This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52005PC0496
Proposal for a Council Regulation amending Regulation (EEC) No 3068/92 imposing a definitive anti-dumping duty on imports of potassium chloride originating in Belarus or the Russian Federation
Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας), καταγωγής Λευκορωσίας ή Ρωσικής Ομοσπονδίας
Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας), καταγωγής Λευκορωσίας ή Ρωσικής Ομοσπονδίας
/* COM/2005/0496 τελικό */
Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας), καταγωγής Λευκορωσίας ή Ρωσικής Ομοσπονδίας /* COM/2005/0496 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 17.10.2005 COM(2005)496 τελικό Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας), καταγωγής Λευκορωσίας ή Ρωσικής Ομοσπονδίας (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Πλαισιο της προτασησ | Αιτιολόγηση και στόχοι της πρότασης Η παρούσα πρόταση αφορά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 461/2004 του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2004 (εφεξής «ο βασικός κανονισμός») στο πλαίσιο της διαδικασίας για τις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας) καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας. | Γενικό πλαίσιο Η παρούσα πρόταση εντάσσεται στο πλαίσιο της εφαρμογής του βασικού κανονισμού και είναι το αποτέλεσμα ερευνών που διεξήχθησαν σύμφωνα με τις ουσιώδεις και διαδικαστικές απαιτήσεις που καθορίζονται στον βασικό κανονισμό. | Υφιστάμενες διατάξεις στον τομέα που αφορά η πρόταση Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3068/92, το Συμβούλιο επέβαλε οριστικά μέτρα αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας) καταγωγής, μεταξύ άλλων Ρωσίας. Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 858/2005, η Επιτροπή έκανε δεκτές τις αναλήψεις υποχρεώσεων ως προς τις τιμές που πρότειναν, μεταξύ άλλων, εταιρείες στη Ρωσία. | Συνοχή με τις άλλες πολιτικές και στόχους της Ένωσης Δεν ισχύει. | Διαβουλευσεισ με τα ενδιαφερομενα μερη και αξιολογηση των επιπτωσεων | Διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη | Τα μέρη που αφορά η διαδικασία είχαν ήδη τη δυνατότητα να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους κατά την έρευνα, σύμφωνα με τις διατάξεις του βασικού κανονισμού. | Συγκέντρωση και χρησιμοποίηση εκτιμήσεων εμπειρογνωμόνων | Δεν ήταν αναγκαία η προσφυγή σε εκτιμήσεις εξωτερικών εμπειρογνωμόνων | Εκτίμηση του αντίκτυπου Η παρούσα πρόταση προκύπτει από την εκτέλεση του βασικού κανονισμού. Ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει γενική εκτίμηση του αντίκτυπου για τις περιστάσεις που αφορούν την παρούσα πρόταση. | Νομικα στοιχεία της πρότασης | Περίληψη της προτεινόμενης δράσης Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3068/92, το Συμβούλιο επέβαλε οριστικούς δασμούς αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας) καταγωγής, μεταξύ άλλων Ρωσίας ("τα ισχύοντα μέτρα»). Τον Ιανουάριο 2004, ελήφθησαν χωριστές αιτήσεις από τις εταιρείες JSC Silvinit και JSC Uralkali (εφεξής "οι αιτούντες") για ατομικές μερικές ενδιάμεσες επανεξετάσεις των ισχυόντων μέτρων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοινώσεις για την έναρξη διαδικασίας και άρχισε έρευνα. Το συνημμένο σχέδιο κανονισμού τροποποιεί τον κανονισμό 3068/92 και περιλαμβάνει τα αποτελέσματα των ερευνών σχετικά με την ενδιάμεση μερική επανεξέταση. Οι κυριότερες διαπιστώσεις αφορούν τα μειωμένα περιθώρια του ντάμπινγκ για τις εν λόγω εταιρείες. Επιπλέον, χορηγείται τώρα απαλλαγή από τους δασμούς αντιντάμπινγκ υπό ορισμένους όρους εφόσον η Επιτροπή αποδέχθηκε τις αναλήψεις υποχρεώσεων που πρότειναν οι εν λόγω ρωσικές εταιρείες. Ζητήθηκε η γνώμη των κρατών μελών σχετικά με αυτή τη δράση. 23 κράτη μέλη υποστήριξαν την πρόταση. 2 κράτη μέλη απείχαν. Επομένως, προτείνεται στο Συμβούλιο να εγκρίνει τη συνημμένη πρόταση κανονισμού. | Νομική βάση Κανονισμός του Συμβουλίου ( ΕΚ ) αριθ. 384/96 της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό ( ΕΚ ) αριθ. 461/2004 της 8ης Μαρτίου 2004. | Αρχή της επικουρικότητας Η πρόταση εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας. Συνεπώς δεν εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας. | Αρχή της αναλογικότητας Η παρούσα πρόταση είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας για τον (τους) ακόλουθο (ους) λόγο (ους). | Η μορφή δράσης περιγράφεται στον προαναφερόμενο βασικό κανονισμό και δεν επιτρέπει εθνικές αποφάσεις. | Στοιχεία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα περιοριστούν στο ελάχιστο η οικονομική επιβάρυνση και ο διοικητικός φόρτος που θα αναλάβουν η Κοινότητα, οι εθνικές αρχές, οι περιφερειακές και τοπικές αρχές, οι οικονομικοί παράγοντες και οι πολίτες και θα διασφαλιστεί ότι είναι ανάλογα αυτά προς το στόχο της πρότασης: άνευ αντικειμένου | Επιλογή των μέσων | Προτεινόμενο μέσο: κανονισμός. | Η χρήση άλλων μέσων δεν θα ήταν σκόπιμη για τον/τους ακόλουθο/ους λόγο/ους. Η προσφυγή σε άλλα μέσα δεν θα ήταν σκόπιμη διότι ο βασικός κανονισμός δεν προβλέπει εναλλακτικές λύσεις. | Δημοσιονομικεσ επιπτωσεισ | Η πρόταση δεν έχει επιπτώσεις στον κοινοτικό προϋπολογισμό. | 1. Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας), καταγωγής Λευκορωσίας ή Ρωσικής Ομοσπονδίας ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 1995 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας[1] (εφεξής ο «βασικός κανονισμός»), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 3, την πρόταση που υπέβαλε η Επιτροπή κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, Εκτιμώντας τα ακόλουθα: A. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 1. Προηγούμενες έρευνες και ισχύοντα μέτρα (1) Μετά από έρευνα (εφεξής «η προηγούμενη έρευνα»), το Συμβούλιο, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 969/2000[2], τροποποίησε τα μέτρα που είχαν επιβληθεί αρχικά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92[3] στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας) καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ρωσίας (εφεξής «τα ισχύοντα μέτρα»). (2) Τον Μάρτιο 2004, με ανακοίνωση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [4], η Επιτροπή κίνησε, με δική της πρωτοβουλία, μερική ενδιάμεση επανεξέταση των ισχυόντων μέτρων, για να εξετάσει κατά πόσο έπρεπε να τροποποιηθούν τα μέτρα αυτά, ώστε να ληφθεί υπόψη η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε 25 κράτη μέλη την 1η Μαΐου 2004 («διεύρυνση»). (3) Από τα αποτελέσματα της μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης φάνηκε ότι είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να προβλέψει την προσωρινή προσαρμογή των ισχυόντων μέτρων, έτσι ώστε να αποφευχθούν αιφνίδιες και υπερβολικά αρνητικές επιπτώσεις για τους εισαγωγείς και τους χρήστες στα δέκα νέα κράτη μέλη αμέσως μετά την διεύρυνση. (4) Γι’αυτόν τον σκοπό, τον Μάιο 2004, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1002/2004[5], η Επιτροπή έκανε δεκτές τις αναλήψεις υποχρεώσεων που πρότειναν δύο παραγωγοί-εξαγωγείς στη Ρωσία, δηλ. οι εταιρείες JSC Silvinit και JSC Uralkali για περίοδο ενός έτους. Τον Ιούνιο 2005, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 858/2005[6] έγιναν δεκτές νέες αναλήψεις υποχρεώσεων που λήγουν στις 13 Απριλίου 2006, και που πρότειναν δύο παραγωγοί-εξαγωγείς στη Ρωσία. Επιπλέον, για να προβλεφθεί η απαλλαγή από τους δασμούς αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 στις εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν με τους όρους των εν λόγω αναλήψεων υποχρεώσεων, ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 992/2004[7]. (5) Πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι όλες οι αναφορές στην «Κοινότητα» ή στην «Κοινότητα των 15» στον παρόντα κανονισμό θεωρείται ότι σημαίνουν, εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά, την Κοινότητα με τη σύστασή της ακριβώς πριν τη διεύρυνση. 2. Αιτιολόγηση των επανεξετάσεων (6) Τον Ιανουάριο 2004, ελήφθησαν χωριστές αιτήσεις από τις εταιρείες JSC Silvinit και JSC Uralkali (εφεξής "οι αιτούντες") για ατομικές μερικές ενδιάμεσες επανεξετάσεις των ισχυόντων μέτρων δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. (7) Οι αιτούντες ισχυρίστηκαν και προσκόμισαν επαρκή εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ότι η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας βάσει των κόστους/εγχωρίων τιμών τους και των τιμών εξαγωγής τους προς την Κοινότητα, θα έχει ως αποτέλεσμα να εξουδετερώνεται το ντάμπινγκ. Επομένως, η συνέχιση της επιβολής μέτρων στα ισχύοντα επίπεδα, που βασίστηκε στο επίπεδο του ντάμπινγκ που είχε προγενέστερα καθοριστεί, δεν είναι πλέον απαραίτητη για την αντιστάθμιση της πρακτικής ντάμπινγκ. (8) Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοινώσεις για την έναρξη διαδικασίας και άρχισε έρευνα[8]. 3. Περίοδος της έρευνας (9) Η έρευνα περιορίστηκε στο ντάμπινγκ και κάλυψε την περίοδο από 1ης Απριλίου 2003 έως τις 30 Μαρτίου 2004 (εφεξής "η περίοδος της έρευνας" ή «ΠΕ»). 4. Μέρη τα οποία αφορά η έρευνα (10) Η Επιτροπή ενημέρωσε επισήμως τους εκπροσώπους της εξάγουσας χώρας, τους αιτούντες και τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής για την έναρξη των ενδιάμεσων επανεξετάσεων και παρέσχε σε όλα τα άμεσα ενδιαφερόμενα μέρη την ευκαιρία να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους και να ζητήσουν ακρόαση. Η Επιτροπή έστειλε επίσης ερωτηματολόγια στους αιτούντες. Λήφθηκαν απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο από τους αιτούντες και από έναν εξαγωγέα-έμπορο στη Ρωσία ο οποίος είναι συνδεδεμένος με μια από τις αιτούσες εταιρείες. (11) Η Επιτροπή αναζήτησε και επαλήθευσε όλες τις πληροφορίες που έκρινε αναγκαίες για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ και πραγματοποίησε επισκέψεις επαλήθευσης των απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο στις εγκαταστάσεις των ακόλουθων εταιρειών: α) Παραγωγοί-εξαγωγείς στη Ρωσία: JSC Silvinit, Solikamsk, Perm Region, Ρωσία, JSC Uralkali, Berezniki, Perm Region, Ρωσία, β) Συνδεδεμένος εξαγωγέας της JSC Silvinit: International Potash Company, Μόσχα, Ρωσία B. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΠΡΟΪΟΝ 1. Υπό εξέταση προϊόν (12) Το προϊόν είναι το ίδιο με την προηγούμενη έρευνα, δηλ. χλωριούχο κάλιο (ποτάσα ή KCl) και χρησιμοποιείται γενικά ως λίπασμα στη γεωργία, είτε απευθείας μόνο του ή αναμεμειγμένο με άλλα λιπάσματα είτε μετά από μεταποίηση σε ένα σύνθετο λίπασμα γνωστό ως ΝΡΚ (άζωτο, φώσφορος, κάλιο). Η περιεκτικότητα σε κάλιο κυμαίνεται και εκφράζεται ως ποσοστό του βάρους του άνυδρου προϊόντος (K2O) σε ξηρά κατάσταση. Χρησιμοποιείται επίσης ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ορισμένων βιομηχανικών και φαρμακευτικών προϊόντων. (13) Η ποτάσα γενικά διατίθεται σε δύο διαφορετικές ποιότητες, τη συνήθη υπό μορφή σκόνης («συνήθης ποτάσα») ή την άλλη ποιότητα εκτός της συνήθους που περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται στην κοκκώδη μορφή («κοκκώδης ποτάσα»). Το προϊόν ταξινομείται γενικά σε τρεις βασικές κατηγορίες, με βάση την περιεκτικότητα σε K2O, δηλαδή: -περιεκτικότητα σε κάλιο που δεν υπερβαίνει το 40 % K2O - που υπάγεται στον κωδικό της Συνδυασμένης Ονοματολογίας(‘ΣΟ’) 3104 20 10, - περιεκτικότητα σε κάλιο που υπερβαίνει το 40% K2O αλλά λιγότερη ή ίση με το 62% - που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 3104 20 50, - περιεκτικότητα σε κάλιο άνω του 62% K2O - που υπάγεται στον κωδικό ΣΟ 3104 20 90. (14) Πρέπει να υπομνησθεί ότι στην τελευταία έρευνα επανεξέτασης, διαπιστώθηκε ότι οι εισαγωγές ορισμένων ειδικών αναμείξεων με ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα σε κάλιο, που δεν υπόκεινται στους κωδικούς ΣΟ για την ποτάσα που αναφέρονται ανωτέρω, πρέπει επίσης να θεωρηθούν το υπό εξέταση προϊόν. Αυτό το συμπέρασμα συνήχθη επειδή αυτά τα μείγματα διαθέτουν τα ίδια βασικά φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά και έχουν τις ίδιες χρήσεις με τις βασικές κατηγορίες που αναφέρονται ανωτέρω. Κατά συνέπεια, τέτοιες αναμείξεις που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex 3105 20 10, ex 3105 20 90, ex 3105 60 90, ex 3105 90 91 και ex 3105 90 99 συμπεριελήφθησαν επίσης στην παρούσα έρευνα και αποτελούν μέρος του υπό εξέταση προϊόντος. 2. Ομοειδές προϊόν (15) Επειδή δεν υπήρχαν διαφορές στις φυσικές ή χημικές ιδιότητες μεταξύ του προϊόντος που εξάγεται από τη Ρωσία στην Κοινότητα και του προϊόντος που παράγεται στη Ρωσία και πωλείται στην εγχώρια ρωσική αγορά, αυτά θεωρήθηκαν ομοειδή προϊόντα για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας. Γ. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ 1. Κανoνική αξία (16) Όσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας, εξετάστηκε κατ’αρχάς, για καθέναν από τους αιτούντες, κατά πόσον οι συνολικές εγχώριες πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικές σε σχέση με τις συνολικές εξαγωγικές πωλήσεις προς την Κοινότητα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, οι εγχώριες πωλήσεις θεωρήθηκαν αντιπροσωπευτικές όταν οι όγκοι των εγχωρίων πωλήσεων που πραγματοποίησε κάθε αιτών για το ομοειδές προϊόν αποτελούσαν τουλάχιστον το 5% των αντίστοιχων συνολικών εξαγωγικών πωλήσεών του προς την Κοινότητα κατά την περίοδο της έρευνας. Στη βάση αυτή, οι συνολικές εγχώριες πωλήσεις του εν λόγω προϊόντος κατά τη διάρκεια της ΠΕ έγιναν και για τους δύο αιτούντες σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες. (17) Εν συνεχεία, με τον καθορισμό των τύπων του προϊόντος σύμφωνα με τους κωδικούς TARIC βάσει των οποίων ταξινομείται το προϊόν (δηλ. συνήθης ποιότητα ή άλλη εκτός της συνήθους ποιότητας, συμπεριλαμβανομένης της κοκκώδους μορφής) και με τη συσκευασία ή τη μορφή με την οποία αποστέλλεται (δηλ. χύδην, σε σάκους ή σε εμπορευματοκιβώτια), πραγματοποιήθηκε ανάλυση για το αν οι εγχώριες πωλήσεις κάθε τύπου του προϊόντος ήταν αντιπροσωπευτικές. Οι εγχώριες πωλήσεις ενός συγκεκριμένου τύπου του προϊόντος θεωρούνται αρκετά αντιπροσωπευτικές όταν, κατά την περίοδο έρευνας, ο συνολικός όγκος των εγχώριων πωλήσεων του εν λόγω τύπου αντιπροσώπευε 5% ή περισσότερο του συνολικού όγκου πωλήσεων του συγκρίσιμου τύπου προϊόντος που εξήχθη στην Κοινότητα. (18) Ως αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης, διαπιστώθηκε ότι ένας παραγωγός-εξαγωγέας, η JSC Silvinit, είχε πωλήσει μόνον έναν εξαγόμενο τύπο του προϊόντος σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες στην εγχώρια αγορά. Για τον άλλο παραγωγό-εξαγωγέα, την JSC Uralkali, διαπιστώθηκε ότι όλοι οι εξαχθέντες τύποι του προϊόντος είχαν πωληθεί σε αντιπροσωπευτικές ποσότητες στην εγχώρια αγορά. (19) Εξετάστηκε επίσης κατά πόσον θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οι εγχώριες πωλήσεις κάθε τύπου του προϊόντος πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, με τον προσδιορισμό της αναλογίας των επικερδών πωλήσεων σε ανεξάρτητους πελάτες του οικείου τύπου του προϊόντος. (20) Ως προς αυτό, διαπιστώθηκε για την εταιρεία JSC Uralkali ότι οι τιμές των εγχωρίων πωλήσεών της για τον τύπο του προϊόντος που πωλήθηκε καλύτερα και εξήχθη προς την Κοινότητα (εφεξής «ο καλύτερα πωληθείς τύπος εξαγόμενου προϊόντος») που αντιστοιχούσαν σε πάνω από το 99% αυτών των εξαγωγών, σημείωσαν ασυνήθιστη τάση κατά την περίοδο της έρευνας. Καθορίστηκε ότι, κατά την περίοδο της έρευνας, το 77% των εγχωρίων πωλήσεων του καλύτερα πωληθέντος εξαγόμενου τύπου του προϊόντος είχαν πραγματοποιηθεί σε έναν πελάτη στην Ρωσία και ότι η τιμή πωλήσεων σ’αυτόν τον συγκεκριμένο πελάτη είχε διπλασιασθεί σε διάστημα ενός μηνός στα μέσα της περιόδου της έρευνας. Οι τιμές του ιδίου τύπου του προϊόντος που πωλήθηκε σε άλλους εγχώριους πελάτες αυξήθηκαν επίσης την ίδια εποχή αλλά μόνον κατά περίπου 40%. Η εξέταση των αυξήσεων των τιμών άλλων τύπων ποτάσας που πωλήθηκαν εγχωρίως έδειξε ίδιες αυξήσεις τιμών σε περίπου 40% κατά την περίοδο της έρευνας. (21) Λόγω αυτής της ιδιαίτερης κατάστασης της αγοράς όσον αφορά την τιμολόγηση ενός βασικού τύπου προϊόντος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του περιθωρίου του ντάμπινγκ, δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, θεωρείται ότι αυτές οι πωλήσεις δεν επιτρέπουν να γίνει ορθή σύγκριση. Λόγω της σημασίας τέτοιων πωλήσεων για τους εγχώριους όγκους πωλήσεων του εν λόγω τύπου, και της σημασίας αυτού του τύπου για τον συνολικό όγκο των εξαγωγών ποτάσας που εξάγει η εν λόγω εταιρεία στην Κοινότητα, θεωρείται εύλογο να μην ληφθούν υπόψη οι συγκεκριμένες πωλήσεις στον εν λόγω πελάτη. Διαπιστώθηκε ότι οι υπόλοιπες εγχώριες πωλήσεις αυτού του τύπου του προϊόντος σε άλλους πελάτες ήταν χαμηλότερες του ορίου 5% που κρίνεται αναγκαίο ώστε να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικές. Κατά συνέπεια, η κανονική αξία γι’αυτόν τον τύπο του προϊόντος υπολογίστηκε με βάση το κόστος παραγωγής του εν λόγω παραγωγού-εξαγωγέα, συν ένα εύλογο ποσό για τα γενικά και διοικητικά έξοδα και τα έξοδα πωλήσεων και το κέρδος. Τα ποσά για τα γενικά και διοικητικά έξοδα, τα έξοδα πωλήσεων και το κέρδος υπολογίστηκαν με βάση τα πραγματικά στοιχεία που αφορούν την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, του παραγωγού-εξαγωγέα που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας σύμφωνα με την πρώτη πρόταση του άρθρου 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. (22) Η εταιρεία Uralkali παρατήρησε ότι «οι ειδικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά» όπως προβλέπεται από το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, δεν αφορούν τις πωλήσεις του υπό εξέταση προϊόντος στον εν λόγω πελάτη και επομένως έπρεπε να είχαν χρησιμοποιηθεί οι εγχώριες τιμές του εν λόγω τύπου του προϊόντος για τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Ως προς αυτό προβλήθηκε ο ισχυρισμός (i) ότι η διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση «τεχνητά υψηλών τιμών» και (ii) ότι οι ειδικές συνθήκες που αφορούν μόνον έναν συγκεκριμένο πελάτη δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν «ειδικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά» για το σύνολο της εγχώριας αγοράς της Ρωσίας. Επιπλέον, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι εν λόγω τιμές προέκυψαν από τις «δυνάμεις της αγοράς» και αντανακλούσαν «την πραγματική κατάσταση στην αγορά». (23) Όσον αφορά τα ανωτέρω, πρέπει να αναφερθεί ότι ο όρος «ειδικές συνθήκες που επικρατούν στην αγορά» που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, δεν είναι εξαντλητικός και ότι η ιδιαιτερότητα της αγοράς πρέπει να αξιολογείται, μεταξύ άλλων, με βάση τις διακυμάνσεις των τιμών και των τάσεων και όχι μόνον με βάση το απόλυτο επίπεδο των τιμών. Σ’αυτήν την περίπτωση και οι πωλήσεις σε χαμηλές τιμές και οι συναλλαγές σε υψηλές τιμές αποκλείσθηκαν από τους υπολογισμούς εφόσον δεν αντανακλούσαν επίπεδο τιμών διαρκούς χαρακτήρα και αυτές οι τιμές δεν αντανακλούσαν τις δυνάμεις της αγοράς δεδομένου ότι δεν διαπιστώθηκαν τέτοιες τάσεις για κανέναν άλλο τύπο του προϊόντος ή για κανέναν άλλον πελάτη της Uralkali. Δεύτερον, το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού προβλέπει ότι η κανονική αξία υπολογίζεται όταν « ... οι πωλήσεις αυτές δεν επιτρέπουν τη διεξαγωγή ορθής σύγκρισης εξαιτίας των ειδικών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά…». Αυτή η διάταξη επιτρέπει σαφώς στην παρούσα κατάσταση να μην ληφθούν υπόψη ως βάση για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας οι πωλήσεις σε πελάτη που θεωρούνται ότι δεν επιτρέπουν την ορθή σύγκριση. Αυτό το συμπέρασμα δεν αφορά τη ρωσική αγορά στο σύνολό της αλλά αφορά μόνον τις πωλήσεις της Uralkali. (24) Όσον αφορά την εταιρεία JSC Silvinit, στις περιπτώσεις που ο όγκος των πωλήσεων ενός τύπου του προϊόντος, που πωλήθηκε σε καθαρή τιμή πώλησης ίση ή ανώτερη του μοναδιαίου κόστους, αντιπροσώπευε περισσότερο από 80% του όγκου των συνολικών πωλήσεων του οικείου τύπου του προϊόντος, και εφόσον η σταθμισμένη μέση τιμή του εν λόγω τύπου ήταν ίση ή ανώτερη από το προσαρμοσμένο μοναδιαίο κόστος, η κανονική αξία βασίστηκε στην πραγματική εγχώρια τιμή, υπό μορφή σταθμισμένου μέσου όρου των τιμών όλων των εγχωρίων πωλήσεων του εν λόγω τύπου του προϊόντος κατά την ΠΕ, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι εν λόγω πωλήσεις ήταν επικερδείς ή όχι. (25) Για τον άλλο τύπο προϊόντος της JSC Silvinit, που πωλήθηκε σε ανεπαρκείς ποσότητες και επομένως οι εγχώριες τιμές δεν μπορούσαν να αποτελέσουν κατάλληλη βάση για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, εφαρμόστηκε άλλη μέθοδος. Στο πλαίσιο αυτό, χρησιμοποιήθηκε κατασκευασμένη κανονική αξία σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού. Η κανονική αξία υπολογίσθηκε με την προσθήκη στο προσαρμοσμένο μοναδιαίο κόστος του εξαγομένου τύπου ενός εύλογου ποσοστού για να ληφθούν υπόψη τα έξοδα πωλήσεων και τα γενικά και διοικητικά έξοδα και ένα εύλογο περιθώριο κέρδους, με βάση τα πραγματικά στοιχεία που αφορούν την παραγωγή και τις πωλήσεις, κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις, του ομοειδούς προϊόντος, από τους παραγωγούς-εξαγωγείς που αποτελούν αντικείμενο της έρευνας σύμφωνα με την πρώτη πρόταση του άρθρου 2 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού. (26) Η Uralkali παρατήρησε ότι το περιθώριο κέρδους που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας δεν λάμβανε δεόντως υπόψη τις προσαρμογές του κόστους του αερίου, εφόσον τα κέρδη που χρησιμοποιήθηκαν για τις κατασκευασμένες κανονικές αξίες απορρέουν από τους λογαριασμούς της εταιρείας πριν τις προσαρμογές. Εντούτοις, αυτός ο ισχυρισμός δεν ήταν δυνατόν να γίνει αποδεκτός εφόσον, σύμφωνα με την εισαγωγική παράγραφο του άρθρου 2 παράγραφος 6, για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας έπρεπε να χρησιμοποιηθούν τα πραγματικά ποσά του κέρδους που υλοποίησε η εταιρεία στην εγχώρια αγορά. (27) Όσον αφορά το ενεργειακό κόστος, όπως ο ηλεκτρισμός και το αέριο που χρησιμοποιήθηκαν στην διαδικασία εξόρυξης και παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος, η έρευνα καθόρισε ότι αυτό το κόστος αποτελεί σημαντική αναλογία του συνολικού κόστους παρασκευής των παραγωγών ποτάσας, όχι μόνον στη Ρωσία αλλά επίσης και σε άλλες χώρες παραγωγής. Ως προς αυτό, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής παρατήρησε ότι το μοναδιαίο ενεργειακό κόστος από την τιμή ηλεκτρισμού και αερίου που κατέβαλαν οι ρωσικές εταιρείες στις επιχειρήσεις κοινής ωφελείας δεν αντανακλούσε ευλόγως το πραγματικό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου που αγόρασαν. (28) Λόγω αυτών των ισχυρισμών, θεωρήθηκε σκόπιμο στην παρούσα υπόθεση να πραγματοποιηθεί σύγκριση επίσης μεταξύ του μοναδιαίου κόστους αγοράς ενέργειας των αιτούντων και του κόστους άλλου μεγάλου παραγωγού ποτάσας που εφαρμόζει παρόμοιες μεθόδους παραγωγής, έχει τα ίδια επίπεδα παραγωγής και διαθέτει παρόμοια φυσικά πλεονεκτήματα. Επειδή δεν υπάρχουν άλλοι παραγωγοί ποτάσας στην Ρωσία, αυτές οι πληροφορίες ζητήθηκαν και λήφθηκαν από μεγάλο παραγωγό ποτάσας στον Καναδά. (29) Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν έδειξαν ότι οι ενεργειακές απαιτήσεις του Καναδού παραγωγού ήταν παρόμοιες με εκείνες των αιτούντων Ρώσων παραγωγών και ότι η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο που αγόρασε αυτή η εταιρεία προερχόταν από τον εγχώριο υδροηλεκτρικό σταθμό και από τα σημαντικά κοιτάσματα αερίου, όπως και η ηλεκτρική ενέργεια και το αέριο που χρησιμοποιήθηκαν από τις ρωσικές εταιρείες. Η σύγκριση έδειξε ότι το μοναδιαίο κόστος ηλεκτρισμού που προέκυψε για τον Καναδό παραγωγό δεν είχε μεγάλη διαφορά με το κόστος που επιβάρυνε τους Ρώσους παραγωγούς. (30) Σε ό,τι αφορά τους προμηθευτές αερίου, καθορίστηκε, με βάση τα στοιχεία της δημοσιευθείσας ετήσιας έκθεσης για το 2003 της ρωσικής εταιρείας παροχής αερίου OAO Gazprom (της οποίας ο περιφερειακός διανομέας ήταν επίσης ο προμηθευτής των εν λόγω παραγωγών-εξαγωγέων), ότι η εγχώρια τιμή αερίου που κατέβαλαν οι δύο Ρώσοι παραγωγοί κυμαινόταν στο ένα πέμπτο περίπου της τιμής εξαγωγής από τη Ρωσία. Η ίδια έκθεση ανέφερε ρητά ότι «η OAO Gazprom δεν είχε κανένα κέρδος στην εγχώρια αγορά». Ενώ δεν υπάρχουν επισήμως διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την αποδοτικότητα των ρωσικών εγχωρίων τιμών αερίου, δηλώσεις από ρωσικές κρατικές πηγές στον τύπο, μαζί με τα στοιχεία που συνελέγησαν από ειδικές πηγές πληροφοριών για την αγορά και κρατικές ιστοσελίδες, ενισχύουν το επιχείρημα ότι οι τιμές αερίου που επιβλήθηκαν στους εγχώριους πελάτες απείχαν πολύ από τα επίπεδα ανάκτησης του κόστους. Επιπλέον, η τιμή αερίου που κατέβαλαν οι δύο Ρώσοι παραγωγοί ήταν σημαντικά χαμηλότερη από την τιμή αερίου που κατέβαλαν οι Καναδοί παραγωγοί. (31) Με βάση τα ανωτέρω, θεωρήθηκε επομένως ότι οι τιμές που επέβαλε ο περιφερειακός παροχέας αερίου στη Ρωσία στους Ρώσους παραγωγούς ποτάσας κατά την περίοδο της έρευνας δεν μπορούσαν να αντανακλούν ευλόγως το κόστος που συνδέεται με την παραγωγή αερίου κατά τη σύγκριση με την τιμή εξαγωγής αερίου από την Ρωσία και με την τιμή καναδικής εταιρείας παροχής αερίου σε μεγάλο βιομηχανικό χρήστη στον Καναδά. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, έγινε προσαρμογή του κόστους παραγωγής για καθέναν από τους αιτούντες. Επειδή δεν υπάρχει άλλη εύλογη βάση, αυτή η προσαρμογή στηρίχτηκε στα στοιχεία σχετικά με την καθαρή τιμή αερίου προς εξαγωγή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το κόστος μεταφοράς, οι τελωνειακοί εξαγωγικοί δασμοί, ο φόρος προστιθέμενης αξίας και ο ειδικός φόρος κατανάλωσης. (32) Ως προς αυτό, ένας από τους αιτούντες παρατήρησε ότι τα λογιστικά βιβλία του αντανακλούσαν τις επιβαρύνσεις για το αέριο, οπότε και δεν ήταν δικαιολογημένη καμία προσαρμογή βάσει του άρθρου 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού. Όσον αφορά αυτόν τον ισχυρισμό, δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι η εταιρεία διατηρούσε ορθά λογιστικά αρχεία για τις τιμολογημένες τιμές που κατέβαλε, αλλά η προσαρμογή αιτιολογείται από το γεγονός ότι η τιμή του αερίου που αγόρασε δεν αντανακλά ευλόγως το κόστος παραγωγής και διανομής αερίου. (33) Σχετικά με την προσαρμογή του κόστους του αερίου, οι ρωσικές αρχές παρατήρησαν επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε λάβει υπόψη το διαφορετικό κόστος μεταφοράς μεταξύ του αερίου που πωλήθηκε εγχωρίως για βιομηχανική χρήση και του αερίου που πωλήθηκε προς εξαγωγή. Πρέπει να υπομνησθεί (βλ. αιτιολογική σκέψη 31) ότι η σύγκριση που οδήγησε στην προσαρμογή, έγινε μεταξύ των τιμών αερίου που έχουν πράγματι πληρωθεί από τις εταιρείες και των καθαρών τιμών εξαγωγής που επέβαλε η ρωσική εταιρεία παροχής αερίου OAO Gazprom για εξαγωγή από τη Ρωσία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το κόστος μεταφοράς, οι τελωνειακοί εξαγωγικοί δασμοί, ο φόρος προστιθέμενης αξίας και οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε. (34) Ένας από τους αιτούντες ισχυρίστηκε ότι είχε σημαντικά χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος παραγωγής κατά το πρώτο τρίμηνο του 2004 (δηλ. το τελευταίο τρίμηνο της περιόδου της έρευνας) λόγω της αυξημένης αποτελεσματικότητας και του χαμηλότερου κόστους συντήρησης και ότι αυτό το χαμηλότερο μοναδιαίο κόστος έπρεπε να ληφθεί υπόψη ως βάση για το κόστος παραγωγής όσον αφορά το σύνολο της περιόδου της έρευνας. Αυτό το αίτημα δεν έγινε αποδεκτό επειδή η κατάλληλη βάση για τον καθορισμό αυτού του κόστους είναι όλη η περίοδος έρευνας και όχι το κόστος που προέκυψε σε μια εξαιρετική, βραχύτερη, περίοδο. (35) Όσον αφορά επίσης το κόστος παραγωγής, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής παρατήρησε ότι η απόσβεση των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού πρέπει, για τον υπολογισμό του κόστους παραγωγής των αιτούντων, να στηρίζεται στο κόστος αντικατάστασης τέτοιων πάγιων στοιχείων (π.χ. νέα φρέατα ορυχείων και μηχανήματα, κλπ.). Ως προς αυτό, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η απόσβεση που στηρίζεται συμβατικά στην (αρχική) αξία απόκτησης των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού δεν θα αντανακλούσε ευλόγως, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, το κόστος που συνδέεται με την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος. Επομένως ζητήθηκε η προσαρμογή προς τα άνω του κόστους των Ρώσων παραγωγών. (36) Σε ό,τι αφορά αυτήν την παρατήρηση, σημειώθηκε ότι η απόσβεση που στηρίζεται στην αξία απόκτησης και στην εναπομένουσα οικονομική διάρκεια χρήσης των πάγιων στοιχείων του ενεργητικού φαίνεται ότι συμφωνεί με τις λογιστικές πρακτικές που εφαρμόζονται στη βιομηχανία εξόρυξης. Επομένως, για να καθοριστεί εάν η απόσβεση που συμπεριλάμβαναν τα στοιχεία για το κόστος παραγωγής αντανακλά ευλόγως το κόστος που συνδέεται με την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος, η έρευνα επικεντρώθηκε κυρίως στον τρόπο με τον οποίο καθορίστηκαν οι αρχικές αξίες των στοιχείων ενεργητικού. (37) Ως προς αυτό, οι επιτόπιες επισκέψεις επαλήθευσης στους Ρώσους παραγωγούς έδειξαν ότι η αρχική αξία των στοιχείων ενεργητικού είχε καθοριστεί με βάση τις αποτιμήσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης που έλαβε χώρα το 1993. Αυτές οι αξίες του ενεργητικού αναθεωρήθηκαν εν συνεχεία μεταξύ του 1993 και του 1997 ως το αποτέλεσμα εφαρμογής των «συντελεστών αναπροσαρμογής» που εξέδωσε η ρωσική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει τον υπερπληθωρισμό. Στα τέλη του 1997, με διάταγμα της ρωσικής κυβέρνησης, πραγματοποιήθηκαν ανεξάρτητες αποτιμήσεις του ενεργητικού από ανεξάρτητους αξιολογητές. Υιοθετήθηκαν τρία βασικά κριτήρια κατά τον καθορισμό αυτών των αξιών του ενεργητικού, εκ των οποίων το ένα ήταν η αξία αντικατάστασης του ενεργητικού. Το αποτέλεσμα αυτών των ανεξάρτητων αξιολογήσεων εμφανίζεται στον ισολογισμό έναρξης των αιτούντων το 1998. (38) Εν πάση περιπτώσει, παρά την αποτίμηση προς τα άνω των αρχικών αξιών, σημειώθηκε ότι οι αξίες του ενεργητικού των αιτούντων, εκφρασμένες ως την αναλογία της παραγωγής προς την αξία των στοιχείων ενεργητικού, εξακολουθούν να είναι σημαντικά χαμηλότερες από τις αξίες του ενεργητικού των εταιρειών στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής και ένας μεγάλος παραγωγός με παρόμοια ικανότητα εξόρυξης και παραγωγής στον Καναδά. Αυτή η εκτίμηση εντούτοις δεν λαμβάνει υπόψη την τεχνολογική απαξίωση και το χαμηλότερο τεχνολογικό επίπεδο του ενεργητικού των Ρώσων παραγωγών πριν από την ιδιωτικοποίηση που έλαβε χώρα το 1993. (39) Επομένως επειδή δεν υπάρχουν ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν ότι η απόσβεση δεν εμφανιζόταν ορθά στους λογαριασμούς των παραγωγών-εξαγωγέων, δεν θεωρείται δυνατό επί του παρόντος να γίνει προσαρμογή του κόστους απόσβεσης στα στοιχεία του κόστους παραγωγής που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό της κανονικής αξίας των αιτούντων. (40) Ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής παρατήρησε επίσης ότι, κατά τους υπολογισμούς του κόστους παραγωγής, έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη και ένα ποσό για το κόστος προστασίας του περιβάλλοντος συγκρίσιμο με εκείνο που προέκυψε για τους κοινοτικούς παραγωγούς. Εντούτοις διαπιστώθηκε ότι οι αιτούντες είχαν υποβληθεί σε τέτοιο κόστος και το είχαν λάβει υπόψη στους υπολογισμούς τους του κόστους παραγωγής. Όσον αφορά το ερώτημα εάν αυτό το κόστος έπρεπε να είναι της ιδίας αναλογίας ή του ιδίου μεγέθους με το κόστος των κοινοτικών παραγωγών, θεωρείται ότι στο βαθμό που οι αιτούντες έχουν τηρήσει τα επίπεδα προστασίας του περιβάλλοντος που ζητούν οι ρωσικές αρχές και το κόστος που απορρέει από την τήρηση αυτών των επιπέδων αντανακλάται ορθά στα λογιστικά αρχεία τους, δεν απαιτείται καμία προσαρμογή. Επειδή διαπιστώθηκε ότι αυτό ισχύει και για τους δύο αιτούντες, δεν αιτιολογήθηκε καμία προσαρμογή για το κόστος προστασίας του περιβάλλοντος. 2. Τιμή εξαγωγής JSC Silvinit (‘Silvinit’) (41) Όσον αφορά την εταιρεία Silvinit, διαπιστώθηκε ότι οι περισσότερες πωλήσεις ποτάσας της εταιρείας στην Κοινότητα κατά την περίοδο έρευνας πραγματοποιήθηκαν μέσω μιας μη συνδεδεμένης εμπορικής εταιρείας στην Ελβετία. Για τους σκοπούς της παρούσας έρευνας και δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, οι πράγματι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές στην Silvinit από αυτήν την εμπορική εταιρεία, λήφθηκαν ως βάση για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής. (42) Εντούτοις, διαπιστώθηκε ότι δύο συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν μέσω της συνδεδεμένης ρωσικής εμπορικής εταιρείας της Silvinit, της International Potash Company (“IPC”) σε συνδεδεμένη εταιρεία στο Βέλγιο που ονομάζεται Ferchimex AS (‘Ferchimex’), η οποία κατεργαζόταν την εισαγόμενη ποτάσα σε προϊόν το οποίο δεν καλύπτει η έρευνα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού, οι τιμές που επέβαλε η IPC στην Ferchimex μπορούν να μην ληφθούν υπόψη εάν θεωρηθούν αβάσιμες. Σημειώνεται ότι για τις δύο συναλλαγές, η τιμή πωλήσεων στην Ferchimex ήταν παρόμοια με την τιμή των ιδίων τύπων του προϊόντος όταν αυτό πωλήθηκε σε ανεξάρτητους πελάτες στην Κοινότητα. Επιπλέον, και οι δύο συναλλαγές αφορούσαν μόνον μικρές ποσότητες. Επομένως, και οι δύο συμπεριελήφθησαν στον συνολικό καθορισμό της τιμής εξαγωγής. JSC Uralkali (‘Uralkali’) (43) Σε ό,τι αφορά την Uralkali, διαπιστώθηκε ότι όλες οι πωλήσεις ποτάσας της εταιρείας στην Κοινότητα κατά την περίοδο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν απευθείας σε έμπορο που είναι εγκατεστημένος στην Κύπρο με την επωνυμία Fertexim Ltd ο οποίος ενεργούσε ως αποκλειστικός διανομέας της Uralkali. Για τις πωλήσεις αυτές, η τιμή εξαγωγής καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του βασικού κανονισμού, δηλ. με βάση τις πράγματι πληρωθείσες ή πληρωτέες τιμές από την Fertexim. 3. Σύγκριση (44) Η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής για τους δύο αιτούντες συγκρίθηκαν σε επίπεδο εκ του εργοστασίου. Για να εξασφαλισθεί ορθή σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής, έγιναν οι κατάλληλες προσαρμογές για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που επηρεάζουν τη δυνατότητα σύγκρισης των τιμών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 του βασικού κανονισμού. (45) Κατά συνέπεια, έγιναν προσαρμογές, όπου κρίθηκε σκόπιμο και τεκμηριώθηκε με αποδεικτικά στοιχεία, για να ληφθούν υπόψη οι διαφορές που αφορούν τις εκπτώσεις, το κόστος μεταφοράς, ασφάλισης, χειρισμού, φόρτωσης και τα παρεπόμενα έξοδα, το κόστος συσκευασίας και πίστωσης. 4. Περιθώριο ντάμπινγκ (46) Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 11 του βασικού κανονισμού, για κάθε παραγωγό-εξαγωγέα η προσαρμοσθείσα σταθμισμένη μέση κανονική αξία ανά τύπο του προϊόντος συγκρίθηκε με την προσαρμοσθείσα σταθμισμένη μέση τιμή εξαγωγής για κάθε αντίστοιχο τύπο του εν λόγω προϊόντος που πωλήθηκε στην Κοινότητα. (47) Η σύγκριση έδειξε την ύπαρξη πρακτικών ντάμπινγκ για τις δύο εν λόγω εταιρείες, αλλά σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από εκείνα που είχαν καθοριστεί προηγουμένως. Τα περιθώρια του ντάμπινγκ που καθορίστηκαν ως ο σταθμισμένος μέσος όρος όλων των εξαχθέντων τύπων στην Κοινότητα, εκφρασμένα ως ποσοστά της συνολικής τιμής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν την καταβολή του δασμού, είναι τα ακόλουθα: Παραγωγός-εξαγωγέας % Περιθώριο ντάμπινγκ JSC Silvinit 23,0% JSC Uralkali 12,3% Δ. ΔΙΑΡΚΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΩΝ (48) Σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού, εξετάστηκε επίσης κατά πόσον έχουν αλλάξει σημαντικά οι περιστάσεις όσον αφορά την πρακτική ντάμπινγκ, και εάν η εν λόγω μεταβολή θα μπορούσε να θεωρηθεί ευλόγως ότι έχει μόνιμο χαρακτήρα. Ως προς αυτό, διαπιστώθηκε ότι η μεταβολή των περιθωρίων του ντάμπινγκ απορρέει από μείωση των κανονικών αξιών των αιτούντων. (49) Πρέπει να αναφερθεί σχετικά ότι στην παρούσα έρευνα, η κανονική αξία καθορίστηκε με βάση το κόστος και τις τιμές των αιτούντων. Επιπλέον, αντίθετα από τις διαπιστώσεις της προηγούμενης έρευνας, η εγχώρια κατανάλωση ποτάσας αυξήθηκε σταθερά τα τελευταία λίγα χρόνια και, γενικά, οι εγχώριες τιμές πωλήσεων και των δύο Ρώσων παραγωγών είναι επικερδείς. (50) Σε ό,τι αφορά το διαρκή χαρακτήρα των τιμών εξαγωγικών πωλήσεων σε άλλες αγορές εκτός της Κοινότητας, κανένας από τους αιτούντες δεν ήταν σε θέση να παρέχει λεπτομερή στοιχεία για κάθε συναλλαγή χωριστά και σε επίπεδο παραγωγού. Εντούτοις υποβλήθηκαν συνολικά στοιχεία ανά χώρα προορισμού και ανά τύπο προϊόντος. Αυτό θεωρήθηκε επαρκές για τους σκοπούς της παρούσας μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης επειδή ο ακριβής καθορισμός των τιμών πωλήσεων σ’αυτές τις αγορές δεν είναι απόλυτη απαίτηση. Επειδή δεν υπάρχουν λεπτομερή στοιχεία, και λόγω (i) της ποικιλίας των όρων παράδοσης που χρησιμοποιήθηκαν γι’αυτές τις πωλήσεις (π.χ. CIF, FOB, FCA, κλπ.), (ii) των διαφορετικών υλικοτεχνικών ρυθμίσεων και συνδυασμών (π.χ. σιδηρόδρομος + θαλάσσια οδός, μόνον σιδηρόδρομος, κλπ.), (iii) των διαφορών των αποστάσεων και του κόστους μεταφοράς και χειρισμού σε διάφορους προορισμούς στην Ασία και στη Νότια Αμερική, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να καθορίσει με ακρίβεια τις τιμές πωλήσεων σε κάθε χώρα. Υπήρχαν εντούτοις ενδείξεις ότι τα επίπεδα των τιμών πωλήσεων σε μη κοινοτικές αγορές ήταν, για να ληφθεί υπόψη το κόστος μεταφοράς, της ιδίας τάξης μεγέθους με τις πωλήσεις στην Κοινότητα. (51) Με βάση όλους αυτούς τους παράγοντες, θεωρείται σκόπιμο να τροποποιηθούν τα ισχύοντα μέτρα στο βαθμό που αφορούν τους αιτούντες, με τη μείωση των περιθωρίων του ντάμπινγκ στα επίπεδα που καθορίστηκαν στην παρούσα έρευνα. (52) Σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, το ποσό των δασμών αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί αλλά θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Επειδή οι ισχύοντες δασμοί για τους αιτούντες υπολογίστηκαν με βάση τα περιθώρια του ντάμπινγκ, και επειδή τα νέα περιθώρια του ντάμπινγκ είναι χαμηλότερα από τα περιθώρια που είχαν υπολογισθεί προηγουμένως, οι δασμοί πρέπει να προσαρμοσθούν στα χαμηλότερα περιθώρια του ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν στην παρούσα έρευνα, δηλ. 23,0% για την JSC Silvinit και 12,3% για την JSC Uralkali. (53) Τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά με τα ουσιαστικά πραγματικά περιστατικά και τις παρατηρήσεις βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθεί η τροποποίηση των δασμών αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν αρχικά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου. Είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους και να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση. Όλες οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ελήφθησαν υπόψη, όπου αυτό θεωρήθηκε σκόπιμο. Ε. ΑΝΑΛΗΨΕΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ (54) Μετά την κοινοποίηση των ουσιαστικών πραγματικών περιστατικών και παρατηρήσεων βάσει των οποίων επρόκειτο να συσταθεί η τροποποίηση των δασμών αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκαν αρχικά με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92 του Συμβουλίου, και οι δύο αιτούντες πρότειναν αναλήψεις υποχρεώσεων ως προς τις τιμές σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού. (55) Με την απόφαση αριθ. 2005/…/EΚ[9], η Επιτροπή απεδέχθη τις αναλήψεις υποχρεώσεων που πρότειναν οι αιτούντες. Οι λόγοι αποδοχής αυτών των αναλήψεων υποχρεώσεων αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση. ΣΤ. ΜΟΡΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΥΣ ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ (56) Τα ισχύοντα μέτρα εφαρμόζονται στους οκτώ κωδικούς ΣΟ και περιλαμβάνουν πάγια ποσά που κυμαίνονται από 19,61 €/τόνο σε 40,63 €/τόνο, ανάλογα με τον τύπο του προϊόντος. Κατά την τρέχουσα περίοδο έρευνας, εντούτοις, διαπιστώθηκε ότι σχεδόν όλες οι εξαγωγές που πραγματοποίησαν οι αιτούντες στην Κοινότητα περιορίζονταν σε έναν τύπο προϊόντος που υπάγεται σε έναν κωδικό ΣΟ. (57) Κατά συνέπεια, λόγω της έλλειψης στοιχείων για τους άλλους τύπους του προϊόντος, και επειδή ο συγκεκριμένος τύπος ποτάσας φαίνεται τώρα ότι είναι ο τύπος που διατίθεται περισσότερο στην εμπορία, η πιο εύλογη προσέγγιση για την εφαρμογή των τροποποιημένων δασμών θεωρείται η αντικατάσταση όλων των πάγιων ποσών με ένα ενιαίο δασμό κατ’αξίαν για όλους τους τύπους ποτάσας που παρασκευάζεται από τους αιτούντες. ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ: Άρθρο 1 1. Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 1 τροποποιείται ως εξής: «Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές χλωριούχου καλίου (ποτάσας) που υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 3104 20 10, 3104 20 50, 3104 20 90, και ειδικών αναμείξεων που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ ex 3105 20 10 (κωδικοί TARIC 3105 20 10 10 και 3105 20 10 20), ex 3105 20 90 (κωδικοί TARIC 3105 20 90 10 και 3105 20 90 20), ex 3105 60 90 (κωδικοί TARIC 3105 60 90 10 και 3105 60 90 20), ex 3105 90 91 (κωδικοί TARIC 3105 90 91 10 και 3105 90 91 20), ex 3105 90 99 (κωδικοί TARIC 3105 90 99 10 και 3105 90 99 20), καταγωγής Λευκορωσίας ή Ρωσίας.» 2. Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92, η επικεφαλίδα του πίνακα που αφορά στη «Ρωσία» στην τρίτη παράγραφο του άρθρου 1 τροποποιείται ως εξής: «Ρωσία (όλες οι εταιρείες εκτός των JSC Silvinit και JSC Uralkali – πρόσθετος κωδικός TARIC A999)» 3. Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92, προστίθενται τα ακόλουθα ως τέταρτη παράγραφος του άρθρου 1: «Για τις εισαγωγές των παραγωγών-εξαγωγέων που αναφέρονται κατωτέρω, ο συντελεστής του δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή, ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας, πριν την επιβολή δασμού, για τα προϊόντα που περιγράφονται στην παράγραφο 1, είναι ο εξής: Δασμολ. συντελεστής | Πρόσθετος κωδικός TARIC | Εταιρεία : | - JSC Silvinit, Solikamsk, Ρωσία | 23,0% | A665 | - JSC Uralkali, Berezniki, Ρωσία | 12,3% | A666 | 4. Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92, στο άρθρο 1, οι παράγραφοι 4 και 5 λαμβάνουν νέα αρίθμηση και γίνονται παράγραφοι 5 και 6 αντίστοιχα. 5. Στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3068/92, το άρθρο 1α, παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής: «Οι εισαγωγές που έχουν διασαφηστεί για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία απαλλάσσονται από τους δασμούς αντιντάμπινγκ που ορίζει το άρθρο 1, υπό τον όρο ότι παράγονται από εταιρείες από τις οποίες η Επιτροπή έχει δεχθεί αναλήψεις υποχρεώσεων και των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 858/2005 της Επιτροπής και στην απόφαση 2005/[INSERT]/EΚ, όπως αυτός τροποποιείται κατά διαστήματα, και έχουν εισαχθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου κανονισμού της Επιτροπής. Άρθρο 2 Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος [1] ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1. Κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 461/2004 (ΕΕ L 77 της 13.3.2004, σ. 12). [2] ΕΕ L 112 της 11.5.2000, σ. 4. [3] ΕΕ L 308 της 24.10.1992, σ. 41. [4] ΕΕ C 70 της 20.3.2004, σ. 15. [5] ΕΕ L 183 της 20.5.2004, σ. 16. Κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε την τελευταία φορά με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 588/2005 της Επιτροπής (ΕΕ L 98 της 16.4.2005, σ.11). [6] ΕΕ L 143 της 7.6.2005, σ. 11. [7] ΕΕ L 182 της 19.5.2004, σ. 23. [8] ΕΕ C 93 της 17.4.2004, σ. 2 και σ. 3. [9] ΕΕ………