This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52010DC0675
REPORT FROM THE COMMISSION TO THE EUROPEAN PARLIAMENT AND THE COUNCIL on the implementation of Regulation (EC) No 1921/2006 of the European Parliament and of the Council of 18 December 2006 on the submission of statistical data on landings of fishery products in Member States
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη
/* COM/2010/0675 τελικό */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη /* COM/2010/0675 τελικό */
[pic] | ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ | Βρυξέλλες, 18.11.2010 COM(2010) 675 τελικό ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη Εισαγωγη (πεδιο εφαρμογησ, ιστορικο, εθνικη νομοθεσια) Βάσει των διατάξεων του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την υποβολή στατιστικών στοιχείων για τις εκφορτώσεις αλιευτικών προϊόντων στα κράτη μέλη[1] (στο εξής «κανονισμός για τις εκφορτώσεις»), «Μέχρι τις 19 Ιανουαρίου 2010, και στη συνέχεια κάθε τρία χρόνια, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με τα στατιστικά δεδομένα που συγκεντρώνονται κατ' εφαρμογήν του παρόντος κανονισμού και ιδίως ως προς τη χρησιμότητα και την ποιότητά τους. Η έκθεση προβαίνει επίσης σε ανάλυση κόστους-οφέλους του συστήματος συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων και υποδεικνύει τις βέλτιστες πρακτικές για τη μείωση του φόρτου εργασίας για τα κράτη μέλη και την αύξηση της χρησιμότητας και της ποιότητας των στοιχείων αυτών.» Η παρούσα έκθεση αναλύει την πρόοδο που σημειώθηκε από τα κράτη μέλη, τις υποψήφιες χώρες και τις χώρες ΕΖΕΣ, μαζί με την Επιτροπή, σε σχέση με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. Ο κανονισμός για τις εκφορτώσεις απαιτεί την υποβολή ετήσιων δεδομένων για το βάρος και τη μέση τιμή των αλιευτικών προϊόντων που εκφορτώνονται στα κράτη μέλη από ευρωπαϊκά σκάφη και σκάφη χωρών της ΕΖΕΣ. Συνιστά βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη πράξη από πολλές απόψεις. Απαιτεί περισσότερες λεπτομέρειες για τα προϊόντα και τις προβλεπόμενες χρήσεις τους, καθώς και λεπτομέρειες για την εθνικότητα του σκάφους. Ο κανονισμός για τις εκφορτώσεις μειώνει επίσης το φόρτο των κρατών μελών σε σχέση με την υποβολή εκθέσεων, επειδή ζητούνται δεδομένα σε ετήσια βάση και όχι σε μηνιαία, απαιτούνται δε, πλέον, λεπτομερή στοιχεία μόνο για τις εκφορτώσεις σκαφών της ΕΕ και της ΕΖΕΣ. Οι κλάδοι αλιείας των κρατών μελών παρουσιάζουν εξαιρετική πολυμορφία στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τις περιοχές αλιείας, τα αλιευόμενα είδη και τη σύνθεση των αλιευτικών στόλων (συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους των σκαφών και των αλιευτικών μεθόδων). Οι μεθοδολογίες που εφαρμόζονται για τη συλλογή των δεδομένων αντικατοπτρίζουν αυτή την πολυμορφία του κλάδου, οπότε η σύγκριση της κατάστασης σε διαφορετικά κράτη μέλη είναι δύσκολη υπόθεση. Τα περισσότερα δεδομένα που απαιτούνται για τις εκθέσεις εκφορτώσεων βάσει του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1921/2006 συλλέγονται πρωταρχικά βάσει της νομοθεσίας για τον έλεγχο της αλιείας και ειδικότερα βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93[2] του Συμβουλίου (στο εξής «κανονισμός για τον έλεγχο»). Αυτός προβλέπει την υποβολή αλιευτικών ημερολογίων, δηλώσεων εκφόρτωσης και δηλώσεων πώλησης, καθώς επίσης και δηλώσεων ανάληψης για την παρακολούθηση των ποσοστώσεων και για σκοπούς ελέγχου εφαρμογής της νομοθεσίας. Σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου το 2007[3] επισημαίνονταν προβλήματα αξιοπιστίας και πληρότητας των δεδομένων. Ως απάντηση σε αυτό, εκδόθηκε από το Συμβούλιο ο νέος κανονισμός για τον έλεγχο στις 20 Νοεμβρίου 2009[4]. Αυτός προβλέπει περισσότερες διατάξεις για την ηλεκτρονική υποβολή δεδομένων από τους πλοιάρχους, για αυτοματοποιημένους ελέγχους με αντιπαραβολή των δεδομένων από τα κράτη μέλη και αυστηρότερους κανόνες για την εμπορία ιχθύων. Πολλές από τις νέες διατάξεις του κανονισμού θα χρειαστούν χρόνο για να εφαρμοστούν, αν και πολλά κράτη μέλη αναφέρουν ήδη αλλαγές στα συστήματά τους, ώστε να συμβαδίσουν με τις απαιτήσεις. Καλυψη και περιεχομενο Συλλογή δεδομένων Η γεωγραφική πολυμορφία των κρατών μελών και η διάρθρωση των αλιευτικών κλάδων τους επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο συλλογής των δεδομένων. Για παράδειγμα, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που έχουν και τα δύο ακτογραμμή σχετικά μεγάλου μήκους και πολλούς δυνητικούς λιμένες εκφόρτωσης, βασίζονται στην αποκεντρωμένη συλλογή δεδομένων από τις επιθεωρήσεις αλιείας τους. Τα δεδομένα εισάγονται στα λιμενικά ταμεία που τα ανεβάζουν στην κεντρική βάση δεδομένων. Στη Δανία, απεναντίας, η συλλογή δεδομένων γίνεται πιο συγκεντρωτικά. Ορισμένα κράτη μέλη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γερμανία και η Ισπανία, αναφέρουν επίσης την αρχική συλλογή και την αντιπαραβολή με τα δεδομένα των περιφερειακών και αρμόδιων για τη συλλογή διοικήσεων. Όσοι έχουν άδεια εμπορίας ιχθύων οφείλουν[5] να υποβάλουν δήλωση πώλησης στις αρμόδιες αρχές στων οποίων το έδαφος πραγματοποιείται η πρώτη πώληση. Πολλά κράτη μέλη ανέφεραν ειδικά ελέγχους που εφάρμοσαν για τις πρώτες πωλήσεις. Μεταξύ αυτών ήταν η Δανία αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, που διαθέτουν σύστημα εγγραφής εγκεκριμένων αγοραστών και πωλητών και καθορισμού εγκεκριμένων αγορών από το 2005. Για τα είδη που δεν εμπίπτουν σε ποσοστώσεις, παρέχονται πληροφορίες για τις τιμές από χονδρεμπόρους και το 50 τοις εκατό των εκφορτώσεων εκτός ποσοστώσεων καλύπτεται κατ’αυτόν τον τρόπο. Μερικά κράτη μέλη, παραδείγματος χάριν το Βέλγιο, επιτρέπουν ορισμένες πωλήσεις ιχθύων απευθείας στο κοινό υπό ελεγχόμενες συνθήκες, ενώ άλλα αναφέρουν ότι εφαρμόζουν όριο βάρους, παραδείγματος χάριν, πωλήσεις κάτω των 50 kg. Όσον αφορά το Βέλγιο, τα λεπτομερή στοιχεία αυτών των πωλήσεων εξακολουθούν να καταγράφονται από το δημοπρατήριο αλιευμάτων (ιχθυόσκαλα) της Οστάνδης. Σε άλλες περιπτώσεις οι πωλήσεις υπολογίζονται με εκτίμηση. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 του Συμβουλίου[6] απαιτεί επιπλέον από τα κράτη μέλη να καταγράφουν τους αρμόδιους για την πρώτη πώληση αλιευτικών προϊόντων και εκείνους με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των 400 000 ευρώ (200 000 ευρώ σύμφωνα με τον νέο κανονισμό για τον έλεγχο) να διαβιβάζουν ηλεκτρονικά δηλώσεις πώλησης και δηλώσεις ανάληψης στις δημόσιες αρχές. Ο κανονισμός αυτός απαιτεί επίσης τη δημιουργία ενός ηλεκτρονικού κέντρου για τις δηλώσεις πωλήσεων. Όπου έχει καθιερωθεί η ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων, έχει βελτιώσει την ταχύτητα της συλλογής δεδομένων και την ακρίβεια των υποβαλλόμενων εκθέσεων. Τα κράτη μέλη αναφέρουν διαφορετικούς βαθμούς κάλυψης των εκφορτώσεων με ηλεκτρονικά μέσα. Για παράδειγμα, οι περισσότερες εκφορτώσεις αναφέρονται ηλεκτρονικά στη Δανία, οπότε η ηλεκτρονική κάλυψη ορισμένων ειδών είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Πηγές δεδομένων Τα ημερολόγια πλοίου, οι δηλώσεις πώλησης και οι δηλώσεις εκφόρτωσης είναι οι σημαντικότερες διοικητικές πηγές δεδομένων για αλιεύματα και εκφορτώσεις. Οι πλοίαρχοι σκαφών των οποίων το ολικό μήκος υπερβαίνει τα 10 μέτρα οφείλουν, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, να τηρούν ημερολόγιο πλοίου, στο οποίο να αναφέρονται οι εργασίες τους (εκτός εάν απουσιάζουν από το λιμάνι για λιγότερο από 24 ώρες). Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 απαιτεί επίσης από τους πλοιάρχους να υποβάλλουν δήλωση εκφόρτωσης στις αρμόδιες αρχές εντός 48 ωρών από την εκφόρτωση. Τα ημερολόγια έχουν τυποποιημένη μορφή για την ΕΕ, προσαρμοσμένη σε ορισμένες περιπτώσεις (παραδείγματος χάριν για τη Φινλανδία), ώστε να εξυπηρετεί τον τρόπο λειτουργίας του κλάδου. Τα ημερολόγια είναι ένα μέσο καταγραφής δεδομένων στη διάρκεια των εργασιών, απαιτείται δε η καταγραφή της εκτίμησης, απλώς, του ζώντος βάρους των αλιευμάτων. Είναι εξαιρετικά χρήσιμα για την κατανομή των αλιευμάτων σε αλιευτικές ζώνες, για τον υπολογισμό της αλιευτικής προσπάθειας και για τον έλεγχο με αντιπαραβολή. Ακριβέστερες πληροφορίες παρέχονται από τις δηλώσεις εκφόρτωσης, οι οποίες υποβάλλονται στο τέλος κάθε ταξιδιού και στις οποίες καταγράφεται η ποσότητα κάθε είδους (συχνά μόνο εκείνων των ειδών που υπόκεινται σε αλιευτικές ποσοστώσεις ή εμπίπτουν σε άλλη ευρωπαϊκή νομοθεσία) με τη μορφή του εκφορτωμένου βάρους. Οι δηλώσεις πώλησης υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές για την πρώτη διάθεση στην αγορά (είτε στον πράκτορα του σκάφους είτε στις αρχές διαχείρισης της ιχθυόσκαλας). Οι δηλώσεις περιέχουν πληροφορίες για την ποσότητα του κάθε εκφορτωμένου είδους, τη μορφή με την οποία παρουσιάζεται και την αξία του κάθε προϊόντος, καθώς και πληροφορίες για το σκάφος που πραγματοποιεί την εκφόρτωση. Και πάλι, οι πληροφορίες αυτές μπορεί να περιορίζονται στα είδη εκείνα που υπόκεινται σε διαχείριση αλιευτικής ποσόστωσης, αν και ορισμένα κράτη μέλη, για παράδειγμα η Γερμανία, αναφέρουν πλήρη κάλυψη όλων των ειδών στις δηλώσεις πώλησης. Τα περισσότερα κράτη μέλη χρησιμοποιούν στις εκθέσεις τους εναλλακτικές ή συμπληρωματικές πηγές δεδομένων για τους στόλους παράκτιας αλιείας τους, κυρίως για σκάφη μήκους κάτω των 10 m (8 m για τη Σουηδία και 12 m για την Εσθονία). Για παράδειγμα, στη Φινλανδία οι πλοίαρχοι σκαφών μήκους κάτω των 10 m οφείλουν να τηρούν μηνιαία ημερολόγια των δραστηριοτήτων τους και στη Δανία μπορεί να απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης ημερολογίων πλοίου, εφόσον έχουν υποβάλει υπογεγραμμένη «δήλωση για αλιευτική ζώνη» και εφόσον αλιεύουν σύμφωνα με τη δήλωση αυτή. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η δραστηριότητα της οστρακαλιείας καταγράφεται σε μηνιαία ημερολόγια, των οποίων η συμπλήρωση αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση άδειας, και η Δανία χρησιμοποιεί δειγματοληπτική έρευνα για την εκτίμηση των παρεμπιπτόντων αλιευμάτων από τη μεγάλη της αλιευτική βιομηχανία. Οι στατιστικές απογραφές και έρευνες είναι πιο διαδεδομένες σε χώρες της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας που επιδίδονται στην αλιεία, όπου η παράκτια αλιεία αντιπροσωπεύει μεγάλο ποσοστό της αλιευτικής δραστηριότητας. Στην Ελλάδα και στην Ιταλία χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά στατιστικές πηγές δεδομένων, άλλα δε μεσογειακά κράτη βασίζονται σε διοικητικές πηγές σε μεγαλύτερο βαθμό. Οι γαλλικές δραστηριότητες στη Μεσόγειο παρακολουθούνται με έρευνα που διεξάγεται, ενώ για τις δραστηριότητες στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό χρησιμοποιούνται διοικητικές πηγές. Στην Ιταλία, όπου οι στατιστικές έρευνες αποτελούν την πρωταρχική πηγή δεδομένων, μόνο ένας μικρός αριθμός πληροφοριών για τον τόνο του Ατλαντικού παρέχεται από ημερολόγια πλοίου. Ο τόπος διεξαγωγής των αλιευτικών δραστηριοτήτων δεν είναι ο μοναδικός δείκτης για τη χρήση διοικητικών πηγών ή πληροφοριών από έρευνα. Η κατάσταση των μικρών μεσογειακών νησιωτικών κρατών, της Μάλτας και της Κύπρου, παρουσιάζει μεγαλύτερες ομοιότητες με την κατάσταση χωρών των οποίων οι στόλοι επιδίδονται στην αλιεία Ατλαντικού, δεδομένου ότι χρησιμοποιούνται διοικητικές πηγές δεδομένων για στόλο σκαφών μήκους άνω των 10 m και δειγματοληπτικές έρευνες για τη συλλογή δεδομένων για τους παράκτιους στόλους σκαφών κάτω των 10 m. Μερικά κράτη μέλη, στα οποία περιλαμβάνεται η Σλοβενία, αναφέρουν ότι βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της οργάνωσης των κανόνων και των διαδικασιών τους για το πρώτο σημείο πώλησης και για τη χρησιμοποίηση των δηλώσεων πώλησης και των δηλώσεων εκφόρτωσης για σκοπούς συλλογής δεδομένων. Συστήματα συλλογής δεδομένων στα κράτη μέλη και στις χώρες της ΕΖΕΣ Βέλγιο – Τα βελγικά σκάφη ασκούν αλιεία στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό (περιοχή 27) μόνο, κυρίως στη Βόρεια Θάλασσα (IVb και IVc) και στην Ανατολική Μάγχη (VIId). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης). Οι πρώτες πωλήσεις πρέπει να γίνουν στις τρεις βασικές ιχθυόσκαλες (Zeebrugge, Oostende and Nieuwpoort), εκτός εάν πρόκειται για μικρά σκάφη, τα οποία μπορούν να πωλούν απευθείας στο κοινό στην Οστάνδη (Oostende). Οι δηλώσεις πώλησης διαβιβάζονται στην υπηρεσία θαλάσσιας αλιείας (Dienst Zeevisserj) την ημέρα της εκφόρτωσης. Βουλγαρία – Τα βουλγαρικά σκάφη ασκούν αλιεία στη Μεσόγειο και στη Μαύρη Θάλασσα (περιοχή 37), και κυρίως στην υποπεριοχή 37.4.2. Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης) που παρέχονται στον εθνικό οργανισμό αλιείας και υδατοκαλλιέργειας (NAFA). Ο NAFA απαιτεί να αποστέλλονται οι δηλώσεις πώλησης από την πρώτη πώληση ενότς 48 ωρών από την εκφόρτωση. Προγραμματίζεται η ηλεκτρονική διαβίβαση δηλώσεων πώλησης, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία. Δανία – Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης) και τα δεδομένα συλλέγονται κεντρικά από τη δανεζική διεύθυνση αλιείας (DDF). Η πρώτη πώληση ψαριών από αλιείς που δεν ασκούν εμπορική δραστηριότητα απαγορεύεται στη Δανία, όπου όλοι οι πρώτοι αγοραστές οφείλουν να είναι εγγεγραμμένοι στη DDF και να υποβάλλουν σε αυτή την υπηρεσία δηλώσεις πώλησης είτε σε ηλεκτρονική μορφή είτε σε χαρτί. Περίπου το 90 τοις εκατό των δηλώσεων πώλησης παραλαμβάνονται ηλεκτρονικά. Γερμανία – Τα γερμανικά σκάφη ασκούν αλιεία στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, στον Βορειοδυτικό Ατλαντικό, στον Κεντρικό Ανατολικό Ατλαντικό και στον Νοτιοανατολικό Ειρηνικό (περιοχές 27, 21, 34 και 87). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης). Παρέχονται στον ομοσπονδιακό οργανισμό γεωργίας και τροφίμων μέσω των οργανώσεων των παραγωγών και των αρχών των ομοσπονδιακών κρατιδίων. Εσθονία – Τα εσθονικά σκάφη ασκούν αλιεία στον Βορειοδυτικό Ατλαντικό (περιοχή 21) και στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό (27 -Βαλτική) και στο 05 (εσωτερικά ύδατα). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης, δηλώσεις πώλησης και έγγραφα μεταφόρτωσης και μεταφοράς). Τα σκάφη ολικού μήκους κάτω των 12 m συμπληρώνουν ένα ημερολόγιο «παράκτιας αλιείας» το οποίο προβλέπεται από την εσθονική εθνική νομοθεσία. Η Εσθονία απαιτεί αντίγραφα σε χαρτί δύο φορές μηνιαίως, όταν τα δεδομένα υποβάλλονται με ηλεκτρονικά μέσα. Οι πρώτοι αγοραστές αλιευμάτων είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν ηλεκτρονικά δηλώσεις πώλησης στις αρχές (υπουργείο γεωργίας για την εμπορική αλιεία) και πολλές ιδιωτικές εταιρείες επέλεξαν επίσης να κάνουν το ίδιο. Ιρλανδία – Τα ιρλανδικά σκάφη ασκούν αλιεία στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό (περιοχή 27). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης, δηλώσεις πώλησης και έγγραφα οστρακοσυλλεκτών). Τα δεδομένα συλλέγονται στους λιμένες από την ιρλανδική αρχή προστασίας της θαλάσσιας αλιείας. Η Ιρλανδία αναφέρει ότι προβαίνει σε σημαντικές αλλαγές των συστημάτων συλλογής της, ώστε να διευκολύνει την ηλεκτρονική συλλογή δεδομένων που απαιτείται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελλάδα – Τα ελληνικά σκάφη ασκούν αλιεία στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, στον Κεντρικό Ανατολικό Ατλαντικό και στη Μεσόγειο (περιοχές 27, 34 και 37) και καταγράφουν τις πληροφορίες από στατιστικές έρευνες. Εφαρμόζεται απογραφική έρευνα για την «υπερπόντια» αλιεία και δειγματοληπτική έρευνα για την αλιεία «ανοικτής θάλασσας» και την παράκτια αλιεία της περιοχής 37. Οι έρευνες διενεργούνται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδας. Η Ελλάδα διενεργεί πλήρη απογραφή των πλοίων με ελληνική σημαία για την «υπερπόντια αλιεία». Η αλιεία ανοικτής θάλασσας και η παράκτια αλιεία έχουν υψηλό ποσοστό σφάλματος μη απάντησης (50 τοις εκατό), έτσι χρησιμοποιείται τεχνική δειγματοληψίας για τον υπολογισμό της απόκλισης. Ισπανία – Η Ισπανία έχει μεγάλη και διαφοροποιημένη αλιευτική βιομηχανία και διάφοροι οργανισμοί είναι αρμόδιοι για την παροχή και την ποιότητα των δεδομένων. Η συλλογή δεδομένων διενεργείται σε πρώτο βαθμό από τις περιφερειακές αρχές και στη συνέχεια τα δεδομένα συγκεντρώνονται κεντρικά. Εντοπίζονται επτά διακριτές διοικητικές πηγές δεδομένων για τη συλλογή δεδομένων εκφορτώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ημερολογίων πλοίου, των δηλώσεων πώλησης, των δηλώσεων μεταφοράς, των δηλώσεων εκφόρτωσης και των πληροφοριών από τις οργανώσεις ιχθυοπαραγωγών. Οι διάφορες πηγές εντάσσονται σε μια βάση δεδομένων αλιευμάτων και εκφορτώσεων. Η κάλυψη των εκφορτώσεων από αυτές τις πηγές κρίνεται εξαντλητική. Γαλλία – Την πρωταρχική αρμοδιότητα για την υποβολή δεδομένων και την ποιότητα δεδομένων έχει η Υπηρεσία Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (BSPA) που υπάγεται στο Υπουργείο Τροφίμων, Γεωργίας και Αλιείας (MAAP). Δεδομένα για τη σημαντική αλιεία τροπικού τόνου παρέχονται από το Ινστιτούτο Έρευνας και Ανάπτυξης της Διεύθυνσης Θαλάσσιας Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας [Direction des Pêches Maritimes et de l'Aquaculture (DPMA)]. Τα γαλλικά σκάφη δραστηριοποιούνται κυρίως στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό, στη Μεσόγειο και στον Ινδικό Ωκεανό. Καλή κάλυψη της αλιευτικής δραστηριότητας στον Ατλαντικό εξασφαλίζεται από διοικητικές πηγές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης). Για τις περιοχές στις οποίες τα διοικητικά δεδομένα είναι λιγότερο αξιόπιστα, ιδίως για τη Μεσόγειο, οι πηγές αυτές συμπληρώνονται με δειγματοληπτικές έρευνες. Η Γαλλία έχει πραγματοποιήσει μεγάλες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση του εθνικού συστήματος συλλογής δεδομένων αλιείας. Ιταλία – Η Ιταλία ασκεί την αλιευτική της δραστηριότητα στη Μεσόγειο, στον Κεντρικό Ανατολικό Ατλαντικό και στον Δυτικό Ινδικό Ωκεανό (περιοχές 37, 34 και 51). Διενεργεί δειγματοληπτική έρευνα για την περιοχή 37 και απογραφική έρευνα για τις άλλες περιοχές. Χρησιμοποιούνται ημερολόγια πλοίου για τη συλλογή δεδομένων μόνο για τα αλιεύματα τόνου του Ατλαντικού και αυτά συλλέγονται από το Υπουργείο Γεωργικής Πολιτικής, Πολιτικής Τροφίμων και Δασικής Πολιτικής. Η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ISTAT συλλέγει δεδομένα για τις περιοχές 34 και 51 και η IREPA για την περιοχή 37. Η ISTAT είναι αρμόδια για το συντονισμό της υποβολής εκθέσεων στη Eurostat. Η Ιταλία έχει μεγάλο αριθμό μικρών σκαφών (κάτω των 12 m ολικού μήκους). Περίπου το 99 τοις εκατό των σκαφών αλιεύουν στα παράκτια ύδατα γύρω από την ιταλική χερσόνησο. Περίπου τα δύο τρίτα αυτών ασκούν αλιεία μικρής κλίμακας με παθητικά εργαλεία[7]. Η συλλογή δεδομένων γίνεται με δειγματοληπτική έρευνα πολλαπλών μεταβλητών που διαχωρίζει τον πληθυσμό με βάση την περιοχή αλιείας, το μέγεθος του σκάφους και το αλιευτικό εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε. Η μεθοδολογία της έρευνας περιορίζει τα σφάλματα δειγματοληψίας σε περιθώριο ανοχής 3,5 τοις εκατό. Τα σφάλματα μη απάντησης αναγνωρίζονται επίσης και αντιμετωπίζονται με επιλογή του δείγματος. Μικρός αριθμός σκαφών (περίπου 20) που αλιεύουν στις περιοχές 34 και 51 συμπληρώνουν ερωτηματολόγιο. Κύπρος – Διοικητικά δεδομένα (ημερολόγια πλοίου) συλλέγονται από τον Τομέα Ελέγχου Αλιείας για σκάφη τουλάχιστον 10 m ολικού μήκους. Διενεργείται μηνιαία συμπληρωματική έρευνα για το στόλο των τρατών βυθού, καθώς και δειγματοληπτική έρευνα του στόλου παράκτιας αλιείας (σκάφη ολικού μήκους κάτω των 10 m). Το δείγμα επιλέγεται τυχαία και καλύπτει το 15-20 τοις εκατόν του τομέα. Όσοι συμμετέχουν στην έρευνα πρέπει να συμπληρώνουν καθημερινές εκθέσεις για τα αλιεύματα και τις εκφορτώσεις. Η συλλογή δεδομένων αλιείας και η κατάρτιση εκθέσεων αποτελεί αρμοδιότητα του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος. Λετονία – Τα λετονικά σκάφη ασκούν τη δραστηριότητά τους στον Ατλαντικό (περιοχές 27, 21 και 34). Η διαβίβαση των δεδομένων αποτελεί πρωταρχική αρμοδιότητα του Τμήματος Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας αλλά και άλλοι οργανισμοί είναι αρμόδιοι για τη συλλογή δεδομένων, όπως η Υπηρεσία Ναυτιλίας και Εσωτερικών Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος ή ο λετονικός Οργανισμός για τους Αλιευτικούς Πόρους (του Υπουργείου Γεωργίας). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές, ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις πώλησης και δηλώσεις εκφόρτωσης. Η Λετονία απαιτεί κεντρική καταγραφή και ετήσια πιστοποίηση των αγοραστών αλιευμάτων. Οι αγοραστές αλιευμάτων οφείλουν να υποβάλλουν ηλεκτρονικές δηλώσεις πώλησης (και στη συνέχεια αντίγραφα σε χαρτί) εντός 48 ωρών από την ολοκλήρωση της πώλησης. Λιθουανία – Η Λιθουανία ασκεί την αλιευτική της δραστηριότητα στον Βορειοανατολικό και Βορειοδυτικό Ατλαντικό, στον Κεντρικό Ανατολικό Ατλαντικό και στον Νότιο Ειρηνικό. Το Τμήμα Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας είναι αρμόδιο για τη συλλογή δεδομένων και την επεξεργασία τους. Οι πρωτογενείς πηγές δεδομένων είναι τα ημερολόγια πλοίου και οι δηλώσεις εκφόρτωσης. Η Λιθουανία αναφέρει ότι διαθέτει ολοκληρωμένο και αυτοματοποιημένο σύστημα επεξεργασίας και επικύρωσης δεδομένων αλιευμάτων και εκφορτώσεων. Μάλτα – Το κέντρο αλιευτικών επιστημών του Υπουργείου Πόρων και Αγροτικών Υποθέσεων της Μάλτας είναι αρμόδιο για τη συλλογή δεδομένων, τα οποία διαβιβάζονται στη Eurostat από την εθνική στατιστική υπηρεσία (μονάδα στατιστικών γεωργίας και αλιείας). Τα μαλτεζικά σκάφη ασκούν τη δραστηριότητά τους στη Μεσόγειο (περιοχή 37, υποπεριοχή 15). Η Μάλτα χρησιμοποιεί ημερολόγια πλοίου και δηλώσεις πώλησης ως πηγές δεδομένων για τον στόλο σκαφών μήκους άνω των 10 m. Διενεργείται στρωματοποιημένη δειγματοληπτική έρευνα στα έξι λιμάνια των νησιών Γκότζο και Μάλτας. Το μέγεθος του δείγματος καθορίζεται έτσι ώστε να εκτιμάται η συνολική αλιευτική προσπάθεια με βαθμό εμπιστοσύνης 95 τοις εκατό. Κάτω Χώρες – Τα ολλανδικά σκάφη ασκούν αλιεία στον Βορειοανατολικό και Κεντρικό Ανατολικό Ατλαντικό και στον Νοτιοανατολικό Ειρηνικό (περιοχές 27, 34 και 87). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και έγγραφα μεταφόρτωσης και μεταφοράς και δηλώσεις πώλησης). Τα δεδομένα συλλέγονται από το Υπουργείο Γεωργίας, Διατήρησης της Φύσης και Ποιότητας των Τροφίμων (Ministerie van Landbouw, Natuurbeheer en Voedsekwaliteit) και διαβιβάζονται στη Eurostat από την κεντρική στατιστική υπηρεσία. Οι Κάτω Χώρες εφαρμόζουν κανόνες που διέπουν την πώληση αλιευμάτων από εξουσιοδοτημένα καταστήματα μέσω των οργανώσεων των παραγωγών. Στέλνονται ηλεκτρονικές δηλώσεις πωλήσεων εντός 48 ωρών από την πώληση. Πολωνία – Τα ημερολόγια πλοίου και οι δηλώσεις πώλησης αναφέρονται ως η κύρια πηγή πληροφοριών. Η αρμοδιότητα της συλλογής και της διαβίβασης δεδομένων ανήκει στο Τμήμα Αλιείας του Υπουργείου Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης. Πορτογαλία – Η πορτογαλική Γενική Διεύθυνση Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας είναι αρμόδια για την υποβολή στατιστικών δεδομένων στη Eurostat. Η Πορτογαλία διαθέτει πολυάριθμο και πολυποίκιλο εθνικό στόλο με διαφορετικά χαρακτηριστικά για διαφορετικές ζώνες αλιείας. Στο στόλο κυριαρχούν οι μικρές, ανοικτές στο επάνω μέρος, ξύλινες βάρκες που επιδίδονται στην παραδοσιακή αλιεία. Οι πιο σημαντικές περιοχές αλιείας είναι ο Βορειοανατολικός και Βορειοδυτικός Ατλαντικός και ο Κεντρικός Ανατολικός Ατλαντικός. Ασκείται επίσης σε σημαντικό βαθμό αλιεία με παραγάδια στον Ατλαντικό και στον Ινδικό Ωκεανό για την αλίευση του ξιφία (και επίσης του γλαυκοκαρχαρία στον Ινδικό). Οι πηγές δεδομένων προέρχονται κυρίως από ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης. Τα νωπά ή διατηρημένα με απλή ψύξη αλιεύματα πρέπει να πωλούνται σε οργανωμένες αγορές και οι πληροφορίες γι’ αυτά, που περιέχονται στις δηλώσεις, είναι διεξοδικές. Για τα αλιεύματα που μεταποιούνται στη θάλασσα, οι μέσες τιμές λαμβάνονται από τις δηλώσεις εκφόρτωσης. Ρουμανία – Η Ρουμανία δραστηριοποιείται στην αποκλειστική οικονομική ζώνη της Μαύρης Θάλασσας (περιοχή 37). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές, ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις πώλησης και δηλώσεις εκφόρτωσης. Τα έγγραφα συλλέγονται από περιφερειακούς επιθεωρητές του Εθνικού Οργανισμού Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (NAFA). Ο NAFA τα αντιπαραβάλλει και υποβάλλει έκθεση στη Eurostat. Σλοβενία – Η αρμοδιότητα για τη συλλογή και υποβολή δεδομένων ανήκει στο Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων, στο Ερευνητικό Κέντρο Αλιείας της Σλοβενίας και στη Στατιστική Υπηρεσία της Δημοκρατίας της Σλοβενίας. Ο σλοβενικός στόλος αλιεύει στους τόπους αλιείας της Βόρειας Αδριατικής (περιοχή 37). Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές όσον αφορά τις ποσότητες (ημερολόγια πλοίου). Όλα τα σκάφη οφείλουν να συμπληρώνουν ημερολόγια πλοίου, συνεπώς η κάλυψη των αλιευμάτων από το στόλο είναι πλήρης με εξαίρεση τις εκφορτώσεις μικρών ποσοτήτων ψαριών (κάτω των 50kg) που δεν καταγράφονται σήμερα. Στο στάδιο της ανάπτυξης βρίσκονται συστήματα για τη ρύθμιση του πρώτου σημείου πώλησης και για τη συλλογή πληροφοριών από τις δηλώσεις πώλησης. Οι πληροφορίες για τις τιμές συλλέγονται με μηνιαία στατιστική έρευνα των επιχειρήσεων, που καλύπτει το 50% των συνολικών εκφορτώσεων κατά ποσότητα. Φινλανδία – Την πρωταρχική αρμοδιότητα για τη συλλογή, υποβολή και ποιότητα των δεδομένων αλιείας την έχει το φινλανδικό Ίδρυμα Ερευνών Θήρας και Αλιείας. Τα αρχεία διατηρούνται στο Υπουργείο Γεωργίας και Αλιείας. Τα φινλανδικά σκάφη αλιεύουν μόνο στη Βαλτική Θάλασσα. Οι πηγές δεδομένων περιλαμβάνουν μια παραλλαγή του ενωσιακού ημερολογίου πλοίου για το στόλο σκαφών μήκους άνω των 10 m. Στο ημερολόγιο αυτό καταγράφονται επίσης οι λεπτομέρειες των μεταφορτώσεων, οι αγοραστές αλιευμάτων και οι απορρίψεις. Μια μηνιαία φόρμα για την παράκτια αλιεία χρησιμοποιείται για την καταγραφή της δραστηριότητας του στόλου σκαφών μήκους κάτω των 10 m (με εξαίρεση το σολομό, για τον οποίο υπάρχει διαφορετική φόρμα). Οι πρώτες πωλήσεις ειδών σε ποσόστωση υπόκεινται σε ρύθμιση, οι δε κοινοποιήσεις τους πρέπει να γίνονται υποχρεωτικά εντός 48 ωρών από την εκφόρτωση. Οι πληροφορίες για τις πωλήσεις ειδών εκτός ποσόστωσης συμπληρώνονται με έρευνα των μεγαλύτερων εταιρειών χονδρικής πώλησης ψαριών. Σουηδία – Αρμόδιο για τη συλλογή και υποβολή δεδομένων είναι το σουηδικό Συμβούλιο Αλιείας. Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές, δηλαδή ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις πώλησης, δηλώσεις εκφόρτωσης και, για τον παράκτιο στόλο, μηνιαία (ή και καθημερινά) ημερολόγια. Οι δηλώσεις πωλήσεων συλλέγονται κεντρικά, είτε ηλεκτρονικά είτε σε χαρτί και οι παράκτιοι αλιείς έχουν την άποψη πως πρέπει να υποβάλλουν τα ημερολόγια της παράκτιας αλιείας ηλεκτρονικά, μέσω ασφαλούς διαδικτυακής διεπαφής. Ηνωμένο Βασίλειο – Οι αλιεύσεις από τον Βορειοανατολικό Ατλαντικό (περιοχή 27) είναι οι πιο σημαντικές. Υπάρχει ένας ευμεγέθης στόλος παράκτιας αλιείας που επιδίδεται κυρίως στην αλιεία ειδών εκτός ποσοστώσεων, ωστόσο παίρνει μια σημαντική μερίδα ορισμένων αποθεμάτων που υπόκεινται σε ποσόστωση. Το Ηνωμένο Βασίλειο διαχειρίζεται επίσης έναν μικρό στόλο ανοικτής θάλασσας που είναι νηολογημένος στο ΗΒ αλλά η βάση του βρίσκεται στο εξωτερικό, το ίδιο και η διαχείρισή του. Οι επιθεωρήσεις αλιείας της Αγγλίας, της Σκοτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας είναι αρμόδιες για τη συλλογή δεδομένων. Τα δεδομένα αντιπαραβάλλονται και διαβιβάζονται στη Eurostat από τον Οργανισμό Ναυτιλίας και Αλιείας του Υπουργείου Τροφίμων, περιβάλλοντος και αγροτικών υποθέσεων (DEFRA). Για το στόλο σκαφών μήκους άνω των 10 m, οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές πηγές (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις πώλησης και δηλώσεις εκφόρτωσης). Για το στόλο σκαφών κάτω των 10 m μήκους, τα ημερολόγια και οι δηλώσεις εκφόρτωσης παρέχονται σε εθελοντική βάση, ωστόσο οι δηλώσεις πώλησης είναι υποχρεωτικές βάσει των κανόνων που διέπουν την πρώτη πώληση ψαριών. Αυτές οι πηγές παρέχουν μια πλήρη απογραφή του μεγαλύτερου μέρους της αλιευτικής δραστηριότητας. Πρόσθετες πληροφορίες για την οστρακαλιεία παρέχονται από ημερολόγια δραστηριοτήτων, των οποίων η συμπλήρωση αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας οστρακαλιείας. Ισλανδία – Τα ισλανδικά σκάφη αλιεύουν κατά κύριο λόγο στα ύδατα του Βορειοανατολικού Ατλαντικού αλλά επίσης, σε μικρότερο βαθμό, στον Βορειοδυτικό και Νότιο Ατλαντικό. Όπως και για τα κράτη μέλη της ΕΕ, δεν υπάρχουν βασικές διαφορές στη μεθοδολογία κατάρτισης στατιστικών για τα αλιεύματα και τις εκφορτώσεις. Τα δεδομένα προέρχονται από τα ημερολόγια. Η Ισλανδία ρυθμίζει επίσης αυστηρά την πρώτη πώληση αλιευμάτων και όλες οι εκφορτώσεις πρέπει να γίνονται σε καθορισμένα λιμάνια και να ζυγίζονται σε πιστοποιημένες ζυγαριές. Τόσο οι αγοραστές όσο και οι μεταποιητές ψαριών είναι υποχρεωμένοι να υποβάλλουν εκθέσεις. Αρμόδια για τη συλλογή δεδομένων είναι η ισλανδική Διεύθυνση Αλιείας και η Στατιστική Υπηρεσία της Ισλανδίας που τα διαβιβάζει στη Eurostat . Παρόλο που οι πηγές δεδομένων είναι οι ίδιες και για τις δύο υπηρεσίες, μπορεί να παρατηρηθούν διαφορές, επειδή η διεύθυνση αλιείας παρέχει τα δεδομένα απευθείας από τη βάση δεδομένων, που τροφοδοτείται συνεχώς και υπόκειται σε αναθεώρηση. Νορβηγία – Τα νορβηγικά σκάφη αλιεύουν στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό (περιοχή 27), στον Βορειοδυτικό Ατλαντικό (περιοχή 21) και στον Αρκτικό Ωκεανό (περιοχή 48). Η νορβηγική Διεύθυνση Αλιείας είναι αρμόδια για τη συλλογή δεδομένων αλιείας. Οι πηγές δεδομένων είναι διοικητικές και περιλαμβάνουν ημερολόγια αλιεύσεων, δηλώσεις εκφορτώσεων και πωλήσεων. Τα δεδομένα ημερολογίων που είναι καταγραμμένα στη διεύθυνση αλιείας περιλαμβάνουν εγγραφές κυρίως από μηχανότρατες, συμπεριλαμβανομένων σκαφών που αλιεύουν εκτός της περιοχής CIEM. Δεδομένα από δηλώσεις εκφορτώσεων και πωλήσεων συλλέγονται μέσω έξι διαφορετικών οργανώσεων πωλήσεων και αποστέλλονται ηλεκτρονικά σε τακτική βάση στη Διεύθυνση Αλιείας. Σύμφωνα με τη νορβηγική νομοθεσία, οι οργανώσεις πωλήσεων των αλιέων έχουν αποκλειστικό δικαίωμα σε όλες τις πρώτες πωλήσεις που πραγματοποιούν νορβηγοί αλιείς. Η δήλωση πώλησης καλύπτει δεδομένα τόσο για τις εγχώριες εκφορτώσεις όσο και για τις εκφορτώσεις νορβηγικών σκαφών σε λιμάνια του εξωτερικού και για τις εκφορτώσεις ξένων σκαφών σε λιμάνια της Νορβηγίας. Όπως απαιτείται από τις νορβηγικές κανονιστικές διατάξεις, κάθε δήλωση πώλησης περιέχει πληροφορίες για τα είδη, για τον τύπο του προϊόντος, για την περιοχή αλιείας, την ποσότητα και την αξία κ.λπ. Πρόσθετες πληροφορίες, όπως για την κατάσταση διατήρησης, δίνονται για στατιστικούς σκοπούς. Ποιότητα δεδομένων Οι μεθοδολογίες για τη συλλογή πληροφοριών για σκοπούς εφαρμογής και ελέγχου και για στατιστικούς σκοπούς παρουσιάζουν αρκετή συνοχή σε όλα τα κράτη μέλη. Η αξιοπιστία των στατιστικών εξαρτάται από την ειλικρίνεια και την ακρίβεια της τεκμηρίωσης που παρέχουν οι αλιείς και από τους ελέγχους ποιότητας των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν διάφορους μηχανισμούς για την παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων παρατηρήσεις από αεροσκάφη, σκάφη προστασίας της αλιείας, δορυφορική παρακολούθηση (για σκάφη > 15 μέτρων ολικού μήκους) και επιθεωρήσεις επί αλιευτικών σκαφών. Αυτές οι πληροφορίες χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο των πληροφοριών που γράφονται σε ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις πωλήσεων και δηλώσεις εκφορτώσεων. Πολλά κράτη μέλη έχουν ήδη αναφέρει τη χρήση ηλεκτρονικών μεθόδων για την εκτέλεση αυτών των ελέγχων αντιπαραβολής. Οι διάφορες πηγές δεδομένων ελέγχονται επίσης ως προς την ποιότητα κατά την εισαγωγή τους, ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες έχουν εσωτερική συνοχή και ότι τα σοβαρά σφάλματα έχουν απαλειφθεί, συμπεριλαμβανομένων των σφαλμάτων μορφοτύπου και της λανθασμένης αναφοράς ειδών, περιοχών και τιμών. Όπως συζητήθηκε, διάφορες βασικές πηγές δεδομένων αντιπαραβάλλονται, συχνά ηλεκτρονικά πάλι, για να ελεγχθεί η συνοχή. Επιπλέον, μερικά κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου, αναφέρουν ότι έχουν συμφωνίες εργασίας με άλλα κράτη μέλη, στα οποία πραγματοποιούν εκφορτώσεις τα σκάφη τους, για την ανταλλαγή δεδομένων με σκοπό την αντιπαραβολή, ιδίως για την παρακολούθηση των ποσοστώσεων. Η κάλυψη δεδομένων από διάφορες πηγές είναι διεξοδική, ενώ ορισμένα κράτη μέλη αναφέρουν ότι είναι ολοκληρωτική. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν χρησιμοποιούνται διοικητικές πηγές ως πηγές δεδομένων (ημερολόγια πλοίου, δηλώσεις εκφόρτωσης και δηλώσεις πώλησης), γίνεται πλήρης απογραφή και δεν εφαρμόζεται στατιστική δειγματοληψία. Στη Σουηδία τα ημερολόγια είναι προκαταχωρισμένα σε σκάφη και αυτό αναφέρεται ότι εξασφαλίζει υψηλή συχνότητα απαντήσεων. Τυχόν κενά στην κάλυψη των δεδομένων αντιμετωπίζονται με στατιστικές έρευνες οι οποίες μπορεί να καλύπτουν όλες ή μέρος των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Εφαρμόζονται αυστηροί κανόνες όσον αφορά τις προθεσμίες για την παροχή των δηλώσεων πώλησης, των ημερολογίων και των δηλώσεων εκφόρτωσης, οι οποίες τηρούνται ως επί το πλείστον, όταν οι εκφορτώσεις πραγματοποιούνται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, παραδείγματος χάριν, όταν τα δεδομένα παρέχονται ηλεκτρονικά, επικαιροποιούνται σε καθημερινή βάση. Τα κράτη μέλη συχνά αναφέρουν προβλήματα καθυστερήσεων στην παραλαβή των δηλώσεων πώλησης από σκάφη που έχουν εκφορτώσει σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτες χώρες. Οι καθυστερήσεις αυτές μπορεί να φτάσουν και μερικούς μήνες. Μολονότι το θέμα αυτό δεν θίγει άμεσα τις εκθέσεις που υποβάλλονται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006, ο οποίος εφαρμόζεται στις εκφορτώσεις στο εθνικό έδαφος ενός κράτους μέλους, έχει επίπτωση στην ποιότητα των συναφών υποχρεωτικών εκθέσεων αλιευμάτων, ιδίως βραχυπρόθεσμα, διότι έως ότου παραδοθούν οι δηλώσεις πωλήσεων, υποκαθίστανται από τα ημερολόγια πλοίου των οποίων οι πληροφορίες είναι λιγότερο ακριβείς. Οι καθυστερήσεις υποβολής δεδομένων μπορούν να οδηγήσουν σε ανακολουθίες μεταξύ των ταυτόσημων, υποτίθεται, πληροφοριών που αποστέλλονται στη Eurostat και σε άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής (ΓΔ MARE) για σκοπούς παρακολούθησης ποσοστώσεων. Ενώ τα κράτη μέλη προσπαθούν να έχουν συμπληρώσει τα αρχεία τους όσο το δυνατόν πιο κοντά στο τέλος της αλιευτικής περιόδου, οι βάσεις δεδομένων παραμένουν ανοικτές για διορθώσεις, αν και, γενικότερα, λίγες είναι οι σημαντικές ενημερώσεις που γίνονται έξι μήνες μετά το έτος αναφοράς. Οι Κάτω Χώρες ανέφεραν ένα ειδικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν με τις πληροφορίες, όταν τα ψάρια παρασκευάζονται και καταψύχονται στο πλοίο και όταν η πρώτη πώληση καταγράφεται κατά την έξοδό της από τη χώρα ως εξαγωγή. Στην περίπτωση αυτή οι πληροφορίες για τις τμές παρέχονται κατά προσέγγιση έως ότου καταστούν διαθέσιμα τα πραγματικά δεδομένα. Στην πράξη αυτό ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος των αλιευμάτων των Κάτω Χωρών σε ποσότητες, τα οποία περιλαμβάνουν κυρίως πελαγικά είδη (σκουμπρί, ρέγγα, προσφυγάκι κ.λπ.) Άλλα κράτη μέλη αναφέρουν παρόμοια προβλήματα, όταν τα ψάρια δεν πωλούνται αμέσως, οπότε παρέχονται εκτιμήσεις με βάση τις πωλήσεις ψαριών των ίδιων ή παρόμοιων ειδών. Τα κράτη μέλη αναφέρουν επίσης προβλήματα με τις διαφορές που παρουσιάζουν οι διαφορετικοί συντελεστές μετατροπής του εκφορτωμένου βάρους σε ζωντανό βάρος, οι οποίοι εφαρμόζονται σε διαφορετικά κράτη μέλη. Και πάλι αυτό δεν αποτελεί άμεσο θέμα για τις εκθέσεις βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1921/2006, που απαιτούν την αναφορά προϊόντων μάλλον παρά ζωντανού βάρους. Ωστόσο, αποτέλεσε ειδικό θέμα για την παρακολούθηση των ποσοστώσεων από τα κράτη μέλη και για άλλους σκοπούς υποβολής εκθέσεων. Το θέμα θα αντιμετωπιστεί σε μεγάλο βαθμό με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 409/2009[8] της Επιτροπής, που ορίζει συντελετές μετατροπής του κοινού εκφορτωμένου βάρους σε ζωντανό βάρος για πολλά είδη και προϊόντα. Επισημάνθηκε ένα ειδικό πρόβλημα με την ταυτοποίηση των ειδών. Έχουν αναληφθεί διάφορες πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση αυτού του θέματος, μεταξύ άλλων παρασχέθηκαν χάρτες ταυτοποίησης στους αλιείς. Κατά κύριο λόγο, αυτό θίγει τα είδη εκτός ποσοστώσεων και τα είδη των οποίων οι εκφορτώσεις είναι μικρές ή ακανόνιστες. Τα είδη μπορούν να περιλαμβάνονται σε έναν γενικό κωδικό, ακόμη και αν έχουν ταυτοποιηθεί, για παράδειγμα, όταν ο ακριβής κωδικός δεν υπάρχει ακόμη στο σύστημα. Τα κράτη μέλη μπορούν να επανέλθουν και επανέρχονται σε αυτά τα δεδομένα και προβαίνουν σε διορθώσεις όταν εντοπίζονται προβλήματα. Η Δανία αναφέρει εκστρατείες που διοργανώνει περιστασιακά μεταξύ των αλιέων για την αντιμετώπιση ειδικών προβλημάτων με την υποβολή εκθέσεων. Χρηση των δεδομενων (διαδοση) Οι εκθέσεις των κρατών μελών διατίθενται δωρεάν από τη βάση διάδοσης δεδομένων της Eurostat για όλους τους χρήστες με πρόσβαση στο διαδίκτυο. Οι βασικοί χρήστες των στατιστικών αυτών είναι η Γενική Διεύθυνση Αλιείας (MARE), για τους σκοπούς της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, και επίσης το Διεθνές Συμβούλιο για την Εξερεύνηση των Θαλασσών (ICES), το οποίο χρησιμοποιεί δεδομένα για τη διατύπωση συστάσεων στη ΓΔ MARE όσον αφορά την αλιεία στον Βορειοανατολικό Ατλαντικό. Βασικά πορισματα: αναλυση των αποτελεσματων Τα συνοπτικά αποτελέσματα παρουσιάζονται στο παράρτημα της παρούσας έκθεσης. Η συνολική ποσότητα και αξία των εκφορτώσεων αλιευμάτων σημείωσε πτώση στα περισσότερα κράτη μέλη από το 2007 και μετά κατά περίπου 11% και 17% αντιστοίχως (βλέπε πίνακα 1). Η μεγαλύτερη πτώση από το 2007 και μετά σημειώθηκε στις Κάτω Χώρες (308 χιλιάδες τόνοι), στη Γερμανία (83 χιλιάδες τόνοι) και στη Δανία (79 χιλιάδες τόνοι). Μεταξύ των κρατών μελών η Ισπανία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία κατέγραψαν τις υψηλότερες αξίες εκφορτώσεων αλιευμάτων (βλέπει διαγράμματα 1 και 2 στο παράρτημα). Ωστόσο, σε όρους ποσοτήτων, η Δανία κατέγραψε τις μεγαλύτερες εκφορτώσεις. Αυτές οφείλονται στις εκτεταμένες αλιεύσεις σχετικά φθηνών πελαγικών ψαριών από τον δανεζικό κλάδο αλιείας. Τόσο η Νορβηγία όσο και η Ισλανδία κατέγραψαν μεγαλύτερες ποσόστητες εκφορτώσεων από οποιοδήποτε κράτος μέλος· και στην περίπτωσή τους οι εκφορτώσεις περιλαβάνουν μόνο δύο πελαγικά είδη (43 % και 63 % αντιστοίχως). Σε επίπεδο συνόλου Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα περισσότερα είδη που αλιεύθηκαν, σε όρους ποσοτήτων, ήταν πελαγικά (ρέγγα, σαρδελόρεγγα, προσφυγάκι, αμμόχελο κ.λπ.) (βλέπε πίνακα 2 στο παράρτημα), ενώ το μοναδικό βενθοπελαγικό είδος που συγκαταλέγεται στις 10 μεγαλύτερες ποσότητες ήταν ο μπακαλιάρος. Ωστόσο, τα πελαγικά είδη που αλιεύονται σε μεγαλύτερες ποσότητες είναι συνήθως πολύ χαμηλότερης αξίας από τα βενθοπελαγικά. Το είδος nephrops (καραβίδα της θάλασσας) είναι εκείνο με τη μεγαλύτερη συνολική αξία το 2008, ενώ τα είδη που βρίσκονται στις επόμενες τέσσερις θέσεις σε όρους αξίας είναι όλα βενθοπελαγικά. Για μερικά κράτη μέλη αναφέρθηκαν σημαντικές ποσότητες εκφορτώσεων με γενικούς κωδικούς ειδών. Για την Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Ιταλία αυτές αντιπροσώπευαν περισσότερο από το 5 τοις εκατό των εκφορτώσεών τους. Για την Ισπανία, οι ποσότητες που καταγράφηκαν με γενικούς κωδικούς ήταν μεγάλες αλλά αντιπροσώπευαν σχετικά μικρό ποσοστό (λιγότερο από 2%) των καταγεγραμμένων εκφορτώσεών τους. Αυτό είναι πιθανότατα ενδεικτικό της διαφοροποιημένης φύσης του ισπανικού αλιευτικού κλάδου. Η χρήση γενικών κωδικών από την Ιταλία και την Ελλάδα μπορεί να αποτελεί επίσης δείκτη της ποικιλίας των εκφορτώσεων αλλά και αποτέλεσμα των μεθόδων συλλογής δεδομένων και του παραδοσιακού, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα των αλιευτικών στόλων τους. Συμπεράσματα και συστασεισ 1. Η πλειονότητα των κρατών μελών παρέσχε αναλυτική περιγραφή των μεθοδολογιών τους, περιγράφοντας τις πηγές δεδομένων τους και τους ποιοτικούς ελέγχους που εφάρμοσαν. Η μεγάλη πλειονότητα των δεδομένων που παρασχέθηκαν στη Eurostat συλλέγονται βάσει μηχανισμών που θεσμοθετήθηκαν για σκοπούς ελέγχου εφαρμογής της νομοθεσίας. Η Eurostat στηρίζεται κυρίως στους αλιείς, σε πρώτο βαθμό, και στις εθνικές αρχές για την εξασφάλιση της ακρίβειας και της ποιότητας των δεδομένων. 2. Τα κράτη μέλη δεν αναφέρουν ιδιαίτερες διαφορές στη μεθοδολογία για τις πληροφορίες που παρέχουν στις υπηρεσίες της Επιτροπής (ΓΔ MARE και Eurostat). Η επαναχρησιμοποίηση των δεδομένων για στατιστικούς σκοπούς εξασφαλίζει ότι το επιπλέον κόστος για τον αλιευτικό κλάδο είναι μικρό. Για την ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης των κρατών μελών που παρέχουν εκθέσεις στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφαρμόζεται ολοένα στενότερη συνεργασία μεταξύ της ΓΔ MARE και της ΓΔ ESTAT μέσω κοινής ανάπτυξης λύσεων τεχνολογίας της πληροφορίας για τη συλλογή και διάδοση δεδομένων. 3. Η ακριβής ταυτοποίηση ειδών, ιδίως των μικρότερων ειδών, αποτελεί μόνιμο πρόβλημα, το ίδιο και η χρήση γενικών κωδικών για είδη. Η Eurostat εισάγει νέα συστήματα αυτοματοποιημένης επικύρωσης δεδομένων, που θα βοηθήσουν να αντιμετωπιστεί το θέμα. Εξασφαλίζεται περαιτέρω διερεύνηση των εκθέσεων που αφορούν σημαντικές ποσότητες αλιευμάτων που υποβάλλουν κάποια κράτη μέλη με γενικούς κωδικούς. 4. Οι διάφορες πηγές διοικητικών δεδομένων αντιπαραβάλλονται μεταξύ τους για λόγους συνοχής. Όταν οι πηγές αυτές δεδομένων χρησιμοποιούνται με ολοκληρωμένο τρόπο, μπορούν να αποδώσουν μια συνολική και συνεκτική εικόνα των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Η εμπιστοσύνη στην ποιότητα των δεδομένων ενισχύεται επιπλέον όταν αντιπαραβάλλονται με πληροφορίες που προέρχονται από τις δραστηριότητες επιτήρησης. Η αυξανόμενη χρήση ηλεκτρονικών μεθόδων συλλογής δεδομένων έχει βελτιώσει τόσο την επικαιρότητα όσο και την ακρίβεια των πληροφοριών. Σε εξέλιξη βρίσκονται εργασίες σε πολλά κράτη μέλη για την εφαρμογή συστημάτων σύμφωνα με τις μεταβαλλόμενες ευρωπαϊκές απαιτήσεις. 5. Η μειωμένη συχνότητα των εκθέσεων μειώνει το φόρτο εργασίας για τα κράτη μέλη. Τα δεδομένα εξακολουθούν να αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τη χάραξη πολιτικής και τη διαχείριση των αγορών στο πλαίσιο της ΚαλΠ. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΕΚΦΟΡΤΩΣΕΙΣ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΑΛΙΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΖΕΣ Πίνακας 1 [pic]* Τα αριθμητικά στοιχεία του 2008 για τη Λιθουανία επανεξετάζονται. Τα αριθμητικά στοιχεία για τις ποσότητες είναι σε βάρος προϊόντος. Διάγραμμα 1 Συνολική αξία εκφορτώσεων το 2008 ― ΕΕ και ΕΖΕΣ [pic] Διάγραμμα 2 Συνολική ποσότητα εκφορτώσεων το 2008 ― ΕΕ και ΕΖΕΣ [pic] Πίνακας 2 Τα 10 είδη με τις μεγαλύτερες ποσότητες και τη μεγαλύτερη αξία αλιευμάτων (ΕΕ) το 2008 [pic] [1] ΕΕ L 403 της 30.12.2006, σ. 1. [2] Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1993, για τη θέσπιση συστήματος ελέγχου της κοινής αλιευτικής πολιτικής. ΕΕ L 261 της 20.10.1993, σ. 1. [3] Ειδική έκθεση 7/2007 σχετικά με τα συστήματα ελέγχου, επιθεώρησης και επιβολής κυρώσεων που αφορούν τους κανόνες διατήρησης των κοινοτικών αλιευτικών πόρων. [4] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2009 , περί θεσπίσεως κοινοτικού συστήματος ελέγχου της τήρησης των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής, τροποποιήσεως των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 847/96, (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, (ΕΚ) αριθ. 811/2004, (ΕΚ) αριθ. 768/2005, (ΕΚ) αριθ. 2115/2005, (ΕΚ) αριθ. 2166/2005, (ΕΚ) αριθ. 388/2006, (ΕΚ) αριθ. 509/2007, (ΕΚ) αριθ. 676/2007, (ΕΚ) αριθ. 1098/2007, (ΕΚ) αριθ. 1300/2008, (ΕΚ) αριθ. 1342/2008 και καταργήσεως των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93, (ΕΚ) αριθ. 1627/94 και (ΕΚ) αριθ. 1966/2006. ΕΕ L 343 της 22.12.2009, σ. 1. [5] Άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 του Συμβουλίου [6] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1966/2006 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 2006, για την ηλεκτρονική καταχώρηση και αναφορά αλιευτικών δραστηριοτήτων καθώς και για τα μέσα τηλεπαρακολούθησης. ΕΕ L 409 της 30.12.2006, σ. 1. [7] Τα αλιευτικά εργαλεία ταξινομούνται συνήθως σε δύο μεγάλες κατηγορίες: παθητικά και δυναμικά εργαλεία. Η ταξινόμηση αυτή βασίζεται στη σχετική συμπεριφορά των ειδών-στόχων και στο αλιευτικό εργαλείο. Με τα παθητικά εργαλεία η αλίευση βασίζεται γενικά στη μετακίνηση των ειδών-στόχων προς το εργαλείο (π.χ. παγίδες) ενώ με τα δυναμικά εργαλεία η αλίευση βασίζεται κυρίως στην καταδίωξη των ειδών-στόχων (π.χ. τράτες, δράγες). [8] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 409/2009 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 2009, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών συντελεστών μετατροπής και κωδικών παρουσίασης για τη μετατροπή του βάρους μεταποιηθέντων ιχθύων σε βάρος ζωντανών ιχθύων και περί τροποποίησης του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2807/83 της Επιτροπής. ΕΕ L 123 της 19.5.2009, σ. 78.