Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52010PC0379

Πρόταση ΟΔΗΓIΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟIΝΟΒΟΥΛIΟΥ ΚΑI ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛIΟΥ σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχική απασχόληση

/* COM/2010/0379 τελικό - COD 2010/0210 */

52010PC0379

Πρόταση ΟΔΗΓIΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟIΝΟΒΟΥΛIΟΥ ΚΑI ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛIΟΥ σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχική απασχόληση


[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ |

Βρυξέλλες, 13.7.2010

COM(2010) 379 τελικό

2010/0210 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓIΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟIΝΟΒΟΥΛIΟΥ ΚΑI ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛIΟΥ

σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχική απασχόληση

{SEC(2010) 887}{SEC(2010) 888}

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

1. Πλαίσιο της πρότασης

- Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης

Η παρούσα πρόταση αποτελεί μέρος των προσπαθειών της ΕΕ να αναπτύξει συνολική μεταναστευτική πολιτική. Το Πρόγραμμα της Χάγης, του Νοεμβρίου 2004, αναγνώρισε ότι «η νόμιμη μετανάστευση θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της οικονομίας που βασίζεται στη γνώση στην Ευρώπη και στην προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης και θα συμβάλει κατ’ αυτόν τον τρόπο στην υλοποίηση της στρατηγικής της Λισαβόνας», και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει σχέδιο πολιτικής για τη νόμιμη μετανάστευση «στο οποίο να περιλαμβάνονται διαδικασίες εισδοχής ικανές να ανταποκρίνονται ταχέως στις κυμαινόμενες ανάγκες του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού της αγοράς εργασίας».

Τον Δεκέμβριο του 2005, η επακόλουθη ανακοίνωση της Επιτροπής «Σχέδιο πολιτικής για τη νόμιμη μετανάστευση» (COM(2005) 669) προέβλεπε την έκδοση, μεταξύ του 2007 και του 2009, πέντε νομοθετικών προτάσεων σχετικά με τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού, στις οποίες περιλαμβανόταν και πρόταση οδηγίας σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής εποχικά εργαζόμενων.

Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο, το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2008, εκφράζει τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της να εφαρμόσουν δίκαιη, αποτελεσματική και συνεκτική πολιτική για να αντιμετωπίσουν τα διακυβεύματα και τις ευκαιρίες που προσφέρει η μετανάστευση.

Το Πρόγραμμα της Στοκχόλμης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 2009 επιβεβαίωσε τη δέσμευση της Επιτροπής και του Συμβουλίου να εφαρμόσουν το σχέδιο πολιτικής για τη νόμιμη μετανάστευση.

Οι προτάσεις σχετικά με τους υψηλά ειδικευμένους εργαζόμενους («μπλε κάρτα της ΕΕ») και γενική οδηγία-πλαίσιο υποβλήθηκαν τον Οκτώβριο του 2007[1]. Το Συμβούλιο ενέκρινε την πρώτη πρόταση στις 25 Μαΐου 2009· η δεύτερη πρόταση βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο των διαπραγματεύσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Και οι δύο προτάσεις εξαιρούν τους εποχικά εργαζόμενους από το πεδίο εφαρμογής τους.

Η παρούσα πρόταση ανταποκρίνεται στις προαναφερόμενες πολιτικές εντολές και στόχος της είναι να συμβάλει στην υλοποίηση της στρατηγικής «Ευρώπη 2020» και στην αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών για την ειδική κατηγορία της εποχικής προσωρινής μετανάστευσης. Καθορίζει δίκαιους και διαφανείς κανόνες για τη είσοδο και διαμονή ενώ, συγχρόνως, παρέχει κίνητρα και διασφαλίσεις, ούτως ώστε η προσωρινή διαμονή να μην γίνεται μόνιμη.

- Γενικό πλαίσιο

Οι οικονομίες της ΕΕ έχουν διαρθρωτική ανάγκη από εποχική εργασία, η οποία προβλέπεται ότι θα καλύπτεται σε συνεχώς μικρότερο βαθμό από το εργατικό δυναμικό της ΕΕ. Όσον αφορά τις μελλοντικές ελλείψεις σε δεξιότητες στην ΕΕ, οι παραδοσιακοί τομείς θα εξακολουθήσουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και η διαρθρωτική ανάγκη για εργαζόμενους με χαμηλά προσόντα και δεξιότητες προφανώς θα εξακολουθήσει να αυξάνεται. Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η κάλυψη των αναγκών σε ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό στην ΕΕ θα καθίσταται διαρκώς δυσκολότερη. Αναμένεται ότι θα είναι ολοένα δυσκολότερο να καλυφθούν αυτά τα κενά με εργαζόμενους που είναι υπήκοοι των κρατών μελών της ΕΕ, κυρίως λόγω του ότι οι εργαζόμενοι αυτοί δεν ενδιαφέρονται για την εποχική εργασία.

Επίσης, υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι ορισμένοι εποχικά εργαζόμενοι από τρίτες χώρες αντιμετωπίζουν καταχρηστικές και ακατάλληλες συνθήκες εργασίας οι οποίες ενδέχεται να απειλούν την υγεία τους και την ασφάλειά τους.

Τέλος, οι τομείς της οικονομίας που χαρακτηρίζονται από μεγάλη παρουσία εποχικά εργαζόμενων — ιδίως οι τομείς της γεωργίας, των οπωροκηπευτικών και του τουρισμού — είναι συχνά αυτοί στους οποίους απασχολούνται περισσότερο παράνομα διαμένοντες υπήκοοι τρίτων χωρών.

- Ισχύουσες διατάξεις στον τομέα της πρότασης

Το μόνο υφιστάμενο μέσο σε επίπεδο ΕΕ το οποίο εξετάζει επίσης τους όρους για την εισδοχή εποχικά εργαζόμενων είναι το ψήφισμα του Συμβουλίου «για τον περιορισμό της εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών στο έδαφος των κρατών μελών προς ανάληψη εργασίας»[2], το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου Κ.1 της Συνθήκης. Το ψήφισμα αυτό περιλαμβάνει στοιχεία για τον ορισμό των εποχικά εργαζόμενων (εργαζόμενοι οι οποίοι «αναλαμβάνουν σαφώς καθορισμένες εργασίες, οι οποίες κανονικά ικανοποιούν παραδοσιακή ανάγκη στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος»). Επίσης καθορίζει τη μέγιστη διάρκεια διαμονής σε έξι μήνες ανά δωδεκάμηνο και απαγορεύει την παράταση της διαμονής προς ανάληψη εργασίας άλλου τύπου.

Ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 1030/2002 θεσπίζει ενιαίο τύπο άδειας διαμονής για τους υπηκόους τρίτων χωρών και επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσθέτουν στον ενιαίο αυτό τύπο άδειας οποιαδήποτε άλλη πληροφορία «ιδίως για το αν ο ενδιαφερόμενος διαθέτει άδεια εργασίας». Η παρούσα πρόταση αναπτύσσει αυτή τη διάταξη στον βαθμό που απαιτεί από τα κράτη μέλη να αναφέρουν στον ενιαίο τύπο άδειας την άδεια εργασίας, ανεξάρτητα από την νομική βάση εισδοχής στην επικράτειά τους.

- Συνοχή με άλλες πολιτικές και στόχους της ΕΕ

Οι διατάξεις της παρούσας πρότασης συνάδουν με τους στόχους της ανακοίνωσης της Επιτροπής για την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους (COM(2006) 249), καθώς και με τους στόχους της στρατηγικής ΕΕ για το 2020, και υποστηρίζουν τους στόχους αυτούς. Ο καθορισμός σύντομων και ευέλικτων διαδικασιών και η εξασφάλιση νομικού καθεστώτος στους εποχικά εργαζόμενους μπορούν να λειτουργήσουν ως διασφαλίσεις έναντι της εκμετάλλευσης και να προστατέψουν επίσης τους πολίτες της ΕΕ που είναι εποχικά εργαζόμενοι από τον αθέμιτο ανταγωνισμό.

Η πρόταση συνάδει επίσης με την αναπτυξιακή πολιτική της ΕΕ που εστιάζεται στην εξάλειψη της φτώχειας και την επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων της χιλιετίας. Ειδικότερα, οι διατάξεις της για την κυκλική μετανάστευση των εποχικά εργαζόμενων μεταξύ της ΕΕ και των χωρών τους (οι εποχικά εργαζόμενοι θα μπορούν να έρχονται σε κράτος μέλος, να επιστρέφουν στις χώρες τους και εν συνεχεία να επανέρχονται στο κράτος μέλος) θα διευκολύνουν την αξιόπιστη εισροή εμβασμάτων και τη μεταφορά δεξιοτήτων και επενδύσεων. Δεδομένου ότι η μετανάστευση αυτού του τύπου είναι προσωρινή, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να προκαλέσει διαρροή εγκεφάλων στις αναδυόμενες ή αναπτυσσόμενες χώρες.

Όσον αφορά τα δικαιώματα των εποχικά εργαζόμενων των τρίτων χωρών στον τομέα της απασχόλησης, η πρόταση συνάδει με την απαίτηση σύμφωνα με την οποία όλες οι πολιτικές της ΕΕ να διασφαλίζουν προστασία υψηλού επιπέδου της ανθρώπινης υγείας. Η παρούσα πρόταση τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στο άρθρο 12 για την ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, στο άρθρο 21 παράγραφος 2 για την απαγόρευση διακρίσεων, στο άρθρο 31 για δίκαιες και πρόσφορες συνθήκες εργασίας, στο άρθρο 34 για την κοινωνική ασφάλιση και κοινωνική αρωγή, στο άρθρο 35 για την προστασία της υγείας και στο άρθρο 47 για το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου.

2. Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη και εκτίμηση των επιπτώσεων

- Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη

Η Πράσινη Βίβλος για μια κοινοτική προσέγγιση της διαχείρισης της οικονομικής μετανάστευσης αποτέλεσε το θέμα δημόσιας διαβούλευσης που περιλάμβανε δημόσια ακρόαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 14 Ιουνίου 2005.

Διενεργήθηκαν περαιτέρω διαβουλεύσεις μέσω σεμιναρίων και ομάδων εργασίας. Η διαβούλευση με τα κράτη μέλη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της επιτροπής για τη μετανάστευση και το άσυλο της Επιτροπής. Τέλος, μέσω της εξωτερικής μελέτης που πραγματοποιήθηκε για τη στήριξη της εκτίμησης των επιπτώσεων, πραγματοποιήθηκαν συμπληρωματικές διαβουλεύσεις με τους κύριους παράγοντες μέσω ερωτηματολογίων και συνεντεύξεων.

Από την ανάλυση των συνεισφορών που ελήφθησαν προέκυψε γενική υποστήριξη μιας κοινής πολιτικής της ΕΕ για την οικονομική μετανάστευση, παρότι παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές ως προς την προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί και τα αναμενόμενα τελικά αποτελέσματα. Προέκυψαν ορισμένα στοιχεία, όπως η ανάγκη για κοινούς κανόνες της ΕΕ που να διέπουν ολόκληρο τον τομέα της μετανάστευσης για σκοπούς απασχόλησης ή τουλάχιστον τις προϋποθέσεις εισδοχής για ορισμένες βασικές κατηγορίες οικονομικών μεταναστών, και κυρίως των εργαζόμενων υψηλής ειδίκευσης και των εποχικά εργαζόμενων. Αυτές οι δύο κατηγορίες θεωρούνται ζωτικές για την ανταγωνιστικότητα της ΕΕ. Ένα άλλο σαφές αίτημα συνίστατο στην πρόταση απλών, μη γραφειοκρατικών και ευέλικτων λύσεων. Επειδή πολλά κράτη μέλη δεν υποστήριζαν την οριζόντια προσέγγιση, η Επιτροπή θεώρησε ότι η τομεακή προσέγγιση ήταν περισσότερο κατάλληλη και μπορούσε να ανταποκριθεί καλύτερα στα αιτήματα ευελιξίας.

- Συγκέντρωση και χρήση πραγματογνωμοσύνης

Δεν υπήρξε ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικούς εμπειρογνώμονες.

- Εκτίμηση των επιπτώσεων

Εξετάστηκαν οι ακόλουθες επιλογές:

Επιλογή 1 – Διατήρηση της παρούσας κατάστασης . Οι τρέχουσες εξελίξεις στα κράτη μέλη και σε επίπεδο ΕΕ θα συνεχιστούν στο υφιστάμενο νομικό πλαίσιο. Οι εργοδότες θα υπόκεινται σε ορισμένες υποχρεώσεις οι οποίες απορρέουν από την οδηγία για την επιβολή κυρώσεων στους εργοδότες, που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου 2009, κυρίως όσον αφορά τη δήλωση στις αρχές και τις κυρώσεις σε περίπτωση παράνομης απασχόλησης. Οι συνέπειες αυτής της επιλογής θα είναι περιορισμένες.

Επιλογή 2 – Οδηγία για τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής των εποχικά εργαζόμενων και για τα δικαιώματά τους. Θα θεσπιστούν κοινοί κανόνες, όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον ορισμό της εποχικής εργασίας, τα κριτήρια εισδοχής, τη μέγιστη διάρκεια διαμονής ως εποχικά εργαζόμενος και διατάξεις για την ίση μεταχείριση με τους εποχικά εργαζόμενους που είναι υπήκοοι της ΕΕ όσον αφορά ορισμένα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα όπως η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, το δικαίωμα κοινωνικής ασφάλισης, κ.λπ. Η επιλογή αυτή θα συμβάλει στη θέσπιση ενός κοινού νομικού πλαισίου που θα εφαρμόζεται σε όλους τους εργοδότες στην ΕΕ, καθώς και στην πρόληψη της εκμετάλλευσης. Ωστόσο, οι εποχικά εργαζόμενοι θα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν διαφορετικές και πολύπλοκες διαδικασίες εισόδου.

Επιλογή 3 – Οδηγία για τη θέσπιση κοινών διαδικασιών εισδοχής. Πέραν της επιλογής 2, θα θεσπιστεί ενιαία άδεια εργασίας και διαμονής για τους εποχικά εργαζόμενους τρίτων χωρών, η οποία θα χορηγείται με ενιαία διαδικασία. Θα προβλέπονται διατάξεις για τη διευκόλυνση της επανεισδοχής εποχικά εργαζόμενου σε μεταγενέστερες εποχές. Οι διαδικασίες πρόσληψης θα είναι πιο αποτελεσματικές και το διαθέσιμο για τους εργοδότες της ΕΕ εργατικό δυναμικό θα είναι πιο προβλέψιμο.

Επιλογή 4 – Οδηγία για τη θέσπιση μέτρων που διασφαλίζουν πραγματική επιστροφή . Τα μέτρα αυτά θα περιλαμβάνουν περιορισμό της διάρκειας διαμονής και ρητή υποχρέωση επιστροφής στο τέλος της περιόδου. Η υπέρβαση της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής εποχικά εργαζόμενων θα αποτρέπεται έως ένα βαθμό. Οι συνέπειες στη λειτουργία της αγοράς εργασίας της ΕΕ θα είναι αμελητέες. Οι εποχικά εργαζόμενοι θα εξακολουθούν, ωστόσο, να αντιμετωπίζουν διαφορετικές και πολύπλοκες διαδικασίες εισόδου.

Επιλογή 5 – Επικοινωνία, συντονισμός και συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών. Δεν θα θεσπιστεί νέα νομοθεσία, αλλά θα αναληφθούν συμπληρωματικές δραστηριότητες και δραστηριότητες υποστήριξης με σκοπό την προσέγγιση των πρακτικών των κρατών μελών. Οι συνέπειες θα είναι περιορισμένες, δεδομένου ότι τα μέτρα δεν θα είναι δεσμευτικά· οι δυνητικοί εποχικοί εργαζόμενοι και οι πιθανοί μελλοντικοί εργοδότες τους θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζουν μια σειρά από διαφορετικούς κανόνες για την εισδοχή και τα διάφορα δικαιώματα θα παρέχονται στους εποχικά εργαζόμενους κατά τη διαμονή τους.

Από τη σύγκριση των διαφόρων επιλογών και των συνεπειών τους προκύπτει ότι είναι προτιμότερος ένας συνδυασμός των επιλογών 2, 3 και 4. Τα κοινά πρότυπα εισδοχής σε συνδυασμό με απλουστευμένες διαδικασίες εισόδου και η προοπτική επιστροφής σε μεταγενέστερη εποχή (επιλογές 2 και 3) θα επιτρέπουν ευέλικτη εισδοχή, ώστε η αγορά εργασίας της ΕΕ να διαθέτει τους απαραίτητους πόρους. Ορισμένα στοιχεία της επιλογής 4 θα πρέπει να διασφαλίζουν την επιστροφή των εποχικά εργαζόμενων στη χώρα τους και να αποτρέπουν την υπέρβαση της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής

Η Επιτροπή προέβη στην αξιολόγηση επιπτώσεων που προβλέπεται στο πρόγραμμα εργασίας της, η οποία είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο [… θα προστεθεί …].

3. Νομικές πτυχές της πρότασης

- Σύνοψη της προτεινόμενης δράσης

Η πρόταση θεσπίζει ταχεία διαδικασία για την εισδοχή εποχικά εργαζόμενων από τρίτες χώρες, η οποία βασίζεται σε κοινό ορισμό και κοινά κριτήρια, και ιδίως στην ύπαρξη σύμβασης εργασίας ή δεσμευτικής προσφοράς εργασίας η οποία εξασφαλίζει μισθό που ισούται τουλάχιστον με το κατώτατο όριο. Στους εποχικά εργαζόμενους χορηγείται άδεια διαμονής που τους επιτρέπει να εργαστούν μέχρι ορισμένη ανώτατη χρονική περίοδο ανά ημερολογιακό έτος. Θα προβλέπεται επίσης διάταξη για τη διευκόλυνση της επανεισδοχής εποχικά εργαζόμενου σε επόμενη εποχή.

Για την πρόληψη της εκμετάλλευσης και την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εποχικά εργαζόμενων τρίτων χωρών, καθορίζονται σαφώς οι νομικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους όρους εργασίας. Επίσης, οι εργοδότες υποχρεούνται να προσκομίζουν αποδείξεις ότι ο εποχικά εργαζόμενος θα έχει κατάλληλη στέγη κατά τη διαμονή του/της και ότι προβλέπεται διευκόλυνση καταγγελιών.

Για να αποτρέπεται η υπέρβαση της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής των εποχικά εργαζόμενων τρίτων χωρών, καθορίζεται ανώτατη διάρκεια διαμονής ανά ημερολογιακό έτος, καθώς και η ρητή υποχρέωση επιστροφής μετά την περίοδο αυτήν· δεν υπάρχει δε δυνατότητα αλλαγής του καθεστώτος.

- Νομική βάση

Η παρούσα πρόταση αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής, τις προδιαγραφές για τη χορήγηση από τα κράτη μέλη αδειών διαμονής και τον καθορισμό των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος. Συνεπώς, η κατάλληλη νομική βάση είναι το άρθρο 79 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β) της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

- Αρχή της επικουρικότητας

Η αρχή της επικουρικότητας εφαρμόζεται. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η Ένωση δεν αναλαμβάνει δράση σε τομείς κοινής αρμοδιότητας εκτός εάν «οι στόχοι της προβλεπόμενης δράσης δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, μπορούν όμως, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της προβλεπόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης» (άρθρο 5 παράγραφος 3 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση).

Η νομιμοποίηση της δράσης της ΕΕ στον τομέα αυτόν απορρέει από τα ακόλουθα:

- Η ανάγκη για εποχικά εργαζόμενους αποτελεί κοινό φαινόμενο στα περισσότερα κράτη μέλη. Επίσης, παρότι οι εργαζόμενοι από τρίτες χώρες εισέρχονται σε συγκεκριμένο κράτος μέλος της ΕΕ, η απόφαση ενός κράτους μέλους σχετικά με τα δικαιώματα υπηκόων τρίτων χωρών θα μπορούσε να επηρεάσει άλλα κράτη μέλη και πιθανόν να προκαλέσει στρεβλώσεις των μεταναστευτικών ρευμάτων.

- Η έλλειψη εσωτερικών συνόρων στον χώρο Σένγκεν απαιτεί κοινή πειθαρχία (κοινούς ελάχιστους κανόνες) για να μειωθεί ο κίνδυνος υπέρβασης της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής και παράνομων εισόδων που ενδέχεται να οφείλονται σε χαλαρούς και διαφορετικούς κανόνες για την εισδοχή εποχικά εργαζόμενων.

- Οι καταχρηστικοί και ακατάλληλοι όροι εργασίας των εποχικά εργαζόμενων τρίτων χωρών είναι ανάγκη να εκλείψουν με την παροχή ορισμένων κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο μιας δεσμευτικής και, επομένως, εκτελεστής πράξης σε επίπεδο ΕΕ. Τούτο είναι σύμφωνο με το αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Τάμπερε του 1999 να υπάρχει δίκαιη μεταχείριση των υπηκόων τρίτων χωρών και ασφαλές νομικό καθεστώς.

- Όσον αφορά τις εξωτερικές πτυχές της μεταναστευτικής πολιτικής, μια πράξη σε επίπεδο ΕΕ για τους εποχικά εργαζόμενους είναι απαραίτητη για αποτελεσματική συνεργασία με τις τρίτες χώρες και για την περαιτέρω εμβάθυνση της παγκόσμιας προσέγγισης. Και τούτο για δύο λόγους. Πρώτον, μια τέτοια πράξη θα επιτρέψει στην ΕΕ να άρει τα εμπόδια για τη νόμιμη μετανάστευση των εργαζόμενων με χαμηλά προσόντα και των ανειδίκευτων εργαζόμενων και, δεύτερον, μπορεί να αποδειχθεί αποφασιστικής σημασίας για την ενίσχυση της δέσμευσης των τρίτων χωρών να αντιμετωπίσουν την αντικανονική μετανάστευση.

Ως εκ τούτου, η παρούσα πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της επικουρικότητας.

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 5 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πρόταση δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τον αριθμό των οικονομικών μεταναστών που έρχονται από τρίτες χώρες στην επικράτειά τους. Συνεπώς, εναπόκειται στο αντίστοιχο κράτος μέλος να εκτιμήσει κατά πόσον έχει οικονομική ανάγκη για την εισδοχή εποχικά εργαζόμενων από τρίτες χώρες.

- Αρχή της αναλογικότητας

Η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται. Η αρχή αυτή ορίζει ότι «το περιεχόμενο και η μορφή της δράσης της Ένωσης δεν υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών» (άρθρο 5 παράγραφος 4 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση).

Η πρόταση συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας για τους ακόλουθους λόγους:

- Η πράξη που επιλέχθηκε είναι η οδηγία, μια πράξη που δίδει στα κράτη μέλη μεγάλο περιθώριο ευελιξίας όσον αφορά την εφαρμογή της. Η μορφή της δράσης δεν υπερβαίνει αυτό που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου, που είναι να ρυθμιστούν ουσιαστικά οι εποχικές μεταναστευτικές ροές. Μη δεσμευτικά μέτρα θα είχαν πολύ περιορισμένο αποτέλεσμα, επειδή οι δυνητικοί εποχικά εργαζόμενοι τρίτων χωρών και οι πιθανοί εργοδότες τους θα εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν πληθώρα διαφορετικών κανόνων για την είσοδο και τη διαμονή, και οι εποχικά εργαζόμενοι θα ετύγχαναν δικαιωμάτων διαφορετικών επιπέδων κατά τη διαμονή τους.

- Το περιεχόμενο της δράσης περιορίζεται στα αναγκαία για την επίτευξη του ανωτέρω στόχου. Οι προτεινόμενοι κανόνες αφορούν τις προϋποθέσεις εισδοχής, τη διαδικασία και την άδεια, καθώς και τα δικαιώματα των εποχικά εργαζόμενων, δηλ. τους τομείς που αποτελούν στοιχεία κοινής μεταναστευτικής πολιτικής δυνάμει του άρθρου 79 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πρόταση επιφέρει μικρή σχετικά αλλαγή στην υπάρχουσα κατάσταση όσον αφορά τόσο την απαιτούμενη νομοθετική δράση όσο και την επιβάρυνση για τους μελλοντικούς εργοδότες. Ορισμένα κράτη μέλη θα έχουν ενδεχομένως μεγαλύτερες επιβαρύνσεις λόγω του ότι θα πρέπει να θεσπίσουν (περισσότερο) ειδικούς κανόνες, οι οποίοι όμως δικαιολογούνται λόγω των στόχων της παρούσας πρότασης και της διαρθρωτικής ζήτησης γι’ αυτήν την κατηγορία εργαζόμενων από τρίτες χώρες. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, θα εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν τον όγκο εισδοχής εποχικά εργαζόμενων υπηκόων τρίτων χωρών.

- Επιλογή νομικής πράξης

Προτεινόμενη πράξη: οδηγία.

Η οδηγία αποτελεί την κατάλληλη πράξη για την παρούσα δράση, επειδή καθορίζει δεσμευτικά ελάχιστα πρότυπα αλλά, συγχρόνως, παρέχει στα κράτη μέλη την απαραίτητη ευελιξία όσον αφορά τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο.

4. Δημοσιονομικές επιπτώσεις

Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της ΕΕ.

5. Πρόσθετες πληροφορίες

- Ρήτρα επανεξέτασης

Η πρόταση περιλαμβάνει ρήτρα επανεξέτασης.

- Πίνακας αντιστοιχίας

Απαιτείται από τα κράτη μέλη να κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των εθνικών διατάξεων μεταφοράς της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ των διατάξεων αυτών και της οδηγίας.

- Λεπτομερής επεξήγηση της πρότασης

Κεφάλαιο I: Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Σκοπός της πρότασης είναι να καθιερωθεί ειδική διαδικασία για την είσοδο και διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών που θα υποβάλλουν αίτηση διαμονής στην ΕΕ με σκοπό την εποχική απασχόληση, καθώς και να καθοριστούν τα δικαιώματα των εποχικά εργαζόμενων.

Άρθρο 2

Οι διατάξεις της πρότασης εφαρμόζονται μόνο σε υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν εκτός της επικράτειας των κρατών μελών. Δεν υπάρχει διάταξη για τις αιτήσεις απασχόλησης εποχικά εργαζόμενων που κατοικούν σε κράτος μέλος. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο να προβλέπονται εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής της πρότασης για ορισμένες κατηγορίες υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος.

Ωστόσο, αυτό δεν θίγει το δικαίωμα υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι διαμένουν ήδη νόμιμα σε κράτος μέλος να ασκήσουν το δικαίωμά τους να εργαστούν, μεταξύ άλλων, σε εποχική απασχόληση. Το δικαίωμα αυτό, ωστόσο, δεν θα ασκείται βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στην παρούσα πρόταση.

Η πρόταση δεν εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών που αποσπώνται από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ.

Άρθρο 3

Η έννοια της εποχικής εργασίας διαφέρει από την κανονική και μόνιμη εργασία, ιδίως ως προς τις μεγαλύτερες απαιτήσεις σε εργατικό δυναμικό που συνδέονται με γεγονός ή σειρά γεγονότων, όπως η περίοδος φύτευσης ή συγκομιδής στη γεωργία και η περίοδος των διακοπών στον τομέα του τουρισμού, καθώς και με εκδηλώσεις, φεστιβάλ, διετείς εκθέσεις ή εκθέσεις μεγάλης διάρκειας στον πολιτιστικό τομέα.

Τα κράτη μέλη μπορούν να καθορίσουν ειδικούς τομείς της οικονομίας που ανταποκρίνονται στα ανωτέρω κριτήρια για την εποχική εργασία.

Άρθρο 4

Η πρόταση επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις μόνο σε σχέση με ορισμένες ειδικές διατάξεις που αφορούν τις διαδικαστικές εγγυήσεις, το επίπεδο δικαιωμάτων που χορηγούνται στους εποχικά εργαζόμενους, καθώς και διατάξεις σχετικές με τη στέγαση και τη διευκόλυνση κατάθεσης καταγγελιών.

Κεφάλαιο II: Προϋποθέσεις εισδοχής

Άρθρο 5

Το άρθρο αυτό καθορίζει τα κριτήρια που πρέπει να πληροί εποχικά εργαζόμενος υπήκοος τρίτης χώρας και ο εργοδότης του/της. Εφόσον η εισδοχή πραγματοποιείται με γνώμονα τη ζήτηση, πρέπει να προσκομίζεται σύμβαση εργασίας ή δεσμευτική προσφορά εργασίας. Κρίθηκε αναγκαίο να απαιτείται να αναφέρει η σύμβαση εργασίας ή η δεσμευτική προσφορά εργασίας το επίπεδο των αποδοχών, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να εκτιμήσουν αν οι προτεινόμενες αποδοχές είναι παρόμοιου επιπέδου με εκείνες που καταβάλλονται για την αντίστοιχη εργασία στο οικείο κράτος μέλος. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να μην ευνοείται με αθέμιτο τρόπο ο εργοδότης και να μην εφαρμόζονται καταχρηστικοί όροι εργασίας για τον εποχικά εργαζόμενο.

Η σύμβαση εργασίας πρέπει επίσης να διευκρινίζει τις ώρες εργασίας ανά εβδομάδα ή μήνα. Η απαίτηση αυτή θα πρέπει:

- να εξασφαλίζει ότι οι εργοδότες ζητούν εποχικά εργαζόμενους από τρίτες χώρες μόνο σε περίπτωση πραγματικής οικονομικής ανάγκης (επαρκές δυναμικό απασχόλησης)·

- να αποτελεί εγγύηση για ένα συγκεκριμένο, καθορισμένο επίπεδο αποδοχών των εποχικά εργαζόμενων και, κατά περίπτωση, για άλλους σχετικούς όρους εργασίας, όπως η ασφαλιστική κάλυψη·

- να επιτρέπει αποτελεσματικό έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές πριν από την εισδοχή.

- Η αίτηση πρέπει επίσης να περιλαμβάνει αποδεικτικά στοιχεία ότι ο ενδιαφερόμενος εποχικά εργαζόμενος θα έχει κατάλληλη στέγη.

Άρθρα 6 και 7

Η πρόταση δεν δημιουργεί δικαίωμα εισδοχής. Οι διατάξεις αυτές θεσπίζουν τους υποχρεωτικούς και ενδεχόμενους λόγους απόρριψης, καθώς και τους λόγους ανάκλησης και μη ανανέωσης, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η μη τήρηση των κριτηρίων εισδοχής, η ύπαρξη ποσοστώσεων και η δυνατότητα των κρατών μελών να προβούν σε εξέταση της αγοράς εργασίας.

Η αρχή της προτίμησης των πολιτών της ΕΕ, όπως εκφράστηκε στις σχετικές διατάξεις της Πράξης Προσχώρησης του 2003 και του 2005, συνιστά πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ και, επομένως, η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τις πράξεις προσχώρησης από τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν ακόμη μεταβατικές διατάξεις.

Κεφάλαιο III: Διαδικασία και άδεια

Άρθρο 8

Τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να εξασφαλίζουν ότι οι σχετικές πληροφορίες όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων που χορηγούνται στους εποχικά εργαζόμενους από τρίτες χώρες, καθώς και όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που είναι απαραίτητα για την υποβολή της αίτησης είναι διαθέσιμα στους μελλοντικούς εποχικά εργαζόμενους τρίτων χωρών και τους εργοδότες τους.

Άρθρο 9

Τα κράτη μέλη οφείλουν να διευκρινίζουν εάν οι αιτήσεις πρέπει να υποβάλλονται από τον υπήκοο τρίτης χώρας ή από τον μελλοντικό εργοδότη του/της.

Τα κράτη μέλη είναι επίσης υποχρεωμένα να υποδεικνύουν την αρμόδια αρχή για την παραλαβή της αίτησης και τη χορήγηση της άδειας. Η υπόδειξη αυτή τελεί υπό την επιφύλαξη του ρόλου και των αρμοδιοτήτων άλλων εθνικών αρχών όσον αφορά την εξέταση των αιτήσεων και την απόφαση που λαμβάνεται σχετικά με αυτές. Επίσης, δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να ορίζουν άλλες αρχές στις οποίες ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο μελλοντικός εργοδότης του/της μπορούν να υποβάλουν την αίτηση (προξενικές αντιπροσωπείες, για παράδειγμα) και οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες να εκδώσουν την άδεια.

Η αίτηση διαμονής και εργασίας ως εποχικά εργαζόμενος πρέπει να υποβάλλεται με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης.

Άρθρο 10

Οι υπήκοοι τρίτων χωρών για τους οποίους λαμβάνεται θετική απόφαση από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνουν άδεια εποχικά εργαζόμενου.

Η άδεια διαμονής με τη μνεία «εποχικά εργαζόμενος» πρέπει να επιτρέπει τη διαμονή και την άσκηση της συγκεκριμένης επιτρεπόμενης εποχικής εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητη συμπληρωματική άδεια, ιδιαίτερα άδεια εργασίας. Συνεπώς, για περιόδους διαμονής κάτω των τριών μηνών, τα κράτη μέλη πρέπει να εκδίδουν θεώρηση η οποία επιτρέπει επίσης στον εποχικά εργαζόμενο να ασκεί τη συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα για την οποία έχει λάβει άδεια.

Άρθρο 11

Η μέγιστη διάρκεια διαμονής καθορίζεται σε έξι μήνες ανά ημερολογιακό έτος. Ο αυστηρός αυτός περιορισμός της διάρκειας διαμονής θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών που γίνονται δεκτοί βάσει της παρούσας οδηγίας απασχολούνται πράγματι σε εργασίες που είναι καθαρά εποχικές και όχι σε κανονική εργασία.

Προβλέπεται ρητά ότι εντός της μέγιστης διάρκειας διαμονής είναι δυνατή η παράταση της σύμβασης ή η αλλαγή εργοδότη στο πλαίσιο εποχικής εργασίας. Αυτό είναι σημαντικό, επειδή οι εποχικά εργαζόμενοι που δεσμεύονται με έναν μόνον εργοδότη μπορεί να αντιμετωπίσουν καταχρηστική μεταχείριση. Επίσης, η δυνατότητα να παραταθεί η διαμονή εντός της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο υπέρβασης της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής. Τέλος, η παράταση επιτρέπει να αυξηθούν τα κέρδη και τα εμβάσματα των εποχικά εργαζόμενων τρίτων χωρών, γεγονός που μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της χώρας καταγωγής τους.

Άρθρο 12

Σκοπός της παρούσας διάταξης είναι η προώθηση της κυκλικής μετανάστευσης των εποχικά εργαζόμενων υπηκόων τρίτων χωρών, δηλ. της μετακίνησής τους μεταξύ μιας τρίτης χώρας και της ΕΕ για προσωρινή διαμονή και εργασία στην ΕΕ. Η μετανάστευση αυτού του τύπου δυνητικά θα ωφελήσει τη χώρα καταγωγής, τη χώρα υποδοχής της ΕΕ και τον ίδιο τον εποχικά εργαζόμενο. Συνεπώς, τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέξουν είτε να εκδώσουν άδειες πολλών εποχών είτε να εφαρμόσουν απλουστευμένη διαδικασία. Οι άδειες πολλών εποχών καλύπτουν μέχρι τρεις εποχές και επομένως είναι κατάλληλες για τομείς όπου οι ανάγκες της αγοράς εργασίας παραμένουν σταθερές σε μια χρονική περίοδο.

Ο υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που αφορούσαν προηγούμενη διαμονή του ως εποχικά εργαζόμενου πρέπει να αποκλείεται από την εισδοχή ως εποχικά εργαζόμενος επί ένα ή και περισσότερα συνεχή έτη.

Ο εργοδότης ο οποίος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της σύμβασης εργασίας πρέπει να υπόκειται σε κυρώσεις και να αποκλείεται από τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για εποχικά εργαζόμενους επί τουλάχιστον ένα έτος.

Άρθρο 13

Για την εξέταση των αιτήσεων προβλέπεται ταχεία διαδικασία (30 ημέρες). Οι διαδικαστικές εγγυήσεις περιλαμβάνουν τη δυνατότητα νομικής προσφυγής κατά της απόφασης που απορρίπτει αίτηση, καθώς και την απαίτηση αιτιολόγησης της απόφασης αυτής από τις αρχές.

Άρθρο 14

Τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από τους εργοδότες εποχικά εργαζόμενων να προσκομίζουν αποδείξεις ότι ο εποχικά εργαζόμενος θα έχει στέγη που εξασφαλίζει ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης. Αυτό αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες ο εργοδότης πρέπει να παρέχει στέγη ή στις οποίες η στέγη πρέπει να παρέχεται από τρίτο μέρος.

Κεφάλαιο IV: Δικαιώματα

Άρθρο 15

Η άδεια εποχικά εργαζόμενου παρέχει στον κάτοχο δικαίωμα εισόδου και διαμονής στην επικράτεια του κράτους μέλους που εκδίδει την άδεια, καθώς και άσκησης της επαγγελματικής δραστηριότητας που επιτρέπεται από την άδεια.

Άρθρο 16

Το άρθρο αυτό καθορίζει τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων αμοιβής, απόλυσης, υγείας και ασφάλειας στον τόπο εργασίας που ισχύουν για τους εποχικά εργαζόμενους για να διασφαλιστεί ασφάλεια δικαίου.

Το άρθρο αυτό χορηγεί επίσης δικαιώματα στους εποχικά εργαζόμενους τρίτων χωρών καθορίζοντας τους τομείς στους οποίους πρέπει να εξασφαλιστεί ίση μεταχείριση με τους εθνικούς εργαζόμενους υπό τη μορφή ελάχιστης απαίτησης, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις. Συνεπώς, η ίση μεταχείριση ισχύει όσον αφορά την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και της προσχώρησης και συμμετοχής σε οργάνωση εργαζόμενων.

Η ίση μεταχείριση ισχύει επίσης για την κοινωνική ασφάλιση και καλύπτει τις παροχές που καθορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Στόχος αυτών των διατάξεων είναι να θεσπιστούν κοινοί κανόνες στο πλαίσιο της ΕΕ, να αναγνωριστεί ότι οι εποχικά εργαζόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών που εργάζονται νόμιμα στα κράτη μέλη συνεισφέρουν στην ευρωπαϊκή οικονομία μέσω της εργασίας τους και της καταβολής φόρων, και οι διατάξεις να λειτουργήσουν ως διασφαλίσεις για τη μείωση του αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των εθνικών εργαζόμενων και των υπηκόων τρίτων χωρών, ο οποίος μπορεί να οφείλεται στην πιθανή εκμετάλλευση των τελευταίων.

Άρθρο 17

Για να ενισχυθεί η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας, θα πρέπει να δημιουργηθούν μηχανισμοί καταγγελίας, οι οποίοι θα πρέπει να είναι ανοιχτοί όχι μόνο στους εποχικά εργαζόμενους τρίτων χωρών, αλλά και στα καθορισμένα τρίτα μέρη. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, οι εποχικά εργαζόμενοι συχνά είτε αγνοούν την ύπαρξη τέτοιων μηχανισμών είτε διστάζουν να τους χρησιμοποιήσουν επ’ ονόματί τους, δεδομένου ότι φοβούνται τις συνέπειες για τις μελλοντικές δυνατότητες απασχόλησής τους. Παρόμοια διάταξη περιλαμβάνεται στο άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας 2000/78/ΕΚ για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.

Κεφάλαιο V: Τελικές διατάξεις

Το κεφάλαιο αυτό ρυθμίζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την κατανομή των σχετικών στατιστικών στοιχείων και των πληροφοριών που προκύπτουν από τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Επίσης, καθορίζει τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ορίζει την ημερομηνία κατά την οποία τίθεται σε ισχύ η οδηγία.

2010/0210 (COD)

Πρόταση

ΟΔΗΓIΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟIΝΟΒΟΥΛIΟΥ ΚΑI ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛIΟΥ

σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχική απασχόληση

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 79 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής[3],

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής[4],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών[5],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Για την προοδευτική εγκαθίδρυση χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, η Συνθήκη προβλέπει την θέσπιση μέτρων στον τομέα του ασύλου, της μετανάστευσης και της διαφύλαξης των δικαιωμάτων των υπηκόων τρίτων χωρών.

(2) Το Πρόγραμμα της Χάγης, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 4ης και 5ης Νοεμβρίου 2004, αναγνώρισε ότι η νόμιμη μετανάστευση θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή της οικονομικής ανάπτυξης και κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει σχέδιο πολιτικής για τη νόμιμη μετανάστευση στο οποίο να περιλαμβάνονται διαδικασίες εισδοχής ικανές να ανταποκρίνονται ταχέως στις κυμαινόμενες ανάγκες του μεταναστευτικού εργατικού δυναμικού στην αγορά εργασίας.

(3) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 14ης και 15ης Δεκεμβρίου 2006 συμφώνησε σε σειρά βημάτων για το 2007, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η ανάπτυξη της ορθής διαχείρισης των μεταναστευτικών πολιτικών για τη νόμιμη μετανάστευση, με πλήρη σεβασμό των εθνικών αρμοδιοτήτων, προκειμένου να βοηθηθούν τα κράτη μέλη να καλύψουν τις υπάρχουσες και τις μελλοντικές ανάγκες σε εργατικό δυναμικό. Επίσης, ζήτησε να διερευνηθούν μέσα για τη διευκόλυνση της προσωρινής μετανάστευσης.

(4) Το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο, το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 15 και 16 Οκτωβρίου 2008, εκφράζει τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της να εφαρμόσουν δίκαιη, αποτελεσματική και συνεκτική πολιτική για να αντιμετωπίσουν τα διακυβεύματα και τις ευκαιρίες που προσφέρει η μετανάστευση. Το Σύμφωνο αποτελεί τη βάση μιας κοινής μεταναστευτικής πολιτικής που καθοδηγείται από πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών και συνεργασίας με τις τρίτες χώρες και που βασίζεται στην καλή διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, προς το συμφέρον όχι μόνο των χωρών υποδοχής αλλά και των χωρών καταγωγής και των ίδιων των μεταναστών.

(5) Το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, το οποίο εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατά τις συνόδους του στις 10 και 11 Δεκεμβρίου 2009, αναγνωρίζει ότι η μετανάστευση εργατικού δυναμικού προς μια περιοχή μπορεί να συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα και την οικονομική ζωτικότητα και ότι, στο πλαίσιο των σημαντικών δημογραφικών προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η Ένωση στο μέλλον σε συνδυασμό με αυξημένη ζήτηση εργασίας, η εφαρμογή ευέλικτων πολιτικών μετανάστευσης θα συμβάλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη και στις μακροπρόθεσμες επιδόσεις της Ένωσης. Καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο να συνεχίσουν να εφαρμόζουν το Σχέδιο Πολιτικής για τη Νόμιμη Μετανάστευση[6].

(6) Η παρούσα οδηγία θα συμβάλει στην αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών ροών για την ειδική κατηγορία της εποχικής προσωρινής μετανάστευσης καθορίζοντας δίκαιους και διαφανείς κανόνες για την εισδοχή και τη διαμονή και, συγχρόνως, παρέχοντας κίνητρα και διασφαλίσεις, ούτως ώστε η προσωρινή διαμονή να μην γίνεται μόνιμη. Επίσης, χάρη στους κανόνες που θεσπίζονται στην οδηγία 2009/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επιβολή ελάχιστων προτύπων όσον αφορά τις κυρώσεις και τα μέτρα κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών[7], θα αποφεύγεται η μετατροπή της προσωρινής διαμονής σε παράνομη διαμονή.

(7) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της αρχής της προτίμησης των πολιτών της ΕΕ όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας των κρατών μελών, όπως αναφέρεται στις σχετικές διατάξεις της Πράξης Προσχώρησης.

(8) Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να καθορίζουν τον όγκο των εισερχόμενων υπηκόων τρίτων χωρών οι οποίοι έρχονται από τρίτες χώρες στην επικράτειά τους με σκοπό την εποχική εργασία, όπως ορίζεται στο άρθρο 79 παράγραφος 5 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(9) Η παρούσα οδηγία δεν πρέπει να θίγει τους όρους παροχής υπηρεσιών που προβλέπονται στο άρθρο 56 της ΣΛΕΕ. Ειδικότερα, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τους ειδικούς και γενικούς όρους εργασίας και απασχόλησης που ισχύουν, σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζόμενων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών[8], για τους εργαζόμενους που αποσπώνται από επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος για παροχή υπηρεσίας στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.

(10) Οι δραστηριότητες που εξαρτώνται από την αλλαγή των εποχών συνήθως ανήκουν σε τομείς όπως η γεωργία, κατά την περίοδο φύτευσης ή συγκομιδής, ή ο τουρισμός, κατά την περίοδο των διακοπών.

(11) Η υποβολή αίτησης εισδοχής ως εποχικά εργαζόμενος θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον εφόσον ο αιτών διαμένει εκτός της επικράτειας των κρατών μελών.

(12) Η οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει, ενδεχομένως, τα δικαιώματα υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν ήδη νόμιμα σε κράτος μέλος και εργάζονται.

(13) Η οδηγία θα πρέπει να προβλέπει ευέλικτο σύστημα εισόδου με βάση τη ζήτηση και αντικειμενικά κριτήρια, όπως μια έγκυρη σύμβαση εργασίας ή δεσμευτική προσφορά εργασίας η οποία να αναφέρει το επίπεδο των αποδοχών που ισχύει για τους εποχικά εργαζόμενους στον συγκεκριμένο τομέα.

(14) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν έλεγχο που να καταδεικνύει ότι μια θέση δεν μπορεί να πληρωθεί από το εθνικό εργατικό δυναμικό.

(15) Η θέσπιση ενιαίας διαδικασίας για την έκδοση ενός μόνο εγγράφου που θα συνδυάζει συγχρόνως την άδεια διαμονής και την άδεια εργασίας θα συμβάλει στην απλούστευση των κανόνων που ισχύουν επί του παρόντος στα κράτη μέλη. Αυτό δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τις εθνικές αρχές και τον τρόπο με τον οποίο θα συμμετέχουν στην ενιαία διαδικασία, σύμφωνα με τις εθνικές ιδιαιτερότητες της διοικητικής οργάνωσης και πρακτικής.

(16) Η διάρκεια διαμονής θα πρέπει να περιορίζεται σε μέγιστη χρονική περίοδο ανά ημερολογιακό έτος η οποία, από κοινού με τον ορισμό της εποχικής εργασίας, θα πρέπει να διασφαλίζει ότι η εργασία είναι καθαρά εποχικού χαρακτήρα. Θα πρέπει να προβλέπεται ότι, εντός της εν λόγω μέγιστης διάρκειας διαμονής, είναι δυνατή η παράταση της σύμβασης ή η αλλαγή εργοδότη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος καταχρηστικής μεταχείρισης που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι εποχικά εργαζόμενοι εάν δεσμεύονται με έναν μόνον εργοδότη και συγχρόνως να αντιμετωπίζονται με ευέλικτο τρόπο οι πραγματικές ανάγκες των εργοδοτών σε εργατικό δυναμικό.

(17) Θα πρέπει να προωθηθεί η κυκλική μετανάστευση των εποχικά εργαζόμενων υπηκόων τρίτων χωρών. Προκειμένου να έχουν οι εποχικά εργαζόμενοι προοπτικές απασχόλησης στην ΕΕ για περιόδους μεγαλύτερες από μια εποχή και να μπορούν οι εργοδότες της ΕΕ να βασίζονται σε σταθερότερο και ήδη καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα πρόσβασης στην εποχική απασχόληση επί πολλά διαδοχικά έτη, είτε με μια άδεια εργασίας πολλών εποχών είτε με απλουστευμένη διαδικασία. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να δίνει προτεραιότητα σε αυτούς τους εργαζόμενους έναντι των υπηκόων τρίτων χωρών που υποβάλλουν αίτηση εισδοχής ως εποχικά εργαζόμενοι για πρώτη φορά ή να προβλέπει μείωση του χρόνου των διαδικασιών ή να απαιτεί λιγότερα δικαιολογητικά.

(18) Θα πρέπει να θεσπιστεί σύνολο κανόνων που θα διέπουν τις διαδικασίες για την εξέταση των αιτήσεων εισδοχής ως εποχικά εργαζόμενος. Οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, διαχειρίσιμες σε σχέση με τον συνήθη φόρτο εργασίας των διοικήσεων των κρατών μελών, καθώς και διαφανείς και δίκαιες, ούτως ώστε να προσφέρουν το κατάλληλο επίπεδο ασφάλειας δικαίου στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.

(19) Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι εποχικά εργαζόμενοι έχουν προσήκον κατάλυμα κατά τη διαμονή τους, και σε λογική τιμή, θα πρέπει να προβλέπεται διάταξη που θα απαιτεί από τους εργοδότες να προσκομίζουν αποδείξεις σχετικά με το κατάλυμα που παρέχουν οι ίδιοι ή τρίτοι.

(20) Δεδομένου ότι οι εποχικά εργαζόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών βρίσκονται σε ευάλωτη κατάσταση και ότι η απασχόλησή τους είναι προσωρινή, πρέπει να καθοριστούν σαφώς οι όροι εργασίας που εφαρμόζονται σε αυτούς τους εργαζόμενους, ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια του δικαίου με την αναφορά των όρων αυτών σε γενικά δεσμευτικά μέσα τα οποία παρέχουν αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των εποχικά εργαζόμενων τρίτων χωρών, όπως η νομοθεσία ή οι συλλογικές συμβάσεις γενικής εφαρμογής.

(21) Εάν δεν υπάρχει σύστημα που να καθορίζει ποιες συμβάσεις είναι γενικής εφαρμογής, τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν ως βάση τις συλλογικές συμβάσεις που ισχύουν γενικά για όλες τις παρόμοιες επιχειρήσεις που ανήκουν στον δεδομένο κλάδο ή επάγγελμα και υπάγονται στον γεωγραφικό χώρο εφαρμογής τους, και/ή τις συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τις πλέον αντιπροσωπευτικές σε εθνικό επίπεδο οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων και που εφαρμόζονται στο σύνολο της εθνικής επικράτειας.

(22) Οι εποχικά εργαζόμενοι υπήκοοι τρίτων χωρών θα πρέπει να τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης που αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να παρέχει περισσότερα δικαιώματα από όσα προβλέπονται ήδη στην υφιστάμενη νομοθεσία της ΕΕ στον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης για υπηκόους τρίτων χωρών των οποίων τα συμφέροντα εξαρτώνται από περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Επίσης, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να παρέχει δικαιώματα σε σχέση με καταστάσεις που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της νομοθεσίας της ΕΕ, όπως, για παράδειγμα, σε μέλη της οικογένειας που διαμένουν σε τρίτη χώρα. Τούτο δεν αποκλείει την άνευ διακρίσεων εφαρμογή, από τα κράτη μέλη, των εθνικών διατάξεων που προβλέπουν κανόνες de minimis σχετικά με τις συνεισφορές στα συνταξιοδοτικά καθεστώτα.

(23) Για να διευκολυνθεί η εκτέλεση, τα αρμόδια τρίτα πρόσωπα που έχουν οριστεί, όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ή άλλες ενώσεις, θα πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας. Αυτό θεωρείται απαραίτητο για την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες οι εποχικά εργαζόμενοι δεν γνωρίζουν την ύπαρξη μηχανισμών επιβολής ή διστάζουν να τους χρησιμοποιήσουν επ’ ονόματί τους, διότι φοβούνται τις πιθανές συνέπειες.

(24) Δεδομένου ότι οι στόχοι, δηλαδή η καθιέρωση ειδικής διαδικασίας εισδοχής και η θέσπιση προϋποθέσεων εισόδου και διαμονής για τους σκοπούς της απασχόλησης υπηκόων τρίτων χωρών, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, και μπορούν, συνεπώς, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που θεσπίζεται στο άρθρο 5 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων,

(25) Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(26) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου (Αριθ. 21) για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά το χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα εν λόγω κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της.

(27) Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου (Αριθ. 22) σχετικά με τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Κεφάλαιο Ι Γενικές διατάξεισ

Άρθρο 1 Αντικείμενο

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόλησή τους ως εποχικά εργαζόμενων και καθορίζει τα δικαιώματα των εποχικά εργαζόμενων.

Άρθρο 2 Πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στους υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν εκτός της επικράτειας των κρατών μελών και υποβάλλουν αίτηση εισδοχής στην επικράτεια κράτους μέλους με σκοπό την απασχόληση ως εποχικά εργαζόμενοι.

2. Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται σε υπηκόους τρίτων χωρών που ασκούν δραστηριότητες για λογαριασμό επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 56 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αποσπώνται από επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία 96/71/ΕΚ.

Άρθρο 3 Ορισμοί

Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, νοούνται ως:

α) «υπήκοος τρίτης χώρας»: κάθε πρόσωπο που δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 20 παράγραφος 1 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β) «εποχικά εργαζόμενος»: ο υπήκοος τρίτης χώρας που διατηρεί τη νόμιμη κατοικία του σε τρίτη χώρα, αλλά διαμένει προσωρινά για λόγους απασχόλησης στην επικράτεια κράτους μέλους σε τομέα δραστηριότητας που εξαρτάται από την αλλαγή των εποχών, βάσει μιας ή περισσότερων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται απευθείας μεταξύ του υπηκόου τρίτης χώρας και του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος·

γ) «δραστηριότητα που εξαρτάται από την αλλαγή των εποχών»: δραστηριότητα που πραγματοποιείται σε ορισμένη περίοδο του έτους και αφορά γεγονός ή σειρά γεγονότων κατά τη διάρκεια των οποίων το απαιτούμενο επίπεδο εργατικού δυναμικού είναι πολύ υψηλότερο από το απαιτούμενο για τις συνήθως εκτελούμενες δραστηριότητες·

δ) «άδεια εποχικά εργαζόμενου»: η άδεια που φέρει τη μνεία «εποχικά εργαζόμενος» και βάσει της οποίας ο κάτοχός της δικαιούται να διαμείνει και να εργαστεί στην επικράτεια κράτους μέλους σύμφωνα με τους όρους της παρούσας οδηγίας·

ε) «ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης»: διαδικασία που οδηγεί σε απόφαση βάσει μίας αίτησης για τη χορήγηση άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους που υποβάλλεται από υπήκοο τρίτης χώρας·

στ) «συλλογική σύμβαση γενικής εφαρμογής»: συλλογική σύμβαση η οποία πρέπει να τηρείται από όλες τις επιχειρήσεις που ανήκουν στον δεδομένο κλάδο ή επάγγελμα και υπάγονται στον γεωγραφικό χώρο εφαρμογής της. Εάν δεν υπάρχει σύστημα που να καθορίζει ποιες συμβάσεις είναι γενικής εφαρμογής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ως βάση τις συλλογικές συμβάσεις που ισχύουν γενικά για όλες τις παρόμοιες επιχειρήσεις που ανήκουν στον δεδομένο κλάδο ή επάγγελμα και υπάγονται στον γεωγραφικό χώρο εφαρμογής τους, και/ή τις συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τις πλέον αντιπροσωπευτικές σε εθνικό επίπεδο οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων και που εφαρμόζονται στο σύνολο της εθνικής επικράτειας.

Άρθρο 4Ευνοϊκότερες διατάξεις

1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη ευνοϊκότερων διατάξεων:

α) της νομοθεσίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των διμερών και πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών της, αφενός, και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών, αφετέρου·

β) διμερών ή πολυμερών συμφωνιών που συνάπτονται μεταξύ ενός ή περισσότερων κρατών μελών και μιας ή περισσότερων τρίτων χωρών.

2. Η παρούσα οδηγία δεν επηρεάζει το δικαίωμα των κρατών μελών να θεσπίζουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις για τα πρόσωπα στα οποία αυτή εφαρμόζεται όσον αφορά τα άρθρα 13 έως 17 της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II Προϋποθέσεις εισδοχής

Άρθρο 5 Κριτήρια εισδοχής

1. Οι αιτήσεις εισδοχής προς κράτος μέλος βάσει των όρων της παρούσας οδηγίας πρέπει να συνοδεύονται από τα ακόλουθα έγγραφα:

α) έγκυρη σύμβαση εργασίας ή, δυνάμει του εθνικού δικαίου, δεσμευτική προσφορά εργασίας ως εποχικά εργαζόμενος στο σχετικό κράτος μέλος με εργοδότη εγκατεστημένο στο κράτος μέλος, η οποία να διευκρινίζει το ποσό της αμοιβής και τον αριθμό των ωρών εργασίας ανά εβδομάδα ή ανά μήνα και, κατά περίπτωση, άλλους σχετικούς όρους εργασίας·

β) έγκυρο ταξιδιωτικό έγγραφο, κατά τα οριζόμενα στο εθνικό δίκαιο. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η περίοδος ισχύος του ταξιδιωτικού εγγράφου να καλύπτει τουλάχιστον τη διάρκεια της άδειας διαμονής·

γ) αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με το οποία ο αιτών διαθέτει ασφάλιση ασθενείας ή, εάν αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, ότι έχει υποβάλει αίτηση για ασφάλιση ασθενείας που καλύπτει όλους τους κινδύνους που συνήθως καλύπτονται για τους υπηκόους του συγκεκριμένου κράτους μέλους, όσον αφορά τις περιόδους κατά τις οποίες δεν του παρέχονται, λόγω της σύμβασης εργασίας του ή σε συνδυασμό με αυτή, ανάλογη ασφαλιστική κάλυψη και αντίστοιχο δικαίωμα σε παροχές ασφάλισης·

δ) αποδεικτικά στοιχεία ότι ο αιτών διαθέτει κατάλυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 14.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν να εξασφαλιστεί ότι ο εποχικά εργαζόμενος θα διαθέτει επαρκείς πόρους κατά τη διαμονή του/της για τη συντήρησή του/της χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας του συγκεκριμένου κράτους μέλους.

3. Οι υπήκοοι τρίτων χωρών που θεωρούνται απειλή για τη δημόσια τάξη, τη δημόσια ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία δεν γίνονται δεκτοί για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 6Λόγοι απόρριψης

1. Τα κράτη μέλη απορρίπτουν αίτηση εισδοχής προς κράτος μέλος για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 ή όταν τα προσκομισθέντα έγγραφα έχουν αποκτηθεί δολίως ή έχουν πλαστογραφηθεί ή έχουν άλλως νοθευτεί.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να ελέγχουν κατά πόσον η συγκεκριμένη κενή θέση είναι δυνατόν να καλυφθεί από ημεδαπό ή υπήκοο κράτους μέλους της ΕΕ, ή από υπήκοο τρίτης χώρας που διαμένει νόμιμα στο εν λόγω κράτος μέλος και αποτελεί ήδη μέρος της αγοράς εργασίας στο κράτος αυτό σύμφωνα με τη νομοθεσία της ΕΕ ή την εθνική νομοθεσία, και να απορρίπτουν την αίτηση.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν αίτηση, εάν έχουν επιβληθεί κυρώσεις στον εργοδότη σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για αδήλωτη εργασία και/ή παράνομη απασχόληση.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να απορρίψουν αίτηση λόγω του όγκου των εισερχόμενων υπηκόων τρίτων χωρών.

Άρθρο 7Ανάκληση ή μη ανανέωση της άδειας

1. Τα κράτη μέλη ανακαλούν ή απορρίπτουν την ανανέωση της άδειας που χορηγείται βάσει της παρούσας οδηγίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) όταν αυτή έχει αποκτηθεί δολίως ή έχει πλαστογραφηθεί, ή έχει άλλως νοθευτεί·ή

β) όταν ο κάτοχος διαμένει για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους του επιτράπηκε η διαμονή.

2. Τα κράτη μέλη ανακαλούν ή αρνούνται να ανανεώσουν την άδεια που έχει εκδοθεί με βάση την παρούσα οδηγία στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) εφόσον οι όροι που προβλέπονται στο άρθρο 5 δεν πληρούνταν ή δεν πληρούνται πλέον·

ή

β) για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III Δ ιαδικασια και άδεια

Άρθρο 8 Πρόσβαση σε πληροφορίες

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να είναι διαθέσιμες οι πληροφορίες όσον αφορά τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής, καθώς και τα δικαιώματα και όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που είναι απαραίτητα για την υποβολή αίτησης διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους ως εποχικά εργαζόμενος.

Άρθρο 9Αιτήσεις εισδοχής

1. Τα κράτη μέλη αποφασίζουν εάν μια αίτηση πρέπει να υποβάλλεται από τον υπήκοο τρίτης χώρας ή από τον εργοδότη.

2. Τα κράτη μέλη υποδεικνύουν την αρμόδια αρχή για την παραλαβή της αίτησης και τη χορήγηση της άδειας εποχικά εργαζόμενου.

3. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους ως εποχικά εργαζόμενος υποβάλλεται σύμφωνα με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης.

4. Τα ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χορηγεί στον υπήκοο τρίτης χώρας του οποίου έγινε δεκτή η αίτηση εισδοχής κάθε διευκόλυνση για την απόκτηση της απαιτούμενης θεώρησης.

Άρθρο 10Άδεια εποχικά εργαζόμενου

1. Για διαμονή μεγαλύτερη των τριών μηνών, χορηγείται άδεια εποχικά εργαζόμενου στους εποχικά εργαζόμενους που πληρούν τα κριτήρια εισδοχής, όπως ορίζεται στο άρθρο 5, και για τους οποίους οι αρμόδιες αρχές έχουν εκδώσει θετική απόφαση.

2. Η άδεια εποχικά εργαζόμενου εκδίδεται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών με βάση τον τύπο που θεσπίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1030/2002 του Συμβουλίου[9]. Σύμφωνα με το σημείο 6.4 στοιχείο α) του παραρτήματος αυτού του κανονισμού, τα κράτη μέλη αναγράφουν «εποχικά εργαζόμενος» κάτω από τον τίτλο «κατηγορία άδειας».

3. Τα κράτη μέλη δεν εκδίδουν συμπληρωματικά δικαιολογητικά στον κάτοχο άδειας εποχικά εργαζόμενου ως απόδειξη πρόσβασης στην αγορά εργασίας.

Άρθρο 11Διάρκεια παραμονής

1. Οι εποχικά εργαζόμενοι επιτρέπεται να παραμείνουν στη χώρα για μέγιστη περίοδο έξι μηνών ανά ημερολογιακό έτος, μετά την οποία πρέπει να επιστρέψουν σε τρίτη χώρα.

2. Εντός της χρονικής περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και εφόσον πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 5, οι εποχικά εργαζόμενοι επιτρέπεται να παρατείνουν τη σύμβασή τους ή να απασχοληθούν ως εποχικά εργαζόμενοι από διαφορετικό εργοδότη.

Άρθρο 12Διευκόλυνση της επανεισδοχής

1. Τα κράτη μέλη μπορούν:

α) ύστερα από αίτηση, να εκδώσουν μέχρι τρεις άδειες εποχικά εργαζόμενου οι οποίες να καλύπτουν μέχρι τρεις διαδοχικές εποχές με την ίδια διοικητική πράξη («άδεια εποχικά εργαζόμενου πολλών εποχών»),ή

β) να προβλέψουν απλουστευμένη διαδικασία για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι έχουν γίνει δεκτοί στο συγκεκριμένο κράτος μέλος ως εποχικά εργαζόμενοι και υποβάλλουν αίτηση για να γίνουν δεκτοί ως εποχικά εργαζόμενοι το επόμενο έτος.

2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι:

α) υπήκοος τρίτης χώρας ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση εισδοχής κατά τη διάρκεια προηγούμενης διαμονής του ως εποχικά εργαζόμενου, και ιδίως με την υποχρέωση επιστροφής σε τρίτη χώρα μετά τη λήξη της άδειας, αποκλείεται από την εισδοχή ως εποχικά εργαζόμενος επί ένα ή και περισσότερα διαδοχικά έτη·

β) εργοδότης ο οποίος δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της σύμβασης εργασίας υπόκειται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. Οι εν λόγω εργοδότες αποκλείονται από τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για εποχικά εργαζόμενους επί ένα ή και περισσότερα διαδοχικά έτη.

Άρθρο 13Διαδικαστικές εγγυήσεις

1. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους αποφαίνονται επί της αίτησης και κοινοποιούν την απόφασή τους γραπτώς στον αιτούντα, σύμφωνα με τις διαδικασίες κοινοποίησης που καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία υποβολής της πλήρους αίτησης.

2. Εάν οι πληροφορίες που παρέχονται προς υποστήριξη της αίτησης είναι ανεπαρκείς, οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον αιτούντα, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, για τις συμπληρωματικές πληροφορίες που απαιτούνται και καθορίζουν εύλογη προθεσμία για την υποβολή τους.

3. Κάθε απόφαση απόρριψης αίτησης ή κάθε απόφαση μη ανανέωσης ή ανάκλησης της άδειας κοινοποιείται γραπτώς στον αιτούντα, ενώ κατά της απόφασης αυτής μπορεί να ασκηθεί προσφυγή στο συγκεκριμένο κράτος μέλος σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Η κοινοποίηση διευκρινίζει τους λόγους της απόφασης, τα ενδεχόμενα ένδικα μέσα που διαθέτει ο ενδιαφερόμενος, καθώς και την προθεσμία άσκησής τους.

Άρθρο 14Στέγαση

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους εργοδότες εποχικά εργαζόμενων να παρέχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ο εποχικά εργαζόμενος θα διαθέτει κατάλυμα που εξασφαλίζει ικανοποιητικές συνθήκες διαβίωσης. Εάν ζητηθεί από τους εποχικά εργαζόμενους να καταβάλουν ενοίκιο γι’ αυτό το κατάλυμα, η δαπάνη δεν πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με τις αποδοχές τους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV Δικαιώματα

Άρθρο 15 Δικαιώματα βάσει της άδειας/θεώρησης εποχικά εργαζόμενου

Κατά την περίοδο ισχύος μιας άδειας εποχικά εργαζόμενου, ο κάτοχος της άδειας έχει τουλάχιστον τα ακόλουθα δικαιώματα:

α) το δικαίωμα να εισέλθει και να διαμείνει στην επικράτεια του κράτους μέλους που χορήγησε την άδεια·

β) ελεύθερη πρόσβαση στο σύνολο της επικράτειας του κράτους μέλους έκδοσης της άδειας εντός των ορίων που προβλέπει η εθνική νομοθεσία·

γ) το δικαίωμα να ασκεί τη συγκεκριμένη δραστηριότητα για την οποία έχει λάβει άδεια σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία.

Άρθρο 16Δικαιώματα

Ανεξάρτητα από τη νομοθεσία που εφαρμόζεται στις σχέσεις εργασίας, οι εποχικά εργαζόμενοι δικαιούνται:

1. όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των όρων αμοιβής, απόλυσης, υγείας και ασφάλειας στον τόπο εργασίας, που ισχύουν για την εποχική εργασία, όπως ορίζονται από το νόμο, τις κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις και/ή τις συλλογικές συμβάσεις γενικής εφαρμογής στο κράτος μέλος στο οποίο έγιναν δεκτοί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Εάν δεν υπάρχει σύστημα που να καθορίζει ποιες συμβάσεις είναι γενικής εφαρμογής, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λάβουν ως βάση τις συλλογικές συμβάσεις που ισχύουν γενικά για όλες τις παρόμοιες επιχειρήσεις που ανήκουν στον δεδομένο κλάδο ή επάγγελμα και υπάγονται στον γεωγραφικό χώρο εφαρμογής τους, και/ή τις συλλογικές συμβάσεις που έχουν συναφθεί από τις πλέον αντιπροσωπευτικές σε εθνικό επίπεδο οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων και που εφαρμόζονται στο σύνολο της εθνικής επικράτειας·

2. μεταχείριση ίση με τους υπηκόους του κράτους μέλους υποδοχής τουλάχιστον όσον αφορά:

α) την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, της προσχώρησης και της συμμετοχής σε οργάνωση εργαζόμενων ή οποιαδήποτε επαγγελματική οργάνωση, συμπεριλαμβανομένων των πλεονεκτημάτων που παρέχονται από τις οργανώσεις αυτές, με την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων για τη δημόσια τάξη και τη δημόσια ασφάλεια·

β) τις διατάξεις των εθνικών νομοθεσιών σχετικά με τους κλάδους κοινωνικής ασφάλισης όπως ορίζονται στο άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Συμβουλίου·

γ) την καταβολή των εκ του νόμου συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων βάσει της προηγούμενης απασχόλησης του εργαζομένου υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τους υπηκόους των συγκεκριμένων κρατών μελών κατά τη μετακίνηση σε τρίτη χώρα·

δ) την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και την παροχή αγαθών και υπηρεσιών που βρίσκονται στη διάθεση του κοινού, εκτός της κοινωνικής στέγης και της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών από τις υπηρεσίες απασχόλησης.

Το δικαίωμα ίσης μεταχείρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών μελών να ανακαλούν ή απορρίπτουν την ανανέωση της άδειας σύμφωνα με το άρθρο 7.

Άρθρο 17Διευκόλυνση της κατάθεσης των καταγγελιών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα τρίτα μέρη που έχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει η εθνική νομοθεσία, νόμιμο συμφέρον να διασφαλίσουν τη συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία, μπορούν να κινήσουν, είτε εξ ονόματος εποχικού εργαζόμενου είτε προς υποστήριξη αυτού, με τη συναίνεσή του/της, κάθε προβλεπόμενη διοικητική ή αστική διαδικασία για την πραγμάτωση του στόχου της παρούσας οδηγίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V Τελικές διατάξεισ

Άρθρο 18 Στατιστικές

1. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή στατιστικές σχετικά με τον αριθμό αδειών και θεωρήσεων που χορηγούνται για πρώτη φορά ή ανανεώνονται και, στο μέτρο του δυνατού, σχετικά με τον αριθμό αδειών διαμονής και θεωρήσεων με σκοπό την εποχική απασχόληση που ανακλήθηκαν, σε πρόσωπα που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών, κατά υπηκοότητα, ηλικία και φύλο, διάρκεια ισχύος και οικονομικό τομέα.

2. Οι στατιστικές της παραγράφου 1 κοινοποιούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[10].

3. Οι στατιστικές της παραγράφου 1 έχουν περίοδο αναφοράς το ημερολογιακό έτος και κοινοποιούνται στην Επιτροπή εντός έξι μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς. Το πρώτο έτος αναφοράς είναι [ το έτος μετά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 ].

Άρθρο 19Εκθέσεις

Κάθε τρία έτη και για πρώτη φορά το αργότερο [τρία έτη από την ημερομηνία μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο], η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στα κράτη μέλη και προτείνει, ενδεχομένως, τις απαραίτητες τροποποιήσεις.

Άρθρο 20Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που είναι απαραίτητες για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο (24 μήνες από την ημερομηνία δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης) . Κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων καθώς και πίνακα αντιστοιχίας μεταξύ αυτών των διατάξεων και των διατάξεων της παρούσας οδηγίας.

Οι εν λόγω διατάξεις, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 21Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης .

Άρθρο 22Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, [… ]

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος Ο Πρόεδρος

[1] COM(2007) 637 και 638 της 23.10.2007.

[2] ΕΕ C 274 της 19.9.1996, σ. 3.

[3] ΕΕ C της …, σ. ….

[4] ΕΕ C της …, σ. ….

[5] ΕΕ C της …, σ. ….

[6] COM(2005) 669.

[7] ΕΕ L 168 της 30.6.2009, σ. 24.

[8] ΕΕ L 18 της 21.1.1997, σ. 1.

[9] ΕΕ L 157 της 15.6.2002, σ. 1.

[10] ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 23.

Top