Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52023PC0217

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004

COM/2023/217 final

Βρυξέλλες, 28.4.2023

COM(2023) 217 final

2023/0124(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SEC(2023) 170 final} - {SWD(2023) 113 final} - {SWD(2023) 114 final} - {SWD(2023) 115 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Τα απορρυπαντικά διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στην καθημερινή μας ζωή. Συμβάλλουν στη διασφάλιση συνθηκών υγείας και υγιεινής σε όλους σχεδόν τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, από τα νοικοκυριά και τα σχολεία έως τα γυμναστήρια, τα γραφεία, τα νοσοκομεία, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. Ωστόσο, τα απορρυπαντικά είναι χημικά προϊόντα με εγγενείς ιδιότητες που ενδέχεται να ενέχουν κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά 1 (στο εξής: κανονισμός για τα απορρυπαντικά) ορίζει τους κανόνες τους οποίους πρέπει να πληρούν τα απορρυπαντικά προκειμένου να διατίθενται και να κυκλοφορούν ελεύθερα στην αγορά της ΕΕ. Πρόκειται για κανόνες που εξασφαλίζουν την ασφαλή χρήση των απορρυπαντικών (απαιτήσεις όσον αφορά την επισήμανση και την παροχή άλλων πληροφοριών) και τις υψηλές περιβαλλοντικές επιδόσεις των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών 2 για απορρυπαντικά (απαιτήσεις όσον αφορά τη βιοαποδομησιμότητα και τα όρια φωσφόρου).

Η αξιολόγηση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά το 2019 3 εντόπισε ορισμένες αδυναμίες που προέκυψαν μετά την έκδοση της νομοθετικής πράξης το 2004. Ο έλεγχος καταλληλότητας της πλέον συναφούς νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (εξαιρουμένου του κανονισμού REACH) 4 ανέδειξε την πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για τα χημικά προϊόντα. Η πολυπλοκότητα αυτή αποδόθηκε στον μεγάλο αριθμό νομοθετημάτων που αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα και τομείς με ενσωματωμένους συνδέσμους μεταξύ τους. Ο έλεγχος καταλληλότητας επισήμανε επίσης ότι υπάρχει περιθώριο απλούστευσης των ετικετών με υπερβολικό όγκο πληροφοριών, όσον αφορά την κοινοποίησή τους στους χρήστες των προϊόντων, και διαπίστωσε ότι η χρήση καινοτόμων εργαλείων για την κοινοποίηση των πληροφοριών προϊόντος είναι επί του παρόντος ανεπαρκής.

Η επικαιροποιημένη βιομηχανική στρατηγική που εγκρίθηκε τον Μάιο του 2021 5 τονίζει περαιτέρω τη σημασία της επιτάχυνσης της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης της βιομηχανίας της ΕΕ, με την υποστήριξη, μεταξύ άλλων, ενός συνεκτικού και σταθερού κανονιστικού πλαισίου.

Επιπλέον, η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 2023, με τίτλο «Μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ΕΕ: προοπτικές μετά το 2030» 6 , περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ μπορεί να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματα που διαθέτει και να μην περιοριστεί απλώς στις προσπάθειες να γεφυρώσει το χάσμα στην ανάπτυξη και την καινοτομία. Για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, η Επιτροπή προτείνει δραστηριοποίηση σε εννέα αλληλοενισχυόμενους κινητήριους μοχλούς, συμπεριλαμβανομένης μιας λειτουργικής ενιαίας αγοράς και της ψηφιοποίησης μέσω της ευρείας υιοθέτησης ψηφιακών εργαλείων σε ολόκληρη την οικονομία.

Εξάλλου, το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2022 7 συμπεριλαμβάνει στις πρωτοβουλίες του προγράμματος REFIT την αναθεώρηση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά.

Λαμβανομένων υπόψη των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο της αξιολόγησης του κανονισμού 8 και του ελέγχου καταλληλότητας των χημικών προϊόντων 9 , και οι οποίες αναπτύχθηκαν διεξοδικά στην έκθεση εκτίμησης των επιπτώσεων σχετικά με την αναθεώρηση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά 10 , η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στην επικαιροποίηση των κανόνων για τα απορρυπαντικά, στην ενίσχυση της εφαρμογής τους, ώστε να εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης περισσότερα συμμορφούμενα απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες, και στην αντιμετώπιση των ακόλουθων ζητημάτων:

1)Ο κανονισμός για τα απορρυπαντικά δεν λαμβάνει υπόψη τις νέες εξελίξεις της αγοράς: Από την έκδοση του κανονισμού το 2004 και έπειτα, έχουν αναπτυχθεί καινοτόμα προϊόντα και βιώσιμες νέες πρακτικές, τα οποία είτε δεν καλύπτονται από τους ισχύοντες κανόνες (μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού) είτε δεν είναι σαφές αν καλύπτονται και με ποιον τρόπο (πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης).

2)Αλληλοεπικάλυψη των απαιτήσεων παροχής πληροφοριών για τα απορρυπαντικά: Οι νομοθετικές αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ του κανονισμού για τα απορρυπαντικά και του κανονισμού για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία (κανονισμός CLP) 11 συχνά έχουν ως αποτέλεσμα η ίδια ουσία να εμφανίζεται δύο ή τρεις φορές στην ίδια ετικέτα, ενίοτε μάλιστα με εντελώς διαφορετικές ονομασίες. Μια άλλη αλληλοεπικάλυψη μεταξύ αυτών των νομοθετικών πράξεων της ΕΕ είναι η επανάληψη των πληροφοριών σχετικά με την ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου για την υγεία για απορρυπαντικά που ταξινομούνται ως επικίνδυνα βάσει του κανονισμού CLP (δελτία στοιχείων συστατικών βάσει του κανονισμού για τα απορρυπαντικά και πληροφορίες για τα κέντρα δηλητηριάσεων βάσει του κανονισμού CLP).

Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η πρόταση διασφαλίζει ότι οι ενωσιακοί κανόνες που αφορούν ειδικά τα απορρυπαντικά εξακολουθούν να συμπληρώνουν τις γενικές διατάξεις που ισχύουν για τα χημικά προϊόντα —συμπεριλαμβανομένων των απορρυπαντικών— που τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά της Ένωσης, ιδίως τον κανονισμό CLP και τον κανονισμό REACH 12 . Όπως και ο ισχύων κανονισμός για τα απορρυπαντικά, οι διατάξεις της παρούσας πρότασης θα καλύπτουν ζητήματα που αφορούν ειδικά τα απορρυπαντικά.

Η παρούσα πρόταση συνάδει με τις προτεραιότητες και τις σύγχρονες τάσεις όσον αφορά την εξαρχής ψηφιοποίηση, συμπεριλαμβανομένων των συμπερασμάτων σχετικά με την ψηφιοποίηση των πληροφοριών για τα προϊόντα στην αξιολόγηση του νέου νομοθετικού πλαισίου 13 . Με τη χρήση του διαβατηρίου προϊόντος που πρότεινε η Επιτροπή στην πρότασή της για κανονισμό σχετικά με τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα 14 , θα διασφαλιστεί η συνοχή και θα καταστεί δυνατή η επίτευξη συνεργειών όταν ο εν λόγω κανονισμός καλύψει τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες.

Επιπλέον, η παρούσα πρόταση λαμβάνει υπόψη και τη νομοθετική πρόταση κανονισμού για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας 15 , η οποία αποσκοπεί στη μείωση της ποσότητας των συσκευασιών που διατίθενται στην αγορά, από άποψη όγκου και βάρους, καθώς και στην πρόληψη της παραγωγής απορριμμάτων συσκευασίας, ιδίως μέσω της ελαχιστοποίησης των συσκευασιών (της χρήσης μόνο της απολύτως αναγκαίας ποσότητας υλικών συσκευασίας). Αυτή η απαίτηση ελαχιστοποίησης θα μειώσει τον διαθέσιμο χώρο πάνω στην ετικέτα για την πληροφόρηση των καταναλωτών και, ως εκ τούτου, θα ωθήσει τους παραγωγούς να διερευνήσουν τις δυνατότητες που προσφέρει η ψηφιακή επισήμανση. Επιπροσθέτως, σύμφωνα με την πρόταση για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας, οι επιχειρήσεις που πωλούν προϊόντα επαναπλήρωσης οφείλουν να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες στους τελικούς χρήστες και να διασφαλίζουν ότι οι σταθμοί επαναπλήρωσης συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό. Εκτός αυτού, η παρούσα πρόταση συνάδει και με την ευρωπαϊκή διακήρυξη σχετικά με τα ψηφιακά δικαιώματα και τις ψηφιακές αρχές για την ψηφιακή δεκαετία 16

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η πρόταση θα παράσχει ένα συνεκτικό και σταθερό κανονιστικό πλαίσιο για την υποστήριξη της πράσινης και της ψηφιακής μετάβασης της βιομηχανίας της ΕΕ που ανακοινώθηκε τόσο στην επικαιροποιημένη βιομηχανική στρατηγική του 2021 17 όσο και στο βιομηχανικό σχέδιο της Πράσινης Συμφωνίας για την εποχή των μηδενικών καθαρών εκπομπών 18 που εγκρίθηκε πρόσφατα. Συνάδει επίσης με τις ευρύτερες πολιτικές και κανονιστικές εξελίξεις στην ΕΕ, όσον αφορά τις μελλοντικές και τις υπό εξέλιξη κανονιστικές εργασίες στο πλαίσιο της στρατηγικής για τη βιωσιμότητα των χημικών προϊόντων 19 . Οι προτεινόμενοι νέοι κανόνες για τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού θα συνάδουν με το προαιρετικό σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός σχετικά με το οικολογικό σήμα της ΕΕ 20 . Οι προτεινόμενοι νέοι κανόνες για την ψηφιακή επισήμανση θα συνάδουν με την ψηφιοποίηση των ετικετών των χημικών προϊόντων, ιδίως στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού CLP και του κανονισμού για τα προϊόντα λίπανσης 21 . Η πρόταση αντικατοπτρίζει την εξέλιξη των ενωσιακών κανόνων για τα βιοκτόνα μετά την έκδοση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά και συμπληρώνει τους εν λόγω κανόνες.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

H νομική βάση της πρότασης είναι η ίδια με εκείνη του υφιστάμενου κανονισμού για τα απορρυπαντικά, δηλαδή το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Η αξιολόγηση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προστιθέμενη αξία της ύπαρξης κανόνων εναρμόνισης για τη θέση σε κυκλοφορία και τη διάθεση απορρυπαντικών στην αγορά ήταν αδιαμφισβήτητη. Ο κανονισμός για τα απορρυπαντικά συνέβαλε στην εξασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τους παρασκευαστές απορρυπαντικών, διευκολύνοντας τις διασυνοριακές συναλλαγές των εταιρειών και αποφέροντας θετικά αποτελέσματα για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον.

Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των δραστηριοτήτων διαβούλευσης για την αξιολόγηση, υπήρξε ευρεία συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών ως προς το ότι τα ζητήματα που καλύπτονται από τον κανονισμό εξακολουθούν να απαιτούν την ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ. Αυτό οφείλεται στο ότι οι πτυχές που εξετάζονται στο πλαίσιο του κανονισμού για τα απορρυπαντικά, όσον αφορά την προστασία τόσο της ανθρώπινης υγείας όσο και του περιβάλλοντος, έχουν πανευρωπαϊκή διάσταση. Το ίδιο ισχύει και για τα προβλήματα που εντοπίστηκαν, τα οποία δεν παρουσιάζουν συγκεκριμένα εθνικά ή υποεθνικά χαρακτηριστικά, έχουν όμως αντίκτυπο σε ολόκληρη την ΕΕ (π.χ. πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης, μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού, έλλειψη κατανόησης και γνώσης των ετικετών των χημικών προϊόντων από τους καταναλωτές). Ως εκ τούτου, τα ζητήματα αυτά πρέπει να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και ένα ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος σε ολόκληρη την ΕΕ.

Η κανονιστική δράση σε επίπεδο ΕΕ θα εξασφαλίσει ένα κανονιστικό πλαίσιο που θα επιτρέπει την καινοτομία για νέους τύπους προϊόντων, νέες τεχνικές εμπορίας και νέες τεχνολογίες επισήμανσης σε ολόκληρη την ενιαία αγορά, παρέχοντας παράλληλα το ίδιο επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος σε ολόκληρη την ΕΕ. Θα εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία, συμπεριλαμβάνοντας καινοτόμα προϊόντα και βιώσιμες νέες πρακτικές στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, θα μειώσει την κανονιστική επιβάρυνση των παρασκευαστών απορρυπαντικών μέσω απλουστευμένων και εξορθολογισμένων απαιτήσεων (πληροφόρησης), και θα προσαρμόσει τη νομοθεσία στην ψηφιακή εποχή μέσω της θέσπισης της ψηφιακής επισήμανσης. Η κανονιστική δράση αυτού του είδους: i) θα συμβάλει στην περαιτέρω ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς, ii) θα παράσχει ασφάλεια δικαίου και ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τη βιομηχανία και iii) θα διασφαλίσει καλύτερη προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος.

Αναλογικότητα

Η παρούσα πρόταση αντικαθιστά υφιστάμενο κανονισμό της ΕΕ. Αποσκοπεί στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εξάλειψη των περιττών κανονιστικών αλληλοεπικαλύψεων, προκειμένου να ελαφρύνει την κανονιστική επιβάρυνση χωρίς να θέτει σε κίνδυνο το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος. Το ίδιο αποτέλεσμα θα έχει και η διευκόλυνση των πωλήσεων προϊόντων επαναπλήρωσης και η κανονιστική αποδοχή της ψηφιακής επισήμανσης. Τα νέα μέτρα για τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού βασίζονται στις πλέον πρόσφατες επιστημονικές γνώσεις σχετικά με τις επιπτώσεις των προϊόντων σε αυτήν την αναδυόμενη αγορά.

Η θέσπιση διαβατηρίου προϊόντος που περιέχει πληροφορίες συμμόρφωσης θα είναι αποτελεσματική όσον αφορά τη μείωση της ποσότητας των μη συμμορφούμενων απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών στην αγορά της Ένωσης, μεταξύ άλλων μέσω διαδικτυακών πωλήσεων. Ο κανονισμός θα εξασφαλίσει ότι κάθε απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία που παρουσιάζεται στο τελωνείο θα τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία και θα διατίθεται στην αγορά της Ένωσης μόνο εάν διαθέτει αντίστοιχο διαβατήριο προϊόντος. Αυτό θα επιφέρει σημαντική βελτίωση της αποδοτικότητας τόσο για τις αρχές εποπτείας της αγοράς όσο και για τις τελωνειακές αρχές, χωρίς να επιβάλλεται δυσανάλογο κόστος στη βιομηχανία. Το διαβατήριο αυτό θα υπόκειται στις ίδιες τεχνικές απαιτήσεις με το διαβατήριο προϊόντος που προτείνεται στο πλαίσιο της πρότασης για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, προκειμένου να αποφευχθεί η αλληλοεπικάλυψη των προσπαθειών ψηφιοποίησης της βιομηχανίας και να διασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα με τα διαβατήρια προϊόντων που έχουν δημιουργηθεί βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Η αξιολόγηση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός λειτούργησε ικανοποιητικά και ήταν συνολικά αποτελεσματικός όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του, δηλαδή τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών στην ενιαία αγορά και την παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος. Ωστόσο, από την αξιολόγηση εντοπίστηκαν και ορισμένες αδυναμίες και τομείς περαιτέρω βελτίωσης που προέκυψαν κατά την πρακτική εφαρμογή του κανονισμού μετά την έκδοσή του το 2004. Ειδικότερα, εντοπίστηκαν ορισμένες αλληλοεπικαλύψεις μεταξύ του κανονισμού για τα απορρυπαντικά και άλλων νομοθετικών πράξεων της ΕΕ για τα χημικά προϊόντα (ιδίως του κανονισμού CLP, του κανονισμού για τα βιοκτόνα και του κανονισμού REACH). Οι αλληλοεπικαλύψεις αυτές συχνά οδηγούν σε επαναλήψεις όσον αφορά τις απαιτήσεις επισήμανσης για τα απορρυπαντικά, οι οποίες, αφενός, επιβαρύνουν άσκοπα τη βιομηχανία απορρυπαντικών και, αφετέρου, υποσκάπτουν την αποτελεσματική κοινοποίηση των πληροφοριών ασφάλειας και χρήσης στους καταναλωτές, καθώς οδηγούν σε ετικέτες με υπερβολικό όγκο πληροφοριών και με ασαφές και επαναλαμβανόμενο κείμενο. Επιπλέον, η αξιολόγηση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρήση καινοτόμων ψηφιακών εργαλείων για την κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών είναι επί του παρόντος ανεπαρκής.

Ο έλεγχος καταλληλότητας της πλέον συναφούς νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (εξαιρουμένου του κανονισμού REACH) ανέδειξε την πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ για τα χημικά προϊόντα. Η πολυπλοκότητα αυτή αποδόθηκε στους ενσωματωμένους συνδέσμους μεταξύ των διαφόρων νομοθετικών πράξεων που ισχύουν για τα ίδια προϊόντα. Ομοίως με τα πορίσματα της αξιολόγησης του κανονισμού για τα απορρυπαντικά, ο έλεγχος καταλληλότητας της νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι η κοινοποίηση πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους και την ασφάλεια στους καταναλωτές μπορεί να απλουστευθεί και ότι η χρήση καινοτόμων ψηφιακών εργαλείων για την κοινοποίηση των εν λόγω πληροφοριών δεν είναι επί του παρόντος όσο ικανοποιητική θα μπορούσε να είναι.

Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί να ανταποκριθεί στα πορίσματα της αξιολόγησης του κανονισμού για τα απορρυπαντικά και του ελέγχου καταλληλότητας της νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα.

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Για την κατάρτιση της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή διεξήγαγε ορισμένες δραστηριότητες διαβούλευσης με στόχο τη συλλογή στοιχείων και απόψεων από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών σχετικά με τα προβλήματα που εντοπίστηκαν ως προς την ισχύουσα νομοθεσία και τις πιθανές λύσεις. Οι δραστηριότητες περιλάμβαναν δημόσια διαβούλευση διάρκειας 12 εβδομάδων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 25 Μαΐου 2022, εργαστήριο με τα ενδιαφερόμενα μέρη που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαΐου 2022, συζητήσεις με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της ομάδας εργασίας για τα απορρυπαντικά, συνεντεύξεις των ενδιαφερόμενων μερών (προσδιορισμός του πεδίου εφαρμογής και των στόχων) και συλλογή των παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν ως απάντηση στην αρχική εκτίμηση επιπτώσεων της Επιτροπής. Στα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετείχαν στις διαβουλεύσεις περιλαμβάνονταν εθνικές αρχές, βιομηχανικές ενώσεις, εταιρείες, ενώσεις καταναλωτών, και εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών και της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Οι δραστηριότητες διαβούλευσης επιβεβαίωσαν την ευρεία υποστήριξη όλων των ενδιαφερόμενων μερών (μεταξύ άλλων της βιομηχανίας, των δημόσιων αρχών και εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών) στην ψηφιοποίηση ορισμένων πληροφοριών επισήμανσης και τη διατήρηση του δελτίου στοιχείων συστατικών για τα μη επικίνδυνα απορρυπαντικά. Μεταξύ των επιμέρους επιλογών για τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων επισήμανσης, ο κλάδος επέδειξε ελαφρά προτίμηση στην εξάλειψη των απαιτήσεων που αλληλοεπικαλύπτονται στο πλαίσιο του κανονισμού για τα απορρυπαντικά (επιμέρους επιλογή 2). Ωστόσο, η ομάδα αυτή υποστήριξε ευρέως και την πρώτη επιμέρους επιλογή, την οποία προτίμησαν και άλλες ομάδες ενδιαφερόμενων μερών, ιδίως οι δημόσιες αρχές και οι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη υποστήριξαν επίσης ευρέως τη διευκόλυνση και την ψηφιοποίηση των πωλήσεων απορρυπαντικών μέσω επαναπλήρωσης. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι επιχειρηματικές οργανώσεις και οι μεγαλύτερες εταιρείες υποστήριξαν σε μικρότερο βαθμό την προσθήκη απαιτήσεων για τις πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης στον κανονισμό για τα απορρυπαντικά, σε σύγκριση με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη όπως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), οι μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις και οι οργανώσεις καταναλωτών. Η θέσπιση γενικών κριτηρίων για τη διαχείριση του κινδύνου των μικροβιακών προϊόντων καθαρισμού δεν έτυχε ευρείας υποστήριξης μεταξύ των προτεινόμενων μέτρων διαχείρισης του κινδύνου 22 . Ωστόσο, τα ενδιαφερόμενα μέρη του κλάδου δήλωσαν ότι η θέσπιση κανόνων για τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού εν γένει, στο πλαίσιο του κανονισμού για τα απορρυπαντικά, θα δημιουργούσε περιττή κανονιστική επιβάρυνση 23 .

Εκτίμηση επιπτώσεων

Η Επιτροπή διενήργησε εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με την αναθεώρηση του κανονισμού για τα απορρυπαντικά. Στις 16 Σεπτεμβρίου 2022 η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εξέδωσε θετική γνώμη για το σχέδιο εκτίμησης επιπτώσεων. Η γνώμη της επιτροπής, καθώς και η τελική εκτίμηση επιπτώσεων και η συνοπτική παρουσίασή της, δημοσιεύονται μαζί με την παρούσα πρόταση.

Εκτός από το βασικό σενάριο της μη ανάληψης δράσης, η εκτίμηση επιπτώσεων προσδιορίζει δύο επιλογές (1α και 1β) για την αντιμετώπιση του προβλήματος 1 (σχετικά με τις νέες εξελίξεις της αγοράς που δεν λαμβάνονται υπόψη) και δύο επιλογές (2α και 2β) για την αντιμετώπιση του προβλήματος 2 (έλλειψη αποτελεσματικών απαιτήσεων παροχής πληροφοριών).

Η επιλογή πολιτικής 1α θα εξασφαλίσει ότι οι καταναλωτές λαμβάνουν τις απαραίτητες πληροφορίες όταν αγοράζουν απορρυπαντικά επαναπλήρωσης και ότι οι κανόνες είναι ομοιόμορφοι για τους παρασκευαστές απορρυπαντικών. Τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού θα υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για τα απορρυπαντικά και θα επιβληθούν ελάχιστες απαιτήσεις παροχής πληροφοριών (επισήμανση), ώστε οι τελικοί χρήστες να μπορούν να ενημερώνονται σχετικά με την παρουσία μικροοργανισμών στο προϊόν μέσω των οποίων επιτυγχάνεται η δράση καθαρισμού.

Η επιλογή πολιτικής 1β βασίζεται στην επιλογή 1α όσον αφορά τις πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης, προτείνοντας επιπλέον τη θέσπιση ψηφιακής επισήμανσης για τα απορρυπαντικά επαναπλήρωσης. Προκειμένου να διευκολυνθεί περαιτέρω αυτή η βιώσιμη πρακτική και να αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητές της, όλες οι πληροφορίες επισήμανσης που απαιτούνται βάσει του κανονισμού για τα απορρυπαντικά, εκτός από τις οδηγίες δοσολογίας, μπορούν να παρέχονται μέσω ψηφιακής ετικέτας. Όσον αφορά τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού, η επιλογή 1β προτείνει τη θέσπιση απαιτήσεων διαχείρισης του κινδύνου για τα εν λόγω προϊόντα. Σε αυτές τις απαιτήσεις περιλαμβάνονται γενικά κριτήρια για τη χρήση μικροοργανισμών σε απορρυπαντικά, απαιτήσεις επισήμανσης, ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά τη χρήση μικροοργανισμών και μια ρήτρα επανεξέτασης.

Σύμφωνα με την επιλογή πολιτικής 2α, το δελτίο στοιχείων συστατικών θα καταργηθεί τόσο για τα επικίνδυνα όσο και για τα μη επικίνδυνα απορρυπαντικά. Η επιλογή προτείνει επίσης τον εξορθολογισμό των απαιτήσεων επισήμανσης και τη θέσπιση της δυνατότητας ψηφιακής επισήμανσης. Ο εξορθολογισμός θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε με χρήση κοινής επισήμανσης σύμφωνα με τους αυστηρότερους κανόνες (επιμέρους επιλογή 1), είτε με απαλοιφή των επαναλαμβανόμενων διατάξεων από τον κανονισμό για τα απορρυπαντικά (επιμέρους επιλογή 2). Εάν επιλέξουν την ψηφιακή επισήμανση, οι παρασκευαστές θα επωφεληθούν επίσης από τη δυνατότητα παροχής ορισμένων πληροφοριών μόνο μέσω της ψηφιακής ετικέτας. Οι παρασκευαστές θα μπορούν να τοποθετούν ψηφιακές ετικέτες στα προϊόντα τους μόνο όταν θα εφαρμόζονται οι υποχρεωτικές αρχές ψηφιακής επισήμανσης.

Η επιλογή πολιτικής 2β προτείνει την κατάργηση μόνο της επαναλαμβανόμενης απαίτησης για την παροχή δελτίου στοιχείων συστατικών για τα επικίνδυνα απορρυπαντικά και τη διατήρησή της για τα μη επικίνδυνα απορρυπαντικά σύμφωνα με τον κανονισμό για τα απορρυπαντικά. Όσον αφορά την επισήμανση, η επιλογή 2β είναι η ίδια με την επιλογή 2α παραπάνω.

Ο προτιμώμενος συνδυασμός επιλογών πολιτικής συνίσταται στην επιλογή πολιτικής 1β (ΕΠ1β) και στην επιλογή πολιτικής 2β (ΕΠ2β). Οι επιλογές αυτές είχαν συνολικά καλύτερη βαθμολογία σε σύγκριση με τις εναλλακτικές τους, βάσει διαφόρων κριτηρίων (θετικές οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές και υγειονομικές επιπτώσεις, αποτελεσματικότητα, αποδοτικότητα και συνοχή). Ειδικότερα, οι επιλογές 1β και 2β αναμένεται να αποφέρουν οφέλη όσον αφορά τη μείωση της επιβάρυνσης και την εξοικονόμηση κόστους για τη βιομηχανία, καθώς και τη βελτίωση της αναγνωσιμότητας των ετικετών των απορρυπαντικών. Αναμένεται επίσης να μειώσουν την επιβάρυνση των επιχειρήσεων, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των εκτεταμένων και αλληλοεπικαλυπτόμενων απαιτήσεων επισήμανσης βάσει του ευρύτερου κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ που ισχύει για τα απορρυπαντικά. Αυτό θα επιτευχθεί ιδίως με την εξάλειψη όλων των αλληλοεπικαλύψεων στις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών και με δυνατότητες ευελιξίας για την παροχή ορισμένων πληροφοριών μέσω ψηφιακής ετικέτας. Θα υπάρξουν επίσης οικονομίες κλίμακας, διότι ο χώρος της φυσικής ετικέτας θα μπορούσε να επιτρέψει την αναγραφή πληροφοριών σε περισσότερες γλώσσες, πράγμα που θα συνεπάγεται εξοικονόμηση κόστους όσον αφορά τη διανομή των πωλήσεων, και την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ενιαίας αγοράς απορρυπαντικών.

Ο καθορισμός εναρμονισμένων κριτηρίων και η αποσαφήνιση των απαιτήσεων για πιο βιώσιμα προϊόντα (μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού) και νέες πρακτικές (πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης) θα διευκολύνουν την πράσινη μετάβαση, διασφαλίζοντας παράλληλα την απρόσκοπτη καινοτομία. Δεδομένου ότι σε αυτά τα τμήματα της αγοράς κυριαρχούν επί του παρόντος ΜΜΕ, αυτό θα αυξήσει την πρόσβαση και την ενσωμάτωση των εταιρειών αυτών στις αλυσίδες αξίας και στην αγορά εν γένει, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο στην επίτευξη του στόχου βιώσιμης ανάπτυξης (ΣΒΑ) αριθ. 9 «Βιομηχανία, καινοτομία και υποδομές» των Ηνωμένων Εθνών 24 .

Ο συνδυασμός των επιλογών πολιτικής 1β και 2β διασφαλίζει υψηλότερο επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος και συμβάλλει στην επίτευξη του ΣΒΑ 3, «Καλή υγεία και ευημερία», και του ΣΒΑ 12, «Διασφάλιση βιώσιμων μοντέλων κατανάλωσης και παραγωγής». Ειδικότερα, η θέσπιση μέτρων διαχείρισης του κινδύνου για τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού θα εξασφαλίσει ότι οι μικροοργανισμοί που χρησιμοποιούνται στα απορρυπαντικά είναι ασφαλείς τόσο όσον αφορά την ανθρώπινη υγεία όσο και ως προς το περιβάλλον και θα επιτρέψει στους τελικούς χρήστες να προβαίνουν σε συνειδητές επιλογές και να προστατεύονται καλύτερα σε περίπτωση προηγούμενης ευαισθητοποίησης ή ευπάθειας. Οι στοχευμένες και απλουστευμένες οδηγίες χρήσης στην ετικέτα θα βοηθήσουν τους χρήστες των προϊόντων να τα χρησιμοποιούν σωστά, παρέχοντας έτσι βελτιστοποιημένη προστασία του περιβάλλοντος. Επιπλέον, η θέσπιση ειδικών απαιτήσεων για τις πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης θα εξασφαλίσει ότι οι καταναλωτές λαμβάνουν όλες τις πληροφορίες για την ασφάλεια και τη χρήση κατά την αγορά απορρυπαντικών επαναπλήρωσης και θα προωθήσει μια βιώσιμη πρακτική με σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη όσον αφορά τα απορρίμματα συσκευασίας. Η δυνατότητα παροχής ορισμένων από τις πληροφορίες επισήμανσης μόνο ψηφιακά θα μείωνε περαιτέρω τα απορρίμματα που προκύπτουν από τη διάθεση αχρησιμοποίητων αποθεμάτων ετικετών.

Ο εξορθολογισμός και η απλούστευση των απαιτήσεων επισήμανσης θα καταστήσουν τις ετικέτες των απορρυπαντικών πιο ευανάγνωστες και πιο κατανοητές. Αυτό θα βοηθήσει τους τελικούς χρήστες να βρίσκουν ευκολότερα και ταχύτερα τις σχετικές πληροφορίες, κάτι που είναι ζωτικής σημασίας ιδίως σε περίπτωση ατυχήματος.

Προτιμάται η επιμέρους επιλογή 1 της επιλογής πολιτικής 2α, σύμφωνα με την οποία τα συστατικά επισημαίνονται μόνο μία φορά με βάση τους αυστηρότερους ισχύοντες κανόνες, καθώς θα προσφέρει υψηλότερο επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας. Επιπλέον, η θέσπιση της προαιρετικής ψηφιακής επισήμανσης, αφενός, θα διευκολύνει περαιτέρω τη χρήση και θα βελτιώσει την πληροφόρηση, καθώς οι βασικές πληροφορίες που θα εξακολουθούν να αναγράφονται στη φυσική ετικέτα καθίστανται σαφέστερες, και, αφετέρου, θα αποφέρει πρόσθετα οφέλη για τους ευάλωτους χρήστες και τους χρήστες με προβλήματα όρασης. Οι ψηφιακές αρχές, οι οποίες θα εφαρμόζονται όταν οι οικονομικοί φορείς αποφασίζουν να χρησιμοποιούν ψηφιακή επισήμανση, θα διασφαλίσουν περαιτέρω το υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας. Τέλος, η διατήρηση του δελτίου στοιχείων συστατικών για τα μη επικίνδυνα απορρυπαντικά βάσει του κανονισμού θα διασφαλίσει τη διατήρηση του πολύ υψηλού επιπέδου προστασίας.

Σύμφωνα με την προτιμώμενη επιλογή, η λειτουργία της ενιαίας αγοράς επωφελείται από τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων για τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού και τις πωλήσεις προϊόντων επαναπλήρωσης, κάτι που θα εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού γι' αυτά. Η προτιμώμενη επιλογή θα επιφέρει μηδενικές ή αμελητέες δαπάνες για τις επιχειρήσεις και σημαντική εξοικονόμηση κόστους. Ο μεγαλύτερος αντίκτυπος —με τη μορφή εξοικονόμησης κόστους— προκύπτει από την κατάργηση του δελτίου στοιχείων συστατικών για τα επικίνδυνα απορρυπαντικά, με ετήσια εκτιμώμενη εξοικονόμηση ύψους 7 εκατ. EUR. Ο ισχύων μορφότυπος του δελτίου στοιχείων συστατικών θα διατηρηθεί ώστε να αποφευχθούν οι περιττές πρόσθετες δαπάνες και η πολυπλοκότητα που θα συνεπαγόταν η αλλαγή του για τη βιομηχανία, ιδίως τις ΜΜΕ.

Όσον αφορά τις ΜΜΕ, αναμένονται πρόσθετες ετήσιες επιβαρύνσεις μικρού μεγέθους λόγω των απαιτήσεων διαχείρισης του κινδύνου για τα μικροβιακά προϊόντα καθαρισμού, ύψους 200 000 EUR ανά εταιρεία. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι πρόκειται για εκτίμηση ανώτατου ορίου, η οποία υπολογίζεται με βάση το μέσο κόστος των δοκιμών και τον μέγιστο αριθμό παρτίδων που αναφέρουν οι παρασκευαστές. Ο αριθμός αυτός είναι επίσης πολύ πιθανό να ποικίλλει ανάλογα με διάφορους παράγοντες (π.χ. μέγεθος εταιρείας ή χαρτοφυλακίου, υφιστάμενο επίπεδο συμμόρφωσης κ.λπ.), αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα επηρεάσει αρνητικά τους παρασκευαστές (κυρίως τις ΜΜΕ), οι οποίοι ανέφεραν κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων ότι οι δαπάνες αυτές βρίσκονται εντός μιας αποδεκτής κλίμακας. Για τις εταιρείες που εργάζονται επί του παρόντος με «γνωστούς μικροοργανισμούς», το κόστος των νέων απαιτήσεων αναμένεται να είναι αμελητέο, καθώς πολλές από τις προτεινόμενες απαιτήσεις πληρούνται ήδη ή μπορούν να καλυφθούν με αμελητέο κόστος. Ως εκ τούτου, οι επιχειρήσεις αυτές θα είναι σε θέση να εργαστούν και να επεκτείνουν την παραγωγή τους χωρίς επιπλέον κόστος.

Η προτιμώμενη επιλογή συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας. Δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων. Η εξάλειψη των κανονιστικών αλληλοεπικαλύψεων θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη συνοχή με το ευρύτερο κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ που ισχύει για τα απορρυπαντικά. Η διευκόλυνση των πωλήσεων προϊόντων επαναπλήρωσης συνάδει με τις γενικές πρωτοβουλίες της ΕΕ που αποσκοπούν στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς και με τον ΣΒΑ 12, «Διασφάλιση βιώσιμων μοντέλων κατανάλωσης και παραγωγής». Η θέσπιση (προαιρετικής) ψηφιακής επισήμανσης τόσο για τα απορρυπαντικά επαναπλήρωσης όσο και στο σύνολο των προϊόντων συνάδει με τη μετάβαση στην ψηφιακή εποχή και με τις παράλληλες πρωτοβουλίες ψηφιοποίησης στον τομέα των χημικών προϊόντων, όπως ο κανονισμός CLP και ο κανονισμός για τα προϊόντα λίπανσης. Καθώς αποκτάται πείρα και εμπιστοσύνη όσον αφορά την ψηφιακή επισήμανση, θα μπορούσε να αυξηθεί ο όγκος των πληροφοριών που διατίθενται ψηφιακά στο μέλλον, κάτι που μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τις δυνατότητες απλούστευσης για τη βιομηχανία.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Ένας από τους κύριους στόχους της παρούσας πρωτοβουλίας είναι η απλούστευση των κανόνων που ισχύουν για τα απορρυπαντικά και η μείωση της κανονιστικής επιβάρυνσης των παρασκευαστών απορρυπαντικών.

·Η απλούστευση και ο εξορθολογισμός των απαιτήσεων επισήμανσης θα μειώσουν την κανονιστική επιβάρυνση των οικονομικών φορέων, καθώς θα τους είναι πιο εύκολο να συμμορφωθούν με τους κανόνες.

·Η κατάργηση του δελτίου στοιχείων συστατικών για τα επικίνδυνα απορρυπαντικά θα αποφέρει εξοικονόμηση κόστους ύψους 7 εκατ. EUR ετησίως.

·Η πρόταση καταργεί επίσης την υποχρεωτική συμμετοχή των εγκεκριμένων εργαστηρίων που έπρεπε να διενεργούν δοκιμές βάσει του κανονισμού.

·Η πρόταση αίρει την υποχρέωση των παρασκευαστών απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών να είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ. Ωστόσο, η θέσπιση του διαβατηρίου προϊόντος και οι νέες διατάξεις για την εποπτεία της αγοράς απορρυπαντικών θα διασφαλίσουν ότι όλα τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που διατίθενται στην αγορά της ΕΕ συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης του παρασκευαστή.

·Η διευκόλυνση των πωλήσεων προϊόντων επαναπλήρωσης εκτιμάται ότι θα αποφέρει ετήσια εξοικονόμηση κόστους για τη βιομηχανία απορρυπαντικών λόγω της μειωμένης απόρριψης πλαστικών αποβλήτων. Παρόλο που δεν ήταν δυνατή η ποσοτικοποίηση των εν λόγω εξοικονομήσεων, εκτιμάται ότι ανέρχονται σε 3,3 εκατ. EUR σύμφωνα με το βασικό σενάριο. Συνολικά, η προτιμώμενη επιλογή εκτιμάται ότι θα αποφέρει ετήσια εξοικονόμηση κόστους άνω των 10 εκατ. EUR για τη βιομηχανία απορρυπαντικών.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση δεν θα έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων

Για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των νέων διατάξεων, η Επιτροπή θα παρακολουθεί την υλοποίηση και την εφαρμογή τους, καθώς και τη συμμόρφωση με αυτές. Ο κανονισμός θα προβλέπει τακτική αξιολόγηση και επανεξέταση από την Επιτροπή και η σχετική δημόσια έκθεση θα υποβάλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης 

Κεφάλαιο I — Γενικές διατάξεις

Ο προτεινόμενος κανονισμός καλύπτει τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες που είτε τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά υπό καθαρή μορφή είτε περιέχονται σε απορρυπαντικά. Επιπλέον, ο προτεινόμενος κανονισμός εξακολουθεί να καθορίζει αυστηρές απαιτήσεις βιοαποδομησιμότητας για τις επιφανειοδραστικές ουσίες. Ωστόσο, σε σύγκριση με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, θεσπίστηκε η δυνατότητα επέκτασης του πεδίου εφαρμογής στο μέλλον ώστε να καλύπτει τη βιοαποδομησιμότητα των ουσιών και των μειγμάτων στα απορρυπαντικά. Το διευρυμένο πεδίο εφαρμογής καλύπτει επίσης την ψηφιοποίηση των ετικετών των απορρυπαντικών και την ασφάλεια των μικροοργανισμών στα απορρυπαντικά.

Η πρόταση διατηρεί ορισμένους από τους υφιστάμενους ορισμούς, αλλά εισάγει επίσης έναν νέο ορισμό του απορρυπαντικού. Ο ορισμός αυτός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον ορισμό που περιλαμβάνεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004 αλλά, αφενός, έχει αποσαφηνιστεί και, αφετέρου, έχει επικαιροποιηθεί ώστε να καλύπτει και νέα προϊόντα στα οποία προστίθενται σκοπίμως μικροοργανισμοί.

Η πρόταση χρησιμοποιεί επίσης τους γενικούς ορισμούς της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ 25 και περιλαμβάνει πρόσθετους ορισμούς αναφορικά με το διαβατήριο προϊόντος, σύμφωνα με τους ορισμούς που περιλαμβάνονται στην πρόταση για τα ευρωπαϊκά βιώσιμα προϊόντα. Ο ορισμός της επαναπλήρωσης ευθυγραμμίζεται με τον ορισμό που χρησιμοποιείται στην πρόταση για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας.

Κεφάλαιο II — Απαιτήσεις για τα προϊόντα

Όπως και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, οι επιφανειοδραστικές ουσίες πρέπει να πληρούν τα κριτήρια τελικής βιοαποδομησιμότητας προκειμένου να τεθούν σε κυκλοφορία στην αγορά είτε υπό καθαρή μορφή είτε ως συστατικά απορρυπαντικών. Η παρούσα πρόταση εισάγει για πρώτη φορά απαιτήσεις ασφάλειας με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι μικροοργανισμοί στα απορρυπαντικά.

Διατηρούνται οι περιορισμοί σχετικά με την περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα και άλλες φωσφορούχες ενώσεις στα απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων και αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή.

Κεφάλαιο III — Υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων

Η πρόταση ευθυγραμμίζει τις υποχρεώσεις για τους παρασκευαστές, τους εισαγωγείς και τους διανομείς με εκείνες που καθορίζονται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ. Με τον τρόπο αυτόν αποσαφηνίζονται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, οι οποίες είναι αναλογικές προς τις ευθύνες των οικονομικών φορέων. Αντί να εκδώσει δήλωση συμμόρφωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ, ο παρασκευαστής θα δημιουργεί διαβατήριο προϊόντος για το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία, το οποίο θα περιλαμβάνει τις σχετικές πληροφορίες συμμόρφωσης. Οι παρασκευαστές απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών δεν είναι πλέον υποχρεωτικό να είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ. Ωστόσο, όταν οι παρασκευαστές δεν είναι εγκατεστημένοι στην ΕΕ, θα πρέπει να ορίζουν εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων εξ ονόματός τους.

Οι παρασκευαστές θα πρέπει να αξιολογούν τη συμμόρφωση των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών ώστε να εξασφαλίζεται ότι πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό. Η πρόταση προβλέπει μόνο αξιολόγηση της συμμόρφωσης του πρώτου μέρους (υπεύθυνη δήλωση) και βασίζεται στην αντίστοιχη ενότητα Α της απόφασης αριθ. 768/2008/ΕΚ.

Πλέον απαιτείται δελτίο στοιχείων συστατικών μόνο για τα μη επικίνδυνα απορρυπαντικά. Το εν λόγω δελτίο στοιχείων θα πρέπει επίσης να παρέχεται απευθείας στους οριζόμενους φορείς των κρατών μελών που είναι αρμόδιοι για τη λήψη πληροφοριών σχετικά με την ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου για την υγεία (κέντρα δηλητηριάσεων), κατόπιν αιτήματος. Στο εξής, το δελτίο στοιχείων συστατικών θα αποτελεί μέρος του τεχνικού φακέλου που θα πρέπει να καταρτίζουν οι παρασκευαστές.

Κεφάλαιο IV — Σήμανση CE και επισήμανση

Μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, οι παρασκευαστές πρέπει να τοποθετούν τη σήμανση CE στα απορρυπαντικά και στις επιφανειοδραστικές ουσίες σύμφωνα με τις γενικές αρχές και τους κανόνες που ισχύουν για τη σήμανση CE.

Η πρόταση διατηρεί τους περισσότερους από τους υφιστάμενους κανόνες επισήμανσης που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, ενώ παράλληλα εισάγει τη δυνατότητα ψηφιακής ετικέτας, όπως περιγράφεται παραπάνω.

Κεφάλαιο V — Διαβατήριο προϊόντος

Προκειμένου να υπάρχουν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά, είναι σημαντικό, αφενός, να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια στην αλυσίδα αξίας όσον αφορά τα κύρια χαρακτηριστικά των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών και, αφετέρου, να ενισχυθεί η επιβολή των κανόνων για τη μείωση των περιστατικών μη συμμόρφωσης. Αντί να βασίζεται στη δήλωση συμμόρφωσης της ΕΕ που προβλέπεται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ, η παρούσα πρόταση επιδιώκει έναν καινοτόμο τρόπο για την επίτευξη αυτού του διττού στόχου. Η αξιολόγηση του νέου νομοθετικού πλαισίου 26 υπέδειξε ότι σε μια πιθανή μελλοντική αναθεώρηση του πλαισίου ίσως είναι σκόπιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης της δυνατότητας έκδοσης διαβατηρίου προϊόντος. Σύμφωνα με την αξιολόγηση, το διαβατήριο προϊόντος θα μπορούσε να περιλαμβάνει ηλεκτρονική δήλωση συμμόρφωσης και περιγραφή της διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Η αξιολόγηση επισημαίνει ότι η ψηφιοποίηση των πληροφοριών προϊόντος θα μπορούσε να καταστήσει αποτελεσματικότερο το έργο των τελωνείων και των αρχών εποπτείας της αγοράς.

Για να διασφαλιστεί η διαχρονική εφαρμογή του προτεινόμενου κανονισμού, η παρούσα πρόταση αντικαθιστά τη δήλωση συμμόρφωσης της ΕΕ που ορίζεται στην απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ με την υποχρέωση τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες να διαθέτουν διαβατήριο προϊόντος που να αποδεικνύει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Το διαβατήριο προϊόντος θα συνδέεται μέσω φορέα δεδομένων με μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος και θα πληροί τις ίδιες τεχνικές απαιτήσεις με το διαβατήριο προϊόντος στο πλαίσιο του κανονισμού για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα 27 . Τα στοιχεία αναφοράς του διαβατηρίου προϊόντος πρέπει να περιλαμβάνονται σε κεντρικό μητρώο της Επιτροπής το οποίο θα δημιουργηθεί στο πλαίσιο του κανονισμού για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα και οι πληροφορίες αυτές πρέπει να υποβάλλονται στα τελωνεία.

Κεφάλαιο VI — Εποπτεία της αγοράς

Εκτός από το διαβατήριο προϊόντος, η παρούσα πρόταση δημιουργεί ένα σαφέστερο πλαίσιο για την καλύτερη επιβολή των κανόνων. Επιβεβαιώνει ότι ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 θα εξακολουθήσει να ισχύει για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες. Επιπλέον, η πρόταση ορίζει λεπτομερέστερες διατάξεις για την εποπτεία της αγοράς με βάση την απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ. Εκτός αυτού, μια ειδική διάταξη που βασίζεται στην απόφαση αριθ. 768/2008 καθορίζει συγκεκριμένους λόγους για την ανάληψη δράσης κατά των απορρυπαντικών ή των επιφανειοδραστικών ουσιών που πληρούν μεν τις απαιτήσεις αλλά ενέχουν κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον. Η διάταξη παρέχει τελικά στην Επιτροπή την εξουσία να λαμβάνει μέτρα κατά συγκεκριμένων απορρυπαντικών ή επιφανειοδραστικών ουσιών υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

Κεφάλαιο VII — Κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητες και διαδικασία επιτροπής

Η πρόταση εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη η τεχνική και επιστημονική πρόοδος, τα νέα επιστημονικά στοιχεία και το επίπεδο ψηφιακής ετοιμότητας / εξοικείωσης με τα ψηφιακά μέσα. Η εξουσιοδότηση αυτή θα πρέπει να παρέχεται στην Επιτροπή, κυρίως με στόχο i) τη συμπλήρωση των γενικών απαιτήσεων σχετικά με την ψηφιακή επισήμανση, ii) την τροποποίηση του καταλόγου των πληροφοριών επισήμανσης που μπορούν να παρέχονται μόνο σε ψηφιακή μορφή, iii) την προσαρμογή του ορίου των αλλεργιογόνων αρωματικών ουσιών όταν θεσπίζονται ατομικά όρια συγκέντρωσης βάσει κινδύνου για τις αλλεργιογόνες αρωματικές ουσίες δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009, iv) τον καθορισμό απαιτήσεων βιοαποδομησιμότητας για ουσίες και μείγματα, εκτός των επιφανειοδραστικών ουσιών, που περιέχονται σε απορρυπαντικά (συμπεριλαμβανομένων των καψουλών απορρυπαντικών), όταν αυτό επιβάλλεται λόγω νέων επιστημονικών στοιχείων, iv) την τροποποίηση των ειδικών πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στο διαβατήριο και των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στο μητρώο της Επιτροπής, vi) τον καθορισμό των πρόσθετων πληροφοριών που είναι αποθηκευμένες στο μητρώο και πρέπει να ελέγχονται από τις τελωνειακές αρχές, vii) την κατάρτιση και την επικαιροποίηση παραρτήματος του παρόντος κανονισμού που θα περιέχει κατάλογο κωδικών συνδυασμένης ονοματολογίας, όπως ορίζονται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, και περιγραφές προϊόντων για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες, και viii) την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως VII.

Η πρόταση εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να εκδίδει, κατά περίπτωση, εκτελεστικές πράξεις για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ειδικότερα, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή για τον καθορισμό των λεπτομερών τεχνικών απαιτήσεων όσον αφορά το διαβατήριο προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου, από τα κράτη μέλη, της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή.

Θα πρέπει επίσης να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες ώστε να διαπιστώσει αν δικαιολογείται εθνικό μέτρο σχετικά με απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία που παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων ή για το περιβάλλον. Θα πρέπει επίσης να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες ώστε να διαπιστώνει αν δικαιολογείται εθνικό μέτρο σχετικά με συμμορφούμενα απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες, τα οποία ένα κράτος μέλος κρίνει ότι ενέχουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια του ανθρώπου ή για το περιβάλλον. Λόγω του ειδικού και τεχνικού χαρακτήρα τους, οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις δεν θα εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις για τις εκτελεστικές πράξεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Κεφάλαιο VIII — Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

Για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των νέων διατάξεων, η Επιτροπή θα παρακολουθεί την υλοποίηση και την εφαρμογή τους, καθώς και τη συμμόρφωση με αυτές. Η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο η οποία θα αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του κανονισμού έπειτα από 5 έτη εφαρμογής. Η πρόταση προβλέπει επίσης την επανεξέταση των απαιτήσεων ασφάλειας για τους μικροοργανισμούς που περιέχονται στα απορρυπαντικά, καθώς και τη δυνατότητα να επιτραπεί η χρήση περισσότερων στελεχών μικροοργανισμών σε απορρυπαντικά.

Ο προτεινόμενος κανονισμός θα τεθεί σε εφαρμογή 2,5 έτη μετά την έναρξη ισχύος του, ώστε, αφενός, να μπορέσει η Επιτροπή να προετοιμάσει την εφαρμογή των τεχνικών απαιτήσεων του διαβατηρίου προϊόντος και, αφετέρου, να δοθεί χρόνος στους παρασκευαστές και στα κράτη μέλη να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Προβλέπονται μεταβατικές διατάξεις για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες που έχουν παρασκευαστεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, έτσι ώστε να μπορούν να πωλούνται τα αποθέματα που βρίσκονται είτε στην αλυσίδα διανομής είτε αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις του παρασκευαστή ή του εισαγωγέα κατά τον χρόνο έναρξης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 θα καταργηθεί και θα αντικατασταθεί με τον προτεινόμενο κανονισμό.

2023/0124 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 28 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Οι προϋποθέσεις για τη θέση σε κυκλοφορία και τη διάθεση στην αγορά απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών για απορρυπαντικά έχουν εναρμονιστεί μέσω του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 29 .

(2)Η αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 30 από την Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, συνολικά, ο εν λόγω κανονισμός πέτυχε τους στόχους του σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο, η αξιολόγηση εντόπισε και πολλές αδυναμίες και τομείς που χρειάζονται περαιτέρω βελτίωση. Τα τελευταία χρόνια το κανονιστικό πλαίσιο για τα χημικά προϊόντα έχει αλλάξει ριζικά, δημιουργώντας έλλειψη συνοχής και αλληλοεπικαλύψεις στους κανόνες που ισχύουν για τα απορρυπαντικά και ιδίως στις απαιτήσεις παροχής πληροφοριών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η συνοχή και να εξαλειφθούν οι αλληλοεπικαλυπτόμενες απαιτήσεις παροχής πληροφοριών.

(3)Έχουν προκύψει νέες εξελίξεις στην αγορά —ιδίως η ανάπτυξη απορρυπαντικών που περιέχουν μικροοργανισμούς και η πώληση απορρυπαντικών επαναπλήρωσης— που είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει δεν καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004. Από την άλλη, η ψηφιοποίηση προσφέρει ευκαιρίες για απλούστευση, μείωση της επιβάρυνσης και μεγαλύτερη ευκολία χρήσης και δυνατότητα κατανόησης των πληροφοριών ασφάλειας και χρήσης, οι οποίες επί του παρόντος δεν αξιοποιούνται. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη τα νεοεμφανιζόμενα προϊόντα και πρακτικές και να ενταθούν οι προσπάθειες ψηφιοποίησης σύμφωνα με τους γενικούς στόχους της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά τη βιωσιμότητα και την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση.

(4)Ο έλεγχος καταλληλότητας της πλέον συναφούς νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα 31 [εξαιρουμένου του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 32 ] ανέδειξε την πολυπλοκότητα του ενωσιακού κανονιστικού πλαισίου για τα χημικά προϊόντα και την απέδωσε στον μεγάλο αριθμό νομοθετημάτων που αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα και τομείς με ενσωματωμένους συνδέσμους μεταξύ τους. Επισήμανε επίσης ότι υπάρχει περιθώριο απλούστευσης των ετικετών με υπερβολικό όγκο πληροφοριών, όσον αφορά την κοινοποίησή τους στους χρήστες των προϊόντων, και διαπίστωσε ότι η χρήση καινοτόμων εργαλείων για την κοινοποίηση των πληροφοριών προϊόντος παραμένει επί του παρόντος ανεκμετάλλευτη. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να απλουστευθούν οι ισχύοντες κανόνες ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση των οικονομικών φορέων, να βελτιωθεί η κατανόηση από τους καταναλωτές και να διευκολυνθεί η εποπτεία της αγοράς. Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 πρέπει να αντικατασταθεί.

(5)Η απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 33  θεσπίζει κοινές αρχές και διατάξεις αναφοράς που θα εφαρμόζονται σε όλη την τομεακή νομοθεσία προκειμένου να εξασφαλίζεται μια συνεκτική βάση για την αναθεώρηση της εν λόγω νομοθεσίας. Το νέο νομικό πλαίσιο για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί, στο μέτρο του δυνατού, με τις εν λόγω κοινές αρχές και διατάξεις αναφοράς.

(6)Προκειμένου να εξασφαλιστούν ασφάλεια δικαίου και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους οικονομικούς φορείς, ο ορισμός του απορρυπαντικού θα πρέπει να καλύπτει όλα τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εναρμόνισης, συμπεριλαμβανομένων των απορρυπαντικών που αναπτύχθηκαν πρόσφατα και περιέχουν σκοπίμως προστιθέμενους μικροοργανισμούς. Ο ορισμός θα πρέπει επίσης να καλύπτει προϊόντα για τον καθαρισμό της επιφάνειας φρούτων και λαχανικών.

(7)Δεδομένου ότι οι επιφανειοδραστικές ουσίες πωλούνται κυρίως μέσω συναλλαγών μεταξύ επιχειρήσεων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή απορρυπαντικών, δεν χρειάζεται να υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις με τα απορρυπαντικά. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν ελάχιστοι κανόνες για τις επιφανειοδραστικές ουσίες, και συγκεκριμένα κανόνες για την τελική βιοαποδομησιμότητα, ένα ελάχιστο σύνολο πληροφοριών επισήμανσης και η υποχρέωση των οικονομικών φορέων να καταρτίζουν τεχνικό φάκελο και να δημιουργούν διαβατήριο προϊόντος.

(8)Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμπληρώνει τους υφιστάμενους κανόνες που ορίζονται σε άλλες νομοθετικές πράξεις και δεν θα πρέπει να θίγει την εφαρμογή της υφιστάμενης ενωσιακής νομοθεσίας ως προς τις πτυχές προστασίας της υγείας, της ασφάλειας και του περιβάλλοντος που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 34 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 35 .

(9)Οι επιφανειοδραστικές ουσίες είναι ουσίες που επενεργούν στην επιφανειακή τάση και διασπούν τη μεσεπιφάνεια μεταξύ νερού και ελαίων και/ή ρύπων. Αποτελούν ένα από τα κυριότερα συστατικά που χρησιμοποιούνται στα απορρυπαντικά. Ωστόσο, οι επιφανειοδραστικές ουσίες θα μπορούσαν να εγκυμονούν κινδύνους για το περιβάλλον, καθώς απορρίπτονται στα αποχετευτικά συστήματα ή απευθείας στα επιφανειακά ύδατα. Για να προληφθούν τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν οι επιφανειοδραστικές ουσίες στο περιβάλλον, είναι αναγκαίο να καθοριστούν απαιτήσεις που θα εξασφαλίζουν ότι οι επιφανειοδραστικές ουσίες είναι πλήρως βιοαποδομήσιμες είτε όταν διατίθενται στην αγορά υπό καθαρή μορφή και προορίζονται για χρήση σε απορρυπαντικά είτε όταν περιέχονται σε απορρυπαντικά.

(10)Ο φωσφόρος είναι βασικό συστατικό που χρησιμοποιείται στα απορρυπαντικά. Ωστόσο, ο φωσφόρος και οι ενώσεις του θα μπορούσαν να προκαλέσουν βλάβες στα οικοσυστήματα και στα υδάτινα περιβάλλοντα, καθώς συμβάλλουν στον ευτροφισμό. Για να εξασφαλιστεί περαιτέρω υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος και να μειωθεί η συμβολή των απορρυπαντικών στο φαινόμενο αυτό, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν εναρμονισμένα όρια σχετικά με την περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα και άλλες φωσφορούχες ενώσεις στα απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων και αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή. Παρόμοιοι περιορισμοί δεν απαιτούνται για άλλους τύπους απορρυπαντικών, είτε επειδή η συμβολή τους δεν είναι σημαντική είτε επειδή, επί του παρόντος, δεν υπάρχουν κατάλληλες εναλλακτικές λύσεις.

(11)Τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτυχθεί νέα προϊόντα καθαρισμού που περιέχουν ζωντανούς μικροοργανισμούς ως δραστικά συστατικά. Οι μικροοργανισμοί έχουν τη δική τους βιολογία και απόκριση στις αλλαγές του περιβάλλοντος. Λόγω της ικανότητάς τους να πολλαπλασιάζονται, υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ των συμβατικών και των μικροβιακών απορρυπαντικών. Ως εκ τούτου, η φύση των εγγενών πηγών κινδύνου και των επακόλουθων κινδύνων δεν είναι κατ’ ανάγκη η ίδια με τη φύση των κινδύνων που ενέχουν τα χημικά προϊόντα, ιδίως σε σχέση με την ικανότητα των μικροοργανισμών να παραμένουν και να πολλαπλασιάζονται σε διαφορετικά περιβάλλοντα και να παράγουν ένα φάσμα διαφορετικών μεταβολιτών και τοξινών με δυνητική τοξικολογική σημασία.

(12)Δεδομένου ότι οι μικροοργανισμοί δεν υπόκεινται σε καταχώριση δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 ή οποιασδήποτε άλλης ενωσιακής νομοθεσίας η οποία απαιτεί από τους παρασκευαστές να αποδεικνύουν ότι η προβλεπόμενη χρήση είναι ασφαλής, θα πρέπει να είναι επιλέξιμοι για χρήση σε απορρυπαντικά μόνο στον βαθμό που έχουν σαφώς ταυτοποιηθεί και υποστηρίζονται από δεδομένα που αποδεικνύουν ότι η χρήση τους είναι ασφαλής, και εφόσον υπόκεινται σε ειδικές απαιτήσεις που διέπουν την ασφάλειά τους. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν εναρμονισμένοι κανόνες που θα διέπουν την ασφάλεια των μικροοργανισμών που περιέχονται στα απορρυπαντικά, καθώς και σχετικές μέθοδοι δοκιμών ώστε οι οικονομικοί φορείς να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με τους εν λόγω κανόνες. Απαιτείται η θέσπιση περιορισμών όσον αφορά τη μορφή με την οποία τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς διατίθενται στην αγορά όταν η σύνθεσή τους περιλαμβάνει ευαισθητοποιά συστατικά. Για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας ακόμα και για τα ευαισθητοποιημένα άτομα, τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς και τα οποία διατίθενται στην αγορά σε μορφή ψεκαζόμενων προϊόντων θα πρέπει, συνεπώς, να είναι διαπιστωμένα ασφαλή για χρήση σε αυτήν τη μορφή.

(13)Για να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας των πτυχών δημόσιου συμφέροντος και να εξασφαλίζονται συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να φέρουν την ευθύνη για τη συμμόρφωση των απορρυπαντικών ή των επιφανειοδραστικών ουσιών με τον παρόντα κανονισμό, όσον αφορά τους αντίστοιχους ρόλους τους στην αλυσίδα εφοδιασμού. Όποτε κρίνεται σκόπιμο, οι παρασκευαστές και οι εισαγωγείς θα πρέπει να διενεργούν δειγματοληπτικές δοκιμές των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών που διαθέτουν στην αγορά, προκειμένου να προστατεύσουν την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών και το περιβάλλον.

(14)Όλοι οι οικονομικοί φορείς που παρεμβαίνουν στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής θα πρέπει να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν στην ενωσιακή αγορά μόνο απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Είναι αναγκαίο να προβλεφθεί σαφής και αναλογική κατανομή των υποχρεώσεων, η οποία να ανταποκρίνεται στον ρόλο κάθε οικονομικού φορέα στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής.

(15)Προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους οικονομικούς φορείς να αποδείξουν, και στις αρμόδιες αρχές να επαληθεύσουν, ότι τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που διατίθενται στην αγορά συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης. Με την απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ θεσπίζονται ενότητες για τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, από τη λιγότερο αυστηρή έως την πιο αυστηρή, ανάλογα με το επίπεδο του σχετικού κινδύνου και το επίπεδο της απαιτούμενης ασφάλειας. Προκειμένου να διασφαλιστεί διατομεακή συνοχή και να αποφευχθούν οι ad hoc παραλλαγές, η απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ διευκρινίζει ότι οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης θα πρέπει να επιλέγονται από τις εν λόγω ενότητες.

(16)Ο παρασκευαστής, γνωρίζοντας λεπτομερώς τη διαδικασία σχεδιασμού και παραγωγής, βρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Συνεπώς, οι παρασκευαστές θα πρέπει να είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη διενέργεια της διαδικασίας αξιολόγησης της συμμόρφωσης των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών. Για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών θα πρέπει να εφαρμόζεται η ενότητα Α. Οι παρασκευαστές θα πρέπει επίσης να καταρτίσουν τεχνικό φάκελο που να αποδεικνύει τη συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τους σχετικούς κανόνες και τις μεθόδους δοκιμής.

(17)Για να διευκολυνθεί η συμμόρφωση των παρασκευαστών με τις υποχρεώσεις που υπέχουν δυνάμει του παρόντος κανονισμού, οι παρασκευαστές που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων εξ ονόματός τους. Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί η σαφής και αναλογική κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ του παρασκευαστή και του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, είναι αναγκαίο να καθοριστεί ο κατάλογος των καθηκόντων που οι παρασκευαστές θα επιτρέπεται να αναθέτουν στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο. Εκτός αυτού, για να διασφαλιστεί η εκτελεστότητα και η αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων εποπτείας της αγοράς, καθώς και το ότι μόνο συμμορφούμενα απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες διατίθενται στην ενωσιακή αγορά, ο ορισμός εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου θα πρέπει να είναι υποχρεωτικός όταν ο παρασκευαστής είναι εγκατεστημένος εκτός της Ένωσης.

(18)Προκειμένου να διευκολυνθεί η επικοινωνία μεταξύ των οικονομικών φορέων, των αρχών εποπτείας της αγοράς και των καταναλωτών, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να περιλαμβάνουν στα στοιχεία επικοινωνίας τους διαδικτυακή διεύθυνση, επιπλέον της ταχυδρομικής διεύθυνσης.

(19)Προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να εξασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου του υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, είναι αναγκαίο να εξακριβώνεται ότι τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες από τρίτες χώρες που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης συμμορφώνονται επίσης με τον παρόντα κανονισμό. Είναι ιδιαίτερα αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι οι παρασκευαστές έχουν διενεργήσει τις κατάλληλες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα. Είναι επίσης απαραίτητο να θεσπιστούν κανόνες ώστε οι εισαγωγείς να διασφαλίζουν ότι τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά συμμορφώνονται με τις εν λόγω απαιτήσεις και ότι ο φάκελος που καταρτίζουν οι παρασκευαστές και, κατά περίπτωση, η σήμανση CE είναι διαθέσιμα προς έλεγχο από τις αρμόδιες εθνικές αρχές. Θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί η δυνατότητα των εισαγωγέων να εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα διαβατηρίου προϊόντος για τα εν λόγω προϊόντα.

(20)Δεδομένου ότι οι εισαγωγείς διαδραματίζουν βασικό ρόλο στη διασφάλιση της συμμόρφωσης των εισαγόμενων απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών στην αγορά της Ένωσης, όταν θέτουν ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά, οι εισαγωγείς θα πρέπει να αναγράφουν στο προϊόν το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους και την ταχυδρομική διεύθυνσή τους και, εφόσον υπάρχουν, τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με τα οποία μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή μαζί τους.

(21)Δεδομένου ότι ο διανομέας διαθέτει ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία στην αγορά αφού αυτό/-ή έχει τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά από τον παρασκευαστή ή τον εισαγωγέα, ο διανομέας θα πρέπει να ενεργεί με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις ισχύουσες απαιτήσεις. Ο διανομέας θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία δεν επηρεάζει αρνητικά τη συμμόρφωσή του/της με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(22)Δεδομένου ότι οι διανομείς και οι εισαγωγείς βρίσκονται κοντά στην αγορά και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της συμμόρφωσης των προϊόντων, θα πρέπει να εμπλέκονται στα καθήκοντα εποπτείας της αγοράς που εκτελούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να συμμετέχουν ενεργά, παρέχοντας στις εν λόγω αρχές όλες τις απαραίτητες πληροφορίες που αφορούν το οικείο απορρυπαντικό ή την οικεία επιφανειοδραστική ουσία.

(23)Οικονομικοί φορείς που είτε θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία με τη δική τους επωνυμία ή εμπορικό σήμα είτε τροποποιούν ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία κατά τρόπο που θα μπορούσε να επηρεάζει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να θεωρούνται παρασκευαστές και να αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις των παρασκευαστών. Σε άλλες περιπτώσεις, οι οικονομικοί φορείς που απλώς συσκευάζουν ή ανασυσκευάζουν ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχει ήδη τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά από άλλους οικονομικούς φορείς θα πρέπει να δύνανται να αποδείξουν ότι δεν έχει θιγεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, με την αναγραφή των στοιχείων τους επί της συσκευασίας και τη διατήρηση αντιγράφου των στοιχείων της αρχικής επισήμανσης.

(24)Η σήμανση CE, που δηλώνει τη συμμόρφωση ενός απορρυπαντικού με τον παρόντα κανονισμό, είναι η ορατή κατάληξη μιας ολόκληρης διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει την αξιολόγηση της συμμόρφωσης υπό ευρεία έννοια. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 36 ορίζει τις γενικές αρχές της σήμανσης CE. Ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται στα απορρυπαντικά που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα προϊόντα που επωφελούνται από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Ένωσης πληρούν απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας δημόσιων συμφερόντων, όπως είναι η υγεία και το περιβάλλον. Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008, η σήμανση CE θα πρέπει να είναι η μόνη σήμανση συμμόρφωσης που υποδεικνύει ότι το απορρυπαντικό συμμορφώνεται με την ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης.

(25)Για να εξασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας, θα πρέπει να απαιτείται από τους παρασκευαστές να παρέχουν δελτίο στοιχείων συστατικών για τα μη επικίνδυνα απορρυπαντικά. Προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η αποδοτική εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων και λαμβανομένου υπόψη του συστήματος που αφορά την ανταπόκριση σε καταστάσεις έκτακτου κινδύνου για την υγεία, το οποίο έχει ήδη θεσπιστεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008, οι παρασκευαστές θα πρέπει να θέτουν τις πληροφορίες αυτές στη διάθεση των κέντρων δηλητηριάσεων, κατόπιν αιτήματος.

(26)Οι ετικέτες κοινοποιούν στους χρήστες σημαντικές πληροφορίες για τη χρήση και την ασφάλεια, όπως η παρουσία ουσιών που προκαλούν ευαισθητοποίηση του δέρματος ή του αναπνευστικού συστήματος (π.χ. αλλεργιογόνες αρωματικές ουσίες, συντηρητικά ή ένζυμα) σε απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες. Με την παροχή πληροφοριών στις ετικέτες των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών σχετικά με την περιεκτικότητά τους σε τέτοιες ουσίες, οι χρήστες με αλλεργίες ή αλλεργική προδιάθεση μπορούν να κάνουν συνειδητές επιλογές, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι πιθανές αντιδράσεις που σχετίζονται με τη χρήση απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν απαιτήσεις επισήμανσης για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες.

(27)Δεδομένου ότι η επισήμανση των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών ενδέχεται να ορίζεται από πολλές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, οι πληροφορίες στις ετικέτες των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών πρέπει να εξορθολογιστούν έτσι ώστε, όταν διαφορετικές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης επιβάλλουν την παροχή παρόμοιων πληροφοριών στις ετικέτες των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών, οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται μόνο μία φορά σύμφωνα με τους αυστηρότερους κανόνες. Αυτό, αφενός, θα βελτιώσει την αναγνωσιμότητα και τη δυνατότητα κατανόησης των ετικετών των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών από τους τελικούς χρήστες και, αφετέρου, θα μειώσει την κανονιστική επιβάρυνση των παρασκευαστών απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών.

(28)Οι αρωματικές ουσίες είναι οργανικές ενώσεις με χαρακτηριστική, συνήθως ευχάριστη, οσμή, οι οποίες χρησιμοποιούνται ευρέως στα απορρυπαντικά αλλά και σε πολλά άλλα προϊόντα, όπως αρώματα και άλλα καλλυντικά με άρωμα. Η επαφή με τις ουσίες αυτές θα μπορούσε να προκαλέσει αλλεργική αντίδραση, ιδίως σε ευαισθητοποιημένα άτομα, ακόμα και όταν πρόκειται για χαμηλές συγκεντρώσεις. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με την παρουσία μεμονωμένων αλλεργιογόνων αρωματικών ουσιών στα απορρυπαντικά, ώστε τα ευαισθητοποιημένα άτομα να μπορούν να αποφεύγουν την επαφή με την ουσία στην οποία έχουν αλλεργία. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να καθοριστούν αυστηρές απαιτήσεις για την επισήμανση των αλλεργιογόνων αρωματικών ουσιών. Ωστόσο, η παρουσία τέτοιων ουσιών μπορεί να εμπίπτει επίσης στην απαίτηση επισήμανσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές απαιτήσεις επισήμανσης που θα ισχύουν μόνο όταν δεν πληρούνται τα κατώτατα όρια επισήμανσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008. Αυτό όχι μόνο θα αποτρέψει την περιττή επιβάρυνση των οικονομικών φορέων, αλλά θα διασφαλίσει και ότι οι τελικοί χρήστες λαμβάνουν τις πληροφορίες αυτές με σαφή τρόπο, παρέχοντας έτσι υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας ακόμα και για τα ευαισθητοποιημένα άτομα.

(29)Είναι απαραίτητο να θεσπιστούν πρόσθετες απαιτήσεις επισήμανσης για ορισμένες ουσίες, όπως τα συντηρητικά, προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις επισήμανσης για τα συντηρητικά θα πρέπει να καλύπτουν όχι μόνο τα συντηρητικά που ο παρασκευαστής προσθέτει σκοπίμως στο απορρυπαντικό, αλλά και εκείνα που προκύπτουν από τα συστατικά του μείγματα και τα οποία συχνά αναφέρονται ως «συντηρητικά εκ μεταφοράς (carry-over)».

(30)Στις ετικέτες των απορρυπαντικών πλυντηρίων ρούχων και αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή θα πρέπει να περιλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με την ορθή ποσότητα απορρυπαντικού που πρέπει να χρησιμοποιούν οι καταναλωτές όταν προβαίνουν σε δραστηριότητες καθαρισμού (δηλαδή πληροφορίες δοσολογίας), προκειμένου να αποφεύγεται η υπερβολική χρήση απορρυπαντικών και, ως εκ τούτου, να μειώνεται η συνολική ποσότητα απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών που εισέρχονται στο περιβάλλον.

(31)Η ψηφιακή επισήμανση θα μπορούσε να βελτιώσει την κοινοποίηση των πληροφοριών επισήμανσης, τόσο μέσω της αποφυγής των φυσικών ετικετών με υπερβολικό όγκο πληροφοριών όσο και μέσω της παροχής στους χρήστες διαφορετικών επιλογών ανάγνωσης που είναι διαθέσιμες μόνο για ψηφιακούς μορφότυπους, όπως γραμματοσειρές μεγαλύτερου μεγέθους, αυτόματη αναζήτηση, χρήση ηχείων ή μετάφραση σε άλλες γλώσσες. Η παροχή ψηφιακών ετικετών θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη διαχείριση των υποχρεώσεων επισήμανσης από τους οικονομικούς φορείς, διευκολύνοντας την επικαιροποίηση των πληροφοριών επισήμανσης, μειώνοντας το κόστος επισήμανσης και επιτρέποντας την πιο στοχευμένη πληροφόρηση των χρηστών. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να επιτρέπεται στους οικονομικούς φορείς να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες επισήμανσης μόνο μέσω της ψηφιακής ετικέτας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ώστε να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας των χρηστών απορρυπαντικών.

(32)Για να αποφευχθεί η επιβολή περιττής διοικητικής επιβάρυνσης στους οικονομικούς φορείς και δεδομένου ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η ψηφιακή ετικέτα είναι μόνο συμπληρωματική της φυσικής, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν αν θα χρησιμοποιούν ψηφιακές ετικέτες ή θα παρέχουν όλες τις πληροφορίες μόνο σε φυσική ετικέτα. Η επιλογή για την παροχή ψηφιακής ετικέτας θα πρέπει να εναπόκειται στους παρασκευαστές και τους εισαγωγείς, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την παροχή ορθού συνόλου πληροφοριών επισήμανσης.

(33)Η ψηφιακή επισήμανση θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει προκλήσεις για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού που διαθέτουν ανεπαρκείς ή μηδενικές ψηφιακές δεξιότητες και να εντείνει το ψηφιακό χάσμα. Για τον λόγο αυτόν, οι ειδικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται μόνο σε ψηφιακή ετικέτα θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την τρέχουσα κατάσταση ψηφιοποίησης της κοινωνίας και την ιδιαίτερη κατάσταση των χρηστών των απορρυπαντικών. Επιπλέον, όλες οι πληροφορίες επισήμανσης που αφορούν την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος, καθώς και οι ελάχιστες οδηγίες χρήσης των απορρυπαντικών, θα πρέπει να συνεχίσουν να αναγράφονται στη φυσική ετικέτα, ώστε να μπορούν όλοι οι τελικοί χρήστες να προβαίνουν σε συνειδητές επιλογές πριν από την αγορά του απορρυπαντικού και να διασφαλίζεται ο ασφαλής χειρισμός του.

(34)Ωστόσο, θα πρέπει να προβλεφθεί εξαίρεση για τα απορρυπαντικά που πωλούνται στους τελικούς χρήστες ως προϊόντα επαναπλήρωσης. Προκειμένου να αξιοποιηθούν πλήρως όχι μόνο τα οφέλη που προσφέρει η ψηφιοποίηση, αλλά και τα μεγάλα περιβαλλοντικά οφέλη που προσφέρει η πρακτική επαναπλήρωσης ως προς τη μείωση των συσκευασιών και των σχετικών απορριμμάτων συσκευασίας, θα πρέπει να επιτρέπεται να παρέχονται ψηφιακά όλες οι πληροφορίες της επισήμανσης, με εξαίρεση τις οδηγίες δοσολογίας για τα απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων που προορίζονται για τον καταναλωτή.

(35)Για να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομικών φορέων που διαθέτουν απορρυπαντικά στην αγορά και για να προστατευτούν οι τελικοί χρήστες, θα πρέπει να καθοριστούν γενικές απαιτήσεις για την ψηφιακή επισήμανση. Για παράδειγμα, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να διασφαλίζουν την ελεύθερη και εύκολη πρόσβαση σε ψηφιακές ετικέτες, καθώς και τον διαχωρισμό των υποχρεωτικών πληροφοριών επισήμανσης που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού από άλλες πληροφορίες.

(36)Δεδομένης της τρέχουσας ανάπτυξης των ψηφιακών δεξιοτήτων, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει επίσης να παρέχουν τις πληροφορίες επισήμανσης με εναλλακτικά μέσα στους τελικούς χρήστες όταν αυτοί δεν έχουν πρόσβαση στην ψηφιακή ετικέτα. Η υποχρέωση αυτή θα πρέπει να επιβληθεί ως μέτρο ασφάλειας για τη μείωση τυχόν κινδύνων που πιθανώς θα προκύψουν από την έλλειψη πληροφοριών επισήμανσης, ιδίως όσον αφορά τα απορρυπαντικά επαναπλήρωσης, όπου όλες οι πληροφορίες ενδέχεται να παρέχονται σε ψηφιακή ετικέτα.

(37)Δεδομένου ότι τα απορρυπαντικά έχουν την ίδια χρήση και παρουσιάζουν τους ίδιους κινδύνους ανεξάρτητα από τη μορφή με την οποία διατίθενται στην αγορά, οι οικονομικοί φορείς που διαθέτουν απορρυπαντικά στην αγορά ως προϊόντα επαναπλήρωσης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι αυτά συμμορφώνονται με τις ίδιες απαιτήσεις που ισχύουν για τα προσυσκευασμένα. Επιπλέον, οι καταναλωτές θα πρέπει να λαμβάνουν τις απαιτούμενες πληροφορίες επισήμανσης και όταν επιλέγουν απορρυπαντικά επαναπλήρωσης. Ως εκ τούτου, η πώληση απορρυπαντικών επαναπλήρωσης θα πρέπει να καλύπτεται ρητά από τον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να διασφαλίζεται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τους οικονομικούς φορείς.

(38)Η διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας ενός απορρυπαντικού ή μιας επιφανειοδραστικής ουσίας σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού καθιστά απλούστερη και αποτελεσματικότερη την εποπτεία της αγοράς. Εάν το σύστημα ιχνηλασιμότητας είναι αποδοτικό, διευκολύνεται το έργο των αρμόδιων για την εποπτεία της αγοράς αρχών όσον αφορά τον εντοπισμό των οικονομικών φορέων που είναι υπεύθυνοι για τη διάθεση μη συμμορφούμενων απορρυπαντικών ή επιφανειοδραστικών ουσιών στην αγορά.

(39)Οι παρασκευαστές θα πρέπει να δημιουργήσουν διαβατήριο προϊόντος στο οποίο θα παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών με τον παρόντα κανονισμό, καθώς και με κάθε άλλη νομοθετική πράξη με την οποία πρέπει να συμμορφώνεται το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία. Προκειμένου να διευκολυνθούν οι έλεγχοι των απορρυπαντικών ή των επιφανειοδραστικών ουσιών και να έχουν οι φορείς της αλυσίδας εφοδιασμού και οι τελικοί χρήστες πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες, όπως τα συστατικά και οι οδηγίες χρήσης, οι πληροφορίες στο διαβατήριο προϊόντος θα πρέπει να παρέχονται ψηφιακά και με άμεσα προσβάσιμο τρόπο, μέσω φορέα δεδομένων που τοποθετείται στην ετικέτα του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας, στη συσκευασία του/της ή στα συνοδευτικά έγγραφα. Ως εκ τούτου, μέσω του φορέα δεδομένων οι αρχές εποπτείας της αγοράς, οι οικονομικοί φορείς και οι τελικοί χρήστες θα πρέπει να έχουν άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες για τη συμμόρφωση ή σε άλλες πληροφορίες σχετικά με το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία.

(40)Για να αποφευχθεί η αλληλοεπικάλυψη των επενδύσεων στην ψηφιοποίηση από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των παρασκευαστών, των αρχών εποπτείας της αγοράς και των τελωνειακών αρχών, το διαβατήριο προϊόντος που θεσπίζεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να είναι πλήρως διαλειτουργικό με το διαβατήριο προϊόντος που απαιτείται βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.

(41)Ειδικότερα, ο κανονισμός (ΕΕ) .../... [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ] καθορίζει και αυτός απαιτήσεις και τεχνικές προδιαγραφές για το ψηφιακό διαβατήριο προϊόντος, τη σύσταση κεντρικού μητρώου της Επιτροπής στο οποίο αποθηκεύονται οι πληροφορίες διαβατηρίου και τη διασύνδεση του εν λόγω μητρώου με τα τελωνειακά συστήματα ΤΠ. Τα απορρυπαντικά ή οι επιφανειοδραστικές ουσίες θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν μεσοπρόθεσμα στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού και, συνεπώς, να απαιτηθεί η δημιουργία ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος για τα εν λόγω προϊόντα.

(42)Το διαβατήριο προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που δημιουργείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού θα πρέπει, επομένως, να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις και τα τεχνικά στοιχεία που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) .../... σχετικά με τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών, σημασιολογικών και οργανωτικών πτυχών της διατερματικής επικοινωνίας και διαβίβασης δεδομένων.

(43)Όταν βάσει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας που ισχύει για τα απορρυπαντικά ή τις επιφανειοδραστικές ουσίες απαιτείται διαβατήριο προϊόντος, θα πρέπει να υπάρχει ενιαίο διαβατήριο προϊόντος για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες, το οποίο να περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού και της λοιπής ενωσιακής νομοθεσίας.

(44)Είναι εξαιρετικά σημαντικό να καταστεί σαφές τόσο στους παρασκευαστές όσο και στους χρήστες ότι με τη δημιουργία του διαβατηρίου προϊόντος για απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία και, κατά περίπτωση, με την τοποθέτηση της σήμανσης CE, ο παρασκευαστής δηλώνει ότι το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία συμμορφώνεται με όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις και ότι ο παρασκευαστής αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη της δήλωσης αυτής.

(45)Όταν ορισμένες πληροφορίες παρέχονται μόνο ψηφιακά, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι οι πληροφορίες αυτές πρέπει να παρέχονται χωριστά και να διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους, αλλά μέσω ενιαίου φορέα δεδομένων. Αυτό θα διευκολύνει το έργο των αρχών εποπτείας της αγοράς και θα προσφέρει επίσης σαφήνεια στους τελικούς χρήστες όσον αφορά τις διάφορες πληροφορίες που έχουν στη διάθεσή τους σε ψηφιακή μορφή.

(46)Το κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 37 , για τη θέσπιση των κανόνων ελέγχων των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης, εφαρμόζεται στα απορρυπαντικά και στις επιφανειοδραστικές ουσίες. Οι αρχές που είναι αρμόδιες για τους εν λόγω ελέγχους και οι οποίες σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη είναι οι τελωνειακές αρχές, πρέπει να τους διενεργούν με βάση την ανάλυση κινδύνου που αναφέρεται στα άρθρα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 38 , τις εκτελεστικές διατάξεις αυτού και το αντίστοιχο υλικό καθοδήγησης. Ως εκ τούτου, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να τροποποιεί επ’ ουδενί το κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές που είναι αρμόδιες για τους ελέγχους των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης οργανώνονται και ασκούν τις δραστηριότητές τους.

(47)Εκτός από το πλαίσιο των ελέγχων που θεσπίζεται στο κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να επαληθεύουν αυτόματα την ύπαρξη διαβατηρίου προϊόντος για εισαγόμενα απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, προκειμένου να ενισχυθούν οι έλεγχοι στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης και να αποτραπεί η είσοδος μη συμμορφούμενων απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών στην αγορά της Ένωσης.

(48)Όταν απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που προέρχονται από τρίτες χώρες παρουσιάζονται για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία, τα τελωνεία θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα στοιχεία αναφοράς του διαβατηρίου προϊόντος διατίθενται στις τελωνειακές αρχές από τον οικονομικό φορέα και ότι τα εν λόγω στοιχεία αναφοράς αντιστοιχούν στον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος που βρίσκεται αποθηκευμένος στο μητρώο διαβατηρίων προϊόντος που έχει καταρτίσει η Επιτροπή δυνάμει του [άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα]. Η διασύνδεση μεταξύ του εν λόγω μητρώου και του τελωνειακού συστήματος ΤΠ, όπως προβλέπεται στο [άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τις απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα] θα πρέπει να καθιστά δυνατή την αυτόματη επαλήθευση του διαβατηρίου προϊόντος που παρουσιάζεται στο τελωνείο για το εν λόγω απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία, ώστε να διασφαλίζεται ότι τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία μόνο απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες με έγκυρα στοιχεία αναφοράς σε μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος, όπως περιλαμβάνεται στο μητρώο. 

(49)Όταν στο μητρώο διαβατηρίων προϊόντος που έχει συσταθεί δυνάμει του [άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα] αποθηκεύονται και άλλες πληροφορίες πέραν του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού προϊόντος και του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού φορέα, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέπει σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα να επαληθεύουν τη συμφωνία μεταξύ των εν λόγω πρόσθετων πληροφοριών και των πληροφοριών που υποβάλλονται από τον οικονομικό φορέα στα τελωνεία, προκειμένου να βελτιωθεί η συμμόρφωση των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών που υπόκεινται στην τελωνειακή διαδικασία θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία με τον παρόντα κανονισμό.

(50)Οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος ενδέχεται να επιτρέψουν στις τελωνειακές αρχές να εμπλουτίσουν και να διευκολύνουν τη διαχείριση κινδύνων και να καταστήσουν δυνατή την καλύτερη στόχευση των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, οι τελωνειακές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ανακτούν και να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος και στο σχετικό μητρώο για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 952/2013.

(51)Είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δημοσίευση ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην οποία θα αναφέρεται η ημερομηνία κατά την οποία θα τεθεί σε λειτουργία η διασύνδεση μεταξύ του μητρώου και του συστήματος ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της ΕΕ για την ανταλλαγή πιστοποιητικών που αναφέρεται στο [άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα], προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση του κοινού στις εν λόγω πληροφορίες.

(52)Η αυτόματη επαλήθευση από τα τελωνεία των στοιχείων αναφοράς του διαβατηρίου προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης δεν θα πρέπει να αντικαθιστά ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητες των αρχών εποπτείας της αγοράς, αλλά μόνο να συμπληρώνει το συνολικό πλαίσιο που ισχύει για τους ελέγχους των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, να διενεργούν ελέγχους των πληροφοριών που περιέχονται στα διαβατήρια προϊόντων, να ελέγχουν τα προϊόντα εντός της αγοράς και, σε περίπτωση αναστολής της θέσης σε ελεύθερη κυκλοφορία από τις αρχές που έχουν οριστεί αρμόδιες για τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, να προσδιορίζουν τη συμμόρφωση και τους σοβαρούς κινδύνους των προϊόντων σύμφωνα με το κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

(53)Η εποπτεία της αγοράς αποτελεί βασικό εργαλείο στο μέτρο που διασφαλίζει την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης. Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 καθορίζει το πλαίσιο για την εποπτεία της αγοράς προϊόντων που υπόκεινται σε ενωσιακή νομοθεσία εναρμόνισης. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να οργανώνουν και να διενεργούν εποπτεία της αγοράς απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό.

(54)Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 εφαρμόζεται ήδη στα απορρυπαντικά και στις επιφανειοδραστικές ουσίες, δεδομένου ότι στο παράρτημα Ι του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004. Ωστόσο, για λόγους ασφάλειας δικαίου, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι οι κανόνες σχετικά με την εποπτεία της εσωτερικής αγοράς και τον έλεγχο των προϊόντων που εισέρχονται στην εσωτερική αγορά, οι οποίοι προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/1020, εφαρμόζονται επίσης στα απορρυπαντικά και στις επιφανειοδραστικές ουσίες που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιλέγουν τις αρμόδιες αρχές που θα εκτελούν αυτά τα καθήκοντα. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να συμπεριλάβει αναφορά στον παρόντα κανονισμό.

(55)Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 προέβλεπε διαδικασία διασφάλισης με την οποία η Επιτροπή μπορεί να εξετάζει την αιτιολόγηση των μέτρων που λαμβάνει ένα κράτος μέλος κατά απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών τα οποία θεωρείται ότι συνιστούν κίνδυνο. Προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια και να μειωθεί ο χρόνος διεκπεραίωσης, είναι απαραίτητο να βελτιωθεί η προηγούμενη διαδικασία διασφάλισης έτσι ώστε να καταστεί πιο αποδοτική και να αξιοποιηθεί η εμπειρογνωσία την οποία διαθέτουν τα κράτη μέλη. Το προηγούμενο σύστημα θα πρέπει να αντικατασταθεί με μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη θα ενημερώνονται για τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν σχετικά με τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες που συνιστούν κίνδυνο για την υγεία ή για το περιβάλλον. Οι αρχές εποπτείας της αγοράς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, σε συνεργασία με τους οικείους οικονομικούς φορείς, να ενεργούν σε πρώιμο στάδιο όσον αφορά τέτοιου είδους απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες. Η Επιτροπή θα πρέπει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και —δεδομένου του ιδιαίτερου και τεχνικού χαρακτήρα τους— ενεργώντας χωρίς να εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011, να διαπιστώνει αν δικαιολογείται εθνικό μέτρο όσον αφορά ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που παρουσιάζει κίνδυνο.

(56)Η πείρα που αποκτήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004 έχει καταδείξει ότι απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που συμμορφώνονταν με τις ισχύουσες απαιτήσεις εγκυμονούσαν, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, κινδύνους για την υγεία ή το περιβάλλον. Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις που να διασφαλίζουν ότι οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν μέτρα κατά κάθε απορρυπαντικού ή επιφανειοδραστικής ουσίας που παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον, ακόμα και όταν συμμορφώνεται με τις νομικές απαιτήσεις. Η Επιτροπή θα πρέπει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και —δεδομένου του ιδιαίτερου και τεχνικού χαρακτήρα τους— ενεργώντας χωρίς να εφαρμόζει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011, να διαπιστώνει αν δικαιολογείται εθνικό μέτρο όσον αφορά συμμορφούμενα απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες, τα οποία ένα κράτος μέλος κρίνει ότι ενέχουν κίνδυνο για την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων ή για το περιβάλλον.

(57)Προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι τεχνικές και επιστημονικές εξελίξεις ή τα νέα επιστημονικά στοιχεία, καθώς και το επίπεδο ψηφιακής ετοιμότητας, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά την περαιτέρω συμπλήρωση των γενικών απαιτήσεων σχετικά με την ψηφιακή επισήμανση, την τροποποίηση των πληροφοριών επισήμανσης που επιτρέπεται να παρέχονται μόνο σε ψηφιακή μορφή, την τροποποίηση του ορίου των αλλεργιογόνων αρωματικών ουσιών όταν θεσπίζονται επιμέρους όρια συγκέντρωσης βάσει κινδύνου για τις αλλεργιογόνες αρωματικές ουσίες δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009, την τροποποίηση των υφιστάμενων απαιτήσεων βιοαποδομησιμότητας προκειμένου να θεσπιστούν απαιτήσεις για ουσίες και μείγματα, εκτός των επιφανειοδραστικών ουσιών, που περιέχονται σε απορρυπαντικά (συμπεριλαμβανομένων των καψουλών απορρυπαντικών), όταν αυτό επιβάλλεται λόγω νέων επιστημονικών στοιχείων, και την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως VII. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να τροποποιεί τις ειδικές πληροφορίες που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο διαβατήριο, καθώς και τις πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο μητρώο της Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας τις πρόσθετες πληροφορίες που αποθηκεύονται στο μητρώο και πρέπει να ελέγχονται από τις τελωνειακές αρχές. Επιπροσθέτως, προκειμένου να διευκολυνθεί το έργο των τελωνειακών αρχών όσον αφορά τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες και τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με την κατάρτιση και την επικαιροποίηση παραρτήματος που περιέχει κατάλογο των κωδικών συνδυασμένης ονοματολογίας, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, καθώς και περιγραφές προϊόντων για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες.

(58)Όταν η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του παρόντος κανονισμού, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία, της 13ης Απριλίου 2016, για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου 39 . Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ισότιμη συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα ταυτόχρονα με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(59)Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για τον καθορισμό των λεπτομερών τεχνικών απαιτήσεων όσον αφορά το διαβατήριο προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 40 .

(60)Λόγω της ανάγκης να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος αλλά και της ανάγκης να ληφθούν υπόψη οι νέες εξελίξεις βάσει των επιστημονικών δεδομένων, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Στην έκθεσή της, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει, μεταξύ άλλων, αν ο παρών κανονισμός επιτυγχάνει τους στόχους του, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

(61)Προκειμένου να διασφαλιστεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, να ενισχυθεί η καινοτομία και να τονωθεί η ανταγωνιστικότητα, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει τις απαιτήσεις ασφάλειας για τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς, καθώς και τη δυνατότητα να επιτραπεί η χρήση νέων μικροοργανισμών ή στελεχών μικροοργανισμών στα απορρυπαντικά.

(62)Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τη δυνατότητα παροχής του συνόλου ή μέρους των υποχρεωτικών απαιτήσεων επισήμανσης μόνο σε ψηφιακές ετικέτες σε ορισμένες περιπτώσεις και επιβάλλει τη δημιουργία ψηφιακού διαβατηρίου προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να δοθεί επαρκής χρόνος στους οικονομικούς φορείς να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, στα κράτη μέλη να δημιουργήσουν τη διοικητική υποδομή που απαιτείται για την εφαρμογή του και στην Επιτροπή να προετοιμάσει την υλοποίηση των τεχνικών απαιτήσεων του διαβατηρίου προϊόντος. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να αναβληθεί μέχρι μια ημερομηνία που θα επιτρέπει ευλόγως την ολοκλήρωση των προετοιμασιών αυτών.

(63)Για λόγους ασφάλειας δικαίου και για την πρόληψη της σπατάλης, οι οικονομικοί φορείς πρέπει να είναι σε θέση να πωλούν το απόθεμα που βρίσκεται είτε στην αλυσίδα διανομής είτε αποθηκευμένο κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν μεταβατικές ρυθμίσεις που να επιτρέπουν να διατεθούν στην αγορά τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που έχουν ήδη τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004 («διαθεσιμότητα στην αγορά» στον εν λόγω κανονισμό) πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, χωρίς να χρειάζεται τα εν λόγω προϊόντα να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις για τα προϊόντα που προβλέπει ο παρών κανονισμός. Οι διανομείς θα πρέπει, συνεπώς, να μπορούν να προμηθεύουν απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά, δηλαδή εμπόρευμα που βρίσκεται ήδη στην αλυσίδα διανομής, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(64)Θα πρέπει επίσης να θεσπιστούν μεταβατικές ρυθμίσεις που να επιτρέπουν να τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες τα οποία, κατά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δεν βρίσκονται ακόμη στην αλυσίδα διανομής χωρίς τα εν λόγω προϊόντα να χρειάζεται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι κατά τον χρόνο θέσης σε κυκλοφορία στην αγορά τα εν λόγω προϊόντα εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004. Ως εκ τούτου, οι παρασκευαστές και οι εισαγωγείς θα πρέπει να μπορούν να θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες, δηλαδή εμπόρευμα που δεν βρίσκεται ακόμη στην αλυσίδα διανομής, μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.

(65)Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η κατοχύρωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με παράλληλη διασφάλιση ότι τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που διατίθενται στην αγορά πληρούν απαιτήσεις που εγγυώνται υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες για την ελεύθερη κυκλοφορία των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών στην εσωτερική αγορά, διασφαλίζοντας παράλληλα υψηλό βαθμό προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.

2.Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την εφαρμογή των ακόλουθων νομικών πράξεων:

α)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 41 ·

β)Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 42 ·

γ)Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 43 .

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)«απορρυπαντικό»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

ουσία, μείγμα ή μικροοργανισμός, ή συνδυασμός δύο ή περισσότερων τέτοιων υλών, που προορίζεται για τον καθαρισμό υφασμάτων, πιάτων ή επιφανειών·

μείγμα που προορίζεται για εμποτισμό (πρόπλυση), έκπλυση ή λεύκανση υφασμάτων ή πιάτων·

μείγμα που προορίζεται να τροποποιεί την υφή των υφασμάτων σε διαδικασίες που είναι συμπληρωματικές της πλύσης των υφασμάτων·

2)«απορρυπαντικό πλυντηρίων ρούχων που προορίζεται για τον καταναλωτή»: απορρυπαντικό που διατίθεται στην αγορά προς χρήση από μη επαγγελματίες, μεταξύ άλλων στα πλυντήρια για το κοινό (αυτοεξυπηρέτηση)·

3)«απορρυπαντικό αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζεται για τον καταναλωτή»: απορρυπαντικό που διατίθεται στην αγορά προς χρήση σε αυτόματα πλυντήρια πιάτων από μη επαγγελματίες·

4)«απορρυπαντικό που περιέχει μικροοργανισμούς»: απορρυπαντικό στο οποίο έχει σκοπίμως προστεθεί ένας ή περισσότεροι μικροοργανισμοί, είτε υπό καθαρή μορφή είτε μέσω ενός εκ των συστατικών του απορρυπαντικού·

5)«απορρυπαντικό επαγγελματικής χρήσης»: απορρυπαντικό για καθαρισμό εκτός του οικιακού χώρου, ο οποίος εκτελείται από ειδικευμένο προσωπικό που χρησιμοποιεί ειδικά προϊόντα·

6)«καθαρισμός»: η διαδικασία με την οποία ανεπιθύμητη εναπόθεση αποσπάται από ένα υπόστρωμα ή από το εσωτερικό ενός υποστρώματος και φέρεται σε κατάσταση διαλύματος ή διασποράς·

7)«ουσία»: ουσία όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006·

8)«μείγμα»: μείγμα όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006·

9)«μικροοργανισμός»: μικροοργανισμός όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012·

10)«γενετικώς τροποποιημένοι μικροοργανισμοί»: μικροοργανισμοί των οποίων το γενετικό υλικό έχει τροποποιηθεί με χρήση γονιδιακής ή κυτταρικής τεχνολογίας ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο που δεν συμβαίνει φυσιολογικά με σύζευξη ή με φυσιολογικό ανασυνδυασμό·

11)«επιφανειοδραστική ουσία»: κάθε οργανική ουσία ή μείγμα που χρησιμοποιείται στα απορρυπαντικά, επενεργεί στην επιφανειακή τάση και αποτελείται από μία ή περισσότερες υδρόφιλες ομάδες και μία ή περισσότερες υδρόφοβες ομάδες που, λόγω της φύσης και του μεγέθους τους, της/του επιτρέπουν να επιτελεί όλες τις ακόλουθες δράσεις:

να μειώνει την επιφανειακή τάση του νερού κάτω από τα 45 mN/m·

να σχηματίζει εκτεινόμενες μονοστιβάδες ή μονοστιβάδες προσρόφησης στη διαχωριστική επιφάνεια νερού–αέρα·

να σχηματίζει γαλακτώματα και/ή μικρογαλακτώματα και/ή μικκύλια·

να προσροφάται στις διαχωριστικές επιφάνειες νερού–στερεών·

12)«τελική αερόβια βιοαποδόμηση»: το επίπεδο βιοαποδόμησης που επιτυγχάνεται όταν η ουσία ή το μείγμα έχει πλήρως αναλωθεί από μικροοργανισμούς παρουσία οξυγόνου με αποτέλεσμα τη διάσπασή της/του προς διοξείδιο του άνθρακα, νερό και ανόργανα άλατα οποιουδήποτε άλλου υπάρχοντος στοιχείου, όπως μετράται με τις μεθόδους δοκιμών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, και σε νέα μικροβιακά κυτταρικά συστατικά·

13)«διάθεση στην αγορά»: κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην αγορά της Ένωσης στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν·

14)«θέση σε κυκλοφορία στην αγορά»: η πρώτη διάθεση στην αγορά της Ένωσης·

15)«παρασκευαστής»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρασκευάζει το ίδιο ή που αναθέτει σε άλλους τον σχεδιασμό ή την παρασκευή ενός απορρυπαντικού ή μιας επιφανειοδραστικής ουσίας και θέτει το εν λόγω απορρυπαντικό ή την εν λόγω επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά υπό την επωνυμία ή το εμπορικό σήμα του·

16)«εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, εγκατεστημένο στην Ένωση, που έχει λάβει γραπτή εντολή από τον παρασκευαστή να ενεργεί εξ ονόματός του για την εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων·

17)«εισαγωγέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ένωση, το οποίο θέτει απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία τρίτης χώρας σε κυκλοφορία στην αγορά της Ένωσης·

18)«διανομέας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην αλυσίδα εφοδιασμού, διαφορετικό από τον παρασκευαστή ή τον εισαγωγέα, το οποίο διαθέτει απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία στην αγορά·

19)«οικονομικός φορέας»: ο παρασκευαστής, ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος, ο εισαγωγέας ή ο διανομέας·

20)«εποπτεία της αγοράς»: οι δραστηριότητες που διεξάγονται και τα μέτρα που λαμβάνονται από αρχές εποπτείας της αγοράς προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό·

21)«αρχή εποπτείας της αγοράς»: αρχή εποπτείας της αγοράς όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 4) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

22)«ανάκληση»: ανάκληση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 22) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

23)«απόσυρση»: απόσυρση όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 23) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

24)«σήμανση CE»: σήμανση με την οποία ο παρασκευαστής δηλώνει ότι το απορρυπαντικό συμμορφώνεται με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας εναρμόνισης που προβλέπει την τοποθέτηση της σήμανσης αυτής·

25)«διορθωτικό μέτρο»: μέτρο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020·

26)«θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία»: η διαδικασία που θεσπίζεται στο άρθρο 201 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013·

27)«φορέας δεδομένων»: σύμβολο μονοδιάστατου ραβδοκωδικού, δισδιάστατο σύμβολο ή άλλο μέσο αυτόματης εισαγωγής δεδομένων ταυτοποίησης που μπορεί να διαβαστεί από συσκευή·

28)«μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός προϊόντος»: μοναδική σειρά χαρακτήρων που καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση ενός προϊόντος και τη δημιουργία διαδικτυακού συνδέσμου προς το διαβατήριο προϊόντος·

29)«μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός φορέα»: μοναδική σειρά χαρακτήρων για την ταυτοποίηση των οικονομικών φορέων που συμμετέχουν στην αξιακή αλυσίδα των προϊόντων·

30)«τελωνειακές αρχές»: οι τελωνειακές αρχές, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013·

31)«σύστημα ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της ΕΕ για την ανταλλαγή πιστοποιητικών»: το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 44 ·

32)«ατομική συσκευασία»: συσκευασία με την οποία το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία διατίθενται στην αγορά, και η οποία προορίζεται να συνοδεύει το περιεχόμενο έως τον τόπο χρήσης·

33)«επαναπλήρωση»: η ενέργεια με την οποία συσκευασία του ίδιου του τελικού χρήστη γεμίζεται με το απορρυπαντικό από μεγάλο περιέκτη στο κατάστημα, είτε διά χειρός είτε μέσω αυτόματου ή ημιαυτόματου εξοπλισμού·

34)«παρτίδα»: καθορισμένη ποσότητα τελικών προϊόντων που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

παράγεται σε μία μοναδική διαδικασία παρασκευής ή σε μια σειρά διαδικασιών κατά τη διάρκεια του ίδιου κύκλου παρασκευής·

προορίζεται να έχει ομοιόμορφη σύνθεση όταν υποβάλλεται σε δοκιμή σύμφωνα με τις ίδιες μεθόδους δοκιμών· και

καθορίζεται σαφώς με αριθμό τύπου, αριθμό παρτίδας ή άλλο στοιχείο που επιτρέπει την ταυτοποίησή της·

35)«τελικός χρήστης»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που κατοικεί ή είναι εγκατεστημένο στην Ένωση και στο οποίο διατέθηκε απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία λόγω της ιδιότητάς του είτε ως καταναλωτή, εκτός οποιασδήποτε εμπορικής, επιχειρηματικής, βιοτεχνικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, είτε ως επαγγελματία τελικό χρήστη στο πλαίσιο των βιομηχανικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΠΡΟΪΟΝΤΑ

Άρθρο 3

Ελεύθερη κυκλοφορία

1.Η θέση απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών σε κυκλοφορία στην αγορά επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

2.Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, δεν περιορίζουν και δεν εμποδίζουν τη θέση σε κυκλοφορία στην αγορά απορρυπαντικών ή επιφανειοδραστικών ουσιών που συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 4

Βιοαποδομησιμότητα

1.Τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις βιοαποδομησιμότητας που ορίζονται στο παράρτημα Ι.

2.Η παράγραφος 1 δεν ισχύει όσον αφορά τα εξής:

α)επιφανειοδραστικές ουσίες που είναι δραστικές ουσίες κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012 και οι οποίες χρησιμοποιούνται ως απολυμαντικά όταν πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)οι επιφανειοδραστικές ουσίες περιλαμβάνονται στον ενωσιακό κατάλογο εγκεκριμένων δραστικών ουσιών, όπως ορίζεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012·

ii)οι επιφανειοδραστικές ουσίες περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα επανεξέτασης, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1062/2014 της Επιτροπής 45 ·

β)επιφανειοδραστικές ουσίες που είναι συστατικά βιοκτόνων, τα οποία έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 528/2012·

γ)επιφανειοδραστικές ουσίες που είναι συστατικά βιοκτόνων και οι οποίες μπορούν να διατίθενται στην αγορά ή να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012.

Άρθρο 5 
Απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς

Τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ.

Άρθρο 6

Περιορισμοί σχετικά με την περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα και άλλες φωσφορούχες ενώσεις

Τα απορρυπαντικά που παρατίθενται στο παράρτημα ΙΙΙ συμμορφώνονται με τους περιορισμούς σχετικά με την περιεκτικότητα σε φωσφορικά άλατα και άλλες φωσφορούχες ενώσεις που καθορίζονται στο εν λόγω παράρτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Άρθρο 7
Υποχρεώσεις των παρασκευαστών

1.Οι παρασκευαστές εξασφαλίζουν ότι, όταν θέτουν απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες σε κυκλοφορία στην αγορά, τα εν λόγω απορρυπαντικά ή οι εν λόγω επιφανειοδραστικές ουσίες έχουν σχεδιαστεί και παρασκευαστεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.Οι παρασκευαστές καταρτίζουν τον τεχνικό φάκελο που αναφέρεται στο παράρτημα IV και διενεργούν τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης που προβλέπεται στο εν λόγω παράρτημα.

Όταν η συμμόρφωση απορρυπαντικού ή επιφανειοδραστικής ουσίας με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις αποδεικνύεται με τη διαδικασία του πρώτου εδαφίου, οι παρασκευαστές:

α)δημιουργούν διαβατήριο προϊόντος σύμφωνα με το άρθρο 18·

β)εξασφαλίζουν ότι ο φορέας δεδομένων τυπώνεται ή τοποθετείται με άλλον τρόπο στην ετικέτα ή στη συσκευασία του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας ώστε να είναι ευδιάκριτος και ευανάγνωστος σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 3·

γ)κατά περίπτωση, επιθέτουν τη σήμανση CE σύμφωνα με το άρθρο 14·

δ)προτού θέσουν απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες σε κυκλοφορία στην αγορά, οι παρασκευαστές συμπεριλαμβάνουν τα στοιχεία αναφοράς του διαβατηρίου προϊόντος στο μητρώο που προβλέπει το άρθρο 20 παράγραφος 1.

3.Οι παρασκευαστές τηρούν τον τεχνικό φάκελο και το διαβατήριο προϊόντος για διάστημα 10 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε κυκλοφορία στην αγορά το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία που καλύπτεται από τον εν λόγω φάκελο ή το εν λόγω διαβατήριο προϊόντος.

4.Οι παρασκευαστές εξασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται διαδικασίες ώστε να διατηρείται η συμμόρφωση κατά την παραγωγή εν σειρά. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι αλλαγές στον σχεδιασμό ή στα χαρακτηριστικά του προϊόντος και οι αλλαγές των μεθόδων δοκιμής με βάση τα οποία δηλώνεται η συμμόρφωση προϊόντος.

Όταν κρίνεται σκόπιμο, όσον αφορά τις επιδόσεις ή τους κινδύνους ενός απορρυπαντικού ή μιας επιφανειοδραστικής ουσίας, οι παρασκευαστές διενεργούν δειγματοληπτικές δοκιμές σε τέτοια απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες, διερευνούν και, εφόσον απαιτείται, διατηρούν αρχείο με τις καταγγελίες, με τα μη συμμορφούμενα απορρυπαντικά ή τις μη συμμορφούμενες επιφανειοδραστικές ουσίες, και με τις ανακλήσεις τέτοιων απορρυπαντικών ή επιφανειοδραστικών ουσιών και ενημερώνουν τους διανομείς για κάθε τέτοια παρακολούθηση.

5.Οι παρασκευαστές που θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση αυτών με τις απαιτήσεις επισήμανσης που ορίζονται στα άρθρα 15, 16 και 17.

6.Οι παρασκευαστές που θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά απορρυπαντικά τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια ταξινόμησης ως επικίνδυνα κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 παρέχουν στους οριζόμενους από τα κράτη μέλη φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 45 του εν λόγω κανονισμού το δελτίο στοιχείων συστατικών που αναφέρεται στο σημείο 2.2 στοιχείο ε) του παραρτήματος IV.

Οι παρασκευαστές παρέχουν το δελτίο στοιχείων συστατικών στους οριζόμενους από τα κράτη μέλη φορείς που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) κατόπιν αιτήματος των φορέων που έχουν οριστεί από τα κράτη μέλη·

β) όταν το απορρυπαντικό για το οποίο έχει ήδη ζητηθεί δελτίο στοιχείων δεν αντιστοιχεί πλέον στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο εν λόγω δελτίο στοιχείων.

Ο οριζόμενος φορέας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και το ιατρικό προσωπικό στο οποίο έχουν παρασχεθεί οι πληροφορίες που περιέχονται στο δελτίο στοιχείων διαφυλάττουν τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τους και τις χρησιμοποιούν αποκλειστικά για ιατρικούς σκοπούς.

7.Οι παρασκευαστές που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχουν θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό λαμβάνουν αμέσως τα διορθωτικά μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση του εν λόγω απορρυπαντικού ή της εν λόγω επιφανειοδραστικής ουσίας, για να το/την αποσύρουν ή για να το/την ανακαλέσουν, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σε περίπτωση που οι παρασκευαστές θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχουν θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά συνιστά κίνδυνο για την υγεία ή για το περιβάλλον, ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με το θέμα αυτό τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχουν διαθέσει το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία και παρέχουν λεπτομέρειες, ιδίως για τυχόν μη συμμόρφωση και τυχόν διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

8.Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματός της, οι παρασκευαστές παρέχουν στην αρμόδια εθνική αρχή, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τον παρόντα κανονισμό, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή. Συνεργάζονται με την εν λόγω αρχή, κατόπιν αιτήματός της, όσον αφορά τα μέτρα που τυχόν λαμβάνονται για την εξάλειψη των κινδύνων που ενέχει το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία που έχουν θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά.

Άρθρο 8

Εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος

1.Οι παρασκευαστές μπορούν να ορίζουν, με γραπτή εντολή, εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο.

2.Σε περίπτωση που ο παρασκευαστής δεν είναι εγκατεστημένος στην Ένωση, το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά της Ένωσης μόνο εάν ο παρασκευαστής ορίσει, με γραπτή εντολή, εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο.

3.Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ασκεί τα καθήκοντα που προσδιορίζονται στην εντολή την οποία έλαβε από τον παρασκευαστή. Ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος υποβάλλει αντίγραφο της εντολής στην αρμόδια αρχή, εφόσον του ζητηθεί.

Η εντολή επιτρέπει στον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο να πράξει τουλάχιστον τα εξής:

α)να επαληθεύει ότι το διαβατήριο προϊόντος έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α), ότι ο τεχνικός φάκελος έχει καταρτιστεί και ότι ο παρασκευαστής έχει διενεργήσει τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2·

β)να θέτει το διαβατήριο προϊόντος και τον τεχνικό φάκελο στη διάθεση των εθνικών αρχών εποπτείας της αγοράς για διάστημα 10 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε κυκλοφορία στην αγορά το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία που καλύπτεται από τα εν λόγω έγγραφα·

γ)να παρέχει στην αρμόδια εθνική αρχή, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματός της, όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχτεί η συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

δ)να συνεργάζεται με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατόπιν αιτήματός τους, όσον αφορά τα μέτρα που τυχόν λαμβάνονται για την εξάλειψη των κινδύνων που ενέχει το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία που καλύπτει η εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου·

ε)να τερματίζει την εντολή, εάν ο παρασκευαστής δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

4.Οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 και η υποχρέωση κατάρτισης του τεχνικού φακέλου που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 δεν περιλαμβάνονται στην εντολή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου.

Άρθρο 9

Υποχρεώσεις των εισαγωγέων

1.Οι εισαγωγείς θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά μόνο συμμορφούμενα απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες.

2.Προτού θέσουν ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά, οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν τα ακόλουθα:

α)ο παρασκευαστής έχει διενεργήσει τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης και έχει καταρτίσει τον τεχνικό φάκελο που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2·

β)το απορρυπαντικό φέρει τη σήμανση CE που αναφέρεται στο άρθρο 14·

γ)ο παρασκευαστής έχει δημιουργήσει το διαβατήριο προϊόντος που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2·

δ)οι κατάλληλες πληροφορίες από το διαβατήριο προϊόντος έχουν συμπεριληφθεί στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1.

3.Όταν ο εισαγωγέας θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, τότε δεν θέτει το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά έως ότου εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή του/της. Επιπλέον, σε περίπτωση που το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία ενέχει κίνδυνο για την υγεία ή για το περιβάλλον, ο εισαγωγέας ενημερώνει σχετικά τον παρασκευαστή και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

4.Οι εισαγωγείς αναγράφουν στην ετικέτα του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα τους, και την ταχυδρομική και την ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας τους. Τα στοιχεία επικοινωνίας διατυπώνονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

5.Οι εισαγωγείς εξασφαλίζουν ότι τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που θέτουν σε κυκλοφορία στην αγορά συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις επισήμανσης των άρθρων 15, 16 και 17.

6.Οι εισαγωγείς μεριμνούν ώστε, ενόσω είναι υπεύθυνοι για κάποιο απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς του/της να μη θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του/της με τον παρόντα κανονισμό.

7.Όταν κρίνεται σκόπιμο, όσον αφορά τις επιδόσεις ή τους κινδύνους ενός απορρυπαντικού ή μιας επιφανειοδραστικής ουσίας, οι εισαγωγείς διενεργούν δειγματοληπτικές δοκιμές σε τέτοια απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες, διερευνούν τις σχετικές καταγγελίες και, εάν απαιτείται, διατηρούν αρχείο με τις καταγγελίες, με τα μη συμμορφούμενα απορρυπαντικά και τις μη συμμορφούμενες επιφανειοδραστικές ουσίες, και με τις ανακλήσεις τέτοιων απορρυπαντικών ή επιφανειοδραστικών ουσιών και ενημερώνουν τους διανομείς για κάθε τέτοια παρακολούθηση.

8.Οι εισαγωγείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχουν θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό λαμβάνουν αμέσως τα διορθωτικά μέτρα που είναι αναγκαία για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση του εν λόγω απορρυπαντικού ή της εν λόγω επιφανειοδραστικής ουσίας, για να το/την αποσύρουν ή για να το/την ανακαλέσουν, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σε περίπτωση που οι εισαγωγείς θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχουν θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά συνιστά κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον, ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με το θέμα αυτό τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχουν διαθέσει το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία και παρέχουν λεπτομέρειες, ιδίως για τυχόν μη συμμόρφωση και τυχόν διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

9.Οι εισαγωγείς θέτουν τα στοιχεία αναφοράς του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού προϊόντος στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς για περίοδο 10 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία τέθηκε σε κυκλοφορία στην αγορά και διασφαλίζουν ότι ο τεχνικός φάκελος μπορεί να τεθεί στη διάθεση των εν λόγω αρχών, κατόπιν αιτήματος.

10.Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματός της, οι εισαγωγείς παρέχουν στην αρμόδια εθνική αρχή, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τον παρόντα κανονισμό, σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από την εν λόγω αρχή. Συνεργάζονται με την εν λόγω αρχή, κατόπιν αιτήματός της, όσον αφορά τα μέτρα που τυχόν λαμβάνονται για την εξάλειψη των κινδύνων που ενέχει το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία που έχουν θέσει σε κυκλοφορία στην αγορά.

Άρθρο 10

Υποχρεώσεις των διανομέων

1.Όταν οι διανομείς διαθέτουν ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία στην αγορά, ενεργούν με τη δέουσα προσοχή σε σχέση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.Προτού διαθέσουν ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία στην αγορά, οι διανομείς εξακριβώνουν ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία συνοδεύεται από τα απαιτούμενα έγγραφα και από ετικέτα που πληροί τις απαιτήσεις των άρθρων 15, 16 και 17·

β)το απορρυπαντικό φέρει τη σήμανση CE που αναφέρεται στο άρθρο 14·

γ)ο παρασκευαστής έχει τηρήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 7 παράγραφοι 2 και 3 ή, κατά περίπτωση, ο εισαγωγέας έχει τηρήσει τις απαιτήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 2.

3.Όταν ο διανομέας θεωρεί ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, τότε δεν διαθέτει το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία στην αγορά έως ότου εξασφαλιστεί η συμμόρφωσή του/της. Επιπλέον, σε περίπτωση που το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία ενέχει κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον, ο διανομέας ενημερώνει σχετικά τον παρασκευαστή και, κατά περίπτωση, τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο ή τον εισαγωγέα, καθώς και τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

4.Οι διανομείς μεριμνούν ώστε, ενόσω είναι υπεύθυνοι για κάποιο απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία, οι συνθήκες αποθήκευσης ή μεταφοράς του/της να μη θέτουν σε κίνδυνο τη συμμόρφωσή του/της με τον παρόντα κανονισμό.

5.Οι διανομείς που θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχουν διαθέσει στην αγορά δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό διασφαλίζουν τη λήψη των διορθωτικών μέτρων που απαιτούνται για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση του εν λόγω απορρυπαντικού ή της εν λόγω επιφανειοδραστικής ουσίας, για να το/την αποσύρουν ή για να το/την ανακαλέσουν, κατά περίπτωση. Επιπλέον, σε περίπτωση που οι διανομείς θεωρούν ή έχουν λόγο να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία που έχουν διαθέσει στην αγορά συνιστά κίνδυνο για την υγεία ή για το περιβάλλον, ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με το θέμα αυτό τις αρμόδιες εθνικές αρχές των κρατών μελών στην αγορά των οποίων έχουν διαθέσει το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία και παρέχουν λεπτομέρειες, ιδίως για τυχόν μη συμμόρφωση και τυχόν διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

6.Κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματός της, οι διανομείς παρέχουν στην αρμόδια εθνική αρχή, σε έντυπη ή σε ηλεκτρονική μορφή, όλες τις πληροφορίες και την τεκμηρίωση που απαιτούνται για να αποδειχθεί η συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τον παρόντα κανονισμό. Συνεργάζονται με την εν λόγω αρχή, κατόπιν αιτήματός της, όσον αφορά τα μέτρα που τυχόν λαμβάνονται για την εξάλειψη των κινδύνων από απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες που έχουν διαθέσει στην αγορά.

Άρθρο 11

Περιπτώσεις στις οποίες οι υποχρεώσεις των παρασκευαστών εφαρμόζονται στους εισαγωγείς και στους διανομείς

Ένας εισαγωγέας ή διανομέας θεωρείται παρασκευαστής για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και υπόκειται στις υποχρεώσεις που προβλέπονται για τον παρασκευαστή σύμφωνα με το άρθρο 7 όταν θέτει απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά υπό τη δική του επωνυμία ή το δικό του εμπορικό σήμα ή όταν τροποποιεί απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία που έχει τεθεί ήδη σε κυκλοφορία στην αγορά κατά τρόπο που μπορεί να επηρεάσει τη συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 12

Συσκευασία και ανασυσκευασία από εισαγωγείς και διανομείς

Όταν ένας εισαγωγέας ή διανομέας συσκευάζει ή ανασυσκευάζει απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία και δεν υπόκειται στις υποχρεώσεις του παρασκευαστή σύμφωνα με το άρθρο 11, ο εν λόγω εισαγωγέας ή διανομέας, κατά περίπτωση, έχει τις ακόλουθες υποχρεώσεις:

α)να διασφαλίζει ότι η συσκευασία φέρει το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του, καθώς και την ταχυδρομική διεύθυνση επικοινωνίας του, μετά την ένδειξη «συσκευάστηκε από» ή «ανασυσκευάστηκε από»·

β)να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με τα άρθρα 14 έως 17·

γ)να θέτει τα στοιχεία αναφοράς του μοναδικού αναγνωριστικού κωδικού προϊόντος στη διάθεση των αρχών εποπτείας της αγοράς για 10 έτη από την ημερομηνία κατά την οποία το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία διατέθηκε στην αγορά.

Άρθρο 13

Ταυτοποίηση των οικονομικών φορέων

1.Κατόπιν αιτήματος, οι οικονομικοί φορείς δηλώνουν στις αρχές εποπτείας της αγοράς τα ακόλουθα:

α)κάθε οικονομικό φορέα ο οποίος τους έχει προμηθεύσει απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία·

β)κάθε οικονομικό φορέα στον οποίο έχουν προμηθεύσει απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία.

2.Οι οικονομικοί φορείς είναι σε θέση να παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επί 10 έτη από τότε που προμηθεύτηκαν το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία και επί 10 έτη από τότε που προμήθευσαν το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΣΗΜΑΝΣΗ CE ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

Άρθρο 14

Κανόνες και όροι για την τοποθέτηση της σήμανσης CE

1.Η σήμανση CE υπόκειται στις γενικές αρχές του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

2.Η σήμανση CE τοποθετείται κατά τρόπο ευδιάκριτο, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο προτού ένα απορρυπαντικό τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά.

Η σήμανση CE τοποθετείται είτε στην ετικέτα είτε στη συσκευασία του απορρυπαντικού ή, όταν το απορρυπαντικό διατίθεται χύδην, στο έγγραφο που συνοδεύει το απορρυπαντικό.

Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να παρέχουν μόνο ψηφιακή ετικέτα, η σήμανση CE αναγράφεται στην ψηφιακή ετικέτα.

3.Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν ως βάση τους υφιστάμενους μηχανισμούς για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής του καθεστώτος που διέπει τη σήμανση CE και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα σε περίπτωση αθέμιτης χρήσης της εν λόγω σήμανσης.

Άρθρο 15

Γενικές απαιτήσεις επισήμανσης

1.Τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που διατίθενται στην αγορά σε ατομική συσκευασία ή ως προϊόντα επαναπλήρωσης συνοδεύονται από ετικέτα.

2.Ο οικονομικός φορέας που διαθέτει ένα απορρυπαντικό στην αγορά απευθείας σε τελικό χρήστη ως προϊόν επαναπλήρωσης παρέχει τη φυσική ετικέτα ή τον φορέα δεδομένων μέσω του οποίου είναι προσβάσιμη η ψηφιακή ετικέτα στον τελικό χρήστη.

3.Η ετικέτα των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)αριθμό τύπου, αριθμό παρτίδας ή άλλο στοιχείο που επιτρέπει την ταυτοποίησή τους·

β)το όνομα, την καταχωρισμένη εμπορική επωνυμία ή το καταχωρισμένο εμπορικό σήμα του παρασκευαστή, και την ταχυδρομική και την ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας του. Η ταχυδρομική διεύθυνση υποδεικνύει ένα μοναδικό σημείο επικοινωνίας με τον παρασκευαστή·

γ)την ονομασία και την εμπορική ονομασία του προϊόντος·

δ)τη σύνθεση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας σύμφωνα με το μέρος Α του παραρτήματος V·

ε)οδηγίες χρήσης και ειδικές προφυλάξεις, εφόσον είναι αναγκαίο και σκόπιμο.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου αναγράφονται σε όλα τα έγγραφα που συνοδεύουν απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες τα οποία / οι οποίες μεταφέρονται χύδην.

4.Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι ετικέτες απορρυπαντικών πλυντηρίων ρούχων και αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή περιέχουν πληροφορίες δοσολογίας σύμφωνα με το μέρος Β του παραρτήματος V.

5.Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 διατυπώνονται σε γλώσσα εύκολα κατανοητή από τους τελικούς χρήστες, όπως αυτό αποφασίζεται από το οικείο κράτος μέλος, και είναι σαφείς, κατανοητές και εύληπτες. Η ετικέτα είναι προσβάσιμη για σκοπούς επιθεώρησης όταν το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία διατίθεται στην αγορά.

Άρθρο 16

Μορφές επισήμανσης

1.Όταν απορρυπαντικά ή επιφανειοδραστικές ουσίες διατίθενται στην αγορά, συνοδεύονται από τα στοιχεία επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 15 παράγραφος 4, με την ακόλουθη μορφή:

α)σε φυσική ετικέτα·

β)σε ψηφιακή ετικέτα και σε αντίγραφο σε φυσική ετικέτα.

Κατά παρέκκλιση από το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, τα στοιχεία επισήμανσης που ορίζονται στο μέρος Γ του παραρτήματος V δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνονται στη φυσική ετικέτα. Επιπλέον, όταν στην ψηφιακή ετικέτα παρέχονται πληροφορίες δοσολογίας για απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων που προορίζονται για τον καταναλωτή σύμφωνα με το παράρτημα V μέρος Β σημεία 1 και 2, επιτρέπεται να παρέχεται απλουστευμένος πίνακας δοσολογίας στη φυσική ετικέτα, όπως ορίζεται στο παράρτημα V μέρος Δ.

2.Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν απορρυπαντικά διατίθενται στην αγορά απευθείας σε τελικό χρήστη ως προϊόντα επαναπλήρωσης, τα στοιχεία επισήμανσης που ορίζονται στο άρθρο 15 παράγραφοι 3 και 4 μπορούν να παρέχονται μόνο σε ψηφιακή ετικέτα, με εξαίρεση τις πληροφορίες δοσολογίας για τα απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων που προορίζονται για τον καταναλωτή, όπως ορίζεται στο παράρτημα V μέρος Β σημεία 1 και 2, οι οποίες πρέπει να παρέχονται και σε φυσική ετικέτα.

Άρθρο 17

Απαιτήσεις για την ψηφιακή επισήμανση

1.Όταν απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες φέρουν ψηφιακή ετικέτα σύμφωνα με το άρθρο 16, αυτή υπόκειται στους ακόλουθους κανόνες:

α)όλα τα στοιχεία επισήμανσης που αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 15 παράγραφος 4 παρέχονται σε μία θέση και χωριστά από άλλες πληροφορίες·

β)οι πληροφορίες στην ψηφιακή ετικέτα παρέχουν δυνατότητα αναζήτησης·

γ)οι πληροφορίες στην ψηφιακή ετικέτα είναι προσβάσιμες σε όλους τους χρήστες στην Ένωση·

δ)η ψηφιακή ετικέτα είναι προσβάσιμη δωρεάν, χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί εγγραφή, τηλεφόρτωση ή εγκατάσταση εφαρμογών ή παροχή κωδικού πρόσβασης·

ε)οι πληροφορίες στην ψηφιακή ετικέτα παρουσιάζονται κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ευάλωτων ομάδων και υποστηρίζει, κατά περίπτωση, τις αναγκαίες προσαρμογές για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των εν λόγω ομάδων στις πληροφορίες·

στ)η ψηφιακή ετικέτα είναι προσβάσιμη μέσω ψηφιακών τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται ευρέως και είναι συμβατή με όλα τα σημαντικά λειτουργικά συστήματα και προγράμματα περιήγησης·

ζ)όταν η ψηφιακή ετικέτα είναι διαθέσιμη σε περισσότερες από μία γλώσσες, η επιλογή της γλώσσας δεν εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση του τελικού χρήστη·

η)η ψηφιακή ετικέτα παραμένει διαθέσιμη για περίοδο 10 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία τέθηκε σε κυκλοφορία στην αγορά, ακόμα και σε περίπτωση αφερεγγυότητας, εκκαθάρισης ή παύσης της δραστηριότητας του οικονομικού φορέα που τη δημιούργησε στην Ένωση, ή για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, όπως απαιτείται δυνάμει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας η οποία καλύπτει τις πληροφορίες που περιέχει·

θ)οι πληροφορίες στην ψηφιακή ετικέτα είναι προσβάσιμες μέσω του φορέα δεδομένων.

2.Ο φορέας δεδομένων βρίσκεται επί του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας, στη συσκευασία τους ή στο υλικό τεκμηρίωσης που τα συνοδεύει.

Εκτός από την απαίτηση του πρώτου εδαφίου, όταν απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες διατίθενται στην αγορά ως προϊόντα επαναπλήρωσης, ο φορέας δεδομένων υπάρχει στον σταθμό επαναπλήρωσης.

Ο φορέας δεδομένων είναι εμφανώς ορατός από τον τελικό χρήστη πριν από οποιαδήποτε αγορά, καθώς και από τις αρχές εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των περιπτώσεων στις οποίες το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία διατίθεται μέσω πώλησης εξ αποστάσεως.

3.Όταν οι οικονομικοί φορείς παρέχουν ψηφιακή ετικέτα, ο φορέας δεδομένων συνοδεύεται από τη δήλωση «Αναλυτικότερες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν διατίθενται στο διαδίκτυο» ή από παρόμοια δήλωση.

4.Οι οικονομικοί φορείς που παρέχουν ψηφιακή ετικέτα δεν παρακολουθούν, δεν αναλύουν και δεν χρησιμοποιούν τις πληροφορίες χρήσης για σκοπούς άλλους από εκείνους που είναι απολύτως αναγκαίοι για την παροχή των πληροφοριών σχετικά με την ψηφιακή ετικέτα στο διαδίκτυο.

5.Οι οικονομικοί φορείς που παρέχουν ψηφιακή ετικέτα παρέχουν με άλλα μέσα τις πληροφορίες που περιέχονται στην ψηφιακή ετικέτα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)κατόπιν προφορικού ή γραπτού αιτήματος του τελικού χρήστη·

β)όταν η ψηφιακή ετικέτα δεν είναι προσωρινά διαθέσιμη, μεταξύ άλλων και κατά τον χρόνο της αγοράς.

Οι οικονομικοί φορείς παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο δωρεάν και ανεξάρτητα από την αγορά απορρυπαντικού ή επιφανειοδραστικής ουσίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Άρθρο 18

Διαβατήριο προϊόντος

1.Προτού θέσουν απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά, οι παρασκευαστές δημιουργούν διαβατήριο προϊόντος για τα εν λόγω προϊόντα. Το διαβατήριο προϊόντος πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 19.

2.Το διαβατήριο προϊόντος πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)αντιστοιχεί σε συγκεκριμένη παρτίδα του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας·

β)δηλώνει ότι έχει αποδειχθεί η συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, αναφέρει τις μεθόδους δοκιμής που χρησιμοποιήθηκαν·

γ)περιέχει τουλάχιστον τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα VI·

δ)είναι επικαιροποιημένο·

ε)διατίθεται στη γλώσσα ή στις γλώσσες που απαιτεί το κράτος μέλος στην αγορά του οποίου τίθεται σε κυκλοφορία ή διατίθεται το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία·

στ)είναι προσβάσιμο στους τελικούς χρήστες, στις αρχές εποπτείας της αγοράς, στις τελωνειακές αρχές, στην Επιτροπή και σε άλλους οικονομικούς φορείς·

ζ)είναι διαθέσιμο για περίοδο 10 ετών από την ημερομηνία κατά την οποία το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία τέθηκε σε κυκλοφορία στην αγορά, ακόμα και σε περίπτωση αφερεγγυότητας, εκκαθάρισης ή παύσης της δραστηριότητας του οικονομικού φορέα που το δημιούργησε στην Ένωση·

η)είναι προσβάσιμο μέσω φορέα δεδομένων·

θ)πληροί τις ειδικές και τεχνικές απαιτήσεις που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 8.

3.Ο φορέας δεδομένων βρίσκεται επί του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας, στη συσκευασία τους ή στο υλικό τεκμηρίωσης που τα συνοδεύει, σύμφωνα με την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 8.

Εκτός από την απαίτηση του πρώτου εδαφίου, όταν απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες διατίθενται στην αγορά ως προϊόντα επαναπλήρωσης, ο φορέας δεδομένων υπάρχει στον σταθμό επαναπλήρωσης.

Ο φορέας δεδομένων είναι εμφανώς ορατός από τον τελικό χρήστη πριν από οποιαδήποτε αγορά, καθώς και από τις αρχές εποπτείας της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των περιπτώσεων στις οποίες το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία διατίθεται μέσω πώλησης εξ αποστάσεως.

4.Όταν οι οικονομικοί φορείς παρέχουν ψηφιακή ετικέτα, χρησιμοποιείται ενιαίος φορέας δεδομένων για την πρόσβαση στο διαβατήριο προϊόντος και στην ψηφιακή ετικέτα.

5.Εάν, δυνάμει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας, απαιτείται η διάθεση πληροφοριών σχετικά με το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία μέσω φορέα δεδομένων, χρησιμοποιείται ενιαίος φορέας δεδομένων για την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και της άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.

6.Εάν, δυνάμει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας που εφαρμόζεται στα απορρυπαντικά και στις επιφανειοδραστικές ουσίες, απαιτείται διαβατήριο προϊόντος, δημιουργείται ενιαίο διαβατήριο προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες, το οποίο περιέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο 2 και κάθε άλλη πληροφορία που απαιτείται για το διαβατήριο προϊόντος από την εν λόγω άλλη ενωσιακή νομοθεσία.

7.Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6, οι οικονομικοί φορείς μπορούν να καθιστούν δυνατή την πρόσβαση σε άλλες πληροφορίες μέσω του φορέα δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 6. Σε αυτήν την περίπτωση, οι εν λόγω πληροφορίες διαχωρίζονται σαφώς από τις πληροφορίες που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και, κατά περίπτωση, δυνάμει άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.

8.Με τη δημιουργία του διαβατηρίου προϊόντος, ο παρασκευαστής αναλαμβάνει την ευθύνη για τη συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τον παρόντα κανονισμό.

9.Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη για τον καθορισμό των ειδικών και τεχνικών απαιτήσεων που αφορούν το διαβατήριο προϊόντος για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες. Οι εν λόγω απαιτήσεις ορίζουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)τα είδη φορέων δεδομένων που πρέπει να χρησιμοποιούνται·

β)τη διάταξη με την οποία παρουσιάζεται ο φορέας δεδομένων και τη θέση του·

γ)τα τεχνικά στοιχεία του διαβατηρίου για τα οποία χρησιμοποιούνται καθορισμένα ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα·

δ)τους φορείς που μπορούν να εισάγουν ή να επικαιροποιούν τις πληροφορίες στο διαβατήριο προϊόντος (συμπεριλαμβανομένης, όπου απαιτείται, της δημιουργίας νέου διαβατηρίου προϊόντος), συμπεριλαμβανομένων των παρασκευαστών, των αρμόδιων εθνικών αρχών και της Επιτροπής ή οποιουδήποτε οργανισμού που ενεργεί για λογαριασμό τους, καθώς και τα είδη των πληροφοριών που αυτοί μπορούν να εισάγουν ή να επικαιροποιούν.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 28 παράγραφος 2.

Άρθρο 19

Τεχνικός σχεδιασμός και λειτουργία του διαβατηρίου προϊόντος

Ο τεχνικός σχεδιασμός και η λειτουργία του διαβατηρίου προϊόντος συμμορφώνονται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)τα διαβατήρια προϊόντων που δημιουργούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού είναι πλήρως διαλειτουργικά με τα διαβατήρια προϊόντων που απαιτούνται από άλλη ενωσιακή νομοθεσία ως προς τις τεχνικές, σημασιολογικές και οργανωτικές πτυχές της διατερματικής επικοινωνίας και μεταφοράς δεδομένων·

β)όλες οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος βασίζονται σε ανοικτά πρότυπα που αναπτύσσονται σε διαλειτουργικό μορφότυπο και είναι μηχαναγνώσιμες, δομημένες και με δυνατότητα αναζήτησης·

γ)οι τελικοί χρήστες και οι οικονομικοί και άλλοι σχετικοί φορείς έχουν δωρεάν πρόσβαση στο διαβατήριο προϊόντος·

δ)τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος αποθηκεύονται από τον οικονομικό φορέα που είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία του ή από φορείς εξουσιοδοτημένους να ενεργούν για λογαριασμό του·

ε)εάν τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος αποθηκεύονται ή υποβάλλονται με άλλον τρόπο σε επεξεργασία από φορείς εξουσιοδοτημένους να ενεργούν για λογαριασμό των οικονομικών φορέων που θέτουν το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά, οι εν λόγω φορείς δεν επιτρέπεται να προβαίνουν σε πώληση, περαιτέρω χρήση ή επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων, εν όλω ή εν μέρει, πέραν του αναγκαίου για την παροχή των σχετικών υπηρεσιών αποθήκευσης ή επεξεργασίας·

στ)οι οικονομικοί φορείς δεν μπορούν να παρακολουθούν, να αναλύουν ή να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες χρήσης για σκοπούς άλλους από εκείνους που είναι απολύτως αναγκαίοι για την παροχή των πληροφοριών σχετικά με το διαβατήριο προϊόντος στο διαδίκτυο.

Άρθρο 20

Μητρώο διαβατηρίων προϊόντος

1.Προτού θέσουν απορρυπαντικό ή επιφανειοδραστική ουσία σε κυκλοφορία στην αγορά, οι οικονομικοί φορείς αναφορτώνουν, στο μητρώο που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα, τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος και τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό φορέα για το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία.

2.Η Επιτροπή, οι αρχές εποπτείας της αγοράς και οι τελωνειακές αρχές έχουν πρόσβαση στο μητρώο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 21

Τελωνειακοί έλεγχοι που αφορούν το διαβατήριο προϊόντος

1.Τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που εισέρχονται στην αγορά της Ένωσης υπόκεινται σε επαληθεύσεις και άλλα μέτρα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2.Οι διασαφιστές, όπως ορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 15) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013, συμπεριλαμβάνουν τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος στην τελωνειακή διασάφηση για τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία κάθε απορρυπαντικού ή επιφανειοδραστικής ουσίας.

3.Οι τελωνειακές αρχές επαληθεύουν αν ο μοναδικός αναγνωριστικός κωδικός προϊόντος που αναφέρεται από τον διασαφιστή σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου αντιστοιχεί σε μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος που περιλαμβάνεται στο μητρώο σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφος 1.

4.Εκτός από την επαλήθευση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, οι τελωνειακές αρχές επαληθεύουν τη συμφωνία των πληροφοριών που τίθενται στη διάθεση των τελωνείων από τους διασαφιστές, με άλλες πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 και παρατίθενται στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 3.

5.Οι επαληθεύσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 πραγματοποιούνται ηλεκτρονικά και αυτόματα πριν από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία.

6.Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 έως 5 χρησιμοποιείται η διασύνδεση μεταξύ του μητρώου που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 και του συστήματος ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της ΕΕ για την ανταλλαγή πιστοποιητικών που αναφέρεται στο [άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα].

7.Οι παράγραφοι 3, 4 και 5 εφαρμόζονται από την ημέρα κατά την οποία τίθεται σε λειτουργία η διασύνδεση μεταξύ του μητρώου και του συστήματος ενιαίας τελωνειακής θυρίδας της ΕΕ για την ανταλλαγή πιστοποιητικών που αναφέρεται στο [άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) .../... για τον οικολογικό σχεδιασμό όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα].

Η Επιτροπή δημοσιεύει σχετική ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αναφέροντας την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας της διασύνδεσης.

8.Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ανακτούν και να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο διαβατήριο προϊόντος και στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1, για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων τους σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης κινδύνων σύμφωνα με τα άρθρα 46 και 47 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013.

9.Οι επαληθεύσεις και τα άλλα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο διενεργούνται με βάση έναν κατάλογο των κωδικών συνδυασμένης ονοματολογίας, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, στους οποίους ταξινομούνται τα απορρυπαντικά και οι επιφανειοδραστικές ουσίες, καθώς και τις περιγραφές προϊόντων των εν λόγω απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών.

10.Οι επαληθεύσεις και τα μέτρα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο δεν επηρεάζουν την εφαρμογή άλλων ενωσιακών νομοθετικών πράξεων που διέπουν τη θέση των προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων των άρθρων 46, 47 και 134 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013, καθώς και των ελέγχων που αναφέρονται στο κεφάλαιο VII του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ

Άρθρο 22
Διαδικασία σε εθνικό επίπεδο για τον χειρισμό απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών που ενέχουν κίνδυνο

1.Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία ενέχει κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον, διενεργούν αξιολόγηση για το συγκεκριμένο απορρυπαντικό ή τη συγκεκριμένη επιφανειοδραστική ουσία, η οποία καλύπτει όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Για τον σκοπό αυτόν, οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται όπως απαιτείται με τις αρχές εποπτείας της αγοράς.

2.Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενός κράτους μέλους έχουν επαρκείς λόγους να πιστεύουν ότι από δοκιμή που διενεργήθηκε σύμφωνα με τις μεθόδους που παρατίθενται στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα ΙΙ έχουν προκύψει εσφαλμένα αποτελέσματα, διενεργούν ελέγχους για να εξακριβώσουν τη συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας με τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τις μεθόδους αναφοράς που καθορίζονται στα παραρτήματα I, II και VII. Οι οικονομικοί φορείς δεν υποχρεούνται να καταβάλλουν το κόστος οποιασδήποτε επαναληπτικής ή συμπληρωματικής δοκιμής, υπό τον όρο ότι η αρχική δοκιμή είχε δείξει συμμόρφωση των απορρυπαντικών ή των επιφανειοδραστικών ουσιών προς τον παρόντα κανονισμό.

3.Εάν, κατά τους ελέγχους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 2, οι αρχές εποπτείας της αγοράς διαπιστώσουν ότι το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία δεν συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, ζητούν αμελλητί από τους οικείους οικονομικούς φορείς να λάβουν όλα τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας προς τις εν λόγω απαιτήσεις, να το/την αποσύρουν από την αγορά ή να το/την ανακαλέσουν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ανάλογα προς τη φύση του κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

4.Εάν οι αρχές εποπτείας της αγοράς θεωρούν ότι η μη συμμόρφωση δεν περιορίζεται στην εθνική τους επικράτεια, ενημερώνουν την Επιτροπή και τις αρχές εποπτείας της αγοράς των άλλων κρατών μελών για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και τα μέτρα που ζήτησαν να λάβει ο οικονομικός φορέας.

5.Ο οικονομικός φορέας μεριμνά ώστε να ληφθούν όλα τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα για όλα τα σχετικά απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες που έχει διαθέσει στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση.

6.Εάν ο οικείος οικονομικός φορέας δεν λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα εντός του χρονικού διαστήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 3, οι αρχές εποπτείας της αγοράς λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα προσωρινά μέτρα για να απαγορεύσουν ή να περιορίσουν τη διάθεση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας στην εθνική τους αγορά, να αποσύρουν το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία από την αγορά ή να το/την ανακαλέσουν.

Οι αρχές εποπτείας της αγοράς ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τις αρχές εποπτείας της αγοράς των άλλων κρατών μελών σχετικά με τα εν λόγω μέτρα.

Στις πληροφορίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο περιλαμβάνονται όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ιδίως τα στοιχεία που απαιτούνται για την ταυτοποίηση του μη συμμορφούμενου απορρυπαντικού ή της μη συμμορφούμενης επιφανειοδραστικής ουσίας, την προέλευση του εν λόγω απορρυπαντικού ή της εν λόγω επιφανειοδραστικής ουσίας, τη φύση της εικαζόμενης μη συμμόρφωσης και του σχετικού κινδύνου, τη φύση και τη διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν, και τα επιχειρήματα που προβάλλει ο οικείος οικονομικός φορέας.

7.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς των κρατών μελών πλην του κράτους μέλους που κίνησε τη διαδικασία δυνάμει του παρόντος άρθρου ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τις αρχές εποπτείας της αγοράς των άλλων κρατών μελών σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν και τυχόν άλλες πρόσθετες πληροφορίες που διαθέτουν όσον αφορά τη μη συμμόρφωση του εν λόγω απορρυπαντικού ή της εν λόγω επιφανειοδραστικής ουσίας και, σε περίπτωση διαφωνίας με θεσπισμένο εθνικό μέτρο, σχετικά με τυχόν ενστάσεις τους.

8.Εάν, εντός τριών μηνών από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 6 δεύτερο εδάφιο, δεν διατυπωθεί ένσταση ούτε από αρχή εποπτείας της αγοράς ούτε από την Επιτροπή σε σχέση με προσωρινό μέτρο που έχει λάβει κράτος μέλος, το μέτρο θεωρείται δικαιολογημένο.

9.Οι αρχές εποπτείας της αγοράς εξασφαλίζουν ότι λαμβάνονται αμελλητί τα κατάλληλα περιοριστικά μέτρα όσον αφορά το συγκεκριμένο απορρυπαντικό ή τη συγκεκριμένη επιφανειοδραστική ουσία, όπως η απόσυρση του/της από την αγορά.

10.Εάν, για τους σκοπούς των παραγράφων 4, 6, 7 και 8, κοινοποιούνται πληροφορίες στην Επιτροπή ή σε άλλες αρχές εποπτείας της αγοράς, οι εν λόγω πληροφορίες κοινοποιούνται μέσω του συστήματος πληροφοριών και επικοινωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020.

Άρθρο 23
Ενωσιακή διαδικασία διασφάλισης

1.Εάν, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 3, 4 και 5, διατυπωθούν ενστάσεις κατά μέτρου που έχει λάβει μια αρχή εποπτείας της αγοράς ή εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι ένα εθνικό μέτρο είναι αντίθετο προς τη νομοθεσία της Ένωσης, η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τις αρχές εποπτείας της αγοράς και τον/τους οικείο/-ους οικονομικό/-ούς φορέα/-είς και διενεργεί αξιολόγηση του εθνικού μέτρου. Βάσει των αποτελεσμάτων της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη με την οποία καθορίζει αν το εθνικό μέτρο είναι δικαιολογημένο.

Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμελλητί σε αυτά και στον/στους οικείο/-ους οικονομικό/-ούς φορέα/-είς.

2.Εάν το εθνικό μέτρο θεωρηθεί δικαιολογημένο, όλα τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την απόσυρση του μη συμμορφούμενου απορρυπαντικού ή της μη συμμορφούμενης επιφανειοδραστικής ουσίας από τις αγορές τους και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

3.Εάν το εθνικό μέτρο δεν θεωρηθεί δικαιολογημένο, το οικείο κράτος μέλος ανακαλεί το μέτρο.

Άρθρο 24
Συμμορφούμενα απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που ενέχουν κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον

1.Εάν, αφού προβεί σε αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 22 παράγραφος 1, μια αρχή εποπτείας της αγοράς διαπιστώσει ότι ένα απορρυπαντικό ή μια επιφανειοδραστική ουσία ενέχει κίνδυνο για την υγεία ή το περιβάλλον παρόλο που συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, ζητά από τον οικείο οικονομικό φορέα να λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι το εν λόγω απορρυπαντικό ή η εν λόγω επιφανειοδραστική ουσία, όταν τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά, δεν ενέχει πλέον τον κίνδυνο αυτόν, να αποσύρει το απορρυπαντικό ή την επιφανειοδραστική ουσία από την αγορά ή να το/την ανακαλέσει εντός εύλογης περιόδου, ανάλογης με τη φύση του κινδύνου.

2.Ο οικονομικός φορέας μεριμνά ώστε να ληφθούν διορθωτικά μέτρα για όλα τα σχετικά απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες που έχει διαθέσει στην αγορά σε ολόκληρη την Ένωση.

3.Η αρχή εποπτείας της αγοράς ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή και τις αρχές εποπτείας της αγοράς των άλλων κρατών μελών. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, και ιδίως τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ταυτοποίηση των συγκεκριμένων απορρυπαντικών ή επιφανειοδραστικών ουσιών, την προέλευση και την αλυσίδα εφοδιασμού του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας, τη φύση του σχετικού κινδύνου, και τη φύση και τη διάρκεια των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν.

4.Η Επιτροπή διαβουλεύεται αμελλητί με τις αρχές εποπτείας της αγοράς και τον/τους οικείο/-ους οικονομικό/-ούς φορέα/-είς και αξιολογεί τα εθνικά μέτρα που ελήφθησαν. Βάσει των αποτελεσμάτων της εν λόγω αξιολόγησης, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη με την οποία καθορίζει αν το εθνικό μέτρο είναι δικαιολογημένο ή όχι και, εφόσον απαιτείται, προτείνει κατάλληλα μέτρα.

Η Επιτροπή απευθύνει την απόφασή της σε όλα τα κράτη μέλη και την ανακοινώνει αμέσως σε αυτά και στον/στους οικείο/-ους οικονομικό/-ούς φορέα/-είς.

Άρθρο 25
Τυπική μη συμμόρφωση

1.Με την επιφύλαξη του άρθρου 22, όταν μια αρχή εποπτείας της αγοράς προβεί σε μία από τις κατωτέρω διαπιστώσεις, απαιτεί από τον οικείο οικονομικό φορέα να θέσει τέλος στη μη συμμόρφωση:

α)η σήμανση CE έχει τοποθετηθεί κατά παράβαση του άρθρου 14 ή δεν έχει καν τοποθετηθεί·

β)το διαβατήριο προϊόντος δεν έχει καταρτιστεί σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19·

γ)ο τεχνικός φάκελος που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 είτε δεν είναι διαθέσιμος είτε είναι ελλιπής·

δ)ο φορέας δεδομένων μέσω του οποίου είναι προσβάσιμο το διαβατήριο προϊόντος και, κατά περίπτωση, η ψηφιακή ετικέτα δεν υπάρχει στο απορρυπαντικό ή στην επιφανειοδραστική ουσία, στη συσκευασία τους, στο υλικό τεκμηρίωσης που τα συνοδεύει ή στον σταθμό επαναπλήρωσης, όπως προβλέπεται·

ε)η ετικέτα δεν έχει παρασχεθεί ή οι πληροφορίες επισήμανσης που προβλέπονται στο άρθρο 15 και στο παράρτημα V είναι εσφαλμένες ή ελλιπείς.

2.Εάν η μη συμμόρφωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξακολουθεί να υφίσταται, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για να περιορίσει ή να απαγορεύσει τη διάθεση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας στην αγορά, ή να εξασφαλίσει την ανάκληση ή την απόσυρσή του/της από την αγορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Άρθρο 26
Κατ’ εξουσιοδότηση αρμοδιότητες

1.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για την τροποποίηση του παραρτήματος VI όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο διαβατήριο προϊόντος, με σκοπό την προσαρμογή του στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο και στο επίπεδο ψηφιακής ετοιμότητας των αρχών εποπτείας της αγοράς και των τελικών χρηστών.

2.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για την τροποποίηση του άρθρου 20 παράγραφος 1, ώστε να απαιτείται να αποθηκεύονται στο μητρώο πρόσθετες πληροφορίες επιπλέον των πληροφοριών που παρατίθενται στο παράρτημα VI.

Κατά την έκδοση των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α)τη συνοχή με άλλες συναφείς ενωσιακές πράξεις, κατά περίπτωση·

β)την ανάγκη να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση της γνησιότητας του διαβατηρίου προϊόντος·

γ)την αξία των πληροφοριών για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των ελέγχων εποπτείας της αγοράς και των τελωνειακών ελέγχων για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες·

δ)την ανάγκη να αποφευχθεί η δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση για τους οικονομικούς φορείς.

3.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, ώστε να καθορίζονται πρόσθετες πληροφορίες που είναι αποθηκευμένες στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1, και οι οποίες πρέπει να ελέγχονται από τις τελωνειακές αρχές.

4.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού, με την κατάρτιση και την επικαιροποίηση παραρτήματος που θα περιέχει κατάλογο κωδικών συνδυασμένης ονοματολογίας, όπως ορίζεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87, καθώς και περιγραφές προϊόντων για απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες.

5.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για την τροποποίηση των παραρτημάτων I έως VII, προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος.

6.Εάν νέα επιστημονικά στοιχεία καταδεικνύουν την ανάγκη θέσπισης απαιτήσεων βιοαποδομησιμότητας για ουσίες και μείγματα, εκτός των επιφανειοδραστικών ουσιών, που περιέχονται σε απορρυπαντικά, συμπεριλαμβανομένων των καψουλών απορρυπαντικών, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για την τροποποίηση του παραρτήματος I, με σκοπό τον καθορισμό κριτηρίων βιοαποδομησιμότητας για τις εν λόγω ουσίες και μείγματα και μεθόδων δοκιμής για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με αυτά.

Κατά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες πρακτικές παρασκευής, τη διαθεσιμότητα εφικτών από τεχνικής και οικονομικής άποψης εναλλακτικών λύσεων και τις επιπτώσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

7.Όταν έχουν καθοριστεί επιμέρους όρια συγκέντρωσης βάσει κινδύνου για τις αλλεργιογόνες αρωματικές ουσίες δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 46 , η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 ώστε να τροποποιήσει το παράρτημα V με σκοπό την αντίστοιχη προσαρμογή του ορίου των αλλεργιογόνων αρωματικών ουσιών που απαριθμούνται στο παράρτημα III του εν λόγω κανονισμού.

8.Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = η πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται 30 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, καθορίζοντας τις ειδικές απαιτήσεις για την ψηφιακή επισήμανση των απορρυπαντικών. Οι εν λόγω απαιτήσεις καθορίζουν τουλάχιστον τους τύπους λύσεων ΤΠ τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιούν οι οικονομικοί φορείς, καθώς και τα εναλλακτικά μέσα για την παροχή των πληροφοριών στην ψηφιακή ετικέτα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 17.

Κατά την έκδοση της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα κριτήρια:

α)συνοχή με άλλες συναφείς ενωσιακές πράξεις, κατά περίπτωση·

β)την ανάγκη ενθάρρυνσης της καινοτομίας·

γ)τεχνολογική ουδετερότητα που χαρακτηρίζεται από απουσία περιορισμών ή προδιαγραφών σχετικά με τις επιλογές τεχνολογίας ή εξοπλισμού, εντός των ορίων της συμβατότητας και της αποφυγής παρεμβολών·

δ)την ανάγκη η ψηφιακή επισήμανση να μη θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των τελικών χρηστών και του περιβάλλοντος·

ε)το επίπεδο ψηφιακής ετοιμότητας όλων των πληθυσμιακών ομάδων στην Ένωση.

9.Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 27 για την τροποποίηση του παραρτήματος V, όσον αφορά τις πληροφορίες επισήμανσης τις οποίες οι οικονομικοί φορείς επιτρέπεται να παρέχουν μόνο ψηφιακά σύμφωνα με το άρθρο 16, με σκοπό την προσαρμογή του εν λόγω παραρτήματος στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο και στο επίπεδο ψηφιακής ετοιμότητας των τελικών χρηστών απορρυπαντικών. Κατά την έκδοση των εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας και του περιβάλλοντος.

Άρθρο 27
Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.Η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.Η προβλεπόμενη στο άρθρο 26 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο αόριστης διάρκειας.

3.Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 26 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.Πριν από την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διαβουλεύεται με εμπειρογνώμονες οι οποίοι ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές που καθορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 26 αρχίζει να ισχύει μόνο εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν προβάλλουν ένσταση εντός δύο μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν ενστάσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 28
Διαδικασία επιτροπής

1.Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή για τα απορρυπαντικά. Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 29
Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τα εν λόγω μέτρα στην Επιτροπή αμελλητί και την ενημερώνουν σχετικά με κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

Άρθρο 30

Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020

Στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020, το σημείο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«15. Κανονισμός (ΕΕ) .../... του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της ..., σχετικά με τη διάθεση απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών στην αγορά (ΕΕ L ...)».

Άρθρο 31
Υποβολή έκθεσης

Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 5 έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση περιλαμβάνει αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο επιτυγχάνονται οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των επιπτώσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Άρθρο 32

Επανεξέταση των απαιτήσεων για τους μικροοργανισμούς

Έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 3 έτη από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή αξιολογεί την αποτελεσματικότητα και την αξία των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού για τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς, καθώς και τη δυνατότητα συμπερίληψης στο παράρτημα II νέων μικροοργανισμών ή στελεχών μικροοργανισμών των οποίων η χρήση σε απορρυπαντικά επιτρέπεται.

Άρθρο 33
Κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 καταργείται.

Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VIII.

Άρθρο 34

Μεταβατικές διατάξεις

Τα κράτη μέλη δεν εμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά απορρυπαντικών και επιφανειοδραστικών ουσιών που έχουν τεθεί σε κυκλοφορία στην αγορά πριν από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 30 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, όπως εφαρμόζεται στις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = μία ημέρα πριν από τη συμπλήρωση 30 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Απορρυπαντικά και επιφανειοδραστικές ουσίες που τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά μετά τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία εφαρμογής = μία ημέρα πριν από τη συμπλήρωση 30 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και τα οποία κατά τον χρόνο που τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 648/2004, όπως ισχύει στις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία εφαρμογής = μία ημέρα πριν από τη συμπλήρωση 30 μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], μπορούν να διατίθενται στην αγορά έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 36 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Άρθρο 35

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από την/τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 30 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος    Ο Πρόεδρος

(1)    ΕΕ L 104 της 8.4.2004, σ. 1.
(2)    Οι επιφανειοδραστικές ουσίες είναι ουσίες που επενεργούν στην επιφανειακή τάση και διασπούν τη μεσεπιφάνεια μεταξύ νερού και ελαίων και/ή ρύπων. Αποτελούν ένα από τα κυριότερα συστατικά που χρησιμοποιούνται στα απορρυπαντικά.
(3)    Αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά [ SWD(2019) 298 ].
(4)    Έλεγχος καταλληλότητας της πλέον συναφούς νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (εξαιρουμένου του κανονισμού REACH) [ SWD(2019) 199 ].
(5)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Επικαιροποίηση της νέας βιομηχανικής στρατηγικής του 2020: προς μια ισχυρότερη ενιαία αγορά για την ανάκαμψη της Ευρώπης [COM(2021) 350 final].
(6)    Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ΕΕ: προοπτικές μετά το 2030 [COM(2023) 168 final].
(7)    https://ec.europa.eu/info/publications/2022-commission-work-programme-key-documents_en
(8)    Αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά [SWD(2019) 298].
(9)    Έλεγχος καταλληλότητας της πλέον συναφούς νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (εξαιρουμένου του κανονισμού REACH) [SWD(2019) 199].
(10)    Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής — Έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004.
(11)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006.
(12)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ.
(13)    SWD(2022) 364.
(14)    Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, της 30ής Μαρτίου 2022 [COM(2022) 142 final].
(15)    Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/904 και την κατάργηση της οδηγίας 94/62/ΕΚ [COM(2022) 677].
(16)     https://digital-strategy.ec.europa.eu/el/library/european-declaration-digital-rights-and-principles  
(17)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Επικαιροποίηση της νέας βιομηχανικής στρατηγικής του 2020: προς μια ισχυρότερη ενιαία αγορά για την ανάκαμψη της Ευρώπης [COM(2021) 350 final].
(18)    Βιομηχανικό σχέδιο της Πράσινης Συμφωνίας για την εποχή των μηδενικών καθαρών εκπομπών: https://commission.europa.eu/document/41514677-9598-4d89-a572-abe21cb037f4_en
(19)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Στρατηγική για τη βιωσιμότητα των χημικών προϊόντων: Για ένα περιβάλλον χωρίς τοξικές ουσίες [COM(2020) 667 final].
(20)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 66/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με το οικολογικό σήμα της ΕΕ (EU Ecolabel).
(21)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2019, για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη διάθεση προϊόντων λίπανσης της ΕΕ στην αγορά και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1069/2009 και (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2003/2003.
(22)    Η θέσπιση απαιτήσεων επισήμανσης στο πλαίσιο της επιλογής 1α ήταν η προτιμότερη επιλογή.
(23)    Αυτό αφορά τη θέσπιση απαιτήσεων εν γένει, δηλαδή στο πλαίσιο τόσο της επιλογής 1α όσο και της επιλογής 1β.
(24)     https://sdgs.un.org/goals
(25)    Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2008/768(1)/oj .
(26)    SWD(2022) 364.
(27)    Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα βιώσιμα προϊόντα και για την κατάργηση της οδηγίας 2009/125/ΕΚ, της 30ής Μαρτίου 2022 [COM(2022) 142 final].
(28)    ΕΕ C της , σ .
(29)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά (ΕΕ L 104 της 8.4.2004, σ. 1).
(30)    Αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, σχετικά με τα απορρυπαντικά [ SWD(2019) 298 ].
(31)    Έλεγχος καταλληλότητας της πλέον συναφούς νομοθεσίας για τα χημικά προϊόντα (εξαιρουμένου του κανονισμού REACH) [ SWD(2019) 199 ].
(32)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
(33)    Απόφαση αριθ. 768/2008/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και για την κατάργηση της απόφασης 93/465/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 82).
(34)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων (ΕΕ L 167 της 27.6.2012, σ. 1).
(35)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1).
(36)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30).
(37)    Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1020 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την εποπτεία της αγοράς και τη συμμόρφωση των προϊόντων και για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/42/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 765/2008 και (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (ΕΕ L 169 της 25.6.2019, σ. 1).
(38)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).
(39)    ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.    
(40)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(41)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1488/94 της Επιτροπής καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1).
(42)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1).
(43)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2012, σχετικά με τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση βιοκτόνων (ΕΕ L 167 της 27.6.2012, σ. 1).
(44)    Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, για τη θέσπιση περιβάλλοντος ενιαίας θυρίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα τελωνεία και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 (ΕΕ L 317 της 9.12.2022, σ. 1).
(45)    Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1062/2014 της Επιτροπής, της 4ης Αυγούστου 2014, σχετικά με το πρόγραμμα εργασιών για τη συστηματική εξέταση όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών που περιέχονται σε βιοκτόνα τα οποία αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 528/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 294 της 10.10.2014, σ. 1).
(46)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για τα καλλυντικά προϊόντα (ΕΕ L 342 της 22.12.2009, σ. 59).
Top

Βρυξέλλες, 28.4.2023

COM(2023) 217 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

της

πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

σχετικά με τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1020 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004

{SEC(2023) 170 final} - {SWD(2023) 113 final} - {SWD(2023) 114 final} - {SWD(2023) 115 final}


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΒΙΟΑΠΟΔΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 4

ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΟΚΙΜΩΝ ΤΕΛΙΚΗΣ ΒΙΟΑΠΟΔΟΜΗΣΙΜΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΕΠΙΦΑΝΕΙΟΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΟΔΡΑΣΤΙΚΕΣ ΟΥΣΙΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΑ

1.Η μέθοδος αναφοράς για την εργαστηριακή δοκιμή τελικής βιοαποδομησιμότητας των επιφανειοδραστικών ουσιών στον παρόντα κανονισμό βασίζεται στο πρότυπο EN ISO 14593: 1999 (δοκιμή CO2 υπερκείμενου χώρου).

2.Οι επιφανειοδραστικές ουσίες και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που περιέχονται σε απορρυπαντικά είναι τελικά βιοαποδομήσιμες σύμφωνα με τα κριτήρια του σημείου 3.

3.Οι επιφανειοδραστικές ουσίες και οι επιφανειοδραστικές ουσίες που περιέχονται σε απορρυπαντικά θεωρούνται τελικά βιοαποδομήσιμες εάν πληρούν ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)το επίπεδο βιοαποδομησιμότητας (ανοργανοποίησης) είναι τουλάχιστον 60 % εντός 28 ημερών, μετρούμενο σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες μεθόδους δοκιμών:

i)πρότυπο EN ISO 14593: 1999 — Ποιότητα νερού — Αξιολόγηση της τελικής αερόβιας βιοαποδομησιμότητας οργανικών ενώσεων σε υδατικό μέσο — Μέθοδος με ανάλυση ανόργανου άνθρακα σε σφραγισμένα δοχεία (δοκιμή CO2 υπερκείμενου χώρου)·

ii)μέθοδος Γ.4.-Γ, Δοκιμή έκλυσης διοξειδίου του άνθρακα (CO2) (τροποποιημένη δοκιμή Sturm), που περιγράφεται στο μέρος Γ μέρος IV του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008 της Επιτροπής 1 ·

iii)μέθοδος Γ.4-Δ, Δοκιμή μανομετρικής αναπνευσιομετρίας, που περιγράφεται στο μέρος Γ μέρος V του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008·

iv)μέθοδος Γ.4-Ε, Δοκιμή κλειστής φιάλης, που περιγράφεται στο μέρος Γ μέρος VI του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008·

v)μέθοδος Γ.4-Ζ, Δοκιμή του Υπουργείου Διεθνούς Εμπορίου και Βιομηχανίας της Ιαπωνίας (Ministry of International Trade and Industry — M.I.T.I.) που περιγράφεται στο μέρος Γ μέρος VII του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008·

vi)πρότυπο ISO 10708: 1997 — Ποιότητα νερού — Αξιολόγηση της τελικής αερόβιας βιοαποδομησιμότητας οργανικών ενώσεων σε υδατικό μέσο — Προσδιορισμός του βιοχημικά απαιτούμενου οξυγόνου σε δοκιμή κλειστής φιάλης δύο φάσεων·

β)το επίπεδο βιοαποδομησιμότητας (ανοργανοποίησης) είναι τουλάχιστον 70 % εντός 28 ημερών, μετρούμενο σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες μεθόδους δοκιμών:

i)μέθοδος Γ.4-Α, Δοκιμή ελάττωσης διαλελυμένου οργανικού άνθρακα (DOC), που περιγράφεται στο μέρος Γ μέρος II του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008·

ii)μέθοδος Γ.4-Β, Τροποποιημένη δοκιμή ΟΟΣΑ, που περιγράφεται στο μέρος Γ μέρος ΙΙI του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008.

Δεν χρησιμοποιείται προκαταρκτική προσαρμογή και η αρχή του παραθύρου των 10 ημερών δεν εφαρμόζεται σε καμία από τις μεθόδους δοκιμών που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β).

4.Οι δοκιμές που αναφέρονται στο σημείο 3 διεξάγονται από εργαστήρια που πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)τα εργαστήρια συμμορφώνονται με τις αρχές ορθής εργαστηριακής πρακτικής που προβλέπονται στην οδηγία 2004/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 2 ή με διεθνή πρότυπα που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα·

β)τα εργαστήρια είναι διαπιστευμένα σύμφωνα με το πρότυπο για τα εργαστήρια που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΥΝ ΜΙΚΡΟΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΚΑΙ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 5

1.Οι μικροοργανισμοί που προστίθενται σκοπίμως σε απορρυπαντικά πρέπει να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)να διαθέτουν αριθμό της αμερικανικής συλλογής καλλιεργειών (American Type Culture Collection, ATCC), να ανήκουν σε συλλογή διεθνούς αρχής κατάθεσης (International Depository Authority, IDA), ή το DNA τους να έχει ταυτοποιηθεί σύμφωνα με «πρωτόκολλο ταυτοποίησης στελέχους» (με χρήση προσδιορισμού αλληλουχίας του DNA του ριβοσωμικού 16S ή ισοδύναμης μεθόδου)·

β)να περιλαμβάνονται σε αμφότερα τα παρακάτω:

i)στην ομάδα κινδύνου Ι, όπως ορίζεται στην οδηγία 2000/54/ΕΚ περί βιολογικών παραγόντων κατά την εργασία·

ii)στον κατάλογο τεκμηρίου αναγνωρισμένης ασφάλειας (QPS) ο οποίος εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA).

Το παρόν σημείο δεν ισχύει για μικροοργανισμούς που προστίθενται σκοπίμως σε απορρυπαντικά τα οποία διατίθενται στην αγορά για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης.

2.Οι ακόλουθοι παθογόνοι μικροοργανισμοί δεν πρέπει να υπάρχουν σε κανένα από τα στελέχη που περιλαμβάνονται στο τελικό προϊόν όταν αυτό ελέγχεται με τις αναφερόμενες μεθόδους δοκιμής ή άλλη ισοδύναμη μέθοδο:

α)E. coli, μέθοδος δοκιμής ISO 16649-3:2005·

β)Streptococcus (Enterococcus), μέθοδος δοκιμής ISO 21528-1:2004·

γ)Staphylococcus aureus, μέθοδος δοκιμής ISO 6888-1·

δ)Bacillus cereus, μέθοδος δοκιμής ISO 7932:2004 ή ISO 21871·

ε)Salmonella, μέθοδος δοκιμής ISO 6579:2002 ή ISO 19250.

3.Οι σκοπίμως προστιθέμενοι μικροοργανισμοί δεν είναι γενετικά τροποποιημένοι μικροοργανισμοί.

4.Οι σκοπίμως προστιθέμενοι μικροοργανισμοί είναι (εξαιρουμένης της εγγενούς αντοχής τους) ευαίσθητοι σε καθεμία από τις κύριες κατηγορίες αντιβιοτικών, δηλαδή τις αμινογλυκοσίδες, τα μακρολίδια, τις β-λακτάμες, τις τετρακυκλίνες και τις φθοροκινολόνες, σύμφωνα με τη μέθοδο διάχυσης δίσκων της ευρωπαϊκής επιτροπής ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στους αντιμικροβιακούς παράγοντες (EUCAST) ή άλλη ισοδύναμη μέθοδο.

5.Όταν τίθενται σε κυκλοφορία στην αγορά, τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς πρέπει να έχουν πρότυπη περιεκτικότητα σε μικρόβια ίση ή μεγαλύτερη από 1 × 105 μονάδες σχηματισμού αποικιών (CFU) ανά ml σύμφωνα με το πρότυπο ISO 4833-1:2014.

6.Η ελάχιστη διάρκεια αποθήκευσης ενός απορρυπαντικού που περιέχει μικροοργανισμούς δεν είναι μικρότερη από 24 μήνες και ο αριθμός μικροβίων δεν μειώνεται περισσότερο από 10 % ανά 12 μήνες σύμφωνα με το πρότυπο ISO 4833-1:2014.

7.Οι μικροοργανισμοί που περιέχονται στα απορρυπαντικά τα οποία διατίθενται στην αγορά σε μορφή ψεκαζόμενων προϊόντων πρέπει να υποβάλλονται επιτυχώς στη δοκιμή οξείας αναπνευστικής τοξικότητας σύμφωνα με τη μέθοδο δοκιμών B.2 που περιγράφεται στο μέρος Β του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 440/2008.

8.Τα απορρυπαντικά που περιέχουν μικροοργανισμούς δεν διατίθενται στην αγορά ως προϊόντα επαναπλήρωσης.

9.Όλοι οι ισχυρισμοί του παρασκευαστή σχετικά με τη δράση των μικροοργανισμών που περιέχονται στο προϊόν πρέπει να υποστηρίζονται από δοκιμές τρίτων μερών.

10.Απαγορεύεται να βεβαιώνεται ή να υπονοείται πάνω στην ετικέτα ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο επικοινωνίας ότι το απορρυπαντικό έχει αντιμικροβιακή ή απολυμαντική δράση, εκτός εάν το απορρυπαντικό συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 528/2012.

11.Οι δοκιμές που αναφέρονται στα σημεία 2, 5, 6, 7 και 9 διεξάγονται από εργαστήρια που πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)τα εργαστήρια συμμορφώνονται με τις αρχές ορθής εργαστηριακής πρακτικής που προβλέπονται στην οδηγία 2004/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 3 ή με διεθνή πρότυπα που αναγνωρίζονται ως ισοδύναμα·

β)τα εργαστήρια είναι διαπιστευμένα σύμφωνα με το πρότυπο για τα εργαστήρια που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΕ ΦΩΣΦΟΡΙΚΑ ΑΛΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΦΩΣΦΟΡΟΥΧΕΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 6

Απορρυπαντικά

Περιορισμοί

Απορρυπαντικά πλυντηρίων ρούχων που προορίζονται για τον καταναλωτή

Δεν επιτρέπεται η θέση σε κυκλοφορία στην αγορά εάν η συνολική περιεκτικότητα σε φωσφόρο είναι ίση ή μεγαλύτερη από 0,5 γραμμάρια στη συνιστώμενη ποσότητα απορρυπαντικού για χρήση στον κύριο κύκλο πλύσης για σύνηθες φορτίο πλυντηρίου, όπως ορίζεται στο μέρος B του παραρτήματος V για νερό υψηλής σκληρότητας:

για «κανονικά λερωμένα» υφάσματα στην περίπτωση απορρυπαντικών υψηλής δραστηριότητας,

για «ελαφρώς λερωμένα» υφάσματα στην περίπτωση απορρυπαντικών για ευαίσθητα υφάσματα.

Απορρυπαντικά αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή

Δεν επιτρέπεται η θέση σε κυκλοφορία στην αγορά εάν η συνολική περιεκτικότητα σε φωσφόρο είναι ίση ή μεγαλύτερη από 0,3 γραμμάρια στη συνήθη δόση, όπως ορίζεται στο μέρος Β του παραρτήματος V.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 7 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2

Ενότητα Α – Εσωτερικό πρωτόκολλο παραγωγής

1.Περιγραφή της ενότητας

Ο εσωτερικός έλεγχος της παραγωγής είναι η διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης κατά την οποία ο παρασκευαστής εκπληρώνει τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στα σημεία 2, 3 και 4 και διασφαλίζει και δηλώνει με αποκλειστική του ευθύνη ότι το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που ισχύουν για αυτό/-ή.

2.Τεχνικός φάκελος

2.1.Ο παρασκευαστής συντάσσει τον τεχνικό φάκελο. Ο τεχνικός φάκελος καθιστά δυνατή την αξιολόγηση της συμμόρφωσης του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας προς τις σχετικές απαιτήσεις και περιλαμβάνει τη δέουσα ανάλυση και εκτίμηση των κινδύνων.

2.2.Ο τεχνικός φάκελος προσδιορίζει τις εφαρμοστέες απαιτήσεις και καλύπτει τον σχεδιασμό, την παρασκευή και την προβλεπόμενη χρήση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας, στον βαθμό που αυτό απαιτείται για την αξιολόγηση. Ο τεχνικός φάκελος περιέχει, κατά περίπτωση, τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)γενική περιγραφή του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας, και περιγραφή της προβλεπόμενης χρήσης του/της·

β)τις εκθέσεις δοκιμών που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με το παράρτημα Ι και, κατά περίπτωση, με τα παραρτήματα II και III·

γ)κατάλογο των μεθόδων δοκιμής που χρησιμοποιούνται για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

δ)τα αποτελέσματα των υπολογισμών και των ελέγχων που διενεργήθηκαν·

ε)δελτίο στοιχείων συστατικών που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)απαριθμεί όλες τις ουσίες και τα συντηρητικά που προστίθενται σκοπίμως και αναφέρονται στο μέρος Α του παραρτήματος V·

ii)παρέχει, για κάθε συστατικό, την κοινή χημική ονομασία ή την ονομασία IUPAC, και, όπου υπάρχει, την ονομασία INCI, τον αριθμό CAS και την ονομασία κατά την Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία·

iii) απαριθμεί όλες τις ουσίες κατά φθίνουσα σειρά περιεκτικότητας κατά βάρος και ο κατάλογος υποδιαιρείται στις ακόλουθες ποσοστιαίες κλίμακες βάρους:

1)τουλάχιστον 10 %,

2)τουλάχιστον 1 % αλλά λιγότερο από 10 %,

3)τουλάχιστον 0,1 % αλλά λιγότερο από 1 %,

4)λιγότερο από 0,1 %.

Για τους σκοπούς του στοιχείου ε), ένα άρωμα, ένα αιθέριο έλαιο ή μια χρωστική ουσία θεωρείται μεμονωμένο συστατικό.

3.Παρασκευή

Ο παρασκευαστής λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου η διαδικασία παρασκευής και η παρακολούθησή της να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας προς τον τεχνικό φάκελο που αναφέρεται στο σημείο 2 και προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού που ισχύουν για αυτό/-ή.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗΣ

ΜΕΡΟΣ Α — ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται στις ετικέτες των απορρυπαντικών και των επιφανειοδραστικών ουσιών που καθίστανται διαθέσιμα στην αγορά

1.Οι ποσοστιαίες κλίμακες βάρους «λιγότερο από 5 %», «τουλάχιστον 5 % αλλά λιγότερο από 15 %», «τουλάχιστον 15 % αλλά λιγότερο από 30 %», «τουλάχιστον 30 %», πρέπει να χρησιμοποιούνται για να δηλώνεται η περιεκτικότητα στα συστατικά που παρατίθενται κατωτέρω εάν αυτά προστίθενται σε συγκέντρωση που υπερβαίνει το 0,2 % κατά βάρος:

α)φωσφορικές ενώσεις,

β)φωσφονικές ενώσεις,

γ)ανιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες,

δ)κατιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες,

ε)επαμφοτερίζουσες επιφανειοδραστικές ουσίες,

στ)μη ιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες,

ζ)λευκαντικοί παράγοντες με βάση το οξυγόνο,

η)λευκαντικοί παράγοντες με βάση το χλώριο,

θ)EDTA (αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό οξύ) και άλατα αυτού,

ι)NAT (νιτριλοτριοξικό οξύ) και άλατα αυτού,

ια)φαινόλες και αλογονωμένες φαινόλες,

ιβ)παραδιχλωροβενζόλιο,

ιγ)αρωματικοί υδρογονάνθρακες,

ιδ)αλειφατικοί υδρογονάνθρακες,

ιε)αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες,

ιστ)σάπωνας,

ιζ)ζεόλιθοι,

ιη)πολυκαρβοξυλικές ενώσεις.

2.Οι ακόλουθες κατηγορίες συστατικών, εάν προστεθούν, αναγράφονται ανεξάρτητα από τη συγκέντρωσή τους:

α)ένζυμα,

β)μικροοργανισμοί,

γ)οπτικά λευκαντικά,

δ)αρωματικές ουσίες.

3.Τα συντηρητικά απαριθμούνται, χρησιμοποιώντας, εάν είναι δυνατόν, το σύστημα που αναφέρεται στο άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009, ανεξάρτητα από τη συγκέντρωσή τους, υπό τον όρο ότι πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)συμβάλλουν στον χαρακτηρισμό του απορρυπαντικού ως κατεργασμένου αντικειμένου κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 528/2012·

β)επισημαίνονται σε συστατικό του απορρυπαντικού.

Η προϋπόθεση που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου δεν χρειάζεται να πληρούται εάν τα συντηρητικά δεν υπερβαίνουν τα όρια πρόκλησης που αναφέρονται στο παράρτημα Ι πίνακας 3.4.6 ή σημείο 3.4.3.3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 ή δεν εξυπηρετούν πλέον λειτουργία συντήρησης στο τελικό προϊόν, ακόμα και σε συνέργειες με άλλα συντηρητικά.

4.Εάν προστίθενται σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν το 0,01 % κατά βάρος, οι αλλεργιογόνες αρωματικές ουσίες που απαριθμούνται στις καταχωρίσεις 45, 67-92 και [X] έως [X] του παραρτήματος III του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1223/2009 επισημαίνονται με τη χρήση του συστήματος που αναφέρεται στο άρθρο 33 του εν λόγω κανονισμού. Η πρώτη περίοδος δεν εφαρμόζεται στις αλλεργιογόνες αρωματικές ουσίες που πληρούν τα όρια επισήμανσης βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1272/2008.

5.Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 4 δεν ισχύουν για τα απορρυπαντικά και τις επιφανειοδραστικές ουσίες επαγγελματικής χρήσης, υπό τον όρο ότι πληροφορίες που ισοδυναμούν με εκείνες που απαιτούνται στα εν λόγω σημεία παρέχονται στο τμήμα 15 του δελτίου δεδομένων ασφαλείας που καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006.

6.Εκτός από τις πληροφορίες που απαριθμούνται στα σημεία 1 έως 5, κατά περίπτωση, η ετικέτα των απορρυπαντικών που περιέχουν μικροοργανισμούς φέρει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)ένδειξη ή δήλωση προφύλαξης ότι το προϊόν δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε επιφάνειες που έρχονται σε επαφή με τρόφιμα·

β)ένδειξη της διάρκειας αποθήκευσης του προϊόντος·

γ)οδηγίες χρήσης ή ειδικές προφυλάξεις, κατά περίπτωση.

ΜΕΡΟΣ Β — ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ

Πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην ετικέτα των απορρυπαντικών πλυντηρίων ρούχων και αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή

1.Η ετικέτα των απορρυπαντικών πλυντηρίων ρούχων που προορίζονται για τον καταναλωτή πρέπει να περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)τις συνιστώμενες ποσότητες και/ή οδηγίες δοσολογίας, εκφρασμένες σε χιλιοστόλιτρα ή γραμμάρια, οι οποίες είναι κατάλληλες για σύνηθες φορτίο πλυντηρίου, για νερό χαμηλής, μέτριας και υψηλής σκληρότητας και με πρόβλεψη για τις διαδικασίες πλύσης ενός ή δύο κύκλων,

β)για τα απορρυπαντικά υψηλής δραστηριότητας, τον αριθμό συνήθων φορτίων πλυντηρίου με «κανονικά λερωμένα» υφάσματα και, για τα απορρυπαντικά ευαίσθητων υφασμάτων, τον αριθμό συνήθων φορτίων πλυντηρίου με «ελαφρώς λερωμένα» υφάσματα, που μπορούν να πλυθούν με το περιεχόμενο της συσκευασίας, χρησιμοποιώντας νερό μέτριας σκληρότητας, που αντιστοιχεί σε 2,5 millimol CaCO3/l,

γ)η χωρητικότητα του δοσομετρικού κυπέλλου που τυχόν παρέχεται μαζί με το απορρυπαντικό αναγράφεται σε χιλιοστόλιτρα ή γραμμάρια και το κύπελλο φέρει ενδείξεις της δόσης απορρυπαντικού που είναι κατάλληλη για σύνηθες φορτίο πλυντηρίου και για νερό χαμηλής, μέτριας και υψηλής σκληρότητας.

2.Για τους σκοπούς του σημείου 1, τα συνήθη φορτία πλυντηρίου είναι 4,5 kg στεγνού υφάσματος για τα απορρυπαντικά υψηλής δραστηριότητας και 2,5 kg στεγνού υφάσματος για τα απορρυπαντικά ευαίσθητων υφασμάτων. Τα απορρυπαντικά θεωρούνται υψηλής δραστηριότητας εκτός εάν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του παρασκευαστή, προορίζονται κυρίως για την περιποίηση υφασμάτων, δηλαδή πλύση σε χαμηλές θερμοκρασίες, ευαίσθητα υφάσματα και χρωματιστά.

3.Η ετικέτα των απορρυπαντικών αυτόματων πλυντηρίων πιάτων που προορίζονται για τον καταναλωτή αναγράφει τη συνήθη δόση εκφρασμένη σε γραμμάρια ή χιλιοστόλιτρα ή αριθμό ταμπλετών για τον πλήρη κύκλο πλυσίματος για κανονικά λερωμένα επιτραπέζια σκεύη σε γεμάτο πλυντήριο πιάτων με επιτραπέζια σκεύη 12 ατόμων, προσαρμόζοντας τη συνήθη δόση, εάν χρειάζεται, σε νερό χαμηλής, μέτριας και υψηλής σκληρότητας.

ΜΕΡΟΣ Γ — ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

Οι ακόλουθες πληροφορίες περιεκτικότητας που αναφέρονται στο μέρος Α μπορούν να παρέχονται στην ψηφιακή ετικέτα μόνο, σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, με τον τρόπο που ορίζεται στο εν λόγω μέρος:

α)ανιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες·

β)κατιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες·

γ)επαμφοτερίζουσες επιφανειοδραστικές ουσίες·

δ)μη ιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες·

ε)φωσφορικές ενώσεις·

στ)φωσφονικές ενώσεις·

ζ)σάπωνας.

ΜΕΡΟΣ Δ — ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑΣ ΓΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΑ ΠΛΥΝΤΗΡΙΩΝ ΡΟΥΧΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΟΡΙΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

Ο απλουστευμένος πίνακας δοσολογίας περιέχει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)βασικές οδηγίες χρήσης, κατά περίπτωση·

β)συνιστώμενες ποσότητες για νερό μέτριας/μέσης σκληρότητας και για διάφορους βαθμούς δυσκολίας των λεκέδων των υφασμάτων· και

γ)ένδειξη του φορτίου πλυντηρίου.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

Το διαβατήριο προϊόντος περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό προϊόντος του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας·

β)το όνομα, τη διεύθυνση του παρασκευαστή ή του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, και τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό φορέα του παρασκευαστή·

γ)στοιχεία ταυτότητας του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας που παρέχουν ιχνηλασιμότητα, με μια έγχρωμη εικόνα επαρκούς ευκρίνειας ώστε να είναι δυνατή η ταυτοποίηση του απορρυπαντικού ή της επιφανειοδραστικής ουσίας·

δ)τον κωδικό εμπορεύματος υπό τον οποίο ταξινομείται το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία κατά τον χρόνο δημιουργίας του διαβατηρίου προϊόντος, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου 4 ·

ε)παραπομπές στις ενωσιακές νομικές πράξεις με τις οποίες συμμορφώνεται το απορρυπαντικό ή η επιφανειοδραστική ουσία·

στ)πλήρη κατάλογο των ουσιών που προστίθενται σκοπίμως στο απορρυπαντικό ή στην επιφανειοδραστική ουσία, καθώς και των συντηρητικών που επισημαίνονται σύμφωνα με το παράρτημα V μέρος Α σημείο 3) πρώτο εδάφιο στοιχείο β), με βάση τη διεθνή ονοματολογία συστατικών καλλυντικών ή, όταν αυτή δεν είναι διαθέσιμη, την ονομασία κατά την Ευρωπαϊκή Φαρμακοποιία ή, όταν ούτε αυτή είναι διαθέσιμη, την κοινή χημική ονομασία ή την ονομασία της Διεθνούς Ένωσης Καθαρής και Εφαρμοσμένης Χημείας.

Η υποχρέωση που αναφέρεται στο στοιχείο στ) δεν ισχύει για τα απορρυπαντικά επαγγελματικής χρήσης ή τις επιφανειοδραστικές ουσίες που προορίζονται για τέτοια απορρυπαντικά, για τα οποία υπάρχει το δελτίο δεδομένων ασφαλείας που προβλέπεται στο άρθρο 31 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VΙΙ

ΜΕΘΟΔΟΙ ΔΟΚΙΜΗΣ ΠΟΥ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ 22 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 2

1.Μέθοδος αναφοράς (επιβεβαιωτική δοκιμή)

1.1.Ορισμός

Η μέθοδος αυτή περιγράφει εργαστηριακό μοντέλο της ενεργοποιημένης ιλύος και της δεξαμενής δευτεροβάθμιας καθίζησης, το οποίο έχει σχεδιαστεί για την προσομοίωση της επεξεργασίας αστικών λυμάτων. Στη συγκεκριμένη μέθοδο δοκιμής μπορούν να εφαρμόζονται βελτιωμένες συνθήκες βασισμένες στις πλέον σύγχρονες γνώσεις, όπως περιγράφεται στο πρότυπο EN ISO 11733.

1.2.Εξοπλισμός απαραίτητος για τη μέτρηση

Η μέθοδος μέτρησης συνίσταται στη χρησιμοποίηση της μικρής εγκατάστασης ενεργοποιημένης ιλύος που παρουσιάζεται στο σχήμα 1 και λεπτομερέστερα στο σχήμα 2. Ο εξοπλισμός αποτελείται από το δοχείο A για την αποθήκευση συνθετικών λυμάτων, τη δοσομετρική αντλία B, το δοχείο αερισμού C, το δοχείο καθίζησης D, την αεροπιεστική αντλία E για ανακύκλωση της ενεργοποιημένης ιλύος και το δοχείο F για συλλογή των επεξεργασμένων υγρών αποβλήτων.

Τα δοχεία A και F πρέπει να είναι κατασκευασμένα από γυαλί ή κατάλληλο πλαστικό και να έχουν χωρητικότητα τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων λίτρων. Η αντλία B πρέπει να παρέχει σταθερή ροή συνθετικών λυμάτων στο δοχείο αερισμού το οποίο, κατά την κανονική λειτουργία, περιέχει τρία λίτρα ανάμεικτου υγρού. Ένας πορώδης κύβος αερισμού G αιωρείται στο δοχείο C στην κορυφή του κώνου. Η ποσότητα του αέρα που διέρχεται μέσω του συστήματος αερισμού ελέγχεται με τη βοήθεια ενός μετρητή ροής H.

1.3.Συνθετικά λύματα

Για τη δοκιμή χρησιμοποιούνται συνθετικά λύματα. Σε ένα λίτρο νερού βρύσης διαλύονται τα εξής:

160 mg πεπτόνη·

110 mg εκχύλισμα κρέατος·

30 mg ουρία, CO(NH2)2·

7 mg χλωριούχο νάτριο, NaCl·

4 mg χλωριούχο ασβέστιο, CaCl2.2H2

2 mg θειικό μαγνήσιο, MgSO4.7H2

28 mg όξινο φωσφορικό κάλιο, K2HPO4·

και 10 ± 1 mg επιφανειοδραστική ουσία.

Τα συνθετικά λύματα παρασκευάζονται καθημερινά.

1.4.Παρασκευή δειγμάτων

Οι απλές επιφανειοδραστικές ουσίες εξετάζονται ως έχουν. Προκειμένου να παρασκευαστούν τα συνθετικά λύματα, πρέπει να προσδιορίζεται το ενεργό περιεχόμενο των δειγμάτων (σημείο 1.3).

1.5.Λειτουργία του εξοπλισμού

Αρχικά, το δοχείο αερισμού C και το δοχείο καθίζησης D πληρούνται με συνθετικά λύματα. Το δοχείο D πρέπει να σταθεροποιηθεί στο κατάλληλο ύψος ώστε ο όγκος που περιέχεται στο δοχείο αερισμού Γ να είναι τρία λίτρα. Ο εμβολιασμός πραγματοποιείται με την εισαγωγή 3 ml δευτερογενών υγρών αποβλήτων καλής ποιότητας, που έχουν ληφθεί πρόσφατα από εγκατάσταση επεξεργασίας οικιακών κυρίως λυμάτων. Τα υγρά απόβλητα πρέπει να διατηρούνται σε αερόβιες συνθήκες κατά το διάστημα που μεσολαβεί από τη δειγματοληψία ως τη χρήση. Στη συνέχεια τίθεται σε λειτουργία το σύστημα αερισμού G, η αεροπιεστική αντλία E και η δοσομετρική διάταξη B. Ο ρυθμός διέλευσης των συνθετικών λυμάτων από το δοχείο αερισμού C πρέπει να είναι ένα λίτρο ανά ώρα· αυτό συνεπάγεται μέσο χρόνο κατακράτησης τριών ωρών.

Η ταχύτητα αερισμού πρέπει να ρυθμίζεται κατά τρόπον ώστε το περιεχόμενο του δοχείου C να βρίσκεται συνεχώς εν αιωρήσει και η περιεκτικότητα διαλελυμένου οξυγόνου να είναι τουλάχιστον 2 mg/l. Ο αφρισμός πρέπει να αποτρέπεται με κατάλληλα μέσα. Δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται αντιαφριστικοί παράγοντες οι οποίοι δρουν ανασταλτικά στην ενεργοποιημένη ιλύ ή περιέχουν επιφανειοδραστικές ουσίες. Η αεροπιεστική αντλία E πρέπει να ρυθμίζεται έτσι ώστε η ενεργοποιημένη ιλύς από το δοχείο καθίζησης να ανακυκλώνεται συνεχώς και τακτικά στο δοχείο αερισμού C. Η ιλύς που συσσωρεύεται γύρω από την κορυφή του δοχείου αερισμού C, στη βάση του δοχείου καθίζησης D ή στο κύκλωμα κυκλοφορίας πρέπει να επαναφέρεται στην κυκλοφορία τουλάχιστον μία φορά ημερησίως με τη βοήθεια ψήκτρας ή άλλου κατάλληλου μέσου. Όταν η ιλύς δεν καθιζάνει, η ικανότητα καθίζησης μπορεί να αυξηθεί με την προσθήκη ποσοτήτων των 2 ml από διάλυμα τριχλωριούχου σιδήρου 5 %, όσες φορές χρειάζεται.

Τα απόβλητα που εκρέουν από το δοχείο καθίζησης D συλλέγονται στο δοχείο F επί είκοσι τέσσερις ώρες και ακολούθως λαμβάνεται δείγμα έπειτα από καλή ανάμειξη. Στη συνέχεια, το δοχείο F πρέπει να καθαρίζεται προσεκτικά.

1.6.Έλεγχος της συσκευής μέτρησης

Η περιεκτικότητα των συνθετικών λυμάτων σε επιφανειοδραστικές ουσίες (σε mg/l) προσδιορίζεται αμέσως πριν από τη χρήση τους.

Η περιεκτικότητα σε επιφανειοδραστικές ουσίες (σε mg/l) του εκρέοντος υγρού που συλλέγεται ανά 24ωρο στο δοχείο F πρέπει να προσδιορίζεται αναλυτικά με την ίδια μέθοδο, αμέσως μετά τη συλλογή: διαφορετικά, τα δείγματα πρέπει να διατηρούνται, κατά προτίμηση κατεψυγμένα. Η συγκέντρωση πρέπει να προσδιορίζεται με ακρίβεια 0,1 mg/l επιφανειοδραστικής ουσίας.

Προκειμένου να ελεγχθεί η αποτελεσματικότητα της μεθόδου, μετράται τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα το χημικώς απαιτούμενο οξυγόνο (COD) ή ο διαλελυμένος οργανικός άνθρακας (DOC) του υγρού που συσσωρεύεται στο δοχείο F ύστερα από διήθηση με υαλοβάμβακα, και των διηθημένων συνθετικών λυμάτων που αποθηκεύονται στο δοχείο A.

Η μείωση του COD ή του DOC πρέπει να σταθεροποιείται όταν επιτυγχάνεται σχεδόν κανονική ημερήσια αποδόμηση της επιφανειοδραστικής ουσίας στο τέλος της περιόδου αρχικής λειτουργίας, όπως φαίνεται στο σχήμα 3.

Η περιεκτικότητα σε ξηρά ουσία της ενεργοποιημένης ιλύος που περιέχεται στο δοχείο αερισμού πρέπει να προσδιορίζεται δύο φορές την εβδομάδα (σε g/l). Εάν είναι μεγαλύτερη από 2,5 g/l, η περίσσεια της ενεργοποιημένης ιλύος πρέπει να απορρίπτεται.

Η δοκιμή αποδόμησης πραγματοποιείται σε θερμοκρασία δωματίου, η οποία θα πρέπει να είναι σταθερή και να διατηρείται μεταξύ 19-24 °C.

1.7.Υπολογισμός της βιοαποδομησιμότητας

Το ποσοστό αποδόμησης της επιφανειοδραστικής ουσίας πρέπει να υπολογίζεται καθημερινά βάσει της περιεκτικότητας σε επιφανειοδραστική ουσία (σε mg/l) των συνθετικών λυμάτων και των αντίστοιχων υγρών αποβλήτων που συλλέγονται στο δοχείο F.

Οι τιμές αποδομησιμότητας που λαμβάνονται με αυτόν τον τρόπο θα πρέπει να παρουσιάζονται με γραφική παράσταση όπως στο σχήμα 3.

Η αποδομησιμότητα της επιφανειοδραστικής ουσίας θα πρέπει να υπολογίζεται ως ο αριθμητικός μέσος όρος των τιμών που λαμβάνονται κατά τις είκοσι μία ημέρες που έπονται της περιόδου αρχικής λειτουργίας και της περιόδου εγκλιματισμού, κατά τη διάρκεια των οποίων η αποδόμηση πρέπει να είναι κανονική και η λειτουργία της εγκατάστασης ομαλή. Σε κάθε περίπτωση, η διάρκεια της περιόδου αρχικής λειτουργίας δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις έξι εβδομάδες.

Οι καθημερινές τιμές αποδόμησης πρέπει να υπολογίζονται με ακρίβεια 0,1 %, αλλά το τελικό αποτέλεσμα υπολογίζεται με ακρίβεια μονάδος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να επιτρέπεται η ελάττωση της συχνότητας δειγματοληψίας, αλλά για τον υπολογισμό του μέσου όρου πρέπει να χρησιμοποιούνται τουλάχιστον δεκατέσσερα ημερήσια αποτελέσματα που έχουν συλλεχθεί κατά τις είκοσι μία ημέρες που έπονται της περιόδου αρχικής λειτουργίας.

2.Προσδιορισμός των ανιονικών επιφανειοδραστικών ουσιών σε δοκιμές βιοαποδομησιμότητας

2.1.Αρχή της μεθόδου

Η μέθοδος στηρίζεται στο ότι η κατιονική χρωστική κυανό του μεθυλενίου σχηματίζει κυανά άλατα με τις ανιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες (MBAS), τα οποία μπορούν να εκχυλιστούν με χλωροφόρμιο. Για την αποφυγή παρεμβολών, η εκχύλιση πραγματοποιείται πρώτα από αλκαλικό διάλυμα και κατόπιν το εκχύλισμα ανακινείται με όξινο διάλυμα κυανού του μεθυλενίου. Η απορροφητικότητα της διαχωρισμένης οργανικής φάσης προσδιορίζεται φωτομετρικά στο μήκος κύματος μέγιστης απορρόφησης των 650 nm.

2.2.Αντιδραστήρια και εξοπλισμός

2.2.1.Ρυθμιστικό διάλυμα με pH 10

Διαλύονται 24 g όξινου ανθρακικού νατρίου, NaHCO3) (αναλυτικό αντιδραστήριο), και 27 g άνυδρου ανθρακικού νατρίου, Na2CO3 (αναλυτικό αντιδραστήριο), σε απιονισμένο νερό και αραιώνονται έως τα 1 000 ml.

2.2.2.Ουδέτερο διάλυμα κυανού του μεθυλενίου

Διαλύονται 0,35 g κυανού του μεθυλενίου (αναλυτικό αντιδραστήριο) σε απιονισμένο νερό και αραιώνονται έως τα 1 000 ml. Το διάλυμα παρασκευάζεται τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν χρησιμοποιηθεί. Η απορροφητικότητα της χλωροφορμικής φάσης του τυφλού προσδιορισμού στα 650 nm, μετρούμενη έναντι καθαρού χλωροφορμίου, δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 0,015 ανά 1 cm πάχους στιβάδας.

2.2.3.Όξινο διάλυμα κυανού του μεθυλενίου

Διαλύονται 0,35 g κυανού του μεθυλενίου (αναλυτικό αντιδραστήριο) σε 500 ml απιονισμένου νερού και αναμειγνύονται με 6,5 ml H2SO4 (d = 1,84 g/ml). Αραιώνονται με απιονισμένο νερό έως τα 1 000 ml. Το διάλυμα παρασκευάζεται τουλάχιστον είκοσι τέσσερις ώρες πριν χρησιμοποιηθεί. Η απορροφητικότητα της χλωροφορμικής φάσης του τυφλού προσδιορισμού στα 650 nm, μετρούμενη έναντι καθαρού χλωροφορμίου, δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 0,015 ανά 1 cm πάχους στιβάδας.

2.2.4.Χλωροφόρμιο (τριχλωρομεθάνιο) (αναλυτικό αντιδραστήριο) πρόσφατης απόσταξης

2.2.5.Μεθυλεστέρας του δωδεκυλοβενζολοσουλφονικού οξέος

2.2.6.Αιθανολικό διάλυμα υδροξειδίου του καλίου, KOH 0,1 M

2.2.7.Καθαρή αιθανόλη, C2H5OH

2.2.8.Θειικό οξύ, H2SO4 0,5 M

2.2.9.Διάλυμα φαινολοφθαλεΐνης

Διαλύεται 1 g φαινολοφθαλεΐνης σε 50 ml αιθανόλης και προστίθενται 50 ml απιονισμένου νερού υπό συνεχή ανάδευση. Τυχόν ίζημα απομακρύνεται με διήθηση.

2.2.10.Μεθανολικό υδροχλωρικό οξύ: 250 ml υδροχλωρικού οξέος (αναλυτικό αντιδραστήριο) και 750 ml μεθανόλης

2.2.11.Διαχωριστική χοάνη των 250 ml

2.2.12.Ογκομετρική φιάλη των 50 ml

2.2.13.Ογκομετρική φιάλη των 500 ml

2.2.14.Ογκομετρική φιάλη των 1 000 ml

2.2.15.Σφαιρική φιάλη με εσμυρισμένο πώμα και ψυκτήρα επαναφοράς των 250 ml· ψήγματα βρασμού

2.2.16.Πεχάμετρο

2.2.17.Φωτόμετρο για μετρήσεις στα 650 nm, με κυψελίδες πάχους 1 έως 5 cm

2.2.18.Χάρτινος ηθμός ποιοτικής ανάλυσης

2.3.Διαδικασία

Τα προς ανάλυση δείγματα δεν πρέπει να λαμβάνονται διαμέσου στιβάδας αφρού.

Έπειτα από ενδελεχή καθαρισμό με νερό, ο εξοπλισμός που χρησιμοποιείται για την ανάλυση πρέπει να εκπλένεται προσεκτικά με μεθανολικό υδροχλωρικό οξύ (σημείο 2.2.10) και κατόπιν με απιονισμένο νερό πριν από τη χρήση.

Τα υγρά απόβλητα εισροής και εκροής της εγκατάστασης ενεργοποιημένης ιλύος που πρόκειται να εξεταστούν διηθούνται αμέσως μετά τη δειγματοληψία. Τα πρώτα 100 ml των διηθημάτων απορρίπτονται.

Τίθεται μετρημένος όγκος του δείγματος, εξουδετερωμένος αν χρειάζεται, σε διαχωριστική χοάνη 250 ml (σημείο 2.2.11). Ο όγκος του δείγματος πρέπει να περιέχει μεταξύ 20 και 150 μg MBAS. Για χαμηλότερη περιεκτικότητα σε MBAS, είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται έως 100 ml δείγματος. Όταν χρησιμοποιούνται λιγότερα από 100 ml, το δείγμα αραιώνεται έως τα 100 ml με απιονισμένο νερό. Προστίθενται στο δείγμα 10 ml ρυθμιστικού διαλύματος (σημείο 2.2.1), 5 ml ουδέτερου διαλύματος κυανού του μεθυλενίου (σημείο 2.2.2) και 15 ml χλωροφορμίου (σημείο 2.2.4). Το μείγμα ανακινείται ομοιόμορφα και όχι πολύ ζωηρά, επί ένα λεπτό. Μετά τον διαχωρισμό των φάσεων, η χλωροφορμική στιβάδα μεταφέρεται σε δεύτερη διαχωριστική χοάνη που περιέχει 110 ml απιονισμένου νερού και 5 ml όξινου διαλύματος κυανού του μεθυλενίου (σημείο 2.2.3). Το μείγμα ανακινείται επί ένα λεπτό. Η χλωροφορμική στιβάδα μεταφέρεται σε ογκομετρική φιάλη μέσω ηθμού από υδρόφιλο βαμβάκι που έχει προηγουμένως πλυθεί και εμποτιστεί με χλωροφόρμιο (σημείο 2.2.12).

Το αλκαλικό και το όξινο διάλυμα εκχυλίζονται τρεις φορές, χρησιμοποιώντας 10 ml χλωροφορμίου για τη δεύτερη και την τρίτη εκχύλιση. Τα αναμεμιγμένα χλωροφορμικά εκχυλίσματα διηθούνται μέσω του ίδιου ηθμού από υδρόφιλο βαμβάκι και αραιώνονται μέχρι τη χαραγή στην ογκομετρική φιάλη των 50 ml (σημείο 2.2.12) με το χλωροφόρμιο που χρησιμοποιήθηκε για την επανέκπλυση του υδρόφιλου βαμβακιού. Η απορροφητικότητα του χλωροφορμικού διαλύματος μετράται με φωτόμετρο στα 650 nm, σε κυψελίδες πάχους 1 έως 5 cm, έναντι καθαρού χλωροφορμίου. Πραγματοποιείται τυφλός προσδιορισμός καθ’ όλη τη διαδικασία.

2.4.Καμπύλη βαθμονόμησης

Παρασκευάζεται διάλυμα βαθμονόμησης από την πρότυπη ουσία χρησιμοποιώντας μεθυλεστέρα του δωδεκυλοβενζολοσουλφονικού οξέος (τύπος τετραπροπυλενίου, MB 340), έπειτα από σαπωνοποίηση προς άλας καλίου. Η MBAS υπολογίζεται ως δωδεκυλοβενζολοσουλφονικό νάτριο (MB 348).

Με τη βοήθεια σιφωνίου ζύγισης, ζυγίζονται 400 έως 450 mg μεθυλεστέρα του δωδεκυλοβενζολοσουλφονικού οξέος (σημείο 2.2.5) με ακρίβεια 0,1 mg σε σφαιρική φιάλη και προστίθενται 50 ml αιθανολικού διαλύματος υδροξειδίου του καλίου (σημείο 2.2.6) και μερικά ψήγματα βρασμού. Αφού προσαρμοστεί ο ψυκτήρας επαναφοράς, βράζουν επί μία ώρα. Μετά την ψύξη, ο ψυκτήρας και το εσμυρισμένο στόμιο πλένονται με περίπου 30 ml αιθανόλης και τα εκπλύματα αυτά προστίθενται στο περιεχόμενο της φιάλης. Το διάλυμα τιτλοδοτείται με θειικό οξύ μέχρι να εξαφανιστεί το χρώμα της φαινολοφθαλεΐνης. Το διάλυμα αυτό μεταφέρεται σε ογκομετρική φιάλη των 1 000 ml (σημείο 2.2.14), αραιώνεται μέχρι τη χαραγή με απιονισμένο νερό και αναμειγνύεται.

Στη συνέχεια, μέρος του εν λόγω διαλύματος παρακαταθήκης επιφανειοδραστικής ουσίας υποβάλλεται σε περαιτέρω αραίωση. Λαμβάνονται 25 ml, μεταφέρονται σε ογκομετρική φιάλη των 500 ml (σημείο 2.2.13), αραιώνονται μέχρι τη χαραγή με απιονισμένο νερό και αναμειγνύονται.

Αυτό το πρότυπο διάλυμα περιέχει:

όπου E είναι το βάρος του δείγματος σε mg.

Για να σχεδιαστεί η καμπύλη βαθμονόμησης, παραλαμβάνονται ποσότητες των 1, 2, 4, 6 και 8 ml από το πρότυπο διάλυμα και αραιώνεται έκαστη έως τα 100 ml με απιονισμένο νερό. Κατόπιν ακολουθείται η διαδικασία που ορίζεται στο σημείο 2.3, συμπεριλαμβανομένου του τυφλού προσδιορισμού.

2.5.Υπολογισμός των αποτελεσμάτων

Από την καμπύλη βαθμονόμησης (σημείο 2.4) υπολογίζεται η ποσότητα της ανιονικής επιφανειοδραστικής ουσίας (MBAS) στο δείγμα. Η περιεκτικότητα του δείγματος σε MBAS δίνεται από τον τύπο:

όπου: V = ο όγκος του δείγματος που χρησιμοποιήθηκε σε ml.

Τα αποτελέσματα εκφράζονται ως δωδεκυλοβενζολοσουλφονικό νάτριο (MB 348).

2.6.Έκφραση των αποτελεσμάτων

Τα αποτελέσματα εκφράζονται σε MBAS mg/l με ακρίβεια 0,1 mg/ml.

3.Προσδιορισμός των μη ιονικών επιφανειοδραστικών ουσιών στα υγρά των δοκιμών βιοαποδόμησης

3.1.Αρχή της μεθόδου

Οι επιφανειοδραστικοί παράγοντες συμπυκνώνονται και απομονώνονται με διέλευση ρεύματος αερίου («gas stripping»). Η ποσότητα μη ιονικής επιφανειοδραστικής ουσίας στο χρησιμοποιούμενο δείγμα πρέπει να είναι της τάξης των 250-800 g.

Η απομονωμένη επιφανειοδραστική ουσία διαλύεται σε οξικό αιθυλεστέρα.

Αφού διαχωριστούν οι φάσεις και εξατμιστεί ο διαλύτης, η μη ιονική επιφανειοδραστική ουσία καταβυθίζεται σε υδατικό διάλυμα με χρήση τροποποιημένου αντιδραστηρίου του Dragendorff (KBiI4 + BaCl2 + παγόμορφο οξικό οξύ).

Το ίζημα διηθείται, πλένεται με παγόμορφο οξικό οξύ και διαλύεται σε διάλυμα τρυγικού αμμωνίου. Το βισμούθιο που υπάρχει στο διάλυμα τιτλοδοτείται ποτενσιομετρικά με διάλυμα διθειοκαρβαμιδικής πυρρολιδίνης με pH 4-5, χρησιμοποιώντας ενδεικτικό ηλεκτρόδιο από στιλπνό λευκόχρυσο και ηλεκτρόδιο αναφοράς καλομέλανος ή αργύρου/χλωριούχου αργύρου. Η μέθοδος εφαρμόζεται στις μη ιονικές επιφανειοδραστικές ουσίες που περιέχουν 6-30 ομάδες οξειδίων αλκυλενίου.

Το αποτέλεσμα της τιτλοδότησης πολλαπλασιάζεται επί τον εμπειρικό συντελεστή 54, ώστε να εκφράζεται στην ουσία αναφοράς εννεϋλοφαινόλη συμπυκνωμένη με 10 mol οξειδίου του αιθυλενίου (NP 10).

3.2.Αντιδραστήρια και εξοπλισμός

Τα αντιδραστήρια πρέπει να παρασκευάζονται σε απιονισμένο νερό.

3.2.1.    Καθαρός οξικός αιθυλεστέρας πρόσφατης απόσταξης.

3.2.2.    Διττανθρακικό νάτριο, NaHCO3 (αναλυτικό αντιδραστήριο).

3.2.3.    Αραιό υδροχλωρικό οξύ [20 ml πυκνού οξέος (HCl) αραιωμένα με νερό έως τα 1 000 ml].

3.2.4.    Μεθανόλη (αναλυτικό αντιδραστήριο), πρόσφατης απόσταξης, διατηρημένη σε γυάλινη φιάλη.

3.2.5.    Πορφυρό βρωμοκρεσόλης, 0,1 g σε 100 ml μεθανόλης.

3.2.6.    Αντιδραστήριο καταβύθισης: μείγμα δύο όγκων του διαλύματος Α και ενός όγκου του διαλύματος Β. Το μείγμα διατηρείται σε σκουρόχρωμη φιάλη και μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι μία εβδομάδα μετά την ανάμειξη.

3.2.6.1.    Διάλυμα Α

Διαλύονται 1,7 g βασικού νιτρικού βισμουθίου, BiONO3.H2O (αναλυτικό αντιδραστήριο), σε 20 ml παγόμορφου οξικού οξέος και προστίθεται νερό έως τα 100 ml. Στη συνέχεια, διαλύονται 65 g ιωδιούχου καλίου (αναλυτικό αντιδραστήριο) σε 200 ml νερού. Τα δύο αυτά διαλύματα αναμειγνύονται σε ογκομετρική φιάλη των 1 000 ml, προστίθενται 200 ml παγόμορφου οξικού οξέος (σημείο 3.2.7) και συμπληρώνονται με νερό έως τα 1 000 ml.

3.2.6.2.    Διάλυμα Β

Διαλύονται 290 g χλωριούχου βαρίου, BaCl2.2H2O (αναλυτικό αντιδραστήριο), σε 1 000 ml νερού.

3.2.7.    Παγόμορφο οξικό οξύ 99-100 % (χαμηλότερες συγκεντρώσεις είναι ακατάλληλες).

3.2.8.    Διάλυμα τρυγικού αμμωνίου: αναμειγνύονται 12,4 g τρυγικού οξέος (αναλυτικό αντιδραστήριο) και 12,4 ml διαλύματος αμμωνίας (αναλυτικό αντιδραστήριο) (d = 0,910 g/ml) και συμπληρώνονται με νερό ως τα 1 000 ml [ή χρησιμοποιείται ισοδύναμη ποσότητα τρυγικού αμμωνίου (αναλυτικό αντιδραστήριο)].

3.2.9.    Αραιό διάλυμα αμμωνίας: αραιώνονται 40 ml διαλύματος αμμωνίας (αναλυτικό αντιδραστήριο) (d = 0,910 g/ml) με νερό ως τα 1 000 ml.

3.2.10.    Πρότυπο ρυθμιστικό διάλυμα οξικών: διαλύονται 40 g στερεού υδροξειδίου του νατρίου (αναλυτικό αντιδραστήριο) σε 500 ml νερό σε ποτήρι ζέσεως και αφήνονται να κρυώσουν. Προστίθενται 120 ml παγόμορφου οξικού οξέος (σημείο 3.2.7). Αναμειγνύονται καλά, αφήνονται να κρυώσουν και μεταφέρονται σε ογκομετρική φιάλη 1 000 ml. Συμπληρώνεται νερό έως τη χαραγή.

3.2.11.    Διάλυμα διθειοκαρβαμιδικής πυρρολιδίνης (γνωστό ως «καρβαμικό διάλυμα»): διαλύονται 103 mg νατριούχου διθειοκαρβαμιδικής πυρρολιδίνης, C5H8NNaS2.2H2O, σε περίπου 500 ml νερό, προστίθενται 10 ml n-αμυλικής αλκοόλης (αναλυτικό αντιδραστήριο) και 0,5 g NaHCO3 (αναλυτικό αντιδραστήριο) και συμπληρώνεται νερό ως τα 1 000 ml.

3.2.12.    Διάλυμα θειικού χαλκού (για τυποποίηση του σημείου 3.2.11).

ΔΙΑΛΥΜΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗΣ

Αναμειγνύονται 1,249 g θειικού χαλκού, CuSO4.5H2O (αναλυτικό αντιδραστήριο) με 50 ml θειικού οξέος 0,5 M και συμπληρώνεται νερό ως τα 1 000 ml.

ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΙΑΛΥΜΑ

Αναμειγνύονται 50 ml διαλύματος παρακαταθήκης και 10 ml H2SO4 0,5 M και συμπληρώνεται νερό ως τα 1 000 ml.

3.2.13.    Χλωριούχο νάτριο (αναλυτικό αντιδραστήριο).

3.2.14.    Συσκευή εκχύλισης με διέλευση ρεύματος αερίου (βλέπε σχήμα 5). Η διάμετρος του δίσκου από εσμυρισμένο γυαλί πρέπει να είναι ίδια με την εσωτερική διάμετρο του κυλίνδρου.

3.2.15.    Διαχωριστική χοάνη των 250 ml.

3.2.16.    Μαγνητικός αναδευτήρας με μαγνήτη 25-30 mm.

3.2.17.    Χωνευτήριο Gooch με διάτρητη βάση διαμέτρου 25 mm, τύπου G4.

3.2.18.    Κυκλικοί ηθμοί από ίνες υαλοβάμβακα· διάμετρος ηθμού: 27 mm και διάμετρος ινών: 0,3-1,5 μm.

3.2.19.    Δύο φιάλες διήθησης με στέλεχος και ελαστικό περιλαίμιο, των 500 ml και των 250 ml.

3.2.20.    Καταγραφικό ποτενσιόμετρο εφοδιασμένο με ενδεικτικό ηλεκτρόδιο από στιλπνό λευκόχρυσο και ηλεκτρόδιο αναφοράς καλομέλανος ή αργύρου/χλωριούχου αργύρου, που να επιτρέπει κλίμακα μέτρησης 250 mV, και με αυτόματη προχοΐδα χωρητικότητας 20-25 ml ή αντίστοιχη χειροκίνητη διάταξη.

3.3.Μέθοδος

3.3.1.Συγκέντρωση και διαχωρισμός της επιφανειοδραστικής ουσίας

Το υδατικό δείγμα διηθείται μέσα από χάρτινο ηθμό ποιοτικής ανάλυσης. Τα πρώτα 100 ml του διηθήματος απορρίπτονται.

Στη συσκευή εκχύλισης, που έχει προηγουμένως ξεπλυθεί με οξικό αιθυλεστέρα, τοποθετείται ποσότητα του δείγματος μετρημένη ώστε να περιέχει 250-800 g μη ιονικής επιφανειοδραστικής ουσίας.

Για καλύτερο διαχωρισμό, προστίθενται 100 g χλωριούχου νατρίου και 5 g όξινου ανθρακικού νατρίου.

Εάν ο όγκος του δείγματος υπερβαίνει τα 500 ml, τα άλατα αυτά προστίθενται στη συσκευή εκχύλισης σε στερεά μορφή και διαλύονται με τη διοχέτευση αζώτου ή αέρα στη συσκευή.

Εάν χρησιμοποιείται δείγμα μικρότερου όγκου, τα άλατα διαλύονται σε 400 ml νερό και, στη συνέχεια, προστίθενται στη συσκευή εκχύλισης.

Προστίθεται νερό ωσότου η στάθμη φθάσει στον επάνω κρουνό.

Στην επιφάνεια του νερού, προστίθενται προσεκτικά 100 ml οξικού αιθυλεστέρα.

Τοποθετείται οξικός αιθυλεστέρας ως τα δύο τρίτα της πλυστικής φιάλης της εισόδου του αερίου (αζώτου ή αέρα).

Διοχετεύεται στη συσκευή ρεύμα αερίου με ρυθμό 30-60 l/h· συνιστάται η χρήση μετρητή ροής. Στην αρχή, ο ρυθμός αερισμού πρέπει να αυξάνεται προοδευτικά. Η παροχή του αερίου ρυθμίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι φάσεις να παραμένουν πλήρως διαχωρισμένες, προκειμένου να ελαχιστοποιείται η ανάμειξη των φάσεων και η διάλυση του οξικού αιθυλεστέρα στο νερό. Η παροχή αερίου διακόπτεται έπειτα από πέντε λεπτά.

Εάν ο όγκος της οργανικής φάσης μειωθεί κατά περισσότερο από 20 % λόγω διάλυσης στο νερό, η διαδικασία πρέπει να επαναληφθεί με ιδιαίτερη προσοχή στον ρυθμό παροχής του αερίου.

Η οργανική φάση αποχύνεται σε διαχωριστική χοάνη. Το νερό που απομένει ενδεχομένως στη διαχωριστική χοάνη από την υδατική φάση —δεν αναμένεται να υπάρχουν περισσότερα από μερικά ml— επιστρέφεται στη συσκευή εκχύλισης. Η φάση του οξικού αιθυλεστέρα διηθείται μέσα από στεγνό χάρτινο ηθμό ποιοτικής ανάλυσης σε ποτήρι ζέσεως των 250 ml.

Προστίθενται ακόμα 100 ml οξικού αιθυλεστέρα στη συσκευή εκχύλισης και διοχετεύονται εκ νέου άζωτο ή αέρας επί πέντε λεπτά. Η οργανική φάση παροχετεύεται στη διαχωριστική χοάνη που χρησιμοποιήθηκε για τον πρώτο διαχωρισμό, η υδατική φάση απορρίπτεται και η οργανική φάση διηθείται μέσα από τον ίδιο ηθμό που χρησιμοποιήθηκε για την πρώτη ποσότητα οξικού αιθυλεστέρα. Η διαχωριστική χοάνη και ο ηθμός εκπλένονται με περίπου 20 ml οξικού αιθυλεστέρα.

Το εκχύλισμα οξικού αιθυλεστέρα εξατμίζεται σε υδατόλουτρο (απαγωγός εστία) μέχρι ξηρού. Για να επιταχυνθεί η εξάτμιση, διοχετεύεται ελαφρύ ρεύμα αέρα προς την επιφάνεια του διαλύματος.

3.3.2.Καταβύθιση και διήθηση

Το ξηρό υπόλειμμα που προέκυψε από το σημείο 3.3.1 διαλύεται σε 5 ml μεθανόλης, προστίθενται 40 ml νερού και 0,5 ml αραιού HCl (σημείο 3.2.3) και το μείγμα αναδεύεται με μαγνητικό αναδευτήρα.

Στο διάλυμα αυτό προστίθενται 30 ml αντιδραστηρίου καταβύθισης (σημείο 3.2.6) με ογκομετρικό κύλινδρο. Το ίζημα σχηματίζεται έπειτα από επαναλαμβανόμενη ανάδευση. Έπειτα από ανάδευση δέκα λεπτών, το μείγμα αφήνεται να σταθεί για τουλάχιστον πέντε λεπτά.

Το μείγμα διηθείται σε χωνευτήριο Gooch, η βάση του οποίου καλύπτεται με ηθμό από ίνες υαλοβάμβακα. Αρχικά, ο ηθμός πλένεται υπό ελαφρά αναρροφητική υποπίεση με περίπου 2 ml παγόμορφου οξικού οξέος. Έπειτα πλένονται καλά το ποτήρι ζέσεως, η μαγνητική ράβδος και το χωνευτήριο με παγόμορφο οξικό οξύ, από το οποίο χρειάζονται περίπου 40-50 ml. Δεν είναι απαραίτητο να μεταφερθεί ποσοτικά στον ηθμό το ίζημα που έχει προσκολληθεί στα τοιχώματα του ποτηριού ζέσεως, γιατί το διάλυμα του ιζήματος που προορίζεται για την τιτλοδότηση επιστρέφεται στο ποτήρι ζέσεως και το εναπομένον ίζημα, στη συνέχεια, θα διαλυθεί.

3.3.3.Διάλυση του ιζήματος

Το ίζημα στον ηθμό διήθησης διαλύεται με την προσθήκη θερμού διαλύματος τρυγικού αμμωνίου (περίπου 80 °C) (σημείο 3.2.8) σε τρεις μερίδες των 10 ml έκαστη. Κάθε μερίδα αφήνεται να σταθεί μέσα στον ηθμό για λίγα λεπτά προτού αναρροφηθεί στη φιάλη διαμέσου του ηθμού.

Το περιεχόμενο της φιάλης διήθησης τοποθετείται στο ποτήρι ζέσεως που χρησιμοποιήθηκε για την καταβύθιση. Τα τοιχώματα του ποτηριού ζέσεως εκπλένονται με ακόμα 20 ml διαλύματος τρυγικού αμμωνίου για να διαλυθεί το υπόλοιπο ίζημα.

Το χωνευτήριο, το στέλεχος και η φιάλη διήθησης εκπλένονται επιμελώς με 150-200 ml νερού, το οποίο επιστρέφεται στο ποτήρι ζέσεως που χρησιμοποιήθηκε για την καταβύθιση.

3.3.4.Τιτλοδότηση

Το διάλυμα αναδεύεται με μαγνητικό αναδευτήρα (σημείο 3.2.16), προστίθενται μερικές σταγόνες πορφυρού βρωμοκρεσόλης (σημείο 3.2.5) και το αραιό διάλυμα αμμωνίας (σημείο 3.2.9) ώσπου το χρώμα να γίνει ιώδες (αρχικά, το διάλυμα είναι ελαφρώς όξινο λόγω του οξικού οξέος που χρησιμοποιήθηκε για την έκπλυση).

Στη συνέχεια, προστίθενται 10 ml πρότυπου ρυθμιστικού διαλύματος οξικών (σημείο 3.2.10), τα ηλεκτρόδια βυθίζονται στο διάλυμα και αυτό τιτλοδοτείται ποτενσιομετρικώς με πρότυπο «καρβαμικό διάλυμα» (σημείο 3.2.11)· το άκρο της προχοΐδας πρέπει να είναι βυθισμένο στο διάλυμα.

Ο ρυθμός τιτλοδότησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 2 ml/min.

Το τελικό σημείο είναι η τομή των εφαπτομένων στα δύο τμήματα της καμπύλης δυναμικού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, διαπιστώνεται ότι η καμπή της καμπύλης δυναμικού αμβλύνεται· αυτό μπορεί να αποφευχθεί με τον επιμελή καθαρισμό του ηλεκτροδίου λευκόχρυσου (γυάλισμα με σμυριδόχαρτο).

3.3.5.Τυφλοί προσδιορισμοί

Ταυτόχρονα, καθ’ όλη τη διαδικασία διενεργείται τυφλός προσδιορισμός με 5 ml μεθανόλης και 40 ml νερού, σύμφωνα με τις οδηγίες του σημείου 3.3.2. Η τυφλή τιτλοδότηση πρέπει να δίνει αποτέλεσμα μικρότερο του 1 ml, διαφορετικά η καθαρότητα των αντιδραστηρίων (σημεία 3.2.3, 3.2.7, 3.2.8, 3.2.9, 3.2.10) και ιδίως η περιεκτικότητά τους σε βαρέα μέταλλα είναι επισφαλής και τα αντιδραστήρια πρέπει να αντικατασταθούν. Στον υπολογισμό των αποτελεσμάτων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η τυφλή τιτλοδότηση.

3.3.6.Έλεγχος του συντελεστή του «καρβαμικού διαλύματος»

Ο συντελεστής του «καρβαμικού διαλύματος» προσδιορίζεται την ημέρα της χρησιμοποίησής του. Για τον σκοπό αυτόν, τιτλοδοτούνται 10 ml του διαλύματος θειικού χαλκού (σημείο 3.2.12) με «καρβαμικό διάλυμα», αφού προστεθούν 100 ml νερού και 10 ml πρότυπου ρυθμιστικού διαλύματος οξικών (σημείο 3.2.10). Εάν η χρησιμοποιούμενη ποσότητα είναι a ml, ο συντελεστής f προσδιορίζεται ως εξής:

και όλα τα αποτελέσματα των τιτλοδοτήσεων πολλαπλασιάζονται με αυτόν τον συντελεστή.

3.4.Υπολογισμός των αποτελεσμάτων

Κάθε μη ιονική επιφανειοδραστική ουσία έχει τον δικό της συντελεστή, ανάλογα με τη σύνθεσή της, και ιδίως με το μήκος της αλυσίδας των αλκενοξειδίων. Οι συγκεντρώσεις μη ιονικών επιφανειοδραστικών ουσιών εκφράζονται σε σχέση με μια πρότυπη ουσία —μια εννεϋλοφαινόλη με 10 μονάδες αιθυλενοξειδίου (NP 10)— για την οποία ο συντελεστής μετατροπής είναι 0,054.

Με τη βοήθεια του εν λόγω συντελεστή, η ποσότητα της επιφανειοδραστικής ουσίας που περιέχεται στο δείγμα εκφράζεται ως mg ισοδυνάμου NP 10, με τον ακόλουθο τρόπο:

(b – c) x f x 0,054 = mg μη ιονικής επιφανειοδραστικής ουσίας ως NP 10

όπου:

b

=

ο όγκος του «καρβαμικού διαλύματος» που χρησιμοποιήθηκε για το δείγμα (ml),

c

=

ο όγκος του «καρβαμικού διαλύματος» που χρησιμοποιήθηκε για την τυφλή τιτλοδότηση (ml),

f

=

ο συντελεστής του «καρβαμικού διαλύματος».

3.5.Έκφραση των αποτελεσμάτων

Τα αποτελέσματα εκφράζονται σε mg/l ως NP 10 με ακρίβεια 0,1 mg/l.

Σχήμα 1 Εγκατάσταση ενεργοποιημένης ιλύος: γενική όψη

A

Δοχείο αποθήκευσης

B

Δοσομετρική διάταξη

C

Θάλαμος αερισμού (χωρητικότητας τριών λίτρων)

D

Δοχείο καθίζησης

E

Αεροπιεστική αντλία

F

Συλλέκτης

G

Πορώδες σύστημα αερισμού

H

Μετρητής ροής αέρα

I

Αέρας

Σχήμα 2 Εγκατάσταση ενεργοποιημένης ιλύος: λεπτομερής όψη (διαστάσεις σε χιλιοστόμετρα)

A

Στάθμη υγρού

B

Σκληρό PVC

C

Γυαλί ή αδιάβροχο πλαστικό (σκληρό PVC)

Σχήμα 3 Υπολογισμός της βιοαποδομησιμότητας — Επιβεβαιωτική δοκιμή

A

Περίοδος αρχικής λειτουργίας

B

Περίοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό (είκοσι μία ημέρες)

C

Άμεσα βιοαποδομήσιμη επιφανειοδραστική ουσία

D

Όχι άμεσα βιοαποδομήσιμη επιφανειοδραστική ουσία

E

Βιοαποδόμηση ( %)

F

Χρόνος (ημέρες)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2004

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 2 σημείο 1

Άρθρο 2 σημείο 1)

Άρθρο 2 σημείο 1α

Άρθρο 2 σημείο 2)

Άρθρο 2 σημείο 1β

Άρθρο 2 σημείο 3)

Άρθρο 2 σημείο 2

Άρθρο 2 σημείο 3

Άρθρο 2 σημείο 6)

Άρθρο 2 σημείο 4

Άρθρο 2 σημείο 7)

Άρθρο 2 σημείο 5

Άρθρο 2 σημείο 8)

Άρθρο 2 σημείο 6

Άρθρο 2 σημείο 11)

Άρθρο 2 σημείο 7

Άρθρο 2 σημείο  8

Άρθρο 2 σημείο  12)

Άρθρο 2 σημείο  9

Άρθρο 2 σημείο  14)

Άρθρο 2 σημείο 9α

Άρθρο 2 σημείο 13)

Άρθρο 2 σημείο 10

Άρθρο 2 σημείο 15)

Άρθρο 2 σημείο 11

Άρθρο 2 σημείο 12

Άρθρο 2 σημείο 5)

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 1 και άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 2

Άρθρο 4 παράγραφος 3

Άρθρο 4α

Άρθρο 6

Άρθρο 5 παράγραφος 1

Άρθρο 5 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 5 παράγραφος 5

Άρθρο 5 παράγραφος 6

Άρθρο 6 παράγραφος 1

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 6 παράγραφος 4

Άρθρο 7

Άρθρο 8 παράγραφος 1

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 8 παράγραφος 3

Άρθρο 8 παράγραφος 4

Άρθρο 9 παράγραφος 1

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 9 παράγραφος 3

Άρθρο 7 παράγραφος 6

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 22 παράγραφος 2

Άρθρο 11 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 11 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 15 παράγραφος 3

Άρθρο 11 παράγραφος 4

Άρθρο 15 παράγραφος 4

Άρθρο 11 παράγραφος 5

Άρθρο 15 παράγραφος 5

Άρθρο 11 παράγραφος 6

Άρθρο 12

Άρθρο 28

Άρθρο 13

Άρθρο 26

Άρθρο 13α παράγραφος 1

Άρθρο 27 παράγραφος 1

Άρθρο 13α παράγραφος 2

Άρθρο 27 παράγραφος 2

Άρθρο 13α παράγραφος 3

Άρθρο 27 παράγραφος 3

Άρθρο 13α παράγραφος 4

Άρθρο 27 παράγραφος 5

Άρθρο 13α παράγραφος 5

Άρθρο 27 παράγραφος 6

Άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 14 παράγραφος 4

Άρθρο 14 παράγραφος 5

Άρθρο 15 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 1

Άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 24 παράγραφος 3

Άρθρο 15 παράγραφος 2

Άρθρο 25 παράγραφος 4

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρο 17

Άρθρο 33

Άρθρο 18

Άρθρο 29

Άρθρο 19

Άρθρο 35

(1)    Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 440/2008 της Επιτροπής, της 30ής Μαΐου 2008, για καθορισμό των μεθόδων δοκιμής κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) (ΕΕ L 142 της 31.5.2008, σ. 1).
(2)    Οδηγία 2004/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των αρχών ορθής εργαστηριακής πρακτικής και τον έλεγχο της εφαρμογής τους κατά τις δοκιμές των χημικών ουσιών (ΕΕ L 50 της 20.2.2004, σ. 44).
(3)    Οδηγία 2004/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την εφαρμογή των αρχών ορθής εργαστηριακής πρακτικής και τον έλεγχο της εφαρμογής τους κατά τις δοκιμές των χημικών ουσιών (ΕΕ L 50 της 20.2.2004, σ. 44).
(4)    Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το κοινό δασμολόγιο (ΕΕ L 256 της 7.9.1987, σ. 1).
Top