Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52003PC0799

Τροποποιημένη πρόταση κανονισμός του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 2026/97 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

/* COM/2003/0799 τελικό - ACC 2003/0141 */

52003PC0799

Τροποποιημένη πρόταση κανονισμός του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 2026/97 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας /* COM/2003/0799 τελικό - ACC 2003/0141 */


Τροποποιημένη πρόταση KΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 2026/97 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Υπάρχει σαφής ανάγκη διευκρίνισης του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις μεταξύ κρατών μελών όταν πρόκειται για την επιβολή οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ και μέτρων κατά των επιδοτήσεων (αντισταθμιστικών μέτρων) στον τομέα των μέσων εμπορικής άμυνας (ΜΕΑ).

Η τρέχουσα κατάσταση επιτρέπει στο Συμβούλιο να απορρίπτει την πρόταση της Επιτροπής χωρίς να λαμβάνει θέση, δηλ. χωρίς να πρέπει ένα κράτος μέλος να ψηφίσει "όχι" όταν αποφασίζει να μην ακολουθήσει την πρόταση της Επιτροπής. Αυτό θα μπορούσε να εξουδετερώσει την αποτελεσματικότητα του μέσου εμπορικής άμυνας και επομένως πρέπει να εξεταστεί σε τροποποίηση του συστήματος λήψης αποφάσεων.

Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα, οι βασικοί κανονισμοί αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων (κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 384/96 και αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου) θα πρέπει να τροποποιηθούν με την εισαγωγή διάταξης σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο θα πρέπει να αποφασίζει με απλή πλειοψηφία την απόρριψη προτάσεως της Επιτροπής για την επιβολή οριστικών μέτρων. Η σχετική πρόταση για τέτοια τροποποίηση έχει τροποποιηθεί σύμφωνα με τις συζητήσεις με τα κράτη μέλη (αρχική πρόταση COM(2003)380).

Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, ζητείται ακόμη η γνώμη των κρατών μελών στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής για πρόταση όσον αφορά την επιβολή οριστικών μέτρων. Εν συνεχεία η πρόταση αποστέλλεται στο Συμβούλιο και εγκρίνεται εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να απορρίψει την πρόταση, εντός ενός μηνός από την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή υποβάλλει αυτήν την πρόταση στο Συμβούλιο.

Αυτή η νέα προσέγγιση δεν επηρεάζει την κατανομή των αρμοδιοτήτων στο τρέχον σύστημα, αντιμετωπίζει σε βάθος το πρόβλημα διατηρώντας παράλληλα την αρχή της απλής πλειοψηφίας: υποχρεώνει απλώς τα κράτη μέλη να τηρήσουν θετική στάση για την απόρριψη μιας πρότασης της Επιτροπής.

Επειδή η διαδικασία λήψης αποφάσεων πρέπει να εφαρμόζεται με σταθερό τρόπο σε όλα τα στάδια εφαρμογής του μέσου αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων, αυτή η αλλαγή πρέπει επίσης να εφαρμοστεί στις αποφάσεις που ακολουθούν την ίδια διαδικασία με την διαδικασία επιβολής οριστικών μέτρων, δηλ. στην επανεξέταση ή αναστολή των μέτρων και στις διαδικασίες για την απορρόφηση και την καταστρατήγηση των μέτρων αντιντάμπινγκ και των αντισταθμιστικών μέτρων.

Επιπλέον, υπάρχει σαφής ανάγκη να εξασφαλιστούν και ακόμη να αυξηθούν η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα των μέσων εμπορικής άμυνας. Οι τροποποιήσεις που εξηγούνται κατωτέρω συμπληρώνουν τις τροποποιήσεις που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις σ'αυτόν τον τομέα.

1. Εισαγωγή υποχρεωτικών προθεσμιών για την περάτωση ερευνών επανεξέτασης.

Στο πλαίσιο του σημερινού βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, οι νέες έρευνες υπόκεινται σε υποχρεωτική προθεσμία 15 μηνών (13 μήνες για τον βασικό κανονισμό κατά των επιδοτήσεων). Αντίθετα, η σημερινή προθεσμία 12 μηνών για τις έρευνες επανεξέτασης δεν είναι υποχρεωτική αλλά μόνον ενδεικτική. Η κτηθείσα εμπειρία από την έναρξη ισχύος των βασικών κανονισμών έδειξε ότι, αν δεν καθορίζονται υποχρεωτικές προθεσμίες και αν δεν υπάρχουν οι αναγκαίοι ανθρώπινοι πόροι, είναι πολύ δύσκολο να τηρείται η προαναφερόμενη κανονική προθεσμία των 12 μηνών. Ειδικότερα, η έλλειψη αυστηρών προθεσμιών δεν επιτρέπει να επιβάλλεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η τήρηση των διαδικαστικών απαιτήσεων. Κατά συνέπεια, οι επανεξετάσεις διαρκούν συνήθως περισσότερο από το κανονικό χρονικό πλαίσιο.

Έως ότου περατωθούν οι έρευνες επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος των μέτρων, τα εν λόγω μέτρα εξακολουθούν να ισχύουν. Συνεπώς, οι ασυνήθιστα μακρές έρευνες επανεξέτασης μπορούν να υπονομεύσουν την ασφάλεια του δικαίου και να έχουν δυσμενείς συνέπειες για τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Η μοναδική λύση σ'αυτό το πρόβλημα είναι η εισαγωγή υποχρεωτικών προθεσμιών για την περάτωση των ερευνών επανεξέτασης. Προτείνεται επομένως να καθοριστεί μια υποχρεωτική προθεσμία 15 μηνών για την περάτωση των ερευνών επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος των μέτρων και των ενδιάμεσων ερευνών, ενώ πρέπει να διατηρηθεί το υπάρχον ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα των 12 μηνών. Για τις επανεξετάσεις νεοεμφανιζόμενων εταιρειών και για τις εκ νέου έρευνες για την απορρόφηση των δασμών, προτείνεται να καθοριστεί υποχρεωτική προθεσμία 9 μηνών. Αυτές οι προθεσμίες θεωρούνται ότι προσφέρουν το κατάλληλο χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την ολοκλήρωση των διαφόρων ερευνών επανεξέτασης, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του σχετικά περίπλοκου χαρακτήρα κάθε διαφορετικού τύπου έρευνας επανεξέτασης.

Προτείνεται επίσης να προσδιοριστούν οι συνέπειες της μη συμμόρφωσης με αυτές τις υποχρεωτικές προθεσμίες.

Αυτή η προτεινόμενη τροποποίηση αποτελεί σαφώς ένα σημαντικό βήμα προς την καλή διαχείριση. Επίσης θα βελτιώσει περαιτέρω τη διαφάνεια των ερευνών επανεξέτασης δεδομένου ότι θα συμβάλει σημαντικά στην δυνατότητα πρόβλεψης της περάτωσής τους. Εντούτοις, απαιτεί την ύπαρξη των αναγκαίων ανθρωπίνων πόρων στις υπηρεσίες της Επιτροπής οι οποίοι θα μπορούν να ασχοληθούν με τον συμπληρωματικό φόρτο εργασίας. Συνεπώς, οι διατάξεις σχετικά με τις προθεσμίες θα εισαχθούν σταδιακά, με αρχή τις προθεσμίες για τις επανεξετάσεις ενόψει της λήξεως ισχύος των μέτρων, και μετά από 2 χρόνια, θα εισαχθούν οι προθεσμίες για τις άλλες έρευνες επανεξέτασης.

2. Ελάχιστη περίοδος για την αποστολή των σχετικών στοιχείων στη συμβουλευτική επιτροπή

Η συμβουλευτική επιτροπή είναι το κυριότερο σημείο επαφής μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στο πλαίσιο ερευνών αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων. Λόγω της φύσης του θέματος, τα σχετικά στοιχεία που υποβάλλουν τα κράτη μέλη έχουν συχνά εντελώς τεχνικό χαρακτήρα και συνίστανται σε περίπλοκες οικονομικές και νομικές αναλύσεις. Για να μπορέσουν τα κράτη μέλη να προβούν στην ορθή εξέταση αυτών των στοιχείων, είναι αναγκαίο να προβλέπεται μια ελάχιστη χρονική περίοδος 10 ημερών πριν τη διοργάνωση συνεδρίασης της συμβουλευτικής επιτροπής για τη διαβίβαση των στοιχείων στα κράτη μέλη.

3. Ανάκληση της ανάληψης υποχρεώσεων

Επιπλέον, με βάση τη μέχρι σήμερα κτηθείσα εμπειρία, η τρέχουσα πρακτική ανάκλησης της αποδοχής των αναλήψεων υποχρεώσεων είναι χρονοβόρα χωρίς λόγο. Όντως, το σημερινό σύστημα απαιτεί την έγκριση απόφασης της Επιτροπής για την ανάκληση της αποδοχής ανάληψης υποχρεώσεων και κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή δασμών.

Δεδομένου ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ και του άρθρου 13 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων δεν αφήνουν καμία διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο σχετικά με το ύψος του δασμού που πρέπει να επιβληθεί μετά την παραβίαση ή την ανάκληση της ανάληψης υποχρεώσεων, δεν χρειάζεται το Συμβούλιο να επανεισαγάγει το αρχικό ύψος του δασμού, εφόσον μπορεί να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα αν αρθεί απλώς η απαλλαγή καταβολής του δασμού με απόφαση της Επιτροπής.

Επομένως η τροποποίηση προβλέπει μία απλοποιημένη νομική διαδικασία. Διευκρινίζει το ότι η Επιτροπή είναι ένα όργανο αρμόδιο για την αποδοχή και την ανάκληση των αναλήψεων υποχρεώσεων. Διευκρινίζει επίσης το ότι οι συντελεστές δασμού που επιβάλλονται με κανονισμό του Συμβουλίου εφαρμόζονται σε όλες τις εταιρείες που δεν αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων.

Για να εφαρμοστεί το νέο σύστημα, το διατακτικό μέρος του μελλοντικού κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή μέτρων πρέπει να τροποποιηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε, αντί να απαριθμούνται οι εταιρείες για τις οποίες έγιναν δεκτές οι αναλήψεις υποχρεώσεων, θα αναφέρεται στην παράλληλη απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων και σε μεταγενέστερη τροποποίηση αυτής της απόφασης.

4. Απορρόφηση του δασμού

Το άρθρο 12 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ αναφέρει ότι οι έρευνες για απορρόφηση του δασμού κινούνται βάσει αποδεικτικών στοιχείων που υποβάλλει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Εντούτοις, ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν έχει επιτακτικούς λόγους για να ζητήσει την έναρξη των ανωτέρω ερευνών, ή απλώς δεν έχει ακόμη εντοπίσει την πραγματική φύση/διάσταση του προβλήματος, ενώ άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να θιγούν ιδίως από την έλλειψη αποτελεσματικότητας των μέτρων. Θεωρείται επομένως αναγκαίο να τροποποιηθεί το κείμενο του άρθρου 12 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ για να αναφέρεται ρητά ότι η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να ζητήσουν την έναρξη έρευνας για την απορρόφηση των δασμών.

Σύμφωνα με το σημερινό κείμενο του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, υπάρχει απορρόφηση του δασμού όταν αποδεικνύεται ότι "...ένα μέτρο δεν έχει οδηγήσει σε μεταβολή ή σε επαρκή μεταβολή των τιμών μεταπώλησης ή των μεταγενέστερων τιμών πώλησης στην Κοινότητα". Μπορεί επομένως να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι όταν δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί αυτή η έλλειψη "μεταβολής", η ύπαρξη της απορρόφησης του δασμού δεν μπορεί να αποδειχθεί ούτε στο στάδιο έναρξης ούτε στο στάδιο προσδιορισμού. Οι πρόσφατες υποθέσεις έδειξαν εντούτοις ότι ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες οι τιμές μεταπώλησης ή οι μεταγενέστερες τιμές πώλησης, προφανώς όταν οι εισαγωγείς του υπό εξέταση προϊόντος είναι επίσης οι τελικοί χρήστες, ή επειδή δεν υπήρξε επαρκής συνεργασία από τους εισαγωγείς. Σ'αυτό το πλαίσιο, προτείνεται να τροποποιηθεί η διατύπωση του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ για να συμπεριληφθεί επίσης η μείωση των τιμών εξαγωγής στην έννοια της "μεταβολής των τιμών", για να διαπιστώνεται αν υπάρχει απορρόφηση του δασμού ή όχι.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, στις αντίστοιχες διατάξεις του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

Φαίνεται επίσης αναγκαίο να διευκρινισθεί ότι κάθε αύξηση του δασμού αντιντάμπινγκ βάσει του άρθρου 12 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του δασμού που έχει απορροφηθεί.

5. Kαταστρατήγηση

Το πρόβλημα της καταστρατήγησης των δασμών αντιντάμπινγκ αποτέλεσε μέρος των διαπραγματεύσεων που προηγήθηκαν της έγκρισης της συμφωνίας αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ, αλλά τα μέλη δεν συμφώνησαν γι'αυτό το θέμα οπότε και η συμφωνία αυτή δεν συμπεριέλαβε καμία σχετική διάταξη. Όντως, σε υπουργική απόφαση σχετικά με την καταστρατήγηση των δασμών που επισυνάπτεται στη συμφωνία αντιντάμπινγκ του ΠΟΕ, τα μέλη του ΠΟΕ σημείωσαν το πρόβλημα, κατέγραψαν την επιθυμία να θεσπιστούν ενιαίοι κανόνες σ'αυτόν τον τομέα το ταχύτερο δυνατό, και παρέπεμψαν το θέμα προς επίλυση στην επιτροπή του ΠΟΕ για τις πρακτικές αντιντάμπινγκ.

Η Κοινότητα συμπεριέλαβε διατάξεις για την καταστρατήγηση στον κανονισμό της του 1994 που προβλέπουν την επέκταση των δασμών αντιντάμπινγκ έναντι των εισαγωγών ομοειδών προϊόντων από τρίτες χώρες, ή μερών αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση. Ως καταστρατήγηση νοείται κάθε μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και της Κοινότητας η οποία απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία, για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, και που μπορεί να περιλαμβάνει εργασίες συναρμολόγησης στην Κοινότητα ή σε τρίτη χώρα.

Η Κοινότητα χρησιμοποίησε αυτές τις διατάξεις μέχρι σήμερα σε μια υπόθεση που αφορούσε προϊόντα από την Βραζιλία τα οποία εστάλησαν μέσω Αργεντινής (στην οποία ανεστάλησαν συγχρόνως τα μέτρα καταστρατήγησης αφού λήφθηκαν επανορθωτικά μέτρα). σε μια υπόθεση για προϊόντα από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας που απεστάλησαν από την Μαλαισία. και σε τέσσερεις υποθέσεις για προϊόντα από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων που απεστάλησαν μέσω του Χονγκ Κονγκ και του Βιετνάμ. Εκκρεμούν επίσης τρεις υποθέσεις για προϊόντα από την Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, την Ουκρανία και τη Ρωσία, που απεστάλησαν μέσω της Μολδαβίας.

Μέχρι σήμερα η νομολογία του ΠΟΕ έχει αναπτυχθεί αλλά το θέμα δεν έχει επιλυθεί από την επιτροπή του ΠΟΕ για πρακτικές αντιντάμπινγκ, ούτε έχει εξεταστεί στο πλαίσιο του οργάνου επίλυσης των διαφορών.

Προτείνεται τώρα να γίνουν πιο λειτουργικές οι διατάξεις του άρθρου 13, να διευκρινιστούν και να εξασφαλιστεί η ασφάλεια του δικαίου με τον εντοπισμό πρακτικών όπως, ιδίως, η μεταφόρτωση, η ελαφρά τροποποίηση των προϊόντων και η εκ νέου διοχέτευση των πωλήσεων μέσω παραγωγών ή εξαγωγέων με τους χαμηλότερους δασμούς. Αυτά τα θέματα δεν θίγονται στο κείμενο διαπραγμάτευσης που προτάθηκε τον Δεκέμβριο 1991 από τον τότε Γενικό Διευθυντή της GATT (το "σχέδιο Dunkel"). Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από το αν υπήρχε κίνδυνος δικαστικών διαφορών, αυτές οι διατάξεις ήταν λειτουργικές και, εφόσον κριθεί αναγκαίο, η Κοινότητα θα τις υποστηρίξει με την ίδια ενεργητικότητα και βεβαιότητα όπως αυτές που επέδειξε κατά το παρελθόν.

Παρόλο που το άρθρο 13 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ δεν αναφέρει ρητά τα μέρη τα οποία έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την έναρξη έρευνας για την καταστρατήγηση, τέτοιες αιτήσεις έχουν υποβληθεί μέχρι σήμερα μόνον από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω για την απορρόφηση του δασμού, ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν έχει επιτακτικούς λόγους για να ζητήσει την έναρξη των ανωτέρω ερευνών, ή απλώς δεν έχει ακόμη εντοπίσει την πραγματική φύση/διάσταση του προβλήματος, ενώ άλλα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να έχουν συμφέρον να επιβληθούν πραγματικά αυτά τα μέτρα. Θεωρείται επομένως προτιμότερο να διευκρινισθεί το κείμενο του άρθρου 13 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ για να αναφέρονται ρητά η Επιτροπή, τα κράτη μέλη και όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη ως μέρη τα οποία μπορούν να ζητήσουν την έναρξη έρευνας για την καταστρατήγηση.

Έχει πρόσφατα τεθεί το ερώτημα αν οι έρευνες για την καταστρατήγηση των δασμών μπορούν να εξετάζουν καταστάσεις στις οποίες ένα προϊόν το οποίο υπόκειται κανονικά σε δασμούς αντιντάμπινγκ έχει μεταβληθεί ελαφρά (συνήθως με την προσθήκη άλλων ουσιών) για να δηλωθεί "νομίμως" σε τελωνειακούς κωδικούς οι οποίοι δεν αιτιολογούν την εφαρμογή μέτρων αντιντάμπινγκ. Αυτή η αθέμιτη πρακτική καλύπτεται ήδη έμμεσα από το σημερινό κείμενο του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Εντούτοις, για λόγους διαφάνειας, θεωρείται προτιμότερο να διευκρινισθεί το κείμενο του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, ώστε να αναφέρεται ρητά ως πρακτική καταστρατήγησης η πρακτική που συνίσταται στην μικρή μεταβολή της σύστασης των προϊόντων.

Υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες οι εξαγωγείς που υπόκεινται σε υψηλότερους ατομικούς δασμούς ή σε υπολειπόμενο εθνικό δασμό εξάγουν τα προϊόντα τους μέσω εταιρειών στις οποίες έχουν επιβληθεί χαμηλότεροι ατομικοί δασμοί. Αυτές οι πρακτικές καταστρατήγησης "εταιρείας" δεν προβλέπονται ρητά στο άρθρο 13 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Εντούτοις, είναι προφανές ότι αυτές οι πρακτικές υπονομεύουν τις επανορθωτικές συνέπειες των μέτρων, και πρέπει επομένως να προβλεφθεί διάταξη για την επιβολή κυρώσεων σ'αυτήν την συμπεριφορά. Προτείνεται επομένως να αρθούν οι ατομικοί δασμοί αυτών των εταιρειών για τις οποίες διαπιστώνεται ότι ακολουθούν τέτοιες πρακτικές, και να εφαρμοστεί σ'αυτές ο συντελεστής υπολειπόμενου εθνικού δασμού.

Το άρθρο 13 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ προβλέπει την απαλλαγή των δασμών (που έχουν επεκταθεί) κατά την εισαγωγή προϊόντων τα οποία δεν υπόκεινται σε καταστρατήγηση. Αναφέρει επίσης ότι οι αιτήσεις πρέπει να συνοδεύονται από πιστοποιητικό τελωνείου, που χορηγείται στους εισαγωγείς, στο οποίο δηλώνεται ότι η εισαγωγή των προϊόντων δεν αποτελεί καταστρατήγηση. Εντούτοις, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση εκτός της Κοινότητας (δηλαδή, πρακτικές καταστρατήγησης που εφαρμόζουν παραγωγοί-εξαγωγείς σε τρίτες χώρες) κάθε απαλλαγή από τους δασμούς έχει νόημα μόνον αν χορηγείται στους παραγωγούς-εξαγωγείς στις εν λόγω χώρες οι οποίες δεν καταστρατηγούν τα μέτρα. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη πρακτική, οι απαλλαγές χορηγούνται με κανονισμό του Συμβουλίου σε παραγωγούς-εξαγωγείς σε τρίτες χώρες. Προτείνεται να τροποποιηθεί το άρθρο 13 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ ώστε να καταστεί σαφής η διαφορά της απαλλαγής όταν οι πρακτικές καταστρατήγησης λαμβάνουν χώρα εντός ή εκτός της Κοινότητας, και όταν οι αιτήσεις για απαλλαγή υποβάλλονται κατά τη διάρκεια ή μετά την έρευνα για την καταστρατήγηση των μέτρων.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, στις αντίστοιχες διατάξεις του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

6. Άλλα θέματα σχετικά με την εφαρμογή

Το άρθρο 19 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ - "οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνο για το σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν" - δεν καθιστά σαφές το αν οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο μιας έρευνας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, για παράδειγμα, για την έναρξη νέας έρευνας σχετικά με το ίδιο ομοειδές προϊόν. Επομένως φαίνεται χρήσιμο να διευκρινισθεί ότι αυτό είναι δυνατό στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας.

Το άρθρο 6 παράγραφος 3 και το άρθρο 6 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ δίνουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καλέσει τα κράτη μέλη να υποβάλλουν πληροφορίες, όταν αυτό κριθεί αναγκαίο. Εντούτοις, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο αν οι διατάξεις που περιέχουν αυτά τα άρθρα, οι οποίες εφαρμόζονται μόνον για τις έρευνες αντιντάμπινγκ όταν είναι εν εξελίξει, μπορούσαν να παραταθούν για να καλύπτουν επίσης την περίοδο μετά την επιβολή των μέτρων, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων και για την επαλήθευση του επιπέδου αποτελεσματικότητας των μέτρων. Βέβαια, όλα αυτά τα στοιχεία που παρέχονται, έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα όπως προβλέπεται στις διατάξεις του κανονισμού. Προτείνεται να εισαχθεί νέα παράγραφος γι'αυτόν τον σκοπό στο άρθρο 14 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τις αντίστοιχες διατάξεις του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

Επομένως, προτείνεται στο Συμβούλιο να εγκρίνει τη συνημμένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου, η οποία θα πρέπει να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2003/0141 (ACC)

Τροποποιημένη πρόταση KΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 2026/97 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και ιδίως το άρθρο 133,

την πρόταση της Επιτροπής [1],

[1] ΕΕ C ..., ..., σ.. ...

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 [2] (ο "βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ") και με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2026/97 [3] (ο "βασικός κανονισμός κατά των επιδοτήσεων") το Συμβούλιο υιοθέτησε κοινούς κανόνες για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν, αντιστοίχως, αντικείμενο ντάμπινγκ και επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ και ο βασικός κανονισμός κατά των επιδοτήσεων αναφέρονται στο εξής από κοινού "βασικοί κανονισμοί").

[2] ΕΕ L 56, 6.3.1996, σ. 1. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1972/2002 (ΕΕ L 305 της 7.11.2002, σ. 1).

[3] EE L 288, 21.10.1997, σ. 1 Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1973/2002 (ΕΕ L 305 της 7.11.2002, σ. 4).

(2) Οι βασικοί κανονισμοί προβλέπουν, για την επιβολή οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικών μέτρων, μια διαδικασία βάσει της οποίας, το Συμβούλιο, ενεργώντας με απλή πλειοψηφία, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, επιβάλλει οριστικά μέτρα.

(3) Με βάση την πρόσφατα κτηθείσα εμπειρία από την εφαρμογή των βασικών κανονισμών και για να διατηρηθούν η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα των μέσων εμπορικής άμυνας, κρίθηκε αναγκαίο να επανεξεταστεί ο τρόπος με τον οποίο συνεργάζονται τα κοινοτικά όργανα κατά τη διαδικασία επιβολής οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικών μέτρων.

(4) Βάσει της τρέχουσας προσέγγισης, η πρόταση της Επιτροπής εγκρίνεται μόνον αν τα κράτη μέλη ψηφίσουν με απλή πλειοψηφία υπέρ αυτής της πρότασης. Αυτό σημαίνει ότι στην πράξη οι αποχές ισοδυναμούν με απόρριψη της πρότασης της Επιτροπής. Αυτό με την σειρά του μπορεί να οδηγήσει σε μία κατάσταση στην οποία το Συμβούλιο δεν θα εγκρίνει την πρόταση της Επιτροπής λόγω του αριθμού των αποχών.

(5) Για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα αποτελεσματικά, πρέπει να τροποποιηθούν οι βασικοί κανονισμοί με μια διάταξη που θα απαιτεί απόφαση με απλή πλειοψηφία των κρατών μελών στο Συμβούλιο για να απορρίπτεται πρόταση της Επιτροπής για την επιβολή οριστικών μέτρων. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, θεωρείται ότι θεσπίζονται τα μέτρα εκτός αν το Συμβούλιο αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να απορρίψει την πρόταση εντός περιόδου ενός μηνός από την υποβολή της πρότασης από την Επιτροπή.

(6) Είναι σκόπιμο να εφαρμοστεί τέτοια διαδικασία για να απλοποιηθεί η διαδικασία λήψης αποφάσεων της Κοινότητας χωρίς να μεταβληθούν οι αντίστοιχοι ρόλοι της Επιτροπής και του Συμβουλίου κατά την εφαρμογή των βασικών κανονισμών.

(7) Για λόγους συνεπούς εφαρμογής των διαδικασιών λήψεως αποφάσεων στο πλαίσιο των βασικών κανονισμών, πρέπει να εναρμονισθούν επίσης οι διαδικασίες για άλλες αποφάσεις του Συμβουλίου στο πλαίσιο των βασικών κανονισμών οι οποίες προβλέπουν ουσιαστικά την ίδια διαδικασία με την επιβολή οριστικών μέτρων. Συνεπώς, η ανωτέρω προσέγγιση πρέπει επίσης να υιοθετηθεί για τις διαδικασίες όσον αφορά τις επανεξετάσεις, τις εκ νέου έρευνες, την καταστρατήγηση και την αναστολή των μέτρων.

(8) Ο βασικός κανονισμός αντιντάμπινγκ καθορίζει υποχρεωτικές προθεσμίες για την περάτωση των διαδικασιών έρευνας που κινούνται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, ενώ οι έρευνες επανεξέτασης που κινούνται δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφοι 2, 3 και 4 και οι έρευνες που κινούνται εκ νέου δυνάμει του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, υπόκεινται μόνον σε ενδεικτική προθεσμία.

(9) Τα μέτρα αντιντάμπινγκ ισχύουν έως ότου ολοκληρωθεί η επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Συνεπώς, οι ασυνήθιστα μακρές έρευνες επανεξέτασης δυνάμει αυτού του άρθρου μπορούν να υπονομεύσουν την ασφάλεια του δικαίου και να προκαλέσουν δυσμενείς συνέπειες για τα ενδιαφερόμενα μέρη. Παρόμοιες ανεπιθύμητες συνέπειες μπορούν να προκύψουν από υπερβολικά μακρές έρευνες στο πλαίσιο επανεξετάσεων που διεξάγονται δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 και 4 και των ερευνών που κινούνται εκ νέου δυνάμει του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ.

(10) Είναι επομένως σκόπιμο να εισαχθούν υποχρεωτικές προθεσμίες επίσης για την περάτωση των ερευνών επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφοι 2, 3 και 4 και των ερευνών που κινούνται εκ νέου δυνάμει του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ.

(11) Οι διάφοροι τύποι ερευνών επανεξέτασης έχουν διαφορετικούς πιθανούς σκοπούς και διαφορετικό βαθμό πολυπλοκότητας. Πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη αυτές οι διαφορές κατά τον καθορισμό των κατάλληλων προθεσμιών για την περάτωση των ερευνών.

(12) Πρώτον, οι επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφοι 2 και 3 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ ενδέχεται, υπό ορισμένες περιστάσεις, να είναι το ίδιο περίπλοκες με τις νέες διαδικασίες που κινούνται δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 9, σε ό,τι αφορά, για παράδειγμα, το πεδίο της έρευνας ή τον αριθμό των ενδιαφερομένων μερών που ενέχονται. Συνεπώς, ενώ αυτές οι έρευνες επανεξέτασης πρέπει κανονικά να περατώνονται εντός της ισχύουσας ενδεικτικής προθεσμίας των 12 μηνών, η υποχρεωτική προθεσμία για την περάτωση πρέπει να είναι ίση, αλλά όχι μεγαλύτερη, με την προθεσμία 15 μηνών που ορίζεται για την περάτωση νέων διαδικασιών.

(13) Δεύτερον, οι επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 4 και οι εκ νέου έρευνες δυνάμει του άρθρου 12 του βασικού κανονισμού είναι λιγότερο πολύπλοκες από ό,τι οι επανεξετάσεις που κινούνται δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφοι 2 και 3 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Κατά συνέπεια, η προθεσμία για την περάτωση των ερευνών επανεξέτασης πρέπει να είναι μικρότερη. Σχετικά με τις έρευνες επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 4, θεωρείται ότι η προθεσμία για την περάτωση πρέπει να καθοριστεί σε 9 μήνες. Αυτή η προθεσμία συμφωνεί με την μέγιστη περίοδο που επιτρέπεται για την καταγραφή των εισαγωγών βάσει του άρθρου 14 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ. Επειδή η καταγραφή των εισαγωγών γίνεται ενόσω εκκρεμεί η περάτωση της επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 4, η προθεσμία για την περάτωση αυτών των επανεξετάσεων πρέπει να μην υπερβαίνει το χρονικό πλαίσιο κατά το οποίο οι εισαγωγές που αφορά η επανεξέταση, μπορούν να υπαχθούν σε καταγραφή.

(14) Τρίτον, ενώ οι έρευνες που κινούνται εκ νέου δυνάμει του άρθρου 12 πρέπει κανονικά να περατώνονται εντός της ισχύουσας ενδεικτικής προθεσμίας των 6 μηνών, θεωρείται σκόπιμο να καθοριστεί υποχρεωτική προθεσμία 9 μηνών, δεδομένου ότι μπορεί να απαιτείται μεγαλύτερη περίοδος για την περάτωση της έρευνας αν πρέπει να εξεταστούν οι αναθεωρημένες κανονικές αξίες. Επιπλέον, οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο εκ νέου έρευνας δυνάμει του άρθρου 12 μπορούν, όπως οι εισαγωγές που υπόκεινται σε επανεξέταση βάσει του άρθρου 11 παράγραφος 4, να έχουν υποβληθεί επίσης σε καταγραφή δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5. Συνεπώς, η ίδια μέγιστη προθεσμία εννέα μηνών όπως για την καταγραφή πρέπει να εφαρμοστεί για τις εκ νέου έρευνες δυνάμει του άρθρου 12.

(15) Οι αιτιολογικές σκέψεις 8 έως 14 ανωτέρω εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στις επανεξετάσεις βάσει των άρθρων 18, 19 και 20 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

(16) Θεωρείται φρόνιμο να προβλεφθεί η σταδιακή εισαγωγή προθεσμιών για τις διαδικασίες επανεξέτασης, με βάση τις ανάγκες που θα προκύψουν σε ανθρώπινους πόρους για την τήρηση αυτών των προθεσμιών. Αυτή η περίοδος σταδιακής εισαγωγής θα διευκολύνει την κατάλληλη χρονική κατανομή των πόρων.

(17) Τα στοιχεία που χορηγούνται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής έχουν συνήθως ιδιαίτερα τεχνικό χαρακτήρα και απαιτούν μια πολυσύνθετη οικονομική και νομική ανάλυση. Για να χορηγηθεί στα κράτη μέλη αρκετός χρόνος για να τα εξετάσουν, αυτά τα στοιχεία πρέπει να αποστέλλονται κανονικά το αργότερο 10 ημέρες πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης που καθορίζει ο πρόεδρος της συμβουλευτικής επιτροπής.

(18) Το άρθρο 8 παράγραφος 9 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης εκ μέρους ορισμένων μερών, επιβάλλεται οριστικός δασμός σύμφωνα με το άρθρο 9, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώθηκαν στο πλαίσιο της έρευνας η οποία οδήγησε στην ανάληψη υποχρέωσης. Αυτή η διάταξη οδήγησε σε μια χρονοβόρα διπλή διαδικασία η οποία προϋποθέτει απόφαση της Επιτροπής για την ανάκληση της αποδοχής της ανάληψης υποχρεώσεων και κανονισμό του Συμβουλίου για την εκ νέου επιβολή δασμού. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι αυτή η διάταξη δεν αφήνει καμία διακριτική ευχέρεια στο Συμβούλιο όσον αφορά την επιβολή δασμού λόγω παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης ή το επίπεδο αυτού του δασμού, θεωρείται σκόπιμο να τροποποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφοι 1, 5 και 9 για να διευκρινισθεί η αρμοδιότητα της Επιτροπής και να επιτραπούν η ανάκληση μιας ανάληψης υποχρεώσεων και η εφαρμογή του δασμού με μία ενιαία νομική πράξη. Είναι επίσης αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία ανάκλησης περατώνεται εντός προθεσμίας 6 μηνών κανονικά και σε καμία περίπτωση μεγαλύτερης των εννέα μηνών, για να γίνει η ορθή εφαρμογή του ισχύοντος μέτρου.

(19) Η αιτιολογική σκέψη 18 ανωτέρω, εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών στις αναλήψεις υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 13 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

(20) Το άρθρο 12 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ αναφέρει ότι οι έρευνες που κινούνται εκ νέου δυνάμει αυτού του άρθρου, στηρίζονται στα αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλει ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής. Άλλα ενδιαφερόμενα μέρη ενδέχεται να έχουν επίσης κάποιο συμφέρον σ'αυτές τις εκ νέου έρευνες οι οποίες αποσκοπούν στο να επανορθώσουν τις επιπτώσεις της απορρόφησης του δασμού από τον εξαγωγέα. Είναι επομένως αναγκαίο να τροποποιηθεί αυτό το άρθρο για να έχουν τη δυνατότητα και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να ζητήσουν την έναρξη έρευνας για την απορρόφηση του δασμού. Είναι επίσης αναγκαίο, για να διαπιστωθεί αν υπάρχει απορρόφηση του δασμού, να συμπεριληφθεί στην έννοια της "μεταβολής των τιμών" η μείωση των τιμών εξαγωγής δεδομένου ότι πρόκειται για μια από τις πιθανές καταστάσεις στην οποία, η μείωση του επιπέδου των τιμών στην αγορά της Κοινότητας μπορεί να υπονομεύσει την επανορθωτική επίδραση του μέτρου.

(21) Η αιτιολογική σκέψη 20 ανωτέρω εφαρμόζεται, τηρουμένων των αναλογιών, στο άρθρο 19 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

(22) Επιπλέον, πρέπει να διευκρινισθεί ότι η αύξηση του ποσού του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται μετά την επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 12 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, πρέπει να περιοριστεί στο ανώτατο ποσό που θα μπορούσε ενδεχομένως να απορροφηθεί, και που ισοδυναμεί με το ποσό του δασμού που ίσχυε πριν από αυτήν την επανεξέταση.

(23) Δεδομένου ότι το άρθρο 13 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ δεν αναφέρει ρητά τα μέρη που έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την έναρξη ερευνών για την καταστρατήγηση, είναι σκόπιμο να διευκρινισθούν τα μέρη που διατηρούν αυτό το δικαίωμα.

(24) Η κτηθείσα εμπειρία έδειξε ότι είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινισθούν οι πρακτικές οι οποίες αποτελούν καταστρατήγηση των μέτρων που εφαρμόζονται. Οι πρακτικές καταστρατήγησης μπορούν να λάβουν χώρα στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό της Κοινότητας. Είναι επομένως αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι απαλλαγές από τους επεκταθέντες δασμούς που ενδεχομένως έχουν ήδη χορηγηθεί στους εισαγωγείς βάσει του σημερινού βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, μπορούν επίσης να χορηγηθούν στους εξαγωγείς όταν επεκτείνονται οι δασμοί για να αντιμετωπιστεί η καταστρατήγηση που λαμβάνει χώρα εκτός της Κοινότητας.

(25) Για να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή των μέτρων, είναι προτιμότερο να τροποποιηθεί το άρθρο 19 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ σε ό,τι αφορά τη χρήση των πληροφοριών που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο μιας έρευνας, με σκοπό να κινηθεί άλλη έρευνα στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας.

(26) Οι αιτιολογικές σκέψεις 23 έως 25 ανωτέρω εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, στα άρθρα 23, και 29 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

(27) Για να εξασφαλιστεί η καλύτερη εφαρμογή των μέτρων, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί, σε νέα παράγραφο του άρθρου 14 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ, η δυνατότητα για την Επιτροπή να ζητά από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν, στο πλαίσιο των κανόνων εμπιστευτικού χαρακτήρα που περιέχουν οι βασικοί κανονισμοί, στοιχεία που θα χρησιμοποιούνται για την παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων ως προς τις τιμές και για την επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των ισχυόντων μέτρων. Πρέπει επίσης να εισαχθούν παρόμοιες διατάξεις σε νέα παράγραφο του άρθρου 24 του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 τροποποιείται ως εξής:

1. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Υπό την προϋπόθεση ότι έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ και την εξ αυτού πρόκληση ζημίας, η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί ικανοποιητική οικειοθελή ανάληψη υποχρεώσεων που προσφέρει εξαγωγέας για να αναθεωρήσει τις τιμές του ή να παύσει τις εισαγωγές του σε τιμές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, αν, κατόπιν διαβουλεύσεων, διαπιστωθεί ότι αυτή η ανάληψη υποχρεώσεων εξουδετερώνει τις ζημιογόνες επιπτώσεις του ντάμπινγκ. Σ'αυτήν την περίπτωση και στο βαθμό που ισχύουν οι αναλήψεις υποχρεώσεων, οι προσωρινοί δασμοί που έχει επιβάλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 ή οι οριστικοί δασμοί που έχει επιβάλει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4, κατά περίπτωση, δεν εφαρμόζονται στις αντίστοιχες εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που κατασκευάζεται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων όπως έχει τροποποιηθεί. Οι αυξήσεις τιμών βάσει αναλήψεων υποχρεώσεων αυτού του είδους δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζονται για την εξουδετέρωση του περιθωρίου ντάμπινγκ, και μάλιστα θα πρέπει να υπολείπονται του περιθωρίου ντάμπινγκ, εφόσον οι αυξήσεις αυτής της κλίμακας θα ήταν αρκετές για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

2. Το άρθρο 8 παράγραφος 9 αντικαθίσταται από τα εξής:

"9. Σε περίπτωση παραβίασης ή ανάκλησης μιας ανάληψης υποχρέωσης από οποιοδήποτε μέρος της ανάληψης υποχρέωσης, ή σε περίπτωση ανάκλησης της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης από την Επιτροπή, η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ανακαλείται, κατόπιν διαβουλεύσεων, με απόφαση της Επιτροπής ή με κανονισμό της Επιτροπής, όπως πρέπει, και ο προσωρινός δασμός που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 7 ή ο οριστικός δασμός που έχει επιβληθεί από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 εφαρμόζονται αυτομάτως, υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας είχε την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του εκτός αν ο ίδιος ανακάλεσε την ανάληψη υποχρέωσης.

Οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος ή κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει πληροφορίες που θα περιέχουν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την παραβίαση μιας ανάληψης υποχρέωσης. Ο έλεγχος για το αν υπάρχει παραβίαση ανάληψης υποχρέωσης ή όχι περατώνεται κανονικά εντός έξι μηνών και το αργότερο εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία της δεόντως τεκμηριωμένης αίτησης. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών κατά την παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων".

3. Το άρθρο 9 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα εξής:

"4. Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 21, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός περιόδου ενός μηνός από την υποβολή της πρότασης από την Επιτροπή. Όταν ισχύουν προσωρινοί δασμοί, υποβάλλεται πρόταση για οριστικά μέτρα το αργότερο εντός ενός μηνός πριν την λήξη ισχύος αυτών των δασμών. Το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το περιθώριο ντάμπινγκ που έχει διαπιστωθεί, αλλά θα πρέπει να είναι κατώτερο του εν λόγω περιθωρίου, αν η επιβολή δασμού χαμηλότερου ύψους κρίνεται επαρκής για την εξάλειψη της ζημίας που υφίσταται ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

4. Το άρθρο 12 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Όταν ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ή άλλο ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλλουν, εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος των μέτρων, επαρκείς πληροφορίες που αποδεικνύουν ότι, μετά την επιβολή των μέτρων, μειώθηκαν οι τιμές εξαγωγής ή ότι δεν υπήρξε μεταβολή των τιμών, ή επαρκής μεταβολή των τιμών μεταπώλησης ή των τιμών πώλησης του εισαγόμενου προϊόντος στην Κοινότητα, η έρευνα μπορεί να κινηθεί εκ νέου, κατόπιν διαβουλεύσεων, για να εξεταστεί αν τα μέτρα επηρέασαν τις προαναφερθείσες τιμές.

Η έρευνα μπορεί επίσης να κινηθεί εκ νέου, υπό τους όρους που καθορίζονται ανωτέρω, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους."

5. Το άρθρο 12 παράγραφος 2, τελευταία πρόταση, αντικαθίσταται από τα εξής:

"Σε περίπτωση που συμπεραίνεται ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 12 παράγραφος 1 λόγω μείωσης των τιμών εξαγωγής που σημειώθηκε πριν ή μετά την επιβολή των μέτρων, τα περιθώρια του ντάμπινγκ μπορούν να υπολογιστούν εκ νέου για να ληφθούν υπόψη αυτές οι χαμηλότερες τιμές εξαγωγής.

6. Το άρθρο 12 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από τα εξής:

"3. Σε περίπτωση που από τη διεξαχθείσα, βάσει του παρόντος άρθρου, νέα έρευνα προκύψει αύξηση του ντάμπινγκ, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί να τροποποιήσει τα ισχύοντα μέτρα, ώστε αυτά να εκφράζουν τα νέα πορίσματα για τις τιμές εξαγωγής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Το ποσό του δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται δυνάμει του παρόντος άρθρου δεν υπερβαίνει το διπλό του ποσού του δασμού που είχε αρχικά επιβληθεί από το Συμβούλιο."

7. Το άρθρο 13 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Οι δασμοί αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες του ομοειδούς προϊόντος, είτε αυτό έχει τροποποιηθεί ελαφρά είτε όχι. ή έναντι των εισαγωγών του ελαφρά τροποποιημένου ομοειδούς προϊόντος από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα. ή μερών αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Δασμοί αντιντάμπινγκ όχι υψηλότεροι από τους υπολειπόμενους δασμούς αντιντάμπινγκ που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από εταιρείες που επωφελούνται από ατομικούς δασμούς στις χώρες που υπόκεινται στα μέτρα όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Με τον όρο «καταστρατήγηση» νοείται κάθε μεταβολή των τρόπων διεξαγωγής εμπορικών συναλλαγών μεταξύ τρίτων χωρών και της Κοινότητας ή μεταξύ ατομικών εταιρειών στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα και της Κοινότητας, η οποία απορρέει από μια πρακτική, διαδικασία ή εργασία, για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος ή άλλη οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, ενώ παράλληλα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για ζημία ή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι εξουδετερώνονται οι επανορθωτικές συνέπειες του δασμού όσον αφορά τις τιμές ή/και τις ποσότητες του ομοειδούς προϊόντος και όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι ασκείται πρακτική ντάμπινγκ σχετικά με τις κανονικές αξίες που έχουν ήδη προσδιορισθεί για το ομοειδές προϊόν, αν χρειαστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2.

Η πρακτική, διαδικασία ή εργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ελαφρά τροποποίηση του υπό εξέταση προϊόντος για να μπορεί να υπαχθεί σε τελωνειακούς κωδικούς που κανονικά δεν υπόκεινται στα μέτρα υπό τον όρο ότι η τροποποίηση δεν μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά του. την αποστολή του προϊόντος που υπόκειται στα μέτρα μέσω τρίτων χωρών. την αναδιοργάνωση από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς των τρόπων και κυκλωμάτων των πωλήσεών τους στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα ούτως ώστε να μπορούν ενδεχομένως να εξάγουν τα προϊόντα τους στην Κοινότητα μέσω παραγωγών που επωφελούνται από ατομικό συντελεστή δασμού χαμηλότερο από τον συντελεστή που εφαρμόζεται στα προϊόντα των κατασκευαστών. και, υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται κατωτέρω στο άρθρο 13 παράγραφος 2, τη συναρμολόγηση μερών από δράση συναρμολόγησης στην Κοινότητα ή σε τρίτη χώρα."

8. Το άρθρο 13 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από τα εξής:

"3. Οι έρευνες κινούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή με αίτηση κράτους μέλους ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1. Η έρευνα αρχίζει, αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, με κανονισμό της Επιτροπής, με τον οποίον μπορεί επιπλέον να καλούνται οι τελωνειακές αρχές να υποβάλουν τις επίμαχες εισαγωγές υποχρεωτικά σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 5, ή να ζητήσουν τη σύσταση εγγύησης. Οι έρευνες διεξάγονται από την Επιτροπή, η οποία είναι δυνατό να επικουρείται από τις τελωνειακές αρχές, και πρέπει να ολοκληρώνονται εντός εννέα μηνών. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν εξακριβωθεί τελικώς, δικαιολογούν την επέκταση της ισχύος των μέτρων, τότε αυτή αποφασίζεται από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Η επέκταση τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία επιβλήθηκε η υποχρέωση καταγραφής δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή την ημερομηνία απαίτησης της παροχής εγγυήσεων. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι συναφείς διαδικαστικές διατάξεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό για την έναρξη και τη διεξαγωγή ερευνών.

9. Το άρθρο 13 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα εξής:

"4. Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 5 ή σε μέτρα όταν διατίθενται στο εμπόριο από εταιρείες στις οποίες έχουν χορηγηθεί απαλλαγές. Οι αιτήσεις για απαλλαγές δεόντως τεκμηριωμένες με αποδεικτικά στοιχεία υποβάλλονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στον κανονισμό της Επιτροπής για την έναρξη της έρευνας. Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία εκτός της Κοινότητας, χορηγούνται απαλλαγές στους παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με κανέναν παραγωγό που υπόκειται σε μέτρα και για τους οποίους διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης όπως ορίζεται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 και 13 παράγραφος 2. Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία εντός της Κοινότητας, χορηγούνται απαλλαγές σε εισαγωγείς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα.

Αυτές οι απαλλαγές χορηγούνται με απόφαση της Επιτροπής, αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, και ισχύουν κατά την περίοδο και υπό τους όρους που προβλέπει αυτή η απόφαση.

Αν πληρούνται οι όροι που ορίζονται στο άρθρο 11 παράγραφος 4, μπορούν επίσης να χορηγηθούν απαλλαγές μετά την περάτωση της έρευνας που οδήγησε στην επέκταση των μέτρων.

Υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος από την επέκταση των μέτρων, και στην περίπτωση που είναι σημαντικός ο αριθμός των μερών που ζητούν ή ενδέχεται να ζητήσουν απαλλαγή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει επανεξέταση της επέκτασης των μέτρων. Μια τέτοια επανεξέταση διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 παράγραφος 5 όπως εφαρμόζεται στις επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3."

10. Το άρθρο 14 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα εξής:

"4. Για λόγους προστασίας του συμφέροντος της Κοινότητας, τα μέτρα που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού είναι δυνατό, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, να ανασταλούν με απόφαση της Επιτροπής για χρονικό διάστημα εννέα μηνών. Η αναστολή είναι δυνατό να παρατείνεται για επιπλέον χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εάν το αποφασίσει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Αναστολή χωρεί μόνον αν οι συνθήκες της αγοράς αλλάξουν προσωρινά σε βαθμό που η ζημία να είναι απίθανο να επαναληφθεί συνεπεία της αναστολής και υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρασχεθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις οι οποίες και συνεκτιμώνται. Τα μέτρα είναι δυνατό να επαναφέρονται σε ισχύ ανά πάσα στιγμή και μετά από διαβουλεύσεις, αν παύσει να συντρέχει ο λόγος της αναστολής τους.

11. Παρεμβάλλεται νέο άρθρο 14 παράγραφος 7:

"7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υποβάλουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων. Ως προς αυτό, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 6 παράγραφος 3 και 6 παράγραφος 4. Όλα τα στοιχεία που υποβάλλουν τα κράτη μέλη δυνάμει του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 19 παράγραφος 6."

12. Το άρθρο 15 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα εξής:

"2. Η συμβουλευτική επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της. Ο πρόεδρος παρέχει στα κράτη μέλη, το ταχύτερο δυνατό αλλά το αργότερο εντός 10 εργάσιμων ημερών πριν τη συνεδρίαση, όλες τις σχετικές πληροφορίες.

13. Το άρθρο 19 παράγραφος 6 αντικαθίσταται από τα εξής:

"6. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν. Η παρούσα διάταξη δεν αποκλείει την χρήση πληροφοριών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας με σκοπό να κινηθεί άλλη έρευνα εντός της ίδιας διαδικασίας όσον αφορά το ίδιο ομοειδές προϊόν."

Άρθρο 2

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2026/97 τροποποιείται ως εξής:

1. Το άρθρο 13 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Υπό την προϋπόθεση ότι έχει διατυπωθεί προσωρινό συμπέρασμα το οποίο επιβεβαιώνει την ύπαρξη επιδοτήσεων και την εξ αυτών πρόκληση ζημίας, η Επιτροπή μπορεί να αποδεχθεί οικειοθελώς προτεινόμενες ικανοποιητικές αναλήψεις υποχρεώσεων, βάσει των οποίων

α) η χώρα καταγωγής ή/και εξαγωγής συμφωνεί να καταργήσει ή να μειώσει την επιδότηση ή να λάβει άλλου είδους μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της. ή

β) ο εξαγωγέας αναλαμβάνει την υποχρέωση να αναθεωρήσει τις τιμές που εφαρμόζει ή να διακόψει τις εξαγωγές προς την εκάστοτε περιοχή των προϊόντων τα οποία τυγχάνουν αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, ούτως ώστε η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις, να πεισθεί ότι εξαλείφθηκαν οι ζημιογόνες συνέπειες των επιδοτήσεων.

Σ'αυτήν την περίπτωση και στο βαθμό που ισχύουν οι αναλήψεις υποχρεώσεων, οι προσωρινοί δασμοί που έχει επιβάλει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 3 και οι οριστικοί δασμοί που έχει επιβάλει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1, δεν εφαρμόζονται στις αντίστοιχες εισαγωγές του εν λόγω προϊόντος που κατασκευάζεται από τις εταιρείες οι οποίες αναφέρονται στην απόφαση της Επιτροπής για την αποδοχή των αναλήψεων υποχρεώσεων και σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη τροποποίηση της εν λόγω απόφασης.

Οι αυξήσεις τιμών βάσει αυτών των αναλήψεων υποχρεώσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζονται για την αντιστάθμιση του ύψους των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων και μάλιστα πρέπει να υπολείπονται του ύψους των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων αν αυτές οι αυξήσεις επαρκούν για την εξάλειψη της ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

2. Το άρθρο 13 παράγραφος 9 αντικαθίσταται από τα εξής:

"9. Σε περίπτωση παραβίασης ή ανάκλησης των αναλήψεων υποχρεώσεων από οποιοδήποτε μέρος των αναλήψεων υποχρεώσεων, ή σε περίπτωση ανάκλησης της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης από την Επιτροπή, η αποδοχή της ανάληψης υποχρέωσης ανακαλείται, κατόπιν διαβουλεύσεων, με απόφαση της Επιτροπής ή με κανονισμό της Επιτροπής, όπως πρέπει, και εφαρμόζεται ο προσωρινός δασμός που έχει επιβληθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 12 ή ο οριστικός δασμός που έχει επιβληθεί από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1, υπό τον όρο ότι ο ενδιαφερόμενος εξαγωγέας, ή η χώρα καταγωγής και/ή εξαγωγής έλαβαν την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εκτός αν η ανάληψη υποχρέωσης ανακληθεί από τον εξαγωγέα ή από την εν λόγω χώρα.

Οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος ή κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει πληροφορίες που θα περιέχουν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την παραβίαση μιας ανάληψης υποχρέωσης. Η διεξαγωγή ελέγχου για το αν υπάρχει παραβίαση ανάληψης υποχρέωσης ή όχι, περατώνεται κανονικά εντός έξι μηνών και το αργότερο εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία της δεόντως τεκμηριωμένης αίτησης. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει τη βοήθεια των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών κατά την παρακολούθηση των αναλήψεων υποχρεώσεων".

3. Το άρθρο 15 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει η ύπαρξη αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων και ζημίας, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει παρέμβαση σύμφωνα με το άρθρο 31, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό αντισταθμιστικό δασμό. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Σε περίπτωση που επιβάλλονται ήδη προσωρινοί δασμοί, υποβάλλεται πρόταση για τη λήψη οριστικών μέτρων το αργότερο ένα μήνα πριν από τη λήξη ισχύος των προσωρινών δασμών. Δεν θεσπίζονται μέτρα αν ανακληθεί η επιδότηση ή οι επιδοτήσεις ή αν αποδεικνύεται ότι οι επιδοτήσεις δεν προσπορίζουν πλέον κανένα όφελος στους εξαγωγείς που τις λαμβάνουν. Το ύψος του προσωρινού αντισταθμιστικού δασμού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το συνολικό ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, όπως αυτό έχει υπολογισθεί, και πρέπει να είναι κατώτερο από το ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων, εφόσον ο χαμηλότερος αυτός δασμός αρκεί για την εξάλειψη της ζημίας που έχει υποστεί ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής.

4. Το άρθρο 19 παράγραφος 3 αντικαθίσταται από τα εξής:

"3. Όταν οι αντισταθμιστικοί δασμοί που επιβάλλονται είναι κατώτεροι από το ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων που διαπιστώθηκε, κινείται ενδιάμεση επανεξέταση αν οι κοινοτικοί παραγωγοί ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλλει, εντός δύο ετών από την έναρξη ισχύος των μέτρων, επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με το ότι, μετά την επιβολή των μέτρων, μειώθηκαν οι τιμές εξαγωγής ή ότι δεν σημειώθηκε μεταβολή των τιμών ή επαρκής μεταβολή των τιμών μεταπώλησης του εισαγόμενου προϊόντος στην Κοινότητα. Αν η έρευνα αποδείξει την ορθότητα των ισχυρισμών, οι αντισταθμιστικοί δασμοί μπορούν να αυξηθούν στο ύψος της τιμής που απαιτείται για να εξαλειφθεί η ζημία. εντούτοις, το αυξημένο επίπεδο δασμού δεν πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων.

Η ενδιάμεση επανεξέταση μπορεί επίσης να κινηθεί, υπό τους όρους που καθορίζονται ανωτέρω, με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή κατόπιν αιτήσεως κράτους μέλους."

5. Το άρθρο 23 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Οι αντισταθμιστικοί δασμοί που επιβάλλονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από τρίτες χώρες του ομοειδούς προϊόντος, είτε αυτό έχει τροποποιηθεί ελαφρά είτε όχι. ή έναντι των εισαγωγών του ελαφρά τροποποιημένου ομοειδούς προϊόντος από τη χώρα που υπόκειται στα μέτρα. ή μερών αυτού, όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Οι αντισταθμιστικοί δασμοί που δεν υπερβαίνουν τους υπολειπόμενους αντισταθμιστικούς δασμούς που έχουν επιβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, μπορούν να επεκταθούν έναντι των εισαγωγών από εταιρείες που επωφελούνται από ατομικούς δασμούς στις χώρες που υπόκεινται στα μέτρα όταν λαμβάνει χώρα καταστρατήγηση των ισχυόντων μέτρων. Με τον όρο «καταστρατήγηση» νοείται μια μεταβολή των εμπορικών ροών μεταξύ τρίτων χωρών και της Κοινότητας ή μεταξύ ατομικών εταιρειών στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα και της Κοινότητας, η οποία είναι αποτέλεσμα πρακτικής, διαδικασίας ή εργασίας για την οποία δεν υφίσταται ικανός αποχρών λόγος, ούτε οικονομική δικαιολογία, πλην της επιβολής του δασμού, ενώ παράλληλα υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για τη ζημία ή στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι οι τιμές ή/και οι ποσότητες των ομοειδών προϊόντων έχουν ως αποτέλεσμα την εξουδετέρωση των επανορθωτικών συνεπειών του δασμού, και το εισαγόμενο ομοειδές προϊόν ή/και τα μέρη αυτού του προϊόντος εξακολουθούν να τυγχάνουν της επιδότησης.

Η πρακτική, διαδικασία ή εργασία που αναφέρεται στην παράγραφο 1, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την ελαφρά τροποποίηση του υπό εξέταση προϊόντος για να μπορεί να υπαχθεί σε τελωνειακούς κωδικούς που κανονικά δεν υπόκεινται στα μέτρα, υπό τον όρο ότι οι τροποποιήσει δεν μεταβάλλουν τα βασικά χαρακτηριστικά του. την αποστολή του προϊόντος που υπόκειται στα μέτρα μέσω τρίτων χωρών. και την αναδιοργάνωση από τους εξαγωγείς ή παραγωγούς των τρόπων και κυκλωμάτων των πωλήσεών τους στη χώρα που υπόκειται στα μέτρα ούτως ώστε να μπορούν ενδεχομένως να εξάγουν τα προϊόντα τους στην Κοινότητα μέσω παραγωγών που επωφελούνται από ατομικό συντελεστή δασμού χαμηλότερο από τον συντελεστή που εφαρμόζεται στα προϊόντα των κατασκευαστών."

6. Το άρθρο 23 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα εξής:

"2. Οι έρευνες κινούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή με αίτηση κράτους μέλους ή οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου μέρους με βάση επαρκή αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τα θέματα για τα οποία γίνεται λόγος στην παράγραφο 1. Η έρευνα αρχίζει, αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, με κανονισμό της Επιτροπής, με τον οποίον μπορεί επιπλέον να καλούνται ενδεχομένως οι τελωνειακές αρχές να υποβάλουν τις επίμαχες εισαγωγές υποχρεωτικά σε καταγραφή, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 5, ή να ζητήσουν τη σύσταση εγγύησης. Οι έρευνες διεξάγονται από την Επιτροπή, η οποία είναι δυνατό να επικουρείται από τις τελωνειακές αρχές, και πρέπει να ολοκληρώνονται εντός εννέα μηνών. Όταν τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν εξακριβωθεί τελικώς, δικαιολογούν την επέκταση της ισχύος των μέτρων, τότε αυτή αποφασίζεται από το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Η επέκταση τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία κατά την οποία επιβλήθηκε η υποχρέωση καταγραφής δυνάμει του άρθρου 24 παράγραφος 5 ή την ημερομηνία απαίτησης της παροχής εγγυήσεων. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, εφαρμόζονται οι συναφείς διαδικαστικές διατάξεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό για την έναρξη και τη διεξαγωγή ερευνών.

Οι εισαγωγές δεν υποβάλλονται σε καταγραφή δυνάμει του άρθρου 24 παράγραφος 5 ή σε μέτρα όταν διατίθενται στο εμπόριο από εταιρείες στις οποίες έχουν χορηγηθεί απαλλαγές. Οι αιτήσεις για απαλλαγές δεόντως τεκμηριωμένες από αποδεικτικά στοιχεία υποβάλλονται εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στον κανονισμό της Επιτροπής για την έναρξη της έρευνας. Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία εκτός της Κοινότητας, χορηγούνται απαλλαγές στους παραγωγούς του υπό εξέταση προϊόντος οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με κανέναν παραγωγό που υπόκειται σε μέτρα και για τους οποίους διαπιστώνεται ότι δεν εφαρμόζουν πρακτικές καταστρατήγησης όπως ορίζεται στο άρθρο 23 παράγραφος 1. Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα πρακτική, διαδικασία ή εργασία εντός της Κοινότητας, χορηγούνται απαλλαγές σε εισαγωγείς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι δεν είναι συνδεδεμένοι με παραγωγούς οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα.

Αυτές οι απαλλαγές χορηγούνται με απόφαση της Επιτροπής, αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, και ισχύουν κατά την περίοδο και υπό τους όρους που προβλέπει αυτή η απόφαση.

Αν πληρούνται οι όροι που ορίζονται στο άρθρο 20, μπορούν επίσης να χορηγηθούν απαλλαγές μετά την περάτωση της έρευνας η οποία οδήγησε στην επέκταση των μέτρων.

Υπό τον όρο ότι έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος από την επέκταση των μέτρων, και στην περίπτωση που είναι σημαντικός ο αριθμός των μερών που ζητούν ή ενδέχεται να ζητήσουν απαλλαγή, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να κινήσει επανεξέταση της επέκτασης των μέτρων. Μια τέτοια επανεξέταση διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παράγραφος 1 όπως εφαρμόζεται στις επανεξετάσεις βάσει του άρθρου 19."

7. Το άρθρο 24 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα εξής:

"4. Για λόγους προστασίας του συμφέροντος της Κοινότητας, τα μέτρα που επιβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού είναι δυνατό, μετά από διαβουλεύσεις με τη συμβουλευτική επιτροπή, να ανασταλούν με απόφαση της Επιτροπής για χρονικό διάστημα εννέα μηνών. Η αναστολή είναι δυνατό να παρατείνεται για επιπλέον χρονικό διάστημα, το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα έτος, εάν το αποφασίσει το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής. Το Συμβούλιο εγκρίνει την πρόταση εκτός αν αποφασίσει με απλή πλειοψηφία να την απορρίψει εντός ενός μηνός από την ημερομηνία υποβολής της πρότασης από την Επιτροπή. Αναστολή χωρεί μόνον αν οι συνθήκες της αγοράς αλλάξουν προσωρινά σε βαθμό που η ζημία να είναι απίθανο να επαναληφθεί συνεπεία της αναστολής και υπό την προϋπόθεση ότι έχει παρασχεθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής η δυνατότητα να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις οι οποίες και συνεκτιμώνται. Τα μέτρα είναι δυνατό να επαναφέρονται σε ισχύ ανά πάσα στιγμή και μετά από διαβουλεύσεις, αν παύσει να συντρέχει ο λόγος της αναστολής τους.

8. Παρεμβάλλεται νέο άρθρο 24 παράγραφος 7:

"7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υποβάλουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων. Ως προς αυτό, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 11 παράγραφος 3 και 11 παράγραφος 4. Όλα τα στοιχεία που υποβάλλουν τα κράτη μέλη δυνάμει του παρόντος άρθρου καλύπτονται από τις διατάξεις του άρθρου 29 παράγραφος 6."

9. Το άρθρο 25 παράγραφος 2 αντικαθίσταται από τα εξής:

"2. Η συμβουλευτική επιτροπή συγκαλείται από τον πρόεδρό της. Ο πρόεδρος παρέχει στα κράτη μέλη, το ταχύτερο δυνατό αλλά το αργότερο εντός 10 εργάσιμων ημερών πριν τη συνεδρίαση, όλες τις σχετικές πληροφορίες.

10. Το άρθρο 29 παράγραφος 6 αντικαθίσταται από τα εξής:

"6. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν. Η παρούσα διάταξη δεν αποκλείει την χρήση πληροφοριών που υποβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας έρευνας με σκοπό να κινηθεί άλλη έρευνα εντός της ίδιας διαδικασίας όσον αφορά το ίδιο ομοειδές προϊόν."

Άρθρο 3

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 τροποποιείται ως εξής:

1. Το άρθρο 11 παράγραφος 5 αντικαθίσταται από τα εξής:

"5. Οι συναφείς διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι σχετικές με τις διαδικασίες και τη διεξαγωγή των ερευνών, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις σχετικές προθεσμίες, εφαρμόζονται σε κάθε επανεξέταση η οποία διενεργείται δυνάμει των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Οι επανεξετάσεις που διεξάγονται δυνάμει των παραγράφων 2 και 3 διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία έναρξης της επανεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, οι επανεξετάσεις δυνάμει των παραγράφων 2 και 3, ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός 15 μηνών από την έναρξή τους. Οι επανεξετάσεις δυνάμει της παραγράφου 4, ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός 9 μηνών από την ημερομηνία ενάρξεώς τους. Αν κινείται επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 2, ενώ παράλληλα διεξάγεται επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 3, στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, η επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 3 περατώνεται εντός της ίδιας προθεσμίας με εκείνη που προβλέπεται ανωτέρω για την επανεξέταση δυνάμει της παραγράφου 2.

Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο το αργότερο εντός ενός μηνός πριν τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών.

Αν η έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προαναφερόμενων προθεσμιών, τα μέτρα παύουν να ισχύουν στις έρευνες που διεξάγονται δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου ή παραμένουν αμετάβλητα στις έρευνες που διεξάγονται δυνάμει των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Ανακοίνωση για την πραγματική λήξη ισχύος ή τη διατήρηση των μέτρων δυνάμει αυτής της παραγράφου δημοσιεύεται τότε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης."

2. Το άρθρο 12 παράγραφος 4 αντικαθίσταται από τα εξής:

"4. Για κάθε έρευνα που διενεργείται εκ νέου βάσει του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι συναφείς διατάξεις των άρθρων 5 και 6, με την εξαίρεση ότι οι επανεξετάσεις αυτού του είδους διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός εξαμήνου από την ημερομηνία έναρξης της εκ νέου έρευνας. Εν πάση περιπτώσει, αυτές οι εκ νέου έρευνες περατώνονται οπωσδήποτε εντός 9 μηνών από την έναρξη της έρευνας.

Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο το αργότερο εντός ενός μηνός πριν τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών.

Αν η εκ νέου έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προαναφερόμενων προθεσμιών, τα μέτρα διατηρούνται ως έχουν. Ανακοίνωση για την διατήρηση των μέτρων δυνάμει αυτής της παραγράφου δημοσιεύεται επίσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης."

Άρθρο 4

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2026/97 τροποποιείται ως εξής:

Το άρθρο 22 παράγραφος 1 αντικαθίσταται από τα εξής:

"1. Οι συναφείς διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι σχετικές με τις διαδικασίες και τη διεξαγωγή των ερευνών, με εξαίρεση εκείνες που αναφέρονται στις σχετικές προθεσμίες, εφαρμόζονται σε κάθε επανεξέταση η οποία διενεργείται δυνάμει των άρθρων 18, 19 και 20. Οι επανεξετάσεις που διεξάγονται δυνάμει των άρθρων 18 και 19 διενεργούνται με ταχείες διαδικασίες και πρέπει κανονικά να ολοκληρώνονται εντός 12 μηνών από την ημερομηνία ενάρξεως της επανεξέτασης. Εν πάση περιπτώσει, οι επανεξετάσεις δυνάμει των άρθρων 18 και 19 ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός 15 μηνών από την έναρξή τους. Οι επανεξετάσεις δυνάμει του άρθρου 20 ολοκληρώνονται οπωσδήποτε εντός 9 μηνών από την ημερομηνία ενάρξεώς τους. Αν κινείται επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 18, ενώ παράλληλα διεξάγεται επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 19 στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας, η επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 19 περατώνεται εντός της ίδιας προθεσμίας με εκείνη που προβλέπεται ανωτέρω για την επανεξέταση δυνάμει του άρθρου 18.

Η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση στο Συμβούλιο το αργότερο εντός ενός μηνός πριν τη λήξη των ανωτέρω προθεσμιών.

Αν η έρευνα δεν ολοκληρωθεί εντός των προαναφερόμενων προθεσμιών, τα μέτρα παύουν να ισχύουν στις έρευνες που διεξάγονται δυνάμει του άρθρου 18 ή παραμένουν αμετάβλητα στις έρευνες που διεξάγονται δυνάμει των άρθρων 19 και 20. Ανακοίνωση για την πραγματική λήξη ισχύος ή τη διατήρηση των μέτρων δυνάμει της παρούσας παραγράφου δημοσιεύεται τότε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης".

Άρθρο 5

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται σε όλες τις έρευνες που κινούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97 μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού με εξαίρεση

- τα άρθρα 1, παράγραφοι 3, 6, 8, 10 και 12 και 2, παράγραφοι 3, 6, 7 και 9 του παρόντος κανονισμού, τα οποία εφαρμόζονται επίσης ενόσω εκκρεμούν οι έρευνες

και

- τα άρθρα 3 και 4 του παρόντος κανονισμού που εφαρμόζονται δύο έτη μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού στις έρευνες που έχουν κινηθεί δυνάμει των άρθρων 11 παράγραφος 3, 11 παράγραφος 4 και 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 και των άρθρων 19 και 20 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97,

Άρθρο 6

Ο παρών κανονισμός τίθεται σε ισχύ την έβδομη ημέρα μετά τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Τομέας(είς) πολιτικής: Σχέσεις εξωτερικού εμπορίου, περιλαμβανομένης και της πρόσβασης σε αγορές μη κοινοτικών χωρών

Δραστηριότητα(/τες): έρευνες αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων

Τιτλοσ τησ δρασης: τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 2026/97 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

1. ΓΡΑΜΜΗ (-ΕΣ) ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΟΝΟΜΑΣΙΑ (-ΕΣ)

20.01.0101 Δαπάνες σχετικές με το εν ενεργεία προσωπικό της ΓΔ «ΕΜΠΟΡΙΟ»

20.01.02.11 Άλλες δαπάνες διαχείρισης της ΓΔ «ΕΜΠΟΡΙΟ»

2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

2.1. Συνολικό ποσό της δράσης (Μέρος B): εκατ. ευρώ σε πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Δεν εφαρμόζεται

2.2. Περίοδος υλοποίησης:

Η προτεινόμενη δαπάνη προβλέπεται να έχει απεριόριστη διάρκεια.

2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών:

α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων/πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (πρβλ. σημείο 6.1.1)

Δεν εφαρμόζεται

εκατ. ευρώ (με ακρίβεια τρίτου δεκαδικού ψηφίου)

>???? ?I????>

β) Δαπάνες τεχνικής και διοικητικής βοήθειας και στήριξης (βλ. σημείο 6.1.2)

Δεν εφαρμόζεται

>???? ?I????>

Δεν εφαρμόζεται

>???? ?I????>

γ) Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρωπίνων πόρων και άλλων διοικητικών δαπανών(βλ. σημεία 7.2 και 7.3)

εκατ. ευρώ (με ακρίβεια τρίτου δεκαδικού ψηφίου)

>???? ?I????>

>???? ?I????>

2.4. Συμβατότητα με το δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές

[Χ] Η πρόταση είναι συμβατή με τον υπάρχοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό.

[...] Η πρόταση αυτή απαιτεί επαναπρογραμματισμό του αντίστοιχου τομέα των δημοσιονομικών προοπτικών.

Η πρόταση μπορεί να απαιτήσει προσφυγή στις διατάξεις της διοργανικής συμφωνίας.

2.5. Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων: [4]

[4] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό έγγραφο γενικών κατευθύνσεων.

[X] Καμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τις τεχνικές πτυχές της εφαρμογής ενός μέτρου).

Τα δημοσιονομικά έσοδα εξαρτώνται από το επίπεδο των μέτρων αντιντάμπινγκ ή κατά των επιδοτήσεων, τα οποία διέπονται από το ουσιαστικό δίκαιο που περιέχουν οι δύο προαναφερόμενοι κανονισμοί. Η πρόταση δεν επηρεάζει τις ουσιαστικές διατάξεις αλλά μεταβάλλει μόνον τις διαδικαστικές διατάξεις.

Ή

Δημοσιονομική επίπτωση - Το αποτέλεσμα στα έσοδα είναι το εξής:

(Σημείωση: Όλες οι διευκρινίσεις και παρατηρήσεις που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού των επιπτώσεων στα έσοδα πρέπει να αναφέρονται σε χωριστό φύλλο, προσαρτημένο στο παρόν δημοσιονομικό δελτίο).

(εκατ. ευρώ με ακρίβεια πρώτου δεκαδικού ψηφίου)

>???? ?I????>

(Εφόσον υπάρχουν επιπτώσεις σε περισσότερα του ενός κονδύλια του προϋπολογισμού, πρέπει να αναφέρεται κάθε σχετικό κονδύλιο, με προσθήκη του κατάλληλου αριθμού γραμμών στον πίνακα).

3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

>???? ?I????>

4. NOMIKH BΑΣΗ

Άρθρο 133 της συνθήκης

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου

Πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ 2026/97 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ

5.1. Ανάγκη κοινοτικής παρέμβασης [5]

[5] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό έγγραφο γενικών κατευθύνσεων.

5.1.1. Επιδιωκόμενοι στόχοι

Εισαγωγή υποχρεωτικών προθεσμιών για την περάτωση των ερευνών επανεξέτασης.

Η εισαγωγή υποχρεωτικών προθεσμιών στις έρευνες επανεξέτασης αποτελεί ουσιαστικό μέρος των τροποποιήσεων που συμπληρώνει τις τροποποιήσεις οι οποίες περιέχονται στην αρχική πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τον τρόπο λήψης των αποφάσεων από τα κράτη μέλη στον τομέα του ντάμπινγκ και των επιδοτήσεων. Όντως, πρόκειται για μια μακροχρόνια αίτηση πολλών κρατών μελών. Η καθιέρωση προθεσμιών θα αποτελέσει επομένως ένα αναπόσπαστο τμήμα του συνολικού "πακέτου" που εξασφαλίζει την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων πτυχών τις οποίες καλύπτουν οι διάφορες τροποποιήσεις.

Σύμφωνα με τον σημερινό βασικό κανονισμό αντιντάμπινγκ, οι νέες έρευνες υπόκεινται σε υποχρεωτική προθεσμία 15 μηνών (13 μήνες για τον βασικό κανονισμό κατά των επιδοτήσεων). Αντίθετα, η σημερινή προθεσμία 12 μηνών για τις έρευνες επανεξέτασης δεν είναι υποχρεωτική αλλά απλώς ενδεικτική. Η κτηθείσα εμπειρία από την έναρξη ισχύος του βασικού κανονισμού δείχνει ότι, αν δεν υπάρχουν υποχρεωτικές προθεσμίες και οι αναγκαίοι ανθρώπινοι πόροι, είναι πολύ δύσκολο να τηρείται η προαναφερόμενη κανονική προθεσμία των 12 μηνών. Ειδικότερα, η έλλειψη αυστηρών προθεσμιών δεν επιτρέπει να επιβάλλεται στα ενδιαφερόμενα μέρη η υποχρεωτική τήρηση των διαδικαστικών απαιτήσεων. Κατά συνέπεια, οι επανεξετάσεις διαρκούν συνήθως περισσότερο από το κανονικό χρονικό πλαίσιο.

Έως ότου ολοκληρωθούν οι έρευνες επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος, εξακολουθούν να ισχύουν τα μέτρα που αποτελούν αντικείμενο της επανεξέτασης. Συνεπώς, οι ασυνήθιστα μακρές έρευνες επανεξέτασης μπορούν να υπονομεύσουν την ασφάλεια του δικαίου και να προκαλέσουν δυσμενείς συνέπειες για τα ενδιαφερόμενα μέρη.

Η μοναδική λύση αυτού του προβλήματος είναι η εισαγωγή υποχρεωτικών προθεσμιών για την περάτωση των ερευνών επανεξέτασης. Προτείνεται επομένως η εισαγωγή υποχρεωτικής προθεσμίας 15 μηνών για την περάτωση των ερευνών ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος, ενώ πρέπει να διατηρηθεί το υπάρχον ενδεικτικό χρονοδιάγραμμα των 12 μηνών. Για έρευνες επανεξέτασης νεοεμφανιζόμενων εταιρειών και των ερευνών για την απορρόφηση του δασμού, προτείνεται υποχρεωτική προθεσμία 9 μηνών. Αυτές οι προθεσμίες θεωρούνται κατάλληλο χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο για την περάτωση διαφόρων ερευνών επανεξέτασης, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του σχετικά περίπλοκου χαρακτήρα κάθε διαφορετικού τύπου έρευνας επανεξέτασης.

5.1.2. Μέτρα σχετικά με την εκ των προτέρων αξιολόγηση

(Αυτό προϋποθέτει:

α) ότι θα δοθούν εξηγήσεις για τον τρόπο και το χρόνο διεξαγωγής της εκ των προτέρων αξιολόγησης (φορέας, χρόνος και τόπος όπου είναι διαθέσιμη(/μες) η/οι έκθεση(/σεις)) ή τρόπος με τον οποίο συγκεντρώθηκαν οι αντίστοιχες πληροφορίες [6].

[6] Για τις απαιτήσεις ελάχιστων πληροφοριών σχετικά με τις νέες πρωτοβουλίες, βλ. SEC 2000 (1051).

β) να περιγραφούν σύντομα οι διαπιστώσεις και η κτηθείσα εμπειρία από την εκ των προτέρων αξιολόγηση).

Μετά την υποβολή της "19ης Ετήσιας Έκθεσης της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για τις δραστηριότητες αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων", το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με δική του πρωτοβουλία, υιοθέτησε τον Οκτώβριο 2002 έκθεση που ετοίμασε το Αξιότιμο Μέλος του Κοινοβουλίου Michel Hansenne (Ref. A5-0323/2002, PE 316-244). Σ'αυτήν την έκθεση, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότεινε σειρά βελτιώσεων στις τρέχουσες πρακτικές όπως, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή προθεσμιών για τις έρευνες επανεξέτασης. Ως προς αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι πρέπει να τεθούν στη διάθεση της Επιτροπής μέσα ανάλογα με τις ανάγκες που απορρέουν από αυτό (προβλεπόμενη αύξηση του φόρτου εργασίας).

Επιπλέον, τα κράτη μέλη - μέσω της συμβουλευτικής επιτροπής αντιντάμπινγκ/κατά των επιδοτήσεων και της Ομάδας του Συμβουλίου για Εμπορικά θέματα - τόνισαν επανειλημμένως την ανάγκη να μειωθούν οι περίοδοι των ερευνών επανεξέτασης.

Η Επιτροπή εξέτασε αυτήν την πρόταση και υποβάλλει τώρα πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που ασχολείται με αυτό το θέμα. Επιπλέον, εξακολούθησε να τονίζει την ανάγκη εκτίμησης των επιπτώσεων στους πόρους της.

5.1.3. Μέτρα που θεσπίζονται μετά την εκ των υστέρων αξιολόγηση

(Όταν ένα πρόγραμμα ανανεώνεται η εμπειρία που θα αποκτηθεί από μια ενδιάμεση ή από την εκ των υστέρων αξιολόγηση πρέπει επίσης να περιγράφεται εν συντομία)

Δεν εφαρμόζεται

5.2. Προβλεπόμενη δράση και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

(Αυτό το σημείο πρέπει να περιγράφει τη συλλογιστική πίσω από την πρόταση. Πρέπει να προσδιορίζει τις κυριότερες δράσεις που θα συμβάλουν στην υλοποίηση του γενικού στόχου. Κάθε δράση πρέπει να έχει έναν ή περισσότερους στόχους. Αυτοί οι στόχοι πρέπει να αναφέρουν την αναμενόμενη πρόοδο κατά την προτεινόμενη περίοδο. Πρέπει επίσης να μην στοχεύουν μόνον σε άμεσα αποτελέσματα αλλά να είναι αρκετά ακριβείς ώστε να επιτρέπουν τον προσδιορισμό συγκεκριμένων αποτελεσμάτων. Να προσδιορίζονται για κάθε κύρια δράση:

- ο πληθυσμός(οί) στόχος (αριθμός δικαιούχων αν είναι δυνατό).

Οι κοινοτικοί παραγωγοί, οι εισαγωγείς, οι χρήστες και οι έμποροι, καθώς και οι παραγωγοί και εξαγωγείς τρίτων χωρών, θα επωφεληθούν από τις συνέπειες που θα έχει ο καθορισμός υποχρεωτικών προθεσμιών για τις έρευνες επανεξέτασης. Όλα αυτά τα μέρη εξέφρασαν την ανησυχία τους κατά το παρελθόν σχετικά με τον χρόνο που απαιτείται για την περάτωση των ερευνών και υπογράμμισαν ότι η αβεβαιότητα που τον συνοδεύει είναι επιζήμια για τις δραστηριότητές τους.

- οι ειδικοί στόχοι που καθορίζονται για την περίοδο προγραμματισμού (σε μετρήσιμους όρους).

Με βάση τους στόχους που καθορίζονται στο σημείο 5.1.1., η εισαγωγή υποχρεωτικών προθεσμιών στις έρευνες επανεξέτασης έχει τους ακόλουθους ειδικούς στόχους:

- αύξηση της διαφάνειας των μέσων εμπορικής άμυνας

- αύξηση της αποτελεσματικότητας του μέσου

- αποφυγή των δυσμενών οικονομικών επιπτώσεων για τα ενδιαφερόμενα μέρη

- -τα συγκεκριμένα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την υλοποίηση της δράσης.

Για να αντιμετωπιστεί ο πρόσθετος φόρτος εργασίας μετά τον καθορισμό των προθεσμιών για τις έρευνες επανεξέτασης, είναι αναγκαίο να προβλεφθούν πρόσθετοι ανθρώπινοι πόροι. Ο αριθμός συμπληρωματικού προσωπικού που απαιτείται για την αντιμετώπιση του πρόσθετου φόρτου εργασίας που θα προκύψει από τον καθορισμό της προθεσμίας 15 μηνών για τις ενδιάμεσες επανεξετάσεις και για τις επανεξετάσεις ενόψει της λήξεως ισχύος είναι 14 (7 Α και 7 Β), εκτός από μία θέση υπαλλήλου κατηγορίας C για εργασίες γραμματείας.

Αυτό το στοιχείο υπολογίστηκε με βάση τον αριθμό και τον τύπο των νέων υποθέσεων και των επανεξετάσεων που είναι εν εξελίξει, τον αριθμό του προσωπικού που ασχολείται επί του παρόντος με τις υποθέσεις και τον μέσο όρο της διάρκειας των επανεξετάσεων τα τελευταία χρόνια.

Σε μετρήσιμες τιμές: οι έρευνες ενδιάμεσης επανεξέτασης και επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος αντιστοιχούν στο 69% των συνολικών μηνών έρευνας, που σημαίνει ότι 53 άτομα ασχολούνται αποκλειστικά με αυτές τις επανεξετάσεις. Για να αντιμετωπιστούν οι μικρότερες προθεσμίες που προτείνονται (από μέσο όρο 19 μηνών στους προτεινόμενους 15 μήνες), θα χρειαστεί επιπλέον προσωπικό 14 ατόμων που θα προστεθεί στο υπάρχον προσωπικό 53 ατόμων. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός ο υπολογισμός αντανακλά την κατάσταση που επικρατούσε στις 31 Οκτωβρίου 2003. Το αποτέλεσμα ελέγχθηκε διπλά με τον ίδιο υπολογισμό για την κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 1998, 1999, 2000, 2001 και 2002. Όλοι αυτοί οι υπολογισμοί έδειξαν την απόλυτη ανάγκη να αυξηθεί ο αριθμός του αναγκαίου προσωπικού εφόσον επιβεβαιώθηκε επίσης η σημασία αυτών των τύπων ερευνών στον φόρτο εργασίας της ΓΔ Εμπόριο.

Η εφαρμογή προθεσμιών για τις επανεξετάσεις θα εισαχθεί σταδιακά σε 2 φάσεις. Μαζί με την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων, όλες οι νέες έρευνες επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος θα υποβάλλονται σε υποχρεωτικές προθεσμίες. 2 έτη μετά την έναρξη ισχύος των τροποποιήσεων, οι ενδιάμεσες επανεξετάσεις θα υπάγονται επίσης σε προθεσμίες. Με άλλα λόγια, ο επιπλέον φόρτος εργασίας που απορρέει από την εισαγωγή των προθεσμιών θα αυξάνεται σταδιακά. Ως εκ τούτου υποβάλλεται επίσης πρόταση για συμπληρωματικό προσωπικό σε 3 "δόσεις" στις πρόσθετες 5 θέσεις ανά έτος επί 3 έτη. Σχετικά με το έτος 2004, θα είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί η κατάσταση με το υπάρχον προσωπικό. Αυτό αντανακλά το γεγονός ότι περιορίζεται ο συμπληρωματικός φόρτος εργασίας που προβλέπεται για το 2004, δεδομένου ότι ένα σημαντικό μέρος των επανεξετάσεων που θα κινηθούν αυτό το έτος, θα έχουν ημερομηνία έναρξης πριν την θέση σε ισχύ των τροποποιήσεων. Πρέπει να σημειωθεί ότι μια έρευνα επανεξέτασης ενόψει της λήξεως ισχύος που κινείται για παράδειγμα τον Οκτώβριο 2003, θα έχει κανονικά περατωθεί τον Απρίλιο 2005. Είναι φανερό ότι, με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότερες επανεξετάσεις ενόψει της λήξεως ισχύος και, από το 2006 και μετέπειτα, και οι ενδιάμεσες επανεξετάσεις θα υπόκεινται σε αυστηρές προθεσμίες, οπότε το πρόσθετο προσωπικό θα γίνεται απαραίτητο σταδιακά κατά την προαναφερθείσα τριετή περίοδο.

>???? ?I????>

Για λόγους πληροφόρησης, ο αριθμός των υποθέσεων για τις οποίες μπορεί να ζητηθεί επανεξέταση ενόψει της λήξεως ισχύος βάσει των άρθρων 11 παράγραφος 2 ή 18, είναι 23 το 2004 και 64 για το 2005.

Επιπλέον, θα χρειαστεί συμπληρωματικός προϋπολογισμός για να καλυφθούν οι επιπλέον αποστολές για ένα χρονικό διάστημα (μέχρι σήμερα, οι αποστολές μπορούσαν να προγραμματίζονται εκ νέου για να καλύπτονται από τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους δεδομένου ότι δεν υπήρχαν προθεσμίες που έπρεπε να τηρηθούν).

Η ΓΔ Εμπόριο επέλεξε την προσέγγιση σε δύο στάδια (δηλ. τη σταδιακή εισαγωγή των υποχρεωτικών προθεσμιών) καθώς και την αίτηση για συμπληρωματικό προσωπικό ώστε να εξασφαλιστεί απόλυτα το ότι θα τηρούνται οι υποχρεωτικές προθεσμίες από τη στιγμή που θα καθιερωθούν. Όντως, η μη τήρηση από την Επιτροπή αυτών των προθεσμιών θα έχει σοβαρές συνέπειες, τόσο για τους οικονομικούς φορείς όσο και για την Επιτροπή. Στην περίπτωση των επανεξετάσεων ενόψει της λήξεως ισχύος τα ισχύοντα μέτρα αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων θα λήγουν αυτομάτως. Ετσι, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν θα είναι πλέον προστατευμένος από τους δασμούς αντιντάμπινγκ/κατά των επιδοτήσεων παρόλο που θα έχει δικαίωμα να καλύπτεται από τέτοια μέτρα. Αυτό με την σειρά του θα καθιστά νομικά υπεύθυνη την Επιτροπή (πληρωμή ζημιών, προσφυγές για κακή διαχείριση). Στην περίπτωση των ενδιάμεσων επανεξετάσεων, τα μέτρα θα παραμένουν αμετάβλητα αν δεν τηρούνται οι προθεσμίες. Αυτό με τη σειρά του μπορεί να έχει ως συνέπεια, π.χ., να υπόκεινται ακόμη οι εξαγωγείς και οι εισαγωγείς σε δασμούς αντιντάμπινγκ/κατά των επιδοτήσεων παρόλο που αυτοί οι δασμοί θα έχουν μειωθεί ή ανασταλεί με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλονται κατά την ενδιάμεση επανεξέταση. Είναι πάλι προφανείς οι συνέπειες αυτής της παράλειψης για τους εξαγωγείς και εισαγωγείς, δεδομένου ότι πρόκειται για τη νομική ευθύνη της Επιτροπής.

- τα άμεσα αποτελέσματα κάθε δράσης. και,

Οι επανεξετάσεις βάσει των άρθρων 11 παράγραφος 2 και 18 του βασικού κανονισμού αντιντάμπινγκ και του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων θα υπάγονται αμέσως στις διατάξεις της πρότασης, καθώς και οι έρευνες που εκκρεμούν. Σε μετρήσιμες τιμές, αυτό σημαίνει ότι για το έτος 2004, 23 υποθέσεις αντιντάμπινγκ/κατά των επιδοτήσεων θα αποτελούν αντικείμενο αιτήσεων για έρευνες επανεξέτασης.

- τη συνεισφορά αυτών των αποτελεσμάτων στα αναμενόμενα αποτελέσματα όσον αφορά την κάλυψη των αναγκών ή την επίλυση των προβλημάτων.

Το αποτέλεσμα που περιγράφεται ανωτέρω θα συμβάλει άμεσα στην υλοποίηση του στόχου τροποποίησης των βασικών κανονισμών.

Πρέπει επίσης να υποβληθούν πληροφορίες σχετικά με τις λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης (ύψος και μορφή της αιτούμενης χρηματοδοτικής βοήθειας).)

5.3. Λεπτομέρειες υλοποίησης

(Να διευκρινιστεί με ποιους τρόπους θα εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες δράσεις: άμεση διαχείριση από την Επιτροπή είτε μόνον με το μόνιμο προσωπικό ή με εξωτερικό προσωπικό, ή με την προσφυγή στην παροχή εξωτερικών υπηρεσιών. Σ'αυτήν την περίπτωση, να διευκρινιστούν οι προβλεπόμενοι τρόποι της παροχής αυτών των εξωτερικών υπηρεσιών (ΓΤΒ, υπηρεσίες, γραφεία, αποκεντρωμένες μονάδες εκτέλεσης, από κοινού διαχείριση με τα κράτη μέλη - εθνικοί, περιφερειακοί και τοπικοί οργανισμοί.)

Να αναφερθούν επίσης οι επιπτώσεις του μοντέλου της παροχής εξωτερικών υπηρεσιών που επιλέγεται, στους πόρους χρηματοδοτικής παρέμβασης, διαχείρισης και στήριξης καθώς και στους ανθρώπινους πόρους (αποσπασμένοι υπάλληλοι, κλπ.)).

Βάσει του άρθρου 133 της συνθήκης, η Κοινότητα διατηρεί την αποκλειστική αρμοδιότητα για την εμπορική πολιτική και ειδικότερα για τα μέσα εμπορικής άμυνας. Τα Όργανα της Κοινότητα θα είναι αρμόδια για την εκτέλεση και τη διαχείριση του προτεινόμενου κανονισμού.

Δεδομένου ότι οι έρευνες που διεξάγει η Επιτροπή είναι "εμπιστευτικές" και έχουν οιονεί δικαστική φύση, η εργασία πρέπει να διεξάγεται από μόνιμο προσωπικό (υπάλληλοι, ...).

Σχετικά με το θέμα της εμπιστευτικότητας, πρέπει να υπογραμμισθούν δύο πτυχές. Πρώτον, οι αποφάσεις αντιντάμπινγκ και κατά των επιδοτήσεων μπορούν να επηρεάσουν την αγορά στο ότι κάθε διαρροή σχετικά με την ακριβή ημερομηνία της εγκρίσεώς τους μπορεί ειδικότερα να δώσει την ευκαιρία στους εξαγωγείς στις τρίτες χώρες και στους εισαγωγείς στην Κοινότητα να προβούν σε δυσμενείς βραχυπρόθεσμες ενέργειες που θα υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων. Δεύτερον, και πιθανώς το σημαντικότερο, σε όλες τις έρευνες αντιντάμπινγκ/κατά των επιδοτήσεων, οι πληροφορίες ιδιαίτερα ευαίσθητης φύσης συλλέγονται με τον συνηθισμένο τρόπο. Αυτές οι πληροφορίες καλύπτουν τα βασικά επιχειρηματικά στοιχεία των οικονομικών φορέων που πλήττονται (πλήρεις κατάλογοι πωλήσεων συναλλαγή προς συναλλαγή, κόστος παραγωγής κατανεμημένο ανάλογα με τύπους προϊόντων, κυκλώματα πωλήσεων, τρόποι προμήθειας, κλπ.). Η μη επιτρεπόμενη κοινοποίηση αυτών των πληροφοριών δεσμεύει αμέσως τη νομική ευθύνη της Επιτροπής.

Σχετικά με την οιονεί δικαστική φύση, πρέπει να αναφερθεί ότι οι εν λόγω έρευνες επηρεάζουν κανονικά υψηλό αριθμό μερών με αντίθετα συμφέροντα. Όλα αυτά τα μέρη έχουν πολλά διαδικαστικά δικαιώματα τα οποία δεν επιβάλλονται μόνον στο Όργανο από τη Συνθήκη αλλά από τις υποχρεώσεις του ΠΟΕ. Πολλά από αυτά τα διαδικαστικά δικαιώματα διέπουν λεπτομερώς την πολύπλοκη διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών. Έτσι, όχι μόνον τα τελικά συμπεράσματα αυτών των ερευνών αλλά και πολλά από τα προηγούμενα στάδια της διαδικασίας διέπονται από πολλούς νομικούς κανόνες.

6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ

6.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο Μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

(Η μέθοδος υπολογισμού των συνολικών ποσών που παρατίθενται στον πίνακα που ακολουθεί πρέπει να εξηγηθεί από την αναλυτική καταχώρηση του πίνακα 6.2. )

6.1.1. Δημοσιονομική παρέμβαση

Δεν εφαρμόζεται

Αναλήψεις υποχρεώσεων (σε εκατ. ευρώ έως τρία δεκαδικά ψηφία)

>???? ?I????>

6.1.2. Τεχνική και διοικητική βοήθεια, δαπάνες στήριξης και δαπάνες ΤΠ (πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων)

Δεν εφαρμόζεται

>???? ?I????>

6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο Μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) [7]

[7] Για περισσότερες πληροφορίες, βλέπε το χωριστό έγγραφο γενικών κατευθύνσεων.

Δεν εφαρμόζεται

(Στην περίπτωση που υπάρχουν πολλές δράσεις, πρέπει να δοθούν, για τα συγκεκριμένα μέτρα κάθε δράσης, οι αναγκαίες διευκρινίσεις για τον υπολογισμό του όγκου και του κόστους των υλοποιήσεων)

Αναλήψεις υποχρεώσεων (σε εκατ. ευρώ έως τρία δεκαδικά ψηφία)

>???? ?I????>

Εφόσον χρειάζεται, να εξηγηθεί ο τρόπος υπολογισμού

7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους

>???? ?I????>

Οι ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό και σε διοικητικούς πόρους θα καλυφθούν από τους χορηγηθέντες πόρους στη ΓΔ διαχείρισης στο πλαίσιο της διαδικασίας ετήσιας χορήγησης.

7.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων

>???? ?I????>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

7.3. Άλλες δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που απορρέουν από τη δράση

>???? ?I????>

Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες δώδεκα μηνών.

1 Να προσδιοριστεί το είδος κάθε επιτροπής καθώς και η ομάδα στην οποία ανήκει.

Θ. Ετήσιο σύνολο (7.2 + 7.3) // EUR 1.725.000 από το 2007 και μετά (575.000 και 1.150.000 το 2005 και 2006 αντιστοίχως)

II. Διάρκεια της δράσης // Απεριόριστη

ΙΙΙ. Συνολικό κόστος της δράσης (I x II) // Δεν εφαρμόζεται

(Κατά την εκτίμηση των ανθρώπινων και διοικητικών πόρων που απαιτούνται για τη δράση, οι ΓΔ/Υπηρεσίες πρέπει να λάβουν υπόψη τις αποφάσεις που εξέδωσε η Επιτροπή κατά τη συζήτηση προσανατολισμού και την έγκριση του προσχεδίου προϋπολογισμού (ΠΠ). Αυτό σημαίνει ότι οι ΓΔ πρέπει να αποδεικνύουν ότι οι ανθρώπινοι πόροι μπορούν να καλυφθούν από την ενδεικτική πρώτη κατανομή που έγινε όταν εγκρίθηκε το ΠΠ.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις (όταν, για παράδειγμα, η εν λόγω δράση ήταν αδύνατο να προβλεφθεί κατά την κατάρτιση του ΠΠ), η Επιτροπή πρέπει να ενημερωθεί για να αποφασίσει εάν και με ποιο τρόπο (με τροποποίηση της ενδεικτικής πρώτης κατανομής, ad hoc ανακατανομή των πόρων, διορθωτικό και συμπληρωματικό προϋπολογισμό ή επιστολή τροπολογίας του σχεδίου προϋπολογισμού) πρέπει να αποδεχθεί την εφαρμογή της προτεινόμενης δράσης.

Η ανάγκη σε συμπληρωματικό προσωπικό μπορεί να προβλεφθεί. Έτσι, στην αρχή των προτάσεων για την αλλαγή του προαναφερόμενου κανονισμού ήταν η ανάγκη, όπως αποδείχθηκε από σειρά γεγονότων τον Μάρτιο 2003, να βελτιωθεί η διαδικασία λήψης των αποφάσεων στο πλαίσιο του Συμβουλίου και έτσι να διασφαλιστούν η αποτελεσματικότητα, η αξιοπιστία και η διαφάνεια αυτής της σημαντικής κοινοτικής δραστηριότητας. Εντούτοις, τα κράτη μέλη έλαβαν την ευκαιρία να επιμείνουν επίσης για αριθμό άλλων αλλαγών που θα προωθήσουν την αποτελεσματικότητα, την αξιοπιστία και την διαφάνεια. Με αυτόν τον τρόπο, θέλησαν να εξετάσουν προβλήματα τα οποία είχαν ήδη διατυπωθεί κατά το παρελθόν από τους οικονομικούς φορείς και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

8.1. Ρυθμίσεις παρακολούθησης

(Πρέπει να συγκεντρώνονται κατάλληλα στοιχεία παρακολούθησης ήδη από την έναρξη κάθε δράσης, σχετικά με τα μέσα και τους πόρους που χρησιμοποιούνται, τις υλοποιήσεις και τα αποτελέσματα της παρέμβασης. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι (i) προσδιορίζονται οι δείκτες για τις εισροές, τις εκροές και τα αποτελέσματα και (ii) εφαρμόζονται μέθοδοι για τη συγκέντρωση των στοιχείων).

Δεν εφαρμόζεται

8.2. Ρυθμίσεις και χρονοδιάγραμμα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

(Να περιγραφεί το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα και οι τρόποι ενδιάμεσων και εκ των υστέρων αξιολογήσεων που θα γίνονται για να διαπιστώνεται αν η παρέμβαση έχει υλοποιήσει τους καθορισμένους στόχους. Στην περίπτωση πολυετών προγραμμάτων, πρέπει να γίνεται τουλάχιστον μια σε βάθος εκτίμηση κατά τη διάρκεια του κύκλου του προγράμματος. Για τις άλλες δραστηριότητες, μια εκ των υστέρων αξιολόγηση ή μια ενδιάμεση αξιολόγηση πρέπει να πραγματοποιείται περιοδικά τουλάχιστον κάθε 6 χρόνια).

Δεν εφαρμόζεται

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

(Άρθρο 3, παράγραφος 4, του δημοσιονομικού κανονισμού: "Η Επιτροπή, για να προλαβαίνει τους κινδύνους απάτης και ανωμαλιών, αναφέρει στο δημοσιονομικό δελτίο, πληροφορίες σχετικά με τα υπάρχοντα ή προβλεπόμενα μέτρα πρόληψης και άμυνας").

Δεν εφαρμόζεται

Top