This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52003DC0178
Report from the Commission on the feasibility of a positive list of feed materials
Έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη σκοπιμότητα ύπαρξης ενός θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών
Έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη σκοπιμότητα ύπαρξης ενός θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών
/* COM/2003/0178 τελικό */
Έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη σκοπιμότητα ύπαρξης ενός θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών /* COM/2003/0178 τελικό */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Η νομοθετική κατάσταση σήμερα και στο μέλλον στον τομέα των ζωοτροφών Ο λόγος για την εκπόνηση αυτής της έκθεσης Η μελέτη σκοπιμότητας Σε τι εξυπηρετεί η έκθεση αυτή; ΙΙ. ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΘΕΤΙΚΟ ΚΑΤΑΛΟΓΟ Προοίμιο Αποκλειστικός κατάλογος Κατηγορίες πρώτων υλών ζωοτροφών Κριτήρια για τη χορήγηση έγκρισης Επισήμανση Θρεπτικά χαρακτηριστικά Ορισμός της ζωοτροφής και της μεθόδου παραγωγής Μη παραγωγικά ζώα ΙΙΙ. ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Κατάρτιση ενός αρχικού καταλόγου Διατήρηση του θετικού καταλόγου IV. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Καθεστώς των υφισταμένων καταλόγων Ιχνηλασιμότητα και επισήμανση. Επιπτώσεις στο εμπόριο - επισκόπηση του τομέα των ζωοτροφών Περιφερειακές και εθνικές συνέπειες Συνέπειες για την πολιτική ασφάλειας των ζωοτροφών Συνέπειες για την καινοτομία Συνέπειες για το περιβάλλον V. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Κατάλογοι πρώτων υλών ζωοτροφών Δραστηριότητες που αφορούν τις διαδικασίες παρασκευής Η προσέγγιση του Codex Alimentarius Κώδικες πρακτικής VI. Ο ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Σκεπτικό Μέτρα που πρέπει να ληφθούν Η ισχύουσα νομοθεσία για τις ζωοτροφές ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ ΥΠΑΡΞΗΣ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ ΠΡΩΤΩΝ ΥΛΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Κατά τη διαδικασία συνδιαλλαγής για την έκδοση της οδηγίας 2002/2/EK, με την οποία τροποποιήθηκαν οι κανόνες για την επισήμανση των σύνθετων ζωοτροφών, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο συμφώνησαν σχετικά με μια αιτιολογική σκέψη με την εξής διατύπωση: "Στη βάση μελέτης σκοπιμότητας, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002, συνοδευόμενη από κατάλληλη πρόταση για τη δημιουργία θετικού καταλόγου, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης". Η Επιτροπή αντέδρασε σε μια τέτοια δήλωση θεωρώντας ότι θίγει το δικαίωμα πρωτοβουλίας της το γεγονός ότι υποβλήθηκε δήλωση για τα πρακτικά της επιτροπής συνδιαλλαγής. Στην ίδια δήλωση η Επιτροπή επέστησε επίσης την προσοχή στη δυσκολία της εκπόνησης ενός τέτοιου θετικού καταλόγου. Η παρούσα έκθεση αποσαφηνίζει την έννοια ενός θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών: αποτελεί αποκλειστικό κατάλογο πρώτων υλών οι οποίες κατόπιν αξιολόγησης κρίνονται ασφαλείς για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων και μπορούν επομένως να χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι μόνον πρώτες ύλες ζωοτροφών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις ζωοτροφών. Αναλύει επίσης τις συνέπειες από την έγκριση ενός τέτοιου καταλόγου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όσον αφορά το εμπόριο, την επισήμανση, τις εθνικές και περιφερειακές ιδιαιτερότητες, καθώς και την καινοτομία στον τομέα των ζωοτροφών και το περιβάλλον, τονίζοντας ιδίως τις συνέπειές του στην ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών. Η έκθεση εξετάζει διάφορους τρόπους για να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των ζωοτροφών όπως, παραδείγματος χάριν, τους καταλόγους πρώτων υλών ζωοτροφών, τη νομοθεσία σχετικά με τις διαδικασίες παραγωγής τους καθώς και κώδικες ορθής πρακτικής που πρέπει να χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις ζωοτροφών. Τέλος, η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κατάρτιση ενός θετικού καταλόγου δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση της ασφάλειας των ζωοτροφών. Ωστόσο η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημασία της ύπαρξης ενός καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών για το εμπόριο, την επισήμανση, την ιχνηλασιμότητα και την πρόληψη της απάτης. Για το λόγο αυτό η έκθεση συμπεραίνει ότι η κατάρτιση ενός θετικού καταλόγου δεν συμβάλλει στην εξασφάλιση της ασφάλειας των ζωοτροφών και, κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν θα υποβάλει πρόταση για την έκδοση ενός τέτοιου καταλόγου. Θεωρεί ότι για να βελτιωθεί η ασφάλεια των ζωοτροφών απαιτούνται μέτρα: - για τη θέσπιση διατάξεων για την υγιεινή των ζωοτροφών. - για τη βελτίωση των ισχυουσών διατάξεων για τους ελέγχους των ζωοτροφών. - για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της νομοθεσίας που αφορά τον κατάλογο συστατικών η χρήση των οποίων απαγορεύεται στις ζωοτροφές. - για την επέκταση του υφισταμένου μη αποκλειστικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών για τους σκοπούς της επισήμανσης και της ιχνηλασιμότητας. και - για την αναθεώρηση των διατάξεων της επισήμανσης των ζωοτροφών. Η Επιτροπή υπέβαλε ήδη μια πρόταση για τους ελέγχους των τροφίμων και των ζωοτροφών, μια πρόταση για την υγιεινή των ζωοτροφών και θα αναλάβει σύντομα πρωτοβουλίες για τα υπόλοιπα ζητήματα. Ι. ΙΣΤΟΡΙΚΟ Η νομοθετική κατάσταση σήμερα και στο μέλλον στον τομέα των ζωοτροφών 1. Η ασφάλεια των ζωοτροφών εξασφαλίζεται με νομοθετικές διατάξεις οι οποίες αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο κανόνων. Λεπτομερής περιγραφή της νομοθεσίας περί ζωοτροφών περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι. 2. Ο κανονισμός EΚ/178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Eυρωπαϊκής Aρχής για την Aσφάλεια των Tροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων [1], γνωστός ως "γενικός νόμος για τα τρόφιμα", ρυθμίζει τις γενικές απαιτήσεις για την ασφάλεια των ζωοτροφών, τις ευθύνες των επιχειρήσεων ζωοτροφών, τη θέση σε εφαρμογή ενός συστήματος ταχείας ειδοποίησης για τις ζωοτροφές, την ιχνηλασιμότητα, την αντίδραση σε κρίσεις και το ρόλο της επιστήμης στην εξασφάλιση της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών. [1] ΕΕ L 31, 1.2.02. σελ. 1 3. Η υφιστάμενη νομοθεσία για τις ζωοτροφές προβλέπει ένα περιεκτικό κατάλογο κανόνων σε διάφορους τομείς: (α) Η κυκλοφορία και η χρήση των πρώτων υλών ζωοτροφών και των σύνθετων ζωοτροφών: οι πρώτες ύλες ζωοτροφών και οι σύνθετες ζωοτροφές μπορούν να διατεθούν σε κυκλοφορία εφόσον είναι ποιότητας υγιούς, ανόθευτης και σύμφωνης με τα συναλλακτικά ήθη. Δεν πρέπει να επηρεάζουν αρνητικά την υγεία των ζώων, των ανθρώπων ή το περιβάλλον και δεν πρέπει να παραπλανούν τον αγοραστή σχετικά με την πραγματική ταυτότητα της ζωοτροφής. Ορισμένες συγκεκριμένες πρώτες ύλες, για τις οποίες απαιτείται συγκεκριμένη αξιολόγηση του κινδύνου χρειάζονται έγκριση πριν από τη διάθεσή τους στην αγορά, π.χ. η πρωτεΐνη από βακτηριακή ζύμωση. (β) Μη εξαντλητικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών και σύνθετων ζωοτροφών: δεν υπάρχει μη εξαντλητικός κατάλογος των κύριων πρώτων υλών ζωοτροφών που χρησιμοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε πρώτη ύλη ζωοτροφής πρέπει να περιγράφεται και να συνοδεύεται από μια ονομασία και το ποσοστό ορισμένων συστατικών. Παρόλο που ο κατάλογος περιλαμβάνει τις συνηθέστερες πρώτες ύλες ζωοτροφών, περίπου 166, χρειάζεται να βελτιωθεί προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα και για να διασφαλισθεί η κατατοπιστική επισήμανση. Σήμερα τα κράτη μέλη επιτρέπουν την κυκλοφορία άλλων υλών ζωοτροφών οι οποίες δεν περιλαμβάνονται σε κατάλογο εφόσον είναι ασφαλείς και δεν παραπλανούν τους χρήστες τους. Η πρακτική αυτή μπορεί να προκαλεί αναντιστοιχίες με τις ονομασίες και τα χαρακτηριστικά ορισμένων πρώτων υλών ζωοτροφών. (γ) Αρνητικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών: Από το 1991 υπάρχει κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών που δεν μπορούν να χρησιμοποιούνται σε σύνθετες ζωοτροφές. Παρόλα αυτά, η απαγόρευση αυτή δεν εφαρμοζόταν όταν οι εν λόγω πρώτες ύλες χρησιμοποιόντουσαν άμεσα. Η νομική βάση έχει αλλάξει για να διευρυνθεί η απαγόρευση ή ο περιορισμός της χρήσης αυτών των πρώτων υλών άμεσα και ενσωματωμένων σε σύνθετες ζωοτροφές. (δ) Θετικός κατάλογος πρόσθετων υλών: κανόνες για την έγκριση, τη χρήση και τη διάθεση στην αγορά των πρόσθετων υλών ζωοτροφών προβλέπονται από τη νομοθεσία. (ε) Επισήμανση και ιχνηλασιμότητα: υπάρχουν διατάξεις για την επισήμανση των πρώτων υλών ζωοτροφών και των σύνθετων ζωοτροφών καθώς επίσης και για τις πρόσθετες ύλες. Οι κανόνες άλλαξαν πρόσφατα προκειμένου να περιλαμβάνεται στην ετικέτα των σύνθετων ζωοτροφών ο κατάλογος των πρώτων υλών ζωοτροφών με αναγραφή των ποσοστών επί του βάρους και με ποσοστό ανοχής +/-15%. Οι απαιτήσεις για την ιχνηλασιμότητα δεν έχουν καθορισθεί για όλους τους τύπους των ζωοτροφών. Οι απαιτήσεις για την ιχνηλασιμότητα δεν έχουν θεσπιστεί για όλους τους τύπους τροφών, αλλά μόνον για ορισμένες κατηγορίες η ιχνηλασιμότητα της διαδικασίας παρασκευής απαιτείτο πριν από την έγκριση του "γενικού νόμου για τα τρόφιμα". (στ) Ανεπιθύμητες ουσίες: από το 1974 υπάρχει νομοθεσία που καθορίζει τα ανώτατα όρια των ανεπιθύμητων ουσιών στις ζωοτροφές. Η νέα νομοθεσία θα βελτιώσει το ισχύον σύστημα: απαγορεύει την αραίωση μολυσμένων ζωοτροφών, καθορίζει όρια των ανεπιθύμητων ζωοτροφών στις πρόσθετες ύλες (στο παρελθόν αυτό ίσχυε μόνον για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών και τις σύνθετες ζωοτροφές) και θεσπίζει κατώφλια για την παρουσία των ανεπιθύμητων ουσιών, η υπέρβαση των οποίων πρέπει να προκαλέσει την παρέμβαση των αρμόδιων αρχών. (ζ) Έλεγχοι: καθορίζονται οι αρχές που διέπουν τη διενέργεια των επίσημων επιθεωρήσεων. Η νομοθεσία τροποποιήθηκε το 2001, ιδίως για να θεσπίσει τη νομική βάση για μέτρα διασφάλισης σε σχέση με τρίτες χώρες και για επιτόπιες επιθεωρήσεις από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων εντός και εκτός της Κοινότητας. (η) Όροι για τις εγκαταστάσεις παραγωγής ζωοτροφών και τους μεσάζοντες: για την παρασκευή και τη χρήση ορισμένων ζωοτροφών απαιτείται εγγραφή στις αρμόδιες αρχές τους κράτους μέλους και συμμόρφωση με ορισμένους όρους. Για άλλες ζωοτροφές οι οποίες κρίνονται ευαίσθητες, οι εγκαταστάσεις ζωοτροφών απαιτούν έγκριση από τις αρμόδιες αρχές στη βάση υποχρεωτικής επιτόπιας επαλήθευσης και συμμόρφωσης με πολύ αυστηρούς όρους για τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό, το προσωπικό, τον ποιοτικό έλεγχο, την αποθήκευση, την τεκμηρίωση, τα παράπονα και την απόσυρση προϊόντων. Παρόλα αυτά δεν έχουν θεσπιστεί απαιτήσεις σχετικά με την υγιεινή. (θ) Η ασφάλεια των ζωοτροφών ζωικής προέλευσης: ένας νέος κανονισμός κατέστησε αυστηρότερες τις απαιτήσεις ασφάλειας για τα ζωικά παραπροϊόντα ορίζοντας τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται ως πηγές για την παρασκευή ζωικών παραπροϊόντων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ζωοτροφές, και αυτό μόνον υπό τον όρο ότι πληρούν απαιτήσεις ασφαλείας και παρασκευάζονται από εγκαταστάσεις που συμμορφώνονται με τους συγκεκριμένους όρους. 4. Υπήρξαν ουσιαστικές εξελίξεις κατά τις προηγούμενες δεκαετίες στην παρασκευή, τη διάθεση στην εμπορία και τον έλεγχο των ζωοτροφών. Παρόλα αυτά η Επιτροπή εντόπισε ορισμένους τομείς που είναι απαραίτητοι προκειμένου να βελτιωθεί η ασφάλεια των τροφών, ιδίως τους ακόλουθους τομείς υφιστάμενης νομοθεσίας οι οποίοι πρέπει να εκσυγχρονιστούν: (α) Υγιεινή των ζωοτροφών: Μια πρόταση κανονισμού η οποία καθορίζει απαιτήσεις για την υγιεινή των ζωοτροφών αποτελεί ορόσημο για την ασφάλεια των τροφίμων. Η πρόταση αυτή θα διευρύνει την εγγραφή από τις αρμόδιες αρχές σε όλες τις επιχειρήσεις ζωοτροφών και θα καθορίσει την υποχρέωση να συμμορφώνονται οι επιχειρήσεις ζωοτροφών, εκτός από αυτές που ασχολούνται με την πρωτογενή παραγωγή, με το σύστημα HACCP (ανάλυση κινδύνων και κρίσιμα σημεία ελέγχου). Η πρόταση ενθαρρύνει την εκπόνηση εθνικών οδηγών ορθών γεωργικών πρακτικών και την εφαρμογή ενός συστήματος HACCP και προβλέπει την κατάρτιση κοινοτικών οδηγών. (β) Αρνητικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών: ο αρνητικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών πρέπει να ολοκληρωθεί με τη διαδικασία της επιτροπολογίας, όπως προβλέπει η νέα νομική βάση. Έτσι θα μπορεί να απαγορευθεί ή να περιοριστεί αποτελεσματικά η χρήση πρώτων υλών ζωοτροφών που θα μπορούσαν να αποβούν σε βάρος της ασφάλειας των τροφίμων. Η διαδικασία της επιτροπολογίας εξασφαλίζει ευελιξία και αποτελεσματικότητα στην εκπόνηση του καταλόγου των πρώτων υλών στις οποίες δεν θα παρέχεται έγκριση. (γ) Επισήμανση, ιχνηλασιμότητα και έγκριση των πρώτων υλών ζωοτροφών: αναδιατύπωση της νομοθεσίας για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών και τις σύνθετες ζωοτροφές με στόχο την υιοθέτηση διαδικασιών έγκρισης για ορισμένες κατηγορίες πρώτων υλών ζωοτροφών σύμφωνα με τις νέες αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ) (π.χ. βιοπρωτεΐνες), για την εναρμόνιση των απαιτήσεων για την επισήμανση, για την κατάργηση ορισμένων παρεκκλίσεων στις διατάξεις επισήμανσης και για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές ιδιότητες. Προβλέπεται επίσης να διευρυνθεί ο ισχύων μη εξαντλητικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών με τη διαδικασία της επιτροπολογίας. Οι διατάξεις αυτές θα επιτρέψουν στους χρήστες να ενημερώνονται ακριβέστερα μέσω της επισήμανσης και θα διευκολύνουν τις απαιτήσεις ιχνηλασιμότητας που προβλέπει ο "γενικός νόμος για τα τρόφιμα" και την απόσυρση προϊόντων τα οποία μπορεί να έχουν αρνητικές συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία, στην υγεία των ζώων και στο περιβάλλον. (δ) Έλεγχοι: Η Επιτροπή ενέκρινε το Φεβρουάριο του 2003 πρόταση κανονισμού του ΕΚ και του Συμβουλίου για τους επίσημους ελέγχους στις ζωοτροφές και τα τρόφιμα η οποία θα αντικαταστήσει την οδηγία 95/53/EK, για τον καθορισμό των αρχών της οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων. Πρόκειται για μια περιεκτική νομοθετική πρόταση η οποία αναδιατυπώνει διάφορες απαιτήσεις σχετικά με τους ελέγχους, θεσπίζει εναρμονισμένη κοινοτική προσέγγιση στον σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των εθνικών συστημάτων ελέγχου και βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών ελέγχου της Επιτροπής και των κρατών μελών. Ο λόγος για την εκπόνηση αυτής της έκθεσης 5. Η οδηγία 2002/2/EK τροποποίησε τους κανόνες για την επισήμανση των πρώτων υλών ζωοτροφών στις σύνθετες ζωοτροφές. Γενικά, ο κατάλογος των πρώτων υλών ζωοτροφών απαιτείται τώρα να αναγράφει, κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους, τα ποσοστά επί του βάρους. Όσον αφορά αυτά τα ποσοστά, επιτρέπεται ποσοστό ανοχής 15% περίπου επί της δηλωμένης τιμής . 6. Κατά τη διαδικασία συνδιαλλαγής σχετικά με την έγκριση αυτής της οδηγίας, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο συμφώνησαν να περιληφθεί η εξής αιτιολογική σκέψη: "Στη βάση μελέτης σκοπιμότητας, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2002, συνοδευόμενη από κατάλληλη πρόταση για τη δημιουργία θετικού καταλόγου, λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματα της έκθεσης". 7. Σε αυτό το πλαίσιο η Επιτροπή έκανε την ακόλουθη δήλωση για τα πρακτικά της επιτροπής συνδιαλλαγής: "Η Επιτροπή δηλώνει ότι δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα είναι δυνατό να ανταποκριθεί στην απαίτηση που ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 10 (α), η οποία αφορά επίσης το δικαίωμα πρωτοβουλίας. Η Επιτροπή επιμένει ότι η κατάρτιση θετικού καταλόγου είναι πολύπλοκο θέμα στο οποίο εμπλέκονται τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Κατά συνέπεια η Επιτροπή ξεκίνησε μελέτη σκοπιμότητας σχετικά με την έκδοση θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών. Η Επιτροπή θα διαβιβάσει στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2002. Η Επιτροπή σκοπεύει να υποβάλει τις κατάλληλες προτάσεις σε εύθετο χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της έκθεσης." [2] [2] ΕΕ C 27, 31.1.02, σελ. 2 Η έννοια ενός θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών 8. Ένας θετικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών αποτελεί αποκλειστικό κατάλογο πρώτων υλών οι οποίες, μετά από αξιολόγηση, κρίνονται ασφαλείς για την υγεία των ανθρώπων και των ζώων και μπορούν επομένως να χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές. Αυτό σημαίνει ότι μόνον πρώτες ύλες ζωοτροφών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο μπορούν να χρησιμοποιούνται από τις επιχειρήσεις ζωοτροφών. 9. Πριν από τη θέσπιση ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές, ορισμένα κράτη μέλη όπως η Γερμανία, η Δανία και η Σουηδία διέθεταν θετικούς καταλόγους. Η οδηγία 96/25/EK απαγορεύει τη θέσπιση περισσότερο περιοριστικών εθνικών μέτρων. Πρόσφατα η Γερμανία θέσπισε ένα κατάλογο με στόχο να διαθέτουν την κατάλληλη έγκριση οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές. Παρόλα αυτά, ο γερμανικός κατάλογος εφαρμόζεται από τις επιχειρήσεις μόνον σε εθελοντική βάση, δεδομένου ότι η κοινοτική νομοθεσία δεν επιτρέπει την εφαρμογή πραγματικά θετικών καταλόγων στα κράτη μέλη. 10. Κατάλογοι πρώτων υλών ζωοτροφών χρησιμοποιούνται επίσης και σε χώρες εκτός ΕΚ, όπως η Ελβετία, οι Ηνωμένες Πολιτείες (ο κατάλογος AAFCO [3]) και ο Καναδάς. Ωστόσο, ο μόνος θετικός κατάλογος (δηλ. αποκλειστικός και νομικά δεσμευτικός) είναι αυτός της Ελβετίας. [3] Ο κατάλογος της Ένωσης Αμερικανών Υπευθύνων για τους Ελέγχους στις Ζωοτροφές (AAFCO) έχει ενσωματωθεί στη νομοθεσία περί ζωοτροφών σε όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ με εξαίρεση την Αλάσκα. Αν και ο Καναδάς, το Πουέρτο Ρίκο και η Κόστα Ρίκα είναι μέλη της AAFCO, τα νομικά τους συστήματα διαφέρουν από αυτά των ΗΠΑ και επομένως μπορούν να έχουν το δικό τους επίσημο κατάλογο. 11. Στη δεκαετία του 1970, στόχος της νομοθεσίας ΕΚ περί ζωοτροφών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ήταν να εξασφαλισθεί η διαφάνεια στο σύνολο της αλυσίδας των ζωοτροφών, με παράλληλη βελτίωση της ποιότητας της γεωργικής παραγωγής, ιδίως των ζωικών προϊόντων. Η οδηγία 77/101/EOK του Συμβουλίου της 23ης Νοεμβρίου 1976, η οποία αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από την οδηγία 96/25/EK, αναγνώρισε ότι τα κράτη μέλη είχαν μέχρι στιγμής διαφορετικές παραδόσεις όσον αφορά τη ρύθμιση της εμπορίας των πρώτων υλών και ότι, γι' αυτό το λόγο, επιτρέπεται σε ορισμένες περιπτώσεις, στα κράτη μέλη να προβλέπουν παρεκκλίσεις. 12. Η οδηγία 96/25/EK έδωσε εναρμονισμένο ορισμό των πρώτων υλών ζωοτροφών: "διάφορα προϊόντα φυτικής ή ζωικής προέλευσης, σε φυσική κατάσταση, νωπά ή διατηρημένα, και τα παράγωγα της βιομηχανικής τους μεταποίησης καθώς και οργανικές και ανόργανες ουσίες, με ή χωρίς πρόσθετες ύλες, που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την από του στόματος διατροφή των ζώων είτε αυτούσιες, είτε μετά από μεταποίηση, για την παρασκευή σύνθετων ζωοτροφών ή ως έκδοχα προμειγμάτων". Στην ίδια οδηγία επίσης (αιτιολογική σκέψη 8) διευκρινίζεται ότι ο όρος "ζωοτροφή" είναι δυνατό να χρησιμοποιείται στη νομοθεσία της ΕΚ ως γενικός όρος ο οποίος καλύπτει όλες τις πρώτες ύλες ζωοτροφών και τις σύνθετες ζωοτροφές. 13. Σε αυτήν την έκθεση θα χρησιμοποιείται ο όρος "πρώτες ύλες ζωοτροφών", όπως ορίζεται στην οδηγία 96/25/EK. Για το λόγο αυτό οι πρόσθετες ύλες που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές δεν εμπίπτουν στον ορισμό και δεν συμπεριλαμβάνονται στις συζητήσεις που αφορούν τον κατάλογο των πρώτων υλών ζωοτροφών. Η μελέτη σκοπιμότητας 14. Στις 7 Ιουνίου 2001, η Επιτροπή απηύθυνε γενική πρόσκληση υποβολής προσφορών με αριθμό 2001/S 107-072830 για την αξιολόγηση της σκοπιμότητας ενός θετικού καταλόγου των επιτρεπόμενων πρώτων υλών ζωοτροφών σε κοινοτικό επίπεδο. Πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ήταν να αξιολογηθεί μέσω της περιγραφής διαφόρων εναλλακτικών δυνατοτήτων η σκοπιμότητα της κατάρτισης και της διαχείρισης (συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης) του καταλόγου, καθώς και των πόρων που απαιτούνται για την κατάλληλη εφαρμογή του. Ζητήθηκε επίσης να αναφερθούν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των διαφόρων εναλλακτικών δυνατοτήτων. Ζητήθηκαν οι εξής πληροφορίες: Ιστορικό: πληροφορίες σχετικά με άλλους ισχύοντες θετικούς καταλόγους των πρώτων υλών ζωοτροφών και περιγραφή των φορέων που τους συνέταξαν, των αρχών, των στόχων, των διαδικασιών κατάρτισης και διαχείρισης κ.λπ. Στάδια προετοιμασίας και κατάρτισης του καταλόγου (διάφορες εναλλακτικές λύσεις): αρχές, στόχοι, καθεστώς, κριτήρια τροποποίησης του καταλόγου, κριτήρια περιγραφής των προϊόντων του καταλόγου, επίπεδο λεπτομέρειας κ.λπ. Διαχείριση του καταλόγου (διάφορες εναλλακτικές λύσεις): τήρηση, προσβασιμότητα, μηχανισμοί τροποποίησης του καταλόγου, ηλεκτρονική υποστήριξη κ.λπ. Πόροι (διάφορες εναλλακτικές λύσεις): ακριβή στοιχεία για τους ανθρώπινους, οικονομικούς και τεχνικούς πόρους που απαιτούνται για την ανάπτυξη και την τήρηση των καταλόγων. 15. Αυτή η μελέτη σκοπιμότητας είναι διαθέσιμη στον ιστοχώρο της Γενικής Διεύθυνσης Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών. Σε τι εξυπηρετεί η έκθεση αυτή; 16. Με την παρούσα έκθεση η Επιτροπή ανταποκρίνεται στην υποχρέωσή της απέναντι στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο όπως αναφέρεται στην οδηγία 2002/2/ΕΚ. Λαμβάνοντας υπόψη την προαναφερθείσα μελέτη σκοπιμότητας, εκφράζει τις απόψεις της Επιτροπής σχετικά με το πεδίο εφαρμογής ενός ενδεχόμενου θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών, σχετικά με τις επιπτώσεις ενός τέτοιου καταλόγου στην πολιτική για την ασφάλεια των τροφίμων και στο εμπόριο. ΙΙ. ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΘΕΤΙΚΟ ΚΑΤΑΛΟΓΟ Προοίμιο 17. Αυτό το κεφάλαιο αποσκοπεί στην εξέταση των απαιτήσεων που θα έπρεπε να πληροί ένας θετικός κατάλογος για να καταστεί λειτουργικός. Εξετάζονται διάφορες παράμετροι: η αποκλειστικότητα, οι κατηγορίες πρώτων υλών ζωοτροφών, τα κριτήρια για τη χορήγηση έγκρισης, η επισήμανση, τα διατροφικά χαρακτηριστικά, ο ορισμός των ζωοτροφών, η μέθοδος παραγωγής και η χρήση του καταλόγου για ζώα που δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων. Αποκλειστικός κατάλογος 18. Ένας αποκλειστικός κατάλογος πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στην Κοινότητα ως πρώτες ύλες ζωοτροφών, ασχέτως της κλίμακας παραγωγής τους ή της εμπορευσιμότητάς τους. Ο θετικός κατάλογος, εάν εγκριθεί, θα πρέπει να ισχύει σε όλα τα κράτη μέλη. 19. Το πεδίο εφαρμογής και ο βαθμός λεπτομέρειας του θετικού καταλόγου θα εξαρτώνται από τους στόχους. Εάν η ασφάλεια των ζωοτροφών αποτελεί το μοναδικό στόχο, ορισμένες πτυχές δεν χρειάζεται να ληφθούν υπόψη, όπως η ανάγκη να ισχύει ο κατάλογος και για ζώα που δεν προορίζονται για την παραγωγή τροφίμων ή ο βαθμός διαφοροποίησης μεταξύ των διαφόρων πρώτων υλών ζωοτροφών. Εάν ο σκοπός είναι επίσης η διευκόλυνση του εμπορίου, η επισήμανση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Η οδηγία 2002/2/EK επιβάλλει την υποχρέωση να απαριθμούνται με τις συγκεκριμένες ονομασίες τους όλες οι πρώτες ύλες ζωοτροφών που περιέχει μια σύνθετη ζωοτροφή. Η υποχρέωση της απαρίθμησης πρώτων υλών ζωοτροφών στην επισήμανση θα διευκολύνει επίσης την εφαρμογή των απαιτήσεων περί ιχνηλασιμότητας που καθορίζονται στο γενικό νόμο για τα τρόφιμα αλλά θα απαιτήσει συγχρόνως ένα λεπτομερή εναρμονισμένο κατάλογο πρώτων υλών ζωοτροφών. Κατηγορίες πρώτων υλών ζωοτροφών 20. Κατ' αρχήν η επιλογή των κατηγοριών δεν έχει συνέπειες στην ασφάλεια: η βάση για την επιλογή των κατηγοριών είναι η ανάγκη να καταστεί η διαχείριση του καταλόγου όσο το δυνατόν πιο εύκολη ελαχιστοποιώντας συγχρόνως τη σύγχυση στους χρήστες, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η νομική υποχρέωση της απαρίθμησης των πρώτων υλών ζωοτροφών στην επισήμανση θα απαιτούσε την παράθεση πάρα πολλών λεπτομερειών. 21. Η οδηγία 96/25/EK καθορίζει 12 κατηγορίες. Οι κατάλογοι των πρώτων υλών ζωοτροφών που ισχύουν στη Γερμανία και την Ελβετία έχουν την ίδια βασική δομή με αυτήν της οδηγίας 96/25/EK. και οι δύο κατάλογοι έχουν 18 κατηγορίες. Ο κατάλογος της AAFCO (Ένωση των Αμερικανών Υπευθύνων για τον Έλεγχο των Ζωοτροφών) έχει 35 κατηγορίες, όμως αυτές περιλαμβάνουν ουσίες ή μικροοργανισμούς που στην ΕΕ θεωρούνται πρόσθετες ύλες. 22. Κατά τον καθορισμό ενός πλαισίου για τον κατάλογο, είναι πολύ σημαντικό να ακολουθηθεί μια πρακτική, ρεαλιστική, και όχι θεωρητική, γενική προσέγγιση. Οι κατάλογοι της Γερμανίας και των ΗΠΑ παρέχουν παραδείγματα πρακτικής προσέγγισης και εξασφαλίζουν περιθώρια ευελιξίας σε δύσκολους τομείς της ονομασίας. Ο γερμανικός κατάλογος διαθέτει κατηγορίες που θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν "γενικού περιεχομένου", δηλ. κατηγορίες για ζωοτροφές που έχουν οιονεί το ίδιο καθεστώς ασφάλειας αλλά η περιγραφή τους θα ήταν περίπλοκη χωρίς λόγο. Αυτή η προσέγγιση χρησιμοποιείται για τη χορτονομή καθώς και για πρώτες ύλες ζωοτροφών που προέρχονται από την παραγωγή τροφίμων για ανθρώπινη κατανάλωση. Στο γερμανικό κατάλογο θεωρούνται ασφαλείς εκτός και αν ισχύουν άλλες ρυθμίσεις. 23. Οι χορτονομές θα καθιστούσαν περισσότερο περίπλοκο τον κατάλογο, παρόλο που για τους σκοπούς της ασφάλειας των ζωοτροφών θα μπορούσαν να απαριθμηθούν απλώς σε γενικές κατηγορίες. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτές καθεαυτές οι ζωοτροφές ενέχουν ελάχιστο ή και καθόλου κίνδυνο για την ασφάλεια των ζωοτροφών και των τροφίμων παρόλο που ο ακατάλληλος χειρισμός, η αποθήκευση ή η συντήρησή τους μπορούν να αποβούν σε βάρος της ασφάλειάς τους. Ο κατάλογος θα έπρεπε επομένως να λαμβάνει υπόψη το γεγονός αυτό. Η παρουσία σε χορτονομές επιβλαβών ζιζανίων και ανεπιθύμητων ουσιών που προέρχονται από την επεξεργασία θα μπορούσε να ρυθμιστεί μέσω νομοθεσίας για τις ανεπιθύμητες ουσίες. Άξιο προσοχής είναι το γεγονός ότι ο καναδικός κατάλογος δεν περιλαμβάνει φρέσκες ή ενσιρωμένες χορτονομές, παρόλο που απαριθμεί ορισμένες ζωοτροφές από ξηρή ή χονδροαλεσμένη χορτονομή. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη σημασία του καταλόγου για τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο. 24. Με λίγες εξαιρέσεις, ο κατάλογος που καθορίστηκε με την οδηγία 96/25/EK δεν περιλαμβάνει τις υγρές και ρευστές πρώτες ύλες ζωοτροφών. Τα προϊόντα αυτά είναι συνήθως υποπροϊόντα (ή παραπροϊόντα) των βιομηχανιών επεξεργασίας τροφίμων και ποτών, τα οποία διατίθενται ως ζωοτροφές και χρησιμοποιούνται με ασφάλεια εδώ και πολλά χρόνια. 25. Οι ζωοτροφές ζωικής προέλευσης ρυθμίζονται με δύο είδη συγκεκριμένης νομοθεσίας: αφενός γενική νομοθεσία για τις ζωοτροφές και αφετέρου κτηνιατρική νομοθεσία. Για να αποφευχθούν αποκλίσεις μεταξύ της νομοθεσίας περί ζωοτροφών και της κτηνιατρικής νομοθεσίας χρειάζεται να καθιερωθεί μια συγκεκριμένη κατηγορία για αυτά τα προϊόντα με ευέλικτο μηχανισμό για την ενημέρωση του καταλόγου σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της κτηνιατρικής νομοθεσίας. Κριτήρια για τη χορήγηση έγκρισης 26. Προκειμένου να συμμορφώνεται με τη νομοθεσία ΕΚ, μια ζωοτροφή η οποία περιλαμβάνεται στον κατάλογο πρέπει να πληροί τα ακόλουθα κριτήρια: - να μην έχει αρνητικές συνέπειες στην ανθρώπινη υγεία, την υγεία των ζώων και το περιβάλλον. - να μην παραπλανεί τους καταναλωτές. - να μη βλάπτει τους καταναλωτές αλλοιώνοντας τα διακριτικά χαρακτηριστικά των ζωικών προϊόντων. - να μην παρουσιάζει διατροφικά μειονεκτήματα για τα ζώα η κανονική κατανάλωσή της. 27. Εκτός από αυτές τις βασικές απαιτήσεις, η φύση της πρώτης ύλης της ζωοτροφής πρέπει να είναι γνωστή με αρκετή ακρίβεια ώστε να εξασφαλίζεται ότι μπορεί να ταυτοποιείται κατάλληλα και ότι η φύση της δεν θα μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου. 28. Κατά την έγκριση των πρώτων υλών ζωοτροφών για τη συμπερίληψή τους στον κατάλογο, πρέπει να δοθεί προσοχή περισσότερο στην ασφάλεια της ζωοτροφής από ό,τι στη θρεπτική της αξία, δεδομένου ότι η ασφάλεια μπορεί να μην είναι ο λόγος για τον οποίο ορισμένες ζωοτροφές χορηγούνται στα ζώα. Παραδείγματος χάριν, ορισμένα προϊόντα μπορεί να έχουν ευεργετικές ιδιότητες, όπως να αυξάνουν τον όγκο, κάτι που δεν είναι αυστηρά θρεπτικό. Ωστόσο, η επιστημονική ανάλυση κινδύνου και μόνον μπορεί να μην αποτελεί τη μόνη ή την πλέον κατάλληλη βάση για την έγκριση των πρώτων υλών ζωοτροφών σε όλες τις περιπτώσεις. Άλλοι παράγοντες, όπως κοινωνικοί, οικονομικοί και ζητήματα που αφορούν την ορθή μεταχείριση των ζώων, θα είναι θεμιτό να λαμβάνονται υπόψη ανά περίπτωση. Επισήμανση 29. Η οδηγία 2002/2/EK η οποία τροποποιεί την οδηγία 79/373/EOK του Συμβουλίου περί κυκλοφορίας των σύνθετων ζωοτροφών, προβλέπει ότι, από τις 6 Νοεμβρίου 2003, όλες οι πρώτες ύλες ζωοτροφών που χρησιμοποιούνται σε σύνθετες ζωοτροφές για ζώα που παράγουν τρόφιμα πρέπει να απαριθμούνται με την ειδική ονομασία τους και με ένδειξη, κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους, των ποσοστών βάρους που υπάρχουν στη σύνθετη ζωοτροφή. Όσον αφορά τα ποσοστά, επιτρέπεται ανοχή +/- 15% της δηλούμενης τιμής. Για τα ζώα που δεν παράγουν τρόφιμα η ένδειξη της ειδικής ονομασίας της πρώτης ύλης μπορεί να αντικαθίσταται από την ονομασία της κατηγορίας στην οποία ανήκει η πρώτη ύλη ζωοτροφών. 30. Η επισήμανση των ζωοτροφών απαιτεί ένα βαθμό τυποποίησης των ονομασιών των ζωοτροφών προκειμένου να μη δίδονται παραπλανητικές πληροφορίες στο χρήστη. Η ονομασία της ζωοτροφής πρέπει να είναι το κοινό όνομα που θα χρησιμοποιείται στις ετικέτες, στα συνοδευτικά και στα λοιπά έγγραφα. 31. Υποστηρίζεται ότι εάν η ασφάλεια των ζωοτροφών ήταν ο μοναδικός στόχος, δεν θα υπήρχε ανάγκη διάκρισης μεταξύ των πολλών και διαφορετικών πρώτων υλών ζωοτροφών. Παραδείγματος χάριν, θα μπορούσε να δοθεί γενική ονομασία σε ολόκληρες πατάτες, υγρά προϊόντα πατατών, μίγματα πολτοποιημένης πατάτας και φλοιών πατάτας, τεμάχια πατάτας και φλοιούς πατάτας (π.χ. "πατάτες και παραπροϊόντα πατατών"). Αυτό δεν ισχύει απολύτως σε όλες τις περιπτώσεις: τα ζώα καταναλώνουν φυτά και μέρη φυτών με διαφορετική, ενδεχομένως, συγκέντρωση τοξινών και ανεπιθύμητων ουσιών και για το λόγο αυτό χρειάζεται να γίνεται διάκριση σε αυτά τα προϊόντα. Η προσέγγιση της ασφάλειας των ζωοτροφών δεν θα αντανακλούσε τις καινοτομίες και τις εξελίξεις στον τομέα της μεταποίησης σε πολλές από αυτές τις βιομηχανίες και δεν θα ήταν κατάλληλη για το εμπόριο και την επισήμανση. Ούτε θα επέτρεπε σε ενδεχόμενους αγοραστές να διακρίνουν μεταξύ των πρώτων υλών ζωοτροφών που προέρχονται μεν από την ίδια διαδικασία παραγωγής αλλά έχουν διαφορετική σύσταση και θρεπτική αξία. Παραδείγματος χάριν, είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ πολτού σταφυλιών και σπόρων σταφυλιών, μεταξύ ζωοτροφής από γλουτένη αραβόσιτου και αλεύρου από γλουτένη αραβόσιτου, μεταξύ φλοιών πατάτας και αποφλοιωμένων πατατών. Στην πράξη, για λόγους επισήμανσης, είναι χρήσιμο να αναγράφονται ξεχωριστά οι κύριες πρώτες ύλες ζωοτροφών, παρόλο που μπορεί να χρειαστεί να υπάρχει μια κατηγορία "διάφορα" ή "άλλα προϊόντα" για λίγες, όχι σημαντικές ζωοτροφές. Με τον τρόπο αυτό θα υπάρχει ευελιξία όταν γίνονται διαθέσιμα νέα ή διαφορετικά παραπροϊόντα. Μπορεί να μην παραμείνουν στην κατηγορία "άλλα προϊόντα" για μεγάλο διάστημα, αλλά αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τον προθάλαμο για την ξεχωριστή απαρίθμησή τους. 32. Αρκετές πρώτες ύλες ζωοτροφών, οι οποίες είναι όμοιες ή οι ίδιες, επισημαίνονται και διατίθενται στο εμπόριο με διαφορετικές ονομασίες στην Κοινότητα, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η ίδια ονομασία μπορεί να χρησιμοποιείται για διαφορετικές πρώτες ύλες ζωοτροφών. Εάν δεν ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό θα μπορούσε να δημιουργηθεί διακριτική μεταχείριση σε βάρος ορισμένων πρώτων υλών ζωοτροφών οι οποίες μπορεί να είναι εγνωσμένα ασφαλείς για μεγάλο διάστημα, κάτι που θα προκαλούσε στρέβλωση του εμπορίου. Οι τοπικές ονομασίες πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη σε περίπτωση που αυτές διαφέρουν από τις κοινά αποδεκτές ονομασίες, εφόσον οι πρώτες ύλες ζωοτροφών είναι όμοιες από κάθε άποψη. Δεν θα είναι εύκολο να επιτευχθεί κάτι τέτοιο και τα σχετικά προβλήματα δεν πρέπει να υποτιμούνται. Θρεπτικά χαρακτηριστικά 33. Οι κατάλογοι ζωοτροφών που υπάρχουν σήμερα περιλαμβάνουν αναφορές σε ορισμένα θρεπτικά χαρακτηριστικά, π.χ. στην οδηγία 96/25/EK υπάρχει η εξής τεχνική προδιαγραφή για αποκελυφωμένους, εκχυλισμένους και καβουρδισμένους σπόρους σόγιας: "ανώτατο ποσοστό ακατέργαστων ινωδών ουσιών 8%". Οι κατάλογοι της AAFCO και της Ελβετίας είναι πολύ αναλυτικότεροι από την οδηγία 96/25/EK και περιλαμβάνουν θρεπτικά χαρακτηριστικά που είναι αναγκαία για το εμπόριο και την επισήμανση καθώς και για την προστασία από τις απάτες, αλλά δεν αφορούν την ασφάλεια. Τα χαρακτηριστικά αυτά αποσκοπούν κυρίως στη διαφοροποίηση των ζωοτροφών μεταξύ τους, τόσο ως βοήθημα προς τους αγοραστές όσο και για την πρόληψη της απάτης. Κατάλογοι με πρώτες ύλες ζωοτροφών που περιλαμβάνουν πολύ περισσότερες λεπτομέρειες για τα θρεπτικά χαρακτηριστικά έχουν καταρτιστεί και χρησιμοποιούνται σε αρκετά κράτη μέλη. Οι κατάλογοι αυτοί χρησιμοποιούνται ωστόσο κυρίως σε περιπτώσεις που αφορούν τη χημική σύνθεση των ζωοτροφών. Δεν υπάρχει λόγος να περιληφθούν αναφορές σε συγκεκριμένα θρεπτικά χαρακτηριστικά εκτός εάν είναι σαφώς αναγκαία η διαφοροποίηση μιας πρώτης ύλης ζωοτροφών από άλλη ή εάν δικαιολογείται για λόγους ασφαλείας. Ορισμός της ζωοτροφής και της μεθόδου παραγωγής 34. Ο ορισμός της ζωοτροφής πρέπει να περιγράφει σαφέστατα τη βιολογική φύση (είδος ή χημική σύνθεση, μέρος φυτού ή ζώου που χρησιμοποιήθηκε) και τη διαδικασία στην οποία υποβλήθηκε η πρώτη ύλη ζωοτροφής. Για να μην δημιουργηθούν προβλήματα στην ελεύθερη κυκλοφορία και χρήση των πρώτων υλών ζωοτροφών, ο ορισμός πρέπει να αντανακλά τη μεγάλη ποικιλία διαδικασιών και ορολογίας που χρησιμοποιείται στο σύνολο της ΕΕ. 35. Για να επιτευχθεί ένας εμπεριστατωμένος κατάλογος ορισμών, χρειάζεται να εξεταστούν τόσο το εύρος των διαθέσιμων πρώτων υλών ζωοτροφών όσο και οι διαδικασίες στις οποίες υποβάλλονται. Ο κατάλογος AAFCO περιλαμβάνει περισσότερους από 250 διαφορετικούς όρους και τους σχετικούς ορισμούς που αφορούν τις πρώτες ύλες ζωοτροφών (π.χ. σπόρος, πίτυρο κ.λπ.), και διαδικασίες (π.χ. παραγόμενο με εξώθηση, λευκασμένο σε ξηρές συνθήκες κ.λπ.). Αντίθετα, η οδηγία 96/25/EK απαριθμεί μόνον 17 ορισμούς. 36. Η ασφάλεια μιας πρώτης ύλης ζωοτροφών μπορεί να επηρεαστεί τόσο από την επεξεργασία στην οποία εκτίθεται η πρώτη ύλη όσο και από τη φύση και την ποιότητα του αρχικού υλικού. Η συμπερίληψη μιας ζωοτροφής σε ένα θετικό κατάλογο πρέπει επομένως να συνοδεύεται από περιγραφή της διαδικασίας που ακολουθείται. Εκ πρώτης όψεως ορισμένες από αυτές τις διαδικασίες φαίνονται σχετικά συνηθισμένες, π.χ. "αποξηραμένο", αλλά ακόμη και αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη διαδικασία έτσι ώστε αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στο βαθμό και στη διάρκεια της θέρμανσης μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες στην ποιότητα και στην ασφάλεια μιας ζωοτροφής. Πρόκειται προφανώς για ένα περίπλοκο ζήτημα, όπου απαιτείται μια ταξινόμηση με βάση την ασφάλεια. Η επίδραση της επεξεργασίας στην ασφάλεια μιας συγκεκριμένης ζωοτροφής πρέπει να αποτελεί βασική αρχή για τον καθορισμό του βαθμού λεπτομέρειας που απαιτείται. Παρόλα αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι γενικά οι κρίσεις των ζωοτροφών οφείλονται σε πρακτικές παραγωγής που εφαρμόστηκαν λανθασμένα. Αυτά τα προβλήματα μπορούν να ξεπεραστούν μέσω της αυστηρής εφαρμογής των αρχών HACCP (ανάλυση κινδύνου και κρίσιμα σημεία ελέγχου) και των ορθών πρακτικών μεταποίησης. Μη παραγωγικά ζώα 37. Σήμερα η οδηγία 96/25/EK και η υπόλοιπη κοινοτική νομοθεσία στον τομέα της διατροφής των ζώων δεν διακρίνουν μεταξύ ζωοτροφών που προορίζονται για ζώα που δεν χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τροφίμων και ζωοτροφών που προορίζονται για παραγωγικά ζώα. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι συγκεκριμένοι κανόνες για ζωοτροφές που προορίζονται για μη παραγωγικά ζώα, όπως συγκεκριμένες διατάξεις για την επισήμανση και την παρουσίαση ή τη χορήγηση έγκρισης για ζωοτροφές που προορίζονται για την ικανοποίηση ορισμένων ιδιαίτερων διατροφικών αναγκών των ζώων συντροφιάς. Πρέπει να σημειωθεί ότι η κτηνιατρική νομοθεσία επιτρέπει τη χρήση ορισμένων πρώτων υλών ζωοτροφών ζωικής προέλευσης, οι οποίες απαγορεύονται για τα παραγωγικά ζώα, ως ζωοτροφές για μη παραγωγικά ζώα. 38. Επιπλέον οι παραγωγοί ζωοτροφών για ζώα συντροφιάς χρησιμοποιούν διάφορες πρώτες ύλες ζωοτροφών οι οποίες δεν χρησιμοποιούνται από άλλους παραγωγούς ζωοτροφών ή από τους κτηνοτρόφους, όπως παραπροϊόντα σφαγείων και ένα ευρύ φάσμα ειδικών πρώτων υλών ζωοτροφών, όπως ξηρούς καρπούς, έντομα, κελύφη οστρακοδέρμων, πλαγκτόν (νωπό ή αποξηραμένο) κ.λπ. Πολλές από αυτές τις πρώτες ύλες χρησιμοποιούνται εδώ και πολλά χρόνια. 39. Οι παραγωγοί τροφών για ζώα συντροφιάς ανέφεραν ότι, δεδομένου ότι οι τροφές των ζώων συντροφιάς δεν αποτελούν μέρος της ανθρώπινης τροφικής αλυσίδας, δεν δημιουργούν κίνδυνο για την ασφάλεια των τροφίμων για ανθρώπινη κατανάλωση. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα εάν τέτοιες τροφές θα έπρεπε να περιληφθούν σε ένα θετικό κατάλογο που καταρτίζεται με στόχο την ασφάλεια των τροφίμων. Αυτή η προσέγγιση φαίνεται ότι ακολουθήθηκε κατά την κατάρτιση του γερμανικού και ελβετικού καταλόγου. αντίθετα, ο κατάλογος της AAFCO περιέχει περιγραφές των εγκεκριμένων ζωοτροφών -σε ορισμένες περιπτώσεις αποκλειστικά- για την παρασκευή ζωοτροφών για ζώα συντροφιάς. ΙΙΙ. ΚΑΤΑΡΤΙΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Κατάρτιση ενός αρχικού καταλόγου 40. Η εκπόνηση του αρχικού θετικού καταλόγου θα απαιτείσει τα ακόλουθα βήματα: - η διαδικασία της εκπόνησης ενός καταλόγου είναι ιδιαίτερα τεχνική και θα πρέπει να πραγματοποιηθεί από εμπειρογνώμονες σε διάφορους τομείς της διατροφής των ζώων και από διάφορες χώρες. - θα απαιτήσει την αξιολόγηση της ασφάλειας από ένα αρμόδιο όργανο (ΕΑΑΤ). - θα απαιτήσει μια νομικά δεσμευτική απόφαση για όλες τις επιχειρήσεις ζωοτροφών. Η απόφαση για το θετικό κατάλογο πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την αξιολόγηση κινδύνου αλλά και άλλους θεμιτούς παράγοντες. 41. Η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών δεν προβλέπει την εκπόνηση θετικού καταλόγου. Η υιοθέτηση μιας νομικής βάσης για την κατάρτιση ενός θετικού καταλόγου θα απαιτούσε επομένως ένα κανονισμό / μια οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που θα εγκρινόταν με τη διαδικασία της συναπόφασης. Διατήρηση του θετικού καταλόγου 42. Είναι σαφές ότι ένας κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών δεν μπορεί να αποτελεί ένα στατικό έγγραφο. Πρέπει να καθοριστεί ένας ευέλικτος μηχανισμός για την έγκριση και την απόσυρση πρώτων υλών ζωοτροφών από τον κατάλογο αυτό. 43. Στην Ελβετία υποβάλλονται περίπου 20 αιτήσεις κάθε χρόνο για την έγκριση νέων ζωοτροφών και τη συμπερίληψή τους στον επίσημο κατάλογο, ο οποίος περιλαμβάνει ήδη περισσότερες από 300 ζωοτροφές. Περίπου οι μισές αιτήσεις απορρίπτονται, συνήθως εξαιτίας έλλειψης πληροφοριών ή της γενικής ακαταλληλότητας της προτεινόμενης πρώτης ύλης ζωοτροφών. Παρόλο που είναι δύσκολο να υπάρξουν προβλέψεις για συγκεκριμένους αριθμούς για το σύνολο της ΕΕ, είναι ίσως λογικό να θεωρήσουμε ότι σε επίπεδο ΕΕ θα υποβάλλονται πολύ περισσότερες αιτήσεις κάθε χρόνο. Σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ισπανία, η Ιταλία, οι Κάτω Χώρες, η Γερμανία και το ΗΒ υπάρχουν ιδιαίτερα καινοτόμες βιομηχανίες ζωοτροφών, πολύ μεγαλύτερης κλίμακας από ό,τι στην Ελβετία. 44. Μια πολύ μακρά περίοδος αναμονής για τη συμπερίληψη μιας πρώτης ύλης ζωοτροφής στον κατάλογο θα αποτελούσε αντικίνητρο για τη χρήση πολλών πρώτων υλών ζωοτροφών και θα είχε κατά συνέπεια αρνητικές επιπτώσεις στην ζωική παραγωγή, στο εμπόριο και στο περιβάλλον. Στις ΗΠΑ απαιτούνται τουλάχιστον 12 μήνες προκειμένου να χαρακτηριστεί μια ζωοτροφή ως GRAS [4], παρόλο που σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί περισσότερος χρόνος. [4] Generally Recognised As Safe (αναγνωρίζεται γενικά ως ασφαλής) 45. Οι πληροφορίες που υποβάλλουν οι αιτούντες έγκριση πρέπει να είναι ανάλογες με τον κίνδυνο. Μπορεί ίσως να χρειάζεται κάποια ευελιξία για τις περισσότερες πρώτες ύλες ζωοτροφών, όμως για άλλες ίσως χρειαστούν αναλυτικότερες πληροφορίες. Η οδηγία 82/471/EOK [5] προβλέπει ένα ειδικό σύστημα για τη χορήγηση εγκρίσεων για ορισμένες πηγές πρωτεϊνών οι οποίες παράγονται με τη χρήση συγκεκριμένων τεχνολογιών. [5] ΕΕ L 213, 21.7.1982, π 15. 46. Τα υφιστάμενα συστήματα, όπως αυτά της Ελβετίας και των ΗΠΑ, εφαρμόζουν έναν δοκιμαστικό προσωρινό κατάλογο. Για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών με χαμηλό κίνδυνο και με πολλές πιθανότητες να εγκριθούν και να γίνουν δεκτές προσωρινά, το ευνοϊκό αυτό σύστημα τους επιτρέπει να χρησιμοποιούνται και να διατίθενται στην αγορά πριν τους χορηγηθεί πλήρης έγκριση. Η απόφαση για το εάν θα εξετασθεί με ταχύτητα μια αίτηση ή όχι λαμβάνεται μετά από αρχική αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να προκαλέσει η νέα πρώτη ύλη ζωοτροφής στα ζώα ή στους καταναλωτές ζωικών προϊόντων. Λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία με την οδηγία 70/524/EOK, η προσωρινή έγκριση πρώτων υλών ζωοτροφών μπορεί να είναι προβληματική μακροπρόθεσμα εφόσον η τελική αξιολόγησή της έχει ως αποτέλεσμα να αποσυρθεί αυτή η πρώτη ύλη από τον κατάλογο. 47. Έγινε αναφορά στη χρήση μέσα στην ΕΕ πρώτων υλών ζωοτροφών οι οποίες συχνά είναι διαθέσιμες μόνο σε μικρές ποσότητες, ευκαιριακά και χρησιμοποιούνται μόνο σε τοπικό επίπεδο. Η διαδικασία για την αίτηση έγκρισης για αυτές τις πρώτες ύλες ζωοτροφών μπορεί να είναι δυσανάλογη με τη χρήση τους, με αρνητικές συνέπειες ενδεχομένως στα ζώα και το περιβάλλον. Μια δυνατότητα θα ήταν η εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας όσον αφορά τις πρώτες ύλες ζωοτροφών που είναι διαθέσιμες και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε μια περιφέρεια ή σε ένα κράτος μέλος. Οποιαδήποτε τοπική διαδικασία έγκρισης θα πρέπει να τηρεί τις ίδιες αρχές όσον αφορά την ασφάλεια, την επισήμανση κ.λπ. με αυτές που ισχύουν σε επίπεδο ΕΕ. Εάν η συγκεκριμένη πρώτη ύλη ζωοτροφών διατεθεί στο εμπόριο ή χρησιμοποιηθεί εκτός της συγκεκριμένης περιφέρειας ή του κράτους μέλους για το οποίο είχε λάβει έγκριση, θα πρέπει να ακολουθηθεί η πλήρης διαδικασία έγκρισης της ΕΕ, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Αυτή την προσέγγιση ακολούθησαν οι ΗΠΑ, όπου ο κατάλογος της AAFCO χρησιμοποιείται για ρυθμιστικούς λόγους και για το εμπόριο στο σύνολο των ΗΠΑ, αλλά όπου οι επιμέρους πολιτείες δύνανται να εγκρίνουν επιπρόσθετες ζωοτροφές που παράγονται και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά εντός της πολιτείας. IV. ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΘΕΤΙΚΟΥ ΚΑΤΑΛΟΓΟΥ Καθεστώς των υφισταμένων καταλόγων 48. Πριν από τη θέσπιση ευρωπαϊκής νομοθεσίας για τις ζωοτροφές, ορισμένα κράτη μέλη είχαν εκπονήσει θετικούς καταλόγους. Παρόλα αυτά, οι κατάλογοι αυτοί δεν μπορούν να ικανοποιήσουν τις σημερινές ανάγκες του τομέα των ζωοτροφών, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι η καινοτομία στη βιομηχανία ζωοτροφών έχει ενσωματώσει πολλές νέες ζωοτροφές για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ζωοτροφών και για τη μείωση του κόστους. Οι κατάλογοι αυτοί ίσχυαν μόνον σε ένα κράτος μέλος με περιορισμένα συστήματα παρασκευής και κλιματικές συνθήκες που δεν αντιπροσωπεύουν ολόκληρο το εύρος της παραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 49. Οι κατάλογοι που χρησιμοποιούνται σε άλλες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στις ΗΠΑ, δεν είναι στην πραγματικότητα νομικά δεσμευτικοί. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχύοντα γερμανικό κατάλογο. Για το λόγο αυτό, είναι δύσκολο να υπολογισθούν οι συνέπειες από την εφαρμογή θετικού καταλόγου σε επίπεδο ΕΕ. Παράδειγμα ενός πραγματικού θετικού καταλόγου είναι η Ελβετία. 50. Ο ελβετικός κατάλογος περιλαμβάνει περισσότερες από 300 πρώτες ύλες ζωοτροφών ενώ, παραδείγματος χάριν, μια ομάδα εμπειρογνωμόνων, που δημιουργήθηκε για την προετοιμασία της οδηγίας 96/25/EK, εντόπισε 620 πρώτες ύλες ζωοτροφών που υπάρχουν σήμερα. Η παραγωγή στην Ελβετία προσανατολίζεται κυρίως στα γαλακτοκομικά προϊόντα, στο βόειο και στο χοιρινό κρέας. Για άλλες προϊόντα, όπως το κρέας πουλερικών και τα αυγά, η παραγωγή είναι πολύ χαμηλή και υπάρχει ανάγκη εισαγωγής από άλλες χώρες. Τα παραδείγματα αυτά δείχνουν ότι η εφαρμογή ενός θετικού καταλόγου στην ΕΕ είναι διαφορετικής τάξης μεγέθους και περιπλοκότητας. 51. Ο ελβετικός θετικός κατάλογος δεν συνέβαλε στην πρόληψη της σημαντικής επίπτωσης ΣΕΒ στη χώρα αυτή. Είναι αδύνατο να περιληφθούν σε ένα θετικό κατάλογο χιλιάδες διαφορετικών προϊόντων τα οποία παράγονται σε διαφορετικά σημεία με διαφορετικές τεχνολογίες και μπορεί να έχουν διαφορετικό καθεστώς ασφάλειας και θρεπτικά ή τεχνικά χαρακτηριστικά. Για αυτούς τους λόγους, ο θετικός κατάλογος απλοποιείται και τα προϊόντα κατατάσσονται σε ομάδες ανάλογα με το καθεστώς ασφαλείας τους. Η απλοποίηση αυτή δεν μπορεί να διασφαλίσει την ασφάλεια τροφίμων σε όλες τις περιπτώσεις. Επιπλέον, το ζήτημα είναι ότι ένα προϊόν που έχει περιληφθεί στον κατάλογο πρέπει να παρασκευάζεται σύμφωνα με τις κατάλληλες συνθήκες υγιεινής. Η εφαρμογή του συστήματος ταχείας ειδοποίησης και τα πρόσφατα σκάνδαλα στον τομέα των ζωοτροφών κατέδειξαν ότι η πηγή του προβλήματος στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ήταν οι πρώτες ύλες ζωοτροφών καθεαυτές αλλά η μόλυνσή τους κατά τη διάρκεια της παραγωγής, της αποθήκευσης και της μεταφοράς τους με ουσίες που έχουν απαγορευθεί στη διατροφή των ζώων. Παραδείγματος χάριν η μόλυνση σιροπιού γλυκόζης με ορμόνες (οξιδική μεδροξυ-προγεστερόνη) αποτελεί πρόβλημα καταλοίπων απαγορευμένων ουσιών σε πρώτη ύλη ζωοτροφών. Το σιρόπι γλυκόζης καθεαυτό αποτελεί ασφαλή πρώτη ύλη ζωοτροφής αλλά είχε μολυνθεί από ουσία, η χρήση της οποίας απαγορεύεται στις ζωοτροφές. Ιχνηλασιμότητα και επισήμανση. 52. Σύμφωνα με τις αρχές του γενικού νόμου για τα τρόφιμα όπως καθορίζονται στον κανονισμό ΕΚ/178/2002, η ιχνηλασιμότητα των ζωοτροφών πρέπει να καθιερωθεί σε όλα τα στάδια της παραγωγής, της επεξεργασίας και της διανομής. Οι επιχειρήσεις ζωοτροφών πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν οποιοδήποτε άτομο τις έχει εφοδιάσει με μια ζωοτροφή και τις επιχειρήσεις τις οποίες έχουν εφοδιάσει με τα προϊόντα τους. Ο γενικός νόμος για τα τρόφιμα αναγνωρίζει επίσης τη σχέση επισήμανσης και ιχνηλασιμότητας αναφέροντας ότι οι ζωοτροφές πρέπει να φέρουν κατάλληλη επισήμανση ή σήμα αναγνώρισης ώστε να διευκολύνεται η ανιχνευσιμότητά τους. Αυτές οι διατάξεις θα τεθούν σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2005. 53. Εντός του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, η οδηγία 95/69/EK περιλαμβάνει απαιτήσεις σχετικά με την ιχνηλασιμότητα της διαδικασίας παραγωγής ορισμένων επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν ή παράγουν ορισμένες πρώτες ύλες και πρόσθετα ζωοτροφών. Η οδηγία 2002/2/EK, η οποία τροποποιεί την οδηγία 79/373/EOK του Συμβουλίου περί κυκλοφορίας των σύνθετων ζωοτροφών, επέβαλε την υποχρέωση να περιλαμβάνεται ο αριθμός παρτίδας στην ετικέτα, τη συσκευασία, τον περιέκτη ή το συνοδευτικό έγγραφο (για προϊόντα χύδην) των σύνθετων ζωοτροφών. Η οδηγία 96/25/EK δεν περιέχει ανάλογη διάταξη για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών. Ο αριθμός παρτίδας απαιτείται αποκλειστικά για ορισμένες κατηγορίες πρώτων υλών ζωοτροφών. Επιπλέον ορισμένες επιχειρήσεις εξαιρούνται από ορισμένες διατάξεις σχετικά με την επισήμανση. 54. Τα συστήματα ιχνηλασιμότητας πρέπει επομένως να είναι σε θέση να συνδέουν μια μοναδική παρτίδα ζωοτροφής με πληροφορίες σχετικά με το χρόνο και τον τόπο όπου παρασκευάστηκε και με την πηγή των πρώτων υλών ζωοτροφών που χρησιμοποιήθηκε, στο σύνολο της τροφικής αλυσίδας. Αναμφίβολα τα συστήματα ιχνηλασιμότητας μπορούν να είναι πολύ αποτελεσματικά στην ενίσχυση της ασφάλειας των ζωοτροφών και των τροφίμων. Ένας αποτελεσματικός και περιεκτικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών (όχι συγκεκριμένα ένας θετικός κατάλογος υπό το νόημα της παρούσας έκθεσης) μπορεί να διευκολύνει αυτή τη διαδικασία δεδομένου ότι θα επέτρεπε να χρησιμοποιούνται με ακρίβεια οι ονομασίες και οι περιγραφές των ζωοτροφών στο σύνολο της αλυσίδας και θα κάλυπτε έναν πολύ μεγαλύτερο αριθμό ζωοτροφών από αυτές που βρίσκονται σήμερα στον κατάλογο. Ακόμη και όσοι αντιτίθενται στην κατάρτιση ενός θετικού καταλόγου δήλωσαν ότι θα καλωσόριζαν την ανάπτυξη ενός περιεκτικού καταλόγου για τους σκοπούς της επισήμανσης. Επιπτώσεις στο εμπόριο - επισκόπηση του τομέα των ζωοτροφών 55. Η αξία των ζωικών προϊόντων (ύψους 108 369 εκατ. EUR) ανέρχεται στο 41% της συνολικής γεωργικής παραγωγής της ΕΕ-15, η οποία ανήλθε σε 267 019 εκατ. EUR το 1999 [6]. [6] Πηγή : Eurostat 56. Η κατανάλωση ζωοτροφών στην ΕΕ το 2001 ανήλθε σε 394 εκατομμύρια τόνους περίπου. Το μισό αυτής της ποσότητας ήταν συγκομιζόμενες χονδροειδείς ζωοτροφές (χορτονομή) και ινώδη υπολείμματα που είχαν παραχθεί στα αγροκτήματα και μπορεί να είχαν εν μέρει διατεθεί στο εμπόριο, το 10% ήταν αγορασμένες πρώτες ύλες ζωοτροφών και το 30% ήταν βιομηχανικές σύνθετες ζωοτροφές. Βλ. σχήμα 1 στο παράρτημα. 57. Το επίπεδο των ζωοτροφών που διατέθηκαν στο εμπόριο (σχήμα 2 στο παράρτημα) παρέμεινε σταθερό κατά τα τελευταία χρόνια στα 200 εκατομμύρια τόνους περίπου (αυτή η ποσότητα περιλαμβάνει όλες τις ζωοτροφές εκτός από τη χορτονομή που παράγεται στα αγροκτήματα) . 58. Η βιομηχανική παραγωγή σύνθετων ζωοτροφών ανά ζωικό είδος δείχνει ότι η πλειονότητα των προϊόντων διατίθεται στους χοίρους και κατόπιν στα πουλερικά. Το 1996 η κρίση της ΣΕΒ είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των ζωοτροφών για βοοειδή η οποία αντισταθμίστηκε από την παράλληλη αύξηση των ζωοτροφών για την παραγωγή χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών ως αποτέλεσμα της αύξησης της ζήτησης των καταναλωτών για τέτοιου είδους κρέατα. 59. Οι πρώτες ύλες ζωοτροφών και οι σύνθετες ζωοτροφές αποτελούν τον κύριο συντελεστή στην ζωική παραγωγή. Το 1999 υπήρχαν 3.794 επιχειρήσεις που παρήγαγαν ζωοτροφές, η αξία της παραγωγής των οποίων ανήλθε σε 30.248 εκατομμύρια ευρώ. Στους αριθμούς αυτούς δεν περιλαμβάνεται η αξία της παραγωγής στα αγροκτήματα ή η παραγωγή άλλων συστατικών ζωοτροφών όπως των πρόσθετων υλών. Βλ. πίνακα 1 στο παράρτημα. 60. Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ζωοτροφών σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα περισσότερα αντιπροσωπευτικά προϊόντα που εισήχθησαν κατά την περίοδο 1990-2000 είναι τα σογιάλευρα, οι ελαιούχοι σπόροι, η γλουτένη αραβοσίτου, η μανιόκα, οι μελάσες, τα σιτηρά και η πούλπα εσπεριδοειδών. Βλ. πίνακα 2 στο παράρτημα. 61. Κατά τη δεκαετία του 1990 πραγματοποιήθηκαν σημαντικές αλλαγές στη γεωργική πολιτική της ΕΕ, οι οποίες επηρέασαν το παγκόσμιο εμπόριο. Η μείωση των τιμών στήριξης των σιτηρών και η αύξηση της τιμής του δολαρίου κάλυψαν τη διαφορά μεταξύ των τιμών της ΕΕ και αυτών των παγκόσμιων αγορών. Οι τιμές στην αγορά της ΕΕ για ορισμένα προϊόντα, όπως η γλουτένη αραβοσίτου και η μανιόκα, ακολούθησαν τις τιμές των σιτηρών και η χρήση αυτών των προϊόντων ως υποκατάστατα των σιτηρών μειώθηκε. Η παραγωγή βοοειδών της ΕΕ (εκτός από τις γαλακτοπαραγωγικές αγελάδες, οι οποίες καταναλώνουν επίσης σημαντικές ποσότητες συμπυκνωμένων ζωοτροφών) βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό στους βοσκοτόπους. Κατά τα πρόσφατα έτη οι τάσεις στην ευρωπαϊκή γεωργία οδήγησαν σε μετατόπιση στην παραγωγή από ζώα που κατανάλωναν χόρτο σε ζώα που καταναλώνουν συμπυκνωμένες ζωοτροφές (χοίρους και πουλερικά). Στη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε αύξηση στη χρήση σογιαλεύρων και μείωση της κατανάλωσης γλουτένης αραβοσίτου και μανιόκας. Η αύξηση της χρήσης ζωοτροφών κατά τη δεκαετία του 1990 δεν συνοδεύθηκε από αύξηση των εισαγωγών της ΕΕ: το 1998-2000 αυξήθηκαν μόνο κατά 2% σε σχέση με την ΕΕ-12 το 1990-1992. 62. Η αύξηση στη χρήση ζωοτροφών κατέστησε αναγκαία τη σημαντική αύξηση των εισαγωγών πρωτεϊνούχων ζωοτροφών (σογιάλευρα). Οι εισαγωγές σογιαλεύρων αυξήθηκαν από το 39% του συνόλου των εισαγωγών στο 50%. Η αύξηση στις πρωτεϊνούχες ζωοτροφές αντισταθμίστηκε από τη σημαντική μείωση των εισαγωγών ζωοτροφών με βάση τη γλουτένη αραβοσίτου και τη μανιόκα. 63. Εξαιτίας των διαταραχών που προκαλούν επιδημικές ασθένειες και άλλα σκάνδαλα με ζωοτροφές είναι δύσκολο να γίνουν προβλέψεις. Ωστόσο είναι λογικό να περιμένει κανείς ότι η μείωση των τιμών των σιτηρών καθώς και των τιμών του χοιρινού κρέατος και του κρέατος πουλερικών θα προκαλέσει άνοδο της κατανάλωσης του κρέατος αυτού. Με την προσχώρηση των ανατολικών χωρών, οι σπόροι σιτηρών, ο ηλιανθόσπορος και ο κραμβόσπορος μπορούν να καταστούν διαθέσιμα σε σχετικά χαμηλές τιμές. 64. Οι προβλέψεις για την κατανάλωση βοείου κρέατος είναι ελαφρά χαμηλότερες από αυτές του 1995 αλλά αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζει την κατανάλωση χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών. Παρόλο που είναι δύσκολο να γίνουν προβλέψεις, οι τάσεις για την επόμενη δεκαετία προδιαγράφουν αύξηση των εισαγωγών σογιαλεύρων, ενώ μπορεί να μειωθούν οι εισαγωγές γλουτένης αραβοσίτου και μανιόκας. 65. Η έκδοση ενός αποκλειστικού καταλόγου, θα απέτρεπε, εξ ορισμού, την εισαγωγή ή τη χρήση οποιωνδήποτε πρώτων υλών ζωοτροφών στην ΕΕ μέχρις ότου διαπιστωθεί η ασφάλειά τους και περιληφθούν στο θετικό κατάλογο. Όπως αναφέρθηκε στις προηγούμενες παραγράφους, το γεγονός αυτό δεν πρόκειται να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα δεδομένου ότι η πλειονότητα των εισαγόμενων πρώτων υλών χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στην ΕΕ. Ωστόσο εισάγονται ορισμένες πρώτες ύλες ζωοτροφών οι οποίες, αν και αντιπροσωπεύουν σχετικά μικρό ποσοστό του συνόλου των ζωοτροφών που χρησιμοποιούνται στην ΕΕ, είναι πολύ σημαντικές τόσο για συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς στην Κοινότητα όσο και για τους παραγωγούς σε τρίτες χώρες. 66. Η εισαγωγή από τρίτες χώρες σύνθετων ζωοτροφών και μιγμάτων ζωοτροφών τα οποία περιέχουν πρώτες ύλες ζωοτροφών που δεν περιλαμβάνονται σε ένα θετικό κατάλογο της ΕΕ θα απαγορευόταν. Ιδίως αυτό θα συνέβαινε για διάφορες ζωοτροφές για ζώα συντροφιάς οι οποίες παρασκευάζονται σε τρίτες χώρες από πρώτες ύλες που δεν είναι διαθέσιμες στην ΕΕ. 67. Η πρόσφατη κρίση της ΣΕΒ στον τομέα του βοείου κρέατος έστρεψε τους καταναλωτές προς άλλα είδη κρεάτων. Η παραγωγή κρέατος πουλερικών αυξήθηκε κατά 3,7% περίπου το 2001 και συνοδεύθηκε από αύξηση των εισαγωγών πουλερικών (407.000 τόνους από το 1999 έως το 2001 από τη Βραζιλία και την Ταϊλάνδη). Αναμένεται να συνεχιστεί η αύξηση των εισαγωγών πουλερικών και να καταστεί η ΕΕ καθαρός εισαγωγέας κρέατος πουλερικών. Οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προοπτικές για την κατανάλωση χοιρινού κρέατος είναι γενικά θετικές. Οι εισαγωγές χοιρινού κρέατος αναμένεται να αυξηθούν μεσοπρόθεσμα. 68. Εν κατακλείδι, κατά τα επόμενα έτη η αναμενόμενη αύξηση στην παραγωγή χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών θα εξαρτηθεί από την αύξηση της χρήσης πρώτων υλών ζωοτροφών που παράγονται στην Ευρώπη (σιτηρά), και από την αύξηση των εισαγωγών σόγιας, όχι όμως από την αύξηση των εισαγωγών μανιόκας και γλουτένης αραβοσίτου. Προκειμένου να είναι ανταγωνιστική με την παραγωγή ζωικών προϊόντων στις παγκόσμιες αγορές, η ευρωπαϊκή βιομηχανία ζωοτροφών θα συνεχίσει να αναζητά και να χρησιμοποιεί νέες πηγές πρώτων υλών ζωοτροφών. Περιφερειακές και εθνικές συνέπειες 69. Οι αποκλειστικοί θετικοί κατάλογοι έχουν θεσπισθεί σε εθνικό επίπεδο (ο ελβετικός κατάλογος και κατάλογοι ορισμένων κρατών μελών που ίσχυσαν πριν από την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ), συχνά σε μια ή λίγες γλώσσες. Ο αριθμός των πρώτων υλών ζωοτροφών που περιλάμβαναν ήταν μικρός και οι διαδικασίες στις οποίες είχαν υποβληθεί οι πρώτες ύλες, ήταν λίγες. Ο κατάλογος της AAFCO των ΗΠΑ (ο οποίος δεν είναι αποκλειστικός) είναι περισσότερο σύνθετος και περιλαμβάνει έναν πολύ μεγάλο αριθμό πρώτων υλών ζωοτροφών [7]. Αυτοί οι κατάλογοι είναι γενικά αποτελεσματικοί και γίνονται ευμενώς δεκτοί από τη βιομηχανία ζωοτροφών και την αγροτική βιομηχανία. Ωστόσο χρησιμοποιούν κυρίως μια μόνο γλώσσα και η διαχείριση τους απαιτεί ανθρώπινους πόρους. [7] Η ετήσια έκδοσή του καλύπτει περίπου 450 σελίδες 70. Ένας θετικός κατάλογος σε κοινοτικό επίπεδο θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιφερειακές και τοπικές διαδικασίες για την παραγωγή ζωοτροφών. 71. Η τυποποίηση των ονομασιών των ζωοτροφών θα ήταν θεμελιώδους σημασίας. Ωστόσο ορισμένες όμοιες ή ταυτόσημες πρώτες ύλες ζωοτροφών διατίθενται στο εμπόριο με διαφορετικές ονομασίες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η ίδια ονομασία μπορεί να χρησιμοποιείται για διαφορετικές πρώτες ύλες ζωοτροφών. Οι τοπικές ονομασίες μπορούν να διαφέρουν από τη γενικά γνωστή ονομασία. 72. Υπάρχουν επίσης πρώτες ύλες ζωοτροφών στην ΕΕ οι οποίες συχνά είναι διαθέσιμες μόνον σε μικρές ποσότητες, ευκαιριακά, και χρησιμοποιούνται μόνο σε τοπικό επίπεδο. Διαφορετικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Συνέπειες για την πολιτική ασφάλειας των ζωοτροφών 73. Ο πίνακας 3 του παραρτήματος απαριθμεί τις κοινοποιήσεις που εκδόθηκαν από την εφαρμογή του συστήματος ταχείας ειδοποίησης για τρόφιμα και ζωοτροφές το Φεβρουάριο του 2002. 74. Από την ανάλυση πρόσφατων ειδοποιήσεων στον τομέα των ζωοτροφών, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν τη χρήση απαγορευμένων ουσιών, όπως η χλωραμφενικόλη ή ανεπιθύμητων ουσιών, η χρήση των οποίων περιορίζεται σύμφωνα με την οδηγία 1999/29/ΕΚ. Ένας μεγάλος αριθμός κοινοποιήσεων αφορούσε την παρουσία χλωραμφενικόλης σε σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος. Η σκόνη αποκορυφωμένου γάλακτος αποτελεί εγκεκριμένη πρώτη ύλη ζωοτροφής η οποία περιλαμβάνεται στο μη αποκλειστικό κατάλογο των κύριων πρώτων υλών ζωοτροφών (οδηγία 96/25/EK του Συμβουλίου). Η χλωραμφενικόλη περιλαμβάνεται στο παράρτημα IV του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2377/90 του Συμβουλίου [8], και η χορήγηση αυτής της ουσίας σε παραγωγικά ζώα απαγορεύεται κατά συνέπεια στο σύνολο της Κοινότητας. Πρόσφατο κρούσμα εντοπισμού διοξινών σε προϊόντα αρτοποιείας στη Γερμανία (τα προϊόντα αυτά είχαν περιληφθεί στον ισχύοντα κατάλογο που είχαν αποδεχθεί οι γερμανικές επιχειρήσεις) αποτελεί μια ακόμα απόδειξη ότι η υιοθέτηση καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών δεν αποτελεί πανάκεια. [8] ΕΕ L 224, 18.8.1990, σελ. 1. 75. Όσον αφορά την κρίση της ΣΕΒ, ο θετικός κατάλογος που καταρτίστηκε στην Ελβετία από το 1975 δεν απέτρεψε την παρουσία μεγάλου αριθμού κρουσμάτων ΣΕΒ στη χώρα αυτή. Το 2001, το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του αριθ. 14/2001 [9] περιέλαβε ορισμένες συστάσεις για να προληφθεί η επίπτωση της ΣΕΒ. Οι συστάσεις αυτές δεν περιλαμβάνουν την ανάγκη να εκπονηθεί θετικός κατάλογος των πρώτων υλών ζωοτροφών. Ας σημειωθεί ότι η έκθεση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δεύτερη κρίση της ΣΕΒ πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο της ελλιπούς εφαρμογής από τα κράτη μέλη της υφιστάμενης νομοθεσίας της ΕΕ, της ελλιπούς επιθεώρησης (ελέγχου) και της ελλιπούς εφαρμογής της απαγόρευσης της χρήσης κρεατοοστεαλεύρων προερχόμενων από θηλαστικά ως ζωοτροφών. Η έκθεση αναφέρει ότι η νομοθετική διαδικασία στα διάφορα θεσμικά όργανα προκάλεσε επίσης μεγάλες καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μέτρων κατά της ΣΕΒ. [9] ΕΕ C 324, 20.11.2001, σελ.1 76. Υπάρχει ήδη πλούσια νομοθεσία στον τομέα των ζωοτροφών για την πρόληψη κρίσεων. Σε πολλές περιπτώσεις, εάν η νομοθεσία εφαρμοσθεί αυστηρά, αρκεί για την αντιμετώπιση των κινδύνων που σχετίζονται με τις ζωοτροφές. Παρόλα αυτά η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει την ανάγκη να βελτιωθεί η ισχύουσα νομοθεσία περί ζωοτροφών και έχει αναλάβει πολλές πρωτοβουλίες (βλ. παράγραφο 13) προς το σκοπό αυτό. 77. Εν κατακλείδι, οι πρόσφατες κρίσεις προκλήθηκαν από την παρουσία προσμείξεων, από την παράνομη χρήση φαρμάκων ή πρόσθετων ουσιών ή από την απατηλή χρήση ααπαγορευμένων πρώτων υλών ζωοτροφών. Για το λόγο αυτό ένας θετικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών δεν θα συνέβαλλε στην πρόληψη των καταστάσεων που αναφέρονται στον πίνακα 3. Συνέπειες για την καινοτομία 78. Κάθε έγκρισης για συμπερίληψη στο θετικό κατάλογο πρέπει να προηγείται μια αξιολόγηση βάσει φακέλου, κάτι που προκαλεί δαπάνες, γραφειοκρατία και κοστίζει χρόνο. Συνάγεται λοιπόν το συμπέρασμα ότι ο θετικός κατάλογος είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της καινοτομίας στη χρήση νέων ουσιών ή προϊόντων στον τομέα των ζωοτροφών. 79. Στις ΗΠΑ χρειάζονται 12 μήνες περίπου προκειμένου να χαρακτηριστεί μια ζωοτροφή ως "GRAS" (Generally Recognised As Safe -"αναγνωρίζεται γενικά ως ασφαλής"). Αυτή είναι η ελάχιστη περίοδος που αναμένεται ότι θα απαιτείται για κάθε διαδικασία χορήγησης έγκρισης η οποία συνδέεται με τον κοινοτικό ρυθμιστικό μηχανισμό. 80. Ίσως χρειαστεί ένας βαθμός ευελιξίας με ανά περίπτωση εξέταση κάθε επιμέρους ζωοτροφής. Όσον αφορά τις πρώτες ύλες ζωοτροφών, θα χρειαστεί να δοθούν κάποιες βασικές πληροφορίες προκειμένου να τους χορηγηθεί έγκριση. Θα χρειαστούν ενδεχομένως και επιπλέον πληροφορίες ανάλογα με τον δυνητικό κίνδυνο που ενέχει η χρήση της ζωοτροφής. Η συλλογή όλων αυτών των πληροφοριών απαιτεί χρόνο και χρήμα. 81. Τα οικονομικά περιθώρια για πολλές ζωοτροφές, ιδίως για ζωοτροφές που δίνονται σε εκτρεφόμενα ζώα, είναι ελάχιστα και ενδεχομένως να μην καλύπτουν το κόστος της χορήγησης έγκρισης. Πολλές πρώτες ύλες ζωοτροφών εκ φύσεως είναι κοινόχρηστες και για το λόγο αυτό οι εταιρείες θα ήταν απρόθυμες να καταβάλουν το κόστος της έγκρισης. Συνέπειες για το περιβάλλον 82. Η εξαίρεση μιας πρώτης ύλης ζωοτροφών από το θετικό κατάλογο θα αυξήσει την πίεση για τη διάθεση αυτών των πρώτων υλών. V. ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΤΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΤΩΝ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Κατάλογοι πρώτων υλών ζωοτροφών 83. Στόχος των νομοθετικών μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν είναι να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των ζωοτροφών. Η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή καθεαυτή η θέσπιση ενός θετικού καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών δεν θα επετύγχανε αυτό το στόχο. Αναφέρθηκαν αρκετά προβλήματα σχετικά με την ασφάλεια των ζωοτροφών τα οποία προέκυψαν πρόσφατα, ύστερα από τη θέση σε ισχύ του συστήματος ταχείας ειδοποίησης RASFF και δεν θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί εάν υπήρχε ένας θετικός κατάλογος. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόταση για τη δημιουργία ενός θετικού καταλόγου ως απάντηση στα προβλήματα που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων, οφείλεται σε πολιτικά και όχι σε τεχνικά αίτια. Επομένως όσον αφορά τις ουσίες των οποίων η χρήση επιτρέπεται ή απαγορεύεται στη διατροφή των ζώων, η διαχείριση των υφισταμένων καταλόγων απαγορευμένων ουσιών μπορεί να επιτύχει το στόχο να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των ζωοτροφών. Δραστηριότητες που αφορούν τις διαδικασίες παρασκευής 84. Ο τομέας των ζωοτροφών υπόκειται ήδη σε ένα ευρύ και περίπλοκο σύνολο κανονισμών της ΕΕ και των κρατών μελών. Δεν θα πρέπει ωστόσο να λησμονείται το γεγονός ότι δεν υπάρχουν κανόνες που να ρυθμίζουν την υγιεινή των ζωοτροφών, εκτός από τους γενικούς κανόνες του κανονισμού ΕΚ/178/2002 (νόμος για τα τρόφιμα) και συγκεκριμένους κανόνες οι οποίοι αφορούν τις επιχειρήσεις που ασχολούνται με ιδιαίτερες κατηγορίες πρόσθετων ή πρώτων υλών ζωοτροφών (οδηγία 95/69/EK). 85. Η Επιτροπή θεωρεί ότι άμεση προτεραιότητα είναι η κάλυψη αυτού του κενού, προκειμένου να εξασφαλισθεί η ασφάλεια των διαδικασιών παρασκευής και κατά συνέπεια η ασφάλεια των ζωοτροφών. Η προσέγγιση του Codex Alimentarius 86. Ο Codex Alimentarius αποτελεί κοινό πρόγραμμα του FAO και του ΠΟΕ σχετικά με την τυποποίηση των τροφίμων και με κύριο στόχο την προστασία της υγείας των καταναλωτών και την εξασφάλιση των ορθών πρακτικών στο εμπόριο τροφίμων. Το 2000, η επιτροπή του Codex Alimentarius συνέστησε μια ομάδα έργου για τις ζωοτροφές προκειμένου να ολοκληρώσει το έργο (το οποίο ξεκίνησε το Μάρτιο του 1999 με μια διαβούλευση του FAO) της εκπόνησης ενός κώδικα πρακτικής για την ορθή διατροφή των ζώων. Η ομάδα έργου έχει περιθώριο τεσσάρων ετών για να ολοκληρώσει το έργο της. 87. Τα σχέδια προτάσεων περιλαμβάνουν συστάσεις για τις πρώτες ύλες ζωοτροφών, την επισήμανση, την ιχνηλασιμότητα, τις επιθεωρήσεις και τις διαδικασίες (συμπεριλαμβανομένων των δειγματοληψιών και των αναλυτικών διαδικασιών), τη βιομηχανική παραγωγή ζωοτροφών και την παραγωγή πρώτων υλών ζωοτροφών στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις. Ένα συστατικό της διαδικασίας ελέγχου είναι η ανάλυση HACCP όπως περιγράφεται από τον FAO / ΠΟΕ [10]. Το HACCP αποτελεί σύστημα ελέγχου της παραγωγής το οποίο εντοπίζει σε ποιο σημείο μιας διεργασίας παραγωγής τροφίμων μπορεί να υπάρχουν κίνδυνοι και εντοπίζει ενέργειες για την πρόληψη των κινδύνων αυτών. Παρακολουθώντας και ελέγχοντας αυστηρά κάθε στάδιο της διεργασίας ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες να υπάρξουν κίνδυνοι. Για το λόγο αυτό το HACCP μπορεί να συμβάλει σημαντικά στην ασφαλή παρασκευή πρώτων υλών ζωοτροφών. Η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να ακολουθήσει μια τέτοια προσέγγιση στη νομοθεσία της ΕΕ περί ζωοτροφών. [10] FAO/ΠΟΕ, 1997. Έκθεση της 30ής συνόδου της Eπιτροπής του Kώδικα για την Yγιεινή των Tροφίμων, παράρτημα IV (FAO/WHO. 1997. Report of the 30th session of the Codex Committee on Food Hygiene, Appendix IV. ALINORM 99/13. Ρώμη). 88. Κατά τη δεύτερη σύνοδο της ad hoc διακυβερνητικής επιχειρησιακής ομάδας για τις ζωοτροφές του Codex Αlimentarius (Μάρτιος 2001) διοργανώθηκε ανοικτή για τη συζήτηση, μεταξύ άλλων, του ζητήματος των θετικών / αρνητικών καταλόγων. Η συνεδρίαση αναγνώρισε τα επιχειρήματα υπέρ και κατά κάθε μιας από τις δύο προσεγγίσεις. Η συνεδρίαση διαπίστωσε ότι υπήρχαν χρονικοί περιορισμοί στην εκπόνηση οποιουσδήποτε από αυτούς τους καταλόγους, οι οποίοι θα έπρεπε να διατηρούνται δυναμικά στο πλαίσιο της συζήτησης για το σχέδιο του κώδικα και δεδομένης της τετραετούς διάρκειας, η ομάδα δε συνέστησε την κατάρτιση θετικού καταλόγου. Κώδικες πρακτικής 89. Ορισμένα κράτη μέλη διαθέτουν ήδη ή αναπτύσσουν τη στιγμή αυτή συστήματα διασφάλισης της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων και κώδικες πρακτικής για το χειρισμό και την παρασκευή των πρώτων υλών ζωοτροφών και των σύνθετων ζωοτροφών καθώς και για την αποθήκευση και τη μεταφορά των ζωοτροφών. Πολλοί από αυτούς τους κώδικες βασίζονται στην αξιολόγηση κινδύνου και στην ανάλυση HACCP. Η ζήτηση για αυτούς αυξάνεται διαρκώς μεταξύ των λιανεμπόρων και των καταναλωτών γάλακτος, κρέατος και αυγών καθώς και των παράγωγων προϊόντων. 90. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υιοθέτηση κωδίκων πρακτικής και συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας θα συμβάλει περισσότερο στην ασφάλεια των ζωοτροφών από ό,τι η δημιουργία ενός θετικού καταλόγου. Οι κώδικες αυτοί και τα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας καθορίζονται και διατηρούνται από τις επιχειρήσεις λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της αγοράς. Έχουν αποτελέσματα διότι καλύπτουν το σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας και παρέχουν ένα μέσο ιχνηλασιμότητας σε περίπτωση που υπάρξουν προβλήματα στην ασφάλεια των ζωοτροφών. 91. Εντούτοις πριν μπορέσουν να τεθούν πλήρως σε εφαρμογή αυτοί οι κώδικες στην ΕΕ, θα πρέπει να υπάρχουν εθνικά συστήματα με νομική υπόσταση, τα οποία θα έχουν καταστεί ορθολογικά σε επίπεδο ΕΕ και να έχουν υιοθετηθεί από όλους τους παραγωγούς και τους παρασκευαστές πρώτων υλών. Η μελλοντική νομοθεσία της ΕΕ πρέπει να δημιουργήσει τη νομική βάση προς το σκοπό αυτό. Η έννοια των κωδίκων καλής παρασκευαστικής πρακτικής περιλαμβάνεται ήδη στις προτάσεις για την υγιεινή των τροφίμων και των ζωοτροφών. 92. Το πλαίσιο της ΕΕ για τους κώδικες αυτούς πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι οι αγρότες ή οι μικροί παραγωγοί δεν θα πρέπει να επιβαρυνθούν με μεγάλες δαπάνες εάν υποχρεωθούν να υιοθετήσουν τους κώδικες. Ωστόσο όπου υπάρχει κίνδυνος θα πρέπει να υπάρχουν αποτελεσματικές ρυθμίσεις και η προσέγγιση των HACCP παρέχει ένα μέσο για την αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων. Βέβαια, ο βαθμός στον οποίο ακολουθείται η προσέγγιση HACCP θα πρέπει να είναι ανάλογος με το βαθμό επικινδυνότητας που ενέχει η παραγωγική διαδικασία. Αναμφίβολα οι κώδικες πρακτικής και τα συστήματα διασφάλισης της ποιότητας των αγροτικών προϊόντων αποτελούν μια πολύτιμη συμβολή στην ασφάλεια των ζωοτροφών. Παρέχουν ένα πλαίσιο για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου να φθάσουν μη ασφαλείς ζωοτροφές στον καταναλωτή και για την ευαισθητοποίηση στο σύνολο της αλυσίδας παραγωγής ζωοτροφών σχετικά με τα σημαντικά ζητήματα που μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα των ζωοτροφών. Όπου είναι επιτυχείς, μπορούν να εγγυηθούν στους καταναλωτές την ποιότητα των ζωικών τροφίμων και των μεθόδων παραγωγής τους. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, εάν οι νομοθετικές προτάσεις που θα υποβληθούν στο μέλλον λάβουν υπόψη την ανάγκη για τέτοιους κώδικες, θα αντιμετωπισθεί το ενδεχόμενο να προκαλεί η απουσία διευρωπαϊκών συστημάτων ανομοιόμορφο πεδίο ανταγωνισμού ως προς την αντιμετώπιση ορισμένων προϊόντων σε σχέση με προϊόντα που παράγονται σε άλλα κράτη μέλη. VI. Ο ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ Σκεπτικό 93. Η ισχύουσα νομοθεσία εξασφαλίζει ήδη υψηλό επίπεδο ασφάλειας στο σύνολο της αλυσίδας ζωοτροφών. Παρόλα αυτά η Επιτροπή θεωρεί ότι τα πρόσφατα περιστατικά που αφορούσαν την ασφάλεια των ζωοτροφών κατέδειξαν την ανάγκη βελτίωσης της νομοθεσίας, με γενικό στόχο τη βελτίωση της ασφάλειας των τροφίμων. 94. Οι πρόσφατες κρίσεις που αφορούσαν την ασφάλεια των τροφίμων και των ζωοτροφών κατέδειξαν τις ελλείψεις των εθνικών συστημάτων ελέγχου και την ελλιπή εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα εγκρίνει πρόταση για την εναρμόνιση και τη βελτίωση των εθνικών ελέγχων και θα καταστήσει έτσι αυστηρότερες τις προδιαγραφές ασφαλείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 95. Άλλα οριζόντια μέτρα που περιλαμβάνονται ήδη στο "γενικό νόμο για τα τρόφιμα" θα συμβάλουν σίγουρα στον εντοπισμό και τη διαχείριση έκτακτων περιστάσεων και κρίσεων, καθορίζοντας τις ευθύνες των επιχειρήσεων ζωοτροφών και εξασφαλίζοντας την κατάλληλη ενημέρωση προς τους χρήστες και τις αρμόδιες αρχές στο σύνολο της αλυσίδας των ζωοτροφών. 96. Η Επιτροπή θεωρεί άμεσης προτεραιότητας τις διατάξεις που αφορούν τις συνθήκες υγιεινής στην παρασκευή, τα συστήματα μεταφοράς και τη χρήση των ζωοτροφών. Πρέπει να περιλαμβάνουν ένα νομικό πλαίσιο προκειμένου οι κώδικες ορθών πρακτικών να έχουν νομική υπόσταση και να λειτουργούν χωρίς να βλάπτουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. 97. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η κατάρτιση ενός θετικού και αποκλειστικού καταλόγου (που να επιτρέπει τη χρήση μόνο των πρώτων υλών ζωοτροφών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, και κατά συνέπεια έχουν ήδη αξιολογηθεί και εγκριθεί) δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση της ασφάλειας των ζωοτροφών και δεν θα αποτρέψει κρούσματα μόλυνσης, απάτης και κατάχρησης χημικών και άλλων φαρμακευτικών ουσιών. 98. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημασία ενός καταλόγου πρώτων υλών ζωοτροφών για το εμπόριο, την επισήμανση, την ιχνηλασιμότητα και την πρόληψη της απάτης. Ωστόσο ένας μη αποκλειστικός κατάλογος πρώτων υλών ζωοτροφών υπάρχει ήδη (οδηγία 96/25/EK) αλλά είναι περιορισμένος τόσο αριθμητικά όσο και ως προς τον τύπο των συστατικών ζωοτροφών που περιλαμβάνει. 99. Το γεγονός ότι η ισχύουσα νομοθεσία απαγορεύει μόνο τη χρήση ορισμένων συστατικών στις σύνθετες ζωοτροφές και δεν απαγορεύει τη διάθεσή τους ως πρώτες ύλες ζωοτροφών αποτελεί μεγάλη έλλειψη. Η Επιτροπή θεωρεί αναγκαίο να αντιμετωπίσει το ζήτημα αυτό στις προτάσεις που θα υποβάλει στο μέλλον. Μέτρα που πρέπει να ληφθούν 100. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διεύρυνση του ισχύοντος μη αποκλειστικού καταλόγου, η ολοκλήρωση ενός καταλόγου απαγορευμένων πρώτων υλών ζωοτροφών και η ανάπτυξη της προσέγγισης HACCP καθώς και η θέσπιση κωδίκων πρακτικής για το σύνολο της ΕΕ αποτελεί την κατάλληλη προσέγγιση που θα πρέπει να ακολουθηθεί προκειμένου να εξασφαλιστεί η ασφάλεια των ζωοτροφών μαζί με τη σχετική πρόταση για τη βελτίωση των ελέγχων στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή προτίθεται: α) να υποβάλει το ταχύτερο δυνατόν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού με διατάξεις για την υγιεινή των ζωοτροφών. β) να εκδώσει με τη διαδικασία της επιτροπολογίας απόφαση σχετικά με τον κατάλογο των απαγορευμένων συστατικών ζωοτροφών. Στόχος είναι να διευρυνθεί ο κατάλογος και να απαγορευθεί η χρήση συστατικών είτε ως μεμονωμένες πρώτες ύλες ζωοτροφών είτε ως συστατικά σε σύνθετες ζωοτροφές. Το πεδίο εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας (απόφαση 91/516/EOK), η οποία αφορά μόνον τη χρήση αυτών των ουσιών σε σύνθετες ζωοτροφές, θα διευρυνθεί έτσι ουσιαστικά. γ) να τροποποιήσει με τη διαδικασία της επιτροπολογίας τον μη αποκλειστικό κατάλογο πρώτων υλών ζωοτροφών που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας 96/25/ΕΚ. Στόχος είναι να διευρυνθεί ο κατάλογος των πρώτων υλών ζωοτροφών προκειμένου να ληφθεί υπόψη η διαρκής εξέλιξη της τεχνολογίας τροφίμων και η χρήση νέων πρώτων υλών από τη βιομηχανία ζωοτροφών. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούν να παρέχονται στους αγοραστές ή στους χρήστες των πρώτων υλών ζωοτροφών ακριβείς και σωστές πληροφορίες οι οποίες θα πραγματοποιούν μια σαφή διάκριση μεταξύ των διαφόρων πρώτων υλών ζωοτροφών. Θα είναι επομένως δυνατή η αναγραφή στην ετικέτα των αναγνωρισμένων συγκεκριμένων ονομασιών των πρώτων υλών. Όπως συμβαίνει και με την ισχύουσα νομοθεσία, οι πρώτες ύλες ζωοτροφών που περιλαμβάνει ο κατάλογος θα μπορούν να κυκλοφορούν μόνον με τις ονομασίες που καθορίζει η νομοθεσία και μόνον υπό τον όρο ότι θα ανταποκρίνονται στις περιγραφές που προβλέπει η νομοθεσία. δ) να αναδιατυπώσει την υφιστάμενη νομοθεσία περί πρώτων υλών ζωοτροφών και σύνθετων ζωοτροφών προκειμένου να εναρμονίσει την επισήμανση και να καταργήσει ορισμένες παρεκκλίσεις από τις διατάξεις επισήμανσης, να τροποποιήσει τις διαδικασίες έγκρισης για ορισμένες κατηγορίες πρώτων υλών ζωοτροφών σύμφωνα με τις νέες αρμοδιότητες της ΕΕΑΤ και να θεσπίσει διατάξεις για τους ισχυρισμούς περί της διατροφικής αξίας των ζωοτροφών. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι Η ισχύουσα νομοθεσία για τις ζωοτροφές 101. Μέχρι τη θέση σε ισχύ της απόφασης 91/516/EOK της Επιτροπής, τα κράτη μέλη μπορούσαν να απαιτούν να μην περιέχουν οι σύνθετες ζωοτροφές που διατίθενται στην επικράτειά τους ορισμένα συστατικά που προκαλούσαν κίνδυνο στην υγεία των ανθρώπων ή των ζώων. Η ανάγκη της άρσης των φραγμών στο ενδοκοινοτικό εμπόριο από τέτοιους περιορισμούς ήταν ο λόγος για την έγκριση σε κοινοτικό επίπεδο ενός καταλόγου απαγορευμένων συστατικών. Εκείνος ο κατάλογος συστατικών, η χρήση των οποίων σε σύνθετες ζωοτροφές ήταν απαγορευμένη, τροποποιήθηκε επανειλημμένα. Ωστόσο απαγορεύθηκε η χρήση αυτών των συστατικών μόνον σε σύνθετες ζωοτροφές αλλά η άμεση χρήση τους ως πρώτες ύλες ζωοτροφών δεν είχε απαγορευθεί καθώς έως το 2000 δεν υπήρχε η νομική βάση για μια τέτοια απαγόρευση. Η νέα νομική βάση δημιουργήθηκε με την οδηγία 2000/16/EK [11] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 79/373/EOK του Συμβουλίου περί εμπορίας των σύνθετων ζωοτροφών [12] και της οδηγίας 96/25/EK του Συμβουλίου για την κυκλοφορία των πρώτων υλών ζωοτροφών [13]. Αυτή η νέα νομική βάση επιτρέπει στην Επιτροπή να εκπονήσει έναν κατάλογο των πρώτων υλών η χρήση των οποίων, άμεσα ή ενσωματωμένες σε σύνθετες ζωοτροφές, απαγορεύεται ή υπόκειται σε περιορισμούς Η απόφαση 91/516/EOK θα πρέπει αντιστοίχως να αντικατασταθεί με ένα νέο κατάλογο που θα εκπονηθεί σύμφωνα με τη νέα νομική βάση. Όταν τεθεί σε εφαρμογή, αυτός ο κατάλογος θα αποτελεί έναν πραγματικά αρνητικό κατάλογο, ο οποίος θα εγκριθεί με τη διαδικασία της επιτροπολογίας. [11] ΕΕ L 105, 3.5.2000, σελ. 36 [12] ΕΕ L 86, 6.4.1979, σελ. 30 [13] ΕΕ L 125, 23.5.96, σελ. 35 102. Η κυκλοφορία και η χρήση των πρώτων υλών ζωοτροφών ρυθμίζεται με την οδηγία 96/25/EK του Συμβουλίου για την κυκλοφορία των πρώτων υλών ζωοτροφών, η οποία έχει μεταφερθεί στην εθνική νομοθεσία όλων των κρατών μελών. Οι πρώτες ύλες ζωοτροφών μπορούν να διατίθενται στην κυκλοφορία μόνον εάν είναι υγιεινές, ανόθευτες και εμπορεύσιμης ποιότητας. Δεν πρέπει να αποτελούν κίνδυνο για την υγεία των ζώων ή του ανθρώπου ούτε να τίθενται σε εμπορία κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει πλάνη. Η οδηγία περιλαμβάνει ένα μη αποκλειστικό κατάλογο των κύριων πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε ονομασία συνοδεύεται από περιγραφή της ζωοτροφής και τα επίπεδα ορισμένων συστατικών (λίπη, πρωτεΐνες κ.λπ.) τα οποία πρέπει να δηλώνονται όταν το προϊόν διατίθεται σε εμπορία και χορηγείται σε ζώα. Μπορούν να διατίθενται στην κυκλοφορία μόνον με τις ονομασίες που αναφέρονται και υπό τον όρο ότι ανταποκρίνονται στην περιγραφή της οδηγίας. Εντούτοις προκειμένου να μην περιοριστεί η ελευθερία επιλογής των παραγωγών και των αγροτών, άλλες πρώτες ύλες ζωοτροφών που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο μπορούν να διατίθενται σε κυκλοφορία, εφόσον οι ονομασίες ή η περιγραφή που χρησιμοποιούν διαφέρουν από αυτές του καταλόγου, έτσι ώστε να μην παραπλανάται ο αγοραστής. Έτσι, οποιαδήποτε ζωοτροφή μπορεί να χρησιμοποιείται ελεύθερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως πρώτη ύλη ζωοτροφής χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση ή έγκριση, εφόσον πληρούνται οι γενικοί κανόνες της οδηγίας 96/25/EK και οι διατάξεις των άλλων νομοθετικών πράξεων περί ζωοτροφών, εάν απαιτείται. 103. Εν κατακλείδι, αυτός ο κατάλογος έχει ως μοναδικό στόχο τη διευκόλυνση του εμπορίου καθώς καθορίζει τους όρους της επισήμανσης των κύριων πρώτων υλών ζωοτροφών. Δεν αποτελεί επομένως κατάλογο των επιτρεπόμενων ή απαγορευμένων πρώτων υλών ζωοτροφών. 104. Η ασφάλεια των ζωοτροφών εξασφαλίζεται από διάφορες νομοθετικές πράξεις οι οποίες αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο κανόνων. Ο κανονισμός ΕΚ/178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων [14], ο "γενικός νόμος για τα τρόφιμα", αφορά τις γενικές απαιτήσεις για την ασφάλεια των ζωοτροφών, τις ευθύνες των επιχειρήσεων ζωοτροφών, την εφαρμογή ενός συστήματος ταχείας ειδοποίησης για τις ζωοτροφές, την ιχνηλασιμότητα, την αντίδραση σε κρίσεις και το ρόλο της επιστήμης στην εξασφάλιση της ασφάλειας των τροφών και των ζωοτροφών. [14] ΕΕ L 31, 1.2.02. σελ. 1 105. Η οδηγία 96/25/EK αφορά συγκεκριμένες απαιτήσεις για την επισήμανση, την κυκλοφορία και τη χρήση των πρώτων υλών ζωοτροφών. Η οδηγία 79/373/EOK περί εμπορίας των σύνθετων ζωοτροφών περιλαμβάνει διατάξεις για τη διάθεση στην αγορά των σύνθετων ζωοτροφών, ιδίως για την επισήμανση. Η οδηγία 2002/2/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, για την τροποποίηση της οδηγίας 79/373/ΕΟΚ [15] του Συμβουλίου τροποποίησε τους κανόνες για την επισήμανση των πρώτων υλών ζωοτροφών στις σύνθετες ζωοτροφές. Γενικά η απαρίθμηση των πρώτων υλών ζωοτροφών απαιτείται να γίνεται τώρα με μια ένδειξη, κατά φθίνουσα τάξη μεγέθους, των ποσοστών με βάση το βάρος. Όσον αφορά τα παραπάνω ποσοστά, επιτρέπεται η ανοχή ± 15% της δηλούμενης τιμής. Ειδικοί κανόνες έχουν επίσης θεσπισθεί για πρώτες ύλες ζωοτροφών που μπορούν να αποτελέσουν άμεσες ή έμμεσες πηγές πρωτεϊνών, όπως "οι βιοπρωτεΐνες". Οι βιοπρωτεΐνες αποτελούν, παραδείγματος χάριν, παραπροϊόντα διαδικασιών ζύμωσης. Η οδηγία 82/471/EOK του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα προϊόντα που χρησιμοποιούνται στη διατροφή των ζώων [16] προβλέπει κανόνες για την έγκριση της χρήσης αυτών των πρώτων υλών σε ζωοτροφές. Η οδηγία 93/74/EOK του Συμβουλίου για τις ζωοτροφές με τις οποίες επιδιώκονται στόχοι ιδιαίτερης διατροφής [17] καθορίζει τους κανόνες για την εμπορία και την επισήμανση των ζωοτροφών με τις οποίες επιδιώκονται στόχοι ιδιαίτερης διατροφής, γνωστές ως "διαιτητικές ζωοτροφές", -σε αντίθεση με τις κανονικές ή φαρμακούχες ζωοτροφές. Διαιτητικές ζωοτροφές είναι, παραδείγματος χάριν, ειδικές ζωοτροφές για γάτες και σκύλους που πάσχουν από διαβήτη. [15] ΕΕ L 63, 6.3.02, σελ 23 [16] ΕΕ L 213, 21.7.1982, σελ. 8 [17] ΕΕ L 237, 22.9.93, σελ. 23 106. Η οδηγία 95/69/ΕΟΚ του Συμβουλίου θεσπίζει τους όρους και τους κανόνες που εφαρμόζονται κατά την έγκριση και την εγγραφή ορισμένων εγκαταστάσεων και ενδιαμέσων του τομέα της διατροφής των ζώων [18]. Η οδηγία αυτή δεν είναι εφαρμοστέα σε όλες τις εγκαταστάσεις ζωοτροφών αλλά μόνον σε εκείνες που αφορούν συγκεκριμένες πρώτες ύλες και πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, προκειμένου να προληφθούν οποιεσδήποτε ενδεχομένως αρνητικές συνέπειες στην υγεία των ζώων ή των ανθρώπων και στο περιβάλλον, δεδομένων των εγγενών κινδύνων από τη χρήση τους. Ανάλογα με το βαθμό κινδύνου κατά την παραγωγή και τη χρήση των συγκεκριμένων ουσιών, για ορισμένες επιχειρήσεις απαιτείται μόνον η εγγραφή, ενώ για άλλες απαιτείται η έγκριση ύστερα από υποχρεωτικό επιτόπιο έλεγχο από την αρμόδια εθνική αρχή για να επαληθευθεί ότι η εγκατάσταση πληροί τους όρους της οδηγίας. Αυτοί οι όροι αφορούν τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό, τα προσόντα του προσωπικού, τις διαδικασίες παραγωγής και τους ποιοτικούς ελέγχους, την αποθήκευση και την τεκμηρίωση για τις πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται, τους ελέγχους, τα παράπονα και την ανάκληση προϊόντων. [18] ΕΕ L 332, 30.12.1995, σελ.15 107. Η οδηγία 95/53/EK του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων [19], προβλέπει ότι οι αρμόδιες εθνικές αρχές επιθεωρούν τακτικά τις ζωοτροφές, είτε αυτές εισάγονται από τρίτες χώρες είτε παρασκευάζονται μέσα στην ΕΕ, και περιλαμβάνει εναρμονισμένους κανόνες για τη διεξαγωγή τέτοιων επιθεωρήσεων. Οι έλεγχοι στον τόπο προέλευσης των πρώτων υλών των ζωοτροφών και των ζωοτροφών γίνονται στη βάση της αμοιβαίας αναγνώρισης των ελέγχων μεταξύ των κρατών μελών ως είθισται στη νομοθεσία περί εσωτερικής αγοράς. Για λόγους αποτελεσματικότητας οι έλεγχοι πραγματοποιούνται συνήθως στον τόπο προέλευσης και όχι στον τόπο προορισμού. Αυτό γίνεται για να μη διανέμεται μια παρτίδα σε χώρους πώλησης σε διάφορες χώρες πριν ελεγχθεί ως προς τη συμμόρφωσή της με τη νομοθεσία. Η οδηγία αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 2001/46/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 95/53/EK του Συμβουλίου για τον καθορισμό των αρχών οργάνωσης των επίσημων ελέγχων στον τομέα της διατροφής των ζώων [20], ιδίως για να εισαχθεί μια νομική βάση για μέτρα διασφάλισης σε σχέση με τρίτες χώρες και για επιτόπιες επιθεωρήσεις από το Γραφείο Τροφίμων και Κτηνιατρικών Θεμάτων της Επιτροπής εντός και εκτός της Κοινότητας. [19] ΕΕ L 265, 8.11.1995, σελ. 17 [20] ΕΕ L 234, 1.9.2001, σελ. 55 108. Βασικοί κανόνες για τη χορήγηση έγκρισης, τη χρήση και τη διάθεση των πρόσθετων υλών ζωοτροφών στην αγορά καθορίζονται με την οδηγία 70/524/EOK του Συμβουλίου περί των πρόσθετων υλών στη διατροφή των ζώων [21]. [21] ΕΕ L 270, 14.12.1970, σελ. 1 109. Οι ανεπιθύμητες ουσίες ρυθμίζονται με την οδηγία 1999/29/EK του Συμβουλίου σχετικά με τις ανεπιθύμητες ουσίες και προϊόντα στη διατροφή των ζώων [22], η οποία θα αντικατασταθεί από την 1η Αυγούστου 2003 από την οδηγία 2002/32/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις ανεπιθύμητες ουσίες στις ζωοτροφές [23]. Αυτή η οδηγία περιλαμβάνει ανώτατες τιμές για βαρέα μέταλλα όπως το αρσενικό, ο μόλυβδος, ο υδράργυρος και το κάδμιο, καθώς και για τη διοξίνη, την αφλατοξίνη, ορισμένα παρασιτοκτόνα και φυτικές προσμείξεις σε ορισμένες ζωοτροφές. Η νέα οδηγία εισήγαγε σημαντικές τροποποιήσεις προκειμένου να αυξηθεί η ασφάλεια των ζωοτροφών. Θεσπίζει διατάξεις ώστε να απαγορεύεται η αραίωση μολυσμένων πρώτων υλών ζωοτροφών με άλλες πρώτες ύλες, προσθέτει νέους κανόνες για τον καθορισμό ανώτατων ορίων ανεπιθύμητων ουσιών στις πρόσθετες ύλες ζωοτροφών, προκειμένου να μην υπάρχει καμία δυνατότητα παρέκκλισης από τις διατάξεις της οδηγίας και να καθορισθούν κατώφλια για την παρουσία ανεπιθύμητων ουσιών οι οποίες μπορούν να προκαλέσουν την επέμβαση των αρμοδίων αρχών εάν υπάρχει υπέρβαση αυτών των ορίων. [22] ΕΕ L 115, 4.5.1999, σελ. 32 [23] ΕΕ L 140, 30.5.2002, σελ. 10 110. Η Επιτροπή υπέβαλε νέα πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τον επίσημο έλεγχο της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών. Με την πρόταση αυτή θα αναδιατυπωθούν οι ισχύοντες κοινοτικοί κανόνες για τους τομείς των τροφίμων, των ζωοτροφών και των κτηνιατρικών θεμάτων, θα εξασφαλισθεί εναρμονισμένη κοινοτική προσέγγιση στο σχεδιασμό και στην ανάπτυξη των εθνικών συστημάτων ελέγχου και θα ορισθεί ο ρόλος της Επιτροπής έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η πλέον αποτελεσματική χρήση των πόρων. 111. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1774/2002 [24] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό υγειονομικών κανόνων σχετικά με τα ζωικά υποπροϊόντα που δεν προορίζονται για κατανάλωση από τον άνθρωπο αντικαθιστά την οδηγία 90/667/EOK του Συμβουλίου για τη θέσπιση υγειονομικών κανόνων για τη διάθεση και τη μεταποίηση ζωικών αποβλήτων, τη διάθεσή τους στην αγορά και για την προστασία από τους παθογόνους οργανισμούς των ζωοτροφών ζωικής προέλευσης ή με βάση τα ψάρια [25]. Ο κανονισμός αυτός θα ενισχύσει τις απαιτήσεις ασφαλείας για τα ζωικά υποπροϊόντα που χρησιμοποιούνται στις ζωοτροφές ορίζοντας τις πηγές πρώτων υλών για τα παραπροϊόντα ζωικής προέλευσης που επιτρέπεται να χρησιμοποιoύνται ως ζωοτροφές. Ας σημειωθεί ιδίως ότι μόνον παραπροϊόντα από ζώα κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ζωοτροφές, αλλά και τότε μόνον υπό τον όρο ότι πληρούν ορισμένες απαιτήσεις ασφάλειας και παρασκευάζονται σε εγκαταστάσεις που συμμορφώνονται με τους συγκεκριμένους όρους που καθορίζονται στον κανονισμό. Ο κανονισμός 999/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΜΣΕ) [26] είναι επίσης σχετικός δεδομένου ότι περιλαμβάνει ένα κατάλογο ουσιών που δεν επιτρέπονται στη διατροφή των ζώων. [24] ΕΕ L 273, 10.10.2002, σελ.1 [25] ΕΕ L363, 27.12.90, σελ. 51 [26] ΕΕ L 147, 31.5.2001, σελ. 1 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΣΧΗΜΑ 1 Πηγές ζωοτροφών στην ΕΕ >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Πηγή: FEFAC ΣΧΗΜΑ 2 Ζωοτροφές που διατίθενται στο εμπόριο >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή. ΣΧΗΜΑ 3 Βιομηχανικές σύνθετες ζωοτροφές ανά είδος το 2000 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Πηγή: FEFAC ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Αξία παραγωγής και αριθμός των επιχειρήσεων παραγωγής σύνθετων ζωοτροφών το 1999. >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Πηγή: EUROSTAT (τα δεδομένα για τον αριθμό επιχειρήσεων στις Κάτω Χώρες αφορούν το 1998 και για το ΗΒ το 1997). Για την αξία παραγωγής η Ελλάδα δεν περιλαμβάνεται στον υπολογισμό. ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Εισαγωγές 1990-2000 Είδος της ζωοτροφής // % των συνολικών εισαγωγών ζωοτροφών Σογιάλευρα και ισοδύναμα αλεύρων // 44 Άλευρα ελαιούχων σπόρων και ισοδύναμα αλεύρων // 14 Γλουτένη αραβοσίτου // 10 Μανιόκα // 8 Μελάσες // 6 Σιτηρά // 4 Πούλπα εσπεριδοειδών // 3 Άλλοι // 11 ΣΧΗΜΑ 4 Εισαγωγές ζωοτροφών στην ΕΕ-15 >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> ΠΙΝΑΚΑΣ 3 >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>