Η φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ένωση διέπεται από την οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (στο εξής: οδηγία για τη φορολογία της ενέργειας ή οδηγία).
Σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1 της οδηγίας, εκτός από τις διατάξεις που θεσπίζονται ειδικότερα στα άρθρα 5, 15 και 17, το Συμβούλιο αποφασίζοντας ομόφωνα κατόπιν πρότασης της Επιτροπής μπορεί να επιτρέψει σε ένα κράτος μέλος να θεσπίσει περαιτέρω απαλλαγές ή μειώσεις του επιπέδου φορολογίας για λόγους ειδικής πολιτικής.
Δυνάμει της εκτελεστικής απόφασης 2014/722/ΕΕ του Συμβουλίου της 14ης Οκτωβρίου 2014 (της οποίας προηγήθηκε η εκτελεστική απόφαση 2011/445/ΕΕ του Συμβουλίου της 12ης Ιουλίου 2011), έχει ήδη επιτραπεί στη Γερμανία να εφαρμόσει μειωμένο συντελεστή φόρου ηλεκτρικής ενέργειας στην απευθείας παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε ελλιμενισμένα πλοία, πλην των ιδιωτικών σκαφών αναψυχής (στο εξής: ηλεκτροδότηση από την ξηρά).
Στόχος της παρούσας πρότασης είναι να παραταθεί η εν λόγω άδεια όπως έχει ζητήσει η Γερμανία, δεδομένου ότι η ισχύουσα παρέκκλιση λήγει στις 16 Ιουλίου 2020.
Με επιστολή της 29ης Ιανουαρίου 2020, οι γερμανικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι προτίθενται να παρατείνουν το ισχύον μέτρο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Συμπληρωματικές πληροφορίες παρασχέθηκαν με επιστολή της 30ής Απριλίου 2020.
Η Γερμανία επιδιώκει να ανανεωθεί η άδεια εφαρμογής μειωμένου φορολογικού συντελεστή ύψους 0,50 EUR/Mwh, ο οποίος ισούται με τον ελάχιστο συντελεστή φορολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας για επιχειρηματική χρήση που προβλέπει η οδηγία, στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας από την ξηρά σε πλοία τα οποία χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για εμπορικούς σκοπούς στα θαλάσσια και εσωτερικά ύδατα της Ένωσης (συμπεριλαμβανομένης της αλιείας).
Η αιτούμενη περίοδος ισχύος καλύπτει το χρονικό διάστημα από τις 17 Ιουλίου 2020 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, αποτελεί συνέχεια της ισχύουσας παρέκκλισης και βρίσκεται εντός του μέγιστου διαστήματος που επιτρέπεται βάσει του άρθρου 19 της οδηγίας για τη φορολογία της ενέργειας.
Στόχος της μείωσης αυτής είναι να συνεχίσει να παρέχεται οικονομικό κίνητρο για την ανάπτυξη και χρήση της ηλεκτροδότησης από την ξηρά ώστε να μειωθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση στις πόλεις-λιμένες, να βελτιωθεί η ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα σε τοπικό επίπεδο και να μειωθεί ο θόρυβος προς όφελος της υγείας των κατοίκων.
Απώτερος στόχος του μέτρου που προτίθεται να εφαρμόσει η Γερμανία είναι, επίσης, η μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των πλωτών μεταφορών.
Με το αιτούμενο μέτρο η Γερμανία επιθυμεί να διατηρήσει το κίνητρο για την ηλεκτροδότηση από την ξηρά, η οποία θεωρείται λιγότερο ρυπογόνος επιλογή έναντι της ηλεκτροπαραγωγής επί ελλιμενισμένων πλοίων. Όπως επισημαίνεται στο αίτημα, στη Γερμανία ο κανονικός συντελεστής φόρου ηλεκτρικής ενέργειας είναι 20,50 EUR/MWh. Επί του παρόντος, η φορολογική απαλλαγή αντιστοιχεί σε 20,00 EUR/MWh. Αυτό σημαίνει ότι οι δικαιούχοι χρεώνονται με τον ελάχιστο εφαρμοστέο ενωσιακό φορολογικό συντελεστή για την ηλεκτρική ενέργεια βάσει της οδηγίας για τη φορολογία της ενέργειας, ο οποίος ανέρχεται σε 0,50 EUR/MWh (όπως καθορίζεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 και στον πίνακα Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας, για επιχειρηματική χρήση). Η Γερμανία επιτρέπει την παροχή φορολογικού πλεονεκτήματος τόσο με την εφαρμογή μειωμένου φορολογικού συντελεστή στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας (απαιτείται άδεια) όσο και με την επιστροφή φόρου.
Από την άλλη πλευρά, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας για την φορολογία της ενέργειας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να απαλλάσσουν τα ενεργειακά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας επί ελλιμενισμένων πλοίων. Μπορούν επίσης να τα απαλλάσσουν στην περίπτωση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται επί πλοίων για τη ναυσιπλοΐα σε εσωτερικές πλωτές οδούς, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας. Η Γερμανία επιβεβαίωσε τη μεταφορά αυτής της τελευταίας προαιρετικής απαλλαγής στο εθνικό της δίκαιο.
Οι γερμανικές αρχές επισήμαναν ότι η φορολογική μείωση ισχύει για όλα τα πλοία, εκτός από τα ιδιωτικά σκάφη αναψυχής, υπό την έννοια ότι όλα τα πλοία που χρησιμοποιούνται για εμπορική ναυσιπλοΐα, ανεξαρτήτως μεγέθους ή σημαίας, μπορούν να επωφεληθούν από τη μείωση φόρου. Ωστόσο, η ηλεκτροδότηση από την ξηρά δεν είναι υποχρεωτική για τα πλοία.
Όπως επισημαίνεται στο αίτημα, από την έναρξη ισχύος του καθεστώτος το 2011, ο αριθμός δικαιούχων έχει αυξηθεί σημαντικά· στον τομέα των εσωτερικών πλωτών μεταφορών, σχεδόν όλα τα πλοία μπορούν να αγοράζουν ηλεκτρική ενέργεια από την ξηρά· επί του παρόντος, στον θαλάσσιο τομέα υπάρχουν ελάχιστες εγκαταστάσεις, οι οποίες δεν προορίζονται για πορθμεία που εκτελούν δρομολόγια μεταξύ νησιών. Επιπλέον, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στα εσωτερικά ύδατα υπάρχουν 454 εγκαταστάσεις σε λειτουργία, 385 προγραμματισμένες εγκαταστάσεις και το δυναμικό για 115 επιπλέον εγκαταστάσεις. Στους θαλάσσιους λιμένες υπάρχουν 240 εγκαταστάσεις σε λειτουργία (εκ των οποίων οι 237 αφορούν ακτοπλοϊκές γραμμές), 30 προγραμματισμένες εγκαταστάσεις (κυρίως για κρουαζιερόπλοια και πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων) και δυναμικό για 32 επιπλέον εγκαταστάσεις.
Κατά την εκτίμηση των απωλειών φορολογικών εσόδων λόγω του μέτρου, οι γερμανικές αρχές υπολόγισαν αυτές τις απώλειες με βάση την καταναλωθείσα ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με το όφελος και το ποσό του πλεονεκτήματος. Η φορολογική απαλλαγή ανέρχεται επί του παρόντος σε 20,00 EUR/Mwh (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο κανονικός φορολογικός συντελεστής αντιστοιχεί σε 20,50 EUR/MWh). Το 2019, στους λιμένες, 79 302 Mwh ηλεκτρικής ενέργειας προήλθαν από ηλεκτροδότηση από την ξηρά. Λαμβανομένης υπόψη της φορολογικής απαλλαγής, το αποτέλεσμα είναι απώλεια φορολογικών εσόδων ύψους 1,586 εκατ. EUR το 2019. Αν υποτεθεί ότι στο μέλλον η χρήση ηλεκτροδότησης από την ξηρά θα αυξηθεί λόγω των μέτρων στήριξης, η απώλεια υπολογίζεται σε 2 εκατ. EUR ετησίως για τα επόμενα έτη.
Η Γερμανία ζήτησε να παραταθεί η άδεια μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2025, με έναρξη από τις 17 Ιουλίου 2020, χωρίς διακοπή σε σχέση με την ισχύουσα παρέκκλιση και εντός του μέγιστου διαστήματος που προβλέπει το άρθρο 19 παράγραφος 2 της οδηγίας.
Με τη μείωση του φόρου, η Γερμανία επιθυμεί να παράσχει κίνητρο στους φορείς εκμετάλλευσης πλοίων ώστε να επιλέγουν την ηλεκτροδότηση από την ξηρά, με σκοπό να περιοριστούν οι εκπομπές ρύπων στην ατμόσφαιρα και ο θόρυβος από τη χρήση καυσίμων από ελλιμενισμένα πλοία, καθώς και οι εκπομπές CO2. Με την εφαρμογή μειωμένου φορολογικού συντελεστή, η ηλεκτροδότηση από την ξηρά θα καταστεί ανταγωνιστικότερη σε σύγκριση με την ηλεκτροπαραγωγή επί του σκάφους με τη χρήση καυσίμων πλοίων, η οποία τυγχάνει φοροαπαλλαγής.