ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Βρυξέλλες, 7.8.2015
COM(2015) 395 final
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
της
πρότασης ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
σχετικά με τη σύναψη, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του τροποποιητικού πρωτοκόλλου της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις
Τροποποιητικό πρωτόκολλο
Με το οποίο τροποποιείται η
«Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις», εφεξής η «συμφωνία».
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ,
και
ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΤΟΥ ΛΙΧΤΕΝΣΤΑΙΝ, εφεξής «Λιχτενστάιν»,
εφεξής αποκαλούμενοι αμφότεροι «συμβαλλόμενο μέρος» ή, από κοινού, «συμβαλλόμενα μέρη»,
Προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το πρότυπο του ΟΟΣΑ για την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών, εφεξής «παγκόσμιο πρότυπο», σε ένα πλαίσιο συνεργασίας που λαμβάνει υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών,
Εκτιμώντας ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι, σύμφωνα με το παγκόσμιο πρότυπο και για την εφαρμογή της συμφωνίας, όπως τροποποιείται από το παρόν πρωτόκολλο, τα σχόλια στο Υπόδειγμα Συμφωνίας Αρμόδιων Αρχών και το Κοινό Πρότυπο Αναφοράς του ΟΟΣΑ θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως πηγές παραδειγμάτων ή ερμηνειών και προκειμένου να διασφαλίζεται η συνέπεια της εφαρμογής,
Εκτιμώντας ότι τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν μακροχρόνια και στενή σχέση όσον αφορά την αμοιβαία συνδρομή σε φορολογικά θέματα, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή μέτρων ισοδύναμων με εκείνα που θεσπίζονται στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου, για τη φορολόγηση των εισοδημάτων από αποταμιεύσεις υπό μορφή τόκων, και την επιθυμία να βελτιώσουν τη διεθνή φορολογική συμμόρφωση με περαιτέρω αξιοποίηση της εν λόγω σχέσης,
Εκτιμώντας ότι τα συμβαλλόμενα μέρη επιθυμούν να συνάψουν συμφωνία για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης με βάση αμοιβαία αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, με την επιφύλαξη ορισμένων διατάξεων περί εμπιστευτικότητας και άλλων μέτρων προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που περιορίζουν τη χρήση των ανταλλασσόμενων πληροφοριών,
Εκτιμώντας ότι το Λιχτενστάιν προσχώρησε στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) το 1995,
Εκτιμώντας ότι στα συμπεράσματα που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο της ΕΕ τον Δεκέμβριο του 2014, σχετικά με μία ομοιογενή διευρυμένη ενιαία αγορά και τις σχέσεις της ΕΕ με τις δυτικοευρωπαϊκές χώρες που δεν ανήκουν στην ΕΕ, αναγνωρίστηκε ο κεντρικός ρόλος που διαδραμάτισε η Συμφωνία ΕΟΧ τα τελευταία 20 έτη στην προώθηση των οικονομικών σχέσεων και την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς μεταξύ της ΕΕ και των κρατών ΕΖΕΣ που ανήκουν στον ΕΟΧ,
Εκτιμώντας ότι η συμφωνία, όπως τροποποιείται από το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των κρατών μελών της ΕΕ, αφενός, και του Λιχτενστάιν, αφετέρου, να συζητούν σε διμερές επίπεδο άλλα θέματα που αφορούν τη συνεργασία σε φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων των ζητημάτων της διπλής φορολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επηρεάζονται οι υποχρεώσεις που καθορίζονται από τη συμφωνία, όπως τροποποιείται από το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο,
Εκτιμώντας ότι το άρθρο 10 της συμφωνίας υπό τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, το οποίο προβλέπει επί του παρόντος την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος οι οποίες περιορίζονται σε συμπεριφορά που συνιστά φορολογική απάτη και τα παρόμοια, πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το πρότυπο του ΟΟΣΑ για τη διαφάνεια και την ανταλλαγή πληροφοριών σε φορολογικά θέματα, στην εκδοχή που ισχύει κατά την υπογραφή του τροποποιητικού πρωτοκόλλου. Η ευθυγράμμιση αυτή θα πρέπει να γίνει με την επιφύλαξη των δυνατοτήτων να θίγονται, ανεξάρτητα από τις διαπραγματεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 της συμφωνίας με τη μορφή που είχε πριν από την τροποποίησή της, και άλλα φορολογικά θέματα, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων που αφορούν την κατάργηση ή τη μείωση της διπλής φορολόγησης εισοδήματος, όπως προβλέπεται στο μνημόνιο συνεννόησης για τη σύναψη της συμφωνίας με τη μορφή που είχε πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της θα λάβουν υπόψη την απόφαση του Λιχτενστάιν να προβλέψει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στη νομοθεσία της ΕΕ σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης,
Εκτιμώντας ότι η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών ορίζει ειδικές διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων, οι οποίες ισχύουν επίσης και για τις ανταλλαγές πληροφοριών που καλύπτονται από το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο,
Εκτιμώντας ότι το Λιχτενστάιν έχει εφαρμόσει την οδηγία 95/46/ΕΚ μέσω του νόμου περί προστασίας δεδομένων, της 14 Μαρτίου 2002,
Εκτιμώντας ότι τα κράτη μέλη και το Λιχτενστάιν διαθέτουν i) κατάλληλες εγγυήσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που λαμβάνουν βάσει της συμφωνίας όπως αυτή τροποποιείται δυνάμει του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου παραμένουν εμπιστευτικές και χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς και από τα πρόσωπα ή τις αρχές που ασχολούνται με την αξιολόγηση ή τη συλλογή ή την ανάκτηση, την επιβολή της εφαρμογής ή την άσκηση δίωξης, ή τον καθορισμό των μέσων προσφυγής σε σχέση με τους φόρους, ή την εποπτεία αυτών, καθώς και για άλλους εγκεκριμένους σκοπούς, και ii) την υποδομή για μια αποτελεσματική σχέση ανταλλαγής (συμπεριλαμβανομένων καθιερωμένων διαδικασιών για τη διασφάλιση της έγκαιρης, ακριβούς, ασφαλούς και εμπιστευτικής ανταλλαγής πληροφοριών, αποτελεσματικών και αξιόπιστων κοινοποιήσεων, και δυνατοτήτων για την ταχεία επίλυση ερωτημάτων και ζητημάτων σχετικά με τις ανταλλαγές ή τις αιτήσεις για ανταλλαγές και την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 4 της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο),
Εκτιμώντας ότι τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα, οι αποστέλλουσες αρμόδιες αρχές και οι λαμβάνουσες αρμόδιες αρχές, ως υπεύθυνοι επεξεργασίας δεδομένων, πρέπει να διατηρούν τις πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με την συμφωνία, όπως τροποποιείται από το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκπλήρωση των σκοπών της συμφωνίας. Δεδομένων των διαφορών στη νομοθεσία των κρατών μελών και του Λιχτενστάιν, η μέγιστη περίοδος διατήρησης πρέπει να ορισθεί σε συνάρτηση με τους κανόνες παραγραφής που προβλέπονται στην εθνική φορολογική νομοθεσία κάθε υπεύθυνου επεξεργασίας,
Εκτιμώντας ότι οι κατηγορίες των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων και των Δηλωτέων Λογαριασμών που καλύπτονται από τη συμφωνία, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, είναι διαμορφωμένες ώστε να περιορίζονται οι δυνατότητες των φορολογουμένων να αποφεύγουν να δηλωθούν μεταφέροντας περιουσιακά στοιχεία σε Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα ή επενδύοντας σε χρηματοοικονομικά προϊόντα που δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο. Εντούτοις, ορισμένα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και ορισμένοι λογαριασμοί που παρουσιάζουν χαμηλό κίνδυνο χρησιμοποίησης για φοροδιαφυγή θα πρέπει να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής. Σε γενικές γραμμές, δεν θα πρέπει να περιλαμβάνονται κατώτατα όρια, καθώς αυτά θα μπορούσαν να παρακαμφθούν εύκολα μέσω της διάσπασης λογαριασμών σε διαφορετικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα. Οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται και να ανταλλάσσονται δεν θα πρέπει να αφορούν μόνο κάθε σχετικό εισόδημα (τόκοι, μερίσματα και παρόμοια είδη εισοδήματος), αλλά και τα υπόλοιπα λογαριασμών και τα έσοδα από πωλήσεις χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, για την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες οι φορολογούμενοι επιδιώκουν την απόκρυψη κεφαλαίου που αποτελεί καθαυτό εισόδημα ή περιουσιακών στοιχείων επί των οποίων έχει υπάρξει φοροδιαφυγή. Ως εκ τούτου, η επεξεργασία πληροφοριών στο πλαίσιο της συμφωνίας, όπως τροποποιείται με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, είναι αναγκαία και αναλογική προκειμένου οι φορολογικές διοικήσεις των κρατών μελών και του Λιχτενστάιν να είναι σε θέση να ταυτοποιούν ορθά και κατηγορηματικά τους σχετικούς φορολογούμενους, να εφαρμόζουν και να επιβάλλουν τη φορολογική τους νομοθεσία σε διασυνοριακές υποθέσεις, να αξιολογούν την πιθανότητα διάπραξης φοροδιαφυγής και να αποφεύγουν κάθε περιττή περαιτέρω έρευνα,
ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΤΑ ΕΞΗΣ:
Άρθρο 1
Η συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν που προβλέπει μέτρα ισοδύναμα με τα θεσπιζόμενα στην οδηγία 2003/48/ΕΚ του Συμβουλίου για τη φορολόγηση των υπό μορφή τόκων εισοδημάτων από αποταμιεύσεις» (εφεξής η «συμφωνία») τροποποιείται ως ακολούθως:
1)
Ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πριγκιπάτου του Λιχτενστάιν σχετικά με την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών περί χρηματοοικονομικών λογαριασμών για τη βελτίωση της διεθνούς φορολογικής συμμόρφωσης»
2)
Τα άρθρα 1 έως 21 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«Άρθρο 1
Ορισμοί
1.Για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας («συμφωνία») ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α)«Ευρωπαϊκή Ένωση»: η Ένωση, όπως ορίζεται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η οποία περιλαμβάνει τα εδάφη στα οποία εφαρμόζεται η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό τους όρους που καθορίζονται στην εν λόγω συνθήκη.
β)«κράτος μέλος»: κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
γ)«Λιχτενστάιν»: το Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν.
δ)«Αρμόδιες Αρχές του Λιχτενστάιν» και «Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών»: οι αρχές που απαριθμούνται στο παράρτημα III, στο στοιχείο α) και στα στοιχεία β) έως αγ), αντιστοίχως. Το παράρτημα ΙΙΙ αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας συμφωνίας. Ο κατάλογος των αρμόδιων αρχών στο παράρτημα ΙΙΙ μπορεί να τροποποιηθεί με απλή κοινοποίηση στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος από το Λιχτενστάιν, όσον αφορά την αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο α) του εν λόγω παραρτήματος, και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τις άλλες αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία β) έως αγ) του εν λόγω παραρτήματος.
ε)«χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους»: i) κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει έδρα σε κράτος μέλος, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός του εν λόγω κράτους μέλους, και ii) κάθε υποκατάστημα χρηματοπιστωτικού ιδρύματος το οποίο δεν έχει έδρα στο κράτος μέλος αυτό, εφόσον το εν λόγω υποκατάστημα βρίσκεται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.
στ)«χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του Λιχτενστάιν»: i) κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που έχει έδρα στο Λιχτενστάιν, εξαιρουμένου όμως κάθε υποκαταστήματος αυτού του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός Λιχτενστάιν, και ii) κάθε υποκατάστημα χρηματοπιστωτικού ιδρύματος το οποίο δεν έχει έδρα στο Λιχτενστάιν, εφόσον το εν λόγω υποκατάστημα βρίσκεται στο Λιχτενστάιν.
ζ)«Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα»: κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο δεν είναι μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
η)«Δηλωτέος Λογαριασμός»: δηλωτέος λογαριασμός κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν, ανάλογα με την περίπτωση, υπό την προϋπόθεση ότι έχει χαρακτηριστεί ως τέτοιος βάσει των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τα παραρτήματα I και II, του εν λόγω κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν.
θ)«Δηλωτέος Λογαριασμός κράτους μέλους»: Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα του Λιχτενστάιν και κατέχεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα κράτους μέλους που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή από Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα κράτους μέλους.
ι)«Δηλωτέος Λογαριασμός Λιχτενστάιν»: Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που τηρείται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους και κατέχεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα κατοίκους Λιχτενστάιν που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή από Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα Λιχτενστάιν.
ια)«πρόσωπο κράτους μέλους»: φυσικό πρόσωπο ή Οντότητα που χαρακτηρίζεται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα του Λιχτενστάιν ως κάτοικος κράτους μέλους σύμφωνα με διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που συνάδουν με τα παραρτήματα I και II, ή κληρονομία θανόντος που ήταν κάτοικος κράτους μέλους.
ιβ)«πρόσωπο Λιχτενστάιν»: το φυσικό πρόσωπο ή η Οντότητα που χαρακτηρίζεται από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους ως κάτοικος Λιχτενστάιν σύμφωνα με διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που συνάδουν με τα παραρτήματα I και II, ή κληρονομία θανόντος ήταν κάτοικος Λιχτενστάιν.
2.Κάθε όρος γραμμένος με κεφαλαία γράμματα που δεν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία θα έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο κατά τον χρόνο εκείνο, i) για τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας ή, κατά περίπτωση, το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους που εφαρμόζει τη συμφωνία, και ii) για το Λιχτενστάιν, δυνάμει της εθνικής του νομοθεσίας· η εν λόγω έννοια είναι συνεπής με την έννοια που καθορίζεται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ.
Οιοσδήποτε όρος που δεν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα συμφωνία ή στα παραρτήματα Ι ή ΙΙ, εκτός εάν απαιτείται διαφορετικά από τα συμφραζόμενα ή η Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους και η Αρμόδια Αρχή του Λιχτενστάιν συμφωνούν σε μια κοινή έννοια, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 (όπως επιτρέπεται από την εθνική νομοθεσία), θα έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο κατά τον χρόνο εκείνο σύμφωνα με το δίκαιο της οικείας δικαιοδοσίας που εφαρμόζει την παρούσα συμφωνία, i) για τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας ή, κατά περίπτωση, από το εθνικό δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, και ii) για το Λιχτενστάιν, σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο, κάθε έννοια σύμφωνα με την εφαρμοστέα φορολογική νομοθεσία της οικείας δικαιοδοσίας (είτε είναι κράτος μέλος είτε το Λιχτενστάιν) που υπερισχύει της έννοιας που δίδεται στον όρο σύμφωνα με τους νόμους της εν λόγω δικαιοδοσίας.
Άρθρο 2
Αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους Δηλωτέους Λογαριασμούς
1.Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τα παραρτήματα Ι και ΙΙ, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παρούσας συμφωνίας, η Αρμόδια Αρχή του Λιχτενστάιν θα ανταλλάσσει ετησίως με καθεμία από τις Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών και καθεμία από τις Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών θα ανταλλάσσει ετησίως με την Αρμόδια Αρχή του Λιχτενστάιν σε αυτόματη βάση τις πληροφορίες που αποκτώνται σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες και που διευκρινίζονται στην παράγραφο 2.
2.Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται είναι, στην περίπτωση κράτους μέλους, για κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό Λιχτενστάιν, και, στην περίπτωση του Λιχτενστάιν, για κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό κράτους μέλους:
α)το όνομα, η διεύθυνση, ο ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος του Λογαριασμού και, στην περίπτωση Οντότητας η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής διαδικασιών δέουσας επιμέλειας σύμφωνων προς τα παραρτήματα Ι και ΙΙ, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, η επωνυμία, η διεύθυνση και ο ΑΦΜ της Οντότητας, καθώς και το όνομα, η διεύθυνση, ο ΑΦΜ και η ημερομηνία και ο τόπος γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου·
β)ο αριθμός λογαριασμού (ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού)·
γ)η ονομασία και ο αριθμός ταυτοποίησης (εάν υπάρχει) του δηλούντος χρηματοπιστωτικού ιδρύματος·
δ)το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού (συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, της Αξίας Εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου) στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους ή αυτής της περιόδου·
ε)σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:
i)το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό (ή σε σχέση με τον λογαριασμό) κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων· και
ii)τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, τα οποία καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων και για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Κατόχου του Λογαριασμού.
στ)σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και
ζ)σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στο εδάφιο 2 στοιχείο ε) ή στ), το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.
Άρθρο 3
Χρόνος και τρόπος αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών
1.Για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών στο άρθρο 2, το ποσό και ο χαρακτηρισμός των πληρωμών που πραγματοποιούνται σε σχέση με Δηλωτέο Λογαριασμό καθορίζονται σύμφωνα με τις αρχές της φορολογικής νομοθεσίας της δικαιοδοσίας (είτε είναι κράτος μέλος είτε το Λιχτενστάιν) που ανταλλάσσει τις πληροφορίες.
2.Για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών στο άρθρο 2, στις πληροφορίες που ανταλλάσσονται διευκρινίζεται το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε σχετικό ποσό.
3.Όσον αφορά την παράγραφο 2 του άρθρου 2, η ανταλλαγή των πληροφοριών μεταξύ, αφενός, του Λιχτενστάιν και, αφετέρου, όλων των κρατών μελών, πλην της Αυστρίας, πρέπει να αφορά το πρώτο έτος που αρχίζει κατά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις [XXXX] και όλα τα επόμενα έτη και οι πληροφορίες θα ανταλλάσσονται εντός εννέα μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες. Η ανταλλαγή των πληροφοριών μεταξύ, αφενός, του Λιχτενστάιν και, αφετέρου, της Αυστρίας, πρέπει να αφορά το δεύτερο έτος που αρχίζει κατά την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου που υπεγράφη στις [XXXX] και όλα τα επόμενα έτη και οι πληροφορίες θα ανταλλάσσονται εντός εννέα μηνών από το τέλος του ημερολογιακού έτους στο οποίο αναφέρονται οι πληροφορίες.
Κατά παρέκκλιση από το προηγούμενο εδάφιο, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του Λιχτενστάιν εφαρμόζουν τους κανόνες δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας, σύμφωνα με τα παραρτήματα I και II, όσον αφορά Δηλωτέα Πρόσωπα από όλα τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης της Αυστρίας, σύμφωνα με τα χρονοδιαγράμματα που προβλέπονται σε στα εν λόγω παραρτήματα.
4.Οι αρμόδιες αρχές θα ανταλλάσσουν αυτόματα τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 σε ένα σύστημα κοινού προτύπου αναφοράς σε Επεκτάσιμη Γλώσσα Σήμανσης (Extensible Markup Language - XML).
5.Οι αρμόδιες αρχές θα συμφωνήσουν σχετικά με μία ή περισσότερες μεθόδους διαβίβασης στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων κρυπτογράφησης.
Άρθρο 4
Συνεργασία για τη συμμόρφωση και την επιβολή
Η Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους θα ειδοποιεί την Αρμόδια Αρχή του Λιχτενστάιν και η Αρμόδια Αρχή του Λιχτενστάιν θα ειδοποιεί την Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους όταν η πρωτοαναφερόμενη (ειδοποιούσα) Αρμόδια Αρχή έχει λόγο να πιστεύει ότι κάποιο σφάλμα μπορεί να έχει οδηγήσει σε εσφαλμένη ή ατελή διαβίβαση πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 2 ή υπάρχει μη συμμόρφωση από Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις αναφοράς και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας σύμφωνα με τα παραρτήματα Ι και ΙΙ. Η ειδοποιούμενη Αρμόδια Αρχή θα λαμβάνει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα που είναι διαθέσιμα βάσει του εσωτερικού της δικαίου προκειμένου να διορθώσει τα σφάλματα ή τη μη συμμόρφωση που περιγράφονται στην ειδοποίηση.
Άρθρο 5
Ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος
1.Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 2 και οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που προβλέπει την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος μεταξύ Λιχτενστάιν και οιουδήποτε κράτους μέλους, η Αρμόδια Αρχή του Λιχτενστάιν και η Αρμόδια Αρχή οιουδήποτε κράτους μέλους ανταλλάσσουν, κατόπιν αιτήματος, τοιαύτες πληροφορίες που, κατά πάσα πιθανότητα, είναι συναφείς για την εκτέλεση των διατάξεων της παρούσας συμφωνίας ή τη διοίκηση ή την επιβολή της εγχώριας νομοθεσίας σχετικά με τους φόρους κάθε είδους και την περιγραφή που επιβάλλεται για λογαριασμό του Λιχτενστάιν και των κρατών μελών, ή των πολιτικών υποδιαιρέσεων ή τοπικών αρχών τους, στο βαθμό που η φορολογία σύμφωνα με την εν λόγω εθνική νομοθεσία δεν είναι αντίθετη προς ισχύουσα συμφωνία περί διπλής φορολόγησης μεταξύ του Λιχτενστάιν και του σχετικού κράτους μέλους.
2.Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του άρθρο 6, δεν θεωρείται ότι επιβάλλουν στο Λιχτενστάιν ή σε κράτος μέλος την υποχρέωση:
α)να λαμβάνει διοικητικά μέτρα που διαφέρουν από τη νομοθεσία και τη διοικητική πρακτική του Λιχτενστάιν ή του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα·
β)να παρέχει πληροφορίες οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ληφθούν βάσει της νομοθεσίας του ή στα πλαίσια της κανονικής διοικητικής πρακτικής του Λιχτενστάιν ή του εν λόγω κράτους μέλους, αντίστοιχα·
γ)να παρέχουν πληροφορίες που θα κοινοποιούσαν συναλλακτικά, επιχειρηματικά, βιομηχανικά, εμπορικά ή επαγγελματικά απόρρητα, ή εμπορική διαδικασία, ή πληροφορίες των οποίων η γνωστοποίηση θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη.
3.Εάν ζητούνται πληροφορίες από ένα κράτος μέλος ή από το Λιχτενστάιν, που ενεργεί ως αιτούσα δικαιοδοσία σύμφωνα με το παρόν άρθρο, το Λιχτενστάιν ή το κράτος μέλος που ενεργεί ως η δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα χρησιμοποιεί τα μέτρα συγκέντρωσης πληροφοριών, προκειμένου να λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, ακόμη και αν η δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα μπορεί να μην χρειάζεται τις πληροφορίες αυτές για δικούς της φορολογικούς σκοπούς. Η υποχρέωση που περιλαμβάνεται στην προηγούμενη πρόταση υπόκειται στους περιορισμούς της παραγράφου 2, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω περιορισμοί επιτρέπουν στη δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή η εν λόγω δικαιοδοσία δεν έχει εγχώριο συμφέρον για τις πληροφορίες αυτές.
4.Σε καμία περίπτωση οι διατάξεις της παραγράφου 2 δεν θεωρείται ότι επιτρέπουν στο Λιχτενστάιν ή σε κράτος μέλος να αρνηθεί την παροχή πληροφοριών αποκλειστικά και μόνον επειδή κάτοχος των πληροφοριών είναι τράπεζα, άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος ή πρόσωπο που ενεργεί υπό την ιδιότητα του πράκτορα ή του θεματοφύλακα ή επειδή οι πληροφορίες αφορούν ιδιοκτησιακά συμφέροντα προσώπου.
5.Οι Αρμόδιες Αρχές θα συμφωνήσουν σχετικά με τα τυποποιημένα έντυπα καθώς και για μία ή περισσότερες μεθόδους διαβίβασης στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων κρυπτογράφησης.
Άρθρο 6
Διασφαλίσεις για την εμπιστευτικότητα και τα δεδομένα
1.Εκτός από τους κανόνες περί εμπιστευτικότητας και άλλες διασφαλίσεις που παρατίθενται στο παρόν άρθρο, κάθε ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει της παρούσας συμφωνίας υπόκειται στις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών και του Λιχτενστάιν για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Για τους σκοπούς της ορθής εφαρμογής του άρθρου 5, τα κράτη μέλη και το Λιχτενστάιν περιορίζουν την έκταση των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που προβλέπονται στο άρθρο 10, στο άρθρο 11 παράγραφος 1 και στα άρθρα 12 και 21 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να μη θίγεται η διασφάλιση των συμφερόντων που αναφέρονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο ε) της εν λόγω οδηγίας.
Κατά παρέκκλιση από το προηγούμενο εδάφιο, κάθε κράτος μέλος και το Λιχτενστάιν διασφαλίζει ότι κάθε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υπό τη δικαιοδοσία του ενημερώνει κάθε ενδιαφερόμενο Δηλωτέο Πρόσωπο ότι οι πληροφορίες που το αφορούν και που αναφέρονται στο άρθρο 2 θα συλλέγονται και θα διαβιβάζονται σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία και διασφαλίζει ότι το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα παρέχει στο πρόσωπο αυτό όλες τις πληροφορίες που δικαιούται βάσει της οικείας εθνικής νομοθεσίας για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Οι πληροφορίες βάσει της οδηγίας 95/46/ΕΚ παρέχονται εντός επαρκούς χρονικού διαστήματος ώστε το πρόσωπο να ασκήσει τα δικαιώματά του ως προς την προστασία δεδομένων και, σε κάθε περίπτωση, πριν το σχετικό Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δηλώσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 στην αρμόδια αρχή της δικαιοδοσίας της κατοικίας του (είτε είναι κράτος μέλος είτε το Λιχτενστάιν).
Τα κράτη μέλη και το Λιχτενστάιν διασφαλίζουν ότι κάθε Δηλωτέο Πρόσωπο ειδοποιείται σε περίπτωση παραβίασης ασφάλειας που αφορά τα δεδομένα του, όταν η παραβίαση αυτή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων ή του ιδιωτικού του βίου.
2.Οι πληροφορίες που υφίστανται επεξεργασία σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία διατηρούνται μόνο για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την επιδίωξη των σκοπών της παρούσας συμφωνίας και, σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τους εγχώριους κανόνες περί παραγραφής κάθε υπεύθυνου επεξεργασίας.
Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους και του Λιχτενστάιν θεωρούνται υπεύθυνοι επεξεργασίας βάσει της παρούσας συμφωνίας για τους σκοπούς της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
3.Κάθε πληροφορία που λαμβάνεται από δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε το Λιχτενστάιν) βάσει της παρούσας συμφωνίας αντιμετωπίζεται ως εμπιστευτική και προστατεύεται με τον ίδιο τρόπο όπως και οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του εσωτερικού δικαίου της εν λόγω δικαιοδοσίας και, στο μέτρο που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση του απαραίτητου επιπέδου προστασίας των προσωπικών δεδομένων, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις που είναι δυνατό να προσδιορίζονται από τη δικαιοδοσία που παρέχει τις πληροφορίες όπως απαιτείται δυνάμει του εσωτερικού της δικαίου για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
4.Σε κάθε περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές γνωστοποιούνται μόνο στα πρόσωπα ή στις αρχές (συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων και των διοικητικών ή εποπτικών οργάνων) που ασχολούνται με την αξιολόγηση, τη συλλογή ή την ανάκτηση, την επιβολή ή την άσκηση δίωξης, ή τον καθορισμό των μέσων προσφυγής σε σχέση με τους φόρους της εν λόγω δικαιοδοσίας (είτε κράτους μέλους είτε του Λιχτενστάιν), ή την επίβλεψη των ανωτέρω. Μόνο τα πρόσωπα ή οι αρχές που αναφέρονται ανωτέρω επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες και μόνο για τους σκοπούς που αναφέρονται στην προηγούμενη πρόταση. Μπορούν, με την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του παρόντος άρθρου, να τις κοινοποιούν σε δημόσιες διαδικασίες ενώπιον δικαστηρίου ή σε δικαστικές αποφάσεις σχετικά με το εν λόγω είδος φόρων.
5.Με την επιφύλαξη των διατάξεων των προηγούμενων παραγράφων, οι πληροφορίες που λαμβάνονται από μια δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε το Λιχτενστάιν) μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς, όταν οι εν λόγω πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς που προβλέπει η νομοθεσία της δικαιοδοσίας που παρέχει τις πληροφορίες (αντιστοίχως, το Λιχτενστάιν ή ένα κράτος μέλος) και η Αρμόδια Αρχή της εν λόγω δικαιοδοσίας επιτρέπει τη χρήση αυτή. Πληροφορίες που παρέχονται από μια δικαιοδοσία (είτε είναι κράτος μέλος είτε το Λιχτενστάιν) σε άλλη δικαιοδοσία (αντιστοίχως, το Λιχτενστάιν ή ένα κράτος μέλος) μπορούν να διαβιβάζονται από την τελευταία σε τρίτη δικαιοδοσία (άλλο κράτος μέλος), υπό την προϋπόθεση των διασφαλίσεων του παρόντος άρθρου και της προηγούμενης έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή της πρωτοαναφερόμενης δικαιοδοσίας, από την οποία προέρχονταν οι πληροφορίες. Πληροφορίες που παρέχονται από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το εφαρμοστέο του δίκαιο για την εφαρμογή της οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας, μπορούν να διαβιβάζονται στο Λιχτενστάιν, υπό την προϋπόθεση της προηγούμενης έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες.
6.Κάθε Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν θα ενημερώνει αμέσως την άλλη Αρμόδια Αρχή, δηλαδή εκείνη του Λιχτενστάιν ή του συγκεκριμένου κράτους μέλους, σχετικά με τυχόν παραβίαση της εμπιστευτικότητας, μη τήρηση των διασφαλίσεων ή τυχόν άλλη παραβίαση των κανόνων περί προστασίας δεδομένων και τυχόν επακόλουθη επιβολή κυρώσεων και διορθωτικών μέτρων.
7.Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει της παρούσας συμφωνίας υπόκειται στην εποπτεία των εθνικών εποπτικών αρχών προστασίας των δεδομένων στα κράτη μέλη και στο Λιχτενστάιν σύμφωνα με την οικεία εθνική νομοθεσία για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Άρθρο 7
Διαβουλεύσεις και αναστολή της συμφωνίας
1. Εάν προκύψουν ζητήματα κατά την εφαρμογή ή την ερμηνεία της παρούσας συμφωνίας, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές του Λιχτενστάιν ή κράτους μέλους μπορεί να ζητήσει διαβουλεύσεις μεταξύ της Αρμόδιας Αρχής του Λιχτενστάιν και μίας ή περισσοτέρων από τις Αρμόδιες Αρχές των κρατών μελών προκειμένου να εκπονηθούν κατάλληλα μέτρα για να διασφαλιστεί η τήρηση της παρούσας συμφωνίας. Οι εν λόγω Αρμόδιες Αρχές κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή και στις Αρμόδιες Αρχές των άλλων κρατών μελών τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεών τους. Σχετικά με προβλήματα ερμηνείας, η Επιτροπή μπορεί να λάβει, ενδεχομένως, μέρος στις διαβουλεύσεις εφόσον το ζητήσει οιαδήποτε από τις Αρμόδιες Αρχές.
2.Αν το ζήτημα αφορά σημαντικές περιπτώσεις μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις της παρούσας συμφωνίας, και η διαδικασία που περιγράφεται στο σημείο 1 δεν προβλέπει κατάλληλη διευθέτηση, η Αρμόδια Αρχή κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν μπορεί να αναστείλει την ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει της παρούσας συμφωνίας προς, αντιστοίχως, το Λιχτενστάιν ή ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος, με γραπτή προειδοποίηση προς την άλλη Αρμόδια Αρχή. Η εν λόγω αναστολή θα έχει άμεση ισχύ. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, σημαντική μη συμμόρφωση περιλαμβάνει, χωρίς να περιορίζεται, μη συμμόρφωση προς τις περί εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων διατάξεις της παρούσας συμφωνίας ή της οδηγίας 95/46/ΕΚ, παράλειψη της Αρμόδιας Αρχής κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν να παράσχει έγκαιρη και επαρκή πληροφόρηση, όπως απαιτείται βάσει της παρούσας συμφωνίας, ή καθορισμός του καθεστώτος των οντοτήτων ή των λογαριασμών ως Μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και Εξαιρούμενοι Λογαριασμοί κατά τρόπο που ανατρέπει τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
Άρθρο 8
Τροποποιήσεις
1.Τα συμβαλλόμενα μέρη διαβουλεύονται μεταξύ τους κάθε φορά που θεσπίζεται μια σημαντική αλλαγή σε επίπεδο ΟΟΣΑ σε οποιοδήποτε από τα στοιχεία του παγκόσμιου προτύπου ή - εφόσον τα συμβαλλόμενα μέρη το κρίνουν απαραίτητο - προκειμένου να βελτιώσουν την τεχνική λειτουργία της παρούσας συμφωνίας ή να εκτιμήσουν και να αντικατοπτρίσουν άλλες διεθνείς εξελίξεις. Οι διαβουλεύσεις πραγματοποιούνται εντός ενός μηνός από την υποβολή του αιτήματος από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος ή το ταχύτερο δυνατόν σε επείγουσες περιπτώσεις.
2.Με βάση την εν λόγω επαφή, τα συμβαλλόμενα μέρη δύνανται να προβούν σε διαβουλεύσεις για να εξετάσουν κατά πόσον είναι απαραίτητες τροποποιήσεις της παρούσας συμφωνίας.
3.Για τους σκοπούς των διαβουλεύσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, κάθε συμβαλλόμενο μέρος ενημερώνει το άλλο συμβαλλόμενο μέρος για τις πιθανές εξελίξεις που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ομαλή λειτουργία της παρούσας συμφωνίας. Περιλαμβάνεται επίσης κάθε σχετική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και τρίτου κράτους.
4.Μετά το πέρας των διαβουλεύσεων, η παρούσα συμφωνία μπορεί να τροποποιηθεί με πρωτόκολλο ή νέα συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
5.Όταν ένα συμβαλλόμενο μέρος έχει εφαρμόσει μια αλλαγή, που εγκρίθηκε από τον ΟΟΣΑ, στο παγκόσμιο πρότυπο, και επιθυμεί να προβεί σε αντίστοιχη τροποποίηση των παραρτημάτων Ι ή/και ΙΙ της παρούσας συμφωνίας, ενημερώνει σχετικά το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση λαμβάνει χώρα διαδικασία διαβούλευσης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη καταλήξουν σε συναίνεση στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας διαβούλευσης σχετικά με τις αλλαγές που πρέπει να επέλθουν στα παραρτήματα Ι ή/και ΙΙ της παρούσας συμφωνίας, και για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την υλοποίηση της αλλαγής με τυπική τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας, το συμβαλλόμενο μέρος το οποίο ζήτησε την αλλαγή μπορεί να εφαρμόσει προσωρινά την αναθεωρημένη έκδοση των παραρτημάτων Ι ή/και ΙΙ της παρούσας συμφωνίας, όπως εγκρίθηκε από τη διαδικασία διαβούλευσης, από την πρώτη μέρα του Ιανουαρίου του έτους που ακολουθεί την ολοκλήρωση της προαναφερθείσας διαδικασίας.
Ένα συμβαλλόμενο μέρος θεωρείται ότι έχει πραγματοποιήσει την αλλαγή, που εγκρίθηκε από τον ΟΟΣΑ, στο παγκόσμιο πρότυπο:
α)για κράτη μέλη: όταν η αλλαγή έχει ενσωματωθεί στην οδηγία 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας
β)για το Λιχτενστάιν: όταν η αλλαγή έχει ενσωματωθεί σε συμφωνία με τρίτο κράτος ή στην εθνική νομοθεσία.
Άρθρο 9
Καταγγελία
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με σχετική κοινοποίηση καταγγελίας την οποία απευθύνει εγγράφως στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η καταγγελία αυτή ενεργοποιείται την πρώτη ημέρα του μηνός που έπεται της λήξης περιόδου 12 μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης καταγγελίας. Σε περίπτωση καταγγελίας, όλες τις πληροφορίες που λήφθηκαν προηγουμένως δυνάμει της παρούσας συμφωνίας θα παραμένουν εμπιστευτικές και θα διέπονται από τις νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών και του Λιχτενστάιν για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Άρθρο 10
Εδαφικό πεδίο εφαρμογής
Η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται, αφενός, στα εδάφη των κρατών μελών στα οποία εφαρμόζεται η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και, αφετέρου, στο έδαφος του Λιχτενστάιν.»
(3) τα παραρτήματα αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΔΗΛΩΣΗΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΕΟΥΣΑΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΠΙ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ («ΚΟΙΝΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ»)
Τμήμα I: Γενικές απαιτήσεις δήλωσης στοιχείων
Α.Με την επιφύλαξη των ενοτήτων Γ έως Ε, κάθε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να παρέχει στην Αρμόδια Αρχή της δικαιοδοσίας του (κράτος μέλος ή Λιχτενστάιν) τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό του:
1.το όνομα, τη διεύθυνση, τη(τις) δικαιοδοσία(ες) κατοικίας (κράτος μέλος ή Λιχτενστάιν), τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης (στην περίπτωση φυσικού προσώπου) κάθε Δηλωτέου Προσώπου που είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και, στην περίπτωση οντότητας η οποία είναι Δικαιούχος Λογαριασμού και για την οποία, κατόπιν εφαρμογής των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας κατά τα τμήματα V, VI και VII, διαπιστώνεται ότι διαθέτει ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, την ονομασία, τη διεύθυνση, τη(τις) δικαιοδοσία(ες) κατοικίας (κράτος μέλος ή Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία) και τον/τους ΑΦΜ της οντότητας, καθώς και το όνομα, τη διεύθυνση, τη(τις) δικαιοδοσία(ες) κατοικίας (κράτος μέλος ή Λιχτενστάιν), τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης κάθε Δηλωτέου Προσώπου·
2.τον αριθμό λογαριασμού (ή λειτουργικό ισοδύναμο ελλείψει αριθμού λογαριασμού)·
3.την ονομασία και τον αριθμό ταυτοποίησης (εάν υπάρχει) του δηλούντος χρηματοπιστωτικού ιδρύματος·
4.το υπόλοιπο ή την αξία του λογαριασμού (συμπεριλαμβανομένης, στην περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, της Αξίας Εξαγοράς κατά τη λήξη ή της τιμής εξαγοράς σε περίπτωση πρόωρης λύσης του συμβολαίου) στο τέλος του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων, ή το κλείσιμο του λογαριασμού, εάν ο λογαριασμός έκλεισε κατά τη διάρκεια αυτού του έτους ή αυτής της περιόδου·
5.σε περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής:
α)το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των μερισμάτων και το συνολικό ακαθάριστο ποσό λοιπών εισοδημάτων που προέκυψαν σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που τηρούνται στον λογαριασμό, σε κάθε περίπτωση που καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό (ή σε σχέση με τον λογαριασμό) κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων· και
β)τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα από την πώληση ή την εξαγορά Χρηματοοικονομικών Περιουσιακών Στοιχείων, τα οποία καταβλήθηκαν ή πιστώθηκαν στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης κατάλληλης περιόδου υποβολής στοιχείων και για τα οποία το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ενήργησε ως θεματοφύλακας, μεσάζων, εντολοδόχος ή άλλως ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Κατόχου του Λογαριασμού.
6.σε περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το συνολικό ακαθάριστο ποσό των τόκων που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον λογαριασμό κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων· και
7.σε περίπτωση λογαριασμού που δεν περιγράφεται στην ενότητα Α παράγραφοι 5 ή 6, το συνολικό ακαθάριστο ποσό που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε στον Δικαιούχο Λογαριασμού σε σχέση με τον λογαριασμό, κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων, ως προς το οποίο το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα είναι οφειλέτης ή χρεώστης, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού ποσού τυχόν πληρωμών εξόφλησης προς τον Δικαιούχο Λογαριασμού κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.
Β.Στις υποβληθείσες πληροφορίες πρέπει να διευκρινίζεται το νόμισμα στο οποίο εκφράζεται κάθε ποσό.
Γ.Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην ενότητα A παράγραφος 1, όσον αφορά κάθε Δηλωτέο Λογαριασμό που συνιστά Προϋπάρχοντα Λογαριασμό, ο/οι ΑΦΜ ή η ημερομηνία γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθούν εάν δεν υπάρχουν στα αρχεία του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος και εάν δεν απαιτείται άλλως η απόκτησή τους από το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα βάσει της εσωτερικής νομοθεσίας ή οιασδήποτε νομικής πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (κατά περίπτωση). Εντούτοις, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να καταβάλλει κάθε εύλογη προσπάθεια προκειμένου να αποκτήσει τον/τους ΑΦΜ και την ημερομηνία γέννησης όσον αφορά Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς έως το τέλος του δεύτερου ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο οι προϋπάρχοντες λογαριασμοί χαρακτηρίστηκαν ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί.
Δ.Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην ενότητα A παράγραφος 1, ο ΑΦΜ δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί εάν δεν έχει εκδοθεί από το οικείο κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή από άλλη δικαιοδοσία κατοικίας.
Ε.Κατά παρέκκλιση από τα οριζόμενα στην ενότητα Α παράγραφος 1, ο τόπος γέννησης δεν είναι υποχρεωτικό να δηλωθεί, εκτός εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα υποχρεούται άλλως να τον πληροφορηθεί και να τον δηλώσει βάσει της εγχώριας νομοθεσίας και διατίθεται στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα δεδομένα που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
Τμήμα ΙΙ: Γενικές απαιτήσεις δέουσας επιμέλειας
Α.Ένας λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός από την ημερομηνία κατά την οποία ταυτοποιείται ως τέτοιος, σύμφωνα με τις διατάξεις περί δέουσας επιμέλειας στα τμήματα II ως VII και, εάν δεν προβλέπεται διαφορετικά, οι πληροφορίες σχετικά με Δηλωτέο Λογαριασμό πρέπει να υποβάλλονται ετησίως κατά το ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους το οποίο αφορούν οι πληροφορίες.
Β.Το υπόλοιπο ή η αξία ενός λογαριασμού προσδιορίζεται την τελευταία ημέρα του ημερολογιακού έτους ή άλλης αντίστοιχης περιόδου υποβολής στοιχείων.
Γ.Όταν το κατώτατο όριο υπολοίπου ή αξίας πρέπει να προσδιοριστεί την τελευταία ημέρα ημερολογιακού έτους, το σχετικό υπόλοιπο ή αξία πρέπει να προσδιοριστεί την τελευταία ημέρα της περιόδου υποβολής στοιχείων που λήγει το συγκεκριμένο ημερολογιακό έτος ή εντός αυτού.
Δ.Κάθε κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν μπορεί να επιτρέπει στα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να χρησιμοποιούν παρόχους υπηρεσιών για να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους σχετικά με την υποβολή στοιχείων και τη δέουσα επιμέλεια οι οποίες ισχύουν για τα εν λόγω Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα, όπως προβλέπεται στην εσωτερική νομοθεσία, αλλά οι εν λόγω υποχρεώσεις παραμένουν ευθύνη των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων.
Ε.Κάθε κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν μπορεί να επιτρέπει στα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να εφαρμόζουν τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Νέους Λογαριασμούς σε Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς και τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας σε Λογαριασμούς Χαμηλότερης Αξίας. Όταν ένα κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν επιτρέπει τη χρήση διαδικασιών δέουσας επιμέλειας για Νέους Λογαριασμούς σε Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς, παραμένουν σε ισχύ οι κανόνες που εφαρμόζονται κατά τα λοιπά στους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς.
Τμήμα ΙΙΙ: Δέουσα επιμέλεια για Προϋπάρχοντες Ατομικούς Λογαριασμούς
Α.Εισαγωγή. Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Προϋπαρχόντων Ατομικών Λογαριασμών.
Β.Λογαριασμοί Χαμηλότερης Αξίας. Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Χαμηλότερης Αξίας, ισχύουν οι ακόλουθες διαδικασίες.
1.Διεύθυνση κατοικίας. Αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει στα αρχεία του τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του Δικαιούχου Ατομικού Λογαριασμού που βασίζεται σε αποδεικτικό έγγραφο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να θεωρήσει ότι ο Δικαιούχος Ατομικού Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του στο κράτος μέλος ή στο Λιχτενστάιν ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται η διεύθυνση, προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον ο συγκεκριμένος Δικαιούχος Ατομικού Λογαριασμού είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
2.Έρευνα σε ηλεκτρονικό αρχείο. Αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν στηρίζεται σε τρέχουσα διεύθυνση κατοικίας του Δικαιούχου Ατομικού Λογαριασμού που βασίζεται σε αποδεικτικό έγγραφο όπως αναφέρεται στην ενότητα Β παράγραφος 1, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να ερευνήσει στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που διατηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα για οποιαδήποτε από τις ακόλουθες ενδείξεις και να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφοι 3 ως 6:
α)ταυτοποίηση του Δικαιούχου Λογαριασμού ως κατοίκου δηλωτέας δικαιοδοσίας·
β)τρέχουσα ταχυδρομική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας (συμπεριλαμβανομένης ταχυδρομικής θυρίδας) σε δηλωτέα δικαιοδοσία·
γ)έναν ή περισσότερους τηλεφωνικούς αριθμούς σε δηλωτέα δικαιοδοσία και απουσία τηλεφωνικού αριθμού στο Λιχτενστάιν ή στο κράτος μέλος του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, ανάλογα με την περίπτωση·
δ)πάγιες εντολές (εκτός όσων σχετίζονται με Καταθετικό Λογαριασμό) για μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμό που τηρείται σε δηλωτέα δικαιοδοσία·
ε)ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής που χορηγείται σε πρόσωπο με διεύθυνση σε δηλωτέα δικαιοδοσία· ή
στ)οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας («hold mail») ή διεύθυνση με την ένδειξη «φροντίδι του» σε δηλωτέα δικαιοδοσία αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν έχει στα αρχεία του άλλη διεύθυνση για τον Δικαιούχο Λογαριασμού.
3.Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα δεν βρεθεί καμία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2, τότε δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια, μέχρις ότου υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό ή ο λογαριασμός να καταστεί Λογαριασμός Υψηλής Αξίας.
4.Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα βρεθεί οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε), ή αν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να θεωρήσει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του σε κάθε δηλωτέα δικαιοδοσία για την οποία ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής σε ό,τι αφορά τον εν λόγω λογαριασμό.
5.Αν κατά την ηλεκτρονική έρευνα βρεθεί οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας («hold mail») ή διεύθυνση με την ένδειξη «φροντίδι του» και δεν βρεθεί άλλη διεύθυνση και καμία από τις ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει, με τη σειρά που αρμόζει καλύτερα στις περιστάσεις, να εφαρμόσει την έρευνα σε αρχείο εγγράφων που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 2 ή να επιδιώξει να εξασφαλίσει από τον Δικαιούχο Λογαριασμού αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο ώστε να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες αυτού του Δικαιούχου Λογαριασμού. Αν δεν βρεθεί ένδειξη κατά την έρευνα σε αρχείο εγγράφων και δεν σταθεί δυνατό να εξασφαλιστεί η αυτοπιστοποίηση ή το αποδεικτικό έγγραφο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να δηλώσει τον λογαριασμό στην Αρμόδια Αρχή του κράτους μέλους του, ή του Λιχτενστάιν, ανάλογα με την περίπτωση, ως μη τεκμηριωμένο λογαριασμό.
6.Παρά την εξεύρεση ενδείξεων σύμφωνα με την ενότητα Β παράγραφος 2, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να θεωρήσουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας αν:
α)στις πληροφορίες που αφορούν τον Δικαιούχο Λογαριασμού περιλαμβάνεται τρέχουσα ταχυδρομική διεύθυνση ή διεύθυνση κατοικίας στη Δηλωτέα Δικαιοδοσία, ένας ή παραπάνω τηλεφωνικοί αριθμοί στην εν λόγω Δηλωτέα Δικαιοδοσία (και δεν υπάρχει τηλεφωνικός αριθμός στο Λιχτενστάιν ή στο κράτος μέλος του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος) ή πάγιες εντολές (σε ό,τι αφορά Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς εκτός των Καταθετικών Λογαριασμών) για μεταφορά κεφαλαίων σε λογαριασμό που τηρείται σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, και το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει ή έχει προηγουμένως εξετάσει και τηρεί αρχείο:
i)αυτοπιστοποίησης από τον Δικαιούχο Λογαριασμού της(των) δικαιοδοσίας(ιών) κατοικίας (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλες δικαιοδοσίες) του εν λόγω Δικαιούχου Λογαριασμού που δεν περιλαμβάνει τέτοια Δηλωτέα Δικαιοδοσία· και
ii)αποδεικτικών εγγράφων που βεβαιώνουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι μη δηλωτέος.
β)στις πληροφορίες που αφορούν τον Δικαιούχο Λογαριασμού περιλαμβάνεται ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής που χορηγείται σε πρόσωπο με διεύθυνση στη Δηλωτέα Δικαιοδοσία, και το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει ή έχει προηγουμένως εξετάσει και τηρεί αρχείο:
i)αυτοπιστοποίησης από τον Δικαιούχο Λογαριασμού της(των) δικαιοδοσίας(ιών) κατοικίας (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλες δικαιοδοσίες) του εν λόγω Δικαιούχου Λογαριασμού που δεν περιλαμβάνει τέτοια Δηλωτέα Δικαιοδοσία· ή
ii)αποδεικτικών εγγράφων που βεβαιώνουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι μη δηλωτέος.
Γ.Διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης για Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας. Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας ισχύουν οι ακόλουθες διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης.
1.Έρευνα σε ηλεκτρονικό αρχείο. Σε ό,τι αφορά τους Λογαριασμούς Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να αναζητήσει στα ηλεκτρονικώς αναζητήσιμα στοιχεία που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οποιαδήποτε από τις ενδείξεις οι οποίες αναφέρονται στην ενότητα Β παράγραφος 2.
2.Έρευνα σε αρχείο εγγράφων. Αν οι βάσεις δεδομένων με δυνατότητα ηλεκτρονικής αναζήτησης του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος περιλαμβάνουν πεδία για τις πληροφορίες της ενότητας Γ παράγραφος 3 και περιέχουν όλα αυτά τα στοιχεία, τότε δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα σε αρχείο εγγράφων. Αν οι ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων δεν περιέχουν όλα αυτά τα στοιχεία, τότε, σε ό,τι αφορά Λογαριασμό Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει επίσης να εξετάσει τον τρέχοντα κύριο φάκελο του πελάτη και, αν δεν περιλαμβάνονται στον τρέχοντα κύριο φάκελο του πελάτη, τα ακόλουθα έγγραφα που σχετίζονται με τον λογαριασμό και έχουν ληφθεί από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εντός των τελευταίων πέντε ετών για οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που αναφέρονται στην ενότητα Β παράγραφος 2:
α)το πιο πρόσφατο αποδεικτικό έγγραφο που παρελήφθη σε σχέση με τον λογαριασμό·
β)την πιο πρόσφατη σύμβαση ανοίγματος λογαριασμού ή τεκμηρίωση·
γ)την πιο πρόσφατη τεκμηρίωση που εξασφαλίστηκε από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς·
δ)τυχόν ισχύον πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής· και
ε)τυχόν ισχύουσες πάγιες εντολές (εκτός όσων σχετίζονται με Καταθετικό Λογαριασμό) για μεταφορά κεφαλαίων.
3.Εξαίρεση στην περίπτωση που οι βάσεις δεδομένων περιέχουν επαρκείς πληροφορίες. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να προβούν στην έρευνα σε αρχείο εγγράφων που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 2, στην περίπτωση που οι ηλεκτρονικώς αναζητήσιμες πληροφορίες των Δηλούντων Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
α)το καθεστώς κατοικίας του Δικαιούχου Λογαριασμού·
β)τη διεύθυνση κατοικίας και την ταχυδρομική διεύθυνση του Δικαιούχου Λογαριασμού που περιέχονται επί του παρόντος στον φάκελο που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα·
γ)τον ή τους τηλεφωνικούς αριθμούς του Δικαιούχου Λογαριασμού οι οποίοι περιέχονται επί του παρόντος στον φάκελο που τηρεί το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, εάν υπάρχουν·
δ)στην περίπτωση Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών εκτός των Καταθετικών Λογαριασμών, εάν υπάρχουν ισχύουσες πάγιες εντολές για μεταφορά κεφαλαίων του λογαριασμού σε άλλο λογαριασμό (συμπεριλαμβανομένου λογαριασμού σε άλλο υποκατάστημα του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος ή σε άλλο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα)·
ε)εάν υπάρχει τρέχουσα διεύθυνση με την ένδειξη «φροντίδι του» ή οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας («hold mail») για τον Δικαιούχο Λογαριασμού· και
στ)εάν υπάρχει πληρεξούσιο ή δικαίωμα υπογραφής για τον λογαριασμό.
4.Έρευνα του συμβούλου πελατείας για πραγματική γνώση. Πέρα από την έρευνα σε ηλεκτρονικά αρχεία και σε αρχεία εγγράφων που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφοι 1 και 2, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χειρίζεται ως Δηλωτέο Λογαριασμό οποιονδήποτε Λογαριασμό Υψηλής Αξίας έχει ανατεθεί σε σύμβουλο πελατείας (συμπεριλαμβανομένων Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που αθροίζονται με αυτόν τον Λογαριασμό Υψηλής Αξίας), αν ο σύμβουλος πελατείας γνωρίζει πραγματικά ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
5.Αποτελέσματα της ανεύρεσης ενδείξεων.
α)Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας, που περιγράφεται παραπάνω, δεν βρεθεί καμία από τις ενδείξεις που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφος 2 και δεν έχει διαπιστωθεί ότι ο λογαριασμός τηρείται από Δηλωτέο Πρόσωπο σύμφωνα με την ενότητα Γ παράγραφος 4, τότε δεν απαιτείται καμία περαιτέρω ενέργεια μέχρις ότου υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό.
β)Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας, που περιγράφεται στην ενότητα Γ, βρεθεί οποιαδήποτε από τις ενδείξεις που περιγράφονται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) ή αν υπάρξει μεταγενέστερη αλλαγή στις περιστάσεις, η οποία να έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να χειρίζεται τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό σε σχέση με κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία για την οποία εντοπίζεται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της ενότητας αυτής όσον αφορά τον εν λόγω λογαριασμό.
γ)Αν κατά την ενισχυμένη εξέταση των Λογαριασμών Υψηλής Αξίας, που περιγράφεται στην ενότητα Γ, βρεθεί οδηγία φύλαξης αλληλογραφίας («hold mail») ή διεύθυνση με την ένδειξη «φροντίδι του» και δεν βρεθεί άλλη διεύθυνση και καμία από τις άλλες ενδείξεις που απαριθμούνται στην ενότητα Β παράγραφος 2 στοιχεία α) έως ε) για τον Δικαιούχο Λογαριασμού, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να εξασφαλίσει από αυτόν τον Δικαιούχο Λογαριασμού αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο ώστε να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού. Αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν είναι σε θέση να εξασφαλίσει τέτοια αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο, οφείλει να δηλώσει τον λογαριασμό στην Αρμόδια Αρχή του κράτους μέλους του ή του Λιχτενστάιν, ανάλογα με την περίπτωση, ως μη τεκμηριωμένο λογαριασμό.
6.Αν Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός δεν είναι Λογαριασμός Υψηλής Αξίας κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 αλλά καταστεί Λογαριασμός Υψηλής Αξίας κατά την τελευταία ημέρα επόμενου ημερολογιακού έτους, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης που περιγράφονται στην ενότητα Γ όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό, εντός του ημερολογιακού έτους που έπεται του έτους κατά το οποίο ο λογαριασμός καθίσταται Λογαριασμός Υψηλής Αξίας. Αν, βάσει της εν λόγω εξέτασης, αυτός ο λογαριασμός ταυτοποιηθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει να υποβάλλει τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με τον λογαριασμό αυτό, όσον αφορά το έτος κατά το οποίο ταυτοποιείται ως Δηλωτέος Λογαριασμός και τα επόμενα έτη, σε ετήσια βάση, εκτός αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού πάψει να αποτελεί Δηλωτέο Πρόσωπο.
7.Όταν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα εφαρμόσουν τις διαδικασίες ενισχυμένης εξέτασης που περιγράφονται στην ενότητα Γ σε Λογαριασμό Υψηλής Αξίας, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν εκ νέου τις διαδικασίες αυτές, εκτός από την έρευνα του συμβούλου πελατείας που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 4, στον ίδιο Λογαριασμό Υψηλής Αξίας τα επόμενα έτη, εκτός αν ο λογαριασμός είναι μη τεκμηριωμένος, οπότε τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα οφείλουν να τις εφαρμόσουν εκ νέου ετησίως μέχρις ότου αυτός ο λογαριασμός πάψει να είναι μη τεκμηριωμένος.
8.Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Λογαριασμό Υψηλής Αξίας η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη σύνδεση μιας ή περισσότερων ενδείξεων που περιγράφονται στην ενότητα Β παράγραφος 2 με τον λογαριασμό, τότε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χειριστεί τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό σε ό,τι αφορά κάθε Δηλωτέα Δικαιοδοσία για την οποία ταυτοποιείται ένδειξη, εκτός αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6 και ισχύει μία από τις εξαιρέσεις της παραγράφου αυτής όσον αφορά αυτόν τον λογαριασμό.
9.Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα θέτουν σε εφαρμογή διαδικασίες ώστε να διασφαλίσουν ότι ο σύμβουλος πελατείας ταυτοποιεί οποιαδήποτε αλλαγή στις περιστάσεις ενός λογαριασμού. Για παράδειγμα, αν ένας προσωπικός σύμβουλος ενημερωθεί ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει νέα ταχυδρομική διεύθυνση σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα θεωρεί τη νέα διεύθυνση αλλαγή στις περιστάσεις και, αν επιλέξει να εφαρμόσει την ενότητα Β παράγραφος 6, εξασφαλίζει την κατάλληλη τεκμηρίωση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού.
Δ.Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Ατομικών Λογαριασμών Υψηλής Αξίας πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016. Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Ατομικών Λογαριασμών Χαμηλότερης Αξίας πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017.
Ε.Τυχόν Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός που έχει ταυτοποιηθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός βάσει του παρόντος τμήματος πρέπει να λογιστεί Δηλωτέος Λογαριασμός όλα τα επόμενα έτη, εκτός αν ο Δικαιούχος Λογαριασμού πάψει να αποτελεί Δηλωτέο Πρόσωπο.
Τμήμα IV: Δέουσα επιμέλεια για Νέους Ατομικούς Λογαριασμούς
Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Νέων Ατομικών Λογαριασμών.
Α.Όσον αφορά τους Νέους Ατομικούς Λογαριασμούς, με το άνοιγμα του λογαριασμού το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εξασφαλίζει την αυτοπιστοποίηση, που μπορεί να είναι μέρος της τεκμηρίωσης για το άνοιγμα του λογαριασμού, η οποία επιτρέπει στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού και να επιβεβαιώσει την ευλογοφάνεια της αυτοπιστοποίησης αυτής με βάση τις πληροφορίες που συνέλεξε το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης τυχόν τεκμηρίωσης που συγκέντρωσε σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.
Β.Αν από την αυτοπιστοποίηση διαπιστώνεται ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού έχει τη φορολογική κατοικία του σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό και η αυτοπιστοποίηση περιλαμβάνει επίσης τον ΑΦΜ του Δικαιούχου Λογαριασμού σε αυτή τη Δηλωτέα Δικαιοδοσία (με την επιφύλαξη της ενότητας Δ του τμήματος I) και την ημερομηνία γέννησης.
Γ.Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις που σχετίζονται με Νέο Ατομικό Λογαριασμό η οποία έχει ως αποτέλεσμα το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αρχική αυτοπιστοποίηση είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν μπορεί να βασιστεί στην αρχική αυτοπιστοποίηση και εξασφαλίζει ισχύουσα αυτοπιστοποίηση που βεβαιώνει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού.
Τμήμα V: Δέουσα επιμέλεια για Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων
Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων.
Α.Λογαριασμοί Οντοτήτων που δεν είναι απαραίτητο να εξεταστούν, να ταυτοποιηθούν ή να δηλωθούν. Εκτός αν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αποφασίσει διαφορετικά, είτε σε ό,τι αφορά όλους τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων είτε, ξεχωριστά, σε ό,τι αφορά μια σαφώς προσδιορισμένη ομάδα τέτοιων λογαριασμών, Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 250 000 δολάρια ΗΠΑ, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί, να ταυτοποιηθεί ή να δηλωθεί ως Δηλωτέος Λογαριασμός έως ότου το αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία του λογαριασμού υπερβεί αυτό το ποσό κατά την τελευταία ημέρα οποιουδήποτε επόμενου ημερολογιακού έτους.
Β.Λογαριασμοί Οντοτήτων που υπόκεινται σε εξέταση. Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 250 000 δολάρια ΗΠΑ και Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων που δεν υπερβαίνει αυτό το ποσό κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αλλά το αθροιστικό υπόλοιπο ή η αξία του υπερβαίνει το εν λόγω ποσό κατά την τελευταία ημέρα οποιουδήποτε επόμενου ημερολογιακού έτους, εξετάζεται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ενότητα Δ.
Γ.Λογαριασμοί Οντοτήτων για τους οποίους απαιτείται δήλωση. Σε ό,τι αφορά τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων που περιγράφονται στην ενότητα Β, μόνο οι λογαριασμοί που τηρούνται από μία ή περισσότερες οντότητες που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται ως Δηλωτέοι Λογαριασμοί.
Δ.Διαδικασίες εξέτασης για την ταυτοποίηση Λογαριασμών Οντοτήτων που πρέπει να δηλωθούν. Για τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων που περιγράφονται στην ενότητα Β, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εξέτασης ώστε να προσδιορίσουν εάν ο λογαριασμός τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:
1.Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
α)Εξέταση των πληροφοριών που τηρούνται για ρυθμιστικούς σκοπούς ή σκοπούς διαχείρισης σχέσεων με πελάτες (συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγονται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC) ώστε να προσδιοριστεί αν οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτό, οι πληροφορίες που υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας περιλαμβάνουν τόπο ίδρυσης ή σύστασης ή διεύθυνση σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία.
β)Αν οι πληροφορίες υποδεικνύουν ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι κάτοικος δηλωτέας δικαιοδοσίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λογίζει τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό, εκτός αν εξασφαλίσει αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή προσδιορίσει ευλόγως, βάσει πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
2.Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντοτήτων (συμπεριλαμβανομένης Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο), το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ακολουθεί τις οδηγίες της ενότητας Δ παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις.
α)Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να εξασφαλίσει αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα εκτός Επενδυτικής Οντότητας που περιγράφεται στην ενότητα A παράγραφος 6 στοιχείο β) του τμήματος VIII, το οποίο δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.
β)Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιορίσουν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.
γ)Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιορίσουν κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται:
i)σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC, στην περίπτωση Προϋπάρχοντος Λογαριασμού Οντοτήτων που τηρούν μία ή περισσότερες ΜΧΟ με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 1 000 000 δολάρια ΗΠΑ· ή
ii)σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο της(των) δικαιοδοσίας(δικαιοδοσιών) (είτε πρόκειται για κράτος μέλος είτε για το Λιχτενστάιν ή άλλες δικαιοδοσίες) όπου το Ελέγχον Πρόσωπο έχει τη φορολογική του κατοικία.
Ε.Χρονοδιάγραμμα της εξέτασης και πρόσθετες διαδικασίες που εφαρμόζονται στους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων.
1.Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 250 000 δολάρια ΗΠΑ πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2017.
2.Η εξέταση των Προϋπαρχόντων Λογαριασμών Οντοτήτων με αθροιστικό υπόλοιπο ή αξία λογαριασμού που δεν υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 250 000 δολάρια ΗΠΑ, αλλά υπερβαίνει αυτό το ποσό κατά την 31η Δεκεμβρίου επόμενου έτους, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί μέσα στο ημερολογιακό έτος που έπεται του έτους κατά το οποίο το αθροιστικό υπόλοιπο ή η αξία υπερβαίνει αυτό το ποσό.
3.Εάν υπάρξει αλλαγή στις περιστάσεις σε σχέση με Προϋπάρχοντα Λογαριασμό Οντοτήτων, που έχει ως αποτέλεσμα το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να γνωρίζει, ή να θεωρεί ευλόγως, ότι η αυτοπιστοποίηση ή άλλη τεκμηρίωση που σχετίζεται με έναν λογαριασμό είναι λανθασμένη ή αναξιόπιστη, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει εκ νέου το καθεστώς του λογαριασμού σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ενότητα Δ.
Τμήμα VI: Δέουσα επιμέλεια για Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων
Οι ακόλουθες διαδικασίες ισχύουν για τον σκοπό της ταυτοποίησης των Δηλωτέων Λογαριασμών μεταξύ των Νέων Λογαριασμών Οντοτήτων.
Α.Διαδικασίες εξέτασης για την ταυτοποίηση Λογαριασμών Οντοτήτων που πρέπει να δηλωθούν. Για τους Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες διαδικασίες εξέτασης ώστε να προσδιορίσουν εάν ο λογαριασμός τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή από παθητικές ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα:
1.Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι Δηλωτέο Πρόσωπο.
α)Εξασφάλιση αυτοπιστοποίησης, που μπορεί να είναι μέρος της τεκμηρίωσης για το άνοιγμα του λογαριασμού, η οποία επιτρέπει στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα να προσδιορίσει την ή τις φορολογικές κατοικίες του Δικαιούχου Λογαριασμού και να επιβεβαιώσει την ευλογοφάνεια της αυτοπιστοποίησης αυτής με βάση τις πληροφορίες που συλλέγει το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σε σχέση με το άνοιγμα του λογαριασμού, συμπεριλαμβανομένης τεκμηρίωσης που συγκεντρώνεται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC. Αν η Οντότητα πιστοποιεί ότι δεν έχει φορολογική κατοικία, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα μπορεί να βασίζεται στη διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας προκειμένου να προσδιορίσει την κατοικία του Δικαιούχου Λογαριασμού.
β)Αν η αυτοπιστοποίηση υποδεικνύει ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι Δηλωτέας Δικαιοδοσίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να χειριστεί τον λογαριασμό ως Δηλωτέο Λογαριασμό, εκτός αν προσδιορίσει ευλόγως, βάσει πληροφοριών που έχει στην κατοχή του ή που είναι διαθέσιμες στο κοινό, ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο σε ό,τι αφορά τη συγκεκριμένη Δηλωτέα Δικαιοδοσία.
2.Προσδιορισμός του κατά πόσον η Οντότητα είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Όσον αφορά Δικαιούχο Λογαριασμού Νέου Λογαριασμού Οντοτήτων (συμπεριλαμβανομένης Οντότητας που είναι Δηλωτέο Πρόσωπο), το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα προσδιορίζει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα. Αν οποιοδήποτε από τα Ελέγχοντα Πρόσωπα μιας παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τότε ο λογαριασμός λογίζεται ως Δηλωτέος Λογαριασμός. Προβαίνοντας στις ενέργειες αυτές, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ακολουθεί τις οδηγίες της ενότητας Α παράγραφος 2 στοιχεία α) έως γ) με τη σειρά που αρμόζει περισσότερο στις περιστάσεις.
α)Προσδιορισμός του κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ. Προκειμένου να προσδιορίσει κατά πόσον ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι παθητική ΜΧΟ, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πρέπει να βασιστεί σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ώστε να εξακριβώσει το καθεστώς του, εκτός αν έχει στην κατοχή του πληροφορίες ή υπάρχουν πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό βάσει των οποίων μπορεί να προσδιορίσει ευλόγως ότι ο Δικαιούχος Λογαριασμού είναι ενεργή ΜΧΟ ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, εκτός Επενδυτικής Οντότητας που περιγράφεται στην ενότητα A παράγραφος 6 στοιχείο β) του τμήματος VIII, το οποίο δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.
β)Προσδιορισμός των Ελεγχόντων Προσώπων Δικαιούχου Λογαριασμού. Προκειμένου να προσδιοριστούν τα Ελέγχοντα Πρόσωπα Δικαιούχου Λογαριασμού, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε πληροφορίες που συλλέγονται και τηρούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες AML/KYC.
γ)Προσδιορισμός του κατά πόσον ένα Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον Ελέγχον Πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το σχετικό Ελέγχον Πρόσωπο.
Τμήμα VII: Ειδικοί κανόνες δέουσας επιμέλειας
Κατά την εφαρμογή των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται ανωτέρω ισχύουν οι ακόλουθοι πρόσθετοι κανόνες:
Α.Αξιοπιστία αυτοπιστοποιήσεων και αποδεικτικών εγγράφων. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δεν μπορούν να βασίζονται σε αυτοπιστοποίηση ή αποδεικτικό έγγραφο αν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν ή θεωρούν ευλόγως ότι η αυτοπιστοποίηση ή το αποδεικτικό έγγραφο είναι λανθασμένα ή αναξιόπιστα.
Β.Εναλλακτικές διαδικασίες για Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούν μεμονωμένοι Δικαιούχοι Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Προσόδων και για ομαδικά Ασφαλιστήρια Συμβόλαια με Αξία Εξαγοράς ή ομαδικά Συμβόλαια Προσόδων. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν ότι μεμονωμένος δικαιούχος (εκτός του ιδιοκτήτη) Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων στον οποίο καταβάλλεται παροχή θανάτου δεν είναι Δηλωτέο Πρόσωπο και μπορούν να θεωρήσουν έναν τέτοιο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό μη Δηλωτέο Λογαριασμό, εκτός αν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν πραγματικά, ή θεωρούν ευλόγως, ότι ο δικαιούχος είναι Δηλωτέο Πρόσωπο. Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν ευλόγως ότι ο δικαιούχος Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων είναι Δηλωτέο Πρόσωπο αν οι πληροφορίες που συλλέγονται από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και σχετίζονται με τον δικαιούχο περιλαμβάνουν ενδείξεις κατά τα περιγραφόμενα στην ενότητα Β του τμήματος III. Αν τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα γνωρίζουν πραγματικά, ή θεωρούν ευλόγως, ότι ο δικαιούχος είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα οφείλουν να ακολουθήσουν τις διαδικασίες που προβλέπονται στην ενότητα Β του τμήματος III.
Τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που αποτελεί συμμετοχικό δικαίωμα σε ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που δεν είναι Δηλωτέος Λογαριασμός μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία ένα ποσό είναι πληρωτέο στον εργαζόμενο/κάτοχο πιστοποιητικού ή τον δικαιούχο, αν ο Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός που αποτελεί συμμετοχικό δικαίωμα σε ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)το ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων εκδίδεται σε εργοδότη και καλύπτει 25 ή περισσότερους εργαζόμενους/κατόχους πιστοποιητικού·
β)οι εργαζόμενοι/κάτοχοι πιστοποιητικού έχουν το δικαίωμα να λάβουν οποιαδήποτε συμβατική αξία σχετίζεται με τα συμφέροντά τους και να κατονομάσουν δικαιούχους για την παροχή που καταβάλλεται με τον θάνατο του εργαζομένου· και
γ)το αθροιστικό ποσό που είναι πληρωτέο σε οποιονδήποτε εργαζόμενο/κάτοχο πιστοποιητικού ή δικαιούχο δεν υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 1 000 000 δολάρια ΗΠΑ.
Ο όρος «ομαδικό Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» σημαίνει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς το οποίο i) παρέχει κάλυψη σε φυσικά πρόσωπα τα οποία συνδέονται μέσω εργοδότη, εμπορικής ένωσης, συνδικαλιστικής οργάνωσης ή άλλης ένωσης ή ομάδας· και ii) χρεώνει ασφάλιστρο για κάθε μέλος της ομάδας (ή μέλος κατηγορίας εντός της ομάδας) το οποίο καθορίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ατομικά χαρακτηριστικά υγείας εκτός της ηλικίας, του φύλου και των καπνιστικών συνηθειών του μέλους (ή της κατηγορίας μελών) της ομάδας.
Ο όρος «ομαδικό Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων» σημαίνει σύμβαση προσόδων σύμφωνα με την οποία οι δανειστές είναι άτομα που συνδέονται μέσω εργοδότη, εμπορικής ένωσης, συνδικαλιστικής οργάνωσης ή άλλης ένωσης ή ομάδας.
Γ.Άθροιση υπολοίπων λογαριασμών και νομισματικοί κανόνες.
1.Άθροιση Ατομικών Λογαριασμών. Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από φυσικό πρόσωπο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αθροίζει όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούνται στο ίδιο ή σε Συνδεόμενη Οντότητα, αλλά μόνο στον βαθμό που τα μηχανογραφημένα συστήματα του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος συνδέουν τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς μέσω στοιχείου όπως ο αριθμός πελάτη ή ο ΑΦΜ και επιτρέπουν την άθροιση των υπολοίπων ή των αξιών των λογαριασμών. Για την εφαρμογή των απαιτήσεων άθροισης που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, σε καθέναν από τους δικαιούχους κοινού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού καταλογίζεται ολόκληρο το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού αυτού.
2.Άθροιση Λογαριασμών Οντοτήτων. Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από Οντότητα, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λαμβάνει υπόψη όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που τηρούνται στο ίδιο ή σε Συνδεόμενη Οντότητα, αλλά μόνο στον βαθμό που τα μηχανογραφημένα συστήματα του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος συνδέουν τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς μέσω στοιχείου όπως ο αριθμός πελάτη ή ο ΑΦΜ και επιτρέπουν την άθροιση των υπολοίπων ή των αξιών των λογαριασμών. Για την εφαρμογή των απαιτήσεων άθροισης που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο, σε καθέναν από τους δικαιούχους κοινού Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού καταλογίζεται ολόκληρο το υπόλοιπο ή η αξία του λογαριασμού αυτού.
3.Ειδικός κανόνας άθροισης για τους συμβούλους πελατείας. Για τον προσδιορισμό του αθροιστικού υπολοίπου ή της αθροιστικής αξίας Χρηματοοικονομικών Λογαριασμών που τηρούνται από πρόσωπο, με σκοπό να προσδιοριστεί αν ένας Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός είναι Υψηλής Αξίας, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει επίσης να αθροίζει όλους τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς που ο σύμβουλος πελατείας γνωρίζει ή ευλόγως θεωρεί ότι άμεσα ή έμμεσα ανήκουν, ελέγχονται ή έχουν ανοιχθεί (αλλά όχι με την ιδιότητα του θεματοφύλακα) από το ίδιο πρόσωπο.
4.Ποσά που λογίζεται ότι περιλαμβάνουν το ισοδύναμό τους σε άλλα νομίσματα. Όλα τα ποσά που εκφράζονται στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν λογίζεται ότι περιλαμβάνουν το ισοδύναμό τους σε άλλα νομίσματα, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία.
Τμήμα VIII: Ορισμοί
Οι ακόλουθοι όροι έχουν τις κάτωθι έννοιες:
Α.Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα
1.Ως «Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται κάθε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο δεν είναι μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
2.Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας» νοείται i) κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι κάτοικος σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, εξαιρουμένου κάθε υποκαταστήματος αυτού του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που ευρίσκεται εκτός της Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας αυτής, και ii) κάθε ευρισκόμενο σε Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία υποκατάστημα Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος το οποίο δεν είναι κάτοικος στη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία αυτή.
3.Ως «Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα» νοείται κάθε Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Ίδρυμα Καταθέσεων, Επενδυτική Οντότητα ή Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία.
4.Ως «Ίδρυμα Θεματοφυλακής» νοείται κάθε Οντότητα που αναπτύσσει δραστηριότητα της οποίας ουσιώδης πτυχή είναι η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων. Η φύλαξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για λογαριασμό τρίτων συνιστά ουσιώδη πτυχή της δραστηριότητας οντότητας εάν το ακαθάριστο εισόδημα της Οντότητας από τη φύλαξη χρηματοοικονομικών στοιχείων και συναφείς χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ανέρχεται τουλάχιστον στο 20% του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: i) την τριετία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου (ή την τελευταία ημέρα μη ημερολογιακής ετήσιας λογιστικής περιόδου) πριν από το έτος του προσδιορισμού·ή ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα.
5.Ως «Ίδρυμα Καταθέσεων» νοείται κάθε Οντότητα που δέχεται καταθέσεις στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρεμφερών δραστηριοτήτων.
6.Ως «Επενδυτική Οντότητα» νοείται κάθε Οντότητα:
α)η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες εργασίες ή πράξεις για λογαριασμό ή εξ ονόματος πελάτη:
i)διαπραγμάτευση σε μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, πιστοποιητικά καταθέσεων, παράγωγα κ.λπ.)· αγορές συναλλάγματος· μέσα σε συνάλλαγμα, επιτόκια και δείκτες· κινητές αξίες· ή συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης επί βασικών εμπορευμάτων·
ii)ατομική και συλλογική διαχείριση χαρτοφυλακίου· ή
iii)άλλες δραστηριότητες επένδυσης ή διαχείρισης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή χρημάτων εξ ονόματος τρίτων·
ή
β)το καθαρό εισόδημα της οποίας προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, εάν την Οντότητα διαχειρίζεται άλλη Οντότητα που είναι Ίδρυμα Καταθέσεων, Ίδρυμα Θεματοφυλακής, Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία ή Επενδυτική Οντότητα περιγραφόμενη στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο α).
Μια Οντότητα θεωρείται ότι ασκεί κατά κύριο λόγο ως δραστηριότητα μία ή περισσότερες από τις εργασίες που περιγράφονται στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο α) ή το ακαθάριστο εισόδημά της προκύπτει κατά κύριο λόγο από επενδύσεις, επανεπενδύσεις ή αγοραπωλησίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων για τους σκοπούς της ενότητας A παράγραφος 6 στοιχείο β), εάν το ακαθάριστο εισόδημά της από τις σχετικές εργασίες ισούται ή υπερβαίνει το 50% του ακαθάριστου εισοδήματός της κατά το βραχύτερο από τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: i) την τριετία που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους του προσδιορισμού· ή ii) το διάστημα κατά το οποίο υφίσταται η Οντότητα. Στον όρο «Επενδυτική Οντότητα» δεν περιλαμβάνονται Οντότητες που αποτελούν ενεργές ΜΧΟ σύμφωνα με τα κριτήρια της ενότητας Δ παράγραφος 9 στοιχεία δ) έως ζ).
Η παρούσα παράγραφος ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με την παρεμφερή διατύπωση που χρησιμοποιείται για τον ορισμό του «Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος» στις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης.
7.Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» περιλαμβάνονται οι τίτλοι (όπως μερίδιο στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρειών· εταιρικά δικαιώματα ή δικαιώματα επικαρπίας σε ευρείας συμμετοχής ή εισηγμένες σε οργανωμένη αγορά προσωπικές εταιρείες ή καταπιστεύματα· γραμμάτια, ομολογίες, μη εγγυημένα ομόλογα ή άλλα αποδεικτικά οφειλής), εταιρικά δικαιώματα, εμπορεύματα, συμβάσεις ανταλλαγής (όπως συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων, συμβάσεις ανταλλαγής νομισμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων διαφορετικής βάσης, συμβάσεις ανώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις κατώτατου ορίου επιτοκίου, συμβάσεις ανταλλαγής εμπορευμάτων, συμβάσεις ανταλλαγής μετοχών, συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με δείκτες μετοχών και παρεμφερείς συμφωνίες), ασφαλιστικές συμβάσεις ή συμβάσεις περιοδικών προσόδων, ή κάθε δικαίωμα (συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων μελλοντικής εκπλήρωσης, των προθεσμιακών συμβάσεων ή συναφών δικαιωμάτων προαίρεσης) επί τίτλου, εταιρικού δικαιώματος, εμπορεύματος, σύμβασης ανταλλαγής, ασφαλιστικής σύμβασης ή σύμβασης περιοδικών προσόδων. Στον όρο «Χρηματοοικονομικό Περιουσιακό Στοιχείο» δεν περιλαμβάνονται μη συνδεόμενα με οφειλή άμεσα δικαιώματα επί ακίνητης περιουσίας.
8.Ως «Καθορισμένη Ασφαλιστική Εταιρεία» νοείται κάθε Οντότητα η οποία είναι ασφαλιστική εταιρεία (ή η εταιρεία συμμετοχών που ελέγχει ασφαλιστική εταιρεία) που προσφέρει Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Προσόδων ή υποχρεούται να καταβάλλει πληρωμές δυνάμει τέτοιου είδους συμβολαίων.
Β.Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα
1.Ως «Μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα« νοείται κάθε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι:
α)κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός ή κεντρική τράπεζα, όχι όμως όσον αφορά πληρωμή προκύπτουσα από υποχρέωση που έχει αναληφθεί σε σχέση με εμπορική χρηματοπιστωτική δραστηριότητα ανήκουσα σε είδος δραστηριότητας που ασκείται από καθορισμένη ασφαλιστική εταιρεία, ίδρυμα θεματοφυλακής ή ίδρυμα καταθέσεων·
β)συνταξιοδοτικό ταμείο ευρείας συμμετοχής· συνταξιοδοτικό ταμείο περιορισμένης συμμετοχής· συνταξιοδοτικό ταμείο κρατικής οντότητας, διεθνούς οργανισμού ή κεντρικής τράπεζας· ή εγκεκριμένος εκδότης πιστωτικών καρτών·
γ)κάθε άλλη οντότητα που παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει ουσιωδώς παρεμφερή χαρακτηριστικά με οποιαδήποτε από τις οντότητες που περιγράφονται στην ενότητα Β παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) και που ορίζεται στο εσωτερικό δίκαιο ως μη Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, και, για τα κράτη μέλη, προβλέπεται στην παράγραφο 7α του άρθρου 8 της οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και έχει κοινοποιηθεί στο Λιχτενστάιν και για το Λιχτενστάιν έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον το καθεστώς της οντότητας αυτής ως μη Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος δεν θέτει σε κίνδυνο τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας·
δ)απαλλασσόμενος οργανισμός συλλογικών επενδύσεων· ή
ε)καταπίστευμα στον βαθμό που ο καταπιστευματοδόχος είναι Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται σύμφωνα με το τμήμα I για όλους τους Δηλωτέους Λογαριασμούς του καταπιστεύματος.
2.Ως «Κρατική Οντότητα» νοείται η κυβέρνηση κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας, κάθε πολιτική υποδιαίρεση κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας (που, για την αποφυγή αμφιβολιών, καλύπτει ως όρος τα κράτη, τις επαρχίες, τις περιφέρειες ή τους δήμους) ή κάθε υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας ή ενός ή περισσοτέρων εκ των προαναφερόμενων (καθένα από τα οποία αποτελεί «κρατική οντότητα»). Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται τα συνιστώντα μέρη, οι ελεγχόμενες οντότητες και οι πολιτικές υποδιαιρέσεις κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας.
α)Ως «Συνιστών Μέρος» κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας νοείται κάθε πρόσωπο, οργανισμός, υπηρεσία, γραφείο, ταμείο, όργανο ή άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας, που αποτελεί διοικούσα αρχή κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας. Τα καθαρά έσοδα της διοικούσας αρχής πρέπει να πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας και κανένα μερίδιό τους δεν πρέπει να καταλήγει προς όφελος ιδιώτη. Στον όρο «Συνιστών Μέρος» δεν περιλαμβάνονται φυσικά πρόσωπα ασκούντα εξουσία ή κατέχοντα επίσημες ή διοικητικές θέσεις τα οποία ενεργούν ως ιδιώτες ή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.
β)Ως ελεγχόμενη οντότητα νοείται κάθε Οντότητα που είναι διακριτή ως προς τη μορφή της από το κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία ή συνιστά άλλως διακριτή νομική οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι:
i)η οντότητα τελεί υπό την πλήρη κυριότητα και τον πλήρη έλεγχο μιας ή περισσοτέρων κρατικών οντοτήτων είτε άμεσα είτε μέσω μιας ή περισσοτέρων ελεγχόμενων οντοτήτων,
ii)τα καθαρά έσοδα της οντότητας πιστώνονται στον λογαριασμό της ή στους λογαριασμούς ενός ή περισσοτέρων κρατικών οντοτήτων και κανένα μερίδιό του εισοδήματός της δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη· και
iii)με τη διάλυσή της, τα περιουσιακά στοιχεία της οντότητας περιέρχονται σε μια ή περισσότερες κρατικές οντότητες.
γ)το εισόδημα δεν θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν τα πρόσωπα αυτά είναι οι προβλεπόμενοι δικαιούχοι κρατικού προγράμματος και οι δραστηριότητες του προγράμματος εκτελούνται υπέρ της κοινής ωφέλειας του γενικού πληθυσμού ή αφορούν τη διαχείριση ορισμένης πτυχής της διακυβέρνησης. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση των ανωτέρω, το εισόδημα θεωρείται ότι καταλήγει προς όφελος ιδιωτών εάν προκύπτει από τη χρήση Κρατικής Οντότητας για την άσκηση εμπορικών δραστηριοτήτων, όπως, παραδείγματος χάρη, εμπορικών τραπεζικών δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων παρέχονται χρηματοοικονομικές υπηρεσίες σε ιδιώτες.
3.Ως «Διεθνής Οργανισμός» νοείται κάθε διεθνής οργανισμός ή υπηρεσία ή όργανο που τελεί υπό την πλήρη κυριότητα αυτού. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνεται κάθε διακυβερνητικός οργανισμός (συμπεριλαμβανομένων των υπερεθνικών) i) που απαρτίζεται κατά κύριο λόγο από κυβερνήσεις· ii) έχει συνάψει ισχύουσα συμφωνία έδρας ή παρεμφερή επί της ουσίας συμφωνία με το κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή την άλλη δικαιοδοσία· και iii) του οποίου το εισόδημα δεν καταλήγει προς όφελος ιδιωτών.
4.Ως «Κεντρική Τράπεζα» νοείται κάθε ίδρυμα το οποίο, είτε δια νόμου είτε με την έγκριση της κυβέρνησης, αποτελεί, εκτός από την κυβέρνηση του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή της άλλης δικαιοδοσίας αυτής καθεαυτήν, την κύρια αρχή έκδοσης μέσων προοριζόμενων να κυκλοφορήσουν ως νόμισμα. Στα ιδρύματα αυτά μπορεί να περιλαμβάνονται όργανα διακριτά από την κυβέρνηση του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή της άλλης δικαιοδοσίας, είτε βρίσκονται υπό την πλήρη ή μερική κυριότητα του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή της άλλης δικαιοδοσίας είτε όχι.
5.Ως «Συνταξιοδοτικό Ταμείο Ευρείας Συμμετοχής» νοείται κάθε ταμείο που συνιστάται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου ή συνδυασμό αυτών, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι το ταμείο:
α)δεν έχει έναν μοναδικό δικαιούχο με δικαίωμα που να υπερβαίνει το 5% των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου·
β)υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει δηλώσεις πληροφοριών στις φορολογικές αρχές· και
γ)πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες απαιτήσεις:
i)το ταμείο απαλλάσσεται γενικά από φόρους επί του εισοδήματός του που προέρχεται από επενδύσεις ή στο εισόδημα αυτό επιβάλλεται αναβαλλόμενος φόρος ή φόρος με μειωμένο συντελεστή, επειδή πρόκειται για συνταξιοδοτικό πρόγραμμα·
ii)το ταμείο λαμβάνει από τους εργοδότες που το χρηματοδοτούν τουλάχιστον το 50% των συνολικών εισφορών του [πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από άλλα προγράμματα περιγραφόμενα στην ενότητα Β παράγραφοι 5 έως 7 ή από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α)]·
iii)διανομή ή ανάληψη ποσών από το ταμείο επιτρέπεται μόνο όταν επέρχονται συγκεκριμένα περιστατικά σχετιζόμενα με συνταξιοδότηση, αναπηρία ή θάνατο [πλην διανεμόμενων ποσών που επανατοποθετούνται σε άλλα συνταξιοδοτικά ταμεία περιγραφόμενα στην ενότητα B παράγραφοι 5 έως 7 ή σε συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α)],· διαφορετικά, εάν η διανομή ή η ανάληψη πραγματοποιηθεί πριν από τα συγκεκριμένα αυτά περιστατικά, επιβαρύνεται με ποινή· ή
iv)οι εισφορές (πλην ορισμένων επιτρεπόμενων συμπληρωματικών εισφορών) των εργαζομένων στο ταμείο περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα του εργαζομένου ή δεν επιτρέπεται να υπερβούν ετησίως ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ, εφαρμοζομένων των κανόνων που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση των λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.
6.Ως «Συνταξιοδοτικό Ταμείο Περιορισμένης Συμμετοχής» νοείται κάθε ταμείο που συνίσταται για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου, ως αντάλλαγμα για παρασχεθείσες υπηρεσίες, σε δικαιούχους που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) σε έναν ή περισσότερους εργοδότες, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)το ταμείο έχει λιγότερους από 50 συμμετέχοντες·
β)το ταμείο χρηματοδοτείται από έναν ή περισσότερους εργοδότες που δεν είναι επενδυτικές οντότητες ή παθητικές ΜΧΟ·
γ)οι εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών στο ταμείο [πλην μεταφορών περιουσιακών στοιχείων από συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς περιγραφόμενους στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α)] περιορίζονται σε συνάρτηση με το δεδουλευμένο εισόδημα και την αμοιβή του εργαζομένου, αντιστοίχως·
δ)οι συμμετέχοντες που δεν είναι κάτοικοι της δικαιοδοσίας (του κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν) όπου έχει την έδρα του το ταμείο δεν έχουν δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων του ταμείου που να υπερβαίνει το 20%· και
ε)το ταμείο υπόκειται σε κρατική κανονιστική ρύθμιση και υποβάλλει πληροφορίες στις φορολογικές αρχές.
7.Ως «Συνταξιοδοτικό Ταμείο Κρατικής Οντότητας, Διεθνούς Οργανισμού ή Κεντρικής Τράπεζας» νοείται κάθε ταμείο που συνίσταται από κρατική οντότητα, διεθνή οργανισμό ή κεντρική τράπεζα για να χορηγεί παροχές σύνταξης, αναπηρίας ή θανάτου σε δικαιούχους ή συμμετέχοντες που είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι (ή πρόσωπα οριζόμενα από τους εργαζομένους αυτούς) ή που δεν είναι εν ενεργεία ή πρώην εργαζόμενοι, εάν οι παροχές προς τους δικαιούχους ή τους συμμετέχοντες αυτούς χορηγούνται ως αντάλλαγμα για προσωπικές υπηρεσίες που παρασχέθηκαν για την κρατική οντότητα, τον διεθνή οργανισμό ή την κεντρική τράπεζα.
8.Ως «εγκεκριμένος εκδότης πιστωτικών καρτών» νοείται Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α)αποτελεί χρηματοπιστωτικό ίδρυμα απλώς και μόνον επειδή είναι εκδότης πιστωτικών καρτών ο οποίος δέχεται καταθέσεις μόνον όταν ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο της κάρτας και το καταβληθέν πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη· και
β)από ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλει πλεονάζον ποσό που να υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ, είτε να επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε καταβληθέν πλεονάζον ποσό που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, των κανόνων που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.
9.Ως «Απαλλασσόμενος Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων» νοείται κάθε επενδυτική οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα δικαιώματα επί του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων τηρούνται από φυσικά πρόσωπα ή οντότητες που δεν είναι Δηλωτέα Πρόσωπα ή μέσω τέτοιων φυσικών προσώπων ή οντοτήτων, εκτός από παθητικές ΜΧΟ με Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα.
Επενδυτική οντότητα που υπόκειται σε κανονιστική ρύθμιση ως οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν παύει να θεωρείται, δυνάμει της ενότητας Β παράγραφος 9, απαλλασσόμενος οργανισμός συλλογικών επενδύσεων απλώς και μόνον επειδή ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων έχει εκδώσει υλικές μετοχές στον κομιστή, υπό την προϋπόθεση ότι:
α)ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων δεν έχει εκδώσει και δεν εκδίδει υλικές μετοχές στον κομιστή μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2015·
β)ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων αποσύρει όλες τις μετοχές αυτές όταν του παραδίδονται·
γ)ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εκτελεί όλες τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που ορίζονται στα τμήματα II έως VII και δηλώνει όλες τις πληροφορίες που πρέπει να δηλώνονται για τις μετοχές αυτές όταν προσκομίζονται για εξαγορά ή άλλη πληρωμή· και
δ)ο οργανισμός συλλογικών επενδύσεων εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες που διασφαλίζουν την εξαγορά ή την ακινητοποίηση των μετοχών αυτών το συντομότερο δυνατόν και, σε κάθε περίπτωση, πριν από την 1η Ιανουαρίου 2018.
Γ.Χρηματοοικονομικός λογαριασμός
1.Ως «Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός» νοείται λογαριασμός που τηρείται σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Στον όρο περιλαμβάνονται οι καταθετικοί λογαριασμοί, οι λογαριασμοί θεματοφυλακής και:
α)σε περίπτωση επενδυτικής οντότητας, κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος «Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός» δεν περιλαμβάνει συμμετοχικά ή συνδεόμενα με οφειλή δικαιώματα επί οντότητας που αποτελεί επενδυτική οντότητα απλώς και μόνον επειδή i) παρέχει επενδυτικές συμβουλές σε πελάτη και ενεργεί εξ ονόματός του ή ii) διαχειρίζεται χαρτοφυλάκια και ενεργεί εξ ονόματος πελάτη για την επένδυση ή τη διαχείριση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατατεθειμένων στο όνομα του πελάτη σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα διαφορετικό από την εν λόγω οντότητα·
β)σε περίπτωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που δεν περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 1 στοιχείο α), κάθε συμμετοχικό ή συνδεόμενο με οφειλή δικαίωμα επί του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, εάν η κατηγορία των εν λόγω δικαιωμάτων δημιουργήθηκε με σκοπό την αποφυγή της υποβολής δηλώσεων σύμφωνα με το τμήμα I· και
γ)κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς ή Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων που προσφέρεται από Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή τηρείται σε Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, πλην των μη συνδεόμενων με επενδύσεις και μη μεταβιβάσιμων συμβολαίων προσόδων άμεσης καταβολής που προσφέρονται σε φυσικά πρόσωπα και καλύπτουν παροχές σύνταξης ή αναπηρίας καταβαλλόμενες στο πλαίσιο λογαριασμών που είναι εξαιρούμενοι.
Στον όρο «Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός» δεν περιλαμβάνονται οι λογαριασμοί που είναι εξαιρούμενοι.
2.Ως «Καταθετικός Λογαριασμός» νοείται κάθε εμπορικός, τρεχούμενος, αποταμιευτικός ή προθεσμιακός λογαριασμός ή λογαριασμός βεβαιούμενος από πιστοποιητικό καταθέσεων, πιστοποιητικό αποταμίευσης, πιστοποιητικό επενδύσεων, πιστοποιητικό οφειλής ή άλλο παρόμοιο μέσο που τηρείται σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα στο σύνηθες πλαίσιο τραπεζικών ή παρόμοιων δραστηριοτήτων. Στον όρο «Καταθετικός Λογαριασμός» περιλαμβάνεται επίσης κάθε ποσό που τηρείται σε ασφαλιστική εταιρεία δυνάμει συμβολαίου εγγυημένης απόδοσης ή παρόμοιας συμφωνίας για την καταβολή ή την πίστωση τόκου επί του ποσού αυτού.
3.Ως «Λογαριασμός Θεματοφυλακής» νοείται κάθε λογαριασμός (πλην των Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων ή Συμβολαίων Περιοδικών Προσόδων) στον οποίο φυλάσσεται ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία προς όφελος τρίτου.
4.Ως «Συμμετοχικό Δικαίωμα» νοείται, στην περίπτωση προσωπικής εταιρείας που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, δικαίωμα είτε επί του κεφαλαίου είτε επί των κερδών της εταιρείας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, συμμετοχικό δικαίωμα θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε πρόσωπο λογίζεται καταπιστευματοπάροχος ή δικαιούχος του συνόλου ή μέρους του καταπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο έχει τον τελικό πραγματικό έλεγχο του καταπιστεύματος. Τα Δηλωτέα Πρόσωπα λογίζονται δικαιούχοι καταπιστεύματος εάν έχουν το δικαίωμα να λαμβάνουν, άμεσα ή έμμεσα (επί παραδείγματι, μέσω εντολοδόχου), υποχρεωτική διανομή ή μπορούν να λαμβάνουν, άμεσα ή έμμεσα, προαιρετική διανομή από το καταπίστευμα.
5.Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο» νοείται κάθε συμβόλαιο (πλην των Συμβολαίων Προσόδων) βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλει ποσό όταν επέλθει καθορισμένο περιστατικό που αφορά θάνατο, ασθένεια, ατύχημα, ζημιά ή κίνδυνο σχετιζόμενο με ακίνητη περιουσία.
6.Ως «Συμβόλαιο Περιοδικών Προσόδων» νοείται κάθε συμβόλαιο βάσει του οποίου ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για χρονική περίοδο που καθορίζεται εν όλω ή εν μέρει σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων. Στον όρο περιλαμβάνονται επίσης συμβόλαια που θεωρούνται Συμβόλαια Περιοδικών Προσόδων σύμφωνα με τους νόμους, τους κανονισμούς ή τις πρακτικές της δικαιοδοσίας (του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης δικαιοδοσίας) όπου εκδόθηκε το συμβόλαιο και βάσει της οποίας ο ασφαλιστής συμφωνεί να καταβάλλει πληρωμές για μια σειρά ετών.
7.Ως «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο με Αξία Εξαγοράς» νοείται κάθε Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο (πλην συμβολαίου αντασφάλισης ζημιών μεταξύ δύο ασφαλιστικών εταιρειών) που έχει αξία εξαγοράς.
8.Ως «Αξία Εξαγοράς» νοείται το μεγαλύτερο από τα δύο ακόλουθα ποσά: i) το ποσό που δικαιούται να λάβει ο αντισυμβαλλόμενος σε περίπτωση εξαγοράς ή λύσης της σύμβασης (το οποίο προσδιορίζεται χωρίς αφαίρεση τυχόν ποινής εξαγοράς ή δανείου ληφθέντος δυνάμει της ασφαλιστικής σύμβασης) και ii) το ποσό που μπορεί να δανείζεται ο αντισυμβαλλόμενος δυνάμει της σύμβασης ή σε σχέση με τη σύμβαση αυτή. Παρά τα οριζόμενα ανωτέρω, ο όρος «Αξία Εξαγοράς» δεν περιλαμβάνει τα ποσά που είναι καταβλητέα δυνάμει Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου:
α)αποκλειστικά λόγω θανάτου του φυσικού προσώπου που ήταν ασφαλισμένο με συμβόλαιο ασφάλισης ζωής·
β)ως παροχή λόγω προσωπικής βλάβης ή ασθένειας ή άλλη παροχή που χορηγείται ως αποζημίωση για οικονομική απώλεια προκαλούμενη με την επέλευση του περιστατικού που καλύπτεται από την ασφάλιση·
γ)ως επιστροφή προηγουμένως καταβληθέντων ασφαλίστρων (μείον το κόστος των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων, είτε έχουν όντως επιβληθεί είτε όχι) δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου (πλην συνδεδεμένου με επενδύσεις συμβολαίου ασφάλισης ζωής ή περιοδικών προσόδων), λόγω ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου, μείωσης της έκθεσης σε κινδύνους κατά την περίοδο ισχύος του συμβολαίου, ή διόρθωσης καταχώρισης ή παρόμοιου σφάλματος σε σχέση με τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται για το συμβόλαιο·
δ)ως μέρισμα υπέρ του αντισυμβαλλόμενου (πλην του μερίσματος λύσης) εφόσον το μέρισμα σχετίζεται με ασφαλιστήριο συμβόλαιο δυνάμει του οποίου καταβλητέες είναι μόνον οι παροχές που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφος 8 στοιχείο β)· ή
ε)ως επιστροφή προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή ασφαλίστρου κατατεθειμένου έναντι ασφαλιστηρίου συμβολαίου για το οποίο το ασφάλιστρο καταβάλλεται τουλάχιστον ετησίως, εάν το ποσό του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου ή του κατατεθειμένου για την κάλυψη μελλοντικών ασφαλίστρων ποσού δεν υπερβαίνει το επόμενο ετήσιο ασφάλιστρο που θα πρέπει να καταβληθεί δυνάμει του συμβολαίου.
9.Ως «Προϋπάρχων Λογαριασμός» νοείται:
α)χρηματοοικονομικός λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015·
β)κάθε χρηματοοικονομικός λογαριασμός δικαιούχου, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας κατά την οποία ανοίχθηκε, εάν:
i)ο Δικαιούχος του Λογαριασμού τηρεί επίσης στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα ή σε συνδεόμενη οντότητα εντός της ίδιας δικαιοδοσίας (κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν) με το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που είναι Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την ενότητα Γ παράγραφος 9 στοιχείο α)·
ii)το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και, κατά περίπτωση, η συνδεόμενη οντότητα εντός της ιδίας δικαιοδοσίας (κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν) με το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, θεωρεί τους δύο προαναφερόμενους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς και κάθε άλλο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό του Δικαιούχου του Λογαριασμού που θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά το στοιχείο β), ως ενιαίο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό για τους σκοπούς της τήρησης των απαιτήσεων γνώσης που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Α και για τους σκοπούς του προσδιορισμού του υπολοίπου ή της αξίας οποιουδήποτε από τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς αυτούς, όταν εφαρμόζει οποιοδήποτε από τα όρια για τους λογαριασμούς·
iii)για Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό που υπόκειται σε διαδικασίες ΑΜL/KYC, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα επιτρέπεται να εκπληρώσει για τον συγκεκριμένο Χρηματοοικονομικό Λογαριασμό τα προβλεπόμενα στις διαδικασίες αυτές, στηριζόμενο στις διαδικασίες ΑΜL/KYC που έχουν εκτελεστεί για τον Προϋπάρχοντα Λογαριασμό που περιγράφεται στην ενότητα Γ παράγραφος 9 στοιχείο α)· και
iv)το άνοιγμα του Χρηματοοικονομικού Λογαριασμού δεν απαιτεί την παροχή νέων, πρόσθετων ή τροποποιημένων πληροφοριών πελάτη από τον δικαιούχο του λογαριασμού, εκτός εάν απαιτείται για τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
10.Ως «Νέος Λογαριασμός» νοείται χρηματοοικονομικός λογαριασμός που τηρείται σε Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα και έχει ανοιχθεί την ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, εκτός αν θεωρείται Προϋπάρχων Λογαριασμός κατά την επέκταση του ορισμού του όρου «Προϋπάρχων Λογαριασμός» στην ενότητα Γ παράγραφος 9.
11.Ως «Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.
12.Ως «Νέος Ατομικός Λογαριασμός» νοείται νέος λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα.
13.Ως «Προϋπάρχων Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Προϋπάρχων Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες Οντότητες.
14.Ως «λογαριασμός χαμηλότερης αξίας» νοείται Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός με συνολικό υπόλοιπο ή αξία, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015, που δεν υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 1 000 000 δολάρια ΗΠΑ.
15.Ως «λογαριασμός υψηλής αξίας» νοείται Προϋπάρχων Ατομικός Λογαριασμός με συνολικό υπόλοιπο ή αξία που υπερβαίνει, κατά την 31η Δεκεμβρίου 2015 ή κατά την 31η Δεκεμβρίου επόμενου έτους, ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 1 000 000 δολάρια ΗΠΑ.
16.Ως «Νέος Λογαριασμός Οντοτήτων» νοείται Νέος Λογαριασμός που τηρείται από μία ή περισσότερες οντότητες.
17.Ως «Εξαιρούμενος Λογαριασμός» νοείται οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους λογαριασμούς:
α)συνταξιοδοτικός λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
i)ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως προσωπικός συνταξιοδοτικός λογαριασμός ή αποτελεί μέρος καταχωρισμένου ή ρυθμιζόμενου συνταξιοδοτικού προγράμματος για παροχές σύνταξης (περιλαμβανομένων των παροχών αναπηρίας ή θανάτου),
ii)ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή, οι εισφορές στον λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου του Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από τον λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή)·
iii)απαιτείται η διαβίβαση πληροφοριών προς τις φορολογικές αρχές, σε ό,τι αφορά τον λογαριασμό·
iv)επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχει συμπληρωθεί συγκεκριμένο όριο ηλικίας, έχει επέλθει αναπηρία ή θάνατος· ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την επέλευση τέτοιων καθορισμένων γεγονότων· και
v)είτε i) οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ ή ii) προβλέπεται μέγιστο όριο εισφορών εφ’ όρου ζωής ίσων ή κατώτερων ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 1 000 000 δολάρια ΗΠΑ, ενώ εφαρμόζονται και στις δύο περιπτώσεις οι κανόνες που προβλέπονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.
Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α) σημείο v), δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω χρηματοοικονομικός λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α) ή β) ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Β παράγραφοι 5 έως 7.
β)λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
i)ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός επενδύσεων με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης και αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή ο λογαριασμός υπόκειται σε ρύθμιση ως οργανισμός αποταμίευσης με σκοπούς άλλους από αυτούς της συνταξιοδότησης,
ii)ο λογαριασμός υπόκειται σε ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς (δηλαδή, οι εισφορές στον λογαριασμό, οι οποίες άλλως θα φορολογούνταν, εκπίπτουν ή εξαιρούνται από το ακαθάριστο εισόδημα του Δικαιούχου του Λογαριασμού ή φορολογούνται με μειωμένο συντελεστή, ή το εισόδημα από επενδύσεις που προέρχεται από τον λογαριασμό υπόκειται σε αναβαλλόμενο φόρο ή σε μειωμένο φορολογικό συντελεστή)·
iii)επιτρέπονται οι αναλήψεις μόνον εφόσον έχουν εκπληρωθεί συγκεκριμένα κριτήρια που αφορούν τον σκοπό του λογαριασμού επένδυσης ή αποταμίευσης (για παράδειγμα την παροχή εκπαιδευτικών ή ιατρικών ωφελειών)· ή επιβάλλονται ποινές για τις αναλήψεις που πραγματοποιούνται πριν από την εκπλήρωση των εν λόγω κριτηρίων· και
iv)οι ετήσιες εισφορές είναι ίσες ή κατώτερες ποσού εκφρασμένου στο εθνικό νόμισμα κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ, εφαρμοζόμενων των κανόνων που προβλέπονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για την άθροιση λογαριασμών και τη μετατροπή νομισμάτων.
Χρηματοοικονομικός Λογαριασμός, ο οποίος πληροί κατά τα λοιπά την απαίτηση που προβλέπεται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο β) σημείο iv), δεν παραβιάζει την απαίτηση αυτή για τον λόγο και μόνον ότι ο εν λόγω χρηματοοικονομικός λογαριασμός μπορεί να δεχθεί περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια που μεταφέρονται από έναν ή περισσότερους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο α) ή β) ή από ένα ή περισσότερα συνταξιοδοτικά ταμεία που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στην ενότητα Β παράγραφοι 5 έως 7.
γ)συμβόλαιο ασφάλισης ζωής με περίοδο κάλυψης που λήγει πριν συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, υπό την προϋπόθεση ότι το συμβόλαιο πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
i)καταβάλλονται περιοδικά ασφάλιστρα, τα οποία δεν μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, τουλάχιστον σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της περιόδου ισχύος του συμβολαίου ή μέχρι να συμπληρώσει ο ασφαλισμένος το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του, αναλόγως ποιο χρονικό διάστημα είναι βραχύτερο·
ii)δεν είναι δυνατόν για οποιοδήποτε πρόσωπο να λάβει παροχές του συμβολαίου (μέσω ανάληψης, δανείου ή με άλλον τρόπο), χωρίς λύση του συμβολαίου·
iii)το ποσό (εκτός της παροχών θανάτου) που είναι πληρωτέο σε περίπτωση ακύρωσης ή λύσης του συμβολαίου δεν μπορεί να υπερβεί το άθροισμα των ασφαλίστρων που έχουν καταβληθεί για το συμβόλαιο, μείον το ποσό που αντιστοιχεί στις επιβαρύνσεις λόγω θανάτου, ασθένειας και δαπανών (είτε έχουν πράγματι επιβληθεί είτε όχι) για την περίοδο ή τις περιόδους ισχύος του συμβολαίου και τυχόν ποσών που έχουν καταβληθεί πριν από την ακύρωση ή τη λύση του συμβολαίου· και
iv)το συμβόλαιο δεν διακρατείται από εκδοχέα έναντι αξίας.
δ)λογαριασμός που ανήκει αποκλειστικά σε κληρονομία, εφόσον στα έγγραφα του λογαριασμού περιλαμβάνεται αντίγραφο της διαθήκης του θανόντος ή πιστοποιητικό θανάτου.
ε)λογαριασμός που έχει ανοιχθεί σε σχέση με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
i)διαταγή ή απόφαση δικαστηρίου,
ii)πώληση, ανταλλαγή ή μίσθωση εμπράγματης ή προσωπικής περιουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο λογαριασμός πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
–ο λογαριασμός τροφοδοτείται αποκλειστικά με ποσά που προέρχονται από προκαταβολή, αρραβώνα, κατάθεση ποσού κατάλληλου για την εξασφάλιση ενοχής που συνδέεται άμεσα με τη συναλλαγή ή παρόμοια πληρωμή, ή τροφοδοτείται με χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που κατατίθεται στον λογαριασμό σε σύνδεση με την πώληση, την ανταλλαγή ή τη μίσθωση περιουσιακού στοιχείου·
–ο λογαριασμός ανοίγεται και χρησιμοποιείται με αποκλειστικό σκοπό την εξασφάλιση της υποχρέωσης του αγοραστή να καταβάλει το τίμημα της πώλησης του περιουσιακού στοιχείου, του πωλητή να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση για ενδεχόμενη υποχρέωση, ή του εκμισθωτή ή του μισθωτή να καταβάλει αποζημίωση σχετικά με το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο, όπως έχει συμφωνηθεί στα πλαίσια της μίσθωσης·
–τα περιουσιακά στοιχεία που περιέχονται στον λογαριασμό, περιλαμβανομένου του εισοδήματος που προέρχεται από τον λογαριασμό, θα καταβληθούν ή θα διατεθούν με άλλον τρόπο προς όφελος του αγοραστή, του πωλητή, του εκμισθωτή ή του μισθωτή (μεταξύ άλλων για να εκπληρωθεί υποχρέωση του εν λόγω προσώπου), όταν το περιουσιακό στοιχείο πωληθεί, ανταλλαγεί ή παραδοθεί, ή όταν τερματιστεί η μίσθωση·
–ο λογαριασμός δεν είναι λογαριασμός περιθωρίου ή παρόμοιος λογαριασμός που έχει ανοιχθεί στα πλαίσια πώλησης ή ανταλλαγής Χρηματοοικονομικού Περιουσιακού Στοιχείου· και
–ο λογαριασμός δεν συνδέεται με λογαριασμό περιγραφόμενο στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχείο στ).
iii)υποχρέωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που διαχειρίζεται δάνειο εξασφαλιζόμενο με εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο να κρατά μέρος του καταβαλλόμενου ποσού με αποκλειστικό σκοπό τη διευκόλυνση της πληρωμής φόρων ή ασφάλισης σχετικά με το εμπράγματο περιουσιακό στοιχείο σε μεταγενέστερο χρόνο·
iv)υποχρέωση χρηματοπιστωτικού ιδρύματος που έχει αποκλειστικό σκοπό την πληρωμή φόρων σε μεταγενέστερο χρόνο.
στ)Καταθετικός Λογαριασμός που πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
i)ο λογαριασμός υπάρχει μόνον διότι ο πελάτης καταβάλλει ποσό που υπερβαίνει το χρεωστικό υπόλοιπο πιστωτικής κάρτας ή άλλης ανακυκλούμενης πιστωτικής διευκόλυνσης και το πλεονάζον ποσό δεν επιστρέφεται αμέσως στον πελάτη· και
ii)από ή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες ώστε είτε να μη δύναται ο πελάτης να καταβάλει πλεονάζον ποσό που να υπερβαίνει ποσό εκφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του κάθε κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν που αντιστοιχεί σε 50 000 δολάρια ΗΠΑ, είτε να επιστρέφεται στον πελάτη εντός 60 ημερών κάθε καταβληθέν πλεονάζον ποσό που υπερβαίνει το εν λόγω ποσό, εφαρμοζομένων, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, των κανόνων που ορίζονται στο τμήμα VII ενότητα Γ για τη μετατροπή νομισμάτων. Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, το καταβληθέν από τον πελάτη πλεονάζον ποσό δεν αναφέρεται σε πιστωτικά υπόλοιπα στον βαθμό που αυτά σχετίζονται με αμφισβητηθείσες χρεώσεις, αλλά περιλαμβάνει πιστωτικά υπόλοιπα που προκύπτουν από επιστροφές εμπορευμάτων.
ζ)κάθε άλλος λογαριασμός που παρουσιάζει χαμηλό κίνδυνο να χρησιμοποιηθεί για φοροδιαφυγή, έχει ουσιωδώς παρεμφερή χαρακτηριστικά με οποιονδήποτε από τους λογαριασμούς που περιγράφονται στην ενότητα Γ παράγραφος 17 στοιχεία α) έως στ), και που ορίζεται στο εσωτερικό δίκαιο ως Εξαιρούμενος Λογαριασμός και, για τα κράτη μέλη, προβλέπεται στην παράγραφο 7α του άρθρου 8 της οδηγίας 2011/16/ΕΕ του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα της φορολογίας και έχει κοινοποιηθεί στο Λιχτενστάιν και για το Λιχτενστάιν έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον το καθεστώς του λογαριασμού αυτού ως Εξαιρούμενου Λογαριασμού δεν θέτει σε κίνδυνο τους σκοπούς της παρούσας συμφωνίας.
Δ.Δηλωτέος Λογαριασμός
1.Ως «Δηλωτέος Λογαριασμός» νοείται λογαριασμός που τηρείται από ένα ή περισσότερα Δηλωτέα Πρόσωπα ή Παθητική ΜΧΟ με ένα ή περισσότερα Ελέγχοντα Πρόσωπα που είναι Δηλωτέα Πρόσωπα, εφόσον έχει χαρακτηριστεί ως τέτοιος σύμφωνα με τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας που περιγράφονται στα τμήματα II έως VII.
2.Ως «Δηλωτέο Πρόσωπο» νοείται πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας εκτός από: i) εταιρεία, η μετοχή της οποίας αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες αναγνωρισμένες αγορές κινητών αξιών· ii) εταιρεία που είναι συνδεόμενη οντότητα εταιρείας που περιγράφεται στο σημείο i)· iii) Κρατική Οντότητα· iv) Διεθνής Οργανισμός· v) Κεντρική Τράπεζα· ή vi) Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
3.Ως «Πρόσωπο Δηλωτέας Δικαιοδοσίας» νοείται άτομο ή Οντότητα με κατοικία σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω δικαιοδοσίας ή κληρονομία θανόντος, ο οποίος ήταν κάτοικος Δηλωτέας Δικαιοδοσίας. Για τον σκοπό αυτόν, οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν κατοικία για φορολογικούς σκοπούς, λογίζονται ως κάτοικοι στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους.
4.Ως «Δηλωτέα Δικαιοδοσία» νοείται το Λιχτενστάιν σε σχέση με ένα κράτος μέλος ή ένα κράτος μέλος σε σχέση με το Λιχτενστάιν, στο πλαίσιο της υποχρέωσης να παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα I.
5.Ως «Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία» έναντι κράτους μέλους ή του Λιχτενστάιν νοείται:
α)κράτος μέλος σε σχέση με την αναφορά στο Λιχτενστάιν, ή
β)το Λιχτενστάιν σε σχέση με την αναφορά σε κράτος μέλος, ή
γ)οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία i) με την οποία το σχετικό κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν, ανάλογα με την περίπτωση, έχει συνάψει συμφωνία με την οποία η εν λόγω άλλη δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα I, και ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από το εν λόγω κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν και κοινοποιείται στο Λιχτενστάιν και, αντίστοιχα, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή·
δ)σε σχέση με κράτη μέλη, οποιαδήποτε άλλη δικαιοδοσία i) με την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συνάψει συμφωνία με την οποία η εν λόγω άλλη δικαιοδοσία θα παρέχει τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα I, και ii) η οποία περιλαμβάνεται σε κατάλογο που δημοσιεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
6.Ως «Ελέγχοντα Πρόσωπα» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν έλεγχο επί οντότητας. Στην περίπτωση του καταπιστεύματος, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται ο ή οι καταπιστευματοπάροχοι, ο ή οι καταπιστευματοδόχοι, ο ή οι προστάτες (εφόσον υπάρχουν), ο ή οι δικαιούχοι ή κατηγορίες των δικαιούχων και οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο ή πρόσωπα ασκούν τον τελικό πραγματικό έλεγχο επί του καταπιστεύματος· σε περίπτωση νομικού μορφώματος που δεν είναι καταπίστευμα, ως ελέγχοντα πρόσωπα νοούνται τα πρόσωπα που βρίσκονται σε ισοδύναμες ή παρόμοιες θέσεις. Ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» δέον όπως ερμηνεύεται κατά τρόπο συμβατό με τις συστάσεις της Ειδικής Ομάδας Χρηματοοικονομικής Δράσης.
7.Ως «ΜΧΟ» νοείται οποιαδήποτε οντότητα δεν είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
8.Ως «παθητική ΜΧΟ» νοείται: i) ΜΧΟ που δεν είναι ενεργή ΜΧΟ· ή ii) επενδυτική οντότητα περιγραφόμενη στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο β), η οποία δεν αποτελεί Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας.
9.Ως «ενεργή ΜΧΟ» νοείται οποιαδήποτε ΜΧΟ πληροί οποιοδήποτε από τα ακόλουθα κριτήρια:
α)το ποσοστό του παθητικού εισοδήματος για το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη κατάλληλη περίοδο δήλωσης στοιχείων είναι μικρότερο του 50% του ακαθάριστου εισοδήματος της ΜΧΟ και το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων που παράγουν παθητικό εισόδημα ή διακρατούνται για την παραγωγή παθητικού εισοδήματος κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή άλλη αντίστοιχη περίοδο υποβολής στοιχείων είναι μικρότερο του 50% των περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ·
β)οι μετοχές της ΜΧΟ αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών ή η ΜΧΟ είναι Συνδεόμενη Οντότητα οντότητας οι μετοχές της οποίας αποτελούν αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένη αγορά κινητών αξιών·
γ)η ΜΧΟ είναι κρατική οντότητα, διεθνής οργανισμός, κεντρική τράπεζα ή οντότητα που ανήκει εξολοκλήρου σε μία ή περισσότερες από τις εν λόγω οντότητες·
δ)κατ’ ουσίαν, όλες οι δραστηριότητες της ΜΧΟ συνίστανται στην κατοχή (εν όλω ή εν μέρει) των εν κυκλοφορία τίτλων κεφαλαίου μιας ή περισσότερων θυγατρικών με δραστηριότητες σε επιχειρηματικούς κλάδους ή τομείς διάφορους από αυτούς των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων ή στην παροχή χρηματοδότησης και υπηρεσιών προς αυτήν ή αυτές· στην κατηγορία αυτή δεν δύναται να υπαχθεί οντότητα η οποία λειτουργεί (ή εμφανίζεται) ως επενδυτικό κεφάλαιο, όπως για παράδειγμα ιδιωτικό επενδυτικό κεφάλαιο («private equity fund»), εταιρεία επιχειρηματικού κεφαλαίου («venture capital fund») ή κεφάλαιο εξαγορών μέσω μόχλευσης («leveraged buyout fund»), ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός επενδύσεων σκοπός του οποίου είναι να αποκτήσει ή να χρηματοδοτήσει εταιρείες και να διατηρεί στη συνέχεια δικαιώματα στις εταιρείες αυτές ως τίτλους κεφαλαίου για επενδυτικούς σκοπούς·
ε)η ΜΧΟ δεν έχει ακόμη επιχειρηματική δραστηριότητα και δεν έχει προηγούμενο ιστορικό λειτουργίας, αλλά επενδύει κεφάλαιο σε περιουσιακά στοιχεία με σκοπό την άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας διάφορης από αυτήν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον η εν λόγω εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στην ΜΧΟ μετά την πάροδο 24 μηνών από την ημερομηνία αρχικής σύστασης της ΜΧΟ·
στ)η ΜΧΟ ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για συνδεόμενες οντότητες που δεν είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε οντότητα που δεν είναι συνδεόμενη οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας συνδεόμενης οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλο από αυτόν των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων·
ζ)η ΜΧΟ ασκεί κυρίως δραστηριότητες χρηματοδότησης και αντιστάθμισης κινδύνου με ή για συνδεόμενες οντότητες που δεν είναι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και δεν παρέχει υπηρεσίες χρηματοδότησης ή αντιστάθμισης κινδύνου σε οντότητα που δεν είναι συνδεόμενη οντότητα, εφόσον ο όμιλος οποιασδήποτε τέτοιας συνδεόμενης οντότητας δραστηριοποιείται κυρίως σε χώρο άλλον από αυτόν των Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων· ή
η)η ΜΧΟ πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:
i)είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας της κατοικίας της (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία) αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς ή εκπαιδευτικούς σκοπούς· ή είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί εντός της δικαιοδοσίας της κατοικίας της (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, την Ελβετία ή άλλη δικαιοδοσία) και αποτελεί επαγγελματική οργάνωση, σύνδεσμο επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλλεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας·
ii)απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία της κατοικίας της (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία)·
iii)δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων·
iv)η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της ΜΧΟ (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία) ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ δεν επιτρέπουν οποιαδήποτε διανομή εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων της ΜΧΟ σε φυσικό πρόσωπο ή μη φιλανθρωπική οντότητα ή τη χρήση των εσόδων ή περιουσιακών στοιχείων προς όφελος τους, εκτός αν η διανομή ή χρήση αυτή γίνεται στα πλαίσια της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της ΜΧΟ ή ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η ΜΧΟ· και
v)η ισχύουσα νομοθεσία της δικαιοδοσίας όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία) ή τα συστατικά έγγραφα της ΜΧΟ απαιτούν, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή διάλυσης της ΜΧΟ, να διανέμονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία της σε κρατική οντότητα ή σε άλλη μη κερδοσκοπική οργάνωση ή να περιέρχονται στην κυβέρνηση όπου έχει την κατοικία της η ΜΧΟ (είτε πρόκειται για κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία) ή σε άλλη διοικητική υποδιαίρεση.
Ε.Διάφορα
1.Ως «Δικαιούχος Λογαριασμού» νοείται πρόσωπο που καταχωρίζεται ή ταυτοποιείται ως δικαιούχος χρηματοοικονομικού λογαριασμού από το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που τηρεί τον λογαριασμό. Πρόσωπο, άλλο από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, που τηρεί χρηματοοικονομικό λογαριασμό προς όφελος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου ως αντιπρόσωπος, θεματοφύλακας, εντολοδόχος, υπογράφων, σύμβουλος επενδύσεων ή ενδιάμεσος δεν λογίζεται δικαιούχος του λογαριασμού για τους σκοπούς του παρόντος παραρτήματος, δικαιούχος του λογαριασμού λογίζεται το εν λόγω άλλο πρόσωπο. Σε περίπτωση Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, δικαιούχος του λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει δικαίωμα να λάβει την αξία εξαγοράς ή να αλλάξει τον δικαιούχο της σύμβασης. Αν κανείς δεν δύναται να λάβει την αξία εξαγοράς ή να αλλάξει τον δικαιούχο, δικαιούχος του λογαριασμού είναι οποιοδήποτε πρόσωπο ορίζεται στο συμβόλαιο ως κύριος και οποιοδήποτε πρόσωπο έχει κατοχυρωμένη απαίτηση για την πληρωμή σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου. Κατά τη λήξη Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, κάθε πρόσωπο που δικαιούται να λάβει πληρωμή σύμφωνα με το συμβόλαιο είναι δικαιούχος του λογαριασμού.
2.Ως «Διαδικασίες καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες/Γνώρισε τον πελάτη σου (AML/KYC)» νοούνται οι σχετικές με τον πελάτη διαδικασίες δέουσας επιμέλειας του Δηλούντος Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που αφορούν την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή παρόμοιες απαιτήσεις, στις οποίες υπόκειται το εν λόγω Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
3.Ως «Οντότητα» νοείται νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα, όπως κεφαλαιουχική εταιρεία, προσωπική εταιρεία, καταπίστευμα ή ίδρυμα.
4.Μία Οντότητα είναι «Συνδεόμενη Οντότητα» άλλης Οντότητας αν α) κάποια εκ των δύο οντοτήτων ελέγχει την άλλη οντότητα· β) οι δύο οντότητες τελούν υπό κοινό έλεγχο· ή γ) οι δύο οντότητες είναι επενδυτικές οντότητες περιγραφόμενες στην ενότητα Α παράγραφος 6 στοιχείο β), τελούν υπό κοινή διαχείριση και η εν λόγω διαχείριση εκπληρώνει τις υποχρεώσεις δέουσας επιμέλειας των εν λόγω επενδυτικών οντοτήτων. Για τον σκοπό αυτόν, ο έλεγχος περιλαμβάνει την άμεση ή έμμεση κυριότητα ποσοστού μεγαλύτερου του 50% των δικαιωμάτων ψήφου και αξίας της οντότητας.
5.Ως «ΑΦΜ» νοείται ο αριθμός φορολογικού μητρώου (ή λειτουργικό ισοδύναμο, αν δεν υπάρχει αριθμός φορολογικού μητρώου).
6.Ως «αποδεικτικό έγγραφο» νοείται οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
α)πιστοποιητικό κατοικίας που εκδίδεται από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κυβέρνηση ή οργανισμό της ή από δημοτική αρχή) της δικαιοδοσίας (του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν, ή άλλης δικαιοδοσίας) όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία του ο δικαιούχος.
β)σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα, οποιοδήποτε έγκυρο έγγραφο ταυτότητας έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κυβέρνηση ή οργανισμό της ή από δημοτική αρχή), στο οποίο περιέχεται το όνομα του προσώπου και το οποίο χρησιμοποιείται κατά κανόνα για ταυτοποίηση.
γ)σε ό,τι αφορά τις οντότητες, οποιοδήποτε επίσημο έγγραφο έχει εκδοθεί από αρμόδιο κρατικό φορέα (για παράδειγμα, από την κυβέρνηση ή οργανισμό της ή από δημοτική αρχή), στο οποίο περιέχεται η ονομασία της οντότητας και είτε η διεύθυνση του κεντρικού της γραφείου στη δικαιοδοσία (στο κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή σε άλλη δικαιοδοσία) όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της είτε δικαιοδοσία (το κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία) στην οποία συστάθηκε ή λειτουργεί.
δ)οποιαδήποτε ελεγμένη οικονομική κατάσταση, έκθεση τρίτου για τη φερεγγυότητα, αίτηση πτώχευσης ή έκθεση από ρυθμιστική αρχή αγοράς κινητών αξιών.
Σε ό,τι αφορά τους Προϋπάρχοντες Λογαριασμούς Οντοτήτων, τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιήσουν ως αποδεικτικό έγγραφο οποιαδήποτε κατάταξη έχει γίνει στα αρχεία του δηλούντος χρηματοπιστωτικού ιδρύματος σχετικά με τον δικαιούχο του λογαριασμού βάσει τυποποιημένου συστήματος κωδικοποίησης ανά κλάδο, η οποία καταχωρίστηκε από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα σύμφωνα με τη συνήθη επιχειρηματική πρακτική του, για σκοπούς που αφορούν τις διαδικασίες AML/KYC ή για άλλους ρυθμιστικούς σκοπούς (εκτός των φορολογικών) και η οποία εφαρμοζόταν από το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα πριν από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η κατάταξη του χρηματοοικονομικού λογαριασμού ως προϋπάρχοντος λογαριασμού, εφόσον το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δεν γνωρίζει ή δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι η εν λόγω κατάταξη είναι εσφαλμένη ή αναξιόπιστη. Ως «τυποποιημένο σύστημα κωδικοποίησης ανά κλάδο» νοείται σύστημα που χρησιμοποιείται για την κατάταξη των μορφωμάτων ανά είδος επιχείρησης για σκοπούς άλλους από τους φορολογικούς.
Τμήμα IX: Αποτελεσματική εφαρμογή
Κάθε κράτος μέλος και το Λιχτενστάιν πρέπει να διαθέτουν κανόνες και διοικητικές διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εφαρμογή και συμμόρφωση σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται ανωτέρω, περιλαμβανομένων των κάτωθι:
1.κανόνων ώστε να αποτρέπονται οι πρακτικές Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων, προσώπων ή ενδιαμέσων οι οποίες αποσκοπούν στην καταστρατήγηση των διαδικασιών υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας·
2.κανόνων που απαιτούν από τα Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα να τηρούν αρχεία σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν και τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίζονται για την τήρηση των ανωτέρω διαδικασιών, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την πρόσβαση στα αρχεία αυτά·
3.διοικητικών διαδικασιών ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση των δηλούντων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων προς τις διαδικασίες δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας· διοικητικών διαδικασιών για τις επακόλουθες ενέργειες στο Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, όταν δηλώνονται λογαριασμοί χωρίς τεκμηρίωση·
4.διοικητικών διαδικασιών ώστε να διασφαλίζεται ότι εξακολουθεί να είναι μικρός ο κίνδυνος χρήσης των οντοτήτων και των λογαριασμών που ορίζονται στο εσωτερικό δίκαιο ως μη Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και εξαιρούμενοι λογαριασμοί για σκοπούς φοροδιαφυγής· και
5.αποτελεσματικών διατάξεων επιβολής των κανόνων για την αντιμετώπιση της μη συμμόρφωσης.
ΤΜΗΜΑ Χ: Ημερομηνίες Εφαρμογής όσον αφορά Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα που Ευρίσκονται στην Αυστρία
Στην περίπτωση δηλούντων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ευρίσκονται στην Αυστρία, όλες οι αναφορές στα έτη «2016» και «2017» στο παρόν παράρτημα θα πρέπει να νοούνται ως αναφορές στα έτη «2017» και «2018», αντιστοίχως. Στην περίπτωση Προϋπαρχόντων Λογαριασμών που τηρούνται από Δηλούντα Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα που ευρίσκονται στην Αυστρία, όλες οι αναφορές στην «31η Δεκεμβρίου 2015» στο παρόν παράρτημα θα πρέπει να νοούνται ως αναφορές στην «31η Δεκεμβρίου 2016».
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
Συμπληρωματικοί κανόνες δήλωσης στοιχείων και δέουσας επιμέλειας όσον αφορά πληροφορίες επί χρηματοοικονομικών λογαριασμών
1.
Μεταβολή των περιστάσεων
Ως «μεταβολή των περιστάσεων» νοείται οποιαδήποτε μεταβολή η οποία έχει ως αποτέλεσμα την προσθήκη πληροφοριών σχετικών με το καθεστώς ενός προσώπου ή έρχεται σε αντίθεση με το καθεστώς αυτό με άλλον τρόπο. Επιπροσθέτως, ως μεταβολή των περιστάσεων νοείται οποιαδήποτε μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών στον Λογαριασμό του Δικαιούχου (περιλαμβανομένης της προσθήκης, της υποκατάστασης ή άλλης μεταβολής σχετικά με τον Δικαιούχο του Λογαριασμού) ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών σε οποιοδήποτε λογαριασμό συνδέεται με τον εν λόγω λογαριασμό (εφαρμοζομένων των κανόνων περί άθροισης λογαριασμών που περιγράφονται στο παράρτημα I τμήμα VII ενότητα Γ παράγραφοι 1 έως 3), εάν η εν λόγω μεταβολή ή προσθήκη πληροφοριών επηρεάζει το καθεστώς του Δικαιούχου του Λογαριασμού.
Εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει βασιστεί στην εξέταση αναφορικά με τη διεύθυνση κατοικίας, η οποία περιγράφεται στο παράρτημα I τμήμα III ενότητα Β παράγραφος 1 και επέλθει μεταβολή των περιστάσεων λόγω της οποίας το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα λαμβάνει γνώση ή έχει λόγο να πιστεύει ότι το αρχικό αποδεικτικό έγγραφο (ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο) είναι ανακριβές ή αναξιόπιστο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα οφείλει, μέχρι τη μεταγενέστερη μεταξύ της τελευταίας ημέρας του σχετικού ημερολογιακού έτους ή άλλης ενδεδειγμένης περιόδου υποβολής στοιχείων ή των 90 ημερολογιακών ημερών μετά τη γνωστοποίηση ή την ανακάλυψη της εν λόγω μεταβολής των περιστάσεων να έχει στην κατοχή του αυτοπιστοποίηση και νέο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο για τη βεβαίωση της ή των φορολογικών κατοικιών του Δικαιούχου του Λογαριασμού. Εάν το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα αδυνατεί να λάβει την αυτοπιστοποίηση και το νέο αποδεικτικό έγγραφο μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, πρέπει να εφαρμόσει τη διαδικασία έρευνας σε ηλεκτρονικό αρχείο που περιγράφεται στο παράρτημα I τμήμα III ενότητα Β παράγραφοι 2 έως 6.
2. Αυτοπιστοποίηση για Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων
Όσον αφορά τους Νέους Λογαριασμούς Οντοτήτων, προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον το ελέγχον πρόσωπο παθητικής ΜΧΟ είναι Δηλωτέο Πρόσωπο, το Δηλούν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα δύναται να βασίζεται σε αυτοπιστοποίηση μόνον από τον Δικαιούχο Λογαριασμού ή το Ελέγχον Πρόσωπο.
3. Κατοικία Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος
Το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει την «κατοικία» του σε κράτος μέλος, στο Λιχτενστάιν ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία εάν υπόκειται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας (δηλαδή η Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία δύναται να επιβάλει την υποβολή στοιχείων από το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα). Γενικώς, όταν το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, στο Λιχτενστάιν ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, υπόκειται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας και αποτελεί, ως εκ τούτου, Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους, Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα του Λιχτενστάιν ή Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση καταπιστεύματος που είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα (ανεξαρτήτως του αν έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος, στο Λιχτενστάιν ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία), το καταπίστευμα θεωρείται ότι υπόκειται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας εάν ένας ή περισσότεροι από τους καταπιστευματοδόχους έχουν την κατοικία τους στο εν λόγω κράτος μέλος, στο Λιχτενστάιν ή σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία, εκτός εάν το καταπίστευμα δηλώνει σε άλλο κράτος μέλος όλες τις πληροφορίες που απαιτείται να δηλωθούν βάσει της παρούσας συμφωνίας ή άλλης συμφωνίας περί εφαρμογής του Παγκόσμιου Προτύπου σχετικά με τους Δηλωτέους Λογαριασμούς που τηρούνται από το καταπίστευμα σε άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία (κράτος μέλος, Λιχτενστάιν ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία), επειδή έχει τη φορολογική του κατοικία στην εν λόγω άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία. Εντούτοις, όταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα (εκτός από καταπίστευμα) δεν έχει φορολογική κατοικία (για παράδειγμα επειδή λογίζεται φορολογικώς διαφανές ή ευρίσκεται σε δικαιοδοσία που δεν επιβάλλει φόρο εισοδήματος), θεωρείται ότι υπόκειται στη δικαιοδοσία κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας και αποτελεί, ως εκ τούτου, Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας εάν:
α)έχει συσταθεί σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους, του Λιχτενστάιν ή άλλης Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας·
β)έχει τον τόπο άσκησης της διοίκησής του (περιλαμβανομένης της πραγματικής διοίκησης) στο κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία· ή
γ)υπόκειται σε χρηματοοικονομική εποπτεία στο κράτος μέλος, στο Λιχτενστάιν ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία.
Όταν Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα (εκτός από καταπίστευμα) έχει κατοικία σε δύο ή περισσότερες Συμμετέχουσες Δικαιοδοσίες (κράτος μέλος, Λιχτενστάιν ή άλλη Συμμετέχουσα Δικαιοδοσία), το εν λόγω Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα θα υπόκειται στις υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων και δέουσας επιμέλειας της Συμμετέχουσας Δικαιοδοσίας στην οποία τηρεί τον ή τους Χρηματοοικονομικούς Λογαριασμούς.
4. Τηρούμενος λογαριασμός
Γενικώς, θεωρείται ότι το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που τηρεί τον λογαριασμό είναι το εξής:
α)στην περίπτωση Λογαριασμού Θεματοφυλακής, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που είναι ο θεματοφύλακας των περιουσιακών στοιχείων του λογαριασμού (συμπεριλαμβανομένου του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος που τηρεί στο όνομά του στο εν λόγω Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα περιουσιακά στοιχεία για Δικαιούχο του Λογαριασμού).
β)στην περίπτωση Καταθετικού Λογαριασμού, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές σχετικά με τον λογαριασμό (με την εξαίρεση του αντιπροσώπου του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, ανεξαρτήτως του κατά πόσον ο εν λόγω αντιπρόσωπος είναι Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα).
γ)στην περίπτωση δικαιώματος επί του μετοχικού κεφαλαίου ή του χρέους Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος, το οποίο τηρείται υπό τη μορφή χρηματοοικονομικού λογαριασμού, το εν λόγω Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα.
δ)στην περίπτωση Ασφαλιστήριου Συμβολαίου με Αξία Εξαγοράς ή Συμβολαίου Περιοδικών Προσόδων, το Χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα που υποχρεούται να πραγματοποιεί πληρωμές σχετικά με το συμβόλαιο.
5. Καταπιστεύματα που είναι παθητικές ΜΧΟ
Οντότητες όπως προσωπικές εταιρείες, ετερόρρυθμες εταιρείες ή παρόμοια νομικά μορφώματα, τα οποία δεν έχουν φορολογική κατοικία, λογίζονται ως έχοντα την κατοικία τους στη δικαιοδοσία όπου βρίσκεται ο τόπος άσκησης της πραγματικής διοίκησής τους, σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα VIII ενότητα Δ παράγραφος 3. Για τους σκοπούς αυτούς, νομικό πρόσωπο ή νομικό μόρφωμα λογίζεται «παρόμοιο» με προσωπική και με ετερόρρυθμη εταιρεία όταν δεν αντιμετωπίζεται ως φορολογητέα μονάδα σε Δηλωτέα Δικαιοδοσία σύμφωνα με τη φορολογική νομοθεσία της εν λόγω οντότητας. Εντούτοις, προκειμένου να αποτραπεί διπλή υποβολή στοιχείων (δεδομένης της ευρύτητας του πεδίου που καλύπτει ο όρος «Ελέγχοντα Πρόσωπα» στην περίπτωση των καταπιστευμάτων), καταπίστευμα που δεν είναι παθητική ΜΧΟ δεν θεωρείται παρόμοιο νομικό μόρφωμα.
6. Διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας
Μία από τις απαιτήσεις που περιγράφεται στο παράρτημα I τμήμα VIII ενότητα Ε παράγραφος 6 στοιχείο γ) είναι, σε σχέση με Οντότητα, να περιλαμβάνεται στα επίσημα έγγραφα είτε η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας στο κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή σε άλλη δικαιοδοσία όπου ισχυρίζεται ότι έχει την κατοικία της, είτε το κράτος μέλος, το Λιχτενστάιν ή άλλη δικαιοδοσία όπου η οντότητα συστάθηκε ή οργανώθηκε. Η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας είναι συνήθως ο τόπος όπου ασκείται η πραγματική διοίκησή της. Η διεύθυνση του Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος στο οποίο η Οντότητα διατηρεί λογαριασμό, η ταχυδρομική θυρίδα ή η διεύθυνση που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αλληλογραφία δεν είναι η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας, εκτός αν η εν λόγω διεύθυνση είναι η μόνη διεύθυνση που χρησιμοποιεί η Οντότητα και εμφανίζεται ως η καταχωρισμένη διεύθυνση της Οντότητας στα συστατικά της έγγραφα. Περαιτέρω, διεύθυνση, η οποία παρέχεται με οδηγίες να κρατηθεί όλη η αλληλογραφία που απευθύνεται σε αυτήν τη διεύθυνση, δεν είναι η διεύθυνση του κεντρικού γραφείου της Οντότητας.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ
Οι Αρμόδιες Αρχές για την εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας είναι:
α)στο Πριγκιπάτο του Λιχτενστάιν: Die Regierung des furstentums Liechtenstein ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
β)στο Βασίλειο του Βελγίου: De Minister van Financiën/Le Ministre des Finances ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
γ)στη Δημοκρατία της Βουλγαρίας: Изпълнителният директор на Националната агенция за приходите ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
δ)στην Τσεχική Δημοκρατία: Ministr financí ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ε)στο Βασίλειο της Δανίας: Skatteministeren ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
στ)στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας: Der Bundesminister der Finanzen ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ζ)στη Δημοκρατία της Εσθονίας: Rahandusminister ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
η)στην Ελληνική Δημοκρατία: Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
θ)στο Βασίλειο της Ισπανίας: El Ministro de Economia y Hacienda ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ι)στη Γαλλική Δημοκρατία: Le Ministre chargé du budget ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ια)στη Δημοκρατία της Κροατίας: Ministar financija ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος
ιβ)στην Ιρλανδία: The Revenue Commissioners ή εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους,
ιγ)στην Ιταλική Δημοκρατία: Il Direttore Generale delle Finanze ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ιδ)στην Κυπριακή Δημοκρατία: Ο Υπουργός Οικονομικών ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ιε)στη Δημοκρατία της Λετονίας: Finanšu ministrs ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ιστ)στη Δημοκρατία της Λιθουανίας: Finansų ministras ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ιζ)στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου: Le Ministre des Finances ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ιη)στη Δημοκρατία της Ουγγαρίας: A pénzügyminiszter ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
ιθ)στη Δημοκρατία της Μάλτας: Il-Ministru responsabbli għall-Finanzi ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κ)στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών: De Minister van Financiën ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κα)στη Δημοκρατία της Αυστρίας: Der Bundesminister für Finanzen ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κβ)στη Δημοκρατία της Πολωνίας: Minister Finansów ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κγ)στη Δημοκρατία της Πορτογαλίας: O Ministro das Finanças ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κδ)στη Ρουμανία: Președintele Agenției Naționale de Administrare Fiscală ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κε)στη Δημοκρατία της Σλοβενίας: Minister za financií ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κστ)στη Σλοβακική Δημοκρατία: Minister financií ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κζ)στη Δημοκρατία της Φινλανδίας: Valtiovarainministeriö/Finansministeriet ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κη)στο Βασίλειο της Σουηδίας: Chefen för Finansdepartementet ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος,
κθ)στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας και στα ευρωπαϊκά εδάφη για τις εξωτερικές σχέσεις των οποίων είναι υπεύθυνο το Ηνωμένο Βασίλειο: the Commissioners of Inland Revenue ή οι εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποί τους και η αρμόδια αρχή του Γιβραλτάρ, την οποία θα ορίσει το Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις συμφωνηθείσες ρυθμίσεις σχετικά με τις αρχές του Γιβραλτάρ στο πλαίσιο των μέσων της ΕΕ και της ΕΚ και των σχετικών συνθηκών που κοινοποιήθηκαν στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19 Απριλίου 2000, αντίγραφο των οποίων κοινοποιείται στο Λιχτενστάιν από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και που ισχύουν για την παρούσα συμφωνία.»
Άρθρο 2
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
1.Το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο απαιτεί κύρωση ή έγκριση από τα Συμβαλλόμενα Μέρη σύμφωνα με τις οικείες διαδικασίες. Τα συμβαλλόμενα μέρη κοινοποιούν αμοιβαία την ολοκλήρωση των διαδικασιών αυτών. Το τροποποιητικό πρωτόκολλο αρχίζει να ισχύει την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου που ακολουθεί την τελευταία κοινοποίηση.
2.Όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος, η ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπεται στο παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο εφαρμόζεται σε αιτήσεις που υποβάλλονται κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του για πληροφορίες που έχουν σχέση με τα οικονομικά έτη που αρχίζουν την ή μετά από την πρώτη μέρα του Ιανουαρίου του έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου. Το άρθρο 10 της συμφωνίας με τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο συνεχίζει να εφαρμόζεται, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο 5 της συμφωνίας όπως τροποποιήθηκε με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο.
3.Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, οι ακόλουθες υποχρεώσεις στο πλαίσιο της συμφωνίας με τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο συνεχίζουν να ισχύουν, ως εξής:
i)οι υποχρεώσεις του Λιχτενστάιν και των εκεί εγκατεστημένων οργανισμών πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 2, και οι υποχρεώσεις του Λιχτενστάιν και οι υποκείμενες υποχρεώσεις των εκεί εγκατεστημένων οργανισμών πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 8 της συμφωνίας με τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, συνεχίζουν να ισχύουν έως τις 30 Ιουνίου του έτους από την έναρξη ισχύος του παρόντος τροποποιητικού πρωτοκόλλου ή μέχρις ότου οι εν λόγω υποχρεώσεις έχουν εκπληρωθεί·
ii)οι υποχρεώσεις των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 9 της συμφωνίας με τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο, όσον αφορά την παρακράτηση φόρου στην πηγή που επιβάλλεται κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους εφαρμογής της συμφωνίας με τη μορφή πριν από την τροποποίησή της με το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο και των προηγούμενων ετών, εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου οι εν λόγω υποχρεώσεις έχουν εκπληρωθεί.
Άρθρο 3
Γλώσσες
Το παρόν τροποποιητικό πρωτόκολλο συντάσσεται σε δύο αντίτυπα στην αγγλική, βουλγαρική, γαλλική, γερμανική, δανική, ελληνική, εσθονική, ισπανική, ιταλική, κροατική, λετονική, λιθουανική, μαλτεζική, ολλανδική, ουγγρική, πολωνική, πορτογαλική, ρουμανική, σλοβακική, σλοβενική, σουηδική, τσεχική και φινλανδική γλώσσα. Τα κείμενα σε όλες τις γλώσσες είναι εξίσου αυθεντικά.
Προς επικαιροποίηση σε όλες τις γλώσσες
ΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ, οι κάτωθι πληρεξούσιοι έθεσαν την υπογραφή τους.
Προς επικαιροποίηση σε όλες τις γλώσσες
Έγινε στις [XXXX] την [XXXX] ημέρα του μηνός [XXXX] του έτους [XXXX].
Προς επικαιροποίηση σε όλες τις γλώσσες
Για την Ευρωπαϊκή Ένωση
Für das Fürstentum Liechtenstein
Κοινές δηλώσεις των συμβαλλόμενων μερών :
Κοινή δήλωση των συμβαλλόμενων μερών για το άρθρο 5 της συμφωνίας
Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 5 σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών κατόπιν αιτήματος, ότι το σχόλιο για το άρθρο 26 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο, στην εκδοχή που ισχύει κατά την υπογραφή του τροποποιητικού πρωτοκόλλου, θα πρέπει να αποτελεί πηγή ερμηνείας.
Αν ο ΟΟΣΑ εγκρίνει νέες εκδοχές του σχολίου για το άρθρο 26 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ σχετικά με το εισόδημα και το κεφάλαιο κατά τα επόμενα έτη, οποιοδήποτε κράτος μέλος ή το Λιχτενστάιν, όταν ενεργεί ως δικαιοδοσία στην οποία υποβάλλεται το αίτημα, μπορεί να εφαρμόζει τις εν λόγω εκδοχές ως πηγή ερμηνείας που αντικαθιστά τις προηγούμενες. Κατά την εφαρμογή της προηγούμενης πρότασης, το εν λόγω κράτος μέλος προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση προς το Λιχτενστάιν και το Λιχτενστάιν προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συντονίσει τη διαβίβαση της κοινοποίησης από τα κράτη μέλη προς το Λιχτενστάιν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση από το Λιχτενστάιν σε όλα τα κράτη μέλη. Η εφαρμογή πρέπει να έχει ισχύ από την ημερομηνία της κοινοποίησης.
Κοινή δήλωση των συμβαλλόμενων μερών σχετικά με την έναρξη ισχύος και εφαρμογής του τροποποιητικού πρωτοκόλλου
Τα συμβαλλόμενα μέρη δηλώνουν ότι αναμένουν ότι οι συνταγματικές απαιτήσεις του Λιχτενστάιν και οι απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης όσον αφορά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών θα εκπληρωθούν εγκαίρως ώστε να καταστεί δυνατή η έναρξη ισχύος του τροποποιητικού πρωτοκόλλου την πρώτη ημέρα του Ιανουαρίου 2016. Θα λάβουν όλα τα διαθέσιμα μέτρα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου.
Πριν από την έναρξη των κανόνων περί δέουσας επιμέλειας που προβλέπονται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ, όταν έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή της συμφωνίας, όπως τροποποιήθηκε με το τροποποιητικό πρωτόκολλο, τα κράτη μέλη προβαίνουν σε σχετική κοινοποίηση προς το Λιχτενστάιν και το Λιχτενστάιν προβαίνει σε σχετική κοινοποίηση προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να συντονίσει τη διαβίβαση της κοινοποίησης από τα κράτη μέλη προς το Λιχτενστάιν και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαβιβάζει την κοινοποίηση από το Λιχτενστάιν σε όλα τα κράτη μέλη.