Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52002PC0613

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες (ΡΤΥ), καταγωγής Ινδίας

/* COM/2002/0613 τελικό */

ΕΕ C 45E της 25.2.2003, pp. 232–251 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

52002PC0613

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες (ΡΤΥ), καταγωγής Ινδίας /* COM/2002/0613 τελικό */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. 045 E της 25/02/2003 σ. 0232 - 0251


Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες (ΡΤΥ), καταγωγής Ινδίας

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Στις 9 Νοεμβρίου 2001, η Επιτροπή κίνησε έρευνα αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές στην Κοινότητα ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες, καταγωγής Ινδίας.

Την ίδια ημέρα, κινήθηκε παράλληλη διαδικασία κατά των επιδοτήσεων όσον αφορά τις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες, καταγωγής Ινδίας και Ινδονησίας.

Από τις έρευνες έγινε φανερή η ύπαρξη ζημιογόνων πρακτικών ντάμπινγκ και επιδοτήσεων και, επομένως, η Επιτροπή, με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 1411/2002 και (ΕΚ) αριθ. 1412/2002 επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικό δασμό στις εισαγωγές από την Ινδία.

Η συνημμένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου βασίζεται στα οριστικά πορίσματα για την πρακτική ντάμπινγκ, τη ζημία, την αιτιώδη συνάφεια και το συμφέρον της Κοινότητας, τα οποία επιβεβαιώνουν τα προσωρινά πορίσματα.

Προτείνεται, συνεπώς, στο Συμβούλιο να εγκρίνει τη συνημμένη πρόταση κανονισμού που θα πρέπει να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το αργότερο μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2002.

Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού που επιβλήθηκε στις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες (ΡΤΥ), καταγωγής Ινδίας

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,

τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας [1], και ιδίως το άρθρο 9,

[1] ΕΕ L 56, 6.3.1996, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2238/2000 (ΕΕ L 257 της 11.10.2000, σ. 2).

την πρόταση της Επιτροπής κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή,

Εκτιμώντας τα εξής:

Α. ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΜΕΤΡΑ

(1) Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1412/2002 [2] (εφεξής "ο κανονισμός για τον προσωρινό δασμό"), το Συμβούλιο επέβαλε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές στην Κοινότητα ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες (εφεξής "PTY") καταγωγής Ινδίας.

[2] ΕΕ L 205, 2.8.2002, σ. 50.

(2) Συγχρόνως, η Επιτροπή επέβαλε επίσης, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1411/2002 [3], προσωρινό αντισταθμιστικό δασμό στις εισαγωγές PTY καταγωγής Ινδίας.

[3] ΕΕ L 205, 2.8.2002, σ.26.

(3) Υπενθυμίζεται ότι η περίοδος της έρευνας για την πρακτική ντάμπινγκ και τη ζημία κάλυψε το διάστημα από 1ης Οκτωβρίου 2000 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2001 (εφεξής 'περίοδος της έρευνας/ΠΕ'). Δεδομένου ότι στον κανονισμό για τον προσωρινό δασμό έγινε ένα συντακτικό λάθος, επιβεβαιώνεται ότι, όπως απεικονίζεται στους διάφορους πίνακες παρακάτω, η εξέταση των τάσεων των σχετικών με την ανάλυση της ζημίας κάλυψε την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1996 (και όχι από 1ης Οκτωβρίου 1997 όπως αναφέρεται στον κανονισμό για τον προσωρινό δασμό) έως το τέλος της ΠΕ ('υπό εξέταση περίοδος'). Η επιλογή της περιόδου αυτής έγινε με βάση την ανάλυση για τη γενική εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, λαμβανομένου υπόψη του αντίκτυπου της επιβολής μέτρων αντιντάμπινγκ το 1996 κατά της Ινδονησίας, της Μαλαισίας, της Ταϊβάν και της Ταϊλάνδης.

Β. ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(4) Μετά την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές PTY καταγωγής Ινδίας, ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη υπέβαλαν γραπτώς τις παρατηρήσεις τους. Δεκτά σε ακρόαση έγιναν επίσης όλα τα μέρη που υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

(5) Η Επιτροπή εξακολούθησε να αναζητεί και να επαληθεύει όλες τις πληροφορίες που θεώρησε αναγκαίες για τη συναγωγή των οριστικών πορισμάτων της.

(6) Όλα τα μέρη ενημερώθηκαν για τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό, βάσει των οποίων επρόκειτο να προταθούν, αφενός, η επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και, αφετέρου, η οριστική είσπραξη των ποσών που είχαν καταβληθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού. Παραχωρήθηκε επίσης προθεσμία, εντός της οποίας μπορούσαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους μετά την εν λόγω κοινοποίηση.

(7) Πέραν των επιτόπιων επαληθεύσεων που είχαν ήδη διεξαχθεί από την Επιτροπή κατά το προκαταρκτικό στάδιο, πραγματοποιήθηκε επαλήθευση και στην εταιρεία Unifi Textured yarns Ltd, κοινοτικό παραγωγό PTY με έδρα την Ιρλανδία, μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων.

(8) Οι παρατηρήσεις που υπέβαλαν γραπτώς και προφορικώς τα μέρη εξετάστηκαν και, όπου κρίθηκε σκόπιμο, τα προσωρινά πορίσματα τροποποιήθηκαν ανάλογα.

Γ. ΥΠΟ ΕΞΕΤΑΣΗ ΠΡΟΪΟΝ ΚΑΙ ΟΜΟΕΙΔΕΣ ΙΙΡΟΪΟΝ

(9) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η Επιτροπή, στην ανάλυσή της, δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη τριών διαφορετικών τμημάτων της αγοράς PTY στην Κοινότητα, γεγονός που αποδεικνύεται, κατά τους ισχυρισμούς, από τις αισθητές διαφορές μεταξύ των μέσων τιμών πώλησης των PTY καταγωγής Ινδίας, των PTY άλλων τρίτων χωρών, και των PTY που παράγονται από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Σύμφωνα με τους εν λόγω παραγωγούς-εξαγωγείς, τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η μέση τιμή του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ ήταν κατά 50% υψηλότερη από την ινδική τιμή εισαγωγής, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς, υποδηλώνει ότι τα PTY που παρήχθησαν στην Κοινότητα δεν είναι ομοειδή ως προς όλες τις απόψεις με τα PTY καταγωγής Ινδίας.

(10) Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως διαπιστώθηκε κατά το προκαταρκτικό στάδιο, δεν υπάρχουν αισθητές διαφορές ως προς τα βασικά φυσικά χαρακτηριστικά και τις χρήσεις των διαφορετικών τύπων και ποιοτήτων PTY και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, όλοι οι τύποι PTY πρέπει να θεωρούνται ως ένα ενιαίο προϊόν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Επίσης, είχε συναχθεί προσωρινά το συμπέρασμα ότι τα PTY που παράγονται στην Ινδία και εξάγονται στην Κοινότητα έχουν παρόμοια βασικά φυσικά χαρακτηριστικά και χρήσεις σε σύγκριση με το προϊόν που κατασκευάζεται από τους κοινοτικούς παραγωγούς, το οποίο θα πρέπει, επομένως, να θεωρείται ως ομοειδές προϊόν κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 (εφεξής ο 'βασικός κανονισμός'). Εν προκειμένω, οι διαφορές στις τιμές πώλησης δεν μπορούν να θεωρηθούν αυτές καθαυτές ως κριτήριο για τον προσδιορισμό του ομοειδούς προϊόντος.

(11) Επιπλέον, όσον αφορά το επιχείρημα για την κατάτμηση της αγοράς, δεν υποβλήθηκαν ούτε διαπιστώθηκαν αποδεικτικά στοιχεία που επιτρέπουν να καθοριστεί σαφής διαχωριστική γραμμή με βάση αντικειμενικά κριτήρια προς επίρρωση του συμπεράσματος σύμφωνα με το οποίο τα εισαγόμενα από την Ινδία προϊόντα και τα παραγόμενα από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής είναι προϊόντα διαφορετικά. Η τιμή πώλησης αυτή καθαυτή δεν θεωρείται επαρκές στοιχείο για τον καθορισμό των τμημάτων της αγοράς, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι πρακτικές ντάμπινγκ και επιδοτήσεων. Όσον αφορά τη διαφορά που διαπιστώθηκε μεταξύ των τύπων του προϊόντος, η οποία συνεπάγεται πράγματι διαφορετική τιμολόγηση, η διαφορά αυτή ελήφθη υπόψη κατά τον υπολογισμό των χαμηλότερων, σε σχέση με τις κοινοτικές, τιμών, και του επιπέδου εξάλειψης της ζημίας, όπως περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 48 του παρόντος κανονισμού.

(12) Για τους προαναφερόμενους λόγους, το επιχείρημα απορρίφθηκε και, επομένως, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα σύμφωνα με τα οποία τα νήματα PTY πρέπει να θεωρούνται ως ένα ενιαίο προϊόν και η συνολική ανάλυση της κατάστασης πρέπει να πραγματοποιηθεί με βάση την προϋπόθεση αυτή.

(13) Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων, επιβεβαιώνεται ο ορισμός του υπό εξέταση προϊόντος και του ομοειδούς προϊόντος, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 11 έως 13 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

Δ. ΔΕΙΓΜΑΤΟΛΗΨΙΑ

(14) Δεν ελήφθησαν παρατηρήσεις σχετικά με τη δειγματοληψία των Ινδών παραγωγών-εξαγωγέων και, επομένως, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα των αιτιολογικών σκέψεων 14 έως 23 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

Ε. ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1. Κανονική αξία

(15) Μετά τη θέσπιση των προσωρινών μέτρων, οι τρεις Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας αμφισβήτησαν, για διάφορους λόγους, τα πορίσματα για τον προσδιορισμό του κόστους παραγωγής καθώς και των εξόδων πώλησης και των γενικών και διοικητικών εξόδων (εφεξής "ΠΓ&Δ") που χρησιμοποιήθηκαν για να ελεγχθεί αν οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των συνήθων εμπορικών πράξεων και για να υπολογιστεί η κανονική αξία.

(16) Ένας παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι είχαν σημειωθεί ορισμένα γραφικά λάθη σχετικά με το λόγο κατανάλωσης καθώς και σποραδικές διπλές εγγραφές των επιμέρους πρώτων υλών, γεγονός που επηρέασε το κόστος παραγωγής του υπό εξέταση προϊόντος.

(17) Ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε εν μέρει, επειδή ο παραγωγός-εξαγωγέας δεν υπέβαλε εγκαίρως τις κατάλληλες πληροφορίες για ορισμένες πρώτες ύλες προς επαλήθευση. Ορισμένες πληροφορίες ελήφθησαν μόνο μετά την επιτόπια επαλήθευση. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή στήριξε τα συμπεράσματά της στις πληροφορίες που υποβλήθηκαν πριν από την επιτόπια επαλήθευση.

(18) Ο ίδιος παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι είχε παράσχει δεόντως τις λεπτομέρειες για τα έξοδα ΠΓ&Δ του υπό εξέταση προϊόντος αλλά ότι η Επιτροπή είχε υπερεκτιμήσει τα έξοδα αυτά επειδή, όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση της εταιρείας, ορισμένα "έξοδα εγκατάστασης" (δηλαδή διοικητικά έξοδα) που περιλαμβάνονται στα ΠΓ&Δ, αφορούσαν στην πράξη τις δαπάνες παραγωγής. Επίσης, ο παραγωγός-εξαγωγέας ισχυρίστηκε ότι, κατά τον υπολογισμό των εξόδων ΠΓ&Δ, τα κέρδη σε ξένο συνάλλαγμα δεν ελήφθησαν υπόψη.

(19) Το άρθρο 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού ορίζει ότι "(...)Τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που έχουν προσκομισθεί σε σχέση με το θέμα της ορθής κατανομής του κόστους λαμβάνονται υπόψη, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται πως η εκάστοτε κατανομή του κόστους ανταποκρίνεται σε πάγια πρακτική." Για τον υπολογισμό των εξόδων ΠΓ&Δ, η Επιτροπή βασίστηκε σε στοιχεία που έχουν υποβληθεί σε λογιστικό έλεγχο και περιλαμβάνονται στην ετήσια έκθεση της εταιρείας, δεδομένου ότι η τελευταία είχε απαντήσει εν μέρει μόνο στα αντίστοιχα μέρη του ερωτηματολογίου. Επομένως, δεν υπήρχαν πληροφορίες που θα επέτρεπαν να ληφθεί υπόψη διαφορετική κατανομή του κόστους. Τα έξοδα εγκατάστασης που αναφέρονται στην ετήσια έκθεση αποτελούσαν μέρος λογιστικής ομάδας, η οποία ήταν διαφορετική και ξεχωριστή από τα έξοδα παραγωγής. Επομένως, συνήχθη το συμπέρασμα ότι όλα αυτά τα έξοδα εγκατάστασης δεν είχαν ενσωματωθεί στο κόστος παραγωγής που κοινοποίησε η εταιρεία και ότι πρέπει να ενσωματωθούν στα έξοδα ΠΓ&Δ. Όσον αφορά τα κέρδη από το ξένο συνάλλαγμα, το ποσό αυτό συμπεριλήφθηκε στην ετήσια έκθεση της εταιρείας, στο κεφάλαιο "έξοδα παραγωγής". Επομένως, συνήχθη το συμπέρασμα ότι το ποσό αυτό είχε ήδη ενσωματωθεί στο κόστος παραγωγής που κοινοποίησε η εταιρεία. Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε και επιβεβαιώνεται ο αρχικός υπολογισμός των ποσών αυτών.

(20) Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας ζήτησε να κατανεμηθεί με διαφορετική μέθοδο το κόστος χρηματοδότησης που περιλαμβάνεται στα έξοδα ΠΓ&Δ. Ο παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε ότι, μπορεί μεν ο κύκλος εργασιών να αποτελεί την κατάλληλη μέθοδο κατανομής όσον αφορά το κεφάλαιο κίνησης, δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα μεσοπρόθεσμα δάνεια που θεωρούνται ως επένδυση για τις εγκαταστάσεις παραγωγής, για τα οποία η καταλληλότερη μέθοδος κατανομής είναι η παραγωγή των αντίστοιχων προϊόντων. Επιπλέον, υποστήριξε ότι, λαμβανομένης υπόψη της αλυσίδας των προϊόντων που παράγονται διαδοχικά στις ίδιες εγκαταστάσεις, θα πρέπει να καταβάλλεται προσπάθεια για την αποφυγή διπλών καταχωρίσεων.

(21) Το πρώτο αίτημα όσον αφορά τη μέθοδο υπολογισμού έγινε αποδεκτό, επειδή αποδείχθηκε ότι η μέθοδος αυτή ήταν πράγματι η καταλληλότερη για τα έξοδα αυτά. Επομένως, τα έξοδα ΠΓ&Δ αναθεωρήθηκαν πριν χρησιμοποιηθούν για να προσδιοριστεί αν οι πωλήσεις είχαν πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις και για να κατασκευαστεί η κανονική αξία. Το δεύτερο αίτημα απορρίφθηκε, επειδή από τις πληροφορίες που ελέγχθηκαν κατά την επιτόπια επαλήθευση δεν προέκυψαν διπλές καταχωρίσεις που θα μπορούσαν να το αιτιολογήσουν.

(22) Όλοι οι παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι δεν ήταν ορθό να συμπεριληφθεί το ποσό για τους θαλάσσιους ναύλους στα έξοδα των εγχώριων πωλήσεων, επειδή δεν είχαν πραγματοποιηθεί τέτοια έξοδα.

(23) Ο ισχυρισμός αυτός έγινε αποδεκτός και τα έξοδα ΠΓ&Δ αναθεωρήθηκαν πριν χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή της κανονικής αξίας και για να ελεγχθεί κατά πόσον οι πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις.

(24) Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας υποστήριξε 1) ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε διπλές καταχωρίσεις, προκαλώντας κατά τον τρόπο αυτό αναλογική αύξηση χρηματοδοτικού κόστους που περιλαμβάνεται στα έξοδα ΠΓ&Δ. 2) ότι η Επιτροπή δεν προέβη σε κατανομή των ΠΓ&Δ με βάση το προϊόν ή το σύνολο της εγχώριας αγοράς και προτίμησε να κατανείμει τα ΠΓ&Δ με βάση κατηγορίες, συμπεριλαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό προϊόντα άλλα από το υπό εξέταση προϊόν. 3) ότι η Επιτροπή δεν περιορίστηκε στην ΠΕ και ότι βασίστηκε, αντίθετα, στο τελευταίο οικονομικό έτος της ΠΕ, για τον υπολογισμό τόσο του κόστους παραγωγής, όσο και των ΠΓ&Δ και 4) ότι η Επιτροπή συγκέντρωσε ορισμένους τύπους προϊόντων και απομακρύνθηκε κατά τον τρόπο αυτό από τους δικούς της αριθμούς ελέγχου του προϊόντος που χρησιμοποιούνται συνήθως για την εξασφάλιση δίκαιης σύγκρισης.

(25) Όσον αφορά το πρώτο σημείο, το αίτημα έγινε αποδεκτό και, επομένως, τα έξοδα ΠΓ&Δ όσον αφορά το κόστος αυτό τροποποιήθηκαν. Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, υπενθυμίζεται εκ νέου η διάταξη του άρθρου 2 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού που έχει ήδη αναφερθεί στην παραπάνω αιτιολογική σκέψη 19. Κατά την επιτόπια επαλήθευση, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε σε καμία εγγραφή ότι η εταιρεία εφάρμοζε κατά πάγια πρακτική κατανομή του κόστους με βάση το προϊόν ή την αγορά. Επομένως, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε και επιβεβαιώνεται η κατανομή των εξόδων ΠΓ&Δ ανά κατηγορία. Όσον αφορά το τρίτο σημείο και τα έξοδα ΠΓ&Δ, το αίτημα έγινε εν μέρει αποδεκτό και η Επιτροπή, αφού έλαβε πληροφορίες που είχαν υποβληθεί σε λογιστικό έλεγχο όσον αφορά το τελευταίο οικονομικό έτος που περιελάμβανε το δεύτερο εξάμηνο της ΠΕ, προέβη σε νέο υπολογισμό των εξόδων αυτών, με βάση τις πλέον πρόσφατες σχετικές πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της. Όσον αφορά το κόστος παραγωγής, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε επειδή οι υπολογισμοί της Επιτροπής είχαν βασιστεί στη συνολική παραγωγή του ενδιάμεσου προϊόντος ενώ ο παραγωγός-εξαγωγέας είχε παράσχει πληροφορίες για μέρος μόνο της συνολικής παραγωγής. Επομένως, θεωρήθηκε ότι οι υπολογισμοί της Επιτροπής προέκυψαν από πιο αντιπροσωπευτική βάση που κάλυπτε ολόκληρη την παραγωγή. Όσον αφορά το τέταρτο σημείο, το αίτημα απορρίφθηκε, επειδή η Επιτροπή δεν προέβη σε καμία ομαδοποίηση των διαφορετικών τύπων του προϊόντος με βάση κωδικοποίηση διαφορετική από εκείνη των αριθμών ελέγχου του προϊόντος που χρησιμοποιούνται για την εξασφάλιση δίκαιης σύγκρισης. Συγκέντρωσε μόνο σε ομάδες ορισμένους τύπους ενδιάμεσων προϊόντων που χρησιμοποιήθηκαν για την παραγωγή του υπό εξέταση προϊόντος σύμφωνα με πίνακα του ίδιου του παραγωγού-εξαγωγέα με σκοπό τον υπολογισμό του κόστους του προϊόντος που χρησιμοποιήθηκε για να ελεγχθεί αν οι πωλήσεις είχαν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών πράξεων και για να κατασκευαστεί η κανονική αξία.

2. Τιμή εξαγωγής

(26) Καμία παρατήρηση δεν διατυπώθηκε όσον αφορά τον προσδιορισμό της τιμής εξαγωγής. Επομένως, επιβεβαιώνονται τα πορίσματα της αιτιολογικής σκέψης 32 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

3. Σύγκριση

i) Επιστροφή δασμών δυνάμει του καθεστώτος πιστώσεων εισαγωγικών δασμών ("DEPB")

(27) Όλοι οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς επανέλαβαν το αίτημά τους για την προσαρμογή της κανονικής αξίας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) ή, εναλλακτικά, σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο κ) του βασικού κανονισμού, για τα οφέλη που αποκομίστηκαν δυνάμει του καθεστώτος DEPB μετά την εξαγωγή (αιτιολογική σκέψη 34 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό).

(28) Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η εισαγωγική παράγραφος του άρθρου 2 παράγραφος 10 αναφέρει ότι " ... πραγματοποιούνται προσαρμογές για κάθε περίπτωση με βάση τα ατομικά της στοιχεία προκειμένου να ληφθούν δεόντως υπόψη διαφορές των παραγόντων για τους οποίους προβάλλεται ο ισχυρισμός και αποδεικνύεται ότι επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών..." (η έμφαση έχει προστεθεί). Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, χορηγείται προσαρμογή μόνο όταν πληρούνται συγχρόνως δύο προϋποθέσεις: πρώτον, το ομοειδές προϊόν, καθώς και τα φυσικώς ενσωματωμένα σε αυτό υλικά που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής υπόκεινται σε επιβαρύνσεις κατά την εισαγωγή, και δεύτερον, όταν οι εν λόγω επιβαρύνσεις δεν εισπράττονται ή επιστρέφονται για το εξαγόμενο στην Κοινότητα προϊόν. Με βάση τις προϋποθέσεις αυτές μπορούν να καθοριστούν οι τυχόν διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών για τους εν λόγω παράγοντες. Όπως και κατά το προκαταρκτικό στάδιο, δεν διαπιστώθηκαν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία για το πρώτο αίτημα. Συνεπώς, η προσαρμογή για την επιστροφή δασμού δεν ήταν δυνατόν να χορηγηθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο κ) "επίσης παρέχεται η δυνατότητα προσαρμογής για διαφορές που προκύπτουν λόγω άλλων παραγόντων ........ υπό τον όρο της κατάδειξης της επίδρασής τους επί της συγκρισιμότητας των τιμών, όπως απαιτεί η παρούσα παράγραφος, και ιδίως υπό τον όρο της κατάδειξης του γεγονότος ότι οι πελάτες πληρώνουν συστηματικά διαφορετικές τιμές στην εγχώρια αγορά επειδή υπάρχουν διαφορές στους παράγοντες αυτούς" (η έμφαση έχει προστεθεί). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν αποδείχθηκε καμία από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, δεδομένου ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν προσκόμισαν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση του αιτήματος αυτού. Επομένως, δεν μπορεί να παρασχεθεί η δυνατότητα προσαρμογής για διαφορές ως προς άλλους παράγοντες και επιβεβαιώνονται τα πορίσματα της αιτιολογικής σκέψης 34 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

ii) Επιστροφή δασμού στο πλαίσιο του καθεστώτος έκδοσης προηγούμενων αδειών ("ALS")

(29) Δύο Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς επανέλαβαν το αίτημά τους για προσαρμογή της κανονικής αξίας κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) ή, εναλλακτικά, κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχείο κ) του βασικού κανονισμού, για τα οφέλη που αποκομίστηκαν δυνάμει του καθεστώτος ALS (αιτιολογική σκέψη 34 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό). Επιπλέον, και οι δύο παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι, στο πλαίσιο της παράλληλης διαδικασίας κατά των επιδοτήσεων, η Επιτροπή είχε διεξαγάγει διεξοδικότερη έρευνα και είχε αποδεχθεί το εν λόγω καθεστώς ως μη αντισταθμίσιμο. Επομένως, και για να επανορθωθεί η εικαζόμενη αυτή αντίφαση μεταξύ των δύο διαδικασιών, θεωρούν ότι θα έπρεπε να παρασχεθεί η εν λόγω δυνατότητα προσαρμογής. Επιπλέον, οι παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η απαίτηση να αποδειχθεί ότι οι πρώτες ύλες που έχουν ενσωματωθεί στην παραγωγή του προϊόντος στη χώρα εξαγωγής περιέχουν στοιχείο δασμού τους επιβάλλει αδικαιολόγητο βάρος αποδείξεως.

(30) Υπενθυμίζεται ότι κάθε διαδικασία αντιντάμπινγκ αξιολογείται με βάση τα δικά της χαρακτηριστικά και εξετάζεται με βάση τις δικές της πραγματικές και νομικές συνθήκες, οι οποίες μπορούν να διαφέρουν από όλες τις άλλες διαδικασίες. Επομένως, το επιχείρημα σχετικά με τον παραλληλισμό των δύο διαφορετικών διαδικασιών κρίθηκε απαράδεκτο. Εν πάση περιπτώσει, στην αιτιολογική σκέψη 66 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1411/2002 της Επιτροπής, αναφερόταν ότι "...αμφότερα τα καθεστώτα [καθεστώς προηγούμενης άδειας και καθεστώς προηγούμενης άδειας για ενδιάμεσες προμήθειες] πρέπει να θεωρηθούν αντισταθμίσιμα. Ωστόσο, οι εταιρείες που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας ήταν σε θέση να αποδείξουν ότι οι ποσότητες των εισαγόμενων υλικών, τα οποία απαλλάχθηκαν από εισαγωγικούς δασμούς δεν υπερέβησαν τις ποσότητες που χρησιμοποιήθηκαν για τα εξαγόμενα εμπορεύματα." Ωστόσο, η παράθεση αυτή αποτελεί γενική μόνο αρχή. Εν προκειμένω, υπενθυμίζονται οι απαιτήσεις της εισαγωγικής φράσης του άρθρου 2 παράγραφος 10, και του άρθρου 2 παράγραφος 10 στοιχεία β) και κ) του βασικού κανονισμού, όπως διευκρινίζεται στην αιτιολογική σκέψη 28 παραπάνω. Και πάλι, όπως στην περίπτωση του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, δεν αποδείχθηκε ότι εκπληρώνονται οι προϋποθέσεις του βασικού κανονισμού, δεδομένου ότι οι παραγωγοί-εξαγωγείς δεν προσκόμισαν πειστικά αποδεικτικά στοιχεία που αιτιολογούν το σύνολο των ζητούμενων ποσών στα αντίστοιχα αιτήματά τους για προσαρμογή. Σημειωτέον, επίσης, ότι το να ζητηθεί από τους παραγωγούς-εξαγωγείς να αποδείξουν ότι οι πρώτες ύλες που έχουν ενσωματωθεί για την παραγωγή στη χώρα εξαγωγής περιέχουν στοιχείο δασμού δεν αποτελεί αδικαιολόγητο βάρος αποδείξεως. Τη στιγμή της θέσπισης των προσωρινών μέτρων, οι επιβαρύνσεις αυτές ελήφθησαν δεόντως υπόψη εφόσον τεκμηριώνονταν από τις λογιστικές εγγραφές των παραγωγών-εξαγωγέων. στις υπόλοιπες περιπτώσεις, τα αιτήματα απορρίφθηκαν. Τούτο κατέδειξε ότι οι εταιρείες ήταν σε θέση να αποδείξουν, όπως ζητήθηκε στο ερωτηματολόγιο, την ύπαρξη εισαγωγικών επιβαρύνσεων για το ομοειδές προϊόν καθώς και τα φυσικώς ενσωματωμένα σε αυτό υλικά, όταν το προϊόν προοριζόταν για κατανάλωση στην Ινδία. Επομένως, για τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 28 παραπάνω, δεν μπορεί να παρασχεθεί η δυνατότητα προσαρμογής για την επιστροφή δασμού και επιβεβαιώνονται τα πορίσματα της αιτιολογικής σκέψης 34 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

iii) Ειδικός φόρος κατανάλωσης

(31) Ένας παραγωγός-εξαγωγέας ζήτησε εκ νέου προσαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 10 στοιχείο β) του βασικού κανονισμού, για ποσό που αντιστοιχεί σε έμμεσο φόρο στον οποίο υπόκειται το ομοειδές προϊόν, όταν το προϊόν προορίζεται για κατανάλωση στην Ινδία, και ο οποίος επιστρέφεται σε περίπτωση εξαγωγής του προϊόντος στην Κοινότητα.

(32) Κατά τη θέσπιση των προσωρινών μέτρων, είχε διαπιστωθεί ότι είχε πράγματι επιστραφεί στην εταιρεία ο ειδικός φόρος κατανάλωσης κατά την εξαγωγή του υπό εξέταση προϊόντος. Ωστόσο, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να αποδείξει ότι της επιστράφηκε ολόκληρο το ποσό του εν λόγω έμμεσου φόρου, η ζητηθείσα προσαρμογή έγινε προς τα κάτω. Μετά τη θέσπιση των προσωρινών μέτρων, ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας υπέβαλε, όπως ζήτησε η Επιτροπή, συμπληρωματικά στοιχεία και έγγραφα προς επίρρωση του ισχυρισμού, τα οποία επαληθεύθηκαν. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, τα στοιχεία αυτά θεωρήθηκαν πειστικά και, επομένως, χορηγήθηκε ολόκληρο το ποσό της αιτηθείσας προσαρμογής. Συνεπώς, τροποποιήθηκαν τα συμπεράσματα της αιτιολογικής σκέψης 35 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

iv) Φόρος πωλήσεων

(33) Ένας άλλος παραγωγός-εξαγωγέας επανέλαβε το αίτημά του για προσαρμογή, με την αιτιολογία ότι, λόγω της πολιτικής της ινδικής κυβέρνησης να ενθαρρύνει τη δημιουργία εγκαταστάσεων στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιοχές, οι εταιρείες απαλλάσσονται από την καταβολή φόρου πωλήσεων. Από τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν και από την επιτόπια επαλήθευση προέκυψε ότι τα τιμολόγια που αντιστοιχούν στις εγχώριες πωλήσεις αποδεικνύουν ότι ο εν λόγω παραγωγός-εξαγωγέας είχε απαλλαχθεί από την καταβολή του εν λόγω φόρου, το ποσό του οποίου δεν εισπράχθηκε σε κάθε τιμολόγιο. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω φόρος επί των εγχώριων πωλήσεων είχε εισπραχθεί και καταβληθεί στο δημόσιο ταμείο από την εταιρεία. επομένως, κανένας τέτοιος φόρος δεν "επιβάρυνε το ομοειδές προϊόν" που πωλήθηκε στην εγχώρια αγορά. Συνεπώς, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 36 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

v) Στάδιο εμπορίας

(34) Ένας Ινδός παραγωγός-εξαγωγέας επανέλαβε το αίτημά του να γίνει προσαρμογή για τις διαφορές στο στάδιο εμπορίας μεταξύ των πωλήσεων του υπό εξέταση προϊόντος στην εγχώρια και στην εξαγωγική αγορά (αιτιολογική σκέψη 37 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό).

(35) Ωστόσο, με βάση τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν στην απάντηση στο ερωτηματολόγιο και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν κατά την επιτόπια επαλήθευση δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθούν σταθερές και προφανείς διαφορές μεταξύ των λειτουργιών και των τιμών που αντιστοιχούν στα διάφορα στάδια εμπορίας στην εγχώρια αγορά της Ινδίας. Ο εν λόγω παραγωγός δεν υπέβαλε νέα στοιχεία σχετικά. Συνεπώς, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα της αιτιολογικής σκέψης 37 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

4. Περιθώριο ντάμπινγκ

(36) Ελλείψει παρατηρήσεων ή νέων στοιχείων, επιβεβαιώνεται η μέθοδος που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 39 ως 44 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

(37) Από τη σύγκριση μεταξύ της αναθεωρημένης μέσης σταθμισμένης κανονικής αξίας και της μέσης σταθμισμένης τιμής εξαγωγής ανά τύπο προϊόντος στο επίπεδο εκ του εργοστασίου, προέκυψε η ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ για όλους τους παραγωγούς-εξαγωγείς που αποτέλεσαν αντικείμενο της έρευνας. Επομένως, κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, αναθεωρήθηκε και το μέσο σταθμισμένο περιθώριο ντάμπινγκ που υπολογίστηκε για τις συνεργασθείσες εταιρείες που δεν συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα. Οι νέοι υπολογισμοί οδήγησαν επίσης σε τροποποίηση του υπολοίπου περιθωρίου ντάμπινγκ. Λόγω του σημαντικού βαθμού συνεργασίας, το υπόλοιπο περιθωρίου ντάμπινγκ καθορίζεται στο επίπεδο του υψηλότερου περιθωρίου ντάμπινγκ που καθορίστηκε για έναν συνεργασθέντα παραγωγό-εξαγωγέα.

(38) Τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ, εκφραζόμενα ως ποσοστό της τιμής CIF στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή δασμού, καθορίζονται ως εξής:

Indo Rama Synthetics Limited 10,7%

Reliance Industries Limited 6,1%

Welspun Syntex Limited 17,0%

Συνεργασθέντες παραγωγοί-εξαγωγείς που δεν συμπεριλήφθηκαν στο

δείγμα 8,9%

Υπόλοιπο περιθωρίου ντάμπινγκ 17,0%

ΣΤ. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΣ ΚΛΑΔΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

(39) Λίγο μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, η εταιρεία Dupont SA, ένας από τους συνεργασθέντες κοινοτικούς παραγωγούς που συμπεριλήφθηκαν στον ορισμό του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά το προκαταρκτικό στάδιο, διέκοψε οριστικά την παραγωγή PTY στην Κοινότητα, λόγω των εισαγωγών σε χαμηλές τιμές στην κοινοτική αγορά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς. Λαμβανομένου υπόψη του οριστικού χαρακτήρα της απόφασης αυτής, κρίθηκε ότι δεν είναι πλέον σκόπιμο να θεωρείται η Dupont SA ως μέρος του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Συνεπώς, για τον προσδιορισμό των οριστικών συμπερασμάτων, εξετάστηκε αν οι δύο εναπομένοντες συνεργασθέντες κοινοτικοί παραγωγοί, και συγκεκριμένα η εταιρεία UNIFI Textured yarns Ltd και η εταιρεία Sinterama S.p.a., πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(40) Επομένως, επαληθεύθηκε κατά πόσον οι δύο αυτές εταιρείες εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής κοινοτικής παραγωγής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού. Όπως διαπιστώθηκε, η σωρευθείσα παραγωγή των δύο εναπομενόντων συνεργαζόμενων κοινοτικών παραγωγών αντιπροσώπευε το 30% της συνολικής κοινοτικής παραγωγής του ομοειδούς προϊόντος στην Κοινότητα κατά την ΠΕ. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το κατώτατο όριο 25% που καθορίζεται στο προαναφερόμενο άρθρο. Επομένως, οι δύο αυτές εταιρείες αποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, γεγονός που συμφωνεί πλήρως με το άρθρο 4 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού.

(41) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι η ανάλυση της ζημίας στο προκαταρκτικό στάδιο βασίστηκε στην κατάσταση μικρού μόνο ποσοστού κοινοτικών παραγωγών. Ο ισχυρισμός τους βασίστηκε στο γεγονός ότι οι καταγγέλλοντες κοινοτικοί παραγωγοί που είχαν πράγματι συνεργαστεί στην έρευνα δεν αντιπροσώπευαν μεγάλο μέρος της κοινοτικής παραγωγής.

(42) Το επιχείρημα αυτό είναι εσφαλμένο και απορρίφθηκε, δεδομένου ότι οι δύο εναπομένουσες εταιρείες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 25% της συνολικής κοινοτικής παραγωγής. Επομένως, επιβεβαιώνεται ότι οι εν λόγω δύο συνεργαζόμενοι κοινοτικοί παραγωγοί αποτελούν τον "κοινοτικό κλάδο παραγωγής" κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 και του άρθρου 5 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

Ζ. ΖΗΜΙΑ

1. Κοινοτική κατανάλωση

(43) Ελλείψει νέων στοιχείων σχετικών με την κοινοτική κατανάλωση, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα των αιτιολογικών σκέψεων 54 έως 55 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό. Καθ'όλη την υπό εξέταση περίοδο, η κοινοτική κατανάλωση εξελίχθηκε ως εξής:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

2. Εισαγωγές από την Ινδία

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(44) Σε απόλυτες τιμές, ο όγκος των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας σχεδόν τριπλασιάστηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο, από 7 583 τόνους το 1996 σε 22 683 τόνους κατά την ΠΕ. Πρέπει να σημειωθεί ότι από το 1999 έως την ΠΕ, δηλαδή σε περίοδο που η συνολική κατανάλωση στην Κοινότητα σημείωσε πτώση, ο όγκος των ινδικών εισαγωγών σχεδόν διπλασιάστηκε.

(45) Οι ινδικές εισαγωγές αύξησαν το μερίδιό τους στην κοινοτική αγορά από 2,7% το 1996 σε 6,7% κατά την ΠΕ. Παράλληλα με την ταχύτατη αύξηση του όγκου των εισαγωγών μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, το μερίδιο αγοράς των εισαγωγών αυξήθηκε από 3,3% σε 6,7% ενώ η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε συνολικά.

(46) Όσον αφορά τη μέση τιμή εισαγωγής, κατ'αρχάς αυξήθηκε από το 1996 έως το 1997, για να σημειώσει εν συνεχεία πτώση. Το χαμηλότερο επίπεδο τιμών σημειώθηκε το 1999.

(47) Ελλείψει παρατηρήσεων σχετικά με τον όγκο και την τιμή των εισαγωγών από την Ινδία, επιβεβαιώνονται τα προσωρινά συμπεράσματα των αιτιολογικών σκέψεων 56 έως 58 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

(48) Όσον αφορά την πραγματοποίηση πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερόμενων μεταβολών σχετικά με τη σύνθεση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, οι υπολογισμοί αναθεωρήθηκαν. Η μέθοδος υπολογισμού των περιθωρίων μειωμένων τιμών, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 59 και 61 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, παρέμεινε ωστόσο η ίδια. Υπενθυμίζεται ότι, για την ανάλυση των πωλήσεων που πραγματοποιήθηκαν σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, οι τιμές των διαφόρων τύπων PTY καταγωγής Ινδίας συγκρίθηκαν με τις τιμές παρόμοιων τύπων PTY που παρήχθησαν και πωλήθηκαν από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Η σύγκριση των συνολικών μέσων τιμών, όπως πρότειναν οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς, δεν θα επέτρεπε να ληφθεί υπόψη η ύπαρξη διαφορετικών τύπων του προϊόντος και θα οδηγούσε σε παραπλανητικά αποτελέσματα.

(49) Βάσει αυτών, τα αναθεωρηθέντα περιθώρια των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες από τις κοινοτικές, εκφρασμένα ως ποσοστό των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, κυμαίνονταν μεταξύ 23 και 28% για τους παραγωγούς-εξαγωγείς που συνεργάστηκαν στην έρευνα.

3. Κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(50) Δεδομένου ότι ένας συνεργαζόμενος κοινοτικός παραγωγός αποκλείστηκε από τον ορισμό του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, οι δείκτες ζημίας που είχαν καθοριστεί στο προκαταρκτικό στάδιο αναθεωρήθηκαν ανάλογα. Τα παρακάτω στοιχεία παρουσιάζουν την εξέλιξη των δεικτών ζημίας κατά την υπό εξέταση περίοδο όσον αφορά τους δύο εναπομένοντες συνεργασθέντες κοινοτικούς παραγωγούς. Για λόγους εμπιστευτικότητας, δεδομένου ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αποτελείται από αυτούς τους δύο μόνο κοινοτικούς παραγωγούς, τα ποσά παρουσιάζονται υπό μορφή δεικτών.

Παραγωγή, παραγωγική ικανότητα και χρησιμοποίηση ικανότητας (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(51) Ο όγκος παραγωγής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 18% κατά την υπό εξέταση περίοδο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγής σημειώθηκε μεταξύ των ετών 1996 και 1998. Εν συνεχεία, ο όγκος της παραγωγής ακολούθησε ασταθή πορεία και, κατά την ΠΕ, ανήλθε σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο του 1998.

(52) Η παραγωγική ικανότητα καθορίστηκε με βάση τη θεωρητική μέγιστη ωριαία παραγωγή των εγκατεστημένων μηχανών, πολλαπλασιαζόμενη επί του ετήσιου θεωρητικού αριθμού ωρών εργασίας, λαμβανομένων υπόψη των διακοπών για τη συντήρηση και άλλων παρόμοιων διακοπών παραγωγής.

(53) Η αύξηση της παραγωγικής ικανότητας σημειώθηκε σε δύο στάδια. Η πρώτη αύξηση πραγματοποιήθηκε μεταξύ του 1996 και του 1998, και συγκεκριμένα κατά 16%. Σημειωτέον ότι ο όγκος παραγωγής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε επίσης σε συγκρίσιμο βαθμό κατά την περίοδο αυτή, με αποτέλεσμα την επίτευξη σταθερού και υψηλού επιπέδου χρησιμοποίησης της ικανότητας. Η δεύτερη αύξηση σημειώθηκε μεταξύ του 1999 και του τέλους της ΠΕ, όταν η παραγωγική ικανότητα αυξήθηκε κατά 14% περίπου. Κατά την περίοδο αυτή, το επίπεδο παραγωγής παρέμεινε σχετικά σταθερό, γεγονός που εξηγεί τη μείωση του συντελεστή χρησιμοποίησης της ικανότητας.

Αποθέματα (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(54) Η μείωση του επιπέδου των αποθεμάτων κατά την περίοδο 1996-1999 εξηγείται από τη σημαντική αύξηση του όγκου των πωλήσεων, ιδίως σε σχέση με τον όγκο παραγωγής κατά την ίδια περίοδο. Εν συνεχεία, το επίπεδο των αποθεμάτων αυξήθηκε λόγω της σημαντικής μείωσης του όγκου πωλήσεων ενώ η παραγωγή αυξήθηκε ελαφρά.

Όγκος πωλήσεων, μερίδιο αγοράς και ανάπτυξη (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(55) Ο όγκος πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε κατά 6% κατά την υπό εξέταση περίοδο. Κατά το 1998 ανήλθε στο ανώτατο σημείο του (αύξηση κατά 21% σε σχέση με το 1996) και εν συνεχεία μειώθηκε κατά 13% κατά την επόμενη περίοδο.

(56) Κατά την περίοδο 1996-1998, ο όγκος πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε σε μικρότερη αναλογία σε σχέση με την εξέλιξη της συνολικής κατανάλωσης στην Κοινότητα. Εν συνεχεία, η μείωσή του ήταν λιγότερο αισθητή από τη μείωση της συνολικής ζήτησης PTY που σημειώθηκε στην Κοινότητα μεταξύ του 1998 και της ΠΕ. Οι παράγοντες αυτοί εξηγούν τη σταθερή πτώση των μεριδίων αγοράς.

(57) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη την εξέλιξη του μεριδίου αγοράς όλων των κοινοτικών παραγωγών κατά την υπό εξέταση περίοδο και όχι μόνο την εξέλιξη του μεριδίου αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Έτσι, θα προέκυπτε συνολική αύξηση του μεριδίου αγοράς.

(58) Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, ως ζημία νοείται η σημαντική ζημία που προκαλείται στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Επομένως, ο προσδιορισμός της ζημίας περιορίζεται στη συνολική οικονομική κατάσταση των συνεργαζόμενων κοινοτικών παραγωγών που συναποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, όπως ορίζεται αυτός στην αιτιολογική σκέψη 42. Πέραν αυτού, ο πίνακας που απεικονίζεται στην αιτιολογική σκέψη 86 φανερώνει ότι το μερίδιο αγοράς των λοιπών κοινοτικών παραγωγών μειώθηκε επίσης, σε σημαντικό βαθμό, κατά την υπό εξέταση περίοδο. Στην πράξη, έχει αξιολογηθεί ο ρόλος των λοιπών κοινοτικών παραγωγών για τον προσδιορισμό της αιτιώδους συνάφειας. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

Τιμή πώλησης (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(59) Η μέση τιμή πώλησης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής παρέμεινε σταθερή μεταξύ του 1996 και του 1998 και μειώθηκε κατά 5% κατά την επακόλουθη περίοδο. Υπενθυμίζεται ότι η σύγκριση αυτή των τιμών για συγκρίσιμους τύπους του προϊόντος που πωλήθηκαν στην κοινοτική αγορά κατά την ΠΕ επέτρεψε να καθοριστούν περιθώρια μειωμένων τιμών 23% έως 28%.

Αποδοτικότητα (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(60) Η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, εκφραζόμενη με βάση την απόδοση επί των καθαρών πωλήσεων στην κοινοτική αγορά, σημείωσε απότομη πτώση κατά την υπό εξέταση περίοδο, περνώντας από θετικό επίπεδο το 1996 σε σημαντικά αρνητικό επίπεδο κατά την ΠΕ.

Επενδύσεις και ικανότητα άντλησης κεφαλαίου (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(61) Το επίπεδο των επενδύσεων ήταν ιδιαίτερα υψηλό κατά τη διετία 1996-1998 και πρέπει να συσχετιστεί με την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Κατά την ΠΕ, αντίθετα, οι επενδύσεις ήταν ιδιαίτερα περιορισμένες σε σύγκριση με τη διετία αυτή.

(62) Η ικανότητα άντλησης κεφαλαίου του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, τόσο από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης, όσο και από τις μητρικές εταιρείες, δεν εθίγη σοβαρά στις αρχές της υπό εξέταση περιόδου. Ωστόσο, αν ληφθεί υπόψη το επίπεδο απωλειών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ, η ικανότητα άντλησης κεφαλαίου του εν λόγω κλάδου είχε θιγεί σοβαρά κατά την περίοδο αυτή.

Απόδοση των επενδύσεων (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(63) Η απόδοση των καθαρών στοιχείων του ενεργητικού (η οποία εκφράζει την αποδοτικότητα ως ποσοστό των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του κοινοτικού κλάδου παραγωγής) θεωρήθηκε ως κατάλληλος δείκτης στη συγκεκριμένη περίπτωση.

(64) Η εξέλιξη της απόδοσης των καθαρών στοιχείων ενεργητικού αντιστοιχούσε στα ποσά αποδοτικότητας και παρουσίασε σαφή επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ιδίως μετά το 1998.

(65) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς αμφισβήτησαν το επίπεδο της απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού με βάση την αντίστοιχη εξέλιξη των τιμών PTY και της κυριότερης πρώτης ύλης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή PTY (και συγκεκριμένα των νημάτων POY - νημάτων από πολυεστέρες με ίνες μερικώς προσανατολισμένες). Προβλήθηκε το επιχείρημα ότι η μέση τιμή πώλησης των PTY αυξήθηκε περισσότερο από την τιμή αγοράς των POY, γεγονός που θα έπρεπε να οδηγήσει σε θετική εξέλιξη της απόδοσης των στοιχείων του ενεργητικού.

(66) Πρώτα-πρώτα, πρέπει να σημειωθεί ότι από το 1999 έως την ΠΕ, η μέση τιμή των PTY και PΟΥ εξελίχθηκε κατά παρόμοιο τρόπο. Εν συνεχεία, πρέπει να ληφθούν υπόψη και διάφορα άλλα στοιχεία κόστους, και συγκεκριμένα άλλα χρησιμοποιούμενα υλικά καθώς και το κόστος παραγωγής. Όλα τα στοιχεία αυτά επαληθεύθηκαν και ελήφθησαν υπόψη για τον καθορισμό της αποδοτικότητας και της απόδοσης των επενδύσεων κατά την υπό εξέταση περίοδο. Η εξέλιξη της αξίας των στοιχείων του ενεργητικού έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη στη συνάρτηση αυτή. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

Ταμειακές ροές (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(67) Τα ποσά τα σχετικά με τις ταμειακές ροές επιβεβαίωσαν την επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ωστόσο, παρέμειναν θετικά καθ'όλη την υπό εξέταση περίοδο και ανήλθαν σε ανώτατο σημείο το 1999. Το ανώτατο αυτό σημείο προκύπτει κυρίως από τις ταμειακές ροές το 1999 που αντιστοιχούν στο σημαντικό αριθμό συναλλαγών το 1998, οι οποίες εξοφλήθηκαν στην πράξη το 1999.

Απασχόληση, μισθοί και παραγωγικότητα (1996=100)

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(68) Ο αριθμός των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 23% κατά την υπό εξέταση περίοδο. Το κόστος απασχόλησης αυξήθηκε κατά 45% κατά την ίδια περίοδο.

(69) Η παραγωγικότητα μειώθηκε κατά 5% κατά την υπό εξέταση περίοδο.

Ανάκαμψη από τις επιπτώσεις των προηγούμενων πρακτικών ντάμπινγκ

(70) Κατά την περίοδο 1996-1998, τα χρηματοοικονομικά αποτελέσματα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ήταν ικανοποιητικά, γεγονός που φανερώνει ότι ο εν λόγω κλάδος είχε ανακάμψει, εν μέρει τουλάχιστον, από τις επιπτώσεις των εισαγωγών με ντάμπινγκ καταγωγής τρίτων χωρών, έναντι των οποίων είχαν επιβληθεί μέτρα αντιντάμπινγκ το 1996. Εν συνεχεία, μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, λαμβανομένης υπόψη της αύξησης των ινδικών εισαγωγών με ντάμπινγκ, η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατέστη εκ νέου επισφαλής.

Πραγματικά περιθώρια ντάμπινγκ

(71) Τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ είναι σαφώς σημαντικά. Λαμβανομένου υπόψη του όγκου και της τιμής των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, ο αντίκτυπος των εν λόγω περιθωρίων ντάμπινγκ δεν μπορεί να θεωρηθεί αμελητέος.

4. Συμπέρασμα ως προς τη ζημία

(72) Επιβεβαιώνεται το προσωρινό συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία κατά την ΠΕ, κατά την έννοια του άρθρου 3 του βασικού κανονισμού. Η επισφαλής κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής έγινε εμφανής κατά την περίοδο μετά το έτος 1998. Πράγματι, μεταξύ του 1996 και του 1998, ο όγκος παραγωγής του κοινοτικού κλάδου παραγωγής αυξήθηκε (+17%) και ο συντελεστής χρησιμοποίησης της ικανότητας ήταν υψηλός. Ο όγκος των πωλήσεων αυξήθηκε επίσης (+21%) ενώ η τιμή πώλησης παρέμεινε σταθερή και ο κλάδος παραγωγής εξακολουθούσε να είναι επικερδής (όσον αφορά την απόδοση του καθαρού κύκλου εργασιών, την απόδοση των συνολικών στοιχείων του ενεργητικού και των ταμειακών ροών). Επομένως, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής ήταν σε θέση να αυξήσει τις επενδύσεις του, δεδομένου ότι ο αριθμός των απασχολούμενων και οι ταμειακές ροές παρέμειναν ευνοϊκά κατά την εν λόγω περίοδο. Η θετική αυτή εξέλιξη εξηγείται από τη συνδυασμένη θετική επίπτωση της επιβολής μέτρων αντιντάμπινγκ κατά της Ινδονησίας, της Ταϊλάνδης, της Ταϊβάν και της Μαλαισίας, την αποκατάσταση θεμιτών εμπορικών πρακτικών στην κοινοτική αγορά και την αύξηση της κοινοτικής κατανάλωσης PTY.

(73) Μετά το 1998, η κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής άρχισε να επιδεινώνεται σημαντικά. Ακόμη και αν ο όγκος παραγωγής παρέμεινε σταθερός, η χρησιμοποίηση της παραγωγικής ικανότητας μειώθηκε κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες, ο όγκος των πωλήσεων κατά 13%, ενώ οι τιμές πώλησης μειώθηκαν επίσης κατά 5%. Επομένως, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής άρχισε να υφίσταται σημαντικές απώλειες, γεγονός που έθιξε και το επίπεδο των επενδύσεων.

(74) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς προέβαλαν το επιχείρημα ότι ορισμένοι από τους προαναφερόμενους λεπτομερείς δείκτες ζημίας εξελίχθηκαν θετικά κατά την υπό εξέταση περίοδο και, επομένως, δεν παρουσιάζουν ζημία.

(75) Κατ'αρχάς πρέπει να παρατηρηθεί ότι, όσον αφορά το άρθρο 3 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού, κανένας από τους οικονομικούς συντελεστές που παρατίθενται στο άρθρο αυτό δεν παρέχει κατ'ανάγκη καθοριστικές ενδείξεις για το κατά πόσον ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία. Ένα άλλο ακόμη πιο σημαντικό στοιχείο είναι ότι, αν και αληθεύει ότι η οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής βελτιώθηκε κατά την περίοδο 1996-1998, τα ποσά και τα προαναφερόμενα συμπεράσματα φανερώνουν σαφώς, κατά την επακόλουθη περίοδο, σαφή επιδείνωση της κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και σημαντική ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ. Επομένως, το επιχείρημα απορρίφθηκε και τα παραπάνω συμπεράσματα, δηλαδή ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη σημαντική ζημία, επιβεβαιώνονται.

Η. ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΣΥΝΑΦΕΙΑ

1. Εισαγωγή

(76) Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή επανεξέτασε αν η σημαντική ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής, όπως ορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 42 παραπάνω, προκλήθηκε από τις εισαγωγές καταγωγής Ινδίας που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ. Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή επανεξέτασε επίσης διάφορους άλλους γνωστούς παράγοντες που θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής για να διασφαλίσει ότι η προκαλούμενη από τους εν λόγω άλλους παράγοντες ζημία δεν έχει αποδοθεί εσφαλμένα στις εν λόγω εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ.

2. Επίπτωση των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ

(77) Μεταξύ του 1996 και της ΠΕ, ο όγκος των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας τριπλασιάστηκε από 7 583 τόνους σε 22 683 τόνους. Ο όγκος αυτός αυξήθηκε σε δύο στάδια: πρώτα-πρώτα μεταξύ του 1996 και του 1998, κατά 138%, και εν συνεχεία από το 1999 έως την ΠΕ, κατά 92%, από 11 824 τόνους σε 22 683 τόνους, δηλαδή κατά 10 800 τόνους περίπου. Πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ η πρώτη αύξηση σημειώθηκε ενόσω εξακολουθούσε να αυξάνεται η κοινοτική αγορά, η δεύτερη σημειώθηκε τη στιγμή που η κοινοτική κατανάλωση αντιμετώπιζε σημαντική κάμψη (-14 000 τόνους). Κατά την ίδια περίοδο, δηλαδή από το 1999 έως την ΠΕ, ο όγκος πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε κατά 13% περίπου.

(78) Η ίδια τάση μπορεί να παρατηρηθεί και σε σχετικές τιμές. Το ινδικό μερίδιο αγοράς αυξήθηκε από 2,7% το 1996 σε 6,7% κατά την ΠΕ. Η αύξηση αυτή σημειώθηκε σε δύο φάσεις: μεταξύ του 1996 και του 1998, από 2,7% σε 4,9%, και μεταξύ του 1999 και της ΠΕ, από 3,3% σε 6,7%.

(79) Το 1999, η τιμή των ινδικών εισαγωγών έφθασε στο χαμηλό επίπεδο 1,4 ευρώ ανά τόνο κατά μέσο όρο, δηλαδή μειώθηκε κατά 17% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και κατά 26% σε σύγκριση με το 1996. Χάρη σε αυτήν την πολιτική χαμηλών τιμών, οι εισαγωγές μπόρεσαν να αυξήσουν τον όγκο των πωλήσεών τους και να επανακτήσουν τα απολεσθέντα μερίδια αγοράς τους το 2000 και κατά την ΠΕ. Εν συνεχεία, οι τιμές ανήλθαν στο επίπεδο του 1998, αλλά εξακολουθούσαν να είναι κατά μέσο όρο χαμηλότερες από το επίπεδό τους το 1996 και το 1997.

(80) Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά την ΠΕ, διαπιστώθηκαν σημαντικά μειωμένα περιθώρια, τα οποία κυμάνθηκαν μεταξύ 23 και 28%. Τούτο φανερώνει σαφώς την έντονη πίεση που άσκησαν επί των τιμών οι ινδικές εισαγωγές κατά την ΠΕ. Πράγματι, με μερίδιο αγοράς 6,7% κατά την ΠΕ, το επίπεδο αυτό των χαμηλότερων από τις κοινοτικές τιμών είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στη διαφανή και συμπιεσμένη αυτή κοινοτική αγορά, ακόμη περισσότερο επειδή το εν λόγω προϊόν είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στις διακυμάνσεις των τιμών.

(81) Συγχρόνως, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής υπέστη μείωση του μεριδίου αγοράς κατά μία ποσοστιαία μονάδα περίπου μεταξύ του 1996 και του 1998 και άλλη μία ποσοστιαία μονάδα μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Η μείωση αυτή πρέπει να εξεταστεί με βάση τις εξελίξεις των τιμών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Ο εν λόγω κλάδος αναγκάστηκε πράγματι να μειώσει τις τιμές του κατά 7% το 1999 σε σύγκριση με το 1998 ώστε να διατηρήσει τη θέση του στην αγορά. Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι κατά το ίδιο έτος, οι τιμές των ινδικών εισαγωγών μειώθηκαν κατά 17%. Εν συνεχεία, οι τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής παρέμειναν σχετικά σταθερές, σε επίπεδο, ωστόσο, ανεπαρκές για τη διατήρηση θετικής χρηματοοικονομικής κατάστασης. Αντίθετα με τους Ινδούς παραγωγούς-εξαγωγείς, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση να βελτιώσει τις μέσες τιμές πώλησής του στην Κοινότητα από το 2000 έως την ΠΕ.

(82) Κατά τη διετία 1996-1998, παρά την αύξηση των ινδικών εισαγωγών, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής εξελίχθηκε ευνοϊκά, χάρη στην αποκατάσταση των θεμιτών εμπορικών πρακτικών στην αναπτυσσόμενη κοινοτική αγορά μετά την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές PTY καταγωγής διαφόρων χωρών (βλ. παρακάτω). Από το 1999 και μετά, ωστόσο, η χρηματοοικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής επιδεινώθηκε σημαντικά. Όπως εξηγείται παραπάνω, ο όγκος των πωλήσεων και οι τιμές άρχισαν να μειώνονται και η αποδοτικότητα, η απόδοση των επενδύσεων καθώς και οι ταμειακές ροές εθίγησαν σοβαρά. Τούτο συμπίπτει με την περίοδο κατά την οποία οι ινδικές τιμές μειώθηκαν σημαντικά και ο όγκος των εισαγωγών άρχισε να αυξάνει αισθητά, και συγκεκριμένα διπλασιάστηκε από το 1999 έως την ΠΕ.

3. Επιπτώσεις άλλων γνωστών παραγόντων

Εισαγωγές καταγωγής άλλων τρίτων χωρών

(83) Δεδομένου ότι δεν υποβλήθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες ή παρατηρήσεις, από τη μία ή την άλλη ενδιαφερόμενη εταιρεία, επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα που συνάγεται στην αιτιολογική σκέψη 91 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, σύμφωνα με το οποίο οι εισαγωγές καταγωγής Ινδονησίας και Ταϊβάν είναι επίσης πιθανό να συνέβαλαν στη ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ.

(84) Στην ιδιαίτερα διαφανή αυτή αγορά, ο μεγάλος αριθμός εισαγωγών PTY σε χαμηλές τιμές, από οποιαδήποτε χώρα καταγωγής, είναι πιθανό να προκαλέσει ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής σε βαθμό που μπορεί να θεωρηθεί σημαντικός. Σε περίπτωση που ποσοτικοποιηθεί, ωστόσο, ο αντίκτυπος των ινδικών εισαγωγών σε σχέση με τον αντίκτυπο των εισαγωγών καταγωγής Ινδονησίας και Ταϊβάν, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η σημαντική αύξηση των ινδικών εισαγωγών από το 1999 έως την ΠΕ, τόσο σε απόλυτες όσο και σε σχετικές τιμές, καθώς και η ινδική μέση τιμή εισαγωγής κατά την ΠΕ, η οποία, κατά μέσο όρο, ήταν χαμηλότερη από τις ινδονησιακές και ταϊβανέζικες τιμές εισαγωγής, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι οι τιμές αυτές υπόκεινται εν μέρη σε δασμούς αντιντάμπινγκ. Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αντίκτυπος των ινδικών εισαγωγών ήταν σαφώς λιγότερο σημαντικός από τον αντίκτυπο των ινδονησιακών και ταϊβανέζικων εισαγωγών, και ότι, επομένως υπάρχει πραγματική και ουσιώδης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας και της επισφαλούς κατάστασης του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(85) Όσον αφορά τις εισαγωγές από τις υπόλοιπες τρίτες χώρες, ελλείψει παρατηρήσεων, επιβεβαιώνεται επίσης το προκαταρκτικό συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω εισαγωγές είχαν ζημιογόνες επιπτώσεις στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

Λοιποί κοινοτικοί παραγωγοί

(86) Στον ακόλουθο πίνακα, ο οποίος βασίζεται στις πληροφορίες που έλαβαν ορισμένες εταιρείες και περιέχονται στην καταγγελία, απεικονίζεται η εξέλιξη του όγκου των πωλήσεων και του μεριδίου αγοράς των λοιπών κοινοτικών παραγωγών.

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(87) Από τα παραπάνω στοιχεία μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο όγκος πωλήσεων των λοιπών κοινοτικών παραγωγών PTY μειώθηκε αισθητά από το 1996 έως την ΠΕ τόσο σε απόλυτες όσο και σε σχετικές τιμές. Επιπλέον, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι σημαντικό ποσοστό των λοιπών αυτών κοινοτικών παραγωγών συγκαταλέγονταν στην πράξη μεταξύ των αρχικών καταγγελλόντων. Οι εταιρείες αυτές δεν ήταν σε θέση να συνεργαστούν πλήρως στην παρούσα έρευνα λόγω ελλείψεως πόρων, αλλά υποστήριξαν πλήρως τη διαδικασία και συνεργάστηκαν πλήρως ή εν μέρει στις διάφορες άλλες παρόμοιες πρόσφατες διαδικασίες.

(88) Βάσει των ανωτέρω, συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι λοιποί κοινοτικοί παραγωγοί δεν συνέβαλαν στη ζημία που υπέστη ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής κατά την ΠΕ.

Επενδύσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(89) Ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη προέβαλαν το επιχείρημα ότι οι τεράστιες επενδύσεις που έγιναν από τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής κατά την υπό εξέταση περίοδο προκάλεσαν επίσης επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασής του.

(90) Όπως εξηγείται παραπάνω, οι επενδύσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής συνδέθηκαν με αύξηση της παραγωγικής ικανότητάς του. Η ικανότητα αυτή αυξήθηκε για πρώτη φορά όταν αυξήθηκε και η κοινοτική κατανάλωση, δηλαδή μεταξύ του 1996 και του 1998. Επομένως, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αύξησε τον όγκο παραγωγής του και ήταν σε θέση να αυξήσει επίσης τον όγκο των πωλήσεών του, ακολουθώντας τη μεγέθυνση της κοινοτικής αγοράς. Ενόψει της θετικής αυτής εξέλιξης, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αύξησε την παραγωγική ικανότητα του για μια δεύτερη φορά μεταξύ του 1999 και της ΠΕ. Η αύξηση αυτή της ικανότητας ανήλθε σε περίπου 10 000 τόνους. Αυτή τη φορά, ωστόσο, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν μπόρεσε να αυξήσει την παραγωγή του και τον όγκο των πωλήσεών του για να χρησιμοποιήσει τη νέα αυτή ικανότητα, γεγονός που προκάλεσε σημαντική μείωση του συντελεστή χρησιμοποίησης της ικανότητας. Δεδομένου ότι ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής PTY είναι έντασης κεφαλαίου, γεγονός που συνεπάγεται υψηλό πάγιο κόστος, η μείωση της παραγωγής και του όγκου των πωλήσεων από το 1999 έως την ΠΕ είχε άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική κατάστασή του. Σημειώνεται ότι η τιμή των κυριότερων πρώτων υλών παρέμεινε σταθερή κατά την ίδια περίοδο.

(91) Η αύξηση της ικανότητας από το 1999 έως την ΠΕ είχε, επομένως, πράγματι αρνητικό αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Τούτο συνέβη επειδή συνέπεσε με μείωση της παραγωγής και του όγκου πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Η δεύτερη μείωση, ωστόσο, προκλήθηκε από την πίεση που άσκησαν στην κοινοτική αγορά οι ινδικές εισαγωγές PTY. Παρότι η κοινοτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 14 000 περίπου τόνους από το 1999 έως την ΠΕ, ο όγκος των ινδικών εισαγωγών PTY αυξήθηκε κατά 10 000 τόνους περίπου κατά την ίδια περίοδο, λόγω της επιθετικής πολιτικής τιμών. Πράγματι, οι ινδικές τιμές εισαγωγής PTY υπολείπονταν σε σημαντικό βαθμό από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κατά την ΠΕ και ο αντίστοιχος όγκος των εισαγωγών αυξήθηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν ήταν σε θέση όχι μόνο να αυξήσει τις πωλήσεις του και τον όγκο παραγωγής του, αλλά ούτε να περιορίσει την πτώση τους, γεγονός που θα είχε επιτρέψει να περιοριστεί ο αρνητικός αντίκτυπος της εγκατασταθείσας πλεονασματικής ικανότητας.

(92) Θεωρείται ότι το κόστος που συνδέεται με τις επενδύσεις, και επομένως με την αύξηση της εγκατασταθείσας ικανότητας, είχε πράγματι αρνητικό αντίκτυπο στη χρηματοοικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής από το 1999 έως την ΠΕ. ο αντίκτυπος αυτός επιδεινώθηκε, ωστόσο, επειδή ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αναγκάστηκε να μειώσει τις πωλήσεις του, τον όγκο παραγωγής του και τις τιμές πώλησης. Τούτο οφειλόταν στην πίεση που άσκησαν οι χαμηλές τιμές των ινδικών εισαγωγών, ο όγκος των οποίων υπερδιπλασιάστηκε κατά την ίδια περίοδο, τη στιγμή που η συνολική κοινοτική κατανάλωση μειωνόταν.

(93) Επομένως, είναι σαφές ότι αν δεν υπήρχαν επιδοτούμενες εισαγωγές από την Ινδία, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής θα ήταν σε θέση να διατηρήσει τις τιμές πώλησής του στο επίπεδο του 1998 και να αυξήσει τον όγκο της παραγωγής και των πωλήσεών του. Τούτο θα είχε οδηγήσει επίσης σε οικονομίες κλίμακας και, υπό θεμιτές εμπορικές συνθήκες, ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής δεν θα ήταν σε θέση να απορροφήσει το μεγαλύτερο, αν όχι όλο, το πρόσθετο πάγιο κόστος που συνδέεται με τις επενδύσεις του.

Συμπίεση της ζήτησης

(94) Ενώ η κοινοτική κατανάλωση αυξήθηκε συνολικά κατά την υπό εξέταση περίοδο, από το 1999 έως την ΠΕ μειώθηκε. Παρότι η φθίνουσα αυτή τάση συνέπεσε με τη μείωση του όγκου πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, πρέπει να σημειωθεί πρώτα-πρώτα ότι η πτώση του όγκου των πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής ήταν αναλογικά σημαντικότερη από την πτώση της κοινοτικής κατανάλωσης. Δεύτερον, κατά την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές καταγωγής Ινδίας υπερδιπλασιάστηκαν. Επομένως, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η συμπίεση αυτή της ζήτησης είχε ζημιογόνες επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε μικρότερη σημασία σε σχέση με τις επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ.

Παγκόσμια οικονομική ύφεση

(95) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς ισχυρίστηκαν ότι ο κοινοτικής κλάδος παραγωγής είχε υποστεί ζημία, η οποία οφειλόταν στην παγκόσμια οικονομική ύφεση από το τέλος του 2000 και μετά, και ότι τούτο πρέπει να ληφθεί υπόψη και να ποσοτικοποιηθεί για την ανάλυση της αιτιώδους συνάφειας.

(96) Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση, η οικονομική κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής είχε ήδη αρχίσει να επιδεινώνεται πριν από το τέλος του έτους 2000. Δεύτερον, σε περίοδο παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, θα μπορούσε να αναμένει κανείς ότι όλοι οι παράγοντες στην Κοινότητα θα υποστούν τις ίδιες επιπτώσεις. Ωστόσο, τη στιγμή που η αγορά είχε σημειώσει κάμψη, οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς κατόρθωσαν να αυξήσουν αισθητά τον όγκο των πωλήσεών τους στην Κοινότητα. Όπως περιγράφεται παραπάνω, ο όγκος πωλήσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής μειώθηκε αναλογικά περισσότερο από την κοινοτική κατανάλωση. Επιπλέον, ο αντίκτυπος της παγκόσμιας ύφεσης αντανακλάτο ήδη στην προαναφερόμενη συμπίεση της ζήτησης.

(97) Βάσει των ανωτέρω, ακόμη και αν δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η οικονομική ύφεση είχε επίσης αντίκτυπο στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, συνάγεται το συμπέρασμα ότι, σε σχέση με τον αντίκτυπο της συμπίεσης των τιμών των εισαγωγών που αποτέλεσαν αντικείμενο ντάμπινγκ, ήταν δευτερεύουσας σημασίας.

Εξαγωγικές επιδόσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής

(98) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς προέβαλαν το επιχείρημα ότι η απώλεια του μεριδίου αγοράς του κοινοτικού κλάδου παραγωγής οφείλεται στο γεγονός ότι ο κλάδος αυτός στράφηκε προς τις εξαγωγικές μάλλον παρά προς τις εγχώριες πωλήσεις. Η αύξηση του όγκου εξαγωγών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής φανερώνει ότι είναι ανταγωνιστικός στις αγορές που επικρατούν θεμιτές συνθήκες ανταγωνισμού. Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, ενώ ο εξαγωγικός όγκος τετραπλασιάστηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο, παρέμεινε οριακός σε σύγκριση με τις συνολικές πωλήσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Τέλος, παρατηρείται ότι η αποδοτικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής καθορίζεται μόνο σε σχέση με τις πωλήσεις του στην κοινοτική αγορά. Ελλείψει νέων παρατηρήσεων σχετικά με το θέμα αυτό, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα των αιτιολογικών σκέψεων 96 έως 98 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

Τιμή πρώτων υλών

(99) Επειδή δεν υπήρξαν παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό, επιβεβαιώνονται τα συμπεράσματα των αιτιολογικών σκέψεων 93 έως 95 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, σύμφωνα με τα οποία η τιμή των πρώτων υλών του κοινοτικού κλάδου παραγωγής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αιτία για τη ζημία του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

Λοιπά επιχειρήματα των ενδιαφερόμενων μερών

(100) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς προέβαλαν το επιχείρημα ότι η μείωση του όγκου παραγωγής κατά την ΠΕ πρέπει να αποδοθεί σε ηθελημένη διακοπή λειτουργίας μιας εγκατάστασης ενός εκ των δύο κοινοτικών παραγωγών που συναποτελούν τον κοινοτικό κλάδο παραγωγής. Ωστόσο, η έρευνα κατέδειξε ότι ουδεμία εγκατάσταση διέκοψε τη λειτουργία της κατά την ΠΕ. Ο εν λόγω παραγωγός επιβεβαίωσε ότι δεν διακόπηκε η λειτουργία εγκατάστασης και υποστήριξε ότι η ενδεχόμενη μείωση του όγκου παραγωγής του κατά την ΠΕ οφείλεται στη φθίνουσα ζήτηση των PTY κατά την περίοδο αυτή, λόγω της αύξησης των εισαγωγών PTY σε χαμηλές τιμές στην κοινοτική αγορά. Επομένως, το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε.

4. Συμπέρασμα για την αιτιώδη συνάφεια

(101) Συμπερασματικά, επιβεβαιώνεται ότι οι εισαγωγές με ντάμπινγκ είχαν ζημιογόνες επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, ιδίως από το 1999 έως την περίοδο της έρευνας, η οποία χαρακτηρίζεται από μείωση του όγκου των πωλήσεων, συμπίεση των τιμών πώλησης, απώλεια μεριδίου αγοράς και σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης, ιδίως ως προς την αποδοτικότητα και την απόδοση των επενδύσεων. Πράγματι, κατά την ίδια περίοδο, ο όγκος των ινδικών εισαγωγών αυξήθηκε αισθητά, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους, σε τιμές που διαπιστώθηκε ότι ήταν αισθητά χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής.

(102) Εξετάστηκαν και οι υπόλοιποι γνωστοί παράγοντες: οι εισαγωγές καταγωγής τρίτων χωρών, οι πωλήσεις των λοιπών κοινοτικών παραγωγών, οι επενδύσεις του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, η συμπίεση της ζήτησης, η παγκόσμια οικονομική ύφεση, η τιμή των πρώτων υλών και των εξαγωγικών επιδόσεων του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Όπως διαπιστώθηκε, ορισμένοι από τους παράγοντες αυτούς είχαν επίσης ζημιογόνες επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής. Η επίπτωση των παραγόντων αυτών επιδείνωσε τις σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής που προκλήθηκαν από την απότομη αύξηση των εισαγωγών καταγωγής Ινδίας, η οποία, εξεταζόμενη μεμονωμένα, έχει επίσης προκαλέσει σημαντική ζημία στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής.

(103) Λαμβανομένης υπόψη της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην οποία έχουν διακριθεί και διαχωριστεί σαφώς οι επιπτώσεις όλων των γνωστών παραγόντων μεταξύ τους, καθώς και οι σχετικές επιπτώσεις στην κατάσταση του κοινοτικού κλάδου παραγωγής από τις ζημιογόνες επιπτώσεις των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, και αφού διασφαλίστηκε ότι η ζημία που οφείλεται στους λοιπούς αυτούς παράγοντες δεν αποδίδεται στις εισαγωγές με ντάμπινγκ, επιβεβαιώνεται ότι οι εν λόγω λοιποί παράγοντες αυτοί καθαυτοί δεν αρκούν για να ανατρέψουν την ύπαρξη πραγματικής και σημαντικής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ και της σημαντικής ζημίας που διαπιστώθηκε.

Θ. ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ

(104) Λαμβανομένων υπόψη των εξελίξεων που σημειώθηκαν μετά τον προσδιορισμό των προκαταρκτικών συμπερασμάτων, δηλαδή τη διακοπή λειτουργίας της εγκατάστασης Dupont SA, επανεξετάστηκε κατά πόσον, παρά τα συμπεράσματα για τη ζημιογόνο πρακτική ντάμπινγκ, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ είναι αντίθετη προς το συμφέρον της Κοινότητας.

1. Κοινοτικός κλάδος παραγωγής και άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί

(105) Όπως περιγράφεται στον κανονισμό για τον προσωρινό δασμό, δεν υπάρχει λόγος να αμφισβητούνται η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα του κοινοτικού κλάδου παραγωγής υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Ωστόσο, τα γεγονότα έχουν αποδείξει ότι, ελλείψει θεμιτών εμπορικών συνθηκών, η ύπαρξη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής κινδυνεύει σοβαρά. Πράγματι, το μη θεμιτό εμπόριο στην κοινοτική αγορά έχει ήδη οδηγήσει στη διακοπή λειτουργίας της εταιρείας Dupont SA, η οποία δεν μπόρεσε να επιβιώσει λόγω της τρέχουσας ύφεσης της αγοράς. Σε περίπτωση που δεν επιβληθούν μέτρα, δεν αποκλείεται να έχουν την ίδια τύχη και άλλοι κοινοτικοί παραγωγοί.

(106) Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, αν και δύο μόνο κοινοτικοί παραγωγοί ήταν σε θέση να συνεργαστούν στην έρευνα, η διαδικασία υποστηρίχθηκε πλήρως από τους κοινοτικούς παραγωγούς που αντιπροσωπεύουν περίπου το 75% της κοινοτικής παραγωγής. Όπως περιγράφεται παραπάνω, το μερίδιο αγοράς και ο όγκος πωλήσεων των λοιπών κοινοτικών παραγωγών διαβρώθηκαν επίσης στην κοινοτική αγορά.

(107) Επομένως, επιβεβαιώνονται τα προκαταρκτικά συμπεράσματα, σύμφωνα με τα οποία η επιβολή μέτρων είναι προς το συμφέρον του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και των λοιπών κοινοτικών παραγωγών.

2. Εισαγωγείς

(108) Στο προκαταρκτικό στάδιο, κανένας εισαγωγέας ή εμπορικός φορέας δεν απάντησε στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής. Στον κανονισμό για τον προσωρινό δασμό, είχε συναχθεί το συμπέρασμα ότι η επιβολή μέτρων δεν θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην κατάστασή τους.

(109) Επειδή τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν υπέβαλαν περαιτέρω παρατηρήσεις μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, επιβεβαιώνονται τα προαναφερόμενα συμπεράσματα.

3. Προμηθευτές πρώτων υλών

(110) Ελλείψει άλλων παρατηρήσεων, επιβεβαιώνεται το προκαταρκτικό συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο η επιβολή μέτρων είναι προς το συμφέρον του ανάντη βιομηχανικού κλάδου.

4. Χρήστες

(111) Στο προκαταρκτικό στάδιο, συνεργάστηκε ένας μόνο χρήστης. Ελλείψει παρατηρήσεων ή αντιδράσεων μετά την επιβολή των προσωρινών μέτρων, επιβεβαιώνεται το συμπέρασμα σύμφωνα με το οποίο η επιβολή των μέτρων δεν θα θίξει τη βιωσιμότητα ούτε την ανταγωνιστικότητα των χρηστών.

5. Συμπέρασμα

(112) Αν δεν επιβληθούν μέτρα αντιντάμπινγκ, η ύπαρξη του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και των λοιπών κοινοτικών παραγωγών θα θιγεί σοβαρά. Η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ένας κοινοτικός παραγωγός αναγκάστηκε πρόσφατα να κλείσει την εγκατάστασή του στην Κοινότητα λόγω των μη θεμιτών εμπορικών συνθηκών που επικρατούν στην κοινοτική αγορά.

(113) Αντίθετα, αν δεν επιβληθούν οριστικά μέτρα, η σταθερή κάμψη της αποδοτικότητας του κοινοτικού κλάδου παραγωγής που παρατηρήθηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο, με κίνδυνο τη διακοπή λειτουργίας περαιτέρω εγκαταστάσεων PTY στην Κοινότητα.

(114) Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε προσωρινά στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για την μη επιβολή οριστικών μέτρων αντιντάμπινγκ.

Ι. ΟΡΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΑΝΤΙΝΤΑΜΠΙΝΓΚ

1. Επίπεδο εξάλειψης της ζημίας

(115) Με βάση τη μέθοδο που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 122 έως 125 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, υπολογίστηκε επίπεδο εξάλειψης της ζημίας για τον καθορισμό του επιπέδου των μέτρων που θα επιβληθούν οριστικά.

(116) Οι Ινδοί παραγωγοί-εξαγωγείς υποστήριξαν ότι το επίπεδο του κέρδους που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό της μη ζημιογόνου τιμής επιλέχθηκε αυθαίρετα, επειδή βασίστηκε στο υψηλότερο περιθώριο κέρδους που παρατηρήθηκε κατά την υπό εξέταση περίοδο.

(117) Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το επίπεδο κέρδους που ελήφθη υπόψη για τον υπολογισμό της μη ζημιογόνου τιμής πρέπει να αντιστοιχεί σε επίπεδο που θα περίμενε ευλόγως ο κοινοτικός κλάδος παραγωγής αν δεν είχε ασκηθεί ζημιογόνος πρακτική ντάμπινγκ. Το 1998 θεωρήθηκε εύλογη περίοδος αναφοράς, δεδομένου ότι, το έτος εκείνο, οι εισαγωγές από την Ινδία δεν είχαν ακόμη οδηγήσει σε τέτοια συμπίεση τις τιμές του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, και οι εισαγωγές από τις άλλες χώρες στις οποίες είχαν επιβληθεί μέτρα βρίσκονταν ήδη σε επίπεδο παρόμοιο με εκείνο που επικρατούσε κατά την ΠΕ. Το γεγονός ότι ένας κοινοτικός παραγωγός αναγκάστηκε να εξαιρεθεί από τον ορισμό του κοινοτικού κλάδου παραγωγής και, επομένως, το ότι καθορίστηκαν νέα ποσοστά αποδοτικότητας για την υπό εξέταση περίοδο, δεν μεταβάλλει τα προσωρινά συμπεράσματα σύμφωνα με τα οποία ένας τέτοιος κλάδος παραγωγής, υπό θεμιτούς όρους αγοράς, θα μπορούσε να αναμένει εύλογα την επίτευξη κέρδους 8% αν δεν υπήρχαν εισαγωγές με ντάμπινγκ.

(118) Βάσει των ανωτέρω, επιβεβαιώνεται η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό του επιπέδου εξάλειψης της ζημίας, όπως περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις 122 έως 125 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό.

(119) Όπως και παραπάνω, σε σχέση με τα περιθώρια σε τιμές χαμηλότερες των κοινοτικών, τα περιθώρια ζημίας επανεξετάστηκαν επίσης και τροποποιήθηκαν.

2. Οριστικά μέτρα

(120) Βάσει των ανωτέρω και σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού, κρίνεται σκόπιμο να επιβληθεί οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στο επίπεδο των περιθωρίων ντάμπινγκ που καθορίστηκαν, δεδομένου ότι τα περιθώρια αυτά είναι χαμηλότερα, σε όλες τις περιπτώσεις, από τα περιθώρια ζημίας.

(121) Εντούτοις, όσον αφορά την παράλληλη διαδικασία κατά των επιδοτήσεων έναντι της Ινδίας, σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2026/97 του Συμβουλίου [4] (εφεξής "ο βασικός κανονισμός κατά των επιδοτήσεων") και το άρθρο 14 παράγραφος 1 του βασικού κανονισμού, κανένα προϊόν δεν υπόκειται συγχρόνως σε δασμούς αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικούς δασμούς που αποβλέπουν στην επανόρθωση της ίδιας κατάστασης που προκύπτει από την πρακτική ντάμπινγκ ή από την επιδότηση των εξαγωγών. Επομένως, είναι αναγκαίο να καθοριστεί αν και κατά πόσον τα ποσά των επιδοτήσεων και τα περιθώρια ντάμπινγκ απορρέουν από την ίδια κατάσταση.

[4] ΕΕ L 288, 21.10.1997, σ. 1.

(122) Με τον κανονισμό ..../2002 του Συμβουλίου, επιβλήθηκε οριστικός αντισταθμιστικός δασμός που αντιστοιχεί στο ποσό της επιδότησης, το οποίο διαπιστώθηκε ότι είναι κατώτερο από το περιθώριο της ζημίας στην περίπτωση όλων των εξαγωγέων. Όπως διαπιστώθηκε, όλα τα καθεστώτα επιδοτήσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας αποτελούσαν εξαγωγικές επιδοτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 4 στοιχείο α) του βασικού κανονισμού κατά των επιδοτήσεων. Επομένως, τα οριστικά περιθώρια ντάμπινγκ που καθορίστηκαν για τους συνεργασθέντες παραγωγούς-εξαγωγείς στην Ινδία οφείλονται εν μέρει στην ύπαρξη των εν λόγω εξαγωγικών επιδοτήσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες, κρίνεται ότι δεν είναι σκόπιμο να επιβληθούν συγχρόνως αντισταθμιστικός δασμός και δασμός αντιντάμπινγκ για το συνολικό ποσό των εξαγωγικών επιδοτήσεων και των περιθωρίων ντάμπινγκ που καθορίστηκαν οριστικά. Ως εκ τούτου, ο οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να αντανακλά το πραγματικό περιθώριο ντάμπινγκ, το οποίο απομένει μετά την επιβολή του οριστικού αντισταθμιστικού δασμού που σκοπό έχει να εξουδετερώσει την επίπτωση των εξαγωγικών επιδοτήσεων.

(123) Βάσει των ανωτέρω, οι οριστικοί δασμοί καθορίζονται ως εξής:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

(124) Οι ατομικοί δασμοί αντιντάμπινγκ των εταιρειών που διευκρινίζονται στον παρόντα κανονισμό καθορίστηκαν με βάση τα πορίσματα της παρούσας έρευνας. Επομένως, αυτοί οι συντελεστές αντικατοπτρίζουν την κατάσταση που διαπιστώθηκε για τις ενδιαφερόμενες εταιρείες κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω δασμολογικοί συντελεστές (σε αντιδιαστολή προς τους δασμούς σε εθνική κλίμακα, που ισχύουν για "όλες τις άλλες εταιρείες") εφαρμόζονται αποκλειστικά στις εισαγωγές προϊόντων καταγωγής της ενδιαφερόμενης χώρας, τα οποία έχουν παραχθεί από τις εταιρείες, και, επομένως, από τις συγκεκριμένες νομικές οντότητες που αναφέρονται. Εισαγόμενα προϊόντα που παράγονται από κάθε άλλη εταιρεία, η οποία δεν αναφέρεται ρητώς στο εκτελεστικό μέρος του παρόντος κανονισμού με την επωνυμία και τη διεύθυνσή της, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που συνδέονται με τις εταιρείες που αναφέρονται ρητώς, δεν μπορούν να τύχουν αυτών των συντελεστών και υπόκεινται στον δασμολογικό συντελεστή που ισχύει για "όλες τις άλλες εταιρείες".

(125) Οποιοδήποτε αίτημα για την εφαρμογή των εν λόγω δασμών αντιντάμπινγκ για μεμονωμένες εταιρείες (π.χ. μετά από αλλαγή της επωνυμίας της οντότητας ή μετά τη δημιουργία νέων οντοτήτων παραγωγής ή πώλησης) θα πρέπει να απευθύνεται στην Επιτροπή [5] μαζί με όλες τις σχετικές πληροφορίες, και ιδίως οποιαδήποτε μεταβολή των δραστηριοτήτων της εταιρείας που συνδέεται με την παραγωγή, τις εγχώριες και εξαγωγικές πωλήσεις, όπως για παράδειγμα αλλαγή της επωνυμίας ή τη δημιουργία των εν λόγω νέων οντοτήτων παραγωγής και πώλησης. Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, τροποποιεί, ενδεχομένως, τον κανονισμό, ενημερώνοντας τον κατάλογο των εταιρειών που τυγχάνουν ατομικών δασμών.

[5] Eυρωπαϊκή Επιτροπή - Γενική Διεύθυνση Εμπορίου - Διεύθυνση B - J-79 5/17 - B-1049 Brussels

(126) Δεδομένου ότι χρησιμοποιήθηκε τεχνική δειγματοληψίας στην έρευνα για το ντάμπινγκ, δεν μπορεί να κινηθεί, κατά την παρούσα διαδικασία, επανεξέταση ως προς νέους εξαγωγείς σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού για τον καθορισμό ατομικών περιθωρίων ντάμπινγκ. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση έναντι των νέων Ινδών παραγωγών-εξαγωγέων και των συνεργασθεισών εταιρειών που δεν συμπεριλήφθηκαν στο δείγμα, θεωρείται σκόπιμο να εφαρμοστεί ο σταθμισμένος μέσος δασμός που επιβάλλεται στις τελευταίες αυτές εταιρείες σε κάθε νέο Ινδό παραγωγό-εξαγωγέα που θα δικαιούντο ατομικό δασμό σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 του βασικού κανονισμού.

3. Είσπραξη των προσωρινών δασμών

(127) Λόγω του μεγέθους των περιθωρίων του ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν και λόγω της σοβαρότητας της ζημίας που έχει προκληθεί στον κοινοτικό κλάδο παραγωγής, θεωρείται αναγκαίο να εισπραχθούν οριστικά, μέχρι του ύψους του οριστικού δασμού, τα ποσά που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση υπό μορφή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ, ο οποίος επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1412/2002 για τον προσωρινό δασμό,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

1. Επιβάλλεται οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 5402 33 00, καταγωγής Ινδίας.

2. Ο συντελεστής του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ που εφαρμόζεται στην καθαρή τιμή CIF, ελεύθερο στα σύνορα της Κοινότητας, πριν από την καταβολή του δασμού, για τα προϊόντα που παράγονται από τις εταιρείες που απαριθμούνται κατωτέρω, καθορίζεται ως εξής:

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

3. Τυγχάνουν εφαρμογής οι ισχύουσες διατάξεις σχετικά με τους δασμούς, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά.

Άρθρο 2

Όταν ένας νέας παραγωγός-εξαγωγέας στην Ινδία προσκομίζει στην Επιτροπή επαρκή αποδεικτικά στοιχεία με σκοπό να καθοριστεί:

- ότι δεν εξήγαγε στην Κοινότητα το προϊόν που περιγράφεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 κατά την περίοδο της έρευνας (από 1ης Οκτωβρίου 2000 έως 30 Σεπτεμβρίου 2001),

- ότι δεν συνδέεται με εξαγωγείς ή παραγωγούς της Ινδίας, οι οποίοι υπόκεινται στα μέτρα αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται με τον παρόντα κανονισμό,

- ότι έχει πράγματι εξαγάγει στην Κοινότητα το υπό εξέταση προϊόν μετά την περίοδο της έρευνας στην οποία βασίζονται τα μέτρα, ή ότι έχει συνάψει ανέκκλητο συμβατική υποχρέωση να εξάγει σημαντικές ποσότητες προς την Κοινότητα,

το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής που υποβάλλεται αφού ζητηθεί η γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, μπορεί να τροποποιήσει το άρθρο 1 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, προσθέτοντας το νέο παραγωγό-εξαγωγέα στις εταιρείες που υπόκεινται σε σταθμισμένο μέσο δασμό 3,7% και οι οποίες απαριθμούνται στο εν λόγω άρθρο.

Άρθρο 3

Τα ποσά που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση υπό τη μορφή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1412/2002 στις εισαγωγές ελαστικοποιημένων νημάτων από πολυεστέρες που υπάγονται στον κωδικό ΣΟ 5402 33 00, καταγωγής Ινδίας, εισπράττονται οριστικά μέχρι του ύψους του δασμού που επιβάλλεται οριστικά από τον παρόντα κανονισμό.

Τα ποσά που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση, πέραν του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ, αποδεσμεύονται.

Άρθρο 4

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επόμενη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες,

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Top