ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 27.5.2025
COM(2025) 274 final
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Αξιολόγηση σε επίπεδο ΕΕ των τελικών επικαιροποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα
Επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030
{SWD(2025) 140 final}
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ
Αξιολόγηση σε επίπεδο ΕΕ των τελικών επικαιροποιημένων εθνικών σχεδίων για την ενέργεια και το κλίμα
Επίτευξη των στόχων της Ένωσης για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030
Εισαγωγή: Υλοποίηση του πλαισίου πολιτικής για το 2030
Ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) να καταστεί κλιματικά ουδέτερη έως το 2050 αποτελεί επίσης την πορεία προς την επίτευξη ενεργειακής αυτονομίας και την τόνωση της ανταγωνιστικότητάς μας. Με μόλις πέντε έτη να απομένουν έως το ορόσημο του 2030 για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα, η ανάγκη μείωσης της εξάρτησής μας από τα ορυκτά καύσιμα δεν υπήρξε ποτέ πιο επιτακτική, καθώς τα ορυκτά καύσιμα αυξάνουν το ενεργειακό κόστος, επιτείνουν την εξάρτησή μας από τρίτες χώρες και επιταχύνουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που είναι ήδη ιδιαίτερα αισθητές σε ολόκληρη την Ευρώπη σήμερα. Μόνο το 2023 η ΕΕ εισήγαγε ορυκτά καύσιμα αξίας άνω των 430 δισ. EUR. Πρόκειται για 430 δισ. EUR τα οποία θα μπορούσαν να ανακατευθυνθούν για επενδύσεις στην καθαρή μετάβαση προς μια πιο αυτόνομη και ασφαλή ΕΕ.
Η ΕΕ πρέπει να καταστεί κόμβος καινοτομίας, όπου θα αναπτύσσονται, θα κατασκευάζονται και θα διατίθενται στην αγορά οι τεχνολογίες, οι υπηρεσίες και τα καθαρά προϊόντα του αύριο
. Με την Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας
και τη συμφωνία για καθαρή βιομηχανία
, η Επιτροπή έχει δημιουργήσει τις προϋποθέσεις που θα δώσουν νέα ώθηση στον οικονομικό δυναμισμό στην ΕΕ με μια στρατηγική ανάπτυξης και ευημερίας που συνδυάζει το κλίμα και την ανταγωνιστικότητα. Η συμφωνία για καθαρή βιομηχανία περιέγραψε ένα σχέδιο για τη μετατροπή της απανθρακοποίησης σε κινητήρια δύναμη ανάπτυξης των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, προσφέροντας σαφή επιχειρηματικά κίνητρα σε ενεργοβόρους τομείς και στην παραγωγή καθαρής τεχνολογίας, μεταξύ άλλων μέσω του συνιστώμενου ενδιάμεσου στόχου μείωσης των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 90 % έως το 2040
. Το σχέδιο δράσης για οικονομικά προσιτή ενέργεια
, ως το ενεργειακό σκέλος των στρατηγικών αυτών, επικεντρώνεται στη μείωση του ενεργειακού κόστους για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις, τις βιομηχανίες και τις κοινότητες σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η Ευρώπη έχει καθορίσει ένα φιλόδοξο πλαίσιο που θα της επιτρέψει να καταστεί μια απανθρακοποιημένη οικονομία έως το 2050. Η σταθερότητα και η πλήρης εφαρμογή του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου για την επίτευξη των στόχων για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030 αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου η ΕΕ να παραμείνει σε πορεία επίτευξης της φιλοδοξίας για το 2040 και της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, αξιοποιώντας παράλληλα πλήρως τις δυνατότητες της μετάβασης.
Η εφαρμογή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου για το 2030 —με τον πλέον απλό, δίκαιο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο— αποτελεί μία από τις πολιτικές προτεραιότητες της Επιτροπής. Τα εθνικά σχέδια για την ενέργεια και το κλίμα (ΕΣΕΚ)
αποτελούν τα στρατηγικά μέσα υλοποίησης με τα οποία η ΕΕ και τα κράτη μέλη της μπορούν να επιτύχουν συλλογικά τους στόχους πολιτικής για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030 και να προετοιμάσουν το έδαφος για μια πραγματική Ενεργειακή Ένωση. Τους πυλώνες της υλοποίησης αποτελούν τα κράτη μέλη, οι δημόσιες διοικήσεις και τα ενδιαφερόμενα μέρη σε όλα τα επίπεδα. Με τον καθορισμό προτεραιοτήτων και φιλοδοξιών, τον προσδιορισμό των προκλήσεων που σχετίζονται με την ενέργεια και το κλίμα και τον σχεδιασμό των αναγκαίων πολιτικών και επενδύσεων, τα ΕΣΕΚ συμβάλλουν στη δημιουργία ενός αξιόπιστου και προβλέψιμου περιβάλλοντος που ευνοεί την ανταγωνιστική ευρωπαϊκή βιομηχανία και στη μείωση του ενεργειακού κόστους, ενσωματώνοντας παράλληλα τον επιτακτικό χαρακτήρα των κλιματικών κινδύνων και της ετοιμότητας. Διασφαλίζουν τη βελτίωση του συντονισμού των πολιτικών σε όλα τα κράτη μέλη και σε όλους τους τομείς πολιτικής για την προώθηση της ανάπτυξης, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και τη διασφάλιση μιας δίκαιης μετάβασης.
Η ΕΕ έχει ήδη αποδείξει ότι η ανταγωνιστικότητα, η ενεργειακή μετάβαση και η δράση για το κλίμα μπορούν να συμβαδίζουν. Το 2023 οι καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της ΕΕ ήταν κατά 37 % χαμηλότερες από τα επίπεδα του 1990, ενώ το ΑΕΠ της ΕΕ αυξήθηκε κατά 68 % κατά την ίδια περίοδο. Αυτό οφείλεται στη σταθερή βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, στην ανάπτυξη ανανεώσιμης ενέργειας, στις νέες τεχνολογίες και στις καινοτόμες βιομηχανικές διεργασίες. Το 2023 η ανανεώσιμη ενέργεια ήταν η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ και αντιπροσώπευε το 24 % της συνολικής παραγωγής ενέργειας, ενώ η τελική κατανάλωση ενέργειας ανήλθε σε 894 εκατομμύρια τόνους ισοδύναμου πετρελαίου (εκατ. ΤΙΠ) σε σύγκριση με τον στόχο των 763 εκατ. ΤΙΠ για την τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030. Το 2023 η ΕΕ κατανάλωσε 2 % λιγότερη τελική ενέργεια σε σύγκριση με το 2014, ενώ το ΑΕΠ της αυξήθηκε κατά 38 % την ίδια περίοδο
. Η ταχεία ανάπτυξη καθαρής ενέργειας στην ΕΕ θα προστατεύσει τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις από τα ασταθή ορυκτά καύσιμα, θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και την ηγετική θέση στις καθαρές τεχνολογίες και θα συμβάλει στην ενίσχυση της ενεργειακής αυτονομίας. Το φιλόδοξο πλαίσιο με ορίζοντα το 2030, το οποίο βασίζεται σε σαφείς στόχους και στρατηγικό σχεδιασμό, έχει ήδη συμβάλει καθοριστικά ώστε η ΕΕ να πλησιάσει ακόμα περισσότερο στην επίτευξη των κλιματικών και ενεργειακών στόχων μας.
Από την αξιολόγηση των τελικών επικαιροποιημένων ΕΣΕΚ προκύπτει ότι η πλήρης υλοποίησή τους θα φέρει την ΕΕ κοντά στην επίτευξη των στόχων της. Η ανάλυση που συνοψίζεται στην παρούσα ανακοίνωση αναδεικνύει σημαντικές βελτιώσεις σε σύγκριση με τα προσχέδια και δείχνει ότι η ΕΕ βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης των στόχων για το 2030 όσον αφορά τη μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά τουλάχιστον 55 % σε σύγκριση με το 1990 και την αύξηση του μεριδίου ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον σε 42,5 %, με τη φιλοδοξία να επιτευχθεί το 45 %, παρότι απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 11,7 %. Παρά τις βελτιώσεις αυτές, εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένα κενά. Ο ενδιάμεσος κλιματικός στόχος για το 2040 μπορεί να παράσχει αυξημένη προβλεψιμότητα και να ενισχύσει τις επιχειρηματικές προοπτικές για την καθαρή μετάβαση που παρουσιάζεται στα σχέδια, συμβάλλοντας έτσι στην επίτευξη των στόχων για το 2030.
Τα τελικά επικαιροποιημένα ΕΣΕΚ καταρτίστηκαν μετά από εκτενή διαδικασία διαβούλευσης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και περιλάμβαναν επαναληπτική διαδικασία με την Επιτροπή, με την αξιολόγηση των προσχεδίων και την έκδοση συστάσεων προς τα κράτη μέλη για την υποβολή φιλόδοξων και αξιόπιστων τελικών σχεδίων
. Έως τα τέλη Απριλίου 24 κράτη μέλη είχαν υποβάλει τα τελικά επικαιροποιημένα ΕΣΕΚ τους
. Τα κράτη μέλη που δεν το έχουν πράξει ακόμη —το Βέλγιο, η Εσθονία και η Πολωνία— καλούνται να ολοκληρώσουν τα σχέδιά τους το συντομότερο δυνατόν
.
Η παρούσα αξιολόγηση σε επίπεδο ΕΕ εξετάζει τις συλλογικές φιλοδοξίες των κρατών μελών
, εντοπίζει ελλείψεις στο επίπεδο φιλοδοξίας οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν άμεσα και περιγράφει κοινές προκλήσεις και ευκαιρίες για το μέλλον. Συνοδεύεται από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με τις αξιολογήσεις των τελικών ΕΣΕΚ των επιμέρους κρατών μελών
και από στοχευμένη καθοδήγηση για τη διευκόλυνση της εφαρμογής.
Κύρια πορίσματα της αξιολόγησης σε επίπεδο ΕΕ
Με βάση τις προβολές των κρατών μελών, η Επιτροπή εκτιμά ότι θα υπάρξει μείωση των συνολικών καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου
κατά περίπου 54 % το 2030 σε σύγκριση με το 1990, κάτι που καταδεικνύει ότι η ΕΕ βρίσκεται σε καλό δρόμο όσον αφορά την επίτευξη του στόχου για το 2030. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην πλήρη υλοποίηση των υφιστάμενων και πρόσθετων πολιτικών και μέτρων των κρατών μελών, καθώς και των πολιτικών της ΕΕ.
Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τους τομείς που καλύπτονται από τον κανονισμό για τον επιμερισμό των προσπαθειών
(στο εξής: ESR) αναμένεται να μειωθούν κατά 38 % περίπου το 2030 σε σύγκριση με το 2005, ποσοστό που υπολείπεται περίπου κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες του στόχου του 40 % της ΕΕ.
Παρότι αρκετά κράτη μέλη έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους στον τομέα της γης σε σύγκριση με τα προσχέδια, εξακολουθεί να υφίσταται ένα κενό της τάξης των 45-60 εκατ. τόνων ισοδυνάμου CO2 περίπου (που ισοδυναμεί περίπου με 100 % έως 140 % του στόχου των πρόσθετων απορροφήσεων) σε σύγκριση με τον στόχο για το 2030 στο πλαίσιο του κανονισμού για τη χρήση γης, την αλλαγή χρήσης γης και τη δασοπονία (LULUCF)
.
Όσον αφορά την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, μερικά μόνο τελικά ΕΣΕΚ ενσωματώνουν επαρκώς την ετοιμότητα και την ανθεκτικότητα στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Ένας περιορισμένος αριθμός σχεδίων εξετάζει μέτρα όσον αφορά την ανθεκτικότητα των υδάτων.
Τα περισσότερα κράτη μέλη παρουσιάζουν εθνικές συνεισφορές που συνάδουν με τον δεσμευτικό στόχο της ΕΕ για το 2030 για μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές τουλάχιστον ύψους 42,5 %. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει περιορισμένο χάσμα φιλοδοξίας 1,5 ποσοστιαίων μονάδων.
Παρά τις βελτιωμένες συνεισφορές των κρατών μελών στον στόχο της ΕΕ για ενεργειακή απόδοση 11,7 % έως το 2030, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα φιλοδοξίας 31,1 εκατ. ΤΙΠ όσον αφορά την τελική κατανάλωση ενέργειας και 47,3 εκατ. ΤΙΠ όσον αφορά την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας. Για την τελική κατανάλωση ενέργειας, αυτό μεταφράζεται σε επίπεδο φιλοδοξίας της ΕΕ της τάξης του 8,1 %.
Σε όλα τα σχέδια, η ενεργειακή ασφάλεια ενισχύεται από τη χαμηλότερη κατανάλωση αερίου και τις πιο διαφοροποιημένες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του αυξημένου ρόλου της πυρηνικής ενέργειας στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και στην παραγωγή θερμότητας, σε αρκετά κράτη μέλη. Ωστόσο, πρέπει να προσαρμόσουμε περαιτέρω τις υποδομές στο απανθρακοποιημένο ενεργειακό σύστημα, την αύξηση του εξηλεκτρισμού βάσει μεταβλητών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τις ταχέως μεταβαλλόμενες απειλές, όπως αυτές που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή και την κυβερνοασφάλεια.
Στην εσωτερική αγορά ενέργειας, τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει στα τελικά τους σχέδια νέα μέτρα για την προώθηση της ευελιξίας, τη σταθεροποίηση των αγορών και τη διευκόλυνση της διείσδυσης της ανανεώσιμης ενέργειας. Ωστόσο, απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για την ανάπτυξη διασυνοριακών διασυνδέσεων και την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών.
Τα τελικά σχέδια δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, στην ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού, στην καινοτομία και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων. Ωστόσο, με ορισμένες εξαιρέσεις, συχνά δεν περιλαμβάνονται στα σχέδια αρκετά συγκεκριμένοι και εφαρμόσιμοι στόχοι στους τομείς αυτούς.
Περίπου τα μισά από τα σχέδια αναγνωρίζουν τη σημασία της σταδιακής κατάργησης των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα. Ωστόσο, απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό κατάλογος των υφιστάμενων επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και μέτρα για τη σταδιακή κατάργησή τους.
Όσον αφορά τη δίκαιη μετάβαση, τα σχέδια περιγράφουν σε μεγάλο βαθμό τις επιπτώσεις της ενεργειακής μετάβασης στις ανάγκες για δεξιότητες και κατάρτιση, αλλά δεν περιέχουν λεπτομερή ανάλυση των κοινωνικών επιπτώσεων και των επιπτώσεων στην απασχόληση, ειδικότερα όσον αφορά τα ευάλωτα νοικοκυριά, τους εργαζομένους και τις περιφέρειες. Θα ήταν χρήσιμο να αναφέρονται πιο συγκεκριμένα μέτρα και σαφής ένδειξη των κεφαλαίων για τον μετριασμό αυτών των επιπτώσεων. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δεν παρέχουν επαρκή αναλυτική βάση για την κατάρτιση των οικείων κοινωνικών σχεδίων για το κλίμα.
Τα περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν την ενεργειακή φτώχεια και περιγράφουν διαρθρωτικά ή εισοδηματικά μέτρα στήριξης με έμφαση στην ενεργειακή απόδοση, την ανακαίνιση των κτιρίων και την απανθρακοποίηση. Ταυτόχρονα, ελάχιστα κράτη μέλη παρέχουν σαφείς ορισμούς της ενεργειακής φτώχειας ή θέτουν συγκεκριμένους στόχους μείωσης.
Οι εκτιμήσεις των κρατών μελών για τις επενδύσεις έχουν βελτιωθεί σημαντικά σε σύγκριση με τα προσχέδια, αλλά απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για τη βελτίωσή τους και την ανάπτυξη ολοκληρωμένης στρατηγικής για την κινητοποίηση δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης με σκοπό τη βελτίωση της ασφάλειας των επενδυτών, ώστε να μπορέσουν τα ΕΣΕΚ να καταστούν αποτελεσματικά επενδυτικά σχέδια.
Στα περισσότερα σχέδια παρέχεται σαφέστερη επισκόπηση της διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης για την κατάρτιση των τελικών ΕΣΕΚ. Οι διαδικασίες συμμετοχής θα μπορούσαν να ήταν πιο συμμετοχικές και αποτελεσματικές, παρέχοντας περισσότερες πληροφορίες και μεγαλύτερα χρονοδιαγράμματα για τις διαβουλεύσεις.
Μια απανθρακοποιημένη οικονομία με καθαρό και ανταγωνιστικό ενεργειακό τομέα
Απανθρακοποίηση
Τα τελικά επικαιροποιημένα ΕΣΕΚ σηματοδοτούν μια σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με τα προσχέδια, κάτι που ωθεί την ΕΕ πολύ πιο κοντά στην επίτευξη του στόχου μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2030 κατά τουλάχιστον 55 %. Βάσει ανάλυσης των προβολών των κρατών μελών στα υποβληθέντα σχέδια, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι συνολικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου το 2030 θα μειωθούν κατά 54 % περίπου σε σύγκριση με το 1990
, κάτι που καταδεικνύει ότι η ΕΕ βρίσκεται σε καλό δρόμο όσον αφορά την επίτευξη του στόχου της για το 2030. Παρότι υποστηρίζεται από υφιστάμενα και νέα εθνικά μέτρα, το αποτέλεσμα αυτό δεν θα ήταν εφικτό χωρίς τη συμβολή των πολιτικών και των μέτρων της ΕΕ στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων προσαρμογής στον στόχο του 55 %, όπως το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ και τα πρότυπα CO2 για τα οχήματα.
Όσον αφορά τους τομείς που καλύπτονται από τον κανονισμό για τον επιμερισμό των προσπαθειών (ESR), μολονότι τα τελικά σχέδια θέτουν σημαντικά πιο φιλόδοξους στόχους από τα προσχέδια, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα σε σύγκριση με τον στόχο για το 2030. Σύμφωνα με τον ESR, οι εκπομπές από τις εγχώριες μεταφορές, τα κτίρια, τη γεωργία, τις μικρές βιομηχανίες και τα απόβλητα πρέπει να μειωθούν κατά 40 % έως το 2030 σε σύγκριση με το 2005. Με βάση τις διαθέσιμες προβολές, οι εκπομπές αναμένεται να μειωθούν κατά 38 % περίπου το 2030 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005, το οποίο είναι γύρω στις 2 εκατοστιαίες μονάδες λιγότερο σε σχέση με τον στόχο της ΕΕ
. Χάρη σε πρόσθετα ή ενισχυμένα μέτρα, αυτό σηματοδοτεί σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με το χάσμα άνω των 6 εκατοστιαίων μονάδων με βάση την αξιολόγηση των προσχεδίων των ΕΣΕΚ σε επίπεδο ΕΕ. Δώδεκα κράτη μέλη
αναμένουν να επιτύχουν τους στόχους τους στο πλαίσιο του ESR έως το 2030 με υφιστάμενες και πρόσθετες πολιτικές και μέτρα (αύξηση από τα 8 κράτη μέλη στα προσχέδια), ενώ 6
ακόμα αναμένουν να επιτύχουν τους στόχους τους χρησιμοποιώντας τις διαθέσιμες εγχώριες δυνατότητες ευελιξίας. Πέντε κράτη μέλη
αναμένεται να παρουσιάσουν χάσμα σε σχέση με τους στόχους τους για το 2030
.
Όσον αφορά τον τομέα της γης, οι προβολές που υπέβαλαν τα κράτη μέλη δείχνουν ότι η ΕΕ δεν βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου της για το 2030 όσον αφορά την παραγωγή επιπλέον 42 εκατ. τόνων ισοδυνάμου CO₂ καθαρών απορροφήσεων έως το 2030
. Τα τελευταία χρόνια ο τομέας της γης αποθηκεύει όλο και λιγότερο άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Από τη συγκεντρωτική ανάλυση προκύπτει ότι η καταβόθρα διοξειδίου του άνθρακα δεν αναμένεται να βελτιωθεί σε σύγκριση με τα σημερινά επίπεδα. Μάλιστα, η ΕΕ εξακολουθεί να υπολείπεται του στόχου για το 2030 κατά περίπου 45 έως 60 εκατ. τόνους ισοδυνάμου CO2. Ωστόσο, αρκετά κράτη μέλη έχουν εντείνει τις φιλοδοξίες τους και έχουν παράσχει πιο συγκεκριμένες πορείες για την επίτευξη του στόχου τους για το 2030 με πρόσθετες πολιτικές στον τομέα της γης. Εννέα κράτη μέλη
(από 5 στα προσχέδια) προβλέπουν πλέον να επιτύχουν τους στόχους τους στον τομέα LULUCF. Μεταξύ αυτών, η Δανία θέσπισε προσφάτως σημαντικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης των εκπομπών από τη γεωργία και της χρήσης των εσόδων που προκύπτουν για τη χρηματοδότηση της μετάβασης του τομέα της γης. Αρκετά τελικά σχέδια αναγνωρίζουν επίσης την ανάγκη επενδύσεων στην καλύτερη παρακολούθηση, υποβολή εκθέσεων και επαλήθευση στον τομέα της γης, ώστε να διασφαλιστεί υψηλότερη ποιότητα δεδομένων για την αποτελεσματική και αποδοτική χάραξη πολιτικής στον εν λόγω τομέα. Ωστόσο, τα περισσότερα σχέδια δεν διαθέτουν επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τις δράσεις που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων, ούτε και ποσοτικό προσδιορισμό των επιπτώσεών τους. Η αποδοτικότερη συνολική χρήση της βιομάζας (για την ενέργεια, τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και τα προϊόντα βιολογικής προέλευσης) με μετατόπιση προς προϊόντα βιολογικής προέλευσης με υψηλότερη προστιθέμενη αξία θα ήταν ζωτικής σημασίας για τον τομέα της γης.
Τα τελικά ΕΣΕΚ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις πολιτικές για την απανθρακοποίηση των μεταφορών και των κτιρίων σε σύγκριση με τα προσχέδια, αλλά απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες. Το σύστημα εμπορίας εκπομπών της ΕΕ για την καύση καυσίμων στους τομείς των κτιρίων, των οδικών μεταφορών και πρόσθετων τομέων (ΣΕΔΕ2) και το συνοδευτικό Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα μπορούν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο στη μείωση των εκπομπών στους τομείς των οδικών μεταφορών και των κτιρίων, αλλά απαιτούνται συμπληρωματικές εθνικές προσπάθειες. Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν προγραμματίσει μέτρα για τη στήριξη της βιώσιμης μετάβασης του τομέα των μεταφορών, με βάση πολιτικές της ΕΕ, όπως τα πρότυπα CO2 για τα οχήματα και ο κανονισμός για τις υποδομές εναλλακτικών καυσίμων. Τα σχέδια περιλαμβάνουν μέτρα στήριξης του εξηλεκτρισμού και της εισαγωγής υποδομών μηδενικών εκπομπών για το οδικό δίκτυο, τους σιδηροδρόμους, τους λιμένες και τους αερολιμένες, καθώς και μέτρα για την προώθηση της στροφής προς τις δημόσιες μεταφορές και την ενεργό / μη μηχανοκίνητη κινητικότητα. Τα κράτη μέλη αναμένουν ότι τα μέτρα αυτά θα μειώσουν σημαντικά τις εκπομπές από τις μεταφορές τα επερχόμενα έτη, κάτι που θα απαιτήσει την ταχεία εφαρμογή ενωσιακών και εθνικών πολιτικών και μέτρων, παράλληλα με τη συνεχή παρακολούθηση. Ορισμένα κράτη μέλη
εξακολουθούν να διαθέτουν καθεστώτα στήριξης για οχήματα που κινούνται με ορυκτά καύσιμα, τα οποία δεν συνάδουν με τους στόχους της απανθρακοποίησης και θα πρέπει να καταργηθούν σταδιακά. Όσον αφορά τον τομέα των κτιρίων, όπως περιγράφεται στις ενότητες 2.2 και 2.3, τα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για θέρμανση και ψύξη, καθώς και για τη στήριξη των ανακαινίσεων κτιρίων, αλλά πρέπει να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των σχετικών πολιτικών.
Όσον αφορά τη χρήση της δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (στο εξής: CCUS), τα τελικά επικαιροποιημένα σχέδια περιλαμβάνουν πρόσθετες πληροφορίες και πιο φιλόδοξα έργα. Περισσότερα από τα μισά κράτη μέλη έχουν λάβει τουλάχιστον εν μέρει υπόψη τις σχετικές συστάσεις της Επιτροπής
. Σε αντίθεση με τα προσχέδια, τα τελικά σχέδια μειώνουν το χάσμα σε σύγκριση με τον στόχο των 50 εκατομμυρίων τόνων CO2 ετησίως έως το 2030 που ορίζεται στην πράξη για τη βιομηχανία των μηδενικών καθαρών εκπομπών. Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, τα κράτη μέλη σχεδιάζουν να δεσμεύουν 42,4 εκατ. τόνους CO2 ετησίως το 2030, εκ των οποίων 14,9 εκατ. τόνους CO2 από βιογενείς πηγές. Τα κράτη μέλη εκτιμούν ότι η ικανότητα έγχυσης κυμαίνεται από 27,1 έως 45,1 εκατ. τόνους CO2 ετησίως το 2030. Ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν αναφέρει προγραμματισμένη ικανότητα έγχυσης στο έδαφός τους. Ωστόσο, από τον Ιούνιο του 2024 ο κανονισμός για την ενίσχυση του οικοσυστήματος παραγωγής τεχνολογιών μηδενικών καθαρών εκπομπών της Ευρώπης
απαιτεί από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν ετησίως εκθέσεις σχετικά με τις μελλοντικές εξελίξεις των έργων που σχετίζονται με τη ζήτηση ικανότητας δέσμευσης και έγχυσης CO2 στην επικράτειά τους. Αρκετά επικαιροποιημένα σχέδια αντικατοπτρίζουν την ανάγκη ανάπτυξης δικτύου αγωγών CO2, ενώ ορισμένα κράτη μέλη έχουν επίσης σημειώσει πρόοδο όσον αφορά τη θέσπιση του αναγκαίου κανονιστικού και ευνοϊκού πλαισίου για τη βιομηχανική διαχείριση του άνθρακα.
Όσον αφορά την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τα κράτη μέλη ανταποκρίθηκαν μόνο εν μέρει στις συστάσεις της Επιτροπής. Αυτό προκαλεί σημαντική ανησυχία, δεδομένων των πορισμάτων της έκθεσης του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος του Μαρτίου του 2024 σχετικά με την ευρωπαϊκή εκτίμηση κλιματικών κινδύνων (EUCRA)
, στην οποία διαπιστώνεται ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη δεν συμβαδίζουν με τους επιταχυνόμενους κλιματικούς κινδύνους. Στην έκθεση του προέδρου Niinistö
του Οκτωβρίου 2024 αναφέρεται ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί πολλαπλασιαστή κινδύνου και τονίζεται η ανάγκη ενσωμάτωσης της αρχής της «ετοιμότητας εκ σχεδιασμού» για την ολιστική αντιμετώπιση όλων των απειλών.
Παρά ταύτα, λίγα μόνο τελικά σχέδια
ενσωματώνουν δεόντως τις πολιτικές και τα μέτρα προσαρμογής στις διάφορες διαστάσεις της Ενεργειακής Ένωσης. Σε πολλές περιπτώσεις, τα σχέδια περιλαμβάνουν παραπομπές σε εθνικές στρατηγικές και σχέδια προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Άλλα σχέδια εξετάζουν πτυχές και συνδέσεις της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή μόνο εν μέρει, και δεν περιλαμβάνουν ποσοτικές μετρήσεις των αναγκών προσαρμογής ούτε των επιπτώσεων και των οφελών των πολιτικών προσαρμογής. Συχνά λείπουν πληροφορίες σχετικά με τα κλιματικά τρωτά σημεία και τους κλιματικούς κινδύνους για την Ενεργειακή Ένωση. Ορισμένα σχέδια εξετάζουν τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής στη μελλοντική διαθεσιμότητα νερού και τους κινδύνους που ενέχει για τον τομέα της ενέργειας
(για παράδειγμα, κίνδυνοι ανεπαρκούς παροχής νερού ή διαταραχής της για την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας και πράσινου υδρογόνου και για σταθμούς ενέργειας ψύξης, συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής). Μόνο ένας περιορισμένος αριθμός κρατών μελών καθόρισε σημαντικές πρόσθετες πολιτικές και μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή
. Παρότι σε ορισμένες περιπτώσεις αναγνωρίζεται ο ρόλος των λύσεων που βασίζονται στη φύση, υπάρχουν αναξιοποίητες δυνατότητες για την προώθηση της χρήσης τους για τη στήριξη των στόχων της Ενεργειακής Ένωσης.
Παρά τη σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με τα προσχέδια, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα όσον αφορά τους στόχους στο πλαίσιο του ESR και του τομέα LULUCF για το 2030. Απαιτούνται πρόσθετες ενέργειες για την επίτευξη των στόχων και την κλιμάκωση των προσπαθειών για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Η Επιτροπή θα συνεχίσει να συμμετέχει σε εποικοδομητικό διάλογο με τα κράτη μέλη και θα συνεχίσει να στηρίζει τα κράτη μέλη για τη διευκόλυνση της υλοποίησης και την ενίσχυση των φιλοδοξιών, όπου χρειάζεται. Η Επιτροπή θα παρακολουθεί την πρόοδο προς την επίτευξη των στόχων στο πλαίσιο του ESR και του τομέα LULUCF σε ετήσια βάση, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως το αίτημα υποβολής σχεδίων διορθωτικών μέτρων, όπου απαιτείται.
Τα κράτη μέλη που δεν βρίσκονται σε τροχιά επίτευξης των στόχων τους στο πλαίσιο του ESR ενθαρρύνονται να αναπτύξουν μια ορθή στρατηγική για τον συνδυασμό πρόσθετων μέτρων με τη χρήση διαθέσιμων δυνατοτήτων ευελιξίας. Όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να εφαρμόσουν ταχέως το ΣΕΔΕ2 προκειμένου να διασφαλίσουν οικονομικά αποδοτικές μειώσεις των εκπομπών από τις οδικές μεταφορές και τα κτίρια και να επιταχύνουν τη λήψη συμπληρωματικών εθνικών μέτρων για την απανθρακοποίηση των εν λόγω τομέων. Όσον αφορά τον τομέα των μεταφορών, κρίσιμα στοιχεία είναι ο εξηλεκτρισμός και η ανάπτυξη υποδομών, η διαχείριση της ζήτησης, η αύξηση της χρήσης δημόσιων και κοινών μεταφορών και η ενεργός / μη μηχανοκίνητη κινητικότητα.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να συνεχίσουν να μειώνουν τις εκπομπές από τις αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να στηρίξουν την παραγωγή ανανεώσιμων ναυτιλιακών καυσίμων και ναυτιλιακών καυσίμων χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών, καθώς και βιώσιμων αεροπορικών καυσίμων
, και να επενδύσουν σε υποδομές για μελλοντικά αεροσκάφη μηδενικών εκπομπών και στον εξηλεκτρισμό των λιμενικών και αερολιμενικών δραστηριοτήτων.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμπληρώσουν επειγόντως τις πολιτικές τους για τη γη, τη βιοοικονομία και την ενέργεια με σκοπό την επίτευξη πιο βιώσιμου επιπέδου συγκομιδής και αυξημένων καθαρών απορροφήσεων στη γεωργία και τη δασοκομία, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την κυκλικότητα. Μια πιο στοχευμένη χρήση των δημόσιων πόρων, όπως η κοινή γεωργική πολιτική ή οι κρατικές ενισχύσεις, θα μπορούσε να στηρίξει την υιοθέτηση καλύτερων τεχνολογιών παρακολούθησης και πρακτικών διαχείρισης της γης που επιτυγχάνουν τα υψηλότερα δυνατά κλιματικά οφέλη, προωθούν λύσεις που βασίζονται στη φύση, ενισχύουν την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή και, ως εκ τούτου, προστατεύουν την επισιτιστική ασφάλεια και τη βιοποικιλότητα.
Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν επίσης να εξετάσουν αγορακεντρικές προσεγγίσεις με βάση τον κανονισμό της ΕΕ σχετικά με τη θέσπιση ενωσιακού πλαισίου πιστοποίησης για τις μόνιμες απορροφήσεις άνθρακα, την ανθρακοδεσμευτική γεωργία και την αποθήκευση άνθρακα σε προϊόντα
. Το 2025 η Επιτροπή θα εγκρίνει τις μεθοδολογίες ανθρακοδεσμευτικής γεωργίας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού με σκοπό την παροχή περαιτέρω κινήτρων για βιώσιμες πολιτικές γης με οφέλη για τη βιοποικιλότητα.
Η πιο βιώσιμη παραγωγή και η αποδοτικότερη χρήση της βιομάζας αποτελούν βασικό δομικό στοιχείο της επικείμενης νέας στρατηγικής της ΕΕ για τη βιοοικονομία (αναμένεται να εκδοθεί έως το τέλος του 2025). Η βελτιωμένη, πιο εξορθολογισμένη παρακολούθηση της βιομάζας θα αποτελούσε εργαλείο διευκόλυνσης της επίτευξης αυτής της φιλοδοξίας.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να βελτιώσουν την αξιολόγηση των κλιματικών τρωτών σημείων και κινδύνων, μεταξύ άλλων εντοπίζοντας τους υπεύθυνους των κινδύνων σε όλες τις σχετικές τομεακές πολιτικές και εξετάζοντας τους αλυσιδωτούς και σύνθετους κινδύνους, σύμφωνα με την έκθεση EUCRA. Τα κλιματικά σενάρια και οι εκτιμήσεις κινδύνου πρέπει να τροφοδοτούν τον προγραμματισμό των επενδύσεων και των μέτρων που σχετίζονται με την ενέργεια και τα ύδατα.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τον εντοπισμό συνεργειών με μέτρα μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και προσαρμογής σε αυτήν κατά την κατάρτιση των επικείμενων σχεδίων αποκατάστασης της φύσης και να δώσουν ανάλογη προτεραιότητα στην υλοποίηση των μέτρων.
Η Επιτροπή θα παρουσιάσει το 2026 ένα ευρωπαϊκό σχέδιο προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή για τη στήριξη των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά την ετοιμότητα και τον σχεδιασμό, και για τη διασφάλιση τακτικών επιστημονικά τεκμηριωμένων εκτιμήσεων κινδύνου.
Με την εφαρμογή της συμφωνίας για καθαρή βιομηχανία και της στρατηγικής βιομηχανικής διαχείρισης του άνθρακα
, η Επιτροπή θα συνεχίσει να στηρίζει την ανάπτυξη μιας αγοράς για το δεσμευμένο CO2. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να προωθήσουν την ανάπτυξη υποδομών αποθήκευσης και μεταφοράς CO2 προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους της πράξης για τη βιομηχανία των μηδενικών καθαρών εκπομπών.
Η τράπεζα για την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, η οποία στοχεύει σε χρηματοδότηση ύψους 100 δισ. EUR, θα διαδραματίσει επίσης καθοριστικό ρόλο στις επενδύσεις της ΕΕ στην καινοτομία και στις καθαρές τεχνολογίες, στηρίζοντας την απανθρακοποίηση βασικών βιομηχανικών διεργασιών σε διάφορους τομείς.
Κατά την υλοποίηση των ΕΣΕΚ, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εξετάσουν περαιτέρω τις συνέργειες και τους συσχετισμούς των σχεδιαζόμενων μέτρων με περιβαλλοντικές προτεραιότητες, όπως η ατμοσφαιρική ρύπανση και η κυκλικότητα.
Ανανεώσιμη ενέργεια
Όπως περιγράφεται στην Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, η ΕΕ βρίσκεται σε στρατηγική θέση ώστε να διατηρήσει την υπεροχή της ως παγκόσμιου πρωτοπόρου ανανεώσιμης ενέργειας, αλλά πρέπει να διασφαλίσει ότι η φιλόδοξη απαίτηση για απανθρακοποίηση συνοδεύεται από την ηγετική θέση στις τεχνολογίες που θα την εφοδιάσουν
.
Η ΕΕ έχει δεσμευτεί όσον αφορά τον στόχο της για την ανανεώσιμη ενέργεια σε τουλάχιστον 42,5 %, με τη φιλοδοξία να φθάσει το 45 % έως το 2030. Ο στόχος αυτός δεν αποτελεί μόνο πυλώνα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, αλλά και κεντρικό στοιχείο για την υλοποίηση του σχεδίου δράσης της Επιτροπής για οικονομικά προσιτή ενέργεια. Με την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η ΕΕ αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών από τις ευμετάβλητες τιμές των ορυκτών καυσίμων, στη μείωση των λογαριασμών ενέργειας μακροπρόθεσμα και στην ενίσχυση της ενεργειακής κυριαρχίας της.
Μεταξύ του 2022 και του 2024 τα κράτη μέλη εγκατέστησαν περίπου 205 GW
σε δυναμικότητα ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, ποσοστό που υπερβαίνει την αύξηση μεταξύ 2014 και 2022 και καταδεικνύει την πολιτική βούληση για μετασχηματισμό του ενεργειακού συστήματος, μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων και προώθηση τόσο της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης όσο και της καινοτομίας. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν αποτελούν απλώς κλιματική επιταγή. Αποτελούν βασικό μοχλό επίτευξης οικονομικά προσιτής, ασφαλούς και εγχώριας ενέργειας για όλους τους Ευρωπαίους. Οι καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ αναμένεται να εξοικονομήσουν 100 δισ. EUR, κατ’ εκτίμηση, κατά την περίοδο 2021-2023 χάρη στην πρόσθετη παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πρόσφατα εγκατεστημένη φωτοβολταϊκή και αιολική δυναμικότητα. Οι συνεισφορές που παρουσίασαν τα κράτη μέλη σηματοδοτούν μια ισχυρή δέσμευση για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά υποδηλώνουν μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας
σε ποσοστό 41 %
στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας έως το 2030. Ταυτόχρονα, από μια πιο αισιόδοξη αξιολόγηση με βάση τις προβολές των κρατών μελών προκύπτει ότι η ΕΕ θα μπορούσε να φτάσει το 42,6 %, κάτι που καταδεικνύει τις δυνατότητες περαιτέρω προόδου.
Αυτό αντιπροσωπεύει σημαντική πρόοδο σε σύγκριση με το μερίδιο ανανεώσιμης ενέργειας 33,1–33,7 % που προβλεπόταν στα αρχικά τελικά ΕΣΕΚ του 2019 και είναι επίσης υψηλότερο από το συνολικό μερίδιο που προέκυψε από τα προσχέδια των επικαιροποιημένων ΕΣΕΚ που επρόκειτο να υποβληθούν τον Ιούνιο του 2023. Ωστόσο, η πραγματικότητα παραμένει ότι, παρόλο που πάνω από τα δύο τρίτα των κρατών μελών
έχουν αυξήσει σημαντικά τα επίπεδα φιλοδοξίας τους, εξακολουθεί να υπάρχει περιορισμένο χάσμα 1,5 εκατοστιαίων μονάδων σε σχέση με τον στόχο του 42,5 %, και απαιτείται επείγουσα δράση προκειμένου να γεφυρωθεί. Ωστόσο, εάν τα κράτη μέλη επιτύχουν πλήρως τις προβολές τους, δεν θα υπάρξει χάσμα φιλοδοξίας όσον αφορά την επίτευξη του δεσμευτικού στόχου του 42,5 %. Εντούτοις, ακόμα και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, οι συλλογικές συνεισφορές θα εξακολουθούν να υπολείπονται του φιλόδοξου στόχου της ΕΕ για ποσοστό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας 45 % στο πλαίσιο της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (στο εξής: RED)
, όπως τροποποιήθηκε. Η πρόκληση πλέον είναι να υλοποιηθούν αυτές οι προβολές μέσω συγκεκριμένων δράσεων και, ως εκ τούτου, να διασφαλιστεί ότι η ΕΕ και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις δεσμεύσεις τους.
Πολλά κράτη μέλη περιγράφουν μέτρα για την επιτάχυνση της αδειοδότησης και την αύξηση των συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και της αυτοκατανάλωσης, ενώ ορισμένες χώρες περιγράφουν σχέδια για τη χαρτογράφηση των περιοχών επιτάχυνσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον τομέα της θέρμανσης και της ψύξης, 22 κράτη μέλη
έθεσαν στόχο για το 2030 ο οποίος συνάδει με την αναθεωρημένη οδηγία RED
. Επιπλέον, 11 κράτη μέλη
περιλαμβάνουν ειδικό στόχο για τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης για τη βιομηχανία. Επίσης, ορισμένα κράτη μέλη ανέφεραν την οικεία σχεδιαζόμενη δυναμικότητα ηλεκτρολυτικών κυψελών έως το 2030, ενώ άλλα εξακολουθούν να αξιολογούν τη σκοπιμότητα των στόχων ανανεώσιμων καυσίμων μη βιολογικής προέλευσης στη βιομηχανία.
Όσον αφορά τις καινοτόμες τεχνολογίες ανανεώσιμης ενέργειας, 10 κράτη μέλη
έθεσαν φιλόδοξους στόχους για νέα εγκατεστημένη δυναμικότητα έως το 2030, με στόχο την επίτευξη του ενδεικτικού στόχου του 5 % που ορίζεται στην αναθεωρημένη οδηγία RED
. Ωστόσο, ενώ τα περισσότερα κράτη μέλη ανταποκρίθηκαν στις συστάσεις της Επιτροπής σχετικά με τις ανανεώσιμες μεταφορές και τη βιοενέργεια, τα σχέδια εξακολουθούν να μη διαθέτουν πληροφορίες σχετικά με τον εγχώριο εφοδιασμό δασικής βιομάζας για ενεργειακούς σκοπούς, τον τρόπο με τον οποίο η δασική βιομάζα θα χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή ενέργειας και το αν τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τις σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό LULUCF.
Τέλος, σχεδόν όλα τα κράτη μέλη
έχουν ανταποκριθεί στις συστάσεις της Επιτροπής σχετικά με το βιομεθάνιο, προτείνοντας μέτρα για το βιομεθάνιο και το βιοαέριο, τα οποία εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν σε συνδυασμένη ετήσια παραγωγή 25,85 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων (bcm) έως το 2030. Ωστόσο, μόλις 7 κράτη μέλη έθεσαν συγκεκριμένους, χωριστούς στόχους για το βιομεθάνιο. Η Σουηδία προτείνει χρηματοδοτική ενίσχυση για το βιομεθάνιο, αλλά χωρίς να θέτει συγκεκριμένο στόχο.
Μελλοντική πορεία
Παρά τις σημαντικά αυξημένες εθνικές φιλοδοξίες σε σύγκριση με τα προσχέδια των επικαιροποιημένων ΕΣΕΚ, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα 1,5 εκατοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με τον στόχο της ΕΕ για το 2030 όσον αφορά την ανανεώσιμη ενέργεια σε ποσοστό τουλάχιστον 42,5 %, εάν τα κράτη μέλη δεν επιτύχουν τις πιο φιλόδοξες προβολές τους. Ως εκ τούτου, ενώ ο στόχος του 42,5 % είναι εφικτός, είναι ζωτικής σημασίας να συνεχιστεί η στήριξη των κρατών μελών για τη γεφύρωση αυτού του χάσματος και τον κοινό στόχο τους να επιτύχουν το 45 % έως το 2030, και απαιτείται ισχυρότερη δράση για την επιτάχυνση της ανάπτυξης ανανεώσιμης ενέργειας.
Δεν είναι καιρός για εφησυχασμό. Η Επιτροπή θα στηρίξει και θα παρακολουθεί στενά την υλοποίηση των τελικών σχεδίων με τα κράτη μέλη και θα διερευνά εναλλακτικές για περαιτέρω δράση με σκοπό την επίτευξη των πλέον φιλόδοξων προβολών των κρατών μελών για τη γεφύρωση του χάσματος φιλοδοξίας. Η Επιτροπή θα αξιολογεί αν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα για τη διασφάλιση της συλλογικής επίτευξης του στόχου ανανεώσιμης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του φιλόδοξου στόχου του 45 %.
Ως σημείο εκκίνησης, τα μέτρα που περιγράφονται στο σχέδιο δράσης για οικονομικά προσιτή ενέργεια και στη συμφωνία για καθαρή βιομηχανία θα στηρίξουν σημαντικά τα κράτη μέλη στην επίτευξη των στόχων τους, μειώνοντας παράλληλα το ενεργειακό κόστος για τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Στο πλαίσιο μιας δέσμης μέτρων για το ευρωπαϊκό δίκτυο κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2025, η Επιτροπή θα καταβάλει προσπάθειες για τον περαιτέρω εξορθολογισμό και την απλούστευση της νομοθεσίας της ΕΕ και τη μείωση των χρόνων αδειοδότησης, μεταξύ άλλων με στοχευμένες επικαιροποιήσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, οι οποίες θα είναι ζωτικής σημασίας για την άρση των φραγμών όσον αφορά τα έργα ανανεώσιμης ενέργειας, την ανάπτυξη υποδομών και την αποθήκευση ενέργειας. Αυτό θα έχει ιδιαίτερη σημασία για τους τομείς των κτιρίων και της βιομηχανίας. Θα δοθεί έμφαση στην αύξηση της ικανότητας αποθήκευσης ενέργειας με σκοπό τη δημιουργία ευνοϊκού πλαισίου για επενδύσεις στον εξηλεκτρισμό με βάση τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Η Επιτροπή θα συνεχίσει να στηρίζει τα κράτη μέλη στις οικείες προσπάθειες εφαρμογής στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Accele-RES»· στο πλαίσιο αυτό θα περιλαμβάνεται η επιμέρους συνεργασία με τα κράτη μέλη, η ομάδα εμπειρογνωμόνων για την αδειοδότηση, ειδικά εργαστήρια και η συντονισμένη δράση σχετικά με την οδηγία για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές (CA-RES).
Όσον αφορά τις μεσοπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες δράσεις που ορίζονται στο σχέδιο δράσης για οικονομικά προσιτή ενέργεια, το σχέδιο δράσης για τον εξηλεκτρισμό θα προωθήσει τον μετασχηματισμό σε ολόκληρο το σύστημα ώστε να επιταχυνθεί ο εξηλεκτρισμός που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων και τη στήριξη της υιοθέτησης ανανεώσιμης ενέργειας. Αυτό περιλαμβάνει την κλιμάκωση των συμβάσεων αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (ΣΑΗΕ), τη στήριξη λύσεων ευελιξίας, όπως η αποθήκευση και η απόκριση ζήτησης, και τη δρομολόγηση πρωτοβουλιών ευαισθητοποίησης, όπως οι υπηρεσίες μίας στάσης για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Επιπλέον, τα μέτρα για τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και για τη διοχέτευση διασυνοριακών επενδύσεων σε υποδομές καθαρής ενέργειας θα διαδραματίσουν, μεταξύ άλλων, καθοριστικό ρόλο στην κάλυψη του χάσματος. Η Επιτροπή θα προτείνει περαιτέρω πολιτικές για τη στήριξη των προσπαθειών αυτών και οι εθνικές κυβερνήσεις θα πρέπει να τις ενσωματώσουν χωρίς καθυστέρηση στις ενεργειακές στρατηγικές τους.
Βραχυπρόθεσμα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για να διασφαλίσουν την ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή των κανόνων αδειοδότησης, όπως αυτοί που περιγράφονται στην αναθεωρημένη οδηγία RED, για την επιτάχυνση της ανάπτυξης έργων.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να σχεδιάσουν ειδικά μέτρα για τη διευκόλυνση της υιοθέτησης των ΣΑΗΕ κατά τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού νομικού και κανονιστικού περιβάλλοντος και να παράσχουν σταθερά επενδυτικά μηνύματα για την κινητοποίηση επενδύσεων στην ανανεώσιμη ενέργεια.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται επίσης να χρησιμοποιούν μηχανισμούς συνεργασίας που βασίζονται σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας για να ανταποκριθούν στις εθνικές συνεισφορές τους για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως ο μηχανισμός χρηματοδότησης της ΕΕ για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές
. Τα πλεονεκτήματα για τις συνεισφέρουσες χώρες περιλαμβάνουν τη χρηματοδότηση έργων ανανεώσιμης ενέργειας σε περιοχές στις οποίες οι τοπικές συνθήκες τα καθιστούν οικονομικά αποδοτικότερα απ' ό,τι εντός της χώρας, καθώς και την πρόσβαση στην παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας που μπορεί να είναι σπάνια στην επικράτειά τους, για παράδειγμα περίκλειστες χώρες που επωφελούνται από έργα υπεράκτιας αιολικής ενέργειας. Για τις χώρες υποδοχής, τα πλεονεκτήματα συνίστανται σε επενδύσεις σε τοπικά έργα ανανεώσιμης ενέργειας χωρίς επιβάρυνση για τον εθνικό προϋπολογισμό, καθώς και στην τοπική απασχόληση, στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, στον εκσυγχρονισμό του ενεργειακού συστήματος και στη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές.
Τα κράτη μέλη καλούνται να προωθήσουν περαιτέρω την ανάπτυξη συστημάτων τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης από ανανεώσιμες πηγές και τη μετασκευή υφιστάμενων συστημάτων για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και την ενσωμάτωση λύσεων ανανεώσιμης ενέργειας, όπως οι αντλίες θερμότητας, στα δίκτυα θέρμανσης και ψύξης. Ως εκ τούτου, η στρατηγική για τη θέρμανση και την ψύξη θα ενισχύσει περαιτέρω την υιοθέτηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στους εν λόγω τομείς.
Ενεργειακή απόδοση
Η επίτευξη του δεσμευτικού στόχου της ΕΕ για μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 11,7 %
έως το 2030
είναι καίριας σημασίας για την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και τις κλιματικές φιλοδοξίες της Ευρώπης. Η ενεργειακή απόδοση μειώνει το ενεργειακό κόστος, ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια μειώνοντας την εξάρτηση της ΕΕ από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και αυξάνει την ανταγωνιστικότητα. Ειδικότερα, η απανθρακοποίηση των κτιρίων θα τονώσει τις βιομηχανίες κατασκευών και καθαρής τεχνολογίας της ΕΕ.
Η συνολική κατανάλωση ενέργειας της ΕΕ μειώνεται από το 2021, κάτι που τη φέρνει πιο κοντά στην επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ για το 2030. Συνολικά, 15 κράτη μέλη
έχουν αυξήσει τις φιλοδοξίες τους όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση για την τελική κατανάλωση ενέργειας σε σύγκριση με τα προσχέδια
.
Ειδικότερα, 9 κράτη μέλη
έχουν ευθυγραμμίσει τις εθνικές συνεισφορές τους με τον στόχο ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ για το 2030
. Επιπλέον, αρκετά κράτη μέλη, όπως η Ιρλανδία και η Αυστρία, έχουν θέσει εθνικούς στόχους που είναι πιο φιλόδοξοι από τις προβολές τους
, αποδεικνύοντας τη δέσμευσή τους για περαιτέρω μείωση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας.
Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί προς την αποδοτικότερη χρήση της ενέργειας, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα όσον αφορά την επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ για το 2030. Οι συγκεντρωτικές συνεισφορές έχουν ως αποτέλεσμα προβλεπόμενη τελική κατανάλωση ενέργειας 794,1 εκατ. ΤΙΠ έως το 2030. Παρότι το χάσμα φιλοδοξίας μειώθηκε κατά 20 εκατ. ΤΙΠ από τα προσχέδια των επικαιροποιημένων ΕΣΕΚ, οι τελικές συνεισφορές εξακολουθούν να είναι κατά 47,3 εκατ. ΤΙΠ πάνω από τον στόχο των 992,5 εκατ. ΤΙΠ για την κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας και κατά 31,1 εκατ. ΤΙΠ πάνω από τον στόχο των 763 εκατ. ΤΙΠ για την τελική κατανάλωση ενέργειας, κάτι που μεταφράζεται σε στόχο της ΕΕ για ποσοστό 8,1 %. Πρόκειται για σημαντικό χάσμα, το οποίο ισούται με την ετήσια τελική κατανάλωση ενέργειας του Βελγίου. Παρά ταύτα, το χάσμα πρέπει να εξεταστεί σε συγκεκριμένο πλαίσιο και τα τρέχοντα αριθμητικά στοιχεία αντικατοπτρίζουν σημαντική πρόοδο σε σύγκριση με προηγούμενους στόχους ενεργειακής απόδοσης.
Όσον αφορά τις στοχευμένες πολιτικές και τα μέτρα, πολλά κράτη μέλη ανταποκρίθηκαν τουλάχιστον εν μέρει στις περισσότερες συστάσεις της Επιτροπής. Ενώ τα κράτη μέλη περιγράφουν λεπτομερώς τα χρηματοδοτικά προγράμματα, τα μέτρα στήριξης και τις προγραμματισμένες πολιτικές, αρκετά κράτη μέλη δεν παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της προτεραιότητας στην ενεργειακή απόδοση ούτε προσδιορίζουν ποσοτικά την εξοικονόμηση ενέργειας που αναμένεται από τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης που περιγράφονται στα σχέδιά τους. Επιπλέον, αρκετά σχέδια περιέχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις υποχρεώσεις ενεργειακής απόδοσης για τον δημόσιο τομέα.
Η πλήρης απανθρακοποίηση των κτιρίων έως το 2050 απαιτεί τον τριπλασιασμό του τρέχοντος ποσοστού ενεργειακής ανακαίνισης. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν διατηρήσει τη φιλοδοξία που ορίζεται στις οικείες εθνικές μακροπρόθεσμες στρατηγικές ανακαίνισης για το 2020
, παραπέμποντας ενίοτε στα επικείμενα εθνικά σχέδια ανακαίνισης κτιρίων, των οποίων τα προσχέδια αναμένονται έως τον Δεκέμβριο του 2025. Λίγα μόνο κράτη μέλη έχουν αυξήσει τη φιλοδοξία των μακροπρόθεσμων στρατηγικών ανακαίνισης
ή έχουν θεσπίσει πιο φιλόδοξες πολιτικές και μέτρα για τα κτίρια
. Το ΣΕΔΕ2 και το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα θα συμβάλουν στη στήριξη των εθνικών προσπαθειών για την απανθρακοποίηση των κτιρίων.
Μελλοντική πορεία
Παρά τη σημαντική βελτίωση σε σύγκριση με τα προσχέδια των επικαιροποιημένων ΕΣΕΚ, εξακολουθεί να υπάρχει χάσμα φιλοδοξίας 31,1 εκατ. ΤΙΠ όσον αφορά την επίτευξη του στόχου ενεργειακής απόδοσης της Ένωσης για 763 εκατ. ΤΙΠ
το 2030, το οποίο μεταφράζεται σε μείωση κατά 8,1 %.
Δεδομένου ότι το 2030 απέχει μόλις λίγα έτη, απαιτείται περαιτέρω δράση. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εντείνουν επειγόντως τόσο τις φιλοδοξίες τους όσο και τις προσπάθειες εφαρμογής. Η Επιτροπή δρομολογεί σειρά επιχειρησιακών δράσεων για να στηρίξει τα κράτη μέλη στη γεφύρωση του χάσματος φιλοδοξίας και να παρακολουθεί επίσης την υλοποίηση των τελικών σχεδίων. Η Επιτροπή θα αξιολογεί αν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα για τη διασφάλιση της συλλογικής επίτευξης των στόχων ενεργειακής απόδοσης.
Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για οικονομικά προσιτή ενέργεια συμβάλλει συγκεκριμένα στην αντιμετώπιση του χάσματος ενεργειακής απόδοσης, διερευνώντας τρόπους δημιουργίας μιας αγοράς ενεργειακής απόδοσης σε επίπεδο ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των πιστοποιητικών εξοικονόμησης ενέργειας. Το σχέδιο ενισχύει επίσης την επιβολή της νομοθεσίας κατά των προϊόντων που δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης και δεσμεύει την Επιτροπή να επικαιροποιήσει τους κανόνες της ΕΕ για την ενεργειακή επισήμανση και τον οικολογικό σχεδιασμό.
Μέσω του ευρωπαϊκού συνασπισμού για τη χρηματοδότηση της ενεργειακής απόδοσης, η Επιτροπή θα βελτιώσει την πρόσβαση σε κεφάλαια και θα διευκολύνει τη διαθεσιμότητα χρηματοδοτικών εργαλείων και οικονομικών κινήτρων για τη στήριξη των παραγόντων της αγοράς που παρέχουν λύσεις ενεργειακής απόδοσης στις επιχειρήσεις. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με τον Όμιλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), θα διερευνήσει τρόπους θέσπισης ενός καθεστώτος εγγυήσεων της ΕΕ με στόχο τον διπλασιασμό της αγοράς υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης.
Για να διασφαλιστεί ότι το χάσμα φιλοδοξίας δεν μεταφράζεται σε χάσμα υλοποίησης, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εφαρμόζουν πολιτικές και μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της παροχής πρόσθετων επιλογών χρηματοδότησης για τη στήριξη έργων και λύσεων ενεργειακής απόδοσης, τη βελτίωση της πρόσβασης σε κεφάλαια και την παροχή οικονομικών κινήτρων για τον ιδιωτικό τομέα. Η Επιτροπή θα στηρίξει τα κράτη μέλη στις προσπάθειες αυτές διερευνώντας το ενδεχόμενο παροχής πρόσθετης τεχνικής συνδρομής, για παράδειγμα μέσω του χρηματοδοτικού προγράμματος LIFE για τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας ή του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης.
Τα κράτη μέλη καλούνται να επιταχύνουν τον ρυθμό της ανακαίνισης και να υποβάλουν ολοκληρωμένα επενδυτικά σχέδια στα εθνικά τους σχέδια ανακαίνισης κτιρίων, προκειμένου να επιτευχθεί η απανθρακοποίηση του κτιριακού αποθέματος έως το 2050. Τα κράτη μέλη καλούνται να χρησιμοποιήσουν την υποβολή των εθνικών σχεδίων ανακαίνισης κτιρίων για να υποδείξουν τους φιλόδοξους στόχους τους όσον αφορά τη δημιουργία οικονομικά προσιτής και βιώσιμης στέγασης.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εφαρμόσουν μέτρα που προωθούν τον εξηλεκτρισμό των μεταφορών και αυξάνουν την ελκυστικότητα των συστημάτων δημόσιων μεταφορών.
Τα κράτη μέλη καλούνται επίσης να εφαρμόσουν το ΣΕΔΕ2 και να υποβάλουν ισχυρά κοινωνικά σχέδια για το κλίμα τα οποία, σε συνδυασμό με πρόσθετες εθνικές πολιτικές, θα συμβάλουν στην απανθρακοποίηση και στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης στους τομείς των κτιρίων και των οδικών μεταφορών.
Τα κράτη μέλη καλούνται να παράσχουν κίνητρα στις βιομηχανίες ώστε να εγκρίνουν συστάσεις ενεργειακής απόδοσης που προσδιορίζονται μέσω ενεργειακών ελέγχων και συστημάτων ενεργειακής διαχείρισης.
Προσέλκυση επενδύσεων για μια ανταγωνιστική καθαρή οικονομία
Για να χρηματοδοτηθεί η πράσινη, η ψηφιακή και η κοινωνική μετάβαση είναι απαραίτητη η μεγιστοποίηση των δημόσιων επενδύσεων και η μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων. Όπως περιγράφεται στην ανακοίνωση με τίτλο «Η πορεία προς το προσεχές Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο»
, η Επιτροπή θα υποβάλει πρόταση για έναν απλούστερο και περισσότερο εστιασμένο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό με μεγαλύτερο αντίκτυπο το 2025, ο οποίος θα υλοποιεί τις προτεραιότητες της ΕΕ για την καθαρή μετάβαση, διευκολύνοντας και απλουστεύοντας παράλληλα την πρόσβαση των δικαιούχων στη χρηματοδότηση της ΕΕ, συμβάλλοντας στη γεφύρωση του χάσματος στις επενδυτικές ανάγκες.
Χρηματοδότηση και επενδύσεις
Για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030, οι συνολικές επενδύσεις στο ενεργειακό σύστημα θα πρέπει να ανέλθουν περίπου σε 570 δισ. EUR ετησίως κατά την περίοδο 2021-2030
. Επιπλέον, ενώ η εκ σχεδιασμού ανθεκτικότητα των ενεργειακών έργων στην κλιματική αλλαγή
αποτελεί απόλυτη ανάγκη για την οικοδόμηση ενός ανθεκτικού, μακροπρόθεσμου και οικονομικά αποδοτικού ενεργειακού συστήματος, αυτό μπορεί να αυξήσει τις αρχικές επενδυτικές ανάγκες κατά τα επόμενα έτη. Δεδομένου ότι οι δημόσιοι πόροι είναι περιορισμένοι, τα ιδιωτικά κεφάλαια πρέπει να αξιοποιηθούν με στρατηγικό τρόπο, μεταξύ άλλων με τη χρήση μέσων ελαχιστοποίησης των κινδύνων για τον μετριασμό των κινδύνων των έργων, τη μείωση του κόστους δανεισμού για αρχικές κεφαλαιουχικές δαπάνες και, κατά συνέπεια, τη μείωση του συνολικού κόστους του συστήματος.
Πολλά κράτη μέλη έχουν βελτιώσει την αξιοπιστία των επενδυτικών τους εκτιμήσεων στα τελικά σχέδιά τους, αλλά οι πολιτικές και οι στόχοι δεν ευθυγραμμίζονται πάντα με τις εκτιμήσεις των επενδυτικών αναγκών. Επιπλέον, αρκετά σχέδια δεν διαθέτουν ολοκληρωμένες στρατηγικές για την κινητοποίηση δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης. Η πλειονότητα των κρατών μελών ανταποκρίθηκε τουλάχιστον εν μέρει στις συστάσεις της Επιτροπής, υποβάλλοντας εκτιμήσεις των επενδυτικών αναγκών ανά τομέα. Ωστόσο, λίγα κράτη μέλη προσδιόρισαν τις πηγές χρηματοδότησης, αξιολόγησαν το επίπεδο της απαιτούμενης δημόσιας στήριξης και εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να κινητοποιηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις. Τα υπόλοιπα σχέδια δεν περιέχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις για τις συνολικές επενδυτικές ανάγκες και/ή τις επενδυτικές ανάγκες ανά τομέα. Πρόκειται για χαμένη ευκαιρία όσον αφορά την παροχή μακροπρόθεσμης προβολής των σχεδιαζόμενων επενδύσεων, η οποία έχει καίρια σημασία για την προσέλκυση ιδιωτικής χρηματοδότησης. Επιπλέον, πάνω από τα μισά τελικά ΕΣΕΚ που αξιολογήθηκαν δεν ανταποκρίθηκαν στη σύσταση να καταστούν τα μέτρα πλήρως συμβατά με τα εθνικά σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας
.
Επιπλέον, μόνο λίγα κράτη μέλη έχουν παράσχει αξιόπιστη αξιολόγηση των μακροοικονομικών επιπτώσεων του σχεδίου. Δεδομένου ότι η μακροοικονομική αξιολόγηση είναι σημαντική για την αποτελεσματική ευθυγράμμιση της οικονομικής πολιτικής με σκοπό τη στήριξη της υλοποίησης των ΕΣΕΚ, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες.
Η σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα είναι απαραίτητη για τον αναπροσανατολισμό των επενδύσεων προς την καθαρή μετάβαση και την ευθυγράμμιση των κινήτρων της αγοράς με τους στόχους για το κλίμα. Με τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα και τον αναπροσανατολισμό των επενδύσεων σε εναλλακτικές βιομηχανίες, οι κυβερνήσεις μπορούν να προωθήσουν καθαρότερη ενέργεια και να προάγουν την καινοτομία. Αυτό θα ενισχύσει την οικονομική ανθεκτικότητα και θα ανακατανείμει τους χρηματοδοτικούς πόρους για τη στήριξη των κοινοτήτων και των εργαζομένων, συμβάλλοντας έτσι σε μια δίκαιη και ισότιμη μετάβαση που δίνει προτεραιότητα τόσο στην περιβαλλοντική όσο και στην κοινωνική ευημερία (βλ. ενότητα 5 κατωτέρω).
Περίπου τα μισά κράτη μέλη έχουν ανταποκριθεί εν μέρει στη σύσταση της Επιτροπής σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα. Δίνεται έμφαση κυρίως στη διαδικασία και στους θεσμούς, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων σε διεθνή φόρουμ, για την προώθηση αυτού του στόχου μέσω της επανεξέτασης, του εντοπισμού και της καταγραφής των οικονομικών, φορολογικών και άλλων κινήτρων σε κατάλογο
. Ορισμένα κράτη μέλη
επισημαίνουν την ανάγκη για ορισμένες επιδοτήσεις ή υποστηρίζουν μια προσεκτική προσέγγιση για τη σταδιακή κατάργησή τους, ιδίως για ειδικές περιπτώσεις, όπως τα ευάλωτα νοικοκυριά, η θέρμανση και τα νησιά, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το κόστος και να διασφαλιστεί η ευημερία.
Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη δεν έχουν αξιοποιήσει πλήρως τη διαδικασία των ΕΣΕΚ για να περιγράψουν και να δώσουν προτεραιότητα στη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα. Στην πραγματικότητα, μόνο λίγα κράτη μέλη περιλαμβάνουν περιγραφή των οικείων επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα, αλλά χωρίς να παρέχουν κοινωνικοοικονομική ανάλυση των επιπτώσεών τους ούτε να αναφέρουν πολιτικές, μέτρα ή χρονοδιαγράμματα για τη σταδιακή κατάργησή τους
. Άλλα επισημαίνουν την απουσία άμεσων επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα
ή εκφράζουν αμφιβολίες σχετικά με το αν τα φορολογικά τους μέτρα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως τέτοιες
.
Μελλοντική πορεία
Πολλά κράτη μέλη έχουν βελτιώσει την αξιοπιστία των εκτιμήσεών τους για τις επενδύσεις, ωστόσο λίγα κράτη μέλη προσδιόρισαν τις πηγές χρηματοδότησης και αξιολόγησαν τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να κινητοποιηθούν οι ιδιωτικές επενδύσεις. Λίγα μόνο κράτη μέλη αξιοποιούν πλήρως τη διαδικασία των ΕΣΕΚ για να περιγράψουν και να δώσουν προτεραιότητα στη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα.
Για την αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών και επενδυτικών προκλήσεων της κλιματικής και ενεργειακής μετάβασης, η συμφωνία για καθαρή βιομηχανία προτείνει μια δέσμη μέτρων για τη στήριξη των επενδύσεων και της καινοτομίας, κινητοποιώντας πάνω από 100 δισ. EUR για τη στήριξη της καθαρής μεταποίησης που πραγματοποιείται στην ΕΕ και ενισχύοντας τις συνέργειες μεταξύ των υφιστάμενων χρηματοδοτικών μέσων. Η αύξηση της ικανότητας ανάληψης κινδύνων του InvestEU θα κινητοποιήσει πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους 50 δισ. EUR περίπου έως το τέλος του τρέχοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.
Με βάση την πείρα στον τομέα του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο οποίος συμβάλλει σε μέτρα σχετικά με το κλίμα που στηρίζουν την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, η Επιτροπή θα υποβάλει το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) ως βασικό παράγοντα διευκόλυνσης της καθαρής μετάβασης. Το σχεδιαζόμενο Ταμείο Ανταγωνιστικότητας θα προσφέρει ισχυρή στήριξη στην καινοτόμο βιομηχανία για βιώσιμες επενδύσεις στο επόμενο ΠΔΠ και μια απλουστευμένη πρόσβαση μέσω υπηρεσίας μίας στάσης σε κοινοτικούς πόρους. Θα εστιάζει σε έργα με ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, όπως η καθαρή τεχνολογία, ενώ θα στηρίζει επίσης την απανθρακοποίηση της βιομηχανίας. Χάρη στη χρηματοδότηση της ΕΕ θα πραγματοποιηθούν σημαντικές περαιτέρω επενδύσεις στην υποδομή και τη συνδεσιμότητα που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της Ενεργειακής Ένωσης. Η Επιτροπή θα προτείνει ειδική επενδυτική στρατηγική για την καθαρή ενέργεια για την Ευρώπη, η οποία θα περιλαμβάνει μια πρωτοβουλία ελαχιστοποίησης των κινδύνων για την αποδέσμευση ιδιωτικών κεφαλαίων το 2025.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να αναλάβουν δράση και να καθορίσουν σαφές και αξιόπιστο χρονοδιάγραμμα για τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα. Η Επιτροπή θα αναπτύξει χάρτη πορείας για την περαιτέρω μείωση και σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα στο πλαίσιο των εργασιών μας για τη μείωση των εξαρτήσεων της Ευρώπης, π.χ. στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2025. Συνιστάται η αποδέσμευση πόρων να χρησιμοποιείται για τη στήριξη μιας δίκαιης και ισότιμης κλιματικής και ενεργειακής μετάβασης, σύμφωνα με τους στόχους για την ενέργεια και το κλίμα και με σκοπό την οικοδόμηση μιας ανταγωνιστικής καθαρής βιομηχανικής βάσης, με παράλληλη ενίσχυση της στρατηγικής αυτονομίας μας.
Τα κράτη μέλη καλούνται να εξετάσουν τον τρόπο χρήσης των διαθέσιμων δημόσιων πόρων (σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο) για τη στήριξη της υλοποίησης των ΕΣΕΚ. Αυτό περιλαμβάνει τα Ταμεία Καινοτομίας και Εκσυγχρονισμού, καθώς και τα σημαντικά έσοδα που θα προκύψουν από τη δημοπρασία δικαιωμάτων του ΣΕΔΕ της ΕΕ. Το Ταμείο Καινοτομίας έχει αποδειχθεί αξιόπιστο εργαλείο που επιτρέπει στις βιομηχανίες της ΕΕ να χρηματοδοτούν έργα απανθρακοποίησης της βιομηχανίας και καθαρής τεχνολογίας. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται ιδίως να χρησιμοποιούν τις δημοπρασίες ως υπηρεσία που παρέχει η Επιτροπή για την κλιμάκωση της στήριξης των έργων που επιλέγονται από το Ταμείο Καινοτομίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τον τρόπο βέλτιστης χρήσης των κονδυλίων της πολιτικής συνοχής για τη στήριξη της ενεργειακής και κλιματικής μετάβασης και μιας πραγματικής Ενεργειακής Ένωσης. Η πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό της πολιτικής συνοχής στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης
προβλέπει αύξηση της προχρηματοδότησης το 2026 και της συγχρηματοδότησης (30 % και έως 100 %, αντίστοιχα) για την παροχή κινήτρων για επενδύσεις σε ενεργειακές γραμμές διασύνδεσης και σχετικές υποδομές μεταφοράς. Η πρόταση διευρύνει επίσης το πεδίο εφαρμογής της στήριξης από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (ΤΔΜ) σε όλα τα έργα απανθρακοποίησης στα οποία έχει απονεμηθεί η σφραγίδα κυριαρχίας στο πλαίσιο του Ταμείου Καινοτομίας.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να προσδιορίσουν καλύτερα τις επενδυτικές ανάγκες και να αναπτύξουν πιο ολοκληρωμένες στρατηγικές για την προσέλκυση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων που απαιτούνται για τη στήριξη της υλοποίησης των ΕΣΕΚ, μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, τους εθνικούς κόμβους του ευρωπαϊκού συνασπισμού για τη χρηματοδότηση της ενεργειακής απόδοσης. Αυτό αναμένεται επίσης να συμβάλει στη βελτίωση των επιδόσεων των εθνικών και ενωσιακών δαπανών στο πλαίσιο του επόμενου ΠΔΠ.
Η Επιτροπή θα συστήσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν φορολογικά συστήματα για την υποστήριξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας, τα οποία μπορούν να συμβάλουν στην κινητοποίηση χρηματοδότησης.
Για την υλοποίηση των ΕΣΕΚ, τα κράτη μέλη μπορούν να κάνουν χρήση του Μέσου Τεχνικής Υποστήριξης, το οποίο μπορεί να παρέχει εξατομικευμένη εμπειρογνωσία για την υλοποίηση πολιτικών και μέτρων και για τον προσδιορισμό και την κινητοποίηση των κύριων πηγών χρηματοδότησης.
Ανταγωνιστικότητα, έρευνα και καινοτομία
Η Ευρώπη έχει αποδεδειγμένο ιστορικό επιτυχίας στην τεχνολογία και την καινοτομία στον τομέα της καθαρής ενέργειας. Ωστόσο, πρέπει να βελτιώσει το πλαίσιο προϋποθέσεων για την αποτελεσματική διάθεση καινοτόμων προϊόντων στην αγορά και να δώσει τη δυνατότητα στις εταιρείες να επεκταθούν, με ένα μακροπρόθεσμο όραμα που λαμβάνει υπόψη ζητήματα όπως οι εξαρτήσεις. Αυτό είναι απαραίτητο προκειμένου οι εταιρείες της ΕΕ να αξιοποιήσουν τις ευκαιρίες της παγκόσμιας αγοράς για βασικές καθαρές τεχνολογίες μαζικής παραγωγής, οι οποίες προβλέπεται να τριπλασιαστούν έως το 2035, προσεγγίζοντας ετήσια αξία περίπου 1,9 τρισ. EUR9.
Από τα τελικά σχέδια προκύπτει ότι τα κράτη μέλη επικεντρώνονται περισσότερο στη στήριξη της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας καθ’ όλη τη διάρκεια της καθαρής μετάβασης. Απαριθμούν εθνικές στρατηγικές και μέτρα για τη στήριξη της έρευνας και της καινοτομίας, αλλά τα περισσότερα σχέδια
εξακολουθούν να μην αναφέρουν στόχους χρηματοδότησης που καθορίζουν συγκεκριμένες πορείες έως το 2030, για παράδειγμα όσον αφορά τις δημόσιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη που προορίζονται για προγράμματα για την ενέργεια και το κλίμα. Επίσης, δεν προσβλέπουν στην πορεία προς το 2050 με σκοπό την επιτάχυνση της ανάπτυξης και της παραγωγής τεχνολογιών καθαρής ενέργειας και της προώθησης της μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών καθαρών εκπομπών.
Τα περισσότερα σχέδια ανταποκρίνονται στις συστάσεις της Επιτροπής στις οποίες περιγράφονται σαφή μέτρα για την προώθηση της ανάπτυξης έργων μηδενικών καθαρών εκπομπών και καθαρών τεχνολογιών, ενώ ορισμένα δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις ενεργοβόρες βιομηχανίες
. Τα μέτρα που περιγράφονται περιλαμβάνουν τη στήριξη επενδύσεων και δράσεων με σκοπό την επιτάχυνση της αδειοδότησης
για την κατασκευή υποδομών ή έργων καθαρής τεχνολογίας.
Όσον αφορά τις ανταγωνιστικές και ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού για τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, με ορισμένες εξαιρέσεις
, τα σχέδια δεν αποτυπώνουν πραγματικά ειδικά μέτρα που συμβάλλουν στην κλιμάκωση της παραγωγής τεχνολογιών, εξοπλισμού και κατασκευαστικών στοιχείων καθαρής ενέργειας και διασφαλίζουν την ανθεκτικότητα των αλυσίδων εφοδιασμού των κρατών μελών. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη περιλαμβάνουν στα σχέδιά τους στρατηγικές και δράσεις για την κυκλική οικονομία, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη μείωση των εξαρτήσεων και τη διασφάλιση της πρόσβασης σε πρώτες ύλες. Ο βαθμός λεπτομέρειας σχετικά με τα μέτρα αυτά δεν είναι ίδιος και οι πραγματικές επιπτώσεις τους (οικονομικές, όσον αφορά τη μείωση των εκπομπών) προσδιορίζονται ποσοτικά σε σπάνιες περιπτώσεις.
Η ψηφιοποίηση του ενεργειακού συστήματος διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο σε πολλά σχέδια, καθώς αρκετά κράτη μέλη σχεδιάζουν σαφή μέτρα για την ενίσχυση της ψηφιοποίησης των υποδομών δικτύου
, ενώ άλλα
δίνουν προτεραιότητα στην ψηφιοποίηση της ανάπτυξης ηλιακής τεχνολογίας στον κτιριακό τομέα.
Τα περισσότερα σχέδια επικεντρώνονται επίσης στη συνεργασία στον τομέα της καινοτομίας
. Τα κράτη μέλη συμμετέχουν σε πρωτοβουλίες σε επίπεδο ΕΕ, όπως το πρόσφατα ανανεωμένο ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (σχέδιο ΣΕΤ) για την προώθηση της καινοτομίας, την ευθυγράμμιση των οικείων θεματολογίων στον τομέα της έρευνας και την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών. Παρά τις προκλήσεις, όπως το υψηλό κόστος καινοτομίας και οι κανονιστικοί φραγμοί, και στην προσπάθειά τους να δώσουν ώθηση στην πρόοδο, τα κράτη μέλη αξιοποιούν τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της ΕΕ, όπως το πρόγραμμα-πλαίσιο «Ορίζων Ευρώπη», το Ταμείο Καινοτομίας και ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, και προωθούν συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Τα προγράμματα της ΕΕ λειτουργούν συμπληρωματικά προς την εθνική και την περιφερειακή χρηματοδότηση.
Τέλος, η ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού αποτελεί αυξανόμενη προτεραιότητα, καθώς η μετάβαση σε μια οικονομία μηδενικών καθαρών εκπομπών απαιτεί νέες δεξιότητες. Ωστόσο, μόνο ορισμένα κράτη μέλη
έχουν προτείνει αποτελεσματικά στόχους με ειδική χρηματοδότηση για την αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων που εντοπίζονται σε στρατηγικούς τομείς, όπως η τεχνολογία καθαρής ενέργειας.
Μελλοντική πορεία
Τα τελικά σχέδια δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα, στην ανάπτυξη των αλυσίδων εφοδιασμού και στις δεξιότητες για τη μετάβαση. Ωστόσο, με ορισμένες εξαιρέσεις, συχνά δεν περιλαμβάνονται στα σχέδια αρκετά συγκεκριμένοι και εφαρμόσιμοι στόχοι στους τομείς αυτούς.
Η Επιτροπή, εφαρμόζοντας τη συμφωνία για καθαρή βιομηχανία, θα αναλάβει περαιτέρω δράση για την τόνωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών βιομηχανιών καθαρής τεχνολογίας και των ενεργοβόρων βιομηχανιών. Η πράξη για την επιτάχυνση της απανθρακοποίησης της βιομηχανίας θα θεσπίσει κριτήρια ανθεκτικότητας και βιωσιμότητας για την προώθηση του καθαρού ευρωπαϊκού ενεργειακού εφοδιασμού για ενεργοβόρους τομείς και θα αναπτύξει μια εθελοντική σήμανση για την ένταση άνθρακα των βιομηχανικών προϊόντων. Τα κριτήρια αυτά θα μπορούσαν επίσης να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη για τον σχεδιασμό φορολογικών κινήτρων και άλλων καθεστώτων στήριξης σύμφωνα με τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει τον τρόπο τόνωσης της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας ενεργειακής απόδοσης, η οποία είναι εγκατεστημένη κυρίως στην Ευρώπη, πράγμα που σημαίνει ότι η ΕΕ διαθέτει σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η Επιτροπή θα συνεργαστεί επίσης στενά με τα κράτη μέλη για την επιτάχυνση του σχεδιασμού νέων σημαντικών έργων κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (ΣΕΚΕΕ), ώστε να ενισχυθεί η αποδοτικότητα του εργαλείου για τη στήριξη της απανθρακοποίησης της βιομηχανίας και της παραγωγής καθαρής τεχνολογίας στην ΕΕ.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να τονώσουν την εθνική ζήτηση για καθαρά προϊόντα και να διαφοροποιήσουν τον εφοδιασμό με κρίσιμες πρώτες ύλες, σε συνδυασμό με μέτρα κυκλικής οικονομίας. Αυτό θα προωθήσει την καινοτομία και την εμπορευματοποίηση της παραγωγής ενέργειας από τεχνολογίες μηδενικών καθαρών εκπομπών, θα συμβάλει στην απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, των μεταφορών και των κτιρίων, θα μειώσει την εξάρτησή μας και θα ενθαρρύνει την υποκατάσταση των ορυκτών πρώτων υλών με βιώσιμο άνθρακα.
Τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να χρησιμοποιήσουν τους νέους ψηφιακούς πόρους της ΕΕ και τα προϊόντα δεδομένων από το διαστημικό πρόγραμμα της ΕΕ για την τόνωση της ανανεώσιμης ενέργειας, τη βελτίωση της αποδοτικότητας του δικτύου και τη στήριξη προηγμένων στρατηγικών απανθρακοποίησης.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συνεχίσουν να απλουστεύουν τη διαδικασία αδειοδότησης τόσο για τις ικανότητες μεταποίησης όσο και για την κατασκευή έργων και να διατηρούν αξιόπιστο και αναλυτικό χρονοδιάγραμμα για τις δημοπρασίες για έργα καθαρής ενέργειας, διασφαλίζοντας έτσι την ανθεκτικότητα, την ασφάλεια και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα.
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν τον βέλτιστο τρόπο χρήσης της σχετικής χρηματοδότησης, όπως το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+ (ΕΚΤ+) και το ΤΔΜ, στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης των ταμείων της πολιτικής συνοχής για την αντιμετώπιση των ελλείψεων δεξιοτήτων για την κλιματική και ενεργειακή μετάβαση.
Η Επιτροπή θα υλοποιήσει την Ένωση Δεξιοτήτων
για τον εφοδιασμό των ατόμων με τις δεξιότητες που απαιτούνται για την αξιοποίηση των ευκαιριών που προσφέρει η καθαρή μετάβαση.
Εσωτερική αγορά ενέργειας και διασυνδεσιμότητα
Μια αγορά με ικανοποιητικό βαθμό ενοποίησης είναι το ισχυρότερο εργαλείο της ΕΕ για την παροχή ασφαλούς, ανταγωνιστικής και οικονομικά προσιτής ενέργειας στους καταναλωτές και στη βιομηχανία μακροπρόθεσμα. Η περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς αποτελεί βασική προϋπόθεση για την οικοδόμηση μιας ισχυρής Ενεργειακής Ένωσης και θα μας βοηθήσει να επιτύχουμε τον στόχο του σχεδίου δράσης για οικονομικά προσιτή ενέργεια όσον αφορά τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Επιτρέπει την απρόσκοπτη μεταφορά της παραγόμενης καθαρής ενέργειας εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη και παρέχει τα κατάλληλα μηνύματα τιμών για την καθοδήγηση των επενδύσεων στην πράσινη ενέργεια και στις πράσινες τεχνολογίες. Οι πρόσφατες ενεργειακές κρίσεις κατέδειξαν ότι είναι αναγκαία η περαιτέρω ενίσχυση των υποδομών μας και η βαθύτερη ενοποίηση της αγοράς ενέργειας της ΕΕ, ενώ τα ΕΣΕΚ βοηθούν τα κράτη μέλη να καταβάλουν προσπάθειες προς την επίτευξη αυτής της πιο ολοκληρωμένης και λειτουργικής αγοράς ενέργειας.
Αρκετά ΕΣΕΚ υπογραμμίζουν την ανάγκη να εξαλειφθούν οι επίμονοι φραγμοί της αγοράς και να προωθηθούν ίσες ευκαιρίες για τους νεοεισερχόμενους και διάφορες λύσεις ευελιξίας στις αγορές ενέργειας. Τα περισσότερα σχέδια τονίζουν τη σημασία της ευελιξίας και της απόκρισης ζήτησης για την ταχεία διείσδυση της ανανεώσιμης ενέργειας, ενώ αρκετά κράτη μέλη
προωθούν την απόκριση ζήτησης, την αποθήκευση ενέργειας και την ανάπτυξη ικανοτήτων δικτύων, ωστόσο λίγα μόνο θέτουν σαφείς στόχους, σχέδια ή χρονοδιαγράμματα για την υλοποίησή τους.
Η επένδυση σε υποδομές δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και η βελτιστοποίηση ενός ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος με ικανοποιητικό βαθμό ενοποίησης είναι καίριας σημασίας για την οικονομικά αποδοτική μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας από το επίπεδο μεταφοράς στο επίπεδο διανομής. Παρότι κράτη μέλη όπως το Λουξεμβούργο, η Σλοβενία, η Λετονία και η Ουγγαρία υπερβαίνουν ήδη κατά πολύ τον στόχο του 15 % για τη διασυνδεσιμότητα της ΕΕ για το 2030, ορισμένες χώρες όπως η Ισπανία, η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία υπολείπονται σημαντικά, κάτι που καταδεικνύει το επίμονο χάσμα μεταξύ των κρατών μελών που αναπτύσσουν τις διασυνοριακές συνδέσεις τους. Απαιτούνται ενισχυμένες προσπάθειες για να εξασφαλιστούν επαρκείς επενδύσεις σε υποδομές σε όλα τα επίπεδα τάσης προκειμένου να καλυφθούν τόσο οι εθνικές όσο και οι διασυνοριακές ανάγκες. Ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER) διαπιστώνει ότι η απαιτούμενη διασυνοριακή δυναμικότητα των 32 GW έως το 2030 δεν έχει επιτευχθεί ακόμη
.
Οι καταναλωτές βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο των φιλοδοξιών για την ενέργεια και το κλίμα, και τα περισσότερα κράτη μέλη λαμβάνουν μέτρα για την ανάπτυξη πιο ανταγωνιστικών λιανικών αγορών και τη δημιουργία περαιτέρω ευκαιριών για τους καταναλωτές ώστε να συμμετέχουν ενεργά στις αγορές ενέργειας ως ενεργοί πελάτες, μέσω συγκέντρωσης ή ενεργειακών κοινοτήτων. Τα περισσότερα κράτη μέλη ενσωματώνουν επίσης τη δυναμική τιμολόγηση και την ανάπτυξη έξυπνων μετρητών για την προώθηση της συμμετοχής των καταναλωτών στην ενεργειακή μετάβαση.
Παρότι τα περισσότερα κράτη μέλη εξετάζουν την ενεργειακή φτώχεια στο τελικό επικαιροποιημένο ΕΣΕΚ τους, το πράττουν σε διαφορετικό βαθμό. Πολλά περιγράφουν διαρθρωτικά ή εισοδηματικά μέτρα στήριξης με έμφαση στην ενεργειακή απόδοση, την ανακαίνιση κτιρίων και την απανθρακοποίηση. Ορισμένα κράτη μέλη προσαρμόζουν τα μέτρα για να βοηθήσουν τις πλέον ευάλωτες ομάδες. Ωστόσο, ελάχιστα κράτη μέλη
παρέχουν σαφείς ορισμούς της ενεργειακής φτώχειας ή θέτουν συγκεκριμένους στόχους μείωσης. Η μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων σχετικά με την ενεργειακή φτώχεια
βρίσκεται επί του παρόντος μόνο εν μέρει σε εξέλιξη. Η διασφάλιση της συνέπειας με την κατάρτιση των κοινωνικών σχεδίων για το κλίμα στο πλαίσιο του Κοινωνικού Ταμείου για το Κλίμα, που θεσπίστηκε σε συνδυασμό με το ΣΕΔΕ2 της ΕΕ, είναι ζωτικής σημασίας για την αποτελεσματική πρόοδο.
Μελλοντική πορεία
Τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα για την προώθηση της ευελιξίας, τη σταθεροποίηση των αγορών και τη διευκόλυνση της διείσδυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στα τελικά τους σχέδια, αν και με διαφορετικό βαθμό λεπτομέρειας. Γενικά, τα σχέδια περιλαμβάνουν μέτρα για την ενδυνάμωση των καταναλωτών και την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας σε διαφορετικό βαθμό. Απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για την ανάπτυξη διασυνοριακών συνδέσεων και την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών.
Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για οικονομικά προσιτή ενέργεια περιλαμβάνει βραχυπρόθεσμα μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, την ολοκλήρωση της Ενεργειακής Ένωσης, την προσέλκυση επενδύσεων και την προετοιμασία για πιθανές ενεργειακές κρίσεις. Μια πλήρως ολοκληρωμένη αγορά ενέργειας που θα βασίζεται σε ισχυρό ενοποιημένο ενεργειακό δίκτυο είναι υψίστης σημασίας προκειμένου να αυξηθούν τα οφέλη για όλους τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Όπως ανακοινώθηκε στο παρόν σχέδιο, για την ενίσχυση του ενεργειακού συστήματος και την εμβάθυνση της ολοκλήρωσης της αγοράς της ΕΕ, η Επιτροπή σχεδιάζει να εκδώσει Λευκή Βίβλο για την περαιτέρω ενοποίηση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, να συστήσει ειδική ομάδα για την Ενεργειακή Ένωση και να ξεκινήσει διάλογο για το μέλλον της αγοράς.
Η δέσμη μέτρων για το ευρωπαϊκό δίκτυο θα περιλαμβάνει σχετικά νομοθετικά και μη νομοθετικά μέτρα, με σκοπό την απλούστευση του πλαισίου πολιτικής για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας, τη διασφάλιση ολοκληρωμένου διασυνοριακού σχεδιασμού, ιδίως όσον αφορά τις γραμμές διασύνδεσης, και τον εξορθολογισμό των διαδικασιών αδειοδότησης. Θα επικεντρώνεται επίσης στη βελτίωση του σχεδιασμού του δικτύου διανομής, στην τόνωση της ψηφιοποίησης και της καινοτομίας, δίνοντας προτεραιότητα στις ανάγκες εφοδιασμού στον τομέα της μεταποίησης, με παράλληλη αξιοποίηση των δράσεων του σχεδίου δράσης για το δίκτυο. Ο δεύτερος ενωσιακός κατάλογος έργων κοινού ενδιαφέροντος (ΕΚΕ) και έργων αμοιβαίου ενδιαφέροντος (ΕΑΕ) θα εγκριθεί το τέταρτο τρίμηνο του 2025 και αναμένεται να τεθεί σε ισχύ το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να αντιμετωπίσουν τους υφιστάμενους φραγμούς της αγοράς που εμποδίζουν την απόκριση ζήτησης, την αποθήκευση, τη διαχείριση της συμφόρησης και τους παρόχους παρεπόμενων υπηρεσιών από τη συμμετοχή σε αγορές χονδρικής, εφαρμόζοντας τους κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση στην αγορά σε αυτούς τους τομείς. Καλούνται επίσης να προωθήσουν την ευελιξία στην αγορά λιανικής και να παρέχουν στους καταναλωτές τη δυνατότητα να συμμετέχουν στην αγορά.
Τα κράτη μέλη καλούνται επίσης να συνεχίσουν να αναπτύσσουν τις διασυνοριακές συνδέσεις τους
και να ενισχύσουν τα εσωτερικά τους δίκτυα, καθώς και να εξασφαλίσουν επαρκείς επενδύσεις σε υποδομές σε όλα τα επίπεδα τάσης για την πλήρη ενσωμάτωση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας.
Τέλος, η υλοποίηση του σχεδίου δράσης για οικονομικά προσιτή ενέργεια μέσω της μείωσης των τιμών της ενέργειας θα βοηθήσει τα νοικοκυριά και τους καταναλωτές που αντιμετωπίζουν ενεργειακή φτώχεια και υψηλούς λογαριασμούς ενέργειας, καθώς και τις βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος παραγωγής. Η Επιτροπή θα συνεχίσει επίσης να αντιμετωπίζει την ενεργειακή φτώχεια μέσω της δέσμης ενεργειακών μέτρων για τους πολίτες, η οποία θα διασφαλίσει μια δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς ενεργειακή μετάβαση, καθώς και μέσω της στήριξής της προς τα κράτη μέλη ώστε να μεταφέρουν στο εθνικό τους δίκαιο και να εφαρμόσουν τις νομικές διατάξεις και τα μέτρα που σχετίζονται με την ενεργειακή φτώχεια.
Περιφερειακή συνεργασία
Η περιφερειακή συνεργασία συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη διασυνοριακή υποδομή και στην ανταγωνιστικότερη χρήση των κοινών φυσικών πόρων της ΕΕ, οδηγώντας σε ένα ασφαλέστερο και πιο ενοποιημένο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα. Ως εκ τούτου, είναι θετικό το ότι αρκετά κράτη μέλη παρέχουν περισσότερες πληροφορίες στα τελικά τους σχέδια σχετικά με τη χρήση της περιφερειακής συνεργασίας για την επίτευξη των στόχων τους για την ενέργεια και το κλίμα, μεταξύ άλλων μέσω της συμμετοχής τους σε πολιτικές ομάδες υψηλού επιπέδου
.
Ταυτόχρονα, λίγα μόνο κράτη μέλη
εξηγούν τον τρόπο με τον οποίο προτίθενται να θεσπίσουν πλαίσιο συνεργασίας σε κοινά έργα με ένα ή περισσότερα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 9 της οδηγίας (ΕΕ) 2018/2001
, όπως τροποποιήθηκε.
Η αξιολόγηση παρουσιάζει μεγαλύτερες διαφορές όσον αφορά τις συμφωνίες αλληλεγγύης για το αέριο. Ορισμένα κράτη μέλη
παρείχαν τουλάχιστον ορισμένες νέες πληροφορίες σε σύγκριση με τα προσχέδιά τους σχετικά με την πρόοδο, τις προθέσεις ή την υπογραφή συμφωνιών αλληλεγγύης για το αέριο με τις γειτονικές τους χώρες, ενώ αρκετά άλλα όχι.
Μελλοντική πορεία
Τα κράτη μέλη επωφελούνται γενικά από τα καθιερωμένα φόρουμ περιφερειακής συνεργασίας, αν και σε διαφορετικό βαθμό. Λίγα κράτη μέλη παρέχουν πληροφορίες σχετικά με συγκεκριμένες συμφωνίες με γειτονικές χώρες, όπως κοινά έργα ή συμφωνίες αλληλεγγύης στον τομέα του αερίου.
Η νέα ειδική ομάδα για την Ενεργειακή Ένωση που πρότεινε η Επιτροπή σχετικά με το σχέδιο δράσης για οικονομικά προσιτή ενέργεια θα συμβάλει, μεταξύ άλλων, στη βελτίωση της διαφάνειας, του συντονισμού και της ενοποίησης των συστημάτων, ενισχύοντας έτσι την πολιτική και τον σχεδιασμό των δικτύων σε ολόκληρη την ΕΕ.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εξακολουθήσουν να αξιοποιούν στο έπακρο τα υφιστάμενα φόρουμ περιφερειακής συνεργασίας, ιδίως τις ομάδες υψηλού επιπέδου.
ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΕ
Η απανθρακοποίηση, η ανταγωνιστικότητα και η ανάπτυξη της Ευρώπης συνδέονται άρρηκτα με την ασφάλεια και την αυτονομία της, καθώς η ενεργειακή κρίση επανέφερε στο προσκήνιο τους στόχους της μείωσης της κατανάλωσης, της διαφοροποίησης του εφοδιασμού μας με ορυκτό αέριο και της ετοιμότητας για πιθανές ενεργειακές κρίσεις. Η ΕΕ έχει ήδη μειώσει τη ζήτηση αερίου κατά 18 % από τον Αύγουστο του 2022 έως τον Νοέμβριο του 2024
. Επίσης, διαφοροποίησε τον εφοδιασμό της με αέριο, μειώνοντας τις εισαγωγές ρωσικού αερίου κατά 70 % μεταξύ του 2021 και του 2023 (από 150 bcm σε 43 bcm). Αυτό επισημαίνει την ανάγκη για εθνικές στρατηγικές μεσοπρόθεσμα με σκοπό την ολοκλήρωση της σταδιακής κατάργησης των ρωσικών ορυκτών καυσίμων και τη μείωση της εξάρτησής μας από τα ορυκτά καύσιμα μακροπρόθεσμα.
Αφού αντιμετωπίστηκε η ενεργειακή κρίση του 2022/2023, τα τελικά ΕΣΕΚ επεκτείνονται στις εθνικές στρατηγικές για τη διασφάλιση της ενεργειακής ασφάλειας στο ταχέως μεταβαλλόμενο ενεργειακό σύστημα της ΕΕ. Τα τελικά σχέδια ανταποκρίνονται —παρότι σε διαφορετικό βαθμό— στις συστάσεις της Επιτροπής που καλύπτουν τους στόχους ενεργειακής ασφάλειας και τα μέτρα για το αέριο, την ηλεκτρική ενέργεια, το πετρέλαιο, την πυρηνική ενέργεια και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Αρκετά κράτη μέλη παρέχουν επικαιροποιημένες προβολές για τη ζήτηση αερίου, με τη συντριπτική πλειονότητα να προβλέπει σημαντική μείωση κατά τις επόμενες δεκαετίες. Μόνο το Λουξεμβούργο παρέχει συγκεκριμένα σχέδια για την ενθάρρυνση της μείωσης της ζήτησης αερίου έως το 2030. Ομοίως, λίγα κράτη μέλη παρέχουν λεπτομέρειες σχετικά με τις περαιτέρω προσπάθειές τους για διαφοροποίηση, ενώ δεν δίνεται επαρκής προσοχή στο αν οι υποδομές αερίου και, κατά περίπτωση, οι υποδομές νέων έργων εκμετάλλευσης είναι συμβατές με τους στόχους της απανθρακοποίησης.
Ο εξηλεκτρισμός, οι μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και οι προσπάθειες για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ορυκτών καυσίμων από τη Ρωσία υπογραμμίζουν τη σημασία ενός πιο ανθεκτικού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας. Ένα αξιοσημείωτο ορόσημο για την αύξηση της ανθεκτικότητας της ηλεκτρικής ενέργειας ήταν ο συγχρονισμός της Εσθονίας, της Λετονίας και της Λιθουανίας με την ηπειρωτική Ευρώπη τον Φεβρουάριο του 2025, με αποτέλεσμα την εξάλειψη δυνητικής ευπάθειας έναντι της Ρωσίας. Ο αναθεωρημένος σχεδιασμός της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας
απαιτεί από τα κράτη μέλη να αξιολογούν τις ανάγκες και τον στόχο τους όσον αφορά την ευελιξία χωρίς ορυκτά καύσιμα, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής συνεισφοράς της αποθήκευσης ενέργειας και της απόκρισης ζήτησης. Η Επιτροπή εξέδωσε επίσης σύσταση σχετικά με τους κύριους κανονιστικούς φραγμούς στην αποθήκευση ενέργειας το 2023
.
Παρότι αποτελούν βασικό μέρος ενός ανθεκτικότερου ενεργειακού συστήματος, λίγα κράτη μέλη προβλέπουν ειδικούς στόχους για την αποθήκευση ενέργειας. Ορισμένα κράτη μέλη παρέχουν περαιτέρω λεπτομέρειες
σχετικά με τις πολιτικές αποθήκευσης και λιγότερα κράτη μέλη παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τους στόχους
. Τα δεδομένα δεν επαρκούν για μια συνεκτική και συγκρίσιμη εικόνα σχετικά με την ανάπτυξη της αποθήκευσης σε όλα τα κράτη μέλη.
Παρότι οι εισαγωγές πετρελαίου στην ΕΕ είναι πιο διαφοροποιημένες απ' ό,τι στο παρελθόν, στα τελικά ΕΣΕΚ υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις εθνικές στρατηγικές για την προσαρμογή των πετρελαϊκών υποδομών σε ένα απανθρακοποιημένο ενεργειακό σύστημα. Το ρωσικό πετρέλαιο αντιπροσωπεύει μόλις το 3 % των εισαγωγών σήμερα χάρη στις κυρώσεις της ΕΕ για την απαγόρευση των διά θαλάσσης εισαγωγών ρωσικού αργού πετρελαίου από τον Δεκέμβριο του 2022 και προϊόντων διύλισης πετρελαίου από τον Φεβρουάριο του 2023. Παρότι αρκετά κράτη μέλη παρέχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις προοπτικές τους για το πετρέλαιο, λίγα μόνο κράτη μέλη
έχουν αξιολογήσει αποτελεσματικά την επάρκεια των υποδομών ορυκτών καυσίμων μακροπρόθεσμα (συμπεριλαμβανομένων των διυλιστηρίων, των αγωγών, των αποθεμάτων), λαμβάνοντας υπόψη την αναμενόμενη μείωση της ζήτησης και τη μετάβαση σε εναλλακτικές λύσεις χαμηλότερων ανθρακούχων εκπομπών κατά τις επόμενες δεκαετίες, στην πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα της ΕΕ έως το 2050.
Όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια, αρκετά κράτη μέλη παρείχαν ενημερώσεις σχετικά με τα προγράμματά τους, ανακοινώνοντας την παράταση της ζωής των υφιστάμενων αντιδραστήρων και την κατασκευή νέων. Τα προγράμματα αυτά λαμβάνουν υπόψη την πυρηνική ενέργεια για την παροχή καθαρής και ευέλικτης ηλεκτρικής ενέργειας και θερμότητας για οικιακή και βιομηχανική χρήση, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής υδρογόνου.
Σε πιο μακροπρόθεσμη βάση, με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται στα τελικά ΕΣΕΚ, οι μεγάλης κλίμακας πυρηνικοί αντιδραστήρες θα μπορούσαν να παράσχουν έως και 110 GWe καθαρής δυναμικότητας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το 2050, παρόλο που κάτι τέτοιο συνεπάγεται σημαντικό επίπεδο αβεβαιότητας όσον αφορά την παράταση της ζωής των υφιστάμενων αντιδραστήρων, καθώς και σχέδια για νέους αντιδραστήρες που δεν έχουν καταλήξει ακόμη στην τελική επενδυτική απόφαση. Η Επιτροπή θα παρουσιάσει περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα και τις αναλύσεις ευαισθησίας, με τις σχετικές επενδυτικές ανάγκες, στο προσεχές ενδεικτικό πυρηνικό πρόγραμμα (PINC) που βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο της κατάρτισης σύμφωνα με το άρθρο 40 της Συνθήκης Ευρατόμ.
Οι ανθεκτικές αλυσίδες εφοδιασμού με πυρηνική ενέργεια αντιμετωπίζουν προκλήσεις λόγω των χαμηλών ρωσικών τιμών και της ιστορικής κληρονομιάς. Η Ρωσία προμηθεύει προϊόντα και υπηρεσίες σε πελάτες της ΕΕ σε ολόκληρο τον κύκλο πυρηνικού καυσίμου, αλλά τα κράτη μέλη σημειώνουν πρόοδο, όπως παρουσιάζεται στα τελικά τους σχέδια. Η εξάρτηση είναι μεγαλύτερη στα πέντε κράτη μέλη
που διαθέτουν αντιδραστήρες VVER ρωσικού σχεδιασμού και τα οποία παραδοσιακά εξαρτώνται από τα καύσιμα Ρώσου προμηθευτή. Τα τελευταία χρόνια οι φορείς εκμετάλλευσης σε αυτά τα κράτη μέλη έχουν λάβει μέτρα για τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού τους με καύσιμα και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων προμήθειας εναλλακτικών πυρηνικών καυσίμων. Επιπλέον, η ευρωπαϊκή βιομηχανία επενδύει στην επέκταση των ικανοτήτων της στον κύκλο πυρηνικού καυσίμου. Είναι σημαντικό να συνεχιστούν οι προσπάθειες αυτές και να επιταχυνθεί η διαφοροποίηση σύμφωνα με τον χάρτη πορείας για τον τερματισμό των εισαγωγών ρωσικής ενέργειας
.
Οι απειλές για τη φυσική ασφάλεια και την κυβερνοασφάλεια των υποδομών αυξάνονται τόσο ως προς τη συχνότητα όσο και ως προς τη σημασία τους, κάτι που ενέχει αυξανόμενους κινδύνους για την αυτονομία, την ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Οι υβριδικές απειλές, συμπεριλαμβανομένης της δολιοφθοράς και των κυβερνοεπιθέσεων, συνιστούν αυξανόμενο κίνδυνο για τη λειτουργία των κρίσιμων υποδομών της Ευρώπης.
Οι φυσικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής ενέχουν επίσης σημαντικό κίνδυνο διαταραχών, χρόνιων επιπτώσεων στα βασικά συστήματα και λειτουργούν ως καταλύτης που καθιστά άλλους κινδύνους πιο επικίνδυνους. Από την ευρωπαϊκή εκτίμηση κλιματικών κινδύνων του 2024 και την έκθεση του προέδρου Niinistö προκύπτει ότι οι εν λόγω επιπτώσεις στον τομέα της ενέργειας έχουν υποεκτιμηθεί. Οι επιπτώσεις των ξηρασιών στον ενεργειακό εφοδιασμό ήταν εμφανείς κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2022, όταν η παραγωγή και η διανομή ενέργειας αντιμετώπισαν προκλήσεις λόγω λειψυδρίας και υψηλών θερμοκρασιών. Τα κράτη μέλη έχουν αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα για την εφαρμογή της νομοθεσίας για τη διασφάλιση της ασφάλειας, τόσο της φυσικής όσο και της ψηφιακής, των ενεργειακών υποδομών στην ΕΕ, ακόμα και αν η πρόοδος όσον αφορά την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας και της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή στο πλαίσιο του ενεργειακού συστήματος δεν είναι ομοιόμορφη μεταξύ των διαφόρων ΕΣΕΚ
.
Μελλοντική πορεία
Η ενεργειακή ασφάλεια ενισχύεται από τη χαμηλότερη κατανάλωση ορυκτού αερίου και τον πιο διαφοροποιημένο ενεργειακό εφοδιασμό, αλλά τα τελικά ΕΣΕΚ δεν καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες για πιο ανθεκτικό σχεδιασμό των υποδομών, ιδίως για την προσαρμογή στη μείωση της κατανάλωσης πετρελαίου, την αύξηση του εξηλεκτρισμού με βάση τις μεταβλητές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις ταχέως μεταβαλλόμενες απειλές, όπως η κλιματική αλλαγή.
Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για οικονομικά προσιτή ενέργεια περιλαμβάνει μέτρα που μπορούν να μειώσουν γενικότερα τη χρήση ορυκτών καυσίμων, για παράδειγμα με την προώθηση της παραγωγής και της κατανάλωσης ανταγωνιστικής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Αυτός είναι επίσης ο στόχος του επικείμενου σχεδίου δράσης για τον εξηλεκτρισμό, το οποίο αναμένεται να δημοσιευθεί το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Η Επιτροπή θα υποβάλει νομοθετική πρόταση για την αναθεώρηση του ισχύοντος κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για την ενεργειακή ασφάλεια στις αρχές του 2026. Η αναθεώρηση θα ενσωματώνει διδάγματα από την ενεργειακή κρίση και θα επικαιροποιήσει το πλαίσιο ασφάλειας δίνοντας προσοχή στους αναδυόμενους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των υβριδικών απειλών, όπως οι κυβερνοεπιθέσεις και οι κλιματικοί κίνδυνοι, διασφαλίζοντας παράλληλα την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα των υποδομών, καθώς και ευκαιρίες που συνδέονται με ένα ολοένα και πιο απανθρακοποιημένο ενεργειακό σύστημα.
Τα κράτη μέλη καλούνται να συνεχίσουν να μειώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, να διαφοροποιήσουν τον ενεργειακό εφοδιασμό και να αναπτύξουν εγχώριες λύσεις καθαρής ενέργειας. Με αυξημένη εξάρτηση από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να επενδύσουν σε ένα βελτιστοποιημένο ενεργειακό σύστημα τόσο σε επίπεδο μεταφοράς όσο και σε επίπεδο διανομής. Η ενίσχυση της ασφάλειας απαιτεί επενδύσεις σε λύσεις ευελιξίας, όπως η αποθήκευση και η απόκριση ζήτησης, για την προσαρμογή των υποδομών στην αποκέντρωση και την απανθρακοποίηση. Απαιτεί επίσης την προώθηση ανθεκτικότερων ενεργειακών υποδομών προκειμένου να εξασφαλιστεί η ετοιμότητα για την επιτάχυνση των κλιματικών και άλλων κινδύνων.
ΔΙΚΑΙΗ ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΚΑΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ
Η συμμετοχή όλων των παραγόντων είναι ζωτικής σημασίας για τη δίκαιη μετάβαση σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία. Αυτό συνεπάγεται την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων της μετάβασης με εστίαση στις περιφέρειες, στις βιομηχανίες και στους εργαζομένους που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες προκλήσεις.
Τα περισσότερα κράτη μέλη εξηγούν τις δεσμεύσεις τους για τη σταδιακή κατάργηση των στερεών ορυκτών καυσίμων στα τελικά ΕΣΕΚ. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα χρονοδιαγράμματα σταδιακής κατάργησης των ορυκτών καυσίμων που προβλέπονται στα σχέδια δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με τα εδαφικά σχέδια δίκαιης μετάβασης
.
Τα περισσότερα σχέδια εξετάζουν τις επιπτώσεις της μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα στους τομείς της απασχόλησης και των δεξιοτήτων. Ωστόσο, το βάθος της ανάλυσης των επιπτώσεων της κλιματικής και ενεργειακής μετάβασης στην κοινωνία και την απασχόληση ποικίλλει σε σημαντικό βαθμό, ειδικότερα όσον αφορά τους ευάλωτους πληθυσμούς και τις ευάλωτες περιφέρειες. Επιπλέον, τα σχέδια συχνά δεν περιγράφουν μέτρα για τον μετριασμό ή την αντιμετώπιση των εν λόγω επιπτώσεων. Παρότι τα σχέδια αντικατοπτρίζουν γενικά τον τρόπο με τον οποίο το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης (ΤΔΜ) στηρίζει τα κράτη μέλη, παρέχουν ελάχιστες πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με άλλους πόρους για τη στήριξη της δίκαιης μετάβασης.
Όσον αφορά τους τομείς των κτιρίων και των οδικών μεταφορών, λίγα σχέδια περιλαμβάνουν πληροφορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκείμενη ανάλυση για την κατάρτιση των κοινωνικών σχεδίων για το κλίμα
. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για την εκτίμηση των επιπτώσεων του ΣΕΔΕ2, τον προσδιορισμό των ευάλωτων ομάδων και την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο το πλαίσιο πολιτικής που προσδιορίζεται στα ΕΣΕΚ θα συμβάλει στην ανάπτυξη κοινωνικών σχεδίων για το κλίμα, τα οποία αναμένεται να υποβληθούν έως τις 30 Ιουνίου 2025.
Δημόσια διαβούλευση
Η μετάβαση σε μια κοινωνία χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών με καθαρότερο και ασφαλέστερο ενεργειακό σύστημα απαιτεί τη συμμετοχή όλων των παραγόντων με έγκαιρο, διαφανή και αποτελεσματικό τρόπο. Η εφαρμογή των πολιτικών για την ενέργεια και το κλίμα δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τα κράτη μέλη, αλλά και τις περιφέρειες, τις τοπικές αρχές, τα ενδιαφερόμενα μέρη και τους πολίτες.
Τα περισσότερα κράτη μέλη εξηγούν λεπτομερέστερα απ' ό,τι στα προσχέδια των ΕΣΕΚ τους τον τρόπο με τον οποίο οι διαδικασίες διαβούλευσης επέτρεψαν στο κοινό να συμμετάσχει στην κατάρτιση των τελικών επικαιροποιημένων ΕΣΕΚ
. Πολλά κράτη μέλη χρησιμοποίησαν συνδυασμό διαδικτυακών εργαλείων και ειδικών φόρουμ για δημόσια διαβούλευση. Ορισμένα κράτη μέλη εξασφάλισαν μια προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς που συμπεριλάμβανε όλους τους πολίτες
. Ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις, η διαβούλευση σχετικά με τα τελικά ΕΣΕΚ ξεκίνησε σχετικά κοντά
ή ακόμα και μετά την ημερομηνία υποβολής
. Η πρόβλεψη μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος θα επέτρεπε καλύτερες δημόσιες διαβουλεύσεις, λαμβανομένων υπόψη της διάρκειας των σχεδίων και των εκτεταμένων αλλαγών μεταξύ των προσχεδίων και των τελικών ΕΣΕΚ.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαδικασίες διαβούλευσης δεν αφορούσαν ειδικά τα ίδια τα σχέδια, αλλά αφορούσαν μάλλον τις υποκείμενες πολιτικές και τα υποκείμενα μέτρα
, ή βασίζονταν σε συντομευμένη έκδοση του σχεδίου ή σε ερωτηματολόγιο
. Ορισμένα τελικά ΕΣΕΚ
δεν παρέχουν σύνοψη των απόψεων που εξέφρασαν οι διάφοροι συμμετέχοντες, ενώ μόνο ορισμένα κράτη μέλη
περιλαμβάνουν επισκόπηση του τρόπου με τον οποίο εξετάστηκε και αντιμετωπίστηκε το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων στο τελικό ΕΣΕΚ.
Μελλοντική πορεία
Τα τελικά σχέδια έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στη δίκαιη μετάβαση και στη σταδιακή κατάργηση των στερεών ορυκτών καυσίμων. Επιπλέον, τα περισσότερα σχέδια παρέχουν σαφέστερη επισκόπηση της δημόσιας διαβούλευσης. Οι διαδικασίες συμμετοχής θα μπορούσαν να ήταν πιο συμμετοχικές και αποτελεσματικές, παρέχοντας περισσότερες πληροφορίες και προβλέποντας μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για τις διαβουλεύσεις.
Η Επιτροπή θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική και έγκαιρη συμμετοχή του κοινού, υποστηριζόμενη από επαρκείς πληροφορίες, σύμφωνα με τη Σύμβαση του Aarhus. Κατά την υλοποίηση των σχεδίων τους, τα κράτη μέλη καλούνται να συνεχίσουν να διεξάγουν συμμετοχικές διαδικασίες δημόσιας διαβούλευσης.
Η Επιτροπή θα συνεχίσει να συνεργάζεται με τα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλίσει την αποτελεσματική εφαρμογή των πολιτικών δίκαιης μετάβασης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα αξιολογήσει την εφαρμογή από τα κράτη μέλη της σύστασης του Συμβουλίου σχετικά με τη διασφάλιση δίκαιης μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα (που εκδόθηκε το 2022) και θα δημοσιεύσει τα αποτελέσματα κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025.
Η Επιτροπή θα δώσει ιδιαίτερη προσοχή στις δεσμεύσεις των κρατών μελών για σταδιακή κατάργηση του άνθρακα, της τύρφης και του πετρελαιούχου σχιστόλιθου και θα τα στηρίξει στην ανάλυση και στον μετριασμό των κοινωνικών επιπτώσεων και των επιπτώσεων στην απασχόληση στις επηρεαζόμενες περιφέρειες. Το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης εξακολουθεί να παρέχει ισχυρή στήριξη στο πλαίσιο αυτό, βοηθώντας τις περιφέρειες να διαφοροποιήσουν και να μετατρέψουν εκ νέου τις οικονομικές τους δραστηριότητες. Η Επιτροπή ενθαρρύνει επίσης τα κράτη μέλη να ευθυγραμμίσουν τις εθνικές και περιφερειακές στρατηγικές δίκαιης μετάβασης, ειδικότερα όσον αφορά τα εδαφικά σχέδια δίκαιης μετάβασης
.
Η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ταχέως τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, τα οποία διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων για το κλίμα και την ενέργεια με ορίζοντα το 2030.
Η πρωτοβουλία για τις περιφέρειες εξόρυξης άνθρακα σε μετάβαση θα συνεχίσει να παρέχει τεχνική υποστήριξη στις κοινότητες που πλήττονται περισσότερο σε ολόκληρη την ΕΕ. Θα τις βοηθήσει να κατανοήσουν το δυναμικό απανθρακοποίησης, το βιομηχανικό και ανταγωνιστικό δυναμικό τους και να αξιοποιήσουν τις κοινές γνώσεις σχετικά με τις πορείες μετάβασης για την ανάπτυξη αυτού του δυναμικού, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κοινότητες που πλήττονται περισσότερο δεν θα μείνουν πίσω.
Η Πλατφόρμα Δίκαιης Μετάβασης θα βοηθήσει περαιτέρω όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετέχουν στην υλοποίηση του ΤΔΜ, παρέχοντας καθοδήγηση, πληροφορίες και γνώσεις για τη στήριξη της δίκαιης μετάβασης σε μια κλιματικά ουδέτερη οικονομία.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να διατηρήσουν και να βελτιώσουν τις διαδικασίες διαλόγου σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή και να μεγιστοποιηθούν οι επιπτώσεις των οικονομικά αποδοτικών και ουσιαστικών πολιτικών και μέτρων που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων μας για το 2030 και της κλιματικής ουδετερότητας.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίσουν συναφή, αποτελεσματικά, αποδοτικά και συνεκτικά κοινωνικά σχέδια για το κλίμα, ώστε να διασφαλιστεί μια κοινωνικά δίκαιη μετάβαση προς την κλιματική ουδετερότητα μέσω της αντιμετώπισης των επιπτώσεων του ΣΕΔΕ2 στις ευάλωτες ομάδες. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να συνεργάζεται στενά με τα κράτη μέλη προκειμένου να στηρίξει την οριστικοποίηση και την υλοποίηση των εν λόγω σχεδίων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΚΑΙ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ
Η επίτευξη των στόχων της πολιτικής της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030 είναι απαραίτητη για την ανταγωνιστικότητα, την ασφάλεια και την απανθρακοποίηση της ΕΕ. Η πλήρης εφαρμογή του πλαισίου πολιτικής για το 2030 είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη μιας πραγματικής Ενεργειακής Ένωσης, την προετοιμασία του εδάφους για τις αναγκαίες επενδύσεις για το 2030 και το 2040 και την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050. Τα τελευταία χρόνια τα κράτη μέλη έχουν επιταχύνει την ενεργειακή και κλιματική μετάβασή τους με τη στήριξη του προϋπολογισμού της ΕΕ, ο οποίος αναμένεται να υπερβεί τον στόχο του 30 % για την ενσωμάτωση της διάστασης του κλίματος
. Με τα τελικά ΕΣΕΚ, τα κράτη μέλη ενίσχυσαν τα οικεία θεματολόγια πολιτικής και επενδύσεων για το 2030 και πλέον όλες οι προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στην αυστηρή υλοποίησή τους, ώστε να διασφαλιστεί ότι η Ευρώπη θα επωφεληθεί πλήρως από τη μετάβαση.
Τα ΕΣΕΚ καθοδηγούν τις απολύτως αναγκαίες επενδύσεις για την κλιματική και ενεργειακή μετάβαση, συμβάλλοντας στην κινητοποίηση ιδιωτικών και δημόσιων δαπανών. Διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στον προσδιορισμό των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων στο πλαίσιο μέσων, όπως ο μηχανισμός ανάκαμψης και ανθεκτικότητας και τα ταμεία της πολιτικής συνοχής. Συμπληρωματικά προς το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο, τα σχέδια αυτά αποτελούν βασικά μέσα για τον καθορισμό εθνικών προτεραιοτήτων με σκοπό την επίτευξη των κοινών στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα στο πλαίσιο του τρέχοντος και του μελλοντικού προϋπολογισμού της ΕΕ. Συμβάλλουν στον εντοπισμό συνεργειών με άλλες τομεακές προτεραιότητες, όπως το περιβάλλον. Ορισμένες πολιτικές, μέτρα και επενδύσεις που προσδιορίζονται στα ΕΣΕΚ χρησίμευσαν επίσης ως στοιχεία για τα μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια βάσει του αναθεωρημένου πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ. Κατά τον σχεδιασμό του τρόπου στήριξης των επενδύσεων που απαιτούνται για την επίτευξη της φιλοδοξίας της καθαρής μετάβασης, θα είναι σημαντικό να αξιολογηθεί προσεκτικά η χρηματοδότηση και να ελαχιστοποιηθούν οι κίνδυνοι των προσπαθειών που απαιτούνται για την κινητοποίηση δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων.
Τα κράτη μέλη απέδειξαν τη συνεχή δέσμευσή τους μέσω των σημαντικά βελτιωμένων τελικών σχεδίων. Ωστόσο, εξακολουθεί να απαιτείται περαιτέρω δράση προκειμένου να καλυφθούν τα εναπομένοντα χάσματα και να υλοποιηθεί πλήρως το νομικά δεσμευτικό πλαίσιο για το 2030. Στο συνοδευτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, η Επιτροπή αξιολόγησε μεμονωμένα τα τελικά ΕΣΕΚ και προσδιόρισε συγκεκριμένους τομείς για πρόσθετη δράση σε επίπεδο κρατών μελών για τη διευκόλυνση της υλοποίησης και, κατά περίπτωση, την κλιμάκωση της αναγκαίας φιλοδοξίας.
Τα κράτη μέλη έχουν συλλογική ευθύνη για την επίτευξη των δεσμευτικών στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα με ορίζοντα το 2030. Η Επιτροπή δρομολογεί σειρά επιχειρησιακών δράσεων για να διευρευνήσει εναλλακτικές λύσεις όσον αφορά τη γεφύρωση του χάσματος φιλοδοξίας και να στηρίξει και να παρακολουθεί την υλοποίηση των τελικών σχεδίων. Η Επιτροπή θα αξιολογήσει αν απαιτούνται περαιτέρω μέτρα για τη διασφάλιση της συλλογικής επίτευξης των στόχων, ιδίως όσον αφορά την ανανεώσιμη ενέργεια και την ενεργειακή απόδοση.
Η Επιτροπή θα συνεχίσει επίσης να στηρίζει τις εθνικές προσπάθειες εφαρμογής και να βελτιώνει το επίπεδο περιφερειακής συνεργασίας, μεταξύ άλλων μέσω διαλόγων για την εφαρμογή με τα κράτη μέλη και με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συζητούν τακτικά την πρόοδο και τις πολιτικές με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως όσον αφορά τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των σημείων συμφόρησης κατά την εφαρμογή. Οι διετείς εκθέσεις προόδου των ΕΣΕΚ αποτελούν σημαντικά εργαλεία απολογισμού για την προώθηση της διαφάνειας, της προβλεψιμότητας και της λογοδοσίας με σκοπό τη συλλογική επίτευξη των στόχων.
Τα ΕΣΕΚ ως εργαλείο διακυβέρνησης θα επανεξεταστούν για την περίοδο μετά το 2030 στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησης του κανονισμού για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα. Με βάση τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την αξιολόγηση και την εφαρμογή του κανονισμού, το νέο πλαίσιο θα ενσωματώσει τις προτεραιότητες της συμφωνίας για καθαρή βιομηχανία και της Πυξίδας Ανταγωνιστικότητας για την επίτευξη του στόχου για το 2040 για μια ευημερούσα και αυτόνομη οικονομία σε τροχιά κλιματικής ουδετερότητας και για την προώθηση της μεγαλύτερης ανθεκτικότητας και ετοιμότητας έναντι των κλιματικών κινδύνων. Η Επιτροπή θα επιδιώξει να απλουστεύσει και να επανεστιάσει τα ΕΣΕΚ ώστε να τα μετατρέψει σε πραγματικά επενδυτικά σχέδια που παρέχουν στους επενδυτές μακροπρόθεσμη προβλεψιμότητα και προσφέρουν στα ενδιαφερόμενα μέρη ένα διαφανές πλαίσιο συνεργασίας.