Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52006SC0110

Σύσταση για γνώµη του Συµßουλίου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 Για το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας, 2005-2008

/* SEC/2006/0110 τελικό */

52006SC0110

Σύσταση για γνώµη του Συµßουλίου σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 Για το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας, 2005-2008 /* SEC/2006/0110 τελικό */


Βρυξέλλες, 1.2.2006

SEC(2006) 110 τελικό

Σύσταση

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 1997 Για το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας, 2005-2008

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ιστορικό

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 1998, βασίζεται στον στόχο της επίτευξης υγιών δημόσιων οικονομικών ως μέσο ενίσχυσης των προϋποθέσεων για σταθερότητα των τιμών και ισχυρή διατηρήσιμη ανάπτυξη, οι οποίες ευνοούν τη δημιουργία απασχόλησης. Το 2005, το σύμφωνο τροποποιήθηκε για πρώτη φορά. Η μεταρρύθμιση αναγνώριζε τη χρησιμότητα του συμφώνου για την εδραίωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά είχε ως σκοπό την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και των οικονομικών του ερεισμάτων, καθώς επίσης τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών[1], ο οποίος αποτελεί στοιχείο του συμφώνου, ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποβάλλουν υποχρεωτικά, στο Συμβούλιο και την Επιτροπή, προγράμματα σταθερότητας ή σύγκλισης, καθώς και ετήσιες επικαιροποιήσεις τους (τα κράτη μέλη που έχουν ήδη υιοθετήσει το ενιαίο νόμισμα υποβάλλουν (επικαιροποιημένα) προγράμματα σταθερότητας, ενώ τα κράτη μέλη που δεν το έχουν υιοθετήσει ακόμη υποβάλλουν (επικαιροποιημένα) προγράμματα σύγκλισης). Το πρώτο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας υποβλήθηκε τον Μάιο του 2004. Κατ’ εφαρμογή του κανονισμού, το Συμβούλιο εξέδωσε γνώμη επί του προγράμματος τον Ιούλιο του 2004 με βάση σχετική σύσταση της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή. Βάσει της ίδιας διαδικασίας, τα επικαιροποιημένα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης αξιολογούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και εξετάζονται από την προαναφερθείσα επιτροπή, ενώ το Συμβούλιο έχει την ευχέρεια να τα εξετάσει.

Στα εν λόγω προγράμματα, τα κράτη μέλη καλούνται να καθορίσουν τον μεσοπρόθεσμο στόχο τον οποίον θέτουν για τη δημοσιονομική τους κατάσταση και να προσδιορίσουν τα μέτρα που σκοπεύουν να εφαρμόσουν προκειμένου να επιτύχουν και να διατηρήσουν το στόχο αυτό, περιλαμβανομένων των συνοδευτικών οικονομικών παραδοχών. Μετά τη μεταρρύθμιση του συμφώνου, ο μεσοπρόθεσμος στόχος πρέπει να διαφοροποιείται για τα επιμέρους κράτη μέλη με γνώμονα την οικονομική και δημοσιονομική ανομοιογένεια που υπάρχει στην Ένωση, περιλαμβανομένου του στοιχείου του κινδύνου που η δημοσιονομική πολιτική συνεπάγεται για τη διατηρησιμότητα. Άλλο στοιχείο της μεταρρύθμισης είναι το ότι πρέπει, αφενός, να επιτυγχάνεται συμμετρικότερη προσέγγιση σε σχέση με τη δημοσιονομική πολιτική κατά τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, με την τήρηση αυξημένης δημοσιονομικής πειθαρχίας σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας και, αφετέρου, να λαμβάνονται υπόψη «μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» με επαληθεύσιμα αποτελέσματα για τη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα ενόψει πρόσκαιρων αποκλίσεων από το μεσοπρόθεσμο στόχο ή από την πορεία προσαρμογής για την επίτευξή του.

Λαμβάνοντας υπόψη τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, τον κώδικα δεοντολογίας[2], την από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία για την εκτίμηση της δυνητικής παραγωγής και των κυκλικά προσαρμοσμένων αποτελεσμάτων και τους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών που περιλαμβάνονται στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την περίοδο 2005-2008, η Επιτροπή εξέτασε την προσφάτως υποβληθείσα επικαιροποίηση του προγράμματος σύγκλισης της Λετονίας και, επί τη βάσει της κατωτέρω αξιολόγησης, εξέδωσε σύσταση για γνώμη του Συμβουλίου σχετικά με την εν λόγω επικαιροποίηση.

Αξιολόγηση

1. Το τρίτο επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας απεστάλη στην Επιτροπή στις 30 Νοεμβρίου και καλύπτει τη χρονική περίοδο 2005 έως 2008. Το πρόγραμμα ακολουθεί εν γένει τη διάρθρωση του προτύπου που ισχύει για τα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης με βάση το νέο κώδικα δεοντολογίας. Υπάρχουν ορισμένα κενά όσον αφορά τα προαιρετικά δεδομένα που προβλέπονται στο νέο κώδικα δεοντολογίας (ειδικότερα, δεν παρέχονται στοιχεία για την παραγωγικότητα της εργασίας και τις πραγματικές ώρες εργασίας).

2. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στη Λετονία ανήλθε κατά μέσο όρο σε ποσοστό άνω του 6%, σημειώνοντας εντυπωσιακή ανάκαμψη μετά την οικονομική διαταραχή που συνδεόταν με τη διαδικασία μετάβασης. Το πραγματικό ΑΕΠ το 2005 αναμένεται ότι έχει τελικά υπερβεί το επίπεδο που είχε σημειωθεί πριν το 1991. Αυτή η αναπτυξιακή επίδοση χαρακτηρίζεται από υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας καθώς και, πιο πρόσφατα, αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, αυξάνονται οι ενδείξεις για υπερθέρμανση της οικονομίας λόγω της εξέλιξης των εξωτερικών ανισορροπιών, του πληθωρισμού και της πιστωτικής επέκτασης. Λόγω των μεγάλων εξωτερικών ανισορροπιών, η Λετονία εξαρτάται από τις εισροές κεφαλαίων, ενώ ο δείκτης του εξωτερικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει παρουσιάσει αύξηση. Σύμφωνα με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα, η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί σε 7,5% το 2006, έναντι 8,4% το 2005, και θα ακολουθήσει περαιτέρω μικρή επιβράδυνση σε 7,0% τόσο το 2007 όσο και το 2008. Η κυριότερη κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης θα εξακολουθήσει να είναι η ιδιωτική κατανάλωση και οι επενδύσεις, ενώ η συμβολή των καθαρών εξαγωγών αναμένεται να καταστεί θετική αλλά περιορισμένη. Σε συνολικό επίπεδο, η εκτιμώμενη αύξηση του ΑΕΠ θεωρείται ρεαλιστική όταν συγκριθεί με τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής (ως το 2007) και τους υπολογισμούς της δυνητικής ανάπτυξης. Με τη χρησιμοποίηση της από κοινού συμφωνηθείσας μεθόδου, με βάση τα στοιχεία του επικαιροποιημένου προγράμματος, η αύξηση του δυνητικού ΑΕΠ αναμένεται να διατηρηθεί υψηλή αλλά με ελαφρώς πτωτική τάση σε μεσοπρόθεσμη βάση· από το 2007 ενδέχεται να εμφανιστεί ένα αρνητικό κενό παραγωγής. Ωστόσο, ο υπολογισμός της δυνητικής ανάπτυξης (και συνεπώς του κενού παραγωγής) θα πρέπει να ερμηνευτεί με προσοχή για τις χώρες όπου συντελείται μια ταχύρυθμη διαδικασία σύγκλισης. Αντίθετα, οι προβλέψεις του προγράμματος τόσο σχετικά με τον πληθωρισμό όπως μετρείται βάσει του ΕνΔΤΚ (που μειώνεται με ταχύ ρυθμό από 6,9% το 2005 – το υψηλότερο ποσοστό όλων των κρατών μελών - σε 3,5% το 2008) όσο και το έλλειμμα του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών (που μειώνεται από το 13,0% του ΑΕΠ το 2004 σε 8,0% του ΑΕΠ το 2008) θεωρούνται αισιόδοξες, συγκρινόμενες ιδίως με τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής. Σε συνολικό επίπεδο, το μακροοικονομικό σενάριο παρουσιάζει μη αμελητέους κινδύνους, στους οποίους πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στο πλαίσιο της διαδικασίας σύγκλισης.

3. Από την είσοδο του εθνικού νομίσματος στον ΜΣΙ II στις 2 Μαΐου 2005, το λατς διατηρήθηκε με άνεση εντός της ζώνης διακύμανσης ±1% έναντι της κεντρικής ισοτιμίας, που ορίστηκε από τις αρχές της Λετονίας. Οι αποκλίσεις των τρίμηνων επιτοκίων για το λατς έναντι του ευρώ σημείωσαν αισθητή πτώση κατά τη διάρκεια του έτους από πάνω από 100 μονάδες βάσης στις αρχές του Ιανουαρίου σε περίπου 40 μονάδες βάσης στα τέλη Νοεμβρίου. Οι αποκλίσεις στη χρηματαγορά αυξήθηκαν έντονα στα τέλη του Δεκεμβρίου, αλλά αυτό φαίνεται ότι οφειλόταν σε προσωρινούς παράγοντες ρευστότητας που συνδέονταν με την αύξηση της αναλογίας των αποθεματικών από 6 σε 8 % από την 24η Δεκεμβρίου 2005. Για το μεγαλύτερο μέρος του 2005, οι αποκλίσεις των κρατικών ομολόγων έναντι των ομολόγων αναφοράς στη ζώνη του ευρώ παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα (περίπου στις 50 μονάδες βάσης).

4. Στη γνώμη του της 8ης Μαρτίου 2005, το Συμβούλιο επικύρωσε τη δημοσιονομική στρατηγική που είχε παρουσιαστεί στην προηγούμενη επικαιροποίηση του προγράμματος σύγκλισης που κάλυπτε την περίοδο 2004 έως 2007. Παρόλο που το Συμβούλιο δεν έδωσε πολιτικές κατευθύνσεις, θεώρησε ότι η αξιολόγηση της κατάλληλης δημοσιονομικής θέσης συνδεόταν με τη συμβολή της στην διατήρηση των πιέσεων που ασκεί η πλευρά της ζήτησης στην οικονομία σε επίπεδο κατάλληλο να εξασφαλίσει την συγκράτηση του πληθωρισμού από το πρόσφατο εξαιρετικά υψηλό ποσοστό στο οποίο είχε φθάσει. Όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2005, σύμφωνα με τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα έφθανε σε 1,2% του ΑΕΠ (με βάση ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ύψους 9,1%) ενώ ο στόχος που είχε τεθεί στην προηγούμενη επικαιροποίηση του προγράμματος σύγκλισης ήταν 1,6% του ΑΕΠ (με ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 6,7%). Ωστόσο, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία σε ταμειακή βάση για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της κυβέρνησης τα αποτελέσματα θα είναι ακόμη ευνοϊκότερα. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό τα τελικά στοιχεία για το έλλειμμα του 2005 να είναι πολύ χαμηλότερα από εκείνα που παρουσιάζονται στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα που εκτιμούν το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης για το 2005 σε 1,5% του ΑΕΠ (με βάση αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ ύψους 8,4%).

5. Με βάση τις πολύ συντηρητικές εκτιμήσεις για τα τελικά αποτελέσματα του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης για το 2005, το επικαιροποιημένο πρόγραμμα έχει ως στόχο μια περιορισμένη μείωση του ελλείμματος αργότερα εντός της περιόδου του προγράμματος. Η επικαιροποίηση προβλέπει ότι το έλλειμμα θα διατηρηθεί σε 1,5% το 2006, και θα μειωθεί σε 1,4% το 2007, φθάνοντας τελικά σε 1,3% το 2008, που είναι και το τελευταίο έτος του προγράμματος. Τόσο οι δείκτες εσόδων όσο και δαπανών προς το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια του προγράμματος (κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες). Οι δημόσιες επενδύσεις και οι «λοιπές δαπάνες» που δεν προσδιορίζονται χωριστά είναι αυτές που θα αυξηθούν περισσότερο, ενώ οι κοινωνικές μεταβιβάσεις εκτός από εκείνες που είναι σε είδος θα παρουσιάσουν τη μεγαλύτερη μείωση. Το πρωτογενές αποτέλεσμα προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες κατά τη διάρκεια της ιδίας περιόδου. Η επικαιροποίηση του Νοεμβρίου 2005 επιβεβαιώνει σε γενικές γραμμές την προσαρμογή που είχε σχεδιαστεί κατά την προηγούμενη επικαιροποίηση, τόσο όσον αφορά την περιορισμένη κλίμακα όσο και το χρονοδιάγραμμα, παρά το αισθητά βελτιωμένο μακροοικονομικό σενάριο στην πιο πρόσφατη επικαιροποίηση.

6. Όπως υπολογίζεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής βάσει του προγράμματος σύμφωνα με την από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία, το διαρθρωτικό αποτέλεσμα, δηλαδή το κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα μη λαμβανομένων υπόψη έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, προβλέπεται να σημειώσει μικρή μόνο βελτίωση κατά τη διάρκεια του προγράμματος (κατά περίπου τρία τέταρτα της εκατοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ). Η σχεδιαζόμενη δημοσιονομική προσπάθεια είναι οπισθοβαρής και επικεντρωμένη στα τελευταία έτη του προγράμματος κατά τα οποία το κενό παραγωγής αναμένεται να είναι αρνητικό. Στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα προσδιορίζεται ένας μεσοπρόθεσμος στόχος (ΜΠΣ) όσον αφορά τη δημοσιονομική θέση, όπως ορίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με διαρθρωτικό έλλειμμα «περίπου 1% του ΑΕΠ», και η θέση αυτή επιδιώκεται να επιτευχθεί κατά το τελευταίο έτος του προγράμματος. Δεδομένου ότι ο ΜΠΣ του προγράμματος είναι απαιτητικότερος από το ελάχιστο όριο (που εκτιμάται ως έλλειμμα 2% του ΑΕΠ περίπου), η επίτευξή του θα εκπληρώσει και τον στόχο της δημιουργίας περιθωρίου ασφαλείας σε περίπτωση εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος του προγράμματος μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται στο κατάλληλο επίπεδο, δεδομένου ότι αντικατοπτρίζει επαρκώς τον δείκτη χρέους και τη μέση αύξηση της δυνητικής παραγωγής σε μακροπρόθεσμη βάση. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που υπάρχουν για την επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής σύγκλισης όπως τονίστηκε ανωτέρω, θα ήταν σκόπιμο να τεθεί ένας πιο απαιτητικός ΜΠΣ.

7. Το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι δυσμενέστερο από αυτό που προβλέπει το πρόγραμμα. Θετικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι το ιστορικό συνετού δημοσιονομικού σχεδιασμού υποδηλώνει ότι τα πραγματικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα από τους στόχους που έχουν τεθεί γι’ αυτά (όπως συνέβη το 2004 και όπως οι υπηρεσίες της Επιτροπής αναμένουν να συμβεί και πάλι το 2005). Ειδικότερα, οι προβλέψεις σχετικά με τον αναπτυξιακό ρυθμό καθώς και οι παραδοχές σχετικά με τη φορολογική ελαστικότητα στις οποίες στηρίζεται ο προϋπολογισμός έχουν μέχρι στιγμής αποδειχθεί ότι κατά κανόνα υποεκτιμούνται. Επιπλέον, οι δαπάνες του προϋπολογισμού δεν εκτελούνται πάντοτε στο ακέραιο, κυρίως λόγω των καθυστερήσεων στην εφαρμογή των σχεδίων που χρηματοδοτούνται εν μέρει με κεφάλαια της ΕΕ. Ωστόσο, οι φορολογικές ελαστικότητες στην παρούσα επικαιροποίηση φαίνεται να υπερεκτιμώνται· επιπλέον, το πρόγραμμα αναφέρεται σε διάφορα (προτεινόμενα) μέτρα κοινωνικής πολιτικής τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγαλύτερες δαπάνες, ενώ το πρόγραμμα προβλέπει τη μείωση του δείκτη των δαπανών αυτών.

8. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αξιολόγηση των κινδύνων, η δημοσιονομική στρατηγική που περιγράφεται στο πρόγραμμα ενδέχεται να μην είναι επαρκής για την επίτευξη, σε διαρθρωτικούς όρους, δημοσιονομικής θέσης που θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλη βάσει του συμφώνου μέχρι το τέλος της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα. Επίσης, αν ληφθεί υπόψη η εκτίμηση ότι τα τελικά αποτελέσματα του 2005 είναι πιθανό να είναι αισθητά καλύτερα απ’ ό,τι έχει υποτεθεί στο πρόγραμμα, και πιθανότατα να προσεγγίζουν τον μεσοπρόθεσμο στόχο, ο δημοσιονομικός στόχος για το 2006 θα μπορούσε να συνεπάγεται μια απόκλιση από τον μεσοπρόθεσμο στόχο κατά περίπου ½% του ΑΕΠ το 2006 καθώς και το 2007. Επιπλέον, εάν επιβεβαιωθεί η βελτίωση των αποτελεσμάτων για το 2005 και διατηρηθεί ο στόχος για το 2006, διατυπώνεται επίσης η ανησυχία ότι ο δημοσιονομικός προσανατολισμός του 2006 θα ήταν επεκτατικός και ακατάλληλος, δεδομένου ότι η περίοδος 200506 θα μπορούσε να θεωρηθεί ως «περίοδος ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας». Για τη ζώνη του ευρώ και τις χώρες μέλη που συμμετέχουν στον ΜΣΙ ΙΙ, το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης απαιτεί ετήσια βελτίωση του διαρθρωτικού δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ (ως μέτρο αναφοράς), με υψηλότερο ποσοστό προσαρμογής σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Μια ισχυρότερη πορεία διαρθρωτικής προσαρμογής από ό,τι έχει σχεδιαστεί θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί κατάλληλη έτσι ώστε να εξασφαλιστεί μια σταθερή μακροοικονομική διαδικασία σύγκλισης.

9. Σύμφωνα με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, κατά τον προσδιορισμό της πορείας προσαρμογής σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο στόχο (ΜΠΣ) του προγράμματος ή όταν πραγματοποιείται μια προσωρινή απόκλιση από το ΜΠΣ του προγράμματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι «μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» με επαληθεύσιμα αποτελέσματα στην μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Στο πρόγραμμα αναφέρεται ότι η συνεχιζόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και ιδίως η θέσπιση ενός δεύτερου πυλώνα θα μειώσει σταδιακά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στο συνολικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης σε σύγκριση με το επίπεδο του 2004. Το καθαρό κόστος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης εκτιμάται στο πρόγραμμα σε 0,25% του ΑΕΠ το 2005, αυξανόμενο προοδευτικά σε 1¼% του ΑΕΠ το 2008. Αυτό θα επιτρέψει μια προσωρινή απόκλιση από την απαιτούμενη ετήσια προσαρμογή ύψους 0,5% του ΑΕΠ για την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων, δεδομένου ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις οποίες στηρίζεται αναλύονται επαρκώς στο πρόγραμμα και έχουν αισθητά ευεργετικά αποτελέσματα στην μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Επιπλέον, η συμμόρφωση με τις δημοσιονομικές απαιτήσεις της συνθήκης και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης φαίνεται ότι εξασφαλίζονται όσον αφορά την πρόβλεψη ενός περιθωρίου ασφάλειας για να αποφευχθεί η υπέρβαση της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ όσον αφορά το έλλειμμα σε όλα τα έτη του προγράμματος. Ωστόσο, η ανωτέρω σύσταση για ένα ταχύτερο ρυθμό προσαρμογής για την επίτευξη του ΜΠΣ του προγράμματος σε σχέση με το ρυθμό που προβλέπει το πρόγραμμα φαίνεται εφικτή λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τα πρώτα έτη του προγράμματος το εκτιμώμενο καθαρό κόστος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης είναι περιορισμένο.

10. Υπολογίζεται ότι το 2005 ο δείκτης χρέους ανήλθε σε 14,9%, δηλαδή αρκετά κάτω από το 60% του ΑΕΠ που αποτελεί την τιμή αναφοράς σύμφωνα με τη συνθήκη. Ο δείκτης χρέους προβλέπεται να μειωθεί πολύ ελαφρά κατά τη διάρκεια του προγράμματος φθάνοντας σε 14,7% του ΑΕΠ το 2008, ενώ οι επιπτώσεις των ελλειμμάτων θα αντισταθμίζονται αισθητά από τον υψηλό ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.

11. Όσον αφορά τη διατηρησιμότητα των δημόσιων οικονομικών, φαίνεται ότι ο κίνδυνος για τη Λετονία είναι μικρός όσον αφορά το προβλεπόμενο δημοσιονομικό κόστος της γήρανσης του πληθυσμού. Το σημερινό πολύ χαμηλό επίπεδο του ακαθάριστου χρέους προβλέπεται να παραμείνει σε επίπεδα χαμηλότερα από την τιμή αναφοράς του 60% καθόλη τη διάρκεια πρόβλεψης που καλύπτει την περίοδο 2005-2050. Η αναθεώρηση του συνταξιοδοτικού συστήματος της Λετονίας που ξεκίνησε το 1996 συμβάλλει στον περιορισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού.

12. Τα μέτρα που προβλέπονται στον τομέα των δημόσιων οικονομικών ανταποκρίνονται εν γένει στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών που περιλαμβάνονται στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την περίοδο 2005-2008. Ειδικότερα, το πρόγραμμα σύγκλισης προβλέπει μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης και της ανάπτυξης με μεταβολές στη διάρθρωση των εσόδων και των δαπανών (ειδικότερα με την μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από την άμεση στην έμμεση φορολογία και με περικοπή των μεταβιβαστικών πληρωμών) και καθιστώντας τις δημόσιες επενδύσεις βασική προτεραιότητα στον τομέα των δαπανών. Ωστόσο, ο δυνητικός ρόλος του δημοσιονομικού προσανατολισμού για την επίτευξη των βασικών στόχων, και ιδίως για τη συγκράτηση του πληθωρισμού και την αντιμετώπιση των ανισορροπιών που παρουσιάζει ο λογαριασμός εξωτερικών συναλλαγών δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί επαρκώς.

13. Σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λετονίας, που υποβλήθηκε την 21η Οκτωβρίου 2005, στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισσαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, η εξασφάλιση της μακροοικονομικής σταθερότητας τοποθετείται στο επίκεντρο του προγράμματος λόγω των επιπτώσεών της για τα δημόσια οικονομικά και, συνεπώς, αποδίδεται πρωταρχικός ρόλος στην ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των διαδικασιών δημοσιονομικού προγραμματισμού. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις του περιορισμένου αριθμού συγκεκριμένων μεταρρυθμιστικών μέτρων που προσδιορίζονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αποτυπώνονται στις δημοσιονομικές προβλέψεις του προγράμματος σύγκλισης. Τα προβλεπόμενα στο πρόγραμμα σύγκλισης μέτρα που αναμένεται να εφαρμοστούν στον τομέα των δημοσίων οικονομικών συμβαδίζουν με τις ενέργειες που προβλέπονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Όπως προαναφέρθηκε, το πρόγραμμα σύγκλισης προσδιορίζει μέτρα για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης με μεταβολές στη διάρθρωση των εσόδων και των δαπανών (ιδίως με τη μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από την άμεση στην έμμεση φορολογία και την περικοπή των μεταβιβαστικών πληρωμών) και καθιστώντας τις δημόσιες επενδύσεις βασική προτεραιότητα του τομέα των δαπανών.

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω εκτίμηση και την ανάγκη να εξασφαλιστεί μια διατηρήσιμη σύγκλιση, μεταξύ άλλων με τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και τη συγκράτηση του πληθωρισμού, θα ήταν σκόπιμο η Λετονία να εξετάσει τη δυνατότητα επίτευξης πιο φιλόδοξων δημοσιονομικών θέσεων από εκείνες που έχουν επί του παρόντος προγραμματιστεί, ιδίως με την ταχύτερη επίτευξη του ΜΠΣ που έχει τεθεί στο πρόγραμμα, μεριμνώντας για τη διατήρησή του κατά τη διάρκεια του προγράμματος, και αποφεύγοντας τις προκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές κατά τη διάρκεια των «περιόδων ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας».

Σύσταση

ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου της 7 ης Ιουλίου 1997 Για το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας, 2005-2008

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1466/97 του Συμβουλίου, της 7ης Ιουλίου 1997 για την ενίσχυση της εποπτείας της δημοσιονομικής κατάστασης και την εποπτεία και το συντονισμό των οικονομικών πολιτικών[3], και ιδίως το άρθρο 9 παράγραφος 3,

τη σύσταση της Επιτροπής,

μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΓΝΩΜΗ:

14. Στις [14 Φεβρουαρίου 2006] το Συμβούλιο εξέτασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σύγκλισης της Λετονίας, το οποίο καλύπτει την περίοδο 2005-2008.

15. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στη Λετονία ανήλθε κατά μέσο όρο σε ποσοστό άνω του 6%. Αυτή η αναπτυξιακή επίδοση χαρακτηρίστηκε από υψηλή αύξηση της παραγωγικότητας καθώς και, πιο πρόσφατα, αύξηση της απασχόλησης. Ωστόσο, λόγω των μεγάλων εξωτερικών ανισορροπιών, η Λετονία εξαρτάται από τις εισροές κεφαλαίων, ενώ ο δείκτης του εξωτερικού χρέους προς το ΑΕΠ έχει παρουσιάσει αύξηση. Ο πληθωρισμός έχει παρουσιάσει αύξηση από τα μέσα του 2003 και διατηρείται σε ποσοστό υψηλότερο του 6%, διαβρώνοντας την εξωτερική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και θέτοντας σε κίνδυνο την ανάπτυξη. Το μακροοικονομικό σενάριο στο οποίο στηρίζεται το πρόγραμμα προβλέπει ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ θα μετριαστεί από 8,4% το 2005 σε 7,2% κατά μέσο όρο στην υπόλοιπη διάρκεια του προγράμματος. Με βάση τις πληροφορίες που διατίθενται επί του παρόντος, το σενάριο αυτό φαίνεται να στηρίζεται σε εύλογες αναπτυξιακές παραδοχές. Οι προβλέψεις του προγράμματος σχετικά με τον πληθωρισμό και το έλλειμμα του λογαριασμού τρεχουσών συναλλαγών φαίνεται να υποεκτιμώνται.

16. Το πρόγραμμα ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές στην πρότυπη διάρθρωση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης σύμφωνα με τον νέο κώδικα δεοντολογίας[4].

17. Στην παρούσα επικαιροποίηση το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης για το 2005 εκτιμάται σε 1,5% του ΑΕΠ με βάση ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ύψους 8,4%. Αυτό σημαίνει ένα ελαφρά χαμηλότερο έλλειμμα και αισθητά καλύτερο αναπτυξιακό ρυθμό από εκείνο που είχε προβλεφθεί στο προηγούμενο πρόγραμμα (έλλειμμα ύψους 1,6% του ΑΕΠ, αναπτυξιακός ρυθμός 6,7%). Στις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης είχε εκτιμηθεί σε 1,2% του ΑΕΠ με βάση ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ ύψους 9,1%. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία για την εκτέλεση του προϋπολογισμού της κυβέρνησης σε ταμειακή βάση τα αποτελέσματα θα είναι ακόμη ευνοϊκότερα από τις φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής.

18. Στη γνώμη που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 8 Μαρτίου 2005 σχετικά με την προηγούμενη επικαιροποίηση δεν παρέχονται πολιτικές κατευθύνσεις. Ωστόσο αναφέρεται ότι η αξιολόγηση της πορείας σύγκλισης και της καταλληλότητας της δημοσιονομικής θέσης εξαρτάται από την ευνοϊκή εξέλιξη του εξωτερικού ισοζυγίου, των πιέσεων που ασκεί η ζήτηση στην οικονομία και την επιβράδυνση του πληθωρισμού από το πρόσφατο εξαιρετικά υψηλό ποσοστό στο οποίο έφθασε.

19. Το επικαιροποιημένο πρόγραμμα αποσκοπεί σε μια περιορισμένη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης. Η επικαιροποίηση προβλέπει ότι το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθει σε 1,5% το 2005, 1,5% το 2006, θα μειωθεί σε 1,4 το 2007, φθάνοντας τελικά σε 1,3% το 2008, που είναι και το τελευταίο έτος του προγράμματος. Το πρωτογενές αποτέλεσμα προβλέπεται να μειωθεί κατά 0,1 εκατοστιαίες μονάδες κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου. Τόσο οι δείκτες των εσόδων όσο και δαπανών προς το ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθούν κατά τη διάρκεια του προγράμματος (κατά 2,1 και 1,9 εκατοστιαίες μονάδες, αντίστοιχα). Οι δημόσιες επενδύσεις και οι «λοιπές δαπάνες» που δεν προσδιορίζονται χωριστά είναι αυτές που θα αυξηθούν περισσότερο (από 2,3% του ΑΕΠ το 2005 σε 3,3% του ΑΕΠ το 2008 και από 12,3% του ΑΕΠ σε 13,8% of ΑΕΠ το 2008, αντίστοιχα), ενώ οι κοινωνικές μεταβιβάσεις εκτός από εκείνες που είναι σε είδος θα παρουσιάσουν τη μεγαλύτερη μείωση (από 9,3% του ΑΕΠ το 2005 σε 8,9% του ΑΕΠ το 2008). Σε σύγκριση με την προηγούμενη επικαιροποίηση, η επικαιροποίηση του Νοεμβρίου 2005 επιβεβαιώνει σε γενικές γραμμές την προσαρμογή που είχε σχεδιαστεί, παρά το γεγονός ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές παρουσιάζουν αισθητή βελτίωση.

20. Όπως υπολογίζεται από τις υπηρεσίες της Επιτροπής βάσει του προγράμματος σύμφωνα με την από κοινού συμφωνηθείσα μεθοδολογία, το διαρθρωτικό αποτέλεσμα, δηλαδή το κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα μη λαμβανομένων υπόψη έκτακτων και άλλων προσωρινών μέτρων, προβλέπεται να σημειώσει μικρή μόνο βελτίωση κατά τη διάρκεια του προγράμματος (κατά περίπου τρία τέταρτα της εκατοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ). Η σχεδιαζόμενη δημοσιονομική προσπάθεια είναι οπισθοβαρής και επικεντρωμένη στα τελευταία έτη του προγράμματος κατά τα οποία το κενό παραγωγής αναμένεται να είναι αρνητικό. Στο επικαιροποιημένο πρόγραμμα προσδιορίζεται ένας μεσοπρόθεσμος στόχος (ΜΠΣ) όσον αφορά τη δημοσιονομική θέση, όπως ορίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, με διαρθρωτικό έλλειμμα «περίπου 1% του ΑΕΠ», και η θέση αυτή επιδιώκεται να επιτευχθεί κατά το τελευταίο έτος του προγράμματος. Δεδομένου ότι ο ΜΠΣ του προγράμματος είναι απαιτητικότερος από το ελάχιστο όριο (που εκτιμάται ως έλλειμμα 2% του ΑΕΠ περίπου), η επίτευξή του θα εκπληρώσει και τον στόχο της δημιουργίας περιθωρίου ασφαλείας σε περίπτωση εμφάνισης υπερβολικού ελλείμματος. Ο μεσοπρόθεσμος στόχος του προγράμματος μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται στο κατάλληλο επίπεδο, δεδομένου ότι αντικατοπτρίζει επαρκώς τον δείκτη χρέους και τη μέση αύξηση της δυνητικής παραγωγής σε μακροπρόθεσμη βάση. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τους κινδύνους που υπάρχουν για την επίτευξη μιας διατηρήσιμης οικονομικής σύγκλισης όπως τονίστηκε ανωτέρω, θα ήταν σκόπιμο να τεθεί ένας πιο απαιτητικός ΜΠΣ.

21. Το τελικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι δυσμενέστερο από αυτό που προβλέπει το πρόγραμμα. Παρόλο που οι προβλέψεις σχετικά με την ανάπτυξη και οι παραδοχές σχετικά με τη φορολογική ελαστικότητα στις οποίες στηρίζονταν οι προϋπολογισμοί στο παρελθόν έχουν κατά κανόνα αποδειχθεί συνετές, αυτό δεν συμβαίνει αναγκαστικά και στο παρόν πρόγραμμα δεδομένου ότι οι παραδοχές σχετικά με τη φορολογική ελαστικότητα φαίνονται ευνοϊκές. Επιπλέον, το πρόγραμμα αναφέρεται σε διάφορα (προτεινόμενα) μέτρα κοινωνικής πολιτικής τα οποία θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αύξηση των δαπανών αυτών αντί να τις μειώσουν όπως προβλέπεται στο πρόγραμμα.

22. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την αξιολόγηση των κινδύνων, η δημοσιονομική στρατηγική που περιγράφεται στο πρόγραμμα ενδέχεται να μην είναι επαρκής για την επίτευξη, σε διαρθρωτικούς όρους, δημοσιονομικής θέσης που θα μπορούσε να θεωρηθεί κατάλληλη βάσει του συμφώνου μέχρι το τέλος της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, θα ήταν σκόπιμη η υιοθέτηση μιας πιο φιλόδοξης στρατηγικής από αυτή προβλέπει το πρόγραμμα. Ο ρυθμός προσαρμογής που υποδηλώνει το πρόγραμμα για την επίτευξη του ΜΠΣ του προγράμματος δεν είναι σύμφωνος με τον προβλεπόμενο στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, το οποίο για τη ζώνη του ευρώ και τις χώρες μέλη που συμμετέχουν στον ΜΣΙ ΙΙ, απαιτεί ετήσια βελτίωση του διαρθρωτικού δημοσιονομικού αποτελέσματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ (ως μέτρο αναφοράς), ενώ το ποσοστό αυτό θα πρέπει να είναι υψηλότερο σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας. Μια ισχυρότερη πορεία διαρθρωτικής προσαρμογής από ό,τι έχει σχεδιαστεί θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί κατάλληλη έτσι ώστε να εξασφαλιστεί μια σταθερή μακροοικονομική διαδικασία σύγκλισης. Ειδικότερα, μια πιθανή επιδείνωση του διαρθρωτικού δημοσιονομικού αποτελέσματος το 2006, που θα μπορούσε να επέλθει αν διατηρηθεί ο στόχος για το 2006 και εάν τα τελικά αποτελέσματα του 2005 αποδειχθούν αισθητά καλύτερα από τα αναμενόμενα, θα αντιστοιχούσε σε αισθητή δημοσιονομική χαλάρωση σε ένα πλαίσιο συνεχιζόμενων πολύ έντονων πιέσεων από πλευράς ζήτησης και συναφών κινδύνων σταθερότητας.

23. Σύμφωνα με το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, κατά τον προσδιορισμό της πορείας προσαρμογής σύμφωνα με το μεσοπρόθεσμο στόχο (ΜΠΣ) του προγράμματος ή όταν πραγματοποιείται μια προσωρινή απόκλιση από το μεσοπρόθεσμο στόχο του προγράμματος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι «μείζονες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» με μετρήσιμα αποτελέσματα στην μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Στο πρόγραμμα αναφέρεται ότι η συνεχιζόμενη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος και ιδίως η θέσπιση ενός δεύτερου πυλώνα θα μειώσει σταδιακά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης στο συνολικό αποτέλεσμα της γενικής κυβέρνησης σε σύγκριση με το επίπεδο του 2004. Το καθαρό κόστος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης εκτιμάται στο πρόγραμμα σε 0,25% του ΑΕΠ το 2005, αυξανόμενο προοδευτικά σε 1¼% του ΑΕΠ το 2008. Αυτό θα επιτρέψει μια προσωρινή απόκλιση από την απαιτούμενη ετήσια προσαρμογή ύψους 0,5% του ΑΕΠ για την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων, δεδομένου ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις οποίες στηρίζεται αναλύονται επαρκώς στο πρόγραμμα και έχουν αισθητά ευεργετικά αποτελέσματα στην μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών. Επιπλέον, η συμμόρφωση με τις δημοσιονομικές απαιτήσεις της συνθήκης και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης φαίνεται ότι εξασφαλίζονται όσον αφορά την πρόβλεψη ενός περιθωρίου ασφάλειας για να αποφευχθεί η υπέρβαση της τιμής αναφοράς του 3% του ΑΕΠ όσον αφορά το έλλειμμα σε όλα τα έτη του προγράμματος. Ωστόσο, η ανωτέρω σύσταση για ένα ταχύτερο ρυθμό προσαρμογής για την επίτευξη του ΜΠΣ του προγράμματος σε σχέση με το ρυθμό που προβλέπει το πρόγραμμα φαίνεται εφικτή λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τα πρώτα έτη του προγράμματος το εκτιμώμενο καθαρό κόστος της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης είναι περιορισμένο.

24. Υπολογίζεται ότι το 2005 ο δείκτης χρέους ανήλθε σε 14,9%, δηλαδή αρκετά κάτω από το 60% του ΑΕΠ που αποτελεί την τιμή αναφοράς σύμφωνα με τη συνθήκη. Ο δείκτης χρέους προβλέπεται να μειωθεί πολύ ελαφρά κατά τη διάρκεια του προγράμματος φθάνοντας σε 14,7% του ΑΕΠ το 2008, ενώ οι επιπτώσεις των ελλειμμάτων θα αντισταθμίζονται αισθητά από τον υψηλό ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.

25. Όσον αφορά τη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών, φαίνεται ότι ο κίνδυνος για τη Λετονία είναι μικρός όσον αφορά το προβλεπόμενο δημοσιονομικό κόστος της γήρανσης του πληθυσμού[5]. Το σημερινό πολύ χαμηλό επίπεδο του ακαθάριστου χρέους προβλέπεται να παραμείνει σε επίπεδα χαμηλότερα από την τιμή αναφοράς του 60% καθόλη τη διάρκεια πρόβλεψης που καλύπτει την περίοδο 2005-2050. Η αναθεώρηση του συνταξιοδοτικού συστήματος της Λετονίας που ξεκίνησε το 1996 συμβάλλει στον περιορισμό των δημοσιονομικών επιπτώσεων της γήρανσης του πληθυσμού.

26. Τα μέτρα που προβλέπονται στον τομέα των δημόσιων οικονομικών ανταποκρίνονται εν γένει στους γενικούς προσανατολισμούς των οικονομικών πολιτικών που περιλαμβάνονται στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την περίοδο 2005-2008. Ειδικότερα, το πρόγραμμα σύγκλισης προβλέπει μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης και της ανάπτυξης με μεταβολές στη διάρθρωση των εσόδων και των δαπανών (ειδικότερα με την μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από την άμεση στην έμμεση φορολογία και περικοπή των μεταβιβαστικών πληρωμών) και καθιστώντας τις δημόσιες επενδύσεις βασική προτεραιότητα στον τομέα των δαπανών. Ωστόσο, πρέπει να εντατικοποιηθούν οι προσπάθειες για την επίτευξη των βασικών στόχων, όπως η συγκράτηση του πληθωρισμού και η αντιμετώπιση των ανισορροπιών που παρουσιάζει ο λογαριασμός εξωτερικών συναλλαγών και η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης με την προώθηση μιας αγοράς εργασίας χωρίς αποκλεισμούς.

27. Σύμφωνα με το εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων της Λετονίας, που υποβλήθηκε την 21η Οκτωβρίου 2005, στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισσαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, η εξασφάλιση της μακροοικονομικής σταθερότητας τοποθετείται στο επίκεντρο του προγράμματος λόγω των επιπτώσεών της για τα δημόσια οικονομικά και, συνεπώς, αποδίδεται πρωταρχικός ρόλος στην ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και των διαδικασιών δημοσιονομικού προγραμματισμού. Οι δημοσιονομικές επιπτώσεις του περιορισμένου αριθμού συγκεκριμένων μεταρρυθμιστικών μέτρων που προσδιορίζονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων αποτυπώνονται στις δημοσιονομικές προβλέψεις του προγράμματος σύγκλισης. Τα προβλεπόμενα στο πρόγραμμα σύγκλισης μέτρα που αναμένεται να εφαρμοστούν στον τομέα των δημοσίων οικονομικών συμβαδίζουν με τις ενέργειες που προβλέπονται στο εθνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων. Όπως προαναφέρθηκε, το πρόγραμμα σύγκλισης προσδιορίζει μέτρα για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης με μεταβολές στη διάρθρωση των εσόδων και των δαπανών (ιδίως με τη μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης από την άμεση στην έμμεση φορολογία και την περικοπή των μεταβιβαστικών πληρωμών) και καθιστώντας τις δημόσιες επενδύσεις βασική προτεραιότητα του τομέα των δαπανών.

Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω εκτίμηση και την ανάγκη να εξασφαλιστεί μια διατηρήσιμη σύγκλιση, μεταξύ άλλων με τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και τη συγκράτηση του πληθωρισμού, θα ήταν σκόπιμο η Λετονία να εξετάσει τη δυνατότητα επίτευξης πιο φιλόδοξων δημοσιονομικών θέσεων από εκείνες που έχουν επί του παρόντος προγραμματιστεί, ιδίως με την ταχύτερη επίτευξη του ΜΠΣ που έχει τεθεί στο πρόγραμμα, μεριμνώντας για τη διατήρησή του κατά τη διάρκεια του προγράμματος, και αποφεύγοντας τις προκυκλικές δημοσιονομικές πολιτικές κατά τη διάρκεια των «περιόδων ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας».

Σύγκριση βασικών μακροοικονομικών και δημοσιονομικών προβλέψεων

2004 | 2005 | 2006 | 2007 | 2008 |

Πραγματικό ΑΕΠ (μεταβολή %) | ΠΣ Νοέμβ. 2005 | 8,5 | 8,4 | 7,5 | 7,0 | 7,0 |

COM Νοέμβ. 2005 | 8,3 | 9,1 | 7,7 | 7,1 | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκέμβ. 2004 | 8,1 | 6,7 | 6,5 | 6,5 | μ.δ.σ. |

Πληθωρισμός ΕνΔΤΚ (%) | ΠΣ Νοέμβ. 2005 | 6,2 | 6,9 | 5,6 | 4,3 | 3,5 |

COM Νοέμβ. 2005 | 6,2 | 6,8 | 6,0 | 4,8 | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκέμβ. 2004 | 6,2 | 4,3 | 3,0 | 3,0 | μ.δ.σ. |

Κενό παραγωγής (% του δυνητικού ΑΕΠ) | ΠΣ Νοέμβ. 20053 | 0,5 | 0,8 | 0,4 | -0,5 | -1,1 |

COM Νοέμβ. 20055 | 0,1 | 0,8 | 0,3 | -0,7 | μ.δ.σ. |

COM Δεκέμβ. 20043 | 1,6 | 0,9 | 0,0 | -0,5 | μ.δ.σ. |

Αποτέλεσμα γενικής κυβέρνησης1 (ως % του ΑΕΠ) | ΠΣ Νοέμβ. 2005 | -1,0 | -1,5 | -1,5 | -1,4 | -1,3 |

COM Νοέμβ. 2005 | -1,0 | -1,2 | -1,5 | -1,5 | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκέμβ. 2004 | -1,7 | -1,6 | -1,5 | -1,4 | μ.δ.σ. |

Πρωτογενές αποτέλεσμα (ως % του ΑΕΠ) | ΠΣ Νοέμβ. 2005 | -0,2 | -0,7 | -0,8 | -0,6 | -0,6 |

COM Νοέμβ. 2005 | -0,2 | -0,5 | -0,8 | -0,8 | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκέμβ. 2004 | -0,9 | -0,8 | -0,8 | -0,7 | μ.δ.σ. |

Κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα=διαρθρωτικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα2 (ως % του ΑΕΠ) | ΠΣ Νοεμβ. 20053 | -1,1 | -1,7 | -1,6 | -1,3 | -1,0 |

COM Νοέμβ. 20054 | -1,0 | -1,5 | -1,6 | -1,3 | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκέμβ. 2004 | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. | μ.δ.σ. |

Ακαθάριστο δημόσιο χρέος (ως % του ΑΕΠ) | ΠΣ Νοέμβ. 2005 | 13,1 | 14,9 | 13,6 | 13,7 | 14,7 |

COM Νοέμβ. 2005 | 14,7 | 12,8 | 13,0 | 13,2 | μ.δ.σ. |

ΠΣ Δεκέμβ. 2004 | 14,2 | 14,5 | 15,8 | 15,0 | μ.δ.σ. |

Σημείωση 1 Το καθαρό κόστος της συνεχιζόμενης συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης (θέσπιση δεύτερου πυλώνα) περιλαμβάνονται στο έλλειμμα. Το κόστος εκτιμάται σε 0,27% του ΑΕΠ το 2005, 0,37% του ΑΕΠ το 2006, 0,62% του ΑΕΠ το 2007 και 1,32% του ΑΕΠ το 2008. 2 Κυκλικά προσαρμοσμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα (όπως και στις προηγούμενες σειρές) εκτός από έκτακτα και άλλα προσωρινά μέτρα. Η βελτίωση του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού αποτελέσματος από έτος σε έτος που προβλέπεται στο πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της σταδιακής εφαρμογής της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης ανέρχεται σε 0,2% του ΑΕΠ το 2006, 0,6% το 2007 και 1,0% το 2008, δηλαδή κατά μέσο όρο 0,6% κατά την περίοδο 2006-2008. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλα έκτακτα και προσωρινά μέτρα που προσδιορίζονται στο πρόγραμμα, το κυκλικά προσαρμοσμένο αποτέλεσμα και το διαρθρωτικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι ταυτόσημα. 3Υπολογισμοί των υπηρεσιών της Επιτροπής με βάση τις πληροφορίες που παρέχονται στο πρόγραμμα. 4 Δεν υπάρχουν έκτακτα και άλλα προσωρινά μέτρα στις προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής. 5 Με βάση εκτιμώμενη αύξηση του δυνητικού ΑΕΠ ύψους 7,9%, 8,3%, 8,3% και 8,2% αντίστοιχα κατά την περίοδο 2004-2007. Πηγή: Πρόγραμμα σύγκλισης (ΠΣ)· φθινοπωρινές οικονομικές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005 (COM)· υπολογισμοί των υπηρεσιών της Επιτροπής. |

[1] ΕΕ L 209, 2.8.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 1). Τα έγγραφα που αναφέρονται στο παρόν κείμενο διατίθενται στον ακόλουθο δικτυακό τόπο:

http://europa.eu.int/comm/economy_finance/about/activities/sgp/main_en.htm

[2] «Λεπτομερείς ρυθμίσεις για την εφαρμογή του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και τις κατευθυντήριες γραμμές για τη μορφή και το περιεχόμενο των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης», που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN στις 11 Οκτωβρίου 2005.

[3] ΕΕ L 209, 2.8.1997, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1055/2005 (ΕΕ L 174 της 7.7.2005, σ. 1). Τα έγγραφα που αναφέρονται στο παρόν κείμενο διατίθενται στον ακόλουθο δικτυακό τόπο:

http://europa.eu.int/comm/economy_finance/about/activities/sgp/main_en.htm

[4] Το πρόγραμμα παρουσιάζει κενά όσον αφορά τα προαιρετικά στοιχεία που προβλέπονται στο νέο κώδικα δεοντολογίας (ειδικότερα δεν παρέχονται στοιχεία για την παραγωγικότητα της εργασίας και τις πραγματικές ώρες εργασίας).

[5] Λεπτομέρειες για την μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα παρέχονται στην τεχνική αξιολόγηση του προγράμματος από τις υπηρεσίες της Επιτροπής

(http://europa.eu.int/comm/economy_finance/about/activities/sgp/main_en.htm).

Top