ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 23.5.2018
COM(2018) 338 final
2018/0170(COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF
{SWD(2018) 251 final}
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ
Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης
Η Επιτροπή προωθεί ένα φιλόδοξο νομοθετικό θεματολόγιο για να ενισχύσει την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Τον Ιούλιο του 2017, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την οδηγία σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
Τον Οκτώβριο του 2017, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελεί βασική προτεραιότητα της Επιτροπής στους τομείς της ποινικής δικαιοσύνης και της καταπολέμησης της απάτης εις βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μεταβάλει σημαντικά το θεσμικό τοπίο της ΕΕ στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης. Θα έχει την εξουσία να διεξάγει ποινικές έρευνες και να ασκεί διώξεις ενώπιον των δικαστηρίων των συμμετεχόντων κρατών μελών. Αναμένεται να δημιουργήσει μια περισσότερο συνεκτική και αποτελεσματική πολιτική δίωξης εγκλημάτων που έχουν επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού των ποινικών διώξεων και των καταδικαστικών αποφάσεων, καθώς και την αύξηση του επιπέδου ανάκτησης.
Συνεπεία της έκδοσης του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, απαιτείται η προσαρμογή του κανονισμού αριθ. 883/2013 ο οποίος διέπει τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).
Η OLAF συγκροτήθηκε το 1999 με συγκεκριμένο καθήκον τη διεξαγωγή διοικητικών ερευνών στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Στο πλαίσιο της διοικητικής εντολής της, η OLAF διερευνά διοικητικές παρατυπίες καθώς και αξιόποινες συμπεριφορές. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων μέσω των ερευνών της, στόχος των οποίων είναι η διευκόλυνση της ανάκτησης δημοσιονομικών πόρων, της λήψης πειθαρχικών και διοικητικών μέτρων, καθώς και της απαγγελίας κατηγοριών και της άσκησης διώξεων. Η OLAF χρησιμοποιεί την ερευνητική εμπειρογνωσία της σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο όσον αφορά την απάτη που σχετίζεται με τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Έχει χειριστεί αυξανόμενους αριθμούς ερευνών, οι οποίες οδήγησαν σε αυξημένο αριθμό συστάσεων και προταθέντων προς ανάκτηση ποσών.
Στον τομέα της απάτης, η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα αποφέρει ουσιαστική βελτίωση της τρέχουσας κατάστασης. Επί του παρόντος, η OLAF διεξάγει διοικητικές έρευνες χρησιμοποιώντας διοικητικές εξουσίες οι οποίες είναι περιορισμένες σε σύγκριση με τις ποινικές έρευνες. Όταν εντοπίζει πιθανά ποινικά αδικήματα, μπορεί μόνο να απευθύνει σύσταση στις εθνικές δικαστικές αρχές, η οποία όμως δεν διασφαλίζει ότι θα κινηθεί ποινική διαδικασία. Στο μέλλον, στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η OLAF θα γνωστοποιεί υποψίες περί ποινικού αδικήματος στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα συνεργάζεται με αυτήν στο πλαίσιο των ερευνών της.
Διατάξεις για τη ρύθμιση της σχέσης μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF υπάρχουν ήδη στον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Βασίζονται στις αρχές της στενής συνεργασίας, της ανταλλαγής πληροφοριών, της συμπληρωματικότητας και της μη αλληλεπικάλυψης. Οι κανόνες αυτοί πρέπει να αντικατοπτρίζονται και να συμπληρώνονται στον κανονισμό αριθ. 883/2013. Συνεπώς, η προσαρμογή του νομικού πλαισίου της OLAF έως την έναρξη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελεί τον κύριο κινητήριο μοχλό της τροποποίησης του κανονισμού αριθ. 883/2013. Για να διασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στο νέο πλαίσιο, ο τροποποιημένος κανονισμός θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ πριν από την έναρξη λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (προβλέπεται για το τέλος του 2020).
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η OLAF είναι και οι δύο, εντός των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, επιφορτισμένες με το καθήκον της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα διεξάγει ποινικές έρευνες με σκοπό τη διερεύνηση, τη δίωξη και την παραπομπή στη δικαιοσύνη των δραστών αδικημάτων, καθώς και των συνεργών σε αδικήματα, τα οποία θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, η OLAF θα συνεχίσει να διενεργεί διοικητικές έρευνες με ιδιαίτερη έμφαση στη διευκόλυνση της διοικητικής διαδικασίας ανάκτησης ποσών και στην πρόληψη περαιτέρω ζημίας στα οικονομικά της Ένωσης μέσω της λήψης διοικητικών μέτρων. Κατά συνέπεια, τα σημεία εστίασης των δραστηριοτήτων της μελλοντικής Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF είναι διαφορετικά, παρότι συγκλίνουν προς έναν κοινό σκοπό.
Επιπλέον, η OLAF θα συνεχίσει τις έρευνές της με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο τις διενεργεί επί του παρόντος, στα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν προς το παρόν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Στα εν λόγω κράτη μέλη, τόσο οι εθνικές αρχές όσο και η OLAF θα πρέπει να συμβάλλουν στη δημιουργία προϋποθέσεων, ώστε να εξασφαλίζεται αποτελεσματικό και ισοδύναμο επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε ολόκληρη την ΕΕ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί ότι το νομικό πλαίσιο της OLAF είναι κατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό ώστε η OLAF να μπορεί να εκπληρώνει τον ρόλο της σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, τα κράτη μέλη και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης. Στην αξιολόγηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 που διενεργήθηκε από την Επιτροπή διατυπώθηκε το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός επιτρέπει στην OLAF να συνεχίσει να επιτυγχάνει συγκεκριμένα αποτελέσματα στην προστασία του προϋπολογισμού της ΕΕ. Οι αλλαγές του 2013 επέφεραν σαφείς βελτιώσεις όσον αφορά τη διεξαγωγή των ερευνών, τη συνεργασία με τους εταίρους και τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων. Ταυτόχρονα, η αξιολόγηση επισήμανε ελλείψεις που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των ερευνών. Τα πορίσματα αυτά συνδέονται με ευρύ φάσμα τομέων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα ερευνητικά μέσα της OLAF, η επιβολή των εξουσιών της OLAF, ενιαίοι όροι κατά τη διεξαγωγή εσωτερικών ερευνών, η διενέργεια ψηφιακών εγκληματολογικών ερευνών, αποκλίσεις στη συνέχεια που δίδεται στις συστάσεις της OLAF, τα καθήκοντα συνεργασίας των κρατών μελών και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, ή η συνολική συνοχή του νομικού πλαισίου.
Ωστόσο, η εξέταση όλων των πορισμάτων της αξιολόγησης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρότασης, δεδομένου ότι ο αναθεωρημένος κανονισμός θα πρέπει να έχει ήδη τεθεί σε ισχύ κατά τον χρόνο έναρξης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Ως εκ τούτου, η πρόταση περιλαμβάνει περιορισμένο αριθμό στοχευμένων αλλαγών, με βάση τα πλέον αδιαμφισβήτητα πορίσματα της αξιολόγησης. Πρόκειται για ουσιώδεις αλλαγές οι οποίες είναι αναγκαίες βραχυπρόθεσμα ώστε να ενισχυθεί το πλαίσιο των ερευνών της OLAF, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισχυρή OLAF σε πλήρη λειτουργία που να συμπληρώνει με διοικητικές έρευνες την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με βάση το ποινικό δίκαιο, αλλά οι οποίες δεν συνεπάγονται αλλαγή στην εντολή ή στις εξουσίες της Υπηρεσίας.
Έμφαση δίνεται στους τομείς στους οποίους, επί του παρόντος, η έλλειψη σαφήνειας ορισμένων διατάξεων του ισχύοντος κανονισμού δημιουργεί φραγμούς που παρεμποδίζουν την αποτελεσματική λειτουργία της OLAF, κυρίως όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους και τις εξακριβώσεις ή την πρόσβαση σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών. Στόχος των προτεινόμενων τροποποιήσεων είναι η αποσαφήνιση και η μείωση της αμφισημίας στις ισχύουσες διατάξεις για τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, για τα κράτη μέλη και για την OLAF και, κατ’ επέκταση, η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου. Οι τροποποιήσεις θα παράσχουν στην OLAF τη δυνατότητα να λειτουργεί με αποτελεσματικό και πιο συνεκτικό τρόπο σε όλες τις έρευνες που διεξάγει. Το στοιχείο αυτό συνδέεται άμεσα με τους στόχους για ισχυρή προστασία του προϋπολογισμού σε ολόκληρη την Ένωση σε συνδυασμό με κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις για τους οικονομικούς φορείς που αποτελούν αντικείμενο έρευνας.
Ο γενικός στόχος της πρότασης είναι η ενίσχυση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί μέσω τριών ειδικών επιμέρους στόχων:
–προσαρμογή της λειτουργίας της OLAF στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·
–ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ερευνητικών καθηκόντων της OLAF·
–αποσαφήνιση και απλούστευση επιλεγμένων διατάξεων του κανονισμού αριθ. 883/2013.
Στην έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής έχει ήδη επισημανθεί ότι η πρόταση που περιέχει τις στοχευμένες αυτές αλλαγές θα μπορούσε να ακολουθηθεί από μια περισσότερο ενδελεχή διαδικασία εκσυγχρονισμού του πλαισίου της OLAF, το οποίο χρονολογείται από τη σύσταση της OLAF το 1999 όσον αφορά τις βασικότερες πτυχές του. Η διαδικασία αυτή θα αποτελέσει την ευκαιρία να εξεταστούν άλλες ριζικότερες αλλαγές με βάση τους τομείς και τις τάσεις του 21ου αιώνα όσον αφορά την απάτη, και θα πρέπει να λάβει υπόψη την πείρα που θα αποκομιστεί από τη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF. Θα καταστήσει επίσης εφικτή την εξέταση άλλων πορισμάτων της αξιολόγησης, καθώς και πτυχών του νομικού πλαισίου οι οποίες ενδεχομένως απαιτούν περισσότερο προβληματισμό και συζήτηση.
Συνέπεια με τις ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής
Η τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 συνιστά συνέπεια της δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και σκοπός της είναι η διασφάλιση της συνέπειας του νομικού πλαισίου για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Αποτελεί ένα περαιτέρω βήμα, μετά την έκδοση της οδηγίας σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, προς τη διαμόρφωση ενισχυμένου νομικού πλαισίου το οποίο διασφαλίζει ότι όλα τα διαθέσιμα μέσα χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά στο πλαίσιο της καταπολέμησης της απάτης.
Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, καθώς η Ένωση οδεύει προς το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Η αποδοτική και ορθή διάθεση του προϋπολογισμού της Ένωσης αποτελεί βασική προϋπόθεση για να εξασφαλιστεί η εμπιστοσύνη των πολιτών της ΕΕ και να αυξηθεί η προστιθέμενη αξία του ευρωπαϊκού εγχειρήματος. Η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η ενίσχυση του νομικού πλαισίου της OLAF συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου της Συνθήκης για υψηλό επίπεδο προστασίας του ενωσιακού προϋπολογισμού σε όλη την επικράτεια της Ένωσης (άρθρο 325 της ΣΛΕΕ).
Συνέπεια με άλλες πολιτικές της Ένωσης
Η παρούσα πρωτοβουλία είναι συνεπής με άλλες νομοθετικές εξελίξεις που αποσκοπούν στη θωράκιση των εσόδων, των δαπανών και των περιουσιακών στοιχείων της Ένωσης έναντι της απάτης και στην ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των φορέων επιβολής της νόμου.
2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ
Νομική βάση
Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 325 της ΣΛΕΕ και στο άρθρο 106α της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.
Επικουρικότητα
Το καθήκον που εκτελεί η OLAF είναι αμιγώς ευρωπαϊκό, καθώς πρόκειται για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης στο πλαίσιο των άρθρων 317 και 325 της ΣΛΕΕ, και δεν είναι δυνατόν να εκτελεστεί, με τον ίδιο τρόπο, σε εθνικό επίπεδο. Η πρόταση αφορά έρευνες τις οποίες διεξάγει μια υπηρεσία της Ένωσης και οι οποίες επί του παρόντος ρυθμίζονται από κανονισμό της Ένωσης. Δεν τροποποιεί τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες των κρατών μελών στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, αρμοδιότητα την οποία τα κράτη μέλη έχουν από κοινού με την Ένωση, ούτε διευρύνει τις εξουσίες ή την εντολή της OLAF.
Η πρόταση αφορά τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία θα αποτελέσει όργανο της Ένωσης που θα συσταθεί βάσει κανονισμού της ΕΕ. Κατά συνέπεια, για τη ρύθμιση της συνεργασίας μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απαιτείται ανάληψη δράσης σε επίπεδο Ένωσης.
Οι τροποποιήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της πλαισίωσης των αναφορών του νομικού πλαισίου της OLAF στο εθνικό δίκαιο (σε σχέση με τους επιτόπιους ελέγχους και τις εξακριβώσεις και το παραδεκτό των εκθέσεων της OLAF) και της συνδρομής που παρέχεται από τα κράτη μέλη (ειδικότερα για την παροχή στην OLAF πρόσβασης σε τραπεζικά δεδομένα) είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και περισσότερο συνεκτική διεξαγωγή των ερευνών της OLAF σε ολόκληρη την Ένωση. Αυτό απαιτείται προκειμένου η OLAF να μπορεί να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τα ερευνητικά μέσα της σε όλα τα κράτη μέλη για την προστασία ευρωπαϊκού συμφέροντος (τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης), διασφαλίζοντας ταυτόχρονα κατάλληλες διαδικαστικές εγγυήσεις για τους οικονομικούς φορείς που αποτελούν αντικείμενο των ερευνών της OLAF. Για την επίτευξη των στόχων αυτών απαιτείται δράση σε επίπεδο ΕΕ.
Αναλογικότητα
Οι προτεινόμενες αλλαγές περιορίζονται στις αναγκαίες για την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων και, κατά συνέπεια, συμμορφώνονται με την αρχή της αναλογικότητας.
Οι τροποποιήσεις που συνδέονται με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελούν συνέπεια της έκδοσης του κανονισμού 2017/1939. Περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για την προσαρμογή της λειτουργίας της OLAF ώστε να αντικατοπτρίζει τις αρχές που διέπουν τη σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF όπως προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό.
Επιπλέον, εξετάζονται ορισμένες περιορισμένες πτυχές του κανονισμού σχετικά με τις οποίες αποκαλύφθηκαν, από την πρακτική εφαρμογή, ελλείψεις στο υφιστάμενο σύστημα. Παρότι τα συμπεράσματα της αξιολόγησης αφορούσαν ευρύ φάσμα θεμάτων, προτείνονται τροποποιήσεις μόνον στους τομείς στους οποίους οι αλλαγές είναι απαραίτητες βραχυπρόθεσμα για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ερευνών της OLAF. Οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού και εξισορροπούν τα ποικίλα συναφή νομικά συμφέροντα. Οι διατάξεις σχετικά με τη διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων τροποποιούνται μόνο στον βαθμό που είναι αναγκαίος για να διασφαλιστεί η δυνατότητα της OLAF να χρησιμοποιεί το εν λόγω ερευνητικό μέσο αποτελεσματικά σε όλα τα κράτη μέλη. Οι τροποποιήσεις αυτές δεν θίγουν την εφαρμογή του εθνικού δικαίου στις καταστάσεις στις οποίες το δίκαιο παραμένει συναφές, δηλαδή όταν οι εθνικές αρχές καλούνται να συνδράμουν την OLAF σύμφωνα με τους οικείους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται επίσης σε σχέση με τη νέα διάταξη για την πρόσβαση σε τραπεζικά στοιχεία: ενώ είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί στον κανονισμό ότι οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να συνδράμουν την OLAF όσον αφορά την πρόσβαση σε τέτοιου είδους στοιχεία που είναι απαραίτητα για την αποκάλυψη πολλών τύπων απάτης, θα πρέπει να παρέχουν τη συνδρομή αυτή σύμφωνα με το οικείο εθνικό δίκαιο.
Επιλογή της νομικής πράξης
Ο κανονισμός αριθ. 883/2013 πρέπει να τροποποιηθεί με νομική πράξη ίδιου τύπου.
3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
Αξιολόγηση του κανονισμού αριθ. 883/2013
Στις 2 Οκτωβρίου 2017, η Επιτροπή εξέδωσε την έκθεση που εκπόνησε σχετικά με την αξιολόγηση του κανονισμού αριθ. 883/2013. Η έκθεση συνοδευόταν από γνωμοδότηση της επιτροπής εποπτείας της OLAF.
Στην αξιολόγηση διατυπώθηκε το συμπέρασμα ότι ο κανονισμός επιτρέπει στην OLAF να επιτυγχάνει συγκεκριμένα αποτελέσματα στον τομέα της προστασίας του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η αξιολόγηση αποκάλυψε επίσης ορισμένες ελλείψεις οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF. Τα πορίσματα αυτά αφορούν ευρύ φάσμα τομέων που συνδέονται με την εφαρμογή του κανονισμού. Οι τομείς που εξετάζονται στην πρόταση και οι οποίοι θεωρούνται ουσιώδεις για την ενίσχυση του πλαισίου των ερευνών της OLAF βραχυπρόθεσμα, συνοψίζονται κατωτέρω.
Όσον αφορά τη διεξαγωγή ερευνών, οι εξουσίες διεξαγωγής ερευνών της OLAF απορρέουν από διάφορες πράξεις του δικαίου της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του κανονισμού. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτές οι πράξεις εξαρτούν την άσκηση των εν λόγω εξουσιών από όρους του εθνικού δικαίου, ιδίως όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους και τις εξακριβώσεις σε οικονομικούς φορείς, καθώς και τις ψηφιακές εγκληματολογικές έρευνες που διενεργούνται στην επικράτεια των κρατών μελών. Από την αξιολόγηση προέκυψε ότι δεν είναι απόλυτα σαφής ο βαθμός στον οποίο ο κανονισμός αριθ. 883/2013 καθιστά εφαρμοστέο το εθνικό δίκαιο. Οι διαφορετικές ερμηνείες των σχετικών διατάξεων και οι διαφορές στο εθνικό δίκαιο έχουν ως αποτέλεσμα την κατακερματισμένη άσκηση των εξουσιών διεξαγωγής ερευνών της OLAF ή ακόμη και τη δημιουργία εμποδίων στην αποτελεσματική διεξαγωγή των ερευνών της σε όλα τα κράτη μέλη.
Στην αξιολόγηση αναφέρθηκε επίσης ότι θα πρέπει να αξιολογηθούν η ανάγκη και η δυνατότητα βελτιωμένης πρόσβασης σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών υπό τις δέουσες προϋποθέσεις, η οποία θα μπορούσε να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην αποκάλυψη πολλών περιπτώσεων απάτης ή παρατυπίας. Στον τομέα του ΦΠΑ, η αξιολόγηση κατέδειξε ότι η εντολή της OLAF θα πρέπει να αποσαφηνιστεί και να ενισχυθεί.
Στην αξιολόγηση εντοπίστηκαν επίσης ορισμένες περιπτώσεις, στο πλαίσιο της συνεργασίας με τις εθνικές αρχές, όπου η OLAF αντιμετωπίζει δυσκολίες στην εξασφάλιση της απαιτούμενης συνδρομής, ενώ αναγνωρίστηκε ότι οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης που συστάθηκαν με τον κανονισμό αριθ. 883/2013 αποτελούν εξαιρετικά θετική εξέλιξη στον τομέα αυτό.
Όσον αφορά τη συνέχεια που δίνεται στις έρευνες, ο σημαντικότερος παράγοντας ο οποίος εντοπίστηκε στο πλαίσιο της αξιολόγησης και επηρεάζει τη συνέχεια που δίνεται στις συστάσεις της OLAF αφορά τους κανόνες σχετικά με το παραδεκτό στις εθνικές δικαστικές διαδικασίες των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία συλλέγονται από την OLAF. Ο κανονισμός προβλέπει ότι οι εκθέσεις της OLAF αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τους ίδιους όρους όπως οι διοικητικές εκθέσεις που συντάσσονται από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές. Από την αξιολόγηση προέκυψε ότι σε ορισμένα κράτη μέλη αυτός ο κανόνας δεν διασφαλίζει επαρκώς την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων της OLAF.
Στον κανονισμό προβλέπεται επίσης η υποχρέωση της OLAF να παρέχει στα κράτη μέλη συνδρομή για τον συντονισμό των δράσεων που αναλαμβάνουν για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της εντολής της OLAF να υποστηρίζει τη διασυνοριακή συνεργασία των κρατών μελών. Ωστόσο, ο κανονισμός δεν περιλαμβάνει αναλυτικές διατάξεις σχετικά με τα μέσα συντονισμού.
Τέλος, στην αξιολόγηση προσδιορίστηκαν ορισμένες διατάξεις του κανονισμού οι οποίες θα ήταν χρήσιμο να αποσαφηνιστούν.
Διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη
Ο κανονισμός αριθ. 883/2013 ρυθμίζει τη διεξαγωγή των ερευνών της OLAF και τους μηχανισμούς συνεργασίας της με θεσμικούς εταίρους. Οι ομάδες ενδιαφερόμενων μερών τις οποίες επηρεάζει προσδιορίζονται με σαφήνεια και προέρχονται κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από το θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης και τις σχετικές αρχές των κρατών μελών. Το ευρύ κοινό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζεται άμεσα από τις διατάξεις του κανονισμού ούτε ότι είναι υπεύθυνο για την εφαρμογή τους ή ότι διαθέτει σημαντικά στοιχεία που είναι απαραίτητα για την αναθεώρηση. Ως εκ τούτου, δεν διενεργήθηκε ανοικτή δημόσια διαβούλευση.
Ο χάρτης πορείας της πρωτοβουλίας παρέμεινε στη διάθεση του κοινού για υποβολή παρατηρήσεων επί 4 εβδομάδες, αλλά δεν υποβλήθηκε καμία παρατήρηση.
Διενεργήθηκε στοχευμένη διαβούλευση με συναφείς ομάδες ενδιαφερόμενων μερών:
–στο πλαίσιο έρευνας ζητήθηκε η γνώμη εθνικών αρχών (υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης, δικαστικές αρχές, αρχές επιβολής του νόμου και διαχείρισης). Στην έρευνα αυτή που απευθύνθηκε σε όλα τα κράτη μέλη και διανεμήθηκε μέσω των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης ελήφθησαν 44 απαντήσεις από 21 διαφορετικά κράτη μέλη·
–στο πλαίσιο έρευνας ζητήθηκε επίσης η γνώμη θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, από όπου ελήφθησαν 28 απαντήσεις·
–πανεπιστημιακοί και δικηγόροι υπεράσπισης εξέφρασαν τις απόψεις τους στο πλαίσιο ειδικού εργαστηρίου.
Η μεγάλη πλειονότητα των ενδιαφερόμενων μερών που συμμετείχαν στη διαβούλευση συμφώνησε με την ενδεχόμενη τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 δεδομένης της μελλοντικής δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προκειμένου να δοθεί στην OLAF και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η δυνατότητα να αναπτύξουν στενή συνεργασία και να εκτελούν η καθεμία αποτελεσματικά την εντολή τους. Διαπιστώνεται ευρεία συναίνεση ως προς την ανάγκη για σαφείς κανόνες, προκειμένου να αποφεύγονται οι αλληλεπικαλύψεις, καθώς και για να διασφαλιστεί η μέγιστη συμπληρωματικότητα και να αποφευχθούν ελλείψεις.
Τα ενδιαφερόμενα μέρη συμφώνησαν σε διάφορους βαθμούς με την ανάγκη τροποποίησης του κανονισμού αριθ. 883/2013 προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF. Η ανάγκη βελτίωσης της ικανότητας της OLAF να διεξάγει έρευνες με αποτελεσματικό και συνεκτικό τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη υποστηρίχθηκε στην πλειονότητα των απαντήσεων. Επίσης, η πλειονότητα των ενδιαφερόμενων μερών τάχθηκε υπέρ της αποσαφήνισης και της ενίσχυσης του κανονισμού όσον αφορά τον ΦΠΑ και την πρόσβαση της OLAF σε τραπεζικά δεδομένα. Οι συμμετέχοντες εξέφρασαν αποκλίνουσες απόψεις σε ζητήματα όπως το παραδεκτό των εκθέσεων της OLAF σε εθνικές διαδικασίες ή ο ρόλος και η εντολή των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης.
Στις 16 Φεβρουαρίου 2018, η Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών (COREPER) ενέκρινε το έγγραφο με τίτλο «Αποτέλεσμα των διαδικασιών σχετικά με την έκθεση της Επιτροπής για την αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013». Καλεί την Επιτροπή να εστιάσει κυρίως στα θέματα που είναι αναγκαία προκειμένου να καταστεί δυνατή η ομαλή συνεργασία της OLAF με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς, ωστόσο, να διευρυνθούν οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες της OLAF. Επιπλέον, παραθέτει σειρά θεμάτων τα οποία ορισμένες αντιπροσωπείες θα ήθελαν να συμπεριληφθούν στην πρόταση.
Η αναθεώρηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 συζητήθηκε επίσης από τους υπουργούς Δικαιοσύνης των κρατών μελών, αρχικά στην άτυπη συνεδρίασή τους στη Σόφια στις 26 Ιανουαρίου 2018 και στη συνέχεια στο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων στις Βρυξέλλες στις 8-9 Μαρτίου 2018. Το Συμβούλιο τόνισε ότι η συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της OLAF είναι απαραίτητη και θα πρέπει να βασιστεί σε σαφή διάκριση αρμοδιοτήτων και ευθυνών, συμπληρωματικότητα και αποφυγή του ανταγωνισμού ή της αλληλεπικάλυψης εργασιών. Ο κανονισμός αριθ. 883/2013 θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις διατάξεις του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία που αφορούν τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών υπηρεσιών.
Κατά την κατάρτιση της πρότασης ελήφθη επίσης υπόψη η γνωμοδότηση αριθ. 2/2017 της επιτροπής εποπτείας της OLAF σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού αριθ. 883/2013. Στη γνωμοδότηση επισημαίνεται ότι ο τροποποιημένος κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει ενιαίους λόγους για την κίνηση όλων των ερευνών, προκειμένου να αποφευχθούν προβλήματα κατακερματισμού και ερμηνείας και να ενισχυθεί η σαφήνεια του δικαίου και οι διαδικαστικές εγγυήσεις. Αναφέρεται η ανάγκη πρόσβασης σε στοιχεία σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς και μεταφορές χρηματικών ποσών καθώς και η ανάγκη διερεύνησης της ενδοενωσιακής απάτης που αφορά τον ΦΠΑ. Στη γνωμοδότηση διατυπώνεται επίσης αίτημα για δικαστικό έλεγχο και ενίσχυση των διαδικαστικών εγγυήσεων και του ελέγχου τους, ιδίως στο πλαίσιο της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και προκειμένου να βελτιωθεί το παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων της OLAF σε δικαστικές διαδικασίες. Τονίζεται η ανάγκη σαφήνειας στη μελλοντική αλληλεπίδραση μεταξύ OLAF και Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Τέλος, στη γνωμοδότηση ζητείται η αποσαφήνιση του ρόλου και της εντολής της επιτροπής εποπτείας, καθώς και η πρόσβασή της σε πληροφορίες σχετικές με τα ερευνητικά καθήκοντα της OLAF.
Επιπλέον, η ευρεία διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε με τα ενδιαφερόμενα μέρη για την αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού αριθ. 883/2013 υποστηρίζει το αναλυτικό έργο που συνοδεύει την πρόταση.
Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας
Η εξωτερική μελέτη που εκπονήθηκε για την αξιολόγηση του κανονισμού αριθ. 883/2013 καθώς και διάφορες ανεξάρτητες μελέτες χρησιμοποιήθηκαν προς υποστήριξη της κατάρτισης της πρότασης. Η γνώμη εμπειρογνωμόνων ζητήθηκε στο πλαίσιο ειδικού εργαστηρίου.
Εκτίμηση επιπτώσεων
Δεν θεωρήθηκε σκόπιμο να διενεργηθεί εκτίμηση επιπτώσεων. Η πρόταση συνοδεύεται από αναλυτικό έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, το οποίο βασίζεται σε εκτεταμένη χρήση της έκθεσης αξιολόγησης, εξωτερικών μελετών και στα αποτελέσματα των προαναφερόμενων διαβουλεύσεων.
Θεμελιώδη δικαιώματα
Τα θεμελιώδη δικαιώματα προστατεύονται στο πλαίσιο των ερευνών της OLAF, μεταξύ άλλων, μέσω ειδικών διατάξεων για τις διαδικαστικές εγγυήσεις που περιλαμβάνονται στον κανονισμό αριθ. 883/2013 και στον κανονισμό αριθ. 2185/1996 ο οποίος εφαρμόζεται στους επιτόπιους ελέγχους και τις εξακριβώσεις. Επιπλέον, η OLAF πρέπει εν γένει να διασφαλίζει κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων της τον σεβασμό των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ο Χάρτης»).
Κατά την έκδοση του κανονισμού αριθ. 883/2013 θεσπίστηκε νέο άρθρο 9 σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις. Στο άρθρο 9 επαναλαμβάνονται διάφορες αρχές που είναι ουσιώδεις στο πλαίσιο των ερευνών της OLAF, συμπεριλαμβανομένων, κυρίως, του καθήκοντος της OLAF να αναζητά αποδείξεις για τη διαπίστωση της ενοχής ή της αθωότητας του ενδιαφερομένου, του δικαιώματος σε αντικειμενική και αμερόληπτη έρευνα, του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος αποφυγής της αυτοενοχοποίησης. Το άρθρο 9 περιλαμβάνει επιπλέον ειδικές διατάξεις, μεταξύ άλλων, σχετικά με:
·το δικαίωμα των ενδιαφερομένων και των μαρτύρων να λαμβάνουν εκ των προτέρων ειδοποίηση για την εξέταση/ακρόαση,
·για τους ενδιαφερομένους, το δικαίωμα να σχολιάσουν τα πραγματικά περιστατικά που τους αφορούν μόλις ολοκληρωθεί η έρευνα και προτού συναχθούν συμπεράσματα, και την υποχρέωση της OLAF στην τελική έκθεση της έρευνας να γίνεται μνεία των εν λόγω παρατηρήσεων,
·για τους μάρτυρες, εάν προκύψουν αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ένας μάρτυρας μπορεί να αποτελεί ενδιαφερόμενο, το δικαίωμα περάτωσης της εξέτασης και ενημέρωσης του εξεταζόμενου για τα δικαιώματά του,
·το δικαίωμα των εξεταζόμενων προσώπων να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης (οι μόνιμοι ή έκτακτοι υπάλληλοι της Ένωσης μπορεί να κληθούν να εκφραστούν σε μια επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που κατέχουν άριστα) και να εγκρίνουν τα πρακτικά της εξέτασης ή να προσθέσουν παρατηρήσεις σε αυτά· για τους ενδιαφερομένους, αυτά συμπληρώνονται από το δικαίωμα να επικουρούνται από πρόσωπο της επιλογής τους και να λαμβάνουν αντίγραφο των πρακτικών της εξέτασης,
·το δικαίωμα των υπαλλήλων, μελών του λοιπού προσωπικού, μελών θεσμικού οργάνου ή λοιπών οργάνων της Ένωσης, διευθυντικών στελεχών λοιπών οργάνων ή οργανισμού ή μελών του προσωπικού να ενημερώνονται όταν προκύπτει από την έρευνα ότι ενδέχεται να αποτελούν ενδιαφερόμενο, και το δικαίωμα να υποβάλλουν παρατηρήσεις όταν η OLAF ενημερώνει τις εθνικές αρχές πριν από την κίνηση ή κατά τη διάρκεια εσωτερικής έρευνας.
Το νέο άρθρο 9 σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις συμπληρώνεται με διατάξεις που αφορούν:
·την ανάγκη ύπαρξης γραπτής εξουσιοδότησης από τον γενικό διευθυντή για την άσκηση ερευνητικών καθηκόντων, στην οποία αναφέρεται το αντικείμενο, ο σκοπός και οι νομικές βάσεις της έρευνας, καθώς και οι εξουσίες που πηγάζουν από τις βάσεις αυτές (άρθρο 7 παράγραφος 2),
·έλεγχο νομιμότητας (άρθρο 17 παράγραφος 7) για την εξέταση της νομιμότητας (συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των διαδικαστικών εγγυήσεων και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων), της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας των ερευνητικών δραστηριοτήτων, πριν από τη διεξαγωγή τους, και για τη συνολική επανεξέταση των τελικών εκθέσεων,
·διατάξεις σχετικά με την εμπιστευτικότητα και την προστασία δεδομένων (άρθρο 10),
·διάφορους εσωτερικούς και εξωτερικούς ελέγχους (δυνατότητα οποιουδήποτε προσώπου θίγεται από έρευνα να υποβάλει καταγγελία στην OLAF, και έλεγχοι που διενεργούνται από την επιτροπή εποπτείας, από τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, σύμφωνα με τις αντίστοιχες εντολές τους).
Με το εν λόγω σύνολο διατάξεων και ελέγχων θεσπίζεται ένα πρότυπο για τη διασφάλιση των διαδικαστικών εγγυήσεων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων των προσώπων που εμπλέκονται σε έρευνες της OLAF το οποίο είναι κατάλληλο και σύμφωνο με το γεγονός ότι η OLAF διενεργεί διοικητικές έρευνες χρησιμοποιώντας διοικητικές εξουσίες. Επιπλέον, οι έρευνες της OLAF ολοκληρώνονται με την κατάρτιση έκθεσης και συστάσεων στις οποίες δίνεται συνέχεια, κατά περίπτωση, από άλλες αρχές. Στις περιπτώσεις που οι εν λόγω άλλες αρχές καταρτίσουν απόφαση η οποία θίγει τη νομική κατάσταση των ενδιαφερομένων, εφαρμόζονται περαιτέρω διαδικαστικά δικαιώματα και εγγυήσεις σύμφωνα με το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.
Το νομικό πλαίσιο σχετικά με τις διαδικαστικές εγγυήσεις στις έρευνες της OLAF, όπως διαμορφώθηκε από τον κανονισμό αριθ. 883/2013, αναγνωρίστηκε εν γένει στην αξιολόγηση ως θετική εξέλιξη για τη βελτίωση των δικαιωμάτων των προσώπων που αποτελούν αντικείμενο έρευνας της OLAF. Ως προς το σημείο αυτό, από την αξιολόγηση δεν προκύπτει ανάγκη αναθεώρησης των ισχυουσών διατάξεων.
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν επηρεάζουν τη γενική ισορροπία μεταξύ των εξουσιών διενέργειας ερευνών της OLAF και των διαδικαστικών δικαιωμάτων των υπό έρευνα προσώπων. Με την παρούσα πρωτοβουλία δεν μεταβάλλονται οι εξουσίες της OLAF, παρότι αποσαφηνίζονται σε ορισμένες περιπτώσεις. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις σχετικά με τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων διατηρούν τις ισχύουσες εξουσίες και θα πλαισιώσουν σαφέστερα την εφαρμογή του εθνικού δικαίου, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό περισσότερη σαφήνεια σχετικά με τις εφαρμοστέες εγγυήσεις και τα δικαιώματα των ενδιαφερόμενων φορέων.
Επιπλέον, στην πρόταση διευκρινίζεται ότι οι διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στον κανονισμό αριθ. 883/2013, καθώς και σε άλλες ενωσιακές πράξεις, εφαρμόζονται στους εν λόγω επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις. Σε αυτές περιλαμβάνονται το δικαίωμα του προσώπου να αποφεύγει την αυτοενοχοποίηση, να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του και να χρησιμοποιεί γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο διενεργείται ο έλεγχος. Περαιτέρω εγγυήσεις θα ισχύουν όταν η συνδρομή των εθνικών αρχών είναι αναγκαία για τη διεξαγωγή του ελέγχου στην περίπτωση που ο οικονομικός φορέας αντιτίθεται σε αυτήν, ή σε άλλες περιπτώσεις στις οποίες οι αρχές των κρατών μελών συνδράμουν την OLAF στο πλαίσιο ελέγχου. Στις περιπτώσεις αυτές θα εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών εγγυήσεων, στο πλαίσιο της γενικής υποχρέωσης των κρατών μελών να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της δράσης της OLAF.
Για τη συνεργασία μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και για τις νέες διατάξεις σχετικά με τη συνδρομή των εθνικών αρχών για την πρόσβαση σε τραπεζικά δεδομένα και σχετικά με τη συνεργασία με το Eurofisc, ενδέχεται να απαιτηθεί ανταλλαγή δεδομένων. Η OLAF εφαρμόζει τις διατάξεις του κανονισμού αριθ. 45/2001 σε αυτές τις ανταλλαγές. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη η τρέχουσα πρακτική, καθώς και να ενισχυθεί η προστασία των δεδομένων, η πρόταση τροποποιεί το άρθρο 10 παράγραφος 4, βάσει του οποίου η OLAF είχε τη δυνατότητα να διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων, ώστε να μετατραπεί η δυνατότητα αυτή σε υποχρέωση.
4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ
Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις του κανονισμού δεν έχουν επιπτώσεις για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.
5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Σχέδια εφαρμογής και ρυθμίσεις παρακολούθησης, αξιολόγησης και υποβολής εκθέσεων
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της νομοθεσίας, δεν είναι αναγκαία η κατάρτιση σχεδίου εφαρμογής για τον κανονισμό.
Στο πλαίσιο της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και του καθορισμού των αναλυτικών ρυθμίσεων της επιχειρησιακής συνεργασίας, θα πρέπει να συναφθούν διακανονισμοί εργασίας μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης
I. Σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Γενικές αρχές
Στο άρθρο 1 παράγραφος 4α και στο άρθρο 12ζ καθορίζονται οι γενικές αρχές της σχέσης μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αντανακλούν το άρθρο 101 του κανονισμού 2017/1939 βάσει του οποίου απαιτείται στενή και συμπληρωματική σχέση ούτως ώστε να γίνεται χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης. Προβλέπεται η σύναψη διακανονισμών εργασίας, καθώς θα είναι αναγκαίοι για τον προσδιορισμό των συγκεκριμένων ρυθμίσεων της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών.
Υποβολή γνωστοποιήσεων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
Το άρθρο 12γ περιλαμβάνει υποχρέωση της OLAF να γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία θα μπορούσε να ασκήσει την αρμοδιότητά της, όπως προβλέπεται στο άρθρο 24 του κανονισμού 2017/1939. Η γνωστοποίηση θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 24 του κανονισμού 2017/1939. Η OLAF έχει τη δυνατότητα να διενεργεί προκαταρκτική αξιολόγηση των εισερχόμενων πληροφοριών, ώστε να διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι επαρκώς τεκμηριωμένες και περιέχουν τα αναγκαία στοιχεία. Το άρθρο 12γ αντανακλά επίσης τη διάταξη του κανονισμού 2017/1939 σύμφωνα με την οποία τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν να ζητούν από την OLAF να διενεργεί την επαλήθευση αυτή για λογαριασμό τους.
Αποφυγή αλληλεπικαλύψεων στις έρευνες, παροχή υποστήριξης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και συμπληρωματικές έρευνες
Το άρθρο 12δ αντανακλά το άρθρο 101 παράγραφος 2 του κανονισμού 2017/1939, στο οποίο προβλέπεται ότι η OLAF δεν κινεί παράλληλη έρευνα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν αντικείμενο έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Θεσπίζει επίσης μηχανισμό διαβούλευσης για να επιβεβαιώνεται αν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει έρευνα.
Στο άρθρο 12ε προβλέπονται οι ειδικοί διαδικαστικοί κανόνες που εφαρμόζονται στις αιτήσεις που υποβάλλει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για να ζητήσει από την OLAF να υποστηρίξει ή να συμπληρώσει τη δραστηριότητα της Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού 2017/1939.
Στο άρθρο 12στ προβλέπεται ότι, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις και με σκοπό την παροχή της δυνατότητας λήψης προληπτικών μέτρων ή εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, η OLAF δύναται να κινήσει ή να συνεχίσει διοικητική έρευνα η οποία θα συμπληρώνει την ποινική έρευνα που διεξάγει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η διάταξη αυτή συνάδει με τον κανονισμό 2017/1939, όπου προσδιορίζεται ότι θα πρέπει να γίνεται χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (άρθρο 101 παράγραφος 1) και ότι ο κανόνας για την αποφυγή αλληλεπικαλύψεων δεν θα πρέπει να θίγει την εξουσία της OLAF να κινεί διοικητική έρευνα με δική της πρωτοβουλία, σε στενή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (αιτιολογική σκέψη 103). Με τη διάταξη αυτή παρέχεται η δυνατότητα διεξαγωγής διοικητικών ερευνών οι οποίες δεν αποσκοπούν στην εξακρίβωση πιθανών στοιχείων ποινικού αδικήματος, αλλά εστιάζονται στη διασφάλιση της ανάκτησης ή στην προετοιμασία του εδάφους για την εκτέλεση διοικητικών ή πειθαρχικών ενεργειών. Παραδείγματα στα οποία η ανάληψη διοικητικής δράσης μπορεί να συμπληρώσει με χρήσιμο τρόπο τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιλαμβάνουν π.χ. διοικητική διαδικασία ανάκτησης όταν υπάρχει κίνδυνος παραγραφής ή όταν τα ποσά που διακυβεύονται είναι πολύ υψηλά, ή όταν υπάρχει ανάγκη να αποφευχθούν περαιτέρω δαπάνες σε καταστάσεις κινδύνου μέσω διοικητικών μέτρων.
Για την προστασία της αποτελεσματικότητας των ερευνών και των διώξεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το άρθρο 12στ παρέχει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τη δυνατότητα να διατυπώνει αντίρρηση στην κίνηση ή τη συνέχιση έρευνας από την OLAF ή στην εκτέλεση ορισμένων ενεργειών της έρευνας αυτής. Η δυνατότητα αυτή συνάδει με το άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού 2017/1939, καθώς στις περιπτώσεις αυτές η απουσία αντίρρησης από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ισοδυναμεί, σε όρους λειτουργίας, με αίτηση που υποβάλλεται δυνάμει της εν λόγω διάταξης.
Άλλες διατάξεις
Προτείνεται η προσαρμογή διαφόρων υφιστάμενων διατάξεων του κανονισμού αριθ. 883/2013 προκειμένου να ληφθεί υπόψη η σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (άρθρο 8 παράγραφοι 1 και 4, άρθρο 9 παράγραφος 4, άρθρο 16, άρθρο 17 παράγραφοι 5 και 8).
II. Ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των ερευνητικών καθηκόντων της OLAF
Επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις και συνδρομή των εθνικών αρχών
Στόχος της πρότασης είναι να εξαλείψει τις αμφισημίες και τα εμπόδια που αποκαλύφθηκαν από την αξιολόγηση μέσω της καλύτερης πλαισίωσης των αναφορών στο εθνικό δίκαιο, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότερη και συνεκτικότερη άσκηση της εξουσίας της OLAF να διεξάγει επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις, χωρίς ωστόσο να μεταβληθεί ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο κανονισμός σε σχέση με τα κράτη μέλη.
Με την τροποποίηση του άρθρου 3 διευκρινίζεται ότι η διεξαγωγή από την OLAF επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, στο πλαίσιο των οποίων οικονομικοί φορείς αποδέχονται να υποβληθούν σε έλεγχο από την OLAF, διέπεται αποκλειστικά από το δίκαιο της Ένωσης (κανονισμοί αριθ. 883/2013 και αριθ. 2185/1996). Σε αυτό περιλαμβάνονται οι διαδικαστικές εγγυήσεις του κανονισμού αριθ. 883/2013 και του κανονισμού αριθ. 2185/1996, η εφαρμογή των οποίων στο πλαίσιο των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων διευκρινίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 5. Στην περίπτωση που ο οικονομικός φορέας αρνείται να συνεργαστεί και η OLAF πρέπει να βασιστεί στις εθνικές αρχές, ή στην περίπτωση που λάβει τη συνδρομή των αρχών για άλλους λόγους, με το άρθρο 3 παράγραφος 7 και το άρθρο 7 παράγραφος 3 διατηρείται η αρχή βάσει της οποίας η συνδρομή αυτή θα παρέχεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Το άρθρο 3 παράγραφος 3 προβλέπει την υποχρέωση των οικονομικών φορέων να συνεργάζονται με την OLAF στο πλαίσιο των ερευνών της.
Οι εν λόγω τροπολογίες στο άρθρο 3, όσον αφορά την εφαρμοστέα νομοθεσία για τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, συνιστούν διευκρινίσεις σύμφωνα με την ερμηνεία του κανονισμού αριθ. 883/2013 που δόθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στην πρόσφατη απόφασή του τής 3ης Μαΐου 2018 στην υπόθεση T-48/16, Sigma Orionis SA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον δεν προβληθούν αντιρρήσεις από τον οικονομικό φορέα, οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις διενεργούνται από την OLAF βάσει του κανονισμού αριθ. 883/2013 και του κανονισμού αριθ. 2185/1996, και της γραπτής εξουσιοδότησης του γενικού διευθυντή της OLAF. Το δίκαιο της Ένωσης υπερισχύει του εθνικού δικαίου, όταν ένα ζήτημα ρυθμίζεται από τους κανονισμούς αριθ. 883/2013 ή αριθ. 2185/1996. Επιπλέον, διαπιστώνει ότι οι διατάξεις (του κανονισμού αριθ. 2185/1996) όσον αφορά την πιθανή αντίθεσή του εν λόγω οικονομικού φορέα σε έλεγχο, δεν συνεπάγονται την ύπαρξη «δικαιώματος εναντίωσης», αλλά απλώς προβλέπουν τη συνέπεια ότι ο έλεγχος μπορεί να του επιβληθεί με τη βοήθεια των εθνικών αρχών (βάσει του εθνικού δικαίου). Όσον αφορά τις διαδικαστικές εγγυήσεις, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η OLAF πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα που προβλέπονται στο δίκαιο της Ένωσης, ιδίως στον Χάρτη.
Στόχος των τροποποιήσεων του άρθρου 8 παράγραφοι 2 και 3 και του άρθρου 12 παράγραφος 3 είναι να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της δράσης της OLAF, στις περιπτώσεις στις οποίες ο κανονισμός παραπέμπει στην εφαρμογή του εθνικού δικαίου.
Στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών
Το άρθρο 7 παράγραφος 3 τροποποιείται ώστε να αποσαφηνιστεί η υποχρέωση των κρατών μελών να συνδράμουν την OLAF μέσω της διαβίβασης στοιχείων τραπεζικών λογαριασμών. Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF, στα στοιχεία αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνονται οι πληροφορίες σχετικά με τους κατόχους τραπεζικών λογαριασμών που περιέχονται στα εθνικά κεντρικά μητρώα τραπεζικών λογαριασμών ή συστήματα ανάκτησης δεδομένων στα κράτη μέλη (5η οδηγία για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όπως συμφωνήθηκε από τους συννομοθέτες της Ένωσης τον Δεκέμβριο του 2017). Στις περιπτώσεις στις οποίες για τη διερεύνηση της μεθόδου που χρησιμοποιείται για τη διάπραξη της απάτης απαιτούνται τέτοιες πληροφορίες, θα πρέπει επίσης να διαβιβάζονται στοιχεία σχετικά με τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Η αρχή η οποία ήδη κατοχυρώνεται στον κανονισμό ότι η συνδρομή αυτή θα παρέχεται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο θα διατηρηθεί.
ΦΠΑ
Το άρθρο 3 παράγραφος 1 αποσαφηνίζεται ώστε να διασφαλιστεί ότι η OLAF μπορεί να διεξάγει επιτόπου ελέγχους και εξακριβώσεις σε όλους τους τομείς αρμοδιότητάς της. Επιπλέον, για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική συνεργασία με τα κράτη μέλη, η τροποποίηση του άρθρου 12 παράγραφος 5 παρέχει τη δυνατότητα στην OLAF να ανταλλάσσει πληροφορίες με το δίκτυο Eurofisc το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό αριθ. 904/2010.
Παραδεκτό των αποδεικτικών στοιχείων που συλλέγονται από την OLAF
Με την τροποποίηση του άρθρου 11 παράγραφος 2 διατηρείται η αρχή της ισοδυναμίας με τους κανόνες που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις που καταρτίζονται από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών. Θεσπίζεται η αρχή του παραδεκτού των εκθέσεων της OLAF —υπό τη μοναδική προϋπόθεση της επαλήθευσης της γνησιότητας— σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικού χαρακτήρα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες και στα κράτη μέλη. Τέλος, η διάταξη προβλέπει το παραδεκτό των εκθέσεων σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες σε επίπεδο Ένωσης. Με τον τρόπο αυτό θα βελτιωθεί η αποτελεσματική χρήση των αποτελεσμάτων των ερευνών της OLAF χωρίς, ωστόσο, να υπάρξει παρέμβαση στην αξιολόγηση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων.
Υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης
Στο άρθρο 12α διευκρινίζεται περαιτέρω ο ρόλος των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης στα κράτη μέλη προκειμένου να διασφαλιστεί ότι παρέχεται στην OLAF η συνδρομή που απαιτείται για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των ερευνών της. Η οργάνωση και οι εξουσίες τους εξακολουθούν να εμπίπτουν στην αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους. Οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης μπορούν να παρέχουν υποστήριξη στην OLAF στο πλαίσιο εξωτερικών και εσωτερικών ερευνών και σε δραστηριότητες συντονισμού, καθώς και να συνεργάζονται μεταξύ τους.
Δραστηριότητες συντονισμού
Στο άρθρο 12β θεσπίζεται νέα διάταξη στην οποία προσδιορίζονται οι δραστηριότητες συντονισμού που δύναται να ασκεί η OLAF.
III. Αποσαφήνιση και απλούστευση
Με την τροποποίηση του άρθρου 4 παράγραφος 2 προσαρμόζεται η διεξαγωγή των ψηφιακών εγκληματολογικών ερευνών στην τεχνολογική πρόοδο.
Οι τροποποιήσεις στο άρθρο 3 παράγραφος 9, στο άρθρο 11 παράγραφος 3 και στο άρθρο 12 παράγραφος 1 αυξάνουν τη συνοχή των κανόνων που αφορούν τις εσωτερικές και εξωτερικές έρευνες.
Με την τροποποίηση του άρθρου 7 παράγραφος 6 διευκρινίζεται ότι τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν να ζητούν τη γνώμη της OLAF ανά πάσα στιγμή προκειμένου να αποφασίζουν σχετικά με τη λήψη προληπτικών μέτρων.
2018/0170 (COD)
Πρόταση
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) όσον αφορά τη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την αποτελεσματικότητα των ερευνών της OLAF
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 325, σε συνδυασμό με τη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως το άρθρο 106α,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1)Με την έκδοση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (EE) 2017/1939 του Συμβουλίου, η Ένωση ενίσχυσε σημαντικά τα μέσα που διαθέτει για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω του ποινικού δικαίου. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έχει την εξουσία να διεξάγει ποινικές έρευνες και να απαγγέλλει κατηγορίες σχετικά με ποινικά αδικήματα που θίγουν τον προϋπολογισμό της Ένωσης, όπως ορίζεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371, στα συμμετέχοντα κράτη μέλη.
(2)Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (η «Υπηρεσία») διεξάγει διοικητικές έρευνες σχετικά με διοικητικές παρατυπίες και αξιόποινες συμπεριφορές. Κατά την ολοκλήρωση των ερευνών της, μπορεί να διατυπώνει συστάσεις δικαστικού χαρακτήρα προς τις εθνικές εισαγγελικές αρχές, με σκοπό τη διευκόλυνση της απαγγελίας κατηγοριών και της άσκησης διώξεων στα κράτη μέλη. Στο μέλλον, στα κράτη μέλη που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα γνωστοποιεί υπόνοιες περί ποινικών αδικημάτων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα συνεργάζεται με αυτήν στο πλαίσιο των ερευνών της.
(3)Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (EE, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θα πρέπει να τροποποιηθεί σε συνέχεια της έκδοσης του κανονισμού (EE) 2017/1939. Οι διατάξεις που διέπουν τη σχέση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Υπηρεσίας στον κανονισμό (EE) 2017/1939 θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται και να συμπληρώνονται από τους κανόνες του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 προκειμένου να διασφαλίζεται το υψηλότερο επίπεδο προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω συνεργειών μεταξύ των δύο οργάνων.
(4)Δεδομένου του κοινού τους στόχου που συνίσταται στη διαφύλαξη της ακεραιότητας του προϋπολογισμού της Ένωσης, η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να συνάψουν και να διατηρήσουν στενή σχέση που θα βασίζεται στην ειλικρινή συνεργασία και θα αποσκοπεί στη διασφάλιση της συμπληρωματικότητας των αντίστοιχων εντολών τους και του συντονισμού της δράσης τους, ειδικότερα όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της ενισχυμένη συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Εντέλει, η σχέση θα πρέπει να συμβάλει στο να διασφαλίζεται ότι χρησιμοποιούνται όλα τα μέσα για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και ότι αποφεύγονται περιττές αλληλεπικαλύψεις προσπαθειών.
(5)Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία, καθώς και τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης και οι αρμόδιες εθνικές αρχές, οφείλουν να γνωστοποιούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της. Δεδομένου ότι η εντολή της Υπηρεσίας είναι η διεξαγωγή διοικητικών ερευνών σε περιπτώσεις απάτης, διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, η Υπηρεσία βρίσκεται στην πλέον κατάλληλη θέση να ενεργεί ως φυσικός εταίρος και προνομιούχος πηγή πληροφοριών για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
(6)Στοιχεία που υποδεικνύουν πιθανή αξιόποινη συμπεριφορά η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί, στην πράξη, να υπάρχουν σε αρχικούς ισχυρισμούς που λαμβάνει η Υπηρεσία ή μπορεί να προκύπτουν μόνο κατά τη διάρκεια διοικητικής έρευνας που έχει κινήσει η Υπηρεσία λόγω υποψίας ύπαρξης διοικητικής παρατυπίας. Για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση υποβολής γνωστοποιήσεων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η Υπηρεσία θα πρέπει, ως εκ τούτου, κατά περίπτωση, να γνωστοποιεί περιπτώσεις αξιόποινης συμπεριφοράς σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή κατά τη διάρκεια έρευνας.
(7)Στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 προσδιορίζονται τα ελάχιστα στοιχεία που θα πρέπει, κατά κανόνα, να περιλαμβάνουν οι γνωστοποιήσεις. Η Υπηρεσία μπορεί να χρειαστεί να διενεργήσει προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών για να εξακριβώσει το αληθές των στοιχείων αυτών και να συγκεντρώσει τις απαραίτητες πληροφορίες. Η Υπηρεσία θα πρέπει να διενεργεί την εν λόγω αξιολόγηση ταχύτατα και με χρήση μέσων τα οποία δεν θέτουν σε κίνδυνο ενδεχόμενη μελλοντική ποινική έρευνα. Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η Υπηρεσία θα πρέπει να υποβάλει γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην περίπτωση που εντοπίσει υποψία αδικήματος το οποίο εμπίπτει στην αρμοδιότητα της τελευταίας.
(8)Λαμβανομένης υπόψη της εμπειρογνωσίας της Υπηρεσίας, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης θα πρέπει να έχουν την επιλογή να χρησιμοποιούν την Υπηρεσία για τη διεξαγωγή της προκαταρκτικής αυτής αξιολόγησης ισχυρισμών που υποβάλλονται σε αυτά.
(9)Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία θα πρέπει καταρχήν να μην κινεί διοικητική έρευνα εκ παραλλήλου με έρευνα που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης ενδέχεται να απαιτηθεί η Υπηρεσία να διεξαγάγει συμπληρωματική διοικητική έρευνα πριν από την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας που έχει κινήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με σκοπό να διαπιστωθεί αν είναι αναγκαία η λήψη προληπτικών μέτρων ή η εκτέλεση δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών. Οι συμπληρωματικές αυτές έρευνες μπορεί να είναι ενδεδειγμένες, μεταξύ άλλων, όταν είναι αναγκαία η ανάκτηση οφειλόμενων ποσών στον προϋπολογισμό της Ένωσης λόγω ειδικών κανόνων παραγραφής, όταν τα ποσά που διακυβεύονται είναι πολύ υψηλά ή όταν υπάρχει ανάγκη να αποφευχθούν περαιτέρω δαπάνες σε καταστάσεις κινδύνου μέσω διοικητικών μέτρων.
(10)Στον κανονισμό (EE) 2017/1939 προβλέπεται ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητήσει από την Υπηρεσία τη διεξαγωγή τέτοιου είδους συμπληρωματικών ερευνών. Σε περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν ζητήσει κάτι τέτοιο, θα πρέπει και πάλι να είναι δυνατή η διενέργεια συμπληρωματικής έρευνας με πρωτοβουλία της Υπηρεσίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να προβάλει αντίρρηση στην κίνηση ή τη συνέχιση έρευνας από την Υπηρεσία, ή στην εκτέλεση συγκεκριμένων ερευνητικών ενεργειών από αυτήν. Οι λόγοι για την προβολή αντίρρησης θα πρέπει να βασίζονται στην ανάγκη προστασίας της αποτελεσματικότητας της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και θα πρέπει να είναι αναλογικοί προς τον σκοπό αυτό. Η Υπηρεσία δεν θα πρέπει να προβαίνει σε ενέργεια για την οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει προβάλει αντίρρηση. Εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβάλει αντίρρηση, η έρευνα της Υπηρεσίας θα πρέπει να διεξαχθεί σε στενή διαβούλευση με την Εισαγγελία.
(11)Η Υπηρεσία θα πρέπει να στηρίζει ενεργά την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στις έρευνές της. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να ζητεί από την Υπηρεσία να υποστηρίξει ή να συμπληρώσει τις ποινικές έρευνές της μέσω της άσκησης των εξουσιών της δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Στις περιπτώσεις αυτές, η Υπηρεσία θα πρέπει να εκτελεί τις ενέργειες αυτές εντός των ορίων των εξουσιών της και εντός του πλαισίου που προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό.
(12)Για τη διασφάλιση του αποτελεσματικού συντονισμού μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα πρέπει να πραγματοποιείται μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών σε συνεχή βάση. Η ανταλλαγή πληροφοριών στα στάδια που προηγούνται της κίνησης των ερευνών από την Υπηρεσία και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τη διασφάλιση του κατάλληλου συντονισμού μεταξύ των αντίστοιχων ενεργειών και για την αποφυγή των αλληλεπικαλύψεων. Η Υπηρεσία και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα πρέπει να προσδιορίσουν τους τρόπους και τους όρους της εν λόγω ανταλλαγής πληροφοριών στους οικείους διακανονισμούς εργασίας.
(13)Στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την αξιολόγηση της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, η οποία εκδόθηκε στις 2 Οκτωβρίου 2017, διατυπώθηκε το συμπέρασμα ότι οι αλλαγές του 2013 στο νομικό πλαίσιο επέφεραν σαφείς βελτιώσεις όσον αφορά τη διεξαγωγή των ερευνών, τη συνεργασία με τους εταίρους και τα δικαιώματα των ενδιαφερομένων. Ταυτόχρονα, η αξιολόγηση επισήμανε ορισμένες ελλείψεις που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα των ερευνών.
(14)Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν τα πλέον αδιαμφισβήτητα πορίσματα της αξιολόγησης της Επιτροπής μέσω της τροποποίησης του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013. Πρόκειται για ουσιώδεις αλλαγές οι οποίες είναι αναγκαίες βραχυπρόθεσμα ώστε να ενισχυθεί το πλαίσιο των ερευνών της Υπηρεσίας, προκειμένου να διατηρηθεί μια ισχυρή Υπηρεσία σε πλήρη λειτουργία που να συμπληρώνει με διοικητικές έρευνες την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με βάση το ποινικό δίκαιο, αλλά οι οποίες δεν συνεπάγονται αλλαγή στην εντολή ή στις εξουσίες της Υπηρεσίας. Αφορούν κυρίως τομείς στους οποίους, επί του παρόντος, η έλλειψη σαφήνειας του κανονισμού παρεμποδίζει την αποτελεσματική διεξαγωγή των ερευνών της Υπηρεσίας, όπως η διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων, η δυνατότητα πρόσβασης σε στοιχεία τραπεζικών λογαριασμών ή το παραδεκτό των εκθέσεων που καταρτίζει η Υπηρεσία σχετικά με υποθέσεις ως αποδεικτικών στοιχείων.
(15)Οι αλλαγές αυτές δεν θίγουν τις διαδικαστικές εγγυήσεις που είναι εφαρμοστέες στο πλαίσιο των ερευνών. Η Υπηρεσία οφείλει να εφαρμόζει τις διαδικαστικές εγγυήσεις του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013, του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 του Συμβουλίου και εκείνες που περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Σύμφωνα με το πλαίσιο αυτό, η Υπηρεσία οφείλει να διεξάγει τις έρευνές της κατά τρόπο αντικειμενικό και αμερόληπτο και με εμπιστευτικότητα, να αναζητά αποδείξεις για τη διαπίστωση της ενοχής ή της αθωότητας του ενδιαφερομένου και να αναλαμβάνει ερευνητική δράση βάσει γραπτής εξουσιοδότησης και κατόπιν ελέγχου νομιμότητας. Η Υπηρεσία πρέπει να διασφαλίζει τον σεβασμό των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων στο πλαίσιο των ερευνών της, συμπεριλαμβανομένου του τεκμηρίου της αθωότητας και του δικαιώματος αποφυγής της αυτοενοχοποίησης. Όταν εξετάζονται, οι ενδιαφερόμενοι έχουν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να επικουρούνται από πρόσωπο της επιλογής τους, να εγκρίνουν τα πρακτικά της εξέτασης και να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης επιθυμούν. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν επίσης το δικαίωμα να διατυπώνουν παρατηρήσεις σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης προτού συναχθούν συμπεράσματα.
(16)Η Υπηρεσία διεξάγει επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις που της επιτρέπουν να έχει πρόσβαση σε εγκαταστάσεις και έγγραφα οικονομικών φορέων στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγει σε περιπτώσεις υπόνοιας απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Οι έλεγχοι και οι εξακριβώσεις αυτές διεξάγονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, ο οποίος, σε ορισμένες περιπτώσεις εξαρτά την εφαρμογή των εν λόγω εξουσιών από όρους του εθνικού δικαίου. Από την αξιολόγηση της Επιτροπής διαπιστώθηκε ότι ο βαθμός στον οποίο θα πρέπει να εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο δεν διευκρινίζεται σε κάθε περίπτωση, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η αποτελεσματικότητα των ερευνητικών δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας.
(17)Είναι, επομένως, σκόπιμο να διευκρινιστούν οι περιπτώσεις στις οποίες θα πρέπει να εφαρμόζεται το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία, χωρίς ωστόσο να μεταβληθούν οι εξουσίες που έχει στη διάθεσή της η Υπηρεσία και χωρίς να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο κανονισμός σε σχέση με τα κράτη μέλη. Η διευκρίνιση αυτή αντικατοπτρίζει την πρόσφατη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-48/16, Sigma Orionis SA κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
(18)Η διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων από την Υπηρεσία, σε περιπτώσεις στις οποίες ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας αποδέχεται τον έλεγχο, θα πρέπει να διέπονται αποκλειστικά από το ενωσιακό δίκαιο. Με τον τρόπο αυτό θα παρασχεθεί στην Υπηρεσία η δυνατότητα να ασκεί τις εξουσίες διεξαγωγής ερευνών με αποτελεσματικό και συνεκτικό τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να συμβάλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης σε ολόκληρη την ΕΕ, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 325 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(19)Σε περιπτώσεις στις οποίες η Υπηρεσία χρειάζεται να βασιστεί στη συνδρομή των εθνικών αρμόδιων αρχών, και ειδικότερα σε υποθέσεις όπου οικονομικός φορέας αντιτίθεται στη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου και εξακρίβωσης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η δράση της Υπηρεσίας είναι αποτελεσματική και θα πρέπει να παρέχουν την αναγκαία συνδρομή σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες του εθνικού διαδικαστικού δικαίου.
(20)Θα πρέπει να θεσπιστεί στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 η υποχρέωση των οικονομικών φορέων να συνεργάζονται με την Υπηρεσία. Αυτό συνάδει με την υποχρέωση που υπέχουν δυνάμει του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96 να χορηγούν πρόσβαση για τη διεξαγωγή επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων σε εσωτερικούς χώρους, γήπεδα, μεταφορικά μέσα και άλλους χώρους, επαγγελματικής χρήσεως, και με την υποχρέωση που προβλέπεται στο άρθρο 129 του δημοσιονομικού κανονισμού σύμφωνα με την οποία κάθε πρόσωπο ή οντότητα που λαμβάνει κονδύλια της Ένωσης συνεργάζεται πλήρως για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία.
(21)Στο πλαίσιο αυτής της υποχρέωσης συνεργασίας, η Υπηρεσία θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί από οικονομικούς φορείς που ενδέχεται να εμπλέκονται στην υπό έρευνα υπόθεση, ή οι οποίοι ενδέχεται να κατέχουν σχετικές πληροφορίες, να παράσχουν τις σχετικές αυτές πληροφορίες. Κατά τη συμμόρφωση με τα αιτήματα αυτά, οι οικονομικοί φορείς δεν υποχρεούνται να παραδεχθούν ότι έχουν διαπράξει παράνομη δραστηριότητα, αλλά υποχρεούνται να απαντήσουν σε ερωτήσεις σχετικά με πραγματικά περιστατικά και να παράσχουν έγγραφα, ακόμη και αν οι πληροφορίες αυτές ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για να στοιχειοθετηθεί εναντίον τους ή εναντίον άλλου φορέα η ύπαρξη παράνομης δραστηριότητας.
(22)Κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται ο έλεγχος, καθώς και το δικαίωμα να επικουρούνται από πρόσωπο της επιλογής τους, συμπεριλαμβανομένου εξωτερικού νομικού συμβούλου. Η παρουσία νομικού συμβούλου δεν θα πρέπει, ωστόσο, να αποτελεί νομική προϋπόθεση για την εγκυρότητα των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, ειδικότερα όσον αφορά τον κίνδυνο εξαφάνισης των αποδεικτικών στοιχείων, η Υπηρεσία θα πρέπει να μπορεί να έχει πρόσβαση σε εσωτερικούς χώρους, γήπεδα, μεταφορικά μέσα και άλλους χώρους, επαγγελματικής χρήσεως χωρίς να πρέπει να περιμένει μέχρι ο οικονομικός φορέας να συμβουλευτεί τον νομικό του σύμβουλο. Θα πρέπει μόνο να αποδέχεται σύντομη εύλογη καθυστέρηση εν αναμονή της διαβούλευσης με τον νομικό σύμβουλο πριν από την έναρξη της διεξαγωγής του ελέγχου. Οποιαδήποτε τέτοια καθυστέρηση πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο.
(23)Για να διασφαλίζεται η διαφάνεια κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, η Υπηρεσία θα πρέπει να παρέχει στους οικονομικούς φορείς κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας και τις συνέπειες της άρνησης συνεργασίας, καθώς και σχετικά με τη διαδικασία που εφαρμόζεται στον έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων διαδικαστικών εγγυήσεων.
(24)Στις εσωτερικές έρευνες και, όπου απαιτείται, σε εξωτερικές έρευνες η Υπηρεσία διαθέτει πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία την οποία κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί. Είναι αναγκαίο, όπως προτείνεται και στην αξιολόγηση της Επιτροπής, να διευκρινιστεί ότι η πρόσβαση αυτή θα πρέπει να είναι εφικτή ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο είναι αποθηκευμένες οι πληροφορίες ή τα δεδομένα αυτά, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εξελισσόμενη πρόοδος της τεχνολογίας.
(25)Για να εξασφαλιστεί ένα συνεκτικότερο πλαίσιο για τις έρευνες της Υπηρεσίας, θα πρέπει να εναρμονιστούν περαιτέρω οι κανόνες που εφαρμόζονται στις εσωτερικές και εξωτερικές έρευνες, ώστε να αντιμετωπιστούν ορισμένες ασυνέπειες που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση της Επιτροπής, στις περιπτώσεις όπου οι αποκλίνοντες κανόνες δεν δικαιολογούνται. Επομένως, θα πρέπει, για παράδειγμα, να προβλέπεται ότι οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται μετά από εξωτερική έρευνα μπορεί να αποσταλούν στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό για να λάβει κατάλληλα μέτρα, όπως στην περίπτωση των εσωτερικών ερευνών. Όπου είναι δυνατόν, σύμφωνα με την εντολή της, η Υπηρεσία θα πρέπει να υποστηρίζει το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό για το θέμα αυτό στο πλαίσιο της συνέχειας που θα δοθεί στις συστάσεις της. Για να διασφαλιστεί περαιτέρω η συνεργασία μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, η Υπηρεσία πρέπει να ενημερώσει, όπου απαιτείται, το θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό, εφόσον αποφασίσει να μην κινήσει εξωτερική έρευνα, για παράδειγμα όταν ένα θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ήταν η πηγή των αρχικών πληροφοριών.
(26)Η Υπηρεσία θα πρέπει να έχει στη διάθεσή της τα απαραίτητα μέσα για να παρακολουθεί την πορεία του χρήματος προκειμένου να αποκαλύπτει τις συνήθεις μεθόδους που χρησιμοποιούνται σε διάφορους τύπους δόλιας συμπεριφοράς. Επί του παρόντος, μπορεί να λαμβάνει τραπεζικά στοιχεία που είναι συναφή για την ερευνητική της δραστηριότητα και τα οποία τηρούνται σε πιστωτικά ιδρύματα σε διάφορα κράτη μέλη, μέσω της συνεργασίας με τις εθνικές αρχές και της συνδρομής που της χορηγούν αυτές. Για να διασφαλιστεί μια αποτελεσματική προσέγγιση σε ολόκληρη την Ένωση, στον κανονισμό θα πρέπει να καθοριστεί η υποχρέωση των εθνικών αρχών να παρέχουν στην Υπηρεσία πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς και λογαριασμούς πληρωμών, στο πλαίσιο της γενικής υποχρέωσης που υπέχουν να συνδράμουν την Υπηρεσία. Η συνεργασία αυτή θα πρέπει, κατά κανόνα, να πραγματοποιείται μέσω των Μονάδων Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών στα κράτη μέλη. Κατά την παροχή της συνδρομής αυτής στην Υπηρεσία, οι εθνικές αρχές θα πρέπει να ενεργούν σε συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις διαδικαστικού δικαίου που προβλέπονται στην εθνική νομοθεσία του εκάστοτε κράτους μέλους.
(27)Η έγκαιρη διαβίβαση πληροφοριών από την Υπηρεσία για τον σκοπό της λήψης προληπτικών μέτρων αποτελεί απαραίτητο εργαλείο για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Για να διασφαλιστεί η στενή συνεργασία στον τομέα αυτόν μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, είναι σκόπιμο τα όργανα και οι οργανισμοί αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να διαβουλεύονται ανά πάσα στιγμή με την Υπηρεσία προκειμένου να αποφασίζουν για τη λήψη τυχόν ενδεδειγμένων προληπτικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για τη διασφάλιση των αποδεικτικών στοιχείων.
(28)Οι εκθέσεις που καταρτίζει η Υπηρεσία αποτελούν, επί του παρόντος, αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά σε διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τους ίδιους όρους που είναι παραδεκτές οι διοικητικές εκθέσεις που συντάσσονται από τους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές. Από την αξιολόγηση της Επιτροπής διαπιστώθηκε ότι σε ορισμένα κράτη μέλη αυτός ο κανόνας δεν διασφαλίζει επαρκώς την αποτελεσματικότητα των δραστηριοτήτων της Υπηρεσίας. Για να αυξηθεί η αποτελεσματικότητα και η συνεπής χρήση των εκθέσεων της Υπηρεσίας, θα πρέπει στον κανονισμό να προβλεφθεί το παραδεκτό των εκθέσεων αυτών σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικού χαρακτήρα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες στα κράτη μέλη. Ο κανόνας που προβλέπει την ισοδυναμία με τις εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών θα πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται στην περίπτωση εθνικών δικαστικών διαδικασιών ποινικού χαρακτήρα. Ο κανονισμός θα πρέπει να προβλέπει επίσης το παραδεκτό των εκθέσεων που συνέταξε η Υπηρεσία σε διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες σε επίπεδο Ένωσης.
(29)Η εντολή της Υπηρεσίας περιλαμβάνει την προστασία των εσόδων του προϋπολογισμού της Ένωσης που προκύπτουν από ιδίους πόρους ΦΠΑ. Στον τομέα αυτόν, η Υπηρεσία θα πρέπει να είναι σε θέση να στηρίζει και να συμπληρώνει τις δραστηριότητες των κρατών μελών μέσω ερευνών που διεξάγονται σύμφωνα με την εντολή της, μέσω του συντονισμού των εθνικών αρμόδιων αρχών σε σύνθετες, διακρατικές υποθέσεις, και μέσω της παροχής στήριξης και συνδρομής προς τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Για τον σκοπό αυτό, η Υπηρεσία θα πρέπει να μπορεί να ανταλλάσσει πληροφορίες μέσω του δικτύου Eurofisc, το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου με σκοπό την προώθηση και τη διευκόλυνση της συνεργασίας για την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ.
(30)Οι υπηρεσίες των κρατών μελών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 για τη διευκόλυνση της αποτελεσματικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών επιχειρησιακής φύσεως, μεταξύ της Υπηρεσίας και των κρατών μελών. Από την αξιολόγηση συνάχθηκε το συμπέρασμα ότι έχουν συμβάλει θετικά στο έργο της Υπηρεσίας. Στην αξιολόγηση εντοπίστηκε επίσης η ανάγκη περαιτέρω αποσαφήνισης του ρόλου τους ώστε να διασφαλιστεί ότι η Υπηρεσία λαμβάνει τη συνδρομή που απαιτείται για να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα των ερευνών της, ενώ η οργάνωση και οι εξουσίες των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης αποτελούν αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους. Εν προκειμένω, οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν, να εξασφαλίζουν ή να συντονίζουν την απαιτούμενη συνδρομή προς την Υπηρεσία ώστε αυτή να εκτελεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά, πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας εξωτερικής ή εσωτερικής έρευνας.
(31)Η υποχρέωση της Υπηρεσίας να παρέχει στα κράτη μέλη συνδρομή ώστε να συντονίζουν τη δράση τους για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της εντολής της όσον αφορά τη στήριξη της διασυνοριακής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Θα πρέπει να θεσπιστούν λεπτομερέστεροι κανόνες προκειμένου να διευκολυνθούν οι δραστηριότητες συντονισμού της Υπηρεσίας και η συνεργασία της στο πλαίσιο αυτό με τις αρχές των κρατών μελών, με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς. Οι κανόνες αυτοί δεν θα πρέπει να θίγουν την άσκηση από την Υπηρεσία των εξουσιών που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή σε ειδικές διατάξεις οι οποίες διέπουν την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών αυτών και της Επιτροπής, και ειδικότερα στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 515/97 του Συμβουλίου.
(32)Επιπλέον, θα πρέπει η Υπηρεσία να μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης στο πλαίσιο δραστηριοτήτων συντονισμού, καθώς και οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης να μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους, προκειμένου να ενισχυθούν περαιτέρω οι μηχανισμοί που διατίθενται για τη συνεργασία στο πλαίσιο της καταπολέμησης της απάτης.
(33)Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ο οποίος συνίσταται στην ενίσχυση της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης μέσω της προσαρμογής της λειτουργίας της Υπηρεσίας λόγω της σύστασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και μέσω της ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, αλλά μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης μέσω της θέσπισης κανόνων που διέπουν τη σχέση μεταξύ των δύο οργάνων της Ένωσης και αυξάνουν την αποτελεσματικότητα των ερευνών που διεξάγει η Υπηρεσία σε ολόκληρη την Ένωση, η Ένωση δύναται να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας που διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
(34)Ο παρών κανονισμός δεν τροποποιεί τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες των κρατών μελών όσον αφορά τη λήψη μέτρων για την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
(35)Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο οποίος υπέβαλε γνωμοδότηση στις ....
(36)O κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί αναλόγως,
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 883/2013 τροποποιείται ως εξής:
(1)στο άρθρο 1 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος 4α:
«4α. Η Υπηρεσία συνάπτει και διατηρεί στενή σχέση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η οποία συστήνεται στο πλαίσιο της ενισχυμένης συνεργασίας με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου. Η σχέση αυτή βασίζεται στην αμοιβαία συνεργασία και στην ανταλλαγή πληροφοριών. Έχει ιδίως ως σκοπό να διασφαλίσει ότι γίνεται χρήση όλων των διαθέσιμων μέσων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μέσω της συμπληρωματικότητας των αντίστοιχων εντολών τους και της στήριξης της Υπηρεσίας προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η συνεργασία μεταξύ της Υπηρεσίας και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας διέπεται από τα άρθρα 12γ έως 12στ.»·
(2)στο άρθρο 2, το σημείο 4) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4) ως "διοικητικές έρευνες" ("έρευνες") νοούνται όλοι οι έλεγχοι, εξακριβώσεις ή άλλα μέτρα που λαμβάνονται από την Υπηρεσία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 4, για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 1 και τη διαπίστωση, εφόσον απαιτείται, του παράτυπου χαρακτήρα των υπό έρευνα δραστηριοτήτων· οι έρευνες αυτές δεν θίγουν τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών όσον αφορά την έναρξη της ποινικής διαδικασίας·»·
(3)το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 3
Εξωτερικές έρευνες
1.Εντός του πεδίου εφαρμογής που ορίζεται στο άρθρο 1 και στο άρθρο 2 σημεία 1 και 3, η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.
2.Οι επιτόπιοι έλεγχοι και εξακριβώσεις διενεργούνται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και, στον βαθμό που μια υπόθεση δεν καλύπτεται από τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96.
3.Οι οικονομικοί φορείς συνεργάζονται με την Υπηρεσία κατά τη διάρκεια των ερευνών της. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις, και γραπτή ενημέρωση από οικονομικούς φορείς.
4.Η Υπηρεσία διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις με την επίδειξη γραπτής εξουσιοδότησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 6 παράγραφος 1 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/1996. Ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο οικονομικό φορέα για τη διαδικασία που εφαρμόζεται κατά τον έλεγχο, συμπεριλαμβανομένων των εφαρμοστέων διαδικαστικών εγγυήσεων, και για την υποχρέωση του ενδιαφερόμενου οικονομικού φορέα να συνεργαστεί.
5.Κατά την άσκηση των εξουσιών αυτών, η Υπηρεσία συμμορφώνεται με τις διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96. Κατά τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου και εξακρίβωσης, ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας έχει το δικαίωμα να μην προβαίνει σε κατάθεση που τον αυτοενοχοποιεί και να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του. Όταν ο οικονομικός φορέας προβαίνει σε κατάθεση κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων, του παρέχεται η δυνατότητα να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Το δικαίωμα του οικονομικού φορέα να επικουρείται από πρόσωπο της επιλογής του δεν εμποδίζει την πρόσβαση της Υπηρεσίας στις εγκαταστάσεις του οικονομικού φορέα και δεν καθυστερεί αδικαιολόγητα την έναρξη του ελέγχου.
6.Μετά από αίτημα της Υπηρεσίας, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους παρέχει στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας την απαιτούμενη συνδρομή για την αποτελεσματική εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως εξειδικεύονται στη γραπτή εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παράγραφος 2.
Το οικείο κράτος μέλος μεριμνά ώστε, σύμφωνα με τον κανονισμό (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2185/96, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας να έχουν πρόσβαση σε κάθε πληροφορία και έγγραφο που σχετίζεται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας και που αποδεικνύεται αναγκαίο για την ορθή και αποτελεσματική διεξαγωγή των επιτόπιων ελέγχων και εξακριβώσεων, και ώστε να μπορούν να αναλάβουν τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους.
7.Όταν ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας αποδέχεται να υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο και εξακρίβωση που έχει εγκριθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 2 παράγραφος 4 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) αριθ. 2988/95, το άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο και το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚ) 2185/96 δεν εφαρμόζονται, στον βαθμό που οι διατάξεις αυτές απαιτούν τη συμμόρφωση με το εθνικό δίκαιο και ενδέχεται να περιορίζουν την πρόσβαση της Υπηρεσίας σε πληροφορίες και έγγραφα σύμφωνα με τους όρους που εφαρμόζονται στους εθνικούς διοικητικούς ελεγκτές.
Στην περίπτωση που οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας διαπιστώσουν ότι οικονομικός φορέας αντιτίθεται σε επιτόπιο έλεγχο ή εξακρίβωση που έχει εγκριθεί δυνάμει του παρόντος κανονισμού, το οικείο κράτος μέλος παρέχει την αναγκαία συνδρομή των αρχών επιβολής του νόμου ώστε να μπορέσει η Υπηρεσία να διεξαγάγει τον επιτόπιο έλεγχο ή εξακρίβωση αποτελεσματικά και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Κατά την παροχή συνδρομής σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο ή με την παράγραφο 6, οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενεργούν σύμφωνα με τους εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες που είναι εφαρμοστέοι στην οικεία αρμόδια εθνική αρχή. Εάν για την εν λόγω συνδρομή απαιτείται έγκριση δικαστικής αρχής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, υποβάλλεται σχετική αίτηση.
8.Στο πλαίσιο των ερευνητικών της καθηκόντων, η Υπηρεσία διενεργεί τους ελέγχους και τις εξακριβώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95 και στους τομεακούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού στα κράτη μέλη και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, σε τρίτες χώρες και σε εγκαταστάσεις διεθνών οργανισμών.
9.Κατά τη διάρκεια εξωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία δύναται να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες και τα δεδομένα που έχουν στην κατοχή τους τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και που συνδέονται με την υπόθεση η οποία αποτελεί αντικείμενο της έρευνας, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση απάτης, διαφθοράς ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης. Προς τούτο εφαρμόζεται το άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 4.
10.Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη εξωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται απάτη, διαφθορά ή άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους και, εφόσον απαιτείται, τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.
Με την επιφύλαξη των τομεακών κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2988/95, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών μεριμνούν για τη λήψη των κατάλληλων μέτρων, στα οποία μπορεί να συμμετέχει η Υπηρεσία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Κατόπιν σχετικής αίτησης, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών ενημερώνουν την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και τις διαπιστώσεις τους βάσει των αναφερόμενων στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου πληροφοριών.»·
(4)το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Κατά τη διάρκεια εσωτερικών ερευνών:
α)η Υπηρεσία δικαιούται άμεσης πρόσβασης, χωρίς προειδοποίηση, σε κάθε σχετική πληροφορία και κάθε σχετικό δεδομένο που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί, ανεξαρτήτως του μέσου στο οποίο αυτά είναι αποθηκευμένα, καθώς και στις εγκαταστάσεις αυτών. Η Υπηρεσία έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα λογιστικά των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών. Η Υπηρεσία μπορεί να λαμβάνει αντίγραφα και αποσπάσματα κάθε εγγράφου ή του περιεχομένου κάθε μέσου αποθήκευσης πληροφοριών που κατέχουν τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν χρειάζεται, να αναλαμβάνει τη διαφύλαξη αυτών των εγγράφων ή πληροφοριών, προκειμένου να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος εξαφάνισής τους·
β)η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει προφορική ενημέρωση, μεταξύ άλλων με συνεντεύξεις, και γραπτή ενημέρωση από υπαλλήλους, μέλη του λοιπού προσωπικού, μέλη θεσμικών ή λοιπών οργάνων, διευθυντικά στελέχη λοιπών οργάνων ή οργανισμών ή μέλη του προσωπικού.»·
β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Σύμφωνα με το άρθρο 3, η Υπηρεσία μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και εξακριβώσεις στις εγκαταστάσεις οικονομικών φορέων, ώστε να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικές με την υπόθεση που αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής έρευνας.»·
γ)στην παράγραφο 8, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 12γ παράγραφος 1, όταν, προτού αποφασιστεί η έναρξη εσωτερικής έρευνας, η Υπηρεσία χειρίζεται πληροφορίες από τις οποίες εικάζεται απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, μπορεί να ενημερώνει το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Κατόπιν σχετικής αίτησης, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός ενημερώνει την Υπηρεσία για τα ληφθέντα μέτρα και για τις διαπιστώσεις του βάσει των πληροφοριών αυτών.»·
(5)το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, η πρώτη περίοδος αντικαθίσταται ως εξής:
«Με την επιφύλαξη του άρθρου 12δ, ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει την έναρξη έρευνας όταν υπάρχουν επαρκείς υπόνοιες, οι οποίες μπορούν επίσης να βασίζονται σε πληροφορίες παρεχόμενες από τρίτους ή ανωνύμως, ότι έχει διαπραχθεί απάτη, διαφθορά ή κάθε άλλη παράνομη δραστηριότητα εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.»·
β)στην παράγραφο 3, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:
«Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε έρευνες που διεξάγονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.»·
γ)η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6. Εάν ο γενικός διευθυντής αποφασίσει να μην κινήσει εξωτερική έρευνα, μπορεί να διαβιβάσει αμέσως τυχόν σχετικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, ώστε να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο. Εφόσον απαιτείται, η Υπηρεσία ενημερώνει επίσης το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.»·
(6)το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν στους υπαλλήλους της Υπηρεσίας τη συνδρομή που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.»·
β)στην παράγραφο 3, παρεμβάλλεται το ακόλουθο δεύτερο εδάφιο:
«Κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας σχετικά με την υπό έρευνα υπόθεση, οι Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών που έχουν συσταθεί δυνάμει της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και άλλες σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρέχουν στην Υπηρεσία τα ακόλουθα:
α)πληροφορίες που αναφέρονται στο (άρθρο 32α παράγραφος 3) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849·
β)όταν είναι απολύτως αναγκαίο για τους σκοπούς της έρευνας, το αρχείο συναλλαγών.»·
γ)στην παράγραφο 3, προστίθεται το ακόλουθο τρίτο εδάφιο:
«Κατά την παροχή συνδρομής σύμφωνα με τα ανωτέρω εδάφια, οι αρμόδιες εθνικές αρχές ενεργούν σύμφωνα με τυχόν εθνικούς διαδικαστικούς κανόνες που είναι εφαρμοστέοι στην οικεία εθνική αρμόδια αρχή.»·
δ)στην παράγραφο 6, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Επιπλέον του πρώτου εδαφίου, το ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός μπορεί ανά πάσα στιγμή να προβεί σε διαβουλεύσεις με την Υπηρεσία με σκοπό να λάβει, σε στενή συνεργασία με την Υπηρεσία, οιοδήποτε ενδεδειγμένο προληπτικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διασφάλιση αποδεικτικών στοιχείων, και ενημερώνει αμελλητί την Υπηρεσία σχετικά με αυτήν την απόφαση.»·
ε)η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«8. Εάν μια έρευνα δεν μπορεί να ολοκληρωθεί μετά την παρέλευση δωδεκαμήνου από την έναρξή της, ο γενικός διευθυντής υποβάλλει, κατά τη λήξη της δωδεκάμηνης προθεσμίας και στη συνέχεια ανά εξάμηνο, έκθεση στην επιτροπή εποπτείας, αναφέροντας τους σχετικούς λόγους και, κατά περίπτωση, τα μελετώμενα διορθωτικά μέτρα για την επίσπευση της έρευνας.»·
(7)το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:
«Όταν τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμοί προβαίνουν σε γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, μπορούν αντί των ανωτέρω να διαβιβάσουν στην Υπηρεσία αντίγραφο της γνωστοποίησης που απέστειλαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.»·
β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν στην Υπηρεσία, κατόπιν αίτησής της ή με δική τους πρωτοβουλία, κάθε έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν σχετικά με διεξαγόμενη έρευνα της Υπηρεσίας.
Πριν από την έναρξη έρευνας, διαβιβάζουν, κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας, κάθε έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν και που είναι απαραίτητο για την αξιολόγηση των ισχυρισμών ή για την εφαρμογή των κριτηρίων για την κίνηση έρευνας όπως παρατίθενται στο άρθρο 5 παράγραφος 1.»·
γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί και, εάν δεν το απαγορεύει το εθνικό δίκαιο, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν στην Υπηρεσία κάθε άλλο κρινόμενο ως σχετικό με την υπόθεση έγγραφο ή πληροφορία που κατέχουν και που αφορά την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.»·
δ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 4:
«4. Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα ως προς τα οποία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με τα άρθρα 22 και 25 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.
Η διάταξη αυτή δεν θίγει τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να παρέχει στην Υπηρεσία πληροφορίες σχετικές με υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 8, το άρθρο 36 παράγραφος 6, το άρθρο 39 παράγραφος 4 και το άρθρο 101 παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939.»·
(8)το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται απαραίτητη η διαφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα της έρευνας και/ή απαιτείται η εφαρμογή ερευνητικών διαδικασιών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ή εθνικής δικαστικής αρχής, ο γενικός διευθυντής μπορεί να αποφασίσει να αναβάλει την εκτέλεση της υποχρέωσης κλήσης ενδιαφερομένου προς υποβολή παρατηρήσεων.»·
(9)το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Η Υπηρεσία διορίζει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001.»·
(10)το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Η έκθεση μπορεί να συνοδεύεται από συστάσεις του γενικού διευθυντή σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Οι εν λόγω συστάσεις αναφέρουν, εφόσον χρειάζεται, τυχόν πειθαρχικές, διοικητικές, δημοσιονομικές και/ή δικαστικές ενέργειες των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και των αρμόδιων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, και προσδιορίζουν ιδίως το εκτιμώμενο ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, καθώς και τον προκαταρκτικό νομικό χαρακτηρισμό των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών.»·
β)η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«2. Κατά τη σύνταξη των εν λόγω εκθέσεων και συστάσεων, λαμβάνονται υπόψη οι συναφείς διατάξεις του ενωσιακού δικαίου και, στον βαθμό που ισχύει, του εθνικού δικαίου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.
Κατόπιν απλής επαλήθευσης της γνησιότητάς τους, οι εκθέσεις που συντάσσονται με τον τρόπο αυτόν αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε δικαστικές διαδικασίες μη ποινικού χαρακτήρα ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, καθώς και σε διοικητικές διαδικασίες στα κράτη μέλη.
Οι εκθέσεις που συντάσσονται από την Υπηρεσία αποτελούν, όπως οι διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και υπό τους ιδίους όρους, αποδεικτικά στοιχεία παραδεκτά στις ποινικές διαδικασίες του κράτους μέλους στο οποίο η χρησιμοποίησή τους αποδεικνύεται αναγκαία. Υπάγονται στους ίδιους κανόνες αξιολόγησης με εκείνους που εφαρμόζονται στις διοικητικές εκθέσεις των εθνικών διοικητικών ελεγκτών και έχουν την αυτή αποδεικτική ισχύ με αυτές τις εκθέσεις.
Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Υπηρεσία τυχόν κανόνες του εθνικού δικαίου που είναι συναφείς για τους σκοπούς του τρίτου εδαφίου.
Οι εκθέσεις που συντάσσει η Υπηρεσία, αποτελούν παραδεκτά αποδεικτικά στοιχεία σε δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης και σε διοικητικές διαδικασίες στην Ένωση.»·
γ)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Οι εκθέσεις και συστάσεις που συντάσσονται κατόπιν εξωτερικής έρευνας και κάθε συναφές χρήσιμο έγγραφο διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τις εξωτερικές έρευνες, καθώς και, εφόσον είναι αναγκαίο, στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό. Το εν λόγω θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός δίνει στις εξωτερικές έρευνες τη συνέχεια την οποία απαιτούν τα αποτελέσματα των εξωτερικών ερευνών και ενημερώνει σχετικά την Υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζεται στις συστάσεις που συνοδεύουν την έκθεση, καθώς και, επιπλέον, κατόπιν σχετικής αίτησης της Υπηρεσίας.»·
(11)το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, προστίθεται η ακόλουθη περίοδος:
«Μπορεί επίσης να διαβιβάζει πληροφορίες στο ενδιαφερόμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό.»·
β)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, εκτός εάν δεν το επιτρέπει το εθνικό δίκαιο, ενημερώνουν την Υπηρεσία σε εύθετο χρόνο, με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας, σχετικά με τα μέτρα που έλαβαν βάσει των πληροφοριών που τους διαβιβάστηκαν δυνάμει του παρόντος άρθρου.»·
γ)προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος 5:
«5. Η Υπηρεσία μπορεί να ανταλλάσσει, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αίτησης, σχετικές πληροφορίες με το δίκτυο Eurofisc το οποίο δημιουργήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 904/2010 του Συμβουλίου.»·
(12)παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:
«Άρθρο 12α
Υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης
1.Τα κράτη μέλη, για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ορίζουν υπηρεσία («υπηρεσία για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης») η οποία διευκολύνει την αποτελεσματική συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών επιχειρησιακού χαρακτήρα, με την Υπηρεσία. Εφόσον ενδείκνυται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, η υπηρεσία για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης μπορεί να θεωρείται αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
2.Κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας, προτού αποφασιστεί η κίνηση έρευνας, καθώς και κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας έρευνας, οι υπηρεσίες για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης παρέχουν, εξασφαλίζουν ή συντονίζουν τη συνδρομή που απαιτείται ώστε η Υπηρεσία να εκτελεί τα καθήκοντά της αποτελεσματικά. Η συνδρομή αυτή αφορά ειδικότερα τη συνδρομή από τις εθνικές αρμόδιες αρχές που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφοι 6 και 7, το άρθρο 7 παράγραφος 3 και άρθρο 8 παράγραφοι 2 και 3.
3.Η Υπηρεσία μπορεί να ζητεί τη συνδρομή των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης κατά την άσκηση δραστηριοτήτων συντονισμού σύμφωνα με το άρθρο 12β, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση, οριζόντιας συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των υπηρεσιών για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης.
Άρθρο 12β
Δραστηριότητες συντονισμού
1.Δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 2, η Υπηρεσία μπορεί να οργανώνει και να διευκολύνει τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, καθώς και, σύμφωνα με τις ισχύουσες συμφωνίες συνεργασίας και αμοιβαίας συνδρομής και κάθε άλλο ισχύον νομικό μέσο, των αρχών τρίτων χωρών και διεθνών οργανισμών. Για τον σκοπό αυτό, οι συμμετέχουσες αρχές και η Υπηρεσία μπορούν να συλλέγουν, να αναλύουν και να ανταλλάσσουν πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων επιχειρησιακών πληροφοριών. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας μπορούν να συνοδεύουν τις αρμόδιες αρχές που διεξάγουν ερευνητικές δραστηριότητες κατόπιν αίτησης των εν λόγω αρχών. Εφαρμόζονται το άρθρο 6, το άρθρο 7 παράγραφοι 6 και 7, το άρθρο 8 παράγραφος 3 και το άρθρο 10.
2.Η Υπηρεσία μπορεί να καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες συντονισμού που έχουν διενεργηθεί και να τη διαβιβάζει, κατά περίπτωση, στις αρμόδιες εθνικές αρχές και στα ενδιαφερόμενα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς.
3.Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της άσκησης από την Υπηρεσία των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί από την Επιτροπή σε ειδικές διατάξεις οι οποίες διέπουν την αμοιβαία συνδρομή μεταξύ των διοικητικών αρχών των κρατών μελών και τη συνεργασία μεταξύ των αρχών αυτών και της Επιτροπής.
4.Η Υπηρεσία μπορεί να συμμετέχει σε κοινές ομάδες ερευνών που συγκροτούνται σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο και να ανταλλάσσει στο πλαίσιο αυτό επιχειρησιακές πληροφορίες που αποκτά δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 12γ
Γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε αξιόποινης συμπεριφοράς ως προς την οποία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της
1.Η Υπηρεσία γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση κάθε αξιόποινη συμπεριφορά ως προς την οποία η Εισαγγελία μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της σύμφωνα με το άρθρο 22 και το άρθρο 25 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939. Η γνωστοποίηση αποστέλλεται σε οποιοδήποτε στάδιο πριν ή κατά τη διάρκεια της έρευνας της Υπηρεσίας.
2.Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, καθώς και εκτίμηση της ζημίας που προκλήθηκε ή ενδέχεται να προκληθεί, τον πιθανό νομικό χαρακτηρισμό και κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με δυνητικά θύματα, υπόπτους και τυχόν άλλα εμπλεκόμενα πρόσωπα.
3.Η Υπηρεσία δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προδήλως ανυπόστατους ισχυρισμούς.
Στις περιπτώσεις στις οποίες στις πληροφορίες που λαμβάνει η Υπηρεσία δεν περιλαμβάνονται τα στοιχεία που παρατίθενται στην παράγραφο 2 και δεν βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα της Υπηρεσίας, η Υπηρεσία μπορεί να προβεί σε προκαταρκτική αξιολόγηση των ισχυρισμών. Η αξιολόγηση διεξάγεται ταχύτατα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω αξιολόγησης, εφαρμόζονται το άρθρο 6 και το άρθρο 8 παράγραφος 2.
Σε συνέχεια της προκαταρκτικής αξιολόγησης, η Υπηρεσία προβαίνει σε γνωστοποίηση στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1.
4.Στην περίπτωση που η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 συμπεριφορά αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγει η Υπηρεσία, και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κινήσει έρευνα σε συνέχεια της γνωστοποίησης, η Υπηρεσία διακόπτει την έρευνα που διενεργεί στα ίδια πραγματικά περιστατικά εκτός εάν ισχύουν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 12ε ή 12στ.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, η Υπηρεσία επαληθεύει σύμφωνα με το άρθρο 12ζ παράγραφος 2 μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αν η Εισαγγελία διενεργεί έρευνα. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται στην εν λόγω αίτηση εντός 10 εργάσιμων ημερών.
5.Τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμοί της Ένωσης μπορούν να ζητούν από την Υπηρεσία να διεξάγει προκαταρκτική αξιολόγηση ισχυρισμών που γνωστοποιούνται σε αυτά. Για τους σκοπούς των αιτήσεων αυτών, εφαρμόζεται η παράγραφος 3.
6.Στην περίπτωση που, κατόπιν της γνωστοποίησης στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Υπηρεσία περατώσει την έρευνά της, δεν εφαρμόζονται το άρθρο 9 παράγραφος 4 και το άρθρο 11.
Άρθρο 12δ
Αποφυγή αλληλεπικαλύψεων των ερευνών
Ο γενικός διευθυντής δεν κινεί έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 5 εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει έρευνα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εκτός εάν ισχύουν τα προβλεπόμενα στα άρθρα 12ε ή 12στ.
Για τους σκοπούς της εφαρμογής του πρώτου εδαφίου, η Υπηρεσία επαληθεύει σύμφωνα με το άρθρο 12ζ παράγραφος 2 μέσω του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αν η Εισαγγελία διενεργεί έρευνα. Η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανταποκρίνεται στην εν λόγω αίτηση εντός 10 εργάσιμων ημερών.
Άρθρο 12ε
Στήριξη που παρέχει η Υπηρεσία στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
1.Κατά τη διάρκεια έρευνας που διεξάγεται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και κατόπιν αίτησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 3 του κανονισμού (EΕ) 2017/1939, η Υπηρεσία, σε συμμόρφωση με την εντολή της, υποστηρίζει ή συμπληρώνει τη δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ιδίως με τους εξής τρόπους:
α)παροχή πληροφοριών, αναλύσεων (συμπεριλαμβανομένων των εγκληματολογικών αναλύσεων), εμπειρογνωσίας και επιχειρησιακής υποστήριξης·
β)διευκόλυνση του συντονισμού για συγκεκριμένες ενέργειες μεταξύ των αρμόδιων εθνικών διοικητικών αρχών και των οργάνων της Ένωσης·
γ)διεξαγωγή διοικητικών ερευνών.
2.Δυνάμει της παραγράφου 1, η σχετική αίτηση διαβιβάζεται γραπτώς και προσδιορίζει το μέτρο ή τα μέτρα τα οποία ζητεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ληφθούν από την Υπηρεσία και, κατά περίπτωση, το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την υλοποίησή τους. Η αίτηση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με την έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον βαθμό που αυτές είναι συναφείς για τον σκοπό της αίτησης. Όταν απαιτείται, η Υπηρεσία μπορεί να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες.
Άρθρο 12στ
Συμπληρωματικές έρευνες
1.Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις στις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διενεργεί έρευνα και ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι θα πρέπει να κινηθεί έρευνα σύμφωνα με την εντολή της Υπηρεσίας με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης προληπτικών μέτρων ή της εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, η Υπηρεσία ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία γραπτώς, προσδιορίζοντας τη φύση και τον σκοπό της έρευνας.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, εντός 30 ημερών από τη λήψη της ενημέρωσης αυτής, μπορεί να προβάλει αντίρρηση στην κίνηση έρευνας ή στην εκτέλεση ορισμένων ενεργειών που αφορούν την έρευνα, όπου απαιτείται προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η δική της έρευνα ή δίωξη και για όσο χρονικό διάστημα ισχύουν οι λόγοι αυτοί. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενημερώνει την Υπηρεσία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση όταν παύσουν να ισχύουν οι λόγοι για τους οποίους προέβαλε αντίρρηση.
Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προβάλει αντίρρηση εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο ανωτέρω εδάφιο, η Υπηρεσία μπορεί να κινήσει έρευνα, την οποία διεξάγει σε στενή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Η Υπηρεσία αναστέλλει ή διακόπτει την έρευνά της, ή δεν προβαίνει σε ορισμένες ενέργειες που αφορούν την έρευνα, εάν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προβάλει σε μεταγενέστερο χρόνο σχετική αντίρρηση, για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο.
2.Στην περίπτωση που η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στο πλαίσιο απάντησης σε αίτηση για παροχή πληροφοριών που έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 12δ, ενημερώσει την Υπηρεσία ότι δεν διεξάγει έρευνα και στη συνέχεια κινήσει έρευνα σχετικά με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, ενημερώνει την Υπηρεσία αμελλητί. Εάν, μετά τη λήψη της ενημέρωσης αυτής, ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι η έρευνα που έχει κινήσει η Υπηρεσία θα πρέπει να συνεχιστεί με σκοπό τη διευκόλυνση της λήψης προληπτικών μέτρων ή της εκτέλεσης δημοσιονομικών, πειθαρχικών ή διοικητικών ενεργειών, εφαρμόζεται η παράγραφος 1.
Άρθρο 12ζ
Διακανονισμοί εργασίας και ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία
1.Εφόσον απαιτείται για τη διευκόλυνση της συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 παράγραφος 4α, η Υπηρεσία συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με διοικητικούς διακανονισμούς. Στους εν λόγω διακανονισμούς εργασίας μπορούν να προβλέπονται πρακτικές λεπτομέρειες για την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πληροφοριών επιχειρησιακού, στρατηγικού ή τεχνικού χαρακτήρα και διαβαθμισμένων πληροφοριών. Οι διακανονισμοί περιλαμβάνουν επίσης αναλυτικές ρυθμίσεις σχετικά με τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών κατά τη διάρκεια της λήψης και επαλήθευσης ισχυρισμών και από την Υπηρεσία και από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
2.Η Υπηρεσία έχει έμμεση πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit). Κάθε φορά που εντοπίζεται αντιστοιχία μεταξύ των δεδομένων που έχουν εισαχθεί στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων από την Υπηρεσία και των δεδομένων που τηρούνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η ύπαρξη τέτοιας αντιστοιχίας γνωστοποιείται τόσο στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και στην Υπηρεσία. Η Υπηρεσία λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να μπορεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του συστήματος διαχείρισης υποθέσεών της βάσει συστήματος σύμπτωσης / απουσίας σύμπτωσης (hit/no-hit).»·
(13)το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:
α)στην παράγραφο 1, η τρίτη περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Εκπρόσωποι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της Eurojust και/ή της Ευρωπόλ καλούνται να παραστούν σε βάση ad hoc κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής, του γενικού διευθυντή ή της επιτροπής εποπτείας.»·
β)στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«δ) το πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ της Υπηρεσίας και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών, και ιδιαίτερα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.»·
(14)το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:
α)η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«3. Ο γενικός διευθυντής δεν ζητά ούτε δέχεται εντολές από οιαδήποτε κυβέρνηση ή οιοδήποτε θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του που αφορούν την έναρξη και διενέργεια εσωτερικών και εξωτερικών ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού, ή τη σύνταξη εκθέσεων μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ερευνών ή δραστηριοτήτων συντονισμού. Εάν ο γενικός διευθυντής κρίνει ότι κάποιο μέτρο που έλαβε η Επιτροπή θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του, ενημερώνει αμέσως την επιτροπή εποπτείας και αποφασίζει αν θα προσφύγει κατά της Επιτροπής ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»·
β)στην παράγραφο 5, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«β) υποθέσεις στις οποίες διαβιβάστηκαν πληροφορίες σε δικαστικές αρχές των κρατών μελών και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·»,
γ)στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 8, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):
«ε) τις σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.»·
Άρθρο 2
1.Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.Τα άρθρα 12γ έως 12στ που αναφέρονται στο άρθρο 1 σημείο 12 εφαρμόζονται από την ημερομηνία που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 120 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του κανονισμού (EΕ) 2017/1939.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες,
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
Ο Πρόεδρος