Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52003PC0032(01)

Πρόταση οδηγία (Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τον καθορισμό βασικών υποχρεώσεων και γενικών αρχών αναφορικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων

/* COM/2003/0032 τελικό - CNS 2003/0021 */

52003PC0032(01)

Πρόταση οδηγία (Ευρατόμ) του Συμβουλίου για τον καθορισμό βασικών υποχρεώσεων και γενικών αρχών αναφορικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων /* COM/2003/0032 τελικό - CNS 2003/0021 */


Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ (Ευρατόμ) ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τον καθορισμό βασικών υποχρεώσεων και γενικών αρχών αναφορικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων

(υποβάλλονται από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Ιστορικό

Η συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ) περιέχει διατάξεις (τιτλοσ δευτεροσ) που δίνουν τη δυνατότητα στην Κοινότητα να ελέγχει τη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας από τα κράτη μέλη, σε ό,τι κυρίως αφορά δύο πεδία, τις πυρηνικές διασφαλίσεις (κεφάλαιο VII) και την προστασία της υγείας (κεφάλαιο III).

Δυνάμει της συνθήκης Ευρατόμ (άρθρο 2 υπό β)), η Κοινότητα οφείλει, σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης Ευρατόμ: «να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφάλειας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους». Το κεφάλαιο ΙΙΙ (τιτλοσ δευτεροσ) της συνθήκης Ευρατόμ, το σχετικό με την προστασία της υγείας, περιέχει διατάξεις που αφορούν τα βασικά πρότυπα (κανόνες) επί θεμάτων προστασίας από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες. Το εν λόγω κεφάλαιο ΙΙΙ έχει κυρίως χρησιμοποιηθεί στο πεδίο της ακτινοπροστασίας. Όμως, η προστασία της υγείας καλύπτει τις έννοιες της ακτινοπροστασίας και της πυρηνικής ασφάλειας. Και τα δύο αυτά σκέλη έχουν στην πραγματικότητα κοινό στόχο, την προστασία από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες.

Η Επιτροπή έχει έναν ενεργό παρεμβατικό ρόλο σε ό,τι αφορά την εναρμόνιση των πρακτικών πυρηνικής ασφάλειας εδώ και πάνω από είκοσι πέντε χρόνια, στο πλαίσιο κυρίως των ψηφισμάτων του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1975 [1] και της 18ης Ιουνίου 1992 [2], που αναφέρονται στις τεχνολογικές πτυχές των προβλημάτων πυρηνικής ασφάλειας [3]. Παρ'όλες τις προσπάθειες για εναρμόνιση, τα μέτρα πυρηνικής ασφάλειας εξακολουθούν να διαφέρουν πολύ ανάμεσα στα κράτη μέλη.

[1] ΕΕ C 185, 14.8.1975, σ 1

[2] ΕΕ C 172, 18.6.1992, σ 2

[3] Δεν αφορά την ελληνική μετάφραση. Πρόκειται για σύγχυση που προέρχεται από τη μετάφραση της αγγλικής λέξης safety προς τα γαλλικά.

Μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ το 1986, δίχως άλλο το σοβαρότερο ατύχημα στην ιστορία της πυρηνικής βιομηχανίας, και τη σύνοδο κορυφής G-7 του Μονάχου το 1992, η Ένωση άρχισε να προβληματίζεται σχετικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Δημοκρατιών που προέκυψαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Η προσεχής διεύρυνση με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, σε πρώτη φάση το 2004, δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του κοινοτικού γίγνεσθαι. Η ιστορία των χωρών αυτών μέσα στον 20ό αιώνα και ο χαρακτήρας της οικονομικής τους εξέλιξης ανέδειξαν το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, ζήτημα το οποίο λίγο είχε απασχολήσει κατά τις προηγούμενες διευρύνσεις.

Οι εργασίες που πραγματοποιήθηκαν σε κοινοτική κλίμακα με σκοπό να αναβαθμιστεί η στάθμη ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων των υποψήφιων χωρών άνοιξαν τον δρόμο για μια ευρωπαϊκή προοπτική επί του θέματος. Η προοπτική αυτή, η οποία αναπτύχθηκε για τις υποψήφιες χώρες, έχει παγκόσμια εμβέλεια.

Τα τεχνικά πρότυπα που εκπονούνται υπό την αιγίδα του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ) συμβάλλουν σημαντικά στη βελτίωση της πυρηνικής ασφάλειας. αντικατοπτρίζουν μια τεχνική συναίνεση χωρίς όμως να είναι νομικώς δεσμευτικά. Οι κοινοτικές διαδικασίες έγκρισης και προσαρμογής είναι κατά κανόνα πολύ ταχύτερες από τους διακυβερνητικούς μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, εξασφαλίζοντας έτσι τη δυνατότητα εφαρμογής των προτύπων. Πρόκειται άλλωστε για μια προβληματική την οποία έχει ήδη αντιμετωπίσει στο παρελθόν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στους τομείς των θαλάσσιων και των αεροπορικών μεταφορών.

Η προστασία από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες είναι μέλημα που εκτείνεται πολύ πέρα από την περίοδο εκμετάλλευσης μιας πυρηνικής εγκατάστασης. Πράγματι, η οριστική παύση της λειτουργίας μιας πυρηνικής εγκατάστασης είναι η απαρχή μιας νέας φάσης που αποβλέπει σε αποδέσμευση της εγκατάστασης από περιορισμούς σχετικούς με την ακτινοπροστασία οι οποίοι επιβάλλονται ως εκ της λειτουργίας της. Οι περιορισμοί αυτοί οφείλονται σε μεγάλες ποσότητες ραδιενέργειας που εκλύονται από διάφορες πηγές, όπως κτιριακές εγκαταστάσεις, εξοπλισμός, επιχειρησιακά απόβλητα και αναλωμένο (πυρηνικό) καύσιμο.

Απαιτείται λοιπόν απομάκρυνση των υλικών αυτών και κατάλληλη διαχείριση αναλόγως με τα φυσικά χαρακτηριστικά και τη ραδιενεργό στάθμη τους και με τήρηση των ισχυόντων προτύπων. Ως αποτέλεσμα των σχετικών δραστηριοτήτων, οι οποίες συνιστούν τον παροπλισμό, προκύπτουν μεγάλες ποσότητες αποβλήτων. Η διαδικασία που αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος του κόστους του παροπλισμού είναι η οριστική διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων.

Για τις εργασίες του παροπλισμού απαιτούνται σημαντικοί δημοσιονομικοί πόροι. Προς αποτροπή κάθε είδους κινδύνων που θα απειλούσαν το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου, είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί σε κοινοτικό επίπεδο ότι θα διατίθενται οι δημοσιονομικοί πόροι που απαιτούνται για τις εργασίες παροπλισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων με τήρηση των κανόνων ασφάλειας. Προς τούτο πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για τη σύσταση αποθεματικών κεφαλαίων παροπλισμού, στα οποία οι υπεύθυνοι εκμετάλλευσης θα πρέπει να συνεισφέρουν καθ'όλη τη διάρκεια λειτουργίας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Οι ειδικοί κανόνες θα πρέπει να εγγυώνται την ύπαρξη επαρκών πόρων για τις εργασίες παροπλισμού.

Με βάση τα προηγούμενα, την πυρηνική ασφάλεια πρέπει να την αντιμετωπίζουμε μέσα από μια κοινοτική οπτική. Μόνο μια κοινή προσέγγιση μπορεί να εγγυηθεί τη διατήρηση μιας υψηλού επιπέδου ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων, από τον σχεδιασμό μέχρι τον παροπλισμό, σε μια διευρυμένη Ένωση. Μια τέτοια προσέγγιση έχει ως νομική βάση το κεφάλαιο ΙΙΙ (τιτλοσ δευτεροσ) της συνθήκης Ευρατόμ και λειτουργεί συμπληρωματικά προς τα βασικά πρότυπα (κανόνες) του άρθρου 30 αυτής.

Ι. Σχετικά με την αναγκαιότητα για μια συνολική προσέγγιση της πυρηνικής ασφάλειας στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση

Ακριβώς όπως και στα υπάρχοντα εθνικά συστήματα, μια κοινοτική προσέγγιση του ζητήματος της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων πρέπει να έχει δύο συνιστώσες. Από τη μια, ένα σύνολο προτύπων και από την άλλη, έναν μηχανισμό για την επαλήθευση της συμμόρφωσης προς τα πρότυπα.

1. Τα κοινά πρότυπα

Μια κοινοτική προσέγγιση του ζητήματος της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων δεν συνεπάγεται κατ'ανάγκη τη θέσπιση λεπτομερών τεχνικών προτύπων ασφάλειας. Ένα τέτοιο σύστημα δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνει ό,τι ήδη ισχύει στα κράτη μέλη.

α) Ισχύοντα πρότυπα

Υπάρχει ένα σύνολο αρχών που μπορεί να χρησιμεύσει ως βάση μιας κοινοτικής προσέγγισης νομικώς δεσμευτικής. Οι αρχές αυτές μπορούν να ενσωματωθούν σε μια οδηγία πλαίσιο του Συμβουλίου που θα βασίζεται κατά κύριο λόγο σε στοιχεία που περιέχονται στη σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια, η οποία έχει συναφθεί υπό την αιγίδα του ΔΟΑΕ. Η σύμβαση αυτή δεν προβλέπει λεπτομερείς τεχνικούς κανόνες. Ορίζει όμως ένα επακριβές νομικό πλαίσιο το οποίο αποτελεί τη βάση ενός συστήματος πυρηνικής ασφάλειας. Όλα τα κράτη μέλη και οι περισσότερες υποψήφιες χώρες (με την εξαίρεση της Εσθονίας και της Μάλτας) είναι μέρη της Σύμβασης για την Πυρηνική Ασφάλεια.

Να σημειωθεί όμως ότι το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης αφορά μόνο πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Δεδομένης της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής πυρηνικής βιομηχανίας, κρίνεται ευκταίο να εγκαθιδρυθεί ένα σύστημα με ευρύτερο πεδίο εφαρμογής που θα καλύπτει κάθε είδους πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η διεύρυνση αυτή του πεδίου εφαρμογής θα περιοριστεί ωστόσο σε εγκαταστάσεις του κύκλου του καυσίμου και σε ερευνητικές εγκαταστάσεις. Δεν κρίθηκε αναγκαίο να επεκταθεί η νέα αυτή προσέγγιση σε μικρούς κατόχους ραδιενεργών υλικών, υλικών που παρουσιάζονται κατά κανόνα ως σφραγισμένες πηγές.

Η μορφοποίηση αυτών των αρχών σε ένα κοινοτικό κείμενο θα έλθει να συμπληρώσει τα βασικά πρότυπα (κανόνες) που προβλέπει το άρθρο 30 της συνθήκης Ευρατόμ, έτσι ώστε να καλυφθεί το πεδίο της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Από τότε που τέθηκε σε ισχύ η συνθήκη, τα πρότυπα εκείνα αναθεωρήθηκαν με διάφορες οδηγίες, από τις οποίες η πιο πρόσφατη είναι η οδηγία 96/29/Ευρατόμ της 13ης Μαΐου 1996 [4]. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέμα δεν είναι να αναθεωρηθεί η οδηγία που καθορίζει τα βασικά πρότυπα αλλά να εκπονηθεί μια νέα οδηγία που θα τα συμπληρώνει.

[4] ΕΕ L 159, 29.6.1996, σ 1

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επιβεβαίωσε την εν λόγω ανάλυση σε απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002 (υπόθεση C-29/99). Η απόφαση αναφέρει αφενός ότι «η τεχνητή διάκριση μεταξύ της υγειονομικής προστασίας του πληθυσμού και της ασφάλειας των πηγών ιονιζουσών ακτινοβολιών δεν είναι αναγκαία για την οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Κοινότητας» [5]. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει αφετέρου τις τεχνικές αρμοδιότητες των εθνικών αρχών ασφάλειας αναφορικά με την έγκριση της κατασκευής και εκμετάλλευσης των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Αναγνωρίζει εντούτοις ότι η αρμοδιότητα αυτή δεν εμποδίζει το νομοπαρασκευαστικό έργο της Επιτροπής επί του θέματος. Η απόφαση είναι επ'αυτού σαφής: «Ακόμη και αν αληθεύει ότι η συνθήκη ΕΚΑΕ δεν απονέμει στην Κοινότητα αρμοδιότητα να επιτρέπει την κατασκευή ή τη λειτουργία πυρηνικών εγκαταστάσεων, η τελευταία διαθέτει, βάσει των άρθρων 30 έως 32 της συνθήκης ΕΚΑΕ, κανονιστική αρμοδιότητα προκειμένου να θεσπίζει, προς προστασία της υγείας, σύστημα εγκρίσεως που πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη. Πράγματι, μια τέτοια νομοθετική πράξη συνιστά μέτρο που συμπληρώνει τους βασικούς κανόνες του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΚΑΕ» [6].

[5] Σημ. 82 της απόφασης του Δικαστηρίου της 10.12.2002

[6] Σημ. 89 της ίδιας απόφασης

Η έννοια του βασικού προτύπου καλύπτει λοιπόν δύο πτυχές: την προστασία της υγείας του πληθυσμού και μέσω αυτής την ασφάλεια των πηγών ιονίζουσας ακτινοβολίας.

Είναι σαφές ότι μια τέτοια κοινοτική προσέγγιση του ζητήματος της ασφάλειας δεν μπορεί σε βάθος χρόνου να περιοριστεί μόνο στις συναφείς διατάξεις της σύμβασης για την πυρηνική ασφάλεια. Οι τελευταίες μπορούν εντούτοις να χρησιμεύσουν ως αφετηρία, αδιαφιλονίκητη μάλιστα αφού όλα τα κράτη μέλη πρέπει ήδη να τις εφαρμόζουν, στην οποία θα έλθουν να προστεθούν και άλλα στοιχεία.

β) Εξέλιξη των προτύπων

Η εξελικτική πορεία των κοινών προτύπων για θέματα ασφάλειας πυρηνικών εγκαταστάσεων συνιστά αναθεώρησή τους,.οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 32 της συνθήκης Ευρατόμ, πρέπει να ακολουθείται συγκεκριμένη διαδικασία. Το άρθρο 31 προβλέπει σχετικά ότι η Επιτροπή επεξεργάζεται τα βασικά πρότυπα (κανόνες) αφού προηγουμένως ζητηθεί η γνώμη μιας ομάδας προσωπικοτήτων που ορίζονται από την επιστημονική και τεχνική επιτροπή μεταξύ των εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών, καθώς και η γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής. Μετά από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, τα βασικά πρότυπα ορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία πάνω στην πρόταση της Επιτροπής.

Συγκεκριμένα, για την εξέλιξη των ευρωπαϊκών προτύπων ασφάλειας λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα των εργασιών του ΔΟΑΕ στο πεδίο της πυρηνικής ασφάλειας. Ο ΔΟΑΕ εργάζεται εδώ και πολλά χρόνια πάνω σ'αυτό το θέμα. Θα χρειαστεί επίσης να λαμβάνονται κυρίως υπόψη τα αποτελέσματα των εργασιών της ομάδας εργασίας NRWG (Nuclear Regulator's Working Group), και πιο συγκεκριμένα οι κοινές θέσεις που θα επεξεργάζεται η ομάδα αυτή, καθώς και οι εργασίες της WENRA (Western European Nuclear Regulators Association) επί θεμάτων εναρμόνισης. Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο προς συνεκτίμηση είναι η μεθοδολογία που εκπονούν η Επιτροπή και το Συμβούλιο για τις ανάγκες αξιολόγησης της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων των υποψήφιων χωρών.

Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα πεδίο όπου ισχύουν ήδη σημαντικές εθνικές διατάξεις, καλό θα ήταν να είναι σε θέση η Επιτροπή να αντλεί όφελος από την τεχνική επάρκεια εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών ώστε να προωθεί την εξέλιξη των κοινών κανόνων με εναρμονισμένο τρόπο. Προς τούτο, έχει ανάγκη στήριξης από την επιτροπή του άρθρου 31 της συνθήκης Ευρατόμ.

Το κοινοτικό σύστημα θα στηριχτεί σε βασικές υποχρεώσεις και σε γενικές αρχές. Θα καθορίσει ένα νομικό πλαίσιο το οποίο θα περιλαμβάνει μηχανισμό που θα του επιτρέπει να μετεξελίσσεται. Ένα από τα πρώτα καθήκοντα που θα τεθούν ενώπιον της επιτροπής του άρθρου 31 θα είναι, βάσει των προαναφερθεισών μελετών, να εξετάσει ένα corpus επιχειρησιακών προτύπων τα οποία να χρησιμεύσουν υποχρεωτικά ως κοινές συντεταγμένες αναφοράς. Με βάση αυτά ακριβώς τα πρότυπα θα είναι δυνατόν να πραγματοποιούνται έλεγχοι στα κράτη μέλη. Για να αποφευχθούν κάθε είδους διακρίσεις ως προς τη μεταχείριση μεταξύ σημερινών και μελλοντικών κρατών μελών, ο νομικός μηχανισμός θα πρέπει να είναι ήδη επιχειρησιακός την ημερομηνία της διεύρυνσης, δηλαδή την 1η Μαΐου 2004. Η ημερομηνία αυτή θα σηματοδοτήσει την ενεργοποίηση της υπόψη κοινοτικής προσέγγισης, η οποία στη συνέχεια θα εξελιχθεί περαιτέρω.

Τα κοινά πρότυπα εγγράφονται σε ένα πλαίσιο δυναμικής διαδικασίας. Στόχος τους θα είναι να εξασφαλιστεί η διατήρηση μιας υψηλού επιπέδου πυρηνικής ασφάλειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι λοιπόν ανάγκη, το σύστημα αυτό να στηριχτεί στην τεχνική επάρκεια των εθνικών αρχών που έχουν αρμοδιότητες για θέματα ασφάλειας. Το κοινοτικό σύστημα είναι συμπληρωματικό των εθνικών.

γ) Τακτικές εκθέσεις

Σύμφωνα με τη σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια και τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Laeken, τα κράτη μέλη θα έχουν την υποχρέωση να υποβάλλουν εκθέσεις σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους καθώς και σχετικά με την ασφάλεια των εγκαταστάσεων που έχουν υπό τον έλεγχό τους. Οι εκθέσεις αυτές θα εξετάζονται από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή στο πλαίσιο ενός μηχανισμού ομότιμων κριτών (peer review).

2. Ένα ανεξάρτητο σύστημα ελέγχων

Η δημιουργία ενός ανεξάρτητου συστήματος ελέγχων είναι απαραίτητο στοιχείο για την αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα μιας κοινοτικής προσέγγισης του ζητήματος της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Το σύστημα των ελέγχων πρέπει να βασίζεται κυρίως στην τεχνική επάρκεια των αρμόδιων εθνικών αρχών. Ο κοινοτικός έλεγχος θα έχει ως αντικείμενο να παρακολουθεί τον τρόπο με τον οποίο εκτελούν τα καθήκοντά τους οι αρμόδιες αρχές ασφάλειας, και όχι να ελέγχει επί τόπου τις συνθήκες ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Τα κράτη μέλη θα έχουν την υποχρέωση να ορίζουν εμπειρογνώμονες, με αναφορά των εξειδικεύσεών τους, οι οποίοι θα μπορούν να χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή για τη διενέργεια ανεξάρτητων ελέγχων στα κράτη μέλη. Αυτονόητο είναι ότι η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίζει τι έλεγχοι θα γίνονται και ποια θα είναι η συνέχειά τους. Ως εγγύηση της ανεξαρτησίας των ελέγχων, κρίνεται σκόπιμο να μην καλούνται οι εμπειρογνώμονες να διενεργήσουν ελέγχους στην ίδια τους τη χώρα.

Βάσει των εκθέσεων που θα συντάσσονται μετά τους ελέγχους, η Επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να διατυπώνει παρατηρήσεις οι οποίες θα μπορούν να καταλήξουν και στη λήψη μέτρων που θα εγγυώνται την ασφάλεια μιας πυρηνικής εγκατάστασης. Η Επιτροπή θα έχει επίσης την υποχρέωση να διαβιβάζει κάθε δύο χρόνια προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση για την πυρηνική ασφάλεια σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η κοινοτική προσέγγιση δεν συνιστά ένα επιπλέον στάδιο ελέγχου πάνω στις πυρηνικές εγκαταστάσεις. Η κοινοτική προσέγγιση, καθαρά ποιοτικού χαρακτήρα, προβλέπει διασταύρωση του ελέγχου που διενεργεί η αρμόδια εθνική αρχή ασφάλειας, διασταύρωση βάσει της οποίας η Κοινότητα θα διαπιστώνει ότι το επίπεδο ασφάλειας είναι το ίδιο σε όλα τα κράτη μέλη. Το σύστημα αυτό θα επιτρέπει επίσης την απονομή κοινοτικής ετικέτας, ώστε να ενισχύεται η εμπιστοσύνη του κοινού ως προς την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η κοινοτική προσέγγιση, η οποία μάλιστα δεν έχει προηγούμενο, παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι θα διοργανώνει σε κοινοτικό πλαίσιο ελέγχους που θα διενεργεί η αρμόδια εθνική αρχή ασφάλειας. Στηρίζεται στην αρχή του ελέγχου από ομοτίμους (peer review), τόσο σε επίπεδο διασταυρούμενων ελέγχων όσο και σε επίπεδο εξέτασης των τακτικών εκθέσεων στο πλαίσιο του μηχανισμού peer review. Η Κοινότητα δεν προτίθεται να υποκαταστήσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές ασφάλειας.

II. Επαρκείς δημοσιονομικοί πόροι

Η διατήρηση μιας υψηλού επιπέδου ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων, τόσο εφόσον λειτουργούν όσο και στο στάδιο του παροπλισμού, προϋποθέτει επαρκείς πόρους.

Ο παροπλισμός μιας πυρηνικής εγκατάστασης είναι ένα εγχείρημα βιομηχανικώς επίπονο, το οποίο μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Το κόστος των εργασιών παροπλισμού μπορεί να είναι πολύ υψηλό, και για την αντιμετώπισή του απαιτούνται χρηματοοικονομικοί πόροι. Τους πόρους αυτούς οφείλει να εξασφαλίζει ο υπεύθυνος εκμετάλλευσης κατά τη διάρκεια λειτουργίας της πυρηνικής εγκατάστασης. Όταν έλθει η στιγμή του παροπλισμού, είναι απαραίτητο να υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε οι εργασίες να διεξαχθούν με όρους τήρησης μιας υψηλού επιπέδου ασφάλειας.

Πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε να αποφεύγεται καθυστέρηση της προγραμματισμένης έναρξης του παροπλισμού, οι εργασίες να προχωρούν σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες και να μην διακόπτονται λόγω έλλειψης πόρων.

Μία τέτοια κατάσταση θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγάλων αποθεμάτων ραδιενεργών υλικών σε μη αποδεκτές συνθήκες επίβλεψης και διαχείρισης, με σοβαρές προεκτάσεις από πλευράς ασφάλειας. Οι συνθήκες αυτές καθιστούν αδύνατη την επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις στόχους της συνθήκης Ευρατόμ. Πράγματι, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η Επιτροπή καλείται, σύμφωνα με το άρθρο 2 της εν λόγω συνθήκης, «να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφάλειας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους». Η Κοινότητα έχει θεσπίσει προς τούτο βασικά πρότυπα (κανόνες) ακτινοπροστασίας [7]. Το κεφάλαιο ΙΙΙ της συνθήκης Ευρατόμ αποτελεί συνεπώς τη νομική βάση στην οποία θεμελιώνεται η δράση της Επιτροπής στο συγκεκριμένο πεδίο.

[7] COM 96/29 Ευρατόμ

Σήμερα, οι υπεύθυνοι εκμετάλλευσης προσφεύγουν είτε στη σύσταση εσωτερικών αποθεματικών στον ισολογισμό της εταιρείας είτε σε συνεισφορές σε εξωτερικά αποθεματικά κεφάλαια προβλεπόμενα για τον σκοπό αυτόν μέσω διαφόρων μηχανισμών.

Ακόμα και εάν συσταθούν αποθεματικά για τις ανάγκες του παροπλισμού και της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένου καυσίμου, η ουσία είναι να εξασφαλιστούν σε μακροπρόθεσμη βάση οι απαιτούμενοι πόροι, με ορίζοντα δεκαετιών. Προς τούτο, η σύσταση εξωτερικών αποθεματικών κεφαλαίων που θα προορίζονται αποκλειστικά για τον παροπλισμό, αποτελεί την καλύτερη επιλογή για να επιτευχθεί ο στόχος του παροπλισμού των εγκαταστάσεων με όλες τις απαιτούμενες συνθήκες ασφάλειας. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεόντως αιτιολογημένες, κατά τις οποίες δεν θα ήταν δυνατός ένας τέτοιος διαχωρισμός των πόρων, η διαχείριση των αποθεματικών κεφαλαίων θα μπορούσε να διατηρηθεί στο εσωτερικό του φορέα εκμετάλλευσης υπό τον όρο ότι θα υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία διαθέσιμα με εγγύηση για την κάλυψη των εργασιών παροπλισμού.

Με βάση τις πληροφορίες που τα κράτη μέλη διαβιβάζουν ανά τριετία στην Επιτροπή, η τελευταία συντάσσει περιοδική έκθεση για την κατάσταση των αποθεματικών κεφαλαίων και λαμβάνει, εφόσον είναι αναγκαίο, τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την εξομάλυνση καταστάσεων οι οποίες θα ήταν δυνατόν είτε να διακυβεύσουν την υλοποίηση του παροπλισμού είτε να οδηγήσουν σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.

Η σύσταση εξωτερικών αποθεματικών κεφαλαίων, των οποίων η διαχείριση γίνεται σύμφωνα με την αρχή της σύνεσης, εγγυάται μακροπρόθεσμα την ύπαρξη των αναγκαίων διαθεσίμων ώστε να υπάρχει υψηλή στάθμη πυρηνικής ασφάλειας καθ'όλη τη διάρκεια των εργασιών παροπλισμού.

Έχει ήδη επισημανθεί ότι είναι ανάγκη να εναρμονιστούν οι μέθοδοι εκτίμησης του μελλοντικού κόστους παροπλισμού. Θα πρέπει επίσης να προβλεφθούν μεταβατικά μέτρα που θα επιτρέπουν, κατά περίπτωση, στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να ελαχιστοποιούν τις συνέπειες της μεταφοράς σημαντικών ποσών προς τα εξωτερικά αποθεματικά κεφάλαια.

Η Επιτροπή μελετάει το ενδεχόμενο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος [τριών ετών] από τη στιγμή που θα τεθούν σε ισχύ οι πράξεις ενσωμάτωσης στα κράτη μέλη μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας από το Συμβούλιο.

Συμπεράσματα

Παραμονές μιας διεύρυνσης τις οποίας η έκταση δεν έχει προηγούμενο, και όπου τα ζητήματα πυρηνικής ασφάλειας είναι κρίσιμης σημασίας, είναι καιρός για την Κοινότητα να αναλάβει ρητά τις αρμοδιότητές της επί θεμάτων ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων και να αποκτήσει δεσμευτικούς ρυθμιστικούς κανόνες.

Εάν οι κανόνες και οι αρχές που ήδη ισχύουν αποκτήσουν κοινοτικό χαρακτήρα, τότε αποτελεσματικότητα και ταχύτητα θα συμβαδίσουν. Μερική προσφυγή σε εθνικούς εμπειρογνώμονες για την ορθή διεκπεραίωση των ελέγχων θα δημιουργήσει προϋποθέσεις ώστε να προκύψει αδιαμφισβήτητη τεχνική επάρκεια. Η διασύνδεση των εθνικών συστημάτων με το κοινοτικό σύστημα εγγυάται τη διατήρηση μιας υψηλού επιπέδου ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση.

Είναι επίσης απαραίτητο να υπάρξουν εγγυήσεις για τη διαχείριση του τελευταίου σταδίου του κύκλου του πυρηνικού καυσίμου, με τήρηση των προτύπων ασφάλειας και με διαφάνεια στη χρησιμοποίηση των χρηματοοικονομικών πόρων. Προς τούτο, είναι ανάγκη να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο όπου θα εντάσσονται οι εθνικές κανονιστικές πράξεις. Ο προσδιορισμός κριτηρίων για τη σύσταση και διαχείριση αποθεματικών κεφαλαίων παροπλισμού πυρηνικών εγκαταστάσεων εγγυάται τη διατήρηση πυρηνικής ασφάλειας υψηλής στάθμης καθ'όλη τη διάρκεια των εργασιών παροπλισμού.

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καλεί το Συμβούλιο να εγκρίνει το σχέδιο οδηγίας που ακολουθεί.

2003/0021(CNS)

Proposition de ΟΔΗΓΙΑ (Ευρατόμ) ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τον καθορισμό βασικών υποχρεώσεων και γενικών αρχών αναφορικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, και ιδίως τα άρθρα 31, 32 και 187,

την πρόταση της Επιτροπής [8], η οποία εκπονήθηκε μετά από γνωμοδότηση ομάδας ειδικών εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών που ορίστηκαν από την επιστημονική και τεχνική επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 31 της συνθήκης, και τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [9],

[8] ΕΕ C [...] du [...], p. [...]

[9] ΕΕ C [...] du [...], p. [...]

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [10],

[10] ΕΕ C [...] du [...], p. [...]

Εκτιμώντας τα εξής:

(1) Δυνάμει της συνθήκης Ευρατόμ (άρθρο 2 υπό β)), η Κοινότητα οφείλει να θεσπίσει ομοιόμορφους κανόνες ασφάλειας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους.

(2) Το άρθρο 30 της συνθήκης Ευρατόμ ορίζει ότι θεσπίζονται στην Κοινότητα βασικά πρότυπα για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων κατά των κινδύνων που προκύπτουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες. Το άρθρο 32 προβλέπει δυνατότητα συμπλήρωσης των βασικών προτύπων με τη διαδικασία του άρθρου 31.

(3) Το άρθρο 187 ορίζει ότι, για να εκπληρώνει τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί, η Επιτροπή μπορεί να συλλέγει κάθε πληροφορία και να προβαίνει σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους, εντός των ορίων και υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει το Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις της συνθήκης.

(4) Η οδηγία 96/29/Ευρατόμ του Συμβουλίου [11] θεσπίζει βασικά πρότυπα ασφάλειας για την προστασία της υγείας του ευρύτερου πληθυσμού και των εργαζομένων απέναντι στους κινδύνους που απορρέουν από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες.

[11] ΕΕ L 159, 29.6.1996, σ. 1

(5) Το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπίλ το 1986 ανέδειξε την ανάγκη να συμπληρώσει η Κοινότητα τις διατάξεις που ίσχυαν τότε με άλλες οι οποίες να έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις διακινδύνευσης εξαιτίας έκτακτων περιστατικών έκλυσης ακτινοβολίας. Έτσι, με βάση την απόφαση 87/600/Ευρατόμ [12] του Συμβουλίου εγκαθιδρύθηκε μηχανισμός ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης λόγω έκλυσης ακτινοβολίας, ενώ βάσει της οδηγίας 89/618/Ευρατόμ [13] του Συμβουλίου τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν τον πληθυσμό σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης λόγω έκλυσης ακτινοβολίας.

[12] ΕΕ L 371, 30.12.1987, σ 76

[13] ΕΕ L 357, 7.12.1989, σ 31

(6) Τα βασικά πρότυπα συμπληρώθηκαν επίσης με την οδηγία 92/3/Ευρατόμ του Συμβουλίου της 3ης Φεβρουαρίου 1992 σχετικά με την επιτήρηση και τον έλεγχο των αποστολών ραδιενεργών αποβλήτων μεταξύ κρατών μελών καθώς και από και προς την Κοινότητα [14], και με τον κανονισμό (Ευρατόμ) αριθ. 1493/93 του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 1993 σχετικά με τις αποστολές ραδιενεργών ουσιών μεταξύ κρατών μελών [15].

[14] ΕΕ L 35, 12.02.1992, σ. 24

[15] ΕΕ L 148, 19.6.1993, σ. 1

(7) Μολονότι το σύστημα ακτινοπροστασίας που συνιστούν τα ισχύοντα βασικά πρότυπα εγγυάται υψηλής στάθμης προστασία του πληθυσμού με βάση τις επιστημονικές γνώσεις που κατέχουμε σήμερα, μια τέτοια προστασία πρέπει να συμπληρωθεί με την αυστηρή εφαρμογή προτύπων ασφάλειας που θα αποβλέπουν σε πρόληψη και έλεγχο των κινδύνων έκθεσης του πληθυσμού. Αναφορικά κυρίως με τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, η διατήρηση ασφάλειας υψηλής στάθμης - από τον σχεδιασμό μέχρι τον παροπλισμό - μέσω αποτελεσματικών αμυντικών μέτρων κατά των κινδύνων από έκλυση ακτινοβολίας και η πρόληψη ατυχημάτων που ενδέχεται να έχουν ραδιενεργές επιπτώσεις είναι προϋποθέσεις εκ των ων ουκ άνευ για να εκπληρωθεί στο ακέραιο ο στόχος για προστασία της υγείας που προβλέπεται στο άρθρο 2 υπό β) της συνθήκης Ευρατόμ.

(8) Παρά την κάποια εναρμόνιση, τα μέτρα πυρηνικής ασφάλειας εξακολουθούν να διαφέρουν πολύ ανάμεσα στα κράτη μέλη. Με την προσεχή διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα διευρυνθούν και οι διαφορές αυτές. Σήμερα, οι διαφορές αυτές δεν επιτρέπουν στην Κοινότητα να εξασφαλίσει υπό τις καλύτερες των συνθηκών ότι θα επιτυγχάνονται πάντοτε οι στόχοι για προστασία της υγείας, τους οποίους καλείται να εκπληρώσει δυνάμει του άρθρου 2 υπό β) της συνθήκης Ευρατόμ. Για να εξασφαλίσει η Κοινότητα την ουσιαστική εφαρμογή των ομοιόμορφων προτύπων ασφάλειας που απαιτεί η εν λόγω διάταξη, τα βασικά πρότυπα ακτινοπροστασίας πρέπει να συμπληρωθούν με κοινά πρότυπα ασφάλειας εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο ώστε να απομακρυνθούν οι κίνδυνοι κατά της ζωής και της υγείας των πληθυσμών.

(9) Κίνδυνοι λόγω έκλυσης ακτινοβολίας εξακολουθούν να υπάρχουν και μετά τη διακοπή της επιχειρησιακής εκμετάλλευσης μιας πυρηνικής εγκατάστασης, κατά τη διάρκεια των εργασιών του παροπλισμού. Για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι διασποράς ραδιενεργών υλικών, είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί ο ασφαλής παροπλισμός των πυρηνικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων και του αναλωμένου καυσίμου.

(10) Για να επιτευχθούν οι ανωτέρω στόχοι ως προς την ακτινοπροστασία σε κοινοτικό επίπεδο, ενδείκνυται να προσδιοριστούν οι βασικές υποχρεώσεις και οι γενικές αρχές σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

(11) Ο ασφαλής παροπλισμός των πυρηνικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας διαχείρισης των ραδιενεργών αποβλήτων και του αναλωμένου καυσίμου απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους. Προς αποτροπή κάθε είδους κινδύνων που θα απειλούσαν το περιβάλλον και την υγεία του ανθρώπου, είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί σε κοινοτικό επίπεδο ότι θα διατίθενται επαρκείς οικονομικοί πόροι για τις εργασίες παροπλισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων με τήρηση των κανόνων ασφάλειας. Προς τούτο πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για τη σύσταση αποθεματικών κεφαλαίων παροπλισμού, στα οποία οι υπεύθυνοι εκμετάλλευσης θα πρέπει να συνεισφέρουν σε τακτική βάση καθ'όλη τη διάρκεια λειτουργίας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Ως εγγύηση ότι θα υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή περιουσιακά στοιχεία κατά τη διάρκεια των εργασιών παροπλισμού, ενδείκνυται, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων δεόντως αιτιολογημένων, η σύσταση ταμείων με νομική προσωπικότητα χωριστή από εκείνην του φορέα εκμετάλλευσης.

(12) Η παρούσα οδηγία εγγράφεται στη λογική του καθεστώτος που έχει εγκαθιδρυθεί με τη σύμβαση για την πυρηνική ασφάλεια, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 24 Οκτωβρίου 1996 και της οποίας είναι συμβαλλόμενα μέρη όλα τα κράτη μέλη. Με την απόφαση 1999/819/Ευρατόμ της Επιτροπής, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας προσχώρησε στη σύμβαση στις 31 Ιανουαρίου 2000. [16] Δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης περιορίζεται στους πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, η παρούσα οδηγία επεκτείνει τις αρχές της σύμβασης σε όλες τις πυρηνικές εγκαταστάσεις για τις οποίες απαιτούνται μέτρα ασφάλειας.

[16] ΕΕ L 318, 11.12.1999, σ.20

(13) Με τον ίδιο σκοπό, η Διεθνής κοινή σύμβαση για την ασφάλεια της διαχείρισης αναλωμένου καυσίμων και για την ασφάλεια της διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων [17], που τέθηκε σε ισχύ στις 18 Ιουνίου 2001, αναφέρει στο άρθρο 26 ότι Κάθε συμβαλλόμενο μέρος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τον ασφαλή παροπλισμό μιας πυρηνικής μονάδας. Τα μέτρα αυτά πρέπει να εγγυώνται το απαραίτητο εξειδικευμένο προσωπικό και επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους. Στο άρθρο 22 υπό ii), η Σύμβαση καλεί τα συμβαλλόμενα μέρη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να διατίθενται επαρκείς χρηματοοικονομικοί πόροι που θα εγγυώνται την ασφάλεια των εγκαταστάσεων διαχείρισης αναλωμένου καυσίμου και ραδιενεργών αποβλήτων τόσο κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους όσο και κατά τον παροπλισμό τους.

[17] ΕΕ [...], [...]

(14) Για να παρακολουθεί η Επιτροπή των εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, προϋπόθεση είναι αφενός να ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η αρμόδια αρχή ασφάλειας φέρει σε πέρας την αποστολή της και αφετέρου να θέσει σε εφαρμογή έναν μηχανισμό εξέτασης των εκθέσεων που της υποβάλλουν τα κράτη μέλη εκθέσεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1 Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1. Με σκοπό να διασφαλιστεί η προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων απέναντι στους κινδύνους που απορρέουν από ιονίζουσες ακτινοβολίες προερχόμενες από μια πυρηνική εγκατάσταση, η παρούσα οδηγία προσδιορίζει τις βασικές υποχρεώσεις και τις γενικές αρχές βάσει των οποίων η Κοινότητα θα είναι σε θέση να εξασφαλίζει, εγγυώμενη υψηλής στάθμης ασφάλεια για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, την εφαρμογή των βασικών προτύπων του άρθρου 30 της συνθήκης Ευρατόμ.

2. Η παρούσα οδηγία έχει εφαρμογή για όλες τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, ακόμη και μετά το στάδιο της επιχειρησιακής εκμετάλλευσης αυτών.

Άρθρο 2

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:

1) Πυρηνική εγκατάσταση, κάθε μη στρατιωτική εγκατάσταση μαζί με το γήπεδο, τα κτίρια και τον εξοπλισμό, όπου λαμβάνει χώρα παραγωγή, επεξεργασία, χρήση, χειρισμοί και αποθήκευση (προσωρινή ή οριστική) πυρηνικών υλικών κατά την έννοια του άρθρου 197 της συνθήκης Ευρατόμ, σε κλίμακα που προϋποθέτει την πρόβλεψη συνθηκών ασφάλειας. Ο παρών ορισμός έχει νόημα μέχρι τη στιγμή κατά την οποία θα αρθούν οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στην εγκατάσταση ως προς την τήρηση κανόνων ακτινολογικής προστασίας.

2) Κοινά πρότυπα ασφάλειας, όλοι οι κανόνες οι οποίοι εκπονούνται βάσει των γενικών αρχών που ορίζονται στην παρούσα οδηγία.

3) Αρμόδια αρχή ασφάλειας, μια αρχή (ή περισσότερες) που διορίζεται από το εκάστοτε κράτος μέλος για να εκδίδει άδειες και να ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν τη χωροθέτηση, σχεδιασμό, κατασκευή, θέση σε λειτουργία, εκμετάλλευση και παροπλισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

4) Αδειοδότηση, η διαδικασία κατά την οποία η αρμόδια αρχή ασφάλειας χορηγεί στον αιτούντα άδεια και του αναθέτει την ευθύνη για χωροθέτηση, σχεδιασμό, κατασκευή, θέση σε λειτουργία, εκμετάλλευση και παροπλισμό μιας πυρηνικής εγκατάστασης.

5) Επιχείρηση υπεύθυνη για την πυρηνική εγκατάσταση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την εκμετάλλευση μιας πυρηνικής εγκατάστασης και τη νομική ευθύνη, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, για τις πρακτικές που χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση.

6) Οριστική παύση λειτουργίας μιας πυρηνικής εγκατάστασης, η κατάσταση κατά την οποία μια πυρηνική εγκατάσταση δεν επιτρέπεται πλέον να λειτουργεί, με απόφαση των αρμόδιων αρχών.

7) Παροπλισμός, όλα τα στάδια τα οποία καταλήγουν στην άρση του κανονιστικού ελέγχου πάνω σε μια πυρηνική εγκατάσταση που δεν είναι εγκατάσταση οριστικής αποθήκευσης. στα στάδια αυτά περιλαμβάνονται και οι εργασίες απολύμανσης και κατεδάφισης.

8) Kεφάλαια παροπλισμού, τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται αποκλειστικά για την κάλυψη των δαπανών παροπλισμού πυρηνικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της μακροπρόθεσμης διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένου καυσίμου, με τήρηση των προτύπων ασφάλειας.

9) Αναλωμένο καύσιμο, το πυρηνικό καύσιμο που έχει ακτινοβοληθεί μέσα στην καρδιά του αντιδραστήρα και έχει οριστικά αποσυρθεί απ'αυτήν.

10) Συμβατικά απόβλητα παροπλισμού, τα μη ραδιενεργά απόβλητα που παράγονται κατά τη διάρκεια των εργασιών παροπλισμού και για των οποίων την επεξεργασία και διάθεση πρέπει να εφαρμόζονται τα ισχύοντα πρότυπα.

11) Ραδιενεργά απόβλητα, κάθε είδους ραδιενεργός ύλη σε αέρια, υγρή ή στερεά μορφή, για την οποία καμία περαιτέρω χρήση δεν προβλέπεται από το κράτος μέλος ή από φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου η απόφαση γίνεται δεκτή από το κράτος μέλος, και η οποία ελέγχεται ως ραδιενεργά απόβλητα από ρυθμιστικό φορέα σύμφωνα με το νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο του κράτους μέλους.

12) Ραδιενεργά απόβλητα παροπλισμού, τα ραδιενεργά απόβλητα που παράγονται κατά τη διάρκεια των εργασιών παροπλισμού.

13) Πρακτική, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη έκθεση των ατόμων σε ακτινοβολία προερχόμενη από τεχνητή πηγή ή από φυσική πηγή ακτινοβολίας στο πλαίσιο επεξεργασίας φυσικών ραδιονουκλεϊδίων με την ιδιότητά τους ως σχάσιμου ή επωάσιμου ραδιενεργού υλικού, εκτός έκτακτων περιστατικών έκθεσης.

14) Επανεπεξεργασία, διεργασία ή μέθοδος της οποίας σκοπός είναι η αφαίρεση ραδιενεργών ισοτόπων από αναλωμένο καύσιμο για περαιτέρω χρήση.

15) Στρατηγική παροπλισμού, ο χρονικός προγραμματισμός των εργασιών παροπλισμού, από την στιγμή της οριστικής παύσης λειτουργίας της εγκατάστασης.

Άρθρο 3 Ανεξαρτησία της αρμόδιας αρχής ασφάλειας

Τα κράτη μέλη συγκροτούν μια αρχή αρμόδια για την ασφάλεια. Ως προς την οργάνωση, τη νομική διάρθρωση και τη λήψη των αποφάσεων, η εν λόγω αρχή πρέπει να είναι εντελώς ανεξάρτητη από κάθε άλλο οργανισμό ή φορέα, δημόσιο ή ιδιωτικό, επιφορτισμένο με την προαγωγή ή τη χρησιμοποίηση της πυρηνικής ενέργειας.

Άρθρο 4 Ρόλος της αρμόδιας αρχής ασφάλειας

Η αρμόδια αρχή ασφάλειας επιτηρεί και ρυθμίζει την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Εκδίδει άδειες και ελέγχει την εφαρμογή των κανονιστικών ρυθμίσεων που διέπουν χωροθέτηση, σχεδιασμό, κατασκευή, θέση σε λειτουργία, εκμετάλλευση και παροπλισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Άρθρο 5 Ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα με σκοπό:

α) τη θέσπιση και διατήρηση, μέσα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, αποτελεσματικών μηχανισμών κατά των δυνητικών κινδύνων με σκοπό την προστασία των ατόμων, του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις των ιονιζουσών ακτινοβολιών που εκπέμπονται από πυρηνικές εγκαταστάσεις.

β) την πρόληψη ατυχημάτων που έχουν ραδιενεργές επιπτώσεις και τον μετριασμό των επιπτώσεων αυτών σε περίπτωση ατυχήματος.

γ) την εφαρμογή κάθε συμπληρωματικού μέτρου που εγγυάται την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

δ) να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η διαχείριση όλων των υλικών, συμπεριλαμβανομένων ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένου καυσίμου που εξακολουθούν να υπάρχουν κατά το στάδιο του παροπλισμού, σύμφωνα με τα βασικά πρότυπα τα σχετικά με την προστασία της υγείας των εργαζομένων και του ευρύτερου πληθυσμού απέναντι σε κινδύνους που απορρέουν από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες.

Άρθρο 6 Προτεραιότητα στην ασφάλεια

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε, στο πλαίσιο κάθε πρακτικής που αφορά άμεσα τις πυρηνικές εγκαταστάσεις, να δίδεται η απαιτούμενη προτεραιότητα στην πυρηνική ασφάλεια.

2. Τα μέτρα για επιχειρησιακή προστασία του πληθυσμού κατά την έννοια του άρθρου 44 της οδηγίας 1996/29 συνεκτιμούν όλες τις πτυχές τις σχετικές με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Άρθρο 7 Υποχρεώσεις των επιχειρήσεων

1. Τα κράτη μέλη υποχρεώνουν τις επιχειρήσεις που έχουν την ευθύνη εκμετάλλευσης των πυρηνικών εγκαταστάσεων να τηρούν τα κοινά πρότυπα ασφάλειας που έχουν εφαρμογή σ'αυτές, καθώς και τις κανονιστικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει η αρμόδια αρχή ασφάλειας και τυχόν άλλα μέτρα που θα ελάμβανε η τελευταία.

2. Τα κράτη μέλη υποχρεώνουν την επιχείρηση που έχει την ευθύνη εκμετάλλευσης της πυρηνικής εγκατάστασης να καταρτίσει προγράμματα εγγύησης της ποιότητας - που θα υποβληθούν για έλεγχο στην αρμόδια αρχή ασφάλειας - και να τα υλοποιήσει ώστε να εξασφαλιστεί ότι οι απαιτήσεις που έχουν οριστεί για όλες τις δραστηριότητες οι οποίες άπτονται της πυρηνικής ασφάλειας θα τηρούνται καθ'όλη τη διάρκεια ζωής μιας πυρηνικής εγκατάστασης.

3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάθεση των ευθυνών σχετικά με τον παροπλισμό των πυρηνικών εγκαταστάσεων, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία οι αρχικώς υπεύθυνοι δεν θα είναι πλέον σε θέση να τηρούν τις ανειλημμένες υποχρεώσεις τους.

Άρθρο 8 Επιθεώρηση

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διενεργούνται επιθεωρήσεις με αντικείμενο την πυρηνική ασφάλεια από την αρμόδια αρχή ασφάλειας μέσα στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, ακόμη και κατά τη διάρκεια των εργασιών του παροπλισμού, και η επιχείρηση που έχει την ευθύνη εκμετάλλευσης να υποτάσσεται.

Άρθρο 9 Χρηματοοικονομικοί πόροι

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να υπάρχουν διαθέσιμοι επαρκείς χρηματοοικονομικοί πόροι για την κάλυψη της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν διαθέσιμοι, υπό μορφή κεφαλαίων παροπλισμού και μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, επαρκείς χρηματοοικονομικοί πόροι για την κάλυψη των εργασιών παροπλισμού κάθε πυρηνικής εγκατάστασης με συνεκτίμηση και της διάρκειας εκτέλεσης των εργασιών αυτών. Τα κεφάλαια αυτά θα πρέπει να ανταποκρίνονται στα ελάχιστα κριτήρια που προβλέπονται στο παράρτημα.

3. Για τις πυρηνικές εγκαταστάσεις που δεν έχουν ως πρωταρχικό στόχο την πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών, και ειδικά για τους ερευνητικούς αντιδραστήρες, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις λεπτομέρειες σύστασης ειδικών πόρων για την κάλυψη των αναγκών του παροπλισμού.

Άρθρο 10 Εμπειρογνώμονες επί θεμάτων ασφάλειας

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ώστε να υπάρχουν διαθέσιμοι εμπειρογνώμονες επί θεμάτων ασφάλειας για όλες τις δραστηριότητες που άπτονται της ασφάλειας.

2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την εκπόνηση ενδεδειγμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης και για να υπάρχουν δυνατότητες διαρκούς θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης του προσωπικού.

Άρθρο 11 Συμβάντα λειτουργίας

1. Τα κράτη μέλη απαιτούν την πρόβλεψη διαδικασιών, οι οποίες θα έχουν την έγκριση της αρμόδιας αρχής ασφάλειας, για την αντιμετώπιση επεισοδίων λειτουργίας και ατυχημάτων με απώτερο στόχο να μειωθούν οι πιθανές επιπτώσεις για τον πληθυσμό και το περιβάλλον οι οποίες θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα έκτακτων συμβάντων της λειτουργίας πυρηνικών εγκαταστάσεων.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν όπως η επιχείρηση που έχει την ευθύνη λειτουργίας της πυρηνικής εγκατάστασης κοινοποιεί το συντομότερο δυνατόν στην αρμόδια αρχή ασφάλειας κάθε επεισόδιο που έχει ιδιαίτερη σημασία για την ασφάλεια καθώς και τα διορθωτικά μέτρα που ελήφθησαν σχετικά.

Άρθρο 12 Έλεγχος της εφαρμογής

1. Για να βεβαιώνεται σχετικά με τη διατήρηση μιας υψηλού επιπέδου πυρηνικής ασφάλειας στα κράτη μέλη, η Επιτροπή διενεργεί ελέγχους στις αρμόδιες αρχές ασφάλειας. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρμόδιες αρχές ασφάλειας να υπόκεινται σε τέτοιους ελέγχους.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή πίνακα εμπειρογνωμόνων, όπου εμφαίνεται και η εξειδίκευσή τους, στους οποίους θα προσφεύγει η Επιτροπή για τη διενέργεια των ελέγχων της παραγράφου 1.

3. Οι εμπειρογνώμονες πρέπει να έχουν προηγουμένως εγκριθεί από την αρμόδια αρχή ασφάλειας του κράτους μέλους όπου θα διενεργηθεί έλεγχος για να μπορούν να διενεργούν τους ελέγχους της παραγράφου 1. Οι εμπειρογνώμονες δεν καλούνται να διενεργήσουν ελέγχους στο κράτος μέλος του οποίου είναι υπήκοοι.

4. Πριν από την επιθεώρηση, η Επιτροπή ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για τον χαρακτήρα της επιθεώρησης, τον σκοπό, την προβλεπόμενη ημερομηνία έναρξης και τα ονόματα των εξουσιοδοτημένων εμπειρογνωμόνων.

5. Η Επιτροπή διαβιβάζει την έκθεση της επιθεώρησης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, το οποίο εντός τριμήνου από της παραλαβής κοινοποιεί τα μέτρα που ελήφθησαν προς επανόρθωση τυχόν ανεπαρκειών.

6. Μετά την επιθεώρηση, η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει προς το κράτος μέλος παρατηρήσεις ή να ζητάει συμπληρωματικές πληροφορίες για την αποσαφήνιση μέρους της έκθεσης ή του συνόλου αυτής.

Άρθρο 13 Υποβολή εκθέσεων

1. Κάθε χρόνο, αρχής γενομένης από την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση για τα μέτρα που πήραν στο πλαίσιο των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία, καθώς και για την από πλευράς ασφάλειας κατάσταση των πυρηνικών εγκαταστάσεων που βρίσκονται στην επικράτειά τους. Η Επιτροπή διοργανώνει συσκέψεις με τα κράτη μέλη για να μελετήσει τις εκθέσεις.

2. Κάθε δύο χρόνια, αρχής γενομένης από την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, η Επιτροπή διαβιβάζει στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και με την κατάσταση που υπάρχει στην Κοινότητα σε ό,τι αφορά την πυρηνική ασφάλεια, βασιζόμενη στις εκθέσεις που της έχουν υποβάλει τα κράτη μέλη και στις εκθέσεις ελέγχου.

Άρθρο 14 Αυστηρότερα μέτρα

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν μέτρα αυστηρότερα από τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενημερώνουν την Επιτροπή για τον χαρακτήρα των μέτρων και για τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη τους.

Άρθρο 15 Εφαρμογή

1. Το αργότερο έως την 1η Μαΐου 2004, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που κρίνονται αναγκαίες για συμμόρφωση προς την παρούσα οδηγία, και ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

2. Οι διατάξεις που θεσπίζονται κατά την έννοια της παραγράφου 1 περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από σχετική αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς ρυθμίσεις της αναφοράς αυτής εγκρίνονται από τα κράτη μέλη.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των βασικών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στο πεδίο που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 16 Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία τίθεται σε ισχύ την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 17 Παραλήπτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, [...]

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

[...]

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Για τους πόρους παροπλισμού που προβλέπει το άρθρο 9 ισχύουν τα κάτωθι ελάχιστα κριτήρια:

1. Τα αποθεματικά κεφάλαια τροφοδοτούνται με τις εισφορές των φορέων εκμετάλλευσης των πυρηνικών εγκαταστάσεων κατά τη διάρκεια της λειτουργίας αυτών έτσι ώστε, κατά τη στιγμή της οριστικής παύσης λειτουργίας, να υπάρχουν επαρκείς πόροι για την κάλυψη όλων των δαπανών του παροπλισμού κατά την έννοια του σημείου 2.

2. Η τροφοδότηση των κεφαλαίων θα γίνεται ανάλογα με την εκτιμώμενη διάρκεια ζωής της εγκατάστασης και τη στρατηγική παροπλισμού που θα επιλεγεί, με σκοπό να καλυφθούν κυρίως ο παροπλισμός της εγκατάστασης, η ασφαλής και μακροχρόνια διαχείριση των συμβατικών και των ραδιενεργών αποβλήτων του παροπλισμού, η ασφαλής και μακροχρόνια διαχείριση του αναλωμένου καυσίμου των πυρηνικών σταθμών, για τα οποία δεν προβλεπόταν ήδη συνολική κάλυψη στο κόστος εκμετάλλευσης.

3. Στα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να διατεθεί επαρκής ρευστότητα ώστε να καλύπτονται τα χρονοδιαγράμματα των υποχρεώσεων παροπλισμού και το κόστος όπως αυτό νοείται στο σημείο 2.

4. Τα περιουσιακά στοιχεία πρέπει να προορίζονται αποκλειστικά για την κάλυψη του κόστους κατά την έννοια του σημείου 2 σύμφωνα με τη στρατηγική παροπλισμού και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν για άλλους σκοπούς. Προς τούτο, τα αποθεματικά κεφάλαια συστήνονται με ιδία νομική προσωπικότητα, χωριστή από εκείνην του φορέα εκμετάλλευσης της εγκατάστασης. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, δεόντως αιτιολογημένες, κατά τις οποίες δεν θα ήταν δυνατός ένας τέτοιος νομικός διαχωρισμός, η διαχείριση του αποθεματικού κεφαλαίου θα μπορούσε να διατηρηθεί στο εσωτερικό του φορέα εκμετάλλευσης υπό τον όρο ότι η διαθεσιμότητα των περιουσιακών στοιχείων που συστήνονται για την κάλυψη του κόστους κατά την έννοια του σημείου 2 θα είναι εγγυημένη.

5. Για μια πυρηνική εγκατάσταση της οποίας η λειτουργία παύει οριστικά προτού τεθούν σε ισχύ οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας ή εντός ...[χρονικό διάστημα προς προσδιορισμό] αφότου έχουν τεθεί σε ισχύ οι εν λόγω διατάξεις, μπορούν να αναζητηθούν κι άλλες λύσεις πέραν της σύστασης κεφαλαίων παροπλισμού κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

6. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις λεπτομέρειες σχετικά με τον τρόπο μεταφοράς των κεφαλαίων παροπλισμού που έχουν συσταθεί εντός του φορέα εκμετάλλευσης προτού τεθούν σε ισχύ οι διατάξεις οι οποίες θεσπίζονται σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η μεταφορά των κεφαλαίων αυτών πρέπει να γίνει μέσα σε χρονικό διάστημα μιας τριετίας μετά την ημερομηνία που προβλέπεται στο άρθρο 15.

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ

Πεδίο: Ενέργεια και μεταφορές (06)

Δραστηριότητα:

ονομασια τησ δρασησ: οδηγια του συμβουλιου για τον καθορισμό βασικών υποχρεώσεων και γενικών αρχών αναφορικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων

1. γραμμεσ του προϋπολογισμού

Η ανάληψη υποχρεώσεως θα καταλογιστεί σε νέο κονδύλιο που θα συσταθεί στο πλαίσιο πλήρους ορισμού της δομής ΑΒΒ για τη ΓΔ TREN. Η πρόταση για καταλογισμό σε κονδύλιο που ήδη υπάρχει ή που πρόκειται να συσταθεί θα επανεξεταστεί στο πλαίσιο των συζητήσεων APB 2004.

2. Συνολικά αριθμητικά δεδομένα

2.1 Συνολικό κονδύλιο της δράσης (Μέρος B): ετήσια δαπάνη

Η ανάληψη υποχρεώσεως θα καταλογιστεί στη γραμμή του σημείου 1 για τη χρήση 2004.

2.2 Περίοδος εφαρμογής

Έναρξη το 2004 και συνέχιση

2.3 Συνολική πολυετής εκτίμηση των δαπανών

α) Χρονοδιάγραμμα των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων/πιστώσεων πληρωμών (δημοσιονομική παρέμβαση) (βλ. σημείο 6.1.1)

ευρώ

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

β) Τεχνική και Διοικητική Συνδρομή και Δαπάνες Στήριξης (βλ. σημείο 6.1.2)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

γ) Συνολική δημοσιονομική επίπτωση των ανθρώπινων πόρων και των λοιπών δαπανών διοικητικής λειτουργίας (βλ. σημεία 7.2 και 7.3)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

2.4 Συμβατότητα με τον δημοσιονομικό προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές προοπτικές

Νέα δράση

2.5 Δημοσιονομική επίπτωση επί των εσόδων [18]

[18] Για περισσότερες διευκρινίσεις βλ. επεξηγηματική σημείωση.

Ουδεμία δημοσιονομική επίπτωση (αφορά τεχνικές πτυχές της εφαρμογής ενός μέτρου.

3. Δημοσιονομικά χαρακτηριστικά

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

4. Νομική βάση

Άρθρα 31, 32 και 187 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας

5. ΠΕΡΙΓΡΑΦΉ ΚΑΙ ΑΙΤΙΟΛΌΓΙΑ

5.1 Αναγκαιότητα κοινοτικής παρέμβασης [19]

[19] Για περισσότερες διευκρινίσεις βλ. επεξηγηματική σημείωση.

5.1.1 Επιδιωκόμενοι στόχοι

Δυνάμει της συνθήκης Ευρατόμ (άρθρο 2 υπό β)), η Κοινότητα οφείλει, σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης Ευρατόμ: «να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφάλειας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους». Το κεφάλαιο ΙΙΙ (τιτλοσ δευτεροσ) της συνθήκης Ευρατόμ, το σχετικό με την προστασία της υγείας, περιέχει διατάξεις που αφορούν τα βασικά πρότυπα (κανόνες) επί θεμάτων προστασίας από τις ιονίζουσες ακτινοβολίες. Το εν λόγω κεφάλαιο ΙΙΙ έχει κυρίως χρησιμοποιηθεί στο πεδίο της ακτινοπροστασίας.

Η Επιτροπή έχει ενεργό παρεμβατικό ρόλο σε ό,τι αφορά την εναρμόνιση των πρακτικών πυρηνικής ασφάλειας εδώ και πάνω από είκοσι πέντε χρόνια. Παρ'όλες τις προσπάθειες για εναρμόνιση, τα μέτρα πυρηνικής ασφάλειας εξακολουθούν να διαφέρουν πολύ ανάμεσα στα κράτη μέλη.

Την πυρηνική ασφάλεια πρέπει να την αντιμετωπίζουμε μέσα από μια κοινοτική οπτική. Μόνο μια κοινή προσέγγιση μπορεί να εγγυηθεί τη διατήρηση μιας υψηλού επιπέδου ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων σε μια διευρυμένη Ένωση.

Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα πεδίο όπου ισχύουν ήδη σημαντικές εθνικές διατάξεις, καλό θα ήταν να είναι σε θέση η Επιτροπή να αντλεί όφελος από την τεχνική επάρκεια εμπειρογνωμόνων των κρατών μελών ώστε να προωθεί την εξέλιξη των κοινών προτύπων με εναρμονισμένο τρόπο. Προς τούτο, έχει ανάγκη στήριξης από την επιτροπή του άρθρου 31 της συνθήκης Ευρατόμ.

Η δημιουργία ενός ανεξάρτητου συστήματος ελέγχων είναι απαραίτητο στοιχείο για την αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα μιας κοινοτικής προσέγγισης του ζητήματος της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Για τη διενέργεια των ελέγχων, η Επιτροπή θα προσφεύγει κατά κανόνα σε μόνιμο προσωπικό, και μερικώς μόνο στις υπηρεσίες εμπειρογνωμόνων που θα υποδεικνύονται από τις αρμόδιες αρχές ασφάλειας των κρατών μελών. Έλεγχοι θα διενεργούνται και στις αρμόδιες αρχές ασφάλειας.

Οι εργασίες παροπλισμού συνιστούν επίσης δυνάμει απειλές για το περιβάλλον και την υγεία, όχι μόνο σήμερα αλλά και μελλοντικά, ιδιαιτέρως εάν δεν ληφθούν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση των ραδιενεργών επιπτώσεων των εργασιών παροπλισμού.

Ο ασφαλής παροπλισμός των πυρηνικών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της μακροχρόνιας διαχείρισης ραδιενεργών αποβλήτων και αναλωμένου καυσίμου, απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς πόρους οι οποίοι πρέπει να είναι εγγυημένοι καθ'όλη τη διάρκεια επιχειρησιακής εκμετάλλευσης των πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Είναι ανάγκη να εξασφαλιστεί σε κοινοτικό επίπεδο ότι θα διατίθενται επαρκείς οικονομικοί πόροι για τις εργασίες παροπλισμού των πυρηνικών εγκαταστάσεων με τήρηση των κανόνων ασφάλειας.

Ως εγγύηση ότι θα υπάρχουν διαθέσιμοι επαρκείς πόροι, πρέπει να θεσπιστούν ειδικοί κανόνες για τη σύσταση αποθεματικών κεφαλαίων παροπλισμού, με νομική προσωπικότητα χωριστή από εκείνην του φορέα εκμετάλλευσης. Τα κεφάλαια αυτά θα τροφοδοτούνται σε τακτική βάση από τον φορέα εκμετάλλευσης καθ'όλη τη διάρκεια επιχειρησιακής εκμετάλλευσης της εγκατάστασης. Τα κεφάλαια αυτά προορίζονται αποκλειστικά για τον παροπλισμό.

5.1.2 Μέτρα σχετικά με την εκ των προτέρων (ex ante) αξιολόγηση

Ουδέν.

5.2 Σχεδιαζόμενες δράσεις και λεπτομέρειες υλοποίησης της δημοσιονομικής παρέμβασης

Δικαιούχοι των προτεινόμενων δράσεων είναι οι φορείς εκμετάλλευσης και οι αρμόδιες εθνικές αρχές ασφάλειας. Η παρούσα πρόταση αποσκοπεί στον καθορισμό βασικών υποχρεώσεων και γενικών αρχών αναφορικά με την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων

5.3 Λεπτομέρειες υλοποίησης

Άμεση διαχείριση εκ μέρους της Επιτροπής με προσωπικό μόνιμο και εξωτερικό.

6. Δημοσιονομικές επιπτώσεις

6.1 Συνολική δημοσιονομική επίπτωση στο μέρος Β (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού)

(Ο τρόπος υπολογισμού των συνολικών ποσών που εμφαίνονται στον πίνακα που ακολουθεί επεξηγείται στην κατανομή του πίνακα 6.2.) )

6.1.1 Δημοσιονομική παρέμβαση

ΠΑΥ σε EUR

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

6.2 Υπολογισμός του κόστους ανά σχεδιαζόμενο μέτρο στο Μέρος B (για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού) [20]

[20] Για περισσότερες διευκρινίσεις βλ. επεξηγηματική σημείωση.

Προβλέπονται δύο επιθεωρητές ανά έλεγχο διάρκειας 2 ημερών (ημερήσια αποζημίωση 600 EUR και 2000 EUR έξοδα ταξιδιού). Για το 2004 προβλέπονται 15 έλεγχοι (κόστος 39 000 EUR), και 20 έλεγχοι για τα επόμενα έτη (κόστος κατ'έτος 52 000 EUR).

7. ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ

7.1 Επίπτωση στους ανθρώπινους πόρους

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

7.2 Συνολική δημοσιονομική επίπτωση των ανθρώπινων πόρων

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες για 12 μήνες.

7.3 Άλλες δαπάνες διοικητικής λειτουργίας που απορρέουν από τη δράση

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Τα ποσά αντιστοιχούν στις συνολικές δαπάνες της δράσης για 12 μήνες.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Οι ανάγκες σε ανθρώπινους και διοικητικούς πόρους θα καλυφθούν με κονδύλια της ΓΔ TREN στο πλαίσιο της ετήσιας επιχορήγησης.

8. ΠΑΡΑΚΟΛΟΎΘΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ

8.1 Σύστημα παρακολούθησης

Θα διενεργούνται έλεγχοι παρακολούθησης.

8.2 Ρυθμίσεις και περιοδικότητα της προβλεπόμενης αξιολόγησης

Η Επιτροπή θα επιζητήσει τη συνεργασία των εθνικών αρχών ώστε να καλυφθούν τα κενά.

Ετήσια έκθεση των κρατών μελών. Συνεδριάσεις με τα κράτη μέλη προς εξέταση των προτάσεων. Έκθεση αξιολόγησης της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ανά διετία.

9. ΜΕΤΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΈΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ

Το σύνηθες σύστημα λογιστικών ελέγχων της Επιτροπής.

ΕΝΤΥΠΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΜΕ ΙΔΙΑΙΤΕΡΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ (ΜΜΕ)

τιτλοσ της προτασησ

Οδηγία του Συμβουλίου σχετικά με την καθιέρωση κοινών προτύπων ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων

αριθμοσ αναφορασ του εγγραφου

η προταση

1. Με δεδομένη την αρχή της επικουρικότητας, γιατί χρειάζεται σχετική κοινοτική νομοθεσία, και ποιοι είναι οι κύριοι στόχοι της;

Η προτεινόμενη οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση κοινών προτύπων για την ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Παρά το γεγονός ότι έχει δρομολογηθεί μια πρώτη εναρμόνιση των πρακτικών ασφάλειας, υπάρχουν ακόμη μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, η προοπτική της διεύρυνσης ανέδειξε την αναγκαιότητα ανάληψης μιας τέτοιας δράσης. Παρά την κάποια εναρμόνιση των πρακτικών ασφάλειας, εξακολουθούν να υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Χρειάζεται λοιπόν κοινοτική παρέμβαση. Επιπλέον, η προοπτική της διεύρυνσης έδωσε τον τόνο στην ανάγκη ανάληψης κοινοτικής δράσης.

επιπτωση στην επιχειρηματικη δραστηριοτητα

2. Ποιους αφορά η πρόταση;

- Ποιους επιχειρηματικούς κλάδους;

Η πρόταση επηρεάζει το σύνολο του πυρηνικού τομέα καθώς και τις αρμόδιες αρχές ασφάλειας των κρατών μελών.

- Με κριτήριο το μέγεθος, ποιες επιχειρήσεις (ποσοστό μικρομεσαίων);

Η οδηγία πρέπει να απευθύνεται σε μεγάλες μόνο επιχειρήσεις, και όχι σε μικρές ή μεσαίες.

- Υπάρχουν στην Κοινότητα ιδιαίτερες ζώνες στις οποίες βρίσκονται εγκατεστημένες επιχειρήσεις του πυρηνικού τομέα;

Δεν έχουν όλα τα κράτη μέλη στην επικράτειά τους πυρηνικά εργοστάσια. Με τη διεύρυνση όμως θα αυξηθεί ο αριθμός των χωρών που προσφεύγουν στην πυρηνική ενέργεια. Το 2004 θα υπάρχουν 13 κράτη μέλη επί συνόλου 25 που θα διαθέτουν πυρηνικούς σταθμούς ισχύος. Οι πυρηνικοί σταθμοί δεν βρίσκονται σε ιδιαίτερες γεωγραφικές ζώνες. Μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν πυρηνικούς σταθμούς είναι: Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Κάτω Χώρες, Λιθουανία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Σλοβενία, Σουηδία, Τσεχική Δημοκρατία και Φινλανδία.

3. Τι μέτρα πρέπει να πάρουν οι επιχειρήσεις για να συμμορφωθούν προς την πρόταση;

Να επεξεργαστούν και να εφαρμόσουν διαδικασίες.

4. Τι οικονομικές συνέπειες μπορεί να έχει η πρόταση

- στην απασχόληση;

Καμία.

- στις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων;

Καμία.

- στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων;

Καμία, αφού τα ίδια μέτρα θα ισχύσουν για όλες τις επιχειρήσεις.

5. Προβλέπονται στην πρόταση μέτρα στα οποία να συνεκτιμάται η ειδική κατάσταση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (περιορισμένες ή διαφορετικές απαιτήσεις κ.λπ.);

Όχι.

διαβουλευσεισ

6. Κατάλογος των φορέων με τους οποίους έγιναν διαβουλεύσεις πάνω στην πρόταση και παρουσίαση των βασικών στοιχείων των θέσεών τους.

Ουδέν.

Top