Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52011DC0660

COMMUNICATION FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN PARLIAMENT, THE COUNCIL, THE EUROPEAN ECONOMIC AND SOCIAL COMMITTEE AND THE COMMITTEE OF THE REGIONS Πιλοτική φάση της πρωτοβουλίας για τα ομόλογα χρηματοδότησης έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»

/* COM/2011/0660 τελικό */

52011DC0660

COMMUNICATION FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN PARLIAMENT, THE COUNCIL, THE EUROPEAN ECONOMIC AND SOCIAL COMMITTEE AND THE COMMITTEE OF THE REGIONS Πιλοτική φάση της πρωτοβουλίας για τα ομόλογα χρηματοδότησης έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» /* COM/2011/0660 τελικό */


ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Ομόλογα για τη χρηματοδότηση έργων – μια ιδέα που ήρθε η ώρα να υλοποιηθεί 2

1.1. Η πολιτική της ΕΕ για τις υποδομές: από τις επιχορηγήσεις στα ομόλογα για τη χρηματοδότηση έργων 2

1.2. Μεγάλες μελλοντικές επενδυτικές ανάγκες: από πού θα προέλθουν τα χρήματα; 3

1.3. Η προστιθέμενη αξία της πρωτοβουλίας για τα ομόλογα χρηματοδότησης έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» 5

2. Εφαρμογή των ομολόγων έργων 6

3. Πως θα πραγματοποιηθεί η πιλοτική φάση; 8

3.1. Εφαρμογή μέσω ΕΤΕπ 8

3.2. Επιλεξιμότητα και παρακολούθηση των έργων 8

3.3. Τιμολόγηση 9

3.4. Επιμερισμός των κινδύνων 10

3.5. Μέγιστες γνωστές δημοσιονομικές επιπτώσεις 11

4. Πώς θα συνδεθεί η πιλοτική φάση με τη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη»; 11

5. Συμπεράσματα 12

Ομόλογα για τη χρηματοδότηση έργων – μια ιδέα που ήρθε η ώρα να υλοποιηθεί

Η πολιτική της ΕΕ για τις υποδομές: από τις επιχορηγήσεις στα ομόλογα για τη χρηματοδότηση έργων

Παρά τη μακρά πολιτική της ΕΕ και τις δαπάνες για επιχορηγήσεις των διευρωπαϊκών δικτύων (ΔΕΔ) στον τομέα των μεταφορών, της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η ολοκλήρωση βασικών έργων υποδομής έχει καθυστερήσει με έναν από τους κύριους λόγους να είναι η έλλειψη επενδύσεων.

Η έκθεση Monti 2010 «Μια νέα στρατηγική για την ενιαία αγορά»[1] περιγράφει το πρόβλημα ως εξής: «Σημαντικές δημόσιες υποδομές στην Ευρώπη, όπως τα διευρωπαϊκά δίκτυα, είναι διακρατικές, ακατάλληλες για τα επί του παρόντος κατακερματισμένα εθνικά συστήματα και η χρηματοδότησή τους πάσχει από την απουσία αγοράς ρευστοποιήσιμων ομολόγων πολύ μεγάλης διάρκειας, ενώ οι μακροπρόθεσμοι επενδυτές, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, αδυνατούν να βρουν ομόλογα τα οποία να ταιριάζουν στις επενδυτικές τους ανάγκες».[2]

Ως εκ τούτου, μία από τις βασικές αποφάσεις του προτεινόμενου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου (ΠΔΠ) για την περίοδο 2014-2020, το οποίο εγκρίθηκε από την Επιτροπή στις 29 Ιουνίου 2011, ήταν η εκ νέου συνένωση της χορήγησης οικονομικής ενίσχυσης για τις υποδομές στον τομέα των μεταφορών, της ενέργειας και των ΤΠΕ κάτω από ένα κοινό νομοθετικό πλαίσιο, τη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF)[3]:

«Η Επιτροπή αποφάσισε να προτείνει τη σύσταση Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», η οποία θα επιταχύνει την ανάπτυξη της υποδομής που χρειάζεται η ΕΕ. (…) Η Δι ευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» θα χρηματοδοτεί προκαθορισμένες υποδομές ενωσιακού ενδιαφέροντος στον τομέα των μεταφορών, της ενέργειας και των ΤΠΕ, καθώς και υλικές και πληροφοριακές τεχνολογικές υποδομές, σύμφωνα με τα κριτήρια της αειφόρου ανάπτυξης».[4]

Η Επιτροπή θα διατυπώσει πρόταση για έναν νέο κανονισμό ο οποίος θα θεσπίσει τη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF), η οποία θα χρησιμοποιεί τόσο επιχορηγήσεις όσο και χρηματοδοτικά μέσα, σε αναγνώριση των αντίστοιχων πλεονεκτημάτων τους. Τα μέσα θα περιλαμβάνουν τόσο μέσα ιδίων κεφαλαίων όσο και μέσα επιμερισμού των κινδύνων. Η πρωτοβουλία για τα ομόλογα για τη χρηματοδότηση έργων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» θα αποτελέσει ένα από τα μέσα επιμερισμού των κινδύνων στα οποία μπορεί να βασιστεί η διευκόλυνση, προκειμένου να προσελκύσει ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις για τα έργα.

Με άλλα λόγια, από το 2014 και στο εξής, η CEF θα θέσει μακροπρόθεσμα την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για τις μεταφορές, την ενέργεια και τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές σε μια σταθερή και συνεκτική βάση. Επιπλέον, τα χρηματοδοτικά μέσα στο πλαίσιο της Διευκόλυνσης μπορούν να επεκταθούν και σε άλλους τομείς, όπως οι κοινωνικές υποδομές, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή ορισμένα διαστημικά έργα, εφόσον πληρούν τα κατάλληλα οικονομικά και χρηματοδοτικά κριτήρια που αναφέρονται στο τμήμα 3. Ωστόσο, τα έργα υποδομής στην Ευρώπη αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα χρηματοδότησης. Οι κρατικές δαπάνες μειώνονται, με τα επενδυτικά προγράμματα συχνά να μειώνονται πρώτα και τα μακροπρόθεσμα τραπεζικά δάνεια να παραμένουν σπάνια. Οι όγκοι χρηματοδότησης των έργων, έπειτα από μια σχετική ανάκαμψη το 2010, μειώθηκαν δραματικά κατά το πρώτο εξάμηνο του 2011[5]. Επομένως, σε μια χρονική στιγμή όπου τα έργα υποδομής θα μπορούσαν να συμβάλουν περισσότερο στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανάκαμψης, η χρηματοδότηση είναι πιο δύσκολη από όσο χρειάζεται[6].

Θα είναι επίσης επωφελής για την ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της, λόγω των άμεσων και έμμεσων οφελών των επενδύσεων σε υποδομές, ενώ υποστηρίζει την επείγουσα μετάβαση προς μια οικονομία αποδοτικής αξιοποίησης των πόρων και χαμηλών εκπομπών άνθρακα, στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

Η Επιτροπή προτείνει συνεπώς να ξεκινήσει μια πιλοτική φάση κατά την περίοδο 2012-2013, πάντα στα πλαίσια του τρέχοντος δημοσιονομικού πλαισίου. Από την πρόσφατη διαβούλευση[7] προέκυψε ότι οι ενδιαφερόμενοι φορείς παρέχουν ευρεία υποστήριξη για το άνοιγμα των αγορών ομολόγων για τη χρηματοδότηση των υποδομών, το συντομότερο δυνατόν. Επιπλέον, η πιλοτική φάση θα διευκολύνει την εισαγωγή στην αγορά των ομολόγων, υποστηριζόμενων από την ΕΕ, για τη χρηματοδότηση έργων, τα οποία θα αποτελέσουν νέο τύπο στοιχείου του ενεργητικού και είδος δοκιμής του σχεδιασμού και των παραμέτρων της πρωτοβουλίας, προκειμένου να πραγματοποιηθούν αλλαγές, εφόσον απαιτείται, πριν από το 2014.

Μεγάλες μελλοντικές επενδυτικές ανάγκες: από πού θα προέλθουν τα χρήματα;

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μεγαλύτερες ανάγκες επενδύσεων σε έργα υποδομής από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν στον τομέα των μεταφορών, της ενέργειας και των δικτύων ΤΠΕ κατά τη δεκαετία αυτή, ύψους πολλών τρισεκατομμυρίων ευρώ, για την επίτευξη των πολιτικών στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και για τη διατήρηση ή την αναβάθμιση των υφιστάμενων υποδομών.

Η Επιτροπή βελτίωσε πρόσφατα τις εκτιμήσεις της ως εξής:

- Οι στόχοι του ψηφιακού θεματολογίου για την εξασφάλιση ότι κάθε Ευρωπαίος θα έχει πρόσβαση στις βασικές ευρυζωνικές επικοινωνίες έως το 2013 και σε ταχείες ή υπερταχείες ευρυζωνικές επικοινωνίες έως το 2020[8] εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν επενδύσεις ύψους 181 έως 273 δισεκατομμυρίων ευρώ.

- Οι εμβληματικοί στόχοι της Ευρώπης για την αποδοτική αξιοποίηση των πόρων αναμένεται να απαιτήσουν επενδύσεις σε υποδομές στον τομέα της ενέργειας και των μεταφορών ύψους περίπου 700 δισεκατομμυρίων ευρώ για τα έργα ύψιστης προτεραιότητας.

Τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν χρηματοδοτικό κενό, αλλά αντιπροσωπεύουν το σύνολο των αναγκών για επενδύσεις, είτε με δημόσια ή ιδιωτική χρηματοδότηση είτε μέσω πολιτικών σε αυτούς τους τομείς.

Ενώ οι κυβερνήσεις της ΕΕ δαπανούν κατά μέσο όρο 1% του ΑΕΠ για επενδύσεις σε υποδομές[9], ενθαρρύνουν όλο και περισσότερο τον ιδιωτικό τομέα να χρηματοδοτεί επενδύσεις σε υποδομές, είτε σε καθαρά ιδιωτική βάση μέσω ιδιωτικοποιήσεων, μέσω παραχωρήσεων ή, πιο πρόσφατα, με βάση το μοντέλο των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Τα έργα αυτά χρηματοδοτούνται με ίδια κεφάλαια και τραπεζικά δάνεια.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, οι τράπεζες στην ΕΕ αντέδρασαν στις προκλήσεις ρευστότητας και κινδύνων μειώνοντας τη διάρκεια και αυξάνοντας τις τιμές και τις απαιτήσεις ως προς τις εμπράγματες εγγυήσεις. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μικρότερο αριθμό πράξεων δανεισμού και μικρότερο όγκο συναλλαγών ανά τράπεζα, καθώς και σε μια αυξανόμενη αναντιστοιχία με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες χρηματοδότησης των έργων. Επιπλέον, είναι πολλά τα δάνεια σε σχέση με τα υφιστάμενα έργα που χρηματοδοτήθηκαν το 2006 και το 2007 με υψηλό επιτοκιακό περιθώριο σε βραχυπρόθεσμη βάση, τα οποία τώρα λήγουν και απαιτούν νέες χρηματοδοτικές ρυθμίσεις. Αυτό θα δημιουργήσει επιπλέον επιβάρυνση στο ποσό του χρέους για τη χρηματοδότηση της κατασκευής νέων υποδομών, ενώ οι τράπεζες είναι πιθανόν να συνεχίσουν να μειώνουν τον κίνδυνο γενικά[10].

Οι αγορές ομολόγων στην Ευρώπη, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση, εκ των πραγμάτων δεν χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής. Αν και τα έργα υποδομής έχουν γενικά υψηλό κόστος κεφαλαίου σε συνδυασμό με χαμηλό λειτουργικό κόστος, οι συνήθως σταθερές και προβλέψιμες ταμειακές ροές τους καθιστούν τη μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση μέσω ομολόγων ιδιαίτερα ελκυστική. Το χρέος για έργα υποδομής έχει γενικά χαμηλά ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και υψηλά ποσοστά ανάκτησης σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων από το αντίστοιχο εταιρικό χρέος. Επιπλέον, εμφανίζει χαμηλή συσχέτιση με άλλα στοιχεία ενεργητικού[11], γεγονός το οποίο είναι ουσιώδους σημασίας για τη μείωση των κινδύνων σε ένα διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο.

Η προστιθέμενη αξία της πρωτοβουλίας για τα ομόλογα χρηματοδότησης έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»

Η στρατηγική «Ευρώπη 2020»[12] προβλέπει την κινητοποίηση χρηματοδοτικών μέσων στο πλαίσιο μιας συνεκτικής στρατηγικής χρηματοδότησης η οποία να συνδυάζει την ενωσιακή και εθνική δημόσια και ιδιωτική χρηματοδότηση για την πιο αποτελεσματική επίτευξη των στόχων της στρατηγικής. Η χρήση των δαπανών του προϋπολογισμού της ΕΕ μέσω χρηματοδοτικών μέσων δεν συνιστά νεωτερισμό, καθώς η πρώτη χρήση του προϋπολογισμού της ΕΕ για τη στήριξη των μέσων αυτών χρονολογείται εδώ και περισσότερο από δέκα χρόνια[13]. Ωστόσο, η Επιτροπή προτείνει την τυποποίηση και την εναρμόνιση του σχεδιασμού τους, της διακυβέρνησής τους και άλλων σημαντικών πτυχών, όπως εξηγείται στην ανακοίνωση «Ένα πλαίσιο για την επόμενη γενιά χρηματοδοτικών μέσων»[14]. Μολονότι αυτό θα επιτρέψει την αύξηση της χρήσης χρηματοδοτικών μέσων σε ορισμένους τομείς, το μερίδιό τους επί του συνολικού προϋπολογισμού της ΕΕ θα παραμείνει μικρό σε σύγκριση με τις επιχορηγήσεις.

Ο κύριος στόχος των χρηματοδοτικών μέσων, όπως το μέσο των ομολόγων για τη χρηματοδότηση έργων (εφεξής «ομόλογα έργων»), είναι να προσελκύσουν και να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των έργων από τον ιδιωτικό τομέα. Είναι ιδιαίτερα πολύτιμα όταν οι πολιτικές απαιτούν υψηλή ταχύτητα εφαρμογής, αλλά η αβεβαιότητα για τα έργα ξεπερνά τον μέσο όρο, όπως στο τρέχον περιβάλλον της οικονομικής κρίσης και της κρίσης του δημόσιου χρέους. Μπορούν να μειώσουν συγκεκριμένα εμπόδια που αποτρέπουν τη ροή της χρηματοδότησης ιδίων κεφαλαίων και χρέους. Ωστόσο, επιτρέπουν στον ιδιωτικό τομέα να λαμβάνει τις επενδυτικές αποφάσεις.

Το χρηματοδοτικό μέσο των ομολόγων έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» δεν προορίζεται να αντικαταστήσει τις υπάρχουσες πηγές χρηματοδότησης των έργων μέσω τραπεζικών δανείων ή προγραμμάτων επιχορήγησης του δημόσιου τομέα, αλλά αντίθετα να τις συμπληρώσει ως ένα επιπλέον μέσο για τη γεφύρωση του χάσματος που υπάρχει στη χρηματοδότηση των υποδομών. Εξυπηρετεί τη διεύρυνση της βάσης των επενδυτών για την ιδιωτική χρηματοδότηση του χρέους των έργων από τους δανειοδοτικούς οργανισμούς στους επενδυτές ομολόγων. Επιπλέον, τα έργα με ελάχιστα ή και καθόλου έσοδα που είναι ωστόσο μεγάλου δημοσίου ενδιαφέροντος θα εξακολουθήσουν να χρειάζονται επιχορηγήσεις σε όλα τα στάδια της ζωής τους. Επομένως, οι επιχορηγήσεις θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και μπορεί ενδεχομένως ακόμη και να συνδυαστούν με τα ομόλογα έργων, εάν ένα έργο μπορεί να είναι κατάλληλα δομημένο.

Η πρωτοβουλία για τα ομόλογα χρηματοδότησης έργων βασίζεται επομένως στην προτροπή της έκθεσης Monti «[...] να διερευνηθούν όλοι οι συνδυασμοί μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής χρηματοδότησης […] », να «[...] βελτιωθούν τα κίνητρα που παρέχονται στους μακροπρόθεσμους επενδυτές […] προκειμένου να κατευθύνουν τους πόρους τους σε μακροπρόθεσμα έργα υποδομής » ενθαρρύνοντας « […] την ανάπτυξη στην Ευρώπη μιας υψηλής ρευστότητας αγοράς ομολόγων με πολύ μεγάλη διάρκεια λήξης ».

Δεδομένου ότι, επί του παρόντος, δεν υπάρχει πραγματική αγορά ομολόγων έργων στην Ευρώπη, τα ομόλογα έργων θα επιτρέψουν την αντιστοίχιση των απαιτήσεων των θεσμικών επενδυτών, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίοι χρειάζονται μακροπρόθεσμα στοιχεία ενεργητικού που να ταιριάζουν στις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις τους, με τις μακροπρόθεσμες ανάγκες χρηματοδότησης των έργων.

Ωστόσο, τα έργα υποδομής είναι πολύ σύνθετα και απαιτούν σημαντική εκ των προτέρων ανάλυση καθώς και συνεχή παρακολούθηση κατά τη διάρκεια των έργων. Ορισμένοι θεσμικοί επενδυτές προτίθενται να αναλάβουν τη δέσμευση από άποψη πόρων για την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών ανάλυσης, αλλά η συντριπτική πλειονότητα των επενδυτών θα απαιτήσει στήριξη πριν εξετάσει την προοπτική των ομολόγων έργων υποδομής.

Οι δημόσιοι πόροι από την ΕΕ, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, ιδίως δημόσιων τραπεζών ανάπτυξης, μπορούν να συγκεράσουν τη ζήτηση για μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση με ιδιώτες επενδυτές, οι οποίοι έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα, αλλά περιορισμένη πρόθεση έκθεσης σε κίνδυνο. Προς τον σκοπό αυτόν, θα μπορούσαν να αφιερωθούν πιστώσεις του προϋπολογισμού της ΕΕ στη στήριξη έργων στο μέτρο που είναι αναγκαίο για να ενισχυθεί ο βαθμός φερεγγυότητάς τους και, με τον τρόπο αυτόν, να προσελκυθούν χρηματοδοτήσεις από άλλες πηγές, συμπεριλαμβανομένων ιδιωτικών επενδυτών στις κεφαλαιαγορές. Το μέσο βασίζεται σε αποδεδειγμένες χρηματοοικονομικές τεχνικές στον τομέα του επιμερισμού των κινδύνων, αλλά με διευρυμένο πεδίο εφαρμογής. Θα βασιστεί στην εμπειρία που αποκτήθηκε από το μέσο εγγύησης δανείων για έργα του ΔΕΔ-Μεταφορών (LGTT)[15].

Ο μακροπρόθεσμος στόχος είναι η προώθηση της ενοποίησης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και η περαιτέρω ανάπτυξή τους, καθώς και η δημιουργία μιας νέας κατηγορίας στοιχείων ενεργητικού ευρωπαϊκών ομολόγων έργων, επιδιώκοντας την τυποποίηση των όρων τους. Αυτό θα επιτρέψει επίσης σε πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα να εισέλθουν στην αγορά πιο εύκολα.

Εφαρμογή των ομολόγων έργων

Τα ομόλογα έργων δεν εκδίδονται ούτε από την Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε από τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. Πρόκειται για ιδιωτικούς τίτλους χρέους, οι οποίοι εκδίδονται από την εταιρεία του έργου. Τα ομόλογα έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» αναμένεται να ενισχύσουν την πιστοληπτική ικανότητα των ιδιωτικών φορέων οι οποίοι αναζητούν ιδιωτικά κεφάλαια για τα έργα υποδομών που προωθούν. Στοχεύοντας στους επενδυτές στην κεφαλαιαγορά, η πρωτοβουλία των ομολόγων έργων παρέχει μία ακόμα ευκαιρία στους χορηγούς των έργων να προσελκύσουν κεφάλαια. Η εισφορά από τον προϋπολογισμό της ΕΕ θα έχει ανώτατο όριο, το οποίο θα καθοριστεί εκ των προτέρων.

Ο βασικός μηχανισμός που παρέχει αυτή τη βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας των έργων είναι ο διαχωρισμός του χρέους της εταιρείας του έργου σε τμήματα, ένα τμήμα υψηλότερης [16] εξοφλητικής προτεραιότητας και ένα τμήμα μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας[17]. Η εισαγωγή του τμήματος μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας αυξάνει την πιστοληπτική διαβάθμιση του τμήματος υψηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας σε επίπεδο όπου οι περισσότεροι θεσμικοί επενδυτές δεν διστάζουν να διατηρήσουν τα ομόλογα για μεγάλο χρονικό διάστημα[18].

Το τμήμα μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας μπορεί να έχει τη μορφή δανείου, το οποίο χορηγείται στην εταιρεία του έργου από την αρχή, ή έκτακτου πιστωτικού ορίου[19], το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση του χρέους υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας σε περίπτωση ανάγκης, ή να συνδυάζει και τα δύο. Η υποστήριξη θα είναι διαθέσιμη κατά τη διάρκεια του έργου, ακόμη και κατά τη φάση κατασκευής, η οποία συνήθως αποτελεί το πιο επικίνδυνο μέρος ενός έργου, αλλά δεν θα υπερβαίνει το 20% του χρέους υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας του έργου. Το ποσοστό αυτό βασίζεται στην εμπειρία και τα αποτελέσματα της προσομοίωσης από το LGTT και αναμένεται να παρέχει μια γενναιόδωρη, αλλά όχι υπερβολική, εφεδρεία ρευστότητας για τα περισσότερα έργα που πληρούν τα απαραίτητα οικονομικά κριτήρια.

Η διαβούλευση σχετικά με την πρωτοβουλία των ομολόγων έργων υποστήριξε ευρύτατα την αρχή της χρήσης ενός τμήματος μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας, καθώς και το μέγεθός του. Όσον αφορά την πιστοληπτική διαβάθμιση[20], φαίνεται να είναι δεκτή μια χαμηλότερη πιστοληπτική διαβάθμιση (BBB+ ή ισοδύναμη) για τα μικρότερα, λιγότερο πολύπλοκα έργα σε σχέση με εκείνη που προέβλεπε αρχικά το έγγραφο διαβούλευσης. Ωστόσο, για τα μεγάλα έργα υποστηρίχθηκε ευρύτατα η πιστοληπτική διαβάθμιση-στόχος (διαβάθμιση «single Α» ή ισοδύναμη). Με αυτούς τους όρους, τα ενδιαφερόμενα μέρη της αγοράς θεωρούν πιθανό η πρωτοβουλία να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης, επιμηκύνοντας παράλληλα τις ημερομηνίες λήξης.

Ενώ από το 2014 και έπειτα, το μέσο των ομολόγων έργων θα ενσωματωθεί πλήρως στη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη», η Επιτροπή έχει διαπιστώσει από την εμπειρία της με άλλα χρηματοδοτικά μέσα, και ιδίως με το LGTT, ότι συχνά απαιτείται μεγάλο χρονικό διάστημα για την εφαρμογή τους, ακόμη και όταν έχει προηγηθεί εκτεταμένη διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, μόνο και μόνο επειδή υπάρχει διαφορά μεταξύ της εξέτασης μιας υποθετικής πρότασης και της ολοκλήρωσης μιας συγκεκριμένης συναλλαγής. Αυτό ισχύει ιδίως για τα σύνθετα έργα υποδομής, τα οποία εμπεριέχουν πολλές οικονομικές και νομικές αλληλοσυνδεόμενες πτυχές. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να εξοικειωθούν με όλα τα ζητήματα της διάρθρωσης της συναλλαγής, προκειμένου να βεβαιωθούν ότι είναι ενδεδειγμένη, οι παράμετροι του χρηματοδοτικού μέσου ή της διαδικασίας σύναψης συμβάσεων μπορεί να χρειαστεί να αλλάξουν ελαφρώς και, κυρίως, το περιβάλλον της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής αγοράς μπορεί να αλλάξει. Η πιλοτική φάση θα βοηθήσει να διευκρινιστούν ορισμένα από τα θέματα αυτά.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει η πιλοτική αυτή φάση να λάβει χώρα κατά την περίοδο 2012-2013 και όχι κατά τα δύο πρώτα έτη της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη».

Πως θα πραγματοποιηθεί η πιλοτική φάση;

Η Επιτροπή προτείνει η πιλοτική φάση να βασιστεί σε μια τροποποίηση του κανονισμού για τα διευρωπαϊκά δίκτυα (ΔΕΔ) και της απόφασης θέσπισης προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CIP)[21] ώστε να χρηματοδοτηθεί από τα κονδύλια του προϋπολογισμού των προγραμμάτων αυτών για ποσό έως 230 εκατ. ευρώ. Διακόσια εκατ. ευρώ μπορούν να αντληθούν από το κονδύλι του προϋπολογισμού για τα ΔΕΔ-Μ, συγκεκριμένα από το μέσο εγγύησης δανείων για έργα ΔΕΔ-Μ (LGTT) και 10 εκατ. ευρώ από το κονδύλι του προϋπολογισμού για τα ΔΕΔ-Ε, τα οποία αρχικά επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για επιχορηγήσεις. Από το κονδύλι για τις ΤΠΕ του προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CIP), έως και 20 εκατ. ευρώ μπορούν να αντληθούν για την ενίσχυση των ομολόγων έργων.

Εφαρμογή μέσω ΕΤΕπ

Καθώς η πρωτοβουλία έχει αναπτυχθεί με βάση τις έννοιες επιμερισμού των κινδύνων που χρησιμοποιούνται και την εμπειρία που αποκτήθηκε από το μοντέλο LGTT, η Επιτροπή σκοπεύει να συνεχίσει να συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), κατά τη διάρκεια της σύντομης πιλοτικής φάσης, προκειμένου να βελτιωθούν όσο το δυνατόν ταχύτερα οι παράμετροι της φάσης μετά το 2013. Στη συνέχεια, η Επιτροπή θα εξετάσει τη δυνατότητα συμμετοχής άλλων δημόσιων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων σε αυτό το στάδιο.

Η ΕΤΕπ, ως οργανισμός της ΕΕ με αποστολή την υποστήριξη των πολιτικών της ΕΕ, διαθέτει μοναδική μακρόχρονη εμπειρία στη χρηματοδότηση έργων υποδομής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μετοχικό της κεφάλαιο κατέχεται από τα 27 κράτη μέλη, ο ρόλος της είναι η μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση για την υποστήριξη των πολιτικών στόχων της ΕΕ και λογοδοτεί σε όλα τα σχετικά ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Είναι πολιτικά υπόλογη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και υπόκειται στον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου όποτε είναι υπεύθυνη για τις δαπάνες των πόρων του προϋπολογισμού της ΕΕ. Ωστόσο, η Επιτροπή προτίθεται επίσης να αξιοποιήσει τις γνώσεις και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και να εξετάσει το ενδιαφέρον τους και τις πιθανότητες να γίνουν εταίροι επιμερισμού των κινδύνων.

Επιλεξιμότητα και παρακολούθηση των έργων

Κατά την πιλοτική φάση, η γενική επιλεξιμότητα των έργων θα καθορίζεται σύμφωνα με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής για τα ΔΕΔ (ΔΕΔ-Μ και ΔΕΔ-Ε) και του προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CIP), όπως προτείνονται από την Επιτροπή και έχουν εγκριθεί από τους συννομοθέτες.

Η ΕΤΕπ και η Επιτροπή θα εργαστούν για την ανάπτυξη μιας σειράς έργων που, ως εκ τούτου, θα είναι επιλέξιμα. Όταν ένα έργο προχωρά από τη φάση σχεδίασης προς την υλοποίηση, η ΕΤΕπ θα χρησιμοποιήσει την εξειδικευμένη τεχνογνωσία της για να εκτιμήσει το έργο, να διενεργήσει τη δέουσα επιμέλεια και τη χρηματοοικονομική ανάλυση κατά τη φάση της διάρθρωσης και να εκτιμήσει το ύψος της εγγύησης ή του δανείου. Τα έργα θα πρέπει να είναι οικονομικά και τεχνικά εφικτά και επιπλέον να εξασφαλίσουν σταθερές και ισχυρές ταμειακές ροές. Οι χορηγοί των έργων θα πρέπει επίσης να επιδεικνύουν την ικανότητα να διοργανώσουν έναν διαγωνισμό χρηματοδότησης και να εκτελέσουν ένα έργο επιτυχώς. Εάν ο χορηγός του έργου αποφασίσει να χρησιμοποιήσει την διευκόλυνση, το έργο θα πρέπει να εγκριθεί από την ΕΤΕπ σύμφωνα με τις συνήθεις διαδικασίες. Οι λεπτομερείς εργασίες επιλογής και διάρθρωσης μπορούν να λάβουν χώρα μόνο αφού το έργο φθάσει σε κατάλληλο στάδιο ωριμότητας και τα έργα θα αξιολογούνται με τη σειρά που επιτυγχάνουν αυτό το στάδιο. Η εφαρμογή και η υλοποίηση θα πρέπει να είναι συμβατές με τις πολιτικές της ΕΕ και να συμμορφώνονται με το σύνολο της ισχύουσας νομοθεσίας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων.

Εν κατακλείδι, η ΕΤΕπ στη συνέχεια θα δεχθεί και θα παρακολουθεί το έργο σύμφωνα με τις συνήθεις πολιτικές και τις διαδικασίες της, συμπεριλαμβανομένων των κατευθυντήριων γραμμών της για την πολιτική πιστωτικού κινδύνου, κατά τρόπο που έχει ήδη συμφωνηθεί στο πλαίσιο των κοινών μέσων μεταξύ ΕΕ/ΕΤΕπ, όπως το LGTT ή ο μηχανισμός χρηματοδότησης με επιμερισμό των κινδύνων (RSFF).

Τέλος, η Επιτροπή θα υποβάλλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της πρωτοβουλίας σε ετήσια βάση, μετά από το αίτημα που προβλέπεται στο άρθρο 49 της διοργανικής συμφωνίας της 17ης Μαΐου 2006[22].

Είναι σαφές ότι μόνο ένας περιορισμένος αριθμός έργων θα μπορεί να λάβει ενίσχυση κατά την πιλοτική φάση, καθώς οι διαθέσιμοι πόροι του προϋπολογισμού είναι περιορισμένοι και ο υπολειπόμενος χρονικός ορίζοντας εφαρμογής είναι πολύ σύντομος. Ως εκ τούτου, η επιλογή των έργων θα γίνεται με στόχο την ενίσχυση έως 10 έργων, εστιάζοντας σε αυτά που βρίσκονται σε σχετικά προχωρημένο στάδιο στη διαδικασία υποβολής προσφορών και τη διαδικασία χρηματοδότησης ή απαιτούν αναχρηματοδότηση μετά τη φάση κατασκευής, σε έναν ή περισσότερους από τους τρεις τομείς-στόχους. Με αυτόν τον τρόπο, η εμπειρία που έχει αποκτηθεί θα μεγιστοποιηθεί, ενώ μπορούν να βοηθηθούν συγκεκριμένα έργα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην ανανέωση των τραπεζικών δανείων τους με σύντομη λήξη.

Από το 2014 και μετέπειτα, το μέσο των ομολόγων έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», όπως και τα άλλα χρηματοδοτικά μέσα που στοχεύουν σε έργα υποδομής, θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλους τους τομείς πολιτικής των υποδομών με τα κατάλληλα οικονομικά χαρακτηριστικά έργων, εφόσον η ΕΕ είναι σε θέση να διαθέσει πόρους του προϋπολογισμού για τον σκοπό αυτό.

Τιμολόγηση

Στο πλαίσιο της δέουσας επιμέλειας, η ΕΤΕπ διενεργεί αναλύσεις και παρέχει συμβουλές για τον τρόπο ενσωμάτωσης της υποστήριξης των ομολόγων έργων στην προτεινόμενη χρηματοδοτική δομή. Αυτό επιτρέπει στην εταιρεία του έργου να εκδώσει ένα ομόλογο αντί να στηριχθεί στον τραπεζικό δανεισμό. Το πλεονέκτημα ή μειονέκτημα του ενός ή του άλλου είδους χρηματοδότησης εξαρτάται από τα επιτόκια και τις χρεώσεις της εκάστοτε λύσης. Κανονικά, ένα ομόλογο χρησιμοποιείται μόνο εάν η χρηματοδότηση στοιχίζει λιγότερο από ένα δάνειο. Ωστόσο, είναι κατανοητό ότι μια χρηματοδότηση με κατάλληλη προθεσμία λήξης ή άλλες πτυχές ενός ομολόγου έχει επίσης τεκμαιρόμενη αξία. Αυτά τα πραγματικά ή τεκμαιρόμενα οφέλη πρέπει να τιμολογούνται, ώστε να αποφεύγονται στρεβλώσεις της αγοράς μέσω μιας οιονεί επιδότησης.

Στην πράξη, η ΕΤΕπ θα πραγματοποιήσει την τιμολόγηση με βάση την τυπική της μεθοδολογία τιμολόγησης, προσδιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο του έργου, το προτεινόμενο πακέτο χρηματοδότησης και την πιστοληπτική διαβάθμιση του(των) χορηγού(-ων). Με άλλα λόγια, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι η στήριξη δεν πρέπει να προσφέρεται σε όλους τους παράγοντες στην ίδια τιμή. Ωστόσο, θα διατίθεται σε όλα τα έργα βάσει της ίδιας, ενιαίας μεθοδολογίας. Η κατάλληλη τιμολογιακή πολιτική θα εξασφαλίσει την εναρμόνιση των συμφερόντων όλων των παραγόντων και αποτελεί τη βάση της επιτυχίας του προγράμματος.

Τα έσοδα από την τιμολόγηση μπορούν να εισπραχθούν εκ των προτέρων, δηλαδή κατά τη σύναψη της χρηματοδότησης, ή σε ετήσια βάση ή και τα δύο. Θα χρησιμοποιούνται προς όφελος νέων έργων.

Επιμερισμός των κινδύνων

Καθώς τα δάνεια ή τα υπό αίρεση δάνεια μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας είναι πιο επικίνδυνα από ό,τι ένα τυπικό δάνειο με εξοφλητική προτεραιότητα, η ΕΤΕπ και η ΕΕ θα επιμερίζονται τους κινδύνους που ενέχονται. Για την ΕΕ, αυτό θα έχει τη μορφή μιας εκ των προτέρων εισφοράς από τον προϋπολογισμό για την κάλυψη του συμφωνημένου μεριδίου της στις πιθανές ζημίες σχετικά με τα χρηματοδοτούμενα έργα. Η υπόλοιπη ζημία θα βαρύνει την ΕΤΕπ.

Τα σημερινά κοινά μέσα της ΕΕ και της ΕΤΕπ κάνουν χρήση του αναλογικού επιμερισμού των κινδύνων, όπου όλες οι ζημίες επιμερίζονται μεταξύ της ΕΕ και της ΕΤΕπ ανά έργο κατά ένα σταθερό ποσοστό. Αυτό ονομάζεται και κάθετος επιμερισμός των κινδύνων. Βάσει της προσέγγισης του χαρτοφυλακίου πρώτων ζημιών, η ΕΕ απορροφά τις πρώτες ζημίες έως ένα ορισμένο προσυμφωνημένο ποσοστό και ανώτατο ποσό σε ένα χαρτοφυλάκιο, ενώ στη συνέχεια οι ζημίες απορροφώνται από την ΕΤΕπ. Αυτό ονομάζεται και οριζόντιος επιμερισμός των κινδύνων. Στην πιλοτική φάση των ομολόγων για τη χρηματοδότηση έργων, μπορεί να εφαρμοστεί οποιοσδήποτε από τους δύο τύπους επιμερισμού των κινδύνων, χωρίς να επηρεαστεί η συμφωνηθείσα επίπτωση στον προϋπολογισμό. Το κατάλληλο σύστημα θα εξαρτηθεί από το πόσο γρήγορα μπορεί να συγκροτηθεί ένα κατάλληλο χαρτοφυλάκιο έργων. Αυτό εξαρτάται εν μέρει από τους πόρους των έργων και από τους όρους χρήσης τριών ξεχωριστών κονδυλίων του προϋπολογισμού από την πλευρά της Επιτροπής. Για παράδειγμα, στον κάθετο επιμερισμό των κινδύνων το ποσοστό των κινδύνων που αναλαμβάνεται από οποιονδήποτε εταίρο μπορεί να πρέπει να διαφέρει ανάλογα με τον επιμέρους χαρακτήρα των κονδυλίων του προϋπολογισμού που θα διατεθούν για την πρωτοβουλία και τα μεγέθη των διαφόρων έργων. Οι λεπτομερείς όροι και οι προϋποθέσεις θα πρέπει επομένως να συμφωνηθούν με την ΕΤΕπ και να καθοριστούν σε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των δύο οργάνων. Η Επιτροπή και η ΕΤΕπ μπορούν να επανεξετάσουν την καταλληλότητα του συστήματος και του ποσοστού επιμερισμού των κινδύνων που έχει συμφωνηθεί και να προτείνουν αλλαγές, εφόσον είναι απαραίτητο. Και πάλι, η επίπτωση στον προϋπολογισμό δεν θα αλλάξει, όπως εξηγείται στο τμήμα 3.6. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα όμως της εισφοράς της ΕΕ θα εξαρτηθεί από το σύστημα και το ποσοστό επιμερισμού των κινδύνων που έχει συμφωνηθεί.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο επιμερισμός των κινδύνων με την ΕΕ δεν αλλάζει την εκτίμηση της Eurostat για το αν το έργο ανήκει στον ισολογισμό του ευρύτερου δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα. Με άλλα λόγια, εάν η ΕΕ αναλάβει το 20% των κινδύνων, η εκτίμηση θα ισχύει μόνο για το υπόλοιπο 80% του έργου. Δεδομένου ότι η πρόθεση είναι να προσελκυσθούν ιδιωτικά κεφάλαια για αυτό το 80%, το έργο θα πρέπει κανονικά να κατηγοριοποιηθεί ως ιδιωτικό. Εάν όμως το δημόσιο παρέχει εγγύηση μεγαλύτερη από 50% του τμήματος που χρηματοδοτείται από τον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος είναι εταίρος, αυτό θα συνεπάγεται την κατηγοριοποίησή του στον ευρύτερο δημόσιο τομέα στις περιπτώσεις όπου η σύμβαση προβλέπει ότι στο μέλλον η υποδομή θα μεταβιβαστεί στον δημόσιο τομέα. Οι εγγυήσεις αυτές θα πρέπει να περιλαμβάνουν εγγυήσεις για δάνειο από έναν διεθνή χρηματοδοτικό οργανισμό (ΔΧΟ). Επιπλέον, εάν ένας κρατικός φορέας παρέχει ελάχιστες εγγυήσεις ως προς τα έσοδα και τη ζήτηση, το οποίο συνεπάγεται ότι η κυβέρνηση φέρει την πλειονότητα των κινδύνων του έργου, το χρέος θα χαρακτηριστεί ως χρέος της γενικής κυβέρνησης.

Μέγιστες γνωστές δημοσιονομικές επιπτώσεις

Θα προβλέπονται αυστηρά ανώτατα όρια για τις εισφορές από τον προϋπολογισμό της ΕΕ και δεν θα δημιουργούνται ενδεχόμενες υποχρεώσεις. Όλα τα συγχρηματοδοτούμενα μέσα που βασίζονται στον επιμερισμό των κινδύνων περιλαμβάνουν επιχορηγήσεις για προγράμματα συγκεκριμένου μεγέθους και, ως εκ τούτου, κανένα από τα μέσα αυτά δεν αποτελεί κίνδυνο για τον προϋπολογισμό πέρα από τα ποσά που έχουν αναληφθεί αρχικώς από αυτά τα κονδύλια του προϋπολογισμού. Επιπλέον, και σε αντίθεση για τις επιχορηγήσεις, θα υπάρξει τελικά μια επανεισροή κονδυλίων στον προϋπολογισμό της ΕΕ λόγω των χρεώσεων που επιβάλλονται στον δικαιούχο, οι οποίες δεν θα επαναχρησιμοποιηθούν για νέα έργα ή άλλους σκοπούς εντός της περιόδου προγραμματισμού.

Δεδομένου ότι το ποσό που διατίθεται για την έναρξη της πιλοτικής φάσης είναι περιορισμένο, μόνο ένας περιορισμένος αριθμός έως και 10 έργων με έδρα την ΕΕ μπορεί να ενισχυθεί. Επιπλέον, το πεδίο εφαρμογής της πιλοτικής φάσης περιορίζεται σε έργα του ΔΕΔ-Μ, του ΔΕΔ-Ε και τηλεπικοινωνιακών υποδομών, ενώ μετά το 2013 το μέσο μπορεί να επεκταθεί και στη χρηματοδότηση υποδομών σε άλλους τομείς, όπως για παράδειγμα, οι κοινωνικές υποδομές, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ορισμένα διαστημικά έργα.

Πώς θα συνδεθεί η πιλοτική φάση με τη Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη»;

Τα διδάγματα που θα αντληθούν από την πιλοτική φάση θα συμβάλουν στη βελτιστοποίηση του σχεδιασμού της πρωτοβουλίας για την περίοδο μετά το 2013, όταν το μέσο των ομολόγων για τη χρηματοδότηση έργων θα αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη».

Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλές απόψεις για το ποιες οντότητες μπορούν να παρακολουθούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εκτέλεση του έργου από άποψη τεχνικής και οικονομικής προόδου και συμβατικής συμμόρφωσης καθ’ όλη τη διάρκειά του και να λαμβάνουν τις μικρές ή μεγάλες αποφάσεις που απαιτούνται για τη συνέχιση του έργου, εξασφαλίζοντας παράλληλα τα κατάλληλα δικαιώματα ψήφου για τους επενδυτές, όταν πρόκειται για τις σημαντικότερες αποφάσεις. Στόχος της πιλοτικής φάσης θα είναι επίσης να καθοριστεί ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να διαρθρωθεί αυτή η πτυχή του έργου στην πράξη, κατά τρόπο ικανοποιητικό για όλους τους επενδυτές και χορηγούς του έργου.

Επιπλέον, μπορεί να χρειαστεί να προσαρμοστούν οι νομικές και οικονομικές δομές ανάλογα με τη δικαιοδοσία στην οποία υπάγεται η εταιρεία ενός έργου ή ένα ομόλογο, πράγμα που μπορεί να διαπιστωθεί μόνο στην πράξη, καθώς δεν είναι εφικτό να αντιμετωπιστούν διεξοδικά τα θεωρητικά εμπόδια των 27 κρατών μελών. Άλλοι κανονισμοί της ΕΕ είναι επίσης πιθανό να τεθούν σε ισχύ στον τομέα των κεφαλαιαγορών, το οποίο μπορεί να έχει ανεπιθύμητες συνέπειες στον τομέα της χρηματοδότησης των υποδομών.

Παράλληλα, οι πράξεις που συνάπτονται κατά τη διάρκεια της πιλοτικής φάσης μπορούν να αποτελέσουν μέρος του μελλοντικού χαρτοφυλακίου της επιχειρησιακής φάσης από το 2014.

Επιπλέον, η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει μια ανεξάρτητη αξιολόγηση του LGTT εντός του 2012, προκειμένου να συμπληρώσει την τρέχουσα εσωτερική αναθεώρηση και θα εκπονήσει επίσης μια διεξοδική μελέτη των μοντέλων χρηματοδότησης που χρησιμοποιούνται σε διάφορους τομείς και υποτομείς, κατά περίπτωση. Προβλέπεται επίσης η αναθεώρηση της πιλοτικής φάσης του μέσου των ομολόγων έργων κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2013.

Τέλος, προβλέπεται ήδη ότι όσον αφορά τα χρηματοδοτικά μέσα μετά το 2013, τα οποία υποστηρίζουν την εφαρμογή της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη», μια σειρά χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα κληθεί να συμμετάσχει στα μέσα αυτά, όπως προβλέπεται από τον δημοσιονομικό κανονισμό.

Συμπεράσματα

Απαιτούνται σημαντικές προσπάθειες για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των έργων υποδομής σε ιδιωτικές χρηματοδοτήσεις και να αναπτυχθούν εναλλακτικοί τρόποι χρηματοδότησης του χρέους τους. Τα ιδιωτικά χρηματοδοτούμενα έργα υποδομής στην Ευρώπη στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στον τραπεζικό δανεισμό, ο οποίος δεν είναι άμεσα διαθέσιμος κατά τη λήξη τους, γεγονός το οποίο αντανακλά τον μακροπρόθεσμο κύκλο ζωής ενός έργου υποδομής.

Προκειμένου να βελτιωθεί η πρόσβαση των έργων στη χρηματοδότηση και να αναπτυχθεί μια δυναμική αγορά ομολόγων έργων υποδομής, όπου η ιδιωτική πρωτοβουλία έχει σημειώσει μικρή πρόοδο μέχρι στιγμής, η ΕΕ προτίθεται να συνεργαστεί με την ΕΤΕπ με σκοπό τη δημιουργία ενός μηχανισμού για την υποστήριξη της ιδιωτικής έκδοσης ομολόγων έργων, την πρωτοβουλία για τα ομόλογα έργων στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020».

Η εμπειρία του παρελθόντος έχει δείξει ότι είναι απαραίτητη η πιλοτική φάση για να εξοικειωθούν οι εμπλεκόμενοι φορείς με τις νέες δομές χρηματοδότησης και για να βελτιστοποιηθεί ο σχεδιασμός με τις τελικές αλλαγές. Παρά το γεγονός ότι η πιλοτική φάση έχει περιορισμένη κλίμακα και πεδίο εφαρμογής, αναμένεται να τονώσει τη συμπεριφορά της αγοράς προς μια αυξημένη αποδοχή της χρηματοδότησης του χρέους μέσω της κεφαλαιαγοράς και ως εκ τούτου να προετοιμάσει το έδαφος για τη βελτίωση της πρωτοβουλίας και την εφαρμογή της ως μιας ολοκληρωμένης πρότασης στο επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή προτείνει η πιλοτική αυτή φάση να λάβει χώρα κατά την περίοδο 2012-2013 και όχι κατά τα δύο πρώτα έτη της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη».

Λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου, η Επιτροπή καλεί το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο να εγκρίνουν την πρόταση για μια πιλοτική φάση το συντομότερο δυνατόν.

[1] M. Monti: Μια νέα στρατηγική για την ενιαία αγορά, στην υπηρεσία της οικονομίας και της κοινωνίας της Ευρώπης, 9.5.2010, σ. 62

[2] Έκθεση Monti σ. 62.

[3] COM(2011)662

[4] COM(2011) 500 τελικό

[5] Πηγή: βάση δεδομένων του Infrastructure Journal (IJ) Η Δυτική Ευρώπη σημειώνει μείωση από 33 δισεκατομμύρια σε 26 δισεκατομμύρια ευρώ, τα μισά εκ των οποίων αφορούν τις μεταφορές και την ενέργεια (τα στοιχεία του IJ για την Ανατολική Ευρώπη έχουν διαστρεβλωθεί από τη Ρωσία και την Τουρκία, και ως εκ τούτου δεν περιλαμβάνονται).

[6] Βλ. επίσης την εκτίμηση επιπτώσεων για την Διευκόλυνση «Συνδέοντας την Ευρώπη» και την εκτίμηση επιπτώσεων που συνοδεύει τις νομοθετικές προτάσεις για το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής.

[7] http://ec.europa.eu/economy_finance/consultation/index_en.htm

[8] Ο στόχος για το 2020 αποτελείται από δύο σκέλη: (i) όλοι οι Ευρωπαίοι να έχουν πρόσβαση σε πολύ υψηλότερες ταχύτητες σύνδεσης στο διαδίκτυο άνω των 30 Mbps και (ii) τουλάχιστον το 50% των ευρωπαϊκών νοικοκυριών να έχει σύνδεση στο διαδίκτυο άνω των 100 Mbps.

[9] Μεταξύ ½ και 2%, βλ. Alegre κ.ά., Έγγραφα ΕΤΕπ Τόμος 13/1 (2008). Η μόνη απόκλιση που επηρεάζει την εκτίμηση είναι ο χαρακτηρισμός της επένδυσης των εμπορικών εταιρειών ως ιδιωτικής, ακόμη και αν οι εταιρείες αυτές ανήκουν στο δημόσιο.

[10] Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών σχετικά με την αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων οικονομικών επιπτώσεων των μεγαλύτερων απαιτήσεων σε κεφάλαιο και ρευστότητα, Αύγουστος 2010. Βλ. επίσης το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής SEC(2011)949 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων.

[11] Ειδικός σχολιασμός του οίκου Moody's για τα ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και ανάκτησης για τα δάνεια χρηματοδότησης έργων 1983-2008, 20.10.2010

[12] COM(2010) 2020.

[13] Αρχικά, εγγυήσεις και επιχειρηματικά κεφάλαια για ΜΜΕ

[14] COM(2011)662

[15] Όπως θεσπίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 680/2007.

[16] Στο πλαίσιο αυτό: Το υψηλότερο επίπεδο στη διάρθρωση του χρέους μιας εταιρείας με περισσότερες πιθανότητες αποπληρωμής.

[17] Στο πλαίσιο αυτό: Το χρέος που υπολείπεται έναντι του χρέους με εξοφλητική προτεραιότητα, αλλά υπερέχει σε εξοφλητική προτεραιότητα έναντι των ιδίων κεφαλαίων.

[18] Η διαβούλευση σχετικά με την πρωτοβουλία των ομολόγων για τη χρηματοδότηση έργων υποστήριξε ευρύτατα την αρχή της χρήσης ενός τμήματος μειωμένης εξοφλητικής προτεραιότητας, καθώς και το μέγεθός του.

[19] Η χρήση του πιστωτικού ορίου εξαρτάται από καθορισμένα περιστατικά.

[20] Η διαβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός δανειστή, η οποία πραγματοποιείται από εξειδικευμένους οίκους, όπως οι οίκοι Standard and Poors, Moody's ή Fitch. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η βαθμολογία αξιολόγησης επένδυσης που είναι ανώτερη από BBB-/Baa3/BBB- αντίστοιχα. Μια «καλή» βαθμολογία αξιολόγησης επένδυσης είναι η A/A2/A.

[21] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 680/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2007 για καθορισμό των γενικών κανόνων για τη χορήγηση κοινοτικής οικονομικής συνδρομής στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενέργειας και απόφαση αριθ. 1639/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 2006 σχετικά με τη θέσπιση προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (2007 έως 2013), αντίστοιχα.

[22] ΕΕ C 139 της 14.06.2006.

Top