Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52011DC0344

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ (18η έκθεση «Βελτίωση της νομοθεσίας» για το 2010)

/* COM/2011/0344 τελικό */

52011DC0344

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ (18η έκθεση «Βελτίωση της νομοθεσίας» για το 2010) /* COM/2011/0344 τελικό */


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ (18η έκθεση «Βελτίωση της νομοθεσίας» για το 2010)

Εισαγωγή

Η παρούσα είναι η δέκατη όγδοη ετήσια έκθεση για την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας στο πλαίσιο της νομοθεσίας της ΕΕ. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο (αριθ. 2) για την εφαρμογή των εν λόγω αρχών (εφεξής «το Πρωτόκολλο»), που επισυνάπτεται στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Επιτροπή πρέπει να υποβάλλει, κάθε χρόνο, την έκθεση αυτή στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια[1].

Στην έκθεση εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι αρχές εφαρμόζονται από διάφορα θεσμικά όργανα, δηλαδή την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή των Περιφερειών, και παρουσιάζονται λεπτομερέστερα ορισμένες πρωτοβουλίες που δημιούργησαν προβλήματα επικουρικότητας. Εξετάζεται επίσης ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε ο μηχανισμός ελέγχου της επικουρικότητας τον οποίο διαθέτουν τα εθνικά κοινοβούλια και ο οποίος αποτελούσε μια από τις καινοτομίες που θεσπίστηκαν με τη συνθήκη της Λισαβόνας[2].

οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας

Η επικουρικότητα και η αναλογικότητα διατυπώνονται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ).

Η επικουρικότητα συνιστά κατευθυντήρια αρχή για την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και της ΕΕ, δηλαδή για το ποιος πρέπει να παρέμβει . Εάν ο συγκεκριμένος τομέας εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Ένωσης,[3] είναι σαφές ότι θα πρέπει να παρέμβει η Ένωση. Εάν η Ένωση είναι αρμόδια από κοινού με τα κράτη μέλη, [4]η αρχή καθιερώνει ένα τεκμήριο υπέρ της ανάληψης δράσης εκ μέρους των κρατών μελών. Η Ένωση πρέπει να παρέμβει μόνον εφόσον οι επιδιωκόμενοι στόχοι δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και εφόσον, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων, η Ένωση μπορεί να τους επιτύχει καλύτερα.

Η αναλογικότητα συνιστά κατευθυντήρια αρχή για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο η Ένωση πρέπει να ασκεί τις αρμοδιότητές της, είτε αυτές είναι αποκλειστικές είτε είναι κοινές – δηλαδή ποια πρέπει να είναι η μορφή και η φύση της δράσης της ΕΕ . Η ΣΕΕ ορίζει ότι το περιεχόμενο και η μορφή της δράσης της Ένωσης δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων των συνθηκών. Η κάθε απόφαση πρέπει να ευνοεί τη λιγότερο περιοριστική δυνατότητα.

Εφαρμογή των αρχών από τα θεσμικα οργανα

Οι αποφάσεις για το εάν θα πρέπει να προταθεί η ανάληψη δράσης σε επίπεδο ΕΕ (επικουρικότητα) είναι βασικές για τη θέσπιση «έξυπνης νομοθεσίας».1 Το κατάλληλο επίπεδο δράσης προκύπτει σε ορισμένες περιπτώσεις στο πλαίσιο της χάραξης της πολιτικής και της διοργανικής νομοθετικής διαδικασίας.

Είναι επιτακτικό να χαρακτηρίζονται από διαφάνεια τα επιχειρήματα σχετικά με την επικουρικότητα και την αναλογικότητα, δεδομένου ότι τούτο επιτρέπει στους διαφόρους παράγοντες να αποφασίζουν εποικοδομητικά για την εγκυρότητα των θέσεών τους. Κατά συνέπεια, ανεξάρτητα από την προέλευση της πρωτοβουλίας, το σχέδιο νομοθετικής πράξης θα πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερή «δήλωση» που θα καθιστά δυνατή την εκτίμηση της συμμόρφωσης προς την αρχή. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, το δελτίο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένες εκτιμήσεις σχετικά με τις οικονομικές επιπτώσεις της πρότασης, να λαμβάνονται υπόψη τα οικονομικά ή διοικητικά βάρη και, στην περίπτωση οδηγιών, να αναφέρονται οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στους εθνικούς και περιφερειακούς κανόνες. Τα συμπεράσματα πρέπει να τεκμηριώνονται με ποιοτικούς και, όπου είναι δυνατό, ποσοτικούς δείκτες.

Η επικουρικότητα δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί ευκόλως βάσει λειτουργικών κριτηρίων. Το Πρωτόκολλο, όπως αναθεωρήθηκε με τη συνθήκη της Λισαβόνας, δεν αναφέρεται πλέον στους ελέγχους συμμόρφωσης, όπως είναι οι έλεγχοι «αναγκαιότητας» και «ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας». Αντίθετα, στρέφει τον τρόπο εφαρμογής προς την κατεύθυνση των διαδικαστικών πτυχών που διασφαλίζουν τη δυνατότητα των παραγόντων να εκφράζονται. Η Επιτροπή εξακολούθησε να διενεργεί ελέγχους «αναγκαιότητας» και «ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας» βάσει του αναλυτικού της πλαισίου και συνιστά στους λοιπούς παράγοντες να πράξουν το ίδιο.

Μια δίκαιη πολιτική κρίση στη φάση που προηγείται της νομοθετικής διαδικασίας είναι σημαντική για τη διασφάλιση ότι στις προτάσεις λαμβάνονται ευθύς εξαρχής δεόντως υπόψη τα ζητήματα επικουρικότητας. Στο στάδιο μετά την νομοθετική διαδικασία, το Δικαστήριο θα μπορούσε να κληθεί να ελέγξει τη νομιμότητα της υιοθετηθείσας νομοθεσίας. Το Δικαστήριο πρέπει επίσης να ακυρώσει ένα μέτρο για παραβίαση της επικουρικότητας.

Η Επιτροπή

Η Επιτροπή, ως βασικός συντάκτης νομοθετικών προτάσεων βάσει του δικαιώματός της να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, θα πρέπει να διασφαλίζει την ορθή επιλογή σε ό,τι αφορά το εάν και πως θα προταθεί η ανάληψη ευρωπαϊκής δράσης, σε αρχικό στάδιο της χάραξης πολιτικής.

Η Επιτροπή δημοσιεύει χάρτες πορείας[5] για όλες τις βασικές πρωτοβουλίες. Στους χάρτες πορείας περιγράφονται συνοπτικά οι προθέσεις της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένης της αρχικής αιτιολόγησης της επικουρικότητας και αναλογικότητας. Οι ιδέες αυτές επαληθεύονται αργότερα, κατά τις διαβουλεύσεις των ενδιαφερόμενων μερών και την αξιολόγηση των επιπτώσεων (ΑΕ). Το δελτίο «επικουρικότητας» για κάθε νομοθετική πρόταση εμφανίζεται στην αιτιολογική έκθεση και υπενθυμίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις της πρότασης. Οι αξιολογήσεις των επιπτώσεων, οι οποίες συνοδεύουν τις προτάσεις με σημαντικό αντίκτυπο, παρέχει την πλέον λεπτομερή ανάλυση της επικουρικότητας και αναλογικότητας. Η ποιότητα της ανάλυσης αυτής υποβάλλονται σε ενδελεχή εξέταση από την επιτροπή αξιολόγησης των επιπτώσεων.

Το 2010, η επιτροπή αξιολόγησης υπέβαλε, σε περισσότερες από το ήμισυ των περιπτώσεων που εξέτασε[6], παρατηρήσεις για ζητήματα επικουρικότητας και αναλογικότητας και εντόπισε τρεις βασικούς τομείς για βελτίωση.

- ανάγκη ισχυρότερων αποδείξεων για την προστιθέμενη αξία στην ΕΕ . Για παράδειγμα, όσον αφορά την πρωτοβουλία για την ευρωπαϊκή διάσταση του αθλητισμού [7], η επιτροπή αξιολόγησης προβληματίστηκε για τα περιορισμένη βάση αποδεικτικών στοιχείων για ένα προβλεπόμενο πρόγραμμα χρηματοδότησης. Ομοίως, η επιτροπή αξιολόγησης εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την προστιθέμενη αξία των μέτρων που ελήφθησαν σε κλίμακα ΕΕ για την ιδέα ενός σήματος για προϊόντα ορεινών περιοχών (η οποία συμπεριλαμβανόταν αρχικά στη δέσμη μέτρων σχετικά με την πολιτική ποιότητας των γεωργικών προϊόντων [8]). Στις δύο αυτές περιπτώσεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν συμπληρωματική εξέταση πριν να προτείνουν την ανάληψη δράσης από την ΕΕ.

- ανάγκη διεξοδικής ανάλυσης της επικουρικότητας για πρωτοβουλίες που συνεπάγονται επέκταση του πεδίου παρέμβασης της ΕΕ. Τούτο συνέβη στην περίπτωση αρκετών πρωτοβουλιών που εγκρίθηκαν την επομένη της χρηματοοικονομικής κρίσης: τροποποίηση των οδηγιών για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων[9] και τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών[10], πρωτοβουλία για τις ακάλυπτες πωλήσεις και τις συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου πιστοληπτικής ικανότητας[11] και λευκή βίβλος για τα συστήματα εγγυήσεων στον ασφαλιστικό τομέα[12].

- σε πολλές περιπτώσεις, η επιτροπή αξιολόγησης εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με το προτιμώμενο επίπεδο εναρμόνισης , λαμβανομένων υπόψη των διαφορετικών καταστάσεων στα κράτη μέλη. Τούτο συνέβη όσον αφορά την τροποποίηση του κανονισμού για τις αποφάσεις σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις[13] και την πρόταση κανονισμού για τις περιουσιακές συνέπειες που απορρέουν από τις καταχωρημένες συντροφικές σχέσεις[14].

Εθνικά κοινοβούλια

Ο μηχανισμός ελέγχου της επικουρικότητας, ο οποίος θεσπίστηκε με τη συνθήκη της Λισαβόνας, ενισχύει το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων, τα οποία δύνανται να εκφράσουν την άποψή τους για το κατά πόσο ορισμένα σχέδια νομοθετικών προτάσεων είναι συμβατά με την αρχή της επικουρικότητας. Ανάλογα με τον αριθμό των αιτιολογημένων γνωμών που καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια πρόταση αποτελεί παράβαση της αρχής της επικουρικότητας, η συνθήκη προβλέπει δύο μηχανισμούς που είναι γνωστοί ως «κίτρινη κάρτα» και «πορτοκαλί κάρτα»[15]. Και οι δύο μηχανισμοί συνεπάγονται αναθεώρηση των νομοθετικών σχεδίων και ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα την τροποποίηση ή απόσυρση της πρότασης.

Από το 2006, η Επιτροπή διαβίβασε, στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου,[16] όλες τις νέες προτάσεις στα εθνικά κοινοβούλια και απάντησε στις γνώμες τους[17]. Από την 1η Δεκεμβρίου 2009, το εν λόγω πλαίσιο χρησιμοποιήθηκε παράλληλα για το μηχανισμό ελέγχου της επικουρικότητας. Μέχρι τα τέλη του 2010, η Επιτροπή απέστειλε 82 σχέδια νομοθετικών προτάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Πρωτοκόλλου και έλαβε 211 γνώμες. Μολονότι οι περισσότερες από τις γνώμες επικεντρώνονταν στο περιεχόμενο της πρότασης, σε 34 συνολικά γνώμες εκφράστηκαν ανησυχίες όσον αφορά την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας. Για πέντε νομοθετικές προτάσεις η Επιτροπή έλαβε περισσότερες από μία αιτιολογημένη γνώμη,[18] σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις σαφώς δεν σημειώθηκε προσέγγιση του κατώτατου ορίου για «κίτρινη κάρτα».

Σε ορισμένες απαντήσεις των εθνικών κοινοβουλίων τονίστηκε επίσης η ανεπάρκεια ή η έλλειψη αιτιολόγησης σχετικά με την αρχή της επικουρικότητας σε πολλές προτάσεις της Επιτροπής. Τούτο παρατηρήθηκε ιδίως στις προτάσεις για ήσσονος σημασίας τροποποιήσεις στις ισχύουσες νομοθετικές πράξεις. Η Επιτροπή θα λάβει μέτρα για τη διασφάλιση της κατάλληλης αιτιολόγησης της αρχής της επικουρικότητας στις αιτιολογικές εκθέσεις όλων των νομοθετικών προτάσεων, υπενθυμίζοντας, για παράδειγμα, και επιβεβαιώνοντας την προγενέστερη ανάλυση της επικουρικότητας.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο

Οι νομοθέτες, δηλαδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, παρεμβαίνουν στο τελικό στάδιο της φάσης που προηγείται της νομοθετικής διαδικασίας. Οφείλουν να επικυρώσουν τη συμβατότητα της πρότασης με τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας, και να παράσχουν κατάλληλη αιτιολόγηση εφόσον οι τροποποιήσεις τους επηρεάζουν το πεδίο δράσης της Ένωσης[19].

Στο Συμβούλιο, η Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων των κρατών μελών (Coreper) διασφαλίζει την τήρηση των αρχών[20]. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η συμμόρφωση επαληθεύεται από τις επιτροπές που είναι επιφορτισμένες με τις συγκεκριμένες νομοθετικές υποθέσεις, καθώς και από την Επιτροπή Νομικών Θεμάτων.

Τόσο το Συμβούλιο όσο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχουν θεσπίσει τις δικές τους διαδικασίες για την εφαρμογή του μηχανισμού ελέγχου της επικουρικότητας. Ο εσωτερικός κανονισμός του Κοινοβουλίου τροποποιήθηκε προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αιτιολογημένες γνώμες των εθνικών κοινοβουλίων λαμβάνονται υπόψη στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις[21]. Το Συμβούλιο έχει μεριμνήσει ώστε να ζητηθεί η γνώμη των εθνικών κοινοβουλίων σχετικά με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνονται από μια ομάδα κρατών μελών[22].

Η Επιτροπή των Περιφερειών

Η Επιτροπή των Περιφερειών εκφράζει τις απόψεις της είτε όταν της ζητείται η γνώμη της είτε όταν διατυπώνει γνώμη πρωτοβουλίας. Η συνθήκη της Λισαβόνας παρέχει στην Επιτροπή των Περιφερειών την αρμοδιότητα να αμφισβητεί εκ των υστέρων την εγκυρότητα νομοθετικών πράξεων που θα μπορούσαν να παραβούν την αρχή της επικουρικότητας, μόνο όμως στους τομείς στους οποίους θα πρέπει να ζητείται η γνώμη της. Από το 2010, η Επιτροπή των Περιφερειών έχει προσαρμόσει τον εσωτερικό κανονισμό της[23] έτσι ώστε όλες οι γνωμοδοτήσεις της να περιλαμβάνουν ρητή αναφορά στις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας.

Το δίκτυο ελέγχου της τήρησης της αρχής της επικουρικότητας (ΔΠΕ) της Επιτροπής των Περιφερειών αριθμούσε, κατά τα τέλη του 2010, 113 περιφερειακούς εταίρους. Το 2010, το ΔΠΕ διοργάνωσε πέντε στοχοθετημένες διαβουλεύσεις. Κατάρτισε επίσης το πρώτο σχέδιο δράσης προκειμένου να εντοπιστούν οι βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας σε περιφέρειες και πόλεις της Ευρώπης. Επιπλέον, η Επιτροπή των Περιφερειών σχεδιάζει να αναπτύξει περαιτέρω τη λειτουργικότητα του ΔΠΕ με σκοπό την ενίσχυση της συμμετοχής περιφερειακών κοινοβουλίων στο μηχανισμό ελέγχου της επικουρικότητας.

Η Επιτροπή των Περιφερειών δημοσίευσε επίσης την πρώτη ετήσια έκθεσή της σχετικά με την επικουρικότητα[24]

Το Δικαστήριο

Σύμφωνα με το άρθρο 263 της ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αρμόδιο για την επανεξέταση της νομιμότητας των νομοθετικών πράξεων, σε ό,τι αφορά την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας. Στο Πρωτόκολλο διευκρινίζεται ότι η Επιτροπή των Περιφερειών ή τα ίδια τα κράτη μέλη ή εξ ονόματος των εθνικών κοινοβουλίων τους, δύνανται να προσφύγουν στο Δικαστήριο.

Εκτός από την απόφαση σχετικά με τον κανονισμό για την περιαγωγή [25], η οποία αναφέρεται ήδη στην έκθεση του 2009, δεν υπάρχει κάποια νέα νομολογία που να μπορεί να επισημανθεί.

Βασικεσ περιπτωσεισ στις οποιεσ εκφραστηκαν προβληματισμοι οσον αφορα την επικουρικοτητα και την αναλογικοτητα

Στο παρόν κεφάλαιο εξετάζονται οι προτάσεις της Επιτροπής που προκάλεσαν τις περισσότερες συζητήσεις μεταξύ των νομοθετών και των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

Παρακολούθηση των περιπτώσεων που αναφέρονται σε προηγούμενες εκθέσεις

Για ορισμένες από τις περιπτώσεις που αναφέρονται σε προηγούμενες εκθέσεις, όπως είναι οι οδηγίες σχετικά με τα τέλη για την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας[26], την προστασία του εδάφους [27] , την ίση μεταχείριση εκτός του χώρου εργασίας[28] και τα δικαιώματα των καταναλωτών [29] , δεν υπήρξαν σημαντικές εξελίξεις στο πλαίσιο των εν εξελίξει νομοθετικών διαδικασιών.

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα των δικαιωμάτων των ασθενών στη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη [30], που αναφερόταν στην έκθεση του 2009, στις αρχές του 2011 επιτεύχθηκε, σε δεύτερη ανάγνωση, συμφωνία κατόπιν μακροχρόνιων διαπραγματεύσεων. Καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ο βασικός προβληματισμός αφορούσε την αναζήτηση λεπτής ισορροπίας μεταξύ των εθνικών αρμοδιοτήτων σε ό,τι αφορά την οργάνωση και χρηματοδότηση της υγειονομικής περίθαλψης αφενός, και αφετέρου και τη διατύπωση των δικαιωμάτων των ασθενών, όπως αναγνωρίζονται από το Δικαστήριο.

Σε ό,τι αφορά την οδηγία για την άδεια μητρότητας[31], που αναφέρεται στην έκθεση του 2008, οι νομοθέτες δεν έχουν κατορθώσει ακόμα να καταλήξουν σε συναίνεση . Το 2008, αφού ζήτησε τη γνώμη των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων, η Επιτροπή πρότεινε την επέκταση του δικαιώματος της άδειας μητρότητας από 14 σε 18 εβδομάδες, κατά κανόνα με πλήρεις αποδοχές. Στο ψήφισμα του Κοινοβουλίου, που εξεδόθη τον Οκτώβριο του 2010, προτεινόταν μια περισσότερο φιλόδοξη προσέγγιση: να αυξηθεί η ελάχιστη άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές σε 20 εβδομάδες και να προστεθεί το δικαίωμα άδειας πατρότητας δύο εβδομάδων. Για την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας, στη συντριπτική πλειοψηφία τους τα μέλη ψήφισαν υπέρ μιας «μεταβατικής ρήτρας» , αναγνωρίζοντας στις εθνικές κυβερνήσεις τη διακριτική ευχέρεια να προσαρμόζουν την πολιτική αυτή στα κοινωνικά τους συστήματα. Εντούτοις, οι αντιπροσωπείες στο πλαίσιο του Συμβουλίου πρότειναν μια πιο ευέλικτη προσέγγιση. Θεώρησαν επίσης τα μέτρα δαπανηρά σε μια περίοδο οικονομικής λιτότητας. Η Βελγική Προεδρία απέστειλε στους κοινωνικούς εταίρους επιστολή καλώντας τους να εκφράσουν τις απόψεις τους.

Άλλες περιπτώσεις στις οποίες συζητήθηκε η αρχή της επικουρικότητας

Εποχιακά εργαζόμενοι

Η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας για τους εποχιακά εργαζόμενους [32] στο πλαίσιο μιας δέσμης μέτρων για τη νόμιμη μετανάστευση. Για την πρόταση αυτή υποβλήθηκε από τα εθνικά κοινοβούλια ο μεγαλύτερος έως τώρα αριθμός αιτιολογημένων γνωμών[33]. Συνολικά, εννέα κοινοβουλευτικά σώματα εξέφρασαν ανησυχίες σχετικά με την επικουρικότητα[34]. Θεώρησαν ότι το ζήτημα έχει ρυθμισθεί επαρκώς σε εθνικό επίπεδο και ότι η ΕΕ δεν δύναται να αντιμετωπίσει κατάλληλα τις εθνικές ιδιαιτερότητες. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη εξακολουθούν να ελέγχουν τον αριθμό των υπηκόων τρίτων χωρών που γίνονται δεκτοί, η πρόταση ενδέχεται να μην επιτύχει τον στόχο της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών. Παράλληλα, εννέα κοινοβουλευτικά σώματα[35] εξέδωσαν θετικές γνώμες, επισημαίνοντας ότι η πρόταση συμβάλλει στη διασφάλιση ενιαίας προστασίας, ενιαίων κριτηρίων συμμετοχής και όρων διαμονής σε ολόκληρη την ΕΕ. Εξέφρασαν δε ικανοποίηση για το γεγονός ότι παρέχεται στα κράτη μέλη το δικαίωμα να καθορίζουν τις ποσοστώσεις εισόδου στη χώρα.

Ορισμένα κοινοβουλευτικά σώματα, τόσο εκείνα που αμφισβήτησαν την επικουρικότητα όσο και εκείνα που δεν την αμφισβήτησαν, θεώρησαν ότι η πρόταση παραβαίνει την αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι μπορεί να έχει επιπτώσεις στα εθνικά συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Δύο κοινοβουλευτικά σώματα[36] αντιτάχθηκαν επισήμως στην πρόταση με το σκεπτικό αυτό.

Στις απαντήσεις της, η Επιτροπή υπογράμμισε[37] το γεγονός ότι η δημιουργία ενιαίου πλαισίου ΕΕ ήταν αναγκαία για την αποφυγή της νόθευσης των μεταναστευτικών ρευμάτων και των παράνομων εισόδων, την προστασία των εποχιακά εργαζόμενων από τρίτες χώρες και την πρόληψη του κοινωνικού ντάμπινγκ. Τονίστηκε επίσης το γεγονός ότι η πρόταση περιλαμβάνει διατάξεις που θα επέτρεπαν στα κράτη μέλη να την προσαρμόσουν στις εθνικές τους ιδιαιτερότητες όσον αφορά την αγορά εργασίας.

Στη γνώμη που διατύπωσε η Επιτροπή των Περιφερειών λάμβανε υπόψη τις απόψεις και τα επιχειρήματα των εθνικών κοινοβουλίων. Εντούτοις, η Επιτροπή των Περιφερειών κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η πρόταση είναι συμβατή με την αρχή της επικουρικότητας, δεδομένου ότι εμποδίζει τα εθνικά συστήματα να εμπλακούν σε έναν ανταγωνισμό «προς τα κάτω» όσον αφορά την προστασία των εποχιακά εργαζόμενων. Η εξέταση της πρότασης από τους νομοθέτες βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο.

Συστήματα εγγύησης των καταθέσεων

Τον Ιούλιο του 2010, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για την ενίσχυση του πλαισίου του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων[38] στην ΕΕ λόγω των αδυναμιών που αποκάλυψε η χρηματοπιστωτική κρίση.

Η πρόταση προκάλεσε 11 αντιδράσεις από εθνικά κοινοβούλια. Από αυτές, πέντε[39] εξέφραζαν ρητά προβληματισμούς σχετικά με την επικουρικότητα και κυρίως ότι στην οδηγία δεν θα λαμβάνονταν επαρκώς υπόψη τα χαρακτηριστικά των εθνικών συστημάτων ή αν θα μπορούσε να μειώσει το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας. Άλλο αμφιλεγόμενο σημείο ήταν ο προτεινόμενος μηχανισμός αμοιβαίου δανεισμού μεταξύ συστημάτων, ο οποίος θεωρήθηκε ότι δυνητικά θα μπορούσε να αυξήσει την ηθική ζημία και να αποτελέσει αντικίνητρο εμποδίζοντας την υλοποίηση κατάλληλης εθνικής κάλυψης. Παράλληλα, έξι κοινοβουλευτικά σώματα [40] δήλωσαν ότι η πρόταση ήταν συμβατή με την αρχή της επικουρικότητας, δεδομένου ότι θα συνέβαλε ώστε να ξεπεραστούν οι διαφορές μεταξύ εθνικών κανόνων.

Στις απαντήσεις της, η Επιτροπή επισήμαινε ότι η εναρμόνιση θα συνέβαλε στην προώθηση της ενοποίησης των χρηματοπιστωτικών αγορών. Δεδομένου ότι τα ισχύοντα συστήματα δεν εξασφαλίζουν τις καταθέσεις, αλλά προστατεύουν αμοιβαία τις τράπεζες από τον κίνδυνο πτώχευσης (συστήματα αμοιβαίων εγγυήσεων), θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να εκπληρώνουν την αποστολή τους. Σε ό,τι αφορά το μηχανισμό αμοιβαίου δανεισμού, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η ενεργοποίηση του εν λόγω μηχανισμού δεν θα αποτελούσε παρά την έσχατη λύση, θα αποτελούσε αντικείμενο δικλίδων ασφαλείας για την αποφυγή κινδύνων ηθικής φύσεως και θα μπορούσε τελικά να περιορίσει την ανάγκη να απαιτηθεί η οικονομική συμμετοχή των φορολογουμένων.

Η πρόταση συζητείται επί του παρόντος στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Διανομή τροφίμων στους απόρους

Το 2008, η Επιτροπή πρότεινε την αναθεώρηση του προγράμματος διανομής τροφίμων σε άπορους,[41] το οποίο εφαρμόζεται από το 1987. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστήριξε την πρόταση και προέβη σε αρκετές τροποποιήσεις, κυρίως τεχνικής φύσεως. Στο πλαίσιο του Συμβουλίου, δεν κατέστη δυνατό να σημειώσουν πρόοδο οι σχετικές συζητήσεις, δεδομένου ότι μια αναστέλλουσα μειοψηφία κρατών μελών ισχυρίστηκε ότι το σύστημα αυτό δεν αφορά την κοινή γεωργική πολιτική, καθώς η διανομή τροφίμων εντάσσεται στο πλαίσιο των κοινωνικών πολιτικών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

Κατά το 2010, η Επιτροπή εξέδωσε τροποποιημένη πρόταση,[42] για την προσαρμογή των μηχανισμών εφαρμογής της πρότασης του 2008 στις διατάξεις της συνθήκης της Λισαβόνας. Πολλά εθνικά κοινοβούλια δήλωσαν ότι η πρόταση δεν είναι συμβατή με την αρχή της επικουρικότητας. Σύμφωνα με τα επιχειρήματά τους, που ήταν ανάλογα με αυτά που εκφράστηκαν κατά τις συζητήσεις στο Συμβούλιο, οι στόχοι είχαν μετατοπιστεί από τη γεωργική πολιτική στην κοινωνική πολιτική. Ορισμένα εθνικά κοινοβούλια επισήμαιναν επίσης ότι η πρόταση του 2010 δεν συνοδευόταν από δελτίο επικουρικότητας.

Στις απαντήσεις της, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ο σκοπός της εν λόγω πρότασης είναι διττός. Παρά το γεγονός ότι επιδιώκεται αναμφισβήτητα η επίτευξη του στόχου της συνθήκης στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων, διαδραματίζει επίσης πρωταρχικό ρόλο στο πλαίσιο της διάθεσης των γεωργικών προϊόντων που βρίσκονται στα αποθέματα της δημόσιας παρέμβασης. Η Επιτροπή επισήμανε το γεγονός ότι προσεκτική ανάλυση της επικουρικότητας είχε διατεθεί στην εκτίμηση των επιπτώσεων που συνόδευε την πρόταση του 2008.

Τόσο η Επιτροπή των Περιφερειών όσο και η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκριναν την πρόταση αποδεκτή. Η πρόταση αυτή εξετάζεται επί του παρόντος από τους νομοθέτες.

Στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης με τον κανονισμό ΕΓΤΑΑ και θέσπιση κοινών κανόνων για ένα καθεστώς άμεσης στήριξης των γεωργών

Ο στόχος των εν λόγω προτάσεων συσίστατο στην ευθυγράμμιση των εξουσιών που ανατέθηκαν στην Επιτροπή δυνάμει του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1698/2005 και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 73/2009 με τις διατάξεις της συνθήκης της Λισαβόνας.[43] Επιπλέον, η Επιτροπή θέσπισε ορισμένα στοιχεία απλούστευσης.

Κατά την άποψη πολλών εθνικών κοινοβουλίων, τα επιχειρήματα σχετικά με την τήρηση της επικουρικότητας, τα οποία εκτίθεντο στις αιτιολογικές εκθέσεις, ήταν ανεπαρκή. Ορισμένα κοινοβουλευτικά σώματα έκριναν επίσης ότι οι νέες διατάξεις σχετικά με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και τις εκτελεστικές πράξεις θα παρείχαν de facto συμπληρωματικές εξουσίες στην Επιτροπή. Στις απαντήσεις της, η Επιτροπή αποσαφήνισε τις αρχές που αναφέρονται ατις διατάξεις της συνθήκης της Λισαβόνας σχετικά με τις κατ’ εξουσιοδότηση και τις εκτελεστικές πράξεις και διευκρίσισε ότι οι εν λόγω προτάσεις καλύπτουν απλώς τεχνικής φύσεως προσαρμογές και απλουστεύσεις. Για τους λόγους αυτούς, δεν πραγματοποιήθηκε νέα διεξοδική ανάλυση του ζητήματος της επικουρικότητας.

Η Επιτροπή προβλέπεται να υποβάλει πολλές ανάλογες πράξεις ευθυγράμμισης κατά το 2011. Για να ανταποκριθεί στους προβληματισμούς των εθνικών κοινοβουλίων, η Επιτροπή θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για τη βελτίωση των δελτίων επικουρικότητας όσον αφορά τις εν λόγω προτάσεις.

Καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών (ΓΤO)

Η εν λόγω δέσμη μέτρων, που περιλαμβάνει ανακοίνωση, σύσταση και πρόταση κανονισμού,[44] εγκρίθηκε από την Επιτροπή τον Ιούλιο του 2010. Η δέσμη αυτή ανταποκρίνεται στα επανειλημμένα αιτήματα των κρατών μελών για να καταστεί δυνατή η λήψη εθνικών αποφάσεων για την καλλιέργεια επιτρεπόμενων ΓΤΟ, με παράλληλη διατήρηση του συστήματος αδειοδότησης ΕΕ, με βάση την αξιολόγηση των κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον. Μολονότι ορισμένες αντιπροσωπείες στο Συμβούλιο εξέφρασαν ικανοποίηση για το σχετικό κείμενο, η προσέγγιση αυτή δέχθηκε επικρίσεις από άλλες αντιπροσωπείες, που προτιμούν μια ευρωπαϊκή προσέγγιση απόλυτα συγκεντρωτική, συχνά για λόγους που συνδέονται στενά με τον ευαίσθητο χαρακτήρα του θέματος.

Ενιαίος ευρωπαϊκός σιδηροδρομικός χώρος

Το Σεπτέμβριο του 2010, η Επιτροπή πρότεινε μια οδηγία για την καθιέρωση ενός «ενιαίου ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού χώρου»[45] με σκοπό την αναζωογόνηση του σιδηροδρομικού τομέα. Το κοινοβούλιο του Λουξεμβούργου ( Chambre des Députés) εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι, μολονότι κατά κανόνα υπάρχουν περιθώρια δραστηριοποίησης της ΕΕ, πολλές συγκεκριμένες διατάξεις παραβαίνουν τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας.

Το Δεκέμβριο του 2010, το Συμβούλιο διοργάνωσε όσον αφορά την πρόταση μια πρώτη συζήτηση για τη χάραξη πολιτικής, στην οποία εκφράστηκαν ορισμένοι προβληματισμοί σχετικά με την αρχή της επικουρικότητας. Ένα κράτος μέλος called for prudence όσον αφορά την πρόταση για την ανάπτυξη και δημοσίευση πολυετών εθνικών στρατηγικών για την σιδηροδρομική υποδομή, θεωρώντας ότι ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός των υποδομών εντάσσεται στο πλαίσιο των εθνικών αρμοδιοτήτων. Σε ό,τι αφορά την προσωρινή μείωση των τελών πρόσβασης τροχιάς για αμαξοστοιχίες εφοδιασμένες με το ευρωπαϊκό σύστημα ελέγχου αμαξοστοιχίας, πολλές αντιπροσωπείες τόνισαν το γεγονός ότι επιθυμούν να διατηρήσουν το δικαίωμα είσπραξης νέων τελών ή αύξησης των υφιστάμενων τελών για την αντιστάθμιση της οφειλόμενης στην εν λόγω μείωση απώλειας εσόδων.

Η πρόταση αναμένεται να συζητηθεί σε πρώτη ανάγνωση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή των Περιφερειών δεν έχει ακόμα γνωμοδοτήσει σχετικά με την επικουρικότητα, έχει ήδη επισημάνει ότι το ζήτημα αυτό είναι πρωταρχικό για τις τοπικές και περιφερειακές αρχές.[46]

Δικαιώματα των επιβατών λεωφορείων και πούλμαν

Κατά το 2008, η Επιτροπή πρότεινε να εφαρμόζεται ο κανονισμός, που αποσκοπεί στη διασφάλιση της ποιότητας των υπηρεσιών και των δικαιωμάτων των επιβατών, σε όλες τις υπηρεσίες μεταφοράς με λεωφορείο, συμπεριλαμβανομένων των περιφερειακών, αστικών και προαστειακών.[47] Την άποψη αυτή συμμερίστηκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εντούτοις, η μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών στο Συμβούλιο επέμεινε, βάσει της επικουρικότητας, να αποκλειστούν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού οι παρεχόμενες υπηρεσίες σε περιφερειακή, αστική και προαστική κλίμακα. Στην τελική συμφωνία, η οποία συνήφθη στο πλαίσιο της επιτροπής συνδιαλλαγής το Νοέμβριο του 2010, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συναίνεσε τελικά να περιοριστεί κατά κανόνα η εφαρμογή του κανονισμού σε υπηρεσίες μεταφοράς σε ακτίνα μεγαλύτερη από 250 χιλιόμετρα. Σε αντάλλαγμα, το Συμβούλιο συμφώνησε να εφαρμοστούν ορισμένες διατάξεις σε όλες τις υπηρεσίες μεταφοράς.

Μέτρα υποστήριξης της ασφάλειας του εφοδιασμού με αέριο

Σε απάντηση στη ρωσοουκρανική κρίση αερίου, τον Ιανουάριο του 2009, η Επιτροπή πρότεινε [48] να αναθεωρηθεί η ισχύουσα νομοθεσία για την ασφάλεια της προμήθειας αερίου, έτσι ώστε να βελτιωθεί η προληπτική δράση, καθώς και η αντιμετώπιση των συγκεκριμένων διαταραχών στον εφοδιασμό. Το Συμβούλιο εξέφρασε επί της αρχής ικανοποίηση για την πρόταση, παρά το γεγονός ότι ορισμένες αντιπροσωπείες ζήτησαν περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το ρόλο και τις αρμοδιότητες των παραγόντων της αγοράς, των κρατών μελών και της Επιτροπής. Το Συμβούλιο επέμεινε επίσης ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν ποιοι καταναλωτές θα εφοδιάζονται κατά προτεραιότητα, σε περιόδους έλλειψης αερίου. Οι προβληματισμοί αυτοί ελήφθησαν τελικά υπόψη στη συμφωνία που επιτεύχθηκε με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά την πρώτη ανάγνωση, τον Οκτώβριο του 2010.

Συμπεράσματα

Οι έννοιες της επικουρικότητας και αναλογικότητας αποτελούν βασικά στοιχεία της διαδικασίας χάραξης πολιτικών των θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Ο μηχανισμός τον οποίο διαθέτουν τα εθνικά κοινοβούλια για τον έλεγχο της επικουρικότητας, όπως θεσπίστηκε με τη συνθήκη της Λισαβόνας, προσέδωσε περισσότερη διαφάνεια στη διαδικασία αυτή και εμπλούτισε περισσότερο τις συζητήσεις.

Το γεγονός ότι οι περισσότερες προτάσεις της Επιτροπής δεν δημιούργησαν προβληματισμούς στα εθνικά κοινοβούλια σχετικά με την αρχή της επικουρικότητας, και υιοθετήθηκαν από τους νομοθέτες χωρίς σημαντικές συζητήσεις επί του θέματος, καταδεικνύει ότι οι έλεγχοι της τήρησης της επικουρικότητας, οι οποίοι διεξήχθησαν σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας χάραξης πολιτικής, είναι κατά κανόνα αποτελεσματικοί. Εντούτοις, σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, έχουν διεξαχθεί εκτενείς συζητήσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται η αρχή της επικουρικότητας. Η πραγματοποίηση διεξοδικών συζητήσεων για τη χάραξη πολιτικής επέτρεψαν να επιτευχθεί κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στις αρμοδιότητες της ΕΕ και εκείνες των κρατών μελών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Κατάλογος πρωτοβουλιών της Επιτροπής για τις οποίες τα εθνικά κοινοβούλια εξέδωσαν αιτιολογημένη γνώμη σε ό,τι αφορά την τήρηση της αρχής της επικουρικότητας

Τίτλος | Εθνικά κοινοβουλευτικά σώματα που εξέδωσαν αιτιολογημένη[49] γνώμη |

1. | Οδηγία για τους εποχικά εργαζόμενους, COM(2010) 379 | Το Εθνικό Συμβούλιο (Nationalrat) και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) της Αυστρίας Η Γερουσία (Senát) και το Κοινοβούλιο (Poslanecká sněmovna) της Τσεχίας Η Ολλανδική Άνω Βουλή (Eerste Kamer) και Κάτω Βουλή (Tweede Kamer) Η Πολωνική Γερουσία (Senat) Η Βουλή των Κοινοτήτων (House of Commons) και η Βουλή των Λόρδων (House of Lords) του Ηνωμένου Βασιλείου |

2. | Οδηγία για τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, COM(2010) 368 | Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat) και το Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο (Bundestag) της Γερμανίας Το Σουηδικό Κοινοβούλιο (Riksdag) Το Κοινοβούλιο της Δανίας (Folketinget) Η Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου (House of Commons) |

3. | Διανομή τροφίμων στους άπορους της Ένωσης, COM(2010) 486 | Η Βουλή των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου (House of Lords) Η Γαλλική Γερουσία (Sénat) Το Κοινοβούλιο της Δανίας (Folketinget) Το Σουηδικό Κοινοβούλιο (Riksdag) Η Ολλανδική Άνω Βουλή (Eerste Kamer) και Κάτω Βουλή (Tweede Kamer) |

4. | Στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης βάσει του κανονισμού ΕΓΤΑΑ, COM(2010) 537 | Η Βουλή (Sejm) και η Γερουσία (Senat) της Πολωνίας Το Λιθουανικό Κοινοβούλιο (Seimas) Η Κάτω Βουλή του Λουξεμβούργου (Chambre des Députés) |

5. | Καθεστώτα άμεσης στήριξης για τους γεωργούς, COM(2010) 539 | Η Βουλή (Sejm) και η Γερουσία (Senat) της Πολωνίας Το Λιθουανικό Κοινοβούλιο (Seimas) Η Κάτω Βουλή του Λουξεμβούργου (Chambre des Députés) |

6. | Συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, COM(2010) 371 | Το Σουηδικό Κοινοβούλιο (Riksdag) Η Βουλή των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου (House of Commons) |

7. | Σήμα ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς, COM(2010) 76 | Η Γαλλική Γερουσία (Sénat) |

8. | Κανονισμός Frontex, COM(2010) 61 | Η Πολωνική Γερουσία (Senat) |

9. | Διερμηνεία και μετάφραση στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών, COM(2010) 82 | Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Αυστρίας (Bundesrat) |

10. | Εισαγωγές αλιευτικών προϊόντων από τη Γροιλανδία στην ΕΕ, COM(2010) 176 | Η Ιταλική Γερουσία (Senato della Repubblica) |

11. | Πρόγραμμα πολιτικής για το ραδιοφάσμα COM(2010) 471 | Η Γαλλική Γερουσία (Sénat) |

12. | Ενιαίος ευρωπαϊκός σιδηροδρομικός χώρος, COM(2010) 475 | Η Κάτω Βουλή του Λουξεμβούργου (Chambre des Députés) |

[1] Ευρύτερα ζητήματα έξυπνων κανονιστικών ρυθμίσεων εξετάζονταν στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την έξυπνη νομοθεσία (COM(2010) 543).

[2] Η συνθήκη της Λισαβόνας τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009.

[3] Σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΣΛΕΕ, οι τομείς αυτοί είναι η τελωνειακή ένωση, οι κανόνες ανταγωνισμού που απαιτούνται για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η νομισματική πολιτική της ευρωζώνης, η διατήρηση των θαλάσσιων πόρων και η κοινή εμπορική πολιτική.

[4] Σύμφωνα με το άρθρο 4 της ΣΛΕΕ, οι τομείς αυτοί είναι η εσωτερική αγορά, η κοινωνική πολιτική, η συνοχή, η γεωργία και αλιεία, το περιβάλλον, η προστασία των καταναλωτών, οι μεταφορές, τα διευρωπαϊκά δίκτυα, η ενέργεια, η ελευθερία, ασφάλεια και δικαιοσύνη, καθώς και ορισμένα θέματα δημόσιας υγείας.

[5] Πρόσβαση στους χάρτες πορείας παρέχεται μέσω της αξιολόγησης των επιπτώσεων στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής: http://ec.europa.eu/governance/impact/index_en.htm.

[6] http://ec.europa.eu/governance/impact/key_docs/docs/sec_2011_126_en.pdf.

[7] Πρόκειται για το έγγραφο COM(2011) 12. Οι εκτιμήσεις των επιπτώσεων και οι γνωμοδοτήσεις της επιτροπής αξιολόγησης διατίθενται στον ιστότοπο της Επιτροπής που αφορά την αξιολόγηση των επιπτώσεων: http://ec.europa.eu/governance/impact/ia_carried_out/cia_2011_en.htm.

[8] COM (2010) 733.

[9] COM (2010) 368.

[10] COM (2010) 371.

[11] COM (2010) 482.

[12] COM (2010) 370.

[13] COM(2010) 748 (αναδιατύπωση).

[14] COM (2011) 127.

[15] Βλ. επίσης άρθρο 7 του Πρωτοκόλλου.

[16] COM (2006) 211. Βλ. επίσης την έκθεση 2010 της Επιτροπής για τις σχέσεις με τα εθνικά Κοινοβούλια.

[17] Βλ. επίσης http://ec.europa.eu/dgs/secretariat_general/relations/relations_other/npo/index_en.htm.

[18] Βλ. επίσης παράρτημα και, για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του IPEX (που είναι αφιερωμένη στις διακοινοβουλευτικές ανταλλαγές): http://www.ipex.eu/ipex/.

[19] Βλ. επίσης την διοργανική συμφωνία σχετικά με την επικουρικότητα (ΕΕ C 329 της 6.12.1993, σ. 132).

[20] Απόφαση του Συμβουλίου 2009/937/EΕ, ΕΕ L 325 της 11.12.2009, σ. 35.

[21] Εσωτερικός κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, http://www.europarl.europa.eu/sides/getLastRules.do?language=EN&reference=TOC.

[22] Το 2010: οδηγία σχετικά με τα δικαιώματα διερμηνείας και μετάφρασης στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών (2010/0801 (COD)), οδηγία σχετικά με την ευρωπαϊκή εντολή προστασίας (2010/0802 (COD)) και οδηγία για την ευρωπαϊκή διαταγή έρευνας (2010/0817 (COD)).

[23] ΕΕ L 6 της 9.1.2010, σ. 14.

[24] http://portal.cor.europa.eu/subsidiarity/news/Pages/CoRSubsidiarityAnnualReport2010.aspx.

[25] Υπόθεση C-58/8 Vodafone Ltd, Telefónica O2 Europe plc, T-Mobile International AG, Orange Personal Communications Services Ltd κατά Υπουργού Εμπορίου, Επιχειρήσεων και Μεταρρυθμίσεων σχετικά με τον κανονισμό ΕΚ αριθ. 717/2007.

[26] COM (2009) 217. Περισσότερες διευκρινίσεις σχετικά με το διοργανικό διάλογο παρέχονται στη βάση δεδομένων PreLex: http://ec.europa.eu/prelex/apcnet.cfm.

[27] COM (2006) 232.

[28] COM (2008) 426.

[29] COM (2008) 614.

[30] COM (2008) 414.

[31] COM (2008) 637.

[32] COM( 2010 ) 379.

[33] Περισσότερες διευκρινίσεις σχετικά με τις γνώμες που υπέβαλαν τα εθνικά Κοινοβούλια παρέχονται στη βάση δεδομένων IPEX:

http://www.ipex.eu/ipex/cms/home/Documents/dossier_COD20100210/lang/en.

[34] Για λεπτομέρειες βλ. παράρτημα.

[35] Το Κοινοβούλιο της Λετονίας (Saeima), το λιθουανικό Κοινοβούλιο (Seimas), το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο της Γερμανίας (Bundesrat), η ιταλική Γερουσία (Senato) και Κοινοβούλιο (Camera dei Deputati), το φινλανδικό Κοινοβούλιο (Eduskunta), το πορτογαλικό Κοινοβούλιο (Assembleia) και το ισπανικό Κοινοβούλιο (Congreso de los Diputados) και Γερουσία (Senado).

[36] Το κοινοβούλιο της Λετονίας (Saeima) και το λιθουανικό κοινοβούλιο (Seimas) .

[37] Περισσότερο λεπτομερή στοιχεία για τις απαντήσεις της Επιτροπής στα εθνικά κοινοβούλια παρέχονται στην ιστοσελίδα

http://ec.europa.eu/dgs/secretariat_general/relations/relations_other/npo/index_en.htm.

[38] COM(2010) 368 (αναδιατύπωση).

[39] Για λεπτομερή στοιχεία βλ. παράρτημα.

[40] Το πορτογαλικό Assembleia , τα ιταλικά Camera dei Deputati και Senato , τα αυστριακά Nationalrat και Bundesrat , καθώς και η τσεχική Senát.

[41] COM (2008) 563.

[42] COM(2010) 486.

[43] COM(2010) 537 και COM(2010) 539.

[44] COM(2010) 380 και COM(2010) 375.

[45] COM(2010) 475 (αναδιατύπωση).

[46] Γνώμη COR/2010/297.

[47] COM(2008) 817 .

[48] COM(2009) 363.

[49] Περιλαμβάνουν τέσσερις γνώμες που υποβλήθηκαν 8 εβδομάδες μετά τη λήξη της προθεσμίας ή δεν εγκρίθηκαν από τα αντίστοιχα κοινοβουλευτικά σώματα σύμφωνα με τους οικείους κανόνες.

Top