Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52016PC0421

Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού

COM/2016/0421 final - 2016/0194 (NLE)

Βρυξέλλες, 27.6.2016

COM(2016) 421 final

2016/0194(NLE)

Πρόταση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1.ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η πρόταση απορρέει από εντολή του Συμβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2008, με την οποία η Επιτροπή εξουσιοδοτήθηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις για την επικαιροποίηση της υφιστάμενης συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά σε θέματα ανταγωνισμού. Σκοπός είναι να συμπεριληφθούν διατάξεις που να δίνουν τη δυνατότητα στις αρχές ανταγωνισμού αμφοτέρων των μερών να ανταλλάσσουν αποδεικτικά στοιχεία που συνέλεξαν κατά τη διάρκεια των αντίστοιχων ερευνών τους.

Η ισχύουσα συμφωνία συνεργασίας με τον Καναδά χρονολογείται από τον Ιούνιο του 1999 και, την εποχή εκείνη, η ανταλλαγή αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ των μερών δεν θεωρήθηκε αναγκαία. Στο μεταξύ, η διμερής συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Καναδικής Υπηρεσίας Ανταγωνισμού έχει καταστεί συχνότερη και βαθύτερη όσον αφορά την ουσία. Η αδυναμία ανταλλαγής πληροφοριών με την καναδική αρχή ανταγωνισμού θεωρείται μείζον εμπόδιο για την αποτελεσματική συνεργασία. Οι προτεινόμενες αλλαγές στην υφιστάμενη συμφωνία θα δώσουν τη δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Καναδική Υπηρεσία Ανταγωνισμού να ανταλλάσσουν αποδεικτικά στοιχεία που έχουν συγκεντρώσει αμφότερα τα μέρη κατά τις έρευνές τους. Αυτό θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες η εικαζόμενη αντιανταγωνιστική συμπεριφορά επηρεάζει τις διατλαντικές ή τις παγκόσμιες αγορές. Πολλές παγκόσμιες ή διατλαντικές συμπράξεις περιλαμβάνουν τον Καναδά και, μέσω του Καναδά, η Επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει πρόσβαση σε πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις εν λόγω συμπράξεις.

Συνοχή με ισχύουσες διατάξεις στον τομέα πολιτικής

Η συνεργασία με τις αρχές ανταγωνισμού τρίτων χωρών αποτελεί πλέον συνήθη πρακτική στο πλαίσιο διεθνών ερευνών σε υποθέσεις ανταγωνισμού. Πέραν της συμφωνίας με τον Καναδά, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει ειδικές συμφωνίες συνεργασίας με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Κορέα και την Ελβετία. Η πλέον προηγμένη είναι η συμφωνία με την Ελβετία, η οποία περιλαμβάνει ήδη διατάξεις σχετικά με την ανταλλαγή αποδεικτικών στοιχείων και η προτεινόμενη επικαιροποίηση θα φέρει τη συμφωνία με τον Καναδά στο ίδιο επίπεδο με τη συμφωνία που έχει συναφθεί με την Ελβετία.

Συνοχή με άλλες πολιτικές της Ένωσης

Η πολιτική ανταγωνισμού έχει ως στόχο να διασφαλίσει ότι οι αγορές παρέχουν περισσότερα οφέλη στους καταναλωτές, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία στο σύνολό της. Ως εκ τούτου, η πολιτική ανταγωνισμού συμβάλλει στην επίτευξη των ευρύτερων στόχων της Επιτροπής, ιδίως στην τόνωση της απασχόλησης, της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Η Επιτροπή επιδιώκει την επίτευξη αυτού του στόχου με την επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού, την επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις και την προώθηση πνεύματος ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο.

Η προτεινόμενη συμφωνία θα βελτιώσει τη διοικητική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Καναδικής Υπηρεσίας Ανταγωνισμού. Τέλος, οι καταναλωτές τόσο στην ΕΕ όσο και στον Καναδά θα επηρεαστούν θετικά αν οι παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού εντοπίζονται καλύτερα και επιβάλλονται κυρώσεις, πράγμα που επίσης θα συμβάλει στην ενίσχυση της αποτροπής. Η αποτελεσματικότερη επιβολή των κανόνων ανταγωνισμού έχει ως αποτέλεσμα πιο ανοικτές και ανταγωνιστικές αγορές, στις οποίες οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται πιο ελεύθερα και αξιοκρατικά, ώστε να παράγουν πλούτο και να δημιουργούν θέσεις εργασίας. Επίσης, έτσι παρέχεται στους καταναλωτές μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων σε χαμηλότερες τιμές.

2.ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ, ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ

Νομική βάση

Η νομική βάση για τη δράση της Ένωσης είναι τα άρθρα 103 και 352 της ΣΛΕΕ. Το άρθρο 103 αποτελεί τη νομική βάση για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102. Το άρθρο 352 αποτελεί τη νομική βάση του κανονισμού 139/2004 («κανονισμός συγκεντρώσεων») και η προτεινόμενη συμφωνία καλύπτει επίσης τη συνεργασία στο πλαίσιο ερευνών σε υποθέσεις συγκέντρωσης.

Επικουρικότητα (σε περίπτωση μη αποκλειστικής αρμοδιότητας)

Η πρωτοβουλία εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι αφορά τους κανόνες ανταγωνισμού που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Συνεπώς, η αρχή της επικουρικότητας δεν εφαρμόζεται.

Αναλογικότητα

Η δράση της ΕΕ δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου πολιτικής για τη βελτίωση της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Καναδικής Υπηρεσίας Ανταγωνισμού. Αυτή η βελτιωμένη διοικητική συνεργασία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω διεθνούς συμφωνίας που θα συναφθεί μεταξύ της ΕΕ και του Καναδά.

Η προτεινόμενη συμφωνία ρυθμίζει τη διοικητική συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Καναδικής Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και αφορά μόνο τις υποθέσεις που χειρίζεται η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η προτεινόμενη συμφωνία δεν αφορά την επιβολή του δικαίου περί ανταγωνισμού από τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι δεν εφαρμόζεται στις υποθέσεις που χειρίζονται τα κράτη μέλη.

Επιλογή του νομικού μέσου

Η Επιτροπή χρειάζεται ρητή νόμιμη εξουσιοδότηση για να διαβιβάσει πληροφορίες που προστατεύονται από τον νόμο στην Καναδική Υπηρεσία Ανταγωνισμού. Οι μη δεσμευτικές νομικές πράξεις όπως ένα διοικητικό μνημόνιο συμφωνίας δεν αρκούν για να υπερκεράσουν τις διατάξεις περί επαγγελματικού απορρήτου του άρθρου 28 του κανονισμού 1/2003 και του άρθρου 17 του κανονισμού 139/2004 («κανονισμός συγκεντρώσεων»). Συνεπώς, ο προβλεπόμενος στόχος μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω επίσημης διεθνούς συμφωνίας.

3.ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΩΝ, ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΕΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ

Εκ των υστέρων αξιολογήσεις / έλεγχοι καταλληλότητας ισχύουσας νομοθεσίας

Άνευ αντικειμένου.

Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Τα κράτη μέλη ενημερώνονται τακτικά για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται επίσης σχετικά με την πρωτοβουλία.

Συλλογή και χρήση εμπειρογνωσίας

Η πρωτοβουλία εφαρμόζει την εντολή του Συμβουλίου του Οκτωβρίου του 2008. Η εντολή βασίστηκε στις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά την πρακτική εφαρμογή της συμφωνίας του 1999 από αμφότερες τις αρχές ανταγωνισμού.

Εκτίμηση των επιπτώσεων

Δεν ήταν αναγκαία η διενέργεια εκτίμησης των επιπτώσεων. Η προτεινόμενη συμφωνία ακολουθεί τις οδηγίες της εντολής του Συμβουλίου και δεν υπήρχαν άλλες επιλογές για την εφαρμογή της εντολής.

Καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου και απλούστευση

Άνευ αντικειμένου.

Θεμελιώδη δικαιώματα

Η διατύπωση της προτεινόμενης συμφωνίας έχει προσαρμοστεί έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή νομοθεσία περί προστασίας των δεδομένων από τότε που τέθηκε σε ισχύ η υφιστάμενη συμφωνία του 1999. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που θα ανταλλάσσονται μπορεί να περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, έχουν συμπεριληφθεί λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων σε παράρτημα της συμφωνίας (παράρτημα Γ).

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα της υπεράσπισης θα τηρούνται πάντα, το σχέδιο συμφωνίας προβλέπει ότι η διαβιβάζουσα αρχή οφείλει να επαληθεύει ότι οι πληροφορίες που διαβιβάζει θα μπορούν επίσης να χρησιμοποιούνται μόνο στις δικές της διαδικασίες σύμφωνα με τα οικεία διαδικαστικά δικαιώματα και προνόμια (άρθρο VII παράγραφος 7).

4.ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η προτεινόμενη συμφωνία δεν έχει δημοσιονομικές επιπτώσεις.

5.ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σχέδια εφαρμογής και παρακολούθηση, αξιολόγηση και ρυθμίσεις περί υποβολής εκθέσεων

Δεδομένου ότι η συμφωνία αφορά μόνο τη διοικητική συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και της Καναδικής Υπηρεσίας Ανταγωνισμού, δεν θα είναι αναγκαία η εφαρμογή από τα κράτη μέλη.

Επεξηγηματικά έγγραφα (για οδηγίες)

Άνευ αντικειμένου.

Αναλυτική επεξήγηση των επιμέρους διατάξεων της πρότασης

Τα μέρη των διαπραγματεύσεων άφησαν το κείμενο της υφιστάμενης συμφωνίας καταρχήν αμετάβλητο και πρόσθεσαν μόνο τις αναγκαίες διατάξεις για τον καθορισμό του πλαισίου της συζήτησης, της διαβίβασης και της χρήσης των πληροφοριών που προστατεύονται από τον νόμο. Σε περιπτώσεις που κρίθηκε απαραίτητο, το κείμενο επικαιροποιήθηκε με βάση τις νομοθετικές εξελίξεις (θέσπιση νέας νομοθεσίας περί ανταγωνισμού, νέα αρίθμηση της ΣΛΕΕ) και οι παρωχημένες διατάξεις απαλείφθηκαν. Οι αλλαγές αντικατοπτρίζουν επίσης τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή νομοθεσία περί προστασίας των δεδομένων από τότε που τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία.

Το άρθρο I στοιχείο στ) ορίζει την έννοια των «πληροφοριών που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας», οι οποίες θα υπόκεινται στον προσφάτως συμφωνηθέντα μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών.

Το άρθρο VII καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους ανταλλαγής πληροφοριών:

Τα μέρη μπορούν να συζητούν και να ανταλλάσσουν απόψεις σχετικά με όλες τις πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω της διαδικασίας έρευνας (άρθρο VII παράγραφος 2).

Όταν αμφότερες οι αρχές διερευνούν την ίδια ή συναφή συμπεριφορά, μπορούν να διαβιβάζουν στην άλλη αρχή, κατόπιν αιτήματος, τα αποδεικτικά στοιχεία που έχουν ήδη στην κατοχή τους και που προέκυψαν κατά τη διαδικασία έρευνας για ενδεχόμενη χρήση τους ως αποδεικτικών στοιχείων (άρθρο VII παράγραφος 4).

Τα μέρη δεν μπορούν να συζητούν ούτε να διαβιβάζουν αποδεικτικά στοιχεία που προστατεύονται από τα δικαιώματα ή τα προνόμια τα οποία προβλέπονται στις αντίστοιχες νομοθεσίες των μερών (π.χ. το δικαίωμα μη αυτοενοχοποίησης ή το νομικό απόρρητο, άρθρο VII παράγραφος 7) ή που λήφθηκαν στο πλαίσιο των αντίστοιχων οικείων διαδικασιών επιεικούς μεταχείρισης ή διευθέτησης διαφορών (εκτός εάν υπάρχει παραίτηση του μέρους που υπέβαλε τις πληροφορίες αυτές) (άρθρο VII παράγραφος 9).

Η απόφαση για τη διαβίβαση πληροφοριών εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια της διαβιβάζουσας αρχής· δεν υπάρχει καμία σχετική υποχρέωση (άρθρο VII παράγραφος 8).

Το άρθρο VIII προβλέπει υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τον παραλήπτη οι πληροφορίες που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου VII:

Οι πληροφορίες που συζητούνται ή λαμβάνονται πρέπει να παραμένουν εμπιστευτικές και μπορούν να κοινοποιούνται μόνο σε περιορισμένες περιπτώσεις (άρθρο VIII παράγραφος 2).

Το άρθρο VIII προβλέπει ότι οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς που καθορίζονται στο αίτημα και για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού από την παραλήπτρια αρχή (άρθρο VIII παράγραφος 8).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου (της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης), η Επιτροπή δεν μπορεί να διαβιβάσει πληροφορίες σε μια αρχή ανταγωνισμού κράτους μέλους προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ενδεχομένως κατά φυσικών προσώπων για την επιβολή στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων. Δεδομένου ότι ο Καναδάς διαθέτει ποινικό σύστημα επιβολής της νομοθεσίας για συμπράξεις, ήταν απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι η συμφωνία δεν υπερβαίνει τις ρυθμίσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεπώς, το σχέδιο συμφωνίας ορίζει ότι καμία από τις πληροφορίες που διαβιβάζονται βάσει αυτής δεν χρησιμοποιείται για την επιβολή στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα (άρθρο VIII παράγραφος 9).

Δεδομένου ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που θα ανταλλάσσονται μπορεί να περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, το άρθρο VIII παράγραφος 5 και το παράρτημα Γ περιλαμβάνουν λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Το άρθρο IX εφαρμόζεται ειδικά στην ΕΕ και ρυθμίζει τη διαβίβαση εγγράφων μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού των κρατών μελών και μεταξύ της Επιτροπής και της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ.

Παρότι η υφιστάμενη δομή της συμφωνίας έχει παραμείνει αμετάβλητη, ο αριθμός των αλλαγών είναι τόσο μεγάλος που δεν θα ήταν πρακτική η σύνταξη συμφωνίας στην οποία θα αναφέρονταν όλες οι αλλαγές άρθρο προς άρθρο. Ως εκ τούτου, από τεχνική άποψη, θα είναι αναγκαίο να συναφθεί νέα συμφωνία που να αντικαθιστά την υφιστάμενη συμφωνία και όχι απλώς να επιφέρει αλλαγές στην υφιστάμενη συμφωνία. Το άρθρο XIV παράγραφος 5 προβλέπει, επομένως, ότι η προτεινόμενη συμφωνία αντικαθιστά την υφιστάμενη συμφωνία του 1999.

2016/0194 (NLE)

Πρόταση

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 103 και 352, σε συνδυασμό με το άρθρο 218 παράγραφος 5,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)Στις 9 Οκτωβρίου 2008, το Συμβούλιο εξουσιοδότησε την Επιτροπή να αρχίσει διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Καναδά για μια συμφωνία σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού.

(2)Οι διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Καναδά έχουν ολοκληρωθεί.

(3)Η συμφωνία θα πρέπει να υπογραφεί, με την επιφύλαξη της σύναψής της,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού εγκρίνεται εξ ονόματος της Ένωσης, με την επιφύλαξη της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας 1 .

Άρθρο 2

Η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου καταρτίζει την πράξη εξουσιοδότησης του(των) προσώπου(-ων) που θα ορίσει ο διαπραγματευτής της συμφωνίας για την υπογραφή της, με την επιφύλαξη της σύναψής της.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία έκδοσής της.

Βρυξέλλες,

   Για το Συμβούλιο

   O Πρόεδρος

(1) Το κείμενο της συμφωνίας θα δημοσιευθεί μαζί με την απόφαση για τη σύναψή της.
Top

Βρυξέλλες, 27.6.2016

COM(2016) 421 final

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στην

πρόταση απόφασης του Συμβουλίου

για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στην

πρόταση απόφασης του Συμβουλίου

για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού

Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ, αφενός, και η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΑΔΑ (εφεξής «Καναδάς»), αφετέρου, (εφεξής «τα μέρη»),

Εκτιμώντας τις μεταξύ τους στενές οικονομικές σχέσεις.

Αναγνωρίζοντας ότι οι οικονομίες όλων των χωρών, και ιδίως οι οικονομίες των μερών, καθίστανται όλο και περισσότερο αλληλένδετες.

Διαπιστώνοντας ότι τα μέρη συμμερίζονται την άποψη ότι η χρηστή και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού είναι ουσιώδης για την ορθή λειτουργία των αντίστοιχων αγορών τους και των μεταξύ τους συναλλαγών.

Επιβεβαιώνοντας τη δέσμευσή τους να ενισχύσουν τη χρηστή και αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού μέσω της συνεργασίας και, ενδεχομένως, μέσω του μεταξύ τους συντονισμού κατά την εφαρμογή του εν λόγω δικαίου.

Διαπιστώνοντας ότι ο συντονισμός των εκτελεστικών μέτρων τους μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη επίλυση των αντιστοίχων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα μέρη στον τομέα του ανταγωνισμού σε σχέση με αυτό που θα συνέβαινε με την εφαρμογή ανεξάρτητων εκτελεστικών μέτρων εκ μέρους των μερών.

Αναγνωρίζοντας τη δέσμευση των μερών να αποδίδουν ιδιαίτερη προσοχή στα σημαντικά συμφέροντα εκάστου μέρους, κατά την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού, και να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να επιτυγχάνεται η διευθέτηση των συμφερόντων αυτών.

Έχοντας υπόψη τη σύσταση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης για τη Συνεργασία μεταξύ των χωρών μελών σχετικά με τις περιοριστικές επιχειρηματικές πρακτικές που επηρεάζουν το διεθνές εμπόριο, η οποία εκδόθηκε στις 27 και 28 Ιουλίου 1995.

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία εμπορικής συνεργασίας μεταξύ του Καναδά και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία εγκρίθηκε στις 6 Ιουλίου 1976, τη δήλωση για τις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Καναδά, η οποία εκδόθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1990, καθώς και την κοινή πολιτική δήλωση όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά και το συνοδευτικό πρόγραμμα δράσης, που εγκρίθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 1996.

Αναγνωρίζοντας ότι η αυξημένη ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της κοινοποίησης πληροφοριών που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας των μερών, θα βελτιώσει τη συνεργασία και θα συμβάλει στην ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού εκάστου μέρους.

Αναγνωρίζοντας ότι τα μέρη έχουν κοινές αξίες όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως αποτυπώνονται στο αντίστοιχο δίκαιό τους, και ότι αρμόδια για την εποπτεία θα είναι ανεξάρτητη δημόσια αρχή, και στον Καναδά, όσον αφορά τα πρόσωπα τα οποία δεν ευρίσκονται στον Καναδά, αρμόδια θα είναι μια αρχή η οποία συγκροτείται με διοικητικά μέσα,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

I. Σκοπός και ορισμοί

1. Σκοπός της παρούσας συμφωνίας είναι η προώθηση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού των μερών και η μείωση των πιθανοτήτων διάστασης ή των επιπτώσεων τέτοιας διάστασης μεταξύ των μερών, κατά την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού.

2. Στην παρούσα συμφωνία, νοούνται ως:

α) «δραστηριότητες οι οποίες αντιβαίνουν στον ανταγωνισμό»: κάθε συμπεριφορά ή πράξη που ενδέχεται να υπόκειται σε κυρώσεις, απαγόρευση ή άλλα μέτρα αποκατάστασης βάσει του δικαίου περί ανταγωνισμού ενός από τα μέρη·

β) «αρμόδια αρχή κράτους μέλους»: η αρχή του κράτους μέλους που καταγράφεται στο παράρτημα Α. Το παράρτημα Α μπορεί ανά πάσα στιγμή να συμπληρωθεί ή να τροποποιηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές οι προσθήκες ή τροποποιήσεις θα κοινοποιούνται γραπτώς στον Καναδά, πριν γνωστοποιηθεί οποιαδήποτε πληροφορία σε μια προσφάτως καταχωρισθείσα αρχή·

γ) «αρχή ανταγωνισμού» ή «αρχές ανταγωνισμού»:

i) για τον Καναδά, ο Επίτροπος Ανταγωνισμού, ο οποίος διορίζεται βάσει του νόμου περί ανταγωνισμού, R.S.C. 1985, c. C-34 (εφεξής «νόμος περί ανταγωνισμού») και

ii) για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ως προς τις ευθύνες της που απορρέουν από το δίκαιο περί ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκή Ένωσης·

δ) «δίκαιο ή δίκαια περί ανταγωνισμού»:

i) για τον Καναδά, ο νόμος περί ανταγωνισμού, πλην των άρθρων 52 έως 62 και του Μέρους VII.1 του νόμου, και οι συναφείς κανονιστικές διατάξεις, και

ii) για την Ευρωπαϊκή Ένωση τα άρθρα 101, 102 και 105 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων («Κοινοτικός κανονισμός συγκεντρώσεων») (ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1) (εφεξής «κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004»), και τα άρθρα 53 και 54 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΕ L 1 της 3.1.1994, σ. 3) (εφεξής «η συμφωνία ΕΟΧ»), όταν χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με τα άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και οι εκτελεστικοί κανονισμοί τους,

καθώς και οι τυχόν τροποποιήσεις των ανωτέρω και άλλες νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις για τις οποίες τα μέρη μπορεί να συμφωνήσουν από κοινού εγγράφως ότι συνιστούν «δίκαιο περί ανταγωνισμού», για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας·

ε) «εκτελεστικό(-ά) μέτρο(-α)»: η εφαρμογή των νομοθεσιών περί ανταγωνισμού με τη διεξαγωγή έρευνας ή την κίνηση διαδικασίας από την αρχή ανταγωνισμού ενός από τα μέρη·

στ) «πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας»:

i) για τον Καναδά, οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει των άρθρων 11, 15, 16 και 114 του νόμου περί ανταγωνισμού· και

ii) για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω αιτήσεων παροχής πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 1 της Συνθήκης (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 1) (εφεξής «κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003»), προφορικών ακροάσεων δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, και ελέγχων που διενεργούνται από την Επιτροπή ή εξ ονόματος της Επιτροπής, δυνάμει των άρθρων 20, 21 ή 22 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, καθώς και οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου·

ζ) «πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει αιτήσεως ασυλίας ή επιείκειας»:

i) για τον Καναδά, οι πληροφορίες που παρέχονται από τον αιτούντα στην αρχή ανταγωνισμού στο πλαίσιο είτε αίτησης ασυλίας σε περίπτωση ποινικής δίωξης είτε αίτησης σύστασης για επιείκεια προς τον διευθυντή της εισαγγελίας (Director of Public Prosecutions) κατά τη διάρκεια ποινικής διαδικασίας· και

ii) για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη μη επιβολή προστίμων και τη μείωση προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων (καρτέλ) (ΕΕ C 298 της 8.12.2006, σ. 17)·

η) «πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών»: για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 10α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 2 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123 της 27.4.2004, σ. 18)·

θ) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αναφέρεται σε φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί σε οποιαδήποτε μορφή καταγραφής.

3. Οποιαδήποτε αναφορά γίνεται στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας σε συγκεκριμένη διάταξη του δικαίου περί ανταγωνισμού ενός από τα μέρη ερμηνεύεται ότι αφορά τη διάταξη αυτή όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς και τις τυχόν διατάξεις που την έχουν διαδεχθεί.

II. Κοινοποίηση

1. Κάθε μέρος οφείλει να κοινοποιεί στο άλλο μέρος, κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο ΙΧ, τα εκτελεστικά μέτρα που λαμβάνει και που ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους.

2. Στα εκτελεστικά μέτρα που ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους και, ως εκ τούτου, δημιουργούν, κατά κανόνα, προϋποθέσεις κοινοποίησης, περιλαμβάνονται ιδίως όσα:

i) είναι συναφή με τα εκτελεστικά μέτρα του άλλου μέρους·

ii) αφορούν αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες, πλην των συγχωνεύσεων ή εξαγορών, που έχουν ασκηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο έδαφος του άλλου μέρους·

iii) αφορούν συμπεριφορά η οποία θεωρείται ότι έχει ζητηθεί, ενθαρρυνθεί ή εγκριθεί από το άλλο μέρος ή μία από τις επαρχίες ή κράτη μέλη του·

iv) αφορούν συγχώνευση ή εξαγορά, στην οποία:

ένα ή περισσότερα από τα συμβαλλόμενα μέρη της πράξης, ή

μια εταιρεία που ελέγχει ένα ή περισσότερα από τα συμβαλλόμενα μέρη της πράξης,

είναι εταιρεία που έχει συσταθεί ή λειτουργεί βάσει του δικαίου του άλλου μέρους ή επαρχίας του ή κρατών μελών του·

v) συνεπάγονται την επιβολή, ή την αίτηση επιβολής, μέτρων αποκατάστασης από την αρχή ανταγωνισμού, που επιβάλλουν ή απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά στο έδαφος του άλλου μέρους, ή

vi) συνεπάγονται ότι ένα από τα μέρη αναζητεί πληροφορίες οι οποίες ευρίσκονται στο έδαφος του άλλου μέρους.

3. Η προβλεπόμενη στο παρόν άρθρο κοινοποίηση γίνεται, κατά κανόνα, ευθύς ως η αρχή ανταγωνισμού αντιληφθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις κοινοποίησης και, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 7 του παρόντος άρθρου.

4. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις κοινοποίησης σχετικά με συγχωνεύσεις ή εξαγορές, η κοινοποίηση γίνεται:

α) στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν δημοσιεύεται ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004, και

β) στην περίπτωση του Καναδά, το αργότερο όταν η αρχή ανταγωνισμού αποστέλλει γραπτή αίτηση παροχής πληροφοριών, μέσω ένορκης κατάθεσης ή υπεύθυνης δήλωσης, ή επιτυγχάνει την έκδοση διάταξης βάσει του άρθρου 11 του νόμου περί ανταγωνισμού σχετικά με την πράξη.

5. α) Όταν η αρχή ανταγωνισμού ενός από τα μέρη ζητά από ένα πρόσωπο να παράσχει πληροφορίες, να προσκομίσει έγγραφα ή άλλα στοιχεία που ευρίσκονται στο έδαφος του άλλου μέρους ή ζητά από πρόσωπο που ευρίσκεται στο έδαφος του άλλου μέρους να καταθέσει προφορικά, στο πλαίσιο διαδικασίας, ή να συμμετάσχει σε προσωπική συνέντευξη, η κοινοποίηση γίνεται συγχρόνως ή πριν από την υποβολή του σχετικού αιτήματος.

β) Η προβλεπόμενη στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου κοινοποίηση απαιτείται ακόμη και εάν το εκτελεστικό μέτρο σχετικά με το οποίο ζητούνται οι ανωτέρω πληροφορίες έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο ΙΙ παράγραφοι 1 έως 3. Ωστόσο, δεν απαιτείται χωριστή κοινοποίηση για κάθε μεταγενέστερη αίτηση παροχής πληροφοριών από το ίδιο πρόσωπο, στα πλαίσια εκτελεστικού μέτρου αυτού του είδους, εκτός εάν το μέρος προς το οποίο έχει γίνει η κοινοποίηση υποβάλει διαφορετικό αίτημα ή το μέρος που ζητά τις πληροφορίες λάβει γνώση νέων θεμάτων που θίγουν σημαντικά συμφέροντα του μέρους προς το οποίο έχει γίνει η κοινοποίηση.

6. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις κοινοποίησης, γίνεται επίσης κοινοποίηση, σε εύλογο χρόνο, προτού δημιουργηθούν οι ακόλουθες περιστάσεις, ώστε να καταστεί δυνατό να ληφθούν υπόψη οι απόψεις του άλλου μέρους:

α) στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

i) όταν η αρμόδια αρχή της για τον ανταγωνισμό αποφασίζει να κινήσει διαδικασία σχετικά με τη συγκέντρωση, δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004·

ii) σε περιπτώσεις πλην των συγχωνεύσεων και εξαγορών, όταν εκδίδεται κοινοποίηση αιτιάσεων ή

iii) όταν εκδίδεται απόφαση ή επιτυγχάνεται διακανονισμός,

β) στην περίπτωση του Καναδά:

i) όταν κατατίθεται αίτηση στο δικαστήριο ανταγωνισμού,

ii) όταν κινείται ποινική διαδικασία ή

iii) όταν διευθετείται μια υπόθεση μέσω ανάληψης δέσμευσης ή δικαστικού συμβιβασμού.

7. α) Κάθε μέρος απευθύνει επίσης κοινοποίηση στο άλλο μέρος, κάθε φορά που η αρχή ανταγωνισμού παρεμβαίνει ή συμμετέχει κατ’ άλλο τρόπο σε διοικητική ή δικαστική διαδικασία, εφόσον τα θέματα που αποτελούν το αντικείμενο της παρέμβασης ή της συμμετοχής ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους. Η υποχρέωση κοινοποίησης, δυνάμει της παρούσας παραγράφου, υφίσταται μόνο στην περίπτωση:

i) δημόσιας διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας και

ii) δημόσιας παρέμβασης ή συμμετοχής και σύμφωνα με επίσημες διαδικασίες.

β) Η κοινοποίηση γίνεται κατά τον χρόνο της παρέμβασης ή της συμμετοχής ή, το συντομότερο δυνατό, μετά από αυτές.

8. Οι κοινοποιήσεις πρέπει να είναι αρκούντως λεπτομερείς ώστε να επιτρέπουν στο μέρος προς το οποίο απευθύνονται να προβαίνει σε μια πρώτη εκτίμηση των επιπτώσεων των εκτελεστικών μέτρων σε σημαντικά ίδια συμφέροντά του. Οι κοινοποιήσεις αναφέρουν, με την επιφύλαξη εθνικών νομικών κανόνων, τα ονόματα και τις διευθύνσεις των φυσικών και νομικών προσώπων τα οποία αφορούν, τη φύση των υπό έρευνα δραστηριοτήτων και τις σχετικές νομικές διατάξεις.

9. Οι κοινοποιήσεις δυνάμει του παρόντος άρθρου γίνονται σύμφωνα με το άρθρο ΙΧ.

III. Διαβουλεύσεις

1. Καθένα από τα μέρη μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις σχετικά με οποιοδήποτε θέμα άπτεται της παρούσας συμφωνίας. Η αίτηση για διαβουλεύσεις πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να αναφέρει εάν, λόγω δικονομικών προθεσμιών ή άλλων υποχρεώσεων, επιβάλλεται να διεκπεραιωθεί επειγόντως. Κάθε μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαβουλεύεται ταχέως, όποτε του ζητείται, προκειμένου να καταλήξει σε συμπεράσματα τα οποία συνάδουν με τις αρχές που ορίζονται στην παρούσα συμφωνία.

2. Κατά τις διαβουλεύσεις βάσει της παραγράφου 1, η αρχή ανταγωνισμού καθενός από τα μέρη:

α) λαμβάνει δεόντως υπόψη τις παρατηρήσεις του άλλου μέρους, βάσει των αρχών που ορίζονται στην παρούσα συμφωνία, και είναι έτοιμη να εξηγήσει στο άλλο μέρος τα συγκεκριμένα αποτελέσματα από την εφαρμογή των αρχών αυτών στο εκάστοτε ζήτημα το οποίο αποτελεί το αντικείμενο των συζητήσεων· και

β) παρέχει στο άλλο μέρος όλες τις πληροφορίες που μπορεί να συγκεντρώσει ώστε να διευκολύνει την ευρύτερη δυνατή συζήτηση σχετικά με τις επίμαχες πτυχές μιας συγκεκριμένης πράξης.

IV. Συντονισμός των εκτελεστικών μέτρων

1. Στο πλαίσιο των εκτελεστικών μέτρων, η αρχή ανταγωνισμού εκάστου των μερών παρέχει τη συνδρομή της στην ομόλογή της αρχή του άλλου μέρους, στον βαθμό που αυτό συμβιβάζεται με το δίκαιο και τα σημαντικά συμφέροντα του μέρους που παρέχει τη συνδρομή του.

2. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αρχές ανταγωνισμού και των δύο μερών έχουν συμφέρον να λάβουν εκτελεστικά μέτρα σχετικά με συναφείς καταστάσεις, οι εν λόγω αρχές μπορούν να συμφωνήσουν ότι ο συντονισμός των εκτελεστικών μέτρων είναι θέμα αμοιβαίου συμφέροντος. Για να καθορίσει εάν εκτελεστικά μέτρα θα πρέπει να συντονισθούν, εν όλω ή εν μέρει, η αρχή ανταγωνισμού εκάστου των μερών λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη τους ακόλουθους παράγοντες:

i) την επίδραση αυτού του συντονισμού στην ικανότητα της αρχής ανταγωνισμού εκάστου των μερών να επιτύχει τους στόχους που επιδιώκονται με τα εκτελεστικά μέτρα·

ii) τη σχετική ικανότητα της αρχής ανταγωνισμού εκάστου των μερών να λαμβάνει τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των εκτελεστικών μέτρων·

iii) τον βαθμό στον οποίο η αρχή ανταγωνισμού εκάστου των μερών μπορεί να λάβει προσωρινά ή μόνιμα αποτελεσματικά μέτρα αποκατάστασης για την αντιμετώπιση των επίμαχων αντιανταγωνιστικών δραστηριοτήτων·

iv) τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης χρήσης των πόρων, και

v) τη δυνατότητα μείωσης των δαπανών που βαρύνουν τα πρόσωπα τα οποία υπόκεινται στα εκτελεστικά μέτρα.

3. α) Οι αρχές ανταγωνισμού των μερών μπορούν να συντονίζουν τα εκτελεστικά μέτρα τους, συμφωνώντας για το χρονοδιάγραμμα των μέτρων αυτών σε συγκεκριμένα θέματα, ενώ ταυτόχρονα τηρούν πλήρως το δίκαιό τους και διαφυλάσσουν τα σημαντικά τους συμφέροντα. Ο συντονισμός αυτός μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν σχετικής συμφωνίας των αρχών ανταγωνισμού των μερών, σε εκτελεστικό μέτρο από τις αρχές ανταγωνισμού του ενός ή και των δύο μερών, ανάλογα με το τι είναι καταλληλότερο για την επίτευξη των στόχων τους.

β) Κατά τη λήψη συντονισμένου εκτελεστικού μέτρου, η αρχή ανταγωνισμού εκάστου μέρους επιδιώκει να μεγιστοποιήσει την πιθανότητα επίτευξης των στόχων επιβολής της εφαρμογής και για το άλλο μέρος.

γ) Κάθε μέρος μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να κοινοποιήσει στο άλλο μέρος ότι προτίθεται να περιορίσει ή να δώσει τέλος στον συντονισμό αυτό και να συνεχίσει ανεξάρτητα την υλοποίηση των εκτελεστικών μέτρων του, τηρουμένων των λοιπών διατάξεων της παρούσας συμφωνίας. 

V. Συνεργασία όσον αφορά αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες στο έδαφος του ενός μέρους οι οποίες θίγουν τα συμφέροντα του άλλου μέρους

1. Τα μέρη σημειώνουν ότι ενδέχεται να διεξαχθούν στο έδαφος ενός μέρους αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες οι οποίες, πέραν της παραβίασης του δικαίου περί ανταγωνισμού του μέρους αυτού, θίγουν σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους. Τα μέρη συμφωνούν ότι είναι προς το κοινό συμφέρον αμφοτέρων να λαμβάνουν μέτρα επανόρθωσης κατά των αντιανταγωνιστικών δραστηριοτήτων αυτού του είδους.

2. Εάν ένα μέρος έχει λόγους να πιστεύει ότι αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες οι οποίες έχουν διεξαχθεί στο έδαφος του άλλου μέρους θίγουν ή ενδέχεται να θίξουν σημαντικά συμφέροντα του πρώτου μέρους, τότε το πρώτο μέρος μπορεί να ζητήσει από την αρχή ανταγωνισμού του άλλου μέρους να λάβει τα κατάλληλα εκτελεστικά μέτρα. Στην αίτηση πρέπει να διευκρινίζεται, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, η φύση των αντιανταγωνιστικών δραστηριοτήτων και οι επιπτώσεις τους στα συμφέροντα του αιτούντος μέρους, και να προτείνεται η διαβίβαση οποιασδήποτε περαιτέρω πληροφορίας και άλλη συνεργασία την οποία μπορεί να παράσχει η αρχή ανταγωνισμού του αιτούντος μέρους.

3. Το μέρος προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση διαβουλεύεται με το αιτούν μέρος και η αρχή ανταγωνισμού του πρώτου μέρους εξετάζει πλήρως και ευμενώς την αίτηση, προκειμένου να αποφασίσει εάν πρέπει ή όχι να λάβει, ή να επεκτείνει, εκτελεστικά μέτρα σχετικά με τις αναφερόμενες στην αίτηση αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες. Η αρχή ανταγωνισμού του μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει ταχέως το άλλο μέρος σχετικά με την απόφασή της και τους λόγους της απόφασης αυτής. Εάν ληφθούν εκτελεστικά μέτρα, η αρχή ανταγωνισμού του μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ενημερώνει το αιτούν μέρος για τις σημαντικές εξελίξεις και την έκβαση των εκτελεστικών μέτρων.

4. Το παρόν άρθρο δεν περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια της αρχής ανταγωνισμού του μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, να λάβει ή να μη λάβει, βάσει του δικαίου του περί ανταγωνισμού και της πολιτικής που ακολουθεί για την επιβολή της εφαρμογή του, εκτελεστικά μέτρα σχετικά με τις αναφερόμενες στην αίτηση αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες, ούτε να εμποδίσει την αρχή ανταγωνισμού του μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση να λάβει εκτελεστικά μέτρα ως προς αυτές τις αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες.

VI. Αποφυγή συγκρούσεων

1. Κάθε μέρος, στο πλαίσιο του δικαίου του και στον βαθμό που αυτό συμβιβάζεται με τα σημαντικά του συμφέροντα, έχοντας υπόψη τον σκοπό της παρούσας συμφωνίας, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 1, εξετάζει προσεκτικά τα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους, σε όλα τα στάδια των εκτελεστικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων σχετικά με την έναρξη έρευνας ή την κίνηση της διαδικασίας, το αντικείμενο της έρευνας ή της διαδικασίας και τη φύση των επιδιωκόμενων μέτρων θεραπείας ή των κυρώσεων σε κάθε περίπτωση.

2. Όταν φαίνεται ότι τα εκτελεστικά μέτρα ενός μέρους μπορούν να θίξουν σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους, κάθε μέρος, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που εκτίθενται ανωτέρω, καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να επιτευχθεί η προσφορότερη διευθέτηση των αντικρουόμενων συμφερόντων των μερών και, στο πλαίσιο αυτό, κάθε μέρος λαμβάνει υπόψη όλους τους σημαντικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται οι ακόλουθοι:

i) η σχετική σημασία όσον αφορά τις επίμαχες αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες της συμπεριφοράς που λαμβάνει χώρα στο έδαφος του ενός μέρους σε σύγκριση με τη συμπεριφορά που λαμβάνει χώρα στο έδαφος του άλλου μέρους·

ii) η σχετική σημασία και δυνατότητα πρόβλεψης των επιπτώσεων των αντιανταγωνιστικών δραστηριοτήτων, στα σημαντικά συμφέροντα ενός μέρους, σε σύγκριση με τις επιπτώσεις τους στα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους·

iii) κατά πόσον εκείνοι που ενέχονται στις αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες είχαν ή όχι πρόθεση να βλάψουν τους καταναλωτές, τους προμηθευτές ή τους ανταγωνιστές επί του εδάφους του μέρους το οποίο προβαίνει στην επιβολή της εφαρμογής·

iv) ο βαθμός στον οποίο τα εκτελεστικά μέτρα συγκρούονται ή συμβιβάζονται με το δίκαιο ή τις συνδυασμένες οικονομικές πολιτικές του άλλου μέρους, συμπεριλαμβανομένων όσων εκφράζονται κατά την εφαρμογή του δικαίου του περί ανταγωνισμού ή στις αποφάσεις που απορρέουν από το εν λόγω δίκαιο·

v) κατά πόσον τα δύο μέρη επιβάλλουν αντικρουόμενες απαιτήσεις σε ιδιώτες, είτε πρόκειται για φυσικά είτε για νομικά πρόσωπα·

vi) αν πρόκειται ή όχι τα εκτελεστικά μέτρα να ενθαρρύνουν ή να ματαιώσουν εύλογες προσδοκίες·

vii) η γεωγραφική θέση των σχετικών στοιχείων·

viii) ο βαθμός στον οποίο ένα μέτρο αποκατάστασης πρέπει να εφαρμοσθεί στο έδαφος του άλλου μέρους, για να είναι αποτελεσματικό·

ix) η ανάγκη ελαχιστοποίησης των αρνητικών επιπτώσεων στα σημαντικά συμφέροντα του άλλου μέρους, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να εφαρμοσθούν μέτρα αποκατάστασης για την αντιμετώπιση αντιανταγωνιστικών επιπτώσεων στο έδαφος του άλλου μέρους, και

x) ο βαθμός στον οποίο ενδέχεται να επηρεαστούν τα εκτελεστικά μέτρα του άλλου μέρους, έναντι των ιδίων προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών αποφάσεων ή της ανάληψης υποχρεώσεων οι οποίες απορρέουν από τέτοιες δραστηριότητες.

VII. Συζήτηση και διαβίβαση πληροφοριών

1. Προκειμένου να προαχθούν οι αρχές που καθορίζονται στο άρθρο Ι της παρούσας συμφωνίας, τα μέρη συμφωνούν ότι είναι προς το κοινό τους συμφέρον να ανταλλάσσουν απόψεις, να συζητούν και να διαβιβάζουν πληροφορίες, κατ’ εφαρμογή του εν λόγω άρθρου και των άρθρων VIII και XI, προκειμένου να διευκολύνουν την αποτελεσματική εφαρμογή του αντίστοιχου δικαίου τους περί ανταγωνισμού και να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση των πολιτικών επιβολής της εφαρμογής και των εκτελεστικών μέτρων εκάστου των μερών.

2. Οι αρχές ανταγωνισμού μπορούν, εφόσον είναι απαραίτητο, να ανταλλάσσουν απόψεις και να συζητούν τις πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας, για την άσκηση της συνεργασίας και του συντονισμού που προβλέπονται στην παρούσα συμφωνία.

3. Οι αρχές ανταγωνισμού μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες που έχουν στην κατοχή τους όταν το φυσικό πρόσωπο ή η επιχείρηση που παρέχει τις πληροφορίες έχει συναινέσει ρητά εγγράφως. Εάν οι πληροφορίες που έχει στην κατοχή της η αρχή ανταγωνισμού περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα δεδομένα αυτά μπορούν να διαβιβάζονται μόνο όταν και οι δύο αρχές ανταγωνισμού διερευνούν την ίδια ή συναφή συμπεριφορά ή συναλλαγή.

4. Εκτός αν έχει δοθεί η συγκατάθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η αρχή ανταγωνισμού μπορεί να διαβιβάσει, κατόπιν αιτήματος της άλλης αρχής ανταγωνισμού, πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας στην αιτούσα αρχή μόνον εφόσον:

α) οι πληροφορίες είναι ήδη στην κατοχή της και

β) οι πληροφορίες έχουν σχέση με τη διερεύνηση, από αμφότερες τις αρχές ανταγωνισμού, της ίδιας ή συναφούς συμπεριφοράς ή συναλλαγής.

5. Το αίτημα βάσει της παραγράφου 4 υποβάλλεται εγγράφως και περιλαμβάνει γενική περιγραφή του αντικειμένου, της φύσης του εκτελεστικού μέτρου το οποίο αφορά η αίτηση και τις συναφείς νομικές διατάξεις.

6. Η αρχή ανταγωνισμού που λαμβάνει αίτημα βάσει της παραγράφου 4 καθορίζει, σε διαβούλευση με την αιτούσα αρχή ανταγωνισμού, ποιες από τις πληροφορίες που έχει στην κατοχή της είναι συναφείς και μπορούν να διαβιβαστούν.

7. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, η αρχή ανταγωνισμού ενός από τα μέρη δεν ανταλλάσσει απόψεις σχετικά με πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας, ούτε συζητεί ή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές εάν η χρησιμοποίηση των εν λόγω πληροφοριών απαγορεύεται στο πλαίσιο των εκτελεστικών μέτρων, βάσει των διαδικαστικών δικαιωμάτων και προνομίων που παρέχονται από τη νομοθεσία του μέρους αυτού, συμπεριλαμβανομένων:

α) του δικαιώματος μη αυτοενοχοποίησης, και

β)

i) για τον Καναδά, του εμπιστευτικού χαρακτήρα της σχέσης μεταξύ εντολέα και του δικηγόρου του (solicitor-client privilege)· και

ii) για την Ευρωπαϊκή Ένωση, του προνομίου του νομικού απορρήτου.

8. Δεν απαιτείται από καμία εκ των δύο αρχών ανταγωνισμού να κοινοποιεί πληροφορίες στην άλλη, ιδίως εάν η κοινολόγηση αυτή δεν συμβιβάζεται με τα σημαντικά συμφέροντα ενός εκ των μερών ή εάν, κατά τον χρόνο του αιτήματος οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν.

9. Η αρχή ανταγωνισμού δεν ανταλλάσσει απόψεις σχετικά με πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει αιτήσεως ασυλίας ή επιείκειας, ούτε συζητεί ή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές ή, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών, εκτός εάν το φυσικό πρόσωπο ή η επιχείρηση που παρέχει τις πληροφορίες στην αρχή ανταγωνισμού συναινέσει ρητά εγγράφως για την κοινοποίηση.

10. Σε περίπτωση που περιέλθει στη γνώση της αρχής ανταγωνισμού ενός εκ των μερών ότι έγγραφο το οποίο διαβιβάστηκε δυνάμει του παρόντος άρθρου περιέχει ανακριβείς πληροφορίες, ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν την αρχή ανταγωνισμού του άλλου μέρους, προκειμένου αυτή να λάβει διορθωτικά μέτρα.

11. Κάθε πληροφορία που παρέχεται ή ανταλλάσσεται βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να διαβιβάζεται απευθείας μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού.

12. Σε περίπτωση σύγκρουσης με συμφωνία ή ρύθμιση σχετική με την παροχή ή ανταλλαγή διαβαθμισμένων πληροφοριών, η οποία έχει θεσπιστεί δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις διαδικασίες ασφαλείας για την ανταλλαγή και την προστασία διαβαθμισμένων πληροφοριών, οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας υπερισχύουν.

VIII. Εμπιστευτικός χαρακτήρας και χρήση των πληροφοριών

1. Εξαιρουμένης αντιθέτου συμφωνίας μεταξύ των μερών, κάθε μέρος διασφαλίζει, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, βάσει της νομοθεσίας του, τον εμπιστευτικό χαρακτήρα οποιωνδήποτε πληροφοριών του διαβιβάζει εμπιστευτικά το άλλο μέρος βάσει της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι κοινοποιήθηκε ή παρελήφθη αίτηση παροχής πληροφοριών.

2. Η αρχή ανταγωνισμού εκάστου μέρους αντιτάσσεται, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό βάσει της νομοθεσίας του, σε κάθε αίτηση τρίτου μέρους για τη δημοσιοποίηση οποιωνδήποτε πληροφοριών αναφέρονται στην παράγραφο 1 με εξαίρεση εάν απαιτείται για τους σκοπούς του εκτελεστικού μέτρου της εν λόγω αρχής ανταγωνισμού βάσει της παρούσας συμφωνίας, εκτός εάν η δημοσιοποίηση αυτή:

α) απευθύνεται σε ιδιώτες ή επιχειρήσεις που υπόκεινται σε εκτελεστικά μέτρα δυνάμει του δικαίου περί ανταγωνισμού του μέρους του οποίου η αρχή ανταγωνισμού έχει λάβει τις πληροφορίες, και κατά του οποίου μπορεί να χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες, εάν η σχετική δημοσιοποίηση απαιτείται από τη νομοθεσία του μέρους αυτού·

β) απευθύνεται σε δικαστήρια κατά τη διάρκεια διαδικασίας δικαστικού ελέγχου, κατά περίπτωση, ή

γ) είναι απαραίτητη για την άσκηση του θεμελιώδους δικαιώματος πρόσβασης στα έγγραφα δυνάμει της νομοθεσίας των μερών.

3. Κατά την κοινολόγηση πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρχή ανταγωνισμού που λαμβάνει τις πληροφορίες διασφαλίζει την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας του μέρους αυτού.

4. Όταν υποχρεούται εκ του νόμου να κοινολογήσει πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 οι οποίες διαβιβάστηκαν από την άλλη αρχή ανταγωνισμού βάσει της παρούσας συμφωνίας, η αρχή ανταγωνισμού η οποία έλαβε τις πληροφορίες ενημερώνει την άλλη αρχή ανταγωνισμού σχετικά με την κοινολόγηση αυτή σε εύλογο χρονικό διάστημα.

5. Όταν διαβιβάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, εφαρμόζονται οι αρχές που ορίζονται στο παράρτημα Γ.

6. Οι πληροφορίες που συζητούνται ή ανταλλάσσονται με την αρχή ανταγωνισμού ενός εκ των μερών βάσει της παρούσας συμφωνίας, εκτός από τις πληροφορίες που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου ΙΙ, χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό της εφαρμογής του δικαίου περί ανταγωνισμού του μέρους αυτού. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου ΙΙ χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.

7. Πληροφορίες που λαμβάνονται κατά τη διαδικασία έρευνας και συζητούνται ή ανταλλάσσονται με την άλλη αρχή ανταγωνισμού βάσει της παρούσας συμφωνίας χρησιμοποιούνται μόνο από την αιτούσα αρχή ανταγωνισμού για την επιβολή της νομοθεσίας της περί ανταγωνισμού που εφαρμόζει η εν λόγω αρχή ανταγωνισμού όσον αφορά την ίδια ή συναφή συμπεριφορά ή συναλλαγή.

8. Οι πληροφορίες που διαβιβάζονται δυνάμει του άρθρου VII παράγραφος 4 χρησιμοποιούνται μόνο από την αιτούσα αρχή ανταγωνισμού για τους σκοπούς που καθορίζονται στην αίτηση δυνάμει του άρθρου VII παράγραφος 4.

9. Καμία από τις πληροφορίες που διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας δεν χρησιμοποιείται για την επιβολή στερητικών της ελευθερίας κυρώσεων σε φυσικά πρόσωπα.

10. Μια αρχή ανταγωνισμού μπορεί να ζητήσει οι πληροφορίες τις οποίες διαβιβάζει δυνάμει της παρούσας συμφωνίας να χρησιμοποιούνται με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων που αυτή ορίζει. Η αρχή ανταγωνισμού που είναι αποδέκτης των πληροφοριών δεν χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές με τρόπο που αντιβαίνει στους εν λόγω όρους και προϋποθέσεις χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση της αρχής ανταγωνισμού που τις διαβίβασε.

11. Σε περίπτωση που περιέλθει στη γνώση μιας αρχής ανταγωνισμού ότι, παρά τις προσπάθειές της, οι πληροφορίες έχουν χρησιμοποιηθεί ή αποκαλυφθεί κατά λάθος με τρόπο που αντιβαίνει στο παρόν άρθρο, η εν λόγω αρχή ανταγωνισμού ενημερώνει πάραυτα την άλλη αρχή ανταγωνισμού. Οι αρχές ανταγωνισμού διεξάγουν αμέσως διαβουλεύσεις σχετικά με τη λήψη μέτρων, ώστε να περιοριστεί στο ελάχιστο κάθε ζημία που απορρέει από την εν λόγω χρήση ή αποκάλυψη πληροφοριών και να διασφαλιστεί ότι αυτό δεν θα επαναληφθεί.

IX. Κοινοποίηση στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ

1. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή

α) αφού ενημερώσει την αρχή ανταγωνισμού του Καναδά, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του οποίου σημαντικά συμφέροντα θίγονται από τις κοινοποιήσεις που απευθύνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η αρχή ανταγωνισμού του Καναδά βάσει του άρθρου ΙΙ·

β) κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή ανταγωνισμού του Καναδά, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους του οποίου σημαντικά συμφέροντα θίγονται από την ύπαρξη τυχόν συνεργασίας και συντονισμού των εκτελεστικών μέτρων βάσει των άρθρων IV και V σχετικά με τέτοια τυχόν συνεργασία και συντονισμό·

γ) μπορεί να αποκαλύπτει μόνο πληροφορίες τις οποίες διαβιβάζει η καναδική αρχή ανταγωνισμού κατ’ εφαρμογή του άρθρου VII:

i) στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει των άρθρων 11 και 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004· και

ii) στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει των άρθρων 6 και 7 του πρωτοκόλλου 23 της συμφωνίας ΕΟΧ σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών.

2. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες, εκτός από αυτές που είναι δημοσίως διαθέσιμες, οι οποίες κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους ή στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου δεν χρησιμοποιούνται για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από την επιβολή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δεν γνωστοποιούνται σε κανένα άλλο μέρος χωρίς τη ρητή γραπτή συγκατάθεση της αρχής ανταγωνισμού του Καναδά.

X. Εξαμηνιαίες συσκέψεις

1. Προκειμένου να προαχθεί το κοινό συμφέρον που παρουσιάζουν για τα μέρη η συνεργασία και ο συντονισμός των εκτελεστικών μέτρων που λαμβάνουν, αρμόδιοι αξιωματούχοι των αρχών ανταγωνισμού των μερών συναντώνται δύο φορές ετησίως, ή όποτε άλλοτε συμφωνήσουν οι αρχές ανταγωνισμού των μερών, με σκοπό: α) να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τα τρέχοντα εκτελεστικά μέτρα και τις εκάστοτε προτεραιότητες, β) να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με τους οικονομικούς κλάδους κοινού ενδιαφέροντος, γ) να συζητούν τις υπό μελέτη αλλαγές στην πολιτική τους και δ) να συζητούν άλλα θέματα κοινού ενδιαφέροντος σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου περί ανταγωνισμού.

2. Σχετικά με τις ανωτέρω εξαμηνιαίες συσκέψεις, υποβάλλεται έκθεση στην κοινή επιτροπή συνεργασίας βάσει της συμφωνίας πλαισίου για την εμπορική και οικονομική συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του Καναδά.

XI. Γνωστοποιήσεις βάσει της παρούσας συμφωνίας

Οι γνωστοποιήσεις βάσει της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων των κοινοποιήσεων οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου ΙΙ και των αιτήσεων οι οποίες διατυπώνονται βάσει των άρθρων ΙΙΙ και V, μπορούν να λαμβάνουν τη μορφή άμεσων, προφορικών ή τηλεφωνικών ανακοινώσεων, ή ανακοινώσεων μέσω τηλεομοιοτυπίας, μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού των μερών, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στο πλαίσιο της παρούσας συμφωνίας. Οι κοινοποιήσεις οι οποίες πραγματοποιούνται βάσει του άρθρου ΙΙ και οι αιτήσεις οι οποίες διατυπώνονται βάσει των άρθρων ΙΙΙ και V πρέπει, ωστόσο, να επιβεβαιώνονται, χωρίς καθυστέρηση, γραπτώς, διά της συνήθους διπλωματικής οδού.

XII. Εδαφικό πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στα εδάφη στα οποία εφαρμόζονται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και, αφετέρου, στο έδαφος του Καναδά.

XIII. Ισχύουσα νομοθεσία

Η παρούσα συμφωνία δεν επιβάλλει στα μέρη να ενεργούν κατά τρόπο ο οποίος δεν συμβιβάζεται με το ισχύον δίκαιό τους ούτε απαιτεί την τροποποίηση του δικαίου των μερών ή των επαρχιών ή κρατών μελών τους, εκτός από τα άρθρα VII και VIII όπως εφαρμόζονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χάριν μεγαλύτερης σαφήνειας, καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν επιβάλλει στα μέρη να ενεργούν κατά τρόπο ο οποίος δεν συμβιβάζεται με το ισχύον δίκαιό τους.

XIV. Τελικές διατάξεις

1. Τα μέρη εγκρίνουν την παρούσα συμφωνία σύμφωνα με τις ισχύουσες σε αυτά διαδικασίες. Τα μέρη αλληλοενημερώνονται για την ολοκλήρωση των αντίστοιχων διαδικασιών. Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του δεύτερου μήνα μετά την ημερομηνία της τελευταίας κοινοποίησης έγκρισης. 

2. Η παρούσα συμφωνία εξακολουθεί να ισχύει 60 ημέρες μετά την ημερομηνία κατά την οποία ένα από τα μέρη κοινοποιεί γραπτώς στο άλλο μέρος ότι επιθυμεί τη λύση της συμφωνίας.

3. Τα μέρη μπορούν να συμφωνήσουν για οιαδήποτε τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας. Εφόσον συμφωνηθούν και εγκριθούν σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές διαδικασίες εκάστου μέρους, οι τροποποιήσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας.

4. Τα μέρη προβαίνουν σε διαβουλεύσεις προκειμένου να τροποποιήσουν τη συμφωνία εάν οι αλλαγές στους ισχύοντες νόμους ενός εκ των μερών επηρεάζουν τη συνεργασία μεταξύ τους.

5. Η παρούσα συμφωνία ακυρώνει και αντικαθιστά τη συμφωνία μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και της κυβέρνησης του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού, η οποία υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου 1999 στη Βόννη.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι υπογράφοντες, δεόντως εξουσιοδοτημένοι προς τούτο, υπέγραψαν την παρούσα συμφωνία.

Έγινε στ …, εις διπλούν, την (ημέρα) (μήνα) (έτος), στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτέζικη, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα, καθένα δε από τα κείμενα αυτά είναι εξίσου αυθεντικό.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α

ΑΥΣΤΡΙΑ

Bundeswettbewerbsbehörde (ομοσπονδιακή αρχή ανταγωνισμού)

ΒΕΛΓΙΟ

Autorité belge de la concurrence/ Belgische Mededingingsautoriteit (βελγική αρχή ανταγωνισμού)

ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ

Комисията за защита на конкуренцията (Επιτροπή για την προστασία του ανταγωνισμού)

ΚΡΟΑΤΙΑ

Agencija za zaštitu tržišnog natjecanja (Κροατική Υπηρεσία Ανταγωνισμού)

ΚΥΠΡΟΣ

Επιτροπή Προστασίας Ανταγωνισμού -ΕΠΑ (Commission for the Protection of Competition-CPC)

ΤΣΕΧΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Úřad pro ochranu hospodářské soutěže (αρχή προστασίας του ανταγωνισμού)

ΔΑΝΙΑ

 Konkurrence- og Forbrugerstyrelsen (αρχή ανταγωνισμού και καταναλωτών της Δανίας)

ΕΣΘΟΝΙΑ

Konkurentsiamet (Επιτροπή Ανταγωνισμού της Εσθονίας)

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

Kilpailu- ja kuluttajavirasto (φινλανδική αρχή ανταγωνισμού και καταναλωτών - KKV)

ΓΑΛΛΙΑ

Autorité de la concurrence (γαλλική αρχή ανταγωνισμού)

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Bundeskartellamt (Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Συμπράξεων)

ΕΛΛΑΔΑ

Επιτροπή Ανταγωνισμού

ΟΥΓΓΑΡΙΑ

Gazdasági Versenyhivatal (GVH - ουγγρική αρχή ανταγωνισμού)

ΙΡΛΑΝΔΙΑ

The Competition Authority (Υπηρεσία Ανταγωνισμού)

ΙΤΑΛΙΑ

Autorità Garante della Concorrenza e del Mercato

ΛΕΤΟΝΙΑ

Konkurences padome (Συμβούλιο ανταγωνισμού της Δημοκρατίας της Λετονίας)

ΛΙΘΟΥΑΝΙΑ

Lietuvos Respublikos konkurencijos taryba (Συμβούλιο ανταγωνισμού της Δημοκρατίας της Λιθουανίας)

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

Conseil de la concurrence

ΜΑΛΤΑ

Malta Competition and Consumer Affairs Authority / L-Awtorità ta’ Malta għall-Kompetizzjoni u għall-Affarijiet tal-Konsumatur

ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

Autoriteit Consument & Markt (ACM)

ΠΟΛΩΝΙΑ

Urząd Ochrony Konkurencji i Konsumentów (Γραφείο Ανταγωνισμού και Προστασίας των Καταναλωτών)

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ

Autoridade da Concorrência

ΡΟΥΜΑΝΙΑ

Consiliul Concurenței (Συμβούλιο ανταγωνισμού)

ΣΛΟΒΑΚΙΑ

Protimonopolný úrad Slovenskej republiky (υπηρεσία για την καταπολέμηση των μονοπωλίων της σλοβακικής δημοκρατίας)

ΣΛΟΒΕΝΙΑ

Javna Agencija Republike Slovenije za varstvo konkurence (υπηρεσία προστασίας του ανταγωνισμού της Σλοβενίας)

ΙΣΠΑΝΙΑ

Comisión Nacional de la Competencia (CNMC)

ΣΟΥΗΔΙΑ

Konkurrensverket (Σουηδική Αρχή Ανταγωνισμού)

ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ

Competition and Markets Authority (Αρχή Ανταγωνισμού και Αγορών)

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β

ΔΗΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

(όσον αφορά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στα κράτη μέλη)

Βάσει των αρχών που διέπουν τη σχέση της Επιτροπής με τα κράτη μέλη κατ’ εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού, όπως αυτοί περιέχονται π.χ. στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 και στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 139/2004, και σύμφωνα με το άρθρο IX της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Καναδά σχετικά με την εφαρμογή του δικαίου τους περί ανταγωνισμού,

η Επιτροπή διαβιβάζει, στο κράτος μέλος ή στα κράτη μέλη με σημαντικά συμφέροντα τα οποία θίγονται, την κοινοποίηση που απέστειλε η ίδια ή έλαβε από την καναδική αρχή ανταγωνισμού. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν την κοινοποίηση αυτή, μόλις τούτο καταστεί ευλόγως δυνατό, και στη γλώσσα της επικοινωνίας. Όταν η Επιτροπή αποστέλλει πληροφορίες στις καναδικές αρχές, τα κράτη μέλη ενημερώνονται συγχρόνως σχετικά,

η Επιτροπή κοινοποιεί, επίσης, στο κράτος μέλος ή στα κράτη μέλη με σημαντικά συμφέροντα τα οποία θίγονται, οποιαδήποτε συνεργασία ή συντονισμό των εκτελεστικών μέτρων, μόλις αυτό καταστεί ευλόγως δυνατό.

Για τους σκοπούς της παρούσας δήλωσης, θεωρείται ότι θίγονται σημαντικά συμφέροντα ενός κράτους μέλους, όταν τα εν λόγω εκτελεστικά μέτρα:

i) είναι συναφή με τα εκτελεστικά μέτρα του κράτους μέλους·

ii) αφορούν αντιανταγωνιστικές δραστηριότητες, πλην των συγχωνεύσεων ή εξαγορών, που έχουν ασκηθεί, εν όλω ή εν μέρει, στο έδαφος του κράτους μέλους·

iii) αφορούν συμπεριφορά η οποία εικάζεται ότι έχει απαιτηθεί, ενθαρρυνθεί ή εγκριθεί από το κράτος μέλος·

iv) αφορούν συγχώνευση ή εξαγορά στην οποία:

ένα ή περισσότερα από τα συμβαλλόμενα μέρη της πράξης, ή

μια εταιρεία που ελέγχει ένα ή περισσότερα από τα συμβαλλόμενα μέρη της πράξης,

είναι εταιρεία που έχει συσταθεί ή λειτουργεί βάσει του δικαίου του κράτους μέλους·

v) συνεπάγονται την επιβολή ή την αίτηση επιβολής μέτρων αποκατάστασης που επιβάλλουν ή απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά στο έδαφος του κράτους μέλους· ή

vi) συνεπάγονται ότι η καναδική αρχή ανταγωνισμού αναζητεί πληροφορίες οι οποίες ευρίσκονται στο έδαφος του κράτους μέλους.

Επιπλέον, η Επιτροπή ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη, τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, σε συνεδριάσεις κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων επί του ανταγωνισμού, σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας, και ιδίως με τις επαφές που έχουν πραγματοποιηθεί με την καναδική αρχή ανταγωνισμού όσον αφορά τη διαβίβαση στα κράτη μέλη πληροφοριών που έχει λάβει η Επιτροπή στο πλαίσιο της συμφωνίας.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ

Αρχές προστασίας που εφαρμόζονται στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται δυνάμει της συμφωνίας

Εποπτεία

1. Οι διασφαλίσεις όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας υπόκεινται στον έλεγχο ανεξάρτητης δημόσιας αρχής ή αρχής που συγκροτείται με διοικητικά μέσα, η οποία ασκεί τα καθήκοντά της αντικειμενικά και με αποδεδειγμένο ιστορικό ανεξαρτησίας. Η εν λόγω αρχή διαθέτει πραγματικές εξουσίες διερεύνησης της συμμόρφωσης με τους κανόνες σχετικά με τη συλλογή, τη χρήση, τη δημοσιοποίηση, τη διατήρηση ή τη διάθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας. Μπορεί να διενεργεί ελέγχους και έρευνες συμμόρφωσης, να υποβάλλει εκθέσεις πορισμάτων και συστάσεις στην αρμόδια αρχή ανταγωνισμού. Η εποπτεύουσα αρχή έχει την εξουσία να παραπέμπει στα αρμόδια όργανα τις παραβιάσεις του δικαίου σε σχέση με την παρούσα συμφωνία για την άσκηση δίωξης ή τη λήψη πειθαρχικών μέτρων, κατά περίπτωση.

2. Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει ιδίως ότι οι καταγγελίες που αφορούν τη μη συμμόρφωση με τον χειρισμό των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει της παρούσας συμφωνίας παραλαμβάνονται και διερευνώνται, καθώς και ότι υπάρχει η κατάλληλη ανταπόκριση και εξασφαλίζεται η αναγκαία επανόρθωση. 

Διαφάνεια

3. Οι αρχές ανταγωνισμού διαθέτουν τα ακόλουθα στοιχεία στον ιστότοπό τους:

α) κατάλογο νομοθετικών πράξεων που επιτρέπουν τη συλλογή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα βάσει της παρούσας συμφωνίας·

β) τους λόγους της συλλογής δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ) τον τρόπο προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

δ) τον τρόπο και την έκταση της δημοσιοποίησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

ε) πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση, διόρθωση, αναγνώριση και προσφυγή·

στ) στοιχεία επικοινωνίας για έρευνες και

ζ) πληροφορίες σχετικά με τη διοικητική ή δικαστική προσφυγή.

Πρόσβαση των φυσικών προσώπων

4. Οι αρχές ανταγωνισμού εγγυώνται ότι κάθε φυσικό πρόσωπο μπορεί να έχει πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας, και ιδίως:

α) παρέχουν στον ενδιαφερόμενο αντίγραφο των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα, εάν αυτός υποβάλει γραπτή αίτηση·

β) απαντούν εγγράφως σε κάθε αίτηση·

γ) παρέχουν στον ενδιαφερόμενο πρόσβαση στα καταχωρισμένα στοιχεία, επιβεβαιώνοντας ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου έχουν δημοσιοποιηθεί, εφόσον ο ενδιαφερόμενος ζητήσει αυτή την επιβεβαίωση·

δ) παραθέτουν τους νομικούς ή πραγματικούς λόγους για ενδεχόμενη άρνηση να επιτρέψουν την πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του προσώπου·

ε) ενημερώνουν τον ενδιαφερόμενο εάν δεν υπάρχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα·

στ) ενημερώνουν τον ενδιαφερόμενο ότι μπορεί να υποβάλει καταγγελία και σχετικά με τη διαδικασία καταγγελίας.

Διόρθωση ή ειδοποίηση προσώπων

5. Οι αρχές ανταγωνισμού εγγυώνται ότι κάθε φυσικό πρόσωπο μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση των δεδομένων του προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας.

6. Οι αρχές ανταγωνισμού λαμβάνουν υπόψη όλες τις γραπτές αιτήσεις για διόρθωση δεδομένων και σε εύλογο χρόνο:

α) διορθώνουν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ενημερώνουν τον ενδιαφερόμενο ότι η διόρθωση έχει πραγματοποιηθεί· ή

β) αρνούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διόρθωση και:

i) επισυνάπτουν σημείωμα στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που αποτυπώνει κάθε αιτηθείσα διόρθωση η οποία απορρίφθηκε·

ii) ενημερώνουν τον ενδιαφερόμενο ότι:

Α) η αίτηση διόρθωσης απορρίπτεται και παραθέτουν τους νομικούς ή πραγματικούς λόγους της απόρριψης και

Β) επισυνάπτεται το σημείωμα που αναφέρεται στην περίπτωση i) στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και

γ) ενημερώνουν τον ενδιαφερόμενο ότι μπορεί να υποβάλει καταγγελία και σχετικά με τη διαδικασία καταγγελίας.

Περιορισμοί όσον αφορά την πρόσβαση, τη διόρθωση και την αναφορά

7. Οι αρχές ανταγωνισμού μπορούν να θέσουν περιορισμούς στις διατάξεις των παραγράφων 4 έως 6, εφόσον προβλέπεται από τον νόμο, προκειμένου να διασφαλίζονται:

α) η ακεραιότητα μιας διεξαγόμενης έρευνας από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παρούσα συμφωνία,

β) η πρόληψη, η έρευνα, ο εντοπισμός και η δίωξη ποινικών αδικημάτων και αστικών παραβάσεων όσον αφορά τις δραστηριότητες που καλύπτει η παρούσα συμφωνία, ή

γ) η παρακολούθηση, η επιθεώρηση ή τα κανονιστικά καθήκοντα τα οποία συνδέονται, έστω περιστασιακά, με την άσκηση δημόσιας εξουσίας στο πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.

Διοικητική και δικαστική προσφυγή

8. Κάθε μέρος διασφαλίζει ότι η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παραλαμβάνει, διερευνά και απαντά σε καταγγελίες που υποβάλλονται από ιδιώτες όσον αφορά αίτησή τους για πρόσβαση, διόρθωση ή αναφορά των δεδομένων τους προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με τα μέσα δικαστικής προσφυγής που ορίζονται στην παράγραφο 9.

9. Κάθε μέρος διασφαλίζει ότι κάθε φυσικό πρόσωπο που πιστεύει ότι έχουν παραβιαστεί τα δικαιώματά του προσωπικού χαρακτήρα με απόφαση ή πράξη σε σχέση με τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα τα οποία διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας μπορεί να ζητήσει αποτελεσματική ένδικη αποκατάσταση, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο του εν λόγω μέρους, με μέσα δικαστικού ελέγχου ή άλλο μέσο προστασίας, περιλαμβανομένης της αποζημίωσης.

Διατήρηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

10. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται βάσει της παρούσας συμφωνίας δεν πρέπει να διατηρούνται για περίοδο μεγαλύτερη απ’ ό,τι είναι απαραίτητο για τους συγκεκριμένους σκοπούς για τους οποίους διαβιβάζονται βάσει της παρούσας συμφωνίας.

Ορισμός

11. Στο παρόν παράρτημα, ως «ανεξάρτητη δημόσια αρχή» νοείται:

α) για τον Καναδά, ο επίτροπος για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, ο οποίος διορίζεται βάσει του άρθρου 53 του νόμου περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής (Privacy Act), R.S.C., 1985, c. P-21, καθώς και των τυχόν τροποποιήσεών του· και

β) για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος διορίζεται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1), καθώς και των τυχόν τροποποιήσεών του.

(1) Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης της Λισαβόνας, τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αριθμήθηκαν εκ νέου ως άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(2) Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης της Λισαβόνας, τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας αριθμήθηκαν εκ νέου ως άρθρα 101 και 102 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Top