ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 26.9.2017
COM(2017) 546 final
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Ενδιάμεση αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 652/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τη διαχείριση των δαπανών που αφορούν, αφενός, τη διατροφική αλυσίδα, την υγεία των ζώων και την καλή μεταχείριση των ζώων και, αφετέρου, την υγεία των φυτών και το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό , για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 98/56/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 178/2002, (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και (ΕΚ) αριθ. 396/2005, της οδηγίας 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 66/399/ΕΟΚ, 76/894/ΕΟΚ και 2009/470/ΕΚ
{SWD(2017) 314 final}
{SWD(2017) 315 final}
{SWD(2017) 316 final}
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Ενδιάμεση αξιολόγηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 652/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τη διαχείριση των δαπανών που αφορούν, αφενός, τη διατροφική αλυσίδα, την υγεία των ζώων και την καλή μεταχείριση των ζώων και, αφετέρου, την υγεία των φυτών και το φυτικό αναπαραγωγικό υλικό
, για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 98/56/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ, των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 178/2002, (ΕΚ) αριθ. 882/2004 και (ΕΚ) αριθ. 396/2005, της οδηγίας 2009/128/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 66/399/ΕΟΚ, 76/894/ΕΟΚ και 2009/470/ΕΚ
1.Εισαγωγή
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 652/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (εφεξής «κανονισμός ΚΔΠ») τέθηκε σε ισχύ στο τέλος του Ιουνίου του 2014 και καθιέρωσε ένα κοινό δημοσιονομικό πλαίσιο (ΚΔΠ) στους τομείς της διατροφικής αλυσίδας, της υγείας των ζώων και της καλής μεταχείρισης των ζώων, της υγείας των φυτών και του φυτικού αναπαραγωγικού υλικού.
Η παρούσα έκθεση συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 42 («Αξιολόγηση») του ίδιου του κανονισμού ΚΔΠ, το οποίο επιβάλλει στην Επιτροπή να συντάξει και να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης η οποία να καλύπτει τα εξής μέτρα που σχετίζονται με τις δαπάνες:
·κτηνιατρικά προγράμματα καταπολέμησης, ελέγχου και επιτήρησης (εφεξής: «κτηνιατρικά προγράμματα») που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη και αποσκοπούν στη σταδιακή εξάλειψη των ζωικών νόσων και των ζωοανθρωπονόσων και στην εφαρμογή μέτρων ελέγχου των νόσων·
·προγράμματα ερευνών φυτοϋγειονομικής επισκόπησης σχετικά με την παρουσία επιβλαβών οργανισμών στο έδαφος της Ένωσης·
·επείγοντα κτηνιατρικά και φυτοϋγειονομικά μέτρα με στόχο την έγκαιρη αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης που αφορούν την υγεία των ζώων και των φυτών αντίστοιχα·
·δραστηριότητες των εργαστηρίων αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΑΕΕ) με στόχο τη διασφάλιση ενιαίων δοκιμασιών υψηλής ποιότητας στην ΕΕ και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων της Επιτροπής για τη διαχείριση του κινδύνου στον τομέα των εργαστηριακών αναλύσεων·
·το πρόγραμμα «Καλύτερη κατάρτιση για ασφαλέστερα τρόφιμα» (BTSF), μια πρωτοβουλία κατάρτισης που απευθύνεται στο προσωπικό των εθνικών αρχών που συμμετέχει στους επίσημους ελέγχους στους τομείς της νομοθεσίας περί τροφίμων και ζωοτροφών και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων και την υγεία των φυτών.
Στο πλαίσιο του τρέχοντος πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ), τα ποσά που έχουν διατεθεί για τη σειρά δραστηριοτήτων που αναφέρεται παραπάνω αντιπροσωπεύουν σχεδόν το σύνολο του προϋπολογισμού στον τομέα της διατροφικής αλυσίδας.
Η παρούσα έκθεση περιγράφει τα αποτελέσματα της ενδιάμεσης αξιολόγησης, με βάση την εξωτερική υποστηρικτική μελέτη
και την εσωτερική αξιολόγηση που διεξήχθη στο επίπεδο της Επιτροπής. Συνοδεύεται από έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, στο οποίο παρέχεται μια επισκόπηση της τεχνικής και οικονομικής υλοποίησης των δραστηριοτήτων του ΚΔΠ και συνοψίζονται τα ευρήματα της εξωτερικής υποστηρικτικής μελέτης.
Το χρηματοδοτικό πρόγραμμα της ΕΕ παρέχει χρηματοδοτική στήριξη για την επίτευξη των στόχων της νομοθεσίας της ΕΕ για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Η συμβολή του στην επίτευξη των στόχων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη συμβολή των εθνικών δαπανών και των νομικών μέτρων που επιβάλλουν την ανάληψη δράσης από τα κράτη μέλη.
Η ενδιάμεση αξιολόγηση καλύπτει την εφαρμογή του κανονισμού ΚΔΠ το 2014, το 2015 και, βάσει των διαθέσιμων προκαταρκτικών στοιχείων, το 2016. Το γεγονός ότι τα διαθέσιμα δεδομένα για το 2016 είναι ελλιπή συνιστά περιορισμό για την παρούσα αξιολόγηση.
2.Ιστορικό και στόχοι του κανονισμού ΚΔΠ
Ο κανονισμός ΚΔΠ θεσπίστηκε με σκοπό να βελτιώσει τον τρόπο καταβολής των κονδυλίων για τις δραστηριότητες που εκτελούνται στον τομέα της διατροφικής αλυσίδας, καθώς και να εστιάσει στις χρηματοδοτικές προτεραιότητες της ΕΕ που προσφέρουν πραγματική προστιθέμενη αξία. Εκσυγχρόνισε και εξορθολόγισε τις προϋπάρχουσες δημοσιονομικές διατάξεις σε ένα ενιαίο πλαίσιο, με εναρμονισμένες διαδικασίες, τυποποιημένους συντελεστές πληρωμών, διασαφηνισμένες επιλέξιμες δαπάνες και μέτρα.
Από λειτουργική άποψη, οι περισσότερες δραστηριότητες και μέτρα υποστηρίζονταν ήδη πριν από το 2014. Νέα μέτρα θεσπίστηκαν για τον φυτοϋγειονομικό τομέα και αφορούν τη δυνατότητα συγχρηματοδότησης της εφαρμογής προγραμμάτων ερευνών επισκόπησης για την παρουσία επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών στο έδαφος της Ένωσης.
Ο γενικός στόχος πολιτικής του κανονισμού ΚΔΠ είναι να συμβάλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου υγείας των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών σε όλη την έκταση της διατροφικής αλυσίδας και σε συναφείς τομείς, προλαμβάνοντας και εξαλείφοντας ασθένειες και επιβλαβείς οργανισμούς και εξασφαλίζοντας υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, ενισχύοντας συγχρόνως την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας τροφίμων και ζωοτροφών της Ένωσης και προάγοντας τη δημιουργία θέσεων εργασίας.
Αυτός ο γενικός στόχος αποκρυσταλλώνεται σε τέσσερις ειδικούς στόχους, έναν για κάθε έναν από τους τέσσερις τομείς δαπανών που καλύπτονται από τον ίδιο τον κανονισμό ΚΔΠ, και συγκεκριμένα: ασφάλεια των τροφίμων, υγεία και καλή μεταχείριση των ζώων, υγεία των φυτών, επίσημοι έλεγχοι.
Οι ειδικοί στόχοι συνοδεύονται από έξι ειδικούς δείκτες επιδόσεων, που περιγράφονται και αυτοί στον κανονισμό ΚΔΠ και που αποτέλεσαν τη βάση για την κατά τομείς αξιολόγηση των μέτρων που εφαρμόστηκαν σε καθέναν από τους τέσσερις εξεταζόμενους τομείς δαπανών.
Για την επίτευξη του στόχου του κανονισμού ΚΔΠ καθορίστηκε μέγιστο συνολικό όριο δαπανών ύψους 1 891 936 000 EUR για την επταετή περίοδο 2014–2020 που καλύπτεται από το τρέχον ΠΔΠ.
Οι δαπάνες του ΚΔΠ πραγματοποιούνται κατά κύριο λόγο με άμεση συγχρηματοδότηση προς τα κράτη μέλη, που αποτελούν σχεδόν αποκλειστικά τους δικαιούχους των δαπανών της ΕΕ στον τομέα αυτόν. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν αποζημίωση για τις επιλέξιμες δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά την εκτέλεση των επιλέξιμων μέτρων. Η χρηματοδοτική συνδρομή της Ένωσης λαμβάνει κυρίως τη μορφή επιχορήγησης.
3.Αποτέλεσμα της ενδιάμεσης αξιολόγησης της εφαρμογής του κανονισμού ΚΔΠ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 42 του κανονισμού ΚΔΠ, η έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης καλύπτει τις ακόλουθες πτυχές:
·επίτευξη των στόχων του ΚΔΠ (άρθρο 2 παράγραφος 1) όσον αφορά την αποδοτικότητα και την προστιθέμενη αξία της χρήσης πόρων, σε επίπεδο Ένωσης·
·δυνατότητες απλούστευσης·
·συνεχιζόμενη συνάφεια όλων των στόχων·
·συμβολή των μέτρων στις προτεραιότητες της Ένωσης για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.
Λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα της αξιολόγησης του μακροπρόθεσμου αντίκτυπου των προηγούμενων μέτρων.
Η αξιολόγηση εκτιμά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί με τη χρήση των έξι δεικτών ΚΔΠ που απαριθμούνται στο άρθρο 2 παράγραφος 2.
3.1
Επίτευξη των στόχων του κανονισμού ΚΔΠ: αποδοτικότητα και προστιθέμενη αξία για την ΕΕ
Ο γενικός στόχος πολιτικής που παρουσιάζεται στην ενότητα ιστορικού της παρούσας έκθεσης συμπληρώνεται από τέσσερις ειδικούς στόχους, έναν για κάθε έναν από τους τέσσερις εξεταζόμενους τομείς δαπανών.
·Υγεία των ζώων: συμβολή στην επίτευξη υψηλότερου επιπέδου υγείας των ζώων στην Ένωση και υποστήριξη της βελτίωσης της καλής μεταχείρισης των ζώων.
·Υγεία των φυτών: συμβολή στην έγκαιρη ανίχνευση επιβλαβών οργανισμών και στην εξάλειψή τους όταν οι εν λόγω επιβλαβείς οργανισμοί έχουν εισέλθει στην Ένωση.
·Επίσημοι έλεγχοι: συμβολή στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και της αξιοπιστίας των επίσημων ελέγχων και των άλλων δραστηριοτήτων που εκτελούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή και τήρηση των κανόνων της Ένωσης (στους τομείς που καλύπτει ο κανονισμός ΚΔΠ).
·Ασφάλεια των τροφίμων: συμβολή στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας των τροφίμων και των συστημάτων παραγωγής τροφίμων και άλλων προϊόντων τα οποία μπορούν να επηρεάσουν την ασφάλεια των τροφίμων και, ταυτόχρονα, βελτίωση της βιωσιμότητας της παραγωγής τροφίμων.
Αυτοί οι ειδικοί στόχοι συνοδεύονται από τους έξι προαναφερόμενους δείκτες του κανονισμού ΚΔΠ, οι οποίοι υπαγορεύουν μια γενική προσέγγιση στην παρακολούθηση της πορείας των δαπανών στον τομέα αυτόν. Προκειμένου να επιτρέψουν την ουσιαστική παρακολούθηση και μέτρηση των επιδόσεων των δραστηριοτήτων ΚΔΠ, οι υπηρεσίες της Επιτροπής μετέτρεψαν αυτούς τους δείκτες σε μια ολοκληρωμένη σειρά 21 επιχειρησιακών τεχνικών δεικτών και καθόρισαν συγκεκριμένους στόχους για τα έτη 2017 και 2020 για καθέναν από αυτούς
. Αυτή η σειρά δεικτών παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις τεχνικές επιδόσεις των μέτρων ΚΔΠ αλλά δεν επιτρέπει την αξιολόγηση της σχέσης κόστους/αποτελεσματικότητας του προγράμματος. Η απουσία διαθέσιμων δεικτών κόστους/αποτελεσματικότητας περιορίζει ιδιαίτερα την αξιολόγηση της αποδοτικότητας των μέτρων ΚΔΠ.
3.1.1
Υγεία των ζώων
Επίτευξη των στόχων
Η εφαρμογή κτηνιατρικών μέτρων αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών του προϋπολογισμού του κανονισμού ΚΔΠ, καθώς τα κτηνιατρικά προγράμματα από μόνα τους απορρόφησαν πάνω από το 75 % των συνολικών δαπανών το 2014 και το 2015. Τα ποσά που καταβλήθηκαν για κτηνιατρικά προγράμματα κατά το 2014 έφθασαν τα 136 εκατομμύρια EUR από συνολικό προϋπολογισμό 180 εκατομμυρίων, ενώ κατά το 2015 έφθασαν τα 148 εκατομμύρια από σύνολο 194 εκατομμυρίων. Αυτή η δημοσιονομική σημασία αντικατοπτρίζεται επίσης στο γεγονός ότι οι 12 από τους 21 τεχνικούς δείκτες που παρακολουθούνται στο πλαίσιο αυτό αφορούν αυτόν τον τομέα δαπανών. Οι επιλεγμένοι δείκτες εστιάζουν στην προτεραιότητα «ζωικές νόσοι και ζωοανθρωπονόσοι» και επιτρέπουν την παρακολούθηση της γεωγραφικής εξέλιξης των περιοχών της ΕΕ που είναι ελεύθερες από συγκεκριμένες νόσους των ζώων, καθώς και τη μέτρηση τεχνικών παραμέτρων όπως ο επιπολασμός, η επίπτωση και ο αριθμός των κρουσμάτων. Η ανάλυση των δεικτών αυτών για την περίοδο 2014–2016 δείχνει θετική επιδημιολογική τάση για όλες τις νόσους προτεραιότητας που λαμβάνουν χρηματοδοτική στήριξη από την ΕΕ στο πλαίσιο των κτηνιατρικών προγραμμάτων, με ολοένα και περισσότερα κράτη μέλη ή περιφέρειες να απαλλάσσονται από ασθένειες των ζώων, και μια συνολική μείωση σε όλες τις υπό παρακολούθηση παραμέτρους. Ένα σημαντικό παράδειγμα είναι τα ενωσιακά προγράμματα καταπολέμησης της λύσσας: η νόσος αυτή έχει εξαλειφθεί σχεδόν πλήρως στα άγρια ζώα στην ΕΕ (και αναμένεται να εξαφανιστεί εντελώς μέχρι το 2020) και ο αριθμός των κρουσμάτων ελαττώθηκε από τα 80, το 2014, σε μόλις 18 το 2016, με αποτέλεσμα να μειωθεί σε τεράστιο βαθμό αυτός ο σημαντικός κίνδυνος για την υγεία και να επιτραπεί η ελεύθερη κυκλοφορία σκύλων και γάτων εντός της ΕΕ. Άλλο ένα καλό παράδειγμα είναι η αύξηση του αριθμού των κρατών μελών που έχουν απαλλαγεί από τη βρουκέλλωση των βοοειδών: στο τέλος του 2016, τα δύο από τα πέντε κράτη μέλη στα οποία εφαρμοζόταν πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενο από την ΕΕ εντός της εξεταζόμενης περιόδου απαλλάχθηκαν από τη νόσο αυτή, ενώ στα υπόλοιπα τρία ο κυριότερος δείκτης επιδόσεων, που παρακολουθεί την πορεία του επιπολασμού στην αγέλη, είχε μειωθεί κατά 25 % εντός της ίδιας περιόδου, παρουσιάζοντας έτσι θετική τάση προς την πλήρη εξάλειψη της νόσου. Πρέπει ωστόσο να αναφερθεί ότι η κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί στον βαθμό που αναμενόταν σε ορισμένους άλλους τομείς, όπως π.χ. στα περιστατικά φυματίωσης των βοοειδών (1 κράτος μέλος από τα 5 με πρόγραμμα συγχρηματοδοτούμενο από την ΕΕ) και βρουκέλλωσης των αιγοπροβάτων (1 κράτος μέλος και κάποιες περιφέρειες ενός άλλου κράτους μέλους, από τα 6 με προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα από την ΕΕ). Παρότι οι δείκτες σαλμονέλλωσης και βρουκέλλωσης στα ζώα δείχνουν ότι σημειώνεται πρόοδος, οι δείκτες στον άνθρωπο δεν έχουν επιδείξει τα αναμενόμενα αποτελέσματα, δηλαδή ετήσια μείωση κατά 2 % στα κρούσματα εντός της τριετούς περιόδου της αξιολόγησης.
Η εφαρμογή επειγόντων μέτρων σε περιπτώσεις εκδήλωσης εστιών κτηνιατρικών νόσων παίζει επίσης βασικό ρόλο στη βελτίωση της υγείας των ζώων στην ΕΕ, καθώς και στην προστασία της οικονομίας της ΕΕ από τον κίνδυνο σοβαρών και εκτεταμένων κτηνιατρικών κρίσεων. Χάρη στον έγκαιρο εντοπισμό και την άμεση εφαρμογή επειγόντων μέτρων συγχρηματοδοτούμενων από την ΕΕ, επιτεύχθηκε ο περιορισμός όλων των πρόσφατων επιδημιών και αποφεύχθηκε το ενδεχόμενο σημαντικών οικονομικών επιπτώσεων, όπως η επιβολή εμπορικών περιορισμών και η απαγόρευση των εξαγωγών. Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η καταπολέμηση της επιδημίας της οζώδους δερματίτιδας (LSD), μιας λοιμώδους ιογενούς ασθένειας των βοοειδών που μεταδίδεται μέσω μολυσμένου σιέλου ή μέσω εντόμων, η οποία εισήλθε στην ΕΕ από την Τουρκία. Το 2016, η νόσος αυτή είχε προσβάλει επτά χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, μεταξύ των οποίων ήταν η Ελλάδα, η Βουλγαρία και άλλες βαλκανικές χώρες. Όλες αυτές οι χώρες κατέφυγαν σε μαζικούς εμβολιασμούς με την υποστήριξη της τράπεζας εμβολίων της ΕΕ κατά της LSD που δημιουργήθηκε αμέσως για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Αυτή η εκστρατεία εμβολιασμού πέτυχε τον γεωγραφικό περιορισμό της νόσου: δεν προσβλήθηκε κανένα άλλο κράτος μέλος το 2016 και η νόσος δεν έχει επανεμφανιστεί στις περιοχές όπου εφαρμόστηκε ο εμβολιασμός.
Αποδοτικότητα
Η βελτίωση της κατάστασης της υγείας των ζώων συνοδεύεται από προοδευτική μείωση των οικονομικών πόρων που απαιτούνται για τον συγκεκριμένο τομέα, οι οποίοι στην περίπτωση των κτηνιατρικών προγραμμάτων μειώθηκαν κατά 11 εκατομμύρια EUR εντός της τριετούς περιόδου υπό αξιολόγηση.
Οι δαπάνες για τα επείγοντα μέτρα δεν είναι εξίσου προβλέψιμες, καθώς ποικίλλουν κάθε χρόνο εξαιτίας παραγόντων που είναι δύσκολο να προβλεφθούν και να ελεγχθούν, όπως είναι η κλιματική αλλαγή, η παγκόσμια εξάπλωση φορέων ασθενειών και η περιοδική επανεμφάνιση ορισμένων ενδημικών ασθενειών.
Πρέπει να τονιστεί ότι μια πρόσφατη ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου
, που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2016, χαρακτηρίζει τη στρατηγική της Επιτροπής για τις ασθένειες των ζώων ορθή και καλώς σχεδιασμένη, με ένα σωστό πλαίσιο για την ιεράρχηση των δημοσιονομικών πόρων στα προγράμματα προτεραιότητας. Σύμφωνα με τα πορίσματα της έκθεσης αυτής, τα προγράμματα των κρατών μελών πληρούν τα απαιτούμενα κριτήρια και κατά κανόνα σχεδιάζονται σωστά και εφαρμόζονται ορθά. Επιπλέον, τα κράτη μέλη δείχνουν ότι διαθέτουν επαρκή συστήματα για τον εντοπισμό των εστιών κτηνιατρικών νόσων και για την υποστήριξη της εξάλειψής τους. Θα πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναγνωρίζει επίσης την έλλειψη διαθέσιμων διεθνών τυπικών μοντέλων και οικονομικών δεικτών, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα της Επιτροπής να αποδείξει τη σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας των κτηνιατρικών δαπανών.
Προστιθέμενη αξία για την ΕΕ
Η βελτίωση της κατάστασης της υγείας των ζώων είναι το αποτέλεσμα των νομικών μέτρων που θεσπίζονται σε επίπεδο ΕΕ με την τεχνική και οικονομική υποστήριξη που παρέχει η ΕΕ στα κράτη μέλη. Σε περιπτώσεις πιθανολογούμενης ή επιβεβαιωμένης εκδήλωσης κάποιας νόσου, εφαρμόζονται αμέσως ορισμένες ενέργειες πρόληψης και ελέγχου στο πλαίσιο του συστήματος επειγόντων μέτρων, όπως το προσωρινό κλείσιμο των συνόρων στη μετακίνηση των ευπαθών φορτίων και η περιφερειοποίηση
της νόσου. Η ποικιλία των μέτρων που τίθενται σε εφαρμογή για την αντιμετώπιση των κτηνιατρικών ασθενειών και το γεγονός ότι πολλές από τις ασθένειες αυτές διασχίζουν εύκολα τα εθνικά σύνορα επιβάλλουν την ύπαρξη ενός συστήματος κεντρικής διαχείρισης προκειμένου να συντονίζεται και να οργανώνεται σωστά η εφαρμογή συγκεκριμένων ενεργειών στα κράτη μέλη.
Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί σε ορισμένα κράτη μέλη, ιδίως εκείνα που αντιμετωπίζουν οικονομικές κρίσεις ή άλλες ελλείψεις, ενδέχεται να περιστέλλουν ή να καθυστερούν την εφαρμογή των μέτρων που απαιτούνται για τον περιορισμό μιας εστίας. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΕ υποστηρίζει οικονομικά το σύστημα διαχείρισης κρίσεων της ΕΕ σε περιπτώσεις εκδήλωσης εστιών νόσουΈνα καλό παράδειγμα συντονισμού σε επίπεδο ΕΕ είναι η πρόσφατη αντιμετώπιση της εστίας της αφρικανικής πανώλης των χοίρων που εισήλθε στην ΕΕ από τη Ρωσία το 2014. Ήδη από τα πρώτα στάδια της επιδημίας (εναντίον της οποίας δεν υπάρχει εμβόλιο), η ΕΕ προώθησε ενεργά μια κοινή στρατηγική για τα προσβεβλημένα κράτη μέλη, τις γειτονικές τρίτες χώρες και τα όμορα απειλούμενα κράτη μέλη, βασισμένη στην ενωσιακή νομοθεσία και στις βέλτιστες επιστημονικές γνώσεις. Η Επιτροπή έχει παράσχει τεχνική και οικονομική υποστήριξη για συγκεκριμένα στοχευμένα μέτρα, ώστε να ενισχυθεί η πολιτική αυτή. Αυτή η συντονισμένη δράση πέτυχε τον γεωγραφικό περιορισμό της νόσου κατά την περίοδο που καλύπτει η τρέχουσα αξιολόγηση και είχε περιορισμένο κόστος τόσο για την ΕΕ όσο και για τους εθνικούς προϋπολογισμούς. Πέτυχε επίσης να αποτρέψει τυχόν σοβαρή διαταραχή του εμπορίου, τόσο εντός της ΕΕ όσο και με τρίτες χώρες.
3.1.2
Υγεία των φυτών
Επίτευξη των στόχων
Μολονότι οικονομική στήριξη για την εφαρμογή επειγόντων μέτρων για την υγεία των φυτών παρέχεται από την ΕΕ εδώ και πολλά χρόνια, η χρηματοδότηση των προγραμμάτων για έρευνες φυτοϋγειονομικής επισκόπησης βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Προγράμματα ερευνών επισκόπησης καταρτίστηκαν για πρώτη φορά το 2015 και, ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους περιορίζεται από το μικρό χρονικό τους πλαίσιο και από την απουσία προηγούμενων μέτρων. Παρ’ όλα αυτά, τα κράτη μέλη της ΕΕ υποδέχθηκαν με ικανοποίηση από την πρώτη ήδη χρονιά την εισαγωγή των προγραμμάτων αυτών, καθώς 17 χώρες της ΕΕ υπέβαλαν τέτοια προγράμματα το 2015 και 22 χώρες το 2016. Η εφαρμογή προγραμμάτων επισκόπησης επέτρεψε την αναγνώριση μιας σειράς πρωτοεμφανιζόμενων κινδύνων στο έδαφος της Ένωσης το 2015, όπως για παράδειγμα το βακτήριο των φυτών Xylella fastidiosa.
Ο προϋπολογισμός που διατίθεται για την υποστήριξη της εφαρμογής επειγόντων μέτρων και προγραμμάτων επισκοπήσεων σχετικά με την παρουσία επιβλαβών οργανισμών αποτελεί μικρό μόνο μέρος των συνολικών δαπανών στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του κανονισμού ΚΔΠ. Οι δαπάνες για την εφαρμογή επειγόντων μέτρων το 2014 έφθασαν τα 7,7 εκατομμύρια EUR και το 2015 τα 12,2 εκατομμύρια EUR, ενώ οι δαπάνες για τα προγράμματα ερευνών επισκόπησης για το 2015 ανήλθαν σε 4,2 εκατομμύρια EUR.
Προκειμένου να ενημερώνεται για τα αποτελέσματα της εφαρμογής των επειγόντων φυτοϋγειονομικών μέτρων, η Επιτροπή παρακολουθεί τον αριθμό των κρουσμάτων ορισμένων επιβλαβών οργανισμών υψηλής προτεραιότητας, στους οποίους περιλαμβάνονται κάποια καταστρεπτικά παθογόνα όπως η Xylella fastidiosa. Στον φυτοϋγειονομικό τομέα, ο στόχος της εκρίζωσης του παθογόνου σε περίπτωση εμφάνισης εστίας μπορεί να επιτευχθεί μόνον εφόσον εφαρμοστούν αμέσως αποφασιστικά μέτρα, και όχι όταν ο επιβλαβής οργανισμός έχει πια καταστεί ενδημικός στη συγκεκριμένη περιοχή. Η επίτευξη της εκρίζωσης μπορεί να παρεμποδιστεί από την έλλειψη αποτελεσματικών λύσεων αντιμετώπισης, τον υψηλό αριθμό ευπαθών φυτών, την πληθυσμιακή δυναμική και τον κύκλο ζωής του επιβλαβούς οργανισμού και των ξενιστών του που απαντούν σε δάση, πάρκα και φυτείες υψηλής οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής αξίας. Σε περίπτωση που η εκρίζωση δεν είναι εφικτή, ο περιορισμός είναι η μόνη εναλλακτική λύση με βάση τις σημερινές επιστημονικές γνώσεις. Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία του έγκαιρου εντοπισμού, που πρέπει να επιτυγχάνεται μέσω προγραμμάτων επισκόπησης.
Αποδοτικότητα
Η εφαρμογή των προγραμμάτων ερευνών επισκόπησης αποσκοπεί στον εντοπισμό της παρουσίας επιβλαβών οργανισμών υψηλής προτεραιότητας στην επικράτεια της ΕΕ. Ως εκ τούτου, προβλέπεται σταδιακή αύξηση των οικονομικών πόρων στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ, ώστε να υποστηριχθεί ο στόχος της αύξησης του ποσοστού του εδάφους της Ένωσης που καλύπτεται από τέτοιες επισκοπήσεις έως το 2020.
Όπως και στην περίπτωση των κτηνιατρικών επειγόντων μέτρων, οι δαπάνες για τα φυτοϋγειονομικά επείγοντα μέτρα είναι μεταβλητές και λιγότερο προβλέψιμες λόγω των νεοεμφανιζόμενων κινδύνων ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, του παγκόσμιου εμπορίου και της μετακίνησης ταξιδιωτών σε όλο τον κόσμο. Κατά την περίοδο 2014–2016 αφορούσαν κατά κύριο λόγο τέσσερις μόνο επιβλαβείς οργανισμούς: τα επείγοντα μέτρα κατά του νηματώδους σκώληκα των κωνοφόρων και του βακτηρίου Xylella fastidiosa, και τα μέτρα κατά των μικροοργανισμών Anoplophora glabripennis και Pomacea insularum, για τα οποία δόθηκε το σύνολο σχεδόν των καταβληθέντων ποσών (91 %). Κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου, η οικονομική στήριξη της ΕΕ για την εφαρμογή επειγόντων μέτρων έχει συμβάλει στην αποτροπή της εκ νέου εισαγωγής και της περαιτέρω εξάπλωσης των προαναφερόμενων επιβλαβών οργανισμών στην υπόλοιπη επικράτεια της Ένωσης.
Προστιθέμενη αξία για την ΕΕ
Οι παρεμβάσεις της ΕΕ υποστηρίζουν την αντιμετώπιση των φυτοϋγειονομικών εστιών, καθώς η ΕΕ παρέχει τη χρηματοδοτική συνεισφορά που χρειάζεται σε επίπεδο κρατών μελών για την εφαρμογή επειγόντων μέτρων με στόχο την αποτροπή της περαιτέρω εξάπλωσης των σχετικών επιβλαβών οργανισμών στο υπόλοιπο έδαφος της Ένωσης.
Επιπλέον, η στήριξη της Ένωσης διευκολύνει τον συντονισμό μεταξύ των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή ερευνών επισκόπησης για οργανισμούς επιβλαβείς για τα φυτά οι οποίοι απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή λόγω των οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεών τους.
Γενικά, η εφαρμογή συγχρηματοδοτούμενων από την ΕΕ προγραμμάτων επισκόπησης και επειγόντων μέτρων στο έδαφος της ΕΕ συμβάλλει στη διατήρηση της γεωργικής παραγωγής μέσω της φυτοπροστασίας, καθώς και στην προστασία της βιοποικιλότητας και των δασών, αλλά και της γεωργικής ανταγωνιστικότητας.
3.1.3
Επίσημοι έλεγχοι
Επίτευξη των στόχων
Η χρηματοδοτική στήριξη της ΕΕ προς το σύστημα επίσημων ελέγχων αφορά δύο κύρια εργαλεία, που καλύπτουν σχεδόν το 100 % των επιλέξιμων δαπανών: τις δραστηριότητες δοκιμασιών που διεξάγονται από το δίκτυο των 43 ΕΑΕΕ και την κατάρτιση που παρέχεται σε ορισμένους τομείς υψηλής προτεραιότητας για την ασφάλεια των τροφίμων, τόσο από τα ΕΑΕΕ όσο και στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας BTSF. Έχουν αναπτυχθεί τέσσερις επιχειρησιακοί δείκτες για την παρακολούθηση των επιδόσεων των κυριότερων συγχρηματοδοτούμενων μέτρων στον τομέα των επίσημων ελέγχων.
Τα ΕΑΕΕ έχουν συμβάλει, μεταξύ άλλων, στη διαρκή επικαιροποίηση των διαγνωστικών εργαλείων για την έγκαιρη ταυτοποίηση των παθογόνων. Αυτό είναι κρίσιμης σημασίας για την ενιαία εφαρμογή των ελέγχων σε όλη την ΕΕ, καθώς εξασφαλίζει εμπιστοσύνη στην αξιοπιστία των αποτελεσμάτων των δοκιμασιών και ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Το μέσο ποσοστό επιτυχίας 85 % από τα συμμετέχοντα εργαστήρια στους διεργαστηριακούς ελέγχους ικανότητας
που πραγματοποιεί το δίκτυο των ΕΑΕΕ δείχνει την επιτυχή εφαρμογή των μεθόδων δοκιμασίας των εργαστηρίων αναφοράς σε όλη την ΕΕ. Μέσω της διαρκούς κατάρτισης και μέσω της ετήσιας συνάντησης εργασίας που οργανώνεται από κάθε ΕΑΕΕ, τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς (ΕΕΑ) που ασχολούνται με τους επίσημους ελέγχους μπορούν να αναβαθμίσουν την εμπειρογνωμοσύνη τους. Το μέσο ποσοστό ικανοποίησης των συμμετεχόντων από το περιεχόμενο της κατάρτισης υπερέβαινε το 87 %.
Κατά την τριετή εξεταζόμενη περίοδο, η πρωτοβουλία κατάρτισης BTSF έχει καλύψει 52 θέματα καίριας σημασίας για τους τομείς του ΚΔΠ. Το πρόγραμμα χαρακτηρίστηκε χρήσιμο από τους συμμετέχοντες, τόσο στα κράτη μέλη της ΕΕ όσο και σε τρίτες χώρες, με ποσοστό ικανοποίησης πάνω από το 90 % για όλα τα έτη που εξετάστηκαν. Επιπλέον, το ποσοστό επιτυχίας των δοκιμασιών που πραγματοποιήθηκαν από τους συμμετέχοντες μετά την κατάρτιση είναι πολύ υψηλό, καθώς φθάνει το 88 % περίπου. Οι δραστηριότητες κατάρτισης συνέβαλαν στην κοινή κατανόηση των υποχρεώσεων των κρατών μελών και των βέλτιστων τρόπων εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ. Το πρόγραμμα BTSF έχει επίσης αποδειχθεί χρήσιμο στην κάλυψη νέων αναγκών, ιδίως σε επεισόδια κρίσης όπου έχει συμβάλει τόσο στην πρόληψη όσο και στην ετοιμότητα αντιμετώπισής τους. Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα είναι η κατάρτιση μέσω του BTSF πάνω στη διερεύνηση τροφιμογενών εστιών, η οποία διοργανώθηκε και τα τρία εξεταζόμενα έτη και απευθυνόταν σε εθνικές ομάδες αρμόδιων αρχών για τη δημόσια υγεία, την κτηνιατρική και την ασφάλεια τροφίμων και η οποία εστίασε σε θέματα όπως η ετοιμότητα αντιμετώπισης των εστιών, η διαχείριση των εστιών και η επικοινωνία σε καταστάσεις κρίσεων.
Αποδοτικότητα
Αυτές οι δύο δραστηριότητες χρηματοδοτούνται σε ποσοστό 100 % από την ΕΕ και το ετήσιο κόστος της καθεμίας για τον προϋπολογισμό της ΕΕ είναι περίπου 15 εκατομμύρια EUR. Αυτό το μικρό κόστος, ωστόσο, επιτρέπει στα ΕΑΕΕ να εκτελούν δραστηριότητες δοκιμασιών υψηλού επιπέδου και να παρέχουν κατάρτιση σε εκατοντάδες ΕΕΑ κάθε χρόνο, ενώ το πρόγραμμα BTSF προσφέρει κάθε χρόνο κατάρτιση σε περίπου 6 000 υπαλλήλους των εθνικών αρμόδιων αρχών που ασχολούνται με επίσημους ελέγχους.
Προστιθέμενη αξία για την ΕΕ
Η προστιθέμενη αξία των δραστηριοτήτων των ΕΑΕΕ και των προγραμμάτων BTSF για την ΕΕ συνδέεται με τη φύση αυτών των δραστηριοτήτων: το δίκτυο εργαστηρίων εξασφαλίζει ότι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ εργάζονται μέσα σε ένα συνεκτικό και ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο και το πρόγραμμα κατάρτισης της ΕΕ προάγει μια κοινή προσέγγιση στην εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ. Αυτή η συμβολή στην εναρμόνιση των κανόνων σε ενωσιακό επίπεδο και στην ανταλλαγή γνώσεων και εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων και άλλους συναφείς τομείς αποτελεί σημαντικό παράδειγμα θετικής αλληλεπίδρασης εντός της ΕΕ, κάτι που δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με μεμονωμένες προσπάθειες σε εθνικό επίπεδο και χωρίς τη χρηματοδοτική στήριξη της ΕΕ.
3.1.4
Ασφάλεια τροφίμων
Η επίτευξη του στόχου της ασφάλειας των τροφίμων πρέπει να εξετάζεται υπό ένα ενιαίο πρίσμα, καθώς αποτελεί έναν οριζόντιο στόχο που θα προκύψει από την υλοποίηση και την επιβολή του νομοθετικού πλαισίου σε συνδυασμό με τη συνεισφορά της ΕΕ και των εθνικών προγραμμάτων δαπανών. Οι δραστηριότητες που αφορούν την υγεία των φυτών και των ζώων και τους επίσημους ελέγχους συνεισφέρουν στο υψηλό επίπεδο ασφάλειας των τροφίμων και των συστημάτων παραγωγής τροφίμων, προς όφελος όλων των πολιτών της ΕΕ. Για την προστασία της ασφάλειας των τροφίμων χρειάζονται ασφαλή και υγιή φυτά και ζώα και ένα σύστημα ελέγχων υψηλών προδιαγραφών. Η κάλυψη της απαίτησης αυτής έχει, συνεπώς, άμεση και αδιάρρηκτη σχέση με την επίτευξη υψηλού επιπέδου υγείας φυτών και ζώων και επίσημων ελέγχων.
Η αποτελεσματική επιβολή των απαιτήσεων της ΕΕ στους παραπάνω τομείς εντός της ΕΕ και σε τρίτες χώρες που εξάγουν ζώα, φυτά και προϊόντα προς την ΕΕ έχει καίρια σημασία για τη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου ασφάλειας των τροφίμων.
Τα υψηλά πρότυπα της ΕΕ διευκολύνουν το ενδοενωσιακό εμπόριο και δημιουργούν ευκαιρίες ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην παγκόσμια αγορά. Τα υψηλά επίπεδα ασφάλειας έχουν θεμελιώδη σημασία για τη σταθερότητα των αγορών και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών, και προστατεύουν την Ευρώπη από το οικονομικό και ανθρώπινο κόστος των εστιών ασθενειών.
Κατά την περίοδο που καλύπτεται από την αξιολόγηση, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν κάθε χρόνο περίπου 200 ελέγχους και επιθεωρήσεις που συνέβαλαν στην επίτευξη αρκετών βασικών προτεραιοτήτων της Επιτροπής, με κυριότερες τις εξής: ένα ρυθμιστικό περιβάλλον που να προάγει την απασχόληση, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις χάρη στην εξασφάλιση υψηλών επιπέδων ασφάλειας με την υποστήριξη αξιόπιστων συστημάτων ελέγχου και επιβολής· βαθύτερη και δικαιότερη εσωτερική αγορά χάρη στους ισότιμους όρους ανταγωνισμού όπου οι πολίτες και οι επιχειρήσεις μπορούν να έχουν εμπιστοσύνη στο ενιαίο και υψηλό επίπεδο ασφαλείας· και διαφανείς πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των ελέγχων στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες, που με τη σειρά τους πληροφορούν τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής σχετικά με την αποτελεσματικότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων στους σχετικούς τομείς.
Χάρη στην εμπειρία της στη διεξαγωγή ελέγχων, η Επιτροπή μπορεί να προσφέρει σημαντική πληροφόρηση σχετικά με την αποτελεσματικότητα, τον αντίκτυπο και την προστιθέμενη αξία της νομοθεσίας και των δραστηριοτήτων της ΕΕ.
Εάν η επίτευξη των ανά τομείς στόχων που αναλύθηκαν στις προηγούμενες ενότητες συμβάλλει στη θετική αξιολόγηση της γενικής κατάστασης ασφάλειας των τροφίμων σε επίπεδο ΕΕ, η φήμη των προϊόντων διατροφής της ΕΕ ωφελείται. Η ποιότητα και τα υψηλά πρότυπα ασφάλειας των αγροδιατροφικών προϊόντων της ΕΕ είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένα, ενώ ο κλάδος αυτός αποτελεί τον μεγαλύτερο μεταποιητικό τομέα στην Ευρώπη και έναν από τους κορυφαίους κλάδους παγκοσμίως. Στο πλαίσιο αυτό, ο προϋπολογισμός της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο καθώς συμβάλλει στην ανταγωνιστικότητά τους.
3.2
Απλούστευση
Στο πνεύμα της ανακοίνωσης «Προϋπολογισμός για την Ευρώπη 2020», ο κανονισμός ΚΔΠ είχε στόχο να εκσυγχρονίσει και να απλουστεύσει τις προϋπάρχουσες δημοσιονομικές διατάξεις. Η απλούστευση και ο εξορθολογισμός επιτεύχθηκαν με:
·αντικατάσταση του προηγούμενου νομικού πλαισίου, το οποίο ήταν υπερβολικά περίπλοκο και σε πολλά σημεία παρωχημένο, με μία μοναδική νομοθετική πράξη που καλύπτει ολόκληρο τον τομέα της διατροφικής αλυσίδας·
·εξορθολογισμό των συντελεστών χρηματοδότησης με τον καθορισμό τριών μόνο βασικών συντελεστών: 50 %, 75 % και 100 %·
·ευθυγράμμιση των διαδικασιών στον κτηνιατρικό και τον φυτοϋγειονομικό τομέα σύμφωνα με ένα εναρμονισμένο πλαίσιο, ώστε να διασφαλιστεί σαφήνεια, διαφάνεια και υγιές ρυθμιστικό περιβάλλον·
·περιορισμός της χρήσης της επιτροπολογίας και των αποφάσεων της Επιτροπής προκειμένου να μειωθεί ο χρόνος για τη σύναψη συμβάσεων και τις πληρωμές.
Ένα ακόμα βήμα προς την κατεύθυνση της γενικότερης απλούστευσης του συστήματος ήταν η καθιέρωση ενός συστήματος μοναδιαίου κόστους για την αποζημίωση των δραστηριοτήτων που διεξάγονται για την εφαρμογή κτηνιατρικών προγραμμάτων. Το σύστημα αυτό καλύπτει το 50 % περίπου των επιλέξιμων δαπανών και βρίσκεται σήμερα υπό αναθεώρηση ενόψει της περαιτέρω επέκτασής του και σε άλλους τομείς. Τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη θεωρούν ότι το νέο σύστημα διευκολύνει τα αιτήματα χρηματοδότησης και αποζημίωσης.
Όσον αφορά τις απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων, ορισμένα κράτη μέλη τις θεωρούν δυσανάλογα μεγάλες για τα μικρότερα κτηνιατρικά προγράμματα και για τα επείγοντα μέτρα μόνο.
3.3
Συμβολή στην έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομική ανάπτυξη
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, η παραγωγή ολόκληρου του αγροδιατροφικού τομέα της ΕΕ για το 2015 υπολογίζεται σε περισσότερα από 410 δισεκατομμύρια EUR, ποσό που τον καθιστά τον μεγαλύτερο μεταποιητικό τομέα στην Ευρώπη και έναν από τους κορυφαίους κλάδους παγκοσμίως, με συνεχή αύξηση των εξαγωγών των γεωργικών προϊόντων του. Ο κλάδος αυτός συνολικά παρέχει περίπου 44 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στην ΕΕ, από τις οποίες τα 22 εκατομμύρια βρίσκονται σε γεωργικές εκμεταλλεύσεις.
Η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής τροφίμων εξαρτάται από τη φήμη της, και ο προϋπολογισμός της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων παίζει κρίσιμο ρόλο στην ασφάλεια και την ποιότητα των ευρωπαϊκών προϊόντων τροφίμων.
Ωστόσο, στοιχεία όπως η παγκοσμιοποίηση του εμπορίου, η κλιματική αλλαγή και οι απαιτήσεις των εμπορικών εταίρων, καθώς και η συμπεριφορά των καταναλωτών σε περιπτώσεις κρίσεων στον τομέα των τροφίμων, συνιστούν προκλήσεις για το σύστημα παραγωγής της ΕΕ. Σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο, η αναπτυξιακή στρατηγική «Ευρώπη 2020» ζητά από την ΕΕ να μετατραπεί σε μια έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς οικονομία. Αυτές οι τρεις αλληλοενισχυόμενες προτεραιότητες αναμένεται να βοηθήσουν την ΕΕ και τα κράτη μέλη να επιτύχουν υψηλά επίπεδα απασχόλησης, παραγωγικότητας και κοινωνικής συνοχής.
Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι στόχοι αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μόνον εάν εξασφαλίζεται υψηλό επίπεδο υγείας για τον άνθρωπο, τα ζώα και τα φυτά σε ολόκληρη τη διατροφική αλυσίδα και τους συναφείς τομείς, και εάν αναληφθούν μέτρα για την ενεργό πρόληψη και εξάλειψη ασθενειών και επιβλαβών οργανισμών.
3.4
Αξία και συνάφεια στόχων
Στο πνεύμα της κατευθυντήριας αρχής της Διακήρυξης της Ρώμης, τα μέτρα ΚΔΠ συμβάλλουν στην επίτευξη μιας ασφαλούς Ευρώπης, όπου οι πολίτες έχουν πρόσβαση σε τρόφιμα υψηλής ποιότητας που συμμορφώνονται με τα αυστηρότερα διεθνή πρότυπα, ενώ οι κίνδυνοι για την ανθρώπινη και τη δημόσια υγεία συγκρατούνται χάρη στη μακροπρόθεσμη παρέμβαση της ΕΕ στον τομέα αυτόν, καθώς και στην έγκαιρη αντίδρασή της σε περίπτωση έκτακτων αναγκών. Για την πρόληψη την εκδήλωσης ή της εξάπλωσης επιδημιών στην επικράτεια της Ένωσης, τα μέτρα για τη διατροφική αλυσίδα παίζουν βασικό ρόλο στην προστασία της οικονομίας της ΕΕ, όπου οι κτηνιατρικές, φυτοϋγειονομικές και διατροφικές κρίσεις μπορούν να έχουν καταστροφικές επιπτώσεις με κίνδυνο να επιφέρουν τεράστιο κόστος για τους δημόσιους προϋπολογισμούς και για ολόκληρο τον αγροδιατροφικό τομέα. Αυτό έχει αντίκτυπο στην κοινωνική διάσταση της Ευρώπης, με θετική επίδραση στην προστασία των συμφερόντων όλων των πολιτών της ΕΕ, από τους αρχικούς παραγωγούς μέχρι τους τελικούς καταναλωτές. Τελικά, το σύστημα αυτό συμβάλλει στην ενίσχυση του αγροδιατροφικού κλάδου της ΕΕ σε παγκόσμιο επίπεδο εξασφαλίζοντας οικονομίες κλίμακας στην εσωτερική αγορά της ΕΕ, γεγονός που με τη σειρά του υποστηρίζει τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων της ΕΕ.
3.5
Μακροπρόθεσμος αντίκτυπος των προηγούμενων μέτρων
Οι περισσότερες από τις δραστηριότητες που καλύπτονται επί του παρόντος από τον κανονισμό ΚΔΠ ήδη συγχρηματοδοτούνταν βάσει της προηγούμενης νομοθεσίας. Η επιτυχία πολλών από τις δραστηριότητες αυτές, ιδίως των μέτρων για την υγεία των ζώων, απαιτεί εκ της φύσης τους μακροπρόθεσμες επενδύσεις.
Από τα κυριότερα επιτεύγματα του μακροπρόθεσμου αντίκτυπου των μέτρων που εφαρμόστηκαν πριν από το 2014, ένα καλό παράδειγμα είναι η εξάλειψη της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, μιας θανατηφόρας νόσου που μεταδίδεται στον άνθρωπο μέσω της κατανάλωσης μολυσμένων προϊόντων βοδινού κρέατος. Η μακροχρόνια συγχρηματοδότηση από την ΕΕ για την καταπολέμηση της νόσου αυτής έπαιξε βασικό ρόλο και οδήγησε σε μείωση του αριθμού των θετικών κρουσμάτων, από περισσότερα από 2 000 το 2001 σε μόλις 5 το 2016 – σχεδόν πλήρης εξάλειψη. Το γεγονός αυτό, με τη σειρά του, επέτρεψε την ανάκληση μιας σειράς δαπανηρών προστατευτικών μέτρων και τη δημιουργία νέων εμπορικών ευκαιριών.
Ένα άλλο καλό παράδειγμα αφορά μια σημαντική ζωοανθρωπονόσο, τη λύσσα, που έχει εξαλειφθεί σχεδόν πλήρως από τα άγρια ζώα στην ΕΕ (και αναμένεται να εξαφανιστεί εντελώς μέχρι το 2020) με τον αριθμό των κρουσμάτων να έχει μειωθεί από τα 726, το 2010, σε μόλις 18 το 2016, γεγονός που επέτρεψε την ελεύθερη κυκλοφορία σκύλων και γάτων εντός της ΕΕ.
Έχει αναφερθεί μείωση των λοιμώξεων του πληθυσμού πουλερικών (όπως οι όρνιθες ωοπαραγωγής) από Salmonella spp. μετά την εφαρμογή των συγχρηματοδοτούμενων από την ΕΕ προγραμμάτων ελέγχου της σαλμονέλας. Αυτό έχει προσφέρει οφέλη και για την ανθρώπινη υγεία, καθώς η σαλμονέλλωση είναι σημαντική ζωοανθρωπονόσος και μία από τις κυριότερες αιτίες μόλυνσης του ανθρώπου είναι η κατανάλωση αυγών. Η συχνότητα εμφάνισης επιβεβαιωμένων κρουσμάτων στον άνθρωπο, που αναλύθηκε για περίοδο μεγαλύτερη από το αξιολογούμενο χρονικό διάστημα, μειώθηκε από 105 450 το 2010 σε 94 600 το 2015. Ωστόσο, ενδέχεται να παρατηρηθούν ετήσιες εξάρσεις κρουσμάτων στον άνθρωπο εξαιτίας διάφορων παραγόντων, όπως η διακοπή της ψυκτικής αλυσίδας των αυγών.
3.6
Πεδία περαιτέρω εξέτασης
Σύμφωνα με τον προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2014–2020, το αποθεματικό για την αντιμετώπιση κρίσεων στον γεωργικό τομέα δεν είναι διαθέσιμο για το πρόγραμμα τροφίμων και ζωοτροφών. Σε περίπτωση εμφάνισης εστιών κτηνιατρικών ή φυτοϋγειονομικών επιδημιών μεγάλης κλίμακας, όπως η πρόσφατη περίπτωση της γρίπης των πτηνών, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των οποίων πιθανόν να μην καλύπτονται από το τρέχον πρόγραμμα, ενδέχεται να είναι δύσκολη η χρηματοδοτική στήριξη για την εφαρμογή δραστηριοτήτων εξάλειψης και για τον έγκαιρο περιορισμό της εξάπλωσης αυτών των επιδημιών.
Η χρηματοδότηση των φυτοϋγειονομικών δραστηριοτήτων βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και χρειάζεται περαιτέρω μελέτη ώστε να αντιμετωπιστούν κατάλληλα οι ανάγκες στον τομέα αυτόν, π.χ. όσον αφορά τη διασύνδεση των προγραμμάτων επισκόπησης με τα επείγοντα μέτρα. Εν τω μεταξύ, πρέπει να σημειωθεί ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην αποτελεσματικότητα των επειγόντων φυτοϋγειονομικών μέτρων. Στο σημείο αυτό, είναι σημαντικό να τονιστεί το γεγονός ότι η επίτευξη της εξάλειψης ορισμένων επιβλαβών οργανισμών είναι συχνά πιο περίπλοκη απ’ ό,τι στον τομέα της υγείας των ζώων, λόγω του μεγάλου αριθμού ειδών-ξενιστών, της λανθάνουσας περιόδου μέχρι την εμφάνιση συμπτωμάτων και της παρουσίας φορέων. Σε περιπτώσεις όπου δεν είναι πλέον δυνατή η εξάλειψη, μια προσέγγιση περιορισμού εξακολουθεί να αποτελεί αποτελεσματικό μέσο για την αποτροπή της περαιτέρω εξάπλωσης του επιβλαβούς οργανισμού στην υπόλοιπη επικράτεια της Ένωσης.
Πραγματοποιήθηκαν ορισμένες τροποποιήσεις ώστε τα χρηματοδοτικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται σε αυτούς τους τομείς δαπανών να προσαρμοστούν στις διατάξεις του τρέχοντος δημοσιονομικού κανονισμού, ιδίως όσον αφορά τις επιχορηγήσεις. Ωστόσο, από την πείρα προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών των δαπανών για την ασφάλεια των τροφίμων (μη ανταγωνιστική χρηματοδότηση που συνίσταται σε αποζημιώσεις προς τα κράτη μέλη), οι επιχορηγήσεις δεν αποτελούν πάντοτε το καλύτερο εργαλείο για τον συγκεκριμένο τομέα των κτηνιατρικών και φυτοϋγειονομικών μέτρων.
Όσον αφορά τη χρηματοδοτική στήριξη για άλλες δραστηριότητες, απαιτείται προβληματισμός σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι επιχορηγήσεις για τη στήριξη μιας πιο βιώσιμης συμπεριφοράς ορισμένων παραγόντων της διατροφικής αλυσίδας συμβάλλουν στο θεματολόγιο του 2030 για τη βιώσιμη ανάπτυξη, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση με τίτλο «Τα επόμενα βήματα για ένα βιώσιμο ευρωπαϊκό μέλλον». Κάποιες διαθέσιμες επιλογές που θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω είναι ο τρόπος με τον οποίο η δυνατότητα δωρεάς τροφίμων που είναι ασφαλή για κατανάλωση θα μπορούσε να υποστηριχθεί με την επέκταση της χορήγησης επιδοτήσεων σε οργανώσεις που ασχολούνται με την αναδιανομή ασφαλών τροφίμων, όπως προτείνεται στην ειδική έκθεση «Καταπολέμηση της σπατάλης τροφίμων» του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.
4.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το πλαίσιο της ΕΕ για την ασφάλεια των τροφίμων, την υγεία των ζώων και την υγεία των φυτών χαρακτηρίζεται σε γενικές γραμμές ενιαίο και σε μεγάλο βαθμό συνεπές ως προς την εφαρμογή και την επιβολή του σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτό, με τη σειρά του, διασφαλίζει ότι τόσο οι πολίτες όσο και οι επιχειρήσεις έχουν τη βεβαιότητα ότι το πλαίσιο αυτό είναι δίκαιο και αποτελεσματικό στην προώθηση υψηλών προτύπων ασφαλείας σε έναν βασικό τομέα της οικονομίας της ΕΕ. Οι επενδύσεις της ΕΕ στην επιτήρηση, τον έλεγχο και την εξάλειψη ασθενειών και επιβλαβών οργανισμών συμβάλλουν στην ασφάλεια και το εμπόριο σε ολόκληρη τη διατροφική αλυσίδα. Η ενδιάμεση αξιολόγηση του κανονισμού ΚΔΠ δείχνει ότι το παρόν δημοσιονομικό πλαίσιο λειτουργεί καλά, εντός του αντίστοιχου πλαισίου πολιτικής: όλες οι δραστηριότητες που λαμβάνουν χρηματοδοτική στήριξη από την ΕΕ σε αυτόν τον τομέα εξυπηρετούν τους γενικούς και ειδικούς στόχους του κανονισμού ΚΔΠ, και συγκεκριμένα τη βελτίωση της υγείας του ανθρώπου, των ζώων και των φυτών, καθώς και τις συνολικές προτεραιότητες της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της λειτουργίας μιας αποτελεσματικής εσωτερικής αγοράς και της υποστήριξης του εμπορίου με τρίτες χώρες.
Το χρηματοδοτικό εργαλείο του κανονισμού ΚΔΠ έχει επίσης αποδειχθεί ευέλικτο για την αντιμετώπιση αναδυόμενων αναγκών για συγχρηματοδότηση, ιδίως σε περίπτωση εκδήλωσης εστιών. Οι δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται βάσει του κανονισμού ΚΔΠ παρέχουν στήριξη στο πλαίσιο τροφίμων και ζωοτροφών της ΕΕ και συμβάλλουν σε μια Ένωση ασφαλή, ευημερούσα, αειφόρο, κοινωνική και ισχυρότερη στην παγκόσμια σκηνή.