This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52003PC0706
Proposal for a Council Decision on a Community financial contribution towards Member States fisheries control programmes
Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή στα προγράμματα ελέγχου της αλιείας των κρατών μελών
Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή στα προγράμματα ελέγχου της αλιείας των κρατών μελών
/* COM/2003/0706 τελικό - CNS 2003/0281 */
Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή στα προγράμματα ελέγχου της αλιείας των κρατών μελών /* COM/2003/0706 τελικό - CNS 2003/0281 */
Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή στα προγράμματα ελέγχου της αλιείας των κρατών μελών (υποβληθείσα από την Επιτροπή) ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Ο βασικός στόχος της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής είναι η επίτευξη της βιώσιμης εκμετάλλευσης των έμβιων υδρόβιων πόρων καθώς και της υδατοκαλλιέργειας στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη του στόχου αυτού, οι κοινοτικοί κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται κατά αποτελεσματικό και ομοιόμορφο τρόπο. Παρά το γεγονός ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής του ελέγχου, της επιθεώρησης και της εποπτείας της αλιείας και των σχετικών δραστηριοτήτων με τη θέσπιση διοικητικών και τεχνικών δομών, είναι προς το συμφέρον της Κοινότητας να διαθέτουν τα κράτη μέλη δομές οι οποίες να τους επιτρέπουν να τηρούν τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η διάθεση από τα κράτη μέλη ανθρώπινων πόρων και τεχνικών μέσων τα οποία επαρκούν για τους σκοπούς ελέγχου. Το 1990, η Κοινότητα εισήγαγε ένα καθεστώς ενίσχυσης για την παροχή χρηματοδοτικής στήριξης στα κράτη μέλη για τη θέσπιση δομών ελέγχου, ιδίως για την προώθηση ορισμένων μορφών ελέγχου οι οποίες είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές, όπως είναι τα συστήματα για την τηλεπαρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα του μέτρου καθώς και οι ανάγκες των κρατών μελών στον τομέα αυτό, οι ρυθμίσεις αυτές τροποποιήθηκαν το 1995 και πλέον πρόσφατα το 2001 με την απόφαση 2001/431/ΕΚ [1]. [1] ΕΕ L 154 της 9.6.2001, σ. 22. Η απόφαση 2001/431/ΕΚ πρόκειται να λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Το Συμβούλιο αποφάσισε το 2001 να περιορίσει το καθεστώς μέχρι την εν λόγω ημερομηνία προκειμένου να αξιολογήσει τις ανάγκες οι οποίες θα προκύψουν από τη μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, η οποία προγραμματίστηκε για τα τέλη του 2002 και η οποία έχει τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003. Αφού έλαβε υπόψη τα αποτελέσματα του ισχύοντος μέτρου και τις ανάγκες υπό το φως των αποτελεσμάτων της μεταρρύθμισης, η Επιτροπή προτείνει την παράταση των ρυθμίσεων υπό τροποποιημένη μορφή επί δύο έτη για τους ακόλουθους λόγους: - ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 [2] υπογραμμίζει την ανάγκη χρήσης σύγχρονων τεχνολογιών για την επέκταση του συστήματος τηλεπαρακολούθησης μικρότερων αλιευτικών σκαφών και την εισαγωγή της ηλεκτρονικής διαβίβασης πληροφοριών από σκάφη καθώς και την τηλεανίχνευση των σκαφών που βρίσκονται σε αλιευτικά πεδία. [2] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59. - την 1η Μαΐου 2004, δέκα νέες χώρες θα ενταχθούν στην Κοινότητα. Οι δομές παρακολούθησης ορισμένων από τις χώρες αυτές χρειάζονται άμεση βελτίωση προκειμένου οι επιχειρηματίες του κλάδου να μην επωφεληθούν από τις ελλείψεις του συστήματος ελέγχου. - το Συμβούλιο αποφάσισε την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων επιθεώρησής τους με την ίδρυση μιας κοινής δομής επιθεώρησης χρησιμοποιώντας τις δομές, τον εξοπλισμό και τα δίκτυα επικοινωνιών που διαθέτουν τα κράτη μέλη. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να συμπληρωθούν και να προσαρμοστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι υφιστάμενοι πόροι πριν το 2006, οπότε και ενδέχεται να τεθεί σε λειτουργία η δομή επιθεώρησης. - διαπιστώθηκε, κυρίως μέσω των ετήσιων εκθέσεων σχετικά με σοβαρές παραβάσεις των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, ότι τα κράτη μέλη προβαίνουν στη δίωξη παραβάσεων επιδεικνύοντας διαφορετικούς βαθμούς επιμέλειας και αυστηρότητας. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αυξηθεί η ενημέρωση σχετικά με τη σημασία της επιβολής κυρώσεων για τις παραβάσεις οι οποίες βλάπτουν τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων. Αυτό θα απαιτήσει την προώθηση μιας παιδείας που θα ευνοεί την προστασία των φυσικών πόρων και την επιθεώρηση όλων εκείνων οι οποίοι συμβάλλουν στην εφαρμογή της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, έτσι ώστε να μπορούν να επιβάλλονται αποτελεσματικές κυρώσεις. Για τους λόγους αυτούς και με στόχο την επίτευξη μεγαλύτερης σαφήνειας, προτείνεται ο επανακαθορισμός των μέτρων που είναι επιλέξιμα για χρηματοδοτική στήριξη από την Κοινότητα, τα περισσότερα από τα οποία καλύπτονται ήδη από ισχύοντες κανόνες. Τα μέτρα που προτείνονται ως επιλέξιμα για χρηματοδότηση είναι: (1) η αγορά εξοπλισμού πληροφορικής και η εγκατάσταση δικτύων τεχνολογίας πληροφοριών. (2) η αγορά συσκευών για τον εντοπισμό αλιευτικών σκαφών και εξοπλισμού για την ηλεκτρονική διαβίβαση πληροφοριών. (3) πιλοτικά έργα σχετικά με τις νέες τεχνολογίες για την παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων. (4) η επιμόρφωση και η ανταλλαγή επιθεωρητών. (5) πιλοτικά έργα για σχέδια επιθεώρησης και παρατηρητές. (6) η ανάλυση κόστους/οφέλους των δαπανών όσον αφορά τις επιθεωρήσεις. (7) πρωτοβουλίες για την αύξηση της ενημέρωσης όσον αφορά τη σημασία της συμμόρφωσης προς τις διατάξεις του ελέγχου της αλιείας. (8) η αγορά και ο εκσυγχρονισμός πλωτών μέσων και αεροσκαφών για επιθεωρήσεις στη θάλασσα. Οι ετήσιες πιστώσεις που έχουν προγραμματιστεί ανέρχονται σε 35 εκατ. EUR για το 2004 και το 2005. Η κανονική κοινοτική συμμετοχή θα ανέλθει στο 50% των δαπανών που θα πραγματοποιήσουν τα κράτη μέλη. η συμμετοχή αυτή θα μπορούσε να είναι υψηλότερη για δαπάνες που έχουν σχέση με τα σημεία (2), (3) και (7). Τα έργα που αφορούν το σημείο (8) μπορούν να χρηματοδοτηθούν μέχρι ύψους 35% των δαπανών και θα είναι επιλέξιμα μόνο τα νέα κράτη μέλη που θα ενταχθούν την 1η Μαΐου 2004. Οι διατάξεις για τις αιτήσεις ενίσχυσης και πληρωμών τροποποιήθηκαν προκειμένου να καταστούν σαφέστερες και ακριβέστερες. Νέες διατάξεις προσδιορίζουν το περιεχόμενο της αίτησης κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής για έργα. Από σήμερα και στο εξής, οποιαδήποτε αίτηση αποζημίωσης θα πρέπει να συνοδεύεται από δήλωση δαπανών. Θεσπίζονται νέοι κανόνες για αποδέσμευση μη χρησιμοποιηθεισών πιστώσεων. Οι διατάξεις αυτές αντικαθιστούν τις ισχύουσες διατάξεις βάσει της απόφασης 2001/431/ΕΚ, η οποία καταργείται. 2003/0281 (CNS) Πρόταση ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή στα προγράμματα ελέγχου της αλιείας των κρατών μελών ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 37, την πρόταση της Επιτροπής [3], [3] ΕΕ C της , σ. . τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [4], [4] ΕΕ C της , σ. . Εκτιμώντας τα εξής: (1) Η Κοινή Αλιευτική Πολιτική καθορίζει γενικούς κανόνες για τη διατήρηση, τη διαχείριση και την υπεύθυνη εκμετάλλευση, καθώς και τη μεταποίηση και εμπορία έμβιων υδρόβιων πόρων. (2) Ειδικοί στόχοι και κανόνες καθορίζονται ιδίως στον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, της 20ής Δεκεμβρίου 2002, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής [5]. [5] ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 59. (3) Η ευθύνη για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης των δραστηριοτήτων που διεξάγονται στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής προς τους κανόνες αυτούς βαρύνει κυρίως τα κράτη μέλη. (4) Τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν τους απαιτούμενους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους για την εκτέλεση των υποχρεώσεών τους όσον αφορά τον έλεγχο των αλιευτικών δραστηριοτήτων και την επιβολή της εφαρμογής των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. (5) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 υπογράμμισε την ανάγκη περαιτέρω βελτίωσης του ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων προκειμένου να καταπολεμηθεί με οποιοδήποτε μέσο η παράνομη και αδήλωτη αλιεία εντός και εκτός των κοινοτικών υδάτων. Στον κανονισμό αυτό προσδιορίζονται οι τεχνολογίες τηλεπαρακολούθησης ως μέσα για την καλύτερη επίτευξη των στόχων ελέγχου στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής καθώς και η επέκταση της υποχρέωσης τηλεπαρακολούθησης μέσω συστημάτων παρακολούθησης σκαφών σε σκάφη ολικού μήκους άνω των 15 μέτρων. (6) Από την ημερομηνία ένταξης, οι κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής θα εφαρμοστούν σε νέα κράτη μέλη τα οποία πρέπει να μπορούν να τηρούν όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται από το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως στον τομέα του ελέγχου. Στα νέα αυτά κράτη μέλη, πρέπει να παρασχεθούν τα μέσα προκειμένου να είναι σε θέση να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους. (7) Η Κοινότητα χορηγεί χρηματοδοτική συνδρομή σε κράτη μέλη από το 1990 προκειμένου να καταστούν οι έλεγχοι επαρκέστεροι και αποτελεσματικότεροι και ιδίως προκειμένου να εισαχθεί και να επεκταθεί η τεχνολογία τηλεπαρακολούθησης καθώς και τα δίκτυα της τεχνολογίας πληροφοριών, η βελτίωση των ικανοτήτων του προσωπικού και ο εξοπλισμός των αρμόδιων αρχών με περιπολικά πλωτά μέσα και αεροσκάφη επιτήρησης. (8) Το ισχύον καθεστώς χρηματοδότησης βάσει της απόφασης του Συμβουλίου 2001/431/ΕΚ, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας σε ορισμένες δαπάνες που αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη για την εφαρμογή καθεστώτων ελέγχου, επιθεώρησης και επιτήρησης στο πλαίσιο της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής [6] θα λήξει στο τέλος του 2003. Ωστόσο όμως, υπάρχουν στοιχεία ότι οι πόροι των κρατών μελών είναι ακόμη ανεπαρκείς. [6] ΕΕ L 154 της 9.6.2001, σ. 22. (9) Είναι πρωταρχικής σημασίας η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής σε ολόκληρη την Κοινότητα. Φαίνεται ότι ορισμένοι από εκείνους που εμπλέκονται στις διοικητικές και ποινικές διαδικασίες δεν είναι πάντοτε ενημερωμένοι σχετικά με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών κυρώσεων προκειμένου να αποφευχθεί η υπεραλίευση των ιχθυαποθεμάτων. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται η προώθηση δράσεων προκειμένου να επικεντρωθεί η προσοχή στο θέμα αυτό. (10) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2371/2002 υπογράμμισε την ανάγκη βελτίωσης της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών και με την Επιτροπή με στόχο την ενδυνάμωση του ελέγχου και την αποθάρρυνση ενεργειών που είναι αντίθετες προς τους κανόνες της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. Αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το 2006 μία δομή που έχει σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να οργανώσει τη συνεργασία και τον συντονισμό των δραστηριοτήτων ελέγχου και των μέσων που διατίθενται για σκοπούς ελέγχου. (11) Ως εκ τούτου, ενδείκνυται η συνέχιση μέχρι τότε της παροχής χρηματοδοτικής στήριξης στα κράτη μέλη. Είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική διάθεση της κοινοτικής χρηματοδότησης με σκοπό τη μείωση των διαπιστωθεισών αδυναμιών. Οι χρηματοδοτήσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της υγιούς δημοσιονομικής διαχείρισης. (12) Στην παρούσα απόφαση εισάγεται ένα ποσό αναφοράς, κατά την έννοια του σημείου 34 της Διοργανικής Συμφωνίας της 6ης Μαΐου 1999 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία για τη βελτίωση της δημοσιονομικής διαδικασίας [7], για ολόκληρη τη διάρκεια της περιόδου για την οποία θα παρέχεται χρηματοδοτική συνδρομή, χωρίς να επηρεάζονται με τον τρόπο αυτό οι εξουσίες της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής όπως ορίζονται από τη Συνθήκη. [7] ΕΕ C 172 της 18.6.1999, σ. 1. (13) Τα κράτη μέλη πρέπει να αξιολογούν τα προγράμματά τους και την επίπτωση των δαπανών τους στον έλεγχο, στην επιθεώρηση και στην επιτήρηση, κάθε έτος και για ολόκληρη την περίοδο που καλύπτεται από την παρούσα απόφαση και την απόφαση 2001/431/ΕΚ. (14) Η απόφαση 2001/431/ΕΚ θα πρέπει κατά συνέπεια να καταργηθεί και να αντικατασταθεί από τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση, ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ: Άρθρο 1 Αντικείμενο Η παρούσα απόφαση καθορίζει τους όρους βάσει των οποίων η Κοινότητα μπορεί να παρέχει χρηματοδοτική συμμετοχή σε κράτη μέλη για τα προγράμματα ελέγχου της αλιείας τους. Άρθρο 2 Ορισμοί Για το σκοπό της παρούσας απόφασης, εφαρμόζονται οι ακόλουθοι ορισμοί: "χρηματοδοτική συμμετοχή" σημαίνει χρηματοδοτική συμμετοχή που καταβάλλεται από την Κοινότητα σε κράτος μέλος βάσει της παρούσας απόφασης. "πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας" σημαίνει πρόγραμμα που καταρτίζεται από κράτος μέλος για την παρακολούθηση, τον έλεγχο και την επιτήρηση σε τομείς που καλύπτονται από την Κοινή Αλιευτική Πολιτική, όπως απαιτείται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. "νέο κράτος μέλος" σημαίνει χώρα η οποία θα ενταχθεί στην Κοινότητα την 1η Μαΐου 2004. Άρθρο 3 Ετήσια προγράμματα ελέγχου της αλιείας 1. Τα κράτη μέλη που επιθυμούν να λάβουν χρηματοδοτική συμμετοχή, κοινοποιούν στην Επιτροπή, μέχρι την 31η Ιανουαρίου κάθε έτους, ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας, το οποίο προσδιορίζει: (α) τους στόχους του προγράμματος. (β) τους διαθέσιμους ανθρώπινους πόρους. (γ) τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους. (δ) τον αριθμό των διαθέσιμων πλωτών μέσων και αεροσκαφών. (ε) τον κατάλογο των έργων για τα οποία επιδιώκεται η χρηματοδοτική συμμετοχή. (στ) το σύνολο των δαπανών που έχουν προγραμματιστεί για την επίτευξη των στόχων. (ζ) χρονοδιάγραμμα υλοποίησης κάθε έργου που εμφαίνεται στο πρόγραμμα. 2. Για το έτος 2004, τα νέα κράτη μέλη θα υποβάλουν το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας τους μέχρι την 1η Ιουνίου 2004. 3. Λεπτομερείς κανόνες για το περιεχόμενο του προγράμματος ελέγχου της αλιείας καθορίζονται στο παράρτημα I, μέρος A. Άρθρο 4 Καλυπτόμενες δράσεις 1. Τα έργα για τα οποία επιζητείται χρηματοδοτική συμμετοχή αφορούν μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες δράσεις: (α) αγορά, εγκατάσταση και τεχνική υποστήριξη για τεχνολογία πληροφορικής και δημιουργία δικτύων τεχνολογίας πληροφοριών προκειμένου να δοθεί δυνατότητα επαρκούς και ασφαλούς ανταλλαγής δεδομένων στον τομέα της παρακολούθησης, ελέγχου και επιτήρησης των αλιευτικών δραστηριοτήτων. (β) αγορά και εξοπλισμός αλιευτικών σκαφών με: (i) - συσκευές ηλεκτρονικού εντοπισμού που καθιστούν δυνατή την τηλεπαρακολούθηση των σκαφών από κέντρο παρακολούθησης της αλιείας μέσων συστήματος παρακολούθησης σκαφών (ΣΠΣ). (ii) - συσκευές ηλεκτρονικής καταγραφής δεδομένων και διαβίβασης αναφορών, οι οποίες επιτρέπουν τη διαβίβαση δεδομένων από τα σκάφη. (γ) πιλοτικά έργα που έχουν σχέση με νέες τεχνολογίες και εφαρμογή νέων τεχνολογιών στον τομέα του ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων. (δ) προγράμματα επιμόρφωσης και ανταλλαγής δημοσίων υπαλλήλων που είναι επιφορτισμένοι με καθήκοντα παρακολούθησης, ελέγχου και επιτήρησης στον τομέα της αλιείας. (ε) εφαρμογή συστημάτων επιθεώρησης και παρατηρητών. (στ) ανάλυση κόστους/οφέλους και αξιολόγηση των συνολικών δαπανών που πραγματοποίησαν οι αρμόδιες αρχές κατά τη διεξαγωγή δραστηριοτήτων παρακολούθησης, ελέγχου και επιτήρησης της αλιείας. (ζ) πρωτοβουλίες στις οποίες περιλαμβάνονται σεμινάρια και χρήση μέσων μαζικής ενημέρωσης που έχουν ως στόχο την αύξηση της ενημέρωσης μεταξύ των αλιέων και άλλων παραγόντων του κλάδου, όπως είναι οι επιθεωρητές, οι εισαγγελείς και οι δικαστές, καθώς επίσης και μεταξύ του ευρέως κοινού σχετικά με την ανάγκη καταπολέμησης της μη υπεύθυνης και παράνομης αλιείας και για την εφαρμογή των κανόνων της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής. (η) αγορά και εκσυγχρονισμός πλωτών μέσων και αεροσκαφών που χρησιμοποιούνται για την επιθεώρηση και την επιτήρηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων από τις αρμόδιες αρχές των νέων κρατών μελών. 2. Οι λεπτομερείς κανόνες των καλυπτόμενων δράσεων καθορίζονται στο παράρτημα I, μέρος B. Άρθρο 5 Κοινοτικές πιστώσεις 1. Οι πιστώσεις για την εφαρμογή των δράσεων για τις οποίες παρέχεται χρηματοδοτική συνδρομή ανέρχονται για την περίοδο 2004-2005 σε 70 εκατ. ευρώ. Οι ετήσιες πιστώσεις εγκρίνονται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εντός των ορίων των δημοσιονομικών προοπτικών. 2. Στην απόφαση για την παροχή κοινοτικής χρηματοδοτικής συμμετοχής που προβλέπεται στο άρθρο 6, η Επιτροπή δίδει προτεραιότητα σε δράσεις τις οποίες θεωρεί καταλληλότερες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των δραστηριοτήτων παρακολούθησης, ελέγχου και επιτήρησης, λαμβανομένων επίσης υπόψη των επιδόσεων των κρατών μελών στην εφαρμογή ήδη εγκριθέντων προγραμμάτων. Άρθρο 6 Απόφαση για χρηματοδοτική συμμετοχή 1. Βάσει των προγραμμάτων ελέγχου της αλιείας που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, λαμβάνεται κάθε έτος απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Η απόφαση καθορίζει: α) το συνολικό ποσό της χρηματοδοτικής συμμετοχής που χορηγείται σε κάθε κράτος μέλος για τις δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4. β) το ποσοστό της χρηματοδοτικής συμμετοχής. γ) οποιοδήποτε όρο που εφαρμόζεται στη χρηματοδοτική συμμετοχή. 2. Το ποσοστό της χρηματοδοτικής συμμετοχής δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50% των επιλέξιμων δαπανών. Ωστόσο, α) για τις δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β), η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει τη χορήγηση ενός κατ'αποκοπή ποσού ανά συσκευή εντοπισμού σκαφών ή για συσκευή που επιτρέπει την ηλεκτρονική καταγραφή και διαβίβαση δεδομένων. β) για τις δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και ζ), η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει ποσοστό μεγαλύτερο από 50% της επιλέξιμης δαπάνης. γ) για τις δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο η), το ποσοστό δεν μπορεί να υπερβεί το 35% της επιλέξιμης δαπάνης. Άρθρο 7 Προκαταβολές Κατόπιν αιτιολογημένης αίτησης ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει προκαταβολή ύψους μέχρι 50% της χρηματοδοτικής συμμετοχής για ένα έτος. Το ποσό της προκαταβολής αφαιρείται από το ποσό της τελικής πληρωμής της χρηματοδοτικής συμμετοχής του εν λόγω κράτους μέλους. Εάν δεν αναληφθεί δεσμευτική υποχρέωση από την αρμόδια αρχή εντός της περιόδου που καθορίζεται στο άρθρο 8, οποιαδήποτε χορηγηθείσα προκαταβολή επιστρέφεται αμελλητί. Άρθρο 8 Ανάληψη υποχρεώσεων δαπανών Το κράτος μέλος προβαίνει σε νομικές και δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων το αργότερο εντός 12 μηνών από τη λήξη του έτους κατά το οποίο του κοινοποιήθηκε η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6. Άρθρο 9 Υλοποίηση του έργου 1. Η έναρξη των έργων πραγματοποιείται σύμφωνα με χρονοδιάγραμμα που καθορίζεται στο ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας και, οπωσδήποτε, εντός έτους από την ημερομηνία της ανάληψης υποχρεώσεων. 2. Τα έργα υλοποιούνται σύμφωνα με το εν λόγω χρονοδιάγραμμα. Άρθρο 10 Μη εφαρμογή έργων Στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος αποφασίζει να μην εφαρμόσει το σύνολο ή μέρος των έργων για τα οποία έχει παρασχεθεί χρηματοδοτική συμμετοχή, ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή αναφέροντας τις επιπτώσεις για το πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας του. Άρθρο 11 Επιλέξιμη δαπάνη 1. Προκειμένου να είναι επιλέξιμη για επιστροφή, η δαπάνη πρέπει: α) να προβλέπεται στο πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας. β) να έχει σχέση με τις δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4. γ) να αφορά έργα κόστους το οποίο υπερβαίνει τα 50 000 ευρώ, εκτός όσον αφορά δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημεία δ) και ζ). δ) να απορρέει από νομικές και δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων στις οποίες προέβησαν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 8. ε) να αφορά έργα που τέθηκαν σε εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 9. 2. Ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) δεν είναι επιλέξιμος για επιστροφή. 3. Δεν είναι επιλέξιμες οι δαπάνες για έργα τα οποία λαμβάνουν άλλη κοινοτική ενίσχυση. 4. Για τα νέα κράτη μέλη, οι δαπάνες που πραγματοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2004 είναι επιλέξιμες για επιστροφή εφόσον τηρούνται οι όροι που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση και στην απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6. Άρθρο 12 Αιτήσεις επιστροφής δαπανών 1. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τις αιτήσεις τους για επιστροφή των δαπανών εντός 6 μηνών από την ημερομηνία της πραγματοποίησής τους. Οι αιτήσεις δεν πρέπει να αφορούν ποσό μικρότερο από 25 000 ευρώ. Οι αιτήσεις για ποσό μικρότερο από 25 000 ευρώ δεν θα εξετάζονται, εκτός εάν αιτιολογούνται δεόντως. Λεπτομερείς κανόνες για το περιεχόμενο των αιτήσεων επιστροφής δαπανών καθορίζονται στο παράρτημα I, μέρος Γ. 2. Οι αιτήσεις για έργα τα οποία δεν υλοποιήθηκαν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος στ) μπορούν να γίνονται αποδεκτές μόνον στην περίπτωση που η καθυστέρηση αιτιολογείται δεόντως. Στην περίπτωση που οι αιτήσεις αυτές δεν γίνονται αποδεκτές, είναι δυνατή η αποδέσμευση των κοινοτικών πιστώσεων. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, οι κοινοτικές πιστώσεις που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση αποδεσμεύονται το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2008. 3. Κατά την υποβολή αιτήσεων επιστροφής δαπανών, τα κράτη μέλη επαληθεύουν και πιστοποιούν ότι οι δαπάνες πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση, στην απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 6 και σύμφωνα με τους κανόνες για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων. Η αίτηση πρέπει να περιλαμβάνει δήλωση αναφορικά με την ακρίβεια και την ειλικρίνεια των διαβιβασθέντων λογαριασμών σύμφωνα με το υπόδειγμα που καθορίζεται στο παράρτημα II. 4. Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι η αίτηση δεν πληροί τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 3, ζητεί από το κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του σχετικά με το θέμα. Εάν η εξέταση επιβεβαιώσει τη μη συμμόρφωση, η Επιτροπή απορρίπτει την επιστροφή του συνόλου ή μέρους των σχετικών δαπανών και, κατά περίπτωση, ζητεί την επιστροφή των προκαταβολών. Άρθρο 13 Νόμισμα Όλα τα προγράμματα ελέγχου της αλιείας, οι αιτήσεις επιστροφής δαπανών και οι αιτήσεις πληρωμής προκαταβολών εκφράζονται σε ευρώ. Τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην τρίτη φάση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, προσδιορίζουν τη χρησιμοποιούμενη τιμή συναλλάγματος. Η επιστροφή πραγματοποιείται σε ευρώ στην τιμή συναλλάγματος του μήνα κατά τον οποίο λήφθηκε η αίτηση από την Επιτροπή. Άρθρο 14 Πληροφορίες Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητήσουν αναφορικά με την εφαρμογή της παρούσας απόφασης και της απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 6. Διατηρούν στη διάθεση της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δικαιολογητικά έγγραφα επί πέντε τουλάχιστον έτη από την ημερομηνία επιστροφής των δαπανών. Άρθρο 15 Έλεγχοι 1. Με την επιφύλαξη των ελέγχων που πραγματοποιούνται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους, κανονισμούς και διοικητικές διατάξεις, οι υπάλληλοι της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορούν να διεξάγουν επιτόπιους ελέγχους για έργα τα οποία λαμβάνουν χρηματοδοτική συμμετοχή. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να διεξαγάγει επιτόπιους ελέγχους για έργα που λαμβάνουν χρηματοδοτική συμμετοχή. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής και του Ελεγκτικού Συνεδρίου μπορούν να συμμετέχουν στους εν λόγω ελέγχους. 2. Εάν η Επιτροπή θεωρήσει ότι οι κοινοτικοί πόροι δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση ή στην απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 6, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Εάν δεν αντικρουστούν οι εν λόγω εκτιμήσεις, η Επιτροπή μειώνει ή ακυρώνει τη χρηματοδοτική συμμετοχή για τα σχετικά έργα. Οποιοδήποτε αδικαιολογήτως καταβληθέν ποσό επιστρέφεται στην Επιτροπή εντόκως. Άρθρο 16 Εκθέσεις των κρατών μελών Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή πληροφορίες οι οποίες της επιτρέπουν να επαληθεύσει τη χρήση που επιφυλάχθηκε στη χρηματοδοτική συμμετοχή και να αξιολογήσει την επίπτωση των μέτρων που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση σχετικά με δραστηριότητες ελέγχου, επιθεωρήσεις και επιτήρησης. Για το σκοπό αυτό, υποβάλλουν στην Επιτροπή: (α) πριν την 30ή Μαρτίου κάθε έτους, ενδιάμεση έκθεση αξιολόγησης σχετικά με το πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας τους για το προηγούμενο έτος, η οποία καλύπτει τα εξής: (i) υλοποιηθέντα έργα, (ii) κόστος των έργων, (iii) επίπτωση των προγραμμάτων ελέγχου της αλιείας με την εφαρμογή κατάλληλων δεικτών, (iv) οποιαδήποτε προσαρμογή του αρχικού προγράμματος (β) μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2006 το αργότερο, τελική έκθεση αξιολόγησης, η οποία καλύπτει τα εξής: (i) υλοποιηθέντα έργα, (ii) κόστος των έργων, (iii) επίπτωση των προγραμμάτων ελέγχου της αλιείας με την εφαρμογή κατάλληλων δεικτών, (iv) οποιαδήποτε προσαρμογή του αρχικού προγράμματος, (v) επίπτωση της χρηματοδοτικής συμμετοχής στα προγράμματα ελέγχου της αλιείας για ολόκληρη την περίοδο από το 2001 έως το 2005. Άρθρο 17 Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο Βάσει των πληροφοριών που παρέχονται από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του άρθρου 15, η Επιτροπή υποβάλλει μέχρι την 30ή Ιουνίου 2007 το αργότερο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης και της απόφασης 2001/431/ΕΚ. Άρθρο 18 Μέτρα εφαρμογής Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, θεσπίζονται λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002. Άρθρο 19 Μεταβατικές διατάξεις 1. Η παρούσα απόφαση δεν επηρεάζει τη συνέχιση ή την τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης της πλήρους ή μερικής ακύρωσης, χρηματοδοτικής συμμετοχής που εγκρίθηκε με βάση την απόφαση 2001/431/ΕΚ. 2. Από 1ης Ιανουαρίου 2004, οι αιτήσεις για επιστροφή δαπανών που αφορούν χρηματοδοτική συμμετοχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 12 παράρτημα I μέρος Γ και παράρτημα II της παρούσας απόφασης. Άρθρο 20 Κατάργηση Η απόφαση 2001/431/ΕΚ καταργείται από 1ης Ιανουαρίου 2004. Άρθρο 21 Εφαρμογή Η παρούσα απόφαση εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2004. Άρθρο 22 Παραλήπτες Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη. Βρυξέλλες, Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I Μέρος A Απαιτήσεις όσον αφορά τις ελάχιστες πληροφορίες για τα ετήσια προγράμματα ελέγχου της αλιείας που αναφέρονται στο άρθρο 3 (1) Για κάθε έργο, το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας πρέπει να προσδιορίζει μία από τις δράσεις που αναφέρονται στο άρθρο 4, καθώς και τον στόχο, την περιγραφή, τον πλοιοκτήτη τον τόπο, το εκτιμώμενο κόστος, τη διοικητική διαδικασία που πρόκειται να τηρηθεί καθώς και το χρονοδιάγραμμα για την υλοποίησή του. (2) Όσον αφορά τα πλωτά μέσα, τα αεροσκάφη και τα ελικόπτερα που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο η), το ετήσιο πρόγραμμα ελέγχου της αλιείας πρέπει επίσης να προσδιορίζει: (α) το ποσοστό χρήσης τους από τις αρμόδιες αρχές για σκοπούς ελέγχου κατά τη διάρκεια της συνολικής δραστηριότητας ενός έτους. (β) τον αριθμό ωρών ή ημερών χρήσης τους για σκοπούς ελέγχου της αλιείας κατά τη διάρκεια ενός έτους. (γ) στην περίπτωση εκσυγχρονισμού, την προσδοκώμενη διάρκεια ζωής τους. (3) Οποτεδήποτε είναι δυνατόν, πρέπει να δίδεται δημοσιότητα στη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας Μέρος B Λεπτομερείς κανόνες για επιλέξιμες δράσεις που καθορίζονται στο άρθρο 4 (1) Οι συσκευές εντοπισμού σκαφών που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο β)(i) πρέπει να πληρούν τις διατάξεις που καθορίζονται από τους σχετικούς κοινοτικούς κανόνες. (2) Οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο δ) επιστρέφονται στο βαθμό που είναι επιλέξιμες για επιστροφή σύμφωνα με τους σχετικούς εθνικούς κανόνες. (3) Οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν για την αγορά εξοπλισμού που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο η) μπορούν να επιστραφούν στο βαθμό που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της αλιευτικής δραστηριότητας, βάσει δηλώσεως του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Μέρος Γ Κανόνες για αιτήσεις επιστροφής δαπανών που αναφέρονται στο άρθρο 12 Οι αιτήσεις για επιστροφή δαπανών πρέπει να περιλαμβάνουν τα εξής: 1) παραπομπή στην απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 6 μαζί με τον συνημμένο σε αυτήν πίνακα που προσδιορίζει τη χορηγούμενη ενίσχυση. 2) κατάλογο όλων των δικαιολογητικών εγγράφων ανά έργο. 3) τα ποσά για τα οποία υποβάλλονται οι αιτήσεις χωρίς ΦΠΑ, για κάθε έργο. 4) για κάθε έργο για το οποίο υποβάλλεται αίτηση επιστροφής των δαπανών σύντομη περιγραφή των αποτελεσμάτων η οποία να συνοδεύεται από αξιολόγηση της επίπτωσης της επένδυσης στις δραστηριότητες παρακολούθησης, ελέγχου και επιτήρησης καθώς και πρόβλεψη για τη χρήση του. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II ΔΗΛΩΣΗ ΔΑΠΑΝΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΕΛΕΓΧΟΥ, ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΗΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΛΙΕΥΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 της απόφασης του Συμβουλίου 2003/.../ΕΚ Απόφαση της Επιτροπής της ..... αριθ.___________________________________________ Εθνικός αριθμός αναφοράς (εφόσον υπάρχει) ___________________________________________ Ο υπογεγραμμένος _____________________________________, οποίος αντιπροσωπεύει την αρχή _____________________________________________, η οποία είναι υπεύθυνη για τις ισχύουσες δημοσιονομικές διαδικασίες και διαδικασίες ελέγχου, πιστοποιώ δια της παρούσης, μετά τη διεξαγωγή ελέγχου, ότι όλα τα ποσά που εμφαίνονται κατωτέρω αντιπροσωπεύουν το συνολικό κόστος, το οποίο καταβλήθηκε το 200_ , σύμφωνα με τη σχετική εθνική νομοθεσία, σχετικά με έργα τα οποία εγκρίθηκαν και αφορούν δράσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 της απόφασης του 2003/.../ΕΚ: -α) τεχνολογία πληροφορικής και δίκτυα τεχνολογίας πληροφοριών________EUR [8] [8] Ακριβές ποσό έως δύο δεκαδικά ψηφία. -β) τεχνολογία τηλεπαρακολούθησης (συσκευές εντοπισμού σκαφών και συσκευές καταγραφής και διαβίβασης δεδομένων)______________________________EUR; -γ) πιλοτικά έργα σχετικά με νέες τεχνολογίες__________________________EUR; -δ) προγράμματα επιμόρφωσης και ανταλλαγής υπαλλήλων υπηρεσιών ελέγχου_______________________________________________EUR; -ε) πιλοτικά συστήματα επιθεώρησης και παρατηρητών__________________EUR; -στ) αξιολόγηση δημοσίων δαπανών στον τομέα του ελέγχου______________EUR -ζ) σεμινάρια και μέσα ενημέρωσης__________________________________EUR -η) απόκτηση και εκσυγχρονισμός εξοπλισμού ελέγχου, επιθεώρησης και επιτήρησης _______________________________________________________________EUR; ___________________________________________________===========EUR. Βεβαιώνω επίσης ότι η δήλωση δαπανών είναι ακριβής και ότι η αίτηση πληρωμής λαμβάνει υπόψη οποιεσδήποτε ανακτήσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν. Οι δραστηριότητες πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους στόχους που καθορίζονται στην απόφαση του Συμβουλίου 2003/.../ΕΚ και τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2371/2002, ιδίως όσον αφορά: - την τήρηση των όρων που καθορίζονται στην παρούσα απόφαση και στις οδηγίες σχετικά με τον συντονισμό διαδικασιών για την ανάθεση συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, και σύμφωνα με τους λεπτομερείς κανόνες του μέρους Γ του παραρτήματος I. - την εφαρμογή των διαδικασιών διαχείρισης και ελέγχου, ιδίως για την επαλήθευση της παράδοσης των προϊόντων και των υπηρεσιών που συγχρηματοδοτήθηκαν και την ειλικρίνεια των δαπανών για τις οποίες υποβάλλεται η αίτηση καθώς και για την πρόληψη, ανίχνευση και διόρθωση παρατυπιών, την καταπολέμηση της απάτης και την ανάκτηση των αδικαιολογήτως καταβληθέντων ποσών. Ημερομηνία .. / .. / .... Όνομα με κεφαλαία γράμματα, σφραγίδα, ιδιότητα και υπογραφή της αρμόδιας αρχής ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ Τομέας(-είς) πολιτικής: ΑΛΙΕΙΑ Δραστηριότητα(-ες): 11.07. Διατήρηση αλιευτικών πόρων, έλεγχος και εκτέλεση στον τομέα της αλιείας Ονομασια τησ δρασησ: Κοινοτικη χρηματοδοτικη συμμετοχη στα προγραμματα των κρατών μελών για τον έλεγχο τησ αλιειασ 1. ΓΡΑΜΜΗ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ + ΟΝΟΜΑΣΙΑ(-ΕΣ) B2-901 (11.07.02) Χρηματοδοτική συμμετοχή στα πραγματοποιούμενα από τα κράτη μέλη έξοδα στον τομέα του ελέγχου 2. ΣΥΝΟΛΙΚΑ ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ 2.1. Συνολικό κονδύλιο της δράσης (Μέρος Β): 70 εκατ. EUR σε πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων 2.2. Περίοδος υλοποίησης: 2004 και 2005 2.3. Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών: (α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων αναλήψεων υποχρεώσεων (ΠΑΥ)/των πιστώσεων πληρωμών (ΠΠ) (δημοσιονομική παρέμβαση) (βλ. σημείο 6.1.1) εκατ. EUR (μέχρι τρίτου δεκαδικού) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (β) Tεχνική και διοικητική συνδρομή και δαπάνες στήριξης (βλ. σημείο 6.1.2) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (γ) Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων και των άλλων δαπανών διοικητικής λειτουργίας (βλ. σημεία 7.2 και 7.3) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 2.4. Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές [X] Η πρόταση είναι συμβατή με τον ισχύοντα δημοσιονομικό προγραμματισμό. Η πρόταση θα απαιτήσει επαναπρογραμματισμό του αντίστοιχου τομέα των δημοσιονομικών προοπτικών. Η πρόταση ενδέχεται να απαιτήσει εφαρμογή των διατάξεων της διοργανικής συμφωνίας. 2.5. Δημοσιονομικές επιπτώσεις επί των εσόδων: [9] [9] Για περαιτέρω πληροφορίες, βλ. χωριστή επεξηγηματικό σημείωμα. [X] Η πρόταση δεν έχει ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τεχνικές πτυχές της εφαρμογής ενός μέτρου) Ή Η πρόταση έχει δημοσιονομικό αντίκτυπο - η επίπτωση των εσόδων έχει ως εξής: (Σημείωση: Όλες οι διευκρινίσεις και παρατηρήσεις που αφορούν τον τρόπο υπολογισμού της επίπτωσης επί των εσόδων πρέπει να περιλαμβάνονται σε χωριστό παράρτημα.) (εκατ. EUR μέχρι πρώτου δεκαδικού ψηφίου) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> (Να διευκρινισθεί η αντίστοιχη κάθε φορά γραμμή του προϋπολογισμού, με προσθήκη του ενδεδειγμένου αριθμού γραμμών στον πίνακα εφόσον η δράση επιδρά σε πλείονες γραμμές του προϋπολογισμού.) 3. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 4. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Άρθρο 37 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ 1. Ανάλυση του προβλήματος και αξιολόγηση των αναγκών Στόχος της κοινής αλιευτικής πολιτικής είναι η διασφάλιση της αειφόρου εκμετάλλευσης των έμβιων υδρόβιων πόρων και της υδατοκαλλιέργειας, στο πλαίσιο της αειφόρου ανάπτυξης. Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της ΚΑΠ, πρέπει να ενισχυθεί το κοινοτικό σύστημα ελέγχου και στον τομέα της αλιείας όπως επίσης ο συντονισμός και η συνεργασία μεταξύ όλων των αρμόδιων αρχών. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί κυρίως μέσω επιτόπιων ελέγχων και επιθεωρήσεων αλιευτικών σκαφών, με τη συλλογή και τη διάδοση σε πραγματικό χρόνο στοιχείων για τις αλιευτικές δραστηριότητες, την αναβάθμιση των εργαλείων της τεχνολογίας επικοινωνιών και των πληροφοριών, την διασφάλιση των διασυνδέσεων μεταξύ κέντρων παρακολούθησης της αλιείας, την επέκταση της χρησιμοποίησης συστημάτων τηλεπαρακολούθησης (όπως είναι το σύστημα δορυφορικής παρακολούθησης και τα συστήματα εντοπισμού σκαφών) και με την βελτίωση των δεξιοτήτων επιθεώρησης (βλ. κανονισμό αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου, για τη διατήρηση και βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, ιδιαίτερα δε τις αιτιολογικές σκέψεις 19 και 25 και το κεφάλαιο V [10]). [10] ΕΕ L 358, 31.12.2002. Ο έλεγχος, η επιθεώρηση και η εκτέλεση των διατάξεων της ΚΑΠ με αποτελεσματικό τρόπο αποτελούν αρμοδιότητα των κρατών μελών. Είναι ωστόσο προς το συμφέρον της Κοινότητας να πραγματοποιούνται εντός αυτής δραστηριότητες ελέγχου με αποτελεσματικό και ομοιόμορφο τρόπο. Για τους λόγους αυτούς, η Κοινότητα παρέχει από το 1990 χρηματοδοτική συνδρομή στα κράτη μέλη βάσει εθνικών προγραμμάτων δαπανών για τον έλεγχο της αλιείας. Μέσω του εν λόγω χρηματοδοτικού καθεστώτος, που προβλέπεται διαδοχικά από τις αποφάσεις 89/631 [11], 95/527 [12] και 2001/431 [13], τα κράτη μέλη ενίσχυσαν αναμφίβολα τις δομές ελέγχου και τις δεξιότητες των επιθεωρητών, όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα των εκθέσεων της Επιτροπής σχετικά με την παρακολούθηση της εφαρμογής των κανόνων της ΚΑΠ (Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής) από τα κράτη μέλη, που αποτελούν βασική πηγή πολύτιμων πληροφοριών για την αξιολόγηση των διαρθρώσεων ελέγχου και των επιδόσεων κάθε κράτους μέλους όσον αφορά την εκτέλεση των ελεγκτικών του καθηκόντων. Η πιο πρόσφατη έκθεση, που αφορά τα έτη 1996/1999, αναφέρει (στη σελίδα 7) ότι "οι προηγούμενες ελλείψεις σε μέσα επιθεώρησης και εποπτείας στη θάλασσα σε κοινοτικά ύδατα έχουν μειωθεί... Οι κοινοτικές χρηματοδοτικές συνδρομές διευκόλυναν σε μεγάλο βαθμό την απόκτηση και τον εκσυγχρονισμό εξοπλισμού για τη διενέργεια επιθεωρήσεων και ελέγχων ... (Ωστόσο) παρά την αναμφίβολη πρόοδο, εξακολουθούν να παρατηρούνται ορισμένες ελλείψεις: οι ελλείψεις αυτές οφείλονται γενικά στο γεγονός ότι τα μέσα που είναι διαθέσιμα στις εθνικές αρχές και τα μέτρα που λαμβάνονται από αυτές δεν αντιστοιχούν επακριβώς στις απαιτήσεις θέσπισης ενός συστήματος διεξοδικού ελέγχου" [14]. [11] ΕΕ L 364, 14.12.1989. [12] ΕΕ L 301, 14.12.1995. [13] ΕΕ L154, 9.6.2001. [14] COM(2001)526. Παρόμοια αξιολόγηση, η οποία τονίζει τις θετικές επιπτώσεις αλλά και τις ανάγκες για περαιτέρω βελτίωση περιλαμβάνεται στην έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την απόφαση 89/631 [15] και στην έκθεση του Μαΐου 2000 που εκπονήθηκε από ιδιωτική εταιρεία συμβούλων για την Επιτροπή με σκοπό την αξιολόγηση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής στις δραστηριότητες ελέγχου και εποπτείας των κρατών μελών, που αναλύει ειδικότερα την απόφαση 95/527. Στην τελευταία αναφέρεται ότι, μολονότι, έχουν επιτευχθεί ορισμένοι στόχοι, "δεδομένης της ευθύνης που επιβάλλεται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, κρίνεται ενδεδειγμένη η εξακολούθηση της κοινοτικής συνδρομής για τη διασφάλιση επαρκούς επιτήρησης των κοινοτικών αλιευτικών πόρων" (σελ. 53). [15] COM(1995)268. Υπάρχει διαθέσιμη, αν και σε μορφή σχεδίου τελικής έκθεσης προς το παρόν, εκ των υστέρων αξιολόγηση της εφαρμογής της οδηγίας 2001/431 [16], την οποία πραγματοποίησε ιδιωτικός σύμβουλος, σε συνδυασμό με ανάλυση (επίσης σε μορφή σχεδίου) των πληροφοριών καταγραφής και αξιοποίησης των μέτρων ελέγχου που παρείχαν τα κράτη μέλη σε σχέση με την απόφαση 2001/431 [17], που πραγματοποίησε ο ίδιος σύμβουλος. Τα περισσότερα από τα στοιχεία της ανάλυσης στο παρόν κείμενο προέρχονται από τα εν λόγω έγγραφα. [16] Αξιολόγηση της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής για την επιβολή των συστημάτων ελέγχου, επιθεώρησης και εποπτείας που εφαρμόζονται στην κοινή αλιευτική πολιτική (FISH/2002/12). Η τελική έκδοση θα είναι διαθέσιμη το φθινόπωρο. [17] FISH/2002/10. Τέλος, η Επιτροπή εξέδωσε τον Ιούνιο 2003 ανακοίνωση σχετικά με τη συμμόρφωση στους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής και κατάρτισε πίνακα επιδόσεων. Το κοινό έχει πρόσβαση στο έγγραφο αυτό μέσω της ιστοσελίδας της Επιτροπής [18]. Το εν λόγω έγγραφο τονίζει τις παραλείψεις των κρατών μελών όσον αφορά την υποχρέωσή τους να διασφαλίσουν αποτελεσματική, ισότιμη και ενιαία εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Το έγγραφο αυτό επαναλαμβάνει, στα συμπεράσματα, ότι η ανεπαρκής εφαρμογή των κανόνων της κοινής αλιευτικής πολιτικής θέτει σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα των μέτρων διατήρησης, που αποτελούν ουσιαστικό τμήμα της εν λόγω πολιτικής. Επιπλέον, τονίζει ότι η έλλειψη ομοιομορφίας στις διαδικασίες και κυρώσεις δεν εξασφαλίζουν ισότιμους όρους στον έλεγχο και την επιβολή των κανόνων με αποτέλεσμα να ενθαρρύνονται συμπεριφορές που αντιβαίνουν στο κοινοτικό συμφέρον. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι χωρίς τις περαιτέρω επενδύσεις σε εξοπλισμό και κατάρτιση, το σύστημα ελέγχου των κρατών μελών δεν ανταποκρίνεται ακόμα στα πρότυπα που απαιτούνται από την κοινοτική νομοθεσία. [18] COM(2003)344. Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι από την 1η Μαΐου 2004 θα προστεθούν νέα κράτη μέλη στην Κοινότητα. Επτά από τα κράτη αυτά έχουν, σε διαφορετικό βαθμό, συμφέροντα σε αλιευτικές δραστηριότητες. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες [19], τα κράτη αυτά θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες στο να ικανοποιήσουν άμεσα τα πρότυπα ελέγχου που απαιτούνται από τους κοινοτικούς κανόνες. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται ενδεδειγμένη η χορήγηση χρηματοδοτικής ενίσχυσης ώστε να διευκολυνθεί και να επιτευχθεί η επίτευξη των προτύπων αυτών. [19] Υπό εξέλιξη βρίσκονται αποστολές ελέγχου, πλην όμως μια πρώτη εικόνα μπορεί να ληφθεί εκθέσεις των αποστολών (βλ. έγγραφα DG/FISH αριθ. 24178 (Πολωνία), αριθ. 24134 (Eσθονία), αριθ. 24034 (Κύπρος). Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία [20], από την 1.1.2005 κάθε αλιευτικό σκάφος συνολικού μήκους άνω των 15 μέτρων, το οποίο φέρει σημαία υφιστάμενου ή μελλοντικού κράτους μέλους, θα είναι εξοπλισμένο με συσκευές που επιτρέπουν τον εντοπισμό τους από τα κέντρα παρακολούθησης της αλιείας. Μέχρι σήμερα, οι συσκευές αυτές έχουν εγκατασταθεί σε κάθε κοινοτικό σκάφος άνω των 24 μέτρων [21] στο πλαίσιο μιας ευρείας χρηματοδοτικής συνδρομής από την Κοινότητα. Χωρίς την ενίσχυση, οι αλιείς θα ήταν ιδιαίτερα διστακτικοί στην αποδοχή της υποχρέωσης αυτής. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να προβλεφθεί παρόμοια ενίσχυση για τα μικρότερα σκάφη εφόσον η Κοινότητα κρίνει ότι η εν λόγω συσκευή αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο ελέγχου. Τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία παρέχονται λεπτομερώς στο κεφάλαιο που αφορά τις πιστώσεις. [20] Άρθρο 22 του κανονισμού 2371/2002. [21] Εκτός από τα σκάφη που εξαιρούνται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 3 του κανονισμού 2847/93. 2. Καθορισμός στόχων Τα κυριότερα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις εκθέσεις και αναλύσεις που αναφέρονται ανωτέρω συνοψίζονται ως εξής: (α) όσον αφορά την απόκτηση και τον εκσυγχρονισμό αεροσκαφών και πλωτών μέσων περιπολίας, που αντιπροσωπεύει μακράν τη σημαντικότερη δαπάνη [22] δεδομένου ιδίως του κόστους κάθε μονάδας, τα κράτη μέλη αύξησαν σημαντικά την ικανότητά τους και, με ορισμένες εξαιρέσεις, φαίνεται να έχουν πλέον στη διάθεσή τους επαρκή αριθμό μονάδων σε σύγκριση με τον αριθμό αλιευτικών σκαφών και τα χαρακτηριστικά τους, τις ΑΟΖ (αποκλειστικές οικονομικές ζώνες) τους και την ποσότητα αλιεύματος που έχει εκφορτωθεί [23]. [22] Ισούται με το 74% της συνολικής κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής κατά την περίοδο 1995/2000 (βλ. έκθεση Nautilus, σ. 27). Το ποσοστό αυτό μειώνεται σε λιγότερο από 60% (προσωρινά στοιχεία) βάσει του τρέχοντος καθεστώτος. [23] «Τα κράτη μέλη και η Κοινότητα δαπανούν περίπου το ήμισυ του συνολικού προϋπολογισμού για εξοπλισμό. Το ποσό αυτό φαίνεται λογικό, λαμβανομένου υπόψη του κόστους των στοιχείων αυτών. Μολονότι εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορές στους δείκτες ικανότητας των κρατών μελών (που καταδεικνύουν την ανάγκη διάθεσης περισσότερων χρηματοδοτικών πόρων), οι διαφορές αυτές αφορούν μόνο λίγα κράτη μέλη.» (έκθεση FISH/2002/12, σ. 103). Επιπλέον, η χρησιμοποίηση συστημάτων τηλεπαρακολούθησης, όπως το ΣΠΣ, και η προβλεπόμενη επέκτασή τους σε άλλα 6.000 σκάφη (δεν περιλαμβάνονται οι προσχωρούσες χώρες), μειώνει την ανάγκη περιπολίας σε μεγάλες περιοχές αλιευτικών πεδίων, δεδομένου ότι τα αεροσκάφη και τα πλωτά μέσα περιπολίας μπορούν άμεσα να κατευθυνθούν στους στόχους από τα κέντρα ελέγχου της αλιείας. Ωστόσο, η κατάσταση δεν είναι η ίδια σε ορισμένες υπό ένταξη χώρες, στις οποίες η εξέταση της διοικητικής τους ικανότητας κατέδειξε την ανάγκη αγοράς εξοπλισμού όπως αεροσκάφη/πλωτά μέσα, μολονότι ο αριθμός ή οι προδιαγραφές τους μπορούν να προσδιοριστούν μόνο μετά την εκ μέρους τους κοινοποίηση των προγραμμάτων ελέγχου. (β) η αγορά και η εγκατάσταση επί των αλιευτικών σκαφών συσκευών εντοπισμού σκαφών (ΣΕΣ), που παρέχουν στα κέντρα επιτήρησης της αλιείας τη δυνατότητα παρακολούθηση σκαφών από απόσταση μέσω Συστημάτων Παρακολούθησης Σκαφών (ΣΠΣ), αποδείχθηκε πολύ επιτυχής ενέργεια και κάθε κοινοτικό αλιευτικό σκάφος μήκους άνω των 24 μέτρων, εκτός από τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις [24], έχει εξοπλίσει με τις συσκευές αυτές από την 1.1.2000. Η ενέργεια αυτή κατέστη δυνατή χάρη στην κοινοτική χρηματοδοτική συνδρομή, μέσω ενίσχυσης για κάθε μονάδα που εγκαταστάθηκε σε ποσοστό υψηλότερο από το 50% του κόστους, κατά μέσο όρο, (το ποσό που επεστράφη από την Κοινότητα κυμαινόταν μεταξύ 4000 και 2900 EUR ανά μονάδα, ανάλογα με τις πιστώσεις που ήταν διαθέσιμες για κάθε οικονομικό έτος). [24] Βλ. άρθρο 3 παράγραφος 3 του κανονισμού 2847/93. Ωστόσο, και τα σκάφη αυτά θα εξοπλιστούν πλέον δεδομένου ότι παύουν να ισχύουν οι απαλλαγές αυτές. Ο κανονισμός αριθ. 2371/2002 του Συμβουλίου προβλέπει την υποχρέωση εξοπλισμού με ΣΕΣ κάθε σκάφους μήκους άνω των 15 μέτρων, από την 1.1.2005. Η υποχρέωση αυτή συνεπάγεται τον εξοπλισμό 6000 περίπου σκαφών (μη συμπεριλαμβανομένων των υπό ένταξη χωρών) [25]. Σύμφωνα με την καλύτερη δυνατή εκτίμησή μας, τα σκάφη των υπό ένταξη χωρών που εναπομένουν να εξοπλιστούν ανέρχονται περίπου σε 1000. [25] Το 2003 χορηγήθηκε κοινοτική ενίσχυση για την εγκατάσταση ΣΕΣ σε 4000 περίπου σκάφη. Το ΣΠΣ αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποδοτικό από πλευράς κόστους, δεδομένου ότι επιτρέπει την αποτελεσματικότερη διαχείριση της θαλάσσιας και εναέριας επιτήρησης [26]. Αντιπροσωπεύει επίσης ένα ισχυρό και αποδοτικό από πλευράς κόστους κίνητρο προς τους αλιείς να συμμορφωθούν με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής εξαιτίας του γεγονότος ότι η θέση των σκαφών αναφέρεται σε σχεδόν πραγματικό χρόνο και μπορεί να καταγραφεί για διοικητικούς σκοπούς [27]. [26] «Φαίνεται ότι τουλάχιστον σε ορισμένα κράτη μέλη ο εντοπισμός παραβάσεων ενθαρρύνθηκε σε σημαντικό βαθμό από τη συνεργατική λειτουργία ΣΠΣ και συστημάτων επιτήρησης και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί περαιτέρω η ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων που να βασίζονται σε ΣΠΣ.» (έκθεση FISH/2012/12, σ. 103). [27] Το κόστος κάθε διαβίβασης δεδομένων ποικίλλει ανάλογα με τον πάροχο, πλην όμως είναι μικρότερο του 1EUR και πρόκειται σίγουρα να μειωθεί. (γ) τα κράτη μέλη επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τη χρηματοδοτική συνδρομή για να εγκαταστήσουν και να αναβαθμίσουν την τεχνολογία πληροφοριών και να δημιουργήσουν δίκτυα ΤΠ [28]. Το γεγονός αυτό επέτρεψε τη συλλογή, επεξεργασία, καταχώριση και ανάκτηση δεδομένων που αφορούν αλιευτικές δραστηριότητες με ταχύτερο και αποτελεσματικότερο τρόπο. Τα ασφαλή δίκτυα επέτρεψαν στα διάφορα κατά τόπους κέντρα να επικοινωνούν με τις κεντρικές υπηρεσίες. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής που ασχολούνται με τη διαχείριση των ποσοστώσεων και της αλιευτικής προσπάθειας επωφελήθηκαν και αυτές από τη βελτίωση της ποιότητας και τη διαθεσιμότητα των στοιχείων. Τα δεδομένα λαμβάνονται πλέον εγκαίρως και στην ενδεδειγμένη μορφή, γεγονός που κατέστησε δυνατή, για παράδειγμα, την αναφορά για το 2003 των οριστικών στοιχείων που αφορούν τα αλιεύματα του προηγούμενου έτους, οκτώ μήνες νωρίτερα σε σχέση με το παρελθόν. [28] Το ποσοστό της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής ανερχόταν σε 19% κατά τη διάρκεια της περιόδου 1995/2000 (έκθεση Nautilus, σ. 27). Παρόμοια αριθμητικά στοιχεία ισχύουν και βάσει του τρέχοντος καθεστώτος. Η πείρα δείχνει ότι, γενικά, τα κράτη μέλη διαθέτουν πλέον τη δυνατότητα να ασχοληθούν αποτελεσματικά με τα διοικητικά καθήκοντα. Με τον τρόπο αυτό θα πρέπει πλέον να δαπανώνται μικρότερα χρηματικά ποσά από την Κοινότητα για την εν λόγω δράση (εφόσον το κόστος που αφορά την ανανέωση του εξοπλισμού ΤΠ θα αναλαμβάνεται από τα κράτη μέλη). Πάντως, υπάρχουν τρεις σημαντικές εξαιρέσεις: - η επέκταση του ΣΠΣ σε σημαντικό αριθμό σκαφών (και ο διπλασιασμός των μηνυμάτων όπως προτείνεται από την Επιτροπή) συνεπάγεται την προσαρμογή του εξοπλισμού των κέντρων παρακολούθησης της αλιείας ώστε να καταστεί δυνατή η κατάλληλη επεξεργασία, καταχώριση και ανάκτηση όλων των δεδομένων. - η εισαγωγή το 2004, στο τέλος της πειραματικής φάσης, συστήματος ηλεκτρονικής αναφοράς των αλιευτικών δραστηριοτήτων (όπως δηλώσεις αλιευμάτων ή αλιευτικής προσπάθειας) και η εγκατάσταση συστημάτων εντοπισμού σκαφών, που θα απαιτήσουν νέα εργαλεία ΤΠ, σε κάθε σκάφος (συσκευές ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων και λογισμικό ηλεκτρονικού ημερολογίου πλοίων) και στα κέντρα παρακολούθησης της αλιείας (τόσο για την ηλεκτρονική υποβολή εκθέσεων όσο και για τα ΣΕΣ). - τα κέντρα παρακολούθησης της αλιείας των υπό ένταξη χωρών θα είναι σε θέση να λειτουργούν με τα ίδια πρότυπα που ισχύουν και για τα άλλα κέντρα, ώστε να αποφευχθούν τυχόν διαφυγές στο κοινοτικό σύστημα ελέγχου. Προς τον σκοπό αυτό θα απαιτηθούν επενδύσεις σε εξοπλισμό ΤΠ και σε δίκτυα ΤΠ. (δ) οι σύγχρονες τεχνολογίες ελέγχου είναι υπό συνεχή εξέλιξη. Για την αξιολόγηση και τη διευκόλυνση της καθιέρωσής τους, ο κοινοτικός προϋπολογισμός χρηματοδότησε πειραματικές δράσεις που συνδέονται με αλιευτικές δραστηριότητες σε ποσοστό υψηλότερο από το 50% των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Είναι αξιοσημείωτο ότι το ΣΠΣ εισήχθη για πρώτη φορά στη βάση πιλοτικών δράσεων. Συνιστάται να προβλεφθεί η ενέργεια αυτή για τα επόμενα χρόνια, δεδομένου ότι θα προκύπτουν πιθανόν και άλλες σύγχρονες τεχνολογίες στον τομέα του ελέγχου της αλιείας (π.χ. για τον εντοπισμό του πότε ένα σκάφος αλιεύει ή ζυγίζει αλιεύματα). (ε) όλες οι αναλύσεις και οι εκθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω τονίζουν τον ουσιαστικό ρόλο των προγραμμάτων κατάρτισης και ανταλλαγής δημοσίων υπαλλήλων επιφορτισμένων με καθήκοντα παρακολούθησης, ελέγχου και επιτήρησης στον τομέα της αλιείας [29]. Οι ενέργειες αυτές αποδείχθηκαν ιδιαίτερα αποδοτικές από πλευράς κόστους όσον αφορά τη βελτίωση της ποιότητας του ελέγχου όπως αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από την αύξηση του αριθμού των παραβάσεων που οδήγησαν σε κυρώσεις τις οποίες επέβαλαν τα δικαστήρια [30]. Εκείνο που έχει επίσης μεγάλη σημασία είναι η καθιέρωση ευνοϊκών εργασιακών σχέσεων μεταξύ υπαλλήλων από διαφορετικά κράτη μέλη που οδήγησαν σε συντονισμένες εκστρατείες ελέγχου, οι οποίες έθεσαν τη βάση περισσότερο ανεπτυγμένων και πολύπλοκων ενεργειών ελέγχου στη θάλασσα από επιθεωρητές διαφορετικών εθνικοτήτων. [29] «Μια συμμετοχή κατά 50% σε ενέργειες κατάρτισης φαίνεται λογική και εάν ακολουθηθεί η ιταλική εμπειρία μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα αποτελεσματική από πλευράς κόστους. Προτείνουμε να συνεχιστεί.» (έκθεση FISH/202/12, σ. 103). [30] Το παράδειγμα της Σκωτίας αποδεικνύει τα καλά αποτελέσματα που προέρχονται από την κατάρτιση επιθεωρητών για την απόκτηση νομικών δεξιοτήτων. Η Επιτροπή έχει εκφράσει την πρόθεσή της να στηρίξει ενεργά τις πρωτοβουλίες αυτές τις οποίες θεωρεί ως τον πυρήνα της κοινής δομής επιθεώρησης της αλιείας που αναφέρεται στην ανακοίνωση για την μεταρρύθμιση της ΚΑΠ ("χάρτης πορείας") [31]. Η ενέργεια αυτή αποτελεί συνεπώς προτεραιότητα και για τη νέα περίοδο ισχύος του καθεστώτος αυτού. Μολονότι τα κράτη μέλη έχουν χρησιμοποιήσει τη δυνατότητα αίτησης επιστροφής των δαπανών για κατάρτιση, η δυνατότητα αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στον βαθμό που θα επιθυμούσε η Επιτροπή και κατά συνέπεια τα κράτη μέλη θα ενθαρρυνθούν να χρησιμοποιήσουν μαζικά την ενίσχυση για την κατάρτιση νέων υπαλλήλων, την περιοδική κατάρτιση και τα καθεστώτα ανταλλαγών για επιθεωρητές. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εισαγωγή νέων τεχνολογιών και η διασύνδεση με διάφορες βάσεις δεδομένων θα απαιτήσει ειδικές δεξιότητες οι οποίες μπορούν να αποκτηθούν μόνο μέσω συγκεκριμένης κατάρτισης. Είναι επίσης προφανές ότι τα προγράμματα κατάρτισης θα είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τους υπαλλήλους των υπό ένταξη χωρών. [31] COM(2002)181. Βλ. επίσης "Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για μια ομοιόμορφη και αποτελεσματική εφαρμογή της κοινής αλιευτικής πολιτικής", (COM(2003)130, ιδιαίτερα σημείο 9). (στ) η ανάλυση κόστους/οφέλους και η αξιολόγηση της συνολικής δαπάνης πραγματοποιήθηκε από τις αρμόδιες αρχές για την διεξαγωγή της παρακολούθησης, του ελέγχου και της εποπτείας των αλιευτικών δραστηριοτήτων αποτελούν ένα εργαλείο για τον εντοπισμό του αποδοτικότερου από πλευράς κόστους μέσου ελέγχου και για την εκτίμηση της χρηματοδοτικής επιβάρυνσης που αναλαμβάνει κάθε κράτος μέλος για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες. Δυστυχώς, λίγα μόνο κράτη μέλη αποφάσισαν να διενεργήσουν την ανάλυση αυτή. Η Επιτροπή θα επιχειρήσει να πείσει τόσο τα σημερινά όσο και τα μελλοντικά κράτη μέλη να υποβάλουν αιτήσεις για την ενέργεια αυτή, η οποία τυγχάνει κοινοτικής χρηματοδότησης, δεδομένου ότι τα αποτελέσματά της είναι προς το κοινό συμφέρον. (ζ) δεν έχουν δαπανηθεί χρήματα σε ενέργειες που συνδέονται με την υλοποίηση πιλοτικών συστημάτων επιθεώρησης και παρατηρητών. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η δαπάνη ήταν επιλέξιμη μόνο για πειραματικά συστήματα που θεσπίζονται από περιφερειακή οργάνωση αλιείας και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει τέτοιος προγραμματισμός. Η Επιτροπή σκοπεύει να διατηρήσει τη δράση αυτή, αλλά θα πάψει την συνδέει με συστήματα επιθεώρησης ή παρακολούθησης που θεσπίζονται από ΠΟΑ. Πράγματι, η εγκατάσταση παρατηρητών σε αλιευτικά σκάφη για την καταχώριση και την αναφορά των δραστηριοτήτων του πλοίου προβλέπεται από την Επιτροπή ως μέσο για την βελτίωση της συμμόρφωσης με τους κανόνες, όταν άλλα συστήματα θεωρούνται ανεπαρκή (για παράδειγμα, τήρηση απαγόρευσης απορρίψεων, μείωση παρεμπιπτόντων αλιευμάτων ή αλίευσης ειδών που δεν αποτελούν στόχο της αλιείας ή χρήσης παράνομων αλιευτικών εργαλείων) [32]. Παρατηρητές είναι δυνατόν επίσης να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο σχεδίων αποκατάστασης για αποθέματα που βρίσκονται εκτός ασφαλών βιολογικών ορίων [33]. Για τους ίδιους σκοπούς, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν κατά τον ίδιο τρόπο συστήματα επιθεώρησης. [32] Βλ. COM(2002) 181. [33] Βλ. άρθρο 5 του κανονισμού αριθ. 2371/2002. Και στις δυο περιπτώσεις, η χρηματοδοτική συνδρομή θα αφορά πιλοτικά προγράμματα. Από τη στιγμή που κάποιο σύστημα δεν βρίσκεται σε δοκιμαστική βάση, τα κράτη μέλη θα αναλαμβάνουν το κόστος του. (η) η πείρα δείχνει ότι οι αλιείς και άλλοι φορείς που εμπλέκονται σε δραστηριότητες ελέγχου, όπως οι επιθεωρητές, οι εισαγγελείς και δικαστές, και σε μεγαλύτερη κλίμακα το ευρύ κοινό, δεν συνειδητοποιούν πλήρως την ανάγκη τήρησης των μέτρων διατήρησης ώστε να εξασφαλιστεί ορθολογική και αειφόρος ανάπτυξη των φυσικών πόρων [34]. Για την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης πάνω στο σημαντικό αυτό θέμα, η Επιτροπή προτείνει τη χρηματοδότηση πρωτοβουλιών που αφορούν σεμινάρια και μέσα μαζικής επικοινωνίας. Τα κράτη μέλη θα κληθούν από την Επιτροπή να οργανώσουν αυτές τις πρωτοβουλίες πιθανόν σε συνεργασία με τον κλάδο της αλιείας και με τις εκτελεστικές αρχές. Οι οργανώσεις των καταναλωτών μπορούν να παίξουν σημαντικό ρόλο μεριμνώντας οι τελικοί καταναλωτές να αγοράζουν μόνο τα ψάρια που αλιεύονται με τρόπο που δεν θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα.. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει να συμμετέχουν στις πρωτοβουλίες αυτές, όπου είναι δυνατόν. [34] Βλ. συμπεράσματα στις εκθέσεις της Επιτροπής για σοβαρές παραβάσεις (COM(2001)650 και (2002)687). 3. Επιλογές Από την έναρξη λειτουργίας του συστήματος το 1990, η Επιτροπή στήριξε τις επενδύσεις στον τομέα ελέγχου της αλιείας με επιστροφή στα κράτη μέλη των εξόδων που πραγματοποιήθηκαν. Το ποσοστό επιστροφής κυμαίνεται μεταξύ 35% και 100% του πραγματικού επιλέξιμου κόστους. Ο τρόπος αυτός παρέμβασης φάνηκε ως ο καταλληλότερος δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα κράτη μέλη δεν είναι πρόθυμα να αφιερώσουν χρηματοδοτικά μέσα στον εν λόγω τομέα, που είναι όντως πολύ μικρής σημασίας σε σύγκριση με άλλους εθνικούς οικονομικούς τομείς. Πράγματι, με ορισμένες εξαιρέσεις, η συμβολή της αλιείας στο ΑΕΠ είναι τέτοια που δεν δικαιολογεί την πραγματοποίηση δημόσιων δαπανών από καθαρά οικονομική σκοπιά. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπάρχει κοινό συμφέρον για την παρακολούθηση των αλιευτικών δραστηριοτήτων εντός και εκτός της ΑΟΖ, δεδομένου ότι σκάφη από διαφορετικά κράτη σημαίας ασκούν δραστηριότητες στα ίδια αλιευτικά πεδία και η Κοινότητα έχει καθήκον να διασφαλίσει την βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων. Με την υποβολή της αίτησης χρηματοδοτικής συνδρομής, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εγγράψουν στον εθνικό προϋπολογισμό τις πιστώσεις που απαιτούνται σε αντιστοιχία της κοινοτικής συνδρομής. Δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές είναι υπεύθυνες για το πρόγραμμα ελέγχου, θα είναι οι μόνοι αποδέκτες της ενίσχυσης. Προφανώς, οι αρχές οι οποίες θα μπορούν να επωφεληθούν από την ενίσχυση πρέπει να είναι μόνο εκείνες που είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο της αλιείας. Σημειώνεται επίσης ότι τα Διαρθρωτικά Ταμεία δεν μπορούν να παρέμβουν στον τομέα αυτό, εκτός για τις δαπάνες που αφορούν την εγκατάσταση σε αλιευτικά σκάφη συσκευών εντοπισμού σκαφών [35]. Στα προηγούμενα συστήματα, συμπεριλαμβανομένου του παρόντος, ίσχυαν διαφορετικά ποσοστά κοινοτικής συμμετοχής. Στο εξής προβλέπεται να απλοποιηθεί η όλη διαδικασία με τον καθορισμό ενός γενικού ποσοστού ανώτατης συμμετοχής 50% επί των πραγματικών δαπανών, με 2 εξαιρέσεις: [35] Μέχρι σήμερα, η δυνατότητα αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί από κανένα κράτος μέλος. - για πιλοτικά έργα και πρωτοβουλίες που αυξάνουν την ευαισθητοποίηση σχετικά με τους στόχους διατήρησης, το ποσοστό επιστροφής μπορεί να ανέλθει στο 100% δεδομένου ότι απαιτούνται ισχυρές πρωτοβουλίες για την επίτευξη των στόχων, το συντομότερο δυνατό. - για ΣΕΣ, η επιστροφή ανά μονάδα είναι δυνατό να υπερβαίνει το 50%, αλλά μάλλον μικρότερη του 100% με σκοπό να συμπιεστούν οι δαπάνες. - για τα αεροσκάφη και τα πλωτά μέσα, η επιστροφή δεν δύναται να υπερβεί το 35% του κόστους και η επένδυση αυτή θα είναι επιλέξιμη μόνο για τα νέα κράτη μέλη από την 1.1.2004. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν οι δαπάνες είναι ιδιαίτερα υψηλές, είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, τα σημερινά κράτη μέλη φαίνεται να είναι επαρκώς εξοπλισμένα. 4. Αντίκτυπος και πιθανοί δείκτες Ο συνολικός στόχος του καθεστώτος ελέγχου είναι η στήριξη της πολιτικής διατήρησης που ασκεί η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της ΚΑΠ (Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής). Μόνον όταν υπάρχει συμμόρφωση της πλειοψηφίας των οικονομικών παραγόντων με τις διατάξεις, τα μέτρα διατήρησης είναι δυνατό να παραγάγουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Χωρίς την ύπαρξη ενός αποτελεσματικού και αδιάβλητου συστήματος ελέγχου σε ολόκληρη την Κοινότητα είναι αδύνατο να υποχρεωθούν οι αλιείς και οι άλλοι εμπλεκόμενοι φορείς να τηρήσουν τους κανόνες, ιδιαίτερα δεδομένης της διαρθρωτικής κατάστασης του εν λόγω οικονομικού κλάδου και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι οι αλιείς ανταγωνίζονται στα ίδια αλιευτικά πεδία. Κατά συνέπεια, έχει τεράστια σημασία να διατεθούν από τα κράτη μέλη επαρκείς πόροι στην δραστηριότητα του ελέγχου. Η Κοινότητα θα αμβλύνει τη χρηματοδοτική επιβάρυνση των κρατών μελών σε ένα ορισμένο βαθμό και θα προωθήσει, όπου ενδείκνυται, τη δημιουργία μέσων ελέγχου. Επιπλέον, όταν ένα σύστημα ελέγχου θεωρείται αποτελεσματικό από τους αλιείς και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα όσον αφορά την πρόθεση παραβίασης των κανόνων. Σε μια ιδανική κατάσταση, η έλλειψη παραβάσεων θα είναι δείκτης ότι το σύστημα λειτουργεί άριστα. Στην πράξη, όμως ο αριθμός των παραβάσεων που εντοπίζονται από τις εθνικές αρχές αποτελεί έναν χρήσιμο δείκτη για την αποτελεσματικότητα του ελέγχου. Κατά συνέπεια, ο αριθμός των παραβάσεων που εντοπίζονται στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης για τον αντίκτυπο του συστήματος. Ο υψηλός αριθμός των παραβάσεων είναι δυνατό να εκληφθεί ως ένδειξη αποτελεσματικού ελέγχου. Από την άλλη πλευρά, μικρός αριθμός παραβάσεων στη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου, ιδιαίτερα σε μία χώρα στην οποία ο αλιευτικός κλάδος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, δείχνει ανεπαρκή εκτέλεση του ελέγχου. Η ετήσια έκθεση για τις σοβαρές παραβάσεις που διαπιστώθηκαν παρέχει μια εικόνα της κατάστασης. Το ποσοστό των διαδικασιών που ολοκληρώθηκαν σε σύγκριση με τις διαδικασίες που παραμένουν ανοικτές αποτελεί επίσης δείκτη της αποτελεσματικότητας της δημόσιας διοίκησης. Η σύγκριση στοιχείων που συνδέονται με επόμενα έτη αποτελεί εργαλείο για την αξιολόγηση της αύξησης ή της μείωσης της αποτελεσματικότητας, εφόσον ληφθεί δεόντως υπόψη το αποτρεπτικό αποτέλεσμα που αναφέρεται ανωτέρω. Επίσης, ο αριθμός επιθεωρήσεων στη θάλασσα ή σε λιμένες, ή ο αριθμός οπτικών εντοπισμών που καταγράφονται από την εναέρια επιτήρηση είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν ως δείκτες, σε σύγκριση τόσο με τον αριθμό των διαθέσιμων επιθεωρητών όσο και με τον αριθμό των ωρών περιπολίας σκαφών ή των πτήσεων και με τον αριθμό των εντοπιζόμενων παραβάσεων. Ο συνδυασμός των δεικτών αυτών μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση κυρίως της επίπτωσης των επενδύσεων σε εξοπλισμό, τηλεπαρακολούθηση και κατάρτιση. Η διαχείριση των θαλάσσιων πόρων πραγματοποιείται με την κατανομή αλιευτικών ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών. Σωστή διαχείριση ποσοστώσεων υπάρχει όταν δεν σημειώνεται υπέρβαση των αλιευτικών ποσοστώσεων. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, τα κράτη μέλη θα έχουν στη διάθεσή τους συστήματα ΤΠ ικανά να συλλέγουν δεδομένα από σημεία εκφόρτωσης διασκορπισμένα κατά μήκος της ακτογραμμής τους, να τα επεξεργάζονται, να τα μετατρέπουν και να τα αποστέλλουν με ταχύτητα και ασφάλεια στους αποδέκτες, όπως είναι οι υπηρεσίες της Επιτροπής. Η διακύμανση του αριθμού υπεραλίευσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης για την αξιολόγηση του αντίκτυπου των επενδύσεων σε εξοπλισμό και σε δίκτυα ΤΠ, συστήματα παρατήρησης και κατάρτισης. Τα αποτελέσματα μελέτης σκοπιμότητας θα αποτελούν δείκτη στην περίπτωση πιλοτικών έργων, ενώ τα έργα που περιλαμβάνουν ανάλυση κόστους/οφέλους θα αξιολογούνται από τα παραγόμενα αποτελέσματά τους. Ένας γενικός δείκτης θα είναι η διακύμανση της κατάστασης των αποθεμάτων που υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες διαχείρισης. 5. Αξιολόγηση κινδύνου και συστήματα παρακολούθησης Τα κράτη μέλη υποβάλλουν κάθε χρόνο στην Επιτροπή σχέδιο ελέγχου της αλιείας, όπου αναφέρονται οι δράσεις για τις οποίες ζητείται κοινοτική επιδότηση. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής εξετάζουν την αίτηση σε σχέση με τους στόχους που καθορίζονται και τους κανόνες επιλεξιμότητας των δράσεων. Το ανώτατο ποσό της ανώτατης συνδρομής που θα χορηγηθεί καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής, για την οποία ζητείται η γνώμη της διαχειριστικής επιτροπής. Τα κράτη μέλη, όταν υποβάλλουν αιτήσεις επιστροφής εξόδων, εξακριβώνουν και πιστοποιούν (προβλέπεται ειδική δήλωση προς υπογραφή) ότι η δαπάνη έχει όντως πραγματοποιηθεί σύμφωνα τόσο με τους γενικούς όρους που προβλέπονται στην απόφαση του Συμβουλίου όσο και με τους ειδικούς όρους οι οποίοι είναι δυνατό να προβλέπονται με απόφαση της Επιτροπής στην οποία καθορίζεται το ποσό της επιδότησης. Παράλληλα, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διαβιβάζουν τακτικά στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τη χρήση της χρηματοδοτικής συνδρομής. Η Επιτροπή έχει επίσης τη δυνατότητα να ζητήσει από τα κράτη μέλη τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων έργων ή μπορεί να αποφασίσει να διενεργήσει τους ελέγχους με υπαλλήλους τους. Στην περίπτωση κατά την οποία έχει καταβληθεί αχρεωστήτως κάποιο ποσό θα επιστρέφεται στην Επιτροπή, προσαυξημένο με τόκους. Σημειώνεται ότι η Επιτροπή επιστρέφει έξοδα στα κράτη μέλη μόνο βάσει τιμολογίων τα οποία έχουν εξοφληθεί από τις εθνικές διοικήσεις. Μέχρι σήμερα, δεν έχουν διαπιστωθεί παρατυπίες όσον αφορά τις επιστροφές. Τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν ετησίως έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την υλοποίηση των προγραμμάτων τους, τις τυχόν μεταβολές που υποχρεώθηκαν να επιφέρουν σε αυτά και αξιολόγηση του αντίκτυπου της δαπάνης στις δραστηριότητες ελέγχου, επιθεώρησης και εποπτείας. Τελική αξιολόγηση για ολόκληρο το πρόγραμμα 2001-2005 θα διαβιβαστεί το 2006. Η Επιτροπή θα καταρτίσει έκθεση για τα αποτελέσματα του συστήματος την οποία θα υποβάλει το 2007 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Στην έκθεση αυτή θα χρησιμοποιηθούν οι ανωτέρω αναφερθέντες δείκτες για την εκτίμηση του αντίκτυπου του εν λόγω συστήματος. 6. Προστιθέμενη αξία της κοινοτικής συμμετοχής Όπως αναφέρεται ρητά [36], τα κράτη μέλη ελέγχουν τις δραστηριότητες οι οποίες διεξάγονται στο πλαίσιο της ΚΑΠ στο έδαφός τους ή σε ύδατα τα οποία ανήκουν στη δικαιοδοσία ή την κυριαρχία τους. Θα ελέγχουν επίσης την πρόσβαση σε ύδατα, πόρους και αλιευτικές δραστηριότητες εκτός των κοινοτικών υδάτων από κοινοτικά αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία τους και, με την επιφύλαξη της πρωταρχικής ευθύνης του κράτους της σημαίας, των υπηκόων τους. Θα είναι υπεύθυνα για την τοποθέτηση παρατηρητών σε αλιευτικά σκάφη και για την λήψη των ενδεδειγμένων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης αλιευτικών δραστηριοτήτων. [36] Βλ. άρθρο 23 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 2371/2002. Ωστόσο, χωρίς τη συνεχή πίεση και παρακολούθηση από την Επιτροπή είναι πιθανό ότι τα κράτη μέλη δεν θα εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σύμφωνα με τα πρότυπα που απαιτούνται από την κοινοτική νομοθεσία. Επιπλέον, θα είναι δύσκολο να υπάρξουν χωρίς κίνητρα οι αναγκαίες βελτιώσεις για την επίτευξη ενός συστήματος αποτελεσματικού ελέγχου σε ολόκληρη την Κοινότητα, ιδιαίτερα όταν οι νέες τεχνολογίες θα έχουν δοκιμαστεί και θα έχουν εισαχθεί, όπου κρίνεται αναγκαίο. Σύμφωνα με την πρακτική και τις συστάσεις στις ανωτέρω εκθέσεις προκύπτει ότι το αποτελεσματικότερο μέσο για την επίτευξη του στόχου της αειφόρου εκμετάλλευσης των αλιευτικών πόρων είναι ο επίμονος έλεγχος των εθνικών συστημάτων ελέγχου των κρατών μελών εκ μέρους των υπηρεσιών της Επιτροπής, σε συνδυασμό με την χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής ώστε να υπάρξουν οι αναγκαίες επενδύσεις. 7. Διδάγματα και προοπτικές Λόγω του ενδιαφέροντος της Κοινότητας για τη βελτίωση των δραστηριοτήτων ελέγχου της αλιείας, η Επιτροπή έχει εφαρμόσει από το 1978 σειρά διατάξεων για την χρηματοδοτική συμμετοχή στις δαπάνες των κρατών μελών. Η πρώτη απόφαση του Συμβουλίου εγκρίθηκε το 1978 και αφορούσε μέτρα υπέρ των δραστηριοτήτων στη Δανία και στην Ιρλανδία. Η απόφαση αυτή καταργήθηκε το 1987 με νέα απόφαση που προέβλεπε την χορήγηση χρηματοδοτικής συνδρομής σε όλα τα κράτη μέλη για την περαιτέρω ανάπτυξη ικανότητας ΠΕΕ σε ειδικά πεδία ελέγχου και εποπτείας. Για τα συστήματα αυτά δεν υπάρχουν διαθέσιμες αξιολογήσεις. Η απόφαση 89/631 του Συμβουλίου έθεσε στη συνέχεια ένα πλαίσιο κοινοτικής χρηματοδοτικής συνδρομής στις δαπάνες στις οποίες υποβάλλονται τα κράτη μέλη, με συνολικά κονδύλια 110 εκατ. EUR, κατανεμημένα σε μία πενταετή περίοδο από το 1991 έως το 1995. Στη συνέχεια, με την απόφαση 95/527 του Συμβουλίου εγκρίθηκε δεύτερο πενταετές πρόγραμμα από το 1996 έως το 2000. Με το πρόγραμμα αυτό διατέθηκαν 205 εκατ. EUR βάσει ενός παρόμοιου πλαισίου. Τέλος, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 2001/431 η οποία λήγει στο τέλος του 2003 και θέτει ένα τριετές πρόγραμμα (2001-2003) με κονδύλια ύψους 105 εκατ. EUR. Με βάση την πείρα που έχει αποκτηθεί και σύμφωνα με τα συμπεράσματα που εξάγονται από την εκ των υστέρων έκθεση αξιολόγησης διαπιστώνεται, γενικά, ότι η χρηματοδότηση χορηγήθηκε με τρόπο ώστε να καλυφθούν οι σοβαρότερες ελλείψεις (σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ [37]) σε κάθε κράτος μέλος. Μολονότι με τον τρόπο αυτό έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι ανισορροπίες στην ικανότητα των κρατών μελών, δεν κατέστη δυνατή η επίλυση όλων των προβλημάτων και υπάρχει πεδίο για συμπληρωματικές δαπάνες [38]. [37] Ο σύμβουλος κατέληξε σε έναν μέσο όρο για την ΕΕ από τα στοιχεία που υπέβαλαν τα κράτη μέλη σύμφωνα με την απόφαση 2001/431. Βεβαίως, ο εν λόγω μέσος όρος έχει μόνο σχετική αξία. [38] FISH/2002/12, σ. 101-102. Μολονότι η αξιολόγηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από συγκεκριμένες στρατηγικές παρακολούθησης, ελέγχου και εποπτείας που υιοθετεί κάθε κράτος μέλος, που με τη σειρά τους βασίζονται στα διαφορετικά χαρακτηριστικά στοιχεία του στόλου, του μεγέθους των αλιευτικών πεδίων, της ποσότητας και της αξίας των αλιευμάτων που εκφορτώνονται, φαίνεται ότι: - όσον αφορά τα περιπολικά πλωτά μέσα και αεροσκάφη, τα κράτη μέλη είναι στην ίδια θέση (με εξαίρεση το ΗΒ και την Ισπανία). Ωστόσο, δεν φαίνεται αναγκαία η υποβοήθηση των εν λόγω κρατών με την αύξηση του εξοπλισμού τους, δεδομένου ότι οι ελλείψεις αυτές είναι εύκολο να αντισταθμιστούν με την επέκταση της κάλυψης των ελεγχόμενων σκαφών σε απόσταση. - όλα τα κράτη μέλη έχουν βελτιώσει σε μεγάλο βαθμό τα συστήματα τεχνολογίας των πληροφοριών και το δίκτυό τους. Οι εναπομένουσες ανάγκες αφορούν την αναβάθμιση των συστημάτων για να αντιμετωπιστεί η σημαντική αύξηση της ποσότητας δεδομένων (λόγω του διπλασιασμού του αριθμού τόσο των σκαφών όσο και των μηνυμάτων) και του αριθμού των συνδέσεων με περιφερειακά γραφεία, περιπολικά πλωτά μέσα και αεροσκάφη, με τα υπόλοιπα κράτη μέλη και τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Επίσης, συνιστάται η εισαγωγή ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό θα καταστεί δυνατός ο έλεγχος της ποιότητας των στοιχείων που υποβάλλονται από τα κράτη μέλη, υποχρεώνοντας τους αλιείς να διορθώσουν τυχόν σφάλματα σε πραγματικό χρόνο και πριν από την υποβολή των στοιχείων. Οι ενέργειες αυτές θα έχουν ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι συναφείς διοικητικές δαπάνες της Επιτροπής. - το ΣΠΣ λειτουργεί σε κάθε κράτος μέλος, πλην όμως θα επεκταθεί σε σκάφη μήκους ανώτερου των 15 μέτρων από την 1.1.2005. Τα υπό ένταξη κράτη θα συμμορφωθούν από την 1.5.2004. - η κατάρτιση υπήρξε ιδιαίτερα αποδοτική από πλευράς κόστους και θα στηριχθεί περαιτέρω, ιδιαίτερα στα κράτη μέλη τα οποία δεν επωφελήθηκαν πλήρως από τη δυνατότητα αυτή. Σε όλα τα κράτη μέλη θα προβλεφθεί περιοδική εκ νέου κατάρτιση και βελτίωση των νομικών δεξιοτήτων. Οι υπό ένταξη χώρες θα οργανώσουν ειδικές δράσεις κατάρτισης με σκοπό την εμβάθυνση των γνώσεων των κοινοτικών κανόνων. - όσον αφορά την προσαρμογή με τις καινοτομίες στον τομέα των τεχνολογιών ελέγχου, η Κοινότητα θα εξακολουθήσει να στηρίζει πιλοτικά έργα. Υπενθυμίζεται ότι ο ΣΠΣ δοκιμάστηκε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1990 ως πιλοτικό πρόγραμμα. - η ανάλυση κόστους/ωφέλειας των δαπανών για τη δραστηριότητα ελέγχου δεν έχει δώσει ακόμη αποτελέσματα, πλην όμως αποτελεί σημαντικό εργαλείο αξιολόγησης και τα κράτη μέλη θα κληθούν να εκπονήσουν ειδικά προγράμματα. 8. Διάρκεια Η απόφαση 2001/431 κρίθηκε ότι πρέπει να παραταθεί για τρία μόνο χρόνια, μέχρι τις 31.12.2003, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο Συμβούλιο να αποφασίσει για το μέλλον της χρηματοδοτικής συνδρομής λαμβάνοντας υπόψη την μεταρρύθμιση της ΚΑΠ (Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής). Δεδομένων των περιεχομένων της μεταρρύθμισης και των αναγκών των υπό ένταξη χωρών, ορισμένες από τις οποίες έχουν συμφέροντα στον αλιευτικό τομέα, κρίθηκε ενδεδειγμένη η περαιτέρω παράταση του εν λόγω χρηματοδοτικού συστήματος. Όσον αφορά τη διάρκεια του συστήματος αυτού, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει προτείνει τη σύσταση κοινής δομής επιθεώρησης η οποία θα αναλάβει την ομαδοποίηση των εθνικών μέσων επιθεώρησης και εποπτείας για την συντονισμένη χρήση των διαθέσιμων μέσων στα κράτη μέλη ή, όπου είναι αναγκαίο, την χρησιμοποίηση περαιτέρω μέσων με σύναψη συμβάσεων [39]. Δεδομένου ότι η διάρθρωση αυτή θα ασχολείται με μεγάλο φάσμα δραστηριοτήτων παρακολούθησης, ελέγχου και εποπτείας και προβλέπεται να καταστεί λειτουργική από το 2006, κρίνεται σκόπιμο να παραταθεί το χρηματοδοτικό σύστημα μετά τις 31.12.2005, δηλαδή η παράταση να είναι μόνο διετής. [39] Βλ. COM(2003) 130 9. Προβλεπόμενες αξιολογήσεις Tα κράτη μέλη θα υποβάλλουν κάθε χρόνο ενδιάμεση έκθεση μέσω της οποίας η Επιτροπή θα αξιολογεί τον βαθμό υλοποίησης των προγραμμάτων ελέγχου και θα παρεμβαίνει, όπου είναι αναγκαίο, για τον αναπροσανατολισμό των σχεδιαζόμενων επενδύσεων. Τα κράτη μέλη πρέπει να συντάξουν τελική έκθεση πριν από τις 31.12.2006. Η έκθεση αυτή θα επιτρέψει την διεξοδική εκ των υστέρων αξιολόγηση του συστήματος και θα υποβληθεί το επόμενο έτος από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Όσον αφορά τον έλεγχο, δεν είναι εύκολη η ποσοτικοποίηση των αποτελεσμάτων, ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα. Ο συνολικός στόχος της εν λόγω πρωτοβουλίας είναι να εδραιωθεί μια νοοτροπία ελέγχου στους παράγοντες του κλάδου της αλιείας, η οποία θα επιτρέψει την ανεπιφύλακτη συμμόρφωση με τους κανόνες της ΚΑΠ. Χωρίς αποτελεσματικό έλεγχο, οι κανόνες διατήρησης δεν είναι δυνατό να υλοποιηθούν και, χωρίς συμμόρφωση με τους κανόνες, οι δραστηριότητες ελέγχου δεν θα είναι ποτέ επιτυχείς. 10. Πιστώσεις Εκτός από την προσαρμογή του ποσοστού χρηματοδοτικής συνδρομής ώστε να ληφθούν υπόψη η κτηθείσα πείρα και οι συστάσεις που περιλαμβάνονται στην εκ των υστέρων αξιολόγηση, η κατανομή της σχεδιαζόμενης δαπάνης μεταξύ των διαφόρων δράσεων αντικατοπτρίζει τη σειρά των προτεραιοτήτων που έχει θέσει η Επιτροπή. Κατά συνέπεια, στις δράσεις που αφορούν την τεχνολογία υπολογιστών και τα δίκτυα ΤΠ, τα ΣΕΣ και την κατάρτιση, διατίθεται υψηλό σχετικά ποσοστό πιστώσεων σε σύγκριση με το κόστος. 5.1. Μέθοδοι υλοποίησης Άμεση διαχείριση από το τακτικό προσωπικό της Επιτροπής. 6. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ 6.1. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο Μέρος Β - (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) (Ο τρόπος υπολογισμού των συνολικών ποσών που εμφαίνονται στον κατωτέρω πίνακα πρέπει να επεξηγηθεί με την κατανομή στον πίνακα 6.2. ) 6.1.1. Δημοσιονομική παρέμβαση ΠΑΥ (σε εκατ. EUR μέχρι τρίτου δεκαδικού) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 6.2. Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο Μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) [40] [40] Για περαιτέρω πληροφορίες, βλ. χωριστή επεξηγηματικό σημείωμα. ΠΑΥ (σε εκατ. EUR μέχρι τρίτου δεκαδικού ψηφίου) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 7. ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ Οι ανάγκες για ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους θα καλυφθούν από τα κονδύλια που θα διατεθούν στη διαχειρίστρια ΓΔ στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας κατανομής. 7.1. Επιπτώσεις στους ανθρώπινους πόρους >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 7.2. Συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις των ανθρώπινων πόρων >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> *Τα ποσά αντιστοιχούν σε συνολικές δαπάνες για δώδεκα μήνες. 7.3. Άλλες δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που απορρέουν από τη δράση >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για δώδεκα μήνες. 1 Να διευκρινιστεί το είδος της επιτροπής και η ομάδα στην οποία ανήκει. >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 8. ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ 8.1. Επακόλουθα μέτρα Όπως περιγράφηκε ανωτέρω στο σημείο 5, έχουν εντοπιστεί ειδικοί δείκτες. 8.2. Ρυθμίσεις και χρονοδιάγραμμα για τη σχεδιαζόμενη αξιολόγηση Όπως περιγράφη εκτενώς ανωτέρω στο σημείο 5, τα κράτη μέλη θα υποβάλλουν κάθε χρόνο ενδιάμεσες εκθέσεις και μια τελική έκθεση πριν από τις 31.12.2006. Η Επιτροπή θα καταρτίσει στη συνέχεια έκθεση που θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο το 2007. 9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ Τα κράτη μέλη θα εξακριβώνουν και θα πιστοποιούν ότι η δαπάνη για την οποία ζητείται επιστροφή έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζει η απόφαση. Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση επιστροφής δεν συμμορφώνεται με τους όρους που ισχύουν, θα αρνηθεί να επιστρέψει το σύνολο ή μέρος της συνολικής δαπάνης. Τα κράτη μέλη θα διαβιβάζουν στην Επιτροπή τα στοιχεία τα οποία θα τους ζητήσει και υποχρεούνται να τηρούν στη διάθεσή της τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα για 5 τουλάχιστον χρόνια από την ημερομηνία επιστροφής της δαπάνης. Οι υπάλληλοι της Επιτροπής δύνανται να πραγματοποιούν ή να συμμετέχουν σε εκ των υστέρων ελέγχους. Σε περίπτωση παρατυπίας, τα ποσά που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως επιστρέφονται στην Επιτροπή με τόκο.