Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52003AR0277

Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα εξωτερικά χερσαία σύνορα των κρατών μελών και την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα προσωρινά εξωτερικά χερσαία σύνορα μεταξύ κρατών μελών

ΕΕ C 109 της 30.4.2004, pp. 1–6 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 109/1


Γνωμοδότηση της Επιτροπής των Περιφερειών για την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα εξωτερικά χερσαία σύνορα των κρατών μελών και την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα προσωρινά εξωτερικά χερσαία σύνορα μεταξύ κρατών μελών

(2004/C 109/01)

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα εξωτερικά χερσαία σύνορα των κρατών μελών και την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα προσωρινά εξωτερικά χερσαία σύνορα μεταξύ κρατών μελών [COM(2003) 502 τελικό — 2003/0193(CNS), 2003/0194 (CNS)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την απόφαση του Συμβουλίου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 265, παράγραφος 1 της ΣΕΚ, να ζητήσει την έκδοση γνωμοδότησης,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την απόφαση που έλαβε το Προεδρείο της, στις 19 Ιουνίου 2003, να αναθέσει την κατάρτιση της εν λόγω γνωμοδότησης στην επιτροπή «Εξωτερικές Σχέσεις»,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τα άρθρα 61 και 62 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το πρωτόκολλο στη Συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με τις εξωτερικές σχέσεις των κρατών μελών όσον αφορά τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τη μισθωτή απασχόληση και την άσκηση ανεξάρτητων οικονομικών δραστηριοτήτων [COM(2001) 386 τελικό, 11 Ιουλίου 2001],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανακοίνωση της Επιτροπής «σχετικά με τον αντίκτυπο της διεύρυνσης στις περιοχές που συνορεύουν με υποψήφιες χώρες» [COM(2001) 437 τελικό, 25 Ιουλίου 2001],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανακοίνωση της Επιτροπής «Προς μια ολοκληρωμένη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της ΕΕ» [COM(2002) 233 τελικό, 7 Μαΐου 2002],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανακοίνωση της Επιτροπής «Περαιτέρω εξέλιξη του κεκτημένου στον χώρο των περιορισμένης έκτασης συνοριακών διακινήσεων» [SEK(2002) 947, 9 Σεπτεμβρίου 2002],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ευρύτερη Ευρώπη — Γειτονικές σχέσεις: ένα νέο πλαίσιο σχέσεων με τους γείτονές μας στα ανατολικά και νότια σύνορά μας» [COM(2003) 104 τελικό, 11 Μαρτίου 2003],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ανοίγοντας το δρόμο για ένα νέο μέσο γειτνίασης» [COM(2003) 393 τελικό, 1 Ιουλίου 2003],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ το «Σχέδιο για την προστασία των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης», (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο JAI) της 13ης Ιουνίου 2002,

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 13 Μαρτίου 2002 για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τη μισθωτή απασχόληση και την άσκηση ανεξάρτητων οικονομικών δραστηριοτήτων» [COM (2001) 386 τελικό) — 2001/0154(CNS)] και την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις συνθήκες σύμφωνα με τις οποίες οι υπήκοοι τρίτων χωρών μπορούν να διακινούνται ελεύθερα στο εσωτερικό της επικράτειας των κρατών μελών για περίοδο που δεν ξεπερνά τους τρεις μήνες, την καθιέρωση ειδικής έγκρισης ταξιδίου και τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων εισόδου ενόψει μετακίνησης που δεν ξεπερνά τους έξι μήνες» [COM (2001) 388 τελικό — 2001/0155 (CNS) (2)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 16 Μαΐου 2002 με θέμα «Πολιτική για τη μετανάστευση: Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για μία κοινή πολιτική κατά της παράνομης μετανάστευσης» [COM(2001) 672 τελικό], «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση ενός προγράμματος δράσης για τη διοικητική συνεργασία στους τομείς των εξωτερικών συνόρων, των θεωρήσεων, του ασύλου και της μετανάστευσης (πρόγραμμα ARGO)» [COM (2001) 567 τελικό — 2001/0230 (CNS)], «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με μια ανοιχτή μέθοδο συντονισμού για την κοινοτική πολιτική μετανάστευσης» [COM(2001) 387 τελικό] και για την Πολιτική Ασύλου: «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών και των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους» [COM (2001) 510 τελικό — 2001/0207 (CNS)]. Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής — «Η σχέση μεταξύ της διαφύλαξης και της εσωτερικής ασφάλειας και της συμμόρφωσης με τις διεθνείς υποχρεώσεις και μέσα προστασίας» [COM(2001)743 τελικό]. «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την κοινή πολιτική ασύλου και την καθιέρωση ανοικτής μεθόδου συντονισμού» [COM (2001) 710 τελικό (3)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 13 Φεβρουαρίου 2003 με θέμα το «Έγγραφο για τη στρατηγική της διεύρυνσης και την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την πρόοδο που έχει σημειώσει κάθε υποψήφια χώρα ενόψει της ένταξης» [COM(2002) 700 τελικό και SEC (2002) 1400–1412] και την «Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο: Εξηγώντας τη διεύρυνση της Ευρώπης» [COM(2002)281 τελικό], [CdR 325/2002 τελικό (4)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 9 Απριλίου 2003 για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την επαγγελματική κατάρτιση ή τον εθελοντισμό» [COM(2002)548 τελικό — 2002/0242 CNS], [CdR 2/2003 τελικό (5)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 13 Μαρτίου 2002 με θέμα «Στρατηγικές για την προαγωγή της διασυνοριακής και διαπεριφερειακής συνεργασίας σε μια διευρυμένη Ευρώπη — έγγραφο βάσης και προσανατολισμός για το μέλλον», [CdR 181/2000 τελικό (6)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ τη γνωμοδότηση που εξέδωσε με θέμα «Δεύτερο πρόγραμμα δράσης για τη Βόρεια Διάσταση 2004-2006» [COM(2003)343 τελικό] [CdR 102/2003 τελικό (7)],

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ: το άρθρο III-166 του Σχεδίου Συνταγματικής Συνθήκης για την ΕΕ, το οποίο διαβιβάστηκε από τη Συντακτική Συνέλευση στον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στις 18 Ιουνίου 2003, στη Ρώμη, CONV850/03 (8),

ΕΧΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ: το σχέδιο γνωμοδότησής της (CDR 277/2003 rev. 1) που υιοθέτησε η επιτροπή εξωτερικών σχέσεων στις 27 Νοεμβρίου 2003 [Εισηγητής: ο κ. Karsten NEUMANN, μέλος του κοινοβουλίου του κρατιδίου Mecklenburg-Vorpommern (D/SPE)],

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ΟΤΙ:

«Δεν χρειαζόμαστε μιαν Ευρώπη φρούριο που επιτυγχάνει τη συμφιλίωση μέσω των συνόρων της, αλλά μια ήπειρο που καταργεί το διαχωριστικό χαρακτήρα αυτών των συνόρων της».

(Richard von Weizsäcker, τέως Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας)

1.

Επικροτεί την πρόταση να αρχίσει σε πανευρωπαϊκή κλίμακα η σύναψη διμερών συμφωνιών για την τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία ενόψει της διεύρυνσης, επειδή η διέλευση των συνόρων μεταξύ των σημερινών και των μελλοντικών κρατών μελών, αφενός, αφορά τους μελλοντικούς μας γείτονες και, αφετέρου, είναι πολύ συχνά σημαντική για τις περιφέρειες.

2.

Τονίζει ότι, με την επικείμενη διεύρυνση, με αυτό το συνοδευτικό μέτρο μπορεί να διασφαλιστεί ότι τα νέα σύνορα που δημιουργήθηκαν και που θα δημιουργηθούν μεταξύ των νέων κρατών μελών και των γειτόνων τους δεν συνιστούν ανυπέρβλητο εμπόδιο για το εμπόριο, τις κοινωνικές και πολιτιστικές ανταλλαγές καθώς και την περιφερειακή συνεργασία, ιδιαιτέρως για τους κατοίκους των παραμεθόριων περιοχών της μεθορίου.

3.

Επισημαίνει ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές των παραμεθόριων περιοχών της μεθορίου πρωτοστατούσαν ανέκαθεν και θα συνεχίσουν να πρωτοστατούν στις προσπάθειες για τη συνεννόηση και τη συνεργασία πέραν των συνόρων, επειδή τα προβλήματα και οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τους διαχωρισμούς έχουν κατ αρχήν τοπικό χαρακτήρα και μπορούν να διευθετηθούν ή τουλάχιστον να περιοριστούν μέσω μιας στενής συνεργασίας στο επίπεδο αυτό. Τα περιφερειακά συμφέροντα και προβλήματα μπορεί να είναι ιδιαίτερα πολύπλευρα και να ρυθμίζονται με επιτυχία σε τοπικό επίπεδο. Υπάρχει όμως περίπτωση και να επηρεάσουν σε μόνιμη βάση αρνητικά τις σχέσεις μεταξύ γειτονικών κρατών και γειτόνων.

4.

Στηρίζει την πεποίθηση της στις πολλαπλές και συνεχώς θετικές εμπειρίες που έχει συναγάγει με την τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία μικρής κλίμακας στις παραμεθόριες συνοριακές περιοχές της Ευρώπης στις οποίες εφαρμόζεται με επιτυχία μια παρόμοια ρύθμιση, σε ορισμένες περιπτώσεις εδώ και δεκαετίες.

5.

Επικροτεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα προωθήθηκε η συμμετοχή των υποψηφίων χωρών στην κατάρτιση των προτάσεων της Επιτροπής και τονίζει ότι είναι απαραίτητο να συνεχιστεί ο διάλογος με αυτές όσον αφορά τις ρυθμίσεις για τις διασυνοριακές μετακινήσεις.

6.

Θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να χαραχθεί για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και ιδιαιτέρως δεν με βάση τα δεδομένα της διεύρυνσης μια συνεκτική στρατηγική για τη διασυνοριακή συνεργασία που θα μπορούσε να δώσει σημαντική ώθηση στις προτάσεις κανονισμού που έχουν υποβληθεί, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις αυτές θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν πλήρως από τις μελλοντικές και τις σημερινές χώρες μέλη που συνορεύουν με αυτές, στην περίπτωση που ο τομέας αυτός δεν ρυθμιζόταν μέχρι σήμερα μέσω διμερούς συμφωνίας.

Κατά την 53η σύνοδο Ολομέλειας που πραγματοποιήθηκε στις 11 και 12 Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου) υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Οι απόψεις της Επιτροπής των Περιφερειών

Η Επιτροπή των Περιφερειών

1.1

Χαιρετίζει τις δύο προτάσεις κανονισμού που ορθώς υποβλήθηκαν ταυτόχρονα από την Επιτροπή για την εγκαθίδρυση ενός συνεκτικού κανονιστικού περιγράμματος για τη νομοθεσία που ισχύει για τις θεωρήσεις και για την προβλεπόμενη διευκόλυνση των κατοίκων παραμεθόριων μεθοριακών περιοχών στα πλαίσια της τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας κατά την μέχρι στιγμής απροσδιόριστης διάρκειας μεταβατική περίοδο έως την πλήρη εφαρμογή του κεκτημένου του Σένγκεν στις υποψήφιες χώρες, επιτρέποντας ταυτόχρονα μια όσο το δυνατόν περισσότερο ευέλικτη διαμόρφωση του νέου κανονιστικού αυτού πλαισίου και διευκολύνοντας εκ των προτέρων τη σταδιακή και ευέλικτη προσαρμογή των κανόνων, ανάλογα με το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται η εφαρμογή υλοποίηση του κεκτημένου του Σένγκεν στα κράτη μέλη.

1.2

Διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι τα κείμενα έγγραφα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης εντάσσονται σε μια δέσμη μέτρων τα οποία, με βάση την ενσωμάτωση του κεκτημένου του Σένγκεν στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ και την γενική αρμοδιότητα που καθιερώθηκε κατ' αυτό τον τρόπο για τη θέσπιση «Μέτρων για τη διέλευση των εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών», σύμφωνα με το άρθρο 62 παράγραφος 2 και το άρθρο 61, θεωρούνται ως συνοδευτικά μέτρα που έχουν ως στόχο να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 7α, σε διάστημα 5 ετών μετά την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης του Άμστερνταμ.

1.3

Παραπέμπει στη γνωμοδότηση που εξέδωσε κατάρτισε με τίτλο «Ανάπτυξη κοινής πολιτικής για την παράνομη μετανάστευση, την παράνομη διακίνηση και την εμπορία ανθρώπων, τα εξωτερικά σύνορα και την επαναπροώθηση των παρανόμως διαμενόντων» [COM(2003)323 τελικό, CdR 250/2003 τελικό], και τονίζει την ιδιαίτερη σημασία που έχει η εφαρμογή μιας καλά μελετημένης πολιτικής θεωρήσεων για την πρόληψη της παράνομης μετανάστευσης, την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης και της εμπορίας ανθρώπων (ιδιαιτέρως του απάνθρωπου εμπορίου γυναικών), η οποία θα πρέπει να στηρίζεται σε ένα αποτελεσματικό σύστημα πληροφοριών και ένα ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό σύστημα προστασίας των εξωτερικών συνόρων.

1.4

Συμμερίζεται τις απόψεις που εκφράζονται από την Επιτροπή στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Ανοίγοντας το δρόμο για ένα νέο μέσο γειτνίασης» ότι η άσκηση αποτελεσματικών συνοριακών ελέγχων αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για να κατοχυρωθούν η ευημερία και η ασφάλεια και στις δύο πλευρές, να διευκολυνθούν το εμπόριο και η διασυνοριακή κυκλοφορία και να διασφαλιστούν ταυτοχρόνως τα σύνορα.

1.5

Υπενθυμίζει ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές πρωτοστατούν στις προσπάθειες για την κατοχύρωση της σταθερότητας και της ασφάλειας στις παραμεθόριες μεθοριακές περιοχές.

1.6

Συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία, ενόψει των επί μακρόν υφιστάμενων κοινωνικών και πολιτιστικών δεσμών (με περιοχές) πέραν των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει να υπάρξει μέριμνα ούτως ώστε τα σύνορα αυτά να μην εκλαμβάνονται ως εμπόδιο για τις υφιστάμενες επαφές και τα μέτρα συνεργασίας σε τοπική κλίμακα και επισημαίνει ότι τα δεδομένα αυτά πρέπει μάλλον να αξιοποιηθούν για τη σύναψη ειρηνικών και φιλικών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των νέων γειτόνων της.

1.7

Τονίζει ότι η περιφερειακή και η διασυνοριακή συνεργασία των τοπικών και περιφερειακών αρχών για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση αυτών των περίπλοκων προκλήσεων έχει αποφασιστική σημασία, ακόμη και αν είναι απαραίτητο να αναληφθεί δράση σε εθνικό επίπεδο.

1.8

Είναι της άποψης ότι πραγματική πρόοδος στο χώρο της διασυνοριακής συνεργασίας σημειώνεται ταχύτερα εκεί όπου φιλόδοξα σχέδια χρηματοδοτικών ενισχύσεων της διασυνοριακής συνεργασίας, τα οποία πρέπει να συνεχιστούν επειγόντως, για παράδειγμα μέσω της πρωτοβουλίας INTERREG III A, διασυνδέονται στενά με τη συνεργασία των τοπικών και περιφερειακών παραγόντων στις παραμεθόριες μεθοριακές περιοχές, συνεργασία η οποία υπερβαίνει τα όρια των ενισχύσεων.

1.9

Απευθύνει συνεπώς νέα έκκληση να συνεχίσει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις παραμεθόριες μεθοριακές περιοχές και να εξακολουθήσουν να τροφοδοτούνται οι περιοχές αυτές με τα κατάλληλα μέσα και εργαλεία, σύμφωνα με τους στόχους της «Κοινοτικής δράσης για τις μεθοριακές περιοχές».

1.10

Είναι πεπεισμένη ότι η διευκόλυνση της διέλευσης των συνόρων στα πλαίσια της τοπικής κυκλοφορίας συνέβαλε και, με βάση τις προτάσεις κανονισμού, θα συνεχίσει να συμβάλει στη απρόσκοπτη συνεργασία των τοπικών παραγόντων στις περιοχές της μεθορίου, είτε πρόκειται για τις τοπικές διοικήσεις είτε για οργανώσεις.

1.11

Επιθυμεί συνεπώς να προτείνει να συνεχίσει να εφαρμόζεται το επιτυχημένο πρότυπο των Εευρωπεριφερειών στα μελλοντικά εξωτερικά σύνορα και να επιτραπεί στα προσωρινά εξωτερικά σύνορα η τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία, τουλάχιστον στους κατοίκους των κοινοτήτων οι οποίοι διαμένουν σε περιοχές που καλύπτονται από ειδικά μέτρα στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών, προκειμένου να εμπεδωθεί η πρόσθετη αξία που προσφέρουν τα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα και να διευκολυνθεί η συνεργασία στα πλαίσια αυτά.

1.12

Συνιστά συνεπώς να εξεταστεί αν ο προσδιορισμός μιας γεωγραφικής περιοχής ισχύος των μέτρων, ακόμη και αν πρόκειται μόνο για μια μέγιστη επέκταση, είναι πραγματικά απαραίτητος, δηλαδή έχει αναλογικό χαρακτήρα, για την υλοποίηση των στόχων σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας, ή αν είναι προτιμότερο, στα πλαίσια της αρχής της επικουρικότητας, να επιτραπεί στα κράτη μέλη τα οποία γνωρίζουν τις συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες και τις υφιστάμενες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές διασυνδέσεις να αποφασίσουν με διμερείς συμφωνίες σχετικά τη γεωγραφική περιοχή ισχύος των μέτρων, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που δεν υπάρχει φόβος να προκύψουν πρόσθετες επιπτώσεις για τα συμφέροντα άλλων κρατών μελών.

1.13

Τονίζει ότι η τοπική συνοριακή κυκλοφορία, όπως και όλα τα μέτρα για την κατάργηση των συνόρων που υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών στα πλαίσια της συμφωνίας για την εφαρμογή της σύμβασης του Σένγκεν, πρέπει να ρυθμιστεί με βάση την εθνική νομοθεσία και με ταυτόχρονη συνεκτίμηση των συμφερόντων όλων των συμβεβλημένων πλευρών.

1.14

Τονίζει για το λόγο αυτό ότι, παρά την πρόταση για τη διευκόλυνση της διασυνοριακής κυκλοφορίας, πρέπει να διασφαλιστεί ο έλεγχος κάθε διέλευσης στα σύνορα, επειδή χωρίς αυτόν δεν είναι δυνατόν να ελεγχθεί πραγματικά για ποια περιοχή και για ποιο χρονικό διάστημα ισχύει μια θεώρηση χωρίς διακριτική σφραγίδα.

1.15

Τονίζει ότι για την καθιέρωση της ειδικής θεωρήσεως μικρής διάρκειας «L» πρέπει να καλύπτονται όλες οι προϋποθέσεις που ισχύουν για τη χορήγηση θεωρήσεως για παραμονής μικρής χρονικής διάρκειας και, σε αντίθεση με τη τελευταία, η ειδική θεώρηση πρέπει να ισχύει μόνο για παραμονή στην περιοχή των συνόρων.

1.16

Ζητά να εξεταστεί πως είναι δυνατόν στην περίπτωση της ειδικής θεωρήσεως που προβλέπεται και των διατάξεων του άρθρου 16 σχετικά με την κατάργηση της σφραγίδας εισόδου και εξόδου να εξετάζεται η τήρηση των χρονικών ρυθμίσεων του άρθρου 9 της προτάσεως, καθώς και με ποιο τρόπο θα πρέπει να ασκείται αποτελεσματικός έλεγχος για την υλοποίηση των στόχων που ορίζονται στον κανονισμό, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο.

1.17

Διαπιστώνει ότι η συνεργασία των τοπικών προξενείων, η οποία ρυθμίζεται από την σχετική κοινή προξενική εγκύκλιο, καθώς και η πολιτική θεωρήσεων πρέπει επίσης να συμβάλουν στην προστασία των εξωτερικών συνόρων.

1.18

Επισημαίνει ότι οι κανονισμοί αποτελούν νομοθετικές πράξεις που στηρίζονται στο κεκτημένο του Σένγκεν κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 της συμφωνίας ένταξης και, κατ' αυτό τον τρόπο, πρέπει να υιοθετηθούν πλήρως από όλες τις υποψήφιες χώρες, ακόμη και όσο και στο μέτρο που δεν θα ενσωματωθούν αμέσως στο σύστημα με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.19

Τονίζει με έμφαση ότι η καθιέρωση ρυθμίσεως για την τοπική διασυνοριακή κυκλοφορία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις τοπικές συνθήκες, πράγμα που σημαίνει ότι, παρά την αρμοδιότητα των εθνικών αρχών, είναι απαραίτητο να διεξαχθεί εκ των προτέρων και ως συνοδευτικό μέτρο διαβούλευση με τις τοπικές και περιφερειακές αρχές των περιοχών της μεθορίου, έτσι ώστε τα μέτρα που προβλέπονται να αποβούν επιτυχή.

1.20

Τονίζει ότι, παράλληλα με τα μέτρα που προτείνονται, χρειάζεται και μια σειρά από πρακτικά μέτρα για τη διευθέτηση των συνοριακών διαβάσεων, για να καταστεί η διέλευση των εξωτερικών συνόρων περισσότερο αποτελεσματική και απρόσκοπτη και να επιτραπεί ταυτόχρονα η συγκέντρωση των διαθέσιμων δυνάμεων στην κατοχύρωση της ασφάλειας στα εξωτερικά σύνορα.

1.21

Επισημαίνει ότι, με την προοπτική της κατάργησης των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, τα μέτρα αυτού του είδους στα «προσωρινά εξωτερικά σύνορα» είναι απαραίτητα, αλλά ότι πρέπει μάλλον να θεωρηθεί ότι καλύπτουν ορισμένα κενά στο περιφερειακό διασυνοριακό δίκτυο μεταφορών, συμβάλλοντας ενδεχομένως στη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για την αξιοποίηση των οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών ευκαιριών που προσφέρει η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1.22

Χαιρετίζει το γεγονός ότι τα μέτρα ισχύουν και για τα σύνορα με την περιοχή του Καλίνινγκραντ και θεωρεί ότι θα ήταν σκόπιμο να αναληφθούν σύντομα πρωτοβουλίες για να θεσπιστεί παρόμοια ρύθμιση η οποία θα συμπληρώσει τις υφιστάμενες διαμετακομιστικές ρυθμίσεις μεταξύ των υποψηφίων χωρών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ρωσίας με βάση τους συμβιβασμούς που έχουν επιτευχθεί.

1.23

Προτείνει να εναρμονιστούν σύντομα οι διατάξεις που ισχύουν για τη χορήγηση θεωρήσεων για την τοπική συνοριακή κυκλοφορία με τις αντίστοιχες τελωνειακές διατάξεις, ιδιαιτέρως όσον αφορά την απαλλαγή από εισαγωγικούς δασμούς.

1.24

Διαπιστώνει ότι η Επιτροπή μετά την εξέταση που προαναγγέλλεται στην ανακοίνωσή της «Προς μια ολοκληρωμένη διαχείριση των Εξωτερικών συνόρων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης» έπαψε να θεωρεί ότι πρέπει να συναφθούν συμφωνίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων κρατών με τα οποία συνορεύει. Αντιθέτως, θεωρεί πλέον ότι αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα γειτονικών κρατών τα οποία μπορούν να συνάψουν διμερείς συμβάσεις, συνεκτιμώντας κατ' αυτό τον τρόπο τα πολλά και ποικίλα τοπικά και περιφερειακά συμφέροντα που υπάρχουν στις μεθοριακές παραμεθόριες περιοχές και τα συμφέροντα όλων των κρατών μελών.

1.25

Θα επικροτούσε το ενδεχόμενο να διασφαλιστεί η συμμετοχή των εκπροσώπων των τοπικών και περιφερειακών αρχών στη διαπραγμάτευση των εν λόγω διμερών συμφωνιών κατά τον ίδιο αυτονόητο τρόπο όπως εξασφαλίστηκε η συμμετοχή της Επιτροπής των Περιφερειών στην περαιτέρω ανάπτυξη του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε σχέση με τη διασυνοριακή συνεργασία.

2.   Συστάσεις της Επιτροπής των Περιφερειών

2.1   Για τον κανονισμό του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα εξωτερικά χερσαία σύνορα των κρατών μελών [2003/0193(CNS)]

Σύσταση 1

Άρθρο 3 β)

Πρόταση της Επιτροπής

Τροπολογία της ΕΤΠ

(β)

«Παραμεθόρια περιοχή», μια περιοχή η οποία, σε ευθεία γραμμή, δεν υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα από τα σύνορα. Στο εσωτερικό αυτής της περιοχής, οι τοπικές διοικητικές περιφέρειες οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος της παραμεθόριας περιοχής μπορούν να προσδιορίζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη.

(β)

«Παραμεθόρια περιοχή», μια περιοχή η οποία, σε ευθεία γραμμή, δεν υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα από τα σύνορα. Στο εσωτερικό αυτής της περιοχής, οι τοπικές διοικητικές περιφέρειες οι οποίες πρέπει να θεωρηθούν ότι αποτελούν μέρος της παραμεθόριας περιοχής μπορούν να προσδιορίζονται από τα ενδιαφερόμενα κράτη. Οι περιοχές αυτές πρέπει κατά κανόνα να ευρίσκονται —τουλάχιστον εν μέρει— σε απόσταση όχι μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων από τα σύνορα.

Αιτιολογία

Ο καθορισμός ανώτατου ορίου δεν φαίνεται να είναι απαραίτητος για την υλοποίηση του στόχου του κανονισμού, και κατά συνέπεια θεωρείται άτοπος. Τα κράτη μέλη, τα οποία γνωρίζουν τις συγκεκριμένες τοπικές συνθήκες και τις υφιστάμενες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές διασυνδέσεις είναι οι οντότητες που θα πρέπει να αποφασίζουν με διμερείς συμφωνίες σχετικά τη γεωγραφική περιοχή ισχύος των μέτρων, ιδιαιτέρως από τη στιγμή που δεν υπάρχει φόβος να προκύψουν πρόσθετες επιπτώσεις για τα συμφέροντα άλλων κρατών μελών. Για την υλοποίηση των στόχων του κανονισμού αρκεί η θέσπιση ρυθμιστικής διάταξης με τη μορφή που συνιστάται. Αυτό θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις απομακρυσμένες περιοχές, όπου υπάρχουν μεγάλες κοινότητες σε απόσταση μεγαλύτερη των 50 χιλιομέτρων από τα χερσαία σύνορα οι οποίες όμως έχουν στενές οικονομικές σχέσεις με μια γειτονική παραμεθόρια περιοχή και, για παράδειγμα, ενισχύονται από την Επιτροπή ως παραμεθόρια περιοχή μέσω μιας ευρωπεριφέρειας, όπως συμβαίνει με τη νήσο Rügen (D) και την αστική περιφέρεια Stettin (PL) στην ευρωπεριφέρεια της Πομερανίας σε μια απόσταση μεγαλύτερη των 200 χιλιομέτρων. Πρέπει τουλάχιστον να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των νησιωτικών περιοχών για τον υπολογισμό της απόστασης από τα χερσαία σύνορα, ενώ η φράση «η οποία σε ευθεία γραμμή δεν υπερβαίνει τα 50 χιλιόμετρα από τα σύνορα» στο άρθρο 1 παραπέμπει στα πλησιέστερα χερσαία σύνορα.

Σύσταση 2

Άρθρο 18 γ)

Πρόταση της Επιτροπής

Τροπολογία της ΕΤΠ

γ)

επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων από τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών εκτός των επιτρεπόμενων ορίων διέλευσης και των καθορισμένων ωρών λειτουργίας.

γ)

επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων από τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών εκτός των επιτρεπόμενων ορίων διέλευσης και των καθορισμένων ωρών λειτουργίας

Αιτιολογία

Η πρόταση προξενεί την εντύπωση ότι επιτρέπεται η διέλευση των εξωτερικών συνόρων χωρίς να ελέγχεται αν υπάρχει ειδικός λόγος προς τούτο. Κατ' αρχήν, η διαδικασία αυτή μπορεί να εφαρμοστεί στα εσωτερικά σύνορα στα οποία δεν παρατηρείται αξιοσημείωτη «επιβάρυνση λόγω εγκληματικότητας». Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται τον κίνδυνο κατάχρησης της ρύθμισης, εφόσον δεν εξασφαλίζεται ο έλεγχος στα σύνορα και οι έλεγχοι στο εσωτερικό της χώρας δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την τήρηση των χωροχρονικών περιορισμών που ισχύουν για την παραμονή. Ο κίνδυνος αυτός δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε και με την αύξηση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση θεωρήσεως, κυρίως λόγω του μεγάλου αριθμού των θεωρήσεων αυτού του είδους που ζητούνται για την τοπική συνοριακή κυκλοφορία. Με τα όσα προβλέπονται στα σημεία α) και β), η διέλευση των συνόρων μπορεί ήδη να διευκολυνθεί σε κάποιο βαθμό, χωρίς να παραβιάζονται οι απαιτήσεις που ισχύουν για την καταπολέμηση της διασυνοριακής εγκληματικότητας και της παράνομης μετανάστευσης.

Εφόσον η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ήδη στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της συμφωνίας περί εφαρμογής της Σύμβασης του Σένγκεν και στο μέρος I αριθ. 1.3 του κοινού εγχειριδίου, δεν παραπέμπει στη διαγραφή τμημάτων της ρύθμισης με την απόφαση 2002/352/ΕΚ του Συμβουλίου της 9ης Μαΐου 2002, με την οποία από 1ης Ιουνίου 2002 η δυνατότητα αυτή εξακολουθεί να υφίσταται μόνο για πρόσωπα για τα οποία, με διμερείς συμφωνίες για την τοπική συνοριακή κυκλοφορία —που στην Ιταλία αποκαλείται και «εκδρομική κυκλοφορία»— έχουν οριστεί οι ανάλογες προϋποθέσεις και για ναυτικούς που, σύμφωνα με το σημείο 6.5.2, «βγαίνουν με άδεια στη στεριά». Επιπλέον, η Εκτελεστική Επιτροπή είχε λόγους να μην κάνει χρήση αυτής της δυνητικής ρύθμισης, αν και αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προβληθεί ως αιτιολογία για την προβλεπόμενη χρήση της εξουσιοδότησης.

2.2.   Για την πρόταση Κανονισμού του Συμβουλίου για την εγκαθίδρυση καθεστώτος τοπικής διασυνοριακής κυκλοφορίας στα «προσωρινά εξωτερικά χερσαία σύνορα» των κρατών μελών [2003/0194 (CNS)]

Σύσταση 3

Άρθρο 5 αριθ. 2 γ)

Πρόταση της Επιτροπής

Τροπολογία της ΕΤΠ

γ)

επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων από τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών εκτός των επιτρεπόμενων ορίων διέλευσης και των καθορισμένων ωρών λειτουργίας

γ)

επιτρέπουν τη διέλευση των συνόρων από τους κατοίκους παραμεθόριων περιοχών εκτός των επιτρεπόμενων ορίων διέλευσης και των καθορισμένων ωρών λειτουργίας

Αιτιολογία

Βλέπε αιτιολογία για τη σύσταση αριθ. 2

Όσο δεν έχει ολοκληρωθεί το δεύτερο στάδιο του συστήματος Σένγκεν, ισχύουν και σ' αυτή την περίπτωση όσα αναφέρονται στην αιτιολογία της σύστασης 2.

Βρυξέλλες, 11 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Επιτροπής των Περιφερειών

Peter STRAUB


(1)  ΕΕ C 325 της 24.12.2002, σ. 57.

(2)  ΕΕ C 192 της 12.8.2002, σ. 20.

(3)  ΕΕ C 278 της 14.11.2002, σ. 44.

(4)  ΕΕ C 128 της 29.5.2003, σ. 56.

(5)  Bulletin 6 (2003) 1.4.7.

(6)  ΕΕ C 192 της 12.8.2002, σ. 37.

(7)  ΕΕ C 23 της 27.1.2004.

(8)  ΕΕ C 169 της 18.7.2003, σ. 58.


Top