This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52004PC0015
Communication from the Commission to the European Parliament pursuant to the second subparagraph of Article 251 (2) of the EC Treaty concerning the common position of the Council on the adoption of a Directive of the European Parliament and of the Council on markets in financial instruments, markets, amending Council Directives 85/611/EEC and 93/6/EEC and Directive 2000/12/EC of the European Parliament and of the Council and repealing Council Directive 93/22/EEC
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της θέσπισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της θέσπισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου
/* COM/2004/0015 τελικό - COD 2002/0269 */
Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της θέσπισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου /* COM/2004/0015 τελικό - COD 2002/0269 */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της θέσπισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου 2002/0269 (COD) ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σύμφωνα με το άρθρο 251 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης ΕΚ σχετικά με την κοινή θέση του Συμβουλίου ενόψει της θέσπισης της οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου 1. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Ημερομηνία διαβίβασης της πρότασης στο ΕΚ και το Συμβούλιο (έγγραφο COM(2002) 625 τελικό -2002/0269 (COD)): // 19.11.2002 Ημερομηνία της γνώμης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής: // 18.6.2003 Ημερομηνία της γνώμης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρώτη ανάγνωση: // 25.9.2003 Ημερομηνία διαβίβασης της τροποποιημένης πρότασης: // --- Ημερομηνία έγκρισης της κοινής θέσης: // 8.12.2003 2. ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ Οι κυριότεροι στόχοι της πρότασης οδηγίας είναι: 1 η προστασία των επενδυτών και της ακεραιότητας της αγοράς με την επιβολή εναρμονισμένων απαιτήσεων για τις δραστηριότητες των εγκεκριμένων διαμεσολαβητών. και 2 η προώθηση θεμιτών, διαφανών, αποτελεσματικών και ενοποιημένων χρηματοπιστωτικών αγορών. ο στόχος αυτός θα επιτευχθεί ιδίως με τη θέσπιση βασικών κανόνων για τη διαπραγμάτευση και εκτέλεση, σε οργανωμένα συστήματα συναλλαγών και αγορές ή από επιχειρήσεις επενδύσεων, των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. 3. ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΘΕΣΗ 3.1. γενικεσ παρατηρησεισ Η Ελληνική και η Ιταλική Προεδρία αντιμετώπισαν την πρόταση της Επιτροπής ως θέμα προτεραιότητας. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να θεσπίσουν την οδηγία το ταχύτερο δυνατό. Το Συμβούλιο ενέκρινε με ειδική πλειοψηφία την κοινή θέση του στις 8 Δεκεμβρίου 2003. Η Επιτροπή είναι συνεπώς σε θέση να αποδεχθεί την κοινή θέση του Συμβουλίου. Η κοινή θέση διασφαλίζει την ουσία της πρότασης της Επιτροπής. κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποδέχεται την πρόταση στις γενικές της γραμμές. Η κοινή θέση λαμβάνει υπόψη πολλές από τις τροπολογίες που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και αποδέχθηκε η Επιτροπή. Ορισμένες από αυτές ενσωματώθηκαν πλήρως, αλλά οι περισσότερες αναδιατυπώθηκαν ή ενσωματώθηκαν σε άλλα σημεία του κειμένου για λόγους εσωτερικής συνοχής (ορισμένα τμήματα του κειμένου αναδιαρθρώθηκαν εντελώς) ή για νομοτεχνικούς λόγους. Οι τροποποιήσεις αυτές αποσαφηνίζουν και ορίζουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το σύστημα που πρότεινε η Επιτροπή. Ορισμένες εμπνέονται από σχετικές τροπολογίες που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση και αποδέχθηκε η Επιτροπή. Οι κυριότερες τροποποιήσεις που επιφέρει η κοινή θέση του Συμβουλίου στην πρόταση της Επιτροπής σχολιάζονται λεπτομερώς κατωτέρω. 3.2. Απάντηση στις τροπολογίες που ενέκρινε το Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε 146 τροπολογίες. Η Επιτροπή αποδέχθηκε, κατά γράμμα ή κατά πνεύμα, ενενήντα από τις τροπολογίες αυτές, εν μέρει ή εν όλω. 3.2.1. Τροπολογίες που αποδέχθηκε η Επιτροπή και ενσωματώθηκαν στην κοινή θέση (α) Αιτιολογικές σκέψεις Αιτιολογική σκέψη 4 της κοινής θέσης Η αιτιολογική αυτή σκέψη διευκρινίζει ότι τα παράγωγα που μπορούν να διακανονιστούν με φυσική παράδοση εμπίπτουν στο πεδίο της οδηγίας εάν είναι εισηγμένα σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης (ΠΜΔ). Αυτή η αιτιολογική σκέψη, η οποία αφορά το Τμήμα Γ του Παραρτήματος 1 της κοινής θέσης, λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 1. Αιτιολογική σκέψη 6 της κοινής θέσης Αυτή η αιτιολογική σκέψη αποσαφηνίζει τις έννοιες του ΠΜΔ και της ρυθμιζόμενης αγοράς. Ενσωματώνει μέρος των τροπολογιών 3 και 25 του Κοινοβουλίου. Αιτιολογική σκέψη 7 της κοινής θέσης Η πρόταση οδηγίας καλύπτει μόνο τις επιχειρήσεις των οποίων η συνήθης επιχειρηματική απασχόληση είναι η παροχή/άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών ή/και δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση. Δεν εφαρμόζεται στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες σε ευκαιριακή βάση. Αυτή η αιτιολογική σκέψη, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 8, η οποία αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, βελτιώνει την αρχική διατύπωση της πρότασης της Επιτροπής και λαμβάνει υπόψη εν μέρει την τροπολογία 4 του Κοινοβουλίου. Αιτιολογική σκέψη 8 της κοινής θέσης Η κοινή θέση περιλαμβάνει μια νέα αιτιολογική σκέψη που αποσαφηνίζει το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ). Τα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές χωρίς να είναι ειδικοί διαπραγματευτές ή διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ σε οργανωμένη, τακτική και συστηματική βάση, δεν πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η αιτιολογική σκέψη αντικατοπτρίζει την τροπολογία 4 του Κοινοβουλίου. Αιτιολογική σκέψη 9 της κοινής θέσης Αυτή η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι ο όρος "πρόσωπα" στην οδηγία αναφέρεται τόσο σε φυσικά όσο και σε νομικά πρόσωπα. Το θέμα τέθηκε στις τροπολογίες 6,14, 15, 16 και 130 του Κοινοβουλίου. Αιτιολογική σκέψη 18 της κοινής θέσης Αυτή η αιτιολογική σκέψη προστέθηκε για να διευκρινιστεί ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας 2000/12/ΕΚ δεν πρέπει να λαμβάνουν συμπληρωματική άδεια για να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες βάσει της οδηγίας για τα χρηματοπιστωτικά μέσα. Αφορά το άρθρο 1 παράγραφος 2 του της οδηγίας και ενσωματώνει μέρος της τροπολογίας 34 του Κοινοβουλίου. Αιτιολογική σκέψη 48 της κοινής θέσης Οι επιχειρήσεις επενδύσεων έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν τους πελάτες στους οποίους παρέχουν πρόσβαση στις τιμές που ανακοινώνουν, υπό τον όρο ότι αυτό γίνεται χωρίς διακρίσεις. Η αιτιολογική σκέψη 48 αποσαφηνίζει ότι οι επιχειρήσεις που περιορίζουν την πρόσβαση στις τιμές αυτές μόνο στους ιδιώτες επενδυτές ή μόνο στους επαγγελματίες επενδυτές δεν εισάγουν διακρίσεις. Αντιστοιχεί στο άρθρο 27 παράγραφος 3 της οδηγίας και ακολουθεί εν μέρει την τροπολογία 88 του Κοινοβουλίου σχετικά με το θέμα αυτό. (β) Διατάξεις της οδηγίας Τίτλος I - Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής Άρθρο 1 παράγραφος 2 Η παράγραφος αυτή απαριθμεί τα άρθρα της πρότασης οδηγίας που εφαρμόζονται, επιπλέον της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, στα πιστωτικά ιδρύματα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες,. Ενσωματώνει εν μέρει την τροπολογία 12 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο δ) Λαμβάνοντας υπόψη το πνεύμα της τροπολογίας 4 του Κοινοβουλίου, η κοινή θέση εισάγει μια νέα εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τα πρόσωπα που δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή δεν ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες εκτός από τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό και δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως ειδικοί διαπραγματευτές ή ως διενεργούντες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς ή ΠΜΔ σε οργανωμένη, τακτική και συστηματική βάση. Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ια) Η διάταξη αφορά την εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας των προσώπων που διενεργούν για ίδιο λογαριασμό πράξεις σε εμπορεύματα ή σε παράγωγα εμπορευμάτων. Εμπνεόμενη εν μέρει από την τροπολογία 15 του Κοινοβουλίου, η κοινή θέση προβλέπει ότι η εξαίρεση δεν εφαρμόζεται στα πρόσωπα που ανήκουν σε όμιλο του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή άλλων επενδυτικών υπηρεσιών. Άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) Η διάταξη αυτή εμπνέεται από την τροπολογία 15 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Διευρύνει το πεδίο της εξαίρεσης, σε σύγκριση με την πρόταση της Επιτροπής, εφόσον περιλαμβάνει επίσης τους διαπραγματευτές που διενεργούν πράξεις σε παράγωγα άλλα από τα δικαιώματα προαίρεσης και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Άρθρο 3 Η κοινή θέση παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να μην εφαρμόσουν την οδηγία στα πρόσωπα που δεν έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από τη λήψη και τη διαβίβαση εντολών σε κινητές αξίες και σε μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και την παροχή επενδυτικών συμβουλών σε σχέση με τέτοια χρηματοπιστωτικά μέσα. Το νέο αυτό άρθρο λαμβάνει υπόψη τις τροπολογίες 156 και 157 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 7) Η κοινή θέση ορίζει την έννοια του "συστηματικού εσωτερικοποιητή", σύμφωνα με το πνεύμα της τροπολογίας 33 του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, στον ορισμό δεν περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία που προτείνονται στην τροπολογία αυτή και ιδίως εκείνα που αποσκοπούν μόνο στον ορισμό του πεδίου εφαρμογής των υποχρεώσεων προδιαπραγματευτικής διαφάνειας, όπως τα χρηματοπιστωτικά μέσα και το μέγεθος των εντολών που εσωτερικοποιούνται. Η Επιτροπή συμφωνεί με το Συμβούλιο ότι τα στοιχεία αυτά δεν πρέπει να περιληφθούν στον ορισμό του "συστηματικού εσωτερικοποιητή", αλλά να ληφθούν υπόψη κατά την επιβολή στις επιχειρήσεις επενδύσεων της υποχρέωσης να ανακοινώνουν δημόσια δεσμευτικές τιμές (άρθρο 27). Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15) Ο ορισμός του ΠΜΔ αναδιατυπώθηκε λαμβάνοντας υπόψη την τροπολογία 25 του Κοινοβουλίου, προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι οι ΠΜΔ πρέπει να λαμβάνουν άδεια και να λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου ΙΙ της οδηγίας. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 10) Ο ορισμός του "πελάτη" αναδιατυπώθηκε σύμφωνα με την τροπολογία 22 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 11) Ο ορισμός του "επαγγελματία πελάτη" αναδιατυπώθηκε λαμβάνοντας υπόψη την τροπολογία 23 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 12) Ο ορισμός του "ιδιώτη επενδυτή" αναδιατυπώθηκε λαμβάνοντας υπόψη την τροπολογία 23 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 16) Ο ορισμός της "οριακής εντολής" αναδιατυπώθηκε λαμβάνοντας υπόψη την τροπολογία 27 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) Ο ορισμός του "υποκαταστήματος" αναδιατυπώθηκε λαμβάνοντας υπόψη το στόχο της τροπολογίας 32 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 28) (β) Ο ορισμός των "κινητών αξιών" αναδιατυπώθηκε και περιλαμβάνει πλέον τα παραστατικά πιστοποιητικά ομολόγων ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους. Αντικατοπτρίζει την τροπολογία 28 του Κοινοβουλίου. Τίτλος II - Όροι για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των επιχειρήσεων επενδύσεων κεφάλαιο I - οροι και διαδικασιεσ για τη χορηγηση αδειασ λειτουργιασ Άρθρο 5 παράγραφος 2 Η παράγραφος αυτή αποσαφηνίζει τις υποχρεώσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνονται οι διαχειριστές των ΠΜΔ. Λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 35 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 13 παράγραφος 2 Η τελευταία φράση του άρθρου 12 παράγραφος 2 της αρχικής πρότασης της Επιτροπής έχει διαγραφεί στην κοινή θέση. Οι επιχειρήσεις δεν υποχρεούνται πλέον να αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι ενήργησαν σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παράγραφο αυτή. Οι εποπτικές αρχές είναι αυτές που πρέπει να αποδεικνύουν την παράβαση. Η κοινή θέση λαμβάνει εν μέρει υπόψη την τροπολογία 38 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 13 παράγραφος 4 Η διάταξη αυτή απαιτεί από την επιχείρηση επενδύσεων να λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να εξασφαλίζεται η συνεχής και τακτική παροχή/άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών/ δραστηριοτήτων. Στην κοινή θέση, η παράγραφος αυτή αναδιατυπώθηκε σύμφωνα με την τροπολογία 39 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 14 παράγραφος 1 Η παράγραφος αυτή αναδιατυπώθηκε από το Συμβούλιο. Καταργεί την υποχρέωση των ΠΜΔ να θεσπίζουν κανόνες και διαδικασίες που να επιτρέπουν στους χρήστες τους να επιτυγχάνουν τις καλύτερες διαθέσιμες τιμές στα συστήματα των ΠΜΔ ή μέσω των ΠΜΔ. Λαμβάνει υπόψη εν μέρει την τροπολογία 149 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 14 παράγραφος 2 Η κοινή θέση επιβάλλει νέα υποχρέωση στις επιχειρήσεις επενδύσεων ή στους διαχειριστές αγοράς που εκμεταλλεύονται ΠΜΔ. Οι φορείς αυτοί υποχρεούνται να παρέχουν επαρκείς πληροφορίες στο κοινό ή να βεβαιώνονται ότι υπάρχει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, κατά τρόπο που να επιτρέπει στους χρήστες τους να μορφώνουν επενδυτική κρίση. Για το σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση των χρηστών και τα είδη των διαπραγματευόμενων μέσων. Η νέα παράγραφος ακολουθεί το πνεύμα της τροπολογίας αριθ. 149 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 14 παράγραφος 4 Η πρόταση της Επιτροπής προέβλεπε ότι μόνον οι επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε ΠΜΔ. Ο περιορισμός αυτός καταργήθηκε στην κοινή θέση, η οποία εισάγει ένα πιο ευέλικτο καθεστώς πρόσβασης στους ΠΜΔ. Η διάταξη λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 14 του Κοινοβουλίου. Με την τροποποίηση αυτή, η κοινή θέση αποδέχεται επίσης το πνεύμα της τροπολογίας 7 του Κοινοβουλίου, παρόλο που αυτή δεν ενσωματώθηκε απευθείας στο κείμενο της οδηγίας. Η τροπολογία τροποποιούσε την αιτιολογική σκέψη 21 της πρότασης της Επιτροπής, η οποία διαγράφηκε στην κοινή θέση ως περιττή επανάληψη του κειμένου του σχετικού άρθρου. κεφαλαιο II - οροι λειτουργιασ των επιχειρησεων επενδυσεων Άρθρο 19 παράγραφος 1 Η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε στην κοινή θέση προκειμένου να επεκταθεί στις παρεπόμενες υπηρεσίες η υποχρέωση της επιχείρησης επενδύσεων να ενεργεί με εντιμότητα, δικαιοσύνη και επαγγελματισμό ώστε να εξυπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα πελατών της και να συμμορφώνεται, με τις αρχές των παραγράφων 2 έως 8 του άρθρου αυτού. Η διάταξη αντικατοπτρίζει την τροπολογία 50 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 19 παράγραφος 2 Η παράγραφος αυτή απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να μεριμνούν ώστε όλες οι πληροφορίες που απευθύνουν σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Αντικατοπτρίζει το πνεύμα της τροπολογίας 51 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 19 παράγραφος 3 Η παράγραφος αυτή απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν στους πελάτες ή τους δυνητικούς πελάτες τους κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή που να τους επιτρέπει να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της επενδυτικής υπηρεσίες και του είδους χρηματοπιστωτικού μέσου που τους προσφέρεται. Αντικατοπτρίζει εν μέρει το πνεύμα της τροπολογίας 54 του Κοινοβουλίου. Η διάταξη λαμβάνει επίσης υπόψη την τροπολογία 52 του Κοινοβουλίου και επιτρέπει στις επιχειρήσεις επενδύσεων να παρέχουν την πληροφόρηση αυτή σε τυποποιημένη μορφή. Άρθρο 19 παράγραφος 4 Η κοινή θέση απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που τους επιτρέπουν να συστήνουν σε κάθε επενδυτή τα καταλληλότερα γι' αυτόν χρηματοπιστωτικά μέσα και υπηρεσίες. Η διάταξη λαμβάνει υπόψη το πνεύμα των τροπολογιών 6 και 52 του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, η κοινή θέση αποδέχεται έμμεσα το πνεύμα της τροπολογίας 8 του Κοινοβουλίου, η οποία δεν ενσωματώθηκε στο κείμενο της οδηγίας. Η τροπολογία αυτή αποσκοπούσε να τροποποιήσει την αιτιολογική σκέψη 24 της πρότασης της Επιτροπής, την οποία όμως η κοινή θέση διέγραψε ως περιττή επανάληψη του αντίστοιχου άρθρου. Άρθρο 19 παράγραφος 6 Η κοινή θέση προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θα επιτρέπουν στις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίσταται μόνο στην εκτέλεση και/ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών πελατών με ή χωρίς ταυτόχρονη παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, να παρέχουν στους πελάτες τους τις υπηρεσίες αυτές χωρίς να υποχρεούνται να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες και να προσδιορίζουν τις καταλληλότερες γι' αυτούς επενδύσεις σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Το άρθρο αυτό συμπληρώνεται από τη νέα αιτιολογική σκέψη 20. Λαμβάνει υπόψη το στόχο των τροπολογιών 8 και 53 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 20 Το άρθρο αυτό αφορά την παροχή υπηρεσιών μέσω άλλης επιχείρησης επενδύσεων. Η πρώτη παράγραφος αναδιατυπώθηκε στην κοινή θέση προκειμένου να αποσαφηνιστεί το κείμενο και να ληφθεί υπόψη το πνεύμα της τροπολογίας 60 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 21 Το άρθρο 21 παράγραφος 1 απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να επιτυγχάνουν, κατά την εκτέλεση των εντολών, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τους πελάτες τους. Πρέπει συνεπώς να θεσπίσουν και να εφαρμόσουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις, ιδίως πολιτική εκτέλεσης των εντολών, για να συμμορφωθούν με την υποχρέωση αυτή. Υποχρεούνται επίσης να ελέγχουν την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών και της πολιτικής εκτέλεσης των εντολών. Η διάταξη αναδιατυπώθηκε στην κοινή θέση, διατηρώντας όμως τις βασικές γραμμές της πρότασης της Επιτροπής, και λαμβάνει υπόψη το πνεύμα των τροπολογιών 63 και 64 του Κοινοβουλίου. Λαμβάνει επίσης υπόψη εν μέρει την τροπολογία 61. Η παράγραφος 4 επιβάλλει στις επιχειρήσεις επενδύσεων μια υποχρέωση να γνωστοποιούν στους πελάτες τους κάθε ουσιώδη μεταβολή των ρυθμίσεων ή της πολιτικής τους για την εκτέλεση των εντολών. Λαμβάνει υπόψη εν μέρει την τροπολογία 69 του Κοινοβουλίου. Η παράγραφος 5 απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων να είναι σε θέση να αποδεικνύουν στους πελάτες τους, αν αυτοί το ζητήσουν, ότι έχουν εκτελέσει τις εντολές τους σύμφωνα με την πολιτική εκτέλεσης εντολών που ακολουθούν. Η παράγραφος αυτή λαμβάνει υπόψη το πνεύμα της τροπολογίας 9 του Κοινοβουλίου. Το άρθρο 21 παράγραφος 6 στοιχείο α) ορίζει ότι τα μέτρα που λαμβάνονται με τη διαδικασία της επιτροπολογίας πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση του σχετικού πελάτη. Η διάταξη αυτή εμπνέεται από τους στόχους της τροπολογίας 65 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 22 παράγραφος 2 Η παράγραφος αυτή αναδιατυπώθηκε στην κοινή θέση. Προβλέπει ότι η υποχρέωση δημοσιοποίησης μιας οριακής εντολής ισχύει μόνο για εντολές που αφορούν μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά. Επιτρέπει επίσης στα κράτη μέλη να θεωρούν ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων συμμορφώνονται με την υποχρέωση αυτή εάν διαβιβάζουν την εντολή σε ρυθμιζόμενη αγορά και/ή σε ΠΜΔ. Λαμβάνει υπόψη το πνεύμα της τροπολογίας 70 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 24 Η κοινή θέση επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις στην αρχική πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά τις συναλλαγές που διενεργούνται με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους. Επεκτείνει την εφαρμογή του καθεστώτος του επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου στις υπηρεσίες λήψης και διαβίβασης εντολών, τροποποιεί τη διαδικασία λήψης της ρητής συναίνεσης δυνητικών αντισυμβαλλομένων, διευρύνει τον κατάλογο επιλέξιμων αντισυμβαλλομένων και παρέχει σε επιχειρήσεις τρίτων χωρών δυνατότητα να αντιμετωπίζονται ως επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι. Ενσωματώνει την τροπολογία 78 του Κοινοβουλίου και μέρος των τροπολογιών 75, 76 και 77. Άρθρο 25 παράγραφος 5 Η κοινή θέση τροποποιεί ορισμένα σημεία της διάταξης αυτής προκειμένου να παράσχει στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να υποβάλλουν τις αναφορές τους στην αρμόδια αρχή με σύστημα αντιστοίχισης ή αναφοράς συναλλαγών. Λαμβάνει υπόψη εν μέρει την τροπολογία 80 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 26 παράγραφος 1 Η κοινή θέση επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις στην υποχρέωση των επιχειρήσεων επενδύσεων και των διαχειριστών αγοράς που διαχειρίζονται ένα ΠΜΔ να εφαρμόζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς και διαδικασίες για την τακτική παρακολούθηση της συμμόρφωσης των χρηστών με τους κανόνες του ΠΜΔ. Οι τροποποιήσεις αποσκοπούν να εισάγουν κάποια ευελιξία στην αρχική πρόταση της Επιτροπής. Η διάταξη λαμβάνει υπόψη εν μέρει το πνεύμα της τροπολογίας 84 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 27 παράγραφος 1 Η κοινή θέση ακολουθεί την τροπολογία 86 του Κοινοβουλίου και περιορίζει την εφαρμογή της υποχρέωσης ανακοίνωσης τιμών στους "συστηματικούς εσωτερικοποιητές". Η κοινή θέση προτείνει να διευρυνθεί το φάσμα των συναλλαγών που καλύπτονται από την υποχρέωση προδιαπραγματευτικής διαφάνειας σε εκείνες που δεν αντιπροσωπεύουν μεγάλο όγκο σε σύγκριση με τον συνήθη όγκο των συναλλαγών στην αγορά. Από την άποψη αυτή, η κοινή θέση λαμβάνει υπόψη το πνεύμα της τροπολογίας 88 του Κοινοβουλίου, παρόλο που το πεδίο της υποχρέωσης προδιαπραγματευτικής διαφάνειας είναι πιο περιορισμένο στην τροπολογία, η οποία προτείνει την εφαρμογή του κανόνα στις "συναλλαγές κανονικού όγκου". Η Επιτροπή αποδέχεται τόσο το πνεύμα της κοινής θέσης όσο και εκείνο της τροπολογίας του Κοινοβουλίου: οι υποχρεώσεις προδιαπραγματευτικής διαφάνειας ορίζονται και στις δύο περιπτώσεις με πιο αναλογικό τρόπο από ό,τι στην αρχική πρόταση και βελτιώνουν την προστασία των επενδυτών και την αποτελεσματικότητα της αγοράς. Άρθρο 27 παράγραφος 2 Σύμφωνα με την παράγραφο αυτή, οι τιμές πρέπει να δημοσιοποιούνται με τρόπο εύκολα προσιτό στους άλλους συμμετέχοντες στην αγορά και με εύλογους εμπορικούς όρους, αλλά όχι ανέξοδα όπως είχε ζητηθεί στην πρόταση της Επιτροπής. Η διάταξη λαμβάνει εν μέρει υπόψη την τροπολογία 88 του Κοινοβουλίου, με μικρές προσαρμογές διατύπωσης. Προβλέπει επίσης εξαίρεση από την υποχρέωση συναλλαγής στις ανακοινωθείσες τιμές σε περίπτωση εκτέλεσης ως προς περισσότερες κινητές αξίες με μία μόνο συναλλαγή. Η διάταξη ενσωματώνει εν μέρει στην τροπολογία 33 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 27 παράγραφος 3 Οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν τους επενδυτές στους οποίους παρέχουν πρόσβαση στις τιμές που ανακοινώνουν, εφόσον αυτό γίνεται χωρίς διακρίσεις. Η κοινή θέση ακολουθεί ως προς το σημείο αυτό την τροπολογία 88 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 28 παράγραφος 1 Η παράγραφος αυτή αναδιατυπώθηκε στην κοινή θέση ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη ευελιξία ως προς τη χρονική περίοδο εντός της οποίας οι επιχειρήσεις επενδύσεων οφείλουν να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που πρέπει να ανακοινώνουν μετά τη διαπραγμάτευση. Σύμφωνα με την κοινή θέση, οι πληροφορίες αυτές πρέπει να δημοσιοποιούνται "όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο" και όχι "αμέσως" όπως είχε ζητηθεί στην πρόταση της Επιτροπής. Η διάταξη ακολουθεί την τροπολογία 151 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 30 παράγραφος 1 Η κοινή θέση προβλέπει ότι οι απαιτήσεις διαφάνειας μετά τη διαπραγμάτευση για τους ΠΜΔ δεν εφαρμόζονται εάν οι συναλλαγές δημοσιοποιούνται με τα συστήματα μιας ρυθμιζόμενης αγοράς. Η διάταξη ενσωματώνει την τροπολογία 95 του Κοινοβουλίου. κεφαλαιο III - δικαιωματα των επιχειρησεων επενδυσεων Άρθρο 34 παράγραφος 1 Το άρθρο αυτό αφορά το δικαίωμα των επιχειρήσεων επενδύσεων να έχουν πρόσβαση σε συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού και να επιλέγουν το σύστημα εκκαθάρισης των συναλλαγών τους. Στην κοινή θέση, ο όρος «δυνατότητα» που χρησιμοποιείται στην πρόταση της Επιτροπής αντικαταστάθηκε από τον όρο «δικαίωμα», σύμφωνα με την τροπολογία 99 του Κοινοβουλίου. Τίτλος III - Ρυθμιζόμενες αγορές Άρθρο 36 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο Η κοινή θέση προσθέτει ένα νέο εδάφιο προκειμένου να αποσαφηνιστούν οι υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία στις περιπτώσεις στις οποίες η ρυθμιζόμενη αγορά είναι νομικό πρόσωπο και ο διαχειριστής που τη διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται είναι άλλος από την ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά. Αντικατοπτρίζει τις τροπολογίες 11, 158 και, εν μέρει, 80 και 112 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 36 παράγραφος 1 τέταρτο εδάφιο Η κοινή θέση προσθέτει ένα νέο εδάφιο, το οποίο αντικαθιστά το άρθρο 33 παράγραφος 4 της αρχικής πρότασης της Επιτροπής. Σύμφωνα με τη νέα διατύπωση, ο διαχειριστής της αγοράς ευθύνεται για την παροχή όλων των πληροφοριών, περιλαμβανομένου του προγράμματος δραστηριοτήτων στο οποίο εκτίθενται μεταξύ άλλων οι επιχειρηματικές δραστηριότητες που σχεδιάζονται και η οργανωτική δομή της αγοράς, τις οποίες χρειάζεται η αρμόδια αρχή για να βεβαιωθεί ότι η ρυθμιζόμενη αγορά έχει θεσπίσει, κατά την αρχική αδειοδότησή της, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των διατάξεων του Τίτλου ΙΙΙ. Κατά συνέπεια, ο διαχειριστής αγοράς θα είναι επίσης υπεύθυνος για τη γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή κάθε σχεδιαζόμενης μεταβολής στους όρους ή στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων της ρυθμιζόμενης αγοράς. Η παράγραφος αυτή λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 103 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 36 παράγραφος 2 Η παράγραφος αυτή αναδιατυπώθηκε στην κοινή θέση προκειμένου να επιβληθεί στους διαχειριστές αγοράς υποχρέωση να εκτελούν καθήκοντα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς. Ενσωματώνει την τροπολογία 101 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 39 σημείο (δ) Η κοινή θέση απλουστεύει τις απαιτήσεις για τους κανόνες και τις διαδικασίες διεξαγωγής των συναλλαγών, σύμφωνα με το στόχο της τροπολογίας 108 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 40 παράγραφος 1 Αναδιατυπώθηκαν οι κανόνες την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων σε διαπραγμάτευση, σύμφωνα με την τροπολογία 109 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 40 παράγραφος 5 Η παράγραφος αυτή απαιτεί από τη ρυθμιζόμενη αγορά να ενημερώνει τον εκδότη για το γεγονός ότι οι κινητές του αξίες διαπραγματεύονται στη ρυθμιζόμενη αγορά. Απαιτεί επίσης τη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις της οδηγίας για το ενημερωτικό δελτίο. Αντικατοπτρίζει το πνεύμα της τροπολογίας 112 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 40 παράγραφος 6 στοιχείο γ) Η διάταξη αυτή ορίζει ότι τα μέτρα που θεσπίζονται με τη διαδικασία της επιτροπολογίας αποσαφηνίζουν τους μηχανισμούς που πρέπει να εισαγάγει η ρυθμιζόμενη αγορά για να διευκολύνει την πρόσβαση των μελών στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται με τις προϋποθέσεις που ορίζει το κοινοτικό δίκαιο. Λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 114 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 42 Το άρθρο 39 παράγραφος 2 της πρότασης της Επιτροπής (πρόσβαση σε ρυθμιζόμενες αγορές) τροποποιήθηκε στην κοινή θέση. Ο περιορισμός της πρόσβασης σε ρυθμιζόμενες αγορές μόνο στους επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους καταργήθηκε. Η κοινή θέση προβλέπει πιο ευέλικτο καθεστώς πρόσβασης στις ρυθμιζόμενες αγορές. Λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 116 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 43 παράγραφος 2 Η κοινή θέση επιφέρει ορισμένες αλλαγές στην αρχική πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις των διαχειριστών ρυθμιζόμενων αγορών, οι οποίοι υποχρεούνται να αναφέρουν στην αρμόδια αρχή της ρυθμιζόμενης αγοράς κάθε σημαντική παράβαση των κανόνων τους και κάθε περίπτωση ανώμαλων συνθηκών συναλλαγών που ενδέχεται να συνιστούν κατάχρηση αγοράς. Οι διαχειριστές αγοράς δεν θα υποχρεούνται να παρέχουν διευκρινίσεις για ήσσονος σημασίας παραβάσεις. Η τροποποίηση λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 117 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 44 Το άρθρο αυτό ορίζει τις προδιαπραγματευτικές απαιτήσεις διαφάνειας για τις ρυθμιζόμενες αγορές. Η παράγραφος 3, η οποία είναι μια διάταξη επιτροπολογίας, λαμβάνει υπόψη την τροπολογία αριθ. 118 του Κοινοβουλίου και προβλέπει ότι τα εκτελεστικά μέτρα πρέπει να διευκρινίζουν το μέγεθος ή το είδος των εντολών που μπορούν να εξαιρεθούν από την υποχρέωση δημοσιοποίησης πριν τη διαπραγμάτευση. Τίτλος V - Τελικές διατάξεις Άρθρο 67 παράγραφος 3 Το άρθρο αυτό τροποποιεί την οδηγία 93/6/ΕΟΚ όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τις εγγυήσεις που απαιτούνται από ορισμένες επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια μόνο να παρέχουν επενδυτικές συμβουλές και/ή να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν εντολές επενδυτών χωρίς, και στις δύο περιπτώσεις, να κατέχουν χρήματα ή κινητές αξίες που ανήκουν στους πελάτες τους, και οι οποίες για το λόγο αυτό δεν μπορούν σε καμία χρονική στιγμή να είναι οφειλέτες των πελατών τους. Τα πρόσωπα αυτά θα μπορούν να επιλέγουν είτε τη σύσταση ελάχιστων κεφαλαίων, είτε τη σύναψη ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης, είτε συνδυασμό των δύο. Ακολουθεί τις τροπολογίες 134 και, εν μέρει, 136 του Κοινοβουλίου. Με την καθιέρωση ειδικού καθεστώτος για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν τις ανωτέρω υπηρεσίες και ταυτόχρονα ασκούν δραστηριότητα ασφαλιστικής διαμεσολάβησης, η νέα διάταξη αναγνωρίζει έμμεσα ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων μπορούν να ασκούν σωρευτικά τις δύο δραστηριότητες. Η διάταξη είναι σύμφωνη με το πνεύμα της τροπολογίας 133 του Κοινοβουλίου. Άρθρο 68 Το άρθρο αυτό προσθέτει μια νέα παράγραφο στο Παράρτημα Ι της οδηγίας 2000/12/ΕΚ, σύμφωνα με την οποία οι υπηρεσίες και δραστηριότητες που προβλέπονται στην οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες, όταν αναφέρονται στα χρηματοπιστωτικά μέσα που καλύπτονται από αυτήν, υπόκεινται επίσης σε αμοιβαία αναγνώριση σύμφωνα με την τραπεζική οδηγία. Κατά συνέπεια, το διαβατήριο που χορηγείται στα πιστωτικά ιδρύματα βάσει της τραπεζικής οδηγίας μπορεί επίσης να καλύπτει τις υπηρεσίες και δραστηριότητες που ρυθμίζονται από την οδηγία για τις επενδυτικές υπηρεσίες. Το άρθρο λαμβάνει υπόψη την τροπολογία 135 του Κοινοβουλίου. 3.2.2. Τροπολογίες που αποδέχθηκε η Επιτροπή αλλά δεν ενσωματώθηκαν στην κοινή θέση Τροπολογία 20 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να αποσαφηνίσει ότι η υπηρεσία εκτέλεσης εντολών περιλαμβάνει την εκτέλεση για λογαριασμό πελατών σε ρυθμιζόμενη αγορά, σε ΠΜΔ ή σε οποιαδήποτε άλλο συγκρίσιμο σύστημα τρίτης χώρας. Παρόλο που η κοινή θέση του Συμβουλίου δεν ενσωματώνει κατά γράμμα την τροπολογία 20, η Επιτροπή εκτιμά ότι η σημερινή διατύπωση είναι επαρκώς γενική και ευέλικτη. Τροπολογία 62 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή διευκρινίζει ότι η βέλτιστη εκτέλεση λαμβάνει υπόψη τον όγκο και τη φύση των εντολών, καθώς και τη φύση του πελάτη. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η κοινή θέση είναι ωστόσο αποδεκτή, εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 6 στοιχείο α), οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αποτελούν στοιχεία της έννοιας της βέλτιστης εκτέλεσης, θα ληφθούν υπόψη στα μέτρα εφαρμογής των απαιτήσεων βέλτιστης εκτέλεσης. Τροπολογία 68 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να καταστήσει πιο ευέλικτο τον κανόνα του "χρόνου λήψης" της εντολής, με την προσθήκη ρητής αναφοράς στην πολιτική ομαδοποίησης των εντολών του πελάτη ή στη συναίνεση του. Η Επιτροπή συμφωνεί με τη σκοπιμότητα μιας αναφοράς στη πολιτική ομαδοποίησης των εντολών, η οποία αντικατοπτρίζει τις τρέχουσες πρακτικές στην αγορά. Παρόλο που η κοινή θέση του Συμβουλίου δεν περιέχει παρόμοια ρητή αναφορά, η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή μπορεί να τεθεί σε εφαρμογή με τα εκτελεστικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 22 παράγραφος 3 στοιχείο α). Τροπολογία 74 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να επιφέρει ορισμένες αλλαγές στο καθεστώς του συνδεδεμένου αντιπροσώπου. Επιτρέπει ιδίως στις επιχειρήσεις επενδύσεων να διορίζουν απευθείας αντιπρόσωπο. Η κοινή θέση προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν τη δυνατότητα αυτή στις επιχειρήσεις επενδύσεων. Η Επιτροπή εκτιμά ότι είναι προτιμότερο να δοθεί στα κράτη μέλη δυνατότητα να αναγνωρίσουν ή όχι αυτή τη δραστηριότητα στο έδαφός τους - και να θεσπίσουν εθνικούς κανόνες και πρακτικές για τη ρύθμισή της εάν το επιθυμούν - παρά να δοθεί σε κάθε μεμονωμένη επιχείρηση η ευχέρεια της επιλογής αυτής. Όσον αφορά την παράγραφο 2 της τροπολογίας, η Επιτροπή εκτιμά ότι δεν είναι αναγκαίο να γίνει η τροποποίηση αυτή στο άρθρο 23, εφόσον οι απαιτήσεις εγγυήσεων καλύπτονται επαρκώς στο άρθρο 67, το οποίο αφορά το θέμα αυτό. Ως προς την παράγραφο 7, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι απαιτήσεις της παρούσας πρότασης είναι ήδη ευθυγραμμισμένες με εκείνες που προβλέπονται από την οδηγία για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση. Δεν είναι συνεπώς αναγκαίο να περιληφθεί στην κοινή θέση ρητή αναφορά στην οδηγία αυτή. Τροπολογία 87 του Κοινοβουλίου Σύμφωνα με την τροπολογία αυτή, η υποχρέωση προδιαπραγματευτικής διαφάνειας δεν πρέπει να εφαρμόζεται στους συστηματικούς εσωτερικοποιητές που δεν είναι σημαντικοί πάροχοι ρευστότητας για τις σχετικές μετοχές σε τακτική ή συνεχή βάση. Η κοινή θέση δεν περιλαμβάνει παρόμοια διάταξη. Παρόλο που η έλλειψή της δεν επηρεάζει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της υποχρέωσης διαφάνειας, η Επιτροπή εκτιμά ότι θα ήταν χρήσιμο, για την αποτελεσματικότητα της αγοράς, να διερευνηθεί η δυνατότητα να ληφθεί υπόψη το πνεύμα της τροπολογίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τροπολογία 89 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή προβλέπει την προσφυγή στην επιτροπολογία για τον ορισμό της έννοιας της συναλλαγής συνήθους όγκου. Η κοινή θέση χρησιμοποιεί τον όρο "συναλλαγές συνήθους όγκου στην αγορά". Η Επιτροπή συμφωνεί ότι είναι αναγκαία η διαδικασία επιτροπολογίας για τον ορισμό της έννοιας αυτής (συναλλαγή συνήθους όγκου), εάν αυτή χρησιμοποιηθεί στην οδηγία. Τροπολογία 92 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να διευκρινίσει ότι όταν οι πληροφορίες που συνδέονται με μια συναλλαγή δεν είναι χρήσιμες ή είναι ελάχιστα χρήσιμες, δεν πρέπει να γνωστοποιούνται. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το πνεύμα της τροπολογίας αυτής έχει ήδη ενσωματωθεί στο κείμενο της οδηγίας. Λαμβάνει ιδίως έμμεσα υπόψη στις διατάξεις περί επιτροπολογίας του άρθρου 28. Τροπολογία 96 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να καταργήσει την υποχρέωση που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις επενδύσεων να αναμένουν τη γνωστοποίηση από το κράτος μέλος καταγωγής στο κράτος μέλος υποδοχής προτού ασκήσουν το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Σύμφωνα με την κοινή θέση, οι επιχειρήσεις επενδύσεων δεν μπορούν να αρχίσουν τις δραστηριότητές τους παρά μόνο μετά τη γνωστοποίηση αυτή. Η Επιτροπή συμφωνεί επίσης ότι η προσέγγιση της κοινής θέσης είναι σύμφωνη με την οδηγία για την ασφάλιση ζωής. Τροπολογία 97 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να εξαιρέσει τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων από την εφαρμογή των κανόνων της χώρας υποδοχής. Σύμφωνα με την κοινή θέση, τα πιστωτικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις επενδύσεων θα υπόκεινται στους ίδιους κανόνες κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων μέσω υποκαταστημάτων. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η προσέγγιση αυτή θα εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των επιχειρήσεων. Τροπολογία 111 του Κοινοβουλίου Το πρώτο εδάφιο της τροπολογίας προτείνει μια προσαρμογή της διατύπωσης προκειμένου να αποσαφηνιστεί το πεδίο της υποχρέωσης που επιβάλλεται στις ρυθμιζόμενες αγορές ως προς την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων σε διαπραγμάτευση. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η ουσία της τροπολογίας, η οποία προτείνει απλώς μια εναλλακτική διατύπωση, λαμβάνεται ήδη υπόψη εν μέρει στο άρθρο 40 παράγραφος 3. Τροπολογία 121 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να αποφύγει τους περιορισμούς στη χρησιμοποίηση από ρυθμιζόμενες αγορές συστημάτων εκκαθάρισης τρίτων χωρών. Η Επιτροπή εκτιμά ότι το θέμα αυτό είναι σημαντικό. Λαμβανομένου ωστόσο υπόψη του γεγονότος ότι θα αναληφθούν σύντομα ειδικές πρωτοβουλίες στον τομέα της εκκαθάρισης και του διακανονισμού, η Επιτροπή εκτιμά ότι μπορεί να αποδεχθεί την κοινή θέση στο θέμα αυτό. Τροπολογία 123 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αποσκοπεί να εξασφαλίσει τη συνεργασία μεταξύ των εξωδικαστικών μηχανισμών αντιμετώπισης των καταγγελιών επενδυτών κατά τρόπο που να επιτρέπει τον εντοπισμό, την ανταλλαγή και την ενθάρρυνση των βέλτιστων πρακτικών. Η Επιτροπή συμφωνεί με την προσέγγιση αυτή, η οποία δεν λήφθηκε υπόψη στην κοινή θέση του Συμβουλίου. Ωστόσο, η προσέγγιση που υιοθέτησε το Συμβούλιο είναι σύμφωνη με εκείνη που ακολουθείται σε άλλες οδηγίες στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών. Τροπολογία 125 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία υπογραμμίζει ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δεν πρέπει να παρεμβαίνουν παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Η Επιτροπή εκτιμά ότι παρόλο που η τροπολογία δεν ενσωματώθηκε στην κοινή θέση, το κείμενο της εξασφαλίζει ότι στην πράξη οι παρεμβάσεις αυτές θα έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα. Τροπολογία 126 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή ορίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον αντίκτυπο των εκτελεστικών μέτρων στους συμμετέχοντες στην αγορά και να μεριμνά ώστε τα μέτρα αυτά να είναι ανάλογα προς τους επιδιωκόμενους στόχους. Η Επιτροπή θα είχε ενσωματώσει την τροπολογία αυτή σε αιτιολογική σκέψη, ως υπενθύμιση μιας γενικά αποδεκτής αρχής που διέπει τη νομοθετική δραστηριότητα των οργάνων της ΕΕ, αλλά όχι στο κείμενο της οδηγίας. Συνεπώς, η παράλειψη αυτής της αιτιολογικής σκέψης δεν αλλοιώνει την ουσία της οδηγίας. Τροπολογία 129 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή προτείνει να παραταθεί σε πέντε έτη η προθεσμία για την υποβολή από την Επιτροπή έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με μια σειρά θεμάτων. Η κοινή θέση του Συμβουλίου ορίζει προθεσμία 30 μηνών. Για να εξασφαλιστεί η καλύτερη παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των διατάξεων της οδηγίας, η Επιτροπή συμφωνεί επίσης με την προθεσμία αυτή. Τροπολογία 140 του Κοινοβουλίου Η τροπολογία αυτή αποσκοπεί να περιλάβει τα φιλανθρωπικά ιδρύματα στον κατάλογο των δυνητικών επαγγελματιών επενδυτών. Η Επιτροπή εκτιμά ότι τα φιλανθρωπικά ιδρύματα, εφόσον κατέχουν και επενδύουν σημαντικά κεφάλαια, θα περιλαμβάνονται συνήθως στην κατηγορία των πελατών που, σύμφωνα με το σημείο 2 του παραρτήματος ΙΙ, μπορούν να αντιμετωπίζονται ως επαγγελματίες πελάτες εφόσον το ζητήσουν. Η λύση αυτή καθιερώνει ένα πιο ευέλικτο καθεστώς από εκείνο που προτείνεται στην τροπολογία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Άλλες τροπολογίες Στην κοινή θέση δεν ενσωματώθηκε μια σειρά τροπολογιών που είχε αποδεχθεί η Επιτροπή, εν όλω ή εν μέρει. Ορισμένες από τις τροπολογίες αυτές παρείχαν διευκρινίσεις ή επεξηγήσεις, ή επέφεραν βελτιώσεις ουσίας ή διατύπωσης στο κείμενο. Παρόλο που η Επιτροπή θα προτιμούσε να ενσωματωθούν οι βελτιώσεις αυτές στο κείμενο της οδηγίας, είναι ωστόσο σε θέση να αποδεχθεί την κοινή θέση εφόσον και τα τρία κείμενα, δηλαδή η αρχική πρόταση της Επιτροπής, οι τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η κοινή θέση του Συμβουλίου, ακολουθούν τις ίδιες γενικές γραμμές. Πρόκειται για τις τροπολογίες 2, 56, 110, 115, 124, 139, 143 και 144. Ομοίως, οι τροπολογίες 7 και 8 δεν ενσωματώθηκαν κατά γράμμα στην κοινή θέση. Αποσκοπούσαν να τροποποιήσουν τις αιτιολογικές σκέψεις 21 και 24, αντίστοιχα, οι οποίες τελικά διαγράφηκαν από το κείμενο της κοινής θέσης διότι αποτελούσαν περιττές επαναλήψεις άρθρων της οδηγίας. Ωστόσο, η ουσία του κειμένου δεν επηρεάζεται εφόσον οι παράλληλες τροπολογίες (44 και 53) στα άρθρα 14 παράγραφος 4 και 19 παράγραφος 4 της οδηγίας περιλήφθηκαν στην κοινή θέση. Η Επιτροπή εκτιμά συνεπώς ότι η κοινή θέση λαμβάνει υπόψη το πνεύμα των τροπολογιών 7 και 8. Η τροπολογία 26 δεν ενσωματώθηκε. Αφορά τον ορισμό της "ελεύθερης εντολής" ο οποίος διαγράφηκε. 3.3. Νέες διατάξεις που εισήγαγε το Συμβούλιο Στην κοινή θέση εισάγονται μια σειρά νέων στοιχείων σε σύγκριση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής και τις τροπολογίες που πρότεινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στην πλειοψηφία τους, τα νέα στοιχεία συμπληρώνουν ή αποσαφηνίζουν το κείμενο της αρχικής πρότασης ή το προσαρμόζουν προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα διάφορα είδη μέσων, υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που καλύπτονται από την οδηγία. Οι κυριότερες νέες διατάξεις περιγράφονται στις λεπτομερείς παρατηρήσεις που ακολουθούν. Οι παρατηρήσεις αυτές δεν αναφέρονται στις αλλαγές που επέφερε το Συμβούλιο στην εσωτερική μόνο δομή του κειμένου, όπως ορισμένα μέρη των τροποποιήσεων στα άρθρα 4, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 48 και 49. Η κοινή θέση είναι γενικά σύμφωνη με την πρόταση της Επιτροπής και οι νέες διατάξεις που εισήγαγε το Συμβούλιο δεν αλλοιώνουν την ουσία της. Αιτιολογικές σκέψεις Οι αιτιολογικές σκέψεις τροποποιήθηκαν σύμφωνα με τις αλλαγές που έγιναν στις αντίστοιχες διατάξεις της οδηγίας. Αιτιολογική σκέψη 16 Διευκρινίζεται ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο πρέπει να συμμορφώνεται συνεχώς με τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 2 για να επωφεληθεί από τις εξαιρέσεις που προβλέπει η οδηγία. Αιτιολογική σκέψη 19 Αποσαφηνίζει ότι επιχειρήσεις επενδύσεων που παρέχουν σε μη τακτική βάση μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες που δεν καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που τους έχει χορηγηθεί, ή που ασκούν σε μη τακτική βάση μία ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας τους, δεν υποχρεούνται να λάβουν συμπληρωματική άδεια. Αιτιολογική σκέψη 20 Σε σχέση με την έννοια της "λήψης και διαβίβασης εντολών", η κοινή θέση εισήγαγε μια αιτιολογική σκέψη προκειμένου να αποσαφηνιστεί ότι η έννοια αυτή καλύπτει επίσης τη διευκόλυνση της συνάντησης δύο επενδυτών κατά τρόπο που επιτρέπει την πραγματοποίηση μιας συναλλαγής μεταξύ τους. Αιτιολογική σκέψη 26 Η νέα αυτή αιτιολογική σκέψη αφορά το άρθρο 13 παράγραφοι 7 και 8. Διευκρινίζει ότι όταν ένας πελάτης, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και ιδίως με την οδηγία για τις χρηματοοικονομικές ασφάλειες, μεταβιβάσει σε επιχείρηση επενδύσεων την πλήρη κυριότητα χρηματοπιστωτικών μέσων ή κεφαλαίων προκειμένου να εξασφαλίσει ή να καλύψει παρούσες ή μελλοντικές, πραγματικές, εξαρτώμενες από αβέβαια περιστατικά ή αναμενόμενες υποχρεώσεις του, τα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή κεφάλαια πρέπει να θεωρούνται ως μη ανήκοντα πλέον στον πελάτη. Αιτιολογική σκέψη 29 Το Συμβούλιο εισήγαγε αυτή τη νέα αιτιολογική σκέψη, η οποία αφορά το άρθρο 19 παράγραφος 6, προκειμένου να αποσαφηνίσει μια από τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η επιχείρηση μπορεί να μην προβεί σε εκτίμηση της καταλληλότητας της παρεχόμενης υπηρεσίας για έναν πελάτη ή δυνητικό πελάτη. Αιτιολογική σκέψη 33 Το κείμενο της κοινής θέσης περιλαμβάνει μια αιτιολογική σκέψη σχετικά με την ανάγκη κατάργησης των εμποδίων στην ενοποίηση των πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και στη δημοσίευσή τους, προκειμένου να εξασφαλιστούν συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού και να επιτραπεί στους επενδυτές να συγκρίνουν τις τιμές των διαφόρων φορέων συναλλαγών. Αιτιολογική σκέψη 34 Αυτή η αιτιολογική σκέψη αποσαφηνίζει ότι η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να ζητά από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να εκφράζει τη συναίνεσή του σχετικά με την πολιτική εκτέλεσης εντολών και, ταυτόχρονα, σχετικά με τη δυνατότητα εκτέλεσης των εντολών του εκτός ρυθμιζόμενων αγορών ή ΠΜΔ. Αιτιολογική σκέψη 35 Αυτή η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες για λογαριασμό δύο ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων, όταν εμπίπτουν στον ορισμό της παρούσας οδηγίας, δεν πρέπει να θεωρούνται συνδεδεμένοι αντιπρόσωποι, αλλά επιχειρήσεις επενδύσεων πλην ορισμένων προσώπων που μπορούν να εξαιρούνται. Αιτιολογική σκέψη 38 Σύμφωνα με την προσέγγιση που ακολουθείται για τις επιχειρήσεις επενδύσεων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πρέπει να εγγράφουν στα μητρώα μόνο τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους που προτίθενται να ασκήσουν το σύνολο ή μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων τους στο έδαφός τους. Αιτιολογική σκέψη 39 Αυτή η αιτιολογική σκέψη συνδέεται με τις αλλαγές που έγιναν στο άρθρο 24 και προβλέπει ότι οι επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να θεωρείται ότι ενεργούν ως πελάτες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η τροποποίηση αυτή ήταν αναγκαία προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που επιφέρει η κοινή θέση στο πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος του επιλέξιμου αντισυμβαλλομένου. Αιτιολογική σκέψη 41 Αυτή η αιτιολογική σκέψη αφορά το νέο άρθρο 24 παράγραφος 1 και εξηγεί ότι η υποχρέωση δημοσιοποίησης οριακών εντολών πελατών πρέπει να ισχύει μόνο όταν ο αντισυμβαλλόμενος στέλνει ρητώς στην επιχείρηση επενδύσεων οριακή εντολή προς εκτέλεση. Αιτιολογική σκέψη 42 Προστέθηκε μια νέα αιτιολογική σκέψη προκειμένου να υπενθυμιστεί ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να προστατεύουν το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής των φυσικών προσώπων. Αιτιολογική σκέψη 44 Αυτή η αιτιολογική σκέψη εξηγεί τις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν σε χρηματοπιστωτικά μέσα άλλα από τις μετοχές τις υποχρεώσεις διαφάνειας πριν και μετά τη διαπραγμάτευση που προβλέπονται από την οδηγία. Αιτιολογική σκέψη 47 Αυτή η αιτιολογική σκέψη επεξηγεί το πεδίο εφαρμογής της έγκρισης που χορηγείται στις ρυθμιζόμενες αγορές. Παρέχει επίσης συμπληρωματικές εξηγήσεις για τις συναλλαγές που πρέπει να θεωρούνται ότι καταρτίζονται εντός του συστήματος της ρυθμιζόμενης αγοράς. Αιτιολογική σκέψη 49 Αυτή η αιτιολογική σκέψη διευκρινίζει ότι οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που οφείλουν να πληρούν οι ρυθμιζόμενες αγορές προκειμένου να τους δοθεί άδεια λειτουργίας βάσει της οδηγίας θα καθοριστούν με την αναθεώρηση της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ και όχι με τη διαδικασία της επιτροπολογίας όπως προβλεπόταν αρχικά στην πρόταση της Επιτροπής. Αιτιολογική σκέψη 52 Προστέθηκε μια νέα φράση για να υπενθυμιστεί (μια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί με αιτιολογική σκέψη) ότι τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν κατάλληλη χρηματοδότηση της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο. Αιτιολογική σκέψη 56 Αυτή η αιτιολογική σκέψη υπενθυμίζει ότι η ανταλλαγή ή διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών, άλλων αρχών, οργάνων ή προσώπων πρέπει να είναι σύμφωνη με τους κανόνες διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς τρίτες χώρες, όπως αυτοί ορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ. Άρθρα Τίτλος I - Ορισμοί και πεδίο εφαρμογής Άρθρο 2 Η κοινή θέση προσέθεσε μια νέα εξαίρεση στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο ι) για τα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών. Άρθρο 4 Ο ορισμός της επενδυτικής συμβουλής (άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 4)) συμπληρώθηκε προκειμένου να διευκρινιστεί ότι αυτή η υπηρεσία μπορεί να παρέχεται είτε μετά από αίτηση του πελάτη είτε με πρωτοβουλία της επιχείρησης επενδύσεων. Η κοινή θέση εισάγει επίσης ένα νέο ορισμό του "ειδικού διαπραγματευτή" (άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 8)) προκειμένου να οριοθετηθεί ορθά το πεδίο εφαρμογής των εξαιρέσεων. Ο ορισμός της διαχείρισης χαρτοφυλακίου (άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 9)), ο οποίος περιλαμβανόταν προηγουμένως στο Παράρτημα Ι, ενσωματώθηκε στο άρθρο αυτό. Ο ορισμός του κράτους μέλους υποδοχής (άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) συμπληρώθηκε προκειμένου να καλύψει τις ρυθμιζόμενες αγορές. Τίτλος II - Όροι για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία των επιχειρήσεων επενδύσεων κεφάλάιο I - οροι και διαδικασιες για τη χορηγηση αδειας λειτουργιας Στο άρθρο 9 (πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν την επιχείρηση), η κοινή θέση προσθέτει ένα νέο εδάφιο στην παράγραφο 1 προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή επανάληψη των διατυπώσεων όταν ο διαχειριστής ρυθμιζόμενης αγοράς ζητά άδεια λειτουργίας ΠΜΔ. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 10, η κοινή θέση αποσαφηνίζει τις λειτουργίες των αρμόδιων αρχών και η παράγραφος 4 τροποποιήθηκε ώστε να συμπεριληφθούν οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ. Στο άρθρο 14 (διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίηση των συναλλαγών σε ΠΜΔ), το Συμβούλιο διέγραψε τη διάταξη περί επιτροπολογίας, την οποία δεν θεώρησε αναγκαία. κεφάλαιο ΙΙ - οροι λειτουργιας των επιχειρησεων επενδυσεων Η κοινή θέση διέγραψε το άρθρο 17 της πρότασης της Επιτροπής (μόνιμες κεφαλαιακές απαιτήσεις), το οποίο θεωρήθηκε περιττό. Στο άρθρο 19, η κοινή θέση επέφερε τις ακόλουθες τροποποιήσεις: * νέα παράγραφος 5 σχετικά με τις υποχρεώσεις που πρέπει να αντλεί η επιχείρηση επενδύσεων όταν παρέχει υπηρεσίες άλλες από τις επενδυτικές συμβουλές ή τη διαχείριση χαρτοφυλακίου. Επιβάλλει επίσης στις επιχειρήσεις επενδύσεων την υποχρέωση να προειδοποιούν τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη εάν εκτιμούν, με βάση τις πληροφορίες που έχουν αντλήσει, ότι το προϊόν ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για αυτόν ή, εάν ο πελάτης δεν παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες ή παρέχει ελλιπείς πληροφορίες. * νέα παράγραφος 9, η οποία διευκρινίζει ότι η οι υποχρεώσεις του άρθρου 19 δεν ισχύουν εάν η επενδυτική υπηρεσία προσφέρεται ως μέρος χρηματοπιστωτικού προϊόντος που ήδη υπόκειται σε άλλες διατάξεις της κοινοτικής νομοθεσίας ή σε κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα για τα πιστωτικά ιδρύματα και την καταναλωτική πίστη όσον αφορά την αξιολόγηση κινδύνου των πελατών και/ή τις απαιτήσεις πληροφόρησης. Όσον αφορά τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους (άρθρο 23), η κοινή θέση προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στους συνδεδεμένους αντιπροσώπους που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα τους να κατέχουν χρήματα και/ή χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών για λογαριασμό και υπό την πλήρη ευθύνη της επιχείρησης επενδύσεων για την οποία ενεργούν. Σε περίπτωση διασυνοριακής πράξης, οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωπου που έχουν λάβει άδεια να διαχειρίζονται χρήματα και/ή χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τη δραστηριότητα αυτή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους μόνον εάν το κράτος αυτό επιτρέπει στους συνδεδεμένους αντιπροσώπους του να διαχειρίζονται χρήματα πελατών. Η κοινή θέση επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις στο άρθρο 24 (συναλλαγές με επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους). Το καθεστώς αυτό θα καλύπτει όχι μόνο την εκτέλεση των εντολών αλλά επίσης τη λήψη και διαβίβασή τους και τις παρεπόμενες υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα με αυτές τις συναλλαγές. Προβλέπεται επίσης ότι μόνον η παράγραφος 1 του άρθρου 22 δεν εφαρμόζεται στις συναλλαγές μεταξύ επιλέξιμων αντισυμβαλλομένων. Ορισμένα πρόσωπα θεωρήθηκαν αυτόματα επιλέξιμοι αντισυμβαλλόμενοι, όπως ιδίως οι ΟΣΕΚΑ, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι εταιρείες διαχείρισής τους, οι διαπραγματευτές σε μέσα εμπορευμάτων και οι εθνικές κυβερνήσεις. Το άρθρο αυτό περιλαμβάνει πλέον μια νέα παράγραφο 4, η οποία αφορά τις οντότητες τρίτων χωρών. Οι διατάξεις περί επιτροπολογίας είναι πιο ακριβείς και λαμβάνουν υπόψη της ανωτέρω τροποποιήσεις. Οι κυριότερες αλλαγές στο άρθρο 25 αφορούν την υποχρέωση αναφοράς των συναλλαγών. Οι συναλλαγές πρέπει να αναφέρονται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκτός από την περίπτωση των υποκαταστημάτων, στην οποία, σύμφωνα με το άρθρο 32 παράγραφος 7, οι αναφορές πρέπει να υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής. Η αρχή αυτή διαβιβάζει τις πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της επιχείρησης επενδύσεων, εκτός εάν οι αρχές αυτές δεν επιθυμούν να λάβουν τις πληροφορίες αυτές. Οι άλλες αλλαγές αφορούν την υποχρέωση των αρμόδιων αρχών να θεσπίζουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι τις πληροφορίες αυτές λαμβάνει και η αρμόδια αρχή της αγοράς που επηρεάζεται περισσότερο ως προς τη ρευστότητα των συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων. Το άρθρο 26 αναδιατυπώθηκε για να διευκρινιστεί ότι οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι διαχειριστές αγοράς που εκμεταλλεύονται ένα ΠΜΔ οφείλουν να αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τις σημαντικές παραβάσεις των κανόνων τους, τις ανώμαλες συνθήκες διαπραγμάτευσης ή τις συμπεριφορές που μπορούν να συνιστούν κατάχρηση αγοράς. Η διάταξη περί εκτελεστικών μέτρων διαγράφηκε. Το άρθρο 27 προβλέπει ότι για τις συναλλαγές με επαγγελματίες επενδυτές, οι εντολές μπορούν να εκτελούνται σε τιμή καλύτερη από την ανακοινωθείσα, υπό τον όρο όμως ότι η καλύτερη τιμή εμπίπτει εντός ενός δημοσιευμένου εύρους και ότι η επιχείρηση επενδύσεων συμμορφώνεται με τους όρους του άρθρου αυτού. Στο άρθρο 28 (πληροφορίες που πρέπει να ανακοινώνουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων μετά τη διαπραγμάτευση), οι κυριότερες αλλαγές είναι η εισαγωγή του όρου "κατ' ελάχιστον" ώστε να καθίσταται σαφής η φύση της διάταξης αυτής ως ελάχιστο μέτρο (το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να καταστήσουν αυστηρότερο) και η αντικατάσταση του όρου "αμέσως" με τον όρο "όσο το δυνατόν πλησιέστερα στον πραγματικό χρόνο", προκειμένου να αυξηθούν τα περιθώρια ελιγμού των επιχειρήσεων. Τα άρθρα 29 και 30 σχετικά με τις απαιτήσεις διαφάνειας πριν και μετά τη διαπραγμάτευση για τους ΠΜΔ ευθυγραμμίστηκαν με τα άρθρα 44 και 45 (απαιτήσεις διαφάνειας για τις ρυθμιζόμενες αγορές). Το Συμβούλιο εισήγαγε επίσης μια διάταξη επιτροπολογίας η οποία αποσαφηνίζει ότι, εκτός εάν αυτό δικαιολογείται από την ειδική φύση του ΠΜΔ, το περιεχόμενο αυτών των εκτελεστικών μέτρων πρέπει να είναι ισοδύναμο με εκείνο των εκτελεστικών μέτρων που προβλέπονται από τα άρθρα 44 και 45, αντίστοιχα, για τις ρυθμιζόμενες αγορές. Η τροπολογία 95 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενσωματώθηκε πλήρως στην κοινή θέση και η τροπολογία 94 περιλήφθηκε εν μέρει. κεφαλαιο III - δικαιωματα των επιχειρησεων επενδυσεων Το Κεφάλαιο III ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό την προσέγγιση της πρότασης της Επιτροπής. Τα άρθρα 31 και 32 για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και την εγκατάσταση υποκαταστήματος αναφέρουν σαφώς ότι οι παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχονται μόνο σε συνδυασμό με μια επενδυτική υπηρεσία και/ή δραστηριότητα. Και τα δύο άρθρα περιλαμβάνουν επίσης μια νέα παράγραφο που υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής να ανακοινώνουν την ταυτότητα των συνδεδεμένων αντιπροσώπων εάν αυτή ζητηθεί από τις αρχές της χώρας υποδοχής. Στο άρθρο 31 προστέθηκε μια νέα παράγραφος η οποία υποχρεώνει τις επιχειρήσεις επενδύσεων ή τους διαχειριστές αγοράς να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του κράτους καταγωγής όταν προτίθενται να επιτρέψουν σε χρήστες εγκατεστημένους σε κράτος μέλος υποδοχής να έχουν πρόσβαση και να χρησιμοποιούν τα συστήματά τους. Στο άρθρο 32, η κυριότερη τροποποίηση στην πρόταση της Επιτροπής είναι η διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 32 παράγραφος 7 ώστε να καλυφθούν τα άρθρα 21, 22, 25, 27 και 28, καθώς και η αποσαφήνιση ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής του υποκαταστήματος αναλαμβάνουν ευθύνη μόνο για τις υπηρεσίες που παρέχονται από το υποκατάστημα στο έδαφός του κράτους αυτού. Την ευθύνη για τις υπηρεσίες που παρέχουν τα υποκαταστήματα εκτός του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το υποκατάστημα διατηρεί το κράτος μέλος καταγωγής. Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται τόσο στις επιχειρήσεις επενδύσεων όσο και στα πιστωτικά ιδρύματα. Στο άρθρο 33 το Συμβούλιο διέγραψε την αναφορά στην έμμεση πρόσβαση, η οποία δεν ήταν αναγκαία. Διέγραψε επίσης την παράγραφο 3, η οποία ήταν μια επανάληψη του άρθρου 42 παράγραφος 1. Στο άρθρο 34 η κυριότερη τροποποίηση αφορά την αντικατάσταση του όρου "δυνατότητα" με τον όρο "δικαίωμα" προκειμένου να αυξηθεί το περιθώριο ελιγμού των επιχειρήσεων επενδύσεων. Το άρθρο αυτό περιέχει μια νέα παράγραφο που διευκρινίζει τις αρμοδιότητες των κεντρικών τραπεζών και των άλλων εποπτικών αρχών όσον αφορά την επίβλεψη των συστημάτων διακανονισμού. Η διάταξη για τη διαδικασία επιτροπολογίας διαγράφηκε για να αποφευχθούν οι επικαλύψεις με άλλα μελλοντικά μέτρα για τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού. Προστέθηκε ένα νέο άρθρο 35, το οποίο περιέχει διατάξεις για τα συστήματα κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκκαθάρισης και διακανονισμού για τους ΠΜΔ. Τίτλος III - Ρυθμιζόμενες αγορές Άρθρο 36 Η κοινή θέση ευθυγράμμισε το άρθρο αυτό, το οποίο αφορά την άδεια λειτουργίας και το εφαρμοστέο δίκαιο, με τις αντίστοιχες διατάξεις για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Αποσαφήνισε επίσης τη διάκριση ανάμεσα στον διαχειριστή της αγοράς και την αγορά. Άρθρο 37 Η κοινή θέση αναδιατύπωσε την πρόταση της Επιτροπής προκειμένου να αποσαφηνίσει τις απαιτήσεις για τη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς. Το θέμα των χρηματοοικονομικών πόρων εξετάζεται εφεξής στο άρθρο 39 στοιχείο στ). Το θέμα αυτό δεν θα ρυθμιστεί με τη διαδικασία της επιτροπολογίας αλλά με την αναθεώρηση της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ (οδηγία για την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων). Άρθρο 38 Η κοινή θέση αντικατέστησε τον όρο "πραγματικός έλεγχος της ρυθμιζόμενης αγοράς" που χρησιμοποιείται στην πρόταση της Επιτροπής με τον όρο "ουσιαστική επιρροή στη διαχείριση της ρυθμιζόμενης αγοράς". Στην παράγραφο 2, η κοινή θέση αναφέρεται πλέον στο διαχειριστή της ρυθμιζόμενης αγοράς και όχι στην ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά. Άρθρο 39 Η παράγραφος δ) αναδιατυπώθηκε και καταργεί την ανάγκη προηγούμενης έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές των κανόνων και διαδικασιών της ρυθμιζόμενης αγοράς. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, το άρθρο 39 περιλαμβάνει επίσης την απαίτηση για τους χρηματοοικονομικούς πόρους των ρυθμιζόμενων αγορών. Άρθρο 40 Η κοινή θέση κατάργησε την ανάγκη προηγούμενης έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές των κανόνων για την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων σε διαπραγμάτευση. Προσέθεσε επίσης στην παράγραφο 6 μια νέα περίπτωση σχετικά με τους μηχανισμούς που πρέπει να εισαγάγει η ρυθμιζόμενη αγορά για να διευκολύνει την πρόσβαση των μελών της ή των συμμετεχόντων στις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Άρθρο 41 Η κοινή θέση του Συμβουλίου προσέθεσε μια διάταξη η οποία ορίζει ότι όταν αρμόδια αρχή κράτους μέλους ζητά την αναστολή ή την απόσυρση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση, ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών, οι οποίες, με τη σειρά τους, απατούν την αναστολή ή την απόσυρση του χρηματοπιστωτικού μέσου από τη διαπραγμάτευση στις ρυθμιζόμενες αγορές ή τους ΠΜΔ που λειτουργούν στο έδαφός τους. Άρθρο 42 Στην παράγραφο 2, η κοινή θέση αντικατέστησε τον περιορισμό της πρόσβασης τις ρυθμιζόμενες αγορές σε επιλέξιμους αντισυμβαλλομένους, τον οποίο είχε προτείνει η Επιτροπή, με ένα πιο ευέλικτο καθεστώς. Κατάργησε επίσης τις περιττές αναφορές στα έμμεσα μέλη ή τους έμμεσους συμμετέχοντες. Προστέθηκε νέα παράγραφος σχετικά με τα συστήματα που εγκαθιστούν οι οργανωμένες αγορές στο έδαφος άλλων κρατών μελών. Η παράγραφος αυτή ακολουθεί την προσέγγιση που επιλέχθηκε για τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Άρθρο 43 Η κοινή θέση τροποποίησε το άρθρο αυτό, το οποίο αφορά τον έλεγχο της συμμόρφωσης με τους κανόνες των ρυθμιζόμενων αγορών και με άλλες νόμιμες υποχρεώσεις. Ο έλεγχος πρέπει εφεξής να επικεντρώνεται στη συμμόρφωση των μελών ή συμμετεχόντων και όχι στις συναλλαγές που πραγματοποιούν τα μέλη της ρυθμιζόμενης αγοράς. Το κείμενο τροποποιήθηκε προκειμένου να διευκρινιστεί ότι η αρμόδια αρχή για τη διερεύνηση και δίωξη των περιπτώσεων κατάχρησης αγοράς μπορεί να είναι διαφορετική από την αρχή που είναι αρμόδια για τη λειτουργία της ρυθμιζόμενης αγοράς. Το κείμενο της κοινής θέσης απαιτεί μόνο τη γνωστοποίηση στην αρμόδια αρχή των σημαντικών παραβάσεων των κανόνων. Άρθρα 44 και 45 Το κείμενο της κοινής θέσης επιτρέπει στις ρυθμιζόμενες αγορές να επιβάλλουν στους συστηματικούς εσωτερικοποιητές τέλη για την πρόσβαση στα συστήματα δημοσίευσης των τιμών τους. Το πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 2 του άρθρου 44 διευρύνθηκε και επιτρέπει την εξαίρεση από την υποχρέωση προδιαπραγματευτικής διαφάνειας ανάλογα με το μοντέλο αγοράς ή το είδος και τον όγκο των εντολών. Τροποποιήθηκε επίσης η παράγραφος 2 του άρθρου 45, η οποία επιτρέπει εφεξής την αναβολή της δημοσιοποίησης των λεπτομερειών των συναλλαγών ανάλογα με τον όγκο τους και το είδος τους. Η διάταξη για την επιτροπολογία απλουστεύθηκε. Άρθρο 46 Στο άρθρο αυτό, το οποίο περιέχει τις διατάξεις για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τα συστήματα εκκαθάρισης και διακανονισμού προστέθηκε μια νέα παράγραφος, όπως και στο άρθρο 35, για την αποφυγή των διπλών ελέγχων. Άρθρο 47 Λόγω της τροποποίησης που επέφερε το Συμβούλιο, η Επιτροπή υποχρεούται να ενημερώνει το δικτυακό της τόπο κάθε φορά που ένα κράτος μέλος ανακοινώνει αλλαγές στον κατάλογο των ρυθμιζόμενων αγορών του. Τίτλος IV - Αρμόδιες αρχές Ο Τίτλος IV αναδιαρθρώθηκε σε τρία κεφάλαια. Το πρώτο αφορά τον ορισμό, τις εξουσίες και τις διαδικασίες προσφυγής. Επιβάλλει επίσης στις αρμόδιες αρχές υποχρέωση συνεργασίας σε εθνικό επίπεδο και κανόνες επαγγελματικού απορρήτου. Το δεύτερο κεφάλαιο ορίζει τους κανόνες συνεργασίας μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών, περιλαμβανομένων των διατάξεων για τη διασυνοριακή συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών. Το τελευταίο κεφάλαιο περιέχει τις διατάξεις για τη συνεργασία με τρίτες χώρες. κεφαλαιο I - ορισμοσ, εξουσιες και διαδικασιεσ προσφυγησ Άρθρο 48 Η κοινή θέση αναδιατυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη διάταξη για τη μεταβίβαση καθηκόντων. Κάθε μεταβίβαση καθηκόντων σε οντότητες πλην των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο αυτό δεν πρέπει να συνεπάγεται ούτε την άσκηση δημόσιας εξουσίας, ούτε τη χρήση διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης. Άρθρο 49 Το άρθρο αυτό αντικαθιστά το άρθρο 45 παράγραφος 3 της πρότασης της Επιτροπής. Η υποχρέωση συνεργασίας επεκτάθηκε στις αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εποπτεία των συνταξιοδοτικών ταμείων, των ΟΣΕΚΑ και των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών διαμεσολαβητών. Άρθρο 50 Το Συμβούλιο ευθυγράμμισε το άρθρο αυτό με το άρθρο 12 της οδηγίας 2003/6/ΕΚ για τις πράξεις κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς. Προστέθηκε μια νέα εξουσία, το δικαίωμα των αρμόδιων αρχών να επιτρέπουν εξακριβώσεις ή έρευνες από ορκωτούς λογιστές ή εμπειρογνώμονες (στοιχείο (ιγ)), ως αναγκαίο συμπλήρωμα των εξουσιών και δικαιωμάτων που ορίζονται στην πρόταση της Επιτροπής. Η παράγραφος 2 του άρθρου 46 της πρότασης της Επιτροπής, σχετικά με τους πόρους που πρέπει να διαθέτουν οι αρμόδιες αρχές, αντικαταστάθηκε με μια νέα φράση στην αιτιολογική σκέψη 55, σύμφωνα με την οδηγία 2003/6/ΕΚ για τις πράξεις κατόχων εμπιστευτικών πληροφοριών και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς. Άρθρο 53 Τα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται πλέον να θεσπίζουν αποτελεσματικές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών και προσφυγής, αλλά να ενθαρρύνουν την τη θέσπισή τους. Άρθρο 54 Η κοινή θέση προσέθεσε τρεις νέες παραγράφους. Οι παράγραφοι 3 και 4 ρυθμίζουν τη χρήση των λαμβανόμενων εμπιστευτικών πληροφοριών. Η παράγραφος 3, η οποία επιβάλλει το επαγγελματικό απόρρητο, εμπνέεται σε μεγάλο βαθμό από το άρθρο 16 παράγραφος 2 τελευταίο εδάφιο της οδηγίας 2003/6/ΕΚ (κατάχρηση αγοράς). Η παράγραφος 4 διευκρινίζει, με πιο σαφή και συνεπή τρόπο από ό,τι στο άρθρο 54 της πρότασης της Επιτροπής, το βαθμό στον οποίο επιτρέπεται η διαβίβαση των πληροφοριών. Η διατύπωση προσαρμόστηκε στη νέα διάρθρωση, ιδίως το άρθρο 48 (τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν περισσότερες της μιας αρμόδιες αρχές) και το άρθρο 56 (τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ένα σημείο επικοινωνίας για τους σκοπούς της συνεργασίας και της ανταλλαγής πληροφοριών). Η παράγραφος 5 διευκρινίζει ότι το άρθρο 54 δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να ανταλλάσσουν ή να διαβιβάζουν, σύμφωνα με το εθνικό τους δίκαιο, εμπιστευτικές πληροφορίες που δεν έχουν ληφθεί από αρμοδία αρχή άλλου κράτους μέλους. κεφαλαιο II - συνεργασια μεταξυ αρμοδιων αρχων διαφορετικων κρατων μελων Άρθρο 56 Το Συμβούλιο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να ορίζουν μία μόνο αρμόδια αρχή ως ς σημείο επικοινωνίας για τη διευκόλυνση και επιτάχυνση της συνεργασίας, και ιδίως της ανταλλαγής πληροφοριών. Η νέα παράγραφος 2 υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής να συνεργάζονται σε περιπτώσεις στις οποίες η λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς που έχει δημιουργήσει μηχανισμούς σε κράτος μέλος υποδοχής έχει αποκτήσει ουσιώδη σημασία για τη λειτουργία της αγοράς κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής. Η νέα παράγραφος 5 προβλέπει τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων η λειτουργία ρυθμιζόμενης αγοράς σε κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να θεωρηθεί ουσιώδους σημασίας σε αυτό το κράτος μέλος. Το άρθρο 53 της πρότασης της Επιτροπής διαιρέθηκε σε δύο άρθρα, τα άρθρα 57 και 59, προκειμένου να καταστεί πιο σαφές το κείμενό του. Το άρθρο 57 επιτρέπει στην αρμόδια αρχή μιας ρυθμιζόμενης αγοράς να επικοινωνεί απευθείας στα εξ αποστάσεως μέλη της αγοράς. Το άρθρο 58 αναδιαρθρώθηκε. Αφορά πλέον μόνο την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών μέσω των σημείων επικοινωνίας. Η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει μέτρα εφαρμογής για τις διαδικασίες ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ αρμόδιων αρχών. Στο άρθρο 62, το Συμβούλιο διεύρυνε τις εξουσίες λήψης προληπτικών μέτρων των αρχών της χώρας υποδοχής όσον αφορά τα υποκαταστήματα, τις ρυθμιζόμενες αγορές και τα ΠΜΔ. κεφαλαιο III - συνεργασια με τριτεσ χωρεσ Άρθρο 63 Οι τροποποιήσεις στο άρθρο αυτό αντικατοπτρίζουν τη νέα διάρθρωση του Τίτλου IV. Τίτλος V - Τελικές διατάξεις Άρθρο 65 Στην παράγραφο 1, η κοινή θέση μειώνει σε δύο έτη την προθεσμία υποβολής της έκθεσης. Προστέθηκε μια νέα παράγραφος 2, η οποία υποχρεώνει την Επιτροπή να υποβάλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 27 (προδιαπραγματευτική διαφάνεια). Στην παράγραφο 3, η κοινή θέση ζητά από την Επιτροπή να υποβάλει επίσης έκθεση για τα ακόλουθα τρία θέματα: * καταλληλότητα των κανόνων για τον ορισμό συνδεδεμένων αντιπροσώπων για την παροχή/άσκηση επενδυτικών υπηρεσιών/δραστηριοτήτων, ιδίως όσον αφορά την εποπτεία των αντιπροσώπων αυτών. * σκοπιμότητα διατήρησης της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο (θ). Η νέα παράγραφος 4 απαιτεί από την Επιτροπή να υποβάλλει έκθεση σχετικά με την πρόοδο της άρσης των εμποδίων για την ενοποίηση των πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη δημοσίευσή τους. Σχετικά με το θέμα αυτό, υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με την αιτιολογική σκέψη 33 "προϋπόθεση του θεμιτού ανταγωνισμού είναι η δυνατότητα των συμμετεχόντων στην αγορά και των επενδυτών να συγκρίνουν τις τιμές που υποχρεούνται να ανακοινώνουν δημοσία οι φορείς συναλλαγών (δηλ. οι ρυθμιζόμενες αγορές, οι ΠΜΔ και οι ενδιάμεσοι). Προς τούτο, συνιστάται στα κράτη μέλη να άρουν κάθε τυχόν εμπόδιο που παρακωλύει την ενοποίηση των σχετικών πληροφοριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη δημοσίευσή τους." Η νέα παράγραφος 6 απαιτεί από την Επιτροπή να Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα διατήρησης των υποχρεώσεων ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης που επιβάλλονται στους ενδιάμεσους σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο." Με βάση τις εκθέσεις αυτές, η Επιτροπή μπορεί, εάν είναι αναγκαίο, να υποβάλλει προτάσεις για κατάλληλες τροποποιήσεις της οδηγίας. Άρθρο 66 Το κείμενο του άρθρου 61 της πρότασης της Επιτροπής παραμένει αμετάβλητο. Άρθρο 67 Η κοινή θέση τροποποιεί το άρθρο 62 της πρότασης της Επιτροπής. Έγιναν οι αναγκαίες τεχνικές τροποποιήσεις στο άρθρο 3 παράγραφος 4 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ, ενώ οι κεφαλαιακές απαιτήσεις για τις επιχειρήσεις που έχουν άδεια μόνο για την παροχή υπηρεσίας επενδυτικών συμβουλών ή/και για τη λήψη και διαβίβαση εντολών επενδυτών, χωρίς να κατέχουν ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες τους, και οι οποίες, για το λόγο αυτό, δεν μπορούν να βρίσκονται ποτέ σε θέση οφειλέτη έναντι των πελατών τους, υπόκεινται στο ειδικό καθεστώς του άρθρου 3 παράγραφος 4 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ. Οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να επιλέξουν είτε τη σύσταση ελάχιστου αρχικού κεφαλαίου, είτε τη σύναψη ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης είτε ένα συνδυασμό των ανωτέρω. Επίσης, όσες από τις επιχειρήσεις αυτές είναι επίσης εγγεγραμμένες σε μητρώο σύμφωνα την οδηγία 2002/92/ΕΚ για την ασφαλιστική διαμεσολάβηση και συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρό καθεστώς. Άρθρο 68 Η κοινή θέση τροποποιεί το παράρτημα Ι της τραπεζικής οδηγίας με τρόπο διαφορετικό από εκείνον που είχε προτείνει αρχικά ή Επιτροπή. Αντί της προσθήκης παραπομπών σε νέες δραστηριότητες ή χρηματοπιστωτικά μέσα, η κοινή θέση προσθέτει μια παράγραφο που ορίζει ότι οι υπηρεσίες και δραστηριότητες που προβλέπονται στο Τμήμα Α και Β του Παραρτήματος Ι της οδηγίας υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση σύμφωνα με την τραπεζική οδηγία. Άρθρα 69 και 70 Τα άρθρα αυτά παραμένουν γενικά σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής. Η περίοδος μεταφοράς επεκτείνεται από 18 σε 24 μήνες. Άρθρο 71 Το Συμβούλιο προσέθεσε μια τεχνική μεταβατική διάταξη που αποσκοπεί να επιτρέψει την ομαλή θέση σε εφαρμογή της νέας οδηγίας. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Τμήμα Α Η κοινή θέση απλουστεύει τη διατύπωση των επενδυτικών υπηρεσιών, δεδομένου ότι ορισμένοι ορισμοί ενσωματώθηκαν ήδη στο άρθρο 4. Το σημείο 6 περιλαμβάνει εφεξής δύο υποδιαιρέσεις. Τμήμα Β Προστέθηκε μια νέα υπηρεσία ("υπηρεσίες σχετιζόμενες με την αναδοχή"). Τμήμα Γ Ο κατάλογος των χρηματοπιστωτικών μέσων αναδιατυπώνεται για λόγους σαφήνειας, ιδίως όσον αφορά τα παράγωγα μέσα εμπορευμάτων. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II Η κοινή θέση επιφέρει ορισμένες τροποποιήσεις ήσσονος σημασίας στις κατηγορίες πελατών που πρέπει να θεωρούνται επαγγελματίες πελάτες, με την ενσωμάτωση των τοπικών επιχειρήσεων και των άλλων θεσμικών επενδυτών. 4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Η Επιτροπή εκτιμά ότι η κοινή θέση που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στις 8 Δεκεμβρίου 2003 είναι σύμφωνη με τους στόχους και το πνεύμα της πρότασης της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 2002. Η Επιτροπή εκτιμά επίσης ότι η κοινή θέση ανταποκρίνεται στις κυριότερες ανησυχίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ενσωματώνει ορισμένα από τα βασικά στοιχεία των τροπολογιών του. Η Επιτροπή εκτιμά ότι η κοινή θέση επιτυγχάνει μια ικανοποιητική ισορροπία. Η Επιτροπή συνιστά συνεπώς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να εγκρίνει την κοινή θέση.