Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52012DC0094

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Καταλογισμός των χρήσεων γης, των αλλαγών χρήσεων γης και της δασοκομίας (LULUCF) στο πλαίσιο των σχετικών με την κλιματική αλλαγή δεσμεύσεων της Ένωσης

/* COM/2012/094 final */

52012DC0094

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Καταλογισμός των χρήσεων γης, των αλλαγών χρήσεων γης και της δασοκομίας (LULUCF) στο πλαίσιο των σχετικών με την κλιματική αλλαγή δεσμεύσεων της Ένωσης /* COM/2012/094 final */


1. Η ανάγκη άμεσης δράσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής

Στα τέλη του 2010 αναγνωρίστηκε, μέσω της σύμβασης-πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές (UNFCCC), ότι η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη δεν πρέπει να υπερβεί τους 2 °C σε σχέση με τις θερμοκρασίες που επικρατούσαν πριν από τη βιομηχανική επανάσταση[1]. Η συγκράτηση αυτή είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες της ανθρώπινης παρεμβολής στο κλιματικό σύστημα. Η υλοποίηση του μακροπρόθεσμου αυτού στόχου προϋποθέτει μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, μέχρι το 2050, τουλάχιστον κατά 50% έναντι των επιπέδων τους του 1990[2].

Οι ανεπτυγμένες χώρες θα πρέπει να μειώσουν συλλογικά τις εκπομπές τους μέχρι το 2050 κατά 80 έως 95% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990[3]. Μεσοπρόθεσμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έχει δεσμευθεί να μειώσει τις οικείες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου μέχρι το 2020 κατά 20% έναντι των επιπέδων του 1990 και, υπό κατάλληλες προϋποθέσεις, κατά 30%. Η δέσμευση αυτή αποτελεί μέρος ενός από τους πέντε πρωταρχικούς στόχους της ΕΕ που καθορίζονται στη στρατηγική «Ευρώπη 2020»[4]. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο συμφώνησαν ότι θα πρέπει όλοι οι τομείς της οικονομίας να συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών[5].

Οι χρήσεις γης, η αλλαγή χρήσεων γης και η δασοκομία (LULUCF) έχουν σημαντικές θετικές επιπτώσεις στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου της ΕΕ. Ο τομέας απορροφά ποσοστό 9% των αερίων θερμοκηπίου που εκλύουν άλλοι τομείς της οικονομίας[6]. Παρόλο που οι εκπομπές και απορροφήσεις από τον τομέα LULUCF δηλώνονται βάσει της UNFCCC και εν μέρει καταλογίζονται βάσει του Πρωτοκόλλου του Κιότο, ο τομέας αυτός εξαιρέθηκε από τις δεσμεύσεις της ΕΕ στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων για το κλίμα και τη ενέργεια[7], επειδή αναγνωρίστηκε ότι οι διεθνείς λογιστικοί κανόνες για τις εκπομπές και απορροφήσεις από τον εν λόγω τομέα παρουσιάζουν σοβαρές ανεπάρκειες.

Επίσης, όταν καθορίστηκε ο ενωσιακός στόχος μείωσης των εκπομπών, αναμενόταν ότι η σύνοδος κορυφής της Κοπεγχάγης για το κλίμα, το 2009, θα κατέληγε σε διεθνή συμφωνία για την κλιματική αλλαγή, η οποία θα περιλάμβανε αναθεωρημένους λογιστικούς κανόνες για τον τομέα LULUCF που θα μπορούσαν κατόπιν να εγκριθούν από την ΕΕ. Η προσδοκία αυτή δεν εκπληρώθηκε και, παρά την πρόοδο που σημειώθηκε με τη συμφωνία της Κοπεγχάγης και τις συμφωνίες του Κανκούν, διεθνής συμφωνία σχετικά με αναθεωρημένους λογιστικούς κανόνες για τις LULUCF με ισχύ από τη δεύτερη περίοδο δέσμευσης βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο και έπειτα επιτεύχθηκε μόλις στη 17η διάσκεψη των μερών UNFCCC, στο Durban, τον Δεκέμβριο του 2011.

Στην παρούσα ανακοίνωση περιγράφεται σε γενικές γραμμές ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να ενταχθεί βαθμιαία ο τομέας LULUCF στην κλιματική πολιτική της ΕΕ με την εφαρμογή σταδιακής προσέγγισης. Προτείνεται, ως πρώτο βήμα, η θέσπιση ισχυρών κοινών κανόνων λογιστικής απεικόνισης, παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των εκπομπών του τομέα, η Επιτροπή προτείνει ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, αντί της υπαγωγής του στο ενωσιακό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής[8] ή στους κανόνες που επιβλήθηκαν με την απόφαση περί επιμερισμού των προσπαθειών[9].

Ο καθορισμός σταθερών λογιστικών κανόνων για τις εκπομπές και απορροφήσεις από τον τομέα LULUCF στην ΕΕ, στους οποίους θα λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά του, θα αποφέρει πολλαπλά οφέλη. Το σημαντικότερο είναι ότι θα συμπληρώσει τη λογιστική απεικόνιση των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από όλες τις οικονομικές δραστηριότητες που ασκούνται στην Ένωση[10], με την καταγραφή σημαντικών ροών που επί του παρόντος παραβλέπονται. Στο πλαίσιο αυτό θα καταστήσει πιο ευδιάκριτες τις προσπάθειες μετριασμού της κλιματικής αλλαγής που καταβάλλονται στη γεωργία, στη δασοκομία και στους συναφείς βιομηχανικούς κλάδους (π.χ. παραγωγή χαρτοπολτού και χαρτιού, μεταποίηση ξύλου) και θα αποτελέσει τη βάση για τον σχεδιασμό κατάλληλης πολιτικής κινήτρων, λόγου χάριν στην Κοινή Γεωργική Πολιτική (ΚΓΠ) και λαμβανομένου υπόψη του Χάρτη πορείας για μια αποδοτική, από πλευράς πόρων, Ευρώπη[11]). Η θέσπιση κοινών ενωσιακών λογιστικών κανόνων θα δημιουργήσει επίσης ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών. Το σημαντικότερο είναι ότι, χάρη σε αυτή, θα καταγράφονται οι μεταβολές των αποθεμάτων άνθρακα που οφείλονται στη χρήση βιομάζας εγχώριας παραγωγής, συμπληρώνοντας έτσι τη λογιστική απεικόνιση της βιοενέργειας σε επίπεδο οικονομίας, την οποία η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) έχει θέσει ως προϋπόθεση[12] για την παραδοχή ότι η βιοενέργεια είναι ουδέτερη από πλευράς ανθρακούχων εκπομπών στον ενεργειακό τομέα. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθεί η περιβαλλοντική ακεραιότητα της κλιματικής πολιτικής της ΕΕ. Τέλος, η θέσπιση των εν λόγω κανόνων αποτελεί σημαντικό και αναγκαίο βήμα προς την οικονομική επιδίωξη πιο φιλόδοξων στόχων στον κλιματικό τομέα.

Το δεύτερο στάδιο θα συνίσταται στην επίσημη ένταξη των LULUCF στον ενωσιακό στόχο μείωσης των αερίων θερμοκηπίου. Προτείνεται η μετάβαση στο στάδιο αυτό όταν τα κράτη μέλη θα έχουν εφαρμόσει το λογιστικό πλαίσιο και αυτό θα έχει αποδειχθεί άρτιο.

Επειδή οι θετικές επιπτώσεις του τομέα LULUCF στις εκπομπές μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, η συνεκτική δράση αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή προτείνει ως μέρος του πρώτου αυτού σταδίου την κατάρτιση σχεδίων δράσης από τα κράτη μέλη για τις LULUCF, στα οποία θα καθορίζεται μακροπρόθεσμη στρατηγική για τον συγκεκριμένο τομέα που θα περικλείει διάφορες πολιτικές.

2. Ο ρόλος των χρήσεων γης και της δασοκομίας στην κλιματική αλλαγή

Στον τομέα LULUCF απορροφάται άνθρακας από την ατμόσφαιρα και αποθηκεύεται στα αναπτυσσόμενα δέντρα και σε άλλα φυτά, στα εδάφη και στα προϊόντα ξύλου. Εκλύεται άνθρακας λόγω της αποδάσωσης και της υποβάθμισης των δασών (που οφείλονται, π.χ., στην ανάπτυξη υποδομών, την επέκταση της γεωργίας, τη μετατροπή σε βοσκοτόπους και τις πυρκαγιές) ή λόγω γεωργικών πρακτικών (π.χ. άροση).

Τα διάφορα στοιχεία των LULUCF έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά από πλευράς αποθεμάτων και δυνητικών εκπομπών και απορροφήσεων άνθρακα. Η περιεκτικότητα του εδάφους (0-30 cm) των δασών σε άνθρακα είναι σχετικά υψηλή σε σύγκριση με τα γεωργικά εδάφη. Στην ΕΕ υπολογίζεται σε 90 t C/ha, ενώ η περιεκτικότητα του εδάφους των καλλιεργήσιμων και χορτολιβαδικών εκτάσεων σε άνθρακα ανέρχεται σε 65 και 90 t C/ha, αντίστοιχα (σχήμα 1). Παρατηρούνται, όμως, σημαντικές αποκλίσεις, τόσο στο εσωτερικό των κρατών μελών, όσο και μεταξύ αυτών. Η περιεκτικότητα των ευρωπαϊκών οργανικών εδαφών / εδαφών τυρφώνων σε άνθρακα μπορεί να φθάνει έως και τους 1000 t C/ha. Οι διάφορες χρήσεις γης και διαχειριστικές πρακτικές στη γεωργία και τη δασοκομία, καθώς και οι χρήσεις των προϊόντων υλοτομίας μπορούν να επηρεάσουν τα αποθέματα άνθρακα και τις εκπομπές και απορροφήσεις του προς και από την ατμόσφαιρα.

Σχήμα 1. Μέσα αποθέματα άνθρακα (t C/ha) σε διάφορες χρήσεις γης στην ΕΕ

Σημ.: Οι εκτιμήσεις για τους τυρφώνες φθάνουν έως και τους 1000 t C/ha, με αποκλίσεις που εξαρτώνται από το είδος της τύρφης.

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τα οποία αντλήθηκαν από διάφορες πηγές[13].

Τα παγκόσμια αποθέματα βιομάζας και εδαφικού άνθρακα είναι τεράστια (σε σύγκριση με τις ετήσιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου). Εντούτοις, σε πλανητική κλίμακα, οι LULUCF ευθύνονται για το 15 % περίπου των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου[14], λόγω σημαντικής αποδάσωσης. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει τις εκπομπές του συνόλου του παγκόσμιου τομέα των μεταφορών και υπολείπεται μόνο των εκπομπών του ενεργειακού τομέα.

Συνεπώς είναι κρίσιμης σημασίας η διαφύλαξη και ο εμπλουτισμός του ανθρακικού αποθέματος και η αποτροπή των εκπομπών από αυτό που σχετίζονται με τις LULUCF. Στόχος της ΕΕ είναι η ανάσχεση της πλανητικής αποδάσωσης μέχρι το 2030[15]. Η μείωση των εκπομπών από την αποδάσωση και την υποβάθμιση των δασών (Reducing Emissions from Deforestation and Forest Degradation/REDD) στις αναπτυσσόμενες χώρες είναι μηχανισμός που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αντιστροφή της τάσης αυτής.

Στις βιομηχανικές χώρες, ο τομέας LULUCF αποτελεί ως επί το πλείστον καθαρή καταβόθρα (δηλ. οι απορροφήσεις υπερβαίνουν τις εκπομπές). Ωστόσο, η χωρητικότητα αυτής της καταβόθρας μειώνεται για λόγους όπως η αυξημένη ζήτηση βιομάζας, η γήρανση των δασών ορισμένων χωρών και η τάση προς εντατικοποίηση της υλοχρηστικής. Οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στην ΕΕ προέρχονται κυρίως από την παραγωγή ενέργειας, τις μεταφορές και τα κτήρια (βλ. σχήμα 2).

Σχήμα 2. Εκπομπές και απορροφήσεις ανά τομέα στην ΕΕ-27, ως ποσοστό επί του συνόλου, εξαιρουμένου του τομέα LULUCF (2009)

Σημ.: (1) Οι αρνητικοί αριθμοί δηλώνουν καθαρές απορροφήσεις και οι θετικοί καθαρές εκπομπές. (2) Στις εκπομπές από τη «Γεωργία» συμπεριλαμβάνονται το μεθάνιο (π.χ. από την κτηνοτροφία) και το υποξείδιο του αζώτου (π.χ. από τη χρήση λιπασμάτων). Οι εκπομπές και οι απορροφήσεις CO2 που συνδέονται με τη χρήση γεωργικών γαιών υπάγονται στον τομέα LULUCF.

Πηγή: EEA (2011)

Σύμφωνα με το σενάριο διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης, προβλέπεται ότι η καταβόθρα του τομέα LULUCF θα ελαττωθεί στην ΕΕ μέχρι το 2020[16]. Για το σύνολο του τομέα LULUCF αναμένεται πτώση κατά περίπου 10% το 2020 σε σύγκριση με την περίοδο 2005-2009, ποσοστό που ισοδυναμεί με εκπομπές 33 Mt CO2 ετησίως. Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στις συνολικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου της Λετονίας και της Λιθουανίας μαζί ή στο διπλάσιο των αντίστοιχων εκπομπών της Εσθονίας του έτους 2009.

Αν η ανωτέρω πρόβλεψη εξεταστεί πιο προσεκτικά, διαπιστώνονται μεγάλες διαφορές μεταξύ των επιμέρους δραστηριοτήτων του τομέα. Η μείωση προβλέπεται να είναι ιδιαίτερα έντονη στη δασική διαχείριση, όπου αναμένεται πτώση των καθαρών απορροφήσεων κατά 60 Mt CO2 περίπου, δηλ. χονδρικά, το ισόποσο των συνολικών εκπομπών της Βουλγαρίας, της Δανίας, της Ιρλανδίας ή της Σουηδίας του έτους 2009. Αυτό αντισταθμίζεται εν μέρει με τη φύτευση δασών (δάσωση). Οι εκπομπές και απορροφήσεις από γεωργικές δραστηριότητες, όπως η διαχείριση καλλιεργήσιμων εκτάσεων και βοσκοτόπων, αναμένεται να παραμείνουν πρακτικά σταθερές ή να παρουσιάσουν βελτίωση. Πλην όμως, η πίεση που ασκείται στις χρήσεις γης, όπως η μετατροπή μόνιμων βοσκοτόπων σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις εξαιτίας της αυξημένης ζήτησης βιομάζας (π.χ. για την παραγωγή βιοαερίου από αραβόσιτο), και η συνέχιση της καλλιέργειας οργανικών εδαφών ενδέχεται να μειώσουν την περιεκτικότητα των εδαφών σε άνθρακα και να συντελέσουν σε εκπομπές.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις, που παρατίθενται στον Χάρτη πορείας για τη μετάβαση σε μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών επιπέδων ανθρακούχων εκπομπών το 2050[17], η αρνητική αυτή τάση αναμένεται να συνεχιστεί μακροπρόθεσμα. Τα πραγματικά όμως αποτελέσματα για τον τομέα θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τα κίνητρα που παρέχονται στο πλαίσιο διαφόρων πολιτικών.

Σχήμα 3. Προβλεπόμενες εκπομπές και απορροφήσεις στο σύνολο του τομέα LULUCF και σε υφιστάμενα πριν από το 1990 δάση (2000-2020)

Εξήγηση συμβόλων: ●–●–● LULUCF (άθροισμα όλων των δραστηριοτήτων), ▲–▲–▲ αποδάσωση, +–+–+ διαχείριση καλλιεργήσιμων εκτάσεων, ––– διαχείριση βοσκοτόπων, ♦–♦–♦ δάσωση και ■–■–■ δασική διαχείριση Τα σημεία που δεν συνδέονται μεταξύ τους παριστούν υποβληθέντα/ιστορικά δεδομένα.

Σημ.: Οι αρνητικοί αριθμοί δηλώνουν απορροφήσεις που υπερβαίνουν τις εκπομπές για τη συγκεκριμένη δραστηριότητα.

Πηγή: Böttcher et al. (2011) και ΚΚΕρ (2011b)

3. Η γεωργία, η δασοκομία και η αποδοτική χρήση των έγγειων πόρων έχουν καίρια σημασία για την αντιμετώπιση της κλιματικής πρόκλησης

Η γεωργία, η δασοκομία και οι συναφείς βιομηχανικοί κλάδοι μπορούν να συμβάλουν με διάφορους τρόπους στη μείωση των εκπομπών του τομέα LULUCF.

Τα γεωργικά μέτρα θα πρέπει να επικεντρώνονται στον περιορισμό της μετατροπής χορτολιβαδικών εκτάσεων σε καλλιεργήσιμες και των απωλειών άνθρακα από τα καλλιεργούμενα οργανικά εδάφη. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν τη βελτίωση γεωπονικών πρακτικών, όπως η καλλιέργεια διαφορετικών φυτικών ειδών (π.χ. αύξηση των καλλιεργειών ψυχανθών), η επέκταση της αμειψισποράς και η αποφυγή ή ο περιορισμός της πλήρους αγρανάπαυσης (π.χ. με φυτοκάλυψη ή οικολογική παύση καλλιέργειας). Στη μείωση των εκπομπών θα συμβάλουν επίσης οι γεωργοδασοπονικές πρακτικές χάρη στις οποίες αυξάνονται τα αποθέματα άνθρακα του εδάφους, με την εκτροφή ζώων ή την καλλιέργεια τροφίμων σε γαίες όπου καλλιεργούνται επίσης δέντρα για την παραγωγή ξυλείας, ενέργειας ή άλλων προϊόντων ξύλου. Με την επαναφορά ή την παραμονή επαρκών ποσοτήτων οργανικής ύλης (π.χ. κοπριά, άχυρο, υπολείμματα καλλιεργειών) στο έδαφος είναι δυνατόν να βελτιωθεί η παραγωγικότητα των καλλιεργήσιμων και των χορτολιβαδικών εκτάσεων, ενώ η επανύγρανση, η παύση καλλιέργειας και η αποφυγή της αποστράγγισης οργανικών εδαφών, συμπεριλαμβανομένων των τυρφώνων, καθώς και η αποκατάσταση υποβαθμισμένων εδαφών μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οφέλη από πλευράς μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και βιοποικιλότητας. Η συμπερίληψη της διαχείρισης καλλιεργήσιμων και χορτολιβαδικών εκτάσεων στη λογιστική απεικόνιση είναι ένα αναγκαίο βήμα προς την πλήρη αναγνώριση της συμβολής αυτών των δραστηριοτήτων στην αντιμετώπιση της κλιματικής πρόκλησης.

Η δασοκομία έχει επίσης μεγάλες δυνατότητες επαύξησης του μετριασμού. Σε αυτές περιλαμβάνονται πρακτικές όπως η μετατροπή μη δασικών εκτάσεων σε δάση (δηλ. η δάσωση)[18], η αποφυγή της μετατροπής δασών σε άλλου είδους γαίες (δηλ. της αποδάσωσης), η αποθήκευση άνθρακα σε υφιστάμενα δάση μέσω μεγαλύτερων περίτροπων χρόνων, η αποφυγή της αποψιλωτικής υλοτομίας (π.χ. αποφάσεις δασικής διαχείρισης για αραίωση ή επιλεκτική υλοτομία) και η μετατροπή σε αδιατάρακτα δάση, καθώς και η ευρύτερη εφαρμογή προληπτικών μέτρων για τον περιορισμό των επιπτώσεων διαταραχών όπως οι πυρκαγιές, οι επιβλαβείς οργανισμοί και οι θύελλες. Εξίσου σημαντική είναι η αύξηση της παραγωγής των δασών, λόγου χάριν με την επιλογή περίτροπων χρόνων πλησιέστερων στο μέγιστο σημείο παραγωγικότητας και με την αύξηση, αφενός της παραγωγής από δάση μικρής παραγωγής και, αφετέρου, της συγκομιδής υπολειμμάτων ξυλείας και κλαδόξυλων (με την προϋπόθεση ότι η βιοποικιλότητα, η γονιμότητα του εδάφους και η οργανική ύλη μπορούν να διατηρηθούν). Η αλλαγή της σύνθεσης των δασικών ειδών και του ρυθμού αύξησης μπορεί επίσης να έχει σημαντικό αντίκτυπο.

Εκτός από τις ευκαιρίες που συνδέονται άμεσα με τη δασοκομία και τη γεωργία, η διαχείριση των γεωργικών γαιών και των δασών με σκοπό την παραγωγή ξυλείας και ενέργειας μπορεί να αποφέρει οφέλη από πλευράς μετριασμού της κλιματικής αλλαγής στους συναφείς βιομηχανικούς κλάδους (π.χ. παραγωγή χαρτοπολτού και χαρτιού, μεταποίηση ξύλου) και στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ναι μεν ο άνθρακας αποθηκεύεται στα δέντρα, καθώς και σε άλλα φυτά και στα εδάφη, πλην όμως είναι δυνατόν να αποθηκευτεί για δεκαετίες και σε προϊόντα (π.χ. ξύλο κατασκευών). Οι προσανατολισμένες στη βιομηχανία και στους καταναλωτές πολιτικές μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αύξηση της μακροχρόνιας χρήσης και της ανακύκλωσης του ξύλου ή/και στην παραγωγή χαρτοπολτού, χαρτιού και προϊόντων ξύλου για να αντικαταστήσουν ανάλογα προϊόντα μεγαλύτερης έντασης εκπομπών (π.χ. σκυρόδεμα, χάλυβας, πλαστικές ύλες από ορυκτά καύσιμα). Η βιομηχανία βιοπροϊόντων μπορεί να αξιοποιήσει καλλιέργειες για υποκατάσταση υλικών (π.χ. κάνναβη και χόρτα για μόνωση αντί του υαλοβάμβακα, άχυρο για την επιπλοποιία, λινάρι ή σιζάλ για επενδύσεις θυρών αυτοκινήτων, βιοπλαστικά) ή για ενεργειακούς σκοπούς (π.χ. χρήση βιομάζας αντί ορυκτών καυσίμων). Από μελέτες έχει προκύψει ότι για κάθε τόνο άνθρακα που περιέχεται σε προϊόντα ξύλου τα οποία υποκαθιστούν προϊόντα από άλλα υλικά εκτός ξύλου, αναμένεται μέση μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου κατά δύο τόνους άνθρακα περίπου[19].

Η επέκταση της υποχρεωτικής λογιστικής απεικόνισης ώστε να περιλαμβάνει τη διαχείριση δασών, καθώς και τη διαχείριση καλλιεργήσιμων και χορτολιβαδικών εκτάσεων θα καταστήσει πιο ευδιάκριτα τα μέτρα που λαμβάνουν οι γεωργοί, οι δασοκαλλιεργητές και οι βασιζόμενες στα δάση βιομηχανίες και θα αποτελέσει τη βάση για τον σχεδιασμό πολιτικής κινήτρων για την ενίσχυση της δράσης τους που αποσκοπεί στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Εάν οι προσπάθειες αυτές καταλογίζονται, αποτυπώνεται ακριβέστερα ο συνολικός τους αντίκτυπος στις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και γίνεται οικονομικότερη η επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών.

Λαμβανομένου υπόψη ότι οι χρήσεις γεωργικών γαιών, η δασοκομία και οι συναφείς βιομηχανικοί κλάδοι παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ως προς το δυναμικό μετριασμού της κλιματικής αλλαγής στην ΕΕ-27, δεν υπάρχει ενιαία πολιτική κατάλληλη για όλα. Χρειάζεται προσαρμοσμένη προσέγγιση για να καλυφθεί το φάσμα των διαφορετικών μορφών χρήσεων γης και των δασοκομικών πρακτικών. Οι καθαρές απορροφήσεις από τον τομέα LULUCF στη Σουηδία και τη Φινλανδία, για παράδειγμα, υπερβαίνουν το ήμισυ των συνολικών εκπομπών των άλλων τομέων και στη Λετονία είναι σχεδόν διπλάσιες αυτών (σχήμα 4), ενώ σε άλλα κράτη μέλη, όπως στη Μάλτα, η σπουδαιότητα του τομέα είναι αμελητέα. Τα στοιχεία αυτά τονίζουν τη σημασία της συνεκτίμησης των εθνικών συνθηκών κατά τη χάραξη πολιτικής για τον συγκεκριμένο τομέα προκειμένου να τηρηθούν οι σχετικές με την κλιματική αλλαγή δεσμεύσεις.

Σχήμα 4. Σχετική σημασία του τομέα LULUCF στα κράτη μέλη: εκπομπές και απορροφήσεις του τομέα σε σχέση με τις συνολικές εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από άλλους τομείς (2009)

Σημ.: Οι αρνητικοί αριθμοί δηλώνουν απορροφήσεις που υπερβαίνουν τις εκπομπές στον τομέα LULUCF για το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Λόγω των διαχρονικών διακυμάνσεων των εκπομπών και απορροφήσεων, τα ποσοστά διαφέρουν μεταξύ των ετών.

Πηγή: Βάσει του EEA (2011)

Βασική προϋπόθεση για την προστασία και την αύξηση των αποθεμάτων άνθρακα και του βαθμού απορρόφησης είναι η εξασφάλιση ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων ειδών μέτρων (π.χ. διαχείριση βοσκοτόπων ή παραγωγή βιοενέργειας), κλάδων (π.χ. δασοκομία ή βιομηχανία δασικών προϊόντων) και κρατών μελών, με τη μέριμνα για επακριβή λογιστική απεικόνιση των εκπομπών και απορροφήσεων από τις διαφορετικές πρακτικές διαχείρισης γαιών και χρήσεις πόρων. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθεί και η περιβαλλοντική ακεραιότητα των σχετικών με την κλιματική αλλαγή δεσμεύσεων της ΕΕ.

4. Οι τρέχουσες πολιτικές δεν αρκούν 4.1. Καθορισμός ισχυρών και εναρμονισμένων λογιστικών κανόνων

Ο τομέας LULUCF, ενώ δεν προσμετράται ακόμη στους ενωσιακούς στόχους μείωσης των εκπομπών για το 2020, προσμετράται στη δέσμευση που έχει αναλάβει η Ένωση για την περίοδο 2008-2012 βάσει του πρωτοκόλλου του Κιότο της UNFCCC[20]. Ωστόσο, οι ισχύοντες λογιστικοί κανόνες, ένα μείγμα προαιρετικών και υποχρεωτικών πρακτικών, παρουσιάζουν σοβαρά μειονεκτήματα. Κατά τις διεθνείς διαπραγματεύσεις των τελευταίων ετών αναγνωρίστηκε ομόφωνα η ανάγκη βελτιώσεων.

Σύμφωνα με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες, η λογιστική απεικόνιση είναι προαιρετική για τις περισσότερες από τις δραστηριότητες LULUCF, συγκεκριμένα για τη δασική διαχείριση (που αντιπροσωπεύει περίπου το 70% του τομέα) και τη διαχείριση καλλιεργήσιμων εκτάσεων και βοσκοτόπων (17%)· υποχρεωτική είναι μόνο για ορισμένες δραστηριότητες αλλαγής χρήσεων γης (δάσωση, αναδάσωση και αποδάσωση). Αυτό συνεπάγεται επί του παρόντος εξαιρετικά μεταβλητή λογιστική απεικόνιση στα κράτη μέλη (σχήμα 5). Λιγότερα από τα δύο τρίτα των κρατών μελών συμπεριλαμβάνουν τη δασική διαχείριση, μόλις τρία τη διαχείριση καλλιεργήσιμων εκτάσεων ή/και βοσκοτόπων και μόλις ένα την αναβλάστηση.

Ένα άλλο μειονέκτημα είναι η απουσία κινήτρων για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής στη δασοκομία. Οι ισχύοντες κανόνες όσον αφορά τη δασική διαχείριση ουσιαστικά εγγυώνται στις χώρες μια ποσότητα πιστωτικών μορίων, ανεξαρτήτως των λαμβανόμενων μέτρων. Τα κίνητρα για τη βελτίωση των πρακτικών περιορίζονται από την ύπαρξη ανωτάτου ορίου εκπομπών και απορροφήσεων, πέραν του οποίου η δράση δεν προσμετράται. Αυτό προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων τομέων και χρήσεων γης και οι βελτιώσεις είναι απαραίτητες προκειμένου να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού στη γεωργία, τη δασοκομία, τους συναφείς βιομηχανικούς κλάδους και τον ενεργειακό τομέα των κρατών μελών, ο δίκαιος επιμερισμός των προσπαθειών και η συνεπής μεταχείριση της γεωργίας, της δασοκομίας και των συναφών βιομηχανικών κλάδων στην εσωτερική αγορά της Ένωσης.

Σχήμα 5. Ποσοστό κρατών μελών που έχουν επιλέξει τον προαιρετικό καταλογισμό των διαφόρων πρακτικών

4.2. Βελτίωση της παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων

Για την άρτια και εναρμονισμένη εκτίμηση των εκπομπών και απορροφήσεων από τη γεωργία και τη δασοκομία απαιτούνται επενδύσεις σε ικανότητα παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις στην UNFCCC, ενώ το πρωτόκολλο του Κιότο επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων. Τα τελευταία έτη η παρακολούθηση και η υποβολή εκθέσεων άρχισαν να βελτιώνονται, βελτίωση που κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχιστεί. Οι ορισμοί, οι λεπτομερείς διατάξεις και οι κανόνες όσον αφορά τον τομέα LULUCF, για τη δεύτερη περίοδο δέσμευσης βάσει του Πρωτοκόλλου του Κιότο, αναθεωρήθηκαν και βελτιώθηκαν κατά τη 17η διάσκεψη των μερών της UNFCCC, στο Durban, τον Δεκέμβριο του 2011[21]. Ειδικότερα, έγινε υποχρεωτικός ο καταλογισμός των δραστηριοτήτων δασικής διαχείρισης, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων υλοτομίας, και ορίστηκαν οι έννοιες «φυσικές διαταραχές» και «αποστράγγιση και επανύγρανση υγροτόπων».

Εν τούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά κενά και πρέπει να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για να βελτιωθεί ο βαθμός ακρίβειας και πληρότητας των υποβαλλόμενων δεδομένων, ιδίως εκείνων που αφορούν τα γεωργικά εδάφη. Η τρέχουσα στάθμη αβεβαιότητας είναι σχετικά υψηλή (περίπου 35%, το οποίο σημαίνει ότι ένας τόνος CO2 μπορεί να είναι στην πραγματικότητα 1,35 ή 0,65 τόνοι). Οι βελτιώσεις, όχι μόνο θα υποστηρίξουν τη λογιστική απεικόνιση, αλλά και θα προσφέρουν έναν ανθεκτικό, σαφή και ευδιάκριτο δείκτη της προόδου που συντελείται στη γεωργία και τη δασοκομία[22].

4.3. Προαγωγή συνεργειών με ευρύτερους στόχους άσκησης πολιτικής

Ενώ παρέχονται κίνητρα για την προώθηση της χρήσης βιοενέργειας[23], δεν έχει επί του παρόντος υιοθετηθεί συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής στον τομέα LULUCF μέσω μέτρων στη γεωργία, τη δασοκομία και τις συναφείς βιομηχανίες.

Πράγματι, ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής θα μπορούσε να αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στο πλαίσιο της ΚΓΠ. Ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής και η προσαρμογή σε αυτή χαρακτηρίστηκαν «νέες προκλήσεις» στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ – του λεγόμενου «διαγνωστικού ελέγχου»[24] του 2008. Κατά την προετοιμασία της ΚΓΠ για την περίοδο 2014-2020, η Επιτροπή σκιαγράφησε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να βελτιωθούν οι περιβαλλοντικές και κλιματικές επιδόσεις των γεωργικών πολιτικών, μέσω υποχρεωτικών «οικολογικών» συνιστωσών[25] που θα εξυπηρετούν στόχους σχετικούς με την κλιματική αλλαγή και το περιβάλλον[26]. Επιπλέον, στη μετά το 2013 ενωσιακή πολιτική αγροτικής ανάπτυξης ο μετριασμός της κλιματικής αλλαγής και η προσαρμογή σε αυτήν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την παροχή μεγαλύτερων κινήτρων για δέσμευση του άνθρακα στη γεωργία και τη δασοκομία. Ταυτόχρονα, χάρη σε ορισμένα από τα κίνητρα αυτά θα εμπλουτίζονταν και θα προστατεύονταν τα αποθέματα άνθρακα και θα αποκομίζονταν παράλληλα οφέλη για τη βιοποικιλότητα και την προσαρμογή, με την αύξηση της ικανότητας συγκράτησης νερού και τον περιορισμό της διάβρωσης. Η υποχρεωτική λογιστική απεικόνιση των σχετικών ροών άνθρακα θα καταστήσει πιο ευδιάκριτη τη θετική συμβολή των συγκεκριμένων μέτρων και θα εξασφαλίσει την πλήρη συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση της πρόκλησης της κλιματικής αλλαγής.

Ο καταλογισμός των δραστηριοτήτων LULUCF θα αποσαφηνίσει επίσης τα οφέλη που απορρέουν από την αειφόρο βιοενέργεια μέσω της ακριβέστερης αποτύπωσης των σχετικών εκπομπών, ιδίως εκείνων που οφείλονται στην καύση βιομάζας, η οποία δεν καταλογίζεται επί του παρόντος. Με τον τρόπο αυτό θα ενισχυθούν τα κίνητρα που παρέχονται από τα κριτήρια αειφορίας στο πλαίσιο των στόχων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

4.4. Προσαρμογή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τομέα

O τομέας LULUCF διαφέρει, ωστόσο, από τους άλλους. Οι εκπομπές και απορροφήσεις στον τομέα αυτό είναι αποτέλεσμα σχετικά αργών φυσικών διεργασιών. Μπορεί να χρειαστεί να παρέλθουν δεκαετίες μέχρις ότου μέτρα όπως η δάσωση αποδώσουν σημαντικά αποτελέσματα. Για τον λόγο αυτό, η δράση για την αύξηση των απορροφήσεων και τη μείωση των εκπομπών από τη δασοκομία και τη γεωργία θα πρέπει να εξετάζεται με μακροπρόθεσμη προοπτική.

Εξάλλου, οι εκπομπές και οι απορροφήσεις είναι αναστρέψιμες. Είναι δυνατόν να προκύψουν αναστροφές λόγω των επιπτώσεων ακραίων φαινομένων – όπως πυρκαγιές, θύελλες, ξηρασία, επιβλαβείς οργανισμοί – στα δάση και τη φυτοκάλυψη ή λόγω διαχειριστικών αποφάσεων (π.χ. υλοτομία ή δενδροφύτευση). Επιπλέον, οι ετήσιες διακυμάνσεις των εκπομπών και απορροφήσεων από τα δάση είναι μεγάλες και, σε ορισμένα κράτη μέλη, μπορούν να φθάσουν σε ποσοστό έως και 35% του συνόλου των ετήσιων εκπομπών εξαιτίας των φυσικών διαταραχών και της υλοτομίας. Αυτό δυσχεραίνει τη συμμόρφωση των κρατών μελών με ετήσιους στόχους.

5. Η μελλοντική πορεία: σταδιακή προσέγγιση

Για την προετοιμασία της αξιοποίησης του δυναμικού του τομέα LULUCF όσον αφορά τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, με την επίσημη ένταξή του στις σχετικές με το κλίμα δεσμεύσεις της ΕΕ, πρέπει να αντιμετωπιστούν κατάλληλα οι ανεπάρκειες του ισχύοντος λογιστικού πλαισίου, τα ειδικά χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου τομέα και οι συνθήκες που επικρατούν στα κράτη μέλη. Χρειάζεται επομένως σταδιακή προσέγγιση.

Κατ’ αρχάς πρέπει να διαμορφωθούν πλαίσια για άρτια λογιστική απεικόνιση και παρακολούθηση. Η Επιτροπή καταθέτει μαζί με την παρούσα ανακοίνωση νομοθετική πρόταση για ισχυρούς λογιστικούς κανόνες. Η πρόταση αυτή προβλέπει τη λογιστική απεικόνιση των εκπομπών και απορροφήσεων που οφείλονται τόσο στις δασοκομικές δραστηριότητες, όσο και στις γεωργικές, χωρίς εξαιρέσεις, και την ισοτιμία των μέτρων μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, ανεξαρτήτως του αν λαμβάνονται στη δασοκομία, τη γεωργία και τους συναφείς βιομηχανικούς κλάδους ή στον ενεργειακό τομέα.

Η παρακολούθηση του ισοζυγίου άνθρακα στον τομέα LULUCF και η υποβολή σχετικών εκθέσεων πρέπει να βελτιωθούν περαιτέρω, προκειμένου να υποστηρίξουν το λογιστικό πλαίσιο και τους ενωσιακούς δείκτες της συντελούμενης προόδου στη γεωργία και τη δασοκομία. Η Επιτροπή προτείνει να βελτιωθεί η παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων με την αναθεώρηση της απόφασης για μηχανισμό παρακολούθησης[27] και με την εξέλιξη των υφιστάμενων συστημάτων παρακολούθησης των χρήσεων γης, όπως η έρευνα πλαισίων LUCAS (Land Use/Cover Area Frame Survey).

Η μεγάλη διακύμανση των εκπομπών και απορροφήσεων από τα δάση και η μικρότερη συχνότητα συγκέντρωσης των αναγκαίων βασικών δεδομένων για τις απογραφές συνεπάγονται ότι δεν είναι σκόπιμο να υποχρεωθεί ο τομέας να επιτυγχάνει ετησίως τους στόχους μείωσης των εκπομπών που ισχύουν για άλλους τομείς. Το μεγάλο χρονικό διάστημα εκτέλεσης (lead time) που μεσολαβεί μέχρι να αποδώσουν αποτελέσματα τα μέτρα μετριασμού της κλιματικής αλλαγής επίσης διαφοροποιεί τις LULUCF από τους περισσότερους άλλους τομείς. Για τον λόγο αυτό η Επιτροπή προτείνει τη θέσπιση χωριστού πλαισίου, προσαρμοσμένου στις ειδικές συνθήκες του τομέα LULUCF.

Στη συνέχεια, αφού εδραιωθεί στην ΕΕ ένα εναρμονισμένο και ισχυρό λογιστικό πλαίσιο, μπορεί να εξεταστεί η επίσημη ένταξη του εν λόγω τομέα στη σχετική με το κλίμα δέσμευση της ΕΕ.

Αυτό πάντως δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αναβληθεί η λήψη μέτρων στον τομέα LULUCF για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Λαμβάνοντας υπόψη τις τάσεις του τομέα και επιδιώκοντας να δώσει ώθηση στις αναγκαίες προσπάθειες μετριασμού, η πρόταση της Επιτροπής επιβάλλει στα κράτη μέλη να καταρτίσουν σχέδια δράσης για τις LULUCF. Αυτό θα προσφέρει μια στρατηγική προοπτική όσον αφορά τον συγκεκριμένο τομέα και θα αποτελέσει ενδιάμεσο βήμα προς την κατεύθυνση της πλήρους ένταξής του στις κλιματικές πολιτικές της ΕΕ.

Συμπερασματικά, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για τη σταδιακή ένταξη του τομέα LULUCF στην πολιτική της ΕΕ κατά της κλιματικής αλλαγής. Με τη νομοθετική πρόταση της Επιτροπής για σταδιακή προσέγγιση:

– θα συνταχθούν ισχυροί κανόνες καταλογισμού των εκπομπών και απορροφήσεων από τις χρήσεις γης, τις αλλαγές χρήσεων γης και τη δασοκομία και, μέσω χωριστής νομοθετικής πράξης, θα βελτιωθεί η παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων·

– θα καταστεί πιο ευδιάκριτο ένα φάσμα μέτρων μετριασμού της κλιματικής αλλαγής και θα δημιουργηθεί η βάση σχεδιασμού πολιτικής κινήτρων για την εφαρμογή των μέτρων αυτών στη γεωργία, τη δασοκομία και την παραγωγή και αειφόρο χρήση προϊόντων υλοτομίας·

– θα ενισχυθεί η περιβαλλοντική ακεραιότητα των ανειλημμένων δεσμεύσεων, με την εξασφάλιση της ορθής αποτύπωσης των εκπομπών και απορροφήσεων·

– θα προαχθούν οι συνέργειες με τις υφιστάμενες πολιτικές για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τη βιομηχανία ξύλου, με την προώθηση της αειφόρου και φιλοκλιματικής παραγωγής στην ΕΕ·

– θα προκύψουν σημαντικά παράλληλα οφέλη για τη βιοποικιλότητα, την προστασία του εδάφους και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (π.χ. δίκτυο Natura 2000), με τον εμπλουτισμό και τη διατήρηση των αποθεμάτων άνθρακα·

– θα βελτιωθεί η οικονομική αποδοτικότητα της επιδίωξης πιο φιλόδοξων στόχων, καθώς θα καταστεί δυνατή η συμμετοχή όλων των τομέων.

[1]               Απόφαση 1/CP.16 της διάσκεψης των μερών της UNFCCC (οι «συμφωνίες του Κανκούν»)

[2]               Με βάση την τέταρτη έκθεση αξιολόγησης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC).

[3]               Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 29-30.10 2009 και ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 4.2.2009 (2008/2105(INI)).

[4]               COM(2010) 2020 τελικό

[5]               Οδηγία 2003/87/ΕΚ και απόφαση αριθ. 406/2009/ΕΚ

[6]               Εθνικές συνολικές εκπομπές εκτός του τομέα LULUCF.

[7]               Σε αντίθεση με τα αέρια θερμοκηπίου πλην του CO2 που ελευθερώνονται από γεωργικές δραστηριότητες, π.χ. μεθάνιο και υποξείδιο του αζώτου από τα μηρυκαστικά και τα λιπάσματα.

[8]               Οδηγία 2009/29/ΕΚ

[9]               Απόφαση αριθ. 406/2009/EΚ

[10]             Με εξαίρεση τις διεθνείς αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές.

[11]             COM(2011)571 τελικό

[12]             Κατευθυντήριες γραμμές της IPCC, του 2006

[13]             Στις χρησιμοποιηθείσες πηγές περιλαμβάνονται οι εξής: Forest Europe, UNECE και FAO (2011) State of Europe’s Forests 2011: Status and Trends in Sustainable Forest Management in Europe· FAO, Global Forest Resources Assessment FRA 2010, http://www.fao.org/forestry/fra/fra2010/en/· εθνικές απογραφές αερίων θερμοκηπίου που υποβάλλονται στην UNFCCC (2011), http://unfccc.int/national_reports/annex_i_ghg_inventories/national_inventories_submissions/items/5888.php· Κατευθυντήριες γραμμές IPCC Guidelines for National Greenhouse Gas Inventories (2006), Volume 4, Agriculture, Forestry and Other Land Use· Pan et al. (2011) A large and persistent carbon sink in the world’s forests, Science DOI: 10.1126/science.1201609· Hiederer et al. (2011) Evaluation of BioSoil Demonstration Project, http://publications.jrc.ec.europa.eu/repository/bitstream/111111111/15905/1/lbna24729enc.pdf· FAO/IIASA/ISRIC/ISS-CAS/JRC, 2009, Harmonized World Soil Database (version 1.1), FAO, Rome, Italy and IIASA, Laxenburg, Austria· Schulze et al. (2009) Integrated assessment of the European and North Atlantic Carbon Balance (results of CarboEurope-IP), DOI 10.2777/31254· Smith et al. (2005) Projected changes in mineral soil carbon of European croplands and grasslands, 1990–2080, Global Change Biology DOI: 10.1111/j.1365-2486.2005.001075.x.

[14]             Τέταρτη έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (2008)

[15]             Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 4.12.2008

[16]             Εν προκειμένω, στη «διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης» (business as usual) χρησιμοποιείται η παραδοχή ότι τα κράτη μέλη θα επιτύχουν τους οικείους στόχους μείωσης κατά 20%, συμπεριλαμβανομένων των στόχων για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

[17]          COM (2011) 112

[18]             Απαιτείται επίσης συμβιβασμός: η μετατροπή δεν θα πρέπει να προκαλεί «διαρροή άνθρακα», δηλ. την αντικατάσταση της εγχώριας παραγωγής τροφίμων από εισαγωγές τροφίμων που έχουν χειρότερο αποτύπωμα άνθρακα.

[19]             Π.χ. Sathre R. and O'Connor J. (2010), A synthesis of research on wood products and greenhouse gas impacts, 2nd edition, Vancouver, B. C. FP Innovations, 117 σελίδες (Technical Report No. TR-19R).

[20]             Απόφαση 2002/358/EΚ του Συμβουλίου

[21]             Απόφαση -/CMP.7 της διάσκεψης των μερών της UNFCCC που επέχει θέση συνόδου των μερών του Πρωτοκόλλου του Κιότο

[22]             Μόνο οι εκπομπές μεθανίου και οξειδίων του αζώτου συνυπολογίζονται επί του παρόντος στις γεωργικές δραστηριότητες, ενώ οι εκπομπές και απορροφήσεις CO2 που συνδέονται με τις χρήσεις γεωργικών γαιών δεν συνυπολογίζονται (εκπομπές και απορροφήσεις άνθρακα από το έδαφος). Η υποχρεωτική λογιστική απεικόνιση των μέτρων αυτών μέσω νομοθετικών προτάσεων θα συμπληρώσει την εκτίμηση των εκπομπών και απορροφήσεων που συνδέονται με τις γεωργικές δραστηριότητες.

[23]             Οδηγία 2009/28/EΚ

[24]             Κανονισμοί (EΚ) αριθ. 72/2009, (EΚ) αριθ. 73/2009 και (EΚ) αριθ. 74/2009 του Συμβουλίου που αφορούν τον «διαγνωστικό έλεγχο» της ΚΓΠ.

[25]             Ενισχύσεις για γεωργικές πρακτικές που είναι επωφελείς για το κλίμα και το περιβάλλον.

[26]             COM (2010) 672

[27]             Πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για μηχανισμό παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και υποβολής άλλων πληροφοριών σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο που αφορούν την κλιματική αλλαγή, COM/2011/0789 τελικό – 2011/0372 (COD)

Top