This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52007DC0401
Communication from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions on market reviews under the EU Regulatory Framework (2nd Report) Consolidating the internal market for electronic communications {SEC(2007) 962}
Ανακοίνωση τησ Επιτροπήσ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβουλιο, την Ευρωπαϊκη Οικονομικη και Κοινωνικη Επιτροπη και την Επιτροπη των Περιφερειων σχετικά με τις ανασκοπήσεις της αγοράς με βάση το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ (2η έκθεση) - Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών {SEC(2007) 962}
Ανακοίνωση τησ Επιτροπήσ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβουλιο, την Ευρωπαϊκη Οικονομικη και Κοινωνικη Επιτροπη και την Επιτροπη των Περιφερειων σχετικά με τις ανασκοπήσεις της αγοράς με βάση το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ (2η έκθεση) - Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών {SEC(2007) 962}
/* COM/2007/0401 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 11.7.2007 COM(2007) 401 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ σχετικά με τις ανασκοπήσεις της αγοράς με βάση το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ (2η έκθεση) Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών {SEC(2007) 962} ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ, ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ, ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ Σχετικά με τις ανασκοπήσεις της αγοράς με βάση το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ (2 η έκθεση) Εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ) ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ 1. Εισαγωγή 3 2. Επισκόπηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 7 3 3. Εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών 4 4. Αποκτηθείσα πείρα από τις κοινοποιήσεις 5 4.1. Καθορισμός της αγοράς και ανάλυση της αγοράς 6 4.2. Διορθωτικά μέτρα 7 4.2.1. Λιανικές αγορές σταθερής πρόσβασης 7 4.2.2. Αγορές τερματισμού κλήσεων στη σταθερή και κινητή τηλεφωνία 8 4.2.3. Ευρυζωνικές αγορές χονδρικής (πρόσβαση διφυορεύματος και αποδεσμοποίηση τοπικού βρόχου) 9 5. Τάσεις του ανταγωνισμού στις αγορές που αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλυσης 10 5.1. Λιανικές αγορές κλήσεων και μισθωμένων γραμμών 10 5.2. Χονδρικές αγορές παροχής διαβιβαστικών και ζευκτικών τμημάτων μισθωμένων γραμμών 11 5.3. Χονδρική αγορά πρόσβασης και εκκίνησης κλήσης στην κινητή τηλεφωνία 12 5.4. Χονδρικές αγορές ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων 12 6. Οριζόντια θέματα 13 6.1. Εξορθολογισμός των διαδικασιών 13 6.2. Καθυστερημένη έγκριση των τελικών μέτρων και καθυστερημένη εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων 13 6.3. Εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας για την πρόσβαση 15 7. Συμπεράσματα 15 Εισαγωγή Η υλοποίηση μιας ανοικτής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών εντός ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Πληροφοριών εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση για την Ευρώπη. Ενώ το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων απέφερε σημαντικά οφέλη στους πολίτες και στις επιχειρήσεις, για παράδειγμα μέσω της μείωσης των τιμών, των περισσότερων επιλογών και της δημιουργίας ισότιμων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρη την ΕΕ, εξακολουθούν να υπάρχουν εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού της εσωτερικής αγοράς.[1] Η παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει μια εικόνα της πείρας που αποκτήθηκε από τη διαδικασία ανασκόπησης της αγοράς και δίνει έμφαση σε ορισμένες μείζονες τάσεις και θέματα. Η ανακοίνωση συμπληρώνει την ετήσια έκθεση i2010[2] και την 12η έκθεση εφαρμογής[3]. Επιπροσθέτως, αποτελεί συμβολή στην ανασκόπηση του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων την οποία θα προτείνει η Επιτροπή στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2007. Η ανακοίνωση καταδεικνύει ότι ο μηχανισμός διαβούλευσης δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας-πλαίσιο[4] συνέβαλε σημαντικά στην συνεκτική εφαρμογή του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και την ανάλυση της αγοράς. Συγχρόνως καταδεικνύει ότι σε ορισμένους τομείς, όπως η επιβολή διορθωτικών μέτρων, υπάρχει ακόμη περιθώριο να καταστούν οι κανονιστικές ρυθμίσεις αποτελεσματικότερες και να βελτιωθεί η ομοιογένεια των διορθωτικών μέτρων σε ολόκληρη την ΕΕ προκειμένου να υπάρξει πρόοδος προς την κατεύθυνση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Επισκόπηση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 7 Οι κύριοι στόχοι του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων που τέθηκε σε ισχύ το 2003 είναι η προώθηση του ανταγωνισμού, των επενδύσεων και της καινοτομίας εντός της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών προς όφελος των καταναλωτών και της ανταγωνιστικότητας. Ο μηχανισμός διαβούλευσης που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των κανονιστικών ρυθμίσεων διαδραματίζει ζωτικό ρόλο στην επίτευξη αυτών των στόχων. Οι αποφάσεις επί των κανονιστικών ρυθμίσεων λαμβάνονται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ), πλην όμως ο μηχανισμός ανασκόπησης σε επίπεδο ΕΕ διασφαλίζει την επιδίωξη των στόχων της εσωτερικής αγοράς. Ο ρόλος αυτός της Επιτροπής κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 της οδηγίας-πλαίσιο είναι καθοριστικός διότι συντείνει (i) στη διασφάλιση συνεπών κανονιστικών ρυθμίσεων σε ολόκληρη την ΕΕ· (ii) στον περιορισμό των κανονιστικών ρυθμίσεων σε αγορές που δεν θα καταστούν ανταγωνιστικές χωρίς ρυθμιστική παρέμβαση· και (iii) στην ενίσχυση της διαφάνειας της ρυθμιστικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας-πλαίσιο, το σχέδιο ρυθμιστικών μέτρων των ΕΡΑ σχετικά με τη διαδικασία ανασκόπησης της αγοράς πρέπει να κοινοποιείται στην Επιτροπή και στις ΕΡΑ των άλλων κρατών μελών. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από μια ΕΡΑ να αποσύρει ένα σχέδιο μέτρου κανονιστικών ρυθμίσεων εάν διαπιστωθεί ότι αυτό δεν είναι σύμφωνο με την κοινοτική νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς ή/και την ανάλυση της ΣΙΑ (σημαντική ισχύς στην αγορά). Η Επιτροπή έχει εκδώσει αίτημα απόσυρσης σε πέντε περιπτώσεις. Επιπροσθέτως, οι ΕΡΑ αποφάσισαν να ανακαλέσουν τις κοινοποιήσεις τους σε 28 περιπτώσεις. Η Επιτροπή και οι άλλες ΕΡΑ δύνανται επίσης να διατυπώσουν παρατηρήσεις για την επιβολή των διορθωτικών μέτρων τις οποίες η κοινοποιούσα ΕΡΑ οφείλει να λάβει ιδιαιτέρως υπόψη. Έως αυτή τη στιγμή έχουν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή πάνω από 600 σχέδια ρυθμιστικών μέτρων, γεγονός που σημαίνει ότι ο πρώτος γύρος των ανασκοπήσεων της αγοράς για τις 18 αγορές που αναφέρονται στη σύσταση της Επιτροπής 2003/311/ΕΚ[5] έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Στο παράρτημα Ι της παρούσας ανακοίνωσης παρατίθεται λεπτομερέστερη ανασκόπηση της διαδικασίας. Εσωτερική αγορά ηλεκτρονικών επικοινωνιών Ενώ πολλοί φορείς εκμετάλλευσης δραστηριοποιούνται σε αρκετές χώρες[6], οι περισσότερες αγορές στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών είναι εθνικές. Οι φορείς εκμετάλλευσης οι οποίοι καταβάλλουν προσπάθειες να προσφέρουν παρόμοιες υπηρεσίες σε ολόκληρη την Ευρώπη, ιδίως στις πολυεθνικές εταιρείες πελάτες τους και να απλοποιήσουν τις διαδικασίες πωλήσεων και εμπορικής προώθησης, χρειάζονται σχετικά παρόμοιες συνθήκες σε επίπεδο χονδρικής σε όλα τα κράτη μέλη[7]. Οι κοινοποιήσεις που ελήφθησαν έως τώρα καταδεικνύουν ότι τα διορθωτικά μέτρα που επιβλήθηκαν δεν είναι πάντοτε τόσο αποτελεσματικά όσο θα μπορούσαν να είναι και ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις δεν παρουσιάζουν πάντοτε ομοιογένεια στο σύνολο της ΕΕ, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι συνθήκες της αγοράς είναι παρόμοιες. Οι φορείς της αγοράς που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν σε αρκετά κράτη μέλη ενίοτε αντιμετωπίζουν μια πληθώρα από ρυθμιστικά περιβάλλοντα. Προκειμένου ο ευρωπαϊκός κλάδος ηλεκτρονικών επικοινωνιών να μπορέσει να αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό της εσωτερικής αγοράς, πρέπει να ληφθούν περαιτέρω μέτρα ώστε να διασφαλισθεί η αποτελεσματική ρύθμιση σε όλα τα κράτη μέλη και να αρθούν οι αδικαιολόγητες αποκλίσεις των κανονιστικών ρυθμίσεων στα κράτη μέλη. Χωρίς ομοιογενή εκ των προτέρων ρύθμιση, οι φορείς εκμετάλλευσης, ιδίως εκείνοι που είναι παρόντες σε αρκετά κράτη μέλη, αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην υποβολή των προσφορών τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η έλλειψη κανονιστικής βεβαιότητας θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην ΕΕ[8]. Κατά τη δημόσια διαβούλευση για την ανασκόπηση του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων της ΕΕ[9] προτάθηκε να διαδραματίσει η Επιτροπή ισχυρότερο ρόλο στην συνεπή εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων[10]. Αποκτηθείσα πείρα από τις κοινοποιήσεις Το πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών βασίστηκε στην κανονιστική ρύθμιση των αγορών και όχι στη ρύθμιση των τεχνολογιών. Οι εν λόγω αγορές καθορίζονται και αναλύονται σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού. Όταν μια δεδομένη αγορά επιδέχεται εκ των προτέρων ρύθμιση και μια ΕΡΑ διαπιστώνει ότι μία ή περισσότερες επιχειρήσεις διαθέτουν σημαντική ισχύ στην αγορά ή “ΣΙΑ” (η οποία, δυνάμει του δικαίου περί ανταγωνισμού, ισοδυναμεί με “δεσπόζουσα θέση”) σε αυτή την αγορά, πρέπει να επιβάλει κατάλληλες κανονιστικές ρυθμίσεις. Αντιστρόφως, δεν επιτρέπεται να επιβάλλονται κανονιστικές ρυθμίσεις ή πρέπει να αποσύρονται οι υφιστάμενες κανονιστικές ρυθμίσεις σε αγορές στις οποίες διαπιστώνεται ότι καμία επιχείρηση δεν διαθέτει ΣΙΑ. Στο παρόν κεφάλαιο παρουσιάζονται οι εξελίξεις όσον αφορά τον καθορισμό και την ανάλυση της αγοράς και τονίζονται ορισμένες ανεπάρκειες και αποκλίσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν κατά την εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων και οι κίνδυνοι που υπονομεύουν την εσωτερική αγορά. Το κεφάλαιο συμπληρώνεται από το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που επισυνάπτεται στην παρούσα ανακοίνωση, το οποίο παρέχει μια λεπτομερέστερη επισκόπηση. Καθορισμός της αγοράς και ανάλυση της αγοράς Η πρώτη ανακοίνωση για τις ανασκοπήσεις της αγοράς[11] υπογράμμισε ότι η συμμετοχή της Επιτροπής επέτρεψε την επίτευξη υψηλού βαθμού ομοιογένειας όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και την ανάλυση της αγοράς. Η πείρα που αποκτήθηκε από τις ληφθείσες μετέπειτα κοινοποιήσεις καταδεικνύει ότι αυτό εξακολουθεί να αποτελεί κανόνα. Βάσει του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, οι αγορές πρέπει να καθοριστούν σύμφωνα με το δίκαιο περί ανταγωνισμού, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη την αρχή της τεχνολογικής ουδετερότητας. Μετά την πρώτη ανακοίνωση για τις ανασκοπήσεις της αγοράς, η διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 7, σε συνδυασμό με τη σύσταση για τις συναφείς αγορές, διασφάλισε ότι οι ΕΡΑ καθορίζουν τις αγορές με τρόπο ομοιογενή, ακόμη και όταν πρόκειται για νέες τεχνολογίες όπως οι ευρυζωνικές υπηρεσίες υψηλής ταχύτητας που βασίζονται στην τεχνολογία VDSL (ψηφιακή συνδρομητική γραμμή πολύ υψηλής ταχύτητας). Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η απλή αναβάθμιση μιας υφιστάμενης υπηρεσίας που πραγματοποιείται μέσω μιας νέας τεχνολογίας δεν συνιστά από μόνη της νέα αγορά[12]. Η Επιτροπή έδωσε επίσης κατευθυντήριες γραμμές ώστε να συμπεριληφθούν οι μισθωμένες γραμμές που χρησιμοποιούν εναλλακτικές διεπαφές, όπως το Ethernet, στις αγορές μισθωμένων γραμμών χονδρικής[13]. Όσον αφορά τη ΣΙΑ, οι ΕΡΑ πρέπει να εκτιμούν, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού της ΕΕ και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές για τη ΣΙΑ[14], εάν μια επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση στη σχετική αγορά. Τα πολύ υψηλά μερίδια στην αγορά (άνω του 50%) αποτελούν από μόνα τους, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, απόδειξη της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης, ενώ μερίδια στην αγορά άνω του 40 % κανονικά θα έπρεπε να εγείρουν ανησυχίες για ύπαρξη ΣΙΑ. Σύμφωνα με τη νομολογία, η συμπερίληψη των δεσμευμένων πωλήσεων στη σχετική αγορά μπορεί να εξαρτάται από το εάν η κυκλοφορία που παρήγαγε μια θυγατρική της επιχείρησης θα μπορούσε να καταστεί διαθέσιμη στην επαγγελματική αγορά σε περίπτωση αύξησης ή μείωσης των τιμών της αγοράς. Στους άλλους παράγοντες που έχουν σημασία για την ανάλυση της ΣΙΑ συγκαταλέγονται η δυναμική της αγοράς, ο έλεγχος της υποδομής η οποία δεν μπορεί εύκολα να τοποθετηθεί εκ νέου, οι φραγμοί κατά την είσοδο και ο εν δυνάμει ανταγωνισμός. Διορθωτικά μέτρα Όταν μια επιχείρηση κατέχει σημαντική ισχύ σε δεδομένη αγορά, η σχετική ΕΡΑ οφείλει να επιβάλλει κατάλληλες ρυθμιστικές υποχρεώσεις για την αντιμετώπιση του διαπιστωθέντος προβλήματος ανταγωνισμού. Όσον αφορά την επιλογή των διορθωτικών μέτρων, η Επιτροπή παρατήρησε ότι υπάρχει μικρότερη συνοχή στο σύνολο της ΕΕ από αυτή που έχει επιτευχθεί κατά τον καθορισμό της αγοράς και την ανάλυση της ΣΙΑ. Οι διαφορές ως προς τα διορθωτικά μέτρα δεν δικαιολογούνται πάντοτε από τις αποκλίνουσες συνθήκες της αγοράς ή από άλλες ιδιαιτερότητες που αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοποίησης. Επιπροσθέτως, το διορθωτικό μέτρο που επελέγη δεν ήταν πάντοτε και το αποτελεσματικότερο. Στις παρακάτω ενότητες δίνεται έμφαση στους κυριότερους προβληματικούς τομείς. Λιανικές αγορές σταθερής πρόσβασης Στις αγορές λιανικής “πρόσβασης” (δηλαδή σύνδεση με δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας με δυνατότητα κλήσεων και συναφών υπηρεσιών), ορισμένες ΕΡΑ δεν επέβαλαν υποχρεώσεις καταλογισμού κόστους και λογιστικού διαχωρισμού ή παρέλειψαν να καθορίσουν εν προκειμένω τις κατάλληλες λεπτομέρειες[15]. Η απουσία αυτών των υποχρεώσεων στις λιανικές αγορές πρόσβασης καθιστά δύσκολη την επιβολή αποτελεσματικών ρυθμίσεων των τιμών για διάφορα συναφή προϊόντα χονδρικής (όπως η χονδρική μίσθωση γραμμών και η αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου) και την παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις σχετικά με την αποφυγή διακρίσεων. Δυσχεραίνει επίσης την εκ των υστέρων επιβολή των κανόνων περί ανταγωνισμού, παραδείγματος χάριν σε περιπτώσεις αντιανταγωνιστικής τιμολόγησης. Επιπροσθέτως, η επιβολή και η εφαρμογή των υποχρεώσεων χονδρικής μίσθωσης γραμμών ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Οι αποκλίσεις δεν δικαιολογούνται πάντοτε με βάση τις αποκλίνουσες συνθήκες της αγοράς[16]. Τέλος, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η έλλειψη αποτελεσματικού ανταγωνισμού στις λιανικές αγορές πρόσβασης πρέπει κατά προτίμηση να αντιμετωπιστεί μέσω της αποτελεσματικής ρύθμισης σε επίπεδο χονδρικής (παραδείγματος χάριν, χονδρική μίσθωση γραμμών ή αποδεσμοποίηση τοπικού βρόχου). Κατά την εκτίμηση των αναγκών ρύθμισης σε επίπεδο χονδρικής, ιδίως κατά τον δεύτερο γύρο της ανάλυσης της αγοράς, οι ΕΡΑ πρέπει πρώτα να αναλύσουν και να προσπαθήσουν να αυξήσουν τον αντίκτυπο των υφιστάμενων διορθωτικών μέτρων σε επίπεδο χονδρικής[17]. Τα διορθωτικά μέτρα που έχουν επιβληθεί στις λιανικές αγορές πρόσβασης ποικίλλουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Οι διαφορές αυτές δεν δικαιολογούνται πάντοτε από τις αποκλίνουσες συνθήκες της αγοράς. Αγορές τερματισμού κλήσεων στη σταθερή και κινητή τηλεφωνία Καταρχήν, κάθε φορέας εκμετάλλευσης απολαμβάνει μονοπωλιακή θέση για τον τερματισμό κλήσεων στο δίκτυό του. Μολονότι τα μέτρα που έχουν έως τώρα εγκριθεί έχουν μειώσει σημαντικά το επίπεδο των τελών τερματισμού σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, η εφαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων εξακολουθεί να είναι άνιση. Ειδικότερα, εξακολουθούν να εγείρουν ανησυχίες τα παρακάτω θέματα. Μολονότι στα περισσότερα κράτη μέλη προβλέπεται κάποιας μορφής τιμολόγηση με βάση το κόστος, εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα κατά μέσον όρο τέλη τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας. Οι αποκλίσεις μπορεί εν μέρει να δικαιολογούνται από τη διαφορά κόστους, αλλά οφείλονται επίσης στις διαφορετικές μεθόδους καθορισμού τιμών τις οποίες εφαρμόζουν οι ΕΡΑ και τα διαφορετικά χρονοδιαγράμματα που προβλέπονται για τη μείωση των τελών τερματισμού κλήσεων κινητής τηλεφωνίας έως το κόστος ενός αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης. Τα υψηλά τέλη τερματισμού κλήσεων εξακολουθούν συνεπώς να μεταφράζονται σε υψηλές, καίτοι φθίνουσες, τιμές για τους καταναλωτές σε πολλά κράτη μέλη. Επιπροσθέτως, αρκετές ΕΡΑ επέτρεψαν σε μικρότερους φορείς εκμετάλλευσης, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη επωφεληθεί από τις οικονομίες κλίμακας αμέσως μετά την είσοδό τους στην αγορά, την επιβολή υψηλών τελών τερματισμού κλήσεων. Αυτό μπορεί ωστόσο να αποτελέσει αντικίνητρο για την απόκτηση μεριδίου στην αγορά, σε επίπεδο λιανικής, καθώς η διεύρυνση της βάσης των καταναλωτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερα υπό ρύθμιση τέλη τερματισμού. Ως εκ τούτου, τα τέλη τερματισμού θα πρέπει καταρχήν να είναι συμμετρικά, η δε ασυμμετρία απαιτεί κατάλληλη αιτιολόγηση. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις η ασυμμετρία μπορεί να δικαιολογείται από αντικειμενικές διαφορές κόστους οι οποίες ξεφεύγουν από τον έλεγχο των εκάστοτε φορέων εκμετάλλευσης, παραδείγματος χάριν αμετάβλητες διαφορές μεταξύ καίριων στοιχείων του δικτύου. Εάν η ασυμμετρία όσον αφορά τα τέλη τερματισμού κλήσεων δεν βασίζεται σε αντικειμενικές διαφορές κόστους, πρέπει να εξαλειφθεί σταδιακά εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στις αγορές τερματισμού κλήσεων σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, η Επιτροπή έδωσε έμφαση στην ανάγκη μετάβασης, καταρχήν, προς συμμετρικά τέλη τερματισμού κλήσεων, με βάση το κόστος ενός αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης, και ενθάρρυνε τις ΕΡΑ να μειώσουν αναλόγως τα τέλη τους, ιδίως για τον τερματισμό κλήσεων κινητής τηλεφωνίας. Επειδή οι αποκλίνουσες προσεγγίσεις μεταξύ κρατών μελών έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή κάλεσε τις ΕΡΑ να συνεργαστούν στενά με την Ομάδα Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών (ERG), ώστε να επιτύχουν μια συνεπή πανευρωπαϊκή προσέγγιση για τον υπολογισμό του κόστους και να ενισχύσουν τη συμμετρία. Ευρυζωνικές αγορές χονδρικής (πρόσβαση διφυορεύματος και αποδεσμοποίηση τοπικού βρόχου) Η αποτελεσματική κανονιστική ρύθμιση των αγορών για ευρυζωνική πρόσβαση χονδρικής («πρόσβαση διφυορεύματος») και την αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου αποτελεί καίριο παράγοντα για την ανταγωνιστική ανάπτυξη των ευρυζωνικών αγορών λιανικής, καθώς και την ανάπτυξη τριπλών υπηρεσιών («triple play»), οι οποίες παρέχονται μέσω της υποδομής ευρείας ζώνης. Η πρόσβαση διφυορεύματος επιτρέπει στους νεοεισερχόμενους να παρέχουν υπηρεσίες λιανικής ευρυζωνικής πρόσβασης στους τελικούς χρήστες. Πρόκειται επομένως για ένα σημαντικό βήμα για τους νεοεισερχόμενους με κατεύθυνση τις επενδύσεις για τη γενικότερη ανάπτυξη του δικτύου τους, η οποία θα οδηγήσει στην αποδεσμοποίηση του τοπικού βρόχου. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, οι ανταγωνιστές έχουν την τάση να βασίζονται στο συνδυασμό των δύο μορφών πρόσβασης, επενδύοντας στη δική τους υποδομή έως τον τοπικό βρόχο του κατεστημένου φορέα όταν αυτό είναι οικονομικά εφικτό, παραδείγματος χάριν κατά κανόνα σε πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές, ενώ στις αγροτικές περιοχές εξαρτώνται από την πρόσβαση διφυορεύματος. Ενίοτε, η καθυστερημένη[18] εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων στις αγορές ευρυζωνικής πρόσβασης χονδρικής έβλαψε την αποτελεσματικότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα σημεία του δικτύου στα οποία έπρεπε να χορηγηθεί η πρόσβαση διφυορεύματος είτε δεν προσδιορίζονταν, είτε ήταν ανεπαρκή για να επιτρέψουν την ανάπτυξη του ανταγωνισμού[19]. Η ρύθμιση των τιμών δεν ήταν πάντοτε αποτελεσματική[20] και βασίστηκε στις διαφορετικές μεθόδους καθορισμού των τιμών στο σύνολο της ΕΕ. Η αναποτελεσματική ρύθμιση των τιμών σε ορισμένα κράτη μέλη στρεβλώνει την εσωτερική αγορά και προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, κυρίως μέσω της συμπίεσης των περιθωρίων κέρδους. Όλα τα κράτη μέλη δεν υποχρέωσαν τον κατεστημένο φορέα να διαθέτει "γυμνή σύνδεση DSL", η οποία επιτρέπει στους εναλλακτικούς φορείς εκμετάλλευσης να παρέχουν ευζωνική πρόσβαση στους τελικούς χρήστες χωρίς την υποχρέωση μίσθωσης τηλεφωνικής γραμμής του κατεστημένου φορέα εκμετάλλευσης[21]. Λόγω του υψηλού κόστους της εκ νέου τοποθέτησης του «τελευταίου χιλιομέτρου» των δικτύων PSTN (δημόσια τηλεφωνικά δίκτυα μεταγωγής), τα παλαιά μονοπώλια κατέχουν ακόμη πολύ ισχυρή θέση στην αγορά αποδεσμοποίητης πρόσβασης χονδρικής. Ως εκ τούτου, όλες οι ΕΡΑ οι οποίες υπέβαλαν έως τώρα κοινοποίηση για την εν λόγω αγορά διαπίστωσαν ότι αυτή δεν ήταν ανταγωνιστική. Σε ορισμένα κράτη μέλη, επί του παρόντος αναβαθμίζονται τμήματα του τοπικού βρόχου, με υποδομή οπτικών ινών μεταξύ των κύριων κατανεμητών και των οδικών κυτίων σύνδεσης. Η Επιτροπή τονίζει ότι αυτό δεν πρέπει να υπονομεύει την ικανότητα των ανταγωνιστών να αποκτήσουν πρόσβαση στο δίκτυο ενός φορέα εκμετάλλευσης με ΣΙΑ σε κατάλληλο επίπεδο ώστε να μπορούν να εξακολουθούν να είναι ανταγωνιστικοί με αποτελεσματικό τρόπο. Ενόψει αυτών των εξελίξεων, οι αγορές πρόσβασης διφυορεύματος και αποδεσμοποίησης του τοπικού βρόχου δεν πρέπει στο μέλλον να αναλύονται μεμονωμένα, ώστε να διασφαλίζεται συνεπής προσέγγιση. Τάσεις του ανταγωνισμού στις αγορές που αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλυσης Ένας από τους κύριους στόχους του μηχανισμού του άρθρου 7 είναι να περιορίσει τη ρύθμιση σε εκείνες τις αγορές οι οποίες λόγω, μεταξύ άλλων, των δομικών τους χαρακτηριστικών δεν έχουν προοπτικές να καταστούν αποτελεσματικά ανταγωνιστικές χωρίς ρυθμιστική παρέμβαση. Το παρόν κεφάλαιο έχει ως αντικείμενο ορισμένες αγορές στις οποίες παρατηρήθηκαν εξελίξεις όσον αφορά τον ανταγωνισμό. Οι εξελίξεις αυτές θα ληφθούν υπόψη στην ανασκόπηση της σύστασης για τις συναφείς αγορές. Η εξέλιξη όλων των αγορών που αναφέρονται στη σύσταση για τις συναφείς αγορές περιγράφεται λεπτομερώς στο παράρτημα III της παρούσας ανακοίνωσης. Λιανικές αγορές κλήσεων και μισθωμένων γραμμών Σε ολόκληρη την ΕΕ, οι λιανικές αγορές κλήσεων εμφανίζουν μια αξιοσημείωτη τάση προς τον ανταγωνισμό. Σε αρκετά κράτη μέλη, ήδη κατά τον πρώτο γύρο των αναλύσεων της αγοράς, διαπιστώθηκε ότι ειδικότερα οι αγορές διεθνών κλήσεων είναι ανταγωνιστικές[22]. Ακόμη και σε όσες αγορές διαπιστώθηκε ότι δεν είναι έως τώρα ανταγωνιστικές, οι συνθήκες του ανταγωνισμού βελτιώνονται, δηλαδή οι τιμές μειώνονται και οι νεοεισερχόμενοι αποκτούν μερίδιο στην αγορά. Η αυξημένη ανταγωνιστική πίεση των γειτονικών αγορών, όπως η αγορά κινητής τηλεφωνίας, θέτει περιορισμούς στη συμπεριφορά του κατεστημένου φορέα. Η ρύθμιση της αγοράς χονδρικής (επιλογή και προεπιλογή φορέα, ενίοτε σε συνδυασμό με τη χονδρική μίσθωση γραμμής) μειώνει τους φραγμούς κατά την είσοδο. Επιπροσθέτως, η διάδοση των ευρυζωνικών συνδέσεων με το Διαδίκτυο σε συνδυασμό με την εμφάνιση της ευρυζωνικής διαβίβασης φωνής (Voice over Broadband - VoB) αναμένεται να αυξήσει περαιτέρω τον ανταγωνισμό στις αγορές κλήσεων κατά τα προσεχή έτη. Η κατάλληλη ρύθμιση σε επίπεδο χονδρικής θα πρέπει να καταστήσει περιττή τη ρύθμιση της λιανικής, από τη στιγμή που οι εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης θα εισέλθουν στην αγορά και θα είναι ανταγωνιστικοί ως προς τον κατεστημένο φορέα εκμετάλλευσης, παρέχοντας καλύτερες υπηρεσίες και χαμηλότερες τιμές τους καταναλωτές. Ως εκ τούτου, οι ΕΡΑ πρέπει να επικεντρωθούν στην επιβολή της αποτελεσματικής ρύθμισης της χονδρικής. Καλούνται να παρακολουθούν τις επιπτώσεις της ρύθμισης της χονδρικής προσεκτικά και, εάν παραστεί ανάγκη, να προσαρμόζουν τα διορθωτικά μέτρα στις αγορές χονδρικής αναλόγως, με σκοπό τη διασφάλιση του ανταγωνισμού σε επίπεδο λιανικής. Οι ΕΡΑ καλούνται επίσης να συνεργάζονται στενά με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού ώστε να διασφαλίζουν την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στις λιανικές αγορές κλήσεων λόγω αντιανταγωνιστικής συμπεριφοράς. Οι τεχνολογικές εξελίξεις, καθώς και η ομοιογενής και αποτελεσματική επιβολή των κατάλληλων ρυθμίσεων σε επίπεδο χονδρικής έχει ενισχύσει τον ανταγωνισμό στις λιανικές αγορές κλήσεων και μισθωμένων γραμμών. Χονδρικές αγορές παροχής διαβιβαστικών και ζευκτικών τμημάτων μισθωμένων γραμμών Εννέα ΕΡΑ διαπίστωσαν ότι η χονδρική αγορά ζευκτικών τμημάτων μισθωμένων γραμμών ήταν αποτελεσματικά ανταγωνιστική[23]. Σε ορισμένα κράτη μέλη εγκαταστάθηκε νέα υποδομή παράλληλα με την κύρια υποδομή δικτύου των κατεστημένων φορέων εκμετάλλευσης και οι εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης ξεκίνησαν να προσφέρουν ζευκτικά τμήματα μισθωμένων γραμμών σε τρίτους, ανταγωνιζόμενοι τον κατεστημένο φορέα. Τα δίκτυα των εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης ίσως να μην καλύπτουν πάντοτε το σύνολο της επικράτειας ενός κράτους μέρους, αλλά σε πολλά κράτη μέλη υπάρχει η δυνατότητα διεύρυνσης της κάλυψης. Αυτό μπορεί να επηρεάσει την αντισταθμιστική αγοραστική δύναμη των εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης έναντι των κατεστημένων φορέων. Τέσσερεις ΕΡΑ διαπίστωσαν ότι οι αγορές διαβίβασης ήσαν ανταγωνιστικές. Μολαταύτα, ακόμη και σε ορισμένες μη ανταγωνιστικές αγορές διαβίβασης, εμφανίστηκαν ανταγωνιστικές τάσεις, καθώς το μερίδιο στην αγορά των φορέων εκμετάλλευσης με ΣΙΑ, μολονότι εξακολουθούσε να είναι σημαντικό, μειώθηκε λόγω των εναλλακτικών φορέων εκμετάλλευσης οι οποίοι τοποθέτησαν νέα υποδομή όχι μόνο για τη δική τους παροχή, αλλά και για να προσφέρουν υπηρεσίες διαβίβασης σε τρίτους. Εγκαταστάθηκε νέα υποδομή παράλληλα με την κύρια υποδομή δικτύου και γενικά διατίθενται μισθωμένες γραμμές, οι οποίες χρησιμεύουν για την παροχή υπηρεσιών διαβίβασης. Είναι λογικό να αναμένει κανείς ότι η εγκατάσταση νέας κυρίας υποδομής στα διαβιβαστικά και ζευκτικά τμήματα θα συνεχιστεί στο μέλλον, μολονότι οι εναλλακτικοί φορείς εκμετάλλευσης σε πολλά κράτη μέλη ενδέχεται να εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από τις γραμμές του κατεστημένου φορέα για ορισμένες γραμμές με μικρότερη κυκλοφορία. Χονδρική αγορά πρόσβασης και εκκίνησης κλήσης στην κινητή τηλεφωνία Στον πρώτο γύρο των αναλύσεων της αγοράς, πέντε ΕΡΑ διαπίστωσαν ότι η αγορά χονδρικής για υπηρεσίες πρόσβασης και εκκίνησης κλήσης στην κινητή τηλεφωνία δεν είναι αποτελεσματικά ανταγωνιστική και, ως εκ τούτου, πρότειναν κανονιστικές ρυθμίσεις[24]. Σε άλλα κράτη μέλη διαπιστώθηκε ότι η αγορά ήταν ανταγωνιστική. Σε πολλά κράτη μέλη, η πρόσβαση και η εκκίνηση κλήσης στην κινητή τηλεφωνία παρέχονται σε εμπορική βάση. Από τη στιγμή που έχουν εισέλθει στην αγορά πάροχοι υπηρεσιών, είτε μέσω συμφωνιών πρόσβασης υποκείμενων σε ρύθμιση, είτε μέσω εμπορικών συμφωνιών με φορέα εκμετάλλευσης δικτύου κινητής τηλεφωνίας, ο φορέας υποδοχής μπορεί να έχει οικονομικό συμφέρον να συνεχίσει την παροχή των υπηρεσιών[25]. Ενώ η χονδρική αγορά υπηρεσιών πρόσβασης και εκκίνησης κλήσης στην κινητή τηλεφωνία διαπιστώθηκε ότι είναι αποτελεσματικά ανταγωνιστική στα περισσότερα κράτη μέλη, απομένει να εκτιμηθεί εάν η ανάπτυξη του ανταγωνισμού, παραδείγματος χάριν λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης συμφωνιών με τους φορείς εκμετάλλευσης κινητών ιδεατών δικτύων (MVNO - Mobile Virtual Network Operators), είναι ήδη επαρκής στη χονδρική αγορά πρόσβασης και προέλευσης κλήσης. Χονδρικές αγορές ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων Όλες οι ΕΡΑ, εξαιρουμένης αυτής της Κύπρου, έχουν έως τώρα επιβάλλει κανονιστικές ρυθμίσεις σε τμήμα τουλάχιστον της χονδρικής αγοράς υπηρεσιών ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων. Η ρύθμιση ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών όπως συμβαίνει και με τις υποκείμενες συνθήκες της αγοράς. Στα περισσότερα κράτη μέλη κυριαρχούν οι επίγειες πλατφόρμες, ενώ σε άλλα κράτη μέλη η καλωδιακή είναι η κύρια πλατφόρμα. Το χρονικό σημείο μετάβασης στην ψηφιακή ποικίλλει στο σύνολο της ΕΕ, και ποικίλλει επίσης σημαντικά η εθνική νομοθεσία που θεσπίζει για ορισμένους φορείς ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων καθεστώς "υποχρεώσεων μεταφοράς σήματος". Η αγορά ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων χαρακτηρίζεται από τεχνολογική πρόοδο. Η εξάπλωση της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης θα δώσει στους καταναλωτές τη δυνατότητα να λαμβάνουν μεγαλύτερο αριθμό προγραμμάτων. Η ανάπτυξη της διαδικτυακής τηλεόρασης και της επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης ενδέχεται μελλοντικά να μειώσει το κόστος μετάβασης από μία υποδομή σε άλλη. Η αύξηση του αριθμού των υποδομών μετάδοσης αναμένεται να μειώσει περαιτέρω την εξάρτηση των φορέων ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων από μία συγκεκριμένη πλατφόρμα μετάδοσης και να αυξήσει την αντισταθμιστική τους αγοραστική δύναμη. Οριζόντια θέματα Στην πρώτη της ανακοίνωση για τις ανασκοπήσεις της αγοράς με βάση το κοινοτικό πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων, η Επιτροπή ενθάρρυνε τις ΕΡΑ να συγκεντρώσουν ιδίως τις απόψεις των φορέων της αγοράς και των ΕΡΑ πριν από την ευρωπαϊκή διαβούλευση και σημείωσε ότι η χωριστή κοινοποίηση των διαφόρων φάσεων της ανασκόπησης της αγοράς παρατείνει άσκοπα την ρυθμιστική διαδικασία. Εκτός από αυτούς τους προβληματισμούς που εξακολουθούν να παραμένουν σημαντικοί και ενισχύθηκαν εκ νέου κατά τη διάρκεια του προηγούμενου έτους, η Επιτροπή δίνει έμφαση στα παρακάτω οριζόντια θέματα. Εξορθολογισμός των διαδικασιών Προκειμένου να διασφαλισθεί η αποτελεσματική λήψη αποφάσεων στο πλαίσιο των αυστηρών χρονοδιαγραμμάτων που προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας-πλαίσιο, η Επιτροπή ενέκρινε μια διαδικαστική σύσταση[26]. Μολονότι εν λόγω σύσταση περιλαμβάνει σαφείς, πλην όμως ευέλικτες, διαδικασίες για τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των ΕΡΑ, η πείρα καταδεικνύει ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα επιπρόσθετα εκτελεστικά μέτρα ώστε να ενισχυθεί η ασφάλεια δικαίου, να ελαχιστοποιηθεί ο διοικητικός φόρτος για τις ΕΡΑ, τους φορείς εκμετάλλευσης και την Επιτροπή, και να απλοποιηθεί περαιτέρω η διαδικασία. Εντός του έτους, η Επιτροπή θα εκπονήσει προτάσεις για τον εξορθολογισμό των διαδικασιών στο πλαίσιο αναθεώρησης της διαδικαστικής σύστασης. Καθυστερημένη έγκριση των τελικών μέτρων και καθυστερημένη εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων Δεδομένου ότι οι αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών συχνά εξελίσσονται ταχύτατα, η ρυθμιστική παρέμβαση μπορεί να αντιμετωπίσει τις παραλείψεις της αγοράς αποτελεσματικά μόνο εάν τα ρυθμιστικά μέτρα εφαρμόζονται ταχέως. Σε ορισμένα κράτη μέλη, οι ΕΡΑ ενέκριναν τα τελικά μέτρα με σημαντικές καθυστερήσεις μετά από την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανασκόπησης της αγοράς. Οι καθυστερήσεις αυτές πρέπει να αποφεύγονται προκειμένου να διασφαλίζεται η έγκαιρη ανταπόκριση στις ανεπάρκειες της αγοράς που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ανασκόπησης της αγοράς. Επιπροσθέτως, σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθούν να σημειώνονται καθυστερήσεις διότι τα διορθωτικά μέτρα κοινοποιούνται χωριστά από τον υποκείμενο καθορισμό και την υποκείμενη ανάλυση της αγοράς. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην αντιμετωπίζονται εγκαίρως οι ανεπάρκειες της αγοράς, γεγονός που μειώνει την αποτελεσματικότητά των κανονιστικών ρυθμίσεων και δημιουργεί συνεπώς κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα του τομέα. Οι ΕΡΑ καλούνται να διεκπεραιώνουν και κοινοποιούν όλα τα στάδια της ανασκόπησης της αγοράς συγχρόνως (καθορισμός αγοράς, ανάλυση αγοράς και προβλεπόμενες ρυθμιστικές υποχρεώσεις). Τέλος, σε ορισμένες περιπτώσεις έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος χωρίς νέα κοινοποίηση ενός σχεδίου μέτρων το οποίο έπρεπε να αποσυρθεί. Ένα τέτοιο σχέδιο μέτρων πρέπει να τροποποιείται και να υποβάλλεται σε εθνική διαβούλευση το συντομότερο δυνατόν, αφ' ης στιγμής η Επιτροπή απαιτεί από την ΕΡΑ να αποσύρει το μέτρο ώστε να διασφαλίσει ότι τα προβλήματα ανταγωνισμού θα αντιμετωπισθούν το συντομότερο δυνατόν. Ορισμένες ΕΡΑ επέβαλαν γενικά μέτρα και άφησαν τις λεπτομέρειες των διορθωτικών μέτρων να καθορισθούν στο πλαίσιο εμπορικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των φορέων της αγοράς, επιβάλλοντας παραδείγματος χάριν μια γενική υποχρέωση τιμολόγησης με βάση το κόστος χωρίς να καθορίζουν ανώτατα όρια τιμών ή υποχρεώσεις λεπτομερούς καταλογισμού κόστους. Εάν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των φορέων της αγοράς αποτύχουν, η ΕΡΑ θα παρέμβει για τη διευθέτηση της διαφοράς προκειμένου να επιβάλλει ειδικές τιμές με γνώμονα την υποχρέωση τιμολόγησης με βάση το κόστος. Μολονότι καταρχήν πρέπει οι ίδιες οι επιχειρήσεις να διαπραγματεύονται καλή τη πίστει τις οικείες συμφωνίες πρόσβασης και διασύνδεσης[27], τα προβλήματα ανταγωνισμού που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο των ρυθμιστικών διαδικασιών πρέπει να αντιμετωπίζονται το συντομότερο δυνατόν και όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα. Η σιωπηρή απειλή περαιτέρω ρυθμιστικής παρέμβασης, είτε στο πλαίσιο διευθέτησης διαφορών είτε αυτεπαγγέλτως, σε περίπτωση που οι εμπορικές διαπραγματεύσεις αδυνατούν να διορθώσουν το εντοπισθέν πρόβλημα ανταγωνισμού, είναι κατά τα φαινόμενα ανεπαρκής δεδομένου ότι μπορεί να μην παρέχει διαφάνεια και ασφάλεια δικαίου στους φορείς της αγοράς και μπορεί να προκαλέσει άσκοπες καθυστερήσεις. Τα διορθωτικά μέτρα πρέπει να ορισθούν με αρκετά σαφή και λεπτομερή τρόπο στα τελικά μέτρα και πρέπει να είναι κατάλληλα ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά οι προσδιορισθείσες ανεπάρκειες του ανταγωνισμού. Εφαρμογή του άρθρου 5 της οδηγίας για την πρόσβαση Τα κράτη μέρη χρησιμοποίησαν σε αρκετές περιπτώσεις το άρθρο 5 παράγραφος 1 της οδηγίας για την πρόσβαση[28]. Το εν λόγω άρθρο επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιβάλλουν ρυθμιστικά μέτρα σε φορείς εκμετάλλευσης που δεν έχουν ΣΙΑ στο βαθμό που είναι αναγκαίο να διασφαλισθεί η διατερματική συνδεσιμότητα. Η Επιτροπή τόνισε ότι το άρθρο 5 δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτεται η διαδικασία ανάλυσης της αγοράς, αλλά μόνο σε περιπτώσεις όπου πρέπει να διασφαλίζεται η διατερματική συνδεσιμότητα. Οι ΕΡΑ πρέπει να χρησιμοποιούν τις εξουσίες που τους εκχωρούνται δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας για την πρόσβαση μόνο σε σαφώς καθορισμένες συνθήκες προκειμένου να αποφεύγονται οι υπέρμετρες κανονιστικές ρυθμίσεις και η ανασφάλεια στις αγορές. Συμπεράσματα Όλες σχεδόν οι ΕΡΑ ολοκλήρωσαν τον πρώτο γύρο ανασκοπήσεων των 18 αγορών που συμπεριλαμβάνονται στη σύσταση, εξαιρουμένων των ΕΡΑ της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας που προσχώρησαν στην ΕΕ μόλις την 1η Ιανουαρίου 2007. Ο μηχανισμός διαβούλευσης της ΕΕ ο οποίος θεσπίστηκε δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας-πλαίσιο ήταν καθοριστικός για την προώθηση του ανταγωνισμού, των επενδύσεων και της καινοτομίας, καθώς και για την εδραίωση της εσωτερικής αγοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Ο μηχανισμός αυτός διασφάλισε μια ομοιογενή προσέγγιση, ιδίως όσον αφορά τον καθορισμό της αγοράς και την ανάλυση της ΣΙΑ σε ολόκληρη την Ευρώπη, προσέφερε μια υγιή οικονομική ανάλυση στη διαδικασία ανασκόπησης της αγοράς και είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της διαφάνειας. Γενικά, η μορφή αυτή συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των ΕΡΑ οδήγησε στη βελτίωση των κανονιστικών ρυθμίσεων με βάση τις αρχές του ανταγωνισμού και συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής αντίληψης περί κανονιστικών ρυθμίσεων. Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής επί των προτεινομένων διορθωτικών μέτρων διαδραμάτισαν καθοδηγητικό ρόλο προς την κατεύθυνση μιας ομοιογενούς ρυθμιστικής προσέγγισης σε ολόκληρη την Ευρώπη, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες. Κύριος σκοπός της Επιτροπής ήταν να διασφαλίσει την καταλληλότητα των διορθωτικών μέτρων: τα μέτρα πρέπει να εδράζονται στη φύση του προσδιορισθέντος προβλήματος, να είναι αναλογικά και να αιτιολογούνται με βάση τους στόχους που τέθηκαν στην οδηγία-πλαίσιο. Ωστόσο, είναι ανάγκη να ληφθούν περαιτέρω μέτρα προκειμένου να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα των κανονιστικών ρυθμίσεων και να επιτευχθεί μεγαλύτερη ομοιογένεια κατά την επιλογή και εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων. Μολονότι οι ρυθμιστικές προσεγγίσεις για τον καθορισμό της αγοράς και την ανάλυση της ισχύος στην αγορά έχουν συγκλίνει σε μεγάλο βαθμό, τα διορθωτικά μέτρα δεν είναι πάντοτε αναλογικά για την επίλυση των προσδιορισθέντων προβλημάτων ανταγωνισμού και, ενίοτε, διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών, παρά τις παρόμοιες συνθήκες της αγοράς. . Η Επιτροπή θα καταβάλλει προσπάθειες για τον περαιτέρω εξορθολογισμό των διαδικασιών και για να ελαχιστοποιήσει τον διοικητικό φόρτο για τους παράγοντες της αγοράς και τις ΕΡΑ, σύμφωνα με τη στρατηγική της Επιτροπής για τη βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου[29]. Θα υποβάλει σχετικές προτάσεις στο πλαίσιο της ανασκόπησης του ρυθμιστικού πλαισίου. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να συμβάλλουν στον εξορθολογισμό της διαδικασίας ανασκόπησης της αγοράς σε εθνικό επίπεδο . Ειδικότερα, οι ΕΡΑ πρέπει να αποφεύγουν (i) τις καθυστερήσεις μεταξύ της κοινοποίησης του σχεδίου των μέτρων και της έγκρισης των τελικών μέτρων και (ii) την κοινοποίηση της ανάλυσης της αγοράς και των προτεινόμενων διορθωτικών μέτρων σε διαφορετικά στάδια. Επί του παρόντος, η Επιτροπή διενεργεί την ανασκόπηση του ρυθμιστικού πλαισίου για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και η πρότασή της θα υποβληθεί στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2007. Ωστόσο, το αναθεωρημένο ρυθμιστικό πλαίσιο δεν αναμένεται να αρχίσει να ισχύει πριν από το 2009-2010. Βραχυπρόθεσμα, η Επιτροπή θα προβεί στην ανασκόπηση της σύστασης για τις συναφείς αγορές και της διαδικαστικής σύστασης δυνάμει του άρθρου 7. Τα κείμενα στη νέα τους μορφή θα εκδοθούν το δεύτερο εξάμηνο του 2007. [1] Ενιαια αγορα για τουσ πολιτεσ, COM(2007) 60 τελικό 21.2.2007 [2] i2010 - Ετήσια έκθεση για την κοινωνία της πληροφορίας, 2007, COM(2007)146 τελικό, της 30.3.2007. [3] Κανονιστικές ρυθμίσεις και αγορές στις ευρωπαϊκές ηλεκτρονικές επικοινωνίες κατά το 2006 (12η έκθεση) COM(2007) 155 της 29.3.2007. [4] Οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών («οδηγία πλαίσιο»), ΕΕ L 108, 24.4.2002, σ. 33. [5] Σύσταση της Επιτροπής 2003/311/ΕΚ, της 11ης Φεβρουαρίου 2003, για τις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών που επιδέχονται εκ των προτέρων ρύθμιση σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ("Σύσταση σχετικά με τις συναφείς αγορές"), ΕΕ L 114 της 8.5.2003, σ. 45. [6] Στις αγορές σταθερής τηλεφωνίας και ευρείας ζώνης, πολλοί φορείς εκμετάλλευσης δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά κράτη μέλη, μάλιστα δε και σε ολόκληρη την ΕΕ. Επίσης, στις αγορές κινητής τηλεφωνίας, αρκετές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε διάφορα κράτη μέλη, ένας δε φορέας εκμετάλλευσης δραστηριοποιείται σε περισσότερα από τα μισά κράτη μέλη της ΕΕ των 25. Στις αγορές δορυφορικών ραδιοτηλεοπτικών μεταδόσεων, οι φορείς εκμετάλλευσης προσφέρουν ήδη διασυνοριακές υπηρεσίες. Βλέπε τη μελέτη με τίτλο "Preparing the Next Steps in Regulation of Electronic Communications - A contribution to the review of the electronic communications regulatory framework" (Προετοιμάζοντας τα επόμενα βήματα όσον αφορά την κανονιστική ρύθμιση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών – Συμβολή στη ανασκόπηση του ρυθμιστικού πλαισίου ηλεκτρονικών επικοινωνιών), Ιούλιος 2006 (η μελέτη "Hogan & Hartson and Analysys"). [7] Βλέπε τη μελέτη “Hogan & Hartson and Analysys”. [8] Ο τομέας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών αντιπροσωπεύει περίπου το 44,5% ολόκληρου του τομέα των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών ΤΠΕ), του οποίου τα έσοδα ανήλθαν σε 649 δισεκατομμύρια ευρώ το 2006 σύμφωνα με την 12η έκθεση εφαρμογής της Επιτροπής. [9] Βλέπε, ιδίως, την ανακοίνωση για την αναθεώρηση του πλαισίου των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων σχετικά με δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, COM(2006) 334 τελικό, της 28.6.2006. [10] Βλέπε τη μελέτη της London Economics σε συνεργασία με την PricewaterhouseCoopers, με τίτλο "An assessment of the regulatory framework for electronic communications: growth and investment in the EU e-Communications sector" (Εκτίμηση του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες: ανάπτυξη και επενδύσεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών της ΕΕ), Ιούλιος 2006 ("μελέτη LE PWC"). [11] Βλέπε την ανακοίνωση σχετικά με ανασκοπήσεις της αγοράς με βάση το κοινοτικό πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων COM(2006) 28 τελικό, της 7.2.2006. [12] Η Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στη Γερμανία διότι οι τροποποιήσεις του γερμανικού νόμου περί τηλεπικοινωνιών θα εξαιρούσαν ουσιαστικά από τον ανταγωνισμό τα δίκτυα ταχείας πρόσβασης στο Διαδίκτυο (VDSL), βλέπε ανακοινωθέν τύπου IP/07/237 της 26.2.2007. [13] Οι μισθωμένες γραμμές με εναλλακτικές διεπαφές (συμπεριλαμβανομένου του Ethernet) πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στις αγορές μισθωμένων γραμμών χονδρικής εάν με βάση μια εκτίμηση σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου περί ανταγωνισμού αποδειχθεί ότι οι μισθωμένες γραμμές χονδρικής με εναλλακτικές διεπαφές μπορούν να υποκαταστήσουν τις μισθωμένες γραμμές χονδρικής με παραδοσιακές διεπαφές, ιδίως εάν η λειτουργικότητα και τα επίπεδα τιμών τους είναι ισοδύναμα. [14] Κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής για την ανάλυση αγοράς και την εκτίμηση της σημαντικής ισχύος στην αγορά βάσει του κοινοτικού πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών ( «κατευθυντήριες γραμμές για τη ΣΙΑ»), ΕΕ C 165 της 11.7.2002, σ. 6. [15] Η Επιτροπή τόνισε την έλλειψη τιμολόγησης με βάση το κόστος και την απουσία λογιστικού διαχωρισμού στη Γερμανία και την έλλειψη πληροφοριών όσον αφορά τη μεθοδολογία καταλογισμού κόστους στη Σλοβακία. [16] Παραδείγματος χάριν, η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις για τη χονδρική μίσθωση γραμμών στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο και ζήτησε από την Πολωνία να προσδιορίσει τις υποχρεώσεις όσον αφορά τη χονδρική μίσθωση γραμμών. [17] Η Επιτροπή διατύπωσε ιδίως παρατηρήσεις όσον αφορά την ανάγκη να ληφθούν υπόψη τα διορθωτικά μέτρα σε επίπεδο χονδρικής στην περίπτωση της Ουγγαρίας, της Γαλλίας, της Σλοβενίας και της Ισπανίας, και την ενίσχυση των εν λόγω διορθωτικών μέτρων στη Γαλλία. [18] Παραδείγματος χάριν, η γερμανική ΕΡΑ κοινοποίησε τα τελικά διορθωτικά μέτρα περισσότερο από ένα έτος μετά την κοινοποίηση της ανάλυσης της αγοράς. [19] Αυτό συνέβη στην περίπτωση του Λουξεμβούργου, της Τσεχικής Δημοκρατίας και της Πολωνίας. [20] Ιδίως στην Τσεχική Δημοκρατία, στη Γερμανία και στη Φινλανδία. [21] Η Επιτροπή διατύπωσε παρατηρήσεις επί του εν λόγω θέματος μετά από τις κοινοποιήσεις της Γερμανίας και του Λουξεμβούργου. [22] Αυτό αφορά (εν μέρει) την Αυστρία, το Βέλγιο, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Δανία, τη Φιλανδία, τη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, τη Σουηδία, και το Ηνωμένο Βασίλειο. [23] Επρόκειτο για την Αυστρία, το Βέλγιο, την Τσεχική Δημοκρατία, τη Φιλανδία, την Ουγγαρία, τη Λετονία, τις Κάτω Χώρες, τη Σουηδία, και τη Σλοβενία. [24] Στην Κύπρο και στη Σλοβενία διαπιστώθηκε ότι ένας μοναδικός φορέας εκμετάλλευσης είχε ΣΙΑ. Στην Ιρλανδία, στην Ισπανία και στη Μάλτα διαπιστώθηκε ότι υπάρχει συλλογική δεσπόζουσα θέση. Στην Ιρλανδία, το τελικό μέτρο αποσύρθηκε από την ιρλανδική ρυθμιστική αρχή μετά από εθνική δικαστική απόφαση. [25] Σε περίπτωση που ο φορέας υποδοχής παύσει την παροχή υπηρεσιών, ο πάροχος υπηρεσιών μπορεί να προσφύγει σε άλλο πάροχο υπηρεσιών χονδρικής. Αφετέρου, εάν ο πάροχος υπηρεσιών εγκαταλείψει τη λιανική αγορά, ο φορέας υποδοχής μπορεί να μην είναι σε θέση να οικειοποιηθεί επαρκές τμήμα των πελατών λιανικής του παρόχου υπηρεσιών ώστε να αντισταθμίσει το απολεσθέν εισόδημά του στη χονδρική αγορά. [26] Σύσταση της Επιτροπής 2003/561/ΕΟΚ, της 23 Ιουλίου 2003, για τις κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες και τις διαβουλεύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 7 της οδηγίας-πλαίσιο (“η διαδικαστική σύσταση”), ΕΕ L 190 της 30.7.2003, σ. 13. [27] Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 5 και 6 και άρθρο 4 της οδηγίας 2002/19/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους ("οδηγία για την πρόσβαση"), ΕΕ L 108 της 24.4.2002, σ.7. [28] Στην υπόθεση NL/2003/17, το ολλανδικό Υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων κοινοποίησε διάταγμα το οποίο προέβλεπε τη γενική υποχρέωση διασφάλισης της διατερματικής συνδεσιμότητας για όλες τις τηλεφωνικές υπηρεσίες που διατίθενται στο κοινό στις Κάτω Χώρες. Στην υπόθεση UK/2003/19, η βρετανική ΕΡΑ κοινοποίησε την υποχρέωση σύμφωνα με την οποία ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών ελέγχου πρόσβασης για την ψηφιακή τηλεόραση (εν προκειμένω η εταιρεία Sky Subscriber Services Limited) οφείλει να παρέχει πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες με δίκαιους, εύλογους και αμερόληπτους όρους. Η πολωνική ΕΡΑ επέβαλε στον κατεστημένο φορέα την υποχρέωση της αποφυγής διακρίσεων και της διαφάνειας, ειδικότερα προκειμένου να τον εμποδίσει να παρέμβει με την ποιότητα των μεταδόσεων μέσω πρωτοκόλλου Ίντερνετ (IP) μεταξύ των πελατών του και των άλλων φορέων εκμετάλλευσης ηλεκτρονικών επικοινωνιών (βλέπε υπόθεση PL/2006/0382). Στην υπόθεση UK/2006/0454, η βρετανική ΕΡΑ πρότεινε να επιβληθεί στην BT η υποχρέωση παροχής πρόσβασης, σύμφωνα με την οποία απαιτείται από την BT να αγοράζει στη χονδρική στενοζωνικές υπηρεσίες τερματισμού κλήσεων από οιονδήποτε φορέα εκμετάλλευσης δημόσιου δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιών. [29] Βλέπε ιδίως στην ανακοίνωση της Επιτροπής "Βελτίωση της νομοθεσίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση", COM(2005) 97 τελικό της 16.3.2005.