This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52005DC0231
Communication from the Commission to the Council and the European Parliament - Public finances in EMU – 2005 {SEC(2005) 723}
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 {SEC(2005) 723}
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 {SEC(2005) 723}
/* COM/2005/0231 τελικό */
Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 {SEC(2005) 723} /* COM/2005/0231 τελικό */
[pic] | ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ | Βρυξέλλες, 1.6.2005 COM(2005) 231 τελικό ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 {SEC(2005) 723} ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 Στην παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζονται τα κυριότερα πορίσματα οικονομικής πολιτικής της έκθεσης «Τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005» που καταρτίστηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.[1] Στην έκθεση αυτή, που δημοσιεύεται κάθε χρόνο από το 2000, συνοψίζονται οι πρόσφατες δημοσιονομικές εξελίξεις στην ΕΕ, παρουσιάζεται η εξέλιξη της δημοσιονομικής εποπτείας στην ΕΕ και αναλύονται θέματα δημοσιονομικής πολιτικής που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τη συζήτηση της οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ. Σε ορισμένες χώρες εξακολουθούν να παρατηρούνται μεγάλες δημοσιονομικές ανισορροπίες … Μετά από τρία συνεχόμενα έτη επιδείνωσης, σε μεγάλο βαθμό λόγω της οικονομικής επιβράδυνσης, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ παρουσίασε οριακή βελτίωση το 2004 (από 2,8% του ΑΕΠ το 2003 σε 2,7% το 2004). Το έλλειμμα για το σύνολο των χωρών ΕΕ-25 παρουσίασε επίσης μείωση (από 2,9% σε 2,6% του ΑΕΠ), κυρίως λόγω της αισθητής βελτίωσης των ελλειμμάτων σε ορισμένα κράτη μέλη που προσχώρησαν πρόσφατα στην ΕΕ. Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής του 2005, τα ελλείμματα στη ζώνη του ευρώ και στο σύνολο της ΕΕ θα παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό σταθερά το 2005 και 2006, με την υπόθεση ότι οι πολιτικές θα παραμείνουν αμετάβλητες. Αντίθετα, οι δείκτες του χρέους προβλέπεται να αυξηθούν τόσο για τη ζώνη του ευρώ όσο και για το σύνολο της ΕΕ, φθάνοντας το 2006 σε 71,9% και 64,2% του ΑΕΠ, αντίστοιχα. Τα συνολικά στοιχεία για το έλλειμμα συγκαλύπτουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών. Το 2004, έξι χώρες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων τριών χωρών της ζώνης του ευρώ είχαν ισοσκελισμένες δημοσιονομικές θέσεις ή και πλεονάσματα. Αντίθετα, σε τέσσερα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ (Ελλάδα, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) και επτά χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ (Τσεχική Δημοκρατία, Κύπρο, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβακία και Ηνωμένο Βασίλειο) παρουσιάστηκαν ελλείμματα υψηλότερα από την τιμή αναφοράς του 3% του ΑΕΠ. Ενώ το έλλειμμα προβλέπεται να μειωθεί το 2005 ή 2006 σε αρκετές χώρες που υπόκεινται επί του παρόντος στη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (Γερμανία, Γαλλία, Κύπρος, Μάλτα), η Ιταλία και η Πορτογαλία αναμένεται να εμφανίσουν ελλείμματα υψηλότερα από το ανώτατο όριο του 3% του ΑΕΠ το 2005, με βάση τις σημερινές πολιτικές τους. …και χρειάστηκε να αναληφθούν περαιτέρω ενέργειες στο πλαίσιο της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος Από το καλοκαίρι του 2004, η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος (ΔΥΕ) εφαρμόστηκε σε τέσσερις χώρες. Τον Δεκέμβριο του 2004, η Επιτροπή και το Συμβούλιο διευκρίνισαν τη θέση τους σχετικά με τη ΔΥΕ για τη Γερμανία και τη Γαλλία, μετά από την απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων του Ιουλίου 2004. Δεδομένου ότι και οι δύο χώρες είχαν λάβει μέτρα τα οποία ήταν εύλογο να θεωρηθεί ότι θα οδηγούσαν σε διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος το 2005, αποφασίστηκε ότι στο στάδιο αυτό δεν ήταν αναγκαίο να αναληφθούν περαιτέρω ενέργειες στο πλαίσιο της ΔΥΕ. Στην περίπτωση της ΔΥΕ για τις Κάτω Χώρες, τον Οκτώβριο του 2004 το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών είχε αναλάβει αποτελεσματικά μέτρα. Μετά τις δημοσιονομικές κοινοποιήσεις του Μαρτίου 2005 στις οποίες αναφερόταν ότι το έλλειμμα στις Κάτω Χώρες μειώθηκε σε 2,5% του ΑΕΠ το 2004, στις 18 Μαΐου 2005 η Επιτροπή πρότεινε να καταργηθεί η απόφαση για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Στην περίπτωση της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Κύπρου, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας και της Σλοβακίας, μετά την προσχώρησή τους στην ΕΕ, το Συμβούλιο αποφάσισε ότι υπήρχε υπερβολικό έλλειμμα σε όλες αυτές τις χώρες, και κατά συνέπεια εξέδωσε συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 7 της συνθήκης. Τον Φεβρουάριο του 2005 απευθύνθηκε στην Ουγγαρία και άλλη σύσταση βάσει του ιδίου άρθρου της συνθήκης δεδομένου ότι η χώρα αυτή, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα πέντε νέα κράτη μέλη, δεν έλαβε αποτελεσματικά μέτρα ανταποκρινόμενη στην πρώτη σύσταση. Για πρώτη φορά, τον Φεβρουάριο του 2005, το Συμβούλιο αποφάσισε να διατυπώσει προειδοποιητική επιστολή βάσει του άρθρου 104 παράγραφος 9, που αποτελεί το τελευταίο βήμα πριν την επιβολή κυρώσεων. Η προειδοποιητική αυτή επιστολή απευθύνθηκε στην Ελλάδα και προέβλεπε παράταση της προθεσμίας για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος κατά ένα έτος, δηλαδή μέχρι τα τέλη του 2006, λόγω των σημαντικών αναθεωρήσεων που πραγματοποιήθηκαν στα στοιχεία σχετικά με το έλλειμμα. Με την ευκαιρία των δημοσιονομικών κοινοποιήσεων του Σεπτεμβρίου 2004 και του Μαρτίου 2005, η Ελλάδα προέβη σε μια εξαιρετικά εκτεταμένη αναθεώρηση των στοιχείων: οι δείκτες του χρέους από το 1997 αναθεωρήθηκαν προς τα πάνω και τα ελλείμματα για το 2003 και 2004 εκτινάχθηκαν σε 5,2% και 6,1% του ΑΕΠ, αντίστοιχα. Αυτή η εξαιρετικά σημαντική αναθεώρηση των εθνικών λογαριασμών της Ελλάδας πραγματοποιήθηκε τη στιγμή που δινόταν ιδιαίτερα αυξημένη έμφαση στη βελτίωση της στατιστικής διακυβέρνησης στο δημοσιονομικό τομέα. Το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να βελτιώσει την παρακολούθηση της ποιότητας των κοινοποιούμενων δημοσιονομικών στοιχείων και να υποβάλει προτάσεις για την ενίσχυση της διακυβέρνησης στον στατιστικό τομέα στην ΕΕ. Στην ανακοίνωσή της του Δεκεμβρίου 2004 με τίτλο "Για μια ευρωπαϊκή στρατηγική διακυβέρνησης των δημοσιονομικών στατιστικών", η Επιτροπή πρότεινε τρεις δράσεις για τον σκοπό αυτό: (i) ανάπτυξη του νομοθετικού πλαισίου, (ii) βελτίωση των λειτουργικών δυνατοτήτων της Επιτροπής, και (iii) θέσπιση ευρωπαϊκών προτύπων για την ανεξαρτησία των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών. Η Επιτροπή έλαβε επίσης πρωτοβουλίες για την εφαρμογή αυτών των δράσεων. Στις 2 Μαρτίου 2005, εξέδωσε πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού 3605/93 του Συμβουλίου που διέπει την γνωστοποίηση δημοσιονομικών στοιχείων, με σκοπό τη βελτίωση της ποιότητας των στατιστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται στην ΔΥΕ. Επιπλέον, στις 25 Μαΐου 2005 η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση που περιελάμβανε σύσταση προς τα κράτη μέλη για τα πρότυπα που ισχύουν στην ΕΕ όσον αφορά τις στατιστικές υπηρεσίες, όπου επισημαίνονται μεταξύ άλλων οι αρχές της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, της εμπιστευτικότητας, της αξιοπιστίας και της έγκαιρης παροχής στοιχείων, καθώς και της καταλληλότητας των πηγών των στατιστικών υπηρεσιών. Το δημοσιονομικό πλαίσιο είναι ικανοποιητικό αλλά πρέπει να βελτιωθεί: η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης το 2005 Το δημοσιονομικό πλαίσιο της ΕΕ επέτρεψε την επίτευξη σημαντικής προόδου την τελευταία δεκαετία, δεδομένου ότι τέθηκαν υπό έλεγχο τα πολύ υψηλά ελλείμματα που υπήρχαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενώ αρκετά κράτη μέλη πραγματοποίησαν αξιοσημείωτα πλεονάσματα. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου διαπιστώθηκε η ανάγκη επανεξέτασης ορισμένων στοιχείων του πλαισίου αυτού έτσι ώστε να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά του. Η διαδικασία αναθεώρησης που οδήγησε στην αναδιατύπωση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ) το 2005 ξεκίνησε με την ανακοίνωση της Επιτροπής "Ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης και αποσαφήνιση της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης"[2]. Η ευρωομάδα, το Συμβούλιο ECOFIN και η Επιτροπή, ανταποκρίθηκαν στην ανακοίνωση αυτή και πραγματοποίησαν μία σειρά διεξοδικών συζητήσεων προκειμένου να καταλήξουν σε συναίνεση, με την τεχνική υποστήριξη της Επιτροπής και των κρατών μελών. Οι διαπραγματεύσεις έδειξαν ότι υπήρχαν αποκλίνουσες απόψεις μεταξύ των κρατών μελών για τα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας που ήταν απαραίτητα για να ληφθούν κατάλληλα υπόψη οι οικονομικές εξελίξεις κατά την αξιολόγηση των δημοσιονομικών επιδόσεων. Η ανάγκη πρόβλεψης κάποιων περιθωρίων εκτίμησης συγκρούεται με τους στόχους της διατήρησης απλών, διαφανών κανόνων και εξασφάλισης ισότιμης μεταχείρισης. Στην έκτακτη σύνοδο του ECOFIN της 20ής Μαρτίου 2005, το Συμβούλιο εξέδωσε την έκθεση για την "Βελτίωση της εφαρμογής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης" για τη βελτίωση του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ. Η έκθεση, που επικυρώθηκε στη συνέχεια από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 22ας/23ης Μαρτίου 2005, αναθεωρεί και συμπληρώνει το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο του ΣΣΑ. Η συμφωνία που περιλαμβάνεται στην έκθεση ECOFIN προβλέπει μεταβολές τόσο στο προληπτικό όσο και στο διορθωτικό σκέλος του Συμφώνου και προβλέπει συστάσεις για τη βελτίωση της διακυβέρνησης στο δημοσιονομικό και στατιστικό τομέα τόσο στην ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο. Το προληπτικό σκέλος του Συμφώνου ενισχύεται εξασφαλίζοντας ότι δίνεται η απαιτούμενη προσοχή στις θεμελιώδεις συνιστώσες της διατηρησιμότητας των δημοσίων οικονομικών κατά τη θέσπιση των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Επιπλέον, ενισχύεται περαιτέρω με τη δέσμευση των κρατών μελών να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών σε περιόδους ευνοϊκής οικονομικής συγκυρίας και τη δυνατότητα της Επιτροπής να απευθύνει άμεσες κατευθύνσεις για τις εφαρμοστέες πολιτικές στα κράτη μέλη τα οποία δεν τηρούν τη δέσμευση αυτή. Η νέα συμφωνία προβλέπει επίσης κίνητρα για την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων από τα κράτη μέλη, έτσι ώστε το δημοσιονομικό πλαίσιο να καταστεί συνεπέστερο με την αναθεωρημένη στρατηγική της Λισσαβόνας[3]. Ειδικότερα, οι συνέπειες σημαντικών διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν εξακριβώσιμα θετικά αποτελέσματα στη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών σε μακροπρόθεσμη βάση θα λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των δημοσιονομικών πολιτικών. Οι κυριότερες τροποποιήσεις του διορθωτικού σκέλους του Συμφώνου αφορούν τον ορισμό των "υπερβολικών ελλειμμάτων" και τις διαδικασίες για τη διόρθωσή τους, οι οποίες επιτρέπουν τώρα μία πληρέστερη οικονομική αξιολόγηση των δημοσιονομικών εξελίξεων κατά την εφαρμογή της ΔΥΕ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους νέους κανόνες, η προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος μπορεί να παραταθεί κατά ένα πρόσθετο έτος (για οικονομικούς λόγους) και ορισμένα στάδια της ΔΥΕ θα μπορούν να επαναληφθούν (εάν προκύψουν απρόβλεπτα δυσμενή οικονομικά γεγονότα και με την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος είχε λάβει αποτελεσματικά μέτρα εφαρμόζοντας πλήρως τις συστάσεις). Η νέα συμφωνία προσδιορίζει μία σειρά "συναφών παραγόντων" που μπορούν να ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή και το Συμβούλιο όταν λαμβάνουν αποφάσεις στο πλαίσιο της ΔΥΕ. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων η εξέλιξη της δυνητικής ανάπτυξης και οι κυκλικές συνθήκες που επικρατούν, αλλά και παράγοντες που συνδέονται με τη βιωσιμότητα του χρέους και την εφαρμογή πολιτικών που αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων της ατζέντας της Λισσαβόνας. Έτσι εξασφαλίζεται η δημοσιονομική πειθαρχία και η άμεση διόρθωση των υπερβολικών ελλειμμάτων. Οι χώρες που εμφανίζουν ελλείμματα υψηλότερα του 3% του ΑΕΠ και τα οποία δεν προσεγγίζουν την τιμή αναφοράς ή δεν έχουν προσωρινό χαρακτήρα θεωρείται ότι βρίσκονται σε κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος. Επιπλέον, τα κράτη μέλη που υπόκεινται σε ΔΥΕ καλούνται να καταβάλουν μία ελάχιστη δημοσιονομική προσπάθεια. Τέλος, όταν αξιολογείται κατά πόσον έχει διορθωθεί το υπερβολικό έλλειμμα, το Συμβούλιο εξετάζει προσεκτικά αν η ενδεχόμενη υπέρβαση της τιμής αναφοράς είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής συνταξιοδοτικών μεταρρυθμίσεων που συνεπάγονται υποχρεωτική μερική ή πλήρη μετάβαση από το αναδιανεμητικό στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα. Για να αποκατασταθεί πλήρως η αξιοπιστία του Συμφώνου και να ενισχυθεί η επιβολή της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η έκθεση ECOFIN συμπεριλαμβάνει συμπληρωματικά στοιχεία για τη βελτίωση της δημοσιονομικής διακυβέρνησης . Πρώτον, για να ενισχυθεί η αμοιβαία στήριξη, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεσμεύονται να εξηγούν δημόσια τις θέσεις τους κατά τα διάφορα στάδια της δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ. Δεύτερον, προτείνεται οι εθνικοί κανόνες και θεσμοί να διαδραματίζουν καθοριστικότερο ρόλο στη διαδικασία εγχώριας δημοσιονομικής εποπτείας, στηρίζοντας και συμπληρώνοντας με τον τρόπο αυτό τις διαδικασίες εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ. Τρίτον, χωρίς να θίγονται τα εθνικά προνόμια στον τομέα αυτό, η έκθεση συνιστά τη μεγαλύτερη συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στη διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ, μεταξύ άλλων με τη συζήτηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης ή των ενεργειών που αναλαμβάνονται μετά από συστάσεις που διατυπώνονται στο πλαίσιο της ΔΥΕ. Τέλος, παρέχεται αμέριστη υποστήριξη στις προσπάθειες που καταβάλλονται για την ενίσχυση της διακυβέρνησης στον τομέα των δημοσιονομικών στατιστικών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 22ας/23ης Μαρτίου 2005 κάλεσε την Επιτροπή να παρουσιάσει νομοθετικές προτάσεις για την προσαρμογή των υφιστάμενων κανονισμών με βάση τη νέα συμφωνία. Στις 20 Απριλίου, η Επιτροπή εξέδωσε προτάσεις για την τροποποίηση των κανονισμών 1466/97 και 1467/97 του Συμβουλίου[4]. Οι προτάσεις αυτές θα πρέπει να εγκριθούν από το Συμβούλιο μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα[5]. Συνολικά, η εφαρμογή του ΣΣΑ θα χαρακτηρίζεται πλέον από μεγαλύτερα περιθώρια εκτίμησης του συνόλου της οικονομίας κατά τη διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας και την αξιολόγηση της κατάστασης των επιμέρους χωρών. Αυτό θα επιτρέψει ένα πιο εποικοδομητικό και διαφανή πολιτικό διάλογο μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου και μεταξύ των κρατών μελών και θα συμβάλει στην καλύτερη αποδοχή των κανόνων σε κάθε χώρα. Η συμφωνία θα δοκιμαστεί στην πράξη τους μήνες και τα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Τα μεγαλύτερα περιθώρια εκτίμησης υπογραμμίζουν τη σπουδαιότητα εξασφάλισης τόσο ισότιμης μεταχείρισης των χωρών όσο και αποτελεσματικής εφαρμογής του νέου συστήματος. Αυτό αυξάνει τόσο τις ευθύνες της Επιτροπής, η οποία αξιολογεί τις δημοσιονομικές εξελίξεις, όσο και του Συμβουλίου, το οποίο αποφασίζει τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτείας. Εξελίξεις όσον αφορά τη δημοσιονομική εποπτεία στην ΕΕ Η έκθεση για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ περιλαμβάνει κατά κανόνα αναλύσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση της κατανόησης των προβλημάτων που αφορούν τα δημόσια οικονομικά στην ΕΕ και στην αναβάθμιση της δημοσιονομικής εποπτείας. Η φετινή έκθεση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων θεμάτων, ανάλυση των αποκλίσεων μεταξύ του δημοσιονομικού προγραμματισμού που παρουσιάζεται στα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης και των αποτελεσμάτων που επιτυγχάνονται στην πράξη, ανάλυση των συνιστωσών που επηρεάζουν τη δυναμική του χρέους και ανάλυση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημοσίων οικονομικών. Επίτευξη αποτελεσματικού δημοσιονομικού προγραμματισμού και εποπτεία του Η διαδικασία δημοσιονομικής εποπτείας επέτρεψε τη συγκέντρωση πληθώρας στοιχείων όσον αφορά τα δημοσιονομικά προγράμματα, τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν στην πράξη και τις σχετικές αξιολογήσεις, που χρησιμοποιήθηκαν για τη σύγκριση των πραγματικών δημοσιονομικών εξελίξεων σε σχέση με τους αρχικούς στόχους και την αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο εξελίχθηκε διαχρονικά η αξιολόγηση των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης από την Επιτροπή. Ως προς την πρώτη πτυχή, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των δημοσιονομικών προγραμμάτων και των αποτελεσμάτων ήταν συχνές και αρκετά αισθητές ορισμένα έτη, ακόμη και μετά την συνεκτίμηση ορισμένων εκπλήξεων όσον αφορά την εξέλιξη της ανάπτυξης. Οι αποκλίσεις αυτές φαίνεται να συνδέονται κυρίως με διαφορές μεταξύ των προγραμματιζόμενων και των παρατηρούμενων δεικτών των δαπανών προς το ΑΕΠ, ενώ οι αποκλίσεις όσον αφορά τους δείκτες εσόδων φαίνεται να έχουν δευτερεύουσα σημασία. Η ανάλυση αυτή υπογραμμίζει τη σημασία εξεύρεσης τρόπων για την αποφυγή υπερβάσεων των δαπανών και καλύτερων μεθόδων για τον προγραμματισμό των δαπανών έτσι ώστε να βελτιωθεί η ποιότητά τους – για να ανταποκρίνονται επίσης καλύτερα στις προτεραιότητες της Λισσαβόνας - και να εξασφαλιστεί η διατηρησιμότητά τους. Η Επιτροπή αντέδρασε στις αποκλίσεις που διαπιστώνονται μεταξύ των δημοσιονομικών προγραμμάτων και των αποτελεσμάτων δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στις αξιολογήσεις της σχετικά με την αξιοπιστία της πορείας προσαρμογής που παρουσιάζεται στα προγράμματα σταθερότητας και σύγκλισης, και εκτιμώντας τις δημοσιονομικές πολιτικές των κρατών μελών με διαχρονικά σφαιρικότερο τρόπο, λαμβάνοντας έτσι περισσότερο υπόψη και πτυχές που αφορούν τη διατηρησιμότητα και την ποιότητα των δημοσίων οικονομικών. Κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τη δυναμική του χρέους Κατά τη δημοσιονομική εποπτεία της ΕΕ, δίνεται όλο και μεγαλύτερη έμφαση στην εξέλιξη του χρέους. Η δυναμική του δείκτη του χρέους προς το ΑΕΠ εξαρτάται από την επιτυγχανόμενη ισορροπία του προϋπολογισμού, την ονομαστική ανάπτυξη καθώς και από την αποκαλούμενη "προσαρμογή αποθεμάτων-ροών" που εκφράζει την εναπομένουσα απόκλιση μεταξύ της μεταβολής του ανεξόφλητου αποθέματος χρέους και του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης, όπως ορίζεται στο πρωτόκολλο της συνθήκης του Μάαστριχτ. Η συνήθης ανάλυση επικεντρώνεται στα ελλείμματα και την ονομαστική ανάπτυξη, ενώ δίνεται πολύ λιγότερη προσοχή στην προσαρμογή αποθεμάτων-ροών. Ωστόσο, η συνιστώσα αυτή παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων του δημοσίου (π.χ. μετά από ιδιωτικοποιήσεις) και τις αποκλίσεις μεταξύ των ελλειμμάτων σε ταμειακή βάση και των ελλειμμάτων που καταρτίζονται βάσει της αρχής της αυτοτέλειας των χρήσεων. Η έκθεση της ΟΝΕ για τα δημόσια οικονομικά προσπαθεί να καλύψει το κενό αυτό αναλύοντας τις συνιστώσες που επηρεάζουν την προσαρμογή αποθεμάτων-ροών για τα κράτη μέλη της ΕΕ. Δείχνει ότι η προσαρμογή αποθεμάτων-ροών κατά τα τελευταία έτη ήταν, κατά μέσο όρο, θετική (αυξάνοντας συνεπώς τη συσσώρευση χρέους) και ότι σε μερικές χώρες η προσαρμογή αποθεμάτων-ροών συνδέεται εν μέρει με το γεγονός ότι τα ελλείμματα σε ταμειακή βάση είναι συστηματικά υψηλότερα από τα λεγόμενα "ελλείμματα σύμφωνα με τη συνθήκη του Μάαστριχτ". Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία που πρέπει να αποδίδεται στη δυναμική του χρέους στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εποπτείας. Μεγαλύτερη έμφαση στη μακροπρόθεσμη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών Οι απειλητικές δημοσιονομικές επιπτώσεις της γήρανσης του πληθυσμού και η ανάγκη μιας διατηρήσιμης χρηματοδότησης του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου καθιστούν επιτακτικότερη τη συνεκτίμηση των συνιστωσών της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας κατά τη διαχείριση των δημοσίων οικονομικών και τη δημοσιονομική εποπτεία στην ΕΕ. Σύμφωνα με τη νέα στρατηγική της Λισσαβόνας και τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη και τις θέσεις απασχόλησης[6], πολλές χώρες έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό την ενίσχυση της διατηρησιμότητας. Ωστόσο, τα αποτελέσματα αυτών των μεταρρυθμίσεων στη διατηρησιμότητα, δεν είναι εύκολο να ποσοτικοποιηθούν, ούτε είναι απόλυτα συγκρίσιμα από χώρα σε χώρα. Σε επίπεδο ΕΕ, οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποιούν ανάλυση της διατηρησιμότητας από το 2001 στο πλαίσιο της αξιολόγησης των προγραμμάτων σταθερότητας και σύγκλισης, με βάση τα στοιχεία που παρέχονται στα προγράμματα αυτά και τις εκτιμήσεις των δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού μέχρι το 2050. Η έκθεση για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 δείχνει ότι αν δεν πραγματοποιηθεί μία μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική εξυγίανση, τα περισσότερα κράτη μέλη δεν θα κατορθώσουν να επιτύχουν διατηρήσιμη θέση. Κίνδυνοι όσον αφορά τη διατηρησιμότητα έχουν εντοπιστεί σε δέκα κράτη μέλη (Βέλγιο, Δημοκρατία της Τσεχίας, Γερμανία, Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Κύπρο, Ουγγαρία, Μάλτα και Σλοβενία). Η έκθεση περιγράφει επίσης τη σημερινή προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά την ανάλυση της διατηρησιμότητας, εξετάζει την ευρωστία των προβλέψεων σχετικά με το χρέος και των δεικτών διατηρησιμότητας σε σχέση με τις βασικές παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η ανάλυση, και διατυπώνει συστάσεις για πιθανές βελτιώσεις. Με τη δέσμη των μεταρρυθμίσεων του ΣΣΑ του 2005, οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις αποκτούν μεγαλύτερη σπουδαιότητα στο πλαίσιο της δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ. Σε αυτό το πλαίσιο, η εντατικοποίηση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών και με την Επιτροπή σχετικά με τις εθνικές προβλέψεις για την εξέλιξη των δαπανών που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα οδηγήσει σε καλύτερη αξιολόγηση της μακροπρόθεσμης διατηρησιμότητας των δημοσίων οικονομικών και των επιπτώσεών τους για τον καθορισμό των μεσοπρόθεσμων στόχων[7]. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και δημοσιονομικοί στόχοι Στην ενδιάμεση έκθεση για την αξιολόγηση της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβόνας και στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη και την απασχόληση δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη και την απασχόληση μέσω ενεργειών σε μακροοικονομικό και μικροοικονομικό επίπεδο και επίπεδο απασχόλησης. Στο μέρος ΙΙΙ της έκθεσης για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ εξετάζεται και αναλύεται η σχέση μεταξύ της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για την εφαρμογή του πλαισίου δημοσιονομικής πολιτικής της ΕΕ, πτυχή που είχε μέχρι τώρα παραμεληθεί και η σημασία της οποίας θα πρέπει να αναγνωριστεί περισσότερο στο επίπεδο της διαδικασίας δημοσιονομικής εποπτείας της ΕΕ. Οι μεταρρυθμίσεις μπορούν να βελτιώσουν αισθητά τους εθνικούς λογαριασμούς σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση. Παραδείγματος χάρη, οι μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν άμεσα στη συγκράτηση της αύξησης ορισμένων τύπων δημοσίων δαπανών (για παράδειγμα, μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος ή βελτίωση της αποτελεσματικότητας του τομέα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, και οι οποίες επιτρέπουν την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της πρόκλησης της γήρανσης του πληθυσμού) μπορούν να επηρεάσουν τη μελλοντική πορεία των κρατικών προϋπολογισμών και του δημοσίου χρέους[8]. Οι μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν τη δυνητική παραγωγή και την ανάπτυξη (όπως για παράδειγμα οι μεταρρυθμίσεις των αγορών εργασίας και προϊόντων) θα μπορούσαν επίσης να έχουν έμμεσα θετικά αποτελέσματα. Προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι τα ποσοτικά κριτήρια για τον περιορισμό των ελλειμμάτων ενδέχεται να αποθαρρύνουν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ο πρώτος λόγος για τον οποίο θα μπορούσε να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των μεταρρυθμίσεων και των δημοσιονομικών στόχων είναι η ύπαρξη βραχυπρόθεσμων δημοσιονομικών δαπανών που συνδέονται άμεσα με τις μεταρρυθμίσεις (π.χ. οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπουν ένα κεφαλαιοποιητικό πυλώνα εκτός του δημοσίου τομέα ή δημόσιες επενδύσεις στον τομέα της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των οποίων τα μακροπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα μπορεί συχνά να υπεραντισταθμίζουν το αρχικό κόστος). Ένας δεύτερος λόγος συνδέεται με το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι δαπανηρές για ορισμένες κοινωνικές ομάδες, με αποτέλεσμα να απαιτούνται φορολογικές ελαφρύνσεις ή μεταβιβαστικές πληρωμές υπέρ των ομάδων αυτών για να υπερνικηθεί η αντίσταση για την εισαγωγή τους. Η ανάλυση που περιλαμβάνεται στην έκθεση για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ εξετάζει τις μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας και προϊόντων καθώς και τις μεταρρυθμίσεις των συνταξιοδοτικών συστημάτων (χωρίς να προβλέπει πρωτοβουλίες για την τόνωση της ανάπτυξης με βραχυπρόθεσμες δημοσιονομικές δαπάνες όπως η ανάπτυξη της υποδομής σε φυσικό κεφάλαιο, η εκπαίδευση και η κατάρτιση, ή η Ε&Α) και επικεντρώνεται σε δύο ζητήματα. Πρώτον, ποιες επιπτώσεις έχουν οι μεταρρυθμίσεις στους προϋπολογισμούς βραχυπρόθεσμα; Δεύτερον, υπάρχουν στοιχεία ότι η δημοσιονομική εξυγίανση μπορεί να αποτρέπει τις μεταρρυθμίσεις; Παρά τους περιορισμούς που συνδέονται με την ποιότητα και τη διαθεσιμότητα στοιχείων για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τα αποτελέσματα της ανάλυσης παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Η υπόθεση σύμφωνα με την οποία οι μεταρρυθμίσεις είναι λιγότερο συχνές κατά τα έτη στα οποία πραγματοποιείται δημοσιονομική εξυγίανση δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται σε ικανοποιητικό βαθμό από τα στοιχεία. Ωστόσο, κατά την περίοδο που ακολουθεί τη θέσπιση μεταρρυθμίσεων παρατηρείται εν γένει κάποια μικρή επιδείνωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων. Τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με το είδος των εξεταζόμενων μεταρρυθμίσεων και τον τρόπο του σχεδιασμού τους. Η ανάλυση παρέχει ορισμένες ενδείξεις ότι η μεταρρύθμιση του ΣΣΑ έχει τη σωστή κατεύθυνση αλλά ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο θα συνεκτιμηθούν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στην εφαρμογή του ΣΣΑ. Λαμβάνοντας υπόψη τις μεγάλες αποκλίσεις των αποτελεσμάτων, θα πρέπει να αποφευχθεί μια μηχανιστική, ομοιόμορφη αντιμετώπιση όλων των μεταρρυθμίσεων ή όλων των μεταρρυθμίσεων που ανήκουν σε ορισμένες ευρείες κατηγορίες. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται προσεκτική κατά περίπτωση αντιμετώπιση και συνεκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που παρουσιάζουν οι επιμέρους μεταρρυθμίσεις. Η δέσμη μεταρρυθμίσεων του ΣΣΑ του 2005 περιλαμβάνει διατάξεις που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν ότι οι στόχοι του δημοσιονομικού πλαισίου της ΕΕ δεν έρχονται σε σύγκρουση με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών και τη βελτίωση της ανάπτυξης σε μεσομακροπρόθεσμη βάση. Η εφαρμογή των διατάξεων αυτών σύμφωνα με το πνεύμα που περιγράψαμε ανωτέρω θα μπορούσε να συμβάλει έτσι ώστε τα δημόσια οικονομικά να συνεισφέρουν με τρόπο πιο αποτελεσματικό και βιώσιμο στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Δημοσιονομικές προκλήσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου σύγκλισης στα νέα κράτη μέλη Με την προσχώρησή τους στην ΕΕ το 2004, δέκα κράτη μέλη πραγματοποίησαν ένα σημαντικό βήμα στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ωστόσο, η οικονομική ολοκλήρωση αναμένεται να συνεχιστεί με απώτερο στόχο την κάλυψη των εισοδηματικών διαφορών και την μελλοντική υιοθέτηση του ευρώ. Η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη διαδικασία αυτή με αποτελεσματικές και διατηρήσιμες φορολογικές πολιτικές και στρατηγικές δαπανών και με την ενίσχυση της σταθερής ανάπτυξης της οικονομίας. Σε μακροπρόθεσμη βάση, οι δύο αυτοί ρόλοι είναι συμπληρωματικοί. Μια ισχυρή ανάπτυξη ενισχύει την ικανότητα χρηματοδότησης της οικονομίας, ενώ η σταθερότητα έχει καθοριστική σημασία για τις ιδιωτικές επενδύσεις και τη σταθερότητα της διαδικασίας κάλυψης των εισοδηματικών διαφορών. Ωστόσο, σε βραχυπρόθεσμη βάση ορισμένα από τα νέα κράτη μέλη πρέπει να κάνουν ορισμένες επιλογές: οι υψηλότερες δαπάνες για έργα υποδομής, κατάρτιση ή Ε&Α μπορεί να καταστήσουν δυσχερέστερη τη συγκράτηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ενώ οι φορολογικές και συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις με τη θέσπιση κεφαλαιοποιητικού πυλώνα εκτός του δημοσίου τομέα ενδέχεται επίσης να αυξήσουν τις άμεσες δημοσιονομικές δαπάνες. Στο μέρος IV της έκθεσης για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ – 2005 εξετάζονται οι βασικές προκλήσεις που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τα νέα κράτη μέλη κατά την άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής τους τα προσεχή έτη. Τα νέα κράτη μέλη έχουν ορισμένα πλεονεκτήματα που τους επιτρέπουν να χρηματοδοτήσουν μέρος των αναγκών τους: υψηλή δυνητική ανάπτυξη και, σε ορισμένες περιπτώσεις, χαμηλό δημόσιο χρέος. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζουν κάποιο βαθμό αστάθειας στα δημόσια οικονομικά τους, λόγω των μεταβολών που συντελούνται στην πραγματική οικονομία και, για τις χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης, στο χρηματοπιστωτικό τομέα. Επιπλέον, το απόθεμα των ενδεχόμενων υποχρεώσεων είναι σχετικά υψηλό σε πολλά νέα κράτη μέλη και αυτό δημιουργεί κινδύνους απότομης αύξησης του επιπέδου του χρέους όταν υλοποιούνται οι συνθήκες που συνεπάγονται πληρωμές του δημοσίου σχετικά με άμεσες ή έμμεσες εγγυήσεις. Όπως αποδείχθηκε σε άλλα κράτη μέλη, έχει μεγάλη σημασία η αξιοποίηση περιόδων ισχυρής ανάπτυξης για την επίτευξη δημοσιονομικών βελτιώσεων εξασφαλίζοντας έτσι επαρκή περιθώρια για την σταθεροποίηση της οικονομίας όταν επιβραδύνεται η οικονομική δραστηριότητα. Αυτό το δίδαγμα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα νέα κράτη μέλη. Λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες έντονες αυξήσεις των τιμών δανεισμού και των περιουσιακών στοιχείων στις χώρες αυτές, είναι ιδιαίτερα σημαντικό κατά τον καθορισμό των στόχων της δημοσιονομικής πολιτικής να μην υπερεκτιμάται η δυνητική ανάπτυξη και να εντοπίζονται σωστά τα μεταβατικά στοιχεία κατά την εκτίμηση της δυναμικής των φορολογικών εσόδων. Κατά την περίοδο μέχρι την υιοθέτηση του ευρώ έχει επίσης ιδιαίτερη σημασία η αξιοπιστία του δημοσιονομικού προγραμματισμού και ένα ισόρροπο μείγμα πολιτικών. Οι παράγοντες αυτοί απαιτούν σύνεση κατά τον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. Εν τω μεταξύ, στις χώρες όπου το εθνικό νόμισμα θα διατηρηθεί για μεγαλύτερό χρονικό διάστημα, απαιτείται προσοχή στη συσσώρευση αδυναμιών στο ισοζύγιο που συνδέονται με μη καλυμμένο δανεισμό σε ξένα νομίσματα. Χωρίς να παραβλέπονται οι διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους, οι φορείς κατάρτισης των πολιτικών στα νέα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να επιτύχουν συνέργιες κατά την υλοποίηση των στόχων τους όσον αφορά την ανάπτυξη και τη σταθερότητα. Πρώτον, υπάρχουν περιθώρια αναδιάρθρωσης των υφιστάμενων προγραμμάτων δαπανών και βελτίωσης των φορολογικών βάσεων με τρόπους που όχι μόνο ενισχύουν τα δημόσια οικονομικά αλλά βελτιώνουν και τα κίνητρα για την ανάπτυξη, ενδεχομένως ακόμη και βραχυπρόθεσμα. Δεύτερον, οι θεσμοί του δημοσιονομικού τομέα θα μπορούσαν να βελτιωθούν, μεταξύ άλλων, με τη μεγαλύτερη διαφάνεια των δημοσιονομικών διαδικασιών και τη θέσπιση αποτελεσματικών πλαισίων για ένα πολυετή δημοσιονομικό προγραμματισμό και έλεγχο των δημοσίων δαπανών. Τρίτον, καλά σχεδιασμένες εποπτικές πολιτικές θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη διαχείριση των κινδύνων στον ιδιωτικό τομέα, συγκρατώντας κατ’ αυτό τον τρόπο τις ενδεχόμενες υποχρεώσεις του δημοσίου τομέα, ενώ κατάλληλα μελετημένες νομισματικές πολιτικές θα μπορούσαν να συμβάλουν στη δημιουργία κλίματος σταθερότητας όσον αφορά τις προσδοκίες της αγοράς. * Συνολικά, η ανάλυση δείχνει ότι ενώ το πλαίσιο οικονομικής και δημοσιονομικής εποπτείας στην ΟΝΕ έχει θετικά αποτελέσματα – από πλευράς δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και μεταρρυθμίσεων που αναλήφθηκαν ήδη στα περισσότερα κράτη μέλη – πρέπει να καταβληθούν ακόμη μεγαλύτερες προσπάθειες για να επιτευχθούν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, παράλληλα με την ενίσχυση της στρατηγικής της Λισσαβόνας, βελτίωσε την αντιστοιχία των κανόνων και των διαδικασιών διακυβέρνησης με την οικονομική πραγματικότητα και της ανάγκες της Ευρώπης και των κρατών μελών της. Οι συνέργιες μεταξύ της μακροοικονομικής σταθερότητας και της τόνωσης της ανάπτυξης και της απασχόλησης μέσω σημαντικών μεταρρυθμίσεων της οικονομίας θα πρέπει τώρα να αξιοποιηθούν. Όπως και στην περίπτωση της νέας στρατηγικής της Λισσαβόνας, η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης θα δοκιμαστεί κατά τους προσεχείς μήνες και χρόνια: ο τρόπος με τον οποίο το νέο πλαίσιο θα εφαρμοστεί από την αρχή θα έχει αποφασιστική σημασία για την αξιοπιστία και τη συνολική επιτυχία της φιλόδοξης προσέγγισης που αποφάσισε να υιοθετήσει η Ευρώπη. Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ θα πρέπει να ενστερνιστούν αυτή τη στρατηγική βελτιώνοντας την ποιότητα και εξασφαλίζοντας τη διατηρησιμότητα των δημοσίων οικονομικών τους. [1] Η έκθεση είναι διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο: http://europa.eu.int/comm/economy_finance/publications/publicfinance_en.htm [2] COM (2004) 581 της 3ης Σεπτεμβρίου 2004. [3] Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο "Συνεργασία για την οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση. Νέο ξεκίνημα για τη στρατηγική της Λισσαβόνας", COM (2005) 24, 2 Φεβρουαρίου 2005. [4] COM(2005) 154 και COM(2005) 155 της 20ής Απριλίου 2005. [5] Η Συνθήκη προβλέπει διαδικασία συνεργασίας για τον κανονισμό 1466/97 του Συμβουλίου και διαδικασία διαβούλευσης για τον κανονισμό 1467/97 του Συμβουλίου. [6] COM (2005) 141, 12 Απριλίου 2005. [7] Η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση κατά τα τέλη του 2006 σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί στον τομέα αυτό. [8] Οι βελτιώσεις της αποτελεσματικότητας έχουν αποφασιστική σημασία για να εξασφαλιστεί ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα έχουν θετικά μακροπρόθεσμα αποτελέσματα στα δημόσια οικονομικά. Η βελτίωση των πρακτικών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη των βελτιώσεων αυτών.