Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52005SC0443

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο - Μέτρα που έλαβε η Ελλάδα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 9 της συνθήκης με σκοπό τη μείωση του ελλείμματος που κρίνεται αναγκαία για τη διόρθωση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος

/* SEC/2005/0443 τελικό */

52005SC0443

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο - Μέτρα που έλαβε η Ελλάδα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 9 της συνθήκης με σκοπό τη μείωση του ελλείμματος που κρίνεται αναγκαία για τη διόρθωση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος /* SEC/2005/0443 τελικό */


[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ |

Βρυξέλλες, 6.4.2005

SEC(2005) 443 τελικό

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Μέτρα που έλαβε η Ελλάδα προκειμένου να συμμορφωθεί με την απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 9 της συνθήκης με σκοπό τη μείωση του ελλείμματος που κρίνεται αναγκαία για τη διόρθωση της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος

η διαδικασια υπερβολικου ελλειμματοσ σε σχεση με την ελλαδα

Το Συμβούλιο, επί τη βάσει σχετικής σύστασης της Επιτροπής, έθεσε στις 5 Ιουλίου 2004 την Ελλάδα υπό καθεστώς υπερβολικού ελλείμματος και απηύθυνε στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 7 της συνθήκης, συστάσεις για τον τερματισμό της κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος μέχρι το 2005. Στις 18 Ιανουαρίου 2005, το Συμβούλιο αποφάσισε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 104 παράγραφος 8 ότι η Ελλάδα δεν είχε λάβει αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με τις εν λόγω συστάσεις.

Στις 17 Φεβρουαρίου 2005, με βάση σύσταση της Επιτροπής δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 9, το Συμβούλιο αποφάσισε να απευθύνει προειδοποίηση στην Ελλάδα, καλώντας τη να λάβει μέτρα με σκοπό τη μείωση του ελλείμματος που κρίνεται αναγκαία για τη διόρθωση της κατάστασης. Το Συμβούλιο προσδιόρισε την 21η Μαρτίου 2005 ως την προθεσμία εντός της οποίας η Ελλάδα όφειλε να λάβει αποτελεσματικά μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί με την προαναφερθείσα απόφαση. Ειδικότερα, η απόφαση του Συμβουλίου όριζε ότι η « Ελλάδα τερματίζει τη σημερινή κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος το ταχύτερο δυνατό και το αργότερο το 2006, μέσω: (i) της αυστηρής εφαρμογής του προϋπολογισμού 2005 όπως αυτός εγκρίθηκε από το Ελληνικό Κοινοβούλιο· και (ii) της εφαρμογής το 2006 μέτρων προσαρμογής μόνιμου χαρακτήρα για τη διόρθωση του ελλείμματος κατά τουλάχιστον 0,6 εκατοστιαίας μονάδας του ΑΕΠ ». Το Συμβούλιο κάλεσε επίσης την Ελλάδα να εξακολουθήσει να καταβάλλει προσπάθειες « για τον εντοπισμό και τον έλεγχο των άλλων παραγόντων, εκτός των καθαρών δανειακών αναγκών, που συμβάλλουν στη μεταβολή των επιπέδων του δημόσιου χρέους », καθώς επίσης « για τη βελτίωση της συλλογής και επεξεργασίας των γενικών δημοσιονομικών στοιχείων ». Το Συμβούλιο κάλεσε μετ’ επιτάσεως την Ελλάδα να « λάβει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι η πορεία δημοσιονομικής εξυγίανσης προς την επίτευξη σχεδόν ισοσκελισμένης ή πλεονασματικής δημοσιονομικής θέσης μεσοπρόθεσμα θα συνεχιστεί, με τη μείωση του κυκλικά προσαρμοσμένου ελλείμματος κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως μετά τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος ». Τέλος, το Συμβούλιο ζήτησε από την Ελλάδα να « υποβάλει, έως τις 21 Μαρτίου 2005 το αργότερο, έκθεση στην οποία θα περιγράφονται οι αποφάσεις που λήφθηκαν σε εφαρμογή της παρούσας απόφασης ».

Στην παρούσα ανακοίνωση αξιολογούνται οι αποφάσεις που έχουν ληφθεί από τις ελληνικές αρχές προκειμένου να συμμορφωθούν με την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου.

τα μετρα που ελαβε η ελλαδα προκειμενου να συμμορφωθει με την αποφαση του συμβουλιου

Οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν στις 21 του φετινού Μαρτίου αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας, που καλύπτει την περίοδο 2004-2007. Οι στόχοι του προγράμματος στηρίζονται στο δημοσιονομικό αντίκτυπο μιας δέσμης φορολογικών μέτρων που γνωστοποιήθηκε στην Επιτροπή την ίδια ημέρα και δημοσιοποιήθηκε από την κυβέρνηση στις 29 Μαρτίου, με στόχο τη διασφάλιση της εφαρμογής του αναθεωρημένου προγράμματος. Η δέσμη περιλαμβάνει πρόσθετα μέτρα, τα οποία προβλέπεται να εφαρμοσθούν το 2005 επιπλέον των μέτρων που είχαν ενσωματωθεί στον προϋπολογισμό του 2005, και επιβεβαιώνει τη δέσμευση της κυβέρνησης να επιδιώξει έλλειμμα μικρότερο από το 3% του ΑΕΠ στο πλαίσιο του σχεδίου προϋπολογισμού για το 2006. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εν λόγω αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας, σε συνδυασμό με τη δέσμευση που δημοσιοποιήθηκε στις 29 Μαρτίου, συνιστά την έκθεση η υποβολή της οποίας απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 της απόφασης του Συμβουλίου.

Με βάση τα στοιχεία για τη γενική κυβέρνηση που η ελληνική κυβέρνηση παραθέτει στην κοινοποίηση που υπεβλήθη τον Μάρτιο στο πλαίσιο της «διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος» (στο εξής: «ΔΥΕ»)[1], το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,2% το 2004, ενώ το έλλειμμα ανήλθε στο 6,1% του ΑΕΠ[2]. Τα ποσοστά αυτά αποκαλύπτουν την ύπαρξη πρόσθετων περιπτώσεων υστέρησης των φορολογικών εσόδων καθώς και υπερβάσεων δαπανών στο πλαίσιο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2004, επιπλέον εκείνων που ήλθαν στο φως ήδη με την κοινοποίηση που υπεβλήθη τον Σεπτέμβριο του 2004 στο πλαίσιο της ΔΥΕ, επί τη βάσει των οποίων το έλλειμμα είχε εκτιμηθεί στο 5,3% του ΑΕΠ.

Στην αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας εξετάζονται οι δημοσιονομικές συνέπειες των μέτρων που έχουν εφαρμοσθεί και εξαγγελθεί[3] επί τη βάσει τριών διαφορετικών μακροοικονομικών σεναρίων. Σύμφωνα με το σενάριο αναφοράς, το οποίο χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση του προγράμματος[4], το πραγματικό ΑΕΠ προβλέπεται να αυξηθεί κατά 2,9% το 2005 και κατά 3% τα έτη 2006 και 2007. Το έλλειμμα αναμένεται να ανέλθει στο 3,7% του ΑΕΠ το 2005 και να μειωθεί κατόπιν στο 2,9% το 2006 και στο 2,4% το 2007. Το κυκλικά προσαρμοσμένο έλλειμμα προβλέπεται να βελτιωθεί κατά 2,5, 0,9 και 0,5 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κατά τα έτη 2005, 2006 και 2007, αντιστοίχως. Ο δείκτης του χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται να ανέλθει στο 109,5% του ΑΕΠ το 2005 και να μειωθεί εν συνεχεία σε ποσοστό κατά τι κατώτερο του 105% του ΑΕΠ στα τέλη της περιόδου αναφοράς του προγράμματος.

Οι προαναφερθείσες προβλέψεις του προγράμματος στηρίζονται στην παραδοχή ότι θα εφαρμοσθούν πλήρως τόσο ο προϋπολογισμός του 2005 όσο και η πρόσθετη δέσμη φορολογικών μέτρων που δημοσιοποιήθηκε στις 29 Μαρτίου. Ειδικότερα, για το 2005, η ελληνική κυβέρνηση εξήγγειλε μέτρα μόνιμου χαρακτήρα που συνίστανται σε αύξηση του μέσου συντελεστή ΦΠΑ κατά 1 εκατοστιαία μονάδα το 2005 και τα οποία αναμένεται να προσπορίσουν πρόσθετα έσοδα ύψους 610 εκατ. ευρώ. Ακόμη ανακοίνωσε την αύξηση των ειδικών φόρων κατανάλωσης επί του καπνού, των οινοπνευματωδών ποτών και των πετρελαιοειδών, η οποία εκτιμάται ότι ισοδυναμεί με 280 εκατ. ευρώ. Η δέσμη περιλαμβάνει επίσης περικοπές των εξόδων ταξιδίου των δημόσιων υπαλλήλων (45 εκατ. ευρώ) και μείωση των επιδοτήσεων προς εταιρείες αστικών μεταφορών (50 εκατ. ευρώ). Συνολικά, εάν εφαρμοσθεί πλήρως, η δέσμη αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση του ελλείμματος κατά 985 εκατ. ευρώ (0,5% του ΑΕΠ[5]) το 2005. Κατά την ελληνική κυβέρνηση, τα εν λόγω μέτρα προβλέπεται να αυξήσουν τα έσοδα κατά 1 655 εκατ. ευρώ το 2006 (0,9% του ΑΕΠ περίπου), δεδομένου ότι θα έχουν ισχύσει επί ένα πλήρες έτος. Στις 29 Μαρτίου, η κυβέρνηση ανακοίνωσε επίσης δημοσίως τη δέσμευσή της να συμπεριλάβει στο σχέδιο προϋπολογισμού για το 2006 τα μέτρα που θα είναι ενδεχομένως αναγκαία προκειμένου να μειωθεί το έλλειμμα σε ποσοστό χαμηλότερο από το όριο του 3% το επόμενο έτος. Τα μέτρα αυτά θα τελούν υπό την αίρεση της οικονομικής ανάπτυξης και θα αφορούν κυρίως πρωτογενείς δαπάνες, ιδίως στους τομείς των στρατιωτικών δαπανών, των κρατικών συνεισφορών σε ταμεία κοινωνικής ασφάλισης, της τοπικής αυτοδιοίκησης και των δημόσιων επενδύσεων.

Σε ό,τι αφορά τη δυναμική του χρέους, η αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας παρέχει πληροφορίες για τις πηγές και την πορεία της προσαρμογής αποθεμάτων-ροών (στο εξής: «π.α.ρ.»). Ειδικότερα, οι π.α.ρ. το 2004 εκτιμάται ότι αντιστοιχούν στο 2,9% του ΑΕΠ περίπου. Επειδή το ποσοστό αυτό συμπεριλαμβάνει έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις που ισοδυναμούν με 0,5 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ, οι πράξεις που συνεπάγονται αύξηση του χρέους ισοδυναμούν με το 3,4 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό συμπεριλαμβάνει αύξηση των καταθέσεων (1,5 εκατοστιαία μονάδα), αποκλίσεις ανάλογα με το αν η λογιστική απεικόνιση πραγματοποιείται βάσει των πληρωμών ή των δεσμεύσεων (1,4 εκατοστιαία μονάδα), καθώς και αυξήσεις μετοχών και άλλες προσαρμογές ήσσονος σημασίας (0,5 εκατοστιαία μονάδα). Οι π.α.ρ. προβλέπεται να ακολουθήσουν πτωτική πορεία, από 1,9% του ΑΕΠ το 2005 (το συγκεκριμένο έτος τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις προβλέπεται να ισοδυναμούν με το 0,6 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ) σε 0,9% του ΑΕΠ το 2007, έτος κατά το οποίο τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις δεν προβλέπεται να υπερβούν το 0,1% του ΑΕΠ.

Εξακολουθούν να υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα όσον αφορά τη συγκέντρωση και επεξεργασία των δημοσιονομικών στοιχείων, γεγονός που επισημαινόταν στην ανακοίνωση τύπου της Eurostat της 18ης Μαρτίου. Η Eurostat δεν επικύρωσε τα στοιχεία που παρατίθενται για το έλλειμμα στην κοινοποίηση που υπεβλήθη από τις ελληνικές αρχές στο πλαίσιο της ΔΥΕ τον φετινό Μάρτιο, λόγω της μη ομοιόμορφης καταχώρησης των ροών μεταξύ της Ελλάδας και του προϋπολογισμού της ΕΕ. Η Eurostat επεσήμαινε επίσης ότι δεν έχουν οριστικοποιηθεί ακόμη οι δαπάνες των παρελθόντων ετών που σχετίζονται με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Κατά συνέπεια, ίσως χρειασθεί να αναθεωρηθούν προς τα πάνω τα στοιχεία για το κρατικό έλλειμμα του 2004 και παλαιοτέρων ετών.

αξιολογηση των αποφασεων που εχουν ληφθει

Η αξιολόγηση της καταλληλότητας των ανωτέρω μέτρων σε σχέση με την απόφαση που εξέδωσε το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 104 παράγραφος 9 πραγματοποιείται με βάση τις προβλέψεις που διατύπωσαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής την άνοιξη του 2005 και οι οποίες δημοσιοποιήθηκαν στις 4 Απριλίου και λαμβάνουν υπόψη την κοινοποίηση που υπεβλήθη τον Μάρτιο στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, καθώς και την αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας για την περίοδο 2004-2007. Η αξιολόγηση είναι σκόπιμο να λαμβάνει επίσης υπόψη τις δημοσιονομικές συνέπειες της πρόσθετης δέσμης φορολογικών μέτρων, οι οποίες δεν ήταν δυνατό να ενσωματωθούν στις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, δεδομένου ότι η δημοσιοποίησή τους πραγματοποιήθηκε μετά τη σχετική καταληκτική ημερομηνία.

Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, το έλλειμμα αναμένεται να διαμορφωθεί στο 4,5% του ΑΕΠ το 2005 και στο 4,4% το 2006. Ο δείκτης του χρέους αναμένεται να ανέλθει στο 110,5% του ΑΕΠ το 2005 και στο 108,9% του ΑΕΠ το 2006. Οι προβλέψεις αυτές βασίζονται σε αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,9% το 2005 και στην παραδοχή ότι θα υπάρξει πλήρης εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2005. Για το 2006, προβλέπεται ανάπτυξη 3,1%. Η πρόβλεψη για έλλειμμα ύψους 4,4% το 2006 στηρίζεται στο σενάριο της μη μεταβολής πολιτικής, σύμφωνα με το οποίο το 2005 το έλλειμμα θα διαμορφωθεί τελικά στο 4,5% του ΑΕΠ, ενώ θεωρείται ως δεδομένο ότι δεν θα εφαρμοσθούν κατά διακριτική ευχέρεια μέτρα. Οι προβλέψεις για το έλλειμμα που διατυπώνονται στην αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας (3,7% του ΑΕΠ το 2005 και 2,9% το 2006) και εκείνες που περιέχονται στις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005 (4,5% και 4,4%, αντιστοίχως) διαφέρουν για τον λόγο ότι, όπως επισημαίνεται παραπάνω, οι προβλέψεις δεν περιλαμβάνουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα της πρόσθετης δέσμης φορολογικών μέτρων. Εξάλλου, οι εαρινές προβλέψεις στηρίζονται σε επιφυλακτικότερη εκτίμηση για τις εξελίξεις όσον αφορά τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και ορισμένες πρωτογενείς δαπάνες. Οι σχετικές αποκλίσεις παρουσιάζονται στον κατωτέρω πίνακα.

Δημοσιονομική αξιολόγηση των εξαγγελθέντων μέτρων

2005 | 2006 |

Έλλειμμα (% του ΑΕΠ) |

Εαρινές προβλέψεις (1) | 4,5 | 4,4 |

Αποτέλεσμα πρόσθετων μέτρων (2)=(2α)+(2β) | 0,5 | 0,9 |

Έσοδα (2a) | 0,4 | 0,8 |

Δαπάνες (2β) | 0,1- | 0,1 |

Διαφορές αξιολόγησης άλλων μέτρων (3)=(3α)+(3β)+(3γ)-(3δ) Χαμηλότερες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (3a) | 0,3 0,1 | 0,6 0,4 |

Υψηλότερες τρέχουσες πρωτογενείς δαπάνες | 0,2 | 0,3 |

(κυρίως τομέας υγείας και μισθοί δημόσιων υπαλλήλων· 3β) |

Χαμηλότερες εισροές κεφαλαίων (3γ) | - | 0,1 |

Χαμηλότερες πληρωμές τόκων (3δ) | 0,2 |

Στόχος βάσει του προγράμματος (1)-(2)-(3) | 3,7 | 2,9 |

Χρέος (% του ΑΕΠ) |

Πρόγραμμα | 109,5 | 107,2 |

Εαρινές προβλέψεις | 110,5 | 108,9 |

Σε ό,τι αφορά το 2005, οι εαρινές προβλέψεις του 2005 δεν λαμβάνουν υπόψη τα πρόσθετα μέτρα στο σκέλος των εσόδων τα οποία δημοσιοποιήθηκαν μετά την καταληκτική ημερομηνία των προβλέψεων. Σύμφωνα με την ελληνική κυβέρνηση, η πλήρης εφαρμογή των μέτρων αναμένεται να οδηγήσει σε βελτίωση του προβλεπόμενου ελλείμματος κατά 0,5 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ περίπου το 2005. Πέραν αυτού, με βάση τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, η αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας φαίνεται να προβλέπει υπερβολικά μεγάλη αύξηση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης σε σχέση με τις αποζημιώσεις σε εργαζομένους το 2005, πράγμα το οποίο δεν κρίνεται δικαιολογημένο ούτε με βάση τα μέτρα που διατυπώνονται στο πρόγραμμα ούτε με βάση τις τάσεις του παρελθόντος[6]. Εξάλλου, οι προβλέψεις του προγράμματος για τη δημόσια κατανάλωση, ιδίως όσον αφορά τον τομέα της υγείας και τους μισθούς, κρίνονται υπερβολικά αισιόδοξες[7]. Ωστόσο, τέτοιου είδους αποκλίσεις μεταξύ των ελληνικών αρχών και των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τα αποτελέσματα του προϋπολογισμού του 2005 δεν θέτουν εν αμφιβόλω την απαρέγκλιτη εφαρμογή των μέτρων που εξαγγέλλονται στον προϋπολογισμό του 2005 και, κατ’ επέκταση, τη συμμόρφωση με το άρθρο 1, περίπτωση i) της απόφασης του Συμβουλίου. Επιπλέον, η ελληνική κυβέρνηση δεσμεύεται όχι μόνο για την απαρέγκλιτη εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2005 αλλά και για την εφαρμογή πρόσθετων μέτρων, τα οποία ισοδυναμούν με 0,5 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ το 2005 και τα οποία αναμένεται να αντισταθμίσουν εν μέρει τις συνέπειες για το έτος βάσης της πρόσθετης ολίσθησης που καταγράφηκε το 2004.

Σύμφωνα με την κυβέρνηση, η παράταση το 2006 των επιπτώσεων των πρόσθετων μέτρων που προβλέπεται να εφαρμοσθούν το 2005 αναμένεται να οδηγήσει σε μείωση του ελλείμματος κατά 0,9 εκατοστιαία μονάδα του ΑΕΠ. Η εκτίμηση αυτή δεν περιλαμβάνει τα ενδεχόμενα μέτρα που σχετίζονται με τη δέσμευση της κυβέρνησης να μειώσει το έλλειμμα σε ποσοστό χαμηλότερο από το 3% του ΑΕΠ το 2006, δεδομένα ότι τα μέτρα αυτά δεν έχουν προσδιορισθεί λεπτομερώς, ενώ ο δημοσιονομικός τους αντίκτυπος εξαρτάται από το πραγματικό ύψος της ανάπτυξης. Υπό το πρίσμα των εαρινών προβλέψεων των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, όπου γίνεται λόγος για έλλειμμα 4,4% του ΑΕΠ το 2006, και των παρατηρήσεων που διατυπώνει η Eurostat στην ανακοίνωση τύπου που εξέδωσε στις 18 Μαρτίου, η λήψη τέτοιου είδους μέτρων μπορεί να είναι αναπόφευκτη ενόψει της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος το 2006, ακόμη και στο πλαίσιο ευνοϊκών σεναρίων για την οικονομική ανάπτυξη. Με βάση το σύνηθες σενάριο περί μη μεταβολής πολιτικής, οι εαρινές προβλέψεις του 2005 στηρίζονται σε επιφυλακτικότερες εκτιμήσεις της Επιτροπής για την πορεία ορισμένων στοιχείων του προϋπολογισμού, όπως είναι οι κοινωνικές εισφορές, οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων και οι επιχορηγήσεις από την ΕΕ[8], παρά το γεγονός ότι, κατά την αντίληψη της Επιτροπής, οι πληρωμές τόκων ενδέχεται να είναι κάπως χαμηλότερες από αυτές που προβλέπονται στο πρόγραμμα[9]. Συνολικά, το έλλειμμα το 2006 μπορεί να είναι τελικά κατά 0,6 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ υψηλότερο από την πρόβλεψη των ελληνικών αρχών. Πέραν αυτού, στο ανακοινωθέν τύπου της 18ης Μαρτίου της Eurostat επισημαίνεται ότι ενδέχεται να χρειασθεί να αναθεωρηθούν προς τα πάνω τα στοιχεία για το έλλειμμα του 2004. Επειδή οι ελληνικές αρχές δεν έχουν προβλέψει την εφαρμογή αντισταθμιστικών μέτρων το 2005 με σκοπό την εξουδετέρωση τέτοιων πρόσθετων ολισθήσεων, η πιθανή χρονική μετακύληση των επιπτώσεων των τυχόν στατιστικών αναθεωρήσεων θα είχε ως συνέπεια τη διαμόρφωση του ελλείμματος σε υψηλότερο επίπεδο το 2005 και, κατ’ επέκταση, το 2006.

Συνολικά, η Επιτροπή θεωρεί ότι υφίστανται κίνδυνοι με τη μορφή της υστέρησης των εσόδων, της υπέρβασης δαπανών και των στατιστικών αναθεωρήσεων και ότι, σε περίπτωση που οι κίνδυνοι αυτοί επαληθευτούν, το έλλειμμα κατά τα έτη 2005 και 2006 θα είναι τελικά υψηλότερο από αυτό που προβλέπεται στο πρόγραμμα σταθερότητας. Μολονότι τέτοιου είδους ολισθήσεις το 2005 δεν θα επηρέαζαν τη συμμόρφωση με την ανακοίνωση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005 με αποδέκτη την Ελλάδα, τυχόν εκδήλωσή τους το 2006 θα καθιστούσε αναγκαία τη λήψη πρόσθετων μέτρων, σύμφωνα με τη δέσμευση που έχει αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση. Το κατά πόσον η πρόσθετη δέσμη μέτρων που ανακοινώθηκε για το 2006 θα είναι αρκετή προκειμένου να διασφαλισθεί ότι το προσεχές έτος το έλλειμμα θα μειωθεί όντως σε ποσοστό κατώτερο της τιμής αναφοράς του 3% ενδείκνυται να διερευνηθεί με βάση το σχέδιο προϋπολογισμού του 2006.

Αναφορικά με το χρέος, θεωρείται ότι έχουν ληφθεί σημαντικά μέτρα για να προσδιορισθούν οι διάφορες πηγές των προσαρμογών αποθεμάτων-ροών. Με βάση τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, τα στοιχεία που παρέχονται στην αναθεωρημένη επικαιροποίηση του προγράμματος σταθερότητας υποδηλώνουν ότι οι π.α.ρ., παρά το γεγονός ότι παραμένουν σημαντικές κατά τα έτη 2005 και 2006, παρουσιάζουν μείωση σε σύγκριση με το 2004. Το στοιχείο αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνει τη δέσμευση των ελληνικών αρχών να καταβάλουν περαιτέρω προσπάθειες για τον προσδιορισμό και τον έλεγχο των πράξεων «κάτω από τη γραμμή» (below-the-line).

Σε σύγκριση με την κοινοποίηση του Μαρτίου του 2004, τα ζητήματα που εκκρεμούν σε σχέση με τη συγκέντρωση και επεξεργασία των δημοσιονομικών στοιχείων και τα οποία εξηγούνταν από τη Eurostat στην ανακοίνωση τύπου της 18ης Μαρτίου δείχνουν να εντοπίζονται ικανοποιητικότερα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνδέονται με προβλήματα έκτακτου χαρακτήρα, όπως είναι η καταχώρηση των δαπανών για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Επιπλέον, έχει διενεργηθεί σειρά στατιστικών αναθεωρήσεων με πρωτοβουλία των ελληνικών αρχών, στο πλαίσιο της στενής συνεργασίας με τη Eurostat. Παρόλα αυτά, η ύπαρξη τέτοιων εκκρεμών ζητημάτων υποδηλώνει την ανάγκη καταβολής περαιτέρω προσπαθειών με σκοπό τη βελτίωση των μηχανισμών που διασφαλίζουν την ταχεία και ορθή παροχή γενικών δημοσιονομικών στοιχείων.

συμπερασματα

Με βάση τα τρέχοντα στοιχεία, η ελληνική κυβέρνηση έχει λάβει, εντός της προθεσμίας της 21ης Μαρτίου 2005, αποφάσεις σύμφωνες με τις συστάσεις της απόφασης του Συμβουλίου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 104 παράγραφος 9. Συγκεκριμένα, πέραν της απαρέγκλιτης εκτέλεσης του προϋπολογισμού του 2005, όπως αξίωνε η προαναφερθείσα απόφαση, η κυβέρνηση έχει επίσης λάβει πρόσθετα μέτρα με σκοπό την περαιτέρω μείωση του ελλείμματος. Σε ό,τι αφορά το 2006, από τα παρασχεθέντα στοιχεία προκύπτει ότι είναι πιθανό να χρειασθεί η εφαρμογή πρόσθετων μέτρων στο πλαίσιο του προϋπολογισμού του 2006 με σκοπό τη μείωση του ελλείμματος σε ποσοστό χαμηλότερο από το 3% του ΑΕΠ. Πάντως, η δέσμευση της κυβέρνησης που δημοσιοποιήθηκε στις 29 Μαρτίου σχετικά με τη διασφάλιση της διόρθωσης του υπερβολικού ελλείμματος μέχρι το 2006, εν ανάγκη με τη λήψη πρόσθετων μέτρων, συμβαδίζει με τις συστάσεις του Συμβουλίου. Αναφορικά με την πορεία του χρέους και τα γενικά δημοσιονομικά δεδομένα, εκτιμάται ότι απαιτούνται επιπρόσθετες προσπάθειες για τον καλύτερο προσδιορισμό και έλεγχο των παραγόντων εκείνων, πλην του καθαρού δανεισμού, οι οποίοι συντελούν στη μεταβολή του ύψους του χρέους, καθώς επίσης για τη βελτίωση της συγκέντρωσης και επεξεργασίας γενικών δημοσιονομικών στοιχείων.

Επί τη βάσει της ανωτέρω αξιολόγησης, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν είναι αναγκαία επί του παρόντος η λήψη περαιτέρω μέτρων στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος που αφορά την Ελλάδα. Η κοινοποίηση του φετινού Σεπτεμβρίου στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, η υποβολή του σχεδίου προϋπολογισμού για το 2006 και οι φθινοπωρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, καθώς επίσης η έκθεση που προβλέπεται να υποβάλουν οι ελληνικές αρχές τον Οκτώβριο, όπως ορίζει η απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Φεβρουαρίου 2005, θα παρέχουν πρόσθετα πληροφοριακά στοιχεία, επί τη βάσει των οποίων θα αξιολογηθεί εκ νέου η συμμόρφωση με την εν λόγω απόφαση πριν από το τέλος του έτους.

[1] Τα αναφερόμενα αριθμητικά δεδομένα για το 2004 δεν επικυρώθηκαν από τη Eurostat στις 18 Μαρτίου 2005 και ενδείκνυται να θεωρηθούν προσωρινά και υποκείμενα σε αναθεωρήσεις προς τα πάνω. Τα σχετικά ζητήματα αναπτύσσονται κατωτέρω στο παρόν κεφάλαιο.

[2] Το ποσοστό είναι 6,0% του ΑΕΠ με βάση τους εθνικούς λογαριασμούς (ΕΣΟΛ95), δηλαδή μη λαμβανομένων υπόψη των ροών που σχετίζονται με πράξεις ανταλλαγής (swap).

[3] Περιλαμβάνονται τα μέτρα που δημοσιοποιήθηκαν στις 29 Μαρτίου.

[4] Βλ. τη σύσταση της Επιτροπής για την έκδοση γνώμης του Συμβουλίου «Σχετικά με το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας της Ελλάδας, 2004-2007» - SEC(2005) 440, 6.4.2005.

[5] Με βάση το ονομαστικό ΑΕΠ που προσδιορίζεται στο χρησιμοποιούμενο για την αξιολόγηση του προγράμματος σενάριο αναφοράς, όπως προκύπτει με βάση τις εαρινές προβλέψεις των υπηρεσιών της Επιτροπής του 2005, εκτιμάται ότι το πραγματικό ποσοστό θα είναι της τάξεως του 0,55% του ΑΕΠ.

[6] Ειδικότερα, οι προβλέψεις του προγράμματος προϋποθέτουν αύξηση του πραγματικού δείκτη κοινωνικών εισφορών (δηλαδή της αναλογίας των εσόδων κοινωνικής ασφάλισης προς τη συνολική αποζημίωση εργαζομένων) σε ποσοστό μεγαλύτερο από 1 εκατοστιαία μονάδα. Το πρόγραμμα φαίνεται να προβλέπει ότι οι υψηλές αυξήσεις που καταγράφηκαν στο παρελθόν θα επαναληφθούν και στο μέλλον, πράγμα που δεν φαίνεται δικαιολογημένο.

[7] Η μεγάλη μείωση, σε όρους ΑΕΠ, των εξόδων μισθοδοσίας και της ενδιάμεσης κατανάλωσης που προβλέπεται στο σχέδιο προϋπολογισμού βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση με εξελίξεις οι οποίες σημειώθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, δεδομένου ότι τα στοιχεία αυτά επέδειξαν μεγάλη ανθεκτικότητα και αποτέλεσαν την αιτία σοβαρών δημοσιονομικών ολισθήσεων.

[8] Αναφορικά με τις κοινωνικές εισφορές και τους μισθούς, οι αποκλίσεις μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των εαρινών προβλέψεων του 2005 απορρέουν από παράγοντες ίδιους με αυτούς που ισχύουν και για το 2005 (βλ. τις υποσημειώσεις υπ’ αριθ. 4 και 5 ανωτέρω), αν και, στην περίπτωση των κοινωνικών εισφορών, διογκώνονται λόγω της παράτασης των επιπτώσεων της απόκλισης κατά το 2005. Σε ό,τι αφορά τις επιχορηγήσεις από την ΕΕ, τα ζητήματα που εγείρει η Eurostat, σε συνδυασμό με τη χαμηλή ικανότητα απορρόφησης που κατεγράφη στο παρελθόν, υπαγορεύουν τις δεδομένες επιφυλακτικότερες εκτιμήσεις της Επιτροπής.

[9] Σύμφωνα με το πρόγραμμα, οι πληρωμές τόκων αναμένεται να αυξηθούν σε ποσοστό πάνω από 9% σε ονομαστικούς όρους το 2006. Μια τέτοια αύξηση δεν μοιάζει εύλογη με βάση την προβλεπόμενη εξέλιξη του χρέους και των επιτοκίων. Ως εκ τούτου, σε όρους ΑΕΠ, το πραγματικό ποσό μπορεί να αποδειχθεί χαμηλότερο από το ποσό που προβλέπεται στο πρόγραμμα.

Top