This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52006IP0088
European Parliament resolution on restructuring and employment (2005/2188(INI))
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις αναδιαρθρώσεις και την απασχόληση (2005/2188(INI))
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις αναδιαρθρώσεις και την απασχόληση (2005/2188(INI))
ΕΕ C 291E της 30.11.2006, pp. 297–303
(ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, SK, SL, FI, SV)
Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις αναδιαρθρώσεις και την απασχόληση (2005/2188(INI))
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 291 E της 30/11/2006 σ. 0297 - 0303
P6_TA(2006)0088 Αναδιαρθρώσεις και απασχόληση Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τις αναδιαρθρώσεις και την απασχόληση (2005/2188(INI)) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, - έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 2005 με τίτλο "Πρόβλεψη και πλαισίωση των αναδιαρθρώσεων για την ανάπτυξη της απασχόλησης: ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης" (COM(2005)0120) και τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 14ης Δεκεμβρίου 2005 (ΕΟΚΕ 1495/2005), - έχοντας υπόψη τον Χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων του 1989 και το σχετικό πρόγραμμα δράσης, - έχοντας υπόψη την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 1994 για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους [1], - έχοντας υπόψη την οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις [2], - έχοντας υπόψη την οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου της 12ης Μαρτίου 2001 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων [3], - έχοντας υπόψη την οδηγία 2002/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2002 περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα [4], - έχοντας υπόψη τα ψηφίσματά του της 28ης Οκτωβρίου 1999 [5], της 17ης Φεβρουαρίου 2000 [6] και της 15ης Φεβρουαρίου 2001 [7] σχετικά με την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων στην Ευρώπη, - έχοντας υπόψη τη σύσταση 92/443/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1992 σχετικά με την προώθηση της συμμετοχής των εργαζομένων στα κέρδη και στα αποτελέσματα των επιχειρήσεων (συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο) [8], - έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας της 23ης και 24ης Μαρτίου 2000 και τα ψηφίσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ιδίως το ψήφισμά του της 15ης Μαρτίου 2000 [9] επί του θέματος και το ψήφισμά του της 9ης Μαρτίου 2005 για την ενδιάμεση αναθεώρηση της Στρατηγικής της Λισαβόνας [10], - έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Συνεργασία για την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση — Νέο ξεκίνημα για τη στρατηγική της Λισαβόνας" (COM(2005)0024), - έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 22ας και 23ης Μαρτίου 2005 και το ψήφισμά του της 13ης Απριλίου 2005 [11] επί του θέματος, - έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Υποστήριξη των διαρθρωτικών αλλαγών: Μια βιομηχανική πολιτική για τη διευρυμένη Ευρώπη" (COM(2004)0274) και το ψήφισμά του της 9ης Ιουνίου 2005 [12], - έχοντας υπόψη την πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 με τίτλο "Κοινωνικός διάλογος και συμμετοχή των εργαζομένων: κλειδί για την πρόβλεψη και διαχείριση των βιομηχανικών αλλαγών" (ΕΟΚΕ 1073/2005), - έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής για την Ατζέντα κοινωνικής πολιτικής (COM(2005)0033) και το ψήφισμά του της 26ης Μαΐου 2005 σχετικά με την Ατζέντα κοινωνικής πολιτικής 2006-2010 [13], - έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο: Κοινές δράσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση — το κοινοτικό πρόγραμμα της Λισαβόνας (COM(2005)0330), - έχοντας υπόψη την εκ μέρους της Επιτροπής αναληφθείσα πρωτοβουλία για την ανακήρυξη του έτους 2006 ως έτους κινητικότητας των εργαζομένων καθώς και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει στο πλαίσιο της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισαβόνας [14], - έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Η οικοδόμηση του κοινού μας μέλλοντος — Προκλήσεις πολιτικής και δημοσιονομικά μέσα της διευρυμένης Ένωσης — 2007-2013" (COM(2004)0101), την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο "Δημοσιονομικές Προοπτικές 2007 — 2013" (COM(2004)0487) και το ψήφισμά του της 8ης Ιουνίου 2005 σχετικά για τις πολιτικές προκλήσεις και τα δημοσιονομικά μέσα της διευρυμένης Ένωσης 2007-2013 [15], - έχοντας υπόψη τα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 15ης και 16ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013, - έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής (COM(2004)0492), - έχοντας υπόψη την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (COM(2004)0493), - έχοντας υπόψη το άρθρο 87, παράγραφος 3, καθώς και τα άρθρα 127, 136 και 158 της Συνθήκης ΕΚ, - έχοντας υπόψη το άρθρο 45 του Κανονισμού του, - έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων (A6-0031/2006), Α. εκτιμώντας ότι η οικονομική και κοινωνική προσέγγιση έναντι των κινδύνων είναι το κεντρικό στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει τα ευρωπαϊκά κοινωνικά πρότυπα, καθώς και ότι εκφράζεται στις διάφορες εθνικές πολιτικές με στόχο την οικοδόμηση ενός κράτους πρόνοιας βασισμένου στην ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης και ασφάλειας, Β. εκτιμώντας ότι αυτοί οι κίνδυνοι, όταν δεν προλαμβάνονται, μπορούν να πλήξουν και να επηρεάσουν τόσο τους εργαζόμενους για τους οποίους η εργασία είναι ένα από τα βασικά στοιχεία της ελευθερίας τους και της αξιοπρέπειάς τους, όσο και τους εργοδότες και το μέσο παραγωγής τους που εξελίσσονται σε πλαίσιο ανταγωνισμού, ο οποίος ενυπάρχει στην ανοιχτή οικονομία, Γ. εκτιμώντας ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αναδιαρθρώσεων των επιχειρήσεων που συνδέονται με μεταλλαγές σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς τομείς και των μετεγκαταστάσεων επιχειρήσεων που συνδέονται ως επί το πλείστον με την επιδίωξη της μείωσης του κόστους παραγωγής και θεωρώντας ότι τα δύο ζητήματα πρέπει να λάβουν διαφορετικές απαντήσεις, Δ. εκτιμώντας ότι οι οικονομικές μεταβολές είναι αναπόφευκτες, είτε λόγω προβλέψιμων ή απρόσμενων εξελίξεων, είτε μέσω αναληφθεισών πολιτικών ή υφισταμένων κρίσεων· εκτιμώντας ότι αυτές οι μεταβολές επηρεάζουν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, ανεξαρτήτως του επιπέδου της οικονομικής τους ανάπτυξης και του βαθμού της κοινωνικής τους προστασίας, αν και οι προκλήσεις τις οποίες πρέπει να αντιμετωπίσουν μπορούν να διαφέρουν και πρέπει να τύχουν ειδικών απαντήσεων ανάλογα με τον χαρακτήρα του μέσου παραγωγής, τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές επιλογές στον επενδυτικό και ερευνητικό τομέα, και γενικότερα σε συνάρτηση με την πρόσφατη οικονομική και πολιτική ιστορία τους, Ε. εκτιμώντας ότι οι αναδιαρθρώσεις είναι μια ειδική μορφή οικονομικής μεταβολής και ότι μπορούν να είναι μια ξαφνική και συχνά καταναγκαστική διαδικασία προσαρμογής μιας επιχείρησης στις εξελίξεις των αναγκών των καταναλωτών καθώς και των απαιτήσεων που επιβάλλει το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό πλαίσιο, με στόχο να της επιτραπεί να διατηρήσει ή να ανακτήσει την ανταγωνιστικότητά της, και ότι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι πρέπει να προσαρμόζονται αδιάλειπτα προκειμένου να προωθείται η ανάπτυξη και η απασχόληση, ΣΤ. εκτιμώντας ότι υπάρχουν διαφορετικά επίπεδα αναδιαρθρώσεων (οι διατομεακές αναδιαρθρώσεις, οι ενδοτομεακές αναδιαρθρώσεις, οι αναδιαρθρώσεις σε επίπεδο επιχειρήσεων και οι αναδιαρθρώσεις σε επίπεδο εργαζομένων)· εκτιμώντας ότι σε επίπεδο αναδιαρθρώσεων των επιχειρήσεων διαπιστώνονται διαφορετικοί τύποι αναδιαρθρώσεων (μεταλλαγές των διαδικασιών παραγωγής, ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους με υπεργολαβία, μετεγκαταστάσεις, κλείσιμο εργοστασίων, μείωση προσωπικού, συγχωνεύσεις/εξαγορές κλπ.)· εκτιμώντας ότι προβαίνουν σε αναδιαρθρώσεις σε επίπεδο εργαζομένων όταν οι απαιτήσεις όσον αφορά τις ικανότητες των τελευταίων καθίστανται αυστηρότερες· εκτιμώντας ότι αυτά τα διαφορετικά επίπεδα και τύποι αναδιαρθρώσεων επιτάσσουν διαφορετικές απαντήσεις, Ζ. εκτιμώντας ότι μία από τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης είναι η αυξημένη συγκέντρωση καθώς και η συσπείρωση και η δημιουργία μεγάλων διεθνών ομίλων, και μάλιστα ενίοτε σε τομείς στρατηγικού ενδιαφέροντος· εκτιμώντας συνεπώς ότι ο προβληματισμός όσον αφορά την υποστήριξη των επιχειρήσεων δεν αναπτύσσεται πλέον μόνο σε επίπεδο χωρών και τοπικών αρχών, αλλά και σε διεθνές επίπεδο· εκτιμώντας επιπλέον ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξαρτώνται επίσης από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και ότι πρέπει να τους δοθεί εν προκειμένω η ίδια προσοχή που δίδεται στους μεγάλους ομίλους, Η. εκτιμώντας ότι οι δυσκολίες των επιχειρήσεων οι οποίες ωθούν σε αναδιαρθρώσεις οφείλονται τις περισσότερες φορές στο άνοιγμα στο διεθνές εμπόριο, αλλά συνδέονται επίσης με την ικανότητα των επιχειρήσεων να προετοιμάζονται και να προετοιμάζουν το προσωπικό τους για τις διαδικασίες εκσυγχρονισμού και αναδιάρθρωσης· συμμεριζόμενο και υποστηρίζοντας τη θέση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία προσήκει στην Ένωση να αναλάβει από κοινού με τα κράτη μέλη το κόστος και τις επιπτώσεις σε νομοθετικό επίπεδο των πολιτικών τις οποίες εφαρμόζει, Θ. διαπιστώνοντας ότι οι συνέπειες των αναδιαρθρώσεων ενίοτε αντιβαίνουν προς τους στόχους της Λισαβόνας, ιδίως σε εκείνους που αφορούν στην προώθηση της πλήρους απασχόλησης, στην ποιότητα της εργασίας, στην κοινωνική και εδαφική συνοχή και στη βιώσιμη ανάπτυξη· εκτιμώντας ότι πρέπει να διασφαλιστεί για τους εργαζομένους πρόσβαση στην τελειοποίηση των δεξιοτήτων και στη διά βίου μάθηση, Ι. κρίνοντας απαραίτητη την αναγνώριση του κεντρικού ρόλου που διαδραματίζει η οικονομική και κοινωνική αναγέννηση στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισαβόνας· εκτιμώντας ότι οι αναδιαρθρώσεις επέχουν επίσης πρωταρχικό ρόλο στη διαδικασία δημιουργίας πλούτου και στην ανύψωση του βιοτικού επιπέδου, ΙΑ. εκτιμώντας ότι οι κοινωνικοί εταίροι και οι δημόσιες αρχές οφείλουν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην πλαισίωση των αναδιαρθρώσεων, τόσο σε συνολικό επίπεδο με τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας όσο και σε ατομικό επίπεδο παρέχοντας στους ενδιαφερόμενους εργαζόμενους δυνατότητες προσαρμογής σε μία νέα δραστηριότητα κυρίως μέσω δραστηριοτήτων κατάρτισης, αλλά και στην πρόβλεψή τους και στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων όταν αυτό είναι δυνατό, ΙΒ. εκτιμώντας ότι στην Ευρώπη η κινητικότητα είναι εξαιρετικά χαμηλή, με συνέπεια το διαθέσιμο δυναμικό δραστηριότητας να μένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο, και ότι οι εργαζόμενοι οι οποίοι επιθυμούν να μετακινηθούν συχνά δεν είναι σε θέση να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους στην αλλοδαπή λόγω των διοικητικών και γλωσσικών φραγμών· εκτιμώντας ότι τα εθνικά μέτρα που αφορούν στη διά βίου μάθηση και κατάρτιση αξιοποιούνται ελάχιστα, ΙΓ. εκτιμώντας ότι η αδυναμία ανάπτυξης στην Ευρώπη και η αδυναμία ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων οφείλονται εν μέρει στην αδυναμία παραγωγικών επενδύσεων και έρευνας· εκτιμώντας ότι η Ένωση θα πρέπει να ενθαρρύνει και να υποστηρίξει την επενδυτική ικανότητα των επιχειρήσεων καθώς και την έρευνα και την ανάπτυξη, ΙΔ. εκτιμώντας ότι, στο πλαίσιο της ευθύνης τους για κατάλληλη πρόβλεψη, οι επιχειρήσεις πρέπει να διασφαλίσουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες κατάρτισης για τους μισθωτούς τους: - για τις περιόδους πρακτικής αρχικής κατάρτισης και εκμάθησης· - για τη διαρκή κατάρτιση των μισθωτών τους· - για την αναγνώριση και την επικύρωση των κεκτημένων της επαγγελματικής εμπειρίας, γνωρίζοντας ότι οι μισθωτοί αποκομίζουν πραγματικό όφελος από την παρεχόμενη κατάρτιση μόνο όταν έχουν τη δυνατότητα να θέσουν αμέσως σε εφαρμογή τις νέες τους γνώσεις και εκτιμώντας ότι προκειμένου να ανταποκριθούν σε αυτούς τους στόχους, οι επιχειρήσεις πρέπει να εκπονήσουν σχέδια και καταλόγους αρμοδιοτήτων για την κατάρτιση και την ανάπτυξη των προσόντων, κατόπιν διαπραγμάτευσης αφενός μεν μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, αφετέρου δε μεταξύ των θεσμών που εκδίδουν τίτλους επαγγελματικών προσόντων, ΙΕ. εκτιμώντας ότι την πρώτη πηγή ενημέρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας, το οποίο διαχειρίζεται το ERM (European Restructuring Monitor/Ευρωπαϊκό Εποπτικό Όργανο Αναδιαρθρώσεων) και εκτιμώντας ότι αυτή η πηγή πρέπει να αποδίδει τα βέλτιστα, ιδίως όσον αφορά την ορατότητα και την πρόσβαση στις πληροφορίες σε όλες τις γλώσσες της Ένωσης, P. ΙΣΤ. εκτιμώντας ότι ένας από τους λόγους στους οποίους οφείλονται οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις είναι η απουσία ικανοποιητικών κανόνων σε διεθνές επίπεδο όσον αφορά τη διαφύλαξη της πνευματικής ιδιοκτησίας και την αποτελεσματική καταπολέμηση της απομίμησης, 1. χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή επέλεξε συνολική και οριζόντια προσέγγιση για την αντιμετώπιση ενός ζητήματος λίαν σημαντικού για τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους και το κοινωνικό και εργασιακό τους περιβάλλον· 2. συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι αναδιαρθρώσεις δεν είναι συνώνυμες κοινωνικών υποχωρήσεων και απώλειας οικονομικής ουσίας, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι προβλέπονται ορθά, ότι οι επιχειρήσεις δύνανται να τις διαχειρίζονται αποτελεσματικά και ταχέως μέσω διαλόγου με τα συνδικάτα, σεβόμενες τις εθνικές συνήθειες και πρακτικές, ότι τα προληπτικά μέτρα των επιχειρήσεων και η δημόσια δράση συμβάλλουν στην πλαισίωσή τους υπό καλές συνθήκες και ότι οι επιχειρήσεις τις προλαμβάνουν χάρη στη συνεχή κατάρτιση των εργαζομένων τους· εκτιμά ότι αυτές οι προϋποθέσεις δεν συντρέχουν συχνά· 3. εκτιμά ότι οι αναδιαρθρώσεις των επιχειρήσεων δεν πρέπει να επιχειρούνται παρά μόνον όταν είναι δικαιολογημένες, ήτοι για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας ή τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης των επιχειρήσεων· 4. διαπιστώνει ότι οι συνεχείς διαδικασίες προσαρμογής υπό γενικώς μεταβαλλόμενες συνθήκες είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων· κρίνει ότι είναι εν προκειμένω απαραίτητο, όπως υποδεικνύουν οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι στο κοινό τους έγγραφο της 16ης Οκτωβρίου 2003 με τίτλο "Προσανατολισμοί που αφορούν τη διαχείριση της αλλαγής και των κοινωνικών συνεπειών της", να εξηγηθεί εγκαίρως στους εργαζομένους η αναγκαιότητα των αλλαγών και να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα των εργαζομένων· 5. εκτιμά, όπως και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στην προαναφερθείσα γνωμοδότησή της, της 29ης Σεπτεμβρίου 2005, ότι η επιτυχία μιας αναδιάρθρωσης προσμετράται ασφαλώς σε σχέση με την ανταγωνιστικότητα και την ικανότητα καινοτομίας των επιχειρήσεων, αλλά επίσης και σε σχέση με τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και τη χρηστή κοινωνική διαχείριση των αρνητικών επιπτώσεων· 6. εκτιμά ότι, καθόσον η Ένωση είναι προωθητική δύναμη για το άνοιγμα των αγορών, θα πρέπει να προτείνει μέτρα και χρηματοδοτικούς πόρους για την καλύτερη πρόβλεψη και πλαισίωση των αναδιαρθρώσεων και των κοινωνικών τους συνεπειών, καθώς και για την προώθηση της καινοτομίας, την αναζήτηση νέων προοπτικών δημιουργίας επιχειρήσεων και τη διατήρηση των συνθηκών εργασίας· 7. εκτιμά ότι η Ένωση οφείλει να απαντήσει στις προκλήσεις παγκόσμιων διαστάσεων, όπως οι αναδιαρθρώσεις, βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και των επιχειρήσεων, μέσω καλύτερου συντονισμού και μεγαλύτερης συνοχής στη χρησιμοποίηση των τεσσάρων υφιστάμενων κοινωνικών μοχλών: - της πολιτικής ανταγωνισμού, ιδίως του ζητήματος των κρατικών ενισχύσεων, - της πολιτικής της εσωτερικής αγοράς, ιδίως της εφαρμογής της Societas Europea και του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, - της επιχειρηματικής πολιτικής, ιδίως της στήριξης στις ΜΜΕ, - και της πολιτικής αλληλεγγύης, ιδίως μέσω του επαναπροσανατολισμού του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) στις περιφέρειες που έχουν πληγεί από τις αναδιαρθρώσεις ή από τα σχέδια πρόβλεψης· 8. συμμερίζεται τη γνώμη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία το ΕΚΤ και, σε μικρότερο βαθμό, το ΕΤΠΑ για τις περιπτώσεις των ΜΜΕ υπό αναδιάρθρωση, οι οποίες πολύ συχνά αμελούνται, δύνανται να διαδραματίσουν πρωταρχικό ρόλο στην πρόβλεψη και τη διαχείριση των αναδιαρθρώσεων, προτείνει δε τα οικονομικά προγράμματα τα οποία συζητούνται για την περίοδο 2007-2013 να προσανατολίζονται περισσότερο στην πρόβλεψη και τη διαχείριση των αναδιαρθρώσεων, ιδίως στις ζώνες υψηλής τομεακής συγκέντρωσης, και να διατεθούν στα ταμεία κονδύλια τα οποία να ανταποκρίνονται σε αυτήν την επιδίωξη· 9. λαμβάνοντας υπόψη τον απρόβλεπτο χαρακτήρα ορισμένων αναδιαρθρώσεων, τη δυσκολία πρόβλεψης του εδαφικού τους αντίκτυπου και τον ρόλο των πολιτικών της Ένωσης σε αυτήν, εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να συσταθεί ταμείο προσαρμογής στην παγκοσμιοποίηση, καθώς και ταμείο αποθεμάτων για απρόβλεπτες δαπάνες και εκφράζει εν προκειμένω την ικανοποίησή του για τα προαναφερθέντα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με τις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013· 10. ζητεί: α) το μέγεθος και η γεωγραφική θέση μιας επιχείρησης που υπέστη αναδιάρθρωση στην επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να μην αποτελούν τα μόνα κριτήρια επιλογής για δυνητικές ενισχύσεις που χορηγεί η Ένωση, αλλά να λαμβάνονται επίσης δεόντως υπόψη τα συμφέροντα των ΜΜΕ· β) να λαμβάνεται επίσης υπόψη το γεγονός ότι μία επιχείρηση προετοιμάζεται επίσης για διαδικασία προσαρμογής, στο πλαίσιο του επιχειρηματικού της σχεδίου, ιδίως εάν επενδύει σε συνεχή επαγγελματική κατάρτιση· 11. υποστηρίζει ότι η Ένωση αποτελεί ουσιώδη εταίρο στην πλαισίωση των περιφερειών που έχουν αποτελέσει αντικείμενο αναδιαρθρώσεων (βιομηχανικών, του τριτογενούς τομέα, διατομεακών, ενδοτομεακών ή άλλων) στην αλλαγή της επιχειρηματικής τους δομής· 12. ζητεί από την Ένωση την υποστήριξη της γεωγραφικής κινητικότητας και της κινητικότητας της απασχόλησης για την καλύτερη αξιοποίηση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού κάθε κατηγορίας και ιδίως των νέων, των γυναικών και των ατόμων άνω των 45 ετών και καλεί την Ένωση να ενισχύσει την απάλειψη των διοικητικών και γλωσσικών εμποδίων στην κινητικότητα· 13. καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση σχετικά με την 14η οδηγία του εταιρικού δικαίου για τη διασυνοριακή μεταφορά της καταστατικής έδρας των κεφαλαιουχικών εταιρειών, δεδομένου ότι η μεταφορά της έδρας δεν πρέπει να συντελέσει στην εξασθένηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων· θεωρεί ότι η διασφάλιση των κεκτημένων δικαιωμάτων των εργαζομένων όσον αφορά τη συμμετοχή τους στις αποφάσεις τις επιχείρησης (δικαίωμα συνδιαχείρισης) πρέπει να αποτελέσει μία από τις θεμελιώδεις αρχές και δεδηλωμένο στόχο αυτής της οδηγίας· 14. προτείνει στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών ενισχύσεων που χορηγούνται κατά τη φάση μιας αναδιάρθρωσης να λαμβάνεται υπόψη η περιβαλλοντική διάσταση, κυρίως ενθαρρύνοντας τις γεωργικές ή βιομηχανικές μετατροπές προς λιγότερο ρυπογόνους πρακτικές και συνεπώς λιγότερο επικίνδυνες για τον πληθυσμό του περιβάλλοντα χώρου όσο και για τους εργαζόμενους· 15. διαπιστώνει επιπλέον ότι τα άτομα που θίγονται περισσότερο από τις αναδιαρθρώσεις είναι οι απολυμένοι μισθωτοί και ότι προσήκει σε κάθε περίπτωση να χορηγείται κατά προτεραιότητα ενίσχυση σ' αυτούς, όπως και στις οικονομικές δραστηριότητες που εξαρτώνται από την αναδιαρθρωνόμενη επιχείρηση, κυρίως τις υπεργολαβικές ΜΜΕ· επιμένει στην αναγκαιότητα να λαμβάνονται καλύτερα υπόψη οι "συγκαλυμμένες επιπτώσεις" των αναδιαρθρώσεων, όπως αυτές που αφορούν την υγεία των εργαζομένων· σημειώνει ότι αποδεικνύεται ότι διαγιγνώσκονται ιατρικές παθήσεις και ψυχολογικές διαταραχές στα άτομα που απειλούνται άμεσα από απολύσεις, και φαίνεται συνεπώς ότι το ποσοστό θνησιμότητας μεταξύ των εν λόγω μισθωτών είναι δύο φορές υψηλότερο (σε σχέση με τα μη απολυμένα άτομα) κατά τη διάρκεια των πέντε πρώτων ετών από την απόλυσή τους· συνάγει ότι προσήκει να μην περιορίζονται οι χρηματοδοτικές ενισχύσεις στη διαρθρωτική πτυχή των αναδιαρθρώσεων, προκειμένου να μπορέσει να ληφθεί υπόψη η ανθρώπινη διάσταση αυτών των προκλήσεων, καθιστώντας προτεραιότητα την εξατομικευμένη ενίσχυση στους εργαζόμενους· 16. χαιρετίζει τη στάση της Επιτροπής έναντι των αναδιαρθρώσεων στην ανακοίνωσή της στις 31 Μαρτίου 2005 με τον τίτλο "Αναδιαρθρώσεις και απασχόληση — πρόβλεψη και πλαισίωση των αναδιαρθρώσεων για την ανάπτυξη της απασχόλησης: Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης" (COM(2005)0120) επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, τις κοινές εργασίες των Ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων με θέμα τις αναδιαρθρώσεις, οι οποίες παρέχουν σημαντικές κατευθυντήριες γραμμές για τις αναδιαρθρώσεις οι οποίες θα ενσωματωθούν στην πρακτική των επιχειρήσεων· 17. καταδικάζει επίσης, μεταξύ των συγκαλυμμένων επιπτώσεων των αναδιαρθρώσεων, το εγχείρημα πρόωρης συνταξιοδότησης των μισθωτών εργαζομένων, οι οποίοι λόγω της ηλικίας τους είναι στη συνέχεια αυτοί που προσλαμβάνονται δυσκολότερα, γεγονός το οποίο συνεπάγεται σημαντικές χρηματοοικονομικές δαπάνες για την κοινωνία, καθώς και απώλεια των επαγγελματικών τους ικανοτήτων και παράλογο κίνδυνο ανεπάρκειας εργατικού δυναμικού· 18. ζητεί καλύτερους ελέγχους και καλύτερη ανιχνευσιμότητα της χρήσης των κοινοτικών πόρων, προκειμένου να διασφαλιστεί η σωστή χρησιμοποίησή τους και να αποφευχθεί η παροχέτευσή τους σε συναφείς, κερδοσκοπικούς ή διοικητικούς σκοπούς, και προκειμένου να αποκλειστεί η δυνατότητα συμμετοχής τους στη χρηματοδότηση των μετεγκαταστάσεων· ζητεί πρωτίστως οι επιχειρήσεις οι οποίες λαμβάνουν ενίσχυση από κονδύλια της Ένωσης και οι οποίες μετεγκαθιστούν πλήρως ή εν μέρει την παραγωγή τους να μην δύνανται να λάβουν εκ νέου κοινοτικές ενισχύσεις για χρονικό διάστημα επτά ετών και να μπορεί να ζητείται από αυτές η επιστροφή των ενισχύσεων που έλαβαν, προκειμένου να αποφευχθεί ο τουρισμός των επιχορηγήσεων· 19. επιβεβαιώνει τον ουσιαστικό χαρακτήρα του κοινοτικού κεκτημένου στον κοινωνικό τομέα και ιδίως τη σημασία των υφιστάμενων νομικών μέσων τα οποία πρέπει να εφαρμόζονται πλήρως και να παρακολουθούνται καλύτερα από τα κράτη μέλη στα οποία εναπόκειται η ευθύνη της καλύτερης μεταφοράς και εφαρμογής τους. Αυτό αφορά ιδίως: - την οδηγία 94/45/ΕΚ για τη θέσπιση ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης, - την οδηγία 98/59/ΕΚ για τις ομαδικές απολύσεις, - την οδηγία 2001/23/ΕΚ περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, - την οδηγία 2002/14/ΕΚ περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων· 20. εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η δεύτερη φάση της διαβούλευσης για την ευρωπαϊκή επιτροπή επιχείρησης δεν αντιστοιχεί παρά σε ένα μικρό τμήμα της προαναφερθείσας εκτενούς ανακοίνωσης της Επιτροπής της 31ης Μαρτίου 2005, και καλεί την Επιτροπή, εάν προτίθεται να τροποποιήσει την οδηγία 94/45/ΕΚ, να ξεκινήσει μία δεύτερη φάση προσήκουσας διαβούλευσης η οποία να επιτρέπει στους κοινωνικούς εταίρους να διαπραγματευτούν σύμφωνα με το άρθρο 138 της Συνθήκης ΕΚ και με την αρχή της διαφάνειας· 21. επαναλαμβάνει το αίτημά του προς την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 94/45/ΕΚ προκειμένου να ενισχυθούν τα δικαιώματα των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ευρωπαϊκών διαστάσεων· 22. συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι οφείλουν να επέχουν κεντρική θέση στη διαχείριση και στην πλαισίωση των αναδιαρθρώσεων, προκειμένου να ενισχυθεί η κινητικότητα των εργαζομένων στην Ευρώπη και να ενθαρρυνθεί η θέσπιση της διά βίου κατάρτισης, όποτε είναι απαραίτητο· 23. ζητεί από την Επιτροπή να συνεχίσει να εργάζεται για τη δημιουργία κοινοτικού πλαισίου σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση αναδιάρθρωσης· σημειώνει εν προκειμένω τις εργασίες που ήδη έχουν επιτελέσει οι κοινωνικοί εταίροι και τους καλεί να εξεύρουν τα μέσα για να εφαρμοστούν οι καλές πρακτικές που έχουν επισημάνει· καλεί την Επιτροπή, ελλείψει προσήκουσας αντίδρασης εκ μέρους των κοινωνικών εταίρων, να υποβάλει πρόταση οδηγίας· 24. ζητεί από την Επιτροπή να θεσπίσει, σύμφωνα με το πνεύμα της ατζέντας της Λισαβόνας, μία "ανοικτή μέθοδο συντονισμού" (MOC) με στόχο τη διάδοση στα κράτη μέλη μεγάλων προσανατολισμών για τις αναδιαρθρώσεις· 25. ζητεί μεταρρύθμιση των κρατικών ενισχύσεων, προκειμένου να ανακατανεμηθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό προς όφελος των τομέων οι οποίοι συμβάλλουν κατά το πλείστον στη μεγέθυνση και στην απασχόληση και, με τον τρόπο αυτόν, να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να χρησιμεύσουν για τη χρηματοδότηση αδικαιολόγητων μετεγκαταστάσεων ή αναδιαρθρώσεων· ζητεί εξάλλου να επιτρέπεται ευκολότερα η χορήγηση κρατικών ενισχύσεων για τους ευάλωτους τομείς που απαιτούν ειδικούς ή μεταβατικούς κανόνες, αν οι ενισχύσεις αυτές δεν προκαλούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά· 26. καλεί τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν μέτρα συγκεκριμένα και προσαρμοσμένα στην παράδοση κάθε κράτους μέλους, τα οποία μπορούν να λάβουν τη μορφή σταθερών κυψελών μετατροπής της επιχειρηματικής δομής, όταν τούτο κρίνεται απαραίτητο για την υποστήριξη των μισθωτών που έχουν θιγεί από τις αναδιαρθρώσεις και για τη διασφάλιση της ισότιμης μεταχείρισης ασχέτως εθνικότητας, φύλου και ηλικίας του μισθωτού· είναι της γνώμης ότι οι κυψέλες αυτές μετατροπής της επιχειρηματικής δομής θα μπορούν να στηρίζονται, συγκεκριμένα, στις περιφερειακές συμφωνίες για την απασχόληση· ζητεί από τα κράτη μέλη να προωθήσουν επειγόντως την έγκριση μέτρων αμοιβαίας αναγνώρισης των διπλωμάτων επαγγελματικής κατάρτισης καθώς και της πιστοποίησης άτυπων προσόντων και αναγνώρισης της εμπειρίας· θεωρεί, τέλος, απαραίτητη την υιοθέτηση προγραμμάτων δράσης που θα αποσκοπούν στη στήριξη των απολυθέντων εργαζομένων· θεωρεί ότι θα πρέπει μεταξύ άλλων να χορηγούνται το ταχύτερο δυνατό ενισχύσεις για τη συνεχή κατάρτιση και την αλλαγή της επιχειρηματικής δομής· 27. είναι της γνώμης ότι η συμμετοχή των μισθωτών στο κεφάλαιο της επιχείρησής τους δύναται να αποτελέσει κατάλληλο μέτρο για τη μεγαλύτερη εμπλοκή τους στη λήψη αποφάσεων που προηγούνται των αναδιαρθρώσεων· καλεί, συνεπώς, τους κοινωνικούς εταίρους αλλά και την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν περαιτέρω αυτό το θέμα στην ημερήσια διάταξη στο πλαίσιο της μεγάλης συζήτησης σχετικά με το μέλλον της κοινωνικής Ευρώπης που εισηγήθηκε η βρετανική προεδρία το 2005· 28. καλεί την Ένωση να συνεκτιμά τις δυσκολίες των επιχειρήσεων κατά την εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς και κατά τη σύναψη διεθνών συμφωνιών εμπορίου, ώστε να είναι δυνατή η πρόβλεψη των συνεπειών των πολιτικών της· 29. εκτιμά ότι για την καλύτερη πρόβλεψη και πλαισίωση των δυσκολιών που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις, καλό είναι να αξιοποιηθούν όλα τα μέσα που επιτρέπουν κατάλληλες τομεακές αναλύσεις, προκειμένου να είναι δυνατή η διαρκής παρακολούθηση και αξιολόγηση καθενός από τους τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων της Ευρώπης· χαιρετίζει, συνεπώς, τη βούληση που εκφράστηκε στην προαναφερθείσα ανακοίνωση της 31ης Μαρτίου 2005 για την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου της Αλλαγής (European Monitoring Centre on Change/EMCC) και υπογραμμίζει την ανάγκη καλύτερης πρόσβασης των πολιτών της Ένωσης στις εργασίες του· 30. ζητεί από την Επιτροπή να προτείνει ενιαίο ευρωπαϊκό κέντρο πληροφόρησης στο Διαδίκτυο για όλους τους πολίτες, τις τοπικές αυτοδιοικήσεις, τους κοινωνικούς εταίρους και τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, που να τους επιτρέπει να ενημερώνονται για την προβληματική περί των αναδιαρθρώσεων, για τις δυνατότητες που υφίστανται σχετικά με την πρόληψη και την καλή διαχείριση μιας αναδιάρθρωσης και για τα δικαιώματά τους (περιλαμβανομένης της πρόσβασης στους διαφορετικούς τύπους υποστήριξης) και τις υποχρεώσεις τους· 31. υποστηρίζει την αναγκαιότητα των αναλύσεων παρακολούθησης των επιτελούμενων αναδιαρθρώσεων, για να πληροφορηθούμε τον πραγματικό τους αντίκτυπο στην επιχείρηση, ούτως ώστε να επιτραπεί η καλύτερη αντιμετώπιση των μελλοντικών αναδιαρθρώσεων· 32. ζητεί από τους εμπορικούς εταίρους της Ένωσης να θεσπίσουν νόμους για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και από τα κράτη μέλη να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να καταπολεμήσουν αποτελεσματικά την απομίμηση· 33. αναθέτει στον Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. [1] ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64. [2] ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 16. [3] ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16. [4] ΕΕ L 80 της 23.3.2002, σ. 29. [5] ΕΕ C 154 της 5.6.2000, σ. 139. [6] ΕΕ C 339 της 29.11.2000, σ. 280. [7] ΕΕ C 276 της 1.10.2001, σ. 260. [8] ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 53. [9] ΕΕ C 377 της 29.12.2000, σ. 164. [10] ΕΕ C 320 E της 15.12.2005, σ. 164. [11] ΕΕ C 33 E της 9.2.2006, σ. 487. [12] Κείμενα που εγκρίθηκαν την ημέρα αυτή, P6_TA(2005)0230. [13] Κείμενα που εγκρίθηκαν την ημέρα αυτή, P6_TA(2005)0210. [14] Αναφορά: MEMO/05/229. [15] Κείμενα που εγκρίθηκαν την ημέρα αυτή, P6_TA(2005)0224. --------------------------------------------------