Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52022PC0120

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού, τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, την εποπτική συνεργασία, την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τις απαιτήσεις για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων τρίτων χωρών

COM/2022/120 final

Βρυξέλλες, 16.3.2022

COM(2022) 120 final

2022/0074(COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού, τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, την εποπτική συνεργασία, την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τις απαιτήσεις για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων τρίτων χωρών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

{SEC(2022) 160 final} - {SWD(2022) 75 final} - {SWD(2022) 76 final}


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (ΚΑΤ) διαχειρίζονται την υποδομή που καθιστά δυνατό τον διακανονισμό αξιογράφων, δηλαδή την ολοκλήρωση μιας συναλλαγής αξιογράφων μέσω της μεταφοράς μετρητών ή αξιογράφων, ή και των δύο 1 . Τα ΚΑΤ διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην πρωτογενή αγορά συγκεντρώνοντας την αρχική καταχώριση των νεοεκδοθέντων αξιογράφων («συμβολαιογραφική υπηρεσία»). Τηρούν επίσης λογαριασμούς αξιογράφων που καταγράφουν πόσα αξιόγραφα κατέχονται από ποιον, καθώς και κάθε μεταβολή στην κατοχή τους («υπηρεσία κεντρικής διατήρησης»). Επιπλέον, ορισμένα ΚΑΤ παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες 2 , συμπεριλαμβανομένων τραπεζικών υπηρεσιών.

Τα ΚΑΤ διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στη χρηματοδότηση της οικονομίας μέσω του ρόλου τους στην έκδοση αξιογράφων και καθιστώντας δυνατή την ολοκλήρωση των συναλλαγών αξιογράφων. Τα ΚΑΤ διαδραματίζουν επίσης σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής από τις κεντρικές τράπεζες. Για παράδειγμα, οι επιλέξιμες ασφάλειες για νομισματικές πράξεις των κεντρικών τραπεζών, ιδίως στη ζώνη του ευρώ, διοχετεύονται μέσω συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ. Σήμερα, στην ΕΕ έχουν λάβει άδεια λειτουργίας 26 ΚΑΤ. Το 2019 τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων της ΕΕ χειρίστηκαν πάνω από 420 εκατομμύρια εντολές παράδοσης αξίας άνω των 53 τρισ. EUR σε αξιόγραφα, που αντιπροσώπευαν συνολικό κύκλο εργασιών άνω των 1 120 τρισ. EUR 3 .

Στόχος του κανονισμού του 2014 για τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων (CSDR) ήταν η βελτίωση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού, καθώς και η θέσπιση ενός συνόλου κοινών απαιτήσεων για τα ΚΑΤ σε ολόκληρη την ΕΕ. Παρότι τα ΚΑΤ υπήρξαν ανθεκτικά, μεταξύ άλλων και κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, και υπόκειντο σε ρύθμιση βάσει του εθνικού δικαίου και διεθνών προτύπων, δεν ρυθμίζονταν με συνέπεια σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Αυτό οδήγησε σε διαφορές στην ασφάλειά τους και προκάλεσε ανησυχίες όσον αφορά την ύπαρξη ίσων όρων ανταγωνισμού. Η ρύθμιση των ΚΑΤ ήταν επίσης σημαντική για την ολοκλήρωση του κανονιστικού πλαισίου των υποδομών της συναλλακτικής και μετασυναλλακτικής αγοράς, σε συνέχεια της οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων (οδηγία 2004/39/ΕΚ 4 ), η οποία αφορούσε τους τόπους διαπραγμάτευσης, και του κανονισμού για τις υποδομές των ευρωπαϊκών αγορών (κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012) 5 , ο οποίος αφορούσε τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών. Επιπλέον, μια συνεπής κανονιστική προσέγγιση για τα συστήματα διακανονισμού και τις διαδικασίες διακανονισμού ήταν σημαντική για τη συμπλήρωση και τη διευκόλυνση του Target2-Securities (T2S) 6 . Ο κανονισμός CSDR ήταν επίσης η απάντηση της ΕΕ στην έκκληση του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB), της 20ής Οκτωβρίου 2010 7 , για αναθεώρηση και ενίσχυση των προτύπων ώστε να εξασφαλιστούν ισχυρότερες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών 8 .

Τα ΚΑΤ είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα συστημικής σημασίας για τις χρηματοπιστωτικές αγορές και, ως εκ τούτου, είναι σημαντικό το πλαίσιό τους να παραμείνει κατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η τακτική επανεξέταση του κανονισμού CSDR είναι δικαιολογημένη προκειμένου να διασφαλιστεί ότι εξακολουθεί να επιτυγχάνει τους στόχους του και, παράλληλα, να καταστεί αναλογικότερο και αποτελεσματικότερο το πλαίσιο, όπου αυτό είναι δυνατό. Η επανεξέταση του CSDR αποτελεί βασική δράση του σχεδίου δράσης του 2020 για την Ένωση Κεφαλαιαγορών (CMU) 9 με σκοπό την ανάπτυξη ενός αποτελεσματικότερου μετασυναλλακτικού τοπίου στην ΕΕ. Οι ανθεκτικές και αποτελεσματικές αγορές διακανονισμού στην ΕΕ θα πρέπει να ενσωματώσουν καλύτερα το τοπίο των μετασυναλλακτικών υποδομών και να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα των ΚΑΤ της ΕΕ και των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ εν γένει.

Το άρθρο 75 του κανονισμού CSDR υποχρέωνε την Επιτροπή να επανεξετάσει και να καταρτίσει έκθεση αξιολόγησης της εφαρμογής του κανονισμού και της μελλοντικής πορείας για την επανεξέτασή του έως τις 19 Σεπτεμβρίου 2019. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του σχετικά με την περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών 10 , κάλεσε επίσης την Επιτροπή να επανεξετάσει το καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού 11 βάσει του κανονισμού CSDR ενόψει του Brexit και της κρίσης COVID-19. Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποιήθηκε στοχευμένη διαβούλευση 12 μεταξύ 8 Δεκεμβρίου 2020 και 2 Φεβρουαρίου 2021. Την 1η Ιουλίου 2021 η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση 13 . Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε γενικές γραμμές ο CSDR επιτυγχάνει τους αρχικούς στόχους του για ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην ΕΕ και της ευρωστίας των ΚΑΤ. Στους περισσότερους τομείς, η εισαγωγή σημαντικών αλλαγών στον CSDR θεωρήθηκε πρόωρη, λαμβανομένης υπόψη της πρόσφατης εφαρμογής των απαιτήσεων. Ωστόσο, στην έκθεση προσδιορίστηκαν τομείς στους οποίους ενδέχεται να απαιτείται περαιτέρω δράση για την επίτευξη των στόχων του CSDR με πιο αναλογικό, αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο.

Δεδομένης της ανάγκης να εξαλειφθούν οι δυσανάλογες δαπάνες και επιβαρύνσεις και να απλουστευθούν οι κανόνες χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η επανεξέταση του CSDR συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT) της Επιτροπής για το 2021 14 . 

Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Ο CSDR συνδέεται με διάφορες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της οδηγίας για το αμετάκλητο του διακανονισμού 15 , της MiFID και του MiFIR, καθώς και, όσον αφορά τα ΚΑΤ που έχουν λάβει βάσει του CSDR άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, του κανονισμού για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις 16 , της οδηγίας για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις 17 και της οδηγίας για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των τραπεζών 18 .

Οι προτάσεις για την τροποποίηση του CSDR συνάδουν με το σχέδιο της Επιτροπής για την Ένωση Κεφαλαιαγορών 19 . Στόχος της Ένωσης Κεφαλαιαγορών είναι να καταστήσει δυνατή τη ροή κεφαλαίων σε ολόκληρη την ΕΕ προς όφελος των καταναλωτών, των επενδυτών και των επιχειρήσεων. Η κρίση της νόσου COVID-19 κατέστησε πιο επείγουσα την υλοποίηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, καθώς η χρηματοδότηση με βάση την αγορά αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την επιστροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και για τη χρηματοδότηση της περιβαλλοντικής και της ψηφιακής μετάβασης της ΕΕ. Οι ασφαλείς και αποτελεσματικές μετασυναλλακτικές ρυθμίσεις αποτελούν ουσιώδες στοιχείο για την ευρωστία των κεφαλαιαγορών. Οι προτεινόμενες νομοθετικές αλλαγές θα συμβάλουν στην ανάπτυξη ενός αποτελεσματικότερου μετασυναλλακτικού τοπίου στην ΕΕ.

Ο CSDR συνδέεται επίσης στενά με τη δέσμη μέτρων για τον ψηφιακό χρηματοοικονομικό τομέα 20 . Συνδέεται ιδιαίτερα με την πρόταση κανονισμού σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για τις υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού 21 (DLT). Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, τα συστήματα διακανονισμού DLT και τα συστήματα διαπραγμάτευσης και διακανονισμού DLT μπορούν να εξαιρούνται από τη συμμόρφωση προς ορισμένες διατάξεις του CSDR υπό ορισμένες προϋποθέσεις με σκοπό την τόνωση της καινοτομίας στον εν λόγω τομέα, με παράλληλη διασφάλιση της προστασίας των επενδυτών, της ακεραιότητας της αγοράς και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Η πολιτική συμφωνία επί της εν λόγω πρότασης εισήγαγε επίσης τη δυνατότητα αναβολής της εφαρμογής των κανόνων του CSDR σχετικά με τις υποχρεωτικές αγορές κάλυψης «buy-in», ώστε να καταστεί δυνατή η διεξοδικότερη εξέταση στο πλαίσιο της επανεξέτασης του CSDR 22 . Επιπλέον, ο CSDR συνδέεται με την πρόταση κανονισμού σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα 23 , η οποία έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι όλοι οι συμμετέχοντες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των ΚΑΤ, διαθέτουν τις αναγκαίες διασφαλίσεις για τον μετριασμό των κυβερνοεπιθέσεων και των συναφών κινδύνων ΤΠΕ.

Οι υποδομές της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των ΚΑΤ, αποτέλεσαν επίσης μέρος της ανακοίνωσης της Επιτροπής με τίτλο «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας» 24 . Στην εν λόγω ανακοίνωση παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο η ΕΕ μπορεί να ενισχύσει την ανοικτή στρατηγική αυτονομία της στον μακροοικονομικό και χρηματοπιστωτικό τομέα, ιδίως, αλλά όχι μόνο, με την περαιτέρω ανάπτυξη των υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ και την αύξηση της ανθεκτικότητάς τους. Ως εκ τούτου, ένα ισχυρό σύστημα διακανονισμού της ΕΕ, όπως ρυθμίζεται από τον CSDR, αποτελεί σημαντικό στοιχείο που συμβάλλει στην ανοικτή στρατηγική αυτονομία της ΕΕ στον τομέα των υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Τέλος, η παρούσα πρόταση συνάδει με τις εργασίες που διεξάγονται σε διεθνές επίπεδο στο πλαίσιο του FSB, με στόχο, μεταξύ άλλων, την επίτευξη συνεκτικής εφαρμογής των αρχών για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών (PFMIs) που καταρτίστηκαν από την Επιτροπή για τις Υποδομές Πληρωμών και Αγορών (CPMI) και τη Διεθνή Οργάνωση Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς (IOSCO).

Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η παρούσα πρωτοβουλία θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο του ευρύτερου θεματολογίου της Επιτροπής που αποσκοπεί στο να καταστούν οι αγορές της ΕΕ πιο ανταγωνιστικές και ανθεκτικές, όπως αποτυπώνεται στις πρωτοβουλίες για την Ένωση Κεφαλαιαγορών, για τον ψηφιακό χρηματοοικονομικό τομέα και για την ανοικτή στρατηγική αυτονομία. Οι ασφαλείς και αποτελεσματικές μετασυναλλακτικές ρυθμίσεις αποτελούν ουσιώδες στοιχείο για την ευρωστία των κεφαλαιαγορών. Μια πλήρως λειτουργική και ολοκληρωμένη αγορά κεφαλαίων θα επιτρέψει στην οικονομία της ΕΕ να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο και να είναι πιο ανταγωνιστική, σύμφωνα με τη στρατηγική προτεραιότητα της Επιτροπής για μια οικονομία στην υπηρεσία των ανθρώπων, με επίκεντρο τη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών για τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις.

Η εν λόγω πρωτοβουλία δεν έχει άμεσες και/ή προσδιορίσιμες επιπτώσεις που να προκαλούν σημαντική ζημία ή να επηρεάζουν τη συνοχή με τους στόχους κλιματικής ουδετερότητας και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα 25 .

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Η νομική βάση της παρούσας πρότασης είναι το άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο αποτελεί τη νομική βάση για τον CSDR. Στην ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων επισημαίνεται ότι ορισμένα στοιχεία του CSDR πρέπει να τροποποιηθούν ώστε να εξαλειφθεί το δυσανάλογο κόστος και ο φόρτος συμμόρφωσης και να απλουστευθούν οι κανόνες χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του κανονισμού και τη διευκόλυνση της ολοκλήρωσης της αγοράς διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Οι στόχοι του CSDR, δηλαδή ο καθορισμός ενιαίων απαιτήσεων για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων στην ΕΕ, ο καθορισμός κανόνων σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των ΚΑΤ και η προώθηση ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη μεμονωμένα, όπως αναγνώρισαν οι συννομοθέτες το 2014 κατά την έγκριση του CSDR.

Σήμερα, τα κράτη μέλη και οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν μπορούν να επιλύσουν από μόνα τους τις προκλήσεις που προκύπτουν από τις επαχθείς και ασαφείς απαιτήσεις του CSDR ή τους κινδύνους που απορρέουν από τις αποκλίνουσες εθνικές εποπτικές πρακτικές. Επίσης, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν από μόνα τους τον κίνδυνο που θα μπορούσε να ενέχει για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ΕΕ η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τις δραστηριότητες των ΚΑΤ τρίτων χωρών. Ως εκ τούτου, οι στόχοι της παρούσας πρωτοβουλίας δεν μπορούν να επιτευχθούν από τα κράτη μέλη και μπορούν, κατά συνέπεια, λόγω της κλίμακας των ενεργειών, να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αναλογικότητα

Στόχος της παρούσας πρότασης είναι η διασφάλιση ότι επιτυγχάνονται οι στόχοι του κανονισμού CSDR με πιο αναλογικό, αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο. Αυτό θα πρέπει να μεταφραστεί σε απλούστερες ή μειωμένες απαιτήσεις που αποσκοπούν στη μείωση του διοικητικού φόρτου του κανονισμού για τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδίως τα ΚΑΤ, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η προστασία των επενδυτών, η ακεραιότητα της αγοράς και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Με την επανεξέταση των εποπτικών ρυθμίσεων για τα ΚΑΤ (ιδίως εκείνα που δραστηριοποιούνται διασυνοριακά, καθώς και εκείνα που αποτελούν μέρος ομίλων ΚΑΤ), η πρόταση αντιμετωπίζει τις προκλήσεις που παρατηρούνται στην επίτευξη εποπτικής σύγκλισης. Επιπλέον, η αναμόρφωση ορισμένων απαιτήσεων σε σχέση με τη διαδικασία διαβατηρίου, την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τη διαδικασία διακανονισμού, αντιμετωπίζει τις ανησυχίες που εξέφρασαν τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), διασφαλίζοντας παράλληλα τους στόχους του CSDR. Η πρόταση δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης παρακολούθησης και μετριασμού τυχόν κινδύνων που ενδέχεται να προκύψουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από τις δραστηριότητες των ΚΑΤ που λειτουργούν εντός και εκτός της ΕΕ. Η αναλογικότητα των προτιμώμενων επιλογών πολιτικής αξιολογείται περαιτέρω στο κεφάλαιο 6 της συνοδευτικής εκτίμησης επιπτώσεων.

Επιλογή της νομικής πράξης

Ο CSDR είναι κανονισμός και, ως εκ τούτου, πρέπει να τροποποιηθεί με νομική πράξη της ίδιας φύσης.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας της ισχύουσας νομοθεσίας

Στο πλαίσιο αξιολόγησης του CSDR εξετάστηκε ο βαθμός στον οποίο οι ειδικές απαιτήσεις πολιτικής στον κανονισμό CSDR πέτυχαν τους στόχους τους και ιδίως εάν οι εν λόγω απαιτήσεις το έπραξαν κατά τρόπο αποτελεσματικό και αποδοτικό, παραμένοντας παράλληλα συνεκτικές και συναφείς και παρέχοντας προστιθέμενη αξία για την ΕΕ. Τα πορίσματα της αξιολόγησης παρουσιάζονται στο παράρτημα 5 της εκτίμησης επιπτώσεων.

Δεδομένου ότι ορισμένες από τις βασικές απαιτήσεις του CSDR έχουν τεθεί μόλις πρόσφατα σε εφαρμογή ή δεν εφαρμόζονται ακόμη, η εκτίμηση δεν αποτέλεσε πλήρη αξιολόγηση.

Ωστόσο, η αξιολόγηση κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:

·Αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα: Ενώ ο όγκος των διακανονισμένων συναλλαγών αυξήθηκε από την έναρξη ισχύος του CSDR, οι διασυνοριακές συναλλαγές παρέμειναν σταθερές. Σε διάφορους τομείς, π.χ. στη διαδικασία διαβατηρίου, υπάρχουν σημαντικοί φραγμοί και τα προκαταρκτικά πορίσματα έδειξαν ότι θα μπορούσαν να αναληφθούν δράσεις για τη μείωση του δυσανάλογου φόρτου συμμόρφωσης και τη βελτίωση της διασυνοριακής δραστηριότητας. Θα μπορούσαν επίσης να επιδιωχθούν βελτιώσεις στους τομείς των τραπεζικών υπηρεσιών, καθώς η πρόσβαση σε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου είναι περιορισμένη, γεγονός που με τη σειρά του εμποδίζει τον διακανονισμό σε ξένα νομίσματα, και των εποπτικών ρυθμίσεων, οι οποίες επηρεάζουν τις δυνατότητες ή τις ευκαιρίες των ΚΑΤ να παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες.

·Συνάφεια: Οι στόχοι του CSDR για αύξηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της αγοράς διακανονισμού της ΕΕ και για τη διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού για τις υπηρεσίες ΚΑΤ παραμένουν συναφείς.

·Συνοχή: Ο CSDR ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς προσπάθειες για διασφάλιση της σταθερότητας και της ασφάλειας των μετασυναλλακτικών υποδομών. Ο CSDR συνάδει με άλλες νομοθετικές πράξεις και πρωτοβουλίες πολιτικής της ΕΕ.

·Ενωσιακή προστιθέμενη αξία: Ο CSDR κάλυψε ένα κενό που υπήρχε στη νομοθεσία με τη θέσπιση νέου πλαισίου με στόχο την αντιμετώπιση, στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας σε επίπεδο ΕΕ, της έλλειψης εναρμονισμένης προσέγγισης όσον αφορά τις αγορές διακανονισμού της ΕΕ και την αντιμετώπιση των σχετικών συστημικών κινδύνων. 

Λόγω της ανάγκης να απλουστευθούν στοχευμένοι τομείς του CSDR και να καταστούν πιο αναλογικοί, όπως προκύπτει από τις συνεισφορές στη στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με τον CSDR και από την επανεξέταση του κανονισμού από την Επιτροπή, η επανεξέταση του CSDR αποτελεί πρωτοβουλία REFIT.

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Η Επιτροπή διεξήγαγε διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας κατάρτισης της παρούσας πρότασης. Συγκεκριμένα:

·στοχευμένη διαβούλευση 26 μεταξύ 8ης Δεκεμβρίου 2020 και 2ας Φεβρουαρίου 2021·

·διαβούλευση σχετικά με την αρχική εκτίμηση επιπτώσεων 27 μεταξύ 8ης Μαρτίου 2021 και 5ης Απριλίου 2021·

·δύο συνεδριάσεις της ομάδας εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών (22 Σεπτεμβρίου 2020 και 15 Ιουλίου 2021) στις οποίες προσκλήθηκαν επίσης η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η ΕΑΚΑΑ και η γραμματεία της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Γενικά, υποστηρίχθηκαν οι στόχοι του CSDR για ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην ΕΕ και διασφάλιση της ευρωστίας των ΚΑΤ. Οι σχετικές βασικές απαιτήσεις θεωρήθηκε ότι επιτυγχάνουν αυτούς τους στόχους και ότι υλοποιούν τις διεθνείς δεσμεύσεις της ΕΕ για ρυθμιστική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των εκπροσώπων των κρατών μελών, επισήμαναν ορισμένους τομείς στους οποίους οι απαιτήσεις του CSDR θα μπορούσαν να προσαρμοστούν χωρίς να υπονομευθούν οι γενικοί στόχοι του, προκειμένου: i) να απλουστευτεί και να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των απαιτήσεων· και ii) να μειωθούν δυσανάλογα έξοδα και επιβαρύνσεις.

Η πρόταση λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω παρατηρήσεις των ενδιαφερόμενων μερών, καθώς και τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν μέσω συναντήσεων με ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών και αρχών και θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Εισάγει στοχευμένες τροποποιήσεις του CSDR με στόχο:

α)να ελαχιστοποιηθούν τα εμπόδια στον διασυνοριακό διακανονισμό μέσω της απλούστευσης και της αποσαφήνισης των επαχθών απαιτήσεων διαβατηρίου, της βελτίωσης της συνεργασίας μεταξύ των εποπτικών αρχών και της διευκόλυνσης της πρόσβασης σε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου για τη διευκόλυνση του διακανονισμού σε ξένα νομίσματα·

β)να προσαρμοστεί καλύτερα η εφαρμογή ορισμένων απαιτήσεων (π.χ. όσον αφορά τη διαδικασία διακανονισμού, τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου) για τη μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

γ)να διασφαλιστεί ότι οι αρχές στην ΕΕ διαθέτουν επαρκείς εξουσίες και πληροφορίες για την παρακολούθηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΚΑΤ τόσο της ΕΕ όσο και τρίτων χωρών, μεταξύ άλλων με την ενίσχυση της εποπτικής συνεργασίας τους.

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Κατά την εκπόνηση της παρούσας πρότασης, η Επιτροπή βασίστηκε σε εξωτερική εμπειρογνωσία:

Εκθέσεις της ΕΑΚΑΑ: H ΕΑΚΑΑ υπέβαλε τέσσερις εκθέσεις το 2020 και το 2021 στην Επιτροπή σχετικά με τον εσωτερικοποιημένο διακανονισμό 28 , τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών από ΚΑΤ και τον χειρισμό αιτήσεων για τη διασυνοριακή παροχή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών και υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης 29 , την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου 30 και τη χρήση της χρηματοοικονομικής τεχνολογίας (FinTech) από τα ΚΑΤ 31 . Οι εν λόγω εκθέσεις έλαβαν επίσης υπόψη τις απαντήσεις σε έρευνες της ΕΑΚΑΑ από τις εθνικές αρχές, τα ΚΑΤ και τους συμμετέχοντες. Η Επιτροπή εξέτασε επίσης τις εξαμηνιαίες εκθέσεις της ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις τάσεις, τους κινδύνους και τα τρωτά σημεία 32 στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υποδομών και των υπηρεσιών·

Στοχευμένη συμβολή από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) στη διαβούλευση για τον CSDR, συμπεριλαμβανομένων ανωνυμοποιημένων και ενοποιημένων αποτελεσμάτων έρευνας που διεξήχθη μεταξύ ΚΑΤ.

Η συμβολή αυτή συμπληρώθηκε με, ενίοτε απόρρητες, ποσοτικές και ποιοτικές πληροφορίες από τους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Εκτίμηση επιπτώσεων

Η Επιτροπή διεξήγαγε εκτίμηση των επιπτώσεων των συναφών εναλλακτικών επιλογών πολιτικής. Προσδιορίστηκαν επιλογές πολιτικής με βάση τους ακόλουθους πέντε παράγοντες: i) επαχθείς και ασαφείς απαιτήσεις διαβατηρίου, ii) ανεπαρκής συντονισμός και συνεργασία μεταξύ των αρχών, iii) περιοριστικές απαιτήσεις για την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών που σχετίζονται με τον διακανονισμό σε ξένα νομίσματα, iv) ασαφείς και περίπλοκες απαιτήσεις για τη διαδικασία διακανονισμού και v) ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες των ΚΑΤ τρίτων χωρών στην ΕΕ. Οι επιλογές πολιτικής αξιολογήθηκαν με γνώμονα τους ειδικούς στόχους της ελαχιστοποίησης των φραγμών στον διασυνοριακό διακανονισμό, της μείωσης του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και της διασφάλισης επαρκών εξουσιών και πληροφοριών για την παρακολούθηση των κινδύνων.

Στις 29 Οκτωβρίου 2021 η εκτίμηση επιπτώσεων έλαβε θετική γνώμη με παρατηρήσεις από την επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου, η οποία διατύπωσε τις ακόλουθες βασικές συστάσεις για βελτιώσεις:

·αποσαφήνιση της αλληλεπίδρασης μεταξύ του αναθεωρημένου CSDR και της ανακοίνωσης με τίτλο «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας»·

·καλύτερη επεξήγηση των λόγων για τους οποίους η διαδικασία διαβατηρίου, μια πρακτική που χρησιμοποιείται με επιτυχία σε πολλούς άλλους τομείς του χρηματοπιστωτικού δικαίου, δεν φαίνεται να λειτουργεί σε αυτό το τμήμα·

·επεξήγηση της ανάλυσης που οδήγησε στην καθιέρωση της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» ως στοιχείου του καθεστώτος συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού το 2014, καθώς και του τρόπου με τον οποίο η αξιολόγηση της Επιτροπής έχει αλλάξει έκτοτε·

·προσδιορισμός των επιλογών πολιτικής που είναι συμπληρωματικές και εκείνων που αλληλοαποκλείονται.

Οι ζητούμενες διευκρινίσεις προστέθηκαν στις σχετικές ενότητες της εκτίμησης επιπτώσεων, δηλαδή, όσον αφορά την ανακοίνωση σχετικά με την ανοικτή στρατηγική αυτονομία στην ενότητα 1.4.2, παραδείγματα επαχθών απαιτήσεων διαβατηρίου που αντιμετωπίζουν τα ΚΑΤ και οι οποίες εμποδίζουν τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών στο παράρτημα 6, επεξήγηση της προέλευσης των υποχρεωτικών αγορών κάλυψης «buy-in» στην ενότητα 2.2.2 και διευκρίνιση σχετικά με τον χαρακτήρα συμπληρωματικότητας ή αλληλοαποκλεισμού των επιλογών πολιτικής στην ενότητα 6.

Βάσει της αξιολόγησης και σύγκρισης όλων των επιλογών πολιτικής, η εκτίμηση επιπτώσεων κατέληξε στις ακόλουθες προτιμώμενες επιλογές πολιτικής:

·απλούστευση της διαδικασίας διαβατηρίου του CSDR, με κατάργηση της δυνατότητας των εποπτικών αρχών της χώρας υποδοχής να αρνούνται τη χορήγηση διαβατηρίου και με αντικατάσταση της εν λόγω δυνατότητας με κοινοποίηση από τις εποπτικές αρχές της χώρας καταγωγής προς τις εποπτικές αρχές της χώρας υποδοχής. Η προτιμώμενη επιλογή πολιτικής ελαχιστοποιεί τα εμπόδια στον διασυνοριακό διακανονισμό και μειώνει τον διοικητικό φόρτο και το κόστος συμμόρφωσης. Άλλες επιλογές πολιτικής που αξιολογήθηκαν ήταν η μείωση του πεδίου εφαρμογής των απαιτήσεων διαβατηρίου για τις μετοχικές κινητές αξίες ή η αποσαφήνιση του ρόλου και των εξουσιών των αρμόδιων αρχών και των απαιτήσεων που σχετίζονται με την εθνική νομοθεσία. Ωστόσο, και οι δύο αυτές επιλογές θα επιτύγχαναν μόνο εν μέρει τους στόχους.

·ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών εποπτικών αρχών με τη σύσταση σωμάτων εποπτών για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ΚΑΤ σε αγορές άλλες από εκείνες της άδειας λειτουργίας τους και διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας με την παροχή στις εποπτικές αρχές περισσότερων εξουσιών για την παρακολούθηση των κινδύνων. Άλλες επιλογές που εξετάστηκαν ήταν η ενίσχυση των υφιστάμενων κανόνων του CSDR για τις ρυθμίσεις συνεργασίας και η καθιέρωση μεγαλύτερης εποπτείας των ΚΑΤ σε επίπεδο ΕΕ. Ωστόσο, τα σώματα επιτυγχάνουν τη σωστή ισορροπία μεταξύ της επίτευξης των στόχων, αντικατοπτρίζοντας παράλληλα το γεγονός ότι η εποπτική ευθύνη παραμένει στο κράτος μέλος καταγωγής των ΚΑΤ.

·διευκόλυνση της πρόσβασης των ΚΑΤ σε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, με παροχή στα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια τραπεζικής λειτουργίας της δυνατότητας να προσφέρουν τις εν λόγω υπηρεσίες σε άλλα ΚΑΤ και με αναθεώρηση των ορίων κάτω από τα οποία τα ΚΑΤ μπορούν να χρησιμοποιούν μια εμπορική τράπεζα. Μια άλλη επιλογή που εξετάστηκε ήταν η άρση των περιορισμών για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου στα ΚΑΤ, η οποία, ωστόσο, απορρίφθηκε διότι ενδέχεται να αυξήσει σημαντικά τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

·ο συνδυασμός της αποσαφήνισης διαφόρων στοιχείων που σχετίζονται με τη διαδικασία διακανονισμού (π.χ. πεδίο εφαρμογής) και της τροποποίησης του χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» 33 («προσέγγιση δύο σταδίων») είναι η πλέον αποτελεσματική και αποδοτική επιλογή. Η εφαρμογή της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην ΕΕ. Πρώτον, τα συλλεγέντα στοιχεία δείχνουν ότι οι χρηματικές ποινές θα παράσχουν κίνητρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα και η ρευστότητα σε όλες τις αγορές και τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Δεύτερον, μετά την επιβολή χρηματικών ποινών, μπορεί στη συνέχεια να αξιολογηθεί ο καλύτερος τρόπος εφαρμογής της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» υπό το πρίσμα της εξέλιξης της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού. Η επιλογή της αναστολής του πλαισίου στο σύνολό του απορρίφθηκε, καθώς οι περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού στην ΕΕ παραμένουν σταθερά υψηλότερες απ’ ό,τι σε άλλες σημαντικές χρηματοπιστωτικές αγορές.

·θέσπιση ημερομηνίας λήξης της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων για ΚΑΤ της ΕΕ και τρίτων χωρών 34 και απαίτηση κοινοποίησης για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών. Οι ληφθείσες πληροφορίες θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να δώσει προτεραιότητα στην αξιολόγηση της ισοδυναμίας των πλαισίων των ΚΑΤ τρίτων χωρών, δεδομένου ότι η χορήγηση ισοδυναμίας από την Επιτροπή αποτελεί προϋπόθεση για την αναγνώριση από την ΕΑΚΑΑ των ΚΑΤ τρίτων χωρών που επιθυμούν να παρέχουν συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός των μέτρων αυτών θα διασφαλίσει ότι οι αρχές διαθέτουν επαρκείς εξουσίες και έγκαιρη πληροφόρηση για την παρακολούθηση των κινδύνων σύμφωνα με την εξέλιξη των αναγκών της αγοράς. Ωστόσο, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν τις διαδικασίες ισοδυναμίας και αναγνώρισης που εφαρμόζονται ήδη βάσει του CSDR· ως εκ τούτου, οι τρίτες χώρες και τυχόν αιτούντα ΚΑΤ τρίτων χωρών εξακολουθούν να καλούνται να υποβάλουν τα αιτήματά τους για ισοδυναμία και αιτήσεις αναγνώρισης αντίστοιχα σύμφωνα με τις ισχύουσες απαιτήσεις του CSDR. Μια άλλη επιλογή που εξετάστηκε ήταν η ενίσχυση του καθεστώτος για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που παρέχουν υπηρεσίες για χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, π.χ. με την απαίτηση αναγνώρισης από την ΕΑΚΑΑ για την παροχή υπηρεσιών διακανονισμού ή με την αύξηση των εποπτικών εξουσιών της ΕΑΚΑΑ, αλλά η επιλογή αυτή θεωρήθηκε τη δεδομένη χρονική στιγμή πρόωρη και δυσανάλογη.

·η συνολική δέσμη επιλογών θα έχει θετικό αντίκτυπο στο μετασυναλλακτικό τοπίο στην ΕΕ, καθιστώντας δυνατή μια πιο αναλογική ρύθμιση των ΚΑΤ, ενισχύοντας την αποτελεσματικότητα του διακανονισμού αξιογράφων και συμβάλλοντας έτσι στην ανταγωνιστικότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών της ΕΕ.

Καταλληλότητα και απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου

Η συνολική προσέγγιση συνίσταται στη διατύπωση προτάσεων για μέτρα που είναι αναγκαία για την ολοκλήρωση της αγοράς και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τα οποία μειώνουν παράλληλα τον κανονιστικό φόρτο και τον φόρτο συμμόρφωσης για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Αυτό συνάδει με το θεματολόγιο της Επιτροπής για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Οι επιλογές που προκρίθηκαν έχουν θετικό αντίκτυπο, διασφαλίζοντας αναλογικότερη ρύθμιση των ΚΑΤ και ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της αγοράς διακανονισμού της ΕΕ στο σύνολό της.

Τα ΚΑΤ θα επωφεληθούν από τη μείωση του κόστους κατά τη λειτουργία τους στην ΕΕ, ιδίως λόγω της μείωσης των εμποδίων στον διασυνοριακό διακανονισμό που απορρέουν από i) τη σύσταση σωμάτων και ii) την απλούστευση της ισχύουσας διαδικασίας διαβατηρίου. Ειδικότερα, η ελάφρυνση του φόρτου που συνδέεται με τις απαιτήσεις διαβατηρίου θα απλούστευε και θα επιτάχυνε τη διαδικασία. Η απλουστευμένη διαδικασία διαβατηρίου, η οποία περιλαμβάνει κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές υποδοχής και όχι έγκριση από αυτές, αναμένεται να μειώσει το κόστος κατά έως 75 %, γεγονός που θα οδηγήσει σε εφάπαξ εξοικονόμηση ύψους, κατά μέσο όρο, 585 000 EUR ανά ΚΑΤ. Η καθιέρωση των σωμάτων θα ωφελήσει επίσης τα ΚΑΤ της ΕΕ λόγω της ασφάλειας δικαίου που απορρέει από την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης. Επιπλέον, η θέσπιση των σωμάτων και ημερομηνίας λήξης της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων θα ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα όσον αφορά τα ΚΑΤ της ΕΕ και τα ΚΑΤ τρίτων χωρών.

Η απλούστευση των απαιτήσεων πρόσβασης των ΚΑΤ σε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, η οποία απαιτείται για τον διακανονισμό σε ξένα νομίσματα, θα αυξήσει επίσης τον ανταγωνισμό σε αυτόν τον τομέα. Στο πλαίσιο αυτό, η επανεξέταση του κατώτατου ορίου κάτω από το οποίο τα ΚΑΤ μπορούν να χρησιμοποιούν πιστωτικά ιδρύματα για τις εν λόγω υπηρεσίες θα μπορούσε να επιτρέψει στα ΚΑΤ να αναπτύξουν περαιτέρω τις υπηρεσίες τους σε εγχώριους επενδυτές και σε διασυνοριακό επίπεδο. Εκτιμάται ότι, ως αποτέλεσμα των προτεινόμενων αλλαγών, αναμένονται πρόσθετοι διακανονισμοί σε ξένα νομίσματα ύψους 16 δισ. EUR σε ετήσια βάση.

Η απλούστευση της διαδικασίας διαβατηρίου, η δημιουργία υποχρεωτικών σωμάτων και η αυξημένη παροχή τραπεζικών υπηρεσιών που σχετίζονται με τον διακανονισμό σε ξένα νομίσματα θα αυξήσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των ΚΑΤ στην ΕΕ, με αποτέλεσμα να ωφεληθούν οι επενδυτές και οι εκδότες, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ. Συνολικά, οι εκδότες, ιδίως οι καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις και οι ΜΜΕ, και οι επενδυτές θα έχουν περισσότερες επιλογές όσον αφορά τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης και θα επωφεληθούν από τον αυξημένο ανταγωνισμό, τη μεγαλύτερη επιλογή όσον αφορά την έκδοση, τη διαφοροποίηση του κινδύνου και τη νομισματική διαφοροποίηση στις διασυνοριακές επενδύσεις τους, με αποτέλεσμα τη συμβολή στην εμβάθυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

Τέλος, οι προτεινόμενες αλλαγές στο καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού θα διασφαλίσουν μια αναλογικότερη προσέγγιση όσον αφορά την αντιμετώπιση των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι τα επίπεδα αποτελεσματικότητας του διακανονισμού εξακολουθούν να βελτιώνονται στην ΕΕ προς όφελος των επενδυτών και της οικονομίας της ΕΕ στο σύνολό της. Ειδικότερα, η προσέγγιση δύο σταδίων αναμένεται να αμβλύνει τις πλέον αρνητικές επιπτώσεις που σχετίζονται με τη ρευστότητα, όταν δεν δικαιολογείται η εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων. Αυτό αναμένεται έμμεσα να επηρεάσει θετικά τις ΜΜΕ, των οποίων οι τίτλοι είναι μειωμένης ρευστότητας.

Η ψηφιοποίηση και ο αντίκτυπος των νέων τεχνολογιών στις μετασυναλλακτικές υπηρεσίες δεν εξετάστηκαν στην παρούσα πρωτοβουλία, καθώς θεωρήθηκαν εκτός πεδίου εφαρμογής. Η στοχευμένη διαβούλευση για την υποστήριξη της παρούσας πρωτοβουλίας έδειξε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη προτιμούν να συγκεντρώσουν εμπειρίες από την εφαρμογή του κανονισμού για το πιλοτικό καθεστώς DLT πριν από τυχόν αλλαγές στον CSDR. Επιπλέον, η ΕΑΚΑΑ, στην έκθεσή της σχετικά με τη χρήση της Fintech από τα ΚΑΤ, δεν τάχθηκε υπέρ εκτενών τροποποιήσεων του CSDR επί του παρόντος προκειμένου να διευκολυνθεί η χρήση της τεχνολογικής καινοτομίας από τα ΚΑΤ, αλλά πρότεινε να αντληθούν πρώτα εμπειρίες από το πιλοτικό καθεστώς της ΕΕ. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε ότι τυχόν θεμελιώδεις αλλαγές στον CSDR για την αξιοποίηση του πλήρους δυναμικού της τεχνολογίας θα αναβληθούν έως ότου αντληθούν διδάγματα από την εφαρμογή του κανονισμού για το πιλοτικό καθεστώς DLT.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Η ΕΕ δεσμεύεται να εφαρμόσει υψηλά πρότυπα προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων και έχει υπογράψει μια ευρεία δέσμη συμβάσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση δεν είναι πιθανό να έχει άμεσο αντίκτυπο στα εν λόγω δικαιώματα, όπως αναφέρονται στις κύριες συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των Συνθηκών της ΕΕ, και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση δεν θα έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Η ΕΑΚΑΑ θα επηρεαζόταν κυρίως από τη συμμετοχή σε σώματα, την ανάπτυξη ή την επικαιροποίηση 5 τεχνικών προτύπων και τη διαχείριση της διαδικασίας κοινοποίησης από τα ΚΑΤ τρίτων χωρών των δραστηριοτήτων τους στην ΕΕ. Το τελευταίο, ωστόσο, θα ήταν ένα μικρό εφάπαξ κόστος. Η απλούστευση της διαδικασίας διαβατηρίου θα μείωνε, ωστόσο, το κόστος για την ΕΑΚΑΑ, καθώς οι απαιτήσεις διαβατηρίου θα ήταν απλούστερες και σαφέστερες. Επιπλέον, ο σαφής προσδιορισμός των συναλλαγών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού θα μείωνε επίσης τον διοικητικό φόρτο για την ΕΑΚΑΑ, ο οποίος σχετίζεται με την απάντηση σε ερωταπαντήσεις. Επιπλέον, η προσαρμογή της περιοδικότητας των εκθέσεων που η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να υποβάλλει στην Επιτροπή θα μειώσει περαιτέρω τον διοικητικό φόρτο που επιβάλλεται στην Αρχή. Η ΕΑΚΑΑ θα επωφεληθεί επίσης από ορισμένες από τις προτιμώμενες επιλογές πολιτικής που θα ενισχύσουν το εποπτικό περιβάλλον, ιδίως τη διαδικασία κοινοποίησης για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών.

Ως εκ τούτου, τα προτεινόμενα καθήκοντα για την ΕΑΚΑΑ δεν θα απαιτήσουν τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων και μπορούν να πραγματοποιηθούν με τους υπάρχοντες πόρους. Το ίδιο ισχύει και για την ΕΑΤ, η οποία θα πρέπει να αναπτύξει ένα τεχνικό πρότυπο για τον καθορισμό του ορίου κάτω από το οποίο τα ΚΑΤ μπορούν να χρησιμοποιούν πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής στοιχείων

Η πρόταση περιλαμβάνει την απαίτηση να υποβάλει η Επιτροπή έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του CSDR στο σύνολό του, με έμφαση στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητά του όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του (δηλαδή τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ασφάλειας των αγορών διακανονισμού της ΕΕ). Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει όλες τις πτυχές του CSDR, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον υπάρχουν άλλοι σημαντικοί φραγμοί στον ανταγωνισμό σε σχέση με τις υπηρεσίες που υπόκεινται στον εν λόγω κανονισμό, οι οποίοι θα πρέπει να αντιμετωπιστούν, την ανάγκη εφαρμογής περαιτέρω μέτρων για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού και την ενδεχόμενη ανάγκη λήψης περαιτέρω μέτρων για τον περιορισμό του αντικτύπου της πτώχευσης των ΚΑΤ στους φορολογούμενους.

Κατ’ αρχήν, η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός πέντε ετών από την έναρξη ισχύος των εν λόγω τροποποιήσεων. Στοιχεία θα ζητηθούν, επίσης, και από την ΕΑΚΑΑ, καθώς και από τις εθνικές αρχές και τις κεντρικές τράπεζες. Τα στατιστικά δεδομένα για την ανάλυση θα πρέπει να ζητηθούν κυρίως από την ΕΑΚΑΑ.

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

5.2.1 Ορισμοί

Το άρθρο 1 παράγραφος 1 εισάγει ορισμό της έννοιας του ομίλου επιχειρήσεων, σύμφωνα με τον ορισμό του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5.2.2 Καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού

Το άρθρο 1 παράγραφος 2 εισάγει τροποποιήσεις στο καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού.

Στο στοιχείο α), οι τροποποιήσεις του άρθρου 7 παράγραφος 2 του CSDR προβλέπουν ότι, σε περιπτώσεις όπου η αδυναμία διακανονισμού οφείλεται σε παράγοντες που δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες στη συναλλαγή ή σε περιπτώσεις όπου μια συναλλαγή δεν περιλαμβάνει δύο μέρη διαπραγμάτευσης, η εν λόγω αδυναμία διακανονισμού δεν υπόκειται στον μηχανισμό κυρώσεων. Διευκρινίζει επίσης οι χρηματικές ποινές θα πρέπει να υπολογίζονται είτε έως το τέλος της διαδικασίας αγοράς κάλυψης «buy-in», εάν η Επιτροπή έχει εκδώσει τη σχετική εκτελεστική πράξη, είτε έως την πραγματική ημερομηνία διακανονισμού, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

Το στοιχείο β) εισάγει μια νέα παράγραφο 2α, σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη, βάσει της διαδικασίας εξέτασης που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011, με την οποία αποφασίζεται η εφαρμογή υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» σε ορισμένα χρηματοπιστωτικά μέσα ή κατηγορίες συναλλαγών. Η Επιτροπή μπορεί να λάβει αυτή την απόφαση εφόσον κρίνει ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν αναλογικό μέσο για την αντιμετώπιση του επιπέδου αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση και ότι, με βάση τον αριθμό και τον όγκο των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού, πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Στο στοιχείο γ), η τροποποίηση του άρθρου 7 παράγραφος 3 του CSDR καθορίζει πότε κινείται η διαδικασία αγοράς κάλυψης «buy-in» όταν η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2α και ότι η περίοδος παράτασης για τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ υπολογίζεται βάσει ημερολογιακών ημερών.

Με το στοιχείο δ) εισάγεται νέα παράγραφος 3α στο άρθρο 7 του CSDR, προκειμένου να εξηγηθεί ο τρόπος λειτουργίας του μηχανισμού διαβίβασης. Ο μηχανισμός διαβίβασης θα αποτρέπει την αλληλουχία διακανονισμών που απέτυχαν, καθένας από τους οποίους απαιτεί χωριστή διαδικασία αγοράς κάλυψης «buy-in», επιτρέποντας σε κάθε συμμετέχοντα στην αλυσίδα συναλλαγών να διαβιβάσει κοινοποίηση αγοράς κάλυψης «buy-in» στον υπερήμερο συμμετέχοντα, έτσι ώστε μόνο μία αγορά κάλυψης «buy-in» να είναι απαραίτητη για την επίλυση ολόκληρης της αλυσίδας συναλλαγών. Αυτός ο μηχανισμός διαβίβασης μπορεί στη συνέχεια να αναπαραχθεί συμβατικά μεταξύ των συμμετεχόντων και των πελατών τους έως τους τελικούς αγοραστές και πωλητές.

Το στοιχείο ε) τροποποιεί το άρθρου 7 παράγραφος 4 του CSDR προβλέποντας ότι, σε περιπτώσεις όπου η αδυναμία διακανονισμού οφείλεται σε παράγοντες που δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες στη συναλλαγή ή όταν μια συναλλαγή δεν περιλαμβάνει δύο μέρη διαπραγμάτευσης, η εν λόγω αδυναμία διακανονισμού δεν υπόκειται στον μηχανισμό υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in».

Το στοιχείο στ) τροποποιεί το άρθρο 7 παράγραφος 6 του CSDR εισάγοντας τη συμμετρία πληρωμών μεταξύ αγοραστή και πωλητή σε περίπτωση που οι οικονομικοί όροι της συναλλαγής κατά την εκτέλεση της αγοράς κάλυψης «buy-in» διαφέρουν από την αρχική συναλλαγή. Στόχος είναι να διασφαλιστεί ότι η αγορά κάλυψης «buy-in» θα επαναφέρει τα μέρη της συναλλαγής στην ίδια οικονομική θέση με αυτή στην οποία θα βρίσκονταν εάν είχε πραγματοποιηθεί η αρχική συναλλαγή.

Το στοιχείο ζ) τροποποιεί το άρθρο 7 παράγραφος 11 του CSDR διευκρινίζοντας ότι η εξαίρεση από τις απαιτήσεις συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ισχύει μόνο όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρεμβάλλεται μεταξύ αντισυμβαλλομένων. Διευκρινίζει επίσης ότι, εάν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υποστούν ζημίες από την εφαρμογή της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in», μπορούν να καθορίσουν στους κανόνες τους μηχανισμό για την κάλυψη των εν λόγω ζημιών.

Το στοιχείο η) εισάγει ένα νέο άρθρο 13α στο άρθρο 7 του CSDR, το οποίο αναθέτει στην Επιτροπή την εξουσία να αναστέλλει τον μηχανισμό αγοράς κάλυψης «buy-in» για συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αποφυγή ή την αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση. Η νέα αυτή παράγραφος 13α καθορίζει τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθεί η Επιτροπή για την εν λόγω αναστολή, δηλαδή μετά από σύσταση της ΕΑΚΑΑ αφού ζητηθεί η γνώμη του ΕΣΚΤ και του ΕΣΣΚ. Ορίζει επίσης ότι η εν λόγω αναστολή ισχύει για μέγιστη περίοδο έξι μηνών, η οποία μπορεί να ανανεώνεται για περιόδους τριών μηνών έως μέγιστη συνολική περίοδο 12 μηνών από την έναρξη της αναστολής.

Στο στοιχείο θ), οι τροποποιήσεις του άρθρου 7 παράγραφος 14 του CSDR διευκρινίζουν ότι η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη της Επιτροπής που καθορίζει τις παραμέτρους για τον υπολογισμό του αποτρεπτικού και αναλογικού ύψους των χρηματικών ποινών λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις των αρνητικών επιτοκίων.

Το στοιχείο ι) εισάγει νέα παράγραφο 14α στο άρθρο 7 του CSDR, η οποία εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να προσδιορίζει σε ποιες περιπτώσεις μια αδυναμία διακανονισμού θα πρέπει να θεωρείται ότι προκαλείται από παράγοντες που δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες και σε ποιες περιπτώσεις μια συναλλαγή δεν αφορά δύο μέρη διαπραγμάτευσης, σύμφωνα με τις τροποποιήσεις που εισάγονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 2 και 4.

Το στοιχείο ια) τροποποιεί το άρθρο 7 παράγραφος 15 του CSDR, εισάγοντας νέα ημερομηνία έως την οποία η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα τα οποία προσδιορίζουν τις πτυχές του καθεστώτος συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού που παρατίθενται στην ίδια παράγραφο. Αυτή η αλλαγή της ημερομηνίας αναμένεται να επιτρέψει στην ΕΑΚΑΑ να αναθεωρήσει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα ώστε να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που επήλθαν στον CSDR μετά την επανεξέταση και να προβεί σε τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις με σκοπό να διευκρινιστούν οι απαιτήσεις που ορίζονται στα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, όπως οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι συμμετέχοντες μπορούν να εκτελούν τις δικές τους αγορές κάλυψης «buy-in».

5.2.3 Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και σχετικών αρχών, επανεξέταση και αξιολόγηση, και στρατηγικές ανάκαμψης και εύτακτης εκκαθάρισης.

Το άρθρο 1 παράγραφος 3 τροποποιεί το άρθρο 12 στοιχεία β) και γ) του CSDR, προκειμένου να διευκρινιστεί ότι, όταν ένα ΚΑΤ δεν ασκεί δραστηριότητα διακανονισμού πριν από την έναρξη της διαδικασίας αδειοδότησης, τα κριτήρια που καθορίζουν ποιες σχετικές αρχές θα πρέπει να συμμετέχουν στη συγκεκριμένη διαδικασία λαμβάνουν υπόψη την αναμενόμενη δραστηριότητα διακανονισμού.

Το άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο β) τροποποιεί το άρθρο 17 παράγραφος 4 του CSDR σχετικά με τη διαβούλευση των αρμόδιων αρχών με τις σχετικές αρχές όσον αφορά τη διαδικασία αδειοδότησης ενός ΚΑΤ. Το άρθρο 1 παράγραφος 6 στοιχείο ε) εισάγει αντίστοιχες τροποποιήσεις στο άρθρο 22 παράγραφος 6 του CSDR σχετικά με τη διαβούλευση των αρμόδιων αρχών με τις σχετικές αρχές όσον αφορά τη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης. Οι αλλαγές του άρθρου 17 παράγραφος 4 και του άρθρου 22 παράγραφος 6 του CSDR εισάγουν μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας οι αρχές των οποίων ζητείται η γνώμη μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη εντός τριών μηνών από τη λήψη των πληροφοριών από την αρμόδια αρχή. Σε περίπτωση αρνητικής γνώμης από μία από τις σχετικές αρχές των οποίων ζητήθηκε η γνώμη, η αρμόδια αρχή εξετάζει την εν λόγω αρνητική γνώμη σε αιτιολογημένη απόφαση, η οποία μπορεί και πάλι να αποτελέσει αντικείμενο αρνητικής γνώμης από τις αρχές των οποίων ζητήθηκε η γνώμη. Εάν η αρμόδια αρχή διαφωνεί με την εν λόγω αρνητική γνώμη, ενημερώνει τις αρχές που διατύπωσαν αντιρρήσεις και οι αρχές αυτές μπορούν να παραπέμψουν το θέμα στην ΕΑΚΑΑ. Εάν το ζήτημα δεν επιλυθεί εντός 30 ημερών από την εν λόγω παραπομπή, η αρμόδια αρχή λαμβάνει την τελική απόφαση σχετικά με την επανεξέταση και την αξιολόγηση και παρέχει γραπτώς λεπτομερή εξήγηση της απόφασής της στις σχετικές αρχές.

Το άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο γ) εισάγει νέα παράγραφο 7α στο άρθρο 17 του CSDR με σκοπό τη θέσπιση νέων απαιτήσεων για την ανταλλαγή πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές με άλλες αρχές, ιδίως με σχετικές αρχές.

Το άρθρο 1 παράγραφος 5 τροποποιεί το άρθρο 20 παράγραφος 5 του CSDR, διευκρινίζοντας ότι οι διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόζει το ΚΑΤ σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας περιλαμβάνουν τη μεταφορά λογαριασμών έκδοσης και αρχείων που τηρούνται για την παροχή των βασικών υπηρεσιών που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2 του τμήματος Α του παραρτήματος.

Το άρθρο 1 παράγραφος 6 τροποποιεί το άρθρο 22 παράγραφοι 1, 4 και 7 του CSDR με σκοπό να αλλάξει η περιοδικότητα της διαδικασίας επανεξέτασης και αξιολόγησης, από κάθε έτος σε κάθε δύο έτη. Επιπλέον, τροποποιεί το άρθρο 22 παράγραφοι 2 και 3 του CSDR, προκειμένου να αποσαφηνιστεί ο τρόπος με τον οποίο τα ΚΑΤ θα πρέπει να προετοιμάζονται για την αντιμετώπιση σεναρίων που ενδέχεται να τα εμποδίζουν να παρέχουν τις κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες τους ως λειτουργούσα επιχείρηση. Η απαίτηση κατάρτισης σχεδίων εξυγίανσης καταργείται, δεδομένου ότι θεωρείται ασαφής και δεν υφίσταται επί του παρόντος ενωσιακό καθεστώς εξυγίανσης βάσει του οποίου θα μπορούσε να καταρτιστεί σχέδιο εξυγίανσης. Αντ’ αυτού, η αναθεωρημένη παράγραφος 2 απαιτεί από τα ΚΑΤ να καταρτίζουν και να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή κατάλληλα σχέδια για την ανάκαμψη ή την εύτακτη εκκαθάρισή τους. Η αναθεωρημένη παράγραφος 3 προσδιορίζει το ελάχιστο περιεχόμενο των σχεδίων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, καθώς και την περιοδικότητα για την επανεξέταση και την επικαιροποίηση των σχεδίων αυτών (τουλάχιστον ανά διετία). Διευκρινίζει επίσης ότι τα εν λόγω σχέδια λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του οικείου ΚΑΤ και κάθε σχετικό σχέδιο ανάκαμψης ή εξυγίανσης που καταρτίζεται σύμφωνα με την οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση. Οι αλλαγές στην παράγραφο 3 δεν επηρεάζουν την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να ενημερώνουν την EAKAA όταν καταρτίζεται και τηρείται σχέδιο εξυγίανσης για ένα ΚΑΤ. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην εθνική νομοθεσία ή στην απαίτηση συμμόρφωσης με άλλες νομοθετικές πράξεις της ΕΕ, όπως η οδηγία για την ανάκαμψη και την εξυγίανση. 

Το άρθρο 1 παράγραφος 6 στοιχείο γ) τροποποιεί το άρθρο 22 παράγραφος 11 του CSDR ορίζοντας νέα ημερομηνία έως την οποία η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό τυποποιημένων εντύπων, υποδειγμάτων και διαδικασιών για την επανεξέταση και την αξιολόγηση. Αυτή η αλλαγή της ημερομηνίας αναμένεται να επιτρέψει στην ΕΑΚΑΑ να προσαρμόσει, όπου απαιτείται, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα στις αλλαγές που θα πραγματοποιηθούν στον CSDR σε συνέχεια της παρούσας πρωτοβουλίας.

Τέλος, το άρθρο 1 παράγραφος 18 τροποποιεί το άρθρο 55 του CSDR προκειμένου να παραταθεί η προθεσμία εντός της οποίας οι σχετικές αρχές και οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου από έναν μήνα σε δύο μήνες. Πράγματι, η προθεσμία του ενός μηνός είναι πολύ σύντομη για την έκδοση τέτοιας γνώμης.

5.2.4 Καθεστώς διαβατηρίου και εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους βάσει των οποίων έχουν συσταθεί οι τίτλοι

Το άρθρο 1 παράγραφος 15 τροποποιεί το άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο του CSDR με σκοπό να διευκρινιστεί ότι το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους βάσει των οποίων έχουν συσταθεί οι τίτλοι και τα οποία εξακολουθούν να εφαρμόζονται στο πλαίσιο διασυνοριακών εκδόσεων τίτλων περιλαμβάνουν: i) το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εκδότης και ii) εάν είναι διαφορετικά, το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία βάσει των οποίων εκδίδονται οι τίτλοι. Αυτό καλύπτει κυρίως την περίπτωση ομολόγων που εκδίδονται από εκδότη εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος, αλλά που υπόκεινται συμβατικά στο δίκαιο άλλου κράτους μέλους. Το άρθρο 1 παράγραφος 15 τροποποιεί επίσης το άρθρο 49 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο του CSDR, ώστε να περιλαμβάνει την υποχρέωση των κρατών μελών να επικαιροποιούν τον κατάλογο των σχετικών διατάξεων σε τακτική βάση.

Το άρθρο 1 παράγραφος 7 τροποποιεί το άρθρο 23 του CSDR προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι ακόλουθες πτυχές της διαδικασίας διαβατηρίου.

Πρώτον, προσαρμόζει την παραπομπή των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 23 στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, κατά τρόπο ώστε το ΚΑΤ που επιθυμεί να παρέχει συμβολαιογραφικές υπηρεσίες ή υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους να λαμβάνει υπόψη τόσο το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εκδότης όσο και, εάν είναι διαφορετικό, το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία βάσει των οποίων εκδίδονται οι τίτλοι.

Δεύτερον, τροποποιεί το άρθρο 23 παράγραφος 2 του CSDR, ώστε να επιτρέπεται στα νέα ΚΑΤ να υποβάλλουν αίτημα διαβατηρίου παράλληλα με αίτηση αδειοδότησης, προκειμένου να μπορούν να αρχίσουν τη διασυνοριακή δραστηριότητά τους από την ημερομηνία αδειοδότησης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής τους, υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρέλθει τουλάχιστον ένας μήνας από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος διαβατηρίου από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Τρίτον, τροποποιεί το άρθρο 23 παράγραφος 3 στοιχείο ε) του CSDR προκειμένου να διευκρινιστεί ότι το ΚΑΤ που ζητεί διαβατήριο θα πρέπει πάντα να παρέχει αξιολόγηση των μέτρων που προτίθεται να λάβει ώστε να μπορούν οι χρήστες του να συμμορφώνονται με το εθνικό δίκαιο που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1.

Τέταρτον, τροποποιεί το άρθρο 23 παράγραφος 4 του CSDR, ώστε να συντομευθεί το χρονικό διάστημα εντός του οποίου η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί το αίτημα διαβατηρίου στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Πέμπτον, τροποποιεί το άρθρο 23 παράγραφος 6 καταργώντας τη δυνατότητα της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής να απορρίπτει αίτημα διαβατηρίου. Σύμφωνα με την αναθεωρημένη διάταξη, το ΚΑΤ μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες μετά την παρέλευση ενός μηνός από την ημερομηνία κοινοποίησης του αιτήματος διαβατηρίου από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ή νωρίτερα, εφόσον συμφωνεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

5.2.5 Σώματα εποπτών

Το άρθρο 1 παράγραφος 9 εισάγει το άρθρο 24α στον CSDR ως μέρος του νέου τμήματος 4α του τίτλου III σχετικά με τη συνεργασία των αρχών μέσω σωμάτων, το οποίο απαιτεί τη σύσταση σωμάτων εποπτών σε δύο περιπτώσεις:

α)όταν ένα ΚΑΤ υπόκειται στη διαδικασία διαβατηρίου του άρθρου 23 παράγραφοι 3 έως 7, δηλαδή το αποκαλούμενο «σώμα διαβατηρίου»· ή

β)όταν ένα ΚΑΤ ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων που περιλαμβάνει δύο ή περισσότερα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη, δηλαδή το αποκαλούμενο «σώμα σε επίπεδο ομίλου».

Όταν ένα ΚΑΤ που υπόκειται στη διαδικασία διαβατηρίου του άρθρου 23 παράγραφοι 3 έως 7 αποτελεί επίσης μέρος ομίλου επιχειρήσεων που περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα άλλο ΚΑΤ, θα πρέπει να είναι δυνατό να συσταθεί μόνο ένα σώμα για το εν λόγω ΚΑΤ και όχι δύο χωριστά σώματα (δηλαδή ένα χωριστό σώμα διαβατηρίου και ένα χωριστό σώμα σε επίπεδο ομίλου), ώστε να εξασφαλίζονται συνέργειες και να αποφεύγεται ο περιττός διοικητικός φόρτος για τις εμπλεκόμενες αρχές.

Η σύσταση ενός μόνο σώματος θα πρέπει επίσης να είναι δυνατή όταν τα άλλα ΚΑΤ εντός του ομίλου υπόκεινται στη διαδικασία διαβατηρίου, προκειμένου να αποφευχθεί μια κατάσταση όπου υπάρχουν πολλαπλά σώματα διαβατηρίου και χωριστό σώμα σε επίπεδο ομίλου για τα ΚΑΤ που ανήκουν στον ίδιο όμιλο και τα οποία, σε πολλές περιπτώσεις, διαθέτουν κοινές διαδικασίες, κοινούς πόρους, αξιολογήσεις των μέτρων που έχουν θεσπίσει για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής όπου παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες κ.λπ. Ωστόσο, όταν τα εν λόγω άλλα ΚΑΤ εντός του ομίλου υπόκεινται επίσης στη διαδικασία διαβατηρίου, η σύσταση ενός μόνο σώματος για ολόκληρο τον όμιλο είναι δυνατή μόνο με τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων αρχών για τα εν λόγω ΚΑΤ.

Επιπλέον, το άρθρο 24α θεσπίζει τους κανόνες για τον ορισμό του προέδρου, ιδίως για το σώμα σε επίπεδο ομίλου, τη σύνθεση των σωμάτων και τα καθήκοντά τους για τη διασφάλιση συνεκτικής εποπτικής προσέγγισης σε ολόκληρη την ΕΕ. Η ΕΑΚΑΑ εξουσιοδοτείται να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τις πρακτικές ρυθμίσεις για τη λειτουργία των σωμάτων.

Τέλος, εισάγονται τροποποιήσεις σε ολόκληρο τον κανονισμό προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα σώματα ενημερώνονται για σημαντικές αποφάσεις που λαμβάνονται σε σχέση με τα ΚΑΤ (δηλαδή τροποποιήσεις του άρθρου 22 παράγραφος 7, του άρθρου 23 παράγραφοι 4, 5 και 7, του άρθρου 24 παράγραφοι 1 και 5, του άρθρου 60 παράγραφοι 1 και 2 του CSDR).

5.2.6 ΚΑΤ τρίτων χωρών και λήξη της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων

Το άρθρο 1 παράγραφος 10 τροποποιεί το άρθρο 25 του CSDR, το οποίο καθορίζει το πλαίσιο για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών. Το στοιχείο α) θεσπίζει την απαίτηση για τα ΚΑΤ που προτίθενται να παρέχουν υπηρεσίες διακανονισμού σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους να υποβάλλουν κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ, αντιμετωπίζοντας έτσι την έλλειψη σχετικών πληροφοριών τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Το στοιχείο γ) εξουσιοδοτεί την ΕΑΚΑΑ να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχει το ΚΑΤ τρίτης χώρας στην εν λόγω κοινοποίηση, διευκρινίζει ότι οι εν λόγω πληροφορίες περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία και παρέχει κατάλογο παραδειγμάτων.

Το άρθρο 1 παράγραφος 10 στοιχείο β) τροποποιεί το άρθρο 25 παράγραφος 6 πέμπτο εδάφιο, διευκρινίζοντας ότι η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως το ΚΑΤ τρίτης χώρας που υποβάλλει αίτηση αναγνώρισης για την παροχή συμβολαιογραφικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, εάν η αναγνώριση έχει χορηγηθεί ή απορριφθεί εντός έξι μηνών από την τελευταία ημερομηνία μεταξύ της υποβολής πλήρους αίτησης και της λήψης απόφασης περί ισοδυναμίας από την Επιτροπή.

Το άρθρο 1 παράγραφος 23 τροποποιεί το άρθρο 69 παράγραφος 4 του CSDR με τη θέσπιση καταληκτικής ημερομηνίας στη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων τόσο για τα ΚΑΤ της ΕΕ όσο και για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών. Ειδικότερα, το στοιχείο α) τροποποιεί το άρθρο 69 παράγραφος 4 ορίζοντας ότι η καταληκτική ημερομηνία για τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων για τα ΚΑΤ της ΕΕ είναι ένα έτος από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Το στοιχείο β) εισάγει μια νέα παράγραφο 4α, η οποία ορίζει καταληκτική ημερομηνία της ρήτρας κεκτημένων δικαιωμάτων για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών, η οποία είναι τρία έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού λόγω των διαδικασιών ισοδυναμίας και αναγνώρισης. Επιπλέον, τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που επωφελούνται από τη ρήτρα κεκτημένων δικαιωμάτων υποχρεούνται να υποβάλουν κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ όταν παρέχουν συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους για την αντιμετώπιση της έλλειψης σχετικών πληροφοριών τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο. Το στοιχείο β) εξουσιοδοτεί την ΕΑΚΑΑ να καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που πρέπει να παρέχει το ΚΑΤ τρίτης χώρας στην εν λόγω κοινοποίηση, διευκρινίζει ότι οι εν λόγω πληροφορίες περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία και παρέχει κατάλογο παραδειγμάτων. Ομοίως, θεσπίζεται επίσης απαίτηση κοινοποίησης για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που παρείχαν υπηρεσίες διακανονισμού πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού.

5.2.7 Επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

Πρώτον, το άρθρο 1 παράγραφος 13 τροποποιεί το άρθρο 40 παράγραφος 2 του CSDR και το άρθρο 1 παράγραφος 17 στοιχείο α) τροποποιεί το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) του CSDR, προκειμένου να καθιερωθεί η δυνατότητα των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες σε ΚΑΤ που δεν έχουν λάβει την εν λόγω άδεια και τα οποία, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να προβούν σε διακανονισμό σε συγκεκριμένα νομίσματα πάνω από ορισμένα ποσά όταν δεν έχουν πρόσβαση στην οικεία κεντρική τράπεζα.

Το άρθρο 1 παράγραφος 17 στοιχείο β) τροποποιεί την εισαγωγική διατύπωση της παραγράφου 4, επιτρέποντας έτσι στα ΚΑΤ να επιδιώκουν την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου όχι μόνο από ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και από άλλα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια παροχής των εν λόγω υπηρεσιών σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 3, είτε τα εν λόγω ΚΑΤ ανήκουν στον ίδιο εταιρικό όμιλο είτε όχι. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 1 παράγραφος 17 στοιχείο β) απαλείφει το άρθρο 54 παράγραφος 4 στοιχείο γ) του CSDR, εξαλείφοντας έτσι την απαγόρευση σύμφωνα με την οποία τα ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα δεν μπορούν να παρέχουν βασικές υπηρεσίες σε ΚΑΤ.

Δεύτερον, το άρθρο 1 παράγραφος 17 στοιχείο γ) τροποποιεί το άρθρο 54 παράγραφος 5 του CSDR, το οποίο προέβλεπε συγκεκριμένο όριο στον CSDR κάτω από το οποίο τα ΚΑΤ μπορούσαν να χρησιμοποιούν πιστωτικό ίδρυμα για τραπεζικές υπηρεσίες. Προκειμένου να προσδιοριστεί επαρκώς αυτό το όριο και με σκοπό τη διαχείριση των χρηματοοικονομικών κινδύνων, το άρθρο 1 παράγραφος 17 στοιχείο δ) θεσπίζει εντολή προς την ΕΑΤ να καταρτίσει, σε συνεργασία με το ΕΣΚΤ και την ΕΑΚΑΑ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, τα οποία πρέπει να εγκριθούν από την Επιτροπή και στα οποία καθορίζεται κατάλληλο όριο κάτω από το οποίο οι επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου μπορούν να παρέχονται από τα πιστωτικά ιδρύματα, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προτύπων διαχείρισης κινδύνων και προληπτικής εποπτείας, με αποτέλεσμα να μετριάζονται οι πιθανοί κίνδυνοι από την τροποποίηση του ορίου.

Τέλος, το άρθρο 1 παράγραφος 19 τροποποιεί το άρθρο 59 παράγραφος 4 του CSDR, ώστε να διασφαλιστούν επαρκείς απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, να διασφαλιστεί η συνέπεια με άλλες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις ή να καταστούν πιο σαφείς ορισμένες απαιτήσεις για τη διασφάλιση εποπτικής συνέπειας ή να διευκρινιστούν ορισμένα μικρότερα ζητήματα στον τομέα της διαχείρισης κινδύνων. Για τον σκοπό αυτό, το στοιχείο α):

α)τροποποιεί το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο γ), καθιστώντας σαφές, και σύμφωνα με τα υφιστάμενα ρυθμιστικά πρότυπα, ότι για το σενάριο ακραίων καταστάσεων ρευστότητας θα πρέπει να τηρούνται ρευστά διαθέσιμα που πληρούν τις προϋποθέσεις αντί ρευστών διαθέσιμων και το σενάριο ακραίων καταστάσεων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους δύο μεγαλύτερους συμμετέχοντες αντί μόνο του ενός μεγαλύτερου·

β)τροποποιεί το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο δ) διευκρινίζοντας ότι τα ρευστά διαθέσιμα που πληρούν τις προϋποθέσεις θα πρέπει να τηρούνται για τα σχετικά νομίσματα και όχι για όλα τα νομίσματα·

γ)τροποποιεί το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο ε), διευκρινίζοντας ότι, σε περίπτωση που χρησιμοποιούνται προκαθορισμένες ρυθμίσεις χρηματοδότησης, αυτές θα πρέπει να είναι άκρως αξιόπιστες. Διευκρινίζει επίσης ότι, όταν χρησιμοποιούνται ρυθμίσεις παρόμοιες με ρυθμίσεις για τις οποίες έχουν αναληφθεί δεσμεύσεις, αυτές θα πρέπει να τηρούνται με βάση το ίδιο πρότυπο υψηλής αξιοπιστίας και να τηρούνται μόνο σε φερέγγυα πιστωτικά ιδρύματα·

δ)τροποποιεί το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο θ) αποσαφηνίζοντας ότι ένα ΚΑΤ μπορεί να μετατρέπει σε μετρητά, αντί να «εκκαθαρίζει», κάθε ασφάλεια που παρέχεται από τον αθετούντα πελάτη και ότι, όταν χρησιμοποιούνται ρυθμίσεις για τις οποίες δεν έχουν αναληφθεί δεσμεύσεις, το ΚΑΤ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι έχουν εντοπιστεί και μετριαστεί τυχόν συναφείς δυνητικοί κίνδυνοι. Στόχος είναι να επιτρέπονται ρυθμίσεις για τις οποίες έχουν αναληφθεί δεσμεύσεις υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει ολοκληρωμένο πλαίσιο·

ε)εισάγει νέο στοιχείο ια) στο άρθρο 59 παράγραφος 4 ώστε να καταστεί σαφέστερο ότι τα ΚΑΤ θα πρέπει να καλύπτουν τους σχετικούς κινδύνους στα οικεία πλαίσια διαχείρισης κινδύνων και προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών συμφωνιών συμψηφισμού. Αυτό αναμένεται να διασφαλίσει ότι τα ΚΑΤ διαχειρίζονται ορθά τους πιστωτικούς κινδύνους και τους κινδύνους ρευστότητας σε σχέση με τις συμφωνίες συμψηφισμού. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει να αποσαφηνιστεί περαιτέρω στα υφιστάμενα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που έχουν καταρτιστεί από την ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 5.

5.2.8 Οργανωτικές απαιτήσεις και συνδέσεις

Το άρθρο 1 παράγραφος 4 στοιχείο α) εισάγει νέο εδάφιο στο άρθρο 17 παράγραφος 2 του CSDR, προκειμένου να επιτρέπεται σε μια αρμόδια αρχή, όταν το αιτούν ΚΑΤ δεν συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του CSDR κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, αλλά μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι θα το πράξει όταν θα ξεκινήσει τις δραστηριότητές του, να χορηγήσει την άδεια στο εν λόγω ΚΑΤ, υπό την προϋπόθεση ότι το ΚΑΤ διαθέτει όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τον CSDR κατά την έναρξη των δραστηριοτήτων του.

Το άρθρο 1 παράγραφος 11 εισάγει νέα παράγραφο 3α στο άρθρο 27 του CSDR προκειμένου να αποσαφηνιστεί η έννοια του όρου «ανεξάρτητο μέλος του διοικητικού οργάνου» στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου.

Το άρθρο 1 παράγραφος 12 τροποποιεί το άρθρο 28 παράγραφος 3 του CSDR προκειμένου να αποσαφηνιστεί και να διασφαλιστεί η συνοχή της ερμηνείας της έννοιας του «επιπέδου υπηρεσιών», με την προσθήκη καταλόγου παραδειγμάτων των θεμάτων που θα πρέπει να καλύπτει.

Το άρθρο 1 παράγραφος 32 τροποποιεί το άρθρο 36 του CSDR με σκοπό να διευκρινιστεί ότι τα ΚΑΤ δεν θα πρέπει μόνο να μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται με τη φύλαξη και τον διακανονισμό συναλλαγών σε αξιόγραφα, αλλά θα πρέπει να επιδιώκουν την ελαχιστοποίησή τους. Ως εκ τούτου, ο όρος «μείωση» αντικαθίσταται από τον όρο «ελαχιστοποίηση».

Το άρθρο 1 παράγραφος 16 τροποποιεί το άρθρο 52 παράγραφος 1 του CSDR προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα δεν θα καθυστερεί αδικαιολόγητα τη λειτουργία μιας εγκεκριμένης σύνδεσης. Ως εκ τούτου, το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα θα πρέπει να υλοποιεί τη σύνδεση εντός 12 μηνών.

5.2.9 Εκθέσεις της ΕΑΚΑΑ

Το άρθρο 1 παράγραφος 24 εισάγει αλλαγές στο άρθρο 74 του CSDR με σκοπό την καλύτερη προσαρμογή της περιοδικότητας των εκθέσεων που υποβάλλει η ΕΑΚΑΑ στην Επιτροπή.

2022/0074 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού, τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, την εποπτική συνεργασία, την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τις απαιτήσεις για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων τρίτων χωρών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας 35 ,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής 36 ,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 37 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 28 Αυγούστου 2014 και τέθηκε σε ισχύ στις 17 Σεπτεμβρίου 2014. Τυποποιεί τις απαιτήσεις για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων και κανόνες σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (ΚΑΤ), με σκοπό την προώθηση ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού. Ο εν λόγω κανονισμός εισήγαγε συντομότερες περιόδους διακανονισμού, μέτρα συμμόρφωσης προς τον διακανονισμό, αυστηρές απαιτήσεις οργάνωσης, επαγγελματικής δεοντολογίας και προληπτικής εποπτείας για τα ΚΑΤ, αυξημένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για τα ΚΑΤ και άλλα ιδρύματα που παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες που υποστηρίζουν τον διακανονισμό αξιογράφων, και καθεστώς που επιτρέπει στα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια λειτουργίας να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε ολόκληρη την Ένωση.

(1)H απλούστευση των απαιτήσεων σε ορισμένους τομείς που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και μια πιο αναλογική προσέγγιση σε αυτούς είναι σύμφωνη με το πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT), το οποίο υπογραμμίζει την ανάγκη μείωσης του κόστους και απλοποίησης έτσι ώστε οι στόχοι των πολιτικών της Ένωσης να επιτυγχάνονται με τον πιο αποδοτικό τρόπο και αποσκοπεί ειδικότερα στη μείωση του κανονιστικού και διοικητικού φόρτου.

(2)Οι αποτελεσματικές και ανθεκτικές μετασυναλλακτικές υποδομές αποτελούν απαραίτητα στοιχεία μιας εύρυθμα λειτουργούσας Ένωσης Κεφαλαιαγορών και εντείνουν τις προσπάθειες για τη στήριξη των επενδύσεων, της ανάπτυξης και της δημιουργίας θέσεων εργασίας σύμφωνα με τις πολιτικές προτεραιότητες της Επιτροπής. Για τον λόγο αυτό, το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για την Ένωση Κεφαλαιαγορών που εγκρίθηκε το 2020 38 συμπεριέλαβε ως μία από τις βασικές δράσεις του την επανεξέταση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(3)Το 2019 η Επιτροπή διεξήγαγε στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014. Η Επιτροπή έλαβε επίσης παρατηρήσεις από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (στο εξής: ΕΑΚΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (στο εξής: ΕΣΚΤ). Από τις διαβουλεύσεις προέκυψε ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη υποστηρίζουν και θεωρούν συναφείς τους στόχους του εν λόγω κανονισμού, δηλαδή την προώθηση της ασφαλούς, αποτελεσματικής και εύτακτης εκκαθάρισης των χρηματοπιστωτικών μέσων, και ότι δεν απαιτείτο σημαντική αναθεώρηση. Την 1η Ιουλίου 2021 η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση επανεξέτασης 39 σύμφωνα με το άρθρο 75 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014. Αν και δεν εφαρμόζονται ακόμη πλήρως όλες οι διατάξεις του εν λόγω κανονισμού, η έκθεση εντόπισε τομείς για τους οποίους απαιτείται στοχευμένη δράση ώστε να διασφαλιστεί ότι οι στόχοι του θα επιτευχθούν με πιο αναλογικό, αποδοτικό και αποτελεσματικό τρόπο.

(4)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θέσπισε κανόνες σχετικά με τη διαδικασία διακανονισμού για την πρόληψη και την αντιμετώπιση περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού συναλλαγών αξιογράφων και, ως εκ τούτου, για τη διασφάλιση της ασφάλειας του διακανονισμού των συναλλαγών. Στους κανόνες αυτούς περιλαμβάνονται ιδίως οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων, το καθεστώς χρηματικών ποινών και η υποχρεωτική αγορά κάλυψης «buy-in». Παρά την έλλειψη εμπειρίας όσον αφορά την εφαρμογή αυτών των κανόνων, η ανάπτυξη και ο προσδιορισμός του πλαισίου στον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2018/1229 της Επιτροπής 40 έχει δώσει σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να κατανοήσουν καλύτερα το καθεστώς και τις προκλήσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν κατά την εφαρμογή του. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το πεδίο εφαρμογής των χρηματικών ποινών και των υποχρεωτικών αγορών κάλυψης «buy-in» που ορίζονται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014, ιδίως με τον προσδιορισμό των κατηγοριών συναλλαγών που εξαιρούνται. Οι εν λόγω εξαιρέσεις θα πρέπει να καλύπτουν ιδίως συναλλαγές που απέτυχαν για λόγους που δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες και συναλλαγές στις οποίες δεν εμπλέκονται δύο μέρη διαπραγμάτευσης, για τις οποίες η επιβολή χρηματικών ποινών ή υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» δεν θα ήταν εφικτή ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιζήμιες συνέπειες για την αγορά, όπως ορισμένες συναλλαγές από την πρωτογενή αγορά, εταιρικές πράξεις, αναδιοργανώσεις, δημιουργία και εξόφληση μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και επανευθυγραμμίσεις. Θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να συμπληρώνει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 προσδιορίζοντας περαιτέρω τις λεπτομέρειες των εν λόγω εξαιρέσεων μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

(5)Πρωταρχικός στόχος του καθεστώτος συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού είναι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού εντός της Ένωσης. Ωστόσο, η αστάθεια της αγοράς το 2020 ενέτεινε τις ανησυχίες σχετικά με τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις των κανόνων περί υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in», τόσο υπό κανονικές όσο και υπό ακραίες συνθήκες της αγοράς. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων θα πρέπει να υπόκειται σε αξιολόγηση από την Επιτροπή όσον αφορά την καταλληλότητά της υπό το πρίσμα της εξέλιξης της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην Ένωση. Ωστόσο, οι χρηματικές ποινές και οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων θα πρέπει να εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται προκειμένου να αξιολογηθεί ο αντίκτυπός τους στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην Ένωση. Λαμβανομένων υπόψη των δυνητικών επιπτώσεων των κανόνων περί υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in», οι εν λόγω κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο όταν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, δηλαδή όταν η επιβολή χρηματικών ποινών δεν έχει οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη, συνεχή μείωση των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση, όταν η αποτελεσματικότητα του διακανονισμού στην Ένωση δεν έχει φθάσει σε κατάλληλα επίπεδα, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης στις κεφαλαιαγορές τρίτων χωρών που είναι συγκρίσιμες από άποψη μεγέθους, ρευστότητας, καθώς και μέσων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ειδών συναλλαγών που εκτελούνται στις εν λόγω αγορές, ή όταν το επίπεδο αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση έχει ή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι πληρούται οποιαδήποτε από αυτές τις προϋποθέσεις και ότι η εφαρμογή της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» είναι αναλογική για την αντιμετώπιση του επιπέδου αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση, θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη για τον καθορισμό των χρηματοπιστωτικών μέσων ή των κατηγοριών συναλλαγών για τα οποία θα πρέπει να αρχίσουν να εφαρμόζονται οι κανόνες υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in». Οι χρηματικές ποινές που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να υπολογίζονται σε καθημερινή βάση για κάθε εργάσιμη ημέρα καθυστέρησης του διακανονισμού της συναλλαγής και έως το πέρας της διαδικασίας αγοράς κάλυψης «buy-in» ή την ημέρα πραγματοποίησης του διακανονισμού, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

(6)Για να αποφευχθεί ο μεγάλος αριθμός αγορών κάλυψης «buy-in» για συναλλαγές επί του ίδιου χρηματοπιστωτικού μέσου κατά μήκος μιας αλυσίδας αντισυμβαλλομένων, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν περιττές διπλές δαπάνες και να επηρεάσουν τη ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου, οι συμμετέχοντες στις εν λόγω συναλλαγές θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους έναν μηχανισμό «διαβίβασης». Κάθε συμμετέχων στην αλυσίδα συναλλαγών θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διαβιβάζει κοινοποίηση αγοράς κάλυψης «buy-in» στον συμμετέχοντα που αθετεί τις υποχρεώσεις του απέναντί τους, έως ότου φθάσει στον αρχικό υπερήμερο συμμετέχοντα.

(7)Οι διαδικασίες υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» και χρηματικής αποζημίωσης επιτρέπουν την καταβολή της διαφοράς μεταξύ της τιμής αγοράς κάλυψης «buy-in» και της αρχικής τιμής συναλλαγής από τον πωλητή στον αγοραστή μόνον όταν η εν λόγω τιμή αναφοράς για την αγορά κάλυψης «buy-in» ή τη χρηματική αποζημίωση είναι υψηλότερη από την αρχική τιμή συναλλαγής. Αυτή η ασυμμετρία στην καταβολή της διαφοράς θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα άδικο διορθωτικό μέτρο που θα ωφελούσε αδικαιολόγητα τον αγοραστή σε περίπτωση που η τιμή αγοράς κάλυψης «buy-in» ή η τιμή αναφοράς είναι χαμηλότερη από την αρχική τιμή συναλλαγής. Ως εκ τούτου, η καταβολή της διαφοράς μεταξύ της τιμής αγοράς κάλυψης «buy-in» και της αρχικής τιμής συναλλαγής θα πρέπει να εφαρμόζεται και προς τις δύο κατευθύνσεις, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα μέρη της διαπραγμάτευσης θα τύχουν εκ νέου των οικονομικών όρων των οποίων θα τύγχαναν εάν είχε πραγματοποιηθεί η αρχική συναλλαγή.

(8)Το καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υπερήμερο συμμετέχοντα ο οποίος είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 41 . Ωστόσο, για συναλλαγές που συνάπτονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο όταν δεν παρεμβάλλεται μεταξύ αντισυμβαλλομένων, όπως η επιτρεπόμενη χρήση ασφαλειών για επενδυτικούς σκοπούς, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να υπόκειται στο καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού, όπως κάθε άλλος συμμετέχων.

(9)Όταν εφαρμόζεται υποχρεωτική αγορά κάλυψης «buy-in», η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αναστείλει προσωρινά την εφαρμογή της σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις. Η αναστολή αυτή θα πρέπει να είναι δυνατή για συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αποφυγή ή την αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση. Η αναστολή αυτή θα πρέπει να είναι ανάλογη προς τους εν λόγω στόχους.

(10)Το πλαίσιο των αρνητικών επιτοκίων θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τον υπολογισμό των χρηματικών ποινών, προκειμένου να αποφεύγονται οι ακούσιες επιπτώσεις στον μη υπερήμερο συμμετέχοντα με την εξάλειψη τυχόν αντίθετων κινήτρων καθυστέρησης του διακανονισμού, τα οποία ενδέχεται να προκύψουν σε περιβάλλον χαμηλών ή αρνητικών επιτοκίων.

(11)Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για την αναθεώρηση των υφιστάμενων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που επήλθαν στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014, ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί σε τυχόν αναγκαίες διορθώσεις ή τροποποιήσεις με σκοπό την αποσαφήνιση των απαιτήσεων που ορίζονται στα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, όπως οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι συμμετέχοντες μπορούν να εκτελούν τις δικές τους αγορές κάλυψης «buy-in».

(12)Όταν ένα κεντρικό αποθετήριο τίτλων (ΚΑΤ) δεν ασκεί δραστηριότητα διακανονισμού πριν από την έναρξη της διαδικασίας αδειοδότησης, τα κριτήρια που καθορίζουν ποιες αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συμμετέχουν στην εν λόγω διαδικασία αδειοδότησης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την αναμενόμενη δραστηριότητα διακανονισμού, ώστε να διασφαλίζεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι απόψεις όλων των αρμόδιων αρχών που ενδεχομένως ενδιαφέρονται για τις δραστηριότητες του εν λόγω ΚΑΤ.

(13)Παρότι ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 απαιτεί από τις εθνικές εποπτικές αρχές να συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές και να εξασφαλίζουν τη συμμετοχή τους, οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν υποχρεούνται να ενημερώνουν τις εν λόγω αρμόδιες αρχές εάν και πώς έχουν ληφθεί υπόψη οι απόψεις τους στο αποτέλεσμα της διαδικασίας αδειοδότησης και εάν έχουν εντοπιστεί πρόσθετα ζητήματα στο πλαίσιο των ετήσιων επανεξετάσεων και αξιολογήσεων. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδουν αιτιολογημένες γνώμες σχετικά με την αδειοδότηση των ΚΑΤ και τη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις εν λόγω γνώμες ή να εξηγούν σε αιτιολογημένη απόφαση τους λόγους για τους οποίους δεν ακολουθήθηκαν οι εν λόγω γνώμες.

(14)Οι τακτικές επανεξετάσεις και αξιολογήσεις των ΚΑΤ από τις αρμόδιες αρχές είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί ότι τα ΚΑΤ εξακολουθούν να εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις, στρατηγικές, διαδικασίες και μηχανισμούς για την αξιολόγηση των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί το ΚΑΤ, ή οι οποίοι ενδέχεται να αποτελέσουν απειλή για την ομαλή λειτουργία των αγορών κινητών αξιών. Ωστόσο, η πείρα έχει δείξει ότι η ετήσια επανεξέταση και αξιολόγηση είναι δυσανάλογα επαχθείς τόσο για τα ΚΑΤ όσο και για τις αρμόδιες αρχές και έχουν περιορισμένη προστιθέμενη αξία. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστεί μια καλύτερα προσαρμοσμένη περιοδικότητα προκειμένου να μειωθεί ο φόρτος αυτός και να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη πληροφοριών από τη μία επανεξέταση στην άλλη. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπονομεύονται οι εποπτικές ικανότητες των αρμόδιων αρχών και ο στόχος της διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(15)Το ΚΑΤ θα πρέπει να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει σενάρια που ενδέχεται να το εμποδίζουν να παρέχει τις κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες του ως λειτουργούσα επιχείρηση και να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα ενός πλήρους φάσματος επιλογών ανάκαμψης ή εύτακτης εκκαθάρισης. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 εισήγαγε σχετικές απαιτήσεις, προβλέποντας ιδίως ότι η αρμόδια αρχή πρέπει να απαιτεί από το ΚΑΤ να υποβάλει κατάλληλο σχέδιο ανάκαμψης και να διασφαλίζει την κατάρτιση και την τήρηση κατάλληλου σχεδίου εξυγίανσης για κάθε ΚΑΤ. Ωστόσο, επί του παρόντος δεν υπάρχει εναρμονισμένο καθεστώς εξυγίανσης στο οποίο θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχέδιο εξυγίανσης. Παρότι τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να προσφέρουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 42 , δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για τα ΚΑΤ που δεν έχουν άδεια να παρέχουν τέτοιες υπηρεσίες και, ως εκ τούτου, δεν θεωρούνται πιστωτικά ιδρύματα βάσει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ με την υποχρέωση να διαθέτουν σχέδια ανάκαμψης και εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εισαχθούν διευκρινίσεις με σκοπό την καλύτερη ευθυγράμμιση των απαιτήσεων που ισχύουν για τα ΚΑΤ, λαμβανομένης υπόψη της απουσίας ενωσιακού πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση για όλα τα ΚΑΤ.

(16)Όταν ένα νέο ΚΑΤ υποβάλλει αίτηση αδειοδότησης και η συμμόρφωση με ορισμένες απαιτήσεις δεν μπορεί να αξιολογηθεί επειδή το ΚΑΤ δεν είναι ακόμη σε λειτουργία, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να μπορεί να χορηγήσει την άδεια υπό τον όρο ότι πληρούνται οι εν λόγω απαιτήσεις όταν το ΚΑΤ ξεκινά τις δραστηριότητές του.

(17)Η διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σχετικά με την παροχή από τα ΚΑΤ συμβολαιογραφικών υπηρεσιών και υπηρεσιών κεντρικής διατήρησης σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους διαφορετικού από εκείνο της άδειας λειτουργίας τους έχει αποδειχθεί επαχθής και ορισμένες από τις απαιτήσεις της είναι ασαφείς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μια δυσανάλογα δαπανηρή και χρονοβόρα διαδικασία για τα ΚΑΤ. Ως εκ τούτου, η διαδικασία θα πρέπει να απλουστευθεί ώστε να αρθούν αποτελεσματικότερα τα εμπόδια στον διασυνοριακό διακανονισμό, προκειμένου τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας να επωφελούνται πλήρως από την ελευθερία παροχής υπηρεσιών εντός της Ένωσης.

(18)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 απαιτεί τη συνεργασία των αρχών που ενδιαφέρονται για τις δραστηριότητες των ΚΑΤ τα οποία προσφέρουν υπηρεσίες σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται σύμφωνα με το δίκαιο περισσότερων του ενός κρατών μελών. Ωστόσο, οι εποπτικές ρυθμίσεις παραμένουν κατακερματισμένες και μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορές στην κατανομή και τη φύση των εποπτικών εξουσιών ανάλογα με το εκάστοτε ΚΑΤ. Αυτό με τη σειρά του δημιουργεί εμπόδια στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών ΚΑΤ στην Ένωση, διαιωνίζει τις εναπομένουσες ανεπάρκειες στην ενωσιακή αγορά διακανονισμού και έχει αρνητικές επιπτώσεις στη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης. Παρά τη δυνατότητα σύστασης σωμάτων σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού, η επιλογή αυτή έχει χρησιμοποιηθεί ελάχιστα. Προκειμένου να διασφαλιστεί ο αποτελεσματικός και αποδοτικός συντονισμός της εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές, η απαίτηση σύστασης υποχρεωτικών σωμάτων θα πρέπει να ισχύει σε δύο περιπτώσεις. Πρώτον, για τα ΚΑΤ που προσφέρουν συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που εκδίδονται σύμφωνα με το δίκαιο περισσότερων του ενός κρατών μελών (στο εξής: σώματα διαβατηρίου) και, δεύτερον, για ΚΑΤ που ανήκουν στον ίδιο όμιλο (στο εξής: σώματα σε επίπεδο ομίλου). Για να μειωθεί ο διοικητικός φόρτος για τις αρχές που συμμετέχουν στα σώματα, όταν ένα ΚΑΤ που παρέχει διασυνοριακές υπηρεσίες αποτελεί επίσης μέρος ομίλου ΚΑΤ, ο πρόεδρος του σώματος θα πρέπει να μπορεί να αποφασίσει ότι θα συσταθεί μόνο ένα σώμα για το συγκεκριμένο ΚΑΤ. Όταν τα άλλα ΚΑΤ του ομίλου προσφέρουν επίσης διασυνοριακές υπηρεσίες, ο πρόεδρος του σώματος θα πρέπει να μπορεί να λάβει την εν λόγω απόφαση μόνον εφόσον συναινούν οι αρμόδιες αρχές των εν λόγω άλλων ΚΑΤ. Στην περίπτωση αυτή, θα υπάρχει μόνο ένα σώμα για όλα τα ΚΑΤ εντός του ομίλου, το οποίο θα ασκεί τα καθήκοντα που ανατίθενται στα σώματα διαβατηρίου και στα σώματα σε επίπεδο ομίλου. Τα εν λόγω σώματα θα πρέπει να διασφαλίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών που αφορούν τα οικεία ΚΑΤ.

(19)Η ΕΑΚΑΑ και οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν επί του παρόντος περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχουν τα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους για διάφορους λόγους. Πρώτον, λόγω της αναβολής της εφαρμογής, χωρίς ημερομηνία λήξης, των απαιτήσεων αναγνώρισης για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που παρείχαν ήδη υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης και συμβολαιογραφικές υπηρεσίες στην Ένωση πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού. Δεύτερον, λόγω του γεγονότος ότι, όταν ένα ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει μόνο την υπηρεσία διακανονισμού, δεν υπόκειται σε απαιτήσεις αναγνώρισης. Τέλος, επειδή ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 δεν απαιτεί από τα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα να κοινοποιούν στις αρχές της Ένωσης τις δραστηριότητές τους που σχετίζονται με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους. Λόγω αυτής της έλλειψης πληροφοριών, ούτε οι εκδότες ούτε οι δημόσιες αρχές σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο θα ήταν σε θέση να αξιολογήσουν τις δραστηριότητες των εν λόγω ΚΑΤ στην Ένωση, εάν χρειαστεί. Ως εκ τούτου, τα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα θα πρέπει να υποχρεούνται να ενημερώνουν τις αρχές της Ένωσης σχετικά με τις δραστηριότητές τους σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους.

(20)Το άρθρο 27 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ορίζει ότι το ΚΑΤ πρέπει να διαθέτει διοικητικό όργανο που απαρτίζεται τουλάχιστον κατά το ένα τρίτο από ανεξάρτητα μέλη, χωρίς τα ανεξάρτητα αυτά μέλη να μπορούν να είναι λιγότερα από δύο. Ωστόσο, αυτή η έννοια της ανεξαρτησίας μπορεί να υπόκειται σε αποκλίνουσες ερμηνείες και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί, σύμφωνα με τον ορισμό των «ανεξάρτητων μελών» στο άρθρο 2 σημείο 28 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(21)Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνοχή της ερμηνείας των βασικών ζητημάτων για τα οποία οι επιτροπές χρηστών θα πρέπει να συμβουλεύουν το διοικητικό όργανο, θα πρέπει να διευκρινιστεί περαιτέρω ποια στοιχεία περιλαμβάνονται στο «επίπεδο υπηρεσιών».

(22)Δεδομένου του κεντρικού ρόλου τους όσον αφορά την ασφάλεια των συναλλαγών, τα ΚΑΤ θα πρέπει όχι μόνο να μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται με τη φύλαξη και τον διακανονισμό συναλλαγών σε αξιόγραφα, αλλά και να επιδιώκουν την ελαχιστοποίησή τους.

(23)Υπό ορισμένες συνθήκες, ένας τίτλος μπορεί να συσταθεί βάσει του εθνικού εταιρικού δικαίου ή άλλης παρεμφερούς νομοθεσίας δύο διαφορετικών κρατών μελών. Αυτό ισχύει ιδίως για τους χρεωστικούς τίτλους όταν ο εκδότης είναι εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος και οι τίτλοι μπορεί να εκδοθούν σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται το εθνικό εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρεμφερής νομοθεσία και των δύο κρατών μελών.

(24)Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εκδότες που μεριμνούν για την καταχώριση των τίτλων τους σε ΚΑΤ εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος μπορούν να συμμορφώνονται με τις σχετικές διατάξεις του εταιρικού δικαίου ή άλλης παρεμφερούς νομοθεσίας των εν λόγω κρατών μελών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επικαιροποιούν τακτικά τον κατάλογο τέτοιων εθνικών βασικών σχετικών διατάξεων τον οποίο δημοσιεύει η ΕΑΚΑΑ.

(25)Προκειμένου να αποφευχθούν οι κίνδυνοι διακανονισμού που οφείλονται στην αφερεγγυότητα του διακανονιστή, τα ΚΑΤ θα πρέπει να διακανονίζουν, όποτε αυτό είναι εφικτό και πρακτικό, το χρηματικό σκέλος της συναλλαγής αξιογράφων μέσω λογαριασμών σε κεντρική τράπεζα. Όταν η επιλογή αυτή δεν είναι πρακτική και διαθέσιμη, μεταξύ άλλων όταν ένα ΚΑΤ δεν πληροί τις προϋποθέσεις πρόσβασης σε κεντρική τράπεζα άλλη από εκείνη του κράτους μέλους καταγωγής του, το εν λόγω ΚΑΤ θα πρέπει να μπορεί να διακανονίζει το χρηματικό σκέλος των συναλλαγών σε ξένα νομίσματα μέσω λογαριασμών σε ιδρύματα εξουσιοδοτημένα να παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες υπό τους όρους που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014. Η αποτελεσματικότητα της αγοράς διακανονισμού θα επωφελείτο περισσότερο από την ενίσχυση των δυνατοτήτων των ΚΑΤ να παρέχουν διακανονισμό σε ξένα νομίσματα μέσω της χρήσης λογαριασμών που σε ιδρύματα εξουσιοδοτημένα να παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες, εντός κατάλληλων ορίων κινδύνου, με σκοπό την εμβάθυνση των κεφαλαιαγορών και την ενίσχυση του διασυνοριακού διακανονισμού. Για τον σκοπό αυτό, τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και για τα οποία οι σχετικοί κίνδυνοι παρακολουθούνται ήδη, θα πρέπει να μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες σε άλλα ΚΑΤ που δεν διαθέτουν τέτοια άδεια, ανεξάρτητα από το αν αυτά ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών.

(26)Εντός ενός κατάλληλα καθορισμένου ορίου κινδύνου, τα ΚΑΤ που δεν έχουν άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου θα πρέπει να μπορούν να προσφέρουν επαρκές ποσό διακανονισμού σε ξένο νόμισμα μέσω λογαριασμών σε πιστωτικά ιδρύματα ή μέσω δικού τους λογαριασμού. Το όριο κάτω από το οποίο ένα ΚΑΤ μπορεί να ορίσει ένα πιστωτικό ίδρυμα για την παροχή οποιωνδήποτε επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου στο πλαίσιο χωριστής νομικής οντότητας χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον τίτλο IV του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να προσαρμοστεί κατά τρόπο που προωθεί την αποτελεσματικότητα του διακανονισμού και τη χρήση επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, με παράλληλη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Ως φορέας με εξειδικευμένη εμπειρογνωσία σε θέματα τραπεζικής και πιστωτικού κινδύνου, η ΕΑΤ θα πρέπει να επιφορτιστεί με την κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των κατάλληλων κατώτατων ορίων και, κατά περίπτωση, τυχόν απαιτήσεων μετριασμού του κινδύνου. Η ΕΑΤ θα πρέπει επίσης να συνεργάζεται στενά με τα μέλη του ΕΣΚΤ και την ΕΑΚΑΑ. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) όσον αφορά τα λεπτομερή στοιχεία του προσδιορισμού για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, τις συνοδευτικές λεπτομέρειες της διαχείρισης κινδύνου και των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα ΚΑΤ και τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σχετικά με τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας για τα ΚΑΤ και τα ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου.

(27)Τα ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, και τα ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να καλύπτουν τους σχετικούς κινδύνους στα οικεία πλαίσια διαχείρισης κινδύνων και προληπτικής εποπτείας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών συμφωνιών συμψηφισμού. Στα εργαλεία για την κάλυψη αυτών των κινδύνων θα πρέπει να περιλαμβάνεται η τήρηση επαρκών ρευστών διαθέσιμων που πληρούν τις προϋποθέσεις σε όλα τα σχετικά νομίσματα και η διασφάλιση ότι τα σενάρια ακραίων καταστάσεων είναι επαρκώς ισχυρά. Τα ΚΑΤ θα πρέπει επίσης να διασφαλίζουν ότι οι αντίστοιχοι κίνδυνοι ρευστότητας αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης και καλύπτονται από άκρως αξιόπιστες ρυθμίσεις χρηματοδότησης με φερέγγυα ιδρύματα, είτε για τις εν λόγω ρυθμίσεις έχουν αναληφθεί δεσμεύσεις είτε έχουν παρόμοια αξιοπιστία. Η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει σχέδια ρυθμιστικών προτύπων για την αναθεώρηση των υφιστάμενων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να ληφθούν υπόψη αυτές οι αλλαγές στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να προβεί σε τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις με σκοπό την αποσαφήνιση των απαιτήσεων που ορίζονται στα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα, όπως οι απαιτήσεις που αφορούν τη διαχείριση δυνητικών ελλείψεων ρευστότητας.

(28)Η προθεσμία ενός μόνο μηνός για την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης από τις σχετικές αρχές και τις αρμόδιες αρχές σχετικά με την άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου έχει αποδειχθεί υπερβολικά σύντομη για να μπορέσουν οι εν λόγω αρχές να προβούν σε τεκμηριωμένη ανάλυση. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλεφθεί μεγαλύτερη περίοδος 2 μηνών.

(29)Προκειμένου να δοθεί στα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση ή σε τρίτες χώρες επαρκής χρόνος για να υποβάλουν αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας και αναγνώρισης των δραστηριοτήτων τους, η ημερομηνία εφαρμογής των απαιτήσεων αδειοδότησης και αναγνώρισης του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 αναβλήθηκε αρχικά έως τη λήψη απόφασης αδειοδότησης ή αναγνώρισης σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό. Έχει παρέλθει επαρκής χρόνος από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει πλέον να αρχίσουν να εφαρμόζονται προκειμένου να διασφαλιστούν, αφενός, ισότιμοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ όλων των ΚΑΤ που παρέχουν υπηρεσίες σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους και, αφετέρου, ότι οι αρχές σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο διαθέτουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τη διασφάλιση της προστασίας των επενδυτών και την παρακολούθηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

(30)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 απαιτεί επί του παρόντος από την ΕΑΚΑΑ να καταρτίζει, σε συνεργασία με τις εθνικές αρμόδιες αρχές και την ΕΑΤ, ετήσιες εκθέσεις για 12 θέματα και να υποβάλλει τις εν λόγω εκθέσεις στην Επιτροπή. Η απαίτηση αυτή είναι δυσανάλογη, λαμβανομένης υπόψη της φύσης ορισμένων θεμάτων για τα οποία δεν απαιτείται ετήσια επικαιροποίηση. Ως εκ τούτου, η συχνότητα και ο αριθμός των εν λόγω εκθέσεων θα πρέπει να ρυθμιστούν εκ νέου, προκειμένου να μειωθεί ο φόρτος για την ΕΑΚΑΑ και τις αρμόδιες αρχές, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι παρέχονται στην Επιτροπή οι αναγκαίες πληροφορίες που χρειάζεται για την επανεξέταση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.

(31)Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως.

(32)Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για τον προσδιορισμό των επιπτώσεων τις οποίες οι περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού θα μπορούσαν να έχουν, σε ένα πλαίσιο αρνητικών επιτοκίων, για τους θιγόμενους αντισυμβαλλομένους σε σχέση με τον υπολογισμό των χρηματικών ποινών ή των αντίθετων κινήτρων τους για καθυστέρηση του διακανονισμού, τους λόγους που προκαλούν αδυναμία διακανονισμού για την οποία πρέπει να θεωρείται ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στους συμμετέχοντες στη συναλλαγή και τις συναλλαγές στις οποίες δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμμετέχουν δύο μέρη διαπραγμάτευσης, τη λειτουργία των σωμάτων εποπτών, τις πληροφορίες που πρέπει να κοινοποιούνται από ΚΑΤ τρίτων χωρών· και το μέγιστο ποσό κάτω από το οποίο τα ΚΑΤ μπορούν να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα για τον διακανονισμό των πληρωμών σε μετρητά.

(33)Για την εξασφάλιση ομοιόμορφων όρων για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και ιδίως σχετικά με την εφαρμογή και την αναστολή των απαιτήσεων για τις υποχρεωτικές αγορές κάλυψης «buy-in», όπου αυτές ισχύουν, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 43 .

(34)Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η αύξηση της παροχής διασυνοριακού διακανονισμού από τα ΚΑΤ, η μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης και η διασφάλιση επαρκών πληροφοριών στη διάθεση των αρχών ώστε να παρακολουθούν τους κινδύνους, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων τους, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτών των στόχων.

(35)Η εφαρμογή του αναθεωρημένου πεδίου εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τις χρηματικές ποινές, οι νέες απαιτήσεις σχετικά με τη σύσταση σωμάτων εποπτών, η υποβολή κοινοποίησης από ΚΑΤ τρίτων χωρών σχετικά με τις βασικές υπηρεσίες που παρέχουν σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, το αναθεωρημένο κατώτατο όριο κάτω από το οποίο τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να προσφέρονται να διακανονίζουν τις πληρωμές σε μετρητά για μέρος του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ και οι αναθεωρημένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ισχύουν για τα πιστωτικά ιδρύματα ή ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με το άρθρο 59 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 θα πρέπει να μετατεθούν, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος για την έκδοση των αναγκαίων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που θα διευκρινίζουν περαιτέρω τις εν λόγω απαιτήσεις,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 τροποποιείται ως εξής:

1) στο άρθρο 2 παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο 25α):

«25α) ως «όμιλος» νοείται όμιλος κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 11) της οδηγίας 2013/34/ΕΚ»·

2) το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 2, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο μηχανισμός κυρώσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει χρηματικές ποινές για τους συμμετέχοντες που προκαλούν αδυναμία διακανονισμού («υπερήμεροι συμμετέχοντες»), εκτός εάν η εν λόγω αδυναμία διακανονισμού οφείλεται σε παράγοντες που δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες στη συναλλαγή ή για πράξεις στις οποίες δεν εμπλέκονται δύο μέρη διαπραγμάτευσης. Οι χρηματικές ποινές υπολογίζονται σε ημερήσια βάση για κάθε εργάσιμη ημέρα καθυστέρησης του διακανονισμού της συναλλαγής μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού και έως το πέρας της διαδικασίας αγοράς κάλυψης [«buy-in»] που αναφέρεται στις παραγράφους 3 έως 8 και εφαρμόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2α, όχι όμως πέραν της ημέρας πραγματοποίησης του διακανονισμού, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη. Οι χρηματικές ποινές δεν προβλέπονται ως πηγή εσόδων για το ΚΑΤ.»·

β)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Με την επιφύλαξη του μηχανισμού κυρώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου και του δικαιώματος διμερούς ακύρωσης της συναλλαγής, η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστική πράξη, να αποφασίσει σε ποια από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 ή σε ποιες κατηγορίες συναλλαγών στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα πρέπει να εφαρμόζονται τα μέτρα συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού που αναφέρονται στις παραγράφους 3 έως 8 του παρόντος άρθρου, όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι τα εν λόγω μέτρα συνιστούν αναλογικό μέσο για την αντιμετώπιση του επιπέδου αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση και ότι, με βάση τον αριθμό και τον όγκο των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού, πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) η εφαρμογή του μηχανισμού χρηματικών ποινών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν έχει οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη, συνεχή μείωση των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση·

β) η αποτελεσματικότητα του διακανονισμού στην Ένωση δεν έχει φθάσει σε κατάλληλα επίπεδα, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης στις κεφαλαιαγορές τρίτων χωρών, οι οποίες είναι συγκρίσιμες ως προς το μέγεθος, τη ρευστότητα, καθώς και τα μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και τα είδη των συναλλαγών που εκτελούνται σε αυτές τις αγορές·

γ) το επίπεδο αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση έχει ή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

Η εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 68 παράγραφος 2.»·

γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Εάν η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 2α και ο υπερήμερος συμμετέχων δεν έχει παραδώσει στον αποδέκτη συμμετέχοντα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που καλύπτονται από την εν λόγω εκτελεστική πράξη εντός χρονικού διαστήματος μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού («περίοδος παράτασης») που ισούται με 4 εργάσιμες ημέρες, ξεκινά διαδικασία αγοράς κάλυψης «buy-in», κατά την οποία τα εν λόγω μέσα διατίθενται προς διακανονισμό και παραδίδονται στον αποδέκτη συμμετέχοντα εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος.

Όταν η συναλλαγή αφορά χρηματοπιστωτικά μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, η περίοδος παράτασης ορίζεται σε 15 ημερολογιακές ημέρες, εκτός αν η εν λόγω αγορά αποφασίσει να εφαρμόσει βραχύτερη περίοδο.»·

δ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Εάν ένας αποδέκτης συμμετέχων («ενδιάμεσος αποδέκτης συμμετέχων») δεν λάβει τα χρηματοπιστωτικά μέσα έως την ημερομηνία που αναφέρεται στην παράγραφο 3, με αποτέλεσμα την αδυναμία περαιτέρω παράδοσης των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων σε άλλον αποδέκτη συμμετέχοντα («τελικός αποδέκτης συμμετέχων»), ο ενδιάμεσος αποδέκτης συμμετέχων θεωρείται ότι συμμορφώνεται με την υποχρέωση εκτέλεσης αγοράς κάλυψης «buy-in» έναντι του υπερήμερου συμμετέχοντα, όταν ο τελικός αποδέκτης συμμετέχων εκτελεί την αγορά κάλυψης «buy-in» για τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα. Ομοίως, ο ενδιάμεσος αποδέκτης συμμετέχων μπορεί να μεταβιβάσει στον υπερήμερο συμμετέχοντα τις υποχρεώσεις του προς τον τελικό αποδέκτη συμμετέχοντα σύμφωνα με τις παραγράφους 6, 7 και 8.»·

ε)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3α, ισχύουν οι ακόλουθες παρεκκλίσεις από την απαίτηση της παραγράφου 3:

α) βάσει του είδους του τίτλου και της ρευστότητας των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων, η περίοδος παράτασης μπορεί να αυξηθεί από 4 εργάσιμες ημέρες σε 7 εργάσιμες ημέρες, κατ’ ανώτατο όριο, όταν η πρόβλεψη βραχύτερης περιόδου παράτασης θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των σχετικών χρηματοπιστωτικών αγορών·

β) για πράξεις που αποτελούνται από περισσότερες συναλλαγές, περιλαμβανομένων των συμφωνιών επαναγοράς ή δανεισμού τίτλων, η της διαδικασίας αγοράς κάλυψης [«buy-in»] που αναφέρεται στην παράγραφο 3 δεν εφαρμόζεται όταν το χρονικό πλαίσιο αυτών των πράξεων είναι αρκούντως βραχύ και καθιστά τη διαδικασία αγοράς κάλυψης αναποτελεσματική·

γ) για τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού που συνέβησαν για λόγους που δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες, δεν εφαρμόζεται η διαδικασία αγοράς κάλυψης [«buy-in»] που αναφέρεται στην παράγραφο 3·

δ) για συναλλαγές στις οποίες δεν συμμετέχουν δύο μέρη διαπραγμάτευσης, δεν εφαρμόζεται η διαδικασία αγοράς κάλυψης [«buy-in»] που αναφέρεται στην παράγραφο 3.»·

στ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Με την επιφύλαξη του μηχανισμού κυρώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 2, όταν το τίμημα των χρηματοπιστωτικών μέσων που είχε συμφωνηθεί κατά τον χρόνο της διαπραγμάτευσης διαφέρει από το τίμημα που καταβάλλεται για την εκτέλεση της αγοράς κάλυψης «buy-in», η αντίστοιχη διαφορά καταβάλλεται από τον συμμετέχοντα που επωφελείται από την εν λόγω διαφορά τιμής στον άλλο συμμετέχοντα, το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά την παράδοση των χρηματοπιστωτικών μέσων που ακολουθεί την αγορά κάλυψης.»·

ζ)η παράγραφος 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11. Οι παράγραφοι 2 έως 9 δεν εφαρμόζονται σε υπερήμερους συμμετέχοντες που είναι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, με εξαίρεση τις συναλλαγές που συνάπτονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εφόσον δεν παρεμβάλλεται μεταξύ αντισυμβαλλομένων.

Εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποστεί ζημίες από την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 2 τρίτο εδάφιο, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να θεσπίσει στους κανόνες του μηχανισμό για την κάλυψη των εν λόγω ζημιών.»·

η)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 13α:

«13α. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συστήσει στην Επιτροπή να αναστείλει με αναλογικό τρόπο τον μηχανισμό αγοράς κάλυψης «buy-in» που αναφέρεται στις παραγράφους 3 έως 8 για συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την αποφυγή ή την αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση. Η σύσταση αυτή συνοδεύεται από πλήρως αιτιολογημένη αξιολόγηση της αναγκαιότητάς της και δεν δημοσιοποιείται.

Πριν από την έκδοση της σύστασης, η ΕΑΚΑΑ ζητεί τη γνώμη του ΕΣΣΚ και του ΕΣΚΤ.

Η Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την παραλαβή της σύστασης, με βάση τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχει η ΕΑΚΑΑ, είτε αναστέλλει τον μηχανισμό αγοράς κάλυψης «buy-in» που αναφέρεται στην παράγραφο 3 για τις συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων μέσω εκτελεστικής πράξης είτε απορρίπτει τη συνιστώμενη αναστολή. Όταν η Επιτροπή απορρίπτει τη ζητούμενη αναστολή, αναφέρει τους λόγους γραπτώς στην ΕΑΚΑΑ. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν δημοσιοποιούνται.

Η εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 68 παράγραφος 3.

Η αναστολή του μηχανισμού αγοράς κάλυψης «buy-in» κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής.

Η αναστολή του μηχανισμού αγοράς κάλυψης «buy-in» ισχύει για αρχική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες από την ημερομηνία εφαρμογής της εν λόγω αναστολής.

Όταν οι λόγοι για την αναστολή εξακολουθούν να ισχύουν, η Επιτροπή μπορεί να παρατείνει μέσω εκτελεστικής πράξης την αναστολή που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο για πρόσθετες περιόδους 3 μηνών κατά μέγιστο, με συνολική περίοδο αναστολής που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Η παράταση της αναστολής δημοσιεύεται σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο.

Η εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 68 παράγραφος 3. Η ΕΑΚΑΑ, σε εύθετο χρόνο πριν από τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο ή τυχόν περιόδου παράτασης που αναφέρεται στο έβδομο εδάφιο, γνωμοδοτεί στην Επιτροπή σχετικά με το κατά πόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι της αναστολής.»·

θ)η παράγραφος 14 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«14. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 67 για τον καθορισμό παραμέτρων για τον υπολογισμό του αποτρεπτικού και αναλογικού επιπέδου των χρηματικών ποινών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου βάσει του είδους του τίτλου, της ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού μέσου, του είδους της συναλλαγής και της επίπτωσης που θα μπορούσαν να έχουν τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια στα κίνητρα των αντισυμβαλλομένων και στις περιπτώσεις αδυναμίας. Οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των χρηματικών ποινών διασφαλίζουν υψηλό βαθμό συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού, καθώς και την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των σχετικών χρηματοπιστωτικών αγορών.»·

ι)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 14α:

«14α. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 67 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού, προσδιορίζοντας τους λόγους για τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού για τις οποίες πρέπει να θεωρείται ότι δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες στη συναλλαγή και τις συναλλαγές στις οποίες δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμμετέχουν δύο μέρη διαπραγμάτευσης σύμφωνα με την παράγραφο 2 και την παράγραφο 4 στοιχεία γ) και δ) του παρόντος άρθρου.»·

ια)στην παράγραφο 15, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να εισαχθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

3) στο άρθρο 12 παράγραφος 1, τα στοιχεία β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«β) οι κεντρικές τράπεζες της Ένωσης που εκδίδουν τα πιο σημαντικά νομίσματα στα οποία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί ο διακανονισμός·

γ) όπου αρμόζει, η κεντρική τράπεζα εντός της Ένωσης, στα βιβλία της οποίας διακανονίζεται ή θα διακανονιστεί το χρηματικό σκέλος του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται το ΚΑΤ.»·

4) το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν το αιτούν ΚΑΤ δεν συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, αλλά μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι θα το πράξει όταν θα ξεκινήσει τις δραστηριότητές του, η αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγήσει την άδεια υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω ΚΑΤ διαθέτει όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού κατά την έναρξη των δραστηριοτήτων του.»·

β)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Μόλις η αίτηση θεωρηθεί πλήρης, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση στις σχετικές αρχές και διαβουλεύεται με τις εν λόγω αρχές σχετικά με τα χαρακτηριστικά του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του αιτούντος ΚΑΤ.

Κάθε σχετική αρχή μπορεί να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη προς την αρμόδια αρχή εντός 3 μηνών από τη λήψη των πληροφοριών από τη σχετική αρχή. Αν η σχετική αρχή δεν εκδώσει γνώμη εντός της εν λόγω προθεσμίας, θεωρείται ότι έχει εκδώσει θετική γνώμη.

Εάν τουλάχιστον μία από τις σχετικές αρχές εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη, η αρμόδια αρχή που επιθυμεί να χορηγήσει την άδεια παρέχει στις αρμόδιες αρχές, εντός 30 ημερολογιακών ημερών, αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την αρνητική γνώμη.

Εάν, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την έκδοση από την αρμόδια αρχή της αιτιολογημένης απόφασης που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εκδώσει άλλη αρνητική γνώμη και η αρμόδια αρχή διαφωνεί, ενημερώνει τις εν λόγω σχετικές αρχές. Οποιαδήποτε από τις αρχές που εξέδωσαν αρνητική γνώμη μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ για συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Αν μετά την πάροδο 30 ημερολογιακών ημερών από την παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ το ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί, η αρμόδια αρχή που επιθυμεί να χορηγήσει την άδεια λαμβάνει την τελική απόφαση και παρέχει εγγράφως λεπτομερή εξήγηση της απόφασής της στις σχετικές αρχές.

Αν η αρμόδια αρχή επιθυμεί να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας, το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ.

Στις αρνητικές γνώμες περιέχεται έγγραφη, πλήρης και λεπτομερής αιτιολόγηση, η οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.»·

γ)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 7α:

«7α. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αρχές των οποίων ζητήθηκε η γνώμη σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 7 σχετικά με τα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων, της διαδικασίας αδειοδότησης.»·

5) στο άρθρο 20, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, το ΚΑΤ προβλέπει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη διαδικασία που διασφαλίζει τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό και μεταφορά των τίτλων των πελατών και των συμμετεχόντων σε άλλο ΚΑΤ. Οι εν λόγω διαδικασίες περιλαμβάνουν τη μεταφορά λογαριασμών έκδοσης και αρχείων που συνδέονται με την παροχή των βασικών υπηρεσιών που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος.»·

6) το άρθρο 22 τροποποιείται ως εξής:

α)οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Η αρμόδια αρχή επανεξετάζει, τουλάχιστον ανά διετία, τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από το ΚΑΤ, όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, και αξιολογεί τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί το ΚΑΤ ή τους κινδύνους που προξενεί για την ομαλή λειτουργία των αγορών τίτλων ή τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών.

2. Το ΚΑΤ προσδιορίζει σενάρια που ενδέχεται να το εμποδίζουν να παρέχει τις κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες του ως λειτουργούσα επιχείρηση και να αξιολογεί την αποτελεσματικότητα ενός πλήρους φάσματος επιλογών ανάκαμψης ή εύτακτης εκκαθάρισης. Τα σενάρια αυτά λαμβάνουν υπόψη τους διάφορους ανεξάρτητους και συναφείς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το ΚΑΤ. Χρησιμοποιώντας την εν λόγω ανάλυση, το ΚΑΤ καταρτίζει και υποβάλλει στην αρμόδια αρχή κατάλληλα σχέδια για την ανάκαμψη ή την εύτακτη εκκαθάρισή του.

3. Τα σχέδια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α) ουσιαστική περίληψη των βασικών στρατηγικών ανάκαμψης ή εύτακτης εκκαθάρισης·

β) προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών και υπηρεσιών του ΚΑΤ·

γ) κατάλληλες διαδικασίες που διασφαλίζουν τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό και μεταφορά των τίτλων των πελατών και των συμμετεχόντων σε άλλο ΚΑΤ σε περίπτωση που καταστεί οριστικά αδύνατο για το ΚΑΤ να αποκαταστήσει τις κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες του·

δ) περιγραφή των μέτρων που απαιτούνται για την εφαρμογή των βασικών στρατηγικών.

Το ΚΑΤ έχει την ικανότητα να προσδιορίζει και να παρέχει στις σχετικές οντότητες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των σχεδίων εγκαίρως κατά τη διάρκεια σεναρίων ακραίων καταστάσεων.

Το ΚΑΤ επανεξετάζει και επικαιροποιεί τα σχέδια τακτικά και τουλάχιστον ανά διετία. Τα σχέδια λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του οικείου ΚΑΤ και κάθε σχετικό σχέδιο ανάκαμψης ή εξυγίανσης που καταρτίζεται σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ.

Όταν καταρτίζεται και τηρείται σχέδιο εξυγίανσης για ένα ΚΑΤ με σκοπό τη διασφάλιση των βασικών λειτουργιών του, η αρμόδια αρχή ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ.

4. Η αρμόδια αρχή ορίζει τη συχνότητα και το βάθος της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, έχοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του σχετικού ΚΑΤ. Η επανεξέταση και η αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον ανά διετία.»·

β)οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6. Κατά την εκτέλεση της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει, σε αρχικό στάδιο, τις αναγκαίες πληροφορίες στις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, στην αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και ζητεί τη γνώμη τους, ιδίως όσον αφορά τη λειτουργία των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων τα οποία διαχειρίζεται το ΚΑΤ.

Οι αρχές των οποίων ζητείται η γνώμη μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη εντός 3 μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών από την αρμόδια αρχή.

Αν η αρχή δεν εκδώσει γνώμη μέσα στην προθεσμία, θεωρείται ότι έχει εκδώσει θετική γνώμη.

Εάν τουλάχιστον μία από τις σχετικές αρχές εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη, η αρμόδια αρχή παρέχει στις αρμόδιες αρχές, εντός 30 ημερολογιακών ημερών, αιτιολογημένη απόφαση σχετικά με την αρνητική γνώμη.

Εάν, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασης που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εκδώσει άλλη αρνητική γνώμη και η αρμόδια αρχή διαφωνεί, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την εν λόγω σχετική αρχή. Οποιαδήποτε από τις αρχές που εξέδωσαν αρνητική γνώμη μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ για συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Αν μετά την πάροδο 30 ημερολογιακών ημερών από την παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ το ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί, η αρμόδια αρχή λαμβάνει την τελική απόφαση σχετικά με την επανεξέταση και την αξιολόγηση και παρέχει εγγράφως λεπτομερή εξήγηση της απόφασής της στις σχετικές αρχές.

Στις αρνητικές γνώμες περιέχεται έγγραφη, πλήρης και λεπτομερής αιτιολόγηση, η οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

7. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τακτικά, τουλάχιστον μία φορά ανά διετία, τις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, τα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α του παρόντος κανονισμού και την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των τυχών διορθωτικών ενεργειών ή των κυρώσεων.»·

γ)στην παράγραφο 11, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

7) στο άρθρο 23, οι παράγραφοι 2 έως 7 αντικαθίστανται ως ακολούθως:

«2. ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας ή ΚΑΤ που έχει υποβάλει αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17 και σκοπεύει να παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ή να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, υπόκειται στη διαδικασία των παραγράφων 3 έως 7 του παρόντος άρθρου. Το ΚΑΤ μπορεί να παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες μόνο αφού λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17, αλλά όχι νωρίτερα από τη σχετική ημερομηνία που εφαρμόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 6.

3. Κάθε ΚΑΤ που επιθυμεί να παράσχει για πρώτη φορά τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ή να τροποποιήσει το φάσμα των εν λόγω παρεχόμενων υπηρεσιών, υποβάλλει έγγραφα με τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής:

α) το κράτος μέλος υποδοχής·

β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, το οποίο θα αναφέρει ιδίως τις υπηρεσίες τις οποίες σκοπεύει να παρέχει το ΚΑΤ·

γ) το νόμισμα ή τα νομίσματα στα οποία το ΚΑΤ σκοπεύει να συναλλάσσεται·

δ) όταν υπάρχει υποκατάστημα, την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος και τα ονόματα των υπεύθυνων για τη διοίκηση του υποκαταστήματος·

ε) αξιολόγηση των μέτρων που σκοπεύει να λάβει το ΚΑΤ για να επιτρέψει στους χρήστες του να συμμορφωθούν προς τις εθνικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1.

4. Εντός ενός μηνός από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, εκτός εάν, λαμβάνοντας υπόψη τη σκοπούμενη παροχή υπηρεσιών, έχει λόγους να αμφισβητεί την επάρκεια της διοικητικής δομής ή της οικονομικής κατάστασης του ΚΑΤ που επιθυμεί να παράσχει τις υπηρεσίες του στο κράτος μέλος υποδοχής. Όταν το ΚΑΤ παρέχει ήδη υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη υποδοχής, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης το σώμα διαβατηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 24α.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις σχετικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους σχετικά με κάθε κοινοποίηση που έλαβε σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

5. Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αποφασίσει σύμφωνα με την παράγραφο 4 να μην κοινοποιήσει όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο σχετικό ΚΑΤ εντός 3 μηνών από τη λήψη όλων των πληροφοριών και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και το σώμα διαβατηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 24α για την απόφασή της.

6. Το ΚΑΤ μπορεί να ξεκινήσει να παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στο κράτος μέλος υποδοχής κατά την προγενέστερη από τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α) μετά από 1 μήνα από την ημερομηνία διαβίβασης της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4·

β) μετά την παραλαβή κοινοποίησης από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής με την οποία εγκρίνεται η παροχή υπηρεσιών στο κράτος μέλος υποδοχής.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει αμέσως το ΚΑΤ σχετικά με την ημερομηνία διαβίβασης της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

7. Σε περίπτωση μεταβολής των πληροφοριών που παρατίθενται στα έγγραφα που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το ΚΑΤ ειδοποιεί γραπτώς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για τη μεταβολή αυτή, 1 μήνα τουλάχιστον προτού υλοποιήσει τη μεταβολή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και το σώμα διαβατηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 24α για την εν λόγω μεταβολή.»·

8) το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1 προστίθενται τα εξής εδάφια:

«Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε μέλους του σώματος διαβατηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 24α, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να καλέσει προσωπικό από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και την ΕΑΚΑΑ να συμμετάσχουν σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ κάθε πληροφορία που λαμβάνει από τα ΚΑΤ κατά τη διάρκεια των επιτόπιων επιθεωρήσεων ή σε σχέση με αυτές.»·

β)η παράγραφος 4 διαγράφεται·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει σαφείς και αποδείξιμους λόγους να πιστεύει ότι το ΚΑΤ που παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός του σύμφωνα με το άρθρο 23 παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, την ΕΑΚΑΑ και το σώμα διαβατηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 24α.

Εάν, παρά τη λήψη μέτρων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, το ΚΑΤ εξακολουθεί να παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Η ΕΑΚΑΑ και το σώμα διαβατηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 24α ενημερώνονται για τα μέτρα αυτά χωρίς καθυστέρηση.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να δράσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

δ)οι παράγραφοι 7 και 8 απαλείφονται·

9) στον τίτλο III, παρεμβάλλεται το ακόλουθο τμήμα 4α:

«Τμήμα 4α

Συνεργασία των αρχών μέσω σωμάτων

Άρθρο 24a

Σώματα εποπτών για ΚΑΤ που παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος και για ΚΑΤ που ανήκουν σε όμιλο με δύο ή περισσότερα ΚΑΤ

1. Συστήνονται σώματα εποπτών για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν ένα ΚΑΤ υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 έως 7 («σώμα διαβατηρίου»)·

β) όταν ένα ΚΑΤ ανήκει σε όμιλο που περιλαμβάνει δύο ή περισσότερα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη («σώμα σε επίπεδο ομίλου»).

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΚΑΤ συστήνει σώμα διαβατηρίου, το οποίο διαχειρίζεται και στο οποίο προεδρεύει. Το εν λόγω σώμα συγκροτείται εντός 1 μηνός από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 6. Όταν το ΚΑΤ υποβάλλει μεταγενέστερες κοινοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 3, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής καλεί τις αρμόδιες αρχές των οικείων κρατών μελών υποδοχής στο σώμα διαβατηρίου εντός 1 μηνός από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφος 6.

Στην περίπτωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), όταν η μητρική επιχείρηση είναι ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του εν λόγω ΚΑΤ συγκροτεί, διευθύνει και προεδρεύει του σώματος σε επίπεδο ομίλου. Όταν η μητρική επιχείρηση δεν είναι ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΚΑΤ με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού συγκροτεί, διαχειρίζεται και προεδρεύει του σώματος σε επίπεδο ομίλου.

Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, εάν δεν ενδείκνυται η εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να παρεκκλίνουν από τα εν λόγω κριτήρια με κοινή συμφωνία και να ορίσουν διαφορετική αρμόδια αρχή του ΚΑΤ για τη διαχείριση και την προεδρία του σώματος, λαμβάνοντας υπόψη τα οικεία ΚΑΤ και τη σχετική σημασία των δραστηριοτήτων τους στα σχετικά κράτη μέλη. Στις περιπτώσεις αυτές, το μητρικό ΚΑΤ ή το ΚΑΤ με το μεγαλύτερο σύνολο ισολογισμού, κατά περίπτωση, έχει δικαίωμα ακρόασης πριν από τη λήψη της απόφασης από τις αρμόδιες αρχές.

Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν αμελλητί στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ κάθε συμφωνία που πραγματοποιείται σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο.

2. Το σώμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 απαρτίζεται από:

α) την ΕΑΚΑΑ·

β) την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΚΑΤ·

γ) τις σχετικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 12·

δ) στην περίπτωση σώματος διαβατηρίου, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής·

ε) στην περίπτωση σώματος σε επίπεδο ομίλου, την αρμόδια αρχή και τις σχετικές αρχές κάθε ΚΑΤ του ομίλου·

στ) την ΕΑΤ, όταν ένα ΚΑΤ έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 3.

3. Όταν ένα ΚΑΤ που υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 έως 7 αποτελεί επίσης μέρος ομίλου που περιλαμβάνει δύο ή περισσότερα ΚΑΤ και η αρμόδια αρχή του προεδρεύει του σώματος σε επίπεδο ομίλου, η εν λόγω αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει για το εν λόγω ΚΑΤ τη σύσταση μόνο ενός σώματος για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου. Εάν οποιοδήποτε από τα άλλα ΚΑΤ εντός του ομίλου υπόκειται επίσης στη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 έως 7, ο πρόεδρος του σώματος μπορεί να λάβει την απόφαση αυτή μόνο με τη σύμφωνη γνώμη των αρμόδιων αρχών των εν λόγω ΚΑΤ.

Όταν ένα σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο:

α)συγκαλείται για την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχεία α) έως δ) του παρόντος άρθρου, οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως στ) του παρόντος άρθρου σε σχέση με κάθε ΚΑΤ εντός του ομίλου συμμετέχουν στην εν λόγω συνεδρίαση του σώματος·

β)συγκαλείται για την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου, μόνον οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α), β), γ), ε) και, κατά περίπτωση, στο στοιχείο στ) του παρόντος άρθρου συμμετέχουν στην εν λόγω συνεδρίαση του σώματος.

4. Ο πρόεδρος κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τη σύνθεση του σώματος εντός 30 ημερολογιακών ημερών από τη σύστασή του και κάθε αλλαγή στη σύνθεσή του εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την εν λόγω αλλαγή. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον ιστότοπό της χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον κατάλογο των μελών του εν λόγω σώματος και επικαιροποιεί τον εν λόγω κατάλογο.

5. Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους που δεν είναι μέλος του σώματος μπορεί να ζητεί από το σώμα κάθε πληροφορία που την ενδιαφέρει προς εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.

6. Το σώμα, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των αρμοδίων αρχών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μεριμνά για:

α)την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων παροχής πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 13, 14 και 15 και πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 22·

β)την αποτελεσματικότερη εποπτεία με την αποφυγή περιττών αλληλεπικαλυπτόμενων εποπτικών ενεργειών, όπως τα αιτήματα παροχής πληροφοριών·

γ)τη συμφωνία για την εκούσια ανάθεση καθηκόντων στα μέλη της·

δ)στην περίπτωση σώματος διαβατηρίου, τη συνεργασία του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 24 και όσον αφορά τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 4 στοιχείο ε) και σχετικά με τυχόν ζητήματα που ανακύπτουν κατά την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη·

ε)στην περίπτωση σώματος σε επίπεδο ομίλου, την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την κοινοχρησία πόρων και τις ρυθμίσεις εξωτερικής ανάθεσης εντός ομίλου ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19, σχετικά με σημαντικές αλλαγές στη δομή και το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ομίλου, καθώς και σχετικά με αλλαγές στην οργάνωση, τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τις διαδικασίες ή τις ρυθμίσεις, όταν οι εν λόγω αλλαγές έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη διακυβέρνηση ή τη διαχείριση κινδύνου για τα ΚΑΤ που ανήκουν στον όμιλο.

Ο πρόεδρος συγκαλεί συνεδρίαση του σώματος τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στα σώματα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα μέλη του σώματος που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μπορούν να προσθέτουν σημεία στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης.

7. Η συγκρότηση και η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτή συμφωνία μεταξύ όλων των μελών του.

Στη συμφωνία καθορίζονται οι πρακτικές ρυθμίσεις λειτουργίας του σώματος, μεταξύ άλλων οι τρόποι επικοινωνίας μεταξύ των μελών του σώματος, και μπορεί να προσδιορίζονται τα καθήκοντα που πρόκειται να ανατεθούν στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ ή σε άλλο μέλος του σώματος.

8. Η ΕΑΚΑΑ αναπτύσσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των στοιχείων των πρακτικών ρυθμίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 7.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

10) το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. ΚΑΤ τρίτης χώρας που προτίθεται να παρέχει τη βασική υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 3) του τμήματος Α του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, υποβάλλει κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ.»·

β)στην παράγραφο 6, το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εντός 6 μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης ή από την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 9, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως το αιτούν ΚΑΤ, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, σχετικά με το αν η αναγνώριση χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 13:

«13. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει το ΚΑΤ τρίτης χώρας στην ΕΑΚΑΑ στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2α. Οι πληροφορίες αυτές περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και εφόσον είναι διαθέσιμα, των εξής:

α)αριθμός των συμμετεχόντων της Ένωσης στους οποίους το ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α·

β)αριθμός και όγκος των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους και διακανονίστηκαν κατά το προηγούμενο έτος·

γ)αριθμός και όγκος των συναλλαγών που διακανονίστηκαν από συμμετέχοντες της Ένωσης κατά το προηγούμενο έτος.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις …[Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

11) στο άρθρο 27, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 3α:

«3α. Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, ανεξάρτητο μέλος του διοικητικού οργάνου είναι μέλος του διοικητικού οργάνου το οποίο δεν έχει επαγγελματική, οικογενειακή ή άλλη σχέση που δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων με το σχετικό ΚΑΤ ή με τους μετόχους που ασκούν τον έλεγχο, τη διοίκησή του ή τους συμμετέχοντές του, και το οποίο δεν είχε τέτοιου είδους σχέση κατά τα πέντε έτη πριν από τη συμμετοχή του στο διοικητικό όργανο»·

12) στο άρθρο 28, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Οι επιτροπές χρηστών συμβουλεύουν το διοικητικό όργανο σχετικά με βασικές ρυθμίσεις που έχουν αντίκτυπο στα μέλη τους, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων αποδοχής εκδοτών ή συμμετεχόντων στα αντίστοιχα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τους και σε επίπεδο υπηρεσιών, ρυθμίσεις στις οποίες περιλαμβάνονται η επιλογή ρύθμισης εκκαθάρισης και διακανονισμού, η λειτουργική δομή του ΚΑΤ, το πεδίο εφαρμογής των προϊόντων που διακανονίζονται ή καταχωρίζονται, και η χρήση τεχνολογίας και διαδικασιών για τις δραστηριότητες του ΚΑΤ.»·

13) το άρθρο 36 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 36

Γενικές διατάξεις

Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται, το ΚΑΤ διαθέτει κατάλληλους κανόνες και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων άρτιων λογιστικών πρακτικών και ελέγχων, ούτως ώστε να συμβάλλει στη διασφάλιση της ακεραιότητας των εκδόσεων αξιογράφων, στην ελαχιστοποίηση και διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη φύλαξη και τον διακανονισμό των συναλλαγών σε αξιόγραφα.»·

14) στο άρθρο 40, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Όταν δεν είναι πρακτικός και διαθέσιμος ο διακανονισμός σε λογαριασμούς κεντρικής τράπεζας, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, ένα ΚΑΤ μπορεί να προσφερθεί να διακανονίσει τις πληρωμές σε μετρητά για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του μέσω λογαριασμών σε πιστωτικό ίδρυμα, μέσω ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια να παρέχει τις υπηρεσίες που παρατίθενται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, είτε εντός του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων που ελέγχονται τελικά από την ίδια μητρική επιχείρηση είτε όχι, ή μέσω δικών του λογαριασμών. Εάν το ΚΑΤ προσφέρεται να πραγματοποιεί τον διακανονισμό σε λογαριασμούς πιστωτικού ιδρύματος, μέσω των δικών του λογαριασμών ή μέσω των λογαριασμών άλλου ΚΑΤ, το πράττει σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου IV.»·

15) στο άρθρο 49 παράγραφος 1, το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη του δικαιώματος του εκδότη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους, βάσει των οποίων έχουν συσταθεί οι τίτλοι. Στο εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους βάσει των οποίων έχουν συσταθεί οι τίτλοι περιλαμβάνονται τα εξής:

α)το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εκδότης· και

β)το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία που διέπει την έκδοση των τίτλων.

Τα κράτη μέλη εκπονούν κατάλογο των βασικών σχετικών διατάξεων των νομοθεσιών τους που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν τον κατάλογο αυτό στην ΕΑΚΑΑ έως τις 18 Δεκεμβρίου 2014. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τον κατάλογο έως τις 18 Ιανουαρίου 2015. Τα κράτη μέλη επικαιροποιούν τον εν λόγω κατάλογο τακτικά και τουλάχιστον ανά διετία. Κοινοποιούν τον επικαιροποιημένο κατάλογο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όπως αναφέρονται ανωτέρω, στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τον επικαιροποιημένο κατάλογο.»·

16) στο άρθρο 52, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Όταν ένα ΚΑΤ υποβάλλει αίτημα πρόσβασης σε άλλο ΚΑΤ δυνάμει των άρθρων 50 και 51, το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα το επεξεργάζεται άμεσα και απαντά στο αιτούν ΚΑΤ εντός τριών μηνών. Εάν το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα συμφωνεί με αυτό, η σύνδεση υλοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο όμως δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.»·

17) το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 2, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

β) να ορίσει για τον σκοπό αυτόν ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή ΚΑΤ που έχει λάβει να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.»·

β)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αν το ΚΑΤ επιθυμεί να ορίσει πιστωτικό ίδρυμα ή να χρησιμοποιήσει ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 3 για να παρέχει οποιεσδήποτε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου μέσα από ξεχωριστή νομική οντότητα η οποία δύναται να ανήκει στον ίδιο όμιλο με το πρώτο ΚΑΤ, είτε ελέγχεται τελικά από την ίδια μητρική επιχείρηση ή όχι, η άδεια η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2 χορηγείται μόνο αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»·

ii) το στοιχείο γ) απαλείφεται·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Η παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται στα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) που προσφέρονται να διακανονίζουν τις πληρωμές τοις μετρητοίς για μέρος του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ, εφόσον η συνολική αξία του εν λόγω διακανονισμού τοις μετρητοίς μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνει ένα μέγιστο ποσό που υπολογίζεται σε περίοδο ενός έτους. Το όριο αυτό καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 9.

Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τουλάχιστον άπαξ ανά έτος ότι τηρείται το όριο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και υποβάλλει έκθεση με τα πορίσματά της στην ΕΑΚΑΑ, στο ΕΣΚΤ και στην ΕΑΤ. Όταν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι έχει υπάρξει υπέρβαση του κατωτάτου ορίου, απαιτεί από το οικείο ΚΑΤ να ζητήσει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 4. Το οικείο ΚΑΤ διαθέτει εξάμηνη προθεσμία προκειμένου να υποβάλει την αίτησή του για τη χορήγηση άδειας.»·

δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 9:

«9. Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του μέγιστου ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 5, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξισορρόπησης των πιστωτικών κινδύνων και των κινδύνων ρευστότητας για τα ΚΑΤ που προκύπτουν από τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικά ιδρύματα και την ανάγκη να επιτραπεί στα ΚΑΤ να διακανονίζουν σε ξένα νομίσματα μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΤ καθορίζει επίσης, όπου απαιτείται, τυχόν συνοδευτικές κατάλληλες απαιτήσεις διαχείρισης και προληπτικού μετριασμού κινδύνων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»·

18) στο άρθρο 55 παράγραφος 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρχές που παρατίθενται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως ε) εκδίδουν αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αδειοδότηση εντός 2 μηνών από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Αν η αρχή δεν εκδώσει γνώμη μέσα στην προθεσμία, θεωρείται ότι έχει εκδώσει θετική γνώμη.»·

19) το άρθρο 59 τροποποιείται ως εξής:

α) η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i) τα στοιχεία γ), δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ) διατηρεί επαρκή ρευστά διαθέσιμα που πληρούν τις προϋποθέσεις σε όλα τα σημαντικά νομίσματα για την έγκαιρη παροχή υπηρεσιών σε διάφορα σενάρια ακραίων καταστάσεων, τα οποία περιλαμβάνουν τον κίνδυνο ρευστότητας που γεννάται από την αθέτηση υποχρέωσης τουλάχιστον δύο συμμετεχόντων, περιλαμβανομένων των μητρικών και θυγατρικών επιχειρήσεων, στους οποίους έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα·

δ) μετριάζει τους αντίστοιχους κινδύνους ρευστότητας με ρευστά διαθέσιμα που πληρούν τις προϋποθέσεις σε κάθε σχετικό νόμισμα, όπως ρευστά διαθέσιμα στην κεντρική τράπεζα που εκδίδει το νόμισμα, καθώς και σε άλλα φερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δεσμευμένες πιστώσεις ή άλλες παρόμοιες διευθετήσεις και άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες ή επενδύσεις άμεσα διαθέσιμες και μετατρέψιμες σε ρευστά διαθέσιμα με προκαθορισμένες και άκρως αξιόπιστες ρυθμίσεις χρηματοδότησης, ακόμη και σε ακραίες αλλά ευλογοφανείς συνθήκες της αγοράς. Προσδιορίζει, υπολογίζει και παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας που απορρέει από τα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητάς του·

ε) στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται προκαθορισμένες και άκρως αξιόπιστες ρυθμίσεις χρηματοδότησης, δεσμευμένες πιστώσεις ή παρόμοιες ρυθμίσεις, επιλέγει ως παρόχους ρευστότητας μόνο φερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλα όρια συγκέντρωσης για καθένα από τους αντίστοιχους παρόχους ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής του επιχείρησης και των θυγατρικών του·»·

ii) το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)    διαθέτει προκαθορισμένες και άκρως αξιόπιστες ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι μπορεί να μετατρέπει εγκαίρως την ασφάλεια που του παρέχεται από αθετούντα πελάτη σε μετρητά και, όταν χρησιμοποιούνται ρυθμίσεις για τις οποίες δεν έχουν αναληφθεί δεσμεύσεις, να διαπιστώνει ότι έχουν εντοπιστεί και μετριαστεί τυχόν συναφείς δυνητικοί κίνδυνοι·»·

iii) προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ια):

«ια) παρακολουθεί και διαχειρίζεται επαρκώς τυχόν κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών συμφωνιών συμψηφισμού σε σχέση με το σκέλος μετρητών του εφαρμοζόμενου μοντέλου διακανονισμού τους.»·

β) στην παράγραφο 5, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις … [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

20) το άρθρο 60 τροποποιείται ως εξής:

α)στην παράγραφο 1, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αξιολογεί τακτικά, και τουλάχιστον μία φορά ετησίως, κατά πόσο το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου συμμορφώνεται με το άρθρο 59, και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, η οποία με τη σειρά της ενημερώνει τις αρχές του άρθρου 55 παράγραφος 4 και, κατά περίπτωση, τα σώματα του άρθρου 24α, σχετικά με τα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένων τυχών διορθωτικών ενεργειών ή κυρώσεων, της εποπτείας της δυνάμει της παρούσας παραγράφου.»·

β)στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ ενημερώνει τακτικά, τουλάχιστον μία φορά το έτος, τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 και, κατά περίπτωση, τα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 24α, σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή κυρώσεων.»·

21) το άρθρο 67 τροποποιείται ως εξής:

α)παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 2α:

«2α. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στα άρθρα 7 παράγραφος 14α, 24α παράγραφος 8, 25 παράγραφος 13 και 54 παράγραφος 9 ανατίθεται στην Επιτροπή για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2, στο άρθρο 7 παράγραφος 14, στο άρθρο 24 παράγραφος 7, στο άρθρο 7 παράγραφος 14α, στο άρθρο 24α παράγραφος 8, στο άρθρο 25 παράγραφος 13 και στο άρθρο 54 παράγραφος 9 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»·

γ)η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 2, του άρθρου 7 παράγραφος 14, του άρθρου 24 παράγραφος 7, του άρθρου 7 παράγραφος 14α, του άρθρου 24α παράγραφος 8, του άρθρου 25 παράγραφος 13 και του άρθρου 54 παράγραφος 9 τίθενται σε ισχύ μόνο αν δεν διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η προθεσμία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.»·

22) στο άρθρο 68, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 3:

«3. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5.»·

23) το άρθρο 69 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Οι εθνικοί κανόνες για την αδειοδότηση των ΚΑΤ συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την ακόλουθη ημερομηνία, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη:

α) την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την αδειοδότηση των ΚΑΤ και των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσεων ΚΑΤ· ή

β) … [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

β)παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι 4α, 4β και 4γ:

«4α. Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την αναγνώριση ΚΑΤ τρίτων χωρών συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την ακόλουθη ημερομηνία, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη:

α) την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την αναγνώριση των αντίστοιχων ΚΑΤ τρίτων χωρών και των δραστηριοτήτων τους· ή

β) … [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 3 έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

ΚΑΤ τρίτης χώρας που παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες για την αναγνώριση ΚΑΤ τρίτων χωρών υποβάλλει κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ εντός 2 ετών από τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει το ΚΑΤ τρίτης χώρας στην ΕΑΚΑΑ στην κοινοποίηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Οι πληροφορίες αυτές περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και εφόσον είναι διαθέσιμα, των εξής:

α)αριθμός των συμμετεχόντων στους οποίους το ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο·

β)κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων σε σχέση με τα οποία το ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες· και

γ)συνολικός όγκος και αξία των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4β. ΚΑΤ τρίτης χώρας που παρείχε τη βασική υπηρεσία που αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 3 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1, πριν από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] υποβάλλει την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2α εντός 2 ετών από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

4γ. Όταν ένα ΚΑΤ έχει υποβάλει πλήρη αίτηση αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφοι 4, 5 και 6 πριν από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], αλλά η ΕΑΚΑΑ δεν έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 έως την εν λόγω ημερομηνία, οι εθνικοί κανόνες για την αναγνώριση των ΚΑΤ συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την έκδοση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ.»·

γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 6:

«6. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής συγκροτούν και διαχειρίζονται σώματα σύμφωνα με το άρθρο 24α για όλα τα ΚΑΤ που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2 πριν από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] ή για ΚΑΤ που ανήκουν σε όμιλο που περιλαμβάνει άλλα ΚΑΤ έως τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 4 μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].»·

24) το άρθρο 74 τροποποιείται ως εξής:

α)η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i) η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και τις αρμόδιες αρχές και τις οικείες αρχές, υποβάλλει εκθέσεις στην Επιτροπή, παρέχοντας εκτιμήσεις των τάσεων, των δυνητικών κινδύνων και των τρωτών σημείων, και, όπου είναι αναγκαίο, συστάσεις για προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες στις αγορές των υπηρεσιών που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν αξιολόγηση των εξής:»·

ii) το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού για τις εγχώριες και τις διασυνοριακές πράξεις για κάθε κράτος μέλος, με βάση τον αριθμό και τον όγκο των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού και την εξέλιξή τους, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης των επιπτώσεων των χρηματικών ποινών στις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού μεταξύ μέσων, τη διάρκεια και τους κύριους παράγοντες των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού, τις κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων και αγορών όπου παρατηρούνται τα υψηλότερα ποσοστά αδυναμίας διακανονισμού και μια διεθνή σύγκριση των ποσοστών αδυναμίας διακανονισμού, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης του ποσού των κυρώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, και, κατά περίπτωση, του αριθμού και του όγκου των συναλλαγών αγοράς κάλυψης «buy-in» που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφοι 3 και 4, καθώς και τυχόν άλλων σχετικών κριτηρίων·»·

iii) προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ιβ):

«ιβ) του χειρισμού των κοινοποιήσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2α·»·

β)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 1α:

«1α. Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποβάλλονται στην Επιτροπή ως εξής:

α)τουλάχιστον ανά διετία από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = η ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] για την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α)·

β)ανά διετία για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ)·

γ)σε ετήσια βάση έως τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και κάθε 3 έτη από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ) και στ)·

δ)κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία ε), η), ι) και ια)·

ε)σε ετήσια βάση έως τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και κάθε 2 έτη από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 1 έτος μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία θ) και ιβ).»·

γ)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κοινοποιούνται στην Επιτροπή έως τις 30 Απριλίου του σχετικού έτους, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περιοδικότητα που ορίζεται στην παράγραφο 1α.»·

25) το άρθρο 75 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 75

Επανεξέταση

Έως τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 5 έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], η Επιτροπή επανεξετάζει και καταρτίζει γενική έκθεση σχετικά με τον παρόντα κανονισμό. Στην εν λόγω έκθεση αξιολογούνται, ιδίως, τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 74 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ιβ), προσδιορίζεται κατά πόσον υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στον ανταγωνισμό σε σχέση με τις υπηρεσίες που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς, και προσδιορίζεται η δυνητική ανάγκη εφαρμογής περαιτέρω μέτρων για:

α) τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού·

β) τον περιορισμό του αντίκτυπου της πτώχευσης των ΚΑΤ στους φορολογούμενους·

γ) την ελαχιστοποίηση των εμποδίων στον διασυνοριακό διακανονισμό·

δ) την εξασφάλιση επαρκών εξουσιών και πληροφοριών για την παρακολούθηση των κινδύνων από τις αρχές.

Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.»·

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, το άρθρο 1 σημείο 2 στοιχείο α), σημείο 9), σημείο 10 στοιχείο α), σημείο 17 στοιχείο γ), σημείο 19 στοιχείο α) και σημείο 23 στοιχείο β) δεύτερο εδάφιο εφαρμόζονται από τις ... [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ημερομηνία = 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού].

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο    Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος    Ο Πρόεδρος

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής

1.3.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά:

1.4.Στόχοι

1.4.1.Γενικοί στόχοι

1.4.2.Ειδικοί στόχοι

1.4.3.Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

1.4.4.Δείκτες επιδόσεων

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή παρέμβαση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

2.2.1.Αιτιολόγηση των τρόπων διαχείρισης, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της προτεινόμενης στρατηγικής ελέγχου

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο)

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις

3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται με επιχειρησιακές πιστώσεις

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

1.1.Τίτλος της πρότασης/πρωτοβουλίας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2014 σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012.

1.2.Σχετικοί τομείς πολιτικής 

Εσωτερική αγορά – Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

1.3.Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά: 

 νέα δράση 

 νέα δράση έπειτα από δοκιμαστικό σχέδιο / προπαρασκευαστική ενέργεια 44  

 την παράταση υφιστάμενης δράσης 

 συγχώνευση ή αναπροσανατολισμό μίας ή περισσότερων δράσεων προς άλλη/νέα δράση 

1.4.Στόχοι

1.4.1.Γενικοί στόχοι

Συμβολή σε μια βαθύτερη και δικαιότερη εσωτερική αγορά — δημιουργία μιας αποτελεσματικότερης και σταθερότερης αγοράς διακανονισμού στην ΕΕ.

1.4.2.Ειδικοί στόχοι

Ειδικός στόχος αριθ.

Η παρούσα πρόταση έχει τους ακόλουθους ειδικούς στόχους για την επίτευξη των γενικών στόχων της εσωτερικής αγοράς της ΕΕ για τις υπηρεσίες ΚΑΤ:

-    Μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

-    Ελαχιστοποίηση των εμποδίων στον διασυνοριακό διακανονισμό·

-    Εξασφάλιση επαρκών εξουσιών και πληροφοριών για την παρακολούθηση των κινδύνων.

Αναμενόμενα αποτελέσματα και επιπτώσεις

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους/τις στοχευόμενους/-ες δικαιούχους/ομάδες.

Η πρόταση αποσκοπεί στον καθορισμό αναλογικότερων κανόνων στον τομέα της διαδικασίας διαβατηρίου, της συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού, καθώς και στον τομέα των τραπεζικών υπηρεσιών, ώστε οι παράγοντες της αγοράς να μπορούν να επωφεληθούν από την ενισχυμένη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, π.χ. στον τομέα του διακανονισμού σε ξένο νόμισμα και από μια αναλογικότερη εποπτεία, π.χ. σώματα, εποπτεία τρίτων χωρών, καθώς και εποπτική συνεργασία.

1.4.3.Δείκτες επιδόσεων

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου και των επιτευγμάτων.

Για κάθε ειδικό στόχο έχουν καθοριστεί οι ακόλουθοι δείκτες επίδοσης.

Μείωση του διοικητικού φόρτου και του κόστους συμμόρφωσης (από την ΕΑΚΑΑ):

-    Ποσοστά αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην ΕΕ.

-    Μέση (αριθ. ημερών) διάρκεια των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού.

-    Αριθμός ΚΑΤ που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες, είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, παρέχουν διακανονισμό σε ξένο νόμισμα και μπορούν να κάνουν χρήση της εξαίρεσης κάτω από το όριο.

-    Αριθμός χωρών στις οποίες τα ΚΑΤ παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες.

Ελαχιστοποίηση των εμποδίων στον διασυνοριακό διακανονισμό (από την ΕΑΚΑΑ, το ΕΣΚΤ, τα ΚΑΤ):

-    Αριθμός ΚΑΤ που παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες, είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, παρέχουν διακανονισμό σε ξένο νόμισμα και μπορούν να κάνουν χρήση της εξαίρεσης κάτω από το όριο.

-    Αριθμός χωρών στις οποίες τα ΚΑΤ παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες.

-    Αύξηση του διακανονισμού σε ξένο νόμισμα.

Εξασφάλιση επαρκών εξουσιών και πληροφοριών για την παρακολούθηση των κινδύνων (από την ΕΑΚΑΑ):

-    Αριθμός ΚΑΤ τρίτων χωρών που έχουν υποβάλει αίτηση αναγνώρισης.

-    Αριθμός σωμάτων που έχουν συσταθεί από ΚΑΤ της ΕΕ.

1.5.Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας 

1.5.1.Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών, συμπεριλαμβανομένου λεπτομερούς χρονοδιαγράμματος για τη σταδιακή υλοποίηση της πρωτοβουλίας

Από την αξιολόγηση του CSDR περίπου 5 έτη μετά τη θέσπισή του το 2014 προέκυψε ότι, μολονότι ο διακανονισμός έχει αυξηθεί σημαντικά στην ΕΕ, ο διασυνοριακός διακανονισμός έχει σημειώσει σχετικά βραδύτερη ανάπτυξη, κυρίως λόγω του μη βέλτιστου διακανονισμού σε ξένο νόμισμα και άλλων περιοριστικών απαιτήσεων. Επιπλέον, τα εργαλεία και οι δυνατότητες εποπτείας θα πρέπει να συμβαδίζουν με τους κινδύνους στην αγορά της ΕΕ, όπως τα ΚΑΤ τρίτων χωρών που μέχρι σήμερα επωφελούνται από την απαίτηση αναγνώρισης των κεκτημένων δικαιωμάτων.

Με την εφαρμογή της παρούσας πρότασης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής περαιτέρω ανάπτυξής της σε δεύτερο επίπεδο, οι κατά κύριο λόγο αναλογικότερες απαιτήσεις αναμένεται να απορροφηθούν τόσο από την εποπτική κοινότητα όσο και από την αγορά περίπου ένα έτος μετά τη συμφωνία των συννομοθετών και την έναρξη ισχύος της.

1.5.2.Προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης (που μπορεί να προκύπτει από διάφορους παράγοντες, π.χ. οφέλη από τον συντονισμό, ασφάλεια δικαίου, μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή συμπληρωματικότητα). Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου «προστιθέμενη αξία της ενωσιακής παρέμβασης» είναι η αξία που απορρέει από την ενωσιακή παρέμβαση και η οποία προστίθεται στην αξία που θα είχε δημιουργηθεί αν τα κράτη μέλη ενεργούσαν μεμονωμένα.

Λόγοι για ανάληψη δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο (εκ των προτέρων)

Η αγορά διακανονισμού της ΕΕ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της χρηματοπιστωτικής αγοράς της ΕΕ. Ως εκ τούτου, η δράση της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίσει ότι οι κανονιστικές απαιτήσεις του CSDR είναι αποτελεσματικότερες, αποδοτικότερες και αναλογικότερες, ότι εφαρμόζονται ομοιόμορφα και εγγυώνται ένα υγιές και συνεκτικό κανονιστικό πλαίσιο για τον διακανονισμό αξιογράφων στην ΕΕ και τις δραστηριότητες των ΚΑΤ. Η αγορά διακανονισμού της ΕΕ αποτελεί, μαζί με τη χρηματοπιστωτική αγορά της ΕΕ, βασικό θεμέλιο λίθο για την ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, καθώς και για τη διασφάλιση μιας ασφαλούς και αποτελεσματικής ενιαίας αγοράς για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Αναμενόμενη προστιθέμενη αξία της Ένωσης (εκ των υστέρων)

Οι στόχοι του CSDR, δηλαδή ο καθορισμός ενιαίων απαιτήσεων για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων στην ΕΕ και κανόνων σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των ΚΑΤ, η προώθηση ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού αποτελούν βασικό δομικό στοιχείο για την επιτυχία της χρηματοπιστωτικής εσωτερικής αγοράς της ΕΕ, δεδομένης ήδη της διασυνοριακής συνιστώσας. Τα κράτη μέλη και οι εθνικές εποπτικές αρχές δεν μπορούν να χειριστούν μόνα τους την προώθηση ή τη διευκόλυνση του διασυνοριακού διακανονισμού, πολλώ δε μάλλον το πλαίσιο για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών. Στο σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών του 2020 αναγνωρίστηκε ρητά ότι η τροποποίηση του CSDR θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη ενός πιο ολοκληρωμένου μετασυναλλακτικού τοπίου στην ΕΕ και, ως εκ τούτου, να συμβάλει στην ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών.

1.5.3.Διδάγματα από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

Η παρούσα πρόταση λαμβάνει υπόψη τις εμπειρίες από άλλες παρόμοιες νομοθετικές δέσμες στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Για παράδειγμα, η διαδικασία διαβατηρίου είναι γνωστή και δοκιμασμένη σε άλλους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Ομοίως, τα καθεστώτα τρίτων χωρών ισχύουν και σε άλλους τομείς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όπως και τα σώματα εποπτών· αυτές οι εμπειρίες του παρελθόντος λαμβάνονται υπόψη κατά τον σχεδιασμό των νέων προτεινόμενων απαιτήσεων.

1.5.4.Συμβατότητα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο και ενδεχόμενες συνέργειες με άλλα κατάλληλα μέσα

Η παρούσα πρόταση και οι ειδικές απαιτήσεις της συνάδουν με τις ισχύουσες ρυθμίσεις για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στο πλαίσιο του ΠΔΠ και ευθυγραμμίζονται με τις συνήθεις πρακτικές για τη θέση του προϋπολογισμού της ΕΕ σε λειτουργία, ενώ παράλληλα συνάδουν με τις τρέχουσες πρακτικές της ΓΔ FISMA όσον αφορά τον σχεδιασμό και την κατάρτιση του προϋπολογισμού για νέες προτάσεις.

Επιπλέον, οι στόχοι της πρωτοβουλίας είναι συνεπείς με ορισμένες άλλες πολιτικές της ΕΕ και τρέχουσες πρωτοβουλίες που αποσκοπούν: i) στην ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και ii) στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του εποπτικού συντονισμού σε επίπεδο ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΕ.

Πρώτον, είναι συνεπής με τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Επιτροπής για την περαιτέρω ανάπτυξη της Ένωσης Κεφαλαιαγορών («CMU»). Η περαιτέρω εποπτική σύγκλιση των αγορών διακανονισμού μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη βαθύτερων και καλύτερα ολοκληρωμένων κεφαλαιαγορών, καθώς τα πιο αποτελεσματικά και ανθεκτικά ΚΑΤ αποτελούν απαραίτητα στοιχεία για την εύρυθμη λειτουργία της Ένωσης Κεφαλαιαγορών. Ο επείγων χαρακτήρας της περαιτέρω ανάπτυξης και της ολοκλήρωσης των κεφαλαιαγορών της ΕΕ τονίστηκε στο σχέδιο δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών του Σεπτεμβρίου 2020. Αντίθετα, η εμφάνιση μεγαλύτερων και πιο ρευστών χρηματοπιστωτικών αγορών, που συνεπάγεται η Ένωση Κεφαλαιαγορών, θα έχει ως αποτέλεσμα τον διακανονισμό ακόμη περισσότερων συναλλαγών μέσω ΚΑΤ, και θα αυξήσει περαιτέρω τη συστημική σημασία των ΚΑΤ. Δεδομένου του ενδεχομένου αυξημένων όγκων, απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις του εποπτικού πλαισίου προκειμένου να διασφαλιστεί μια ισχυρή και σταθερή Ένωση Κεφαλαιαγορών.

Επιπλέον, συνάδει με τη δράση 16 του σχεδίου δράσης για την Ένωση Κεφαλαιαγορών του 2020, στο οποίο υπογραμμίζεται ότι η Επιτροπή θα εργαστεί προς την κατεύθυνση ενός ενισχυμένου ενιαίου εγχειριδίου κανόνων για τις κεφαλαιαγορές, αξιολογώντας την ανάγκη περαιτέρω εναρμόνισης των κανόνων της ΕΕ και παρακολουθώντας την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά την εποπτική σύγκλιση, επισημαίνοντας ότι η Επιτροπή μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει, μεταξύ άλλων, μέτρα για την ενίσχυση του εποπτικού συντονισμού από τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές.

Τρίτον, συνάδει με την πολιτική ισοδυναμίας της Επιτροπής με τρίτες χώρες, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής του 2019 σχετικά με την ισοδυναμία στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

1.5.5.Αξιολόγηση των διάφορων διαθέσιμων επιλογών χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των δυνατοτήτων ανακατανομής

ά.α.

1.6.Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας

 περιορισμένη διάρκεια

   με ισχύ από [ΗΗ/ΜΜ]ΕΕΕΕ έως [ΗΗ/ΜΜ]ΕΕΕΕ

   Δημοσιονομικές επιπτώσεις από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων και από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ για πιστώσεις πληρωμών.

 απεριόριστη διάρκεια

Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ,

και στη συνέχεια πλήρης εφαρμογή.

1.7.Προβλεπόμενοι τρόποι διαχείρισης 45

 Άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

από τις υπηρεσίες της, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού της στις αντιπροσωπείες της Ένωσης

   από τους εκτελεστικούς οργανισμούς

 Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

 Έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης του προϋπολογισμού:

σε τρίτες χώρες ή οργανισμούς που αυτές έχουν ορίσει

σε διεθνείς οργανισμούς και στις οργανώσεις τους (να προσδιοριστούν)

στην ΕΤΕπ και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων

στους οργανισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 70 και 71 του δημοσιονομικού κανονισμού

σε οργανισμούς δημοσίου δικαίου

σε οργανισμούς που διέπονται από ιδιωτικό δίκαιο και έχουν αποστολή δημόσιας υπηρεσίας, στον βαθμό που παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

σε οργανισμούς που διέπονται από το ιδιωτικό δίκαιο κράτους μέλους, στους οποίους έχει ανατεθεί η εκτέλεση σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και οι οποίοι παρέχουν επαρκείς οικονομικές εγγυήσεις

σε πρόσωπα επιφορτισμένα με την εφαρμογή συγκεκριμένων δράσεων στην ΚΕΠΠΑ βάσει του τίτλου V της ΣΕΕ και τα οποία προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη

Αν αναφέρονται περισσότεροι του ενός τρόποι διαχείρισης, να διευκρινιστούν στο τμήμα «Παρατηρήσεις».

Παρατηρήσεις

ά.α.

2.ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 

2.1.Κανόνες παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων 

Να προσδιοριστούν η συχνότητα και οι όροι.

Σύμφωνα με τις ήδη υπάρχουσες ρυθμίσεις, η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει τακτικές εκθέσεις σχετικά με τη δραστηριότητά της (συμπεριλαμβανομένης της εσωτερικής αναφοράς στην Ανώτερη Διοίκηση, της υποβολής εκθέσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο, της εξαμηνιαίας υποβολής εκθέσεων δραστηριότητας στο Εποπτικό Συμβούλιο και της κατάρτισης της ετήσιας έκθεσης), και υποβάλλεται σε ελέγχους από το Ελεγκτικό Συνέδριο και την Εσωτερική Υπηρεσία Ελέγχου για τη χρήση των πόρων. Η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις παρούσες προτεινόμενες δράσεις θα είναι σύμφωνες με τις ίδιες ήδη υφιστάμενες απαιτήσεις.

2.2.Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου 

2.2.1.Αιτιολόγηση των τρόπων διαχείρισης, των μηχανισμών εκτέλεσης της χρηματοδότησης, των όρων πληρωμής και της προτεινόμενης στρατηγικής ελέγχου

Όσον αφορά τη νόμιμη, οικονομική, αποδοτική και αποτελεσματική χρήση των πιστώσεων για την εφαρμογή της παρούσας πρότασης, η πρόταση δεν αναμένεται να δημιουργήσει νέους κινδύνους που να μην καλύπτονται επί του παρόντος από υφιστάμενο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.

2.2.2.Πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που έχουν εντοπιστεί και τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που έχουν δημιουργηθεί για τον μετριασμό τους

Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό ΕΑΚΑΑ έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Η ΕΑΚΑΑ συνεργάζεται στενά με την Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Επιτροπής, για να εξασφαλίσει την τήρηση των κατάλληλων προτύπων σε όλους τους τομείς εσωτερικών ελέγχων. Οι ρυθμίσεις αυτές θα ισχύουν και όσον αφορά τον ρόλο της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παρούσα πρόταση. Οι ετήσιες εκθέσεις εσωτερικού ελέγχου διαβιβάζονται στην Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

2.2.3.Εκτίμηση και αιτιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας των ελέγχων (λόγος του κόστους του ελέγχου προς την αξία των σχετικών κονδυλίων που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης) και αξιολόγηση του εκτιμώμενου επιπέδου κινδύνου σφάλματος (κατά την πληρωμή και κατά το κλείσιμο) 

ά.α.

2.3.Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας 

Να προσδιοριστούν τα ισχύοντα ή τα προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας, π.χ. στη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης.

Για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων εφαρμόζονται στην ESMA, άνευ περιορισμών, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

Η ESMA προσχωρεί στη διοργανική συμφωνία, της 25ης Μαΐου 1999, μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και θεσπίζει αμέσως τις κατάλληλες διατάξεις οι οποίες εφαρμόζονται στο σύνολο του προσωπικού της ESMA.

Οι αποφάσεις σχετικά με τη χρηματοδότηση, καθώς και οι συμφωνίες και εκτελεστικές πράξεις που απορρέουν από αυτές, προβλέπουν ρητά ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο και η OLAF μπορούν να διεξάγουν, εφόσον είναι αναγκαίο, επιτόπιους ελέγχους μεταξύ των αποδεκτών των κονδυλίων που εκταμιεύονται από την ESMA, καθώς και του προσωπικού που είναι αρμόδιο για τη διάθεση των εν λόγω κονδυλίων.

3.ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 

3.1.Τομείς του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται 

·Υφιστάμενες γραμμές του προϋπολογισμού

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Είδος 
δαπάνης

Συνεισφορά

Αριθμός

ΔΠ/ΜΔΠ 46 .

χωρών ΕΖΕΣ 47

υποψηφίων για ένταξη χωρών 48

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

[XX.YY.YY.YY]

ΔΠ/ΜΔΠ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

·Νέες γραμμές του προϋπολογισμού των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμών του προϋπολογισμού

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Γραμμή του προϋπολογισμού

Είδος της 
δαπάνης

Συνεισφορά

Αριθμός

ΔΠ/ΜΔΠ

χωρών ΕΖΕΣ

υποψηφίων για ένταξη χωρών

τρίτων χωρών

κατά την έννοια του άρθρου 21 παράγραφος 2 στοιχείο β) του δημοσιονομικού κανονισμού

[XX.YY.YY.YY]

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

ΝΑΙ/ΟΧΙ

3.2.Εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρότασης στις πιστώσεις 

3.2.1.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις επιχειρησιακές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού
πλαισίου

Αριθμός

ΓΔ: <…….>

Έτος 
N 49

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

• Επιχειρησιακές πιστώσεις

Γραμμή του προϋπολογισμού 50

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1α)

Πληρωμές

(2α)

Γραμμή του προϋπολογισμού

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(1β)

Πληρωμές

(2β)

Πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων 51  

Γραμμή του προϋπολογισμού

(3)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων 
για τη ΓΔ <…….>

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=1α+1β +3

Πληρωμές

=2α+2β

+3

 



ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(4)

Πληρωμές

(5)

• ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων

(6)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων 
του ΤΟΜΕΑ <….>
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=4+ 6

Πληρωμές

=5+ 6

Αν η πρόταση/πρωτοβουλία επηρεάζει περισσότερους του ενός επιχειρησιακούς τομείς, επαναλάβετε το ανωτέρω τμήμα:

• ΣΥΝΟΛΟ επιχειρησιακών πιστώσεων (όλοι οι επιχειρησιακοί τομείς)

Αναλήψεις υποχρεώσεων

(4)

Πληρωμές

(5)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα χρηματοδοτούμενων από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων (όλοι οι επιχειρησιακοί τομείς)

(6)

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 6 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 
(ποσό αναφοράς)

Αναλήψεις υποχρεώσεων

=4+ 6

Πληρωμές

=5+ 6




Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού
πλαισίου

7

«Διοικητικές δαπάνες»

Αυτό το τμήμα πρέπει να συμπληρωθεί με «στοιχεία διοικητικού χαρακτήρα του προϋπολογισμού» τα οποία θα εισαχθούν, καταρχάς, στο παράρτημα του νομοθετικού δημοσιονομικού δελτίου (παράρτημα V του εσωτερικού κανονισμού), που τηλεφορτώνεται στο DECIDE για διυπηρεσιακή διαβούλευση.

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος 
N

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΓΔ: <…….>

• Ανθρώπινοι πόροι

• Άλλες διοικητικές δαπάνες

ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ <…….>

Πιστώσεις

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων 
του ΤΟΜΕΑ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 

(Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών)

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος 
N 52

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΣΥΝΟΛΟ πιστώσεων
των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου 

Αναλήψεις υποχρεώσεων

Πληρωμές

3.2.2.Εκτιμώμενο αποτέλεσμα που χρηματοδοτείται με επιχειρησιακές πιστώσεις 

Πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα

Έτος 
N

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Είδος 53

Μέσο κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Αριθ.

Κόστος

Συνολικός αριθ.

Συνολικό κόστος

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 1 54

- Αποτέλεσμα

- Αποτέλεσμα

- Αποτέλεσμα

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 1

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 2 ...

- Αποτέλεσμα

Μερικό σύνολο για τον ειδικό στόχο αριθ. 2

ΣΥΝΟΛΑ

3.2.3.Συνοπτική παρουσίαση των εκτιμώμενων επιπτώσεων στις διοικητικές πιστώσεις 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα, όπως εξηγείται κατωτέρω:

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος 
N 55

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

ΣΥΝΟΛΟ

ΤΟΜΕΑΣ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Ανθρώπινοι πόροι

Άλλες διοικητικές δαπάνες

Μερικό σύνολο του ΤΟΜΕΑ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Εκτός του ΤΟΜΕΑ 7 56  
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

Ανθρώπινοι πόροι

Άλλες δαπάνες
διοικητικού χαρακτήρα

Μερικό σύνολο
εκτός του ΤΟΜΕΑ 7 
του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου

ΣΥΝΟΛΟ

Οι απαιτούμενες πιστώσεις για ανθρώπινους πόρους και άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα θα καλυφθούν από τις πιστώσεις της ΓΔ που έχουν ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχουν ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ, οι οποίες θα συμπληρωθούν, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετα κονδύλια που μπορεί να χορηγηθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

3.2.3.1.Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

Εκτίμηση η οποία πρέπει να εκφράζεται σε μονάδες ισοδυνάμων πλήρους απασχόλησης

Έτος 
N

Έτος 
N+1

Έτος N+2

Έτος N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

• Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων)

20 01 02 01 (στην έδρα και στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής)

20 01 02 03 (στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

01 01 01 01 (έμμεση έρευνα)

01 01 01 11 (άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

Εξωτερικό προσωπικό (σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης: ΙΠΑ) 57

20 02 01 (AC, END, INT από το συνολικό κονδύλιο)

20 02 03 (AC, AL, END, INT και JPD στις αντιπροσωπείες της ΕΕ)

XX 01 xx yy zz 58

- στην έδρα

- στις αντιπροσωπείες της ΕΕ

01 01 01 02 (AC, END, INT — έμμεση έρευνα)

01 01 01 12 (AC, END, INT — άμεση έρευνα)

Άλλες γραμμές του προϋπολογισμού (να προσδιοριστούν)

ΣΥΝΟΛΟ

XX είναι ο σχετικός τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού.

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης και/ή έχει ανακατανεμηθεί στο εσωτερικό της ΓΔ, το οποίο θα συμπληρωθεί, αν χρειαστεί, με τυχόν πρόσθετους πόρους που μπορεί να διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής και λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δημοσιονομικών περιορισμών.

Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων:

Μόνιμοι και έκτακτοι υπάλληλοι

Εξωτερικό προσωπικό

3.2.4.Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   μπορεί να χρηματοδοτηθεί εξ ολοκλήρου με ανακατανομή εντός του οικείου τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ).

Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός και να προσδιοριστούν οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού και τα αντίστοιχα ποσά. Να υποβληθεί πίνακας Excel σε περίπτωση σημαντικού αναπρογραμματισμού.

   συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση του αδιάθετου περιθωρίου στο πλαίσιο του αντίστοιχου τομέα του ΠΔΠ και/ή τη χρήση ειδικών μηχανισμών, όπως ορίζεται στον κανονισμό για το ΠΔΠ.

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι σχετικοί τομείς και οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού, τα αντίστοιχα ποσά και οι μηχανισμοί που προτείνεται να χρησιμοποιηθούν.

   συνεπάγεται την αναθεώρηση του ΠΔΠ.

Να εξηγηθούν οι απαιτούμενες ενέργειες και να προσδιοριστούν οι σχετικοί τομείς και οι σχετικές γραμμές του προϋπολογισμού, καθώς και τα αντίστοιχα ποσά.

3.2.5.Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση 

Η πρόταση/πρωτοβουλία:

   δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτους

   προβλέπει τη συγχρηματοδότηση από τρίτους που εκτιμάται κατωτέρω:

Πιστώσεις σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Έτος 
N 59

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Σύνολο

Προσδιορισμός του φορέα συγχρηματοδότησης 

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτούμενων πιστώσεων

 

3.3.Εκτιμώμενες επιπτώσεις στα έσοδα 

   Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις στα έσοδα.

   Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τις δημοσιονομικές επιπτώσεις που περιγράφονται κατωτέρω:

στους ιδίους πόρους

στα λοιπά έσοδα

Να αναφερθεί αν τα έσοδα προορίζονται για γραμμές δαπανών

σε εκατ. EUR (με τρία δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού:

Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος

Επιπτώσεις της πρότασης/πρωτοβουλίας 60

Έτος 
N

Έτος 
N+1

Έτος 
N+2

Έτος 
N+3

Να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να εμφανίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Άρθρο …..

Ως προς τα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστούν οι γραμμές δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται.

Άλλες παρατηρήσεις (π.χ. μέθοδος/τύπος για τον υπολογισμό των επιπτώσεων στα έσοδα ή τυχόν άλλες πληροφορίες). 

(1)    Άρθρο 2 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 [ΕΕ L 257 της 28.8.2014 (CSDR)].
(2)    Σε αυτές περιλαμβάνονται η παροχή λογαριασμών ταμείου, η αποδοχή καταθέσεων από συμμετέχοντες σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, η παροχή ταμειακών πιστώσεων, οι εγγυήσεις για υπηρεσίες πληρωμών. Άλλες επικουρικές υπηρεσίες είναι η διαχείριση ασφαλειών, η τήρηση μητρώων μετόχων, η στήριξη εταιρικών πράξεων.
(3)    Δεδομένα που παράχθηκαν μέσω της βάσης δεδομένων στατιστικών για τις συναλλαγές, την εκκαθάριση και τον διακανονισμό αξιογράφων, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, https://sdw.ecb.europa.eu/browse.do?node=9691131  
(4)    Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 30.4.2004). Η MiFID ίσχυε έως τις 2 Ιανουαρίου 2018. Σήμερα, έχει αναδιατυπωθεί εν μέρει με την οδηγία MiFID2 [οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014)] και έχει αντικατασταθεί εν μέρει από τον κανονισμό MiFIR [κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014)].
(5)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012).
(6)     https://www.ecb.europa.eu/paym/target/t2s/html/index.en.html .
(7)     https://www.fsb.org/wp-content/uploads/pr_101020.pdf .  
(8)     https://www.bis.org/cpmi/publ/d101.htm .  
(9)    Ανακοίνωση της Επιτροπής «Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις – νέο σχέδιο δράσης» [COM(2020) 590], δράση 13.
(10)    Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2020 σχετικά με την περαιτέρω προώθηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών (CMU), [2020/2036, (INI)], βλ. παράγραφο 21.
(11)    Το καθεστώς συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού έχει ως στόχο να ενθαρρύνει τους συμμετέχοντες στην αγορά να αποφεύγουν τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού· τα δύο κύρια στοιχεία του είναι τα μέτρα για την πρόληψη των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού (άρθρο 6 του CSDR) και τα μέτρα για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού (άρθρο 7 του CSDR). Τα τελευταία περιλαμβάνουν τρεις βασικούς πυλώνες: απαιτήσεις υποβολής στοιχείων, χρηματικές ποινές και υποχρεωτικές αγορές κάλυψης «buy-in».
(12)    Στοχευμένη διαβούλευση της Επιτροπής σχετικά με την επανεξέταση του κανονισμού για τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και για τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων, https://ec.europa.eu/info/consultations/finance-2020-csdr-review_en  
(13)    Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και του Συμβούλιο βάσει του άρθρου 75 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 [COM(2021) 348 final].
(14)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2021 «Μια Ένωση δύναμης σε έναν εύθραυστο κόσμο», παράρτημα Ι [COM(2020) 690 final].
(15)    Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998).
(16)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013).
(17)    Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(18)    Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014).
(19)    Ανακοίνωση της Επιτροπής «Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις – νέο σχέδιο δράσης» [COM(2020) 590].
(20)     https://ec.europa.eu/info/publications/200924-digital-finance-proposals_en .
(21)    Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για τις υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (COM/2020/594 final).
(22)     https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/en/MEX_21_6293  
(23)    Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα (COM/2020/595 final).
(24)    Ανακοίνωση της Επιτροπής, «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας» [COM(2021) 32].
(25)    Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») ( ΕΕ L 243 της 9.7.2021).
(26)    Για επισκόπηση του εγγράφου διαβούλευσης της Επιτροπής, των επιμέρους συνεισφορών και σύνοψη των παρατηρήσεων που ελήφθησαν, βλ. «Στοχευμένη διαβούλευση σχετικά με την επανεξέταση του κανονισμού σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σχετικά με τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων», που διατίθεται στη διεύθυνση: https://ec.europa.eu/info/consultations/finance-2020-csdr-review_en .
(27)    Για την αρχική εκτίμηση επιπτώσεων και τις παρατηρήσεις που ελήφθησαν, βλ.: https://ec.europa.eu/info/law/better-regulation/have-your-say/initiatives/12649-Central-securities-depositories-review-of-EU-rules_el .
(28)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «CSDR Internalised Settlement», 5 Νοεμβρίου 2020, ESMA70-156-3729.
(29)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Cross-border services and handling of applications under Article 23 of CSDR», ESMA70-156-3569, 5 Νοεμβρίου 2020.
(30)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Provision of banking-type ancillary services under CSDR», 8 Ιουλίου 2021, ESMA70-156-4582.
(31)    Έκθεση της ΕΑΚΑΑ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Use of FinTech by CSDs», 2 Αυγούστου 2021, ESMA70-156-4576.
(32)    «ESMA Report on trends, risks and vulnerability», Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, ESMA-50-165-1287, αριθ. 2, 2020.
(33)    Εάν μια συναλλαγή δεν έχει διακανονιστεί στο τέλος μιας καθορισμένης περιόδου, κινείται διαδικασία υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» από τον αγοραστή των τίτλων, ο οποίος αναγκάζεται να τους επαναγοράσει αλλού. Το υπερήμερο μέρος υποχρεούται να καλύψει οποιαδήποτε διαφορά τιμής μεταξύ της αρχικής και της νέας συναλλαγής και όλο το κόστος της αγοράς κάλυψης «buy-in».
(34)    Σύμφωνα με το άρθρο 69 παράγραφος 4 του CSDR, έως ότου οι εθνικές αρμόδιες αρχές και η ΕΑΚΑΑ αδειοδοτήσουν ή αναγνωρίσουν ΚΑΤ της ΕΕ ή τρίτων χωρών αντίστοιχα σύμφωνα με τον CSDR, συνεχίζουν να εφαρμόζονται οι εθνικοί κανόνες αδειοδότησης και αναγνώρισης που ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος του CSDR.
(35)    ΕΕ C […] της […], σ. […].
(36)    ΕΕ C της , σ. .
(37)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1).
(38)    Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις – νέο σχέδιο δράσης [COM(2020) 590].
(39)    Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και του Συμβούλιο βάσει του άρθρου 75 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 [COM(2021) 348 final].
(40)    Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2018/1229 της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2018, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τη συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού (ΕΕ L 230 της 13.9.2018, σ. 1).
(41)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(42)    Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).
(43)    Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(44)    Όπως αναφέρεται στο άρθρο 58 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.
(45)    Οι λεπτομέρειες σχετικά με τους τρόπους διαχείρισης, καθώς και οι παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό είναι διαθέσιμες στον ιστότοπο BudgWeb: https://myintracomm.ec.europa.eu/budgweb/EN/man/budgmanag/Pages/budgmanag.aspx  
(46)    ΔΠ = Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ = Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις.
(47)    ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών.
(48)    Υποψήφιες χώρες και, κατά περίπτωση, δυνάμει υποψήφια μέλη της ΕΕ από τα Δυτικά Βαλκάνια.
(49)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(50)    Σύμφωνα με την επίσημη ονοματολογία του προϋπολογισμού.
(51)    Τεχνική και/ή διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.
(52)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(53)    Τα αποτελέσματα είναι προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχονται (π.χ.: αριθμός χρηματοδοτούμενων ανταλλαγών φοιτητών, κατασκευασμένων χιλιομέτρων οδών κλπ.).
(54)    Όπως περιγράφεται στο σημείο 1.4.2. «Ειδικοί στόχοι …»
(55)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(56)    Τεχνική και/ή διοικητική βοήθεια και δαπάνες στήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων και/ή δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.
(57)    AC = Συμβασιούχος υπάλληλος· AL = Τοπικός υπάλληλος· END = Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας· INT = Προσωρινό προσωπικό· JPD = Νέος επαγγελματίας σε αντιπροσωπεία της ΕΕ.
(58)    Επιμέρους ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού που καλύπτεται από επιχειρησιακές πιστώσεις (πρώην γραμμές «BA»).
(59)    Το έτος N είναι το έτος έναρξης εφαρμογής της πρότασης/πρωτοβουλίας. Να αντικατασταθεί το «N» με το αναμενόμενο πρώτο έτος εφαρμογής (για παράδειγμα: 2021). Το ίδιο και για τα επόμενα έτη.
(60)    Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (δασμούς, εισφορές ζάχαρης), τα αναγραφόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά την αφαίρεση του 20 % για έξοδα είσπραξης.
Top