Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52013PC0147

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών

/* COM/2013/0147 final - 2013/0080 (COD) */

52013PC0147

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών /* COM/2013/0147 final - 2013/0080 (COD) */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στην παρούσα αιτιολογική έκθεση παρουσιάζεται η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα μέτρα με σκοπό τη μείωση του κόστους εγκατάστασης υποδομής υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

1.           ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

1.1.        Στόχοι της πρότασης

Ο προτεινόμενος κανονισμός αποσκοπεί στη μείωση του κόστους και στη βελτίωση της απόδοσης όσον αφορά την εγκατάσταση υποδομής υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω ενισχυμένης διάδοσης της υφιστάμενης βέλτιστης πρακτικής σε ολόκληρη την Ένωση, με συνακόλουθη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε ένα πεδίο που στηρίζει την ανάπτυξη όλων σχεδόν των τομέων της οικονομίας.

Πράγματι, είναι ευρύτερα αποδεκτό ότι τα έργα πολιτικού μηχανικού καταλαμβάνουν το μερίδιο του λέοντος στο συνολικό κόστος εγκατάστασης δικτύου[1], ανεξάρτητα από τη χρησιμοποιούμενη τεχνολογία, για ορισμένες μάλιστα τεχνολογίες οι εκτιμήσεις φθάνουν το 80% .

Η πρόβλεψη σειράς από άμεσα εφαρμοστέα δικαιώματα και υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων εγκατάστασης της υποδομής μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική μείωση του κόστους. Οι φραγμοί στις επενδύσεις και την είσοδο στην αγορά μπορούν να υποχωρήσουν, παρέχοντας δυνατότητα για εντατικότερη χρήση της υφιστάμενης υλικής υποδομής, μεγαλύτερη συνεργασία σε προγραμματισμένα τεχνικά έργα, εξορθολογισμό των διαδικασιών αδειοδότησης και άρση των εμποδίων για υποδομή εντός κτιρίου προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες.

Προς τούτο, η παρούσα πρωτοβουλία καλύπτει τέσσερα βασικά προβληματικά πεδία: 1) δυσλειτουργίες ή σημεία συμφόρησης όσον αφορά τη χρήση υφιστάμενης υλικής υποδομής (όπως π.χ. αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, ιστών, κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών), 2) σημεία συμφόρησης που αφορούν συνεγκατάσταση, 3) ανεπάρκειες όσον αφορά τη χορήγηση διοικητικής άδειας, και, τέλος, 4) σημεία συμφόρησης που αφορούν εγκατάσταση εντός κτιρίων.

Καθώς κάθε προβληματικό πεδίο συνδέεται με συγκεκριμένο βήμα της διαδικασίας εγκατάστασης, η από κοινού αντιμετώπιση αυτών των προβληματικών πεδίων θα αποφέρει μια σειρά από συνεκτικές και αλληλοενισχυόμενες δράσεις. Σύμφωνα με μια μελέτη, εάν λαμβάνονταν μέτρα για την αντιμετώπιση των διαπιστωμένων προβληματικών πεδίων, η δυνητική εξοικονόμηση στις κεφαλαιουχικές δαπάνες για τους φορείς εκμετάλλευσης θα κυμαινόταν μεταξύ 20 – 30% του συνολικού επενδυτικού κόστους[2], δηλ. έως 63 δις ευρώ έως το 2020[3].

Προκειμένου να μεγιστοποιηθούν οι συνέργειες μεταξύ των δικτύων, ο κανονισμός απευθύνεται όχι μόνο σε παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά και σε κάθε ιδιοκτήτη υλικής υποδομής, όπως, π.χ. ηλεκτρισμού, φυσικού αερίου, ύδρευσης και αποχέτευσης, θέρμανσης και μεταφορών, κατάλληλων να δεχθούν στοιχεία από δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

1.2.        Γενικό πλαίσιο

Σύμφωνα με την έκθεση του 2010 για την ενιαία αγορά[4], οι υπηρεσίες και υποδομές τηλεπικοινωνιών στην ΕΕ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό κατακερματισμένες με βάση τα εθνικά σύνορα. Από μια πιο πρόσφατη έκθεση σχετικά με το κόστος της μη-Ευρώπης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών[5] προκύπτει ότι το ανεκμετάλλευτο δυναμικό της ενιαίας αγοράς αντιστοιχεί κάθε χρόνο σε ποσό που ισούται με το 0,9% του ΑΕΠ, ή 110 δις ευρώ.

Η υψίρρυθμη ευρυζωνική υποδομή είναι η σπονδυλική στήλη της ενιαίας ψηφιακής αγοράς και προϋπόθεση για ανταγωνιστικότητα σε παγκόσμια κλίμακα, μεταξύ άλλων στο πεδίο του ηλ-εμπορίου. Όπως υπενθυμίζεται στην ανακοίνωση «Πράξη για την Ενιαία Αγορά II»[6], μια αύξηση 10% στην ευρυζωνική διείσδυση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ετήσια αύξηση 1-1,5% του ΑΕΠ και 1,5% αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας[7], ενώ η οφειλόμενη στην ευρυζωνικότητα καινοτομία στις επιχειρήσεις δημιουργεί απασχόληση και έχει τη δυνατότητα να συμβάλει στη δημιουργία 2 εκατομμυρίων νέων θέσεων εργασίας έως το 2020.[8]

Σημαντικό τμήμα του ανεκμετάλλευτου αυτού δυναμικού μπορεί να εντοπιστεί στο επίπεδο των δικτυακών υποδομών: οι διαφορετικές κανονιστικές προσεγγίσεις στην εγκατάσταση δικτύων αυξάνουν το κόστος της πρόσβασης στις εθνικές αγορές, αποτρέπουν την εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας σε επίπεδο υπηρεσιών και εξοπλισμού και παρεμποδίζουν την ανάπτυξη καινοτομικών υπηρεσιών που θα μπορούσαν να προκύψουν σε δίκτυα πολύ υψηλών ταχυτήτων που λειτουργούν διασυνοριακά με αδιάλειπτο τρόπο. Ενώ η εξάπλωση των δικτύων πρόσβασης συχνά περιλαμβάνει διατάξεις και διαδικασίες που αποτελούν αντικείμενο διαχείρισης σε τοπικό επίπεδο, τα εν λόγω μέτρα, συμπεριλαμβανόμενου εθνικού παραγώγου δικαίου, ενδέχεται να επηρεάσουν έμμεσα την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και να αιτιολογήσουν παρέμβαση της Ένωσης[9]. Επιπλέον, με βάση το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ, η Ένωση έχει ήδη νομοθετήσει, προκειμένου να προωθήσει την εξάπλωση τοπικής υποδομής δικτύου, μέσω αποδεσμοποίησης του τοπικού βρόχου[10]

Η Ένωση δεν επιτρέπεται να αφήσει τους πολίτες και τις επιχειρήσεις εκτός του πεδίου των υποδομών αυτών και έχει υιοθετήσει φιλόδοξους ευρυζωνικούς στόχους του Ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη: βασική ευρυζωνική πρόσβαση για όλους τους ευρωπαίους πολίτες έως το 2013 και, έως το 2020, (i) πρόσβαση σε ταχύτητες άνω των 30 Mbps για όλους τους ευρωπαίους πολίτες, και (ii) εγκατάσταση διαδικτυακής σύνδεσης ταχύτητας άνω των 100 Mbps, τουλάχιστον για το 50% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών. Οι επιδιώξεις αυτές θα επιτευχθούν μόνο εφόσον μειωθεί το κόστος εγκατάστασης της υποδομής σε όλη την ΕΕ.

1.3.        Πολιτικό υπόβαθρο

Το Ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη είναι εμβληματική πρωτοβουλία στο πλαίσιο της στρατηγικής Ευρώπη 2020 που αποβλέπει στην άντληση αειφόρων οικονομικών και κοινωνικών οφελών από την ενιαία ψηφιακή αγορά που θα βασίζεται σε ταχύ και υπερταχύ Διαδίκτυο και σε διαλειτουργικές εφαρμογές.

Στο θεματολόγιο προσδιορίζεται, ειδικότερα, η ανάγκη για πολιτικές που θα μειώσουν το κόστος της εγκατάστασης ευρυζωνικών συνδέσεων σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης, μεταξύ άλλων με τον κατάλληλο προγραμματισμό και συντονισμό, καθώς και με μείωση του διοικητικού φόρτου[11].

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 1ης και 2ας Μαρτίου 2012 ζήτησε να αναληφθεί δράση σε ενωσιακό επίπεδο ώστε να υπάρξει καλύτερη ευρυζωνική κάλυψη, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης του κόστους της υψίρρυθμης ευρυζωνικής υποδομής[12].

Στην ανακοίνωση «Πράξη για την Ενιαία Αγορά II: Μαζί για νέα ανάπτυξη» προσδιορίζεται η πρωτοβουλία ως μία από τις 12 βασικές δράσεις που θα ωθήσουν την οικονομική μεγέθυνση, την απασχόληση και την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ενιαία αγορά, δημιουργώντας απτά αποτελέσματα[13]. Στην ανακοίνωση «Πράξη για την Ενιαία Αγορά II», η έγκριση της πρότασης της Επιτροπής προβλέπεται για το πρώτο τρίμηνο του 2013. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 13ης και 14ης Δεκεμβρίου 2012, κάλεσε την Επιτροπή να παρουσιάσει όλες τις βασικές προτάσεις το αργότερο μέχρι την άνοιξη του 2013[14].

2.           ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΕΩΝ ΜΕ ΤΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΑ ΜΕΡΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΥ

2.1.        Δημόσια διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Από τις 27 Απριλίου έως τις 20 Ιουλίου 2012, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν δημόσια διαβούλευση, προσκαλώντας τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις απόψεις τους σε πέντε ομάδες ερωτήσεων, που κάλυπταν ολόκληρη τη διαδικασία εγκατάστασης του δικτύου, από το στάδιο σχεδιασμού έως τη σύνδεση των τελικών χρηστών[15].

Πάνω από εκατό γραπτές απαντήσεις υποβλήθηκαν από διάφορες κατηγορίες ενδιαφερομένων, προερχόμενες από 26 χώρες της ΕΕ και της ΕΖΕΣ. Οι πολυπληθέστερες κατηγορίες των απαντησάντων ήταν οι πάροχοι ηλεκτρονικών επικοινωνιών (27) και οι κλαδικές ενώσεις τους (14) καθώς και οι δημόσιοι φορείς, συμπεριλαμβανομένων κεντρικών (22, μεταξύ των οποίων 6 εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ)) και τοπικών αρχών (9). Άλλοι φορείς κοινής ωφέλειας (7) συμμετείχαν κυρίως μέσω των οικείων κλαδικών ενώσεων. Απάντησαν επίσης κατασκευαστές εξοπλισμού (5) και κλαδικές ενώσεις εφαρμοσμένης τεχνολογίας και των ΤΠΕ (6) .

Σε γενικές γραμμές, στις απαντήσεις χαιρετίζεται η πρόθεση της Επιτροπής όσον αφορά την ανάληψη πρωτοβουλίας για αντιμετώπιση του κόστους των τεχνικών έργων για ευρυζωνική εγκατάσταση σε όλη την έκταση της ενιαίας αγοράς. Η πλειονότητα επιβεβαίωσε τις υφιστάμενες ανεπάρκειες και τα σημεία συμφόρησης, καθώς και τις δυνατότητες για μείωση του κόστους. Τα ενδιαφερόμενα μέρη αναγνώρισαν απερίφραστα την ύπαρξη προβλημάτων, καθώς και την ανάγκη για ανάληψη δράσης. Προτάθηκαν πολλές λύσεις, ορισμένες πολύ φιλόδοξες και άλλες περισσότερο συγκρατημένες.

Εκτός από τη δημόσια διαβούλευση, οι υπηρεσίες της Επιτροπής δημιούργησαν μια διαδικτυακή πλατφόρμα συζήτησης για συλλογή ιδεών μέσω πληθοπορισμού από τα ενδιαφερόμενα μέρη[16].

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής διατήρησαν τακτικές επαφές με τους κυριότερους ενδιαφερομένους, τόσο από τον δημόσιο όσο και από τον ιδιωτικό τομέα, σε όλους τους σχετικούς κλάδους.

2.2         Μελέτες και άλλες πηγές πληροφοριών

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ανέθεσαν τη σύνταξη δύο μελετών, από την Deloitte, σχετικά με πρακτικές μείωσης του κόστους όσον αφορά την εγκατάσταση παθητικής ευρυζωνικής υποδομής[17], και από την Analysys Mason για την υποστήριξη της εκτίμησης επιπτώσεων που θα συνοδεύει την παρούσα πρόταση[18].

Επιπλέον, οι υπηρεσίες της Επιτροπής άντλησαν στοιχεία από συμπληρωματικές πηγές πληροφοριών, μελέτες και εθνική βέλτιστη πρακτική (μεταξύ άλλων τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Λιθουανία, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο)[19]. Λεπτομερή στοιχεία συνέλεξαν επίσης οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, μέσω των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

2.3         Εκτίμηση επιπτώσεων του προτεινόμενου κανονισμού

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν σε εκτίμηση επιπτώσεων[20] Τέσσερις επιλογές άσκησης πολιτικής επελέγησαν για περαιτέρω ανάλυση:

Επιλογή 1: διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης: διατήρηση της σημερινής προσέγγιση της παρακολούθησης, επιβολής και καθοδήγησης.

Επιλογή 2: προώθηση βελτιώσεων απόδοσης εντός του τομέα των τηλεπικοινωνιών: συνιστώνται μέτρα για πιο συνεπή και εναρμονισμένη εφαρμογή του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

Επιλογή 3: διευκόλυνση βελτιώσεων του βαθμού απόδοσης, διατομεακά: πρόταση κανονισμού με σκοπό την ελευθέρωση του δυναμικού διατομεακής συνεργασίας (δύο υποεπιλογές, η 3α και η 3β, προβλέπουν αντίστοιχα έναν μόνο κανονισμό ή τον συνδυασμό κανονισμού και σύστασης).

Επιλογή 4: δέσμευση για βελτίωση του βαθμού απόδοσης: νομοθετική πρόταση για συμπλήρωση του υφιστάμενου κανονιστικού πλαισίου για την επιβολή μέτρων πέραν της επιλογής 3, όπως άτλαντες υποδομών, κοστοστρεφής πρόσβαση σε υποδομή, υποχρεωτική συνεργασία σε έργα πολιτικού μηχανικού, ακόμα και χωρίς δημόσια χρηματοδότηση, καθώς και εγκατάσταση σε όλα τα κτίρια υποδομής προσαρμοσμένης για υψηλές ταχύτητες.

Η ανάλυση των εναλλακτικών επιλογών εστιάζεται ιδίως όσον αφορά το κόστος και τα οφέλη που προκύπτουν από τους άμεσα εμπλεκόμενους παράγοντες, τις αναμενόμενες απενέργειες στις επενδύσεις σε δίκτυα και στην ευρυζωνική εγκατάσταση, καθώς και ευρύτερη μακροοικονομική ανάλυση των αποτελεσμάτων στην ευημερία των καταναλωτών, την οικονομική μεγέθυνση, την ανταγωνιστικότητα και την ενιαία αγορά.

Η έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επιλογή 3α είναι η καλύτερη διαθέσιμη, δεδομένης της αποτελεσματικότητάς της ως προς τους προσδιορισμένους στόχους, της ανάλυσης κόστους-οφέλους, της αποτελεσματικότητας και συνοχής από την αξιοποίηση των δυνατοτήτων μείωσης του κόστους σύμφωνα με τους γενικούς στόχους πολιτικής της ΕΕ, σε αρμονία με τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας.

Για την επιλογή της προτεινόμενης νομικής πράξης, βλ. τμήμα 3.4, παρακάτω.

3.           ΝΟΜΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

3.1.        Νομική βάση

Η πρόταση βασίζεται στο άρθρο 114 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτο δικαιολογείται από τους στόχους της πρότασης, που αποσκοπεί στη βελτίωση των συνθηκών για την εγκαθίδρυση και λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

Επιπλέον, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία, το άρθρο αυτό παρέχει στον νομοθέτη της Ένωσης τη διακριτική ευχέρεια, ανάλογα με το γενικό πλαίσιο και τις ειδικές περιστάσεις της προς εναρμόνιση υπόθεσης, να επιλέγει την πλέον ενδεδειγμένη τεχνική εναρμόνισης ώστε να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, ιδίως σε πεδία με περίπλοκα τεχνικά χαρακτηριστικά[21].

3.2.        Επικουρικότητα

Η προτεινόμενη ευρωπαϊκή παρέμβαση για μείωση του κόστους εγκατάστασης υποδομής υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών δικαιολογείται με την αρχή της επικουρικότητας.

Η αρχή της επικουρικότητας επιδιώκει δύο στόχους . Αφενός, επιτρέπει στην Ένωση να αναλάβει δράση εάν ένα πρόβλημα δεν μπορεί να επιλυθεί από τα ίδια τα κράτη μέλη μεμονωμένα. Αφετέρου, επιδιώκεται η προάσπιση της εξουσίας των κρατών μελών στα πεδία εκείνα όπου δεν θα απέβαινε αποτελεσματικότερη η ανάληψη δράσης εκ μέρους της Ένωσης. Σκοπός είναι, να προσεγγίσει η διαδικασία λήψης αποφάσεων στους κόλπους της Ένωσης όσο το δυνατόν περισσότερο τους πολίτες.

Ο προτεινόμενος κανονισμός επικεντρώνεται στον ορισμό των ειδικών άμεσα εφαρμόσιμων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ώστε να διευκολυνθεί ο σχεδιασμός και η εκτέλεση της εγκατάστασης υλικής υποδομής και δημοσίων έργων, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων διατάξεων για τη διασφάλιση της διαφάνειας των σχετικών πληροφοριών και του συντονισμού των διοικητικών διαδικασιών. Επιπλέον, για νεόδμητα κτίρια και μείζονες ανακαινίσεις ορίζονται απαιτήσεις για υλική υποδομή εντός των κτιρίων.

Τα σχεδιαζόμενα μέτρα στηρίζονται σε υφιστάμενη βέλτιστη πρακτική σε διάφορα κράτη μέλη, όπως αυτά που αφορούν περαιτέρω χρήση υφιστάμενης υλικής υποδομής στη Λιθουανία και την Πορτογαλία, διαφάνεια υφιστάμενων υποδομών στο Βέλγιο και τη Γερμανία, συνεγκατάσταση στη Φινλανδία και τη Σουηδία, εξομάλυνση δικαιωμάτων διέλευσης και διοικητικών διαδικασιών στις Κάτω Χώρες και την Πολωνία, καθώς και υψίρρυθμη ευρυζωνική υποδομή σε νέα κτίρια στην Ισπανία και τη Γαλλία[22]. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα που σε κάποιο βαθμό ξεπερνούν ακόμα και αυτά που προτείνονται, όπως η μονοαπευθυντική θυρίδα (υπηρεσία μιας στάσης) στην Ελλάδα.  Ο προτεινόμενος κανονισμός δεν θίγει λεπτομερέστερες διατάξεις που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

Ο προτεινόμενος κανονισμός δεν θίγει, επίσης, κάθε συγκεκριμένο κανονιστικό μέτρο, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής διορθωτικών μέτρων σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, που λαμβάνονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές στο πλαίσιο του ενωσιακού ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες

Τα προτεινόμενα μέτρα είναι αναγκαία σε ενωσιακή κλίμακα για τη βελτίωση των συνθηκών εγκαθίδρυσης και λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, προκειμένου:

– να αρθούν τα εμπόδια στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς, τα οποία οφείλονται στο συνονθύλευμα κανόνων σε εθνικό και ενδοεθνικό επίπεδο, το οποίο παρεμποδίζει την ανάπτυξη και τη μεγέθυνση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, έχει αρνητικό αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και δημιουργεί εμπόδια σε επενδύσεις και διασυνοριακή λειτουργία, παρακωλύοντας έτσι την ελευθερία παροχής δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως διασφαλίζονται από την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία. Αναφέρονται, επί παραδείγματι, διάσπαρτες και αδιαφανείς κανονιστικές προσεγγίσεις αναφορικά με την εγκατάσταση δικτύων, οι οποίες αυξάνουν το κόστος της πρόσβασης σε κάθε εθνική αγορά. Ο εν λόγω κατακερματισμός συνιστά εμπόδιο για τις πολυεθνικές εταιρείες, καθώς και για τις εθνικές, που επιθυμούν την επίτευξη οικονομιών κλίμακας σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενόψει του ολοένα παγκοσμιοποιούμενου ανταγωνισμού. Επίσης, παρεμποδίζει την ανάπτυξη καινοτομικών υπηρεσιών που θα μπορούσαν να προκύψουν σε δίκτυα υπερυψηλών ταχυτήτων που λειτουργούν διασυνοριακά με αδιάλειπτο τρόπο.

– τόνωση της καθολικής ευρυζωνικής κάλυψης, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς, συμβάλλοντας έτσι στην εξάλειψη ενός σημαντικού εμποδίου για την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, με παράλληλη συμβολή στην εδαφική συνοχή. Οι στόχοι αυτοί θα επιτευχθούν μόνο εφόσον μειωθεί το κόστος εγκατάστασης της υποδομής σε όλη την ΕΕ.

– αξιοποίηση του σημαντικού ανεκμετάλλευτου δυναμικού για μείωση του κόστους και διευκόλυνση της ευρυζωνικής εγκατάστασης, μεταξύ άλλων με κλιμάκωση υφιστάμενων περιπτώσεων βέλτιστης πρακτικής σε ολόκληρη την ΕΕ, εφόσον διατίθενται.

– εξορθολογισμός, σε μεγάλη κλίμακα, των διαδικασιών αποτελεσματικού προγραμματισμού και επενδύσεων, διευκολύνοντας έτσι την ανάπτυξη πανευρωπαϊκών φορέων εκμετάλλευσης.

– διασφάλιση ίσης μεταχείρισης και αμεροληψίας έναντι επιχειρήσεων καθώς και επενδυτών, σύμφωνα με «τους στόχους και τα καθήκοντα που συνδέονται στενά με το θέμα»[23] διάφορων μέσων που προβλέπονται ήδη στην ενωσιακή νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών[24], αλλά και σχετικά με άλλους τομείς (π.χ. επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, οι οποίες επιδιώκουν να αποκομίσουν κέρδος από την υλική υποδομή τους, συνέργειες κατά την εγκατάσταση έξυπνων δικτύων).

Έχουν γίνει διάφορες ρυθμίσεις ώστε η πρόταση αυτή να συμβαδίζει με την αρχή της επικουρικότητας.

– Πρώτον, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν λεπτομερέστερες διατάξεις διευκρινίζοντας περαιτέρω ή συμπληρώνοντας τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον προτεινόμενο κανονισμό, π.χ. όσον αφορά την πρόσβαση σε υπάρχουσα υποδομή, τον συντονισμό των τεχνικών έργων και τη συνεγκατάσταση.

– Επιπλέον, ενώ τα καθήκοντα που προκύπτουν από τον προτεινόμενο κανονισμό ανατίθενται κατ’ αρχήν στην ανεξάρτητη εθνική ρυθμιστική αρχή (ΕΡΑ), σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένης της εμπειρογνωσίας και της ανεξαρτησίας της, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν διάφορους αρμόδιους φορείς σύμφωνα με το εθνικό συνταγματικό σύστημα ανάθεσης αρμοδιοτήτων και εξουσιών[25], στο βέλτιστο επίπεδο συγκέντρωσης, όπου μπορεί να εξασφαλιστεί ευεργετική αποτελεσματικότητα εν όψει των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Αυτό ισχύει για όλα τα καθήκοντα που προβλέπονται στο πλαίσιο του κανονισμού:  το σημείο πληροφόρησης σχετικά με τη χορήγηση αδειών, τη διαφάνεια και την επίλυση διαφορών.

– Δεύτερον, όσον αφορά τη διαφάνεια της υπάρχουσας υλικής υποδομής, ενώ ορισμένα κράτη μέλη έχουν θέσει σε εφαρμογή διάφορες πρωτοβουλίες χαρτογράφησης, υπό μορφή εφαρμογών GIS (Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών) που, σε ορισμένα κράτη μέλη, δεν αφορούν μόνο υποδομή ηλεκτρονικών επικοινωνιών, αλλά και υλική υποδομή άλλων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, η εν λόγω πρόταση δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναλάβουν τέτοιες εργασίες χαρτογράφησης. Ανάλογα δεν απαιτείται να συγκεντρώνονται ή να φυλάσσονται τα δεδομένα σε σημείο ενιαίας εξυπηρέτησης. Η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη είναι να «καθιστούν διαθέσιμα» τα δεδομένα αυτά σε ενιαίο σημείο πληροφόρησης, που θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με την παροχή υπερσυνδέσμων προς άλλους τόπους.  Ομοίως, η πρόταση δεν επιβάλλει καμία γενική υποχρέωση για προηγούμενη κοινοποίηση προγραμματισμένων τεχνικών έργων, αλλά παρέχει εν προκειμένω τη δυνατότητα στους παρόχους ηλεκτρονικών επικοινωνιών να απαιτούν αυτές τις πληροφορίες από τους παρόχους δικτύου, με σκοπό την εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

– Τρίτον, όσον αφορά τη χορήγηση αδειών, η παρούσα πρόταση δεν επηρεάζει την δικονομική αυτονομία των κρατών μελών για την κατανομή αρμοδιοτήτων στο εσωτερικό τους. Ενώ πρέπει να είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες διαδικασίες χορήγησης αδειών και οι αιτήσεις να υποβάλλονται μέσω του σημείου επαφής, ο ρόλος του περιορίζεται στην αποστολή των διαφόρων αδειών και τον συντονισμό της διαδικασίας χορήγησης άδειας. Εξάλλου, η προεπιλογή αφορά μόνο την εναρμόνιση των διάφορων προθεσμιών, ενώ τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν τις εκάστοτε προθεσμίες τους, με την επιφύλαξη άλλων εδικών προθεσμιών ή υποχρεώσεων για την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο.

– Τέλος, όσον αφορά τον εξοπλισμό εντός κτιρίων, ο προτεινόμενος κανονισμός παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από τον κανονισμό στις εθνικές και τοπικές ιδιαιτερότητες, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του κατηγορίες κτιρίων, όπως μονοκατοικίες ή ανακαινίσεις, σε πλήρη συμμόρφωση με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

3.3.        Αναλογικότητα

Τα προτεινόμενα μέτρα είναι επίσης δικαιολογημένα για λόγους αναλογικότητας.

Τα προτεινόμενα μέτρα μείωσης του κόστους επικεντρώνονται στη βελτίωση του συντονισμού και της διαφάνειας, καθώς και στην εναρμόνιση των ελάχιστων εργαλείων/μέσων, παρέχοντας στους σχετικούς εμπλεκόμενους παράγοντες τη δυνατότητα αξιοποίησης συνεργειών και περιορισμού ελλείψεων και ανεπαρκειών στην εγκατάσταση. Επίσης, ενώ με τα προτεινόμενα μέτρα επιδιώκεται η ελάφρυνση των φραγμών στην πρόσβαση σε υλική υποδομή, δεν εμποδίζεται αδικαιολόγητα η άσκηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και κατά κύριο λόγο διαφυλάσσουν τις εμπορικές διαπραγματεύσεις.

Τα προτεινόμενα μέτρα δεν επιβάλλουν ειδικά επιχειρηματικά μοντέλα. Τα κράτη μέλη διατηρούν επίσης τη δυνατότητα να θεσπίζουν λεπτομερέστερες διατάξεις, συνεπώς τα μέτρα μάλλον συμπληρώνουν παρά θίγουν τις τρέχουσες εθνικές πρωτοβουλίες. Αντίθετα, θα επιτρέψουν στα κράτη μέλη να αξιοποιήσουν περαιτέρω τα ισχύοντα μέτρα τους, οργανώνοντας κάθε νέο μέτρο κατά τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τις ιδιαιτερότητές τους, χωρίς κατ’ ανάγκην επιβολή πρόσθετων δαπανών.

Ενώ ο προτεινόμενος κανονισμός επηρεάζει σε κάποιο βαθμό τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, τούτο συμβαδίζει με την αρχή της αναλογικότητας.

Η πρόταση παρέχει τη δυνατότητα εμπορικών διαπραγματεύσεων για πρόσβαση στην υλική υποδομή, χωρίς να επιβάλει πρόσβαση υπό προκαθορισμένους ή κοστοστρεφείς όρους και προϋποθέσεις. Προβλέπονται ενδεικτικοί λόγοι για τους οποίους η απόρριψη πρόσβασης μπορεί να θεωρηθεί εύλογη, όπως η τεχνική καταλληλότητα της υλικής υποδομής στην οποία ζητείται πρόσβαση για υποδοχή οποιωνδήποτε στοιχείων των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η έλλειψη διαθεσιμότητας χώρου για υποδοχή των στοιχείων, ή η ακεραιότητα και ασφάλεια του δικτύου. 

Ενώ προβλέπεται διαδικασία επίλυσης διαφορών σε περίπτωση αδικαιολόγητης απόρριψης της πρόσβασης, λαμβάνονται υπόψη πολλές παράμετροι για τον καθορισμό των τιμών πρόσβασης, όπως ο αντίκτυπος της αιτούμενης πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο που στηρίζει τις επενδύσεις του φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου, ιδίως σε περίπτωση νεότευκτης υλικής υποδομής που χρησιμοποιείται για την παροχή υψίρρυθμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Όσον αφορά τη διαφάνεια της υφιστάμενης υλικής υποδομής, η πρόταση αφορά υποδομή κατάλληλη για εγκατάσταση δικτύου υψηλών ταχυτήτων και όχι εν γένει οποιαδήποτε υλική υποδομή. Επιτρέπει επίσης στα κράτη μέλη να προβλέπουν εξαιρέσεις γενικού χαρακτήρα, για τεχνικά ακατάλληλη υποδομή. Επιπλέον, η πρόταση επιδιώκει να καταστήσει διαθέσιμες πληροφορίες με το χαμηλότερο κόστος. Για τον λόγο αυτό, περιλαμβάνει σταδιακές υποχρεώσεις, επιτρέποντας την οργάνωση της πρόσβασης σε ήδη διαθέσιμες πληροφορίες και την προσφυγή σε έρευνες μόνο εφόσον αυτές οι πληροφορίες δεν είναι άμεσα διαθέσιμες στις δημόσιες αρχές ή στους φορείς παροχής ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Όσον αφορά τον συντονισμό των έργων πολιτικού μηχανικού, η πρόταση δεν περιορίζει την οικονομική ελευθερία των επιχειρήσεων - ειδικότερα, δεν επιβάλλει συνεγκατάσταση από μέρη που δεν έχουν επιλέξει αυτό το εμπορικό μοντέλο, εκτός εάν η εγκατάσταση χρηματοδοτείται από δημόσιους πόρους. Αντίθετα, επιδιώκει να καταστήσει δυνατές εμπορικές ρυθμίσεις συνεγκατάστασης εξασφαλίζοντας καλύτερη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με μελλοντικές εργασίες πολιτικού μηχανικού.

Όσον αφορά υλική υποδομή εντός κτιρίων, η υποχρέωση εξοπλισμού των κτιρίων με υλική υποδομή προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες περιορίζεται σε νέα κτίρια, καθώς και σε όσα έχουν υποστεί μείζονα ανακαίνιση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτές τις περιπτώσεις το κόστος είναι οριακό, σε σύγκριση με το υψηλό κόστος μετασκευής με παθητική υποδομή των υφιστάμενων, μη εξοπλισμένων, κτιρίων, είναι δε πιθανό να αντισταθμιστεί από την υψηλότερη αξία του περιουσιακού στοιχείου. Επιπλέον, η πρόταση περιορίζει περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω υποχρέωσης σε μείζονες ανακαινίσεις για τις οποίες απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας. Προβλέπονται επίσης γενικές εξαιρέσεις από τα κράτη μέλη, για λόγους αναλογικότητας.

3.4 Θεμελιώδη δικαιώματα

Ο αντίκτυπος στα θεμελιώδη δικαιώματα των προτεινόμενων μέτρων έχει αναλυθεί.

Ενώ η υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων να ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα για πρόσβαση στην υλική υποδομή τους θα μπορούσε να περιορίσει την επιχειρηματική ελευθερία τους, καθώς και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους, οι δυσμενείς επιπτώσεις από την άποψη αυτή μετριάζονται, ωστόσο, από την προϋπόθεση ότι η εν λόγω πρόσβαση πρέπει να παρέχεται με δίκαιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της τιμής. Εξάλλου, ο περιορισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και αναλογικός με σκοπό τη μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένου ότι θα μειώσει την ανάγκη για εκτέλεση έργων πολιτικού μηχανικού, τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% του κόστους εγκατάστασης του δικτύου. Όσον αφορά την υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων να παρέχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με τις υφιστάμενες υποδομές, προβλέπονται διασφαλίσεις όσον αφορά το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την προστασία του εμπορικού απορρήτου μέσω πρόβλεψης εξαιρέσεων για σκοπούς επιχειρησιακού και εμπορικού απορρήτου.

Η υποχρέωση των επιχειρήσεων που εκτελούν τεχνικά έργα, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου δημόσιας χρηματοδότησης, να ικανοποιούν κάθε εύλογο αίτημα πρόσβασης ενόψει εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα μπορούσε να περιορίσει την επιχειρηματική ελευθερία τους, καθώς και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας τους. Ωστόσο, κάθε τέτοια υποχρέωση θα ισχύει μόνο εφόσον δεν συνεπάγεται κανένα επιπλέον κόστος για τα αρχικά προβλεπόμενα τεχνικά έργα και εφόσον το αίτημα συντονισμού κατατεθεί το συντομότερο δυνατό και, σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την υποβολή του τελικού σχεδίου στις αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση άδειας. Εξάλλου, ο περιορισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και αναλογικός με σκοπό τη μείωση του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένου ότι θα καταστεί δυνατή για τους φορείς εκμετάλλευσης του δικτύου η κάλυψη μέρους μόνο του κόστους των έργων πολιτικού μηχανικού.

Η υποχρέωση εξοπλισμού όλων των νεόδμητων κτιρίων με υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, θα μπορούσε να έχει αρνητικό αντίκτυπο στα δικαιώματα ιδιοκτησίας των ιδιοκτητών των εν λόγω ακινήτων.  Ο περιορισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και αναλογικός με σκοπό τη μείωση του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένου ότι θα απέκλειε οποιαδήποτε ανάγκη για μετασκευή κτιρίων με υλική υποδομή.

Το δικαίωμα ενός παρόχου δημόσιων δικτύων επικοινωνιών να τερματίσει το δίκτυό του στο σημείο συγκέντρωσης ενόψει πρόσβασης σε υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις στα δικαιώματα ιδιοκτησίας των κατόχων της συγκεκριμένης ιδιωτικής κτήσης. Οι εν λόγω περιορισμοί μετριάζονται, ωστόσο, από την υποχρέωση των παρόχων δημόσιων δικτύων επικοινωνιών για ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων στην ιδιωτική κτήση και για κάλυψη των τυχόν εξόδων. Εξάλλου, ο περιορισμός αυτός πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος και αναλογικός με σκοπό τη μείωση του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, δεδομένου ότι θα καταστεί δυνατή για τους φορείς εκμετάλλευσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών η επίτευξη οικονομιών κλίμακας κατά την εγκατάσταση των δικτύων τους.

Το δικαίωμα των παρόχων δημόσιων δικτύων επικοινωνιών για πρόσβαση σε οποιαδήποτε υπάρχουσα υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, θα μπορούσε να επηρεάσει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας του κατόχου του δικαιώματος χρησιμοποίησης υλικής υποδομής εντός κτιρίων. Ο περιορισμός αυτός, ωστόσο, μετριάζεται, δεδομένου ότι μια τέτοια πρόσβαση πρέπει να παρέχεται υπό εύλογους όρους και θα ισχύει μόνο σε περιπτώσεις όπου η κατασκευή δεύτερης υποδομής είναι τεχνικά ανέφικτη ή οικονομικά μη αποδοτική.

Το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής για τα θιγόμενα μέρη από τους παραπάνω περιορισμούς είναι εγγυημένο χάρη στη δυνατότητα προσφυγής σε αρμόδιο εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών, με την επιφύλαξη του δικαιώματος οποιουδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη να παραπέμψει την υπόθεση σε δικαστήριο.

3.5.        Επιλογή του μέσου

Η Επιτροπή προτείνει κανονισμό καθώς το μέσο αυτό εγγυάται συνολική, άμεσα εφαρμόσιμη λύση, που θα περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες άδειες για την εγκατάσταση δικτύων. Εξασφαλίζει την ταχεία διαθεσιμότητα εργαλείων μείωσης του κόστους, σύμφωνα με τη δυναμική των στόχων του Ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη, που πρέπει να έχουν επιτευχθεί έως το 2020.

Αντίθετα με την περίπτωση οδηγίας, που θα συνεπαγόταν παραχώρηση επιπλέον χρόνου για μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, ο κανονισμός θα δημιουργήσει ταχύτατα τα βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις για εγκατάσταση δικτύων σε ολόκληρη την ενιαία αγορά. Εξάλλου, μια οδηγία από τη φύση της θα παρείχε σημαντικά περιθώρια διαφοροποίησης κατά την εφαρμογή των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, διαιωνίζοντας επομένως το προκύπτον συνονθύλευμα. Αντίθετα, ένα άμεσα εφαρμόσιμο νομικό μέσο θα μειώσει τον υπάρχοντα και θα αποτρέψει περαιτέρω κατακερματισμό, με έμφαση στην άρση επιλεγμένου αριθμού εμποδίων στην ανάπτυξη ενιαίας αγοράς για δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με βάση τη βέλτιστη πρακτική, αφήνοντας όμως σε μεγάλο βαθμό τα οργανωτικά ζητήματα στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών. Στους παρόχους πρέπει να χορηγηθεί ένα σύνολο άμεσα εφαρμοστέων δικαιωμάτων όσον αφορά όλες τις φάσεις του σχεδιασμού και της εγκατάστασης ενός δικτύου, τα οποία θα μπορούν να επικαλούνται ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, όχι μόνο έναντι κρατών μελών, αλλά και έναντι ιδιωτών τρίτων μερών, όπως οι ιδιοκτήτες υποδομής.

Έχοντας κατά νου ότι πυρήνας της πρότασης είναι ο καθορισμός άμεσα εφαρμόσιμων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε όλη την ενιαία αγορά, φαίνεται ότι ο κανονισμός – και όχι η οδηγία - είναι το προτιμότερο νομικό μέσο, δεδομένου ότι παρουσιάζει σαφή πλεονεκτήματα από άποψη αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας και εξασφαλίζει ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις, με μεγαλύτερες δυνατότητες για επιβολή της νομοθεσίας σε ιδιωτικό επίπεδο[26]. Κατά συνέπεια, ένας κανονισμός άμεσης εφαρμογής, σε αντίθεση με μιαν οδηγία, για την οποία απαιτείται μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, εγγυάται καλύτερα τον απαιτούμενο άμεσο αντίκτυπο, προκειμένου να συμβάλει στους στόχους του Ψηφιακού θεματολογίου σχετικά με την επίτευξη, έως το 2020, διαθεσιμότητας ευρυζωνικών συνδέσεων.

Τα σημαντικά πλεονεκτήματα των μέτρων μείωσης του κόστους, από άποψη οικονομικού οφέλους αλλά και κοινωνικών πλεονεκτημάτων, αντισταθμίζουν κατά πολύ οποιασδήποτε διοικητική επιβάρυνση.

3.6.        Δομή της πρότασης και βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις

Άρθρο 1 Στόχος και πεδίο εφαρμογής

– Το άρθρο 1 προσδιορίζει τον στόχο και το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.

Άρθρο 2 – Ορισμοί

– Το άρθρο αυτό περιέχει τους ορισμούς, επιπλέον εκείνων που περιλαμβάνονται στο ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες.

Άρθρο 3 – Πρόσβαση σε υφιστάμενη υλική υποδομή

– Με το άρθρο 3 καθιερώνεται γενικό δικαίωμα των διαχειριστών δικτύων να προσφέρουν πρόσβαση σε υλική υποδομή και υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων να ανταποκρίνονται στις εύλογες αιτήσεις πρόσβασης της υλικής υποδομής τους με σκοπό την εγκατάσταση στοιχείων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών υπό δίκαιους όρους και προϋποθέσεις.

– Προβλέπεται όργανο επίλυσης διαφορών που θα επανεξετάζει κάθε απόρριψη ή διαφορά επί όρων και συνθηκών – η λειτουργία αυτή θα ανατεθεί, κατ’ αρχήν, στην εθνική ρυθμιστική αρχή (ΕΡΑ).

Άρθρο 4 – Διαφάνεια της υλικής υποδομής

– Το άρθρο 4 προβλέπει το δικαίωμα πρόσβασης σε σύνολο ελάχιστων πληροφοριών σχετικά με υφιστάμενή υλική υποδομή, καθώς και προγραμματισμένα τεχνικά έργα.

– Συνοδεύεται από υποχρέωση των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων να ανταποκρίνονται στις εύλογες αιτήσεις για επιτόπια έρευνα συγκεκριμένων στοιχείων της υλικής υποδομής τους.

– Η επίλυση διαφορών σχετικά με επιτόπιες έρευνες ή πρόσβαση σε πληροφορίες θα ανατεθεί σε όργανο επίλυσης διαφορών, κατ’ αρχήν στην ΕΡΑ.

Άρθρο 5 - Συντονισμός τεχνικών έργων

– Το άρθρο αυτό προβλέπει το δικαίωμα διαπραγμάτευσης του συντονισμού τεχνικών έργων.

– Επιπλέον, ο κανονισμός επιβάλλει σε επιχειρήσεις που εκτελούν τεχνικά έργα χρηματοδοτούμενα από δημόσιους πόρους να ανταποκρίνονται στις εύλογες αιτήσεις για συμφωνίες συντονισμού τεχνικών έργων, με διαφανή και αμερόληπτο τρόπο.

Άρθρο 6 – Χορήγηση άδειας

– Το άρθρο αυτό προβλέπει το δικαίωμα πρόσβασης, με ηλεκτρονικά μέσα και μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης, σε κάθε πληροφορία σχετικά με τις προϋποθέσεις και τις εφαρμοστέες διαδικασίες σε συγκεκριμένα τεχνικά έργα, καθώς και το δικαίωμα υποβολής αιτήσεων για χορήγηση άδειας, με ηλεκτρονικά μέσα μέσω του εν λόγω σημείου. Το σημείο πληροφόρησης, διευκολύνει και συντονίζει τη διαδικασία χορήγησης άδειας και παρακολουθεί την τήρηση των προθεσμιών.

– Επιπλέον, εφόσον στην εθνική ή την ενωσιακή νομοθεσία δεν προβλέπεται προθεσμία, ορίζεται γενική καταληκτική προθεσμία, καθώς και δικαίωμα έγκαιρης απάντησης σε σχέση με τις αιτήσεις για χορήγηση άδειας.

Άρθρα 7-8 – Εξοπλισμός εντός κτιρίου

– Το άρθρο 7 θεσπίζει υποχρέωση εξοπλισμού νέων κτιρίων, καθώς και κτιρίων που υφίστανται εκτεταμένη ανακαίνιση, με υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, καθώς και υποχρέωση πρόβλεψης σε νέες, καθώς και σε παλαιές πολυκατοικίες που υφίστανται εκτεταμένη ανακαίνιση, σημείων συγκέντρωσης, χωροθετημένων εντός ή εκτός του κτιρίου.

– Το άρθρο 8 καθιερώνει δικαίωμα για τους παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών να τερματίζουν τον εξοπλισμό του δικτύου τους στο σημείο συγκέντρωσης των κτιρίων, δικαίωμα για τους φορείς εκμετάλλευσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών να διαπραγματεύονται την πρόσβαση σε τυχόν υφιστάμενη υλική υποδομή εντός κτιρίου προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες και, ελλείψει υψίρρυθμης εσωτερικής υποδομής προσαρμοσμένης για υψηλές ταχύτητες, δικαίωμα τερματισμού του εξοπλισμού δικτύου τους στον ιδιωτικό χώρο του συνδρομητή, υπό τον όρο ότι ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στην ιδιωτική κτήση και με δικά τους έξοδα.

Άρθρα 9 έως 11

– Τα εν λόγω άρθρα περιλαμβάνουν τις τελικές διατάξεις, συμπεριλαμβανόμενου του ορισμού αρμόδιων φορέων, και υποχρέωση επανεξέτασης του κανονισμού το αργότερο τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος του.

4.           ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

Η πρόταση δεν έχει επίπτωση στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

2013/0080 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

για μέτρα μείωσης του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών 

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[27],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[28],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, 

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)       Η ψηφιακή οικονομία αλλάζει εκ βάθρων την ενιαία αγορά. Με την καινοτομία, την ταχύτητα και τη διασυνοριακή απήχησή της, η ψηφιακή οικονομία έχει τη δυνατότητα να οδηγήσει την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς σε νέο επίπεδο. Το όραμα της Ένωσης είναι μια ψηφιακή οικονομία η οποία παρέχει αειφόρα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη βάσει σύγχρονων επιγραμμικών υπηρεσιών και ταχεία σύνδεση στο Διαδίκτυο. Η ανώτερης ποιότητας ψηφιακή υποδομή στηρίζει όλους πρακτικώς τους τομείς μιας σύγχρονης και καινοτομικής οικονομίας, είναι δε στρατηγικής σημασίας για την κοινωνική και εδαφική συνοχή. Ως εκ τούτου, όλοι οι πολίτες και οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν στην ψηφιακή οικονομία.

(2)       Αναγνωρίζοντας τη σημασία της εγκατάστασης υψίρρυθμων ευρυζωνικών δικτύων, τα κράτη μέλη ενέκριναν τους φιλόδοξους ευρυζωνικούς στόχους που ορίζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, με τίτλο «Το ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη - Ψηφιακή καθοδήγηση της ευρωπαϊκής μεγέθυνσης[29] («Ψηφιακό θεματολόγιο): Έως το 2013, ευρυζωνική κάλυψη 100% και αυξημένες ταχύτητες 30Mbps για όλα τα νοικοκυριά, με τουλάχιστον 50% των νοικοκυριών να διαθέτουν διαδικτυακή σύνδεση με ταχύτητα πάνω από 100Mbps έως το 2020.

(3)       Στο Ψηφιακό θεματολόγιο επισημαίνεται επίσης η ανάγκη για πολιτικές που θα μειώνουν το κόστος της εγκατάστασης ευρυζωνικών συνδέσεων σε ολόκληρη την επικράτεια της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλου προγραμματισμού και συντονισμού και μείωσης του διοικητικού φόρτου.

(4)       Λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ, ώστε να παρέχεται καλύτερη ευρυζωνική κάλυψη, περιλαμβανομένης της μείωσης του κόστους των υψίρρυθμων ευρυζωνικών υποδομών[30], στην «Πράξη για την Ενιαία Αγορά II»[31] τονίζεται η ανάγκη καταβολής επιπλέον προσπαθειών για ταχεία επίτευξη των στόχων που καθορίζονται στο Ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη, μεταξύ άλλων με εξεύρεση επενδύσεων για τα υψίρρυθμα δίκτυα.

(5)       Η εγκατάσταση και θέση σε λειτουργία υψίρρυθμων, σταθερών και ασύρματων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ένωση απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, μεγάλο μέρος των οποίων αντιπροσωπεύει το κόστος των έργων πολιτικού μηχανικού.

(6)       Μείζον τμήμα του ανωτέρω κόστους μπορεί να αποδοθεί σε δυσλειτουργίες στη διαδικασία εγκατάστασης που σχετίζεται με τη χρήση υφιστάμενης παθητικής υποδομής (λ.χ. αγωγών, σωληνώσεων, φρεατίων, κυτίων σύνδεσης, ιστών, εγκαταστάσεων κεραιών, πύργων και άλλων φερουσών κατασκευών), με σημεία συμφόρησης σχετιζόμενα με τον συντονισμό των τεχνικών έργων, με επαχθείς διοικητικές διαδικασίες χορήγησης αδειών και με σημεία συμφόρησης που αφορούν εγκατάσταση δικτύων εντός κτιρίων.

(7)       Τα μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας κατά τη χρήση υφιστάμενων υποδομών και στη μείωση των δαπανών και την άρση των εμποδίων κατά την εκτέλεση νέων έργων πολιτικού μηχανικού θα πρέπει να παρέχουν ουσιαστική συμβολή ώστε να εξασφαλίζεται ταχεία και εκτεταμένη εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με παράλληλη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

(8)       Ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα με σκοπό τη μείωση του κόστους εγκατάστασης των ευρυζωνικών συνδέσεων. Η κλιμάκωση των εν λόγω βέλτιστων πρακτικών σε ολόκληρη την Ένωση θα μπορούσε να συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία ψηφιακής ενιαίας αγοράς. Οι πρακτικές αυτές παραμένουν ωστόσο σπάνιες και διάσπαρτες. Εξάλλου, οι διαφορές στις κανονιστικές απαιτήσεις παρεμποδίζουν ενίοτε τη συνεργασία μεταξύ φορέων κοινής ωφέλειας και ενδέχεται να ορθώσουν εμπόδια στην είσοδο νέων φορέων εκμετάλλευσης δικτύου και νέων επιχειρηματικών ευκαιριών, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η ανάπτυξη ενιαίας αγοράς για χρήση και εγκατάσταση υλικών υποδομών για υψίρρυθμα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τέλος, οι πρωτοβουλίες σε επίπεδο κρατών μελών δεν είναι πάντα σαφώς περιεκτικές, λαμβανομένου υπόψη ότι είναι απαραίτητη η ανάληψη δράσης καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας εγκατάστασης, και σε όλους τους τομείς, ώστε να επιτευχθεί συνεκτικός και σημαντικός αντίκτυπος.

(9)       Ο παρών κανονισμός έχει ως στόχο να παράσχει ορισμένα ελάχιστα δικαιώματα και υποχρεώσεις που θα ισχύουν σε ολόκληρη την Ένωση, ώστε να διευκολυνθεί η εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ο διατομεακός συντονισμός. Διασφαλίζοντας παράλληλα τους ελάχιστους όρους ισότιμου ανταγωνισμού, χωρίς να θίγονται η υφιστάμενη βέλτιστη πρακτική και τα μέτρα που έχουν θεσπιστεί σε εθνικό και τοπικό επίπεδο και που περιλαμβάνουν λεπτομερέστερες διατάξεις και όρους, καθώς και πρόσθετα μέτρα που συμπληρώνουν τα εν λόγω δικαιώματα και υποχρεώσεις, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

(10)     Υπό το πρίσμα της αρχής lex specialis, εφόσον εφαρμόζονται πιο συγκεκριμένα ρυθμιστικά μέτρα σύμφωνα με το δίκαιο της ΕΕ, θα πρέπει αυτά να υπερισχύουν έναντι των ελάχιστων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Ο παρών κανονισμός τελεί επομένως υπό την επιφύλαξη του ενωσιακού δικαίου και, ειδικότερα, οποιουδήποτε ειδικού κανονιστικού μέτρου, συμπεριλαμβανόμενης της επιβολής επανορθωτικών μέτρων σε επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, τα οποία εφαρμόζονται σύμφωνα με το ενωσιακό ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο)[32], την οδηγία 2002/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση)[33], την οδηγία 2002/19/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση και τη διασύνδεση των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και τις συναφείς ευκολίες (οδηγία για την πρόσβαση)[34], την οδηγία 2002/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την καθολική υπηρεσία)[35] και την οδηγία 2002/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών)[36].

(11)     Μπορεί να είναι σημαντικά αποτελεσματικότερη για φορείς εκμετάλλευσης ηλεκτρονικών δικτύων επικοινωνιών, ιδίως για νεοεισερχόμενες επιχειρήσεις, η περαιτέρω χρήση υφιστάμενης υλικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των υποδομών άλλων φορέων κοινής ωφέλειας, προκειμένου να εγκαταστήσουν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ιδίως σε περιοχές όπου δεν υπάρχει κατάλληλο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή όπου ενδέχεται να μην είναι οικονομικά σκόπιμη η κατασκευή νέας υλικής υποδομής. Επιπλέον, οι συνέργειες μεταξύ τομέων μπορεί να μειώσουν σημαντικά την ανάγκη για τεχνικά έργα, λόγω της εγκατάστασης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συνεπώς, και των κοινωνικών και περιβαλλοντικών δαπανών που συνδέονται με αυτά, όπως η ρύπανση, οι οχλήσεις και η κυκλοφοριακή συμφόρηση. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός πρέπει να ισχύει όχι μόνο για παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών αλλά και για κάθε ιδιοκτήτη ή κάτοχο δικαιωμάτων χρήσης εκτεταμένης και καθολικά παρούσας υλικής υποδομής, κατάλληλης να δεχθεί στοιχεία δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως υλικά δίκτυα για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας, φυσικού αερίου, ύδρευσης και αποχέτευσης, θέρμανσης και μεταφορών.

(12)     Ενόψει του χαμηλού βαθμού διαφοροποίησής τους, οι υλικοτεχνικές ευκολίες των δικτύων αυτών μπορούν συχνά να δεχτούν ταυτόχρονα ευρύ φάσμα στοιχείων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι ικανά να παρέχουν ευρυζωνικές υπηρεσίες πρόσβασης με ταχύτητα τουλάχιστον 30 Mbps, σύμφωνα με την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας, χωρίς να επηρεάζεται η κύρια διακινούμενη υπηρεσία και με ελάχιστο κόστος προσαρμογής. Επομένως, μια υλική υποδομή που προορίζεται μόνο για να δεχτεί άλλα στοιχεία ενός δικτύου χωρίς να αποβεί η ίδια ενεργό στοιχείο του δικτύου, μπορεί καταρχήν να χρησιμοποιηθεί για να δεχθεί καλώδια ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξοπλισμό ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ανεξάρτητα από την τρέχουσα χρήση ή κυριότητά τους. Με την επιφύλαξη της επιδίωξης του συγκεκριμένου γενικού συμφέροντος που συνδέεται με την παροχή της κύριας υπηρεσίας, πρέπει να ενθαρρύνονται συνέργειες μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δικτύων, ώστε να συμβάλλουν ταυτόχρονα στην επίτευξη των στόχων του Ψηφιακού θεματολογίου.

(13)     Ενώ ο παρών κανονισμός δεν πρέπει, επίσης, να θίγει τυχόν ειδικές διασφαλίσεις που χρειάζονται για να κατοχυρώνεται η ασφάλεια και ακεραιότητα των δικτύων, καθώς και ότι δεν θα επηρεαστεί η κύρια υπηρεσία που παρέχεται από τον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου, γενικοί κανόνες των εθνικών νομοθεσιών οι οποίοι απαγορεύουν στους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων να διαπραγματεύονται την πρόσβαση σε υλική υποδομή εκ μέρους παρόχων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα μπορούσαν να αποτρέψουν τη δημιουργία αγοράς για πρόσβαση σε υλική υποδομή και θα πρέπει επομένως να καταργηθούν. Ταυτόχρονα, τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό δεν θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών να καταστήσουν ελκυστικότερη την παροχή - από φορείς κοινής ωφέλειας - πρόσβασης σε υποδομή, εξαιρώντας τα έσοδα που προέρχονται από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας από τη βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων των τελικών χρηστών για την κύρια δραστηριότητα ή τις κύριες δραστηριότητές τους, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο.

(14)     Ένας φορέας εκμετάλλευσης δικτύου μπορεί να απαγορεύσει την πρόσβαση σε συγκεκριμένη υλική υποδομή εξαιτίας αντικειμενικών λόγων. Ειδικότερα, μια υλική υποδομή μπορεί να είναι τεχνικώς ακατάλληλη λαμβανομένων υπόψη ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν υποδομή για την οποία έχει ζητηθεί πρόσβαση, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης διαθέσιμου χώρου. Ομοίως, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, ο μερισμός υποδομής μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ακεραιότητα και την ασφάλεια των δικτύων ή την παροχή υπηρεσιών που προσφέρονται κυρίως μέσω της ίδιας υποδομής. Εξάλλου, όταν ο φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου ήδη παρέχει πρόσβαση χονδρικής σε υλική υποδομή δικτύου που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του αιτούντος πρόσβαση, η πρόσβαση στην υποκείμενη υλική υποδομή μπορεί να έχει αρνητικό οικονομικό αντίκτυπο για το επιχειρηματικό μοντέλο και τα επενδυτικά κίνητρά του, ενώ ενδεχομένως συνεπιφέρει περιττή επανάληψη στοιχείων του δικτύου. Ταυτόχρονα, στην περίπτωση των υποχρεώσεων πρόσβασης σε υλική υποδομή που επιβάλλονται δυνάμει του ενωσιακού πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, όπως οι υποχρεώσεις που αφορούν επιχειρήσεις με σημαντική ισχύ στην αγορά, τούτο θα έχει ήδη καλυφθεί από ειδικότερες κανονιστικές υποχρεώσεις που δεν επηρεάζονται από τον παρόντα κανονισμό.

(15)     Όταν πάροχοι δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ζητούν πρόσβαση σε καθορισμένη περιοχή, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου θα πρέπει να διαθέσουν μια προσφορά για την από κοινού χρήση των ευκολιών τους υπό δίκαιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, εκτός εάν η πρόσβαση αυτή απορριφθεί με βάση αντικειμενικούς λόγους. Ανάλογα με τις περιστάσεις, διάφορα στοιχεία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται πρόσβαση, όπως: τυχόν περαιτέρω κόστος συντήρησης και προσαρμογής· τυχόν προληπτικό μέτρο διασφάλισης που πρέπει να θεσπιστεί για τον περιορισμό δυσμενών επιπτώσεων στην ασφάλεια και την ακεραιότητα του δικτύου· τυχόν ειδικό καθεστώς ευθύνης σε περίπτωση ζημιών· η χρήση τυχόν δημόσιας επιδότησης που χορηγήθηκε για την κατασκευή της υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με την επιδότηση ειδικών όρων και προϋποθέσεων ή των προβλεπόμενων στην εθνική νομοθεσία σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο· τυχόν περιορισμοί που απορρέουν από εθνικές διατάξεις με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ασφάλειας ή την τήρηση πολεοδομικών και χωροταξικών στόχων.

(16)     Σε περίπτωση διαφωνίας σε εμπορικές διαπραγματεύσεις σχετικά με τους τεχνικούς και οικονομικούς όρους και προϋποθέσεις, έκαστο συμβαλλόμενο μέρος πρέπει να μπορεί να προσφύγει σε όργανο επίλυσης διαφορών, σε εθνικό επίπεδο, που θα επιβάλει στα μέρη λύση, ώστε να αποφεύγονται αδικαιολόγητες απορρίψεις ενασχόλησης ή επιβολή παράλογων όρων. Κατά τον καθορισμό των τιμών για τη χορήγηση πρόσβασης, το όργανο επίλυσης διαφορών οφείλει να συνεκτιμά τις πραγματοποιηθείσες επενδύσεις σε υλική υποδομή. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της πρόσβασης σε υλική υποδομή φορέων εκμετάλλευσης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι πραγματοποιηθείσες επενδύσεις στην εν λόγω υποδομή μπορεί να συμβάλουν άμεσα στους στόχους του Ψηφιακού θεματολογίου για την Ευρώπη, ενώ ο κατάντη ανταγωνισμός μπορεί να επηρεαστεί από καιροσκοπική/παρασιτική συμπεριφορά. Ως εκ τούτου, σε κάθε υποχρέωση πρόσβασης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων αυτών βάσει τυχόν χρονοδιαγραμμάτων για την απόδοση των επενδύσεων, τυχόν επιπτώσεων της πρόσβασης στον κατάντη ανταγωνισμό, τυχόν απομείωσης αξίας των στοιχείων ενεργητικού του δικτύου κατά τη στιγμή του αιτήματος πρόσβασης, τυχόν επιχειρηματικής υπόθεσης στην οποία βασίζονται οι πραγματοποιηθείσες επενδύσεις, ιδίως σε πρόσφατα κατασκευασμένη υλική υποδομή που χρησιμοποιείται για την παροχή υψίρρυθμων υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, και τυχόν προσφορά στον αιτούντα πρόσβαση δυνατότητας συνεγκατάστασης.

(17)     Προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματικός προγραμματισμός της εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και για να διασφαλιστεί η πλέον αποδοτική χρήση των υφιστάμενων υποδομών που είναι κατάλληλες για εγκατάσταση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι εγκεκριμένες επιχειρήσεις για την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να είναι σε θέση να έχουν πρόσβαση σε ελάχιστες πληροφορίες που αφορούν διαθέσιμη υλική υποδομή στην περιοχή εγκατάστασης. Οι εν λόγω ελάχιστες πληροφορίες πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα αξιολόγησης του δυναμικού για τη χρήση υπάρχουσας υποδομής σε συγκεκριμένη περιοχή, καθώς και για τον περιορισμό των ζημιών σε τυχόν υφιστάμενη υλική υποδομή. Ενόψει του αριθμού των εμπλεκόμενων φορέων και προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση στις εν λόγω πληροφορίες, επίσης και σε διατομεακή και διασυνοριακή βάση, πρέπει οι εν λόγω στοιχειώδεις πληροφορίες να διατίθενται μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης. Το εν λόγω σημείο πληροφόρησης θα πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση στις ήδη διαθέσιμες ελάχιστες πληροφορίες υπό ηλεκτρονική μορφή, με την επιφύλαξη των περιορισμών όσον αφορά την εγγύηση της ασφάλειας και ακεραιότητας των δικτύων του ή τη διασφάλιση του θεμιτού επιχειρησιακού και εμπορικού απορρήτου.

(18)     Ο παρών κανονισμός δεν επιβάλει μεν στα κράτη μέλη νέες υποχρεώσεις χαρτογράφησης, αλλά προβλέπει ότι οι ελάχιστες πληροφορίες που έχουν ήδη συλλεγεί από φορείς του δημόσιου τομέα και είναι διαθέσιμες σε ηλεκτρονική μορφή σύμφωνα με εθνικές πρωτοβουλίες, καθώς και βάσει του δικαίου της Ένωσης (όπως η οδηγία 2007/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2007, για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (INSPIRE)[37], θα πρέπει να διατίθενται, π.χ. μέσω υπερσυνδέσμων, σε ενιαίο σημείο πληροφόρησης με στόχο να καταστεί δυνατή η συντονισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν υλική υποδομή για παρόχους δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, κατοχυρώνοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια και ακεραιότητα των σχετικών πληροφοριών. Η εν λόγω παροχή πληροφοριών δεν θα πρέπει να θίγει τις απαιτήσεις διαφάνειας που ισχύουν ήδη για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα σύμφωνα με την οδηγία 2003/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα[38]. Εφόσον οι πληροφορίες που διαθέτει ο δημόσιος τομέας δεν εξασφαλίζουν επαρκή γνώση των υφιστάμενων υλικών υποδομών σε συγκεκριμένη περιοχή ή ενός ορισμένου τύπου, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου πρέπει, κατόπιν αιτήματος, να καθιστούν τις πληροφορίες διαθέσιμες στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης.

(19)     Σε περίπτωση που οι ελάχιστες πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης, θα πρέπει ωστόσο να εξασφαλίζεται η δυνατότητα των φορέων εκμετάλλευσης δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών να ζητούν απευθείας τις συγκεκριμένες πληροφορίες από οποιονδήποτε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου στη συγκεκριμένη περιοχή. Πέραν αυτού, αν το αίτημα είναι εύλογο, ιδίως αν χρειάζεται εν όψει της δυνατότητας μερισμού υφιστάμενων υλικών υποδομών ή για συντονισμό τεχνικών έργων, θα πρέπει να παρέχεται σε φορείς δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών η δυνατότητα επιτόπιων ερευνών και αίτησης πληροφοριών για προγραμματιζόμενα τεχνικά έργα υπό διαφανείς, αναλογικούς και αμερόληπτους όρους και με την επιφύλαξη των διασφαλίσεων που θεσπίζονται για την κατοχύρωση της ασφάλειας και της ακεραιότητας του δικτύου, καθώς και την προστασία του επιχειρησιακού και του εμπορικού απορρήτου.  Θα πρέπει να δίνονται κίνητρα για προηγμένη διαφάνεια σε προγραμματισμένα τεχνικά έργα από τους ίδιους τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων, ή από προορατικά ενιαία σημεία πληροφόρησης, που νομιμοποιούνται να ζητούν τις πληροφορίες αυτές, ιδίως για τις περιοχές μέγιστου ενδιαφέροντος, μέσω αναπροσανατολισμού των εξουσιοδοτημένων φορέων εκμετάλλευσης σε τέτοιες πληροφορίες, όποτε διατίθενται.

(20)     Εφόσον προκύψουν διαφορές όσον αφορά την πρόσβαση στις πληροφορίες για τις υλικές υποδομές με σκοπό την εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, θα πρέπει το ενιαίο σημείο πληροφόρησης να είναι σε θέση να επιλύει τέτοιες διαφορές μέσω δεσμευτικής απόφασης, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα προσφυγής των μερών στα δικαστήρια.

(21)     Ο συντονισμός των τεχνικών έργων που αφορούν υλική υποδομή μπορεί να εξασφαλίσει σημαντική εξοικονόμηση πόρων και ελαχιστοποίηση των προβλημάτων στην περιοχή που επηρεάζεται από την εγκατάσταση νέων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να απαγορεύονται ρυθμιστικοί περιορισμοί που κατά κανόνα αποτρέπουν τη διαπραγμάτευση μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης δικτύου με σκοπό τον συντονισμό των εν λόγω έργων, ώστε να υπάρξει επίσης εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ωστόσο, σε περίπτωση όπου τεχνικά έργα δεν χρηματοδοτούνται με δημόσια μέσα, πρέπει τα ενδιαφερόμενα μέρη να έχουν τη δυνατότητα να συνάπτουν συμφωνίες συντονισμού τεχνικών έργων, σύμφωνα με τα οικεία επενδυτικά και επιχειρηματικά σχέδια και τα χρονοδιαγράμματα της αρεσκείας τους.

(22)     Τεχνικά έργα που χρηματοδοτούνται εν όλω ή εν μέρει με δημόσια μέσα θα πρέπει να αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση του θετικού συλλογικού αποτελέσματος, αξιοποιώντας τις θετικές εξωτερικές διατομεακές συνέπειες των εν λόγω έργων και εξασφαλίζοντας ίσες ευκαιρίες μερισμού της διαθέσιμης και προγραμματισμένης υλικής υποδομής με σκοπό την εγκατάσταση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Αν και η κατάσταση αυτή δεν αναμένεται να επηρεάσει δυσμενώς τον κύριο σκοπό των τεχνικών έργων που χρηματοδοτούνται με δημόσια μέσα, τα έγκαιρα και εύλογα αιτήματα για συντονισμό της εγκατάστασης στοιχείων από υψίρρυθμα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εξασφαλίζοντας για παράδειγμα την κάλυψη τυχόν πρόσθετου κόστους και την ελαχιστοποίηση των μεταβολών στα αρχικά σχέδια, θα πρέπει να ικανοποιούνται από την επιχείρηση που εκτελεί τα τεχνικά έργα, βάσει αναλογικών, αμερόληπτων και διαφανών όρων, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων. Πρέπει να είναι διαθέσιμες ειδικές διαδικασίες διευθέτησης διαφορών ώστε να εξασφαλιστεί ταχεία επίλυση των διαφορών που αφορούν τη διαπραγμάτευση αυτών των συμφωνιών συντονισμού υπό εύλογους, αναλογικούς, αμερόληπτους και διαφανείς όρους. Οι διατάξεις αυτές δεν θα πρέπει να θίγουν το δικαίωμα των κρατών μελών να δεσμεύουν χωρητικότητα για δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, ακόμη και εν απουσία συγκεκριμένων αιτημάτων, ενόψει αντιμετώπισης της μελλοντικής ζήτησης για υλική υποδομή προς μεγιστοποίηση της αξίας των τεχνικών έργων ή να λαμβάνουν μέτρα για θέσπιση παρόμοιων δικαιωμάτων όσον αφορά τον συντονισμό των έργων από φορείς εκμετάλλευσης άλλων τύπων δικτύων, όπως φυσικού αερίου ή ηλεκτρισμού.

(23)     Ενδέχεται να απαιτηθεί σειρά διαφορετικών αδειών που να αφορούν την εγκατάσταση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή νέα στοιχεία δικτύων, περιλαμβανομένων οικοδομικών, πολεοδομικών, περιβαλλοντικών και άλλων αδειών, για την προστασία εθνικών και ενωσιακών γενικών συμφερόντων. Ο αριθμός των αδειών που απαιτούνται για την εγκατάσταση των διαφόρων τύπων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών και ο τοπικός χαρακτήρας της εγκατάστασης μπορεί να συνεπάγεται την εφαρμογή ενός πλήθους διαδικασιών και όρων. Διατηρώντας το δικαίωμα κάθε αρμόδιας αρχής να συμμετέχει και διατηρεί τις αποφασιστικές αρμοδιότητες σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η δημιουργία ενιαίου σημείου για παροχή πληροφοριών σχετικά με το σύνολο των διαδικασιών και τους γενικούς όρους που ισχύουν για τεχνικά έργα θα μπορούσε να περιορίσει την πολυπλοκότητα και να βελτιώσει την αποτελεσματικότητα και τη διαφάνεια, ιδίως για τους νεοεισερχόμενους ή μικρότερους φορείς εκμετάλλευσης που δεν δραστηριοποιούνται στην εν λόγω περιοχή. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις που εγκαθιστούν δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν την αίτησή τους έκδοσης άδειας μέσω ενιαίου σημείου επαφής, επιφορτισμένου με την αρμοδιότητα συντονισμού των διαφόρων διαδικασιών και την παρακολούθηση της τήρησης των νόμιμων προθεσμιών κατά την έκδοση των αποφάσεων. Ένα τέτοιο σημείο επαφής θα πρέπει να λειτουργήσει ως υπηρεσία ενιαίας εξυπηρέτησης, χωρίς κατ’ ανάγκη την άσκηση αποφασιστικών αρμοδιοτήτων, εκτός εάν έχουν ανατεθεί από την εθνική νομοθεσία.

(24)     Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι διαδικασίες χορήγησης αδειών δεν λειτουργούν ως φραγμοί για τις επενδύσεις και ότι δεν έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ενιαία αγορά, η απόφαση για έγκριση ή μη αιτήσεων αδειοδότησης θα πρέπει οπωσδήποτε να εκδίδεται το αργότερο εντός έξι μηνών, με την επιφύλαξη άλλων ειδικών προθεσμιών ή υποχρεώσεων που προβλέπονται για την ομαλή εξέλιξη της ισχύουσας διαδικασίας χορήγησης αδειών, σύμφωνα με το εθνικό ή το ενωσιακό δίκαιο.  Η απόφαση αυτή μπορεί να είναι ρητού ή σιωπηρού χαρακτήρα, σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές διατάξεις. Επιπλέον, κάθε καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων για χορήγηση άδειας πρέπει να ενεργοποιεί δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ των επιχειρήσεων που έχουν ζητήσει τις εν λόγω άδειες, εφόσον μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν υποστεί ζημιές που οφείλονται σε τέτοια καθυστέρηση.  Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις ουσιαστικές και διαδικαστικές εγγυήσεις που προβλέπονται στις εθνικές νομοθεσίες.

(25)     Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι εν λόγω διαδικασίες χορήγησης αδειών θα ολοκληρώνονται εντός εύλογων προθεσμιών, τα κράτη μέλη μπορεί να θεσπίζουν διάφορες διασφαλίσεις, όπως η σιωπηρή έγκριση, ή να λαμβάνουν μέτρα για την απλούστευση των διαδικασιών χορήγησης, μεταξύ άλλων με τη μείωση του αριθμού των απαιτούμενων αδειών για εγκατάσταση δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή με την απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών μικρών ή τυποποιημένων τεχνικών έργων από την έκδοση άδειας. Οι αρχές, σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο οφείλουν να αιτιολογούν κάθε απόρριψη χορήγησης τέτοιων αδειών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους, με βάση διαφανή, αμερόληπτα, αντικειμενικά και αναλογικά κριτήρια και προϋποθέσεις. Τούτο δεν θα πρέπει να θίγει τυχόν μέτρα που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη με σκοπό την εξαίρεση ορισμένων στοιχείων των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών από την έκδοση άδειας.

(26)     Για την επίτευξη των στόχων του Ψηφιακού θεματολογίου επιβάλλεται στην εγκατάσταση υποδομής να πλησιάσει τον τόπο των τελικών χρηστών, με πλήρη τήρηση της αρχής της αναλογικότητας όσον αφορά τυχόν περιορισμό στο δικαίωμα ιδιοκτησίας ενόψει του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος. Η ύπαρξη υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έως τον τελικό χρήστη θα πρέπει να διευκολυνθεί εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα την τεχνολογική ουδετερότητα, ιδίως με προσαρμοσμένη σε υψηλές ταχύτητες υλική υποδομή εντός του κτιρίου. Λαμβανομένου υπόψη ότι η πρόβλεψη μικροαγωγών κατά τη διάρκεια της κατασκευής του κτιρίου συνεπάγεται περιορισμένο επιπλέον κόστος, ενώ ο εκ των υστέρων εξοπλισμός των κτιρίων με υποδομή υψηλών ταχυτήτων ενδέχεται να αντιπροσωπεύει σημαντικό ποσοστό του κόστους εγκατάστασης υψίρρυθμου δικτύου, θα πρέπει όλα τα νέα κτίρια και όσα έχουν υποστεί μείζονα ανακαίνιση να είναι εξοπλισμένα με υλική υποδομή, ώστε να είναι δυνατή η σύνδεση των τελικών χρηστών με δίκτυα υψηλών ταχυτήτων. Εξάλλου, για την εγκατάσταση υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, θα πρέπει οι νέες πολυκατοικίες, καθώς και οι πολυκατοικίες που έχουν υποστεί μείζονα ανακαίνιση, να είναι εξοπλισμένες με σημείο πρόσβασης ή συγκέντρωσης, μέσω του οποίου ο πάροχος θα μπορεί να έχει πρόσβαση στο δίκτυο εντός του κτιρίου. Τούτο σημαίνει στην πράξη ότι οι κατασκευαστές θα πρέπει να προβλέπουν την ύπαρξη αγωγών από κάθε κατοικία προς σημείο συγκέντρωσης, εντός ή εκτός του κτιρίου. Ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις, όπως νέες μεμονωμένες κατοικίες ή κατηγορίες έργων μείζονος ανακαίνισης σε απομονωμένες περιοχές, όπου η προοπτική ταχείας σύνδεσης θεωρείται εξ αντικειμένου απίθανη ώστε να δικαιολογείται το πρόσθετο κόστος της εγκατάστασης υλικής υποδομής εντός κτιρίου, προσαρμοσμένης για υψηλές ταχύτητες ή/και ένα σημείο συγκέντρωσης.

(27)     Όταν πάροχοι δημόσιων δικτύων επικοινωνιών εγκαθιστούν υψίρρυθμα δίκτυα σε μια συγκεκριμένη περιοχή, επιτυγχάνονται σημαντικές οικονομίες κλίμακας εφόσον μπορούν να τερματίσουν το δίκτυό τους στο σημείο συγκέντρωσης του κτιρίου, ανεξάρτητα από το αν εκείνη τη χρονική στιγμή οι ιδιοκτήτες, συνιδιοκτήτες ή κάτοικοι έχουν εκδηλώσει σαφές ενδιαφέρον για την υπηρεσία, αλλά υπό τον όρο ότι ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στην ιδιωτική ιδιοκτησία, με χρήση υφιστάμενης υλικής υποδομής και αποκατάσταση της θιγόμενης περιοχής. Αφότου ολοκληρωθεί το δίκτυο στο σημείο συγκέντρωσης, είναι δυνατή η σύνδεση πρόσθετων πελατών με σημαντικά μικρότερο κόστος, ιδίως μέσω πρόσβασης σε ήδη υφιστάμενο κατακόρυφο τμήμα του εντός του κτιρίου, προσαρμοσμένο για υψηλές ταχύτητες.

(28)     Ενόψει των κοινωνικών πλεονεκτημάτων από την ένταξη στην ψηφιακή κοινωνία και λαμβάνοντας υπόψη τα οικονομικά δεδομένα της εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, εφόσον δεν υπάρχει ήδη παθητική είτε ενεργητική υποδομή, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, που να εξυπηρετεί τους χώρους των τελικών χρηστών, ούτε εναλλακτικές λύσεις για παροχή υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών στους τελικούς χρήστες, θα πρέπει κάθε πάροχος δημόσιων δικτύων επικοινωνιών να έχει το δικαίωμα να τερματίζει το δίκτυό του σε ιδιωτικό χώρο με δικά του έξοδα, με τη συγκατάθεση του συνδρομητή, και υπό την προϋπόθεση ότι ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στην ιδιωτική ιδιοκτησία, για παράδειγμα, εφόσον είναι δυνατόν, με περαιτέρω χρήση υφιστάμενης υλικής υποδομής που διατίθεται στο κτίριο ή με πλήρη αποκατάσταση των θιγόμενων χώρων.

(29)     Με την επιφύλαξη των καθηκόντων που ανατίθενται στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές οι οποίες προβλέπονται από το ενωσιακό κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, εφόσον δεν έχουν οριστεί ρητά από τα κράτη μέλη, ώστε να εξασφαλίζεται η έκδοση τακτικών αποφάσεων επίλυσης των διαφορών, οι αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ανατίθενται στις αρχές που εκτελούν τα καθήκοντα του άρθρου 20 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, συνεκτιμώντας τη διαθέσιμη εμπειρογνωμοσύνη και τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας. Εντούτοις, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να αναθέτουν τα ρυθμιστικά καθήκοντα που προβλέπει σε αρχές πλέον κατάλληλες να τα εκπληρώσουν σύμφωνα με το εγχώριο συνταγματικό σύστημα κατανομής εξουσιών και αρμοδιοτήτων και τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

(30)     Ανεξάρτητα από τον φορέα που θα οριστεί από το κράτος μέλος για την επίλυση διαφορών, θα πρέπει να εξασφαλίζει την αμεροληψία και την ανεξαρτησία έναντι των εμπλεκόμενων μερών. Επίσης, οι ορισθείσες αρχές πρέπει να διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους και εξουσίες επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις εκδιδόμενες αποφάσεις.

(31)     Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των σημείων πληροφόρησης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη που αποφασίζουν να ορίσουν φορείς άλλους, εκτός της εθνικής ρυθμιστικής αρχής, για την εκτέλεση των καθηκόντων του άρθρου 20 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ θα πρέπει να εξασφαλίζουν επαρκείς πόρους, καθώς και να μεριμνήσουν ώστε οι σχετικές πληροφορίες σχετικά με μια συγκεκριμένη περιοχή να διατίθενται στα σημεία πληροφόρησης, σε βέλτιστο επίπεδο συσσώρευσης, όπου τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί (όπως το κτηματολόγιο) θα μπορούν να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν να εξετάσουν τις πιθανές συνέργειες και οικονομίες φάσματος με τα κέντρα ενιαίας εξυπηρέτησης, κατά την έννοια του άρθρου 6 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (οδηγία για τις υπηρεσίες), με σκοπό τη στήριξη σε υφιστάμενες δομές και τη μεγιστοποίηση των οφελών για τους τελικούς χρήστες.

(32)     Δεδομένου ότι οι στόχοι της προτεινόμενης δράσης, που αποσκοπεί στη διευκόλυνση της εγκατάστασης υλικής υποδομής κατάλληλης για δίκτυα υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και συνεπώς, εξαιτίας της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, μπορούν να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, δύναται η Ένωση να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως καθορίζεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(33)     Ο παρών κανονισμός τηρεί τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις αρχές που αναγνωρίζονται ειδικότερα από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και την προστασία του εμπορικού απορρήτου, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής. Ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμοστεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τα εν λόγω δικαιώματα και αρχές.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Ο παρών κανονισμός αποβλέπει στη διευκόλυνση και κινητροδότηση της εγκατάστασης υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών μέσω προώθησης της κοινής χρήσης υφιστάμενης υλικής υποδομής και διευκόλυνσης της αποτελεσματικότερης εγκατάστασης νέας υλικής υποδομής, προκειμένου η εγκατάσταση των εν λόγω δικτύων να πραγματοποιηθεί με χαμηλότερο κόστος.

2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλα τα τεχνικά έργα και υλικές υποδομές, όπως ορίζονται στο άρθρο 2.

3. Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των κρατών μελών να διατηρούν ή να εισάγουν μέτρα σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, τα οποία περιέχουν διατάξεις λεπτομερέστερες από εκείνες που διατυπώνονται στον παρόντα κανονισμό.

4. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 2002/21/EK, της οδηγίας 2002/20/EK, της οδηγίας 2002/19/EK, της οδηγίας 2002/22/EK και της οδηγίας 2002/77/EΚ.

Άρθρο 2 Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ορισμοί των οδηγιών 2002/21/EK, 2002/20/EK, 2002/19/EK, 2002/22/EK και 2002/77/ΕΚ.

Επιπλέον νοείται ως:

(1) «φορέας εκμετάλλευσης δικτύου», πάροχος δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών, καθώς και επιχείρηση που παρέχει υλική υποδομή που προορίζεται για την παροχή:  υπηρεσίας παραγωγής, μεταφοράς ή διανομής φυσικού αερίου, ηλεκτρικής ενέργειας, συμπεριλαμβανομένων του δημόσιου φωτισμού, θέρμανσης, ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης ή επεξεργασίας ακαθάρτων και λυμάτων·  υπηρεσίες μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των σιδηροδρόμων, οδών, λιμένων και αερολιμένων·

(2) «υλική υποδομή», οποιοδήποτε στοιχείο ενός δικτύου που δεν είναι ενεργό, όπως σωληνώσεις, ιστοί, αγωγοί, φρεάτια επίσκεψης, ανθρωποθυρίδες, κυτία σύνδεσης, κτίρια ή είσοδοι σε κτίρια, εγκαταστάσεις κεραιών, πύργοι και ιστοί και οι συναφείς εγκαταστάσεις τους·

(3) «υψίρρυθμο δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών», δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών ικανό να παρέχει υπηρεσίες ευρυζωνικής πρόσβασης σε ταχύτητες τουλάχιστον 30 Mbps.

(4) «τεχνικά έργα», κάθε αποτέλεσμα ενός συνόλου οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού, αφεαυτού επαρκές να πληροί μια οικονομική ή τεχνική λειτουργία και το οποίο περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα στοιχεία υλικής υποδομής·

(5) «φορέας του δημόσιου τομέα», κρατική, περιφερειακή ή τοπική αρχή, οργανισμός δημοσίου δικαίου ή σύνδεσμος σχηματιζόμενος από μία ή περισσότερες από τις εν λόγω αρχές ή από έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω οργανισμούς δημοσίου δικαίου.

(6) «οργανισμός δημοσίου δικαίου», κάθε οργανισμός:

(α) που έχει συσταθεί ειδικά για την κάλυψη αναγκών γενικού συμφέροντος, χωρίς βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα·

(β) που διαθέτει νομική προσωπικότητα·

(γ) που χρηματοδοτείται, στο σύνολο ή κατά το μεγαλύτερο μέρος, από το κράτος, ή από περιφερειακές ή τοπικές αρχές, ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου· ή που υπόκειται σε διοικητική επιτήρηση από τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς· ή που διοικείται, διευθύνεται ή εποπτεύεται από όργανο του οποίου περισσότερα από τα μισά μέλη διορίζονται από το κράτος, τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές, ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου·

(7) «υλική υποδομή εντός κτιρίου», υλική υποδομή στον τόπο του τελικού χρήστη, περιλαμβανομένων στοιχείων υπό κοινή ιδιοκτησία, που προορίζεται να δεχθεί δίκτυα ενσύρματης ή/και ασύρματης πρόσβασης, εφόσον τα εν λόγω δίκτυα πρόσβασης είναι ικανά να παρέχουν υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών και να συνδέουν το σημείο συγκέντρωσης του κτιρίου με το σημείο τερματισμού του δικτύου·

(8) «υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες», υλική υποδομή υψηλών ταχυτήτων που προορίζεται να δεχθεί στοιχεία υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών·

(9) «μείζονα έργα ανακαίνισης», οικοδομικές εργασίες και έργα πολιτικού μηχανικού στον τόπο του τελικού χρήστη, τα οποία περιλαμβάνουν δομικές τροποποιήσεις της υφιστάμενης υλικής υποδομής και για τις οποίες απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας·

(10) «άδεια», η ρητή ή σιωπηρή απόφαση αρμόδιας αρχής ύστερα από κάθε διαδικασία βάσει της οποίας ένα πρόσωπο απαιτείται να λάβει μέτρα για τη νόμιμη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών ή εργασιών πολιτικού μηχανικού.

Άρθρο 3 Πρόσβαση σε υφιστάμενη υλική υποδομή

1. Κάθε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου έχει το δικαίωμα να προσφέρει πρόσβαση στην υλική υποδομή του ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

2. Έπειτα από ειδική γραπτή αίτηση μιας επιχείρησης αδειοδοτημένης να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οποιοσδήποτε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου έχει υποχρέωση να ικανοποιεί κάθε εύλογο αίτημα για πρόσβαση στην υλική υποδομή του υπό δίκαιους όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, ενόψει εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3. Κάθε απόρριψη πρόσβασης πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία μπορεί να αφορούν ειδικότερα:

α) την τεχνική καταλληλότητα της υλικής υποδομής, στην οποία έχει αιτηθεί πρόσβαση, να δεχθεί οποιοδήποτε από τα στοιχεία των δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών της παραγράφου 2·

β) διαθεσιμότητα χώρου που θα δεχθεί τα στοιχεία του σημείου α)·

γ) ακεραιότητα και ασφάλεια οποιουδήποτε ήδη εγκατεστημένου δικτύου·

δ) τον κίνδυνο ότι οι προγραμματισμένες υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρές παρεμβολές στην παροχή άλλων υπηρεσιών μέσω της ίδιας υλικής υποδομής·

ε) τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών μέσων χονδρικής πρόσβασης σε υλική υποδομή δικτύου που παρέχεται από τον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου και κατάλληλων για την παροχή υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Ο φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου πρέπει να αναφέρει τους λόγους οποιασδήποτε απόρριψης εντός ενός μηνός από την γραπτή αίτηση για χορήγηση πρόσβασης.

4. Εφόσον εντός δύο μηνών από την υποβολή της γραπτής αίτησης για χορήγηση πρόσβασης, απορριφθεί η αίτηση ή δεν επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με ειδικούς όρους και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένης της τιμής, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος μπορεί να παραπέμψει το ζήτημα στο αρμόδιο εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών.

5. Το εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών της παραγράφου 4, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς που εισήχθη σύμφωνα με την παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένων κατά περίπτωση του προσδιορισμού των εύλογων όρων, των προϋποθέσεων και των τιμών, εντός του συντομότερου δυνατού χρονικού διαστήματος και, σε κάθε περίπτωση, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής των μερών. Για οποιαδήποτε τιμή που καθορίζεται από το όργανο επίλυσης διαφορών συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις της αιτηθείσας πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο που στηρίζει τις επενδύσεις οι οποίες έχουν πραγματοποιηθεί από τον φορέα εκμετάλλευσης του δικτύου στο οποίο ζητείται η πρόσβαση, ιδίως σε περιπτώσεις πρόσφατα κατασκευασμένων υλικών υποδομών που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Άρθρο 4 Διαφάνεια ως προς την υλική υποδομή

1. Προκειμένου να ζητήσει πρόσβαση σε υλική υποδομή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, κάθε επιχείρηση που έχει λάβει άδεια για την παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα πρόσβασης, κατόπιν αιτήματος, μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης, στην ακόλουθη δέσμη ελάχιστων πληροφοριών όσον αφορά την υφιστάμενη υλική υποδομή οποιουδήποτε φορέα εκμετάλλευσης δικτύου:

α) τόπος, όδευση και συντεταγμένες γεωαναφοράς·

β) μέγεθος, τύπος και τρέχουσα χρήση της υποδομής·

γ) όνομα του ιδιοκτήτη ή του κατόχου δικαιωμάτων χρήσης υλικής υποδομής και σημείο επαφής.

Η επιχείρηση που ζητά πρόσβαση προσδιορίζει τη σχετική περιοχή ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

Η πρόσβαση στις ελάχιστες πληροφορίες για τη συγκεκριμένη περιοχή χορηγείται αμέσως σε ηλεκτρονική μορφή, βάσει αναλογικών, αμερόληπτων και διαφανών όρων. Η πρόσβαση στις ελάχιστες πληροφορίες μπορεί να περιορίζεται από το ενιαίο σημείο πληροφόρησης μόνον εφόσον τούτο κρίνεται απαραίτητο λόγω της ασφάλειας των δικτύων και της ακεραιότητάς τους ή του επιχειρησιακού και εμπορικού απορρήτου.

Το ενιαίο σημείο πληροφόρησης εξασφαλίζει ότι η πρόσβαση στις ελάχιστες πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου είναι διαθέσιμη το αργότερο στις [Υπηρεσία Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία  έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού + 12 μήνες].

2.  Κάθε φορέας του δημόσιου τομέα που, λόγω των καθηκόντων του, έχει στην κατοχή του σε ηλεκτρονική μορφή τις ελάχιστες πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 όσον αφορά την υλική υποδομή ενός φορέα εκμετάλλευσης δικτύου, τις θέτει με ηλεκτρονικά μέσα στη διάθεση του ενιαίου σημείου πληροφόρησης πριν από [Υπηρεσία Εκδόσεων:  να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία  έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού + 6 μήνες].  Κάθε επικαιροποίηση των πληροφοριών αυτών και τυχόν νέες ελάχιστες πληροφορίες της παραγράφου 1 που έχει λάβει ο φορέας του δημόσιου τομέα διατίθενται στο ενιαίο σημείο ενημέρωσης εντός ενός μηνός από την παραλαβή τους.

3. Εφόσον οι ελάχιστες πληροφορίες της παραγράφου 1 δεν βρίσκονται στην κατοχή φορέων του δημόσιου τομέα σύμφωνα με την παράγραφο 2, κάθε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου, έπειτα από αίτημα του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, καθιστά διαθέσιμες τις ελάχιστες πληροφορίες της παραγράφου 1 σχετικά με την υλική υποδομή του, σε ηλεκτρονική μορφή εντός ενός μηνός από την υποβολή του αιτήματος. Ο φορέας εκμετάλλευσης δικτύου διαθέτει στο ενιαίο σημείο πληροφόρησης τυχόν επικαιροποίηση των ελάχιστων πληροφοριών εντός ενός μηνός από την τροποποίηση του υλικού δικτύου που μεταβάλλει τις εν λόγω ελάχιστες πληροφορίες.

4. Εφόσον οι ελάχιστες πληροφορίες της παραγράφου 1 δεν είναι διαθέσιμες μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων παρέχουν πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές έπειτα από ειδικό γραπτό αίτημα επιχείρησης αδειοδοτημένης να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Στο αίτημα προσδιορίζεται η σχετική περιοχή ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η πρόσβαση σε πληροφορίες χορηγείται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υποβολή του γραπτού αιτήματος βάσει αναλογικών, αμερόληπτων και διαφανών όρων, με την επιφύλαξη των περιορισμών της παραγράφου 1.

5. Έπειτα από ειδικό γραπτό αίτημα μιας επιχείρησης αδειοδοτημένης να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύου ανταποκρίνονται στα εύλογα αιτήματα για επιτόπιες έρευνες συγκεκριμένων στοιχείων της υλικής υποδομής τους. Στο αίτημα πρέπει να καθορίζονται τα στοιχεία του σχετικού δικτύου, εν όψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Οι επιτόπιες έρευνες συγκεκριμένων στοιχείων του δικτύου εγκρίνονται εντός προθεσμίας ενός μηνός από την υποβολή του γραπτού αιτήματος, βάσει αναλογικών, αμερόληπτων και διαφανών όρων, με την επιφύλαξη των περιορισμών της παραγράφου 1.

6. Έπειτα από ειδική γραπτή αίτηση μιας επιχείρησης αδειοδοτημένης να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οποιοσδήποτε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου διαθέτει την ακόλουθη δέσμη ελάχιστων πληροφοριών όσον αφορά εν εξελίξει ή προγραμματισμένα τεχνικά έργα που αναφέρονται στην υλική υποδομή του και για τα οποία έχει εκδοθεί άδεια ή εκκρεμεί διαδικασία αδειοδότησης ή προβλέπεται για το επόμενο εξάμηνο η πρώτη υποβολή στις αρμόδιες αρχές για αδειοδότηση:

α) τον τόπο και τον τύπο των έργων·

β) τα εμπλεκόμενα στοιχεία του δικτύου·

γ) την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης των έργων και τη διάρκειά τους·

δ) ένα σημείο επαφής.

Στο αίτημα επιχείρησης αδειοδοτημένης να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών προσδιορίζεται η σχετική περιοχή ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από την υποβολή του γραπτού αιτήματος, οι φορείς εκμετάλλευσης του δικτύου παρέχουν τις αιτηθείσες πληροφορίες, βάσει αναλογικών, αμερόληπτων και διαφανών όρων, με την επιφύλαξη των περιορισμών της παραγράφου 1.

7. Ο φορέας εκμετάλλευσης του δικτύου μπορεί να απορρίψει το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 6, εάν:

- έχει διαθέσει δημόσια τις ζητούμενες πληροφορίες σε ηλεκτρονική μορφή ή

- η πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες εξασφαλίζεται μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης.

8. Κατόπιν ειδικού αιτήματος, οποιοσδήποτε διαχειριστής δικτύου θέτει στη διάθεση ενιαίου σημείου πληροφόρησης τη δέσμη των ελάχιστων πληροφοριών της παραγράφου 6.

9. Σε περίπτωση διαφοράς που προκύπτει όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 4 έως 7, κάθε μέρος της διαφοράς έχει το δικαίωμα να την παραπέμψει σε εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών. Το αρμόδιο όργανο για την επίλυση των διαφορών, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα και σε κάθε περίπτωση εντός δύο μηνών, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής των μερών.

10. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 5, σε περιπτώσεις που υφιστάμενες υλικές υποδομές δεν θεωρούνται τεχνικά κατάλληλες για την ανάπτυξη υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένα από αυτήν την άποψη. Παρέχεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η δυνατότητα να υποβάλουν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος παρατηρήσεις σχετικά με σχέδια μέτρων.  Τα εν λόγω μέτρα κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

Άρθρο 5 Συντονισμός τεχνικών έργων

1. Κάθε φορέας εκμετάλλευσης δικτύου έχει το δικαίωμα να διαπραγματεύεται τη σύναψη συμφωνιών για συντονισμό δημόσιων έργων με επιχειρήσεις αδειοδοτημένες για παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

2. Κάθε επιχείρηση που εκτελεί τεχνικά έργα πλήρως ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα από το δημόσιο ανταποκρίνεται σε κάθε εύλογο αίτημα εκ μέρους επιχειρήσεων αδειοδοτημένων για παροχή δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ενόψει της εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών για τη συμφωνία συντονισμού τεχνικών έργων με διαφανείς και ισότιμους όρους, υπό τον όρο ότι αυτό δεν συνεπάγεται κανένα επιπλέον κόστος για τα αρχικώς προβλεπόμενα τεχνικά έργα και ότι το αίτημα για συντονισμό κατατίθεται το συντομότερο δυνατό και σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την υποβολή του τελικού σχεδίου στις αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση άδειας.

3. Εφόσον δεν επιτευχθεί σχετική συμφωνία εντός μηνός από την υποβολή επίσημου αιτήματος σχετικά με διαπραγμάτευση συμφωνίας για τον συντονισμό τεχνικών έργων βάσει της παραγράφου 2, οποιοδήποτε συμβαλλόμενο μέρος έχει το δικαίωμα να παραπέμψει τη διαφορά στο αρμόδιο εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών.

4. Το εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών της παραγράφου 3, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς που εισήχθη σύμφωνα με την παράγραφο 3, συμπεριλαμβανομένου κατά περίπτωση του προσδιορισμού δίκαιων και αμερόληπτων όρων, προϋποθέσεων και τελών, εντός του συντομότερου δυνατού χρονικού διαστήματος και, σε κάθε περίπτωση, εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής των μερών.

5. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν εξαιρέσεις από τις υποχρεώσεις του παρόντος άρθρου για τεχνικά έργα ασήμαντης αξίας. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένα από αυτήν την άποψη.  Στους ενδιαφερόμενους παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια μέτρων.  Τα εν λόγω μέτρα κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

Άρθρο 6 Χορήγηση άδειας

1. Κάθε επιχείρηση αδειοδοτημένη να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει, κατόπιν αιτήσεως, δικαίωμα πρόσβασης, με ηλεκτρονικά μέσα και μέσω ενιαίου σημείου πληροφόρησης, σε πληροφορίες σχετικά με τους όρους και τις διαδικασίες που ισχύουν για τη χορήγηση αδειών για απαιτούμενα τεχνικά έργα ενόψει εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξαιρέσεων που ισχύουν για τα εν λόγω στοιχεία όσον αφορά ορισμένες ή όλες τις άδειες που απαιτούνται βάσει του εθνικού δικαίου.

2. Κάθε επιχείρηση αδειοδοτημένη να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών έχει το δικαίωμα να υποβάλει, με ηλεκτρονικά μέσα μέσω του ενιαίου σημείου πληροφόρησης, αιτήσεις για χορήγηση των απαιτούμενων αδειών για τεχνικά έργα ενόψει εγκατάστασης στοιχείων υψίρρυθμων δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Το ενιαίο σημείο πληροφόρησης διευκολύνει και συντονίζει τη διαδικασία χορήγησης άδειας. Ειδικότερα, μεριμνά ώστε οι αιτήσεις να διαβιβάζονται στις αρμόδιες αρχές για τη χορήγηση των αδειών που αναφέρονται στα υπό εξέταση τεχνικά έργα, παρακολουθεί δε την τήρηση των προθεσμιών που ισχύουν σύμφωνα με την παράγραφο 3.

3. Οι αρμόδιες αρχές χορηγούν ή απορρίπτουν τις άδειες εντός 6 μηνών από την παραλαβή του αιτήματος, με την επιφύλαξη άλλων ειδικών προθεσμιών ή υποχρεώσεων που ορίζονται για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας και εφαρμόζονται στη διαδικασία αδειοδότησης σύμφωνα με την εθνική ή την ενωσιακή νομοθεσία. Κάθε απόρριψη πρέπει να αιτιολογείται δεόντως με βάση αντικειμενικά, διαφανή, αμερόληπτα και αναλογικά κριτήρια.

4. Κάθε επιχείρηση αδειοδοτημένη να παρέχει δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η οποία έχει υποστεί ζημία εξαιτίας μη συμμόρφωσης με τις ισχύουσες προθεσμίες σύμφωνα με την παράγραφο 3, έχει το δικαίωμα να λάβει αποζημίωση από την αρμόδια αρχή για τη ζημία που υπέστη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 7 Εξοπλισμός εντός κτιρίου

1. Όλα τα νεόδμητα κτίρια στον τόπο του τελικού χρήστη, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων υπό κοινή ιδιοκτησία, για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις για έκδοση οικοδομικής άδειας μετά τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], είναι εξοπλισμένα με υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, έως τα σημεία τερματισμού του δικτύου. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και στην περίπτωση έργων μείζονος ανακαίνισης για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις για έκδοση οικοδομικής άδειας μετά τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

2. Όλες οι νεόδμητες πολυκατοικίες, για τις οποίες έχουν υποβληθεί αιτήσεις για έκδοση οικοδομικής άδειας μετά τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού], είναι εξοπλισμένες με σημείο συγκέντρωσης, εντός ή εκτός του κτιρίου, το οποίο εξασφαλίζει τη σύνδεση με εξοπλισμό εντός κτιρίου, προσαρμοσμένο για υψηλές ταχύτητες. Η ίδια υποχρέωση ισχύει και στην περίπτωση έργων μείζονος ανακαίνισης για τα οποία έχουν υποβληθεί αιτήσεις για έκδοση οικοδομικής άδειας μετά τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού].

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 κατηγορίες κτιρίων - ιδίως μονοκατοικίες ή έργα μείζονος ανακαίνισης -, όταν το κόστος εκπλήρωσης των υποχρεώσεων αυτών είναι δυσανάλογο. Τα μέτρα αυτά αιτιολογούνται δεόντως.  Στους ενδιαφερόμενους παρέχεται η δυνατότητα να υποβάλουν εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος παρατηρήσεις σχετικά με σχέδια μέτρων.  Τα εν λόγω μέτρα κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

Άρθρο 8

Πρόσβαση σε εξοπλισμό εντός κτιρίου

1. Κάθε πάροχος δημόσιων δικτύων επικοινωνιών έχει το δικαίωμα τερματισμού του δικτύου του στο σημείο συγκέντρωσης, με την προϋπόθεση ότι ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις για την ιδιωτική ιδιοκτησία και με δικά του έξοδα, ενόψει πρόσβασης στην προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες υλική υποδομή εντός κτιρίου.

2. Κάθε πάροχος δημόσιων δικτύων επικοινωνιών έχει δικαίωμα πρόσβασης, με εύλογους όρους, σε οποιαδήποτε υφιστάμενη υλική υποδομή εντός κτιρίου, προσαρμοσμένη για υψηλές ταχύτητες, εάν είναι τεχνικά ανέφικτη ή οικονομικά μη αποδοτική η κατασκευή δεύτερης υποδομής.  Ο κάτοχος δικαιώματος χρήσης της υφιστάμενης υλικής υποδομής εντός κτιρίου παρέχει πρόσβαση υπό ισότιμους όρους και προϋποθέσεις.

3. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία για την πρόσβαση σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 εντός δύο μηνών από την επίσημη αίτηση πρόσβασης, κάθε μέρος έχει το δικαίωμα να παραπέμψει το ζήτημα στο αρμόδιο εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών, προκειμένου να εκτιμηθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στις ανωτέρω παραγράφους. Το εν λόγω αρμόδιο όργανο επίλυσης διαφορών, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, εκδίδει δεσμευτική απόφαση για την επίλυση της διαφοράς στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο μηνών, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής των μερών.

4. Σε περίπτωση απουσίας διαθέσιμης υποδομής εντός κτιρίου, προσαρμοσμένης για υψηλές ταχύτητες, κάθε πάροχος δημοσίων δικτύων επικοινωνιών έχει το δικαίωμα να τερματίσει τον εξοπλισμό του δικτύου του στο χώρο ενός συνδρομητή μιας υπηρεσίας υψίρρυθμων ηλεκτρονικών επικοινωνιών, με την επιφύλαξη της συμφωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι ελαχιστοποιούνται οι επιπτώσεις στην ιδιωτική ιδιοκτησία και με δικά του έξοδα.

Άρθρο 9 Αρμόδιοι φορείς

1. Η εθνική ρυθμιστική αρχή η οποία επιτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ, ασκεί την αποστολή εθνικού οργάνου επίλυσης διαφορών που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 4, στο άρθρο 4 παράγραφος 9, στο άρθρο 5 παράγραφος 4 και στο άρθρο 8 παράγραφο 3, εκτός εάν το κράτος μέλος διορίσει άλλους αρμόδιους φορείς.

2. Κάθε άλλο εθνικό όργανο επίλυσης διαφορών που διορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι νομικά διακριτό και λειτουργικά ανεξάρτητο από όλους τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων. Έχει την εξουσία να επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις αποφάσεις που ελήφθησαν κατά την επίλυση της διαφοράς.

3. Η εθνική ρυθμιστική αρχή που επιτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο άρθρο 20 της οδηγίας 2002/21/ΕΚ ασκεί την αποστολή ενιαίου σημείου πληροφόρησης που αναφέρεται στα άρθρα 4 και 6, εκτός εάν το κράτος μέλος διορίσει άλλους αρμόδιους φορείς.

4. Κάθε άλλο ενιαίο σημείο πληροφόρησης που διορίζεται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παράγραφο 3 έχει την εξουσία να επιβάλλει στους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων κατάλληλες, αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβίασης των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 4 παράγραφοι 3 και 8.

5. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την ταυτότητα κάθε αρμόδιου φορέα που διορίζεται σύμφωνα με το παρόν άρθρο για την εκτέλεση εργασιών στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού] και τυχόν τροποποίησή του, πριν από την έναρξη ισχύος του εν λόγω διορισμού ή τροποποίησης.

6. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από οποιοδήποτε από τα αρμόδια όργανα που αναφέρονται στο παρόν άρθρο υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 10 Επανεξέταση

Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, έως τις [Υπηρεσία Εκδόσεων: να προστεθεί η ακριβής ημερομηνία ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού + 3 έτη] σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Η έκθεση περιλαμβάνει περίληψη του αντίκτυπου των μέτρων που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό και αξιολόγηση της προόδου προς την επίτευξη των στόχων του.

Άρθρο 11 Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

[1]               Analysys Mason, 2008, Analysys Mason 2012, Wik, 2008

[2]               Analysys Mason, 2012, η εκτίμηση βασίζεται στις ακόλουθες παραδοχές: 25% της εγκατάστασης εκτελείται σε υφιστάμενους αγωγούς, με αποτέλεσμα εξοικονόμηση 75% σε κεφαλαιουχική δαπάνη για το τμήμα αυτό· το 10% της εγκατάστασης συνδέει το δίκτυο με νέα έργα στεγαστικής ανάπτυξης· χρησιμοποιείται συνεγκατάσταση με άλλους φορείς/επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, με αποτέλεσμα εξοικονόμηση 15 – 60%, ενώ 5% της εγκατάστασης συνδέει το δίκτυο με ήδη καλωδιωμένες πολυκατοικίες, εξοικονομώντας 20 - 60%. Επιπλέον, θα υπάρξουν επίσης κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη.

[3]                      Η εκτίμηση βασίζεται σε επενδυτικό σενάριο που αποτελεί μέρος εκτεταμένης μελέτης των Analysys Mason και Tech4i2 («The socio-economic impact of bandwidth, 2013). Στη μελέτη προβλέπεται ότι οι ευρυζωνικοί στόχοι του Ψηφιακού θεματολογίου θα επιτευχθούν μόνο εφόσον πραγματοποιηθεί το σενάριο εκτεταμένης παρέμβασης, δηλαδή 211 δις ευρώ επενδύσεις για NGA . Προς υπολογισμό της πιθανής εξοικονόμησης εφαρμόστηκαν στο ποσό αυτό τα αναφερόμενα ποσοστά.

[4]               Mario Monti, «Μια νέα στρατηγική για την ενιαία αγορά», Έκθεση προς τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 9ης Μαΐου 2010.

[5]               Βήματα προς την κατεύθυνση μιας γνήσια εσωτερικής αγορά ηλ-επικοινωνιών προς το 2020, Ecorys, TU Delft και TNO, δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο 2012

[6]               COM(2012) 573.

[7]               Booz and Company, Maximising the impact of Digitalisation (μεγιστοποίηση του αντίκτυπου της ψηφιοποίησης), 2012

[8]               Εκτίμηση της Επιτροπής με βάση εθνικές μελέτες (Liebenau, J., Atkinson, R., Karrberg, P., Castro, D. and Ezell, S., 2009, The UK Digital Road to Recovery; Katz R.L. et al , 2009, The Impact of Broadband on Jobs and the German Economy).

[9]               Στην υπόθεση De Coster (C-17/00, [2001] Συλλ. σ. I-9445, αριθ. 37) το Δικαστήριο υπενθύμισε, ότι κάθε εθνική παράγωγη νομοθεσία που αφορά την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών πρέπει να συμμορφώνεται με την αρχή της αναλογικότητας Στην ίδια περίπτωση των παραβολικών κεραιών, η Επιτροπή υπογράμμισε στην ανακοίνωσή της σχετικά με τη γενική εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών - άρθρα 28 και 49 - σχετικά με τη χρήση των παραβολικών κεραιών (COM (2001) 351 τελικό), ότι, μολονότι κάθε κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για τον καθορισμό των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται στην εσωτερική έννομη τάξη του ως προς την εγκατάσταση και τη χρήση παραβολικών κεραιών, ορισμένες εθνικές ρυθμίσεις μπορεί παρόλα αυτά να επηρεάσουν τη δυνατότητα λήψης. Επηρεάζουν έτσι, έμμεσα, τη διανομή του ευρέος φάσματος υπηρεσιών που μεταδίδονται μέσω δορυφόρου - διασυνοριακών εκ της φύσεώς τους - όπως τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, μαζί με διαλογικές υπηρεσίες («υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας»).  Αυτά τα εθνικά μέτρα πρέπει επομένως να συμβαδίζουν με τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων και η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της ενιαίας αγοράς.

[10]             Κανονισμός (EΚ) αριθ. 2887/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την αδεσμοποίητη πρόσβαση στον τοπικό βρόχο, ΕΕ της 30.12.2000, L336/4.

[11]             Ψηφιακό θεματολόγιο για την Ευρώπη, ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, COM (2010) 245 της 19.5.2010, ιδίως τμήμα 2.4.1.

[12]             Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 1ης και 2ας Μαρτίου 2012, EUCO 4/2/12, http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/12/st00/st00004-re02.en12.pdf, σημείο 15.

[13]             Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, COM (2012) 573 της 3.10.2012, Key Action 9.

[14]             Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 13/14 Δεκεμβρίου 2013, EUCO 205/12, http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cms_Data/docs/pressdata/en/ec/134353.pdf, σημείο 17.

[15]             Έκθεση σχετικά με το αποτέλεσμα της δημόσιας διαβούλευσης περιλαμβάνεται στην έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων που επισυνάπτεται στην παρούσα πρόταση (παράρτημα Ι της έκθεσης).

[16]             Βλ. http://daa.ec.europa.eu/content/special/crowdsourcing.

[17]             Έκθεση που βασίζεται στη μελέτη της Deloitte, με διασταύρωση με άλλες πηγές, είναι διαθέσιμη στο πλαίσιο της έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων που επισυνάπτεται στην παρούσα πρόταση (παράρτημα II της έκθεσης).

[18]             Η παρούσα έκθεση είναι διαθέσιμη στο πλαίσιο της έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων που επισυνάπτεται στην παρούσα πρόταση (παράρτημα ΙΙΙ της έκθεσης).

[19]             Πλήρης κατάλογος αυτών των πηγών περιλαμβάνεται στη βιβλιογραφία της έκθεσης εκτίμησης επιπτώσεων.

[20]             Η εκτίμηση επιπτώσεων επισυνάπτεται στην παρούσα πρόταση.

[21]             Βλ. υπόθεση C-66/04, σκέψη 45, και υπόθεση C-217/04, σκέψη 43.

[22]             Βλ. Analysys Mason, Final report for the DG Information Society and Media, European Commission Support for the preparation of an impact assessment to accompany an EU initiative on reducing the costs of high-speed broadband infrastructure deployment (Τελική έκθεση για την ΓΔ Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας, Η υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάρτιση της εκτίμησης επιπτώσεων που θα συνοδεύει ενωσιακή πρωτοβουλία για τη μείωση του κόστους της εγκατάστασης υψίρρυθμης ευρυζωνικής υποδομής), (SMART 2012/0013)

[23]             Βλ. υπόθεση C-217/04, παράγραφος 47.

[24]             Βλ. για παράδειγμα την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2009/140/ΕΚ για τη βελτίωση της νομοθεσίας, την αιτιολογική σκέψη 22 της οδηγίας πλαίσιο, τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 4 του κανονισμού 2887/2000/ΕΚ.

[25]             Βλ. υπόθεση 272/83 παράγραφοι 25 και 27.

[26]             Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Ιουνίου 2012 , «Πράξη για την Ενιαία Αγορά: Τα επόμενα βήματα προς την ανάπτυξη» (2012/2663(RSP)), σημείο 10.

[27]             ΕΕ C , , σ.

[28]             ΕΕ C , , σ.

[29]             COM(2010) 245. Βλ. επίσης την ανασκόπηση του Ψηφιακού θεματολογίου, COM (2012) 784 τελικό.

[30]             Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 13/14 Δεκεμβρίου 2012, EUCO 205/12, σημείο 17

[31]             COM(2012) 573 τελικό.

[32]             ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 33.

[33]             ΕΕ L 108, της 24.4.2002, σ. 21.

[34]             ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 7.

[35]             ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ. 51.

[36]             ΕΕ L 108 της 17.9.2002, σ. 21.

[37]             ΕΕ L 108 της 25.04.2007, σ. 1.

[38]             ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 90.

Top