Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52011PC0752

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τον καθορισμό γενικών διατάξεων όσον αφορά το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το μέσο για τη χρηματοδοτική στήριξη της αστυνομικής συνεργασίας, της πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης κρίσεων

/* COM/2011/0752 τελικό - 2011/0367 (COD) */

52011PC0752

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τον καθορισμό γενικών διατάξεων όσον αφορά το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το μέσο για τη χρηματοδοτική στήριξη της αστυνομικής συνεργασίας, της πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης κρίσεων /* COM/2011/0752 τελικό - 2011/0367 (COD) */


ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Πλαίσιο της πρότασης

Οι πολιτικές για τις εσωτερικές υποθέσεις αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία τα τελευταία έτη. Οι πολιτικές αυτές βρίσκονται στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού έργου για τη δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, στον οποίο οι πολίτες της ΕΕ και οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να εισέρχονται, να κυκλοφορούν, να ζουν και να εργάζονται, κομίζοντας νέες ιδέες, κεφάλαια, γνώσεις και καινοτομία, ή καλύπτοντας κενά στις εθνικές αγορές εργασίας, έχοντας την πεποίθηση ότι τα δικαιώματά τους είναι απόλυτα σεβαστά και η ασφάλειά τους διασφαλισμένη. Η αυξανόμενη σημασία των πολιτικών για τις εσωτερικές υποθέσεις έχει επιβεβαιωθεί από το πρόγραμμα της Στοκχόλμης. Είναι επίσης ένας από τους τομείς στους οποίους η συνθήκη της Λισαβόνας επέφερε σημαντικές αλλαγές.

Στις 29 Ιουνίου 2011, η Επιτροπή εξέδωσε πρόταση για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο της περιόδου 2014-2020[1]: προϋπολογισμός για την υλοποίηση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Για τις πολιτικές στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων, που καλύπτουν την ασφάλεια, τη μετανάστευση και τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων, η Επιτροπή πρότεινε να απλουστευθεί η διάρθρωση των μέσων δαπανών, με τη μείωση του αριθμού των προγραμμάτων βάσει μιας δομής δύο Ταμείων: ενός Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης και ενός Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας.

Η απλούστευση έχει ορισθεί ως βασικός στόχος στην ανακοίνωση για την επανεξέταση του προϋπολογισμού[2] της ΕΕ, στο πρόγραμμα «έξυπνων ρυθμίσεων»[3] και στην προαναφερθείσα ανακοίνωση για το προσεχές πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Η πείρα δείχνει ότι η πολυμορφία και ο κατακερματισμός των κανόνων που διέπουν τα προγράμματα δαπανών της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού εκλαμβάνονται συχνά ως ασκόπως περίπλοκα και ότι υπάρχουν δυσκολίες εφαρμογής και ελέγχου τους. Το γεγονός αυτό επιβάλλει μεγάλη διοικητική επιβάρυνση στους δικαιούχους, καθώς και στην Επιτροπή και τα κράτη μέλη, με το μη επιδιωκόμενο αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται η συμμετοχή, να αυξάνονται τα ποσοστά σφάλματος και να καθυστερεί η εφαρμογή. Αυτό σημαίνει ότι δεν αξιοποιούνται πλήρως τα δυνητικά οφέλη των προγραμμάτων της Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός αποτελεί μέρος μιας δέσμης τεσσάρων κανονισμών που από κοινού θεσπίζουν το πλαίσιο χρηματοδότησης από την Ένωση του τομέα των εσωτερικών υποθέσεων μέσω δύο Ταμείων. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει τους κανόνες σχετικά με τον προγραμματισμό, τη διαχείριση και τον έλεγχο, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών, το κλείσιμο προγραμμάτων, την υποβολή εκθέσεων και την αξιολόγηση. Ορίζει δηλαδή τα μέσα υλοποίησης, ενώ ο σκοπός και το πεδίο των δύο Ταμείων και οι πόροι και τα μέσα εφαρμογής καθορίζονται στον ειδικό κανονισμό του κάθε Ταμείου. Η παρούσα οριζόντια πράξη θα εξασφαλίσει μια κοινή προσέγγιση για την εφαρμογή των δύο Ταμείων και την ενιαία μεταχείριση των δικαιούχων, σε σχέση με τη συνολική στήριξη της Ένωσης στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων.

Αυτή η συνολική διάρθρωση των τεσσάρων κανονισμών είναι απαραίτητη, βάσει των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη. Λόγω των διαφορετικών κανόνων ψηφοφορίας στο Συμβούλιο που είναι αποτέλεσμα της «μεταβλητής γεωμετρίας» δυνάμει των πρωτοκόλλων 19 (για το κεκτημένο Σένγκεν), 21 (για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης), δεν είναι νομικά δυνατό να καταρτιστεί μία ενιαία συνολική νομοθετική πρόταση για ένα Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας, παρά τη συνοχή των επιδιωκόμενων στόχων πολιτικής. Επιπλέον, με βάση τον γενικό στόχο της απλούστευσης και του εξορθολογισμού, θεωρήθηκε σημαντικό να έχουν τα δύο Ταμεία (το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης), στο βαθμό που είναι δυνατό, ταυτόσημους μηχανισμούς εφαρμογής. Τέλος, με τη θέσπιση ενός οριζόντιου κανονισμού ο οποίος καθορίζει τις κοινές διατάξεις, περιορίζεται σημαντικά ο συνολικός αριθμός των διατάξεων οι οποίες θα επαναλαμβάνονταν στον κάθε κανονισμό.

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει μόνον υποχρεώσεις δημοσιονομικού και τεχνικού χαρακτήρα και αφήνει τις επιλογές ως προς τον καθορισμό των πολιτικών στόχων, των επιλέξιμων δράσεων, της κατανομής των πόρων και του πεδίου της παρέμβασης για τον κάθε ειδικό τομέα πολιτικής στην αντίστοιχη νομική βάση (δηλ. στους ειδικούς κανονισμούς).

Οι μέσα του έχουν σκοπό να καλύψουν την κύρια πηγή χρηματοδότησης της Ένωσης στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων. Από αυτή την άποψη, ο παρών κανονισμός θα αντικαταστήσει την πληθώρα των διατάξεων διαφορετικού βαθμού εξειδίκευσης και περιπλοκότητας που περιέχονται σήμερα στις νομικές βάσεις των υφισταμένων μέσων δαπανών για τις εσωτερικές υποθέσεις: τα τέσσερα μέσα του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση μεταναστευτικών ροών», το Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο για την Ένταξη Υπηκόων Τρίτων Χωρών, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επιστροφής, καθώς και τα δύο ειδικά προγράμματα του Γενικού Προγράμματος «Ασφάλεια και διασφάλιση των ελευθεριών», ISEC (πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας) και CIPS (πρόληψη, ετοιμότητα και διαχείριση των συνεπειών της τρομοκρατίας και άλλων συναφών κινδύνων της ασφάλειας).

2. Αποτελέσματα των διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτιμήση επιπτώσεων

Σύμφωνα με τη μεγαλύτερη βαρύτητα που δίνεται στην αξιολόγηση ως εργαλείου χάραξης τεκμηριωμένων πολιτικών, η παρούσα πρόταση βασίζεται σε αποτελέσματα αξιολογήσεων, σε διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους φορείς και σε εκτίμηση επιπτώσεων.

Οι εργασίες της προετοιμασίας των μελλοντικών χρηματοδοτικών μέσων για τις εσωτερικές υποθέσεις άρχισαν το 2010 και συνεχίστηκαν το 2011. Στο πλαίσιο αυτών των προπαρασκευαστικών εργασιών, τον Δεκέμβριο 2010 άρχισε η διενέργεια μιας μελέτης αξιολόγησης/εκτίμησης των επιπτώσεων, με τη βοήθεια ενός εξωτερικού αναδόχου. Η μελέτη ολοκληρώθηκε τον Ιούλιο του 2011 και συγκέντρωσε τα διαθέσιμα αποτελέσματα της αξιολόγησης για τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά μέσα και τεκμηρίωσε τα προβλήματα, τους στόχους και τις επιλογές πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής επίπτωσής τους, που εξετάστηκαν στην εκτίμηση επιπτώσεων. Βασιζόμενη σε αυτή τη μελέτη, η Επιτροπή συνέταξε έκθεση εκτίμησης επιπτώσεων για την οποία η επιτροπή εκτίμησης επιπτώσεων διατύπωσε γνώμη στις 9 Σεπτεμβρίου 2011.

Η εκτίμηση επιπτώσεων εντόπισε προβλήματα σε σχέση με το πεδίο και τις προτεραιότητες των υφισταμένων προγραμμάτων δαπανών για τις εσωτερικές υποθέσεις, αφενός, και προβλήματα που αφορούν την υλοποίηση της χρηματοδότησης, αφετέρου. Ως προς το δεύτερο, η εκτίμηση επιπτώσεων εξέτασε επιλογές σε σχέση με την επιμερισμένη διαχείριση, την κεντρική διαχείριση και την έγκαιρη αντίδραση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

· Σε σχέση με την επιμερισμένη διαχείριση, η εκτίμηση επιπτώσεων έκρινε ότι η προτεινόμενη επιλογή ήταν ένα πολυετές πρόγραμμα που θα βασιζόταν σε εκ των προτέρων πολιτικό διάλογο. Σε αντίθεση με την επικρατούσα κατάσταση, η οποία συνδυάζει ετήσια προγράμματα μέσα σε ένα πολυετές πλαίσιο, αυτό θα μείωνε σημαντικά τον διοικητικό φόρτο εργασίας. Μολονότι μια μεταστροφή στον πολυετή προγραμματισμό θα πρόσφερε αυξημένη ευελιξία, δεν θα αντιμετώπιζε τη συνεχή ανάγκη αντίδρασης στις μεταβαλλόμενες συνθήκες στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες, που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα του τομέα εσωτερικών υποθέσεων. Ο πολυετής προγραμματισμός, σε συνδυασμό με έναν τακτικό πολιτικό διάλογο, ωστόσο, θα αντιμετώπιζε αυτή την ανάγκη και θα επέτρεπε να υιοθετηθεί μια προσέγγιση με μεγαλύτερη έμφαση στην παραγωγή αποτελεσμάτων.

· Σχετικά με τη βελτίωση του τρόπου διάθεσης των χρηματοδοτήσεων στο πλαίσιο της κεντρικής διαχείρισης, απορρίφθηκε το ενδεχόμενο να συνεχιστεί η επικρατούσα κατάσταση, διότι προσφέρει ελάχιστη ή καμία απολύτως προοπτική απλούστευσης ή μείωσης της διοικητικής επιβάρυνσης. Απορρίφθηκε επίσης και η μετάβαση σε μια προσέγγιση που βασίζεται αποκλειστικά στις συμβάσεις προμηθειών, διότι θα απέκλειε πλήρως τη δυνατότητα προώθησης δράσεων με γνώμονα την πολιτική, την ενθάρρυνση της διακρατικής συνεργασίας και τη στήριξη της κοινωνίας των πολιτών μέσω επιχορηγήσεων. Η προσφυγή σε μια περισσότερο στοχευμένη, με λιγότερους πόρους και διαφοροποιούμενη κεντρική διαχείριση είναι η προτιμώμενη επιλογή, διότι εκτιμάται ότι θα βελτιώσει τις σχέσεις με τους βασικούς ενδιαφερόμενους φορείς και θα επιφέρει συνολική μείωση του φόρτου εργασίας.

· Όσον αφορά το μέσο αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων, η εκτίμηση επιπτώσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο σημερινός μηχανισμός σαφώς δεν ικανοποιεί την ανάγκη για μια ταχύτερη και αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση κρίσεων στους τομείς της μετανάστευσης και της ασφάλειας. Κρίθηκε ότι η προτιμώμενη επιλογή είναι ένας βελτιωμένος μηχανισμός που θα καλύπτει ένα ευρύτερο φάσμα τόσο κρίσεων που συνδέονται με τη μετανάστευση όσο και κρίσεων που συνδέονται με την ασφάλεια.

Η εκτίμηση επιπτώσεων λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα μιας ειδικής επιγραμμικής δημόσιας διαβούλευσης για το μέλλον της χρηματοδότησης των εσωτερικών υποθέσεων. Η διαβούλευση πραγματοποιήθηκε από τις 5 Ιανουαρίου έως τις 20 Μαρτίου 2011 και ήταν ανοικτή για όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς. Συνολικά ελήφθησαν 115 απαντήσεις από άτομα και οργανώσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν και 8 έγγραφα με τοποθετήσεις. Οι συμμετοχές στη διαδικασία διαβούλευσης προέρχονταν από τα κράτη μέλη, καθώς και από τρίτες χώρες.

Τον Απρίλιο του 2011, σε διάσκεψη με θέμα «Το μέλλον της χρηματοδότησης της ΕΕ για τις εσωτερικές υποθέσεις από μια νέα οπτική» συμμετείχαν οι βασικοί φορείς (κράτη μέλη, διεθνείς οργανισμοί, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών κλπ.), στους οποίους δόθηκε η δυνατότητα να ανταλλάξουν απόψεις για το μέλλον της χρηματοδότησης της ΕΕ για τις εσωτερικές υποθέσεις. Η διάσκεψη επικύρωσε και το αποτέλεσμα της καταγραφής της κατάστασης και της δημόσιας διαβούλευσης.

Το μέλλον της χρηματοδότησης της ΕΕ για τις εσωτερικές υποθέσεις θίχτηκε και συζητήθηκε με τους θεσμικούς φορείς σε αρκετές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων σε ένα άτυπο γεύμα εργασίας κατά τη διάρκεια του Συμβουλίου ΔΕΥ της 21ης Ιανουαρίου 2011, σε άτυπο πρόγευμα με τους πολιτικούς συντονιστές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 26 Ιανουαρίου 2011, στην ακρόαση του Επιτρόπου Malmström ενώπιον της επιτροπής SURE του Κοινοβουλίου στις 10 Μαρτίου 2011 και κατά την ανταλλαγή απόψεων μεταξύ Γενικού Διευθυντή της ΓΔ Εσωτερικών Υποθέσεων και της επιτροπής LIBE του Κοινοβουλίου στις 17 Μαρτίου 2011. Συγκεντρώθηκε επίσης ειδική συμβουλή εμπειρογνωμόνων μέσω συζητήσεων με εμπειρογνώμονες των κρατών μελών στο πλαίσιο της κοινής επιτροπής για το γενικό πρόγραμμα αλληλεγγύης και διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών.

Οι ανωτέρω διαβουλεύσεις, διασκέψεις και συζητήσεις εμπειρογνωμόνων επιβεβαίωσαν την ύπαρξη γενικής συμφωνίας μεταξύ των βασικών ενδιαφερόμενων φορέων για την ανάγκη να απλουστευθούν οι μέσα υλοποίησης και να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία, ιδίως για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων. Οι ενδιαφερόμενοι φορείς τάχθηκαν υπέρ της άποψης να μειωθεί ο αριθμός των χρηματοδοτικών μέσων σε μια δομή δύο Ταμείων, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα επέφερε πράγματι την απλούστευση. Συμφώνησαν επίσης στην ανάγκη να υπάρξει ευέλικτος μηχανισμός αντίδρασης σε έκτακτες καταστάσεις, ώστε να είναι η Ένωση σε θέση να αντιδρά γρήγορα και αποτελεσματικά σε καταστάσεις κρίσης όσον αφορά τη μετανάστευση και την ασφάλεια. Η επιμερισμένη διαχείριση με κατεύθυνση τον πολυετή προγραμματισμό και τον καθορισμό κοινών στόχων στο επίπεδο της Ένωσης κρίθηκε γενικά ως η κατάλληλη μέθοδος διαχείρισης όλων των δαπανών για τις εσωτερικές υποθέσεις, αν και οι μη κυβερνητικές οργανώσεις είχαν την άποψη ότι θα έπρεπε επίσης να συνεχιστεί και η άμεση διαχείριση. Οι ενδιαφερόμενοι φορείς υποστήριξαν επίσης την αναβάθμιση του ρόλου των οργανισμών εσωτερικών υποθέσεων για να ενισχυθεί η συνεργασία και να αυξηθούν οι συνέργειες.

3. Νομικά στοιχεία της πρότασης

Το δικαίωμα δράσης απορρέει από το άρθρο 3 παράγραφος 2 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση το οποίο αναφέρει ότι «η Ένωση παρέχει στους πολίτες της χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης χωρίς εσωτερικά σύνορα, στον οποίο εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας».

Επιδιώκοντας ταυτόχρονα διάφορους άρρηκτα συνδεδεμένους στόχους, χωρίς ο καθένας να έχει δευτερεύουσα σημασία σε σχέση με τους άλλους, ο παρών κανονισμός βασίζεται σε ουσιαστικές νομικές βάσεις του Τίτλου V της Συνθήκης στον τομέα της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, και συγκεκριμένα στα άρθρα 78 παράγραφος 2, 79 παράγραφοι 2 και 4, 82 παράγραφος 1, 84 και 87 παράγραφος 2. Τα άρθρα αυτά αποτελούν τις νομικές βάσεις για τη δράση της Ένωσης στους τομείς του ασύλου, της μετανάστευσης, της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, της δίκαιης μεταχείρισης υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα στα κράτη μέλη, της καταστολής της παράνομης μετανάστευσης, της απομάκρυνσης και του επαναπατρισμού των προσώπων που διαμένουν χωρίς άδεια, της εμπορίας ανθρώπων, της δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις, της πρόληψης του εγκλήματος, της καταστολής του εγκλήματος, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας, της διαφθοράς, του οργανωμένου εγκλήματος και της αστυνομικής συνεργασίας.

Συνιστούν συμβατές νομικές βάσεις όσον αφορά τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ιρλανδίας [και της Δανίας] σε σχέση με τους τομείς τους οποίους καλύπτουν, επιτρέποντας τη διεξαγωγή ψηφοφορίας στο Συμβούλιο για την παρούσα πράξη. Εφόσον για κάθε μία από αυτές εφαρμόζεται η συνήθης νομοθετική διαδικασία, ο συνδυασμός των νομικών βάσεων που έχει επιλεγεί σέβεται τα προνόμια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Δίνεται έμφαση στο άρθρο 80 της ΣΛΕΕ, το οποίο επισημαίνει ότι ορισμένες από αυτές τις πολιτικές της Ένωσης και η εφαρμογή τους διέπονται από την αρχή της αλληλεγγύης και της δίκαιης κατανομής ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιονομικών επιπτώσεών της.

Με βάση την προαναφερόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θεσπίζουν οριζόντιες κοινές διατάξεις εφαρμογής για το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και τη μία συνιστώσα του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας, και συγκεκριμένα για το μέσο χρηματοδοτικής στήριξης για την αστυνομική συνεργασία, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και τη διαχείριση κρίσεων.

Για τις πολιτικές εσωτερικών υποθέσεων οι οποίες καλύπτονται από το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας, οι νομικές βάσεις των οποίων δεν είναι συμβατές με τα ανωτέρω, ο παρών κανονισμός πρέπει να είναι εφαρμοστέος βάσει ειδικής ρήτρας σε έναν από τους ειδικούς κανονισμούς, συγκεκριμένα για το μέσο χρηματοδοτικής στήριξης για τα εξωτερικά σύνορα και τις θεωρήσεις βάσει του άρθρου 77 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, διότι οι πολιτικές αυτές συνιστούν ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν στο οποίο δεν συμμετέχουν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία.

Κατά συνέπεια, με την κοινή έκδοση του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού θα καταστούν επίσης εφαρμοστέες στο σύνολο της χρηματοδότησης της Ένωσης για τον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων.

Συνολικά, ο τομέας των εσωτερικών υποθέσεων είναι τομέας με προφανή προστιθέμενη αξία για τη χρήση των πόρων του προϋπολογισμού της Ένωσης.

Η δράση της ΕΕ αιτιολογείται με βάση τους στόχους του άρθρου 67 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ένωσης (ΣΛΕΕ) που καθορίζει τα μέσα που συγκροτούν τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Η εκτέλεση της χρηματοδοτικής συνδρομής σε συνεργασία με τα κράτη μέλη βάσει της επιμερισμένης διαχείρισης αποτελεί σημαντικό στοιχείο της χρηματοδότησης της Ένωσης για τις εσωτερικές υποθέσεις. Η μέθοδος της επιμερισμένης διαχείρισης θεωρείται κατάλληλη για όλους τους τομείς πολιτικής των εσωτερικών υποθέσεων και έχει, ως εκ τούτου, επεκταθεί και στον τομέα της εσωτερικής ασφάλειας στον οποίο δεν χρησιμοποιούνταν προηγουμένως. Η κεντρική διαχείριση διατηρείται για δραστηριότητες με γνώμονα την πολιτική.

Με τη μέθοδο της επιμερισμένης διαχείρισης, η μετάβαση από τα ετήσια προγράμματα σε έναν πολυετή προγραμματισμό βάσει εκ των προτέρων πολιτικού διαλόγου στο πλαίσιο ενός στρατηγικού πλαισίου που καθορίζεται στο επίπεδο της Ένωσης, θα εξασφαλίσει ότι οι χρηματοδοτούμενες από τον προϋπολογισμό της Ένωσης δράσεις ικανοποιούν τις ανάγκες του κάθε κράτους μέλους χωριστά, ενώ παράλληλα ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες της Ένωσης. Η παρούσα πρόταση θεσπίζει τους γενικούς κανόνες για τον προγραμματισμό, την υποβολή εκθέσεων, τη δημοσιονομική διαχείριση, τους ελέγχους και αξιολογήσεις που είναι απαραίτητα για τη σωστή εφαρμογή της χρηματοδότησης των εσωτερικών υποθέσεων της Ένωσης, αλλά, εφόσον είναι εφικτό, παρέχει στα κράτη μέλη την ελευθερία να αποφασίζουν τον τρόπο εφαρμογής αυτών των κανόνων σε εθνικό επίπεδο. Ενδεικτικά, η επιλεξιμότητα των δαπανών θα καθορίζεται με βάση εθνικούς κανόνες οι οποίοι θα υπόκεινται σε ένα περιορισμένο αριθμό κοινών και απλών αρχών οι οποίες ορίζονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Έτσι, οι παρεμβάσεις υλοποιούνται στο κατάλληλο επίπεδο και ο ρόλος της Ένωσης δεν υπερβαίνει το αναγκαίο. Όπως επισημαίνεται στην επανεξέταση του προϋπολογισμού, «ο προϋπολογισμός της ΕΕ πρέπει να χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση των δημόσιων αγαθών της ΕΕ, των δράσεων για τις οποίες τα ίδια τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους, ή των τομέων στους οποίους μπορεί να εξασφαλίσει καλύτερα αποτελέσματα»[4].

Αναλυτικές αιτιολογήσεις για τη δράση της Ένωσης σε σχέση με τους διάφορους τομείς πολιτικής που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό περιλαμβάνονται στην αιτιολογική έκθεση των ειδικών κανονισμών.

4. Δημοσιονομική επίπτωση

Η πρόταση της Επιτροπής για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο περιλαμβάνει πρόταση ποσού 3.869 εκατ. ευρώ για το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και ποσού 4.648 εκατ. ευρώ για το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας (σε τρέχουσες τιμές).

5. Βασικά στοιχεία

Ως νέο γενικό πλαίσιο εφαρμογής της χρηματοδότησης της Ένωσης για τις πολιτικές στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων, ο παρών κανονισμός καθορίζει τους γενικούς κανόνες χρηματοδότησης των δαπανών, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με την εταιρική σχέση, τον προγραμματισμό, την υποβολή εκθέσεων, την παρακολούθηση και αξιολόγηση, τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που πρέπει να θέσουν σε λειτουργία τα κράτη μέλη και την εκκαθάριση λογαριασμών.

– Οι κανόνες σχετικά με την εταιρική σχέση, τον προγραμματισμό, την παρακολούθηση και αξιολόγηση έχουν καθοριστεί βάσει των συμπερασμάτων που έχουν συναχθεί για τα τρέχοντα τέσσερα Ταμεία του γενικού προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση των μεταναστευτικών ροών»·

– Οι κανόνες για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, τη δημοσιονομική διαχείριση, την εκκαθάριση λογαριασμών και την υποβολή εκθέσεων και το κλείσιμο προγραμμάτων διέπονται από το Μέρος ΙΙ της πρότασης κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με τις κοινές διατάξεις για τα Ταμεία που καλύπτονται από το Κοινό Πλαίσιο Στρατηγικής (εφεξής «κανονισμός των Ταμείων του ΚΠΣ»)[5] και την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής[6], διασφαλίζοντας, εφόσον είναι χρήσιμο, τη συνέχεια με τους κανόνες που εφαρμόζονται για τα υφιστάμενα τέσσερα Ταμεία.

Ο παρών κανονισμός επιδιώκει επίσης να καθορίσει τους όρους για:

(1) μια χρηματοδότηση με γνώμονα την παραγωγή αποτελεσμάτων, και μέσω του ενισχυμένου στρατηγικού προγραμματισμού·

(2) τη σημαντική απλούστευση των μέσων υλοποίησης σε σύγκριση με την τρέχουσα κατάσταση·

(3) μια περισσότερο ευέλικτη δημοσιονομική διαχείριση και εφαρμογή με βάση την ανάγκη αντιμετώπισης νέων και απρόβλεπτων περιστάσεων που αποτελούν χαρακτηριστικό γνώρισμα των εσωτερικών υποθέσεων·

(4) ένα βελτιωμένο πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης, που διασφαλίζει τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και τον τεκμηριωμένο προβληματισμό για τη μελλοντική στήριξη του τομέα των εσωτερικών υποθέσεων.

5.1. Ένα θεματολόγιο με γνώμονα την πολιτική και την παραγωγή αποτελεσμάτων

Για την επιμερισμένη διαχείριση

· Κατά την έναρξη του επόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, θα υπάρξει ένας ενιαίος, βασικός διάλογος για την πολιτική εσωτερικών υποθέσεων με κάθε κράτος μέλος για τη χρησιμοποίηση των Ταμείων, δηλαδή πώς το κάθε κράτος μέλος θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης με τη χρήση του προϋπολογισμού της Ένωσης. Πριν από τον διάλογο αυτό θα εκδοθεί ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις γενικές προσδοκίες και το πλαίσιο του διαλόγου. Η εν λόγω ανακοίνωση θα παρουσιάζει επίσης τις προθέσεις της Επιτροπής για τις δράσεις της Ένωσης και το πλαίσιο της υλοποίησής τους (π.χ. τις διάφορες εφαρμοστέες μεθόδους διαχείρισης).

· Λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα του πολιτικού διαλόγου, τα προγράμματα που συμφωνούνται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών θα περιγράφουν την κατάσταση αναφοράς και θα καθορίζουν τους στόχους των κρατών μελών που πρέπει να επιτευχθούν στον τομέα πολιτικής και τους στόχους της χρηματοδότησης της Ένωσης. Το εθνικό πρόγραμμα θα καθορίζει στόχους και ενδεικτικές δράσεις ανά στόχο. Επιπλέον, ένα επταετές δημοσιονομικό πλαίσιο θα παρουσιάζει τον τρόπο ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμής για τους διαθέσιμους πόρους, εντός των διαθέσιμων ανώτατων ορίων. Όσον αφορά τις δράσεις που θα υλοποιούνται σε τρίτες χώρες και σε σχέση με αυτές, οι δράσεις αυτές δεν πρέπει να έχουν άμεσο αναπτυξιακό προσανατολισμό και ο πολιτικός διάλογος πρέπει να επιδιώκει απόλυτη συνέπεια με τις αρχές και τους γενικούς στόχους της εξωτερικής δράσης και της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης σε σχέση με την εκάστοτε χώρα ή περιοχή.

· Ενώ θα καταβληθεί κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλιστεί η έγκριση των εθνικών προγραμμάτων το 2014, δεν αποκλείεται ορισμένα προγράμματα να μην εγκριθούν πριν από το 2015. Για να αποτραπεί η απώλεια των σχετικών πιστώσεων υποχρεώσεων του 2014, η Επιτροπή θα τροποποιήσει την πρότασή της κανονισμού του Συμβουλίου για τον καθορισμό του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για την περίοδο 2014-2020 COM(2011) 398 της 29.06.2011], για να επεκταθούν οι διατάξεις του άρθρου 7 του εν λόγω κανονισμού στα προγράμματα που υλοποιούνται βάσει επιμερισμένης διαχείρισης στο πλαίσιο του Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης και του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας.

· Τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις για τη δημοσιονομική διαχείριση και τα αποτελέσματα που επιτυγχάνονται στο πλαίσιο των προγραμμάτων.

· Το 2017 θα πραγματοποιηθεί ενδιάμεση επανεξέταση της κατάστασης σε κάθε κράτος μέλος. Με αυτή την ευκαιρία, μπορούν να κατανεμηθούν νέοι πόροι για την περίοδο 2018-2020.

Για άμεση και έμμεση διαχείριση

· Οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν βάσει των εθνικών προγραμμάτων θα συμπληρώνονται με «δράσεις της Ένωσης» και έναν μηχανισμό ταχείας αντίδρασης για την αντιμετώπιση έκτακτων καταστάσεων. Οι δράσεις της Ένωσης θα στηρίζουν την εφαρμογή των πολιτικών της μέσω επιχορηγήσεων και δημοσίων συμβάσεων. Θα περιλαμβάνουν δράσεις σε τρίτες χώρες και σε σχέση με αυτές, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση για το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο[7]. Οι δράσεις αυτές δεν έχουν άμεσο αναπτυξιακό προσανατολισμό και συμπληρώνουν, κατά περίπτωση, τη χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται μέσω μέσων εξωτερικής βοήθειας της Ένωσης, που εξακολουθούν να αποτελούν την κύρια πηγή χρηματοδότησης τρίτων χωρών με στόχο τη δημιουργία ικανοτήτων τους. Κατά τη χορήγηση αυτής της στήριξης, επιδιώκεται πλήρης συνέπεια με τις αρχές και τους γενικούς στόχους της εξωτερικής δράσης και εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης σε σχέση με την εκάστοτε χώρα ή περιοχή. Η συμπληρωματικότητα θα εξασφαλιστεί μέσω του μεγαλύτερου συντονισμού με την ΕΥΕΔ και τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής.

· Οι δράσεις της Ένωσης και τα μέτρα βοήθειας έκτακτης ανάγκης μπορούν επίσης να υλοποιούνται από οργανισμούς της Ένωσης στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων (Cepol, Europol, EASO, Frontex και Οργανισμός ΤΠ), όταν αυτό είναι προς το συμφέρον της Ένωσης, όταν οι δράσεις έχουν χαρακτήρα ad hoc και όταν η επιτυχής εφαρμογή τους εξαρτάται από την επιχειρησιακή και τεχνική εμπειρία του οικείου οργανισμού. Οι δράσεις αυτές υλοποιούνται εντός του πλαισίου των αποστολών τους, σύμφωνα με τις νομικές βάσεις τους, συμπληρωματικά προς τα προγράμματα εργασίας τους και με την επιφύλαξη της προβλεπόμενης συνολικής μείωσης του προσωπικού.

· Η τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής θα χρησιμοποιείται για τη στήριξη κρατών μελών και δικαιούχων, για την ενθάρρυνση της αμοιβαίας μάθησης και τη βελτίωση της επικοινωνίας (περιλαμβανομένης, κατά περίπτωση, και της επικοινωνίας μεταξύ επιχειρήσεων) και αξιολόγησης. Οι πιστώσεις αυτές θα στηρίζουν επίσης τα επαρκή μέτρα ελέγχου στην Ένωση και τις τρίτες χώρες σε σχέση με χρηματοδοτούμενες δράσεις και τη λειτουργία του συστήματος ΤΠ που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης.

5.2. Απλούστευση των μέσων εφαρμογής

Για την επιμερισμένη διαχείριση

· Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να έχει ένα μόνον εθνικό πρόγραμμα ανά Ταμείο, το οποίο θα περιλαμβάνει διάφορους τομείς πολιτικής και θα χρηματοδοτείται από τον προϋπολογισμό της ΕΕ για μια ολοκληρωμένη πολιτική μετανάστευσης αντίστοιχα, η οποία θα περιλαμβάνει την ένταξη, το άσυλο και τον επαναπατρισμό, όσον αφορά το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης, και μια συνολική στρατηγική εσωτερικής ασφάλειας, η οποία θα περιλαμβάνει την αστυνομική συνεργασία, την ασφάλεια των συνόρων, την καταστολή του σοβαρού συνοριακού εγκλήματος, την απάτη σε σχέση με έγγραφα κλπ., όσον αφορά το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας.

· Το νέο πλαίσιο συνιστά σημαντική απλούστευση και μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης σε σύγκριση με τα υφιστάμενα τέσσερα Ταμεία, τα οποία εργάζονται τόσο βάσει πολυετούς στρατηγικής όσο και βάσει ετήσιων προγραμμάτων. Ο ανώτατος αριθμός προγραμμάτων θα είναι 26 για το ΤΑΜ (εξαιρουμένης της Δανίας), εάν το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία επιλέξουν να συμμετάσχουν, και 27 για το ΤΕΑ (όλα τα κράτη μέλη). Επιπλέον, τα κράτη μέλη του Σένγκεν θα συμμετέχουν στο ΤΕΑ όσον αφορά τις συνιστώσες για τα εξωτερικά σύνορα και τις θεωρήσεις και την αστυνομική συνεργασία.

· Αναμένεται μικρός αριθμός αναθεωρήσεων των εθνικών προγραμμάτων: τα προγράμματα θα εστιάζονται σε γενικούς και ειδικούς στόχους και όχι στον πλήρη εντοπισμό των δράσεων. Στόχος είναι, εφόσον είναι εφικτό και με την επιφύλαξη νέων ή απρόβλεπτων περιστάσεων, να λαμβάνεται μία απόφαση ανά κράτος μέλος και ανά Ταμείο για την έγκριση του πολυετούς προγράμματος και, εφόσον είναι απαραίτητο, μία απόφαση για την αναθεώρηση του προγράμματος στο πλαίσιο της ενδιάμεσης επανεξέτασης.

· Όσον αφορά τα Ταμεία του ΚΠΣ, η αρχή της εταιρικής σχέσης πρέπει να εφαρμόζεται μέσω μιας επιτροπής παρακολούθησης.

· Κάθε κράτος μέλος θα δημιουργήσει ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου ανά Ταμείο, με τη δυνατότητα εφαρμογής ενός μόνον συστήματος που θα καλύπτει και τα δύο Ταμεία. Για να ληφθούν υπόψη οι εθνικές θεσμικές ιδιαιτερότητες τα κράτη μέλη μπορούν να συγκροτούν εξουσιοδοτημένες αρχές στις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν συγκεκριμένα καθήκοντα (προγραμματισμού και εφαρμογής).

· Η επιλεξιμότητα των δαπανών καθορίζεται βάσει εθνικών κανόνων, με την επιφύλαξη ενός περιορισμένου αριθμού κοινών, απλών αρχών. Η μέθοδος αυτή θα πρέπει να επιφέρει σημαντική βελτίωση στη διαχείριση έργων στο επίπεδο των δικαιούχων. Οι μέθοδοι απλουστευμένου κόστους, όπως τα κατ’ αποκοπή ποσοστά και τα εφάπαξ ποσά, παρέχουν στα κράτη μέλη τα μέσα να θεσπίζουν μεθόδους διαχείρισης, με γνώμονα τις επιδόσεις στο επίπεδο των δικαιούχων.

Για την άμεση και έμμεση διαχείριση

· Η χρηματοδοτική συνδρομή θα είναι διαθέσιμη σε περίπτωση εκτάκτων καταστάσεων, όπως ορίζουν οι σχετικές διατάξεις των ειδικών κανονισμών. Ο μηχανισμός θα ενεργοποιείται από την Επιτροπή, αλλά και με πρωτοβουλία των κρατών μελών, της επιτροπής του άρθρου 71 (COSI), η οποία απαρτίζεται από τον αντιπρόσωπο της Προεδρίας της Ένωσης, ή άλλων ενδιαφερόμενων φορέων, όπως διεθνείς οργανισμοί (Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης, κλπ.) και οργανισμών της Ένωσης για τις εσωτερικές υποθέσεις.

· Χρησιμοποιούνται όλα τα δυνατά μέσα για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός, με τη συγκέντρωση πόρων για την επίτευξη ενός περιορισμένου αριθμού στόχων της ΕΕ και τη χρησιμοποίηση της εμπειρογνωμοσύνης των βασικών φορέων, κατά περίπτωση, βάσει συμφωνιών εταιρικής σχέσης και συμφωνιών πλαισίων.

· Για τη χρηματοδοτική στήριξη της ανάπτυξης νέων συστημάτων ΤΠ («δέσμη μέτρων για τα έξυπνα σύνορα»), το υφιστάμενο σύστημα των ετήσιων αποφάσεων χρηματοδότησης που επιτρέπουν στην Επιτροπή να αναπτύσσει τα κεντρικά στοιχεία θα αντικατασταθεί από ένα πολυετές πλαίσιο.

5.3. Ευελιξία

Για επιμερισμένη διαχείριση

· Η επίπτωση της ενδιάμεσης αξιολόγησης θα εξαρτηθεί από την κατάσταση στα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη που θεωρείται ότι παρουσιάζουν πρόσθετους κινδύνους ή λαμβάνουν συμπληρωματικούς πόρους για να υλοποιήσουν ειδικές προτεραιότητες της Ένωσης θα κληθούν να αναθεωρήσουν τα ποσά στα σχέδια χρηματοδότησής τους και κατά περίπτωση, να προσθέσουν στοιχεία στα προγράμματά τους.

· Η δημοσιονομική ευελιξία είναι μέρος και στοιχείο της τρέχουσας Διοργανικής Συμφωνίας για τη δημοσιονομική πειθαρχία και της πρότασης της Επιτροπής για τον κανονισμό του ΠΔΠ. Αποτυπώνεται επίσης στην πρόταση για την αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού και των κανόνων εφαρμογής του. Θα υλοποιείται, συνεπώς, ιδίως μέσω των διαφόρων μέσων που προβλέπουν αυτές οι προτάσεις, με γνώμονα, ως κεντρικά στάδια για την υλοποίησή τους, τον πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό και την ετήσια ενημέρωσή του, τις ετήσιες πιστώσεις του προϋπολογισμού και την ετήσια εκτέλεση του προϋπολογισμού.

· Οι ειδικοί κανονισμοί καθορίζουν τα ποσά που θα διατεθούν στα εθνικά προγράμματα, στις δράσεις της Ένωσης και σε άλλες δραστηριότητες. Εντούτοις, στις συνολικές πιστώσεις του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών προβλέπεται ότι η Επιτροπή μπορεί, με κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, να τροποποιήσει ορισμένα ποσά, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η βέλτιστη χρήση του προϋπολογισμού της Ένωσης.

Για άμεση και έμμεση διαχείριση

· Οι ετήσιες πιστώσεις για τις δράσεις της Ένωσης, για την βοήθεια έκτακτης ανάγκης και, με την επιφύλαξη των ετήσιων ανώτατων ορίων, την τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής, θεωρούνται ως ένα ενιαίο «κονδύλιο», γεγονός που παρέχει τη μέγιστη δυνατή ευελιξία να λαμβάνονται αποφάσεις για τον τρόπο διάθεσης των πόρων από έτος σε έτος, σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες ανάγκες.

· Οι δράσεις της Ένωσης ορίζονται σε γενικές γραμμές, με τρόπο που να παρέχονται στην Επιτροπή όλα τα απαραίτητα εργαλεία για να ασκεί τα καθήκοντα νομοθετικής πρωτοβουλίας και πολιτικού συντονισμού.

– Εστιάζονται στις διακρατικές πτυχές (συνεργασία, συγκριτική ανάλυση, δίκτυα) που απαιτούν συντονισμένες δράσεις σε όλα τα κράτη μέλη και ενεργητική στήριξη συλλογικών και αλληλοενισχυόμενων δράσεων των κρατών μελών και άλλων φορέων που παγιώνουν τη συνεργασία της Ένωσης και συμβάλλουν στην αμοιβαία μάθηση και την καινοτομία.

– Επιτρέπουν επίσης την υλοποίηση δράσεων που δεν έχουν διακρατικό χαρακτήρα, αλλά παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ένωση στο σύνολό της για την ανάπτυξη της πολιτικής σε αυτούς τους τομείς.

– Μπορούν να καλύπτουν δράσεις σε τρίτες χώρες και σε σχέση με τρίτες χώρες.

– Οι ειδικοί κανονισμοί προβλέπουν την εφαρμογή σε σχέση με όλες τις πολιτικές και τους στόχους που στηρίζονται από τα Ταμεία, ακόμη και τη χρηματοδότηση πολιτικών πτυχών της λειτουργίας των Ταμείων. Στην περίπτωση της συνιστώσας του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας που αφορά τη διαχείριση των συνόρων και των θεωρήσεων, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την εφαρμογή του μηχανισμού αξιολόγησης και παρακολούθησης Σένγκεν.

· Ως εκ τούτου, οι ειδικοί κανονισμοί προβλέπουν επίσης τη στήριξη της ανάπτυξης δικτύων της κοινωνίας των πολιτών και διακρατικών δικτύων (ιδίως για το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης) και τη δοκιμή και επικύρωση έρευνας, π.χ. σχέδια εφαρμοσμένης έρευνας, για να καλυφθεί το κενό από το Πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» μέχρι τη λειτουργική χρήση (ιδίως για το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας).

5.4. Ένα συνεπές και αποτελεσματικό πλαίσιο αναφοράς, παρακολούθησης και αξιολόγησης

Για την επιμερισμένη διαχείριση

· Σε ετήσια βάση, τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή του πολυετούς προγράμματος, ως αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμών. Για να συνεισφέρουν στη διαδικασία ενδιάμεσης επανεξέτασης, θα ζητηθεί από τα κράτη μέλη το 2017 να παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες όσον αφορά την πρόοδο προς την επίτευξη των στόχων. Παρόμοια διαδικασία θα ακολουθηθεί και το 2019, ώστε να καταστούν δυνατές, εάν είναι απαραίτητο, οι προσαρμογές κατά το τελευταίο δημοσιονομικό έτος (2020).

· Για να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη ενός πνεύματος με βάση την αξιολόγηση στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων, τα Ταμεία θα διαθέτουν κοινό πλαίσιο αξιολόγησης και παρακολούθησης με δείκτες που αφορούν τη γενική πολιτική. Αυτό τονίζει την προσέγγιση των Ταμείων βάσει αποτελεσμάτων και τον καθοριστικό ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν στο μείγμα πολιτικής για την επίτευξη των στόχων προς ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Οι δείκτες αυτοί αφορούν τον αντίκτυπο που θα μπορούσαν να έχουν τα Ταμεία: την ανάπτυξη μιας κοινής αντίληψης για την ασφάλεια των συνόρων, την αστυνομική συνεργασία και τη διαχείριση κρίσεων· την αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών προς την ΕΕ· τη δίκαιη και ίση μεταχείριση υπηκόων τρίτων χωρών· την αλληλεγγύη και συνεργασία μεταξύ κρατών μελών για την αντιμετώπιση της μετανάστευσης και των ζητημάτων εσωτερικής ασφάλειας και μια κοινή προσέγγιση από την Ένωση τόσο της μετανάστευσης όσο και της ασφάλειας έναντι τρίτων χωρών.

· Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών της αξιολόγησης και με γνώμονα την πρακτική εμπειρία των κρατών μελών σε σχέση με την αξιολόγηση στο πλαίσιο του υφισταμένου συστήματος χρηματοδότησης της Ένωσης για τις εσωτερικές υποθέσεις, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα συνεργαστούν για να αναπτύξουν μέσω της εφαρμογής μέτρων το κοινό πλαίσιο αξιολόγησης και παρακολούθησης, μεταξύ άλλων, με τον καθορισμό υποδειγμάτων και κοινών δεικτών εκροών και αποτελεσμάτων.

· Όλα τα μέτρα θα καθοριστούν κατά την έναρξη της περιόδου προγραμματισμού, παρέχοντας στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να καθορίσουν τα συστήματά τους υποβολής εκθέσεων και αξιολόγησης βάσει των συμφωνημένων αρχών και απαιτήσεων.

· Για να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση και να εξασφαλιστούν οι συνέργειες ανάμεσα στην υποβολή εκθέσεων και την αξιολόγηση, τα στοιχεία που απαιτούνται για τις εκθέσεις αξιολόγησης θα βασίζονται και θα συμπληρώνουν τις πληροφορίες που παρέχουν τα κράτη μέλη στις ετήσιες εκθέσεις εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων.

· Η έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης πρέπει να υποβληθεί το 2018 και να ενταχθεί στον προβληματισμό για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού.

2011/0367 (COD)

Πρόταση

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σχετικά με τον καθορισμό γενικών διατάξεων όσον αφορά το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το μέσο για τη χρηματοδοτική στήριξη της αστυνομικής συνεργασίας, της πρόληψης και καταστολής της εγκληματικότητας και της διαχείρισης κρίσεων

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 78 παράγραφος 2, 79 παράγραφος 2, 79 παράγραφος 4, 82 παράγραφος 1, 84 και 87 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβιβάσεως του έργου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[8],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[9],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η πολιτική εσωτερικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποσκοπεί στη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης: ενός χώρου χωρίς ευρωπαϊκά σύνορα όπου οι άνθρωποι μπορούν να εισέρχονται, να μετακινούνται, να ζουν και να εργάζονται ελεύθερα, έχοντας την πεποίθηση ότι τα δικαιώματά τους είναι απολύτως σεβαστά και η ασφάλειά τους διασφαλισμένη, λαμβάνοντας υπόψη τις κοινές προκλήσεις, όπως η ανάπτυξη μιας συνολικής μεταναστευτικής πολιτικής της Ένωσης για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνοχής της Ένωσης, τη δημιουργία ενός κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου και την πρόληψη και καταστολή των κινδύνων του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και της τρομοκρατίας.

(2) Η χρηματοδότηση της Ένωσης για τη στήριξη της ανάπτυξης αυτού του χώρου συνιστά συγκεκριμένο δείγμα αλληλεγγύης και επιμερισμού ευθυνών που είναι απολύτως απαραίτητα για την αντιμετώπιση των κοινών προκλήσεων.

(3) Η ύπαρξη ενός κοινού πλαισίου θα διασφαλίζει την αναγκαία συνοχή, την απλούστευση και την ενιαία εφαρμογή της χρηματοδότησης της ΕΕ σε όλους τους εξεταζόμενους τομείς πολιτικής.

(4) Ένα κοινό πλαίσιο θα πρέπει να θεσπίζει τους κανόνες της συνδρομής και να καθορίζει τις αρμοδιότητες των κρατών μελών και της Επιτροπής για τη διασφάλιση της εφαρμογής αυτών των κανόνων.

(5) Η εν λόγω χρηματοδότηση της Ένωσης θα ήταν αποτελεσματικότερη και καλύτερα στοχευμένη, εάν η συγχρηματοδότηση επιλέξιμων δράσεων βασιζόταν σε στρατηγικό πολυετή προγραμματισμό, που καταρτίζεται από κάθε κράτος μέλος σε συνεννόηση με την Επιτροπή.

(6) Μέτρα που εφαρμόζονται σε τρίτες χώρες και σε σχέση με τρίτες χώρες, τα οποία χρηματοδοτούνται από το παρόν μέσο, πρέπει να λαμβάνονται σε συνέργεια και σε συνέπεια με τις άλλες δράσεις εκτός της Ένωσης που χρηματοδοτούνται από τα μέσα εξωτερικής βοήθειας της Ένωσης, τόσο γεωγραφικά όσο και θεματικά. Συγκεκριμένα, κατά την εφαρμογή των εν λόγω δράσεων, πρέπει να επιδιώκεται η απόλυτη συνοχή με τις αρχές και τους γενικούς στόχους της εξωτερικής δράσης και της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης σε σχέση με την εκάστοτε χώρα ή περιοχή. Δεν πρέπει να αποσκοπούν στη χρηματοδότηση δράσεων με άμεσα αναπτυξιακό προσανατολισμό και πρέπει να συμπληρώνουν, κατά περίπτωση, τη χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται από τα μέσα εξωτερικής βοήθειας. Θα εξασφαλίζεται επίσης η συνοχή με την ανθρωπιστική πολιτική της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την εφαρμογή επειγόντων μέτρων.

(7) Η εξωτερική δράση πρέπει να είναι συνεπής και συνεκτική, σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4 της ΣΕΕ.

(8) Πριν από την εκπόνηση των πολυετών προγραμμάτων ως μέσου για την επίτευξη των στόχων αυτής της χρηματοδότησης της Ένωσης, τα κράτη μέλη και η Επιτροπή πρέπει να διεξάγουν πολιτικό διάλογο και βάσει αυτού να θεσπίζουν μια συνεπή στρατηγική για κάθε κράτος μέλος.

(9) Πραγματοποιείται ενδιάμεση επανεξέταση αυτής της στρατηγικής για να διασφαλιστεί η απαραίτητη χρηματοδότηση την περίοδο 2018-2020.

(10) Τα κράτη μέλη πρέπει να θεσπίσουν εταιρική σχέση με τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς για την προετοιμασία, εφαρμογή και παρακολούθηση των εθνικών προγραμμάτων τους κατά το σύνολο της πολυετούς περιόδου. Τα κράτη μέλη πρέπει να συστήσουν επιτροπές παρακολούθησης για να παρακολουθούν τα εθνικά προγράμματα και να τα βοηθούν να επανεξετάζουν την εφαρμογή και την πρόοδο ως προς την επίτευξη των στόχων.

(11) Η επιλεξιμότητα των δαπανών στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων πρέπει να καθορίζεται από την εθνική νομοθεσία, με την επιφύλαξη κοινών αρχών. Οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης για την επιλεξιμότητα των δαπανών πρέπει να καθορίζονται κατά τρόπο που να προβλέπεται η εφαρμογή ενιαίων και ίσων κανόνων στα εθνικά προγράμματα.

(12) Η τεχνική βοήθεια πρέπει να επιτρέπει στα κράτη μέλη να στηρίζουν την εφαρμογή των εθνικών προγραμμάτων τους και να βοηθούν τους δικαιούχους να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους βάσει της νομοθεσίας της Ένωσης.

(13) Για να διασφαλιστεί ένα κατάλληλο πλαίσιο για την ταχεία παροχή έκτακτης βοήθειας, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να επιτρέπει τη χρηματοδότηση δράσεων, οι δαπάνες των οποίων πραγματοποιήθηκαν πριν από την υποβολή αίτησης για τη χορήγηση παρόμοιας συνδρομής, σύμφωνα με τη διάταξη του δημοσιονομικού κανονισμού[10] η οποία επιτρέπει αυτή την ευελιξία σε δεόντως τεκμηριωμένες έκτακτες περιπτώσεις.

(14) Τα οικονομικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να προστατεύονται με αναλογικά μέτρα σε ολόκληρο τον κύκλο των δαπανών, που συμπεριλαμβάνουν την πρόληψη, τον εντοπισμό και τη διερεύνηση παρατυπιών, την ανάκτηση του χρηματοδοτικού κόστους, την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ή τη μη ορθή χρήση της χρηματοδότησης και, κατά περίπτωση, την επιβολή χρηματικών ποινών.

(15) Τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν επαρκή μέτρα που εγγυώνται την ορθή λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου και την ποιότητα της εφαρμογής. Προς το σκοπό αυτό, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν οι γενικές αρχές και οι αναγκαίες λειτουργίες τις οποίες θα πρέπει να διαθέτουν τα συστήματα.

(16) Πρέπει να προσδιοριστούν οι υποχρεώσεις των κρατών μελών σε σχέση με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, την πρόληψη, την ανίχνευση και διόρθωση παρατυπιών και των παραβάσεων της νομοθεσίας της Ένωσης, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική και ορθή εφαρμογή των εθνικών προγραμμάτων τους.

(17) Σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την πρωταρχική ευθύνη, μέσω των συστημάτων τους διαχείρισης και ελέγχου, για την εφαρμογή και τον έλεγχο των εθνικών προγραμμάτων.

(18) Μόνον οι διαπιστευμένες από τα κράτη μέλη αρμόδιες αρχές παρέχουν διαβεβαίωση ότι έχουν διενεργηθεί οι αναγκαίοι έλεγχοι πριν από τη χορήγηση της στήριξης από τον προϋπολογισμό της Ένωσης στους δικαιούχους. Πρέπει, συνεπώς, να οριστεί ρητά ότι μόνον οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από διαπιστευμένες αρμόδιες αρχές μπορεί να επιστραφούν από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

(19) Πρέπει να θεσπιστούν οι εξουσίες και αρμοδιότητες της Επιτροπής να επαληθεύσει την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και να απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα.

(20) Οι αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης πρέπει να πραγματοποιούνται σε ετήσια βάση. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση του προγραμματισμού είναι απαραίτητο να θεσπιστούν κοινοί κανόνες για την καταβολή του ετήσιου υπολοίπου και του τελικού υπολοίπου.

(21) Η καταβολή προχρηματοδότησης κατά την έναρξη των προγραμμάτων εξασφαλίζει ότι το κράτος μέλος έχει τα μέσα να παρέχει στήριξη στους δικαιούχους για την υλοποίηση του προγράμματος μόλις εγκριθεί. Ως εκ τούτου, πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις για τα ποσά της αρχικής προχρηματοδότησης. Η αρχική προχρηματοδότηση θα πρέπει να εκκαθαριστεί πλήρως κατά το κλείσιμο του προγράμματος.

(22) Η τριετής αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού[11] επιφέρει τροποποιήσεις στις αρχές της επιμερισμένης διαχείρισης, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

(23) Για να ενισχυθεί η υποχρέωση λογοδοσίας όσον αφορά τις δαπάνες που συγχρηματοδοτούνται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης ένα δεδομένο έτος, πρέπει να δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο για την ετήσια εκκαθάριση λογαριασμών. Βάσει αυτού του πλαισίου, η αρμόδια αρχή πρέπει να υποβάλει στην Επιτροπή, για ένα εθνικό πρόγραμμα, διαχειριστική δήλωση μαζί με τους ετήσιους λογαριασμούς, συνοπτική έκθεση και γνωμοδότηση ανεξάρτητου λογιστικού ελέγχου και έκθεση ελέγχου.

(24) Για τη μεγαλύτερη αξιοπιστία της ετήσιας εκκαθάρισης λογαριασμών στην Ένωση, θεσπίζονται κοινές διατάξεις για τον χαρακτήρα και το επίπεδο των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται από τα κράτη μέλη.

(25) Για να εξασφαλιστεί, ωστόσο, η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των πόρων της Ένωσης, ενδέχεται να είναι απαραίτητο να πραγματοποιεί η Επιτροπή δημοσιονομικές διορθώσεις. Για να υπάρχει ασφάλεια δικαίου για τα κράτη μέλη, είναι σημαντικό να καθοριστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει δημοσιονομικές διορθώσεις για παραβιάσεις της εφαρμοστέας ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας. Για να διασφαλιστεί ότι οι δημοσιονομικές διορθώσεις που μπορεί να επιβάλει η Επιτροπή στα κράτη μέλη συνδέονται με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, αυτές πρέπει να περιορίζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραβίαση της ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας αφορά άμεσα ή έμμεσα την επιλεξιμότητα, την κανονικότητα, τη διαχείριση ή τον έλεγχο των πράξεων και την αντίστοιχη δαπάνη. Για να εξασφαλιστεί η αναλογικότητα, η Επιτροπή οφείλει να εξετάζει τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης κατά τον καθορισμό του ποσού της δημοσιονομικής διόρθωσης. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να καθοριστούν τα κριτήρια εφαρμογής δημοσιονομικών διορθώσεων από την Επιτροπή και η διαδικασία που μπορεί να καταλήξει στη λήψη απόφασης για δημοσιονομική διόρθωση.

(26) Για να οριστεί η δημοσιονομική σχέση μεταξύ των αρμόδιων αρχών και του προϋπολογισμού της Ένωσης, η Επιτροπή πρέπει να πραγματοποιεί εκκαθάριση λογαριασμών αυτών των αρχών σε ετήσια βάση. Η απόφαση εκκαθάρισης λογαριασμών πρέπει να καλύπτει την πληρότητα, την ακρίβεια και την αξιοπιστία των λογαριασμών, αλλά όχι τη συμμόρφωση της δαπάνης με τη νομοθεσία της Ένωσης.

(27) Η Επιτροπή, η οποία είναι υπεύθυνη για την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οφείλει να αποφασίζει αν οι δαπάνες που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη είναι σύμφωνες με τη νομοθεσία της Ένωσης. Πρέπει να παρέχεται στα κράτη μέλη το δικαίωμα να αιτιολογούν τις αποφάσεις τους για την πραγματοποίηση των πληρωμών. Για να δοθούν στα κράτη μέλη νομικές και οικονομικές διασφαλίσεις όσον αφορά τις δαπάνες του παρελθόντος, πρέπει να καθοριστεί μέγιστη περίοδος στη διάρκεια της οποίας η Επιτροπή θα μπορεί να αποφασίζει τις δημοσιονομικές συνέπειες της μη συμμόρφωσης.

(28) Για να ενθαρρυνθεί η δημοσιονομική πειθαρχία, πρέπει να καθοριστούν οι ρυθμίσεις αποδέσμευσης οποιουδήποτε τμήματος της δημοσιονομικής ανάληψης υποχρέωσης για ένα εθνικό πρόγραμμα, συγκεκριμένα όταν ένα ποσό πρέπει να εξαιρεθεί από την αποδέσμευση πόρων, ιδίως όταν οι καθυστερήσεις της υλοποίησης είναι αποτέλεσμα δικαστικής διαδικασίας ή διοικητικής προσφυγής με ανασταλτικό αποτέλεσμα ή οφείλονται σε λόγους ανωτέρας βίας.

(29) Για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των γενικών κανόνων για την αποδέσμευση, οι κανόνες που θεσπίζονται πρέπει να αναφέρουν λεπτομερώς τον τρόπο καθορισμού των προθεσμιών για την αποδέσμευση και υπολογισμού των αντίστοιχων ποσών.

(30) Είναι σημαντικό να ενημερώνεται το ευρύ κοινό για τα επιτεύγματα των χρηματοδοτήσεων της Ένωσης. Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πώς επενδύονται οι δημοσιονομικοί πόροι της Ένωσης. Η βασική ευθύνη για τη διασφάλιση της μετάδοσης των σωστών πληροφοριών στο κοινό πρέπει να βαρύνει τόσο τις διαχειριστικές αρχές όσο και τους δικαιούχους. Για να εξασφαλιστούν η επαρκής ενημέρωση του κοινού και οι ισχυρότερες συνέργειες μεταξύ των δραστηριοτήτων επικοινωνίας που αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, οι πόροι που διατίθενται για ενέργειες επικοινωνίας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού συμβάλλουν στην κάλυψη της εταιρικής επικοινωνίας των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αυτές συνδέονται με τους γενικούς στόχους της χρηματοδότησης της Ένωσης.

(31) Για να διασφαλιστεί μία ευρεία διάδοση πληροφοριών σχετικά με τη χρηματοδότηση της Ένωσης και για να ενημερώνονται οι δυνητικοί δικαιούχοι για τις ευκαιρίες χρηματοδότησης, πρέπει να καθοριστούν βάσει του παρόντος κανονισμού λεπτομερείς κανόνες σχετικά με τα μέτρα πληροφόρησης και επικοινωνίας, καθώς και ορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά αυτών των μέτρων, και κάθε κράτος μέλος πρέπει να δημιουργήσει έναν διαδικτυακό τόπο ή πύλη με τις αναγκαίες πληροφορίες.

(32) Η αποτελεσματικότητα και ο αντίκτυπος των χρηματοδοτούμενων δράσεων εξαρτώνται επίσης από την αξιολόγησή τους και τη διάδοση των αποτελεσμάτων τους. Πρέπει να ορισθούν επίσημα οι αρμοδιότητες των κρατών μελών και της Επιτροπής προς αυτό το σκοπό καθώς και οι ρυθμίσεις για να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία της αξιολόγησης και η ποιότητα των συναφών πληροφοριών.

(33) Για την τροποποίηση των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις κοινές αρχές επιλεξιμότητας των δαπανών, πρέπει να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις απαραίτητες διαβουλεύσεις κατά το προπαρασκευαστικό έργο της, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την επεξεργασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και αναγκαία διαβίβαση των συναφών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(34) Για να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή[12].

(35) Η διαδικασία εξέτασης πρέπει να εφαρμόζεται για τις εκτελεστικές πράξεις που ορίζουν τις κοινές υποχρεώσεις των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά τη διάταξη για την παροχή πληροφοριών στην Επιτροπή, και η διαδικασία συμβουλευτικής επιτροπής πρέπει να εφαρμόζεται για την έκδοση εκτελεστικών πράξεων σε σχέση με τα υποδείγματα βάσει των οποίων πρέπει να κοινοποιούνται τα στοιχεία στην Επιτροπή, λόγω του καθαρά τεχνικού χαρακτήρα τους.

(36) Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η θέσπιση γενικών διατάξεων, είναι αδύνατο να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη του στόχου αυτού. Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου σχετικά με τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για τη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω Πρωτοκόλλου, αυτά τα κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύονται από αυτόν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή του. [Ή][Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία ανακοίνωσαν ότι επιθυμούν να συμμετέχουν στην έκδοση και εφαρμογή του παρόντος κανονισμού].

(37) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου σχετικά με τη θέση της Δανίας που προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση του παρόντος κανονισμού και δεν δεσμεύεται από αυτόν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή του·

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1

Σκοπός και πεδίο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει γενικούς κανόνες εφαρμογής των ειδικών κανονισμών όσον αφορά:

α)           τη χρηματοδότηση δαπανών·

β)           την εταιρική σχέση, τον προγραμματισμό, την υποβολή εκθέσεων, την παρακολούθηση και αξιολόγηση·

γ)           τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που θα θέσουν σε λειτουργία τα κράτη μέλη·

δ)           την εκκαθάριση λογαριασμών.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)           «ειδικοί κανονισμοί»:

– κανονισμός ../2012/ΕΕ [περί δημιουργίας του Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης για την περίοδο 2014-2010]·

– κανονισμός …/2012/ΕΕ [για τη δημιουργία του μηχανισμού χρηματοδοτικής στήριξης για την αστυνομική συνεργασία, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και τη διαχείριση κρίσεων, στο πλαίσιο του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας· και

– κάθε άλλος κανονισμός που προβλέπει την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

β)           «προγραμματισμός»: η διαδικασία οργάνωσης, λήψης αποφάσεων και χρηματοδότησης σε διάφορα στάδια, που αποσκοπεί στην εφαρμογή, σε πολυετή βάση, της κοινής δράσης της Ένωσης και των κρατών μελών για την επίτευξη των στόχων των ειδικών κανονισμών·

γ)           «δράση»: έργο ή ομάδα έργων που επιλέγονται από την αρμόδια αρχή του οικείου εθνικού προγράμματος ή υπό την ευθύνη της, που συμβάλλουν στην επίτευξη των γενικών και ειδικών στόχων τους οποίους επιδιώκουν οι ειδικοί κανονισμοί·

δ)           «δράση της Ένωσης»: διακρατική δράση ή δράση ειδικού ενδιαφέροντος για την Ένωση, όπως ορίζεται στους ειδικούς κανονισμούς·

ε)           «έργο»: τα ειδικά, πρακτικά μέσα που χρησιμοποιούνται για την υλοποίηση ολόκληρης ή μέρους μιας δράσης από ένα δικαιούχο χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Ένωσης·

στ)         «επείγουσα συνδρομή»: έργο ή ομάδα έργων για την αντιμετώπιση μιας έκτακτης κατάστασης, όπως ορίζεται στους ειδικούς κανονισμούς·

ζ)           «δικαιούχος»: ο αποδέκτης συνεισφοράς της Ένωσης στο πλαίσιο ενός έργου. Οι δικαιούχοι μπορεί να είναι ένας δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας, διεθνείς οργανισμοί ή ο Ερυθρός Σταυρός (ΔΕΕΣ), η Διεθνής Ομοσπονδία Εθνικών Εταιρειών του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ

Άρθρο 3

Γενικές αρχές

1. Οι ειδικοί κανονισμοί προβλέπουν τη στήριξη, μέσω εθνικών προγραμμάτων, δράσεων της Ένωσης και βοήθειας έκτακτης ανάγκης, που συμπληρώνει τις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές παρεμβάσεις οι οποίες επιδιώκουν τους στόχους της Ένωσης.

2. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η στήριξη που παρέχεται βάσει των ειδικών κανονισμών και από τα κράτη μέλη είναι σύμφωνη με τις δραστηριότητες, τις πολιτικές και τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμπληρωματική προς τους άλλους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3. Η χορηγούμενη βάσει των ειδικών κανονισμών στήριξη εφαρμόζεται σε στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.

4. Σύμφωνα με τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν από κοινού με την ΕΥΕΔ τον συντονισμό μεταξύ του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών καθώς και με άλλες πολιτικές και μηχανισμούς της Ένωσης, περιλαμβανομένων και αυτών που προβλέπονται στο πλαίσιο της εξωτερικής δράσης της Ένωσης.

5. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης σύμφωνα με το άρθρο [26] του δημοσιονομικού κανονισμού.

6. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της στήριξης που παρέχεται βάσει των ειδικών κανονισμών, και ιδίως μέσω της παρακολούθησης, υποβολής εκθέσεων και αξιολόγησης.

7. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη ασκούν τις αντίστοιχες αρμοδιότητές τους σε σχέση με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανονισμούς, με σκοπό τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους.

Άρθρο 4

Συμμόρφωση με το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο

Οι χρηματοδοτούμενες βάσει των ειδικών κανονισμών δράσεις είναι σύμφωνες με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 5

Προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

1. Κατά την υλοποίηση δράσεων που χρηματοδοτούνται βάσει των ειδικών κανονισμών, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα που διασφαλίζουν την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την εφαρμογή προληπτικών μέτρων κατά της απάτης, της διαφθοράς και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας, με τη διενέργεια αποτελεσματικών ελέγχων και, σε περίπτωση παρατυπιών, με την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και, εφόσον χρειασθεί, με την επιβολή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων.

2. Τα κράτη μέλη προλαμβάνουν, ανιχνεύουν και διορθώνουν παρατυπίες και ανακτούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά καθώς και τόκους υπερημερίας. Υποβάλλουν σχετικές εκθέσεις στην Επιτροπή και την τηρούν ενήμερη σχετικά με την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.

3. Όταν δεν είναι εφικτή η ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε δικαιούχο εξαιτίας παράλειψης ή αμέλειας από πλευράς ενός κράτους μέλους, το εν λόγω κράτος μέλος είναι υπεύθυνο για την επιστροφή των σχετικών ποσών στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης.

4. Τα κράτη μέλη παρέχουν αποτελεσματική προστασία κατά της απάτης, ιδίως όσον αφορά τους τομείς υψηλότερου κινδύνου, που λειτουργεί αποτρεπτικά, όσον αφορά τα οφέλη καθώς και την αναλογικότητα των μέτρων.

5. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ' εξουσιοδότηση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 54, όσον αφορά τις υποχρεώσεις των κρατών μελών που ορίζονται στην παράγραφο 4.

6. Η Επιτροπή ή οι εκπρόσωποί της και το Ελεγκτικό Συνέδριο έχουν την εξουσία διενέργειας λογιστικού ελέγχου, βάσει εγγράφων και επιτόπιων ελέγχων, η οποία ασκείται σε όλους τους δικαιούχους επιχορηγήσεων, αντισυμβαλλομένους και υπεργολάβους που έχουν εισπράξει κεφάλαια της Ένωσης.

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταστολής της Απάτης (OLAF) μπορεί να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις οικονομικών φορέων τους οποίους αφορά, άμεσα ή έμμεσα, η εν λόγω χρηματοδότηση σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζει ο κανονισμός (Eυρατόμ, EΚ) αριθ. 2185/96, με στόχο να διαπιστώσει την ύπαρξη απάτης, διαφθοράς ή άλλης παράνομης δραστηριότητας σε σχέση με συμφωνία επιχορήγησης ή απόφαση επιχορήγησης ή σύμβαση χρηματοδότησης από την Ένωση, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την επιφύλαξη του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, οι συμφωνίες συνεργασίας με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς, οι συμβάσεις επιχορήγησης και οι αποφάσεις επιχορήγησης που απορρέουν από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών, εξουσιοδοτούν ρητά την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο και την OLAF να διενεργούν αυτούς τους ελέγχους, τους επιτόπιους ελέγχους και τις επιθεωρήσεις.

Άρθρο 6

Προγραμματισμός

Οι στόχοι των ειδικών κανονισμών επιδιώκονται εντός του πλαισίου της περιόδου πολυετούς προγραμματισμού από το 2014 έως το 2020, με την επιφύλαξη ενδιάμεσης επανεξέτασης, σύμφωνα με το άρθρο 15.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

ΒΟΗΘΕΙΑ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Άρθρο 7

Πλαίσιο εφαρμογής

1. Η Επιτροπή καθορίζει το συνολικό ποσό που διατίθεται για τις δράσεις της Ένωσης, για βοήθεια έκτακτης ανάγκης και τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής, στο πλαίσιο των ετήσιων πιστώσεων του προϋπολογισμού της Ένωσης.

2. Η Επιτροπή εγκρίνει με εκτελεστική πράξη το πρόγραμμα εργασίας για τις δράσεις της Ένωσης και την βοήθεια έκτακτης ανάγκης. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 55 παράγραφος 3.

3. Για να εξασφαλιστεί η έγκαιρη διαθεσιμότητα των πόρων, η Επιτροπή μπορεί να εγκρίνει χωριστά ένα πρόγραμμα εργασίας για βοήθεια έκτακτης ανάγκης.

4. Οι δράσεις της ένωσης, η βοήθεια έκτακτης ανάγκης και η τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής μπορούν να υλοποιούνται:

– απευθείας από την Επιτροπή ή μέσω εκτελεστικών οργανισμών·

– έμμεσα, από οντότητες και πρόσωπα εκτός των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο [57] του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 8

Βοήθεια έκτακτης ανάγκης

1. Για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπως ορίζεται στους ειδικούς κανονισμούς, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει τη χορήγηση βοήθειας έκτακτης ανάγκης.

2. Εντός των ορίων των διαθέσιμων πόρων, η βοήθεια έκτακτης ανάγκης μπορεί να ανέλθει στο 100% της επιλέξιμης δαπάνης.

3. Μπορεί να συνίσταται σε βοήθεια στα κράτη μέλη και σε τρίτες χώρες, σύμφωνα με τους στόχους και τις δράσεις που ορίζονται στους ειδικούς κανονισμούς.

4. Η βοήθεια έκτακτης ανάγκης μπορεί να στηρίζει αναδρομικά δαπάνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης επιχορήγησης ή της αίτησης συνδρομής, όταν αυτό είναι αναγκαίο για την υλοποίηση της δράσης.

Άρθρο 9

Δράσεις της Ένωσης και βοήθεια έκτακτης ανάγκης σε τρίτες χώρες ή σε σχέση με αυτές

1. Η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να χρηματοδοτεί δράσεις της Ένωσης και βοήθεια έκτακτης ανάγκης σε ή σε σχέση με τρίτες χώρες, σύμφωνα με τους στόχους και τις δράσεις που ορίζονται στους ειδικούς κανονισμούς.

2. Όταν οι εν λόγω δράσεις υλοποιούνται άμεσα, επιτρέπεται να υποβάλουν αιτήσεις οι ακόλουθες οντότητες:

α)      κράτη μέλη·

β)      τρίτες χώρες ·

γ)      κοινοί φορείς που συγκροτούνται από τρίτες χώρες και την Ένωση ή κράτη μέλη·

δ)      διεθνείς οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων περιφερειακών οργανισμών, οργανισμοί, υπηρεσίες και αποστολές των Ηνωμένων Εθνών, διεθνείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και αναπτυξιακές τράπεζες και οργανισμοί διεθνούς δικαιοδοσίας, εφόσον συμβάλλουν στην επίτευξη των ειδικών στόχων των σχετικών ειδικών κανονισμών·

ε)      η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού (ΔΕΕΣ), η Διεθνής Ομοσπονδία Εθνικών Εταιρειών του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου·

στ)    μη κυβερνητικές οργανώσεις που συγκροτούνται και καταχωρούνται στην Ένωση και στις χώρες που συνδέονται με την εκτέλεση, εφαρμογή και ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν.

Άρθρο 10

Τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής

1. Με πρωτοβουλία της και για λογαριασμό της Επιτροπής, οι ειδικοί κανονισμοί μπορούν να χρηματοδοτούν προπαρασκευαστικά μέτρα, μέτρα παρακολούθησης, διοικητικής και τεχνικής υποστήριξης καθώς και την αξιολόγηση, τον δημοσιονομικό έλεγχο και τα μέτρα ελέγχου που είναι απαραίτητα για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

2. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται σε:

α)      συνδρομή για την εκπόνηση και εκτίμηση έργων·

β)      στήριξη για θεσμική ενίσχυση και δημιουργία διοικητικής ικανότητας για την αποτελεσματική διαχείριση του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών·

γ)      μέτρα που αφορούν την ανάλυση, τη διαχείριση, την παρακολούθηση, την ανταλλαγή πληροφοριών και την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών, καθώς και μέτρα που αφορούν την εφαρμογή συστημάτων ελέγχου και τεχνική και διοικητική συνδρομή

δ)      αξιολογήσεις, εκθέσεις εμπειρογνωμόνων, στατιστικές και μελέτες, μεταξύ άλλων και γενικού περιεχομένου, σχετικά με τη λειτουργία των ειδικών κανονισμών·

ε)      δράσεις για τη διάδοση πληροφοριών, τη στήριξη οργάνωσης δικτύων, την υλοποίηση δραστηριοτήτων επικοινωνίας, ευαισθητοποίησης και προώθηση της συνεργασίας και ανταλλαγή εμπειριών, και με τρίτες χώρες. Για να εξασφαλιστεί επαρκής ενημέρωση του κοινού και ισχυρότερες συνέργειες μεταξύ των δραστηριοτήτων επικοινωνίας που αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, οι πόροι που διατίθενται για ενέργειες επικοινωνίας στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού συμβάλλουν στην κάλυψη της εταιρικής επικοινωνίας των πολιτικών προτεραιοτήτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον αυτές συνδέονται με τους γενικούς στόχους του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

στ)    εγκατάσταση, λειτουργία και διασύνδεση πληροφοριακών συστημάτων για τη διαχείριση, παρακολούθηση, δημοσιονομικό έλεγχο, έλεγχο και αξιολόγηση·

ζ)      σχεδιασμό ενός κοινού πλαισίου αξιολόγησης και παρακολούθησης καθώς και συστημάτων δεικτών, λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, τους εθνικούς δείκτες·

η)      δράσεις για τη βελτίωση των μεθόδων αξιολόγησης και ανταλλαγή εμπειριών σχετικά με τις πρακτικές αξιολόγησης·

θ)      διασκέψεις, σεμινάρια, ομάδες εργασίας και άλλα κοινά μέτρα ενημέρωσης και κατάρτισης σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών για τις εντεταλμένες αρχές και τους δικαιούχους·

ι)       ενέργειες που συνδέονται με τον λογιστικό έλεγχο.

3. Οι δράσεις μπορούν να αφορούν τα προηγούμενα και μελλοντικά δημοσιονομικά πλαίσια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

ΕΘΝΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τμήμα 1 Προγραμματισμός και πλαίσιο εφαρμογής

Άρθρο 11

Επικουρική και αναλογική παρέμβαση

1. Τα κράτη μέλη και οι φορείς που ορίζονται από αυτά γι' αυτό τον σκοπό («εντεταλμένες αρχές») είναι υπεύθυνα για την εφαρμογή των προγραμμάτων και την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών στο κατάλληλο επίπεδο, σύμφωνα με το θεσμικό, νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο του κράτους μέλους και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανονισμούς.

2. Οι ρυθμίσεις που διέπουν την εφαρμογή και τη χρήση της χρηματοδότησης η οποία χορηγείται βάσει των ειδικών κανονισμών, και ιδίως των χρηματοδοτικών και διοικητικών πόρων που απαιτούνται για τις δραστηριότητες υποβολής εκθέσεων, αξιολόγησης, διαχείρισης και ελέγχου, λαμβάνουν υπόψη την αρχή της αναλογικότητας.

Άρθρο 12

Εταιρική σχέση

1.           Κάθε κράτος μέλος οργανώνει, σύμφωνα με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες και τις πρακτικές, εταιρική σχέση με τις αρμόδιες αρχές και τους φορείς για την εκπόνηση και εφαρμογή εθνικών προγραμμάτων.

Οι εν λόγω αρχές και οργανισμοί περιλαμβάνουν τις αρμόδιες περιφερειακές, τοπικές, αστικές αρχές και άλλες δημόσιες αρχές και, κατά περίπτωση, διεθνείς οργανισμούς και φορείς που αντιπροσωπεύουν την κοινωνία των πολιτών, όπως οι μη κυβερνητικές οργανώσεις ή οι κοινωνικοί εταίροι.

2.           Η εν λόγω εταιρική σχέση υλοποιείται με την πλήρη συμμόρφωση της αντίστοιχης θεσμικής, νομικής και δημοσιονομικής ευθύνης της κάθε κατηγορίας εταίρων.

3. Οι εταίροι συμμετέχουν στην προετοιμασία, εφαρμογή, παρακολούθηση και αξιολόγηση των εθνικών προγραμμάτων.

4. Κάθε κράτος μέλος συγκροτεί μία επιτροπή παρακολούθησης για τη στήριξη της εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων.

5. Η Επιτροπή μπορεί να συμμετέχει στις εργασίες της επιτροπής παρακολούθησης με συμβουλευτική ιδιότητα.

Άρθρο 13

Πολιτικός διάλογος

1. Για την έναρξη της περιόδου προγραμματισμού, η Επιτροπή και κάθε κράτος μέλος διεξάγουν πολιτικό διάλογο σχετικά με τις εθνικές ανάγκες και τη δυνητική συνεισφορά του προϋπολογισμού της ΕΕ για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών, με γνώμονα την αρχική κατάσταση στο οικείο κράτος μέλος και τους στόχους των ειδικών κανονισμών. Αυτός ο πολιτικός διάλογος ολοκληρώνεται με τη σύναψη κοινά αποδεκτών πρακτικών ή ανταλλαγή επιστολών που προσδιορίζει τις συγκεκριμένες ανάγκες και προτεραιότητες του οικείου κράτους μέλους και αποτελεί το πλαίσιο για την εκπόνηση των εθνικών προγραμμάτων.

Σε περίπτωση δράσεων που εφαρμόζονται σε σχέση με τρίτες χώρες, οι δράσεις αυτές δεν έχουν άμεσα αναπτυξιακό χαρακτήρα και ο πολιτικός διάλογος επιδιώκει την απόλυτη συνέπεια με τις αρχές και τους γενικούς στόχους της εξωτερικής δράσης και εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης όσον αφορά την εξεταζόμενη χώρα ή περιοχή.

2. Στο πλαίσιο της εξέτασης της αναφερόμενης στο άρθρο 39 αίτησης πληρωμής και της αναφερόμενης στο άρθρο 49 έκθεσης εφαρμογής, το οικείο κράτος μέλος και η Επιτροπή εξετάζουν την πρόοδο που επιτυγχάνεται σε σχέση με την εφαρμογή του εθνικού προγράμματος, με γνώμονα τα συμπεράσματα του πολιτικού διαλόγου.

Άρθρο 14

Προετοιμασία και έγκριση των εθνικών προγραμμάτων

1. Κάθε κράτος μέλος προτείνει, βάσει των συμπερασμάτων του πολιτικού διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1, ένα εθνικό πρόγραμμα σύμφωνα με τους ειδικούς κανονισμούς.

2. Κάθε προτεινόμενο εθνικό πρόγραμμα καλύπτει τα οικονομικά έτη της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020 και αποτελείται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)      περιγραφή της κατάστασης αναφοράς στο κράτος μέλος·

β)      ανάλυση των αναγκών του κράτους μέλους και των εθνικών στόχων που έχουν καθοριστεί για την ικανοποίηση αυτών των αναγκών κατά την περίοδο που καλύπτεται από το πρόγραμμα·

γ)      κατάλληλη στρατηγική εντοπισμού των στόχων που πρέπει να επιδιωχθούν με τη στήριξη του προϋπολογισμού της ΕΕ, των ειδικών στόχων για την επίτευξή τους, ενδεικτικού χρονοδιαγράμματος και παραδειγμάτων προβλεπόμενων δράσεων για την επίτευξη αυτών των στόχων·

δ)      τα μέσα οι οποίοι εξασφαλίζουν τον συντονισμό μεταξύ των μέσων που θεσπίζονται με τους ειδικούς κανονισμούς και άλλων ενωσιακών και εθνικών μέσων·

ε)      ενημέρωση για το πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης που θα τεθεί σε εφαρμογή και τους δείκτες που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της προόδου προς την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων σε σχέση με την κατάσταση αναφοράς στο κράτος μέλος·

στ)    ρυθμίσεις που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και αποδοτική εφαρμογή της στήριξης του προϋπολογισμού της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της προγραμματισμένης χρήσης τεχνικής βοήθειας και της επιλεγείσας μεθόδου για την εφαρμογή της αρχής της εταιρικής σχέσης η οποία ορίζεται στο άρθρο 12·

ζ)      προέργο χρηματοδότησης για κάθε οικονομικό έτος της περιόδου·

η)      τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τη δημοσιοποίηση του εθνικού προγράμματος·

θ)      τις διατάξεις εφαρμογής του εθνικού προγράμματος που περιλαμβάνουν τον ορισμό των εντεταλμένων αρχών.

3. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τα προτεινόμενα εθνικά προγράμματα στην Επιτροπή το αργότερο τρεις μήνες μετά την ολοκλήρωση του πολιτικού διαλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1.

4. Τα εθνικά προγράμματα καταρτίζονται σύμφωνα με το υπόδειγμα που εγκρίνει η Επιτροπή. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 55 παράγραφος 2.

5. Πριν εγκρίνει ένα προτεινόμενο εθνικό πρόγραμμα, η Επιτροπή εξετάζει:

α)      τη συνέπειά του με τους στόχους των ειδικών κανονισμών και τα συμπεράσματα του αναφερόμενου στο άρθρο 13 παράγραφος 1 πολιτικού διαλόγου·

β)      τη συνάφεια των γενικών και ειδικών στόχων, των δεικτών, του χρονοδιαγράμματος, και των ενδεικτικών δράσεων που προβλέπονται στα προτεινόμενα εθνικά προγράμματα, με βάση την προταθείσα στρατηγική·

γ)      τη συνάφεια των εκτελεστικών διατάξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σημείο i) με βάση τις προβλεπόμενες δράσεις·

δ)      τη συμφωνία του προτεινόμενου προγράμματος με το δίκαιο της Ένωσης·

ε)      τη συμπληρωματικότητα με τη στήριξη που παρέχουν άλλα Ταμεία της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου∙

στ)    όταν απαιτείται βάσει ενός ειδικού κανονισμού, για τους στόχους και τα παραδείγματα δράσεων σε ή σε σχέση με τρίτες χώρες, συνέπεια με τις αρχές και τους στόχους της εξωτερικής δράσης και της εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης σε σχέση με την εν λόγω χώρα ή περιοχή.

6. Η Επιτροπή διατυπώνει παρατηρήσεις εντός τριών μηνών από την ημερομηνία υποβολής του προταθέντος εθνικού προγράμματος. Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το προταθέν εθνικό πρόγραμμα δεν είναι σύμφωνο με τους στόχους των ειδικών κανονισμών, είναι ανεπαρκές με βάση τη στρατηγική ή δεν είναι σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης, καλεί το οικείο κράτος μέλος να παράσχει όλες τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, να αναθεωρήσει το προταθέν εθνικό πρόγραμμα. Το κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες συμπληρωματικές πληροφορίες και, κατά περίπτωση, αναθεωρεί το προταθέν εθνικό πρόγραμμα.

7. Η Επιτροπή εγκρίνει, με εκτελεστική πράξη, κάθε εθνικό πρόγραμμα το αργότερο εντός έξι μηνών από την επίσημη υποβολή του από το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι έχουν ληφθεί υπόψη ικανοποιητικά οι παρατηρήσεις που διατύπωσε η Επιτροπή.

8. Εάν υπάρξουν νέες ή απρόβλεπτες περιστάσεις, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή του οικείου κράτους μέλους, ένα εγκριθέν εθνικό πρόγραμμα μπορεί να επανεξεταστεί και, εάν είναι απαραίτητο, να αναθεωρηθεί για το υπολειπόμενο διάστημα της περιόδου προγραμματισμού.

Άρθρο 15

Ενδιάμεση επανεξέταση

1. Το 2017, η Επιτροπή και κάθε κράτος μέλος επανεξετάζουν την κατάσταση, με βάση τις εξελίξεις στις πολιτικές της ΕΕ και του οικείου κράτους μέλους.

2. Μετά την εν λόγω επανεξέταση, τα κράτη μέλη μπορούν να αναθεωρήσουν τα εθνικά τους προγράμματα. Τα εθνικά προγράμματα αναθεωρούνται για τα κράτη μέλη που εισπράττουν συμπληρωματικές πιστώσεις, σύμφωνα με τους ειδικούς κανονισμούς.

3. Οι κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 14 για την εκπόνηση και την έγκριση εθνικών προγραμμάτων εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και για την εκπόνηση και έγκριση αυτών των αναθεωρημένων εθνικών προγραμμάτων.

4. Η Επιτροπή κατανέμει, με εκτελεστικές πράξεις, στα κράτη μέλη τους πόρους για τα εθνικά προγράμματα οι οποίοι είναι διαθέσιμοι στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αξιολόγησης βάσει των ειδικών κανονισμών. Μετά την ολοκλήρωση της ενδιάμεσης επανεξέτασης, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και των Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση για την ενδιάμεση επανεξέταση που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

Άρθρο 16

Διάρθρωση της χρηματοδότησης

1. Οι χρηματοδοτικές συνεισφορές που χορηγούνται για τα εθνικά προγράμματα έχουν τη μορφή επιχορηγήσεων.

2. Οι υποστηριζόμενες δράσεις βάσει εθνικών προγραμμάτων συγχρηματοδοτούνται από δημόσιες ή ιδιωτικές πηγές, έχουν μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα και δεν χρηματοδοτούνται από άλλες πηγές που καλύπτονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

3. Η συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης δεν υπερβαίνει το 75% της συνολικής επιλέξιμης δαπάνης ενός έργου.

4. Η συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης μπορεί να αυξηθεί στο 90% βάσει ειδικών δράσεων ή στρατηγικών προτεραιοτήτων που ορίζονται στους ειδικούς κανονισμούς.

5. Η συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης μπορεί επίσης να αυξηθεί στο 90% σε δεόντως αιτιολογημένες περιστάσεις, ιδίως σε περίπτωση που δεν θα ήταν δυνατό να υλοποιηθούν τα έργα με διαφορετικό τρόπο και δεν θα μπορούσαν να επιτευχθούν οι στόχοι του εθνικού προγράμματος.

Άρθρο 17 Γενικές αρχές επιλεξιμότητας

1. Η επιλεξιμότητα των δαπανών καθορίζεται βάσει των εθνικών κανόνων, εκτός εάν το παράρτημα του παρόντος κανονισμού ή των ειδικών κανονισμών θεσπίζει ειδικούς κανόνες.

2. Σύμφωνα με τους ειδικούς κανονισμούς, για να είναι επιλέξιμες οι δαπάνες πρέπει:

α)      να εντάσσονται εντός του πεδίου των ειδικών κανονισμών και των στόχων τους·

β)      να είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των δραστηριοτήτων που καλύπτονται από το εξεταζόμενο έργο·

γ)      να είναι εύλογες και σύμφωνες με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, ειδικότερα από άποψη αντιστοιχίας αξίας και δαπάνης, καθώς και σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας·

3. Οι δαπάνες είναι επιλέξιμες για τη χρηματοδότηση βάσει των ειδικών κανονισμών, εάν:

– έχουν πραγματοποιηθεί και καταβληθεί από έναν δικαιούχο από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2022·

– έχουν πράγματι καταβληθεί από τη διαπιστευμένη αρμόδια αρχή από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 30η Ιουνίου 2023.

4. Οι δαπάνες που περιλαμβάνονται σε αιτήσεις πληρωμής από τον δικαιούχο προς την αρμόδια αρχή τεκμηριώνονται με τιμολόγια ή λογιστικά έγγραφα ισοδύναμης αποδεικτικής ισχύος, με εξαίρεση τις μορφές στήριξης βάσει του άρθρoυ 18 παράγραφος 1 στοιχεία β), γ) και δ). Γι' αυτές τις μορφές στήριξης, κατά παρέκκλιση του παραγράφου 3, τα ποσά που περιλαμβάνονται στην αίτηση πληρωμής είναι τα επιστρεφόμενα από την αρμόδια αρχή ποσά δαπανών στον δικαιούχο.

5. Τα καθαρά έσοδα που παράγονται άμεσα από ένα έργο κατά τη διάρκεια της εφαρμογής του τα οποία δεν ελήφθησαν υπόψη κατά τον χρόνο έγκρισης του έργου, αφαιρούνται από τις επιλέξιμες δαπάνες του έργου στην αίτηση τελικής πληρωμής που υποβάλλει ο δικαιούχος.

Άρθρο 18

Επιλέξιμες δαπάνες

1. Επιλέξιμες δαπάνες μπορούν να επιστραφούν με τους ακόλουθους τρόπους:

α)      επιστροφή επιλέξιμων δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί και καταβληθεί, μαζί, κατά περίπτωση, με το κόστος απόσβεσης·

β)      τυποποιημένη κλίμακα κόστους κατά μονάδα·

γ)      κατ’ αποκοπή ποσά·

δ)      κατ’ αποκοπή χρηματοδότηση που καθορίζεται με την εφαρμογή ενός ποσοστού σε μια προκαθορισμένη κατηγορία δαπανών.

2. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 εναλλακτικές δυνατότητες μπορεί να συνδυάζονται μόνον όταν καθεμία από αυτές καλύπτει διαφορετική κατηγορία δαπανών ή όταν χρησιμοποιούνται για διαφορετικά έργα που αποτελούν μέρος μιας δράσης ή διαδοχικών σταδίων μιας δράσης.

3. Όταν ένα έργο υλοποιείται αποκλειστικά μέσω σύμβασης έργων, αγαθών ή υπηρεσιών, εφαρμόζεται μόνον η παράγραφος 1 στοιχείο α).

4. Οι δαπάνες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία β), γ) και δ) καθορίζονται εκ των προτέρων βάσει:

α)      μιας δίκαιης, αντικειμενικής και επαληθεύσιμης μεθόδου υπολογισμού που βασίζεται σε:

(i)      στατιστικά δεδομένα ή άλλα αντικειμενικά στοιχεία· ή

(ii)      επαληθευμένα ιστορικά δεδομένα του κάθε δικαιούχου ή στην εφαρμογή των συνήθων πρακτικών λογιστικής εγγραφής δαπανών·

β)      μεθόδων και αντίστοιχων κλιμάκων κόστους κατά μονάδα, κατ’ αποκοπή ποσών και κατ’ αποκοπή συντελεστών που εφαρμόζονται σε άλλες πολιτικές της Ένωσης για παρόμοιο τύπο δράσης/έργου και δικαιούχου·

γ)      μεθόδων και αντίστοιχων κλιμάκων κόστους κατά μονάδα, εφ' άπαξ ποσών και κατ' αποκοπή συντελεστών που εφαρμόζονται σε άλλα συστήματα για επιχορηγήσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από το κράτος μέλος για παρόμοιο τύπο δράσης/έργου και δικαιούχου·

5. Το έγγραφο που καθορίζει τους όρους υποστήριξης για κάθε πράξη παραθέτει την εφαρμοστέα μέθοδο για τον καθορισμό των δαπανών της πράξης και των όρων για την καταβολή της επιχορήγησης.

6. Όταν η υλοποίηση ενός έργου συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες, αυτές μπορούν να υπολογιστούν κατ’ αποκοπή ή με έναν από τους ακόλουθους τρόπους:

α)      κατ' αποκοπή ποσό μέχρι το 20% των επιλέξιμων άμεσων δαπανών, όταν το ποσοστό υπολογίζεται βάσει δίκαιης, αντικειμενικής και επαληθεύσιμης μεθόδου υπολογισμού ή μιας μεθόδου που εφαρμόζεται στο πλαίσιο συστημάτων για επιχορηγήσεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από το κράτος μέλος για παρόμοιο τύπο δράσης/έργου ή δικαιούχου·

β)      ως πάγιος συντελεστής μέχρι το 15% των επιλέξιμων άμεσων δαπανών προσωπικού·

γ)      κατ' αποκοπή ποσό των επιλέξιμων άμεσων δαπανών βάσει των υφιστάμενων μεθόδων και των αντίστοιχων ποσοστών που εφαρμόζονται σε άλλες πολιτικές της Ένωσης για παρόμοιο τύπο δράσης/έργου και δικαιούχου.

7. Οι επιχορηγήσεις για τις οποίες η χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό της Ένωσης δεν υπερβαίνει το ποσό των 50.000 ευρώ έχουν τη μορφή κατ' αποκοπή ποσού ή τυποποιημένης κλίμακας μοναδιαίου κόστους.

8. Ο κατ' αποκοπή συντελεστής χρηματοδότησης, η τυποποιημένη κλίμακα μοναδιαίου κόστους και τα κατ' αποκοπή ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 4 μπορούν να υπολογιστούν για κάθε έργο χωριστά, με παραπομπή σε έργο προϋπολογισμού που έχει εγκριθεί εκ των προτέρων από την αρμόδια αρχή για επιχορηγήσεις για τις οποίες η συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης δεν υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ.

9. Η απόσβεση κόστους μπορεί να θεωρηθεί επιλέξιμη βάσει των ακόλουθων όρων:

α)      η δαπάνη είναι επιλέξιμη σύμφωνα με τους κανόνες επιλεξιμότητας του εθνικού προγράμματος·

β)      το ποσό της δαπάνης δικαιολογείται με παραστατικά που έχουν ισοδύναμη αποδεικτική αξία με τιμολόγια, όταν επιστρέφεται με τη μορφή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α)·

γ)      οι δαπάνες αφορούν αποκλειστικά την περίοδο υποστήριξης του έργου·

δ)      η στήριξη από τον προϋπολογισμό της Ένωσης δεν έχει χρησιμοποιηθεί για την αγορά των απομειωμένων στοιχείων ενεργητικού.

Άρθρο19

Μη επιλέξιμες δαπάνες

Οι ακόλουθες δαπάνες δεν είναι επιλέξιμες για συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης βάσει των ειδικών κανονισμών:

α)           τόκοι χρέους·

β)           αγορά μη οικοδομημένης γης·

γ)           αγορά οικοδομημένης γης, όταν αυτή είναι απαραίτητη για την υλοποίηση του έργου, εφόσον το ποσό δεν υπερβαίνει το 10% της συνολικής επιλέξιμης δαπάνης για το εξεταζόμενο έργο·

δ)           φόρος προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, τα ποσά του ΦΠΑ είναι επιλέξιμα όταν δεν είναι ανακτήσιμα δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τον ΦΠΑ και καταβάλλονται από δικαιούχο πλην του υποκείμενου στον φόρο, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 εδάφιο πρώτο της οδηγίας 2006/112/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι τα ποσοστά αυτά του ΦΠΑ δεν έχουν σχέση με την παροχή υποδομών.

Άρθρο20

Τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία των κρατών μελών

1. Με πρωτοβουλία ενός κράτους μέλους για κάθε εθνικό πρόγραμμα, οι ειδικοί κανονισμοί μπορούν να στηρίζουν δράσεις για την προετοιμασία, τη διαχείριση, την παρακολούθηση, την αξιολόγηση, την πληροφόρηση και επικοινωνία, την οργάνωση δικτύων, τον έλεγχο και τον λογιστικό έλεγχο καθώς και μέτρα για την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

2. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν:

α)      δαπάνες που συνδέονται με την εκπόνηση, επιλογή, εκτίμηση, διαχείριση και παρακολούθηση δράσεων ή έργων·

β)      δαπάνες που συνδέονται με δημοσιονομικούς και επιτόπιους ελέγχους δράσεων ή έργων·

γ)      δαπάνες για αξιολογήσεις δράσεων ή έργων·

δ)      δαπάνες που συνδέονται με την ενημέρωση, τη δημοσιοποίηση και τη διαφάνεια, σε σχέση με δράσεις ή έργα·

ε)      δαπάνες για την αγορά, εγκατάσταση και συντήρηση πληροφοριακών συστημάτων για τη διαχείριση, παρακολούθηση και αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών·

στ)    δαπάνες για συνεδριάσεις επιτροπών παρακολούθησης και υποεπιτροπών που αφορούν την υλοποίηση δράσεων· οι δαπάνες αυτές μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν τα έξοδα εμπειρογνωμόνων και άλλων συμμετεχόντων σε αυτές τις επιτροπές, συμπεριλαμβανομένων συμμετεχόντων τρίτων χωρών, όταν η παρουσία τους είναι καθοριστική για την αποτελεσματική εφαρμογή των δράσεων ή έργων·

ζ)      δαπάνες για την ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τις πιστώσεις για να χρηματοδοτήσουν δράσεις για τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων και των δράσεων για την ενίσχυση της ικανότητας των αρχών και των δικαιούχων των κρατών μελών να διαχειρίζονται και να χρησιμοποιούν την προβλεπόμενη από τους ειδικούς κανονισμούς στήριξη.

4. Οι δράσεις μπορούν να αφορούν προηγούμενα και επόμενα δημοσιονομικά πλαίσια.

Τμήμα 2 Διαχείριση και έλεγχος

Άρθρο 21 Γενικές αρχές των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου

Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου προβλέπουν:

α)           περιγραφή των καθηκόντων κάθε φορέα που εμπλέκεται στη διαχείριση και τον έλεγχο, και την κατανομή καθηκόντων στο εσωτερικό του κάθε φορέα·

β)           συμμόρφωση με την αρχή του διαχωρισμού των λειτουργιών μεταξύ αυτών των φορέων και στο εσωτερικό τους·

γ)           διαδικασίες για τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των δηλούμενων δαπανών·

δ)           πληροφοριακά συστήματα λογιστικής για την αποθήκευση και διαβίβαση δημοσιονομικών δεδομένων και δεδομένων σχετικά με τους δείκτες, για την παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων·

ε)           συστήματα υποβολής εκθέσεων και παρακολούθησης στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή αναθέτει εκτελεστικά καθήκοντα σε άλλο φορέα·

στ)         ρυθμίσεις για τον έλεγχο της λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου·

ζ)           συστήματα και διαδικασίας που διασφαλίζουν επαρκή ιχνηλάτηση ελέγχου·

η)           πρόληψη, ανίχνευση και διόρθωση παρατυπιών, περιλαμβανομένης της απάτης, και την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών με τυχόν τόκους.

Άρθρο 22 Ευθύνες των κρατών μελών

1. Τα κράτη μέλη εκτελούν τις υποχρεώσεις διαχείρισης, ελέγχου και δημοσιονομικού ελέγχου και αναλαμβάνουν τις συνακόλουθες αρμοδιότητες που ορίζονται στους κανόνες περί επιμερισμένης διαχείρισης, οι οποίοι ορίζονται στον δημοσιονομικό κανονισμό και στον παρόντα κανονισμό. Σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση και τον έλεγχο των εθνικών προγραμμάτων.

2. Τα κράτη μέλη εγγυώνται ότι τα συστήματά τους διαχείρισης και ελέγχου των προγραμμάτων είναι σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και ότι τα συστήματα αυτά λειτουργούν αποτελεσματικά.

3. Τα κράτη μέλη διαθέτουν επαρκείς πόρους σε κάθε φορέα για την εκτέλεση των καθηκόντων του καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού.

4. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες και διαδικασίες για την επιλογή και εκτέλεση έργων, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

5. Όλες οι επίσημες ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ του κράτους μέλους και της Επιτροπής πραγματοποιούνται με τη χρησιμοποίηση συστήματος ηλεκτρονικής ανταλλαγής δεδομένων που δημιουργεί η Επιτροπή.

Άρθρο 23 Αρμόδιες αρχές

1. Για την εφαρμογή του εθνικού προγράμματός του, το κράτος μέλος ορίζει τους ακόλουθους φορείς:

α)      μια αρχή διαπίστευσης, όπως ορίζει το άρθρο [56] του δημοσιονομικού κανονισμού·

β)      μια διαπιστευμένη αρμόδια αρχή: ένας δημόσιος οργανισμός του κράτους μέλους ο οποίος θα είναι αποκλειστικά υπεύθυνος για τη διαχείριση και τον έλεγχο του εθνικού προγράμματος και θα χειρίζεται όλη την επικοινωνία με την Επιτροπή·

γ)      μια ελεγκτική αρχή: μια εθνική δημόσια αρχή ή οργανισμός, υπό την προϋπόθεση ότι είναι λειτουργικά ανεξάρτητος από την αρμόδια αρχή και την αρχή διαπίστευσης και υπεύθυνος για την επαλήθευση της αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου·

δ)      κατά περίπτωση, μια εξουσιοδοτημένη αρχή: οποιοσδήποτε δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας ο οποίος, υπό την ευθύνη της αρμόδιας αρχής, εκτελεί καθήκοντα για λογαριασμό αυτής της αρχής.

2. Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει τους κανόνες που διέπουν τις σχέσεις του με τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 αρχές και τις σχέσεις τους με την Επιτροπή.

Άρθρο 24 Διαπίστευση αρμόδιων αρχών

1. Σύμφωνα με το άρθρο [56 παράγραφος 3] του δημοσιονομικού κανονισμού, κάθε αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση και τον έλεγχο δαπανών βάσει του παρόντος κανονισμού λαμβάνει διαπίστευση με επίσημη απόφαση ενός οργανισμού διαπίστευσης σε υπουργικό επίπεδο.

2. Η διαπίστευση παρέχεται με την επιφύλαξη ότι ο εν λόγω φορέας πληροί τα κριτήρια διαπίστευσης σχετικά με το εσωτερικό περιβάλλον, τις δραστηριότητες ελέγχου, την ενημέρωση και επικοινωνία και την παρακολούθηση που ορίζονται στον παρόντα ή βάσει του παρόντος κανονισμού.

3. Η διαπίστευση βασίζεται σε γνώμη ανεξάρτητου φορέα ελέγχου που αξιολογεί τη συμμόρφωση της αρμόδιας αρχής με τα κριτήρια διαπίστευσης. Ο ανεξάρτητος φορέας ελέγχου εκτελεί τα καθήκοντά του σύμφωνα με διεθνώς αποδεκτά πρότυπα λογιστικού ελέγχου.

4. Ο αρχή διαπίστευσης επιβλέπει τη διαπιστευμένη αρμόδια αρχή και ανακαλεί τη διαπίστευσή της με επίσημη απόφαση σε περίπτωση που παύουν να πληρούνται ένα ή περισσότερα κριτήρια διαπίστευσης, εκτός εάν η αρμόδια αρχή λάβει τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα εντός δοκιμαστικής περιόδου που καθορίζεται από την αρχή διαπίστευσης, σε συνάρτηση με τη σοβαρότητα του προβλήματος. Ο φορέας διαπίστευσης κοινοποιεί αμέσως στην Επιτροπή την έναρξη κάθε δοκιμαστικής περιόδου για μια διαπιστευμένη αρμόδια αρχή, καθώς και κάθε απόφαση ανάκλησης της διαπίστευσης.

5. Για να διασφαλιστεί η σωστή λειτουργία αυτού του συστήματος, εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 54, σχετικά με:

α)      τις ελάχιστες προϋποθέσεις για τη διαπίστευση των αρμόδιων αρχών σε σχέση με το εσωτερικό περιβάλλον, τις δραστηριότητες ελέγχου, την ενημέρωση και επικοινωνία και την παρακολούθηση, καθώς και τους διαδικαστικούς κανόνες για την έκδοση και την ανάκληση διαπίστευσης·

β)      τους κανόνες που αφορούν την εποπτεία και τη διαδικασία επανεξέτασης της διαπίστευσης των αρμόδιων αρχών·

γ)      τις υποχρεώσεις των αρμόδιων αρχών όσον αφορά τη δημόσια παρέμβαση, καθώς και το περιεχόμενο των διαχειριστικών και ελεγκτικών αρμοδιοτήτων τους.

Άρθρο 25 Γενικές διατάξεις για τους ελέγχους από τις αρμόδιες αρχές

1. Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν συστηματικό διοικητικό έλεγχο όλων των αιτήσεων πληρωμών από τους δικαιούχους και συμπληρωματικά με επιτόπιους ελέγχους των δαπανών που αφορούν τις αιτήσεις τελικής πληρωμής από τους δικαιούχους, οι οποίες δηλώνονται στους ετήσιους λογαριασμούς, με στόχο την εξασφάλιση επαρκούς επιπέδου αξιοπιστίας.

2. Όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, η αρμόδια αρχή επιλέγει δείγμα ελέγχου από το σύνολο των αιτούντων που περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, εν μέρει τυχαίο δείγμα και εν μέρει δείγμα βάσει ανάλυσης κινδύνου, έτσι ώστε το ποσοστό σφάλματος να είναι αντιπροσωπευτικό, στοχεύοντας παράλληλα σε σοβαρότερα σφάλματα.

3. Η αρμόδια ελεγκτική αρχή συντάσσει έκθεση για κάθε διενεργούμενο επιτόπιο έλεγχο.

4. Σε περίπτωση που τα εντοπιζόμενα προβλήματα φαίνεται ότι είναι συστηματικού χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο άλλα έργα, η αρμόδια αρχή εξασφαλίζει τη διενέργεια διεξοδικότερης εξέτασης, συμπεριλαμβανομένων συμπληρωματικών ελέγχων, εάν είναι απαραίτητο, για να διαπιστωθεί η κλίμακα των εν λόγω προβλημάτων και αν το ποσοστό σφάλματος είναι υψηλότερο από το επίπεδο σημαντικότητας. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά και διορθωτικά μέτρα και τα κοινοποιεί στην Επιτροπή στη συνοπτική έκθεση η οποία αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 στοιχείο γ).

5. Η Επιτροπή θεσπίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τις αναγκαίες διατάξεις που αποσκοπούν στην ενιαία εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Οι διατάξεις αυτές μπορούν να αφορούν ειδικότερα τα ακόλουθα:

α)      τους κανόνες για τους διοικητικούς και επιτόπιους ελέγχους που πρέπει να διενεργούν τα κράτη μέλη όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων, τις αναλήψεις υποχρεώσεων και τους κανόνες επιλεξιμότητας ως επακόλουθο της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών·

β)      τους κανόνες σχετικά με το ελάχιστο επίπεδο επιτόπιων ελέγχων που είναι αναγκαίοι για την αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες τα κράτη μέλη πρέπει να αυξήσουν αυτούς τους ελέγχους ή να τους μειώσουν, σε περίπτωση που τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου λειτουργούν σωστά και τα ποσοστά σφάλματος κινούνται σε αποδεκτό επίπεδο.

γ)      τους κανόνες και τις μεθόδους υποβολής εκθέσεων σχετικά με τους ελέγχους και τις επαληθεύσεις που διενεργήθηκαν και τα αποτελέσματά τους.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 3.

Άρθρο 26 Πληρωμή στους δικαιούχους

Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι οι δικαιούχοι εισπράττουν το συνολικό ποσό της δημόσιας στήριξης το ταχύτερο δυνατό και πλήρως. Δεν αφαιρείται ούτε παρακρατείται κανένα ποσό και δεν εισπράττεται καμία ειδική ή άλλη επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος που θα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ποσών που εισπράττουν οι δικαιούχοι.

Άρθρο 27

Καθήκοντα της αρχής ελέγχου

1.           Η ελεγκτική αρχή διασφαλίζει τη διενέργεια ελέγχων στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, σε κατάλληλο δείγμα για την επαλήθευση των δαπανών, περιλαμβανομένων των ετήσιων λογαριασμών.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 54, σχετικά με το καθεστώς των ελεγκτικών αρχών και τους όρους τους οποίους πληρούν οι έλεγχοί τους.

2.           Όταν οι έλεγχοι διενεργούνται από φορέα διαφορετικό από την ελεγκτική αρχή, η ελεγκτική αρχή εγγυάται ότι ο εν λόγω φορέας διαθέτει την αναγκαία λειτουργική ανεξαρτησία.     

3.           Η ελεγκτική αρχή μεριμνά ώστε η εργασία ελέγχου να λαμβάνει υπόψη τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα ελέγχου.

Άρθρο 28 Συνεργασία με τις ελεγκτικές αρχές

1.           Η Επιτροπή συνεργάζεται με τις ελεγκτικές αρχές για τον συντονισμό των σχεδίων και των μεθόδων του λογιστικού ελέγχου τους και ανταλλάσσει αμέσως τα αποτελέσματα των ελέγχων των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

2.           Η Επιτροπή και οι ελεγκτικές αρχές συναντώνται τακτικά, τουλάχιστον μία φορά το έτος, εκτός εάν καταλήξουν σε διαφορετική απόφαση μεταξύ τους, για να εξετάζουν από κοινού την ετήσια έκθεση ελέγχου, τη γνωμοδότηση και τη στρατηγική ελέγχου και να ανταλλάσσουν απόψεις για θέματα που σχετίζονται με τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

Άρθρο 29 Έλεγχοι και λογιστικοί έλεγχοι από την Επιτροπή

1. Η Επιτροπή εξασφαλίζει, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών που καλύπτουν τη διαδικασία διαπίστευσης, τις ετήσιες δηλώσεις διαχείρισης, τις ετήσιες εκθέσεις ελέγχου, τις ετήσιες γνωμοδοτήσεις λογιστικού ελέγχου, τις ετήσιες εκθέσεις υλοποίησης και τους ελέγχους που διενεργούνται από εθνικούς και ενωσιακούς φορείς, ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει συστήματα διαχείρισης και ελέγχου τα οποία είναι σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και ότι τα εν λόγω συστήματα λειτουργούν αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων.

2. Με την επιφύλαξη των διενεργούμενων από τα κράτη μέλη λογιστικών ελέγχων, υπάλληλοι της Επιτροπής ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους ή επαληθεύσεις μετά από έγκαιρη προειδοποίηση. Υπάλληλοι ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής μπορούν να συμμετέχουν σε αυτούς τους ελέγχους ή επαληθεύσεις.

3. Το πεδίο εφαρμογής των ελέγχων ή των επαληθεύσεων μπορεί να περιλαμβάνει ιδίως:

α)      την επαλήθευση της αποτελεσματικής λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου σε ένα εθνικό πρόγραμμα ή μέρος του∙

β)      τη συμμόρφωση των διοικητικών πρακτικών με τους κανόνες της Ένωσης·

γ)      την ύπαρξη των απαιτούμενων δικαιολογητικών εγγράφων και τη συνάφειά τους με τις δράσεις που στηρίζονται στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων∙

δ)      τους όρους βάσει των οποίων έχουν αναληφθεί και ελεγχθεί οι δράσεις∙

ε)      την εκτίμηση της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης των δράσεων ή/και του εθνικού προγράμματος.

4. Υπάλληλοι ή εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής, οι οποίοι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένοι για τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων, έχουν πρόσβαση σε όλα τα μητρώα, τα έγγραφα και τα μεταδεδομένα, ανεξάρτητα από το μέσο αποθήκευσής τους, τα οποία αφορούν τις συγχρηματοδοτούμενες από τα Ταμεία δαπάνες ή τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου. Τα κράτη μέλη παρέχουν αντίγραφα αυτών των αρχείων, εγγράφων και δεδομένων στην Επιτροπή, μετά από σχετικό αίτημα.

Οι αρμοδιότητες που ορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν θίγουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων που επιφυλάσσουν ορισμένες πράξεις για υπαλλήλους οι οποίοι ορίζονται ειδικά από την εθνική νομοθεσία. Υπάλληλοι και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της Επιτροπής δεν συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, σε κατ’ οίκον επισκέψεις ή στις επίσημες ανακρίσεις ατόμων στα πλαίσια διαδικασιών βάσει της εθνικής νομοθεσίας. Εντούτοις, έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που αποκτώνται με αυτόν τον τρόπο.

5. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής και εφόσον συμφωνεί το κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές του διενεργούν συμπληρωματικούς ελέγχους ή έρευνες με αντικείμενο τις πράξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό. Στους εν λόγω ελέγχους μπορούν να μετέχουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής ή τα εξουσιοδοτημένα από αυτήν πρόσωπα.

Για τη βελτίωση των ελέγχων, η Επιτροπή μπορεί, σε συμφωνία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, να ζητά τη συνδρομή των αρχών των εν λόγω κρατών μελών για ορισμένους ελέγχους ή έρευνες.

6. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από ένα κράτος μέλος να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων του διαχείρισης και ελέγχου ή την ορθότητα των δαπανών σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες .

Τμήμα 3 Δημοσιονομική διαχείριση

Άρθρο 30 Δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων

1. Οι αναλήψεις υποχρεώσεων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης για κάθε εθνικό πρόγραμμα πραγματοποιούνται σε ετήσιες δόσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου 2014 έως την 31η Δεκεμβρίου 2020.

2. Η απόφαση της Επιτροπής για την έγκριση κάθε εθνικού προγράμματος συνιστά την απόφαση χρηματοδότησης, κατά την έννοια του άρθρου [81 παράγραφος 2] του δημοσιονομικού κανονισμού και, μόλις κοινοποιηθεί στο οικείο κράτος μέλος, νομική ανάληψη υποχρέωσης κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού.

3. Για κάθε εθνικό πρόγραμμα, η δημοσιονομική ανάληψη υποχρέωσης για την πρώτη δόση πραγματοποιείται μετά την έγκριση του εθνικού προγράμματος από την Επιτροπή.

4. Οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τις επόμενες δόσεις πραγματοποιούνται από την Επιτροπή πριν από την 1η Μαΐου κάθε έτους, βάσει της απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, εκτός εάν εφαρμόζεται το άρθρο [13] του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 31 Κοινοί κανόνες για τις πληρωμές

1. Οι πληρωμές από την Επιτροπή της συνεισφοράς από τον προϋπολογισμό της Ένωσης στο εθνικό πρόγραμμα πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις πιστώσεις του προϋπολογισμού και με την επιφύλαξη των διαθέσιμων πόρων. Κάθε πληρωμή καταλογίζεται στην αρχαιότερη εκκρεμή ανάληψη υποχρέωσης του προϋπολογισμού.

2. Οι πληρωμές έχουν τη μορφή αρχικής προχρηματοδότησης, πληρωμών του ετήσιου υπολοίπου και πληρωμής του τελικού υπολοίπου.

3. Εφαρμόζεται το άρθρο [87] του δημοσιονομικού κανονισμού.

Άρθρο 32 Συσσώρευση αρχικών προχρηματοδοτήσεων και ετήσιων υπολοίπων

1. Το αθροιστικό σύνολο της αρχικής προχρηματοδότησης και των πληρωμών του ετήσιου υπολοίπου δεν υπερβαίνει το 95% της συνεισφοράς από τον προϋπολογισμό της ΕΕ στο εθνικό πρόγραμμα.

2. Όταν καλυφθεί το ανώτατο όριο του 95%, τα κράτη μέλη συνεχίζουν να υποβάλλουν αιτήσεις χρηματοδότησης στην Επιτροπή.

Άρθρο 33 Ρυθμίσεις της αρχικής προχρηματοδότησης

1. Μετά την έκδοση από την Επιτροπή της απόφασης έγκρισης του εθνικού προγράμματος, η Επιτροπή καταβάλλει ένα αρχικό ποσό προχρηματοδότησης για το σύνολο της περιόδου προγραμματισμού. Αυτό αντιπροσωπεύει το 4% της συνεισφοράς από τον προϋπολογισμό της Ένωσης στο εξεταζόμενο εθνικό πρόγραμμα. Μπορεί να χωριστεί σε δύο δόσεις, σε συνάρτηση με τους διαθέσιμους πόρους του προϋπολογισμού.

2. Εάν ένα εθνικό πρόγραμμα εγκριθεί το 2015 ή αργότερα, οι πρώτες δόσεις καταβάλλονται το έτος της έγκρισης.

3. Η προχρηματοδότηση χρησιμοποιείται μόνον για πληρωμές στους δικαιούχους που εφαρμόζουν το εθνικό πρόγραμμα. Διατίθεται άμεσα στην αρμόδια αρχή γι’ αυτόν τον σκοπό.

4. Εάν δεν υποβληθεί καμία αίτηση πληρωμής, σύμφωνα με το άρθρο 39, εντός 24 μηνών από την ημερομηνία καταβολής από την Επιτροπή της πρώτης δόσης του ποσού της αρχικής προχρηματοδότησης, επιστρέφεται στην Επιτροπή το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί ως προχρηματοδότηση.

5. Οι τόκοι τους οποίους αποφέρει η προχρηματοδότηση διατίθενται στο σχετικό εθνικό πρόγραμμα και αφαιρούνται από το ποσό των δημοσίων δαπανών που δηλώνεται στην τελική δήλωση δαπανών.

6. Το ποσό που καταβάλλεται ως αρχική προχρηματοδότηση διαγράφεται εξ ολοκλήρου από τους λογαριασμούς της Επιτροπής κατά το κλείσιμο του προγράμματος.

Άρθρο 34 Ορισμός του οικονομικού έτους

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, το οικονομικό έτος καλύπτει τις δαπάνες που καταβάλλονται και τα έσοδα που εισπράττονται και εγγράφονται στους λογαριασμούς της αρμόδιας αρχής την περίοδο η οποία αρχίζει στις 16 Οκτωβρίου του έτους «Ν-1» και λήγει στις 15 Οκτωβρίου του έτους «Ν».

Άρθρο 35 Πληρωμή του ετήσιου υπολοίπου

1. Η Επιτροπή καταβάλλει το ετήσιο υπόλοιπο, με την επιφύλαξη των διαθέσιμων πόρων, βάσει του ισχύοντος έργου χρηματοδότησης, των ετήσιων λογαριασμών για το αντίστοιχο οικονομικό έτος του οικονομικού προγράμματος και την αντίστοιχη απόφαση εκκαθάρισης.

2. Οι ετήσιοι λογαριασμοί καλύπτουν τις πληρωμές που πραγματοποιεί η αρμόδια αρχή κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους για το οποίο έχουν ικανοποιηθεί οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 25.

3. Το ετήσιο υπόλοιπο καταβάλλεται το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία οι πληροφορίες και τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 1 και στο άρθρο 49 κρίνονται αποδεκτά από την Επιτροπή και την εκκαθάριση του τελευταίου ετήσιου λογαριασμού.

Άρθρο 36 Κλείσιμο του προγράμματος

1. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 τα ακόλουθα έγγραφα:

α)      τα στοιχεία που απαιτούνται για τους τελευταίους ετήσιους λογαριασμούς, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 1·

β)      την αίτηση πληρωμής του τελικού υπολοίπου· και

γ)      την τελική έκθεση εφαρμογής για το εθνικό πρόγραμμα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1.

2. Οι πληρωμές που πραγματοποιεί η αρμόδια αρχή από την 16η Οκτωβρίου 2022 έως την 30ή Ιουνίου 2023 περιλαμβάνονται στους τελευταίους ετήσιους λογαριασμούς.

3. Μετά την παραλαβή των εγγράφων που απαριθμούνται την παράγραφο 1, η Επιτροπή καταβάλλει το τελικό υπόλοιπο, με την επιφύλαξη της διαθεσιμότητας πόρων, βάσει του ισχύοντος έργου χρηματοδότησης, των τελευταίων ετήσιων λογαριασμών και της αντίστοιχης απόφασης εκκαθάρισης.

4. Το τελικό υπόλοιπο καταβάλλεται το αργότερο εντός τριών μηνών από την ημερομηνία εκκαθάρισης των λογαριασμών της τελευταίας λογιστικής χρήσης ή ένα μήνα από την παραλαβή της τελικής έκθεσης υλοποίησης - ισχύει η τελευταία ημερομηνία. Τα ποσά που εξακολουθούν να αποτελούν το αντικείμενο δημοσιονομικής δέσμευσης μετά την εξόφληση του υπολοίπου αποδεσμεύονται από την Επιτροπή εντός έξι μηνών κατ' ανώτατο όριο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47.

Άρθρο 37 Διακοπή της περιόδου πληρωμής

1. Η περίοδος πληρωμής μετά από την υποβολή μιας αίτησης πληρωμής μπορεί να διακοπεί από τον κύριο διατάκτη, κατά την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού για ανώτατη περίοδο εννέα μηνών, όταν ισχύει τουλάχιστον ένας από τους ακόλουθους όρους:

α)      με βάση τα στοιχεία που έχουν παρασχεθεί από έναν εθνικό ή ενωσιακό φορέα δημοσιονομικού ελέγχου, υπάρχουν ενδείξεις σημαντικής ανεπάρκειας στη λειτουργία του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου·

β)      ο κύριος διατάκτης οφείλει να διενεργεί πρόσθετες επαληθεύσεις όταν περιέρχονται σε γνώση του πληροφορίες ότι οι δαπάνες που δηλώνονται σε μια αίτηση πληρωμής συνδέονται με σοβαρή παρατυπία η οποία έχει σοβαρές δημοσιονομικές συνέπειες.

γ)      δεν υποβάλλεται ένα από τα έγγραφα που απαιτούνται βάσει του άρθρου 39 παράγραφος 1.

2. Ο κύριος διατάκτης μπορεί να περιορίσει τη διακοπή στο μέρος της δαπάνης που καλύπτεται από την αίτηση πληρωμής την οποία αφορούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Ο κύριος διατάκτης ενημερώνει το κράτος μέλος και την αρμόδια αρχή αμέσως για τον λόγο της διακοπής και ζητά από αυτά να διορθώσουν την κατάσταση. Ο κύριος διατάκτης τερματίζει τη διακοπή της προθεσμίας πληρωμής μόλις ληφθούν τα αναγκαία μέτρα.

Άρθρο 37α Αναστολή πληρωμών

1. Η Επιτροπή δύναται να αναστείλει το σύνολο ή μέρος του ετήσιου υπολοίπου, εάν:

α)      υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις στο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου του προγράμματος που επηρεάζουν την αξιοπιστία της διαδικασίας για την πιστοποίηση των πληρωμών, για τις οποίες δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα ή

β)      δαπάνη που περιλαμβάνεται σε δήλωση δαπανών συνδέεται με σοβαρή παρατυπία η οποία δεν έχει διορθωθεί ή

γ)      υπάρχει σοβαρή παράβαση εκ μέρους κράτους μέλους όσον αφορά τις υποχρεώσεις του βάσει του άρθρου 22 παράγραφοι 1 και 2.

2. Η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει την αναστολή όλων ή μέρους του ετήσιου υπολοίπου, αφού προηγουμένως δώσει στο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών.

3. Η Επιτροπή θέτει τέρμα στην αναστολή όλων ή μέρους του ετήσιου υπολοίπου όταν το κράτος μέλος λάβει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να καταστεί δυνατή η άρση της αναστολής. Εάν το κράτος μέλος δεν λάβει τα μέτρα που έχουν ζητηθεί, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση ακύρωσης του συνόλου ή μέρους της συνεισφοράς της Ένωσης στο επιχειρησιακό πρόγραμμα, σύμφωνα με το άρθρο 42.

Άρθρο 38 Χρήση του ευρώ

1. Τα ποσά που αναφέρονται στα προγράμματα που υποβάλλουν τα κράτη μέλη, τις προβλέψεις δαπανών, τις δηλώσεις δαπανών, τις αιτήσεις πληρωμών, τους ετήσιους λογαριασμούς και οι δαπάνες που αναφέρονται στις ετήσιες και τελικές εκθέσεις εφαρμογής εκφράζονται σε ευρώ.

2. Τα κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ ως το νόμισμά τους την ημερομηνία μιας αίτησης πληρωμής, μετατρέπουν σε ευρώ τα ποσά των δαπανών που έχουν πραγματοποιηθεί στο εθνικό νόμισμα. Το ποσό αυτό μετατρέπεται σε ευρώ με τη χρήση της μηνιαίας λογιστικής ισοτιμίας της Επιτροπής κατά το μήνα εγγραφής της δαπάνης στους λογαριασμούς της αρμόδιας αρχής του οικείου εθνικού προγράμματος. Η ισοτιμία δημοσιεύεται ηλεκτρονικά από την Επιτροπή κάθε μήνα.

3. Όταν το ευρώ γίνει νόμισμα ενός κράτους μέλους, η διαδικασία μετατροπής που ορίζεται στην παράγραφο 2 εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε όλες τις δαπάνες που έχουν εγγραφεί σε λογαριασμούς από την αρμόδια αρχή πριν την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η καθορισθείσα τιμή μετατροπής μεταξύ του εθνικού νομίσματος και του ευρώ.

Τμήμα 4 Εκκαθάριση λογαριασμών και δημοσιονομικές διορθώσείς

Άρθρο 39 Υποβολή πληροφοριών

1. Έως την 1η Φεβρουαρίου του έτους που έπεται του οικονομικού έτους, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή τα ακόλουθα έγγραφα και τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο [56] του δημοσιονομικού κανονισμού:

α)      τους ετήσιους λογαριασμούς της αρμόδιας αρχής·

β)      τη διαχειριστική δήλωση αξιοπιστίας όσον αφορά την πληρότητα, την ακρίβεια και την αξιοπιστία των λογαριασμών, την ορθή λειτουργία των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των σχετικών πράξεων και τον σεβασμό της αρχής της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης·

γ)      συνοπτική έκθεση των αποτελεσμάτων όλων των διαθέσιμων δημοσιονομικών ελέγχων και ελέγχων που έχουν διενεργηθεί, καθώς και ανάλυση συστηματικών ή επαναλαμβανόμενων αδυναμιών και τα διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν·

δ)      έκθεση ελέγχου της ελεγκτικής αρχής σχετικά με τη διαχειριστική δήλωση αξιοπιστίας που καλύπτει όλα τα στοιχεία της, συνοδευόμενη από έκθεση ελέγχου που παραθέτει τα συμπεράσματα των διενεργηθέντων ελέγχων σε σχέση με το οικονομικό έτος που καλύπτει η γνωμοδότηση.

2. Κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, το κράτος μέλος παρέχει συμπληρωματικά στοιχεία στην Επιτροπή. Εάν ένα κράτος μέλος δεν υποβάλει τις ζητηθείσες πληροφορίες εντός της προθεσμίας που ορίζει η Επιτροπή για την υποβολή τους, η Επιτροπή μπορεί να λάβει απόφαση για τους λογαριασμούς, βάσει των στοιχείων που έχει στην κατοχή της.

3. Τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 έγγραφα χρησιμεύουν ως αίτηση πληρωμής του ετήσιου υπολοίπου.

4. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 έγγραφα συντάσσονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που εκδίδει η Επιτροπή με εκτελεστικές πράξεις Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία συμβουλευτικής επιτροπής που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 40 Ετήσια εκκαθάριση λογαριασμών

1. Έως τις 30 Απριλίου του έτους που έπεται του οικονομικού έτους, η Επιτροπή αποφασίζει για την εκκαθάριση των ετήσιων λογαριασμών κάθε εθνικού προγράμματος. Η απόφαση εκκαθάρισης καλύπτει την πληρότητα, την ακρίβεια και την αξιοπιστία των ετήσιων λογαριασμών που έχουν υποβληθεί και πραγματοποιείται με την επιφύλαξη ενδεχόμενων μεταγενέστερων δημοσιονομικών διορθώσεων.

2. Η Επιτροπή θεσπίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τους τρόπους εφαρμογής της διαδικασίας ετήσιας εκκαθάρισης λογαριασμών, όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με την έκδοση της απόφασης και την εφαρμογή της, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών και των προθεσμιών που πρέπει να τηρούνται. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 3.

Άρθρο 41 Δημοσιονομικές διορθώσεις από τα κράτη μέλη

Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν δημοσιονομικές διορθώσεις, σε περίπτωση διαπίστωσης παρατυπιών ή αμέλειας στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων, ακυρώνοντας εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη σχετική συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα των ανιχνευόμενων παρατυπιών και το επίπεδο της οικονομικής ζημίας σε βάρος του προϋπολογισμού της Ένωσης και εφαρμόζουν αναλογική διόρθωση.

Τα ποσά που ακυρώνονται και ανακτώνται, μαζί με τους τόκους, διατίθενται εκ νέου στο οικείο εθνικό πρόγραμμα, με εξαίρεση τα ποσά που είναι αποτέλεσμα παρατυπιών που έχουν εντοπιστεί από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και τις υπηρεσίες της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της OLAF.

Μετά το κλείσιμο του εθνικού προγράμματος, το κράτος μέλος επιστρέφει τα ανακτηθέντα ποσά στον προϋπολογισμό της Ένωσης.

Άρθρο 42 Εκκαθάριση συμμόρφωσης λογαριασμών και δημοσιονομικές διορθώσεις από την Επιτροπή

1. Η Επιτροπή πραγματοποιεί τις δημοσιονομικές διορθώσεις, ακυρώνοντας συνολικά ή εν μέρει τη συνεισφορά της Ένωσης σε ένα εθνικό πρόγραμμα και προβαίνοντας σε ανάκτηση από το κράτος μέλος, με στόχο να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο χρηματοδότησης από την Ένωση δαπάνης η οποία συνιστά παράβαση της εφαρμοστέας ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας, μεταξύ άλλων και για ανεπάρκειες των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών που ανιχνεύτηκαν από την Επιτροπή ή το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο.

2. Η παράβαση της εφαρμοστέας ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας συνεπάγεται δημοσιονομική διόρθωση μόνον εάν συντρέχει ένας από τους ακόλουθους όρους:

α)      η παράβαση επηρέασε ή θα μπορούσε να επηρεάσει την επιλογή έργων στο πλαίσιο του εθνικού προγράμματος·

β)      υπάρχει κίνδυνος η εν λόγω παράβαση να έχει επηρεάσει ή θα μπορούσε να έχει επηρεάσει το ποσό της δαπάνης που δηλώθηκε για επιστροφή από τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

3. Αποφασίζοντας για το ποσό της δημοσιονομικής διόρθωσης βάσει της παραγράφου 1, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της παράβασης της εφαρμοστέας ενωσιακής ή εθνικής νομοθεσίας και τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της για τον προϋπολογισμό της Ένωσης.

4. Πριν από κάθε απόφαση απόρριψης της χρηματοδότησης, κοινοποιούνται εγγράφως τα πορίσματα της Επιτροπής και οι απαντήσεις του οικείου κράτους μέλους και, στη συνέχεια, τα δύο μέρη επιχειρούν να καταλήξουν σε συμφωνία για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν.

5. Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά:

α)      δαπάνες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από την αρμόδια αρχή σε διάστημα μεγαλύτερο των 36 μηνών πριν κοινοποιήσει η Επιτροπή στο κράτος μέλος εγγράφως τα συμπεράσματά της·

β)      δαπάνες για πολυετείς δράσεις εντός του πεδίου εθνικών προγραμμάτων, όταν η τελική υποχρέωση στον δικαιούχο επιβάλλεται σε διάστημα μεγαλύτερο των 36 μηνών πριν κοινοποιήσει η Επιτροπή εγγράφως στο κράτος μέλος τα συμπεράσματά της·

γ)      δαπάνες για δράσεις σε εθνικά προγράμματα, εκτός από αυτές που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου, για τις οποίες η πληρωμή ή, κατά περίπτωση, η τελική πληρωμή από την αρμόδια αρχή πραγματοποιείται σε διάστημα μεγαλύτερο των 36 μηνών πριν κοινοποιήσει η Επιτροπή εγγράφως στο κράτος μέλος τα πορίσματα της.

6. Η Επιτροπή θεσπίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τους τρόπους εκτέλεσης της εκκαθάρισης συμμόρφωσης λογαριασμών, όσον αφορά τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με την έκδοση της απόφασης και την εφαρμογή της, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 55 παράγραφος 3.

Άρθρο 43 Υποχρεώσεις των κρατών μελών

Η επιβολή δημοσιονομικής διόρθωσης από τη Επιτροπή δεν θίγει την υποχρέωση των κρατών μελών να επιδιώξουν ανακτήσεις βάσει του άρθρου 21 στοιχείο η) του παρόντος κανονισμού και να ανακτήσουν κρατική ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης και βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου[13].

Άρθρο 44 Επιστροφή

1.           Κάθε επιστροφή η οποία οφείλεται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης πραγματοποιείται πριν από την προθεσμία που αναφέρεται στο ένταλμα είσπραξης το οποίο συντάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 77 του δημοσιονομικού κανονισμού. Η προθεσμία αυτή είναι η τελευταία ημέρα του δεύτερου μήνα από την έκδοση του εντάλματος.

2.           Οποιαδήποτε καθυστέρηση της επιστροφής συνεπάγεται την πληρωμή τόκων υπερημερίας, αρχής γενομένης από την ημερομηνία λήξης μέχρι την ημερομηνία πραγματοποίησης της πραγματικής πληρωμής. Το επιτόκιο αυτών των τόκων είναι κατά μιάμιση ποσοστιαία μονάδα υψηλότερο από το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στις βασικές πράξεις της αναχρηματοδότησης την πρώτη εργάσιμη ημέρα του μήνα κατά τον οποίο καθίσταται ληξιπρόθεσμη.

Τμήμα 5 Αποδέσμευση

Άρθρο 45 Αρχές

1. Τα εθνικά προγράμματα υπόκεινται σε διαδικασία αποδέσμευσης που θεσπίζεται βάσει της αρχής ότι τα ποσά που συνδέονται με μια ανάληψη υποχρέωσης η οποία δεν καλύπτεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 33 αρχική προχρηματοδότηση ή αίτηση πληρωμής σύμφωνα με το άρθρο 39 έως την 31η Δεκεμβρίου του δεύτερου έτους που έπεται του έτους της δημοσιονομικής ανάληψης υποχρέωσης αποδεσμεύονται.

2. Η ανάληψη υποχρέωσης που αφορά το τελευταίο έτος της περιόδου αποδεσμεύεται, σύμφωνα με τους κανόνες που πρέπει να ακολουθούνται για το κλείσιμο των προγραμμάτων.

3. Κάθε αποδέσμευση που εξακολουθεί να είναι εκκρεμής κατά την τελευταία ημερομηνία επιλεξιμότητας των δαπανών, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 παράγραφος 3, για την οποία δεν έχει υποβληθεί αίτηση πληρωμής από την αρμόδια αρχή εντός έξι μηνών από την εν λόγω ημερομηνία αποδεσμεύεται αυτομάτως.

Άρθρο 46 Εξαιρέσεις από την αποδέσμευση

1. Το ποσό που αφορά η αποδέσμευση μειώνεται κατά τα ποσά που η αρμόδια αρχή δεν ήταν σε θέση να δηλώσει στην Επιτροπή λόγω:

α)      αναστολής δράσεων με δικαστική διαδικασία ή διοικητική προσφυγή με ανασταλτικό αποτέλεσμα· ή

β)      ανωτέρας βίας που επηρεάζει σοβαρά την εφαρμογή όλου ή μέρους του εθνικού προγράμματος. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές που επικαλούνται λόγο ανωτέρας βίας αποδεικνύουν τις άμεσες επιπτώσεις της κατάστασης ανωτέρας βίας στην εφαρμογή του συνόλου ή μέρους του εθνικού προγράμματος.

Η μείωση μπορεί να ζητηθεί άπαξ, εάν η αναστολή ή η κατάσταση ανωτέρας βίας διήρκεσε μέχρι ένα έτος, ή αρκετές φορές που αντιστοιχούν στη διάρκεια της κατάστασης ανωτέρας βίας ή στον αριθμό ετών που μεσολαβούν από την ημερομηνία της δικαστικής ή διοικητικής απόφασης για την αναστολή της υλοποίησής της δράσης μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής δικαστικής ή διοικητικής απόφασης.

2. Το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή στοιχεία για τις αναφερόμενες στην παράγραφο 1 εξαιρέσεις έως τις 31 Ιανουαρίου για το ποσό που έπρεπε να δηλωθεί μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους.

3. Το μέρος των δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων για το οποίο έχει υποβληθεί αίτηση πληρωμής, αλλά η πληρωμή του οποίου έχει μειωθεί ή ανασταλεί από την Επιτροπή στις 31 Δεκεμβρίου του έτους Ν+2 εξαιρείται από τον υπολογισμό της αυτόματης αποδέσμευσης.

Άρθρο 47 Διαδικασία

1.           Η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή έγκαιρα κάθε φορά που υπάρχει κίνδυνος εφαρμογής αποδέσμευσης βάσει του άρθρου 42.

2.           Βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της την 31η Ιανουαρίου, η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια αρχή για το ποσό της αποδέσμευσης που προκύπτει από τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της.

3.           Το κράτος μέλος διαθέτει προθεσμία δύο μηνών να συμφωνήσει για το ποσό που θα αποδεσμευθεί ή να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

4.           Η Επιτροπή πραγματοποιεί την αυτόματη αποδέσμευση το αργότερο εντός εννέα μηνών από την τελευταία προθεσμία η οποία προκύπτει από την εφαρμογή των παραγράφων 1 έως 3.

5.           Σε περίπτωση αυτόματης αποδέσμευσης, η συνεισφορά από τον προϋπολογισμό της Ένωσης στο οικείο εθνικό πρόγραμμα μειώνεται, για το εν λόγω έτος, κατά το ποσό της αυτόματης αποδέσμευσης. Η συνεισφορά της Ένωσης στο έργο χρηματοδότησης μειώνεται κατ' αναλογία, εκτός εάν το κράτος μέλος καταρτίζει αναθεωρημένο έργο χρηματοδότησης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

Άρθρο 48 Ενημέρωση και δημοσιότητα

1. Τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές είναι υπεύθυνα για:

α)      να εξασφαλίσουν τη δημιουργία διαδικτυακού τόπου ή διαδικτυακής πύλης για την παροχή πληροφοριών και πρόσβασης στα εθνικά προγράμματα του οικείου κράτους μέλους·

β)      να δημοσιοποιούν τους δυνητικούς δικαιούχους για τις ευκαιρίες χρηματοδότησης βάσει των εθνικών προγραμμάτων·

γ)      κοινοποιούν στους πολίτες της Ένωσης τον ρόλο και τα επιτεύγματα των ειδικών κανονισμών, μέσω των ενεργειών ενημέρωσης και επικοινωνίας σχετικά με τα αποτελέσματα και τον αντίκτυπο των εθνικών προγραμμάτων.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη διαφάνεια σχετικά με την εφαρμογή των εθνικών προγραμμάτων και τηρούν κατάλογο χρηματοδοτούμενων δράσεων ανά εθνικό πρόγραμμα, ο οποίος είναι διαθέσιμος μέσω του διαδικτυακού τόπου ή της διαδικτυακής πύλης.

3. Η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 54 για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τα μέτρα πληροφόρησης και δημοσιότητας για το κοινό και τα μέτρα ενημέρωσης των δικαιούχων.

4. Η Επιτροπή καθορίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τα τεχνικά χαρακτηριστικά των μέτρων πληροφόρησης και δημοσιότητας. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 55 παράγραφος 3.

Άρθρο 49 Εκθέσεις εφαρμογής

1. Έως την 31η Μαρτίου 2016 και την 31η Μαρτίου κάθε επόμενου έτους μέχρι και το 2022, το κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή κάθε εθνικού προγράμματος κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος.

Η έκθεση που υποβάλλεται το 2016 καλύπτει τα οικονομικά έτη 2014 και 2015.

Το κράτος μέλος υποβάλλει τελική έκθεση εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023.

2. Οι ετήσιες εκθέσεις εφαρμογής περιέχουν στοιχεία σχετικά με:

α)      την εφαρμογή του εθνικού προγράμματος, με αναφορά στα δημοσιονομικά δεδομένα και τους δείκτες·

β)      κάθε ζήτημα που επηρεάζει την επίδοση του εθνικού προγράμματος.

3. Ενόψει της ενδιάμεσης επανεξέτασης, η ετήσια έκθεση εφαρμογής που υποβάλλεται το 2017 παραθέτει και αξιολογεί τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 2 μαζί με:

α)      την πρόοδο προς την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων με τη συνδρομή του προϋπολογισμού της Ένωσης στο εθνικό πρόγραμμα·

β)      τη συμμετοχή των εταίρων στην εφαρμογή, παρακολούθηση και αξιολόγηση του εθνικού προγράμματος.

4. Η ετήσια έκθεση εφαρμογής που υποβάλλεται το 2019 και η τελική έκθεση εφαρμογής, εκτός από τα στοιχεία και την εκτίμηση που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, περιέχουν στοιχεία και εκτίμηση της προόδου προς την επίτευξη των στόχων του εθνικού προγράμματος.

5. Οι αναφερόμενες στις παραγράφους 1 έως 4 ετήσιες εκθέσεις εφαρμογής είναι αποδεκτές, εφόσον περιέχουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει αυτών των παραγράφων. Η Επιτροπή ενημερώνει το κράτος μέλος εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ετήσιας έκθεσης εφαρμογής ότι δεν είναι αποδεκτή· σε διαφορετική περίπτωση, η έκθεση θεωρείται αποδεκτή.

6. Η Επιτροπή κοινοποιεί στο κράτος μέλος τις παρατηρήσεις της για την ετήσια έκθεση εφαρμογής εντός δύο μηνών από την παραλαβή της ετήσιας έκθεσης εφαρμογής. Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλει παρατηρήσεις εντός αυτών των προθεσμιών, οι εκθέσεις θεωρείται ότι έχουν γίνει αποδεκτές.

7. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει συστάσεις για την αντιμετώπιση ζητημάτων που επηρεάζουν την εφαρμογή του εθνικού προγράμματος. Σε περίπτωση διατύπωσης παρόμοιων συστάσεων, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την Επιτροπή εντός τριών μηνών για τα διορθωτικά μέτρα που έχουν ληφθεί.

8. Οι ετήσιες και τελικές εκθέσεις εφαρμογής συντάσσονται σύμφωνα με τα υποδείγματα που εγκρίνει η Επιτροπή. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 55 παράγραφος 2.

Άρθρο 50 Το κοινό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης

1. Η Επιτροπή παρακολουθεί τακτικά τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανονισμούς, κατά περίπτωση, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

2. Η εφαρμογή των ειδικών κανονισμών αξιολογείται από την Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη.

3. Θεσπίζεται κοινό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης με στόχο τη μέτρηση της συνάφειας, της αποτελεσματικότητας, της επάρκειας, της προστιθέμενης αξίας, της βιωσιμότητας των δράσεων και την απλούστευση και τη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης, σύμφωνα με τους στόχους του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών και την επίδοση του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών ως μέσων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης.

4. Η Επιτροπή έχει την εξουσία να εκδίδει κατ' εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 54 για την περαιτέρω ανάπτυξη του κοινού πλαισίου παρακολούθησης και αξιολόγησης και τον καθορισμό δεικτών για τη μέτρηση των ειδικών στόχων των ειδικών κανονισμών.

5. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλα τα απαραίτητα στοιχεία που επιτρέπουν την παρακολούθηση και αξιολόγηση του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

6. Η Επιτροπή εξετάζει επίσης τη συμπληρωματικότητα μεταξύ των δράσεων που υλοποιούνται βάσει των ειδικών κανονισμών και αυτών που επιδιώκονται βάσει άλλων πολιτικών, μέσων και πρωτοβουλιών της Ένωσης.

Άρθρο 51 Αξιολόγηση των εθνικών προγραμμάτων από τα κράτη μέλη

1. Τα κράτη μέλη πραγματοποιούν αξιολογήσεις για να βελτιώσουν την ποιότητα του σχεδιασμού και της εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων, σύμφωνα με το κοινό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης.

2. Τα κράτη μέλη εγγυώνται την εφαρμογή διαδικασιών για την παραγωγή και συλλογή των δεδομένων που είναι απαραίτητα για τις αξιολογήσεις, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που συνδέονται με κοινούς δείκτες και ειδικούς δείκτες προγράμματος.

3. Οι αξιολογήσεις πραγματοποιούνται από εμπειρογνώμονες αξιολόγησης οι οποίοι είναι λειτουργικά ανεξάρτητοι από τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές ελέγχου και τις εξουσιοδοτημένες αρχές. Η Επιτροπή παρέχει οδηγίες για τη διενέργεια των αξιολογήσεων.

4. Όλες οι αξιολογήσεις δημοσιοποιούνται στην ολότητά τους.

Άρθρο 52 Εκθέσεις αξιολόγησης από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή

1. Σύμφωνα με το κοινό πλαίσιο παρακολούθησης και αξιολόγησης, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή:

α)      έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή των δράσεων βάσει των εθνικών προγραμμάτων έως την 31η Δεκεμβρίου 2017·

β)      έκθεση εκ των υστέρων αξιολόγησης για τα αποτελέσματα των δράσεων στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων έως την 31η Δεκεμβρίου 2023.

2. Βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών:

α)      έκθεση ενδιάμεσης αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών στο επίπεδο της Ένωσης έως τις 30 Ιουνίου 2018·

β)      έκθεση εκ των υστέρων αξιολόγησης για τον παρόντα κανονισμό και τους ειδικούς κανονισμούς, μετά το κλείσιμο των εθνικών προγραμμάτων, έως τις 30 Ιουνίου 2024.

3. Η εκ των υστέρων αξιολόγηση της Επιτροπής θα εξετάζει επίσης την επίπτωση των ειδικών κανονισμών στην ανάπτυξη του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όσον αφορά τη συνεισφορά τους στην επίτευξη των ακόλουθων στόχων:

α)      την ανάπτυξη ενός κοινού πνεύματος ασφάλειας των συνόρων, συνεργασίας για την επιβολή του νόμου και διαχείρισης κρίσεων·

β)      την αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών στην ΕΕ·

γ)      την ανάπτυξη του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου·

δ)      τη δίκαιη και ίση μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών·

ε)      την αλληλεγγύη και συνεργασία μεταξύ κρατών μελών για την αντιμετώπιση των ζητημάτων της μετανάστευσης και εσωτερικής ασφάλειας·

στ)    την κοινή προσέγγιση της Ένωσης για τη μετανάστευση και την ασφάλεια έναντι τρίτων χωρών.

Άρθρο 53 Έκθεση ενδιάμεσης επανεξέταση

Το 2018 η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών έκθεση για την ενδιάμεση επανεξέταση που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού και των ειδικών κανονισμών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 54

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1. Η εξουσία έκδοσης κατ' εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή με την επιφύλαξη των όρων που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.

2. Η αναφερόμενη στον παρόντα κανονισμό εξουσιοδότηση της Επιτροπής πραγματοποιείται για περίοδο επτά ετών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις, το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3. Η προβλεπόμενη στον παρόντα κανονισμό εξουσιοδότηση μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή από το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα καμίας από τις ήδη ισχύουσες κατ' εξουσιοδότηση πράξεις.

4. Μόλις εκδώσει μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

5. Μια κατ' εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν διατυπωθούν αντιρρήσεις ούτε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε από το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο έχουν ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν σκοπεύουν να εγείρουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες, με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 55

Διαδικασία επιτροπής

1. Η Επιτροπή συνεπικουρείται από την κοινή επιτροπή ασύλου, μετανάστευσης και ασφάλειας που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό. Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Άρθρο 56

Επανεξέταση

Βάσει πρότασης της Επιτροπής, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο επανεξετάζουν τον παρόντα κανονισμό, το αργότερο έως τις 30 Ιουνίου 2020.

Άρθρο 57

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ της επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και εφαρμόζεται άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο                     Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος                                                   Ο Πρόεδρος

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1.           ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

              1.1.    Ονομασία της πρότασης/πρωτοβουλίας

              1.2.    Σχετικός(-οί) τομέας(-είς) πολιτικής που αφορά(-ούν) τη δομή ΔΒΔ/ΠΒΔ

              1.3.    Χαρακτήρας της πρότασης/πρωτοβουλίας

              1.4.    Στόχος(-οι)

              1.5.    Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας

              1.6.    Διάρκεια και δημοσιονομικός αντίκτυπος της δράσης

              1.7.    Προβλεπόμενη(-ες) τρόπος(-οι) διαχείρισης

2.           MEΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ

              2.1.    Διατάξεις στον τομέα της παρακολούθησης και της υποβολής εκθέσεων

              2.2.    Σύστημα διαχείρισης και ελέγχου

              2.3.    Μέτρα για την πρόληψη περιπτώσεων απάτης και παρατυπίας

3.           ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

              3.1.    Τομέας(-είς) του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμή(-ές) δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

              3.2.    Εκτιμώμενος αντίκτυπος στις δαπάνες

              3.2.1. Συνοπτική παρουσίαση του εκτιμώμενου αντικτύπου στις δαπάνες

              3.2.2. Εκτιμώμενος αντίκτυπος στις επιχειρησιακές πιστώσεις

              3.2.3. Εκτιμώμενος αντίκτυπος στις πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα

              3.2.4. Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

              3.2.5. Συμμετοχή τρίτων στη χρηματοδότηση

              3.3.    Εκτιμώμενος δημοσιονομικός αντίκτυπος στα έσοδα

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

1. ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 1.1. Ονομασία της πρότασης/πρωτοβουλίας

Ανακοίνωση «Οικοδομώντας μια ανοικτή και ασφαλή Ευρώπη: ο προϋπολογισμός των εσωτερικών υποθέσεων για την περίοδο 2014-2020».

Πρόταση κανονισμού σχετικά με τον καθορισμό γενικών διατάξεων για το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και για το μέσο χρηματοδοτικής στήριξης για την αστυνομική συνεργασία, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και τη διαχείριση κρίσεων.

Πρόταση κανονισμού περί δημιουργίας του Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης.

Πρόταση κανονισμού για τη δημιουργία του μηχανισμού χρηματοδοτικής στήριξης για την αστυνομική συνεργασία, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και τη διαχείριση κρίσεων.

Πρόταση κανονισμού για τη δημιουργία του μηχανισμού χρηματοδοτικής στήριξης για τα εξωτερικά σύνορα και τις θεωρήσεις, στο πλαίσιο του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας.

1.2. Σχετικός(οί) τομέας(είς) πολιτικής στη δομή ΔΒΔ/ΠΒΔ[14]

Προς το παρόν Τομέας 3, Τίτλος 18 – Εσωτερικές Υποθέσεις

Μελλοντικές πολυετείς δημοσιονομικές προοπτικές: Τομέας 3 (Ασφάλεια και ιθαγένεια) – «Ταμείο Διαχείρισης Μετανάστευσης» και «Εσωτερική ασφάλεια».

Χαρακτήρας της πρότασης/πρωτοβουλίας

þ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση (χρηματοδότηση των εσωτερικών υποθέσεων για την περίοδο 2014-2020)

¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά νέα δράση μετά από πιλοτικό έργο/προπαρασκευαστική δράση[15]

¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά την επέκταση υφιστάμενης δράσης

¨ Η πρόταση/πρωτοβουλία αφορά δράση προσανατολισμένη προς νέα δράση

1.3. Στόχοι 1.3.1. Ο(οι) πολυετής(-είς) στρατηγικός(-οί) στόχος(-οι) της Επιτροπής που αφορά η πρόταση/πρωτοβουλία

Ο απώτερος στόχος των πολιτικών στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων είναι η δημιουργία ενός χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα, στον οποίο οι πολίτες της ΕΕ και οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να εισέρχονται, να κυκλοφορούν, να ζουν και να εργάζονται, κομίζοντας νέες ιδέες, κεφάλαια, γνώσεις και καινοτομία, ή καλύπτοντας κενά στις εθνικές αγορές εργασίας, με την πεποίθηση ότι τα δικαιώματά τους είναι απολύτως σεβαστά και η ασφάλειά τους διασφαλισμένη. Η συνεργασία με χώρες εκτός της ΕΕ και διεθνείς οργανισμούς είναι καθοριστική για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Η αυξανόμενη σημασία των πολιτικών για τις εσωτερικές υποθέσεις έχει επιβεβαιωθεί από το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης και το έργο δράσης του, η εφαρμογή του οποίου αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για την Ένωση και καλύπτει τομείς όπως η μετανάστευση (νόμιμη μετανάστευση και ένταξη· άσυλο· παράνομη μετανάστευση και επαναπατρισμός), η ασφάλεια (πρόληψη και καταστολή της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος· αστυνομική συνεργασία) και η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων (συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής θεωρήσεων) καθώς και η εξωτερική διάσταση αυτών των πολιτικών. Η Συνθήκη της Λισαβόνας επιτρέπει επίσης στην Ένωση να επιδεικνύει μεγαλύτερη φιλοδοξία στην αντιμετώπιση των καθημερινών ανησυχιών των πολιτών στο χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Οι προτεραιότητες της πολιτικής εσωτερικών υποθέσεων, ιδίως η ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών, πρέπει επίσης να εξετάζεται στο πλαίσιο των επτά εμβληματικών πρωτοβουλιών που παρουσιάζονται στην στρατηγική «Ευρώπη 2020», σκοπός της οποίας είναι να βοηθήσει την ΕΕ να ξεπεράσει τη σημερινή χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση και να επιτύχει την έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.

Το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας θα παρέχουν χρηματοδοτική συνδρομή που είναι αναγκαία για να μεταφραστούν οι στόχοι της Ένωσης στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων σε απτά αποτελέσματα.

1.3.2. Ειδικός(-οί) στόχος(-οι) και δραστηριότητα(-ες) ΔΒΔ/ΠΒΔ

ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΥΛΟΥ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ

α)         ενίσχυση και ανάπτυξη του ενιαίου ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής διάστασής του·

β)         στήριξη της νόμιμης μετανάστευσης στην Ένωση, σύμφωνα με τις οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες των κρατών μελών και προώθηση της αποτελεσματικής ένταξης των υπηκόων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένων των αιτούντων άσυλο και των δικαιούχων διεθνούς προστασίας·

γ)         αναβάθμιση των ικανοτήτων των κρατών μελών να προωθούν δίκαιες και αποτελεσματικές στρατηγικές επαναπατρισμού, με έμφαση στη βιωσιμότητα της επιστροφής και την πραγματική επανεισδοχή στις χώρες προέλευσης·

δ)         ανάπτυξη της αλληλεγγύης και καταμερισμός ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως έναντι των χωρών που πλήττονται περισσότερο από τις εισροές μεταναστών και αιτούντων άσυλο.

Τρέχουσες δραστηριότητες ΠΒΔ: 18.03 (Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων, επείγοντα μέτρα και Ευρωπαϊκό Ταμείο Ένταξης Υπηκόων Τρίτων Χωρών) και 18.02 (όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επαναπατρισμού).

ΤΑΜΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Μηχανισμός χρηματοδοτικής στήριξης για την αστυνομική συνεργασία, την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και τη διαχείριση κρίσεων

Σύμφωνα με τις προτεραιότητες που ορίζονται στις σχετικές στρατηγικές της Ένωσης, τα προγράμματα και τις αξιολογήσεις απειλών και κινδύνων, ο Μηχανισμός θα συνεισφέρει στους ακόλουθους ειδικούς στόχους:

α)         την πρόληψη και καταστολή του διασυνοριακού, σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, περιλαμβανομένης της τρομοκρατίας, και την ενίσχυση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου των κρατών μελών και των εμπλεκόμενων τρίτων χωρών·

β)         τη βελτίωση της ικανότητας των κρατών μελών και της Ένωσης να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τους κινδύνους που σχετίζονται με την ασφάλεια και τις κρίσεις και να προετοιμάζονται και να προστατεύουν τους πολίτες και τις ζωτικής σημασίας υποδομές από τρομοκρατικές επιθέσεις και άλλους κινδύνους που συνδέονται με την ασφάλεια.

Τρέχουσες δραστηριότητες ΠΒΔ: 18.05

Μέσο χρηματοδοτικής στήριξης για τα εξωτερικά σύνορα και τις θεωρήσεις

Σύμφωνα με τις προτεραιότητες που ορίζονται στις σχετικές στρατηγικές της Ένωσης, τα προγράμματα και τις αξιολογήσεις απειλών και κινδύνων, το μέσο θα συνεισφέρει στους ακόλουθους ειδικούς στόχους:

α)         τη στήριξη μιας κοινής πολιτικής θεωρήσεων για τη διευκόλυνση της νόμιμης μετακίνησης, τη διασφάλιση της ίσης μεταχείρισης των υπηκόων τρίτων χωρών και την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης·

β)         τη στήριξη της διαχείρισης των συνόρων για να εξασφαλιστεί, αφενός, ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των εξωτερικών συνόρων και, αφετέρου, η ομαλή διέλευση των εξωτερικών συνόρων, σύμφωνα με το κεκτημένο του Σένγκεν.

Τρέχουσα δραστηριότητα ΠΒΔ: 18.02 (όσον αφορά το Ταμείο Εξωτερικών Συνόρων).

1.3.3. Αναμενόμενο(-α) αποτέλεσμα(-τα) και αντίκτυπος

Να προσδιοριστούν τα αποτελέσματα που αναμένεται να έχει η πρόταση/πρωτοβουλία όσον αφορά τους στοχοθετημένους(-ες) δικαιούχους/ομάδες.

Οι επιπτώσεις της πρότασης στους δικαιούχους/ομάδες στόχου περιγράφονται αναλυτικότερα στο τμήμα 4.1.2 της εκτίμησης επιπτώσεων.

Γενικά, η απλούστευση που έχει εισαχθεί σε όλα τα επίπεδα της διαδικασίας χρηματοδότησης και σε κάθε τρόπο διαχείρισης θα έχει σαφώς ευνοϊκή επίπτωση στις διεργασίες για τη διαχείριση της χρηματοδοτικής στήριξης.

Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης

Οι βασικοί δικαιούχοι της χρηματοδοτικής στήριξης για το άσυλο και τη μετανάστευση θα είναι οι αρμόδιες υπηρεσίες των κρατών μελών για την εφαρμογή του σχετικού κεκτημένου ή των πολιτικών, καθώς και οι διεθνείς οργανισμοί ή οι ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης (διαδικασίες εισδοχής, μέτρα ένταξης και επιχειρήσεις επαναπατρισμού).

Οι ομάδες-στόχοι που επωφελούνται από τις αλλαγές είναι οι αιτούντες άσυλο, οι δικαιούχοι διεθνούς προστασίας, οι πρόσφυγες που έχουν επανεγκατασταθεί και άλλοι υπήκοοι τρίτων χωρών που φθάνουν στην ΕΕ για ποικίλους λόγους και διαφορετικές ανάγκες (π.χ. οικονομικές, επανένωσης οικογενειών, μη συνοδευόμενοι ανήλικοι, κλπ.). Θα είναι ευκολότερη η πρόσβαση σε αυτές τις ομάδες-στόχους, διότι η ενοποίηση διαφορετικών δράσεων σχετικά με τη διαχείριση της μετανάστευσης σε ένα Ταμείο καθιστά τη χρηματοδότηση ευκολότερη (μία υπεύθυνη αρχή, μεγαλύτερη διαφάνεια και σαφέστερο πεδίο παρέμβασης) και θα επιτρέπει την περισσότερο ευέλικτη στήριξη (π.χ. ίδιος τύπος δράσης που αποσκοπεί σε διαφορετικές ομάδες στόχου). Το πεδίο της παρέμβασης θα διευρυνθεί επίσης για να καλυφθεί ολόκληρη η αλυσίδα της μετανάστευσης με διάφορες ομάδες στόχους, συμπεριλαμβανομένων διευρυμένων ομάδων στόχων, όπως υπήκοοι τρίτων χωρών δεύτερης γενιάς (ο πατέρας ή η μητέρα των οποίων είναι υπήκοος τρίτης χώρας).

Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας

Αστυνομική συνεργασία, πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος και διαχείριση κρίσεων

Οι κύριοι δικαιούχοι της χρηματοδοτικής στήριξης θα είναι τα κράτη μέλη και οι αρχές επιβολής του νόμου, καθώς και κάθε άλλη αρχή που ειδικεύεται στην προστασία των υποδομών και τη ζωτικής σημασίας διαχείριση κρίσεων, αλλά και σχετικές διεθνείς και μη κυβερνητικές οργανώσεις, κατά περίπτωση (π.χ. στον τομέα της πρόληψης του εγκλήματος, της καταστολής της ριζοσπαστικοποίησης και της παράνομης διακίνησης).

Η ομάδα στόχου που επωφελείται από τις αλλαγές θα είναι ολόκληρος ο πληθυσμός. Τα σημαντικότερα επιτεύγματα θα είναι: 1) η βελτίωση της διοικητικής και επιχειρησιακής ικανότητας των κρατών μελών να εντοπίσουν και να διώκουν με επιτυχία το διασυνοριακό, σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας, με στόχο να μειωθούν οι απειλές κατά της ασφάλειας που προέρχονται από αυτή τη μορφή του εγκλήματος και 2) η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της Ευρώπης σε κρίσεις και σε καταστροφές, χάρη σε μια πιο συνεκτική πολιτική της ΕΕ για τη διαχείριση κινδύνου που συνδέει, αφενός, τις αξιολογήσεις απειλών και κινδύνου με τη διαμόρφωση πολιτικής και, αφετέρου, μια αποτελεσματικότερη και συντονισμένη αντίδραση της ΕΕ σε κρίσεις, με τις υφιστάμενες δυνατότητες και την πραγματογνωμοσύνη. Σημαντικό επίτευγμα θα είναι επίσης η βελτίωση της ικανότητας των κρατών μελών να προλαμβάνουν, να προετοιμάζονται και να προστατεύουν τους πολίτες και τις υποδομές ζωτικής σημασίας από τρομοκρατικές επιθέσεις και άλλες σοβαρές απειλές σε βάρος της ασφάλειας.

Εξωτερικά σύνορα και θεωρήσεις  

Οι βασικοί δικαιούχοι της χρηματοδοτικής στήριξης για τα σύνορα και τις θεωρήσεις θα είναι οι υπηρεσίες που εφαρμόζουν το κεκτημένο της ΕΕ, τον κώδικα συνόρων του Σένγκεν και τον κώδικα θεωρήσεων των κρατών μελών: οι συνοριοφύλακες, η αστυνομία και οι προξενικές υπηρεσίες. Η ομάδα-στόχος που θα ωφεληθεί από τις αλλαγές θα είναι οι ταξιδιώτες, όλα τα πρόσωπα που διέρχονται τα εξωτερικά σύνορα για να εισέλθουν στην ΕΕ. Στα αποτελέσματα θα περιλαμβάνονται οι βελτιωμένες ικανότητες αυτών των υπηρεσιών: 1) να επιτηρούν τα σύνορα και να συνδέονται με άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Επιτήρησης (EUROSUR)· 2) να διαχειρίζονται τις μεταναστευτικές ροές στις προξενικές υπηρεσίες (αιτήσεις θεώρησης) και 3) να βελτιώνουν τον χειρισμό των ροών των επιβατών στα σημεία διέλευσης των συνόρων, διασφαλίζοντας, αφενός, υψηλό και ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας, σε συνεργασία με άλλες υπηρεσίες επιβολής του νόμου και, αφετέρου, την ομαλή διέλευση των συνόρων, σύμφωνα με το κεκτημένο και τις αρχές της αρμόζουσας μεταχείρισης και της αξιοπρέπειας. Ένα σημαντικό ειδικό αποτέλεσμα θα είναι η σύσταση των δύο συστημάτων ΤΠ της ΕΕ για τη διακίνηση υπηκόων τρίτων χωρών στα σύνορα (ένα σύστημα καταχώρισης εισόδου-εξόδου από την ΕΕ και ένα πρόγραμμα καταχώρισης ταξιδιωτών της ΕΕ).

1.3.4. Δείκτες αποτελεσμάτων και αντικτύπου

Να προσδιοριστούν οι δείκτες για την παρακολούθηση της υλοποίησης της πρότασης/πρωτοβουλίας.

Λόγω της ανάγκης να διεξαχθεί πολιτικός διάλογος πριν από τον καθορισμό των εθνικών προγραμμάτων, δεν είναι δυνατό να καθοριστεί στο παρόν στάδιο το οριστικό σύνολο δεικτών που θα χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση της επίτευξης των προαναφερόμενων ειδικών στόχων.

Εντούτοις, στον τομέα του ασύλου και της μετανάστευσης, οι δείκτες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, το επίπεδο βελτίωσης των συνθηκών υποδοχής των αιτούντων άσυλο, την ποιότητα των διαδικασιών ασύλου, τη σύγκλιση των ποσοστών αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών και τις προσπάθειες επανεγκατάστασης των κρατών μελών, το επίπεδο της αυξημένης συμμετοχής υπηκόων τρίτων χωρών στην απασχόληση, στην εκπαίδευση και στις δημοκρατικές διεργασίες, ο αριθμός επαναπατριζόμενων και το επίπεδο της αυξημένης αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών, περιλαμβανομένης της πρακτικής συνεργασίας και της μετεγκατάστασης.

Όσον αφορά την αστυνομική συνεργασία και την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, οι δείκτες περιλαμβάνουν τον αριθμό διασυνοριακών κοινών επιχειρήσεων, τον αριθμό εγγράφων με βέλτιστες πρακτικές και τον αριθμό των εκδηλώσεων που έχουν οργανωθεί. Οι δείκτες για τη διαχείριση κρίσεων και την προστασία των υποδομών ζωτικής σημασίας περιλαμβάνουν τον αριθμό των μέσων που τίθενται σε εφαρμογή ή/και αναβαθμίζονται για να διευκολύνουν την προστασία των υποδομών ζωτικής σημασίας από τα κράτη μέλη σε όλους τους τομείς της οικονομίας και τον αριθμό των εκτιμήσεων απειλών και κινδύνων που πραγματοποιούνται στο επίπεδο της Ένωσης.

Στον τομέα των συνόρων και των θεωρήσεων, οι δείκτες θα περιλαμβάνουν τον αριθμό των εξοπλισμένων, διασφαλισμένων ή/και ενισχυμένων προξενικών γραφείων για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής επεξεργασίας αιτήσεων θεώρησης και την ποιοτική εξυπηρέτηση των αιτούντων θεώρηση καθώς και την ανάπτυξη εξοπλισμού συνοριακού ελέγχου και τις συλλήψεις παρανόμων διερχομένων υπηκόων τρίτων χωρών στα εξωτερικά σύνορα, σε συνάρτηση με τον κίνδυνο του σχετικού τμήματος των εξωτερικών συνόρων. Οι δείκτες επιπτώσεων θα μετρούν αύξηση της ασφάλειας των συνόρων, της ικανότητας έκδοσης θεωρήσεων και της ικανότητας χειρισμού με ασφάλεια και ομαλότητα της ροής των διακινούμενων στα σύνορα.

1.4. Αιτιολόγηση της πρότασης/πρωτοβουλίας 1.4.1. Βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη κάλυψη αναγκών

Η ΕΕ θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων κατά την περίοδο 2014-2020. Δεδομένων των δημογραφικών αλλαγών, των διαρθρωτικών αλλαγών στις αγορές εργασίας και της κατάστασης του ανταγωνισμού για επαγγελματικές δεξιότητες, μια πολιτική νόμιμης μετανάστευσης και ένταξης προσανατολισμένη στο μέλλον θα έχει καθοριστική σημασία για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής συνοχής της ΕΕ, εμπλουτίζοντας τις κοινωνίες μας και δημιουργώντας ευκαιρίες για όλους. Η ΕΕ πρέπει επίσης να αντιμετωπίσει κατάλληλα την παράνομη μετανάστευση και να καταπολεμήσει την εμπορία ανθρώπων. Ταυτόχρονα, η ΕΕ πρέπει να συνεχίσει να επιδεικνύει αλληλεγγύη σε αυτούς που χρήζουν διεθνούς προστασίας. Εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα η ολοκλήρωση ενός προστατευτικότερου και αποτελεσματικότερου κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου που να αντικατοπτρίζει τις αξίες μας.

Η διασφάλιση ασφαλούς περιβάλλοντος είναι αναγκαία και επωφελής για την οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική ανάπτυξη της ΕΕ. Η ΕΕ διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των απειλών του σοβαρού και οργανωμένου εγκλήματος, του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και της τρομοκρατίας, στην εξασφάλιση της αποτελεσματικής διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ και στην ταχεία αντίδραση σε αναδυόμενες κρίσεις που οφείλονται στον άνθρωπο ή σε φυσικές καταστροφές. Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου αυξάνονται οι απειλές και αποκτούν ολοένα και περισσότερο διακρατική διάσταση, κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντιδράσει αποτελεσματικά από μόνον του. Απαιτείται μια συνεπής και συνολική ευρωπαϊκή αντιμετώπιση προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι αρχές επιβολής του νόμου μπορούν να εργαστούν αποτελεσματικά πέραν συνόρων και διαδικασιών.

Η συνεργασία με χώρες εκτός ΕΕ και διεθνείς οργανισμούς είναι ζωτικής σημασίας για την επίτευξη αυτών των στόχων. Τα πρόσφατα γεγονότα στη Βόρεια Αφρική έχουν καταδείξει πόσο σημαντικό είναι να διαθέτει η ΕΕ μια συνολική και συντονισμένη προσέγγιση στα θέματα της μετανάστευσης, των συνόρων και της ασφάλειας. Η αυξανόμενη σημασία της εξωτερικής διάστασης των πολιτικών της ΕΕ για τις εσωτερικές υποθέσεις πρέπει, συνεπώς, να ενισχυθεί, σε απόλυτη συνοχή με την εξωτερική πολιτική της Ένωσης.

1.4.2. Προστιθέμενη αξία της παρέμβασης της ΕΕ

Η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και των απειλών κατά της ασφάλειας αντιπροσωπεύει προκλήσεις που δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστούν με τη δράση του κάθε κράτους μέλους χωριστά. Είναι τομείς με προφανή προστιθέμενη αξία για τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

Ορισμένα κράτη μέλη σηκώνουν βαρύ φορτίο, λόγω της ειδικής γεωγραφικής τους θέσης και του μήκους των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης τα οποία πρέπει να διαχειρίζονται. Η κατάργηση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα πρέπει να συνοδεύεται από κοινά μέτρα που διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό έλεγχο και την εποπτεία των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης. Η αρχή της αλληλεγγύης και του δίκαιου επιμερισμού των ευθυνών μεταξύ των κρατών μελών βρίσκεται, συνεπώς, στο επίκεντρο των κοινών πολιτικών για το άσυλο, τη μετανάστευση και τα εξωτερικά σύνορα. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ παρέχει τα μέσα για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών επιπτώσεων αυτής της αρχής. Στον τομέα της ασφάλειας, το σοβαρό και οργανωμένο έγκλημα, η τρομοκρατία και άλλες απειλές κατά της ασφάλειας αποκτούν ολοένα και περισσότερο διασυνοριακό χαρακτήρα. Η διακρατική συνεργασία και ο συντονισμός μεταξύ των αρχών επιβολής του νόμου έχει καθοριστική σημασία για την επιτυχή πρόληψη και καταστολή αυτών των εγκλημάτων, παραδείγματος χάρη μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, κοινών ερευνών, διαλειτουργικών τεχνολογιών και κοινών εκτιμήσεων απειλών και κινδύνου.

Σχετικά με την αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, η διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ απαιτεί τη διάθεση σημαντικών πόρων και ικανοτήτων από τα κράτη μέλη. Η βελτιωμένη επιχειρησιακή συνεργασία και ο συντονισμός, που συνεπάγεται τη συγκέντρωση πόρων σε τομείς όπως η κατάρτιση και ο εξοπλισμός, δημιουργούν οικονομίες κλίμακας και συνέργειες, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό την αποτελεσματικότερη χρήση των δημόσιων κεφαλαίων και την ενίσχυση της αλληλεγγύης, της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και του επιμερισμού ευθυνών για τις κοινές πολιτικές μεταξύ των κρατών μελών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στον τομέα της ασφάλειας, όπου η χρηματοδοτική στήριξη για όλες τις μορφές κοινών διασυνοριακών επιχειρήσεων έχει καθοριστική σημασία για τη βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ των αστυνομικών, τελωνειακών, συνοριακών και δικαστικών αρχών.

Σε σχέση με την εξωτερική διάσταση των εσωτερικών υποθέσεων, είναι σαφές ότι η λήψη μέτρων και η συγκέντρωση πόρων στο επίπεδο της ΕΕ θα αυξήσει σημαντικά τη μόχλευση που είναι απαραίτητη στο επίπεδο της ΕΕ για να πεισθούν οι τρίτες χώρες να συνεργαστούν με την ΕΕ για τα θέματα της μετανάστευσης και της ασφάλειας τα οποία είναι πρωτίστως προς το συμφέρον της ΕΕ και των κρατών μελών.

Το δικαίωμα δράσης της ΕΕ στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων απορρέει από τον Τίτλο V «Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης» της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως τα άρθρα 77 παράγραφος 2, 78 παράγραφος 2 , 79 παράγραφοι 2 και 4, 82 παράγραφος 1, 84 και 87 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Η συνεργασία με τρίτες χώρες και διεθνείς οργανισμούς καλύπτεται από το άρθρο 212 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Οι προτάσεις τηρούν την αρχή της επικουρικότητας, διότι το μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης θα εκτελεστεί σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης και της τήρησης των θεσμικών αρμοδιοτήτων των κρατών μελών.

1.4.3. Διδάγματα που αποκομίστηκαν από ανάλογες εμπειρίες του παρελθόντος

Αν και τα σημερινά χρηματοδοτικά μέσα των εσωτερικών υποθέσεων θεωρούνται γενικά ότι επιτυγχάνουν τους στόχους και λειτουργούν αποτελεσματικά, τα συμπεράσματα από την ενδιάμεση αξιολόγηση και τη διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους φορείς έδειξαν ότι είναι αναγκαία:

– Η απλούστευση και ο εξορθολογισμός των μελλοντικών μέσων των εσωτερικών υποθέσεων, μειώνοντας σε δύο τα προγράμματα χρηματοδότησης, με τη δημιουργία ενός Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης και ενός Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας. Αυτό θα επιτρέψει στην ΕΕ να κάνει μια περισσότερο στρατηγική χρήση των μέσων, ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις πολιτικές προτεραιότητες και τις ανάγκες της ΕΕ.

– Η ενίσχυση του ρόλου της ΕΕ ως παγκόσμιου παράγοντα, περιλαμβάνοντας την εξωτερική διάσταση στα μελλοντικά Ταμεία για να ενισχυθεί η μόχλευση της ΕΕ σε σχέση με τη διάσταση εξωτερικής πολιτικής των πολιτικών για τις εσωτερικές υποθέσεις.

– Η ενίσχυση της επιμερισμένης διαχείρισης σε σχέση με την κεντρική διαχείριση, εφόσον είναι δυνατό, για την εξάλειψη των περιττών γραφειοκρατικών βαρών.

– Η καθιέρωση μιας προσέγγισης της επιμερισμένης διαχείρισης με γνώμονα την παραγωγή αποτελεσμάτων, με την υιοθέτηση μιας προσέγγισης πολυετούς προγραμματισμού με πολιτικό διάλογο σε ανώτερο επίπεδο, ο οποίος θα διασφαλίσει την πλήρη ευθυγράμμιση των εθνικών προγραμμάτων των κρατών μελών με τους πολιτικούς στόχους και τις προτεραιότητες της ΕΕ και θα εστιάζεται στην επίτευξη αποτελεσμάτων.

– Η βελτίωση της κεντρικής διαχείρισης για την παροχή ενός φάσματος μέσων για δραστηριότητες με γνώμονα την πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της στήριξης διακρατικών δράσεων, ιδίως καινοτόμων δράσεων και δράσεων σε τρίτες χώρες και σε σχέση με αυτές (εξωτερική διάσταση), καθώς και επείγουσες δράσεις, μελέτες και εκδηλώσεις.          

– Η θέσπιση ενός κοινού κανονιστικού πλαισίου με ένα κοινό σύνολο κανόνων για τον προγραμματισμό, την υποβολή εκθέσεων, τη δημοσιονομική διαχείριση και τους ελέγχους, που να προσομοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με αυτό άλλων Ταμείων της ΕΕ, με στόχο την καλύτερη κατανόηση των κανόνων από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και τη διασφάλιση υψηλού βαθμού συνοχής και συνέπειας.

– Η ταχεία και αποτελεσματική αντίδραση σε περίπτωση έκτακτων καταστάσεων, σχεδιάζοντας τα Ταμεία με τρόπο που να παρέχει στην Ένωση τη δυνατότητα να αντιδρά κατάλληλα σε ταχέως μεταβαλλόμενες καταστάσεις.

– Η αναβάθμιση του ρόλου των οργανισμών στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων για την ενίσχυση της πρακτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και αναθέτοντας σε αυτούς την εφαρμογή ειδικών δράσεων, εξασφαλίζοντας παράλληλα τον απαιτούμενο πολιτικό έλεγχο στις δραστηριότητες αυτών των οργανισμών.

Αναλυτικότερα στοιχεία υπάρχουν στην εκτίμηση επιπτώσεων και στις αιτιολογικές εκθέσεις του κάθε κανονισμού.

1.4.4. Συνέπεια και ενδεχόμενη συνέργεια με άλλα συναφή μέσα

Ορισμένα άλλα μέσα της Ένωσης θα παρέχουν στήριξη σε δραστηριότητες συμπληρωματικές προς τις δραστηριότητες που θα χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας.

Το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο χρηματοδοτεί επί του παρόντος μέτρα ένταξης για την πρόσβαση στην αγορά εργασίας, ενώ το Ταμείο Ένταξης χρηματοδοτεί μέτρα, όπως η παροχή μαθημάτων αγωγής του πολίτη, η συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, η ίση πρόσβαση στις υπηρεσίες κλπ. Τα μέτρα ένταξης θα εξακολουθήσουν να χρηματοδοτούνται ταυτόχρονα από το Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης και το μελλοντικό Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο.

Η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας και το Ταμείο Χρηματοδότησης της Πολιτικής Προστασίας θα παραμείνει όπως περιγράφεται στο άρθρο 3 του τρέχοντος προγράμματος CIPS: φυσικές καταστροφές καθώς και καταστροφές που προκαλούνται ακούσια από τον άνθρωπο υπάγονται στην πολιτική προστασία (ατυχήματα), ενώ οι εσκεμμένες καταστροφές που προκαλούνται από τον άνθρωπο υπάγονται στον τομέα της ασφάλειας και θα καλύπτονται, συνεπώς, από το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας.

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις ή άλλα γεγονότα που συνδέονται με την ασφάλεια θα παραμείνουν εκτός του πεδίου του Ταμείου Αλληλεγγύης της ΕΕ. Το ακριβές πεδίο και η έκταση κατά την οποία το άρθρο 222 της ΣΛΕΕ (ρήτρα αλληλεγγύης) θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τα κράτη μέλη που υφίστανται τρομοκρατική επίθεση ή είναι θύματα φυσικών ή προκαλούμενων από τον άνθρωπο καταστροφών, δεν είναι σαφές, διότι απαιτεί την επίσημη έγκριση των ρυθμίσεων εφαρμογής οι οποίες δεν έχουν καν προταθεί ακόμη. Οι δυνατότητες επείγουσας χρηματοδότησης σε περίπτωση μείζονος τρομοκρατικής επίθεσης ή άλλων γεγονότων που συνδέονται με την ασφάλεια θα χρηματοδοτείται, συνεπώς, από το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας.

Το κενό ανάμεσα στην έρευνα στον τομέα της ασφάλειας βάσει του Προγράμματος «Ορίζοντας 2020» και της πρακτικής εφαρμογής των αποτελεσμάτων αυτής της έρευνας θα καλυφθεί, διότι το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας θα προβλέπει ειδικούς στόχους και επιλέξιμες δράσεις που θα επιτρέπουν τη χρηματοδότηση της δοκιμαστικής εφαρμογής και επικύρωσης αποτελεσμάτων επιστημονικής έρευνας («πρωτότυπο»), με στόχο την τακτική εφαρμογή τους στην πράξη («δημόσιες συμβάσεις πριν από την εμποροποίηση»).

Το μελλοντικό Πρόγραμμα Δικαιοσύνης θα συνδέεται στενά και συμπληρωματικά με το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας, ιδίως το σκέλος της ποινικής δικαιοσύνης, αλλά εστιάζεται περισσότερο στη δικαστική συνεργασία, στην εναρμόνιση των διαδικασιών και την αμοιβαία αναγνώριση, τα οποία στην πράξη προλαμβάνουν σημαντικές επικαλύψεις.

Τα στοιχεία της εξωτερικής διάστασης του Ταμείου Ασύλου και Μετανάστευσης και του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας θα στηρίζουν δράσεις σε τρίτες χώρες και σε σχέση με αυτές, οι οποίες εξυπηρετούν πρωτίστως τα συμφέροντα και τους στόχους της ΕΕ, έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ΕΕ και τα κράτη μέλη της και εξασφαλίζουν τη συνέχεια, με δραστηριότητες που υλοποιούνται στο έδαφος της ΕΕ. Η χρηματοδότηση αυτή θα σχεδιάζεται και θα εφαρμόζεται σε συνέπεια με την εξωτερική δράση και την εξωτερική πολιτική της ΕΕ. Δεν προορίζεται να χρηματοδοτήσει δράσεις αναπτυξιακού προσανατολισμού και θα συμπληρώνει, κατά περίπτωση, τη χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται από τους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της εξωτερικής βοήθειας. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα που θα διαδεχθεί το Θεματικό Πρόγραμμα Μετανάστευσης και Ασύλου και το Μέσο Σταθερότητας θα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων. Παρότι οι μηχανισμοί εξωτερικής βοήθειας, είτε στηρίζουν τις αναπτυξιακές ανάγκες των δικαιούχων χωρών είτε στηρίζουν τα γενικά πολιτικά συμφέροντα της ΕΕ με στρατηγικούς εταίρους, τα κεφάλαια των εσωτερικών υποθέσεων θα στηρίζουν ειδικές δράσεις σε τρίτες χώρες προς το συμφέρον της μεταναστευτικής πολιτικής της ΕΕ και των στόχων εσωτερικής ασφάλειας της ΕΕ. Θα καλύψουν, συνεπώς, ένα συγκεκριμένο κενό και θα συμβάλουν στη συμπλήρωση των μέσων που έχει στη διάθεσή της η ΕΕ.

1.5. Διάρκεια και δημοσιονομικές επιπτώσεις

þ Πρόταση/πρωτοβουλία περιορισμένης διάρκειας

– þ    Πρόταση/πρωτοβουλία από 1/1/2014 έως 31/12/2020

– þ    Δημοσιονομική επίπτωση από το 2014 έως το 2023

¨ Πρόταση/πρωτοβουλία απεριόριστης διάρκειας

– Περίοδος σταδιακής εφαρμογής από το ΕΕΕΕ έως το ΕΕΕΕ,

– και στη συνέχεια λειτουργία με κανονικό ρυθμό.

1.6. Προβλεπόμενος(οι) τρόπος(οι) διαχείρισης[16]

þΚεντρική άμεση διαχείριση από την Επιτροπή

þ Κεντρική έμμεση διαχείριση με ανάθεση καθηκόντων εκτέλεσης σε:

– þ    εκτελεστικούς οργανισμούς

– þ    οργανισμούς που δημιουργούνται από τις Κοινότητες[17]

– þ    εθνικούς δημόσιους οργανισμούς / οργανισμούς με αποστολή δημόσιας υπηρεσίας

– ¨    πρόσωπα επιφορτισμένα με την εκτέλεση συγκεκριμένων δράσεων δυνάμει του τίτλου V της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προσδιορίζονται στην αντίστοιχη βασική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 49 του δημοσιονομικού κανονισμού

þ Επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη

þΑποκεντρωμένη διαχείριση με τρίτες χώρες

þ Από κοινού διαχείριση με διεθνείς οργανισμούς (να προσδιοριστεί)

Αν αναφέρονται περισσότεροι τρόποι διαχείρισης, παρακαλείστε να τους διευκρινίσετε στο τμήμα «Παρατηρήσεις».

Παρατηρήσεις :

Οι προτάσεις θα εφαρμοστούν κυρίως μέσω επιμερισμένης επιμερισμένης διαχείρισης, με πολυετή εθνικά προγράμματα.

Οι στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων συμπληρώνονται με «δράσεις της Ένωσης» και ένα μηχανισμό ταχείας αντίδρασης για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Οι δράσεις αυτές θα έχουν κυρίως τη μορφή επιχορηγήσεων και προμηθειών στο πλαίσιο της κεντρικής άμεσης διαχείρισης και θα περιλαμβάνουν δράσεις σε τρίτες χώρες και σε σχέση με αυτές.

Θα χρησιμοποιούνται όλα τα δυνατά μέσα για να αποτραπεί ο κατακερματισμός, συγκεντρώνοντας πόρους ή επιτυγχάνοντας ένα περιορισμένο αριθμό στόχων και χρησιμοποιώντας την πραγματογνωμοσύνη των βασικών εμπλεκόμενων φορέων, κατά περίπτωση, βάσει συμφωνιών εταιρικής σχέσης και συμφωνιών πλαισίων.

Η τεχνική βοήθεια με πρωτοβουλία της Επιτροπής θα υλοποιείται με κεντρική άμεση διαχείριση.

Οι χώρες που συνδέονται με την εκτέλεση, εφαρμογή και την ανάπτυξη του κεκτημένου Σένγκεν θα συμμετέχουν επίσης στους δύο μηχανισμούς του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας που αποτελεί ανάπτυξη του κεκτημένου του Σένγκεν (τα μέσα για τα σύνορα και τις θεωρήσεις εισόδου και για την αστυνομική συνεργασία), σαν να ήταν κράτη μέλη, με βάση τις συμφωνίες σύνδεσης Σένγκεν. Θα συμμετέχουν στα μέσα σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού, εφαρμόζοντας δικά τους πολυετή εθνικά προγράμματα και θα έχουν τη δυνατότητα να ζητούν χρηματοδότηση βάσει των δράσεων της Ένωσης κλπ. Όπως και στην περίπτωση του Ταμείου Εξωτερικών Συνόρων, θα συναφθούν ειδικές ρυθμίσεις που θα ορίζουν τους συμπληρωματικούς κανόνες οι οποίοι είναι απαραίτητοι για τη συμμετοχή τους (παράγωγοι κανόνες του δημοσιονομικού κανονισμού, των διατάξεων εφαρμογής του και των συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης της ελεγκτικής εξουσίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου). Εφόσον τα κράτη αυτά θα συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό της ΕΕ για τους δύο χρηματοδοτικούς μηχανισμούς κατ' αναλογία προς το ΑΕΠ τους, οι ρυθμίσεις θα καθορίζουν επίσης και τις συνεισφορές που θα εισπράττονται από αυτά τα κράτη στο πλαίσιο της κατανομής αρμοδιοτήτων για τη διακυβέρνηση Σένγκεν, ανεξάρτητα από το μέγεθος της χρηματοδότησής τους από τα χρηματοδοτικά μέσα. Προς το παρόν, τα συνδεδεμένα κράτη είναι η Νορβηγία, η Ισλανδία, η Ελβετία και το Λιχτενστάιν.

2. MEΤΡΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ 2.1. Κανόνες παρακολούθησης και αναφοράς

Να προσδιοριστούν η συχνότητα και οι όροι.

Για την επιμερισμένη διαχείριση, προτείνεται ένα συνεκτικό και αποτελεσματικό πλαίσιο αναφοράς, παρακολούθησης και αξιολόγησης. Για κάθε εθνικό πρόγραμμα, θα ζητηθεί από τα κράτη μέλη να συστήσουν μια επιτροπή παρακολούθησης στην οποία μπορεί να συμμετέχει η Επιτροπή.

Σε ετήσια βάση, τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν έκθεση για την εφαρμογή του πολυετούς προγράμματός τους. Οι εκθέσεις αυτές αποτελούν προϋπόθεση για τις ετήσιες πληρωμές. Για να ενταχθούν στη διαδικασία ενδιάμεσης επανεξέτασης, θα ζητηθεί το 2017 να υποβάλουν συμπληρωματικές πληροφορίες για την πρόοδο που έχει επιτευχθεί ως προς την επίτευξη των στόχων. Παρόμοια διαδικασία θα ακολουθηθεί το 2019, ώστε να είναι δυνατόν να γίνουν τροποποιήσεις κατά το τελευταίο οικονομικό έτος (2020).

Στηρίζοντας την ανάπτυξη ενός πνεύματος που βασίζεται στην αξιολόγηση στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων, τα Ταμεία θα έχουν ένα κοινό πλαίσιο αξιολόγησης και παρακολούθησης που συνδέεται με ευρύτερους δείκτες πολιτικής οι οποίοι τονίζουν την προσέγγιση των Ταμείων βάσει αποτελεσμάτων και τον καθοριστικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν στην ασκούμενη πολιτική για την επίτευξη του στόχου της δημιουργίας ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Οι δείκτες αυτοί αφορούν την επίπτωση που θα μπορούσαν να έχουν τα Ταμεία: την ανάπτυξη ενός κοινού πνεύματος ασφάλειας των συνόρων, αστυνομικής συνεργασίας και διαχείρισης κρίσεων· την αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών προς την ΕΕ· τη δίκαιη και ίση μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών· την αλληλεγγύη και συνεργασία μεταξύ κρατών μελών στην αντιμετώπιση των ζητημάτων της μετανάστευσης και εσωτερικής ασφάλειας και μια κοινή προσέγγιση της ΕΕ τόσο για τη μετανάστευση όσο και για την ασφάλεια έναντι τρίτων χωρών.

Για να εξασφαλιστεί η σωστή εφαρμογή των αρχών της αξιολόγησης, και έχοντας υπόψη την πρακτική εμπειρία σχετικά με την αξιολόγηση στα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της τρέχουσας χρηματοδότησης των εσωτερικών υποθέσεων από την ΕΕ, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα συνεργαστούν για να αναπτύξουν, μέσω μέτρων εφαρμογής, το κοινό πλαίσιο αξιολόγησης και παρακολούθησης, μεταξύ άλλων, ορίζοντας υποδείγματα και κοινούς δείκτες εκροών και αποτελεσμάτων.

Όλα τα μέτρα θα θεσπιστούν κατά την έναρξη της περιόδου προγραμματισμού, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να δημιουργήσουν τα δικά τους συστήματα υποβολής εκθέσεων και αξιολόγησης, βάσει των συμφωνημένων αρχών και των αναγκών.

Για να μειωθεί η διοικητική επιβάρυνση και να διασφαλιστούν οι συνέργειες ανάμεσα στην υποβολή εκθέσεων και την αξιολόγηση, τα στοιχεία που απαιτούνται για τις εκθέσεις αξιολόγησης θα βασίζονται σε και θα συμπληρώνουν τα στοιχεία που παρέχονται από τα κράτη μέλη στις ετήσιες εκθέσεις εφαρμογής των εθνικών προγραμμάτων τους.

Το 2018 η Επιτροπή θα υποβάλει επίσης έκθεση ενδιάμεσης επανεξέτασης για τα εθνικά προγράμματα.

Γενικότερα, η Επιτροπή θα υποβάλει ενδιάμεση έκθεση για την εφαρμογή των Ταμείων έως τις 31.06.2018 και έκθεση εκ των υστέρων αξιολόγησης έως τις 30.06.2024, που καλύπτει πλήρως την εφαρμογή, δηλ. όχι μόνον τα εθνικά προγράμματα που υπόκεινται σε επιμερισμένη διαχείριση.

2.2. Σύστημα διαχείρισης και ελέγχου 2.2.1. Κίνδυνος(-οι) που έχει(-ουν) επισημανθεί

Η ΓΔ HOME δεν αντιμετωπίζει σημαντικούς κινδύνους σφαλμάτων στα προγράμματα δαπανών της. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη σταθερή απουσία σημαντικών πορισμάτων στις ετήσιες εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και στην απουσία εναπομένοντος ποσοστού σφάλματος άνω του 2% κατά τα προηγούμενα έτη στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας της ΓΔ HOME (και πρώην ΓΔ JLS).

Στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, οι γενικοί κίνδυνοι σε σχέση με την εφαρμογή των τρεχόντων προγραμμάτων εμπίπτουν κυρίως σε τρεις κατηγορίες:

– κίνδυνος αναποτελεσματικής ή ανεπαρκώς στοχευμένης χρήσης κεφαλαίων·

– σφάλματα που απορρέουν από την πολυπλοκότητα των κανόνων και τις αδυναμίες των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου·

– αναποτελεσματική χρήση των διοικητικών πόρων (περιορισμένη αναλογικότητα απαιτήσεων).

Αξίζει επίσης να σημειωθούν τα ειδικά στοιχεία που αφορούν το σύστημα των τεσσάρων Ταμείων στο πλαίσιο του γενικού προγράμματος «Αλληλεγγύη και διαχείριση των μεταναστευτικών ροών».

– Το σύστημα των ετήσιων προγραμμάτων διασφαλίζει την τακτική καταβολή των τελικών πληρωμών βάσει πιστοποιημένων και ελεγμένων δαπανών. Εντούτοις, η περίοδος επιλεξιμότητας των ετήσιων προγραμμάτων είναι αποσυνδεδεμένη από το οικονομικό έτος της ΕΕ και η αλυσίδα αξιοπιστίας είναι, κατά συνέπεια, απολύτως ικανοποιητική, παρά τη μεγάλη βαρύτητα του συστήματος.

– Η Επιτροπή καθορίζει λεπτομερείς διατάξεις επιλεξιμότητας. Αυτό διασφαλίζει καταρχήν την ομοιογένεια των χρηματοδοτούμενων δαπανών. Εντούτοις, δημιουργεί επίσης περιττό φόρτο εργασίας για τις εθνικές αρχές και την Επιτροπή και αυξάνει τον κίνδυνο σφαλμάτων από τους δικαιούχους ή/και τα κράτη μέλη εξαιτίας των παρανοήσεων των κανόνων της ΕΕ.

– Τα σημερινά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου παρουσιάζουν πολύ μεγάλη ομοιότητα με τα συστήματα των Διαρθρωτικών Ταμείων. Εντούτοις, παρουσιάζουν ελαφρές διαφορές, ιδίως στην αλυσίδα αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρχών πιστοποίησης και των αρχών ελέγχου. Αυτό δημιουργεί σύγχυση στα κράτη μέλη, ιδίως όταν οι αρχές ενεργούν σε δύο τύπους Ταμείων. Αυξάνει επίσης τον κίνδυνο σφαλμάτων και απαιτεί εντατικότερη παρακολούθηση.

Η παρούσα πρόταση επιφέρει σημαντικές αλλαγές σε αυτά τα στοιχεία:

– Τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου θα είναι σύμφωνα με τις γενικές απαιτήσεις που ορίζονται στα Ταμεία του ΚΠΣ και θα ικανοποιούν απολύτως τις νέες απαιτήσεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού: οι τρεις αρχές θα αντικατασταθούν από δύο αρχές (Αρμόδια Αρχή και Ελεγκτική αρχή), τα καθήκοντα των οποίων διευκρινίζονται, με στόχο να υπάρχει μεγαλύτερη αξιοπιστία.

– Ο πολυετής προγραμματισμός σε συνδυασμό με την ετήσια εκκαθάριση που βασίζεται στις πληρωμές τις οποίες πραγματοποιεί η αρμόδια αρχή θα ευθυγραμμίσει τις περιόδους επιλεξιμότητας με τους ετήσιους λογαριασμούς της Επιτροπής, χωρίς αύξηση της διοικητικής επιβάρυνσης σε σύγκριση με το ισχύον σύστημα.

– Θα διενεργούνται επιτόπιοι έλεγχοι στο πλαίσιο των πρωτοβάθμιων ελέγχων, δηλ. από την αρμόδια αρχή και θα στηρίζουν την ετήσιά της διαχειριστική δήλωση αξιοπιστίας.

– Η διασαφήνιση και απλούστευση των κανόνων επιλεξιμότητας καθώς και η εναρμόνισή τους με άλλα μέσα χρηματοδοτικής στήριξης της ΕΕ θα μειώσει τα λάθη των δικαιούχων που χρησιμοποιούν ενισχύσεις από διαφορετικές πηγές. Οι εν λόγω κανόνες επιλεξιμότητας θα καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο, με εξαίρεση ορισμένες βασικές αρχές, παρόμοιες με αυτές που εφαρμόζονται για τα Ταμεία του ΚΠΣ.

– Ενθαρρύνεται η χρήση επιλογών απλουστευμένου κόστους, ιδίως για τις μικρές επιχορηγήσεις.

Στο πλαίσιο της κεντρικής διαχείρισης, οι βασικοί κίνδυνοι είναι οι ακόλουθοι:

– Κίνδυνος ανεπαρκούς αντιστοιχίας ανάμεσα στα υποβαλλόμενα σχέδια και τις πολιτικές προτεραιότητες της ΓΔ HOME.

– Κίνδυνος κακής ποιότητας επιλεγόμενων έργων και κακής τεχνικής εφαρμογής του έργου, που περιορίζουν την επίπτωση των προγραμμάτων· λόγω ακατάλληλων διαδικασιών επιλογής, έλλειψη πραγματογνωμοσύνης ή ανεπαρκής παρακολούθηση.

– Κίνδυνος αναποτελεσματικής ή οικονομικά μη αποδοτικής χρήσης των χορηγούμενων κεφαλαίων, τόσο των επιχορηγήσεων (περιπλοκότητα της επιστροφής των πραγματικών επιλέξιμων δαπανών σε συνδυασμό με περιορισμένες πιθανότητες ελέγχου των επιλέξιμων δαπανών σε επίπεδο εγγράφων) και των συμβάσεων προμηθειών (ενίοτε περιορισμένος αριθμός οικονομικών προμηθευτών με την απαιτούμενη ειδική γνώση, γεγονός που συνεπάγεται ανεπαρκείς δυνατότητες σύγκρισης των προσφορών).

– Κίνδυνος συνδεόμενος με την ικανότητα (ιδίως) μικρότερων οργανισμών να ελέγχουν αποτελεσματικά τις δαπάνες και να διασφαλίζουν τη διαφάνεια των εκτελούμενων πράξεων.

– Κίνδυνος δυσφήμισης της Επιτροπής, σε περίπτωση αποκάλυψης απάτης ή εγκληματικών δραστηριοτήτων· τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου τρίτων μπορούν να παράσχουν μόνον περιορισμένη αξιοπιστία, κυρίως λόγω του μεγάλου αριθμού ανομοιογενών αναδόχων και δικαιούχων, καθένας από τους οποίους λειτουργεί με δικό του σύστημα ελέγχου, το οποίο είναι συνήθως μικρού μεγέθους.

Οι περισσότεροι από αυτούς τους κινδύνους εκτιμάται ότι θα μειωθούν χάρη στην καλύτερη στόχευση των προτάσεων και τη χρησιμοποίηση απλουστευμένων στοιχείων που περιλαμβάνονται στην τριετή αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού.

2.2.2. Προβλεπόμενη(-ες) μέθοδος(-οι) ελέγχου

Επιμερισμένη διαχείριση

Σε επίπεδο κρατών μελών, η προτεινόμενη αρχιτεκτονική των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου αποτελεί εξέλιξη του πλαισίου που εφαρμόστηκε την περίοδο 2007-2013 και διατηρεί τις περισσότερες λειτουργίες της τρέχουσας περιόδου, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών και των επιτόπιων ελέγχων, των δημοσιονομικών ελέγχων των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και των δημοσιονομικών ελέγχων των έργων. Η σειρά αυτών των λειτουργιών μεταβάλλεται, παρόλα αυτά, ώστε να υπαχθούν οι επιτόπιοι έλεγχοι στην σαφή αρμοδιότητα της αρμόδιας αρχής ως μέρος της προετοιμασίας της διαδικασίας ετήσιας εκκαθάρισης λογαριασμών.

Για να ενισχυθεί η υποχρέωση λογοδοσίας, οι αρχές του προγράμματος θα διαπιστευθούν από μια εθνική αρχή διαπίστευσης, η οποία θα είναι υπεύθυνη για τη συνεχή επίβλεψή τους. Η μείωση του αριθμού των αρχών, με την κατάργηση της Αρχής Πιστοποίησης και τη μείωση του αριθμού των Ταμείων, εκτιμάται ότι θα μειώσει τη διοικητική επιβάρυνση και θα αυξήσει τη δυνατότητα δημιουργίας ισχυρότερης διοικητικής ικανότητας, αλλά θα επιτρέψει και την σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων.

Σήμερα δεν υπάρχει αξιόπιστη εκτίμηση όσον αφορά το κόστος των ελέγχων των Ταμείων επιμερισμένης διαχείρισης στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων. Η μόνη διαθέσιμη εκτίμηση συνδέεται με το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής, όπου το κόστος των συνδεόμενων με τους ελέγχους καθηκόντων (σε εθνικό επίπεδο, εξαιρουμένων των δαπανών της Επιτροπής) εκτιμάται περίπου στο 2% της συνολικής χρηματοδότησης που χορηγείται κατά την περίοδο 2007-2013. Οι δαπάνες αυτές συνδέονται με τους ακόλουθους τομείς ελέγχου: ποσοστό 1% οφείλεται στο συντονισμό και στην προετοιμασία του προγράμματος σε εθνικό επίπεδο, ποσοστό 82% συνδέεται με τη διαχείριση του προγράμματος, ποσοστό 4% με την πιστοποίηση και ποσοστό 13% με τον δημοσιονομικό έλεγχο.

Οι ακόλουθες προτάσεις θα αυξήσουν το κόστος του ελέγχου:

– η σύσταση και η λειτουργία ενός φορέα διαπίστευσης και γενικά η αλλαγή συστήματος·

– η υποβολή διαχειριστικής δήλωσης μαζί με τους ετήσιους λογαριασμούς·

– οι επιτόπιοι έλεγχοι που θα διενεργούνται από την αρμόδια αρχή·

– η ανάγκη συμπληρωματικής δραστηριότητας ελέγχου από τις Αρχές Ελέγχου για τον λογιστικό έλεγχο της διαχειριστικής δήλωσης.

Υπάρχουν, ωστόσο, και προτάσεις οι οποίες θα περιορίσουν το κόστος του ελέγχου:

– Η Αρχή Πιστοποίησης θα πάψει να υφίσταται. Αν και οι λειτουργίες της θα μεταβιβαστούν εν μέρει στην αρμόδια αρχή, αυτό θα επιτρέψει στο κράτος μέλος να εξοικονομήσει σημαντικό μέρος των δαπανών που συνδέονται με την πιστοποίηση λόγω της μεγαλύτερης διοικητικής επάρκειας, της μείωσης της ανάγκης συντονισμού και του περιορισμού του πεδίου των ελέγχων.

– Οι έλεγχοι θα διενεργούνται από την Ελεγκτική αρχή η οποία θα έχει την τάση να διενεργεί εκ νέου (ένα δείγμα) πρωτοβάθμιους διοικητικούς και επιτόπιους ελέγχους που διενεργούνται από την αρμόδια αρχή. Αυτό θα επιταχύνει τη διαδικασία εκατέρωθεν ακρόασης και θα εξασφαλίσει ότι διενεργούνται όλοι οι έλεγχοι πριν από την υποβολή των ετήσιων λογαριασμών.

– Η χρησιμοποίηση της μεθόδου του απλουστευμένου κόστους θα περιορίσει τις διοικητικές δαπάνες και επιβαρύνσεις σε όλα τα επίπεδα, τόσο για τις δημόσιες υπηρεσίες όσο και για τους δικαιούχους.

– Το ετήσιο κλείσιμο και ο περιορισμός της προθεσμίας για την εκκαθάριση συμμόρφωσης λογαριασμών σε 36 μήνες, θα περιορίσουν την περίοδο διατήρησης των εγγράφων από τις δημόσιες αρχές και τους δικαιούχους για τους σκοπούς του ελέγχου∙

– Η καθιέρωση ροών ηλεκτρονικής επικοινωνίας μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών θα είναι υποχρεωτική.

Στα ανωτέρω πρέπει να προστεθούν τα στοιχεία της απλούστευσης που απαριθμούνται στο σημείο 2.2.1 ανωτέρω, τα οποία θα συμβάλουν επίσης στη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους και, κατ' επέκταση, ταυτόχρονη μείωση των κινδύνων σφάλματος και διοικητικής επιβάρυνσης.

Ως εκ τούτου, συνολικά εκτιμάται ότι οι προτάσεις αυτές θα συμβάλουν μάλλον σε ανακατανομή των δαπανών ελέγχου παρά σε αύξηση ή μείωσή τους. Αναμένεται, ωστόσο, ότι αυτή η ανακατανομή κόστους (σε όλες τις λειτουργίες και λόγω των ρυθμίσεων αναλογικού ελέγχου, καθώς και σε όλα τα κράτη μέλη και τα προγράμματα) θα μετριάσει αποτελεσματικότερα τους κινδύνους και επομένως θα έχει ως αποτέλεσμα μια καλύτερη και ταχύτερη εξασφάλιση της αξιοπιστίας.

Στο επίπεδο της Επιτροπής, το κόστος διαχείρισης και ελέγχων για την επιμερισμένη διαχείριση δεν αναμένεται να μειωθεί κατά το πρώτο ήμισυ της περιόδου προγραμματισμού. Αυτό ισχύει κυρίως λόγω του ότι το ποσό και οι τομείς πολιτικής τους οποίους αφορά η επιμερισμένη διαχείριση θα επεκταθούν, σε σύγκριση με την τρέχουσα περίοδο. Συνεπώς, η διατήρηση των ίδιων πόρων απαιτεί ήδη αύξηση της απόδοσης. Επιπλέον, τα πρώτα έτη θα χαρακτηρίζονται από τον συνδυασμό εκτέλεσης πολλών σημαντικών καθηκόντων: κλείσιμο των προγραμμάτων της περιόδου 2007-2013 (προθεσμία υποβολής εκθέσεων τελευταίου κλεισίματος έως τις 31 Μαρτίου 2016), διάλογο για τις πολιτικές, έγκριση των πολυετών εθνικών προγραμμάτων της περιόδου 2014-2020, δημιουργία του νέου συστήματος εκκαθάρισης λογαριασμών. Κατά το δεύτερο ήμισυ της περιόδου, οι εν δυνάμει διαθέσιμοι πόροι θα χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση της αξιολόγησης και παρακολούθησης.

Κεντρική διαχείριση

Όσον αφορά την κεντρική διαχείριση, η Επιτροπή θα συνεχίσει να εφαρμόζει το ισχύον σύστημα ελέγχου, το οποίο αποτελείται από τα ακόλουθα συστατικά στοιχεία: επίβλεψη των πράξεων από τις επιχειρησιακές διευθύνσεις, εκ των προτέρων έλεγχος από τη μονάδα προϋπολογισμού και ελέγχου, επιτροπή εσωτερικών προμηθειών, εκ των υστέρων έλεγχοι των επιχορηγήσεων ή των δημοσιονομικών ελέγχων της ικανότητας εσωτερικού ελέγχου ή/και υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου. Ο τομέας των εκ των υστέρων ελέγχων εφαρμόζει μια «στρατηγική ανίχνευσης» που αποσκοπεί στον εντοπισμό όσο το δυνατό περισσότερων ανωμαλιών, με σκοπό την ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων. Βάσει αυτής της στρατηγικής, οι λογιστικοί έλεγχοι διενεργούνται σε δείγμα έργων που επιλέγονται σχεδόν εξ ολοκλήρου βάσει ανάλυσης κινδύνου.

Χάρη σε αυτό τον συνδυασμό των εκ των προτέρων και εκ των υστέρων ελέγχων, καθώς και των ελέγχων γραφείου και επιτόπιων λογιστικών ελέγχων, το ποσοτικά προσδιορίσιμο μέσο υπολειπόμενο ποσοστό σφάλματος κατά τα προηγούμενα έτη ήταν χαμηλότερο του 2%. Ως εκ τούτου, το σύστημα εσωτερικού ελέγχου καθώς και το κόστος του θεωρούνται επαρκή στη ΓΔ HOME για την επίτευξη του στόχου ενός χαμηλού ποσοστού σφάλματος.

Εντούτοις, σε αυτό το πλαίσιο, η ΓΔ ΗΟΜΕ θα συνεχίσει να διερευνά τις δυνατότητες για καλύτερη διαχείριση και μεγαλύτερη απλούστευση. Συγκεκριμένα, όλες οι απλουστευμένες επιλογές που διατίθενται στην τριετή αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού θα χρησιμοποιηθούν κατά το μέγιστο, διότι εκτιμάται ότι θα συμβάλουν στη μείωση της διοικητικής επιβάρυνσης για τους δικαιούχους και, με τον τρόπο αυτό, θα επιφέρουν ταυτόχρονη μείωση των κινδύνων σφάλματος και διοικητικής επιβάρυνσης για την Επιτροπή.

Νέες δυνατότητες

Οι προτάσεις προβλέπουν νέες δυνατότητες για τη χρηματοδότηση της ΕΕ στον τομέα των εσωτερικών υποθέσεων, π.χ. καλύτερη χρήση της υφιστάμενης πραγματογνωμοσύνης στους οργανισμούς της ΕΕ, ανάπτυξη της εξωτερικής διάστασης και ενίσχυση των μέσων εκτάκτων καταστάσεων. Για το σκοπό αυτό θα απαιτηθούν νέες μέθοδοι διαχείρισης και ελέγχου για τη ΓΔ Εσωτερικών Υποθέσεων.       Τα ποσά που θα διατεθούν γι' αυτά τα νέα στοιχεία δεν έχουν καθοριστεί ακόμη, αλλά εκτιμάται ότι δεν θα είναι σημαντικά, σε σχέση με το συνολικό προϋπολογισμό για τις εσωτερικές υποθέσεις. Εντούτοις, θα έχει μεγάλη σημασία να καθοριστούν τα εσωτερικά μέσα και οι ρυθμίσεις εργασίας για την εκτέλεση αυτών των νέων καθηκόντων το συντομότερο δυνατό κατά τη διάρκεια της περιόδου, στο πλαίσιο της απόλυτης τήρησης των αρχών της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης.     Από την ανωτέρω ανάλυση συνάγεται σαφώς ότι, παρά το σύνολο των απλουστεύσεων που έχουν εισαχθεί, το επίπεδο των ανθρώπινων πόρων που απαιτείται για την εκτέλεση του αυξημένου προϋπολογισμού της ΓΔ ΗΟΜΕ θα πρέπει να ενισχυθεί. Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης ή/και που έχει ανακατανεμηθεί στο πλαίσιο της ίδιας της ΓΔ μαζί, ενδεχομένως, με όλα τα συμπληρωματικά κονδύλια που μπορούν να διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση της δράσης ΓΔ, στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας χορήγησης και με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς.

2.3. Μέτρα για την πρόληψη της απάτης και των παρατυπιών

Να προσδιοριστούν υπάρχοντα ή προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και προστασίας.

Εκτός από την εφαρμογή όλων των μέσων κανονιστικού ελέγχου, η ΓΔ ΗΟΜΕ θα διαμορφώσει μία στρατηγική καταστολής της απάτης, σύμφωνα με τη νέα στρατηγική καταστολής της απάτης της Επιτροπής (CAFS), που εγκρίθηκε στις 24 Ιουνίου 2011, για να διασφαλιστεί μεταξύ άλλων ότι οι εσωτερικοί της έλεγχοι για την καταστολή της απάτης είναι απολύτως ευθυγραμμισμένοι με την CAFS και ότι η μέθοδος που χρησιμοποιεί για τη διαχείριση κινδύνου απάτης είναι προσανατολισμένη προς τον εντοπισμό των τομέων που ενέχουν κίνδυνο απάτης και την επαρκή αντιμετώπιση. Εάν είναι απαραίτητο, θα συσταθούν ομάδες δικτύωσης και επαρκή μέσα ΤΟ, ειδικά για την ανάλυση των περιπτώσεων απάτης που συνδέονται με τα Ταμεία.

Όσον αφορά την επιμερισμένη διαχείριση, η CAFS εντοπίζει σαφώς την ανάγκη οι προτάσεις της Επιτροπής για τους κανονισμούς της περιόδου 2014-2020 να ζητούν από τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή συστήματα πρόληψης της απάτης που θα είναι αποτελεσματικά και αναλογικά προς τους εντοπιζόμενους κινδύνους απάτης. Η παρούσα πρόταση περιλαμβάνει στο άρθρο 5 σαφή απαίτηση από τα κράτη μέλη να προλαμβάνουν, να ανιχνεύουν και να διορθώνουν παρατυπίες και να τις αναφέρουν στην Επιτροπή. Αναλυτικότερα στοιχεία σχετικά με τις υποχρεώσεις αυτές θα αποτελέσουν μέρος των λεπτομερών κανόνων για τις λειτουργίες της αρμόδιας αρχής, όπως προβλέπει το άρθρο 24 παράγραφος 5 στοιχείο γ).

Επιπλέον, η επαναχρησιμοποίηση κεφαλαίων που προέρχονται από δημοσιονομική διόρθωση, βάσει των συμπερασμάτων της Επιτροπής ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αναφέρεται σαφώς στο άρθρο 41.

3. ΕΚΤΙΜΩΜΕΝΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΣ ΑΝΤΙΚΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ/ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ 3.1. Τομέας(-είς) του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραμμή(-ές) δαπανών του προϋπολογισμού που επηρεάζονται

· Υφιστάμενες γραμμές προϋπολογισμού για δαπάνες

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραµµών του προϋπολογισμού.

Τομέας πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Γραμμή προϋπολογισμού || Είδος δαπάνης || Συμμετοχή

Αριθμός || Διαφορά (%)([18]) || χωρών της ΕΖΕΣ[19] || υποψηφίων για ένταξη χωρών[20] || τρίτων χωρών || κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού

3 ||   || Διαχωρ. || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ

· Νέες γραμμές του προϋπολογισμού, των οποίων έχει ζητηθεί η δημιουργία

Κατά σειρά τομέων του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου και γραµµών του προϋπολογισμού.

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Γραμμή προϋπολογισμού || Είδος δαπάνης || Συμμετοχή

Αριθμός Κεφαλαίου 3 || ΔΠ/ ΜΔΠ || από χώρες ΕΖΕΣ || από υποψήφιες χώρες || τρίτων χωρών || κατά την έννοια του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο αα) του δημοσιονομικού κανονισμού

3 || 18 01 04 αα - Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης - Τεχνική βοήθεια || ΜΔΠ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ

3 || 18 02 αα - Ταμείο Ασύλου και Μετανάστευσης || ΔΠ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΟΧΙ

3 || 18 01 04 ββ - Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας – Αστυνομία και Εγκληματικότητα - Τεχνική βοήθεια || ΜΔΠ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΝΑΙ || ΟΧΙ

3 || 18 02 ββ - Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας - Αστυνομία και Εγκληματικότητα || ΔΠ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΝΑΙ || NO

3 || 18 01 04 γγ - Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας – Σύνορα και Θεωρήσεις – Τεχνική βοήθεια || ΔΠ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΝΑΙ || ΟΧΙ

3 || 18 02 γγ – Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας – Σύνορα και Θεωρήσεις || ΜΔΠ || ΟΧΙ || ΟΧΙ || ΝΑΙ || ΟΧΙ

Οι συνεισφορές από τρίτες χώρες αφορούν και τις δύο συνιστώσες του Ταμείου Εσωτερικής Ασφάλειας.

Τα κριτήρια και η μέθοδος υπολογισμού αυτών των συνεισφορών θα αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της ΕΕ και των συνδεδεμένων κρατών, βάσει χωριστής διαδικασίας.

Με την παραδοχή ότι τα ποσοστά θα είναι παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιεί σήμερα το ΕFB, τα συνδεδεμένα κράτη θα κληθούν να συνεισφέρουν με ποσό 210 εκατ. ευρώ για τη συνιστώσα που αφορά τα σύνορα και τις θεωρήσεις και περίπου 50 εκατ. ευρώ για τη συνιστώσα της αστυνομικής συνεργασίας.

3.2. Εκτιμώμενος αντίκτυπος στις δαπάνες 3.2.1. Συνοπτική παρουσίαση του εκτιμώμενου αντικτύπου στις δαπάνες

σε εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αριθμός 3 || Ασφάλεια και ιθαγένεια

ΓΔ HOME || || || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || Μετά το 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

Ÿ Επιχειρησιακές πιστώσεις (σε τρέχουσες τιμές) || || || || || || || || ||

18 02 αα Ταμείο Ασύλου & Μετανάστευσης || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1) || 517.492 || 527.892 || 538.500 || 549.320 || 560.356 || 571.613 || 586.266 || - || 3,851.439

Πληρωμές || (2) || 90.085 || 102.823 || 270.844 || 420.790 || 532.681 || 543.385 || 554.303 || 1,336.528 || 3,851.439

18 02 ββ Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας– Αστυνομία και Εγκληματικότητα || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1a) || 135.076 || 143.047 || 151.283 || 159.791 || 168.578 || 177.653 || 187.022 || || 1,122.450

Πληρωμές || (2a) || 15.714 || 43.881 || 71.419 || 111.709 || 147.854 || 156.248 || 164.918 || 410.707 || 1,122.450

18 02 γγ  Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας- Σύνορα και θεωρήσεις || Αναλήψεις υποχρεώσεων || (1a) || 422.310 || 447.186 || 472.886 || 499.435 || 526.856 || 555.173 || 584.412 || - || 3,508.258

Πληρωμές || (2a) || 59.999 || 120.794 || 223.204 || 350.813 || 461.098 || 487.256 || 514.275 || 1,290.818 || 3,508.258

Πιστώσεις διοικητικής φύσεως χρηματοδοτούμενες από το κονδύλιο ειδικών προγραμμάτων[21] || || || || || || || || ||

18 01 04 αα            Ταμείο Ασύλου & Μετανάστευσης || || (3) || 2.500 || 2.500 || 2.500 || 2.500 || 2.500 || 2.500 || 2.500 || || 18.500

18 01 04 ββ            Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας– Αστυνομία και Εγκληματικότητα || || || 0.800 || 0.800 || 0.800 || 0.800 || 0.800 || 0.800 || 0.800 || || 5.600

18 01 04 γγ             Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας- Σύνορα και θεωρήσεις || || || 1.700 || 1.700 || 1.700 || 1.700 || 1.700 || 1.700 || 1.700 || || 11.900

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ πιστώσεις για ΓΔ HOME || Αναλήψεις υποχρεώσεων || =1+1a +3 || 1.079,878 || 1.123,125 || 1.167,669 || 1.213,546 || 1.260,790 || 1.309,439 || 1.362,700 || || 8.517,147

Πληρωμές || =2+2a +3 || 170.799 || 272.497 || 570.467 || 888.313 || 1,146.634 || 1,191.889 || 1,238.496 || 3,038.053 || 8.517,147

Τομέας του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || 5 || «Διοικητικές δαπάνες»

σε εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία)

|| || || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || Μετά το 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

ΓΔ: HOME ||

Ÿ Ανθρώπινοι πόροι || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || || 145.887

Ÿ Άλλες διοικητικές δαπάνες || 0,156 || 0,159 || 0,162 || 0,165 || 0,168 || 0,172 || 0,175 || || 1,157

ΣΥΝΟΛΟ ΓΔ ΗΟΜΕ || Πιστώσεις || 20.997 || 21.000 || 21.003 || 21.006 || 21.009 || 21.013 || 21.016 || || 147.044

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ πιστώσεις βάσει του ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || (Σύνολο αναλήψεων υποχρεώσεων = Σύνολο πληρωμών4) || 20.997 || 21.000 || 21.003 || 21.006 || 21.009 || 21.013 || 21.016 || || 147.044

σε εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία)

|| || || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || Μετά το 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

ΣΥΝΟΛΙΚΕΣ πιστώσεις βάσει των ΤΟΜΕΩΝ 1 έως 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || Αναλήψεις υποχρεώσεων || 1,100.875 || 1,144.125 || 1,188.672 || 1,234.552 || 1,281.799 || 1,330.452 || 1,383.716 || || 8,664.191

Πληρωμές || 191.796 || 293.497 || 591.470 || 909.319 || 1,167.643 || 1,212.902 || 1,259.512 || 3,038.053 || 8,664.191

3.2.2. Εκτιμώμενος αντίκτυπος στις επιχειρησιακές πιστώσεις

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση επιχειρησιακών πιστώσεων

– þ  Η πρόταση συνεπάγεται τη χρήση επιχειρησιακών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω: Η πολιτική εσωτερικών υποθέσεων υλοποιείται κυρίως με την επιμερισμένη διαχείριση. Ενώ οι στρατηγικές προτεραιότητες καθορίζονται στο επίπεδο της ΕΕ, η καθημερινή διαχείριση ανατίθεται στις διαχειριστικές αρχές σε εθνικό επίπεδο. Οι κοινοί δείκτες εκροών και οι στόχοι θα αποφασιστούν από κοινού από την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές, στο πλαίσιο των εθνικών προγραμμάτων τους, και θα εγκριθούν από την Επιτροπή. Είναι, συνεπώς, δύσκολο να αναφερθούν στόχοι για τις εκροές πριν από την εκπόνηση, διαπραγμάτευση και έγκριση των προγραμμάτων το 2013/14.   Όσον αφορά την κεντρική διαχείριση, δεν είναι δυνατό η ΓΔ ΗΟΜΕ να παράσχει πλήρη κατάλογο όλων των εκροών που πρέπει να παραχθούν μέσω της δημοσιονομικής παρέμβασης στο πλαίσιο των Ταμείων, όπως απαιτείται στο παρόν τμήμα. Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής στατιστικά εργαλεία που θα επιτρέψουν τον υπολογισμό μέσου κόστους βάσει των τρεχόντων προγραμμάτων και ένας τέτοιος ακριβής καθορισμός θα ήταν αντίθετος με την αρχή ότι τα μελλοντικά προγράμματα πρέπει να παρέχουν επαρκή ευελιξία για την δυνατότητα προσαρμογής στις πολιτικές προτεραιότητες της περιόδου 2014-2020. Αυτό ισχύει κατ' εξοχήν για την βοήθεια έκτακτης ανάγκης και τις δράσεις και σε σχέση με τρίτες χώρες.

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων σε εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Να προσδιοριστούν οι στόχοι και τα αποτελέσματα ò || || || Έτος N || Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || Εισάγονται όσα έτη χρειάζονται, ώστε να αντικατοπτρίζεται η διάρκεια του αντίκτυπου (Πρβλ. σημείο 1.6) || ΣΥΝΟΛΟ

AΠOTEΛΕΣΜATA

Είδος υλοποίησης[22] || Μέσο κόστος του αποτελέσματος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Αριθμός αποτελεσμάτων || Κόστος || Συνολι-κός αριθμός αποτελε-σμάτων || Συνο-λικό κόστος

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 1[23] … || || || || || || || || || || || || || || || ||

Εκροές || || || || || || || || || || || || || || || || || ||

Εκροές || || || || || || || || || || || || || || || || || ||

Εκροές || || || || || || || || || || || || || || || || || ||

Υποσύνολο για ειδικό στόχο αριθ. 1 || || || || || || || || || || || || || || || ||

ΕΙΔΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ αριθ. 2 … || || || || || || || || || || || || || || || ||

Εκροές || || || || || || || || || || || || || || || || || ||

Υποσύνολο για ειδικό στόχο αριθ. 2 || || || || || || || || || || || || || || || ||

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΚΟΣΤΟΣ || || || || || || || || || || || || || || || ||

3.2.3. Εκτιμώμενος αντίκτυπος στις πιστώσεις διοικητικού χαρακτήρα 3.2.3.1. Περίληψη

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση πιστώσεων διοικητικού χαρακτήρα

– þ Η πρόταση συνεπάγεται τη χρήση διοικητικών πιστώσεων, όπως εξηγείται κατωτέρω:

εκατ. ευρώ (3 δεκαδικά ψηφία) HOME

ΤΟΜΕΑΣ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου[24] || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || ΣΥΝΟΛΟ

Ανθρώπινοι πόροι HOME || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 20.841 || 145.887

Άλλες διοικητικές δαπάνες || 0,156 || 0,159 || 0,162 || 0,165 || 0,168 || 0,172 || 0,175 || 1,157

Υποσύνολο ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || 20.997 || 21.000 || 21.003 || 21.006 || 21.009 || 21.013 || 21.016 || 147.044

Εκτός ΤΟΜΕΑ 5[25] του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου[26] || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || TOTAL

Ανθρώπινοι πόροι HOME || 1.280 || 1.280 || 1.280 || 1.280 || 1.280 || 1.280 || 1.280 || 8.960

Άλλες δαπάνες διοικητικού χαρακτήρα || 3.720 || 3.720 || 3.720 || 3.720 || 3.720 || 3.720 || 3.720 || 26.040

Επιμέρους σύνολο εκτός ΤΟΜΕΑ 5 του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου || 5.000 || 5.000 || 5.000 || 5.000 || 5.000 || 5.000 || 5.000 || 35.000

ΣΥΝΟΛΟ || 25.997 || 26.000 || 26.003 || 26.006 || 26.009 || 26.013 || 26.016 || 182.044

3.2.3.2.  Εκτιμώμενες ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων

– þ Η πρόταση/πρωτοβουλία συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ανθρώπινων πόρων, όπως εξηγείται κατωτέρω: Τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για το έτος Ν είναι τα στοιχεία για το 2011.

Εκτίμηση η οποία πρέπει να διατυπωθεί σε ακέραιο αριθμό (ή το πολύ με ένα δεκαδικό ψηφίο)

|| || 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020

Ÿ Θέσεις απασχόλησης του πίνακα προσωπικού (θέσεις μόνιμων και έκτακτων υπαλλήλων) HOME ||

|| 18 01 01 01 (στην έδρα και στα γραφεία αντιπροσωπείας της Επιτροπής) || 136 || 136 || 136 || 136 || 136 || 136 || 136

|| XX 01 01 02 (σε Αντιπροσωπεία) || 15 || 15 || 15 || 15 || 15 || 15 || 15

|| 18 01 05 01 (έμμεση έρευνα) || || || || || || ||

|| 10 01 05 01 (άμεση έρευνα) || || || || || || ||

|| Ÿ Εξωτερικό προσωπικό (σε μονάδα ισοδυνάμου πλήρους απασχόλησης: FTE)[27] ||

|| 18 02 01 (CA, INT, SNE από το «συνολικό κονδύλιο») || 16 || 16 || 16 || 16 || 16 || 16 || 16

|| ΧΧ 02 02 (CA, INT, JED, LA και SNE στις αντιπροσωπείες) || 10 || 10 || 10 || 10 || 10 || 10 || 10

|| 18 01 04 αα [28] || - στην έδρα[29] || 10 || 10 || 10 || 10 || 10 || 10 || 10

|| σε αντιπροσωπείες || * || * || * || * || * || * || *

|| 18 01 04 ββ [30] || - στην έδρα[31] || 4 || 4 || 4 || 4 || 4 || 4 || 4

|| σε αντιπροσωπείες || * || * || * || * || * || * || *

|| 18 01 04 γγ [32] || - στην έδρα[33] || 6 || 6 || 6 || 6 || 6 || 6 || 6

|| σε αντιπροσωπείες || * || * || * || * || * || * || *

|| XX 01 05 02 (CA, INT, SNE - Έμμεση έρευνα) || || || || || || ||

|| 10 01 05 02 (CA, INT, SNE - Άμεση έρευνα) || || || || || || ||

|| Άλλο 13 01 04 02) || || || || || || ||

|| ΣΥΝΟΛΟ || 197 || 197 || 197 || 197 || 197 || 197 || 197

XX είναι ο τομέας πολιτικής ή ο σχετικός τίτλος του προϋπολογισμού

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους πόρους θα καλυφθούν από το προσωπικό της ΓΔ που έχει ήδη διατεθεί για τη διαχείριση της δράσης ή/και που έχει ανακατανεμηθεί στο πλαίσιο της ίδιας της ΓΔ και θα συμπληρωθούν, ενδεχομένως, από όλα τα συμπληρωματικά κονδύλια που μπορεί να διατεθούν στην αρμόδια για τη διαχείριση της δράσης ΓΔ, στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας χορήγησης και με βάση τους δημοσιονομικούς περιορισμούς. Τα ποσά και οι τεκμαρτοί υπολογισμοί θα αναπροσαρμοσθούν στην περίπτωση διαδικασίας εξωτερικής ανάθεσης σε εκτελεστικό οργανισμό.

Περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων :

Μόνιμοι και προσωρινοί υπάλληλοι στις κεντρικές υπηρεσίες || Τα καθήκοντα που πρέπει να εκτελούνται περιλαμβάνουν όλα τα καθήκοντα που είναι απαραίτητα για τη διαχείριση ενός προγράμματος χρηματοδότησης, όπως: - παροχή εισροής στη διαδικασία του προϋπολογισμού·               - διενέργεια του πολιτικού διαλόγου με τα κράτη μέλη· - προετοιμασία των ετήσιων προγραμμάτων εργασίας / αποφάσεων χρηματοδότησης, καθορισμός ετήσιων προτεραιοτήτων, έγκριση εθνικών προγραμμάτων·    - διαχείριση εθνικών προγραμμάτων, προσκλήσεις υποβολής προτάσεων και προσκλήσεις υποβολής προσφορών και συνακόλουθες διαδικασίες επιλογής·        - επικοινωνία με τους ενδιαφερόμενους φορείς (δυνητικούς / πραγματικούς δικαιούχους, κράτη μέλη κλπ.)· - σύνταξη κατευθυντήριων γραμμών προς τα κράτη μέλη·            - διαχείριση έργων, επιχειρησιακή και δημοσιονομική·   - διενέργεια ελέγχων, όπως περιγράφεται ανωτέρω (εκ των προτέρων επαλήθευση, επιτροπή προμηθειών, εκ των υστέρων λογιστικοί έλεγχοι, εσωτερικός έλεγχος, εκκαθάριση λογαριασμών)·                - λογιστική·            - ανάπτυξη και διαχείριση εργαλείων ΤΠ διαχείρισης επιχορηγήσεων και εθνικών προγραμμάτων· - παρακολούθηση και υποβολή εκθέσεων για την επίτευξη των στόχων, περιλαμβανομένων των ετήσιων δραστηριοτήτων και των εκθέσεων δευτερεύοντος διατάκτη·

Εξωτερικό προσωπικό || Τα καθήκοντα είναι παρόμοια με αυτά των μονίμων και προσωρινών υπαλλήλων, με εξαίρεση τα καθήκοντα που δεν είναι δυνατό να ασκηθούν από εξωτερικό προσωπικό.

Προσωπικό στις αντιπροσωπείες || Για να πλαισιώσουν τη χάραξη πολιτικής, του τομέα εσωτερικών υποθέσεων, και ιδίως της εξωτερικής διάστασής του, οι αντιπροσωπείες της ΕΕ πρέπει να είναι εξοπλισμένες με επαρκή πραγματογνωμοσύνη στον τομέα εσωτερικών υποθέσεων. Αυτό θα μπορούσε να αφορά προσωπικό από τη ΓΔ ΗΟΜΕ καθώς και προσωπικό από τις EEAS.

3.2.4. Συμβατότητα με το ισχύον πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία είναι συμβατή με το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο.

– ¨  Η πρόταση απαιτεί αναπρογραμματισμό του σχετικού τομέα του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου.

Να εξηγηθεί ο απαιτούμενος αναπρογραμματισμός με τον προσδιορισμό των σχετικών γραμμών του προϋπολογισμού και των αντίστοιχων ποσών.

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία απαιτεί τη χρησιμοποίηση του μέσου ευελιξίας ή την αναθεώρηση του πολυετούς δηµοσιονοµικού πλαισίου[34].

Να εξηγηθεί η ανάγκη με τον προσδιορισμό των σχετικών τομέων και γραμμών του προϋπολογισμού, καθώς και των αντίστοιχων ποσών.

3.2.5. Συνεισφορές τρίτων

– Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν προβλέπει συγχρηματοδότηση από τρίτα μέρη

– þ Η πρόταση προβλέπει τη συγχρηματοδότηση των ευρωπαϊκών αναγκών χρηματοδότησης. Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ποσοτικά το ακριβές ποσό. Ο κανονισμός θεσπίζει ανώτατα ποσοστά χρηματοδότησης, διαφοροποιούμενα σύμφωνα με τα είδη των δράσεων:

Πιστώσεις σε εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία)

|| 2014 || 2015 || 2016 || 2017 || 2018 || 2019 || 2020 || Σύνολο

Να προσδιοριστεί ο φορέας συγχρηματοδότησης || ΚΜ || ΚΜ || ΚΜ || ΚΜ || ΚΜ || ΚΜ || ΚΜ ||

ΣΥΝΟΛΟ συγχρηματοδοτημένων πιστώσεων || θα προσδιο-ριστεί || θα προσδιο-ριστεί || θα προσδιο-ριστεί || θα προσδιο-ριστεί || θα προσδιο-ριστεί || θα προσδιο-ριστεί || θα προσδιο-ριστεί ||

3.3. Εκτιμώμενος δημοσιονομικός αντίκτυπος στα έσοδα

– þ  Η πρόταση/πρωτοβουλία δεν έχει κανένα δημοσιονομικό αντίκτυπο στα έσοδα.

– ¨  Η πρόταση/πρωτοβουλία έχει τον δημοσιονομικό αντίκτυπο που περιγράφεται κατωτέρω.

– ¨         στους ιδίους πόρους

– ¨         στα διάφορα έσοδα

σε εκατ. ευρώ (με 3 δεκαδικά ψηφία)

Γραμμή εσόδων του προϋπολογισμού: || Διαθέσιμες πιστώσεις για το τρέχον οικονομικό έτος || Αντίκτυπος της πρότασης /πρωτοβουλίας[35]

Έτος N || Έτος N+1 || Έτος N+2 || Έτος N+3 || …να εγγραφούν όσα έτη απαιτούνται, ώστε να αντικατοπτρίζεται η διάρκεια των επιπτώσεων (βλ. σημείο 1.6)

Άρθρο …. || || || || || || || ||

Για τα διάφορα έσοδα «για ειδικό προορισμό», να προσδιοριστεί(-ούν) η(οι) γραμμή(-ές) δαπανών του προϋπολογισμού που έχει(-ουν) επηρεαστεί.

Να προσδιοριστεί η μέθοδος υπολογισμού του αντικτύπου στα έσοδα.

[1]               COM(2011) 500 τελικό.

[2]               COM(2010) 700 τελικό.

[3]               COM(2011) 543 τελικό.

[4]               «Επανεξέταση του προϋπολογισμού της ΕΕ», COM (2010) 700 της 19.10.2010.

[5]               Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας, τα οποία καλύπτονται από το κοινό στρατηγικό πλαίσιο και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (COM(2006) 615 τελικό).

[6]               Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της κοινής γεωργικής πολιτικής (COM (2011) 628/3)

[7]               Βλ. υποσημείωση 1.

[8]               ΕΕ C , , σ. .

[9]               ΕΕ C , , σ. .

[10]             Τριετής αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού- Πρόταση της Επιτροπής COM(2010)0260

[11]             Τριετής αναθεώρηση του δημοσιονομικού κανονισμού- Πρόταση της Επιτροπής COM(2010)0260

[12]             ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13.

[13]             ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

[14]             ΔΒΔ: Δραστηριότητα βάσει διαχείρισης – ΠΒΔ: Κατάρτιση προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων.

[15]             Όπως αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 6, στοιχείο α) ή β) του δημοσιονομικού κανονισμού.

[16]             Στοιχεία για τους τρόπους διαχείρισης και παραπομπές στον δημοσιονομικό κανονισμό διατίθενται στον διαδικτυακό τόπο της ΓΔ Προϋπολογισμού: http://www.cc.cec/budg/man/budgmanag/budgmanag_en.html

[17]             Όπως αναφέρεται στο άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού.

[18]             ΔΠ = Διαχωριζόμενες πιστώσεις / ΜΔΠ = Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις

[19]             ΕΖΕΣ: Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών

[20]             Υποψήφιες χώρες, και κατά περίπτωση, εν δυνάμει υποψήφιες χώρες των Δυτικών Βαλκανίων.

[21]             Η τεχνική ή/και διοικητική βοήθεια και δαπάνη για τη στήριξη της εφαρμογής των προγραμμάτων ή/και δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές ΒΑ), άμεση έρευνα, έμμεση έρευνα.

[22]             Οι εκροές είναι προϊόντα και υπηρεσίες που πρέπει να παρασχεθούν (π.χ. αριθμός χρηματοδοτούμενων ανταλλαγών φοιτητών, χιλιομέτρων οδών που κατασκευάστηκαν κλπ.).

[23]             Όπως περιγράφεται στο τμήμα 1.4.2. «Ειδικοί στόχοι…»

[24]             Συνολικές πιστώσεις, βάσει της τελικής κατανομής του 2011 για τους ανθρώπινους πόρους, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και του εξωτερικού προσωπικού.

[25]             Τεχνική ή/και διοικητική βοήθεια και δαπάνες υποστήριξης της εφαρμογής προγραμμάτων ή/και δράσεων της ΕΕ (πρώην γραμμές «BA»), έμμεση έρευνα, άμεση έρευνα.

[26]             Εξωτερικό προσωπικό χρηματοδοτούμενο από τις πρώην γραμμές ΒΑ, βάσει της τελικής κατανομής των ανθρώπινων πόρων για το 2011, συμπεριλαμβανομένου του εξωτερικού προσωπικού στις κεντρικές υπηρεσίες και τις αντιπροσωπείες.

[27]             CA = Συμβασιούχος υπάλληλος, INT = προσωρινό προσωπικό ("Intérimaire")· JED = "Jeune Expert en Délégation" (Νεαρός εμπειρογνώμονας σε αντιπροσωπεία)· LA = Τοπικός υπάλληλος, SNE = Αποσπασμένος εθνικός εμπειρογνώμονας.

[28]             Κάτω από το ανώτατο όριο εξωτερικού προσωπικού βάσει επιχειρησιακών πιστώσεων (πρώην γραµµές «BA»).

[29]             Κυρίως για τα διαρθρωτικά ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ).

[30]             Κάτω από το όριο για εξωτερικό προσωπικό από τις λειτουργικές πιστώσεις (πρώην γραμμές "BA").

[31]             Κυρίως για τα διαρθρωτικά ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ).

[32]             Κάτω από το όριο για εξωτερικό προσωπικό από τις λειτουργικές πιστώσεις (πρώην γραμμές "BA").

[33]             Κυρίως για τα διαρθρωτικά ταμεία, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης (ΕΓΤΑΑ) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ).

[34]             Βλ. Σημεία 19 και 24 της Διοργανικής Συμφωνίας.

[35]             Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους (τελωνειακοί δασμοί, εισφορές για τη ζάχαρη), τα αναφερόμενα ποσά πρέπει να είναι καθαρά ποσά, δηλ. τα ακαθάριστα ποσά μετά από αφαίρεση του 25% για έξοδα είσπραξης.

Top