή κατόπιν αιτήματος·

ιβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27 παράγραφος 11 εάν δεν παρέχει στην ΕΑΚΑΑ πληροφορίες σχετικά με την κυριότητα του εν λόγω ΚΑΤ, καθώς και την ταυτότητα και την κλίμακα των συμφερόντων οποιουδήποτε προσώπου έχει ειδική συμμετοχή στο ΚΑΤ, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες ή τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων κυριότητας που έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του ελέγχου του εν λόγω ΚΑΤ·

ιγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 27α παράγραφος 1 εάν δεν κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τυχόν μεταβολές στη διοίκησή του ή δεν παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει τη συμμόρφωσή του με το άρθρο 27 παράγραφοι 1 έως 5·

ιδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 1 εάν δεν συγκροτεί επιτροπές χρηστών για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, εάν δεν διασφαλίζει ότι η εν λόγω επιτροπή χρηστών απαρτίζεται από εκπροσώπους των εκδοτών και των συμμετεχόντων στα εν λόγω συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ή εάν δεν διασφαλίζει ότι οι συμβουλές της εν λόγω επιτροπής χρηστών είναι ανεξάρτητες από οποιαδήποτε άμεση επιρροή της διοίκησης του εν λόγω ΚΑΤ·

ιε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 2 εάν δεν καθορίζει χωρίς να εισάγει διακρίσεις την εντολή κάθε συγκροτούμενης επιτροπής χρηστών, τις αναγκαίες ρυθμίσεις διακυβέρνησης για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της και των λειτουργικών της διαδικασιών, καθώς και τα κριτήρια αποδοχής και τον μηχανισμό εκλογής των μελών της, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τις ρυθμίσεις διακυβέρνησης, ή εάν δεν διασφαλίζει ότι η επιτροπή χρηστών υποβάλλει αναφορές απευθείας στο διοικητικό όργανο και πραγματοποιεί τακτικές συνεδριάσεις·

ιστ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφοι 3 και 4 εάν δεν επιτρέπει στις επιτροπές χρηστών να συμβουλεύουν το διοικητικό όργανο σχετικά με βασικές ρυθμίσεις που έχουν αντίκτυπο στα μέλη τους, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων αποδοχής εκδοτών ή συμμετεχόντων στα αντίστοιχα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τους και σε επίπεδο υπηρεσιών, ή εάν δεν επιτρέπει στις επιτροπές χρηστών να υποβάλλουν μη δεσμευτικές γνωμοδοτήσεις στο διοικητικό συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση όσον αφορά τη διάρθρωση των τιμών του εν λόγω ΚΑΤ·

ιζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 28 παράγραφος 6 εάν δεν ενημερώνει πάραυτα την ΕΑΚΑΑ και την επιτροπή χρηστών σχετικά με κάθε απόφαση όπου το διοικητικό όργανο αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής χρηστών·

ιη) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 1 εάν δεν διατηρεί, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών, όλα τα αρχεία που αφορούν τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τις ασκηθείσες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των επικουρικών υπηρεσιών που αναφέρονται στα τμήματα Β και Γ του παραρτήματος, ώστε η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση να παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

ιθ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 1α εάν δεν απαιτεί από τους εκδότες να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν στο εν λόγω ΚΑΤ έγκυρο αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας (LEI)·

κ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 29 παράγραφος 2 εάν δεν θέτει, κατόπιν αιτήματος, τα αρχεία που αναφέρονται στο άρθρο 29 παράγραφος 1 στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και κάθε άλλης δημόσιας αρχής η οποία δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου του κράτους μέλους καταγωγής του εν λόγω ΚΑΤ έχει την εξουσία να απαιτεί πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία, με σκοπό την εκτέλεση της αποστολής τους·

κα) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 2 εάν δεν ορίζει σε γραπτή συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών, και εάν δεν διασφαλίζει ότι η συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης επιτρέπει στο εν λόγω ΚΑΤ να καταγγείλει τη συμφωνία·

κβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 3 εάν δεν θέτει στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρχών, κατόπιν αιτήματος, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση των ανατεθέντων καθηκόντων προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

κγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 30 παράγραφος 4 εάν δεν κοινοποιήσει στην ΕΑΚΑΑ την εξωτερική ανάθεση των υπηρεσιών που αναφέρονται στο τμήμα Β του παραρτήματος πριν από την υλοποίηση της εν λόγω εξωτερικής ανάθεσης και εάν δεν παράσχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ να αξιολογήσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο εν λόγω άρθρο·

κδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 32 εάν δεν έχει σαφώς καθορισμένους στόχους και σκοπούς που είναι εφικτοί, για παράδειγμα στους τομείς των επιπέδων ελάχιστης εξυπηρέτησης, των προσδοκιών σχετικά με τη διαχείριση κινδύνου και των επιχειρηματικών προτεραιοτήτων και εάν δεν διαθέτει διαφανείς κανόνες για τον χειρισμό των παραπόνων·

κε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 1 εάν δεν έχει δημοσιοποιήσει κριτήρια συμμετοχής που επιτρέπουν ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση σε όλα τα νομικά πρόσωπα που προτίθενται να γίνουν συμμετέχοντες και εάν δεν διασφαλίζει ότι τα εν λόγω κριτήρια είναι διαφανή, αντικειμενικά και αμερόληπτα, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση στο ΚΑΤ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ομαλή λειτουργία των αγορών, και εάν δεν διασφαλίζει ότι τα κριτήρια που περιορίζουν την πρόσβαση επιτρέπονται μόνο στον βαθμό που στόχος τους είναι ο δικαιολογημένος έλεγχος συγκεκριμένου κινδύνου για το εν λόγω ΚΑΤ·

κστ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 2 εάν δεν επεξεργάζεται αμέσως τα αιτήματα πρόσβασης, δίδοντας απάντηση στα εν λόγω αιτήματα το αργότερο εντός ενός μηνός, και δεν δημοσιοποιεί τις διαδικασίες επεξεργασίας των αιτημάτων πρόσβασης·

κζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 3 εάν αρνηθεί την πρόσβαση σε συμμετέχοντα που πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1, χωρίς δέουσα γραπτή δικαιολόγηση και χωρίς να βασίζει την εν λόγω άρνηση σε συνολική ανάλυση κινδύνου·

κη) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 33 παράγραφος 4 εάν δεν διαθέτει αντικειμενικές και διαφανείς διαδικασίες για την αναστολή και την ομαλή αποχώρηση των συμμετεχόντων οι οποίοι δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια συμμετοχής που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 1·

κθ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 1 εάν δεν δημοσιοποιεί τις σχετικές τιμές και τα τέλη για τις βασικές παρεχόμενες υπηρεσίες που παρατίθενται στο τμήμα Α του παραρτήματος, για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, καθώς και για καθεμία από τις άλλες βασικές υπηρεσίες που παρέχει, ή εάν δεν δημοσιοποιεί τις τιμές και τα τέλη για κάθε υπηρεσία και λειτουργία που παρέχεται χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και των όρων παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων, ή εάν δεν επιτρέπει στους πελάτες του χωριστή πρόσβαση στις συγκεκριμένες παρεχόμενες υπηρεσίες·

λ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 2 εάν δεν δημοσιεύει τον τιμοκατάλογό του ώστε να διευκολύνει τη σύγκριση των προσφορών και δεν επιτρέπει στους πελάτες να προβλέπουν την τιμή που θα πρέπει να καταβάλουν για τη χρήση των υπηρεσιών·

λα) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 3 εάν δεν δεσμεύεται από τη δημοσιευμένη πολιτική τιμολόγησής του για τις βασικές του υπηρεσίες·

λβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 4 εάν δεν παρέχει στους πελάτες του πληροφορίες που επιτρέπουν την αντιπαραβολή του τιμολογίου με τους δημοσιευμένους τιμοκαταλόγους·

λγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 5 εάν δεν παρέχει σε όλους τους πελάτες πληροφορίες που τους επιτρέπουν να αξιολογήσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες·

λδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 6 εάν δεν τηρεί χωριστούς λογαριασμούς για το κόστος και τα έσοδα των παρεχόμενων βασικών υπηρεσιών και δεν κοινοποιεί τις σχετικές πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ·

λε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 7 εάν δεν τηρεί λογαριασμούς για το κόστος και τα έσοδα για το σύνολο των παρεχόμενων επικουρικών υπηρεσιών και δεν κοινοποιεί τις σχετικές πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ·

λστ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 34 παράγραφος 8 εάν δεν τηρεί αναλυτικούς λογαριασμούς των δραστηριοτήτων του και δεν διαχωρίζει, στους εν λόγω λογαριασμούς, τα έξοδα και τα έσοδα που συνδέονται με καθεμία από τις βασικές υπηρεσίες του από το κόστος και τα έσοδα που συνδέονται με τις επικουρικές υπηρεσίες.

V. Παραβάσεις σχετικά με τις απαιτήσεις για τις υπηρεσίες ΚΑΤ

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 36 εάν δεν διαθέτει κατάλληλους κανόνες και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων άρτιων λογιστικών πρακτικών και ελέγχων, ώστε να συμβάλλει στη διασφάλιση της ακεραιότητας των εκδόσεων αξιογράφων, στην ελαχιστοποίηση και διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη φύλαξη και τον διακανονισμό των συναλλαγών σε αξιόγραφα, για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 37 εάν δεν λαμβάνει κατάλληλα μέτρα αντιστοίχισης για να επαληθεύσει ότι ο αριθμός των αξιογράφων που απαρτίζουν μια έκδοση αξιογράφων ή μέρος μιας έκδοσης αξιογράφων που έχει υποβληθεί στο εν λόγω ΚΑΤ ισούται με το σύνολο των αξιογράφων που έχουν καταχωριστεί στους λογαριασμούς αξιογράφων των συμμετεχόντων του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται το ΚΑΤ και, όπου αρμόζει, στους λογαριασμούς δικαιούχων που τηρούνται από το ΚΑΤ, ή εάν δεν εφαρμόζει τα εν λόγω μέτρα αντιστοίχησης τουλάχιστον καθημερινά·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 2 εάν, όπου κρίνεται σκόπιμο και εάν εμπλέκονται στη διαδικασία αντιστοίχισης για μια συγκεκριμένη έκδοση αξιογράφων άλλες οντότητες, όπως ο εκδότης, οι υπεύθυνοι μητρώου, οι φορείς έκδοσης, οι φορείς μεταβίβασης, τα κοινά αποθετήρια, άλλα ΚΑΤ ή άλλες οντότητες, δεν καθιερώνει επαρκή μέτρα συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών με τις εν λόγω οντότητες, ώστε να διατηρηθεί η ακεραιότητα της έκδοσης·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 3 εάν επιτρέπει υπεραναλήψεις αξιογράφων, τα χρεωστικά υπόλοιπα ή τη δημιουργία αξιογράφων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του εν λόγω ΚΑΤ·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 1 εάν δεν τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που του επιτρέπουν, οποτεδήποτε και χωρίς καθυστέρηση, να διαχωρίζει στους λογαριασμούς με το ΚΑΤ, τα αξιόγραφα ενός συμμετέχοντος από τα αξιόγραφα οποιουδήποτε άλλου συμμετέχοντος και, εάν συντρέχει περίπτωση, από τα στοιχεία ενεργητικού του ιδίου του ΚΑΤ·

στ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 2 εάν δεν τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε συμμετέχοντα να διαχωρίζει τα αξιόγραφά του από τα αξιόγραφα των πελατών του·

ζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 3 εάν δεν τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν τον συνολικό διαχωρισμό πελατών·

η) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 4 εάν δεν τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν τον διαχωρισμό ανά πελάτη·

θ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 6 εάν δεν δημοσιοποιεί τα επίπεδα προστασίας και τα κόστη που συνδέονται με τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού που παρέχει, ή εάν δεν προσφέρει τις εν λόγω υπηρεσίες υπό εύλογους εμπορικούς όρους, ή εάν δεν διασφαλίζει ότι οι λεπτομέρειες των διαφόρων επιπέδων διαχωρισμού περιλαμβάνουν περιγραφή των κυριότερων νομικών συνεπειών του αντίστοιχου προσφερόμενου επιπέδου διαχωρισμού, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το εφαρμοστέο δίκαιο περί αφερεγγυότητας στην οικεία δικαιοδοσία·

ι) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 7 εάν χρησιμοποιεί για οποιονδήποτε σκοπό αξιόγραφα που δεν ανήκουν σε αυτό, ή εάν χρησιμοποιεί αξιόγραφα συμμετέχοντος χωρίς να έχει λάβει τη ρητή εκ των προτέρων συγκατάθεση του εν λόγω συμμετέχοντος, ή εάν δεν απαιτεί από τους συμμετέχοντες σε αυτό να εξασφαλίζουν την απαραίτητη εκ των προτέρων συγκατάθεση από τους πελάτες τους·

ια) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 1 εάν δεν διασφαλίζει ότι το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται προσφέρει επαρκή προστασία στους συμμετέχοντες·

ιβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται καθορίζει τον χρόνο εισαγωγής των εντολών μεταβίβασης και τον χρόνο κατά τον οποίο γίνονται αμετάκλητες οι εντολές αυτές στο εν λόγω σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, σύμφωνα με τον [κανονισμό (ΕΕ) …/… για το αμετάκλητο του διακανονισμού]·

ιγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 3 εάν δεν δημοσιοποιεί τους κανόνες που διέπουν το αμετάκλητο των μεταβιβάσεων αξιογράφων και μετρητών σε ένα σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

ιδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 5 εάν δεν λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει ότι, σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 3, το αμετάκλητο των μεταβιβάσεων αξιογράφων και μετρητών που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 3 επιτυγχάνεται είτε σε πραγματικό χρόνο είτε στη διάρκεια της ημέρας και, οπωσδήποτε, το αργότερο μέχρι τη λήξη της εργάσιμης ημέρας της πραγματικής ημερομηνίας διακανονισμού·

ιε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 6 εάν δεν διασφαλίζει ότι οι εισπράξεις μετρητών από διακανονισμούς αξιογράφων είναι διαθέσιμες για τους αποδέκτες το αργότερο μέχρι τη λήξη της εργάσιμης ημέρας της προβλεπόμενης ημερομηνίας διακανονισμού, όταν το εν λόγω ΚΑΤ προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 3·

ιστ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 39 παράγραφος 7 εάν δεν διασφαλίζει ότι όλες οι συναλλαγές αξιογράφων έναντι πληρωμής με μετρητά ή με μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος μεταξύ άμεσων συμμετεχόντων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ και διακανονίζονται σε αυτό το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων διακανονίζονται βάσει συστήματος ταυτόχρονης παράδοσης και πληρωμής («σύστημα DVP»)·

ιζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 40 παράγραφος 1 εάν δεν διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του σε χρήμα κεντρικής τράπεζας, όποτε αυτό είναι εφικτό και λειτουργικό·

ιη) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 40 παράγραφος 2 εάν δεν συνδέεται απευθείας με κοινή υποδομή διακανονισμού ενσωματωμένη σε συστήματα διακανονισμού κεντρικής τράπεζας σε συνεχή χρόνο που τελούν υπό τη διαχείριση της Ένωσης και εάν δεν προσφέρει στους συμμετέχοντες σε αυτό τη δυνατότητα να διακανονίζουν τις συναλλαγές τους σε νομίσματα διαθέσιμα στην εν λόγω πλατφόρμα σε λογαριασμούς που ανοίγονται στην εν λόγω πλατφόρμα, όταν το εν λόγω ΚΑΤ προσφέρεται να διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του σε νόμισμα διαθέσιμο στην εν λόγω πλατφόρμα·

ιθ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 40 παράγραφος 3 εάν προσφέρεται να διακανονίσει τις πληρωμές τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων με τρόπο διαφορετικό από εκείνους που απαριθμούνται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, όταν το εν λόγω ΚΑΤ δεν διακανονίζει σε χρήμα κεντρικής τράπεζας·

κ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει αποτελεσματικούς και σαφώς καθορισμένους κανόνες και διαδικασίες για τη διαχείριση της αθέτησης υποχρέωσης ενός ή περισσοτέρων συμμετεχόντων, διασφαλίζοντας ότι το εν λόγω ΚΑΤ μπορεί να λάβει εγκαίρως μέτρα για τον περιορισμό των ζημιών και των πιέσεων ρευστότητας και να εξακολουθήσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του·

κα) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 2 εάν δεν θέτει τους κανόνες και τις σχετικές διαδικασίες του περί αθέτησης στη διάθεση του κοινού·

κβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 3 εάν, μαζί με τους συμμετέχοντες και άλλους σχετικούς ενδιαφερομένους, δεν εκτελεί περιοδικούς ελέγχους και δεν επανεξετάζει τις διαδικασίες του περί αθέτησης για να διασφαλίσει ότι είναι λειτουργικές και αποτελεσματικές.

VI. Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 42 εάν δεν θεσπίζει άρτιο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου για την ολοκληρωμένη διαχείριση του νομικού, του επιχειρηματικού, του λειτουργικού και άλλων άμεσων ή έμμεσων κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων περιορισμού των περιπτώσεων απάτης και αμέλειας·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 43 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει κανόνες, διαδικασίες και συμβάσεις που είναι σαφείς και κατανοητές για όλα τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται και για όλες τις λοιπές υπηρεσίες που παρέχει·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 43 παράγραφος 2 εάν δεν σχεδιάζει τους κανόνες, τις διαδικασίες και τις συμβάσεις κατά τρόπο, ώστε να μπορούν να επιβληθούν σε όλες τις σχετικές δικαιοδοσίες, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του συμμετέχοντος·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 43 παράγραφος 3 εάν έχει δραστηριότητες σε διάφορες δικαιοδοσίες χωρίς να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να προσδιορίζει και να μετριάζει τους κινδύνους που προκύπτουν από ενδεχόμενες συγκρούσεις νόμων μεταξύ δικαιοδοσιών·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 44 εάν δεν διαθέτει άρτια συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, καθώς και εργαλεία τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ) για τον προσδιορισμό, την παρακολούθηση και τη διαχείριση των γενικών επιχειρηματικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των ζημιών που προκύπτουν από κακή εκτέλεση της επιχειρηματικής στρατηγικής, από αρνητικές ταμειακές ροές και από λειτουργικά έξοδα·

στ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 1 εάν δεν προσδιορίζει όλες τις πηγές λειτουργικού κινδύνου, εσωτερικές και εξωτερικές, και δεν ελαχιστοποιεί τον αντίκτυπό τους μέσω της ανάπτυξης κατάλληλων εργαλείων, διαδικασιών και πολιτικών ΤΠΕ που έχουν θεσπιστεί και τελούν υπό διαχείριση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, καθώς και μέσω οποιωνδήποτε άλλων σχετικών κατάλληλων εργαλείων, δικλείδων ασφάλειας και διαδικασιών για άλλα είδη λειτουργικού κινδύνου, μεταξύ άλλων για όλα τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται·

ζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 3 εάν δεν διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί, για τις υπηρεσίες που παρέχει καθώς και για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, κατάλληλη πολιτική επιχειρησιακής συνέχειας και σχέδιο ανάκαμψης της λειτουργίας μετά από καταστροφή, συμπεριλαμβανομένων πολιτικής επιχειρησιακής συνέχειας και σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης της λειτουργίας των ΤΠΕ μετά από καταστροφή τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 για να διασφαλίσει τη διατήρηση των υπηρεσιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, σε περίπτωση γεγονότων που συνεπάγονται σημαντικό κίνδυνο διαταραχής των λειτουργιών·

η) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 4 εάν δεν διασφαλίζει ότι το σχέδιο που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 3 προβλέπει την αποκατάσταση όλων των συναλλαγών και των θέσεων των συμμετεχόντων κατά τον χρόνο της διακοπής, ώστε να μπορέσουν οι συμμετέχοντες του ΚΑΤ να εξακολουθήσουν να λειτουργούν με ασφάλεια και να ολοκληρώσουν τον διακανονισμό στην καθορισμένη ημερομηνία, μεταξύ άλλων διασφαλίζοντας ότι τα κρίσιμα συστήματα ΤΠ μπορούν ταχέως να αποκαταστήσουν τη λειτουργία τους ως είχε κατά τη στιγμή της διαταραχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 παράγραφοι 5 και 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554·

θ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 5 εάν δεν σχεδιάζει και δεν εκτελεί πρόγραμμα δοκιμών των ρυθμίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 45 παράγραφοι 1 έως 4·

ι) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 45 παράγραφος 6 εάν δεν προσδιορίζει, παρακολουθεί και διαχειρίζεται τους κινδύνους που ενδέχεται να συνεπάγονται για τις δραστηριότητές του οι βασικοί συμμετέχοντες στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφελείας, άλλα ΚΑΤ ή άλλες υποδομές της αγοράς, ή εάν δεν παρέχει, κατόπιν αιτήματος, στην ΕΑΚΑΑ και στις σχετικές αρχές πληροφορίες σχετικά με οποιονδήποτε τέτοιον κίνδυνο εντοπιστεί, ή εάν δεν ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ΕΑΚΑΑ και τις σχετικές αρχές σχετικά με οποιαδήποτε περιστατικά που αφορούν τη λειτουργία του, εκτός των συμβάντων που σχετίζονται με κινδύνους ΤΠΕ, και οφείλονται στους εν λόγω κινδύνους·

ια) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 45α εάν δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 45α στοιχεία α) έως ε), όταν διαχειρίζεται το ίδιο βασική υπηρεσία με τη χρήση DLT·

ιβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 1 εάν δεν διατηρεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού του σε κεντρικές τράπεζες, σε πιστωτικά ιδρύματα με άδεια λειτουργίας ή σε ΚΑΤ με άδεια λειτουργίας·

ιγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 2 εάν δεν διαθέτει άμεση πρόσβαση στα στοιχεία ενεργητικού του, όταν απαιτείται·

ιδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 3 εάν δεν επενδύει τους χρηματοοικονομικούς πόρους του μόνον σε χρήμα ή σε άκρως ρευστοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα, με ελάχιστο κίνδυνο αγοράς και πιστωτικό κίνδυνο, και δεν διασφαλίζει ότι οι εν λόγω επενδύσεις είναι ταχέως ρευστοποιήσιμες, με ελάχιστες δυσμενείς επιπτώσεις στις τιμές·

ιε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 5 εάν δεν μεριμνά ώστε η συνολική του έκθεση σε κίνδυνο έναντι οιουδήποτε μεμονωμένου αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος ή αδειοδοτημένου ΚΑΤ στο οποίο διατηρεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού του, να παραμένει εντός αποδεκτών ορίων συγκέντρωσης·

ιστ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 47 παράγραφος 1 εάν δεν κατέχει κεφάλαιο, μαζί με τα αδιανέμητα κέρδη και τα αποθεματικά του ΚΑΤ, το οποίο είναι ανάλογο των κινδύνων που απορρέουν από τις δραστηριότητες του εν λόγω ΚΑΤ και εάν δεν κατέχει κεφάλαιο το οποίο επαρκεί ανά πάσα στιγμή για να διασφαλιστεί ότι το εν λόγω ΚΑΤ διαθέτει επαρκή προστασία έναντι των λειτουργικών και νομικών κινδύνων, των κινδύνων θεματοφυλακής, των επενδυτικών και των επιχειρηματικών κινδύνων, ώστε το εν λόγω ΚΑΤ να μπορεί να συνεχίσει να παρέχει υπηρεσίες ως λειτουργούσα οντότητα και να διασφαλίσει την εύτακτη εκκαθάριση ή αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων του ΚΑΤ εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος, τουλάχιστον έξι μηνών, σε διάφορα σενάρια ακραίων καταστάσεων·

ιζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 47α παράγραφος 1 εάν εφαρμόζει προθεσμιακό καθαρό διακανονισμό χωρίς να καθορίζει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στον εν λόγω μηχανισμό και στον διακανονισμό των καθαρών απαιτήσεων και υποχρεώσεων των συμμετεχόντων·

ιη) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 47α παράγραφος 2 εάν εφαρμόζει προθεσμιακό καθαρό διακανονισμό χωρίς να μετρά, να παρακολουθεί, να διαχειρίζεται και να αναφέρει στις αρμόδιες αρχές τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας που απορρέουν από τον εν λόγω μηχανισμό.

VII. Παραβάσεις που αφορούν τις απαιτήσεις για τις συνδέσεις ΚΑΤ

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 1 εάν δεν προσδιορίζει, αξιολογεί, παρακολουθεί και διαχειρίζεται όλες τις ενδεχόμενες πηγές κινδύνου για το ίδιο και για τους συμμετέχοντες, οι οποίες προκύπτουν από τη σύνδεση ΚΑΤ ή εάν δεν λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό τους πριν από τη δημιουργία σύνδεσης ΚΑΤ·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 2 εάν δημιουργήσει διαλειτουργικές συνδέσεις με άλλα ΚΑΤ χωρίς να λάβει εκ των προτέρων άδεια σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 48β·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 2α εάν δημιουργήσει διαλειτουργικές συνδέσεις που προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση ορισμένων υπηρεσιών τους, σχετικών με τις εν λόγω διαλειτουργικές συνδέσεις σε δημόσια οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 5, ή συνδέσεις ΚΑΤ που δεν είναι διαλειτουργικές, χωρίς να ενημερώσει την ΕΑΚΑΑ πριν από την υλοποίηση των εν λόγω συνδέσεων·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 2γ εάν δημιουργήσει σύνδεση με ΚΑΤ τρίτης χώρας χωρίς να συμμορφώνεται με τους όρους και τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 48, ή εάν δημιουργήσει διαλειτουργική σύνδεση με ΚΑΤ τρίτης χώρας χωρίς να υποβάλει αίτηση χορήγησης άδειας σύμφωνα με το άρθρο 17·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 3 εάν δεν διασφαλίζει ότι μια σύνδεση που έχει δημιουργήσει παρέχει επαρκή προστασία στα συνδεδεμένα ΚΑΤ και τους συμμετέχοντές τους, ιδίως όσον αφορά ενδεχόμενες πιστώσεις τις οποίες λαμβάνουν τα ΚΑΤ και τους κινδύνους συγκέντρωσης και ρευστότητας λόγω της συμφωνίας σύνδεσης, ή εάν δημιουργεί σύνδεση που δεν υποστηρίζεται από κατάλληλες συμβατικές ρυθμίσεις που ορίζουν τα αντίστοιχα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνδεδεμένων ΚΑΤ και, εάν συντρέχει περίπτωση, των συμμετεχόντων των ΚΑΤ, ή εάν θεσπίζει συμβατικές ρυθμίσεις στις οποίες εμπλέκονται διάφορες διασυνοριακές δικαιοδοσίες χωρίς να προβλέπεται σαφής επιλογή του δικαίου που διέπει κάθε πτυχή των δραστηριοτήτων της σύνδεσης·

στ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 4 εάν, σε περίπτωση προσωρινής μεταβίβασης αξιογράφων μεταξύ συνδεδεμένων ΚΑΤ, προβαίνει σε αναμεταβίβαση αξιογράφων πριν καταστεί οριστική η πρώτη μεταβίβαση·

ζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 5 εάν χρησιμοποιεί έμμεση σύνδεση ή διαμεσολαβητή για τη λειτουργία σύνδεσης ΚΑΤ με ένα άλλο ΚΑΤ χωρίς να μετρά, παρακολουθεί και διαχειρίζεται τους πρόσθετους κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση της εν λόγω έμμεσης σύνδεσης ή του διαμεσολαβητή και δεν λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό τους·

η) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 6 εάν δεν διαθέτει άρτιες διαδικασίες αντιστοίχισης ώστε να διασφαλίζει ότι τα αντίστοιχα αρχεία του είναι ακριβή·

θ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 7 εάν δεν επιτρέπει τον διακανονισμό DVP των συναλλαγών μεταξύ συμμετεχόντων σε συνδεδεμένα ΚΑΤ, όποτε αυτό είναι εφικτό και λειτουργικό, ή εάν δεν κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και στις σχετικές αρχές αναλυτικούς λόγους για την τυχόν ύπαρξη σύνδεσης ΚΑΤ που δεν επιτρέπει τον διακανονισμό DVP·

ι) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48 παράγραφος 8 εάν δεν διασφαλίζει ότι τα διαλειτουργικά συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και τα ΚΑΤ που χρησιμοποιούν κοινή υποδομή διακανονισμού καθορίζουν πανομοιότυπες χρονικές στιγμές εισαγωγής των εντολών μεταβίβασης στο σύστημα και αμετάκλητου των εντολών μεταβίβασης ή εάν δεν διασφαλίζει ότι τα εν λόγω συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και τα ΚΑΤ χρησιμοποιούν ισοδύναμους κανόνες όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίον οι μεταβιβάσεις αξιογράφων και μετρητών καθίσταται αμετάκλητες·

ια) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48α παράγραφος 2, όταν η εν λόγω απαίτηση εφαρμόζεται σε αυτό, εάν δεν δημιουργεί και δεν διατηρεί διμερή σύνδεση με καθέναν από τους άλλους κόμβους ΚΑΤ·

ιβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48α παράγραφος 3, όταν η εν λόγω απαίτηση εφαρμόζεται σε αυτό, εάν δεν δημιουργεί και δεν διατηρεί διμερή σύνδεση με κόμβο ΚΑΤ·

ιγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48α παράγραφος 5 εάν δεν διασφαλίζει ότι όλα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται σε καθένα από τα ΚΑΤ που συμμετέχουν σε διμερή σύνδεση η οποία έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 48α παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση, είναι διαθέσιμα για διακανονισμό μέσω της εν λόγω διμερούς σύνδεσης·

ιδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 48β εάν δημιουργήσει διαλειτουργική σύνδεση χωρίς να ζητήσει προηγούμενη άδεια από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο εν λόγω άρθρο·

VIII. Παραβάσεις που αφορούν απαιτήσεις πρόσβασης

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 2 εάν δεν επεξεργάζεται άμεσα και αμερόληπτα ένα αίτημα εκδότη για την καταχώριση των αξιογράφων του σε ΚΑΤ, αρχικά ή κατόπιν αρχικής καταχώρισης, ή εάν δεν απαντήσει στον αιτούντα εκδότη εντός τριών μηνών·

β) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 49 παράγραφος 3 εάν αρνείται να παράσχει υπηρεσίες σε εκδότη για άλλους λόγους πέραν της συνολικής ανάλυσης κινδύνου ή εάν το εν λόγω ΚΑΤ δεν παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο σημείο 1 του τμήματος Α του παραρτήματος σε σχέση με αξιόγραφα για τα οποία ο εκδότης ζητεί τις εν λόγω υπηρεσίες·

γ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 51α εάν απορρίψει αίτημα δυνάμει του εν λόγω άρθρου 51α για άλλους λόγους και όχι βάσει εκτιμήσεων κινδύνου, ή εάν απορρίψει το εν λόγω αίτημα για λόγους απώλειας μεριδίου αγοράς·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 52 παράγραφος 1 εάν δεν επεξεργαστεί άμεσα ένα αίτημα πρόσβασης από άλλο ΚΑΤ ή εάν δεν απαντήσει στο αιτούν ΚΑΤ εντός τριών μηνών, ή εάν δεν διασφαλίσει ότι, εφόσον το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το αίτημα συμφωνεί με αυτό, η σύνδεση ΚΑΤ υλοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες·

ε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 52 παράγραφος 2 εάν αρνηθεί την πρόσβαση σε αιτούν ΚΑΤ για άλλους λόγους εκτός από την περίπτωση που η πρόσβαση αυτή θα μπορούσε να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο ή εάν αρνηθεί την εν λόγω πρόσβαση χωρίς συνολική ανάλυση κινδύνου, ή εάν δεν γνωστοποιεί στο αιτούν ΚΑΤ τους πλήρεις λόγους της συγκεκριμένης άρνησης·

στ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 52 παράγραφος 2α εάν αρνηθεί να χορηγήσει πρόσβαση μέσω σύνδεσης που αναφέρεται στο άρθρο 48α παράγραφος 2 ή 3, χωρίς να παράσχει δεόντως αιτιολογημένη άρνηση μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων στην ΕΑΚΑΑ και στο αιτούν ΚΑΤ, εάν δεν βασίσει την εν λόγω άρνηση σε συνολική ανάλυση κινδύνου, ή εάν δεν παράσχει στην ΕΑΚΑΑ τα προτεινόμενα μέτρα του για τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βασίζεται η άρνηση εντός 30 εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση της άρνησης στην ΕΑΚΑΑ και στο αιτούν ΚΑΤ·

ζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 53 παράγραφος 1 εάν δεν παρέχει πρόσβαση στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων του, σε αμερόληπτη και διαφανή βάση, σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή τόπο διαπραγμάτευσης·

η) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 53 παράγραφος 2 εάν δεν επεξεργάζεται άμεσα τα αιτήματα πρόσβασης και δεν απαντά στο αιτούν μέρος εντός τριών μηνών·

θ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 53 παράγραφος 3 εάν αρνηθεί την πρόσβαση για άλλους λόγους εκτός από την περίπτωση που η εν λόγω πρόσβαση θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο, ή εάν απορρίψει αίτημα για λόγους απώλειας μεριδίου αγοράς, ή εάν δεν παράσχει γραπτώς στο αιτούν μέρος τους πλήρεις λόγους για την άρνησή του βάσει συνολικής ανάλυσης κινδύνου.

IX. Παραβάσεις που αφορούν την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

α) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54 παράγραφος 1 εάν διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μέσω των δικών του λογαριασμών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, ή εάν παρέχει με άλλον τρόπο οποιεσδήποτε άλλες επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που ορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 54 και 55·

β) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 παραβαίνει το άρθρο 54 παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχει στους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω των λογαριασμών του ΚΑΤ είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές, εάν δεν καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω των λογαριασμών του ΚΑΤ ή εάν δεν παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος·

γ) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 παραβαίνει το άρθρο 54 παράγραφος 4 εάν δεν πληροί πάντα τις προϋποθέσεις αδειοδότησης που ορίζει ο παρών κανονισμός και εάν δεν ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές για κάθε ουσιαστική αλλαγή στους όρους αδειοδότησης·

δ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54α παράγραφος 1 εάν προβεί σε διακανονισμό τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54α και 55·

ε) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54α παραβαίνει το άρθρο 54α παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται από το ίδιο το ΚΑΤ ή από το ΚΑΤ που έχει ορίσει στους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές, εάν δεν καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών σε άλλο ΚΑΤ ή εάν δεν παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος·

στ) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54α παραβαίνει το άρθρο 54α παράγραφος 3 εάν χρησιμοποιεί την άδεια ορισμού άλλου ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α παράγραφος 1, για άλλες δραστηριότητες εκτός από την παροχή των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων·

ζ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54α παράγραφος 5 εάν ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α παράγραφος 1 για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων σε νόμισμα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένο το προσδιορίζον ΚΑΤ, όταν οι εν λόγω πληρωμές τοις μετρητοίς ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος υπερβαίνουν το όριο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 54β παράγραφος 12·

η) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54β παράγραφος 1 εάν προβεί σε διακανονισμό τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 παράγραφος 3, χωρίς να έχει λάβει προηγούμενη άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 54β και 55·

θ) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54β παραβαίνει το άρθρο 54β παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται από το ΚΑΤ ή από το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα στους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές, εάν δεν καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών σε πιστωτικό ίδρυμα ή εάν δεν παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος·

ι) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54β παραβαίνει το άρθρο 54β παράγραφος 3 εάν χρησιμοποιεί την άδεια ορισμού πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 54β παράγραφος 1, για άλλες δραστηριότητες εκτός από την παροχή των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων·

ια) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54β παράγραφος 6 εάν ορίσει πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β παράγραφος 1 για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων σε νόμισμα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένο το προσδιορίζον ΚΑΤ, όταν οι εν λόγω πληρωμές τοις μετρητοίς υπερβαίνουν το όριο που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 54β παράγραφος 12 για τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς ή σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος·

ιβ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54γ παράγραφος 1 εάν διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι μέσω των οικείων λογαριασμών του σύμφωνα με το άρθρο 54, μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α ή μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β·

ιγ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 54γ παράγραφος 2 εάν δεν διασφαλίζει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 54γ παράγραφος 2, όταν το εν λόγω ΚΑΤ διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού σε μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος·

ιδ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 55 εάν παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 54, εάν ορίσει άλλο ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54α ή εάν ορίσει πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54β χωρίς να υποβάλει αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 55·

ιε) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 56 εάν επεκτείνει τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που παρέχει το ίδιο ή για τις οποίες ορίζει ΚΑΤ ή πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 54, 54α ή 54β, κατά περίπτωση, χωρίς να υποβάλλει αίτημα επέκτασης στην αρμόδια αρχή του·

ιστ) σημαντικό ΚΑΤ παραβαίνει το άρθρο 59 παράγραφος 1 εάν δεν παρέχει μόνο τις υπηρεσίες που ορίζονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος και οι οποίες καλύπτονται από την άδεια·

ιζ) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 ή έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54α παραβαίνει το άρθρο 59 παράγραφος 2 εάν δεν συμμορφώνεται με την ισχύουσα ή μελλοντική νομοθεσία που εφαρμόζεται σε πιστωτικά ιδρύματα·

ιη) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 ή έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54α παραβαίνει το άρθρο 59 παράγραφος 3 εάν δεν συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τους πιστωτικούς κινδύνους που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες όσον αφορά κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζεται στο άρθρο 59 παράγραφος 3·

ιθ) σημαντικό ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 ή έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54α παραβαίνει το άρθρο 59 παράγραφος 4 εάν δεν συμμορφώνεται με τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τους κινδύνους ρευστότητας που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες όσον αφορά κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, όπως ορίζεται στο άρθρο 59 παράγραφος 4·

κ) σημαντικό ΚΑΤ που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54α παραβαίνει το άρθρο 59 παράγραφος 4α εάν δεν εφαρμόζει σαφείς κανόνες και διαδικασίες για την αντιμετώπιση τυχόν πιθανών πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων ρευστότητας και κινδύνων συγκέντρωσης που προκύπτουν από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.

ΤΜΗΜΑ Ε

Κατάλογος των συντελεστών που συνδέονται με επιβαρυντικούς ή ελαφρυντικούς παράγοντες για την εφαρμογή του άρθρου 11β παράγραφος 3

Οι ακόλουθοι συντελεστές εφαρμόζονται, σωρευτικά, στα βασικά ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 11β παράγραφος 3.

I. Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με επιβαρυντικούς παράγοντες:

α) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί κατ’ επανάληψη, για κάθε φορά που επαναλαμβάνεται, εφαρμόζεται πρόσθετος συντελεστής 1,1·

β) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί για διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

γ) εάν η παράβαση αποκάλυψε συστημικές αδυναμίες στην οργάνωση του ΚΑΤ, ιδίως δε στις διαδικασίες, στα συστήματα διαχείρισης ή στους εσωτερικούς ελέγχους του, εφαρμόζεται συντελεστής 2,2·

δ) εάν η παράβαση έχει αρνητικές συνέπειες στην ποιότητα των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών του ΚΑΤ, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5·

ε) εάν η παράβαση έχει διαπραχθεί εκ προθέσεως, εφαρμόζεται συντελεστής 2·

στ) εάν δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα μετά τον εντοπισμό της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 1,7·

ζ) εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ΚΑΤ δεν έχουν συνεργαστεί με την ΕΑΚΑΑ στη διεξαγωγή των ερευνών της, εφαρμόζεται συντελεστής 1,5.

II. Συντελεστές προσαρμογής που συνδέονται με ελαφρυντικούς παράγοντες:

α) εάν η παράβαση διεπράχθη για διάστημα μικρότερο των 10 εργάσιμων ημερών, εφαρμόζεται συντελεστής 0,9·

β) εάν τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ΚΑΤ μπορούν να αποδείξουν ότι έλαβαν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την αποφυγή της παράβασης, εφαρμόζεται συντελεστής 0,7·

γ) εάν το ΚΑΤ ενημέρωσε την ΕΑΚΑΑ για την παράβαση με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και πληρότητα, εφαρμόζεται συντελεστής 0,4·

δ) εάν το ΚΑΤ έλαβε εθελοντικά μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί ότι παρόμοια παράβαση δεν θα μπορεί να διαπραχθεί στο μέλλον, εφαρμόζεται συντελεστής 0,6.».

Top