This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52002DC0348
Report from the Commission - Protection of the Financial Interests of the Communities and fight against Fraud - Annual Report 2001 -
Έκθεση της Επιτροπής - Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και καταπολέμηση της απάτης - Ετήσια έκθεση για το 2001
Έκθεση της Επιτροπής - Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και καταπολέμηση της απάτης - Ετήσια έκθεση για το 2001
/* COM/2002/0348 τελικό */
Έκθεση της Επιτροπής - Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και καταπολέμηση της απάτης - Ετήσια έκθεση για το 2001 /* COM/2002/0348 τελικό */
ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ - Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και καταπολέμηση της απάτης - Ετήσια έκθεση για το 2001 ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Περίληψη ΤΙΤΛΟΣ 1 - ΟΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ 1. ΟΙ ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟ 2001 2. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ 2.1. Εξαγωγή ζάχαρης προς τις ΥΧΕ και επανεισαγωγή ζάχαρης και μειγμάτων ζάχαρης προς την Ευρωπαϊκή Κοινότητα 2.2. Καταχρήσεις των καθεστώτος ποσοστώσεων γάλακτος 2.3. Έρευνα για πλαστογραφία, χρήση πλαστού και απάτη που βαρύνει ομάδα ΜΚΟ (μη κυβερνητικές οργανώσεις) 2.4 Η προηγούμενη πείρα στις υποψήφιες χώρες : Πολωνία 3. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΔΡΑΣΗΣ 2001-2003 ΤΙΤΛΟΣ II: ΜΕΤΡΑ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 280 ΤΗΣ ΣΥΝΥΗΚΗΣ ΕΚ 4. Κείμενα που συμβάλλουν στην εφαρμογή του άρθρου 280 της συνθήκης ΕΚ - Οι βασικές νομοθετικές εξελίξεις 4.1. Ίδιοι πόροι: βασικές νομοθετικές εξελίξεις 4.2. Γεωργικές δαπάνες: βασικές νομοθετικές εξελίξεις 4.3. Διαρθρωτικές δράσεις: βασικές νομοθετικές εξελίξεις 5. Συμπληρωματικά κείμενα σχετικά με την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων 5.1. Ποια είναι η κατάσταση όσον αφορά την επικύρωση από τα κράτη μέλη της Σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων και των πρωτοκόλλων της; 5.2. Έχει λάβει το κράτος μέλος, ενδεχομένως, μέτρα για την ενσωμάτωση της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων της; (Αυτό αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την έκδοση της ετήσιας έκθεσης 2000 τον Μάϊο του 2001) 6. Συντονισμός των υπηρεσιών που είναι υπεύθυνες για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους 6.1. Ίδιοι πόροι: μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας, ενδεχόμενα εμπόδια στο νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο 6.2. Γεωργικές δαπάνες: μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας, ενδεχόμενα εμπόδια στο νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο 6.3. Διαρθρωτικές δράσεις: μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας, ενδεχόμενα εμπόδια στο νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο 7. Παρατηρήσεις για τη λειτουργία της συνεργασίας ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών (άρθρο 280, παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ) 8. Είσπραξη απαιτήσεων 8.1. Νομοθετικοί μηχανισμοί και διοικητικές διατάξεις για την κοινοποίηση από τις δικαστικές αρχές προς τη δημόσια διοίκηση του αποτελέσματος των ποινικών διαδικασιών για τους σκοπούς της είσπραξης απαιτήσεων 8.2. Μέτρα για τη βελτίωση της είσπραξης των εσόδων και των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών - σχέσεις ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και έρευνας και στις αρμόδιες για την είσπραξη οφειλών υπηρεσίες 8.3. Καθημερινή σύνδεση ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και τις υπηρεσίες είσπραξης Τίτλος ΙΙΙ : ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 9. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟ 2001 9.1 Παραδοσιακοί Ίδιοι Πόροι 9.2 Γεωργικές δαπάνες (ΕΓΤΠΕ - Τμήμα Εγγυήσεων) 9.3 Ο τομέας των διαρθρωτικών μέτρων 9.4 Περιπτώσεις που ερευνώνται από την OLAF 10. ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ 10.1 Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι 10.2 Γεωργικές δαπάνες (ΕΓΤΠΕ- Τμήμα εγγυήσεων) 10.3 Διαρθρωτικά μέτρα 11. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ 11.1 Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι 11.2 ΕΓΤΠΕ- Τμήμα Εγγυήσεων : δαπάνες 11.3 Διαρθωτικά ταμεία 11.4 Άμεσες δαπάνες (συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής βοήθειας) ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και καταπολέμηση της απάτης - Ετήσια έκθεση για το 2001 Περίληψη Η Επιτροπή παρουσιάζει με το παρόν έγγραφο την τρίτη ετήσια έκθεσή της για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και την καταπολέμηση της απάτης, σύμφωνα με το άρθρο 280, παράγραφος 5 της συνθήκης ΕΚ. Προκειμένου να συνεκτιμηθεί η επιμερισμένη ευθύνη μεταξύ κρατών μελών και Κοινότητας, η έκθεση παρουσιάζει διαδοχικά : - τον απολογισμό της νομοθετικής και κανονιστικής δραστηριότητας της Κοινότητας για το 2001, που συνοδεύεται από παραδείγματα της συνεργασίας με τα κράτη μέλη, τις υποψήφιες προς προσχώρηση χώρες και τις τρίτες χώρες (Τίτλος I). - παρουσίαση των μέτρων που ελήφθησαν από τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογή του άρθρου 280 της συνθήκης ΕΚ, ιδίως από την νομοθετική άποψη και την άποψη της οργάνωσης των υπηρεσιών ελέγχου (Τίτλος II). - στατιστικό απολογισμό των αποτελεσμάτων της δράσης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και την καταπολέμηση της απάτης που διεξήχθη το 2001 από τα κράτη μέλη και τις υπηρεσίες της Επιτροπής (Τίτλος III). Ο σκοπός του εγγράφου αυτού έγκειται στην παρουσίαση της συνδυασμένης δράσης όλων των παραγόντων της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και στην υλοποίηση των στόχων σφαιρικής και επιμερισμένης ευθύνης μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας. Στο πλαίσιο αυτό, η έκθεση λαμβάνει υπόψη της τις δράσεις που έχουν αναληφθεί από το σύνολο των εθνικών αρχών και των υπηρεσιών της Επιτροπής, τόσο όσον αφορά την πρόληψη όσο και την καταπολέμηση του οικονομικού και δημοσιονομικού εγκλήματος που μπορεί να βλάψει τα συμφέροντα της Κοινότητας. Ακολουθεί τη διευρυμένη προσέγγιση του προγράμματος δράσης [1], υπό την έννοια ότι δεν περιορίζεται αυστηρά στις δράσεις που βασίζονται στο άρθρο 280 της Συνθήκης. [1] Ανακοίνωση της Επιτροπής - Προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Καταπολέμηση της απάτης : πρόγραμμα δράσης για την περίοδο 2001-2003 (COM(2001) 254 τελικό. Η έκθεση ανταποκρίνεται τελικά στο αίτημα μόνιμης και διαφανούς πολιτικής αξιολόγησης των κοινοτικών πολιτικών το οποίο υποστηρίζει η Επιτροπή, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο [2]. Επιπλέον, η Επιτροπή μεριμνά ώστε να συνεδριάζουν τακτικά τόσο οι αντιπρόσωποι των εθνικών διοικητικών υπηρεσιών όσο και οι δικές της υπηρεσίες προκειμένου να συνεχιστεί η βελτίωση της εν λόγω αξιολόγησης της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων [3]. [2] Συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN της 7ης Μαΐου 2002, σημείο 12 και Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την ετήσια έκθεση για το 2000, παράγραφος 2. [3] Κατά τη διάρκεια του 2001, η συμβουλευτική επιτροπή συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης συνεδρίασε τρεις φορές καθώς και η ομάδα εργασίας του άρθρου 280. Επίσης, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συνεδρίασαν δύο φορές με αυτό το αντικείμενο. ΤΙΤΛΟΣ 1 - ΟΙ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ 1. ΟΙ ΜΕΙΖΟΝΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΤΟ 2001 Η Επιτροπή θέσπισε τους γενικούς πολιτικούς της στόχους στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων με τη σφαιρική στρατηγική προσέγγιση, η οποία εγκρίθηκε από την Επιτροπή την 28η Ιουνίου 2000 [4] και έχει πολυετή εμβέλεια (2001-2005). Η κοινοτική προσέγγιση σε αυτόν τον τομέα αποβλέπει στην ανάπτυξη νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου, το οποίο καλύπτει όλες τις κοινοτικές πολιτικές και επιτρέπει τις ανταλλαγές και τη συνεργασία μεταξύ των επιτόπιων παραγόντων στα πλαίσια της Επιτροπής και των κρατών μελών, σύμφωνα με την αρχή της επιμερισμένης ευθύνης που τονίζεται στο άρθρο 280 της συνθήκης ΕΚ. Η προσέγγιση αυτή εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN της 17ης Ιουλίου 2000 καθώς και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 13ης Δεκεμβρίου 2000 [5]. [4] Οι τέσσερις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές είναι οι ακόλουθες : προώθηση της σφαιρικής πολιτικής για την καταπολέμηση της απάτης. προώθηση του νέου πλαισίου συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. προώθηση της διοργανικής κίνησης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της διαφθοράς και ενίσχυση της αξιοπιστίας των ευρωπαϊκών οργάνων. ενίσχυση της δικαστικής διάστασης ως προς την ποινική πλευρά της σύμφωνα με τις νέες υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συνθήκες (COM(2000) 358 τελικό της 28.6.2000). [5] Συμπεράσματα του Συμβουλίου της 17.7.2000 για την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων - Καταπολέμηση της απάτης : για μια σφαιρική στρατηγική προσέγγιση (έγγραφο 10344/00 FIN 273). Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13.12.2000 για τη «σφαιρική στρατηγική προσέγγιση» (έγγραφο Α5-0376/2000). Στις 15 Μαΐου 2001, η Επιτροπή ενέκρινε πρόγραμμα δράσης για την περίοδο 2001-2003 που αποβλέπει στην εφαρμογή καθορισμένων πολιτικών στόχων από τη σφαιρική στρατηγική και στην επίτευξη απτών και μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δέχθηκαν θετικά τη μέθοδο που εφαρμόζεται στο πρόγραμμα δράσης για την υλοποίηση της στρατηγικής και ενέκριναν την προτεινόμενη μορφή τακτικής αξιολόγησης και παρακολούθησης. 1.1. Η πρόληψη αποτελεί το κλειδί μιας σφαιρικής και λογικής πολιτικής για την καταπολέμηση της απάτης. Γι' αυτό το λόγο η Επιτροπή ανέπτυξε προληπτικά μέτρα για να συνεκτιμάται η προστασία των οικονομικών συμφερόντων από το στάδιο της εκπόνησης των νομοθετικών προτάσεων, μια κατευθυντήρια γραμμή η οποία έγινε ευνοϊκά δεκτή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο [6]. Η Επιτροπή, στο πλαίσιο της Λευκής Βίβλου για τη μεταρρύθμιση [7] (Δράση 94) ανέπτυξε προσέγγιση που αποβλέπει στη διασφάλιση της «θωράκισης κατά της απάτης» των κειμένων ή των μέτρων για τη διαχείριση των κοινοτικών κεφαλαίων. Αυτή η δράση αναζητά στις κοινοτικές ρυθμίσεις και τις συμβατικές διατάξεις τις αδυναμίες που μπορούν να εκμεταλλευθούν ορισμένοι εξωτερικοί φορείς [8]. Αυτές οι αδυναμίες διορθώνονται κατά τη διάρκεια προκαταρκτικής εξέτασης των ευαίσθητων νομοθετικών σχεδίων, βάσει της επιτόπιας πείρας και μετά από διαβούλευση με την OLAF [9]. [6] Συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN της 15.6.2001 (έγγραφο 9270 FIN 169). Στο ψήφισμά του της 29.11.2001 για την ετήσια έκθεση για το 2000, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναγάγει την «θωράκιση κατά της απάτης» της νέας νομοθεσίας σε ένα από τα τέσσερα μείζονα μέτρα που ενδέχεται να επιτύχουν το ποιοτικό άλμα στις προσπάθειες καταπολέμησης της απάτης. Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29.11.2001 για την ετήσια έκθεση για το 2000 (έγγραφο A5-2001-393). [7] Μεταρρύθμιση της Επιτροπής - Λευκή Βίβλος (COM(2000) 200 τελικό/2 της 5.4.2000). [8] Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη θωράκιση κατά της απάτης της νομοθεσίας και της διαχείρισης των συμβάσεων που εκδόθηκε την 7.11.2002 (SEC (2001)2029 τελικό). [9] Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ψήφισμα για την ετήσια έκθεση 2000) όπως και το Συμβούλιο (Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 15ης Ιουνίου 2001) επεσήμαναν τη σημασία που θα έχει η συμμετοχή της OLAF στα μέτρα πρόληψης της απάτης στο νομοθετικό τομέα. Η προσέγγιση αυτή ενδιαφέρεται πρωταρχικά για όλες τις οριζόντιες πρωτοβουλίες που διέπουν όλες τις κοινοτικές πολιτικές και απασχολούν όλους τους παράγοντες εφαρμογής τους. Μεταξύ αυτών, οι δημόσιες συμβάσεις αποτελούν τομέα στον οποίο τόσο η Επιτροπή όσο και τα κράτη μέλη έχουν από κοινού συμφέρον να θεσπιστεί αποτελεσματικός μηχανισμός αποτροπής και περιγραφής. Αυτή είναι μία από τις προκλήσεις της πρότασης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων και της ειδικής πρωτοβουλίας για το σύστημα ανταλλαγών πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών [10]. Οι εργασίες όσον αφορά τις διαδικασίες αυτές συνεχίζονται στο Συμβούλιο. Επιπλέον, η Επιτροπή πρότεινε ειδικές διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης κατά την αναδιατύπωση του δημοσιονομικού κανονισμού, που εκδόθηκε την 25η Ιουνίου 2002. [10] Σύμφωνα με το πρόγραμμα δράσης για το οργανωμένο έγκλημα που καταρτίστηκε από την ομάδα υψηλού επιπέδου, η οποία δημιουργήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δουβλίνου τον Δεκέμβριο του 1996, και την πολιτική του κατευθυντήρια γραμμή αριθ. 13 (εκδόθηκε από το Συμβούλιο την 28η Απριλίου 1997, ΕΕ C 251 της 15/08/1997). Το Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής, εξέδωσε στις 28 Ιουνίου 2001 τους κανονισμούς αριθ. 1338/2001 και 1339/2001 [11] για να προστατέψει τη γνησιότητα και την αξιοπιστία του κοινού νομίσματος. Αυτοί οι κανονισμοί αποτελούν το νομοθετικό θεμέλιο που επιτρέπει τη συνεργασία όλων των ενδιαφερομένων θεσμικών παραγόντων [ΕΚΤ, Ευρωπαϊκής Αστυνομικής Υπηρεσίας (Europol), Επιτροπής/OLAF [12]], των κεντρικών γραφείων και των άλλων αρμόδιων αρχών των κρατών μελών καθώς και τρίτων χωρών. Στον τομέα του ποινικού πλαισίου της προστασίας του ευρώ, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο την πρώτη έκθεση όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της απόφασης πλαισίου [13] από τα κράτη μέλη. Σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη συμμορφώθηκαν με τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις. Τον Δεκέμβριο του 2001, το Συμβούλιο ενέκρινε το πρόγραμμα που καλείται Pericles [14]. Αυτό το πρόγραμμα συγχρηματοδοτεί διεθνικά και πολυκλαδικά σχέδια στον τομέα των ανταλλαγών, της συνδρομής και της κατάρτισης για την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία. [11] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1338/2001 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 2001 για τον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων για την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία - ΕΕ L 181 της 4.7.2001 και κανονισμός (ΕΚ) 1339/2001 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 2001 για την επέκταση των αποτελεσμάτων του κανονισμού 1338/2001 για τον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων για την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία σε εκείνα τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμα υιοθετήσει το ευρώ ως ενιαίο νόμισμα - ΕΕ L 181 της 4.7.2001. [12] Όσον αφορά τα πλαστά κέρματα του ευρώ, δημιουργήθηκε ένα Ευρωπαϊκό Τεχνικό και Επιστημονικό Κέντρο (ETEK), υπό τη διαχείριση δύο υπαλλήλων της Επιτροπής/OLAF, σύμφωνα με την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Προέδρου του Συμβουλίου και του Γάλλου Υπουργού Οικονομικών. [13] Έκθεση της Επιτροπής με βάση το άρθρο 11 της απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου της 29ης Μαΐου 2000 για την ενίσχυση της προστασίας από την παραχάραξη ενόψει της εισαγωγής του ευρώ με την επιβολή ποινών και άλλων κυρώσεων (COM(2001) 77 τελικό της 13.12.2001). [14] Απόφαση του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2001 για τη θέσπιση προγράμματος δράσης στον τομέα των ανταλλαγών, της συνδρομής και της κατάρτισης για την προστασία του ευρώ από την παραχάραξη και την κιβδηλεία (πρόγραμμα «Pericles») (Απόφαση 2001/923/ΕΚ, ΕΕ L 339 της 21.12.2001). Επίσης, κατά το 2001 εκδόθηκε η οδηγία για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες [15]. Η οδηγία αυτή αποβλέπει στον εκσυγχρονισμό της οδηγίας του 1991 και στην επέκταση της εμβέλειάς της, μέσω ορισμένων τροποποιήσεων εκ των οποίων οι σημαντικότερες είναι οι εξής : αφενός η διεύρυνση της απαγόρευσης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προκειμένου να καλύπτονται όχι μόνο η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών αλλά και το οργανωμένο έγκλημα και διάφορες σοβαρές παραβάσεις και αφετέρου η επέκταση των υποχρεώσεων της οδηγίας σε ορισμένες δραστηριότητες και επαγγέλματα που δεν εντάσσονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα. [15] Οδηγία 2001/97/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Δεκεμβρίου 2001, για την τροποποίηση της οδηγίας 91/308/ΕΟΚ του Συμβουλίου για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες - ΕΕL 344 της 28.12.2001. Η σφαιρικότητα της δράσης που επιδιώκεται για την αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων συνεπάγεται τη συμμετοχή των υποψήφιων προς προσχώρηση κρατών μελών στην πολιτική της Κοινότητας με στόχο την πρόληψη. Από αυτή την άποψη, το 2001 απετέλεσε έτος παγιοποίησης των προσπαθειών που ανέλαβε η Επιτροπή για την προετοιμασία της διεύρυνσης, ευνοώντας τη δημιουργία δομών δημοσιονομικής διαχείρισης και ελέγχου, συμπεριλαμβανομένου του εσωτερικού ελέγχου, στις αρμόδιες διοικητικές αρχές τόσο σε κεντρικό όσο και περιφερειακό επίπεδο. Ο στόχος για το 2001 έγκειτο στη θέσπιση μονάδων εσωτερικού λογιστικού ελέγχου σε όλα τα κέντρα διαχείρισης κοινοτικών κεφαλαίων, όπως και στις κεντρικές και περιφερειακές διοικητικές υπηρεσίες. Η ορθή χρήση, ο έλεγχος, η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της χρηματοδότησης της Κοινότητας για την προένταξη (κυρίως στο πλαίσιο των προγραμμάτων PHARE, ISPA και SAPARD) αποτελούν στην πράξη τον σημαντικότερο δείκτη της ικανότητας των υποψήφιων χωρών να εφαρμόσουν το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα του δημοσιονομικού ελέγχου. Όσον αφορά την καταπολέμηση της απάτης, στις αρχές του 2001 δημιουργήθηκε στην Πολωνία ειδική υπηρεσία που θα είναι υπεύθυνη για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας. Το σύνολο εμπειριών αυτού του έτους θα χρησιμοποιηθεί για τη δημιουργία ανάλογων δομών σε όλες τις υποψήφιες χώρες. Επιπλέον, είχε οριστεί ως προτεραιότητα η σύναψη συμφωνίας της Κοινότητας και των κρατών μελών με την Ελβετία για την κάλυψη του τομέα καταπολέμησης της απάτης, προκειμένου ιδιαίτερα να επιλυθούν οι δυσκολίες της δικαστικής συνδρομής στον φορολογικό και τελωνειακό τομέα. Στις 14 Δεκεμβρίου 2000, εδόθη εντολή στην Επιτροπή να διαπραγματευθεί με τις ελβετικές αρχές. Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους 2001 διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις αλλά δεν έχουν ακόμα αποδώσει καρπούς. Όσον αφορά την πτυχή για την ενίσχυση των νομικών μέσων ανίχνευσης, ελέγχου και κυρώσεων, στο εσωτερικό πεδίο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες κατ' αρχήν αποφάσεις, που ελήφθησαν στα τέλη του 2000, εφαρμόστηκαν το 2001 από την Επιτροπή προκειμένου να βελτιωθεί ιδίως η δημοσιονομική διαχείριση [16]. Στον τομέα της άμεσης διαχείρισης από την Επιτροπή, όπως η διαχείριση κοινοτικών κεφαλαίων από τα κράτη μέλη, μετά την ανακοίνωση της δράσης 96 της Λευκής Βίβλου (αποτελεσματικότερη διαχείριση της ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, στον τομέα των άμεσων δαπανών), τονίστηκε η αρχή της ευθύνης των διατακτών και των υπολόγων. Η Επιτροπή προετοιμάζει διατάξεις εφαρμογής για τη διασφάλιση του καλού επιμερισμού των καθηκόντων μεταξύ των διατακτών, των υπολόγων, της Νομικής Υπηρεσίας και της OLAF. [16] Πρόκειται κυρίως για το κεφάλαιο V - XXIV της Λευκής Βίβλου για τη Μεταρρύθμιση της Επιτροπής, σχετικά με την ανανέωση των δημοσιονομικών κυκλωμάτων και του δημοσιονομικού ελέγχου καθώς και τη δημιουργία υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου και δυναμικότητας εσωτερικού ελέγχου (IAC). Ο τομέας των διαρθρωτικών ταμείων (Δράση 97 της Λευκής Βίβλου) διαθέτει βελτιωμένο κανονιστικό πλαίσιο για τη δημοσιονομική διαχείριση με την έκδοση τον Μάρτιο του 2001 δύο κανονισμών που εφαρμόζονται στη νέα περίοδο προγραμματισμού [17]. Σε αυτά τα κείμενα διευκρινίστηκαν οι υποχρεώσεις των κρατών μελών στον τομέα της παρακολούθησης σχεδίων και πληρωμών. Η ενίσχυση του δημοσιονομικού ελέγχου για το νέο προγραμματισμό καθώς και η ολοκλήρωση των διυπηρεσιακών πρωτοκόλλων που προβλέπονται στις συστάσεις της Λευκής Βίβλου για τη Μεταρρύθμιση της Επιτροπής, πρέπει να απαντήσουν στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου [18], ιδίως όσον αφορά την ανακοίνωση και την παρακολούθηση περιπτώσεων παρατυπιών. [17] Κανονισμοί (ΕΚ) αριθ. 438/2001 και (ΕΚ) αριθ. 448/2001 της Επιτροπής της 2 Μαρτίου 2001 (ΕΕ L 63 της 3.3.2001 και ΕΕ L 64 της 6.3.2001) για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου αφενός και τη διαδικασία διενέργειας δημοσιονομικών διορθώσεων αφετέρου. [18] Έκθεση 10/2001 σχετικά με το δημοσιονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων (ΕΕ C 314 της 8.11.2001). Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του για την ετήσια έκθεση για το 2000 της Επιτροπής, εξέφρασε την ανησυχία του για τις ελλιπείς πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή όσον αφορά τις παρατυπίες σε ορισμένους τομείς των διαρθρωτικών ταμείων. 1.2. Οι προσπάθειες για την ανάπτυξη νέου πλαισίου συνεργασίας με τα κράτη μέλη αποσκοπούν στην άντληση συμπερασμάτων από την επιμερισμένη ευθύνη της Κοινότητας και των κρατών μελών όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων. Η έννοια της OLAF ως πλατφόρμας υπηρεσιών έχει ως στόχο να δημιουργήσει, σταδιακά, πραγματική εταιρική σχέση με τα κράτη μέλη [19], για να διευκoλύνει τη συνεργασία μεταξύ του κοινοτικού επιπέδου και του εθνικού επιπέδου, λαμβανομένων υπόψη των αρχών της αναλογικότητας, της επικουρικότητας και της αποτελεσματικότητας. [19] Το Συμβούλιο ECOFIN στα συμπεράσματά του για τη σφαιρική στρατηγική τόνισε τη σημασία της εταιρικής αυτής σχέσης. Από την κοινοτική σκοπιά, η OLAF πρέπει να μπορεί να ανταποκριθεί στα αιτήματα των κρατών μελών για να βελτιώσει την καταπολέμηση της απάτης. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία για την Καταπολέμηση της Απάτης, για να επιτύχει αυτό το στόχο, με την επιφύλαξη των κοινοτικών προνομίων, οργανώνεται προκειμένου να υλοποιήσει αυτή την «κοινοτική πλατφόρμα υπηρεσιών», μετατρέποντας την ευθύνη και την αποστολή της σε οργανωτική δομή και καθιστώντας πιο ορατή την εσωτερική κατανομή καθηκόντων. Η προστιθέμενη αξία, την οποία μπορεί να προσδώσει το κοινοτικό επίπεδο, θα σταθεροποιηθεί και θα γίνει πιο έντονη και η ανάγκη των εθνικών αρχών για διεπαφή θα έχει περισσότερες πιθανότητες να ικανοποιηθεί. Το 2001, έγινε ένα σημαντικό βήμα προς την παγίωση της OLAF με τη δημιουργία μιας διεύθυνσης συλλογής πληροφοριών, η οποία με την ανάπτυξη της στρατηγικής και επιχειρησιακής ανάλυσης, θα εργαστεί για τη βελτίωση της επιχειρησιακής στρατηγικής της Επιτροπής και για την παροχή συνδρομής στις εθνικές διοικητικές υπηρεσίες προκειμένου να καθορίσουν τις προτεραιότητές τους στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης. Όσον αφορά τις πληροφορίες για την ανίχνευση των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών που προέρχονται από τα κράτη μέλη, αυτή η νέα διεύθυνση πρέπει να επιτρέψει εν καιρώ τη βελτίωση της ποιότητας των πληροφοριών που παρέχονται από τα κράτη μέλη. Όπως εξηγείται στον τίτλο III της παρούσας έκθεσης, η δημιουργία νέων συστημάτων πληροφόρησης για την ανακοίνωση των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών συνοδεύεται από δράσεις κατάρτισης στα κράτη μέλη καθόλη τη διάρκεια του 2001. Επίσης, η OLAF διοργάνωσε από κοινού με τις εθνικές διοικητικές υπηρεσίες, περίπου είκοσι σχέδια κατάρτισης που αφορούν τις διάφορες πτυχές της καταπολέμησης της απάτης για να αυξηθεί η ανταλλαγή καλών πρακτικών και να ικανοποιηθούν ειδικές ανάγκες. Επιπλέον, δημιουργήθηκε ομάδα δικαστών και δικαστικών συμβούλων στο πλαίσιο της Υπηρεσίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η παρακολούθηση των ερευνών της OLAF. Η πείρα των προσώπων αυτών, που καλύπτει τόσο τη διοικητική όσο και τη δικαστική διάσταση, θα διευκολύνει την ένταξη της Υπηρεσίας στο ευρύτερο δίκτυο των σχετικών εθνικών φορέων. Κατ' ουσία, η Υπηρεσία ζητεί τη συνδρομή των τελωνειακών και φορολογικών διοικητικών υπηρεσιών ή των αστυνομικών και διωκτικών αρχών και πρέπει να παρέχει σε αυτές συνδρομή για τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της προστασίας, συμπεριλαμβανομένης της ποινικής προστασίας, των οικονομικών συμφερόντων. Εξάλλου, η OLAF συνεχίζει τον κοινό προβληματισμό με τα κράτη μέλη προκειμένου να δοθεί στη Συμβουλευτική Επιτροπή για τον Συντονισμό στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης (CoCoLaF) η πλήρης διάστασή της. Η περιοδικότητα των συνεδριάσεων και η διάρθρωση των εργασιών της επιτροπής αυτής αυξήθηκαν σημαντικά κατά το 2001, ενόψει ιδίως της εμβάθυνσης του διαλόγου με τις εθνικές αρχές. Με αυτό τον τρόπο, στο πλαίσιο της ad hoc ομάδας του «άρθρου 280» συνεδρίασαν οι εμπειρογνώμονες των κρατών μελών με θέμα την ετήσια έκθεση, προκειμένου αφενός να καταρτίζεται με μεγαλύτερη διαφάνεια η έκθεση η οποία προβλέπεται από το άρθρο 280 της Συνθήκης και αφετέρου να αναβαθμίζεται η συμμετοχή των κρατών μελών σε αυτή τη διαδικασία. Επιπλέον, η ad hoc μονάδα των εθνικών εμπειρογνωμόνων σε θέματα παραχάραξης και κιβδηλείας επέτρεψε την ενίσχυση της πείρας της Επιτροπής όσον αφορά τη δημιουργία κοινού νομοθετικού μηχανισμού στον τομέα αυτό. Πρόσφατα, η Επιτροπή κατάφερε να συνεργασθεί με δέκα κράτη μέλη προκειμένου να προσφύγουν ενώπιον των δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών, για να αντιταχθούν σε μαζικό κίνδυνο λαθρεμπορίου τσιγάρων και οργανωμένου εγκλήματος, που συμπεριλαμβάνει και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτές οι παράνομες δραστηριότητες θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο τα κοινά ζωτικά συμφέροντα της Κοινότητας και των κρατών μελών. Στην εν λόγω περίπτωση, η Επιτροπή λειτουργεί ως πλατφόρμα υπηρεσιών, προσφέροντας στα κράτη μέλη τη συνδρομή της στις δικαστικές διαδικασίες στις Ηνωμένες Πολιτείες και επομένως διευκολύνει τις πρωτοβουλίες που λαμβάνονται από κοινού από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή λειτουργεί ως εκπρόσωπος των κρατών μελών σε αυτές τις διαδικασίες και είναι υπεύθυνη για το συντονισμό της δράσης των κρατών μελών και τις επαφές με τους αμερικανούς δικηγόρους που αντιπροσωπεύουν την Επιτροπή και τα δέκα κράτη μέλη ενώπιον των δικαστηρίων των Ηνωμένων Πολιτειών. Επιπλέον, η Επιτροπή στο πλαίσιο των ελέγχων της αναφορικά με τους ιδίους πόρους, διενήργησε κατά τη διάρκεια του 2001, αποστολές επαλήθευσης σε όλα τα κράτη μέλη σχετικά με το ειδικό ζήτημα της επεξεργασίας των μηνυμάτων αμοιβαίας συνδρομής. Αυτές οι αποστολές είχαν ως στόχο να ελέγξουν ότι τα εθνικά συστήματα και οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη διασφαλίζουν με αποτελεσματικό τρόπο την επαρκή προστασία των παραδοσιακών ιδίων πόρων ενώ παράλληλα συνεργάζονται αποτελεσματικά με την Επιτροπή. Η θεματική έκθεση που συντάχθηκε σχετικά επιτρέπει την εξαγωγή θετικών συμπερασμάτων. Παράλληλα, στον τομέα των παραδοσιακών ιδίων πόρων, η Επιτροπή και ιδιαίτερη η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού, συνεχίζει τις εργασίες της στο πλαίσιο συμφωνίας από κοινού λογιστικών ελέγχων (Joint Audit Arrangement) [20] σε στενή συνεργασία με τις υπηρεσίες εσωτερικού λογιστικού ελέγχου των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη συμμετέχουν ενεργά στις εργασίες της υποομάδας λογιστικού ελέγχου και ορισμένα από αυτά ασχολούνται σε μεγάλο βαθμό με τη δημιουργία ενότητας ελέγχου. Όσον αφορά την εφαρμογή της μεθοδολογίας μέσω των από κοινού ελέγχων, οι οποίοι διενεργήθηκαν από τα κράτη μέλη, ο απολογισμός του 2001 είναι πολύ θετικός, κυρίως λόγω των αποτελεσμάτων που επιβεβαιώνουν την προσέγγιση. Ειδικότερα, η Δανία και η Αυστρία διενήργησαν «συνδυασμένο έλεγχο» για το καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης και οι Κάτω Χώρες συνέχισαν τη δράση που είχαν ξεκινήσει το 2000 για το θέμα της ελεύθερης πρακτικής. Τα θέματα αυτά είχαν καθοριστεί με κοινή απόφαση βάσει των ενοτήτων ελέγχου που εγκρίθηκαν από τα κράτη μέλη και την Επιτροπή. [20] Βλέπε την έκθεση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και την καταπολέμηση της απάτης για το 2000. Η Επιτροπή, μετά την ολοκλήρωση του λογιστικού ελέγχου και με βάση τις εκθέσεις λογιστικού ελέγχου που της διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη, προχώρησε στην επιτόπια εξέταση όλων των εργασιών που είχαν περατωθεί, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στην αξιολόγηση του συστήματος ανάλυσης κινδύνου καθώς και στο κύρος των συμπερασμάτων και των συστάσεων που προτείνονται, λαμβανομένων υπόψη των ανωμαλιών που σημειώθηκαν ή των παρατηρήσεων που έγιναν. Η Επιτροπή επωφελήθηκε από τα συμπεράσματα των εκθέσεων στον τομέα του επιπτώσεων όσον αφορά τους ιδίους πόρους. Θα μεριμνήσει ώστε τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων να αντιμετωπιστούν ως συνέπειες σε δημοσιονομικό επίπεδο. Βεβαίως, για τις δημοσιονομικές συνέπειες επιβλήθηκαν κυρώσεις με τους ίδιους όρους που θα επιβάλλονταν λόγω ελέγχων της ίδιας της Επιτροπής. Η Δανία, η Αυστρία και οι Κάτω Χώρες θα επαναλάβουν την εμπειρία αυτή και το 2002. 1.3. Το 2001, η ποινική δικαστική διάσταση της πολιτικής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας ενισχύθηκε στο επιχειρησιακό πεδίο. Πράγματι, η μονάδα δικαστών συνέδραμε και προσέφερε συμβουλές και δικαστική πείρα στη διοικητική έρευνα και την παρακολούθηση των ερευνών, ιδίως για την αποτελεσματική συνεργασία με τις εθνικές δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Σε νομοθετικό επίπεδο, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Νίκαιας δεν έδωσε συνέχεια στην πρώτη πρότασή του [21], η Επιτροπή ξεκίνησε εκ νέου τον προβληματισμό για τη δημιουργία ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής για την ποινική προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων με τη θέσπιση Πράσινης Βίβλου [22]. Αυτή η ευρωπαϊκή οικονομική εισαγγελική αρχή θα ασχολείται με τον συντονισμό και τη διεύθυνση των ερευνών και των διώξεων των αδικημάτων που προσβάλλουν τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων, υπό τον έλεγχο των εθνικών δικαστών, προκειμένου να θεραπευθεί ο κατακερματισμός του ευρωπαϊκού δικαστικού χώρου και η σχετική ατιμωρησία που προκύπτει για τους εγκληματίες. Η Πράσινη Βίβλος έχει ως στόχο να προκαλέσει μια διευρυμένη δημόσια συζήτηση, τα αποτελέσματα της οποίας θα παρουσιαστούν στη Συντακτική Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης ενόψει της προσεχούς διακυβερνητικής διάσκεψης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στηρίζει εδώ και πολύ καιρό αυτή την πρωτοβουλία [23]. Στο πλαίσιο της τροποποίησης της συνθήκης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε την επίτευξη ποιοτικού άλματος στις προσπάθειες καταπολέμησης της απάτης με τη δημιουργία ευρωπαϊκής οικονομικής εισαγγελικής αρχής με ευρείες αρμοδιότητες. Από την πλευρά της, η επιτροπή εποπτείας της Υπηρεσίας εξέδωσε γνωμοδοτήσεις οι οποίες στηρίζουν και συμπληρώνουν τις προτάσεις που προωθεί η Επιτροπή. [21] Συμπληρωματική εισήγηση της Επιτροπής στη Διακυβερνητική Διάσκεψη για τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις - Η ποινική προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων : Ευρωπαϊκή Εισαγγελική Αρχή, 29.9.2000, COM(2000) 608 τελικό. Αυτή η εισήγηση συμπληρώνει τη γνώμη της Επιτροπής στα πλαίσια του άρθρου 48 της ΣΕΕ σχετικά με τη διάσκεψη των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών ενόψει της τροποποίησης των συνθηκών, Προσαρμογή των οργάνων για την επιτυχία της διεύρυνσης, της 26.1.2000, COM (2000) 34). [22] Πράσινη Βίβλος σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και τη δημιουργία ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής της 1.12.2001 (COM (2001) 715 τελικό). Η ιστοθέση που αφορά την Πράσινη Βίβλο είναι η ακόλουθη : http://europa.eu.int/olaf/livre_vert. [23] Ψήφισμα της 16.5.2000 για την ετήσια έκθεση 2000 της Επιτροπής, (ΕΕ C 59 της 23.02.2001) και Ψήφισμα της 14ης Μαρτίου 2001 για την ετήσια έκθεση 2001 της Επιτροπής (ΕΕ C 343 της 5.12.2001), που καλούν την Επιτροπή να καταθέσει ανάλογη πρόταση πριν την 1η Ιουνίου 2001. Επιπλέον, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του Συμβουλίου [24], η κύρωση της Σύμβασης της 26.07.1995 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [25] και των συμπληρωματικών της πρωτοκόλλων παρουσιάζει καθυστερήσεις, που βλάπτουν την αποτελεσματική συνεργασία στο πλαίσιο της Ένωσης. Η Επιτροπή, προκειμένου να επιταχύνει την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, ενέκρινε πρόταση οδηγίας για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας [26]. Η πρόταση αυτή έχει ως στόχο να συμπεριλάβει σε μια πράξη που θα βασίζεται στο νέο άρθρο 280 της συνθήκης ΕΚ, όλες τις διατάξεις της σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και των πρωτοκόλλων της που αφορούν την απαγγελία κατηγορίας, την ευθύνη, τις κυρώσεις και τη συνεργασία με την Επιτροπή. Η πρόταση της Επιτροπής εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο [27], στηρίζεται επίσης από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο [28] και επί του παρόντος εξετάζεται από το Συμβούλιο. [24] Στα συμπεράσματά του της 17.07.2000 και στα συμπεράσματά του επ' ευκαιρία της απαλλαγής για το 2000. [25] Πράξη του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1995, για την κατάρτιση της σύμβασης σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ C 316 της 27.11.1995). [26] COM (2001) 272 τελικό (ΕΕ C 240Ε της 28.8.01) όπως προσαρμόστηκε την 23.05.01. [27] Νομοθετικό ψήφισμα της 29.11.2001, για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας (έγγραφο A5-390/2001, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην ΕΕ). [28] Γνωμοδότηση αριθ. 9/2001 της 8.11 2001 για μια πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας (ΕΕ C 14 της 17.1.2002) Δημιουργήθηκε μόνιμη δομή δικαστικής συνεργασίας (EUROJUST [29]) ενώ αποφασίστηκε η επέκταση της εντολής της EUROPOL σε σοβαρές μορφές του διεθνούς εγκλήματος [30]. Η διάρθρωση των αρμοδιοτήτων της EUROPOL με τις αρμοδιότητες της OLAF για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών οικονομικού και δημοσιονομικού εγκλήματος πρέπει να μεταφραστεί σε συμφωνία συνεργασίας μεταξύ των δύο υπηρεσιών. Όσον αφορά τη διεξαγωγή των ερευνών και τη διευκόλυνση των διώξεων ενώπιον των εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων, τα θεσμικά όργανα εξέφρασαν την ικανοποίησή τους για τη δημιουργία της Eurojust. Επί της ουσίας, η Επιτροπή εκφράστηκε σαφώς στα πλαίσια του Συμβουλίου αναφορικά με τη σημασία διάρθρωσης της στενής και τακτικής συνεργασίας που προβλέπεται από τη συνθήκη (άρθρο 280) αφενός με τις εθνικές διωκτικές αρχές και αφετέρου με την Eurojust [31]. Η μονάδα των δικαστών που συστάθηκε στα πλαίσια της OLAF ασχολείται ιδίως με αυτή τη διάρθρωση. [29] Απόφαση του Συμβουλίου 2002/187/ΔΕΥ της 28.02.2002 σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L63 της 6.3.2002), ιδίως το άρθρο 11. [30] Απόφαση του Συμβουλίου της 6.12.2001 (ΕΕ C 362 της 18.12.2001). [31] Δήλωση 39/02 της Επιτροπής σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β), 2η περίπτωση και άρθρο 26, παράγραφος 3 της απόφασης 2002/187/ΔΕΥ. Επιπλέον, έγιναν ορισμένα σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της συνεργασίας σε δικαστικές υποθέσεις, ιδίως ποινικές. Ειδικότερα, επετεύχθη πολιτική συμφωνία για την εφαρμογή των αρχών της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων (σε αστικές και ποινικές υποθέσεις) και για την προσέγγιση του ποινικού δικαίου στους τομείς που σύμφωνα με τη Σύνοδο του Τάμπερε έχουν προτεραιότητα (σημείο 48 των συμπερασμάτων). Αυτό επέτρεψε στην Επιτροπή να παρουσιάσει διάφορες προτάσεις αποφάσεων πλαισίου, μία σχετικά με το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης [32] και άλλες για την προσέγγιση του ποινικού δικαίου στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [33] και της τρομοκρατίας [34] (ορισμοί των αδικημάτων, κοινές ποινές). Επιπλέον, στο πλαίσιο της δράσης κατά της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και του οικονομικού εγκλήματος πρέπει να σημειωθεί η απόφαση-πλαίσιο για τη δέσμευση περιουσιακών και αποδεικτικών στοιχείων [35]. [32] Πρόταση απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες μεταξύ κρατών μελών [COM(2001) 522 τελικό - ΕΕ C 332 E της 27.11.2001]. Τον Δεκέμβριο του 2001 επετεύχθη πολιτική συμφωνία επί αυτού του θέματος στο Συμβούλιο. [33] Πρόταση για απόφαση πλαίσιο του Συμβουλίου για τη θέσπιση ελάχιστων διατάξεων σχετικά με τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης των εγκλημάτων και τις ποινές που ισχύουν στον τομέα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών [COM(2001) 259 τελικό, ΕΕ C 304 E της 30.10.2001]. [34] Πρόταση απόφασης πλαισίου του Συμβουλίου για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας [COM(2001) 521 τελικό, ΕΕ C 332E της 27.11.2001]. [35] Πρωτοβουλία των κυβερνήσεων της Γαλλικής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Σουηδίας και του Βασιλείου του Βελγίου για την έκδοση απόφασης-πλαισίου του Συμβουλίου σχετικά με την εκτέλεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των αποφάσεων δέσμευσης των περιουσιακών ή αποδεικτικών στοιχείων (ΕΕ C 75 της 7.3.2001). 1.4. Στον τομέα της καταπολέμησης της δωροδοκίας σε διοργανικό επίπεδο, πρέπει να διατηρηθεί η καλή διάρθρωση των ουσιωδών καθηκόντων της OLAF, όπως προβλέπονται από τη νομοθεσία και την τρέχουσα μεταρρύθμιση τόσο σε πειθαρχικό επίπεδο (κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης) όσο και σε δημοσιονομικό επίπεδο (αναδιατύπωση του δημοσιονομικού κανονισμού). Στο πλαίσιο αυτό, ο μηχανισμός έρευνας και πειθαρχίας θα ολοκληρωθεί μετά από το οικονομικό έτος 2001 διότι ενώ στις αρχές του 2002, η Επιτροπή δημιούργησε υπηρεσία ερευνών και πειθαρχίας, οι απαραίτητες τροποποιήσεις των πειθαρχικών κανόνων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων θα εγκριθούν το 2003 [36]. Η αναδιατύπωση του δημοσιονομικού κανονισμού, που εκδόθηκε την 25η Ιουνίου 2002, προβλέπει τη δημιουργία ειδικευμένης υπηρεσίας δημοσιονομικών παρατυπιών [37] που θα προσφέρει συμπληρωματική συνδρομή στις έρευνες για πιθανές δημοσιονομικές παρατυπίες, χωρίς να θίγει τον ειδικό ρόλο της OLAF στον τομέα της απάτης και των συμπεριφορών που είναι ριζικά αντίθετες με τις επαγγελματικές υποχρεώσεις. [36] Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών (COM (2002) 213 τελικό της 24.4.2002, παράρτημα IX, τμήματα 1 και 2). Σύσταση υπηρεσίας ερευνών και πειθαρχίας εντός της Επιτροπής (Απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τη διεξαγωγή των διοικητικών ερευνών και των πειθαρχικών διαδικασιών που εκδόθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2002 (έγγραφο C (2002) 540). [37] Άρθρο 66, παράγραφος 4 του νέου δημοσιονομικού κανονισμού και σύσταση της υπηρεσίας ερευνών και πειθαρχίας στο πλαίσιο της Επιτροπής. Η μονάδα δικαστών θα ενισχύει εφεξής τις εσωτερικές διοικητικές έρευνες και θα διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων των προσώπων. Σε αυτές τις συνθήκες, όλα τα όργανα πρέπει να είναι σε θέση να τηρούν πλήρως το άρθρο 7 του κανονισμού 1073/99 για την ανταλλαγή πληροφοριών [38]. Αυτά τα μέτρα μπορούν, λόγω του χαρακτήρα τους, να ανταποκριθούν στο αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου [39]. Επιπλέον, η εμβέλεια των εσωτερικών ερευνών διευκρινίστηκε από την κοινοτική νομολογία [40]. [38] ΕΕ L 136 της 31.5.1999. [39] Ψήφισμα για την ετήσια έκθεση του 2000 της Επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του για την ετήσια έκθεση του 1999 της Επιτροπής, υπενθύμιζε ότι η OLAF πρέπει να συνεργαστεί χωρίς επιφυλάξεις με το προσωπικό και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και με τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές των κρατών μελών. Συμπεράσματα του Συμβουλίου ECOFIN της 7.5.2002, Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 15ης Ιουνίου 2001 (έγγραφο 9270 FIN169) και του Συμβουλίου ECOFIN της 17ης Ιουλίου 2000 (έγγραφο 10344/00 FIN273). [40] Βλέπε την απόφαση του Πρωτοδικείου στην απόφαση T-17/00 (Rothley και λοιποί κατά Κοινοβουλίου) της 26.2.2002. 2. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΜΕ ΤΙΣ ΕΘΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Η υπεραξία που απορρέει από τη συνεργασία μεταξύ διαφορετικών και διάσπαρτων πηγών πληροφόρησης εντός της Κοινότητας και το μεγάλο πεδίο διευρυμένης δράσης της OLAF παρουσιάζονται παρακάτω με παραδείγματα ερευνών και με τη δράση της Επιτροπής στο πλαίσιο προετοιμασίας της διεύρυνσης. 2.1. Εξαγωγή ζάχαρης προς τις ΥΧΕ [41] και επανεισαγωγή ζάχαρης και μειγμάτων ζάχαρης προς την Ευρωπαϊκή Κοινότητα [41] Μη ευρωπαϊκές υπερπόντιες χώρες και εδάφη που διατηρούν ειδικές σχέσεις με τη Δανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και το Ηνωμένο Βασίλειο (μεταξύ άλλων Γροιλανδία, Αρούμπα, κ.λ.π....) πρβλ. Παράρτημα II της συνθήκης ΕΚ). Η Επιτροπή κίνησε έρευνες, προκειμένου να προλάβει τον κίνδυνο δυσλειτουργίας της κοινής οργάνωσης αγοράς ζάχαρης και την απομάκρυνση από τους στόχους της κοινής εμπορικής πολιτικής με ορισμένες ΥΧΕ. Η OLAF και οι αρμόδιες αρχές των Κάτω Χωρών και του Βελγίου διεξήγαγαν έρευνα στην Αρούμπα τον Νοέμβριο του 1999. Η έρευνα αφορούσε εξαγωγές ζάχαρης που προέρχονταν από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και είχαν τύχει επιστροφών, και την επανεισαγωγή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ζάχαρης και μείγματος ζάχαρης και σκόνης κακάο από την Αρούμπα, εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου από δύο έτη. Κατά τη διάρκεια της έρευνας διαπιστώθηκε ότι είχαν εξαχθεί 4.500 τόμοι ζάχαρης που είχαν τύχει επιστροφών από το Βέλγιο και τη Γαλλία προς την Αρούμπα. Οι επιχειρήσεις μεταποίησης στην Αρούμπα (καθαρισμός της ζάχαρης και μείξη με τη σκόνη κακάο) δεν αποτελούν ουσιώδη μεταποίηση που μπορεί να δικαιολογήσει την πληρωμή επιστροφών στις εξαγωγές. Συνεπώς, η Επιτροπή κάλεσε τις αρμόδιες βελγικές και γαλλικές αρχές να κινήσουν τις διαδικασίες ανάκτησης των αδικαιολογήτως καταβληθεισών επιστροφών στις εξαγωγές, σύμφωνα με την κοινοτική νομολογία (2 εκατ. ευρώ στο Βέλγιο και 300.000 ευρώ στη Γαλλία). Επιπλέον, η OLAF κίνησε έρευνες για την εξαγωγή ζάχαρης με ποσόστωση C (πρόκειται για ζάχαρη που εξάγεται χωρίς δικαίωμα επιστροφής) προς τις ΥΧΕ. Τα συμπεράσματα των ερευνών αυτών οδήγησαν την Επιτροπή στη θέσπιση μέτρων διασφάλισης για τους κανόνες που αφορούν την εισαγωγή στην Κοινότητα ζάχαρης που προέρχεται από τις ΥΧΕ [42]. [42] Κανονισμός (ΕΚ) της Επιτροπής αριθ. 2423/1999 της 15.11.1999 (ΕΕ L 294 της 16/11/1999) και Κανονισμός (ΕΚ) της Επιτροπής αριθ. 465/2000 της 29.2.2000 (ΕΕ L 65 της 1.3.2000). 2.2. Καταχρήσεις των καθεστώτος ποσοστώσεων γάλακτος Η OLAF ενημερώθηκε σχετικά με ισχυρισμούς που αφορούσαν την ενδεχόμενη κατάχρηση του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος στην Ισπανία καθώς και πληροφορίες σχετικές με διάφορες ισπανικές εταιρείες που ενέχονταν σε αυτή την παράτυπη δραστηριότητα. Με βάση αυτές τις πληροφορίες, κινήθηκε εξωτερική έρευνα και ελήφθη απόφαση για σχέδιο δράσης με στόχο τη διεξαγωγή επιτόπιων διοικητικών ελέγχων σε ορισμένους οικονομικούς φορείς, δυνάμει του κανονισμού του Συμβουλίου (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2185/96. Κατά τη διάρκεια αυτών των εξακριβώσεων, ορισμένες από αυτές τις επιχειρήσεις αρνήθηκαν να συμμορφωθούν με την έρευνα της OLAF που απέβλεπε στη λήψη αντιγράφου των μηχανογραφημένων δεδομένων σε σκληρό δίσκο. Υποβλήθηκε στην ισπανική υπηρεσία πληρωμών (FEGA) αίτημα λήψης των δεόντων μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού αριθ. 2185/96, το οποίο υποχρεώνει το σχετικό κράτος μέλος να παράσχει στην OLAF, σύμφωνα με τις εθνικές διατάξεις, τη βοήθεια που απαιτείται για την εκπλήρωση της αποστολής της. Μετά την παροχή της νόμιμης άδειας από τις ισπανικές δικαστικές αρχές, διεξήχθη η επιχείρηση για την έκδοση αντιγράφου όλων των μηχανογραφημένων δεδομένων και υπήρξε ιδίως πρόσβαση στους αριθμούς παραγωγής και τις πραγματικές πωλήσεις γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων αυτών των εταιρειών. Με βάση τα αντικειμενικά αποδεικτικά στοιχεία που έχουν διαπιστωθεί και παρουσιάζονται στην τελική έκθεση έρευνας της OLAF, η απάτη στον προϋπολογισμό της Κοινότητας εκτιμάται σε περισσότερα από 6 εκατ. ευρώ. Η έκθεση αυτή διαβιβάστηκε στη FEGA προκειμένου να κινηθούν οι διοικητικές διαδικασίες ανάκτησης του ποσού αυτού καθώς και στο γραφείου του ειδικού Εισαγγελέα κατά της δωροδοκίας στην Ισπανία, με βάση τις υπόνοιες πλαστών δηλώσεων των ενεχόμενων εταιρειών όσον αφορά την παραγωγή και τις πωλήσεις γάλακτος. Επίσης, η έκθεση σημειώνει ότι και άλλες ισπανικές εταιρείες είχαν ακολουθήσει ανάλογες πρακτικές και επομένως ζητήθηκε από τις ισπανικές αρχές να επαναπροσδιορίσουν τους συνήθεις ελέγχους τους προκειμένου να διορθωθούν οι εν λόγω αδυναμίες στο γενικό σύστημα ελέγχου. Αυτή η υπόθεση αποτελεί σαφές παράδειγμα της βοήθειας που προσφέρει η OLAF σε ένα κράτος μέλος για την καταπολέμηση της απάτης, συγκεντρώνοντας την πείρα της σε πολλούς τομείς (έρευνα, μηχανοργανωμένη ανάλυση των αποδεικτικών στοιχείων, νομική συνδρομή) σε μια υπόθεση απάτης με πολλές πτυχές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το συμβούλιο της μονάδας των δικαστών συνέβαλε καθοριστικά στην επίτευξη της δέουσας δικαστικής εντολής στο κράτος μέλος, που έδινε πρόσβαση στα μηχανογραφημένα αρχεία των εταιρειών. Επίσης, πρέπει να αναγνωριστεί η συμβολή των ισπανικών αρχών, των οποίων η βοήθεια ήταν πολύτιμη για το φάκελο αυτό και επομένως αποδείχθηκε αναμφίβολα το όφελος που μπορεί να επιτευχθεί όταν η OLAF και τα κράτη μέλη συνεργάζονται και εκμεταλλεύονται στο έπακρο τις υποχρεώσεις και δυνατότητες ελέγχου που απορρέουν από τις ευρωπαϊκές ρυθμίσεις. 2.3. Έρευνα για πλαστογραφία, χρήση πλαστού και απάτη που βαρύνει ομάδα ΜΚΟ (μη κυβερνητικές οργανώσεις) Η επιτυχία των ερευνών της Υπηρεσίας, ιδίως όσον αφορά τις έρευνες σχετικά με τις άμεσες δαπάνες, εξαρτάται αφενός από τις πληροφορίες που έχουν συγκεντρωθεί και αφετέρου σε μεγάλο βαθμό από τη στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη. Η επόμενη περίπτωση αποτελεί τυπικό παράδειγμα των δυσχερειών σε αυτόν τον τομέα και ειδικότερα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Τον Αύγουστο του 1999, η OLAF πληροφορήθηκε από κράτος μέλος ότι υπάρχουν υπόνοιες διπλής εθνικής και κοινοτικής χρηματοδότησης έργων που εκτελούνταν σε αναπτυσσόμενες χώρες. Οι αιτήσεις χρηματοδότησης είχαν υποβληθεί σε διάφορους δωρητές από διαφορετικές μη κυβερνητικές οργανώσεις που ήταν εγκατεστημένες σε δύο κράτη μέλη. Το Υπουργείο Εξωτερικών, που είχε τις σχετικές πληροφορίες, κατέθεσε καταγγελία στην αρμόδια εισαγγελική αρχή. Το φθινόπωρο του 1999, η OLAF κίνησε την έρευνά της και επικεντρώθηκε σε μια πρώτη δέσμη 16 έργων που παρουσίαζαν κινδύνους διπλής χρηματοδότησης (Ασία, Αφρική και Νότια Αμερική), και τα οποία βρίσκονταν είτε στο στάδιο εξέτασης των αιτήσεων από το Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid είτε στο στάδιο λήψης απόφασης σχετικά με τις αιτήσεις αυτές. Τον Νοέμβριο του 1999, όπως επιτρέπεται από τον κανονισμό αριθ. 1073/99, ο Γενικός Διευθυντής της OLAF προσέφυγε στον αρμόδιο εισαγγελέα του σχετικού κράτους μέλους. Οι έρευνες που διεξήχθησαν από τις τοπικές δικαστικές αρχές τον Φεβρουάριο του 2000 απέδειξαν ότι η ΜΚΟ ενεργούσε κατόπιν υποδείξεων που είχαν δοθεί από τη μητρική ΜΚΟ, η οποία βρισκόταν σε τρίτο κράτος μέλος. Η έρευνα που διενεργήθηκε στις αρχές Δεκεμβρίου του 2000 στην έδρα της μητρικής ΜΚΟ με την παρουσία της OLAF επέτρεψε την επαλήθευση των υποψιών. Η διπλή χρηματοδότηση των 16 έργων που είχε εντοπιστεί από την αρχή ανερχόταν σε 4.262.633 δολάρια Αμερικής (χωρίς να υπολογίζεται η χρηματοδότηση που είχε χορηγηθεί από την Κοινότητα αλλά είχε δεσμευθεί μετά την έρευνα της OLAF). Παράλληλα, οι αρχές του τρίτου κράτους μέλους σημείωσαν ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τη δίωξη λόγω νομικών δυσχερειών. Εκτός από την ένταση των προσπαθειών που κατέβαλε καθεμία από τις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές, πρέπει να τονιστεί ο ρόλος που ανέλαβε η OLAF από το 1999 όσον αφορά : - την ανάλυση και τον εντοπισμό των πολύγλωσσων έργων, για τα οποία υπάρχουν υποψίες ότι υπερχρηματοδοτούνται και από άλλους οργανισμούς δωρητές, που είναι εγκατεστημένοι μερικές φορές εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Παγκόσμια Τράπεζα, BAD [43], Νορβηγία, ...), και την παράλληλη κινητοποίηση των αντιπροσωπειών της Επιτροπής σε τρίτες χώρες. τον εντοπισμό των εγγράφων κατά τη διάρκεια των ερευνών στα γραφεία της μητρικής ΜΚΟ στο Λονδίνο. [43] Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης - την ευαισθητοποίηση των εθνικών δικαστικών αρχών, τη διασφάλιση του συντονισμού μεταξύ αυτών, την παροχή της αναγκαίας δικαστικής συνδρομής και της τεχνικής στήριξης (μεταφράσεις των εκθέσεων, έργα ...) . - τη διασφάλιση του συντονισμού εντός της Επιτροπής για την πορεία της υπόθεσης ως προς το θέμα της παράστασής της ως πολιτικής ενάγουσας. Σε αυτή την υπόθεση, η συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ποινικών ερευνών επέτρεψε τη δίωξη της απάτης στο επίπεδο της Ένωσης και αυτό παρά τις νομικές δυσχέρειες που παρουσιάστηκαν στη χώρα όπου είχε την έδρα της η μητρική ΜΚΟ. Ωστόσο, χρειάστηκε να προτείνει η OLAF τη συγκέντρωση των διώξεων από τις δικαστικές αρχές σε ένα ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και να δεχθούν οι αρχές αυτές να αναλάβουν την υπόθεση άλλων εθνικών αρχών έρευνας με τη συμφωνία και τη στήριξή τους. Διαφορετικά, η έρευνα δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί. Η υπόθεση καταδεικνύει την ανάγκη εξεύρεσης λύσεων όσον αφορά τη διάσπαση των ερευνών και των διώξεων εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τα εμπόδια που απορρέουν από τον κατακερματισμό του ευρωπαϊκού ποινικού δικαστικού χώρου. Με βάση αυτή την περίπτωση και πολλές άλλες η Επιτροπή εκτιμά αναγκαία την αποφασιστική πρόοδο σύμφωνα με τον προβληματισμό που περιλαμβάνεται στην Πράσινη Βίβλο για την ποινική προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων και τη δημιουργία ευρωπαϊκής εισαγγελικής αρχής. 2.4. Η προηγούμενη πείρα στις υποψήφιες χώρες : Πολωνία Η OLAF προετοίμασε από κοινού με την Πολωνία ένα έργο στα πλαίσια του Phare που απέβλεπε στη δημιουργία διυπουργικής δομής για την καταπολέμηση της απάτης σε αυτή τη χώρα. Η έναρξη του έργου έγινε τον Ιανουάριο του 2001. Ο πρώτος στόχος έγκειτο στη δημιουργία υπηρεσίας συντονισμού της καταπολέμησης της απάτης που να είναι ταυτόχρονα ειδικευμένη, ανεξάρτητη και πολυσχιδής προκειμένου να ενισχυθούν οι επιχειρησιακές ικανότητες των πολωνικών αρχών. Επιπλέον, οι δραστηριότητες που διενεργήθηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους αυτής της διετούς πρωτοβουλίας βελτίωσαν την ευαισθητοποίηση ως προς την καταπολέμηση της απάτης μεταξύ των αρμόδιων αρχών στην Πολωνία. Αυτό συμπίπτει με τους σφαιρικούς στόχους της κυβέρνησης να ενισχύσει τη διαφάνεια και την ακεραιότητα του πολωνικού δημόσιου τομέα καθώς και να εγγυηθεί την αποτελεσματική προστασία των κοινοτικών κεφαλαίων. Η πολυπλοκότητα της πολωνικής διοίκησης, η συνεχής προσαρμογή της δομής της ενόψει της προσχώρησης και οι διαδοχικές τροποποιήσεις των πολωνικών νομοθετικών και διοικητικών διατάξεων δεν διευκολύνουν την ταχεία εφαρμογή του σχεδίου αυτού. Ωστόσο, η οικονομική στήριξη της Ένωσης αποτελεί σημαντικό στοιχείο ώστε να μπορέσουν οι πολωνικές αρχές να αυξήσουν την ικανότητά τους να καταπολεμούν την απάτη εις βάρος του κοινοτικού προϋπολογισμού. Επομένως, προβλέπονται δράσεις παρακολούθησης του πολωνικού έργου. Αυτές οι δυσκολίες, που συνήθως έχουν τοπικό χαρακτήρα δεν μπορούν να γενικευθούν όλες για το σύνολο των υποψηφίων χωρών. Ωστόσο η πείρα από την Πολωνία τονίζει ακόμα μια φορά την ανάγκη συνεχούς επένδυσης στην κατάρτιση και στις κατάλληλες συνθήκες εργασίας στις υποψήφιες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης αποτελεσματικών συστημάτων πληροφορικής για να στηρίξουν τις δραστηριότητες κατά της απάτης με στόχο την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Επιτροπής. Επιπλέον, η πείρα απέδειξε ότι η αποτελεσματική και ισοδύναμη προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων στις υποψήφιες χώρες εξασφαλίζεται μόνο με τον εσωτερικό συντονισμό, που θα λειτουργεί δεόντως, μεταξύ όλων των αρχών που ασχολούνται με τη διαχείριση, την εφαρμογή ή τον έλεγχο της χρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 3. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΔΡΑΣΗΣ 2001-2003 Η Επιτροπή παρουσιάζει με το παρόν έγγραφο ενδιάμεση έκθεση για την εκτέλεση του προγράμματος δράσης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων και την καταπολέμηση της απάτης για την περίοδο 2001-2003. Η παρούσα έκθεση έχει ως στόχο να τονίσει την αποτελεσματική υλοποίηση των δράσεων που προβλέπονται στο πλαίσιο του 2001, με την τήρηση της υλοποίησης των μεγάλων στόχων που αποφασίστηκαν με την στρατηγική προσέγγιση του Ιουνίου του 2000. Η κατάσταση προόδου των μέτρων που προβλέπονται στο πρόγραμμα δράσης παρουσιάζεται με μορφή πίνακα [44]. Στον πίνακα αυτό σημειώνονται τα σχετικά στοιχεία για την τήρηση του προσωρινού χρονοδιαγράμματος, τις πιλοτικές υπηρεσίες καθώς και ενδεχομένως τον εντοπισμό των νομικών ή άλλων μέσων. [44] Ο πίνακας δεν περιλαμβάνει τις δράσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται κανένα διάβημα για το 2001. Όσον αφορά τις στήλες του πίνακα : >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Τίτλος II: Μέτρα των κρατών μελών για την εφαρμογή του άρθρου 280 της Συνθήκης ΕΚ Για δεύτερη φορά, η συνεργασία με τα κράτη μέλη σε μη επιχειρησιακό επίπεδο αντικατοπτρίζεται στην ετήσια έκθεση της Επιτροπής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Σύμφωνα με το άρθρο 280 της συνθήκης ΕΚ, το δεύτερο μέρος της έκθεσης παρουσιάζει τις κοινές προσπάθειες των αρχών των κρατών μελών κατά το έτος 2001 με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. Συντάχθηκε με βάση ερωτηματολόγιο που καταρτίστηκε με τη συνεργασία των κρατών μελών. Η Επιτροπή παραδέχεται ότι η αξιολόγηση των δραστηριοτήτων των κρατών μελών πόρρω απέχει ακόμα από μια πραγματικά συγκριτική ανάλυση, όπως την έχει ζητήσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εντούτοις, η Επιτροπή εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις πληροφορίες που λαμβάνει, παρέχοντας ταυτόχρονα τα ερμηνευτικά στοιχεία που είναι αναγκαία για την καλή κατανόηση εκ μέρους των κρατών μελών των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού η δυνατότητα να συμπληρωθεί αυτή η εργασία με εκείνη που συνδέεται με την υγιή δημοσιονομική διαχείριση που διεξάγεται στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής. Σχετικά η Επιτροπή υποβάλλει στη δημοσιονομική αρχή έκθεση με βάση τις απαντήσεις των κρατών μελών στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου [45]. [45] Απαντήσεις των κρατών μελών στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην ετήσια έκθεση και τις ειδικές εκθέσεις τους. Η διαδικασία αυτή καθιερώθηκε μετά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δουβλίνο τον Δεκέμβριο 1996. Τον Απρίλιο 2002, κατά την ψήφιση της απαλλαγής για το 2000, Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο να προβεί στην αξιολόγηση του συνολικού κόστους των εσωτερικών και εξωτερικών ελέγχων των κοινοτικών κονδυλίων, κάνοντας διάκριση μεταξύ εκείνων που αφορούν τον κοινοτικό προϋπολογισμό και εκείνων που αφορούν τους προϋπολογισμούς των κρατών μελών. Το δεύτερο τμήμα της έκθεσης αρχίζει με ανασκόπηση των νομοθετικών εξελίξεων στα κράτη μέλη που αποβλέπουν στις εφαρμογές του άρθρου 280 της συνθήκης που έγιναν το 2001, και ακολουθούν δύο τμήματα αφιερωμένα στην κατάσταση της κύρωσης και της εφαρμογής της σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των πρωτοκόλλων της. [46] [46] Σύμβαση της 26ης Ιουλίου 1995 για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ C 316 της 27.11.95, σ. 48) και τα πρόσθετα πρωτόκολλα (ΕΕ C 313 της 23.10.1996, σ. 1- ΕΕ C 221 της 19.7.1997, σ. 11- ΕΕ C 151 της 20.5.1997, σ. 1). Στη συνέχεια παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τους μηχανισμούς για τον εσωτερικό συντονισμό του ελέγχου και για τις ανακριτικές αρχές σε κάθε κράτος μέλος, καθώς και για τη συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών των διαφόρων κρατών μελών και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής. Οι πληροφορίες που παρέχονται από τα κράτη μέλη καταδεικνύουν ότι η οργάνωσή τους είναι γενικά συμβατή προς τον κοινό στόχο της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων, βάσει της αρχής της ισοδυναμίας που καθορίζεται στο άρθρο 280 της συνθήκης ΕΚ. Εντούτοις, μια κατατμημένη προσέγγιση, είτε ανά τομέα πολιτικής, είτε ανά διοικητική ενότητα ή κράτος μέλος, ίσως να περιόριζε την αποτελεσματικότητα της πρόληψης και της καταπολέμησης της απάτης. Υπό το πρίσμα αυτό, μερικά κράτη μέλη επισήμαναν ότι υπάρχει ακόμα περιθώριο βελτίωσης του συντονισμού. Τέλος, όπως και στην προηγούμενη έκθεση, ένα ειδικό τμήμα αφορά την ανάκτηση. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες να επαληθεύει την ύπαρξη καλής συνεργασίας μεταξύ των δικαστικών και των διοικητικών αρχών στα κράτη μέλη, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ουσιαστική ανάκτηση των εκκρεμουσών οφειλών. Η Επιτροπή έχει απόλυτη επίγνωση ότι μια πραγματικά συγκριτική ανάλυση των ενεργειών των κρατών μελών χρειάζεται, όπως υπογραμμίστηκε σε προηγούμενες εκθέσεις, στενότερη εναρμόνιση των εννοιών του ελέγχου και των κυρώσεων. Έτσι, η Επιτροπή έχει αναλάβει, στο πλαίσιο της CoCoLaF, ένα εγχείρημα που αποβλέπει στον καλύτερο ορισμό αυτών των εννοιών. 4. κειμενα που συμβάλλουν στην εφαρμογη του αρθρου 280 της συνθηκης εκ - οι βασικες νομοθετικες εξελιξεις Ο κατωτέρω πίνακας παρουσιάζει τις σημαντικότερες νομοθετικές πράξεις που συμβάλλουν στην εφαρμογή του άρθρου 280 της Συνθήκης, οι οποίες εκδόθηκαν κατά τη διάρκεια του 2001. Κατά συνέπεια, ορισμένα κράτη μέλη ενδέχεται να μην αναφέρονται αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι το 2001 θέσπισαν μέτρα διοικητικού χαρακτήρα ή είχαν αναπτύξει πλούσια νομοθετική δραστηριότητα κατά τα προηγούμενα έτη. 4.1. Ίδιοι πόροι: βασικές νομοθετικές εξελίξεις Κράτος μέλος // Μέτρο EL // Ο νέος τελωνειακός κώδικας (νόμος 2960/2001) εναρμονίζει την εθνική νομοθεσία με την κοινοτική νομοθεσία, ιδίως όσον αφορά τις παραβάσεις των τελωνειακών διατάξεων. F // Το άρθρο 28-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας, που εξουσιοδοτεί ορισμένους τελωνειακούς υπαλλήλους να διενεργούν δικαστικές έρευνες, ιδίως στους τομείς που αφορούν την απάτη σε βάρος των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται τον Δεκέμβριο του 2001 (παραβάσεις που προβλέπονται από τον τελωνειακό κώδικα, και ιδίως στον τομέα των παραδοσιακών ιδίων πόρων και των γεωργικών δαπανών). Οι διατάξεις αυτές διευκολύνουν τις έρευνες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Συνολικά, έχουν εξουσιοδοτηθεί 73 υπάλληλοι να διενεργούν δικαστικές έρευνες. IRL // Ο νόμος του Μαρτίου 2001 για τα τελωνεία και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης (αμοιβαία συνδρομή) θέτει σε εφαρμογή, μεταξύ άλλων, τη Σύμβαση CIS και τη Σύμβαση περί αμοιβαίας συνδρομής. I // Έκδοση ενός νέου νομοθετικού διατάγματος (αριθ. 68 της 19ης Μαρτίου 2001 «Προσαρμογή των καθηκόντων της Guardia di Finanza, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αριθ. 78 της 31.3.2000). Το διάταγμα εκδόθηκε στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης των καθηκόντων των αστυνομικών δυνάμεων, σύμφωνα με το νόμο αριθ. 78 της 31.3.2000. Επαναπροσδιορίζει τη θεσμική αποστολή της Guardia di Finanza (Σώμα διερεύνησης οικονομικών υποθέσεων) ως «αστυνομικού σώματος διερεύνησης οικονομικών και δημοσιονομικών υποθέσεων για την προστασία του προϋπολογισμού του κράτους, των περιφερειών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Το εν λόγω διάταγμα επικυρώνει τις ειδικές εξουσίες των υπαλλήλων της Guardia di Finanza να διενεργούν έρευνες για την πρόληψη, τη διερεύνηση και την καταστολή των παραβάσεων σε βάρος των πόρων και των δαπανών του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. // Έκδοση ενός νέου νόμου (αριθ. 92 της 19ης Μαρτίου 2001) που τροποποιεί τις διατάξεις σε θέματα καταστολής του λαθρεμπορίου τσιγάρων. Σύμφωνα με το νόμο αυτό: - το λαθρεμπόριο είναι έγκλημα που τιμωρείται με φυλάκιση δύο έως πέντε ετών, όταν η ποσότητα των λαθραίων τσιγάρων υπερβαίνει τα 10 χλγ. - τα ακόλουθα περιστατικά επιφέρουν προσαύξηση των ποινών: - χρησιμοποίηση μεταφορικών μέσων που τροποποιούνται για να παρεμποδίζουν τη δράση των αστυνομικών αρχών ή να προξενούν κίνδυνο. - χρησιμοποίηση νομικών προσώπων ή χρηματοοικονομικών δυνατοτήτων σε χώρες που δεν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του Στρασβούργου περί της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. - έχει προβλεφθεί η συνεργασία των καπνοπαραγωγών για τον προσδιορισμό της προέλευσης αυτού του εμπορεύματος. - η διαχείριση των κατασχόμενων ή δημευόμενων εμπορευμάτων έχει καταστεί ευκολότερη και οικονομικότερη. Έχει ορισθεί ως νέα αξιόποινη πράξη η σύσταση οργάνωσης με στόχο τη λαθρεμπορία τσιγάρων, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση τριών έως οκτώ ετών και υπάγεται στην αρμοδιότητα των νομαρχιακών διευθύνσεων για την καταπολέμηση της μαφίας. NL // Το δεύτερο τμήμα του Κοινοβουλίου εξέδωσε το νόμο για τον έλεγχο των κοινοτικών επιδοτήσεων. Ο νόμος αυτός θεσπίζει τις τρεις ακόλουθες υπουργικές αρμοδιότητες: το δικαίωμα ενημέρωσης από τον οργανισμό διαχείρισης, το δικαίωμα έκδοσης οδηγιών προς τον οργανισμό διαχείρισης και η είσπραξη κεφαλαίων από τον οργανισμό διαχείρισης. P // Θέσπιση νέου γενικού καθεστώτος για τις φορολογικές παραβάσεις και επαναπροσδιορισμός των φορολογικών εγκλημάτων: διαχωρισμός ανάμεσα στα κοινά φορολογικά εγκλήματα, τα τελωνειακά εγκλήματα, τα φορολογικά εγκλήματα και τα εγκλήματα κατά της κοινωνικής ασφάλειας. Η διενέργεια ερευνών σχετικά με τις εν λόγω οικονομικές και χρηματοοικονομικές παραβάσεις υπάγεται στην αρμοδιότητα της δικαστικής αστυνομίας, όταν οι παραβάσεις αυτές έχουν οργανωμένο χαρακτήρα ή/και διεθνή ή διεθνική διάσταση. Όσον αφορά τους ελέγχους, η DGAIEC (πορτογαλικά τελωνεία) εξέδωσε τις διατάξεις εφαρμογής για τα τοπικά τελωνεία, μετά τις τροποποιήσεις του τελωνειακού κώδικα της ΕΚ και τις εκτελεστικές διατάξεις. Όσον αφορά την ειδική σφραγίδα για τη σφράγιση των βιομηχανοποιημένων καπνών, έχει εκδοθεί κώδικας που επιτρέπει στην DGAIEC να ανιχνεύει την καταγωγή τους. FIN // Με τη νομοθετική πράξη 875/2001, η οποία τροποποιεί τον ποινικό κώδικα, επικαιροποιήθηκαν οι διατάξεις περί δημεύσεως περιουσιακών στοιχείων. S // Ο σουηδικός νόμος που ποινικοποιεί το λαθρεμπόριο αντικαταστάθηκε την 1η Ιανουαρίου 2001 από το νόμο 2000/1225. Οι παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας είναι δυνατό να τιμωρούνται με φυλάκιση δύο ετών. Για τις σοβαρές παραβάσεις, είναι δυνατό να επιβληθεί φυλάκιση μέχρι έξι έτη. // Η Σουηδία διαθέτει από καιρό ποινικό δικαστήριο για τον τομέα των τελωνειακών εγκλημάτων που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 280. Ο νέος νόμος της 1ης Ιανουαρίου 2001 (2000/1225) έχει ενισχύσει τις εξουσίες του εισαγγελέα για τις τελωνειακές παραβάσεις. 4.2. Γεωργικές δαπάνες: βασικές νομοθετικές εξελίξεις Κράτος μέλος // Μέτρο B // Βασιλικό διάταγμα της 15ης Μαΐου 2001 σχετικά με τα διοικητικά πρόστιμα: σε περίπτωση που ο εισαγγελέας δεν κοινοποιήσει στη διοίκηση, εντός τριών μηνών από την παραλαβή της δικογραφίας, αν πρέπει να επιβάλει κυρώσεις ή όχι, η διοίκηση αποφασίζει αν πρέπει να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο. EL // Ο νέος νόμος 2945/2001 περιέχει διατάξεις για την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων: - ο οργανισμός πληρωμών (ΕΠΑΑ) έχει την εξουσία να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και διασταυρούμενους ελέγχους σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια παρατυπιών. - δυνατότητες αναστολής πληρωμών και ανάκτησης. - διαβίβαση των αποδεικτικών στοιχείων στα πειθαρχικά όργανα και στις διωκτικές αρχές σε περίπτωση παρατυπιών. - ο οργανισμός πληρωμών και ελέγχου (ΟΠΕΚΕΠΕ) είναι αρμόδιος για την πρόληψη και την καταστολή όλων των ατασθαλιών. - δυνατότητα επιβολής κυρώσεων βάσει απόφασης του Υπουργείου γεωργίας. - άλλοι οργανισμοί παρέχουν νομική συνδρομή στον ΟΠΕΚΕΠΕ. E // Νόμος 24/2001 που τροποποιεί τον γενικό νόμο για τον προϋπολογισμό: Ορισμός του αρμόδιου οργάνου και καθορισμός των καθηκόντων τα οποία οφείλει να ασκεί η προβλεπόμενη από τον κανονισμό 4045/89 ειδική υπηρεσία. Ορισμός των υπηρεσιών, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, που είναι αρμόδιες για τη διενέργεια των προβλεπόμενων από τον κανονισμό 4045/89 ελέγχων. F // Το άρθρο 28-1 του κώδικα ποινικής δικονομίας εξουσιοδοτεί ορισμένους τελωνειακούς υπαλλήλους να διενεργούν δικαστικές έρευνες, ιδίως στους τομείς που αφορούν την απάτη σε βάρος των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων, άρχισε να εφαρμόζεται τον Δεκέμβριο του 2001 (παραβάσεις που προβλέπονται από τον τελωνειακό κώδικα, και ιδίως όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους και τις γεωργικές δαπάνες. Βλέπε επίσης σημείο 4.1 ανωτέρω). // Έχει καταρτισθεί σχέδιο διατάγματος σχετικά με τον έλεγχο της παραγωγής αγελαδινού γάλακτος και με τις διατάξεις είσπραξης συμπληρωματικής εισφοράς. I // Το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 223 της 14.05.2001 θέσπισε νέες κυρώσεις στον τομέα της κοινοτικής ενίσχυσης και της παραγωγής ελαιολάδου και της μεταποίησης επιτραπέζιων ελιών. Η αρμόδια Διεύθυνση για τις πολιτικές της αγοράς του Υπουργείου Γεωργίας και Δασών διατύπωσε τη σύμφωνη γνώμη της για το σχέδιο νομοθετικού διατάγματος αναφορικά με το σύστημα κυρώσεων βάσει του κανονισμού αριθ. 4045/89. Το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 68 της 19ης Μαρτίου 2002: - ανέθεσε στην Guardia di Finanza την αποστολή «αστυνομικού σώματος οικονομικών και χρηματοοικονομικών υποθέσεων για την προστασία του προϋπολογισμού του κράτους, των περιφερειών, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και της Ευρωπαϊκής Ένωσης». - παρέχει στους υπαλλήλους της Guardia di Finanza το δικαίωμα να διενεργούν κατ` οίκον έρευνες, ανακρίσεις, επιθεωρήσεις και έρευνες σε τράπεζες στον εν λόγω τομέα, και τα ίδια δικαιώματα τα οποία διέθεταν στον τομέα του ΦΠΑ και της έμμεσης φορολογίας. Έχει συσταθεί ειδική μονάδα ελέγχου για τους τομείς της γεωργίας, των τροφίμων και της προστασίας των δασών (NAF) στο εσωτερικό του Υπουργείου Γεωργίας. IRL // Νομοθετική πράξη του Μαρτίου 2001 για τις ασθένειες των ζώων: παραχώρηση πρόσθετων εξουσιών στους εντεταλμένους υπαλλήλους για τη διενέργεια εμπορικών ελέγχων και για την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων. NL // Το πρώτο και το δεύτερο τμήμα του Κοινοβουλίου εξέδωσαν το νόμο για την όγδοη τροποποίηση του «Νόμου των Κάτω Χωρών για τους λογαριασμούς του κράτους» και το νόμο για την παρακολούθηση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων (τέθηκαν σε ισχύ την 1η Μαΐου 2002): - απαριθμούνται οι ελεγκτικές αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των κοινοτικών επιχορηγήσεων (ως το επίπεδο του τελικού δικαιούχου) - θεσπίζεται παράλληλη αρμοδιότητα του Υπουργού όσον αφορά το δικαίωμα να ενημερώνεται από τον οργανισμό διαχείρισης, το δικαίωμα να δίνει οδηγίες στον οργανισμό διαχείρισης και το δικαίωμα είσπραξης ποσών από τον οργανισμό διαχείρισης. P // Έχουν θεσπιστεί για την περίοδο 2001 έως 2006 νέες γενικές διατάξεις εφαρμογής του σχεδίου αγροτικής ανάπτυξης, με την ονομασία RURIS: - η καταβολή των ενισχύσεων πραγματοποιείται μόνον εφόσον ο δικαιούχος έχει εξοφλήσει τις οφειλές του έναντι των οργανισμών πληρωμής. - οι οργανισμοί πληρωμής μπορούν να προβαίνουν σε αντιστάθμιση επί των οφειλών του δικαιούχου. - η καταγγελία της σύμβασης συνεπάγεται την υποχρέωση επιστροφής των καταβληθεισών ενισχύσεων και την αναστολή του δικαιώματος επιλεξιμότητας. οι βεβαιώσεις χρέους που εκδίδονται από τους οργανισμούς πληρωμής είναι εκτελεστές. FIN // Γενικό μέτρο: ο νόμος 688/2001 για τις κρατικές ενισχύσεις καλύπτει, μεταξύ άλλων, την είσπραξη απαιτήσεων και τον έλεγχο των δημοσίων ενισχύσεων, περιλαμβανομένων των κοινοτικών ενισχύσεων. S // Γενικό μέτρο: από τον Μάρτιο του 2001, η προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας και οι σχέσεις με την OLAF συντονίζονται από μια υπηρεσία οικονομικών εγκλημάτων και συμβούλιο αρμόδιο για την απάτη σε κοινοτικό επίπεδο (βλέπε σημείο 4.1). UK // (Αγγλία) Νέες κανονιστικές διατάξεις για τις διαρθρώσεις της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας: ρυθμίζουν τους όρους χορήγησης εθνικών και κοινοτικών επιδοτήσεων (ΧΜΠΑ) και τα μέτρα ελέγχου και είσπραξης (SI 2001 αριθ. 117). Ισοδύναμες, αλλά χωριστές, διατάξεις έχουν εκδοθεί στη Σκωτία, την Ουαλία και τη Βόρεια Ιρλανδία. 4.3. Διαρθρωτικές δράσεις: βασικές νομοθετικές εξελίξεις Κράτος μέλος // Μέτρο DK // Διάταγμα αριθ. 132 της 1ης Μαρτίου 2001 σχετικά με την κατανομή αρμοδιοτήτων για τη διαχείριση των ενισχύσεων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου: σύνθεση και αποστολή των επιτροπών παρακολούθησης για τον Στόχο 3 και την Πρωτοβουλία EQUAL. μέτρα του ΕΚΤ βάσει του Στόχου 2. κεντρικές και περιφερειακές επιτροπές έγκρισης έργων. οργάνωση των κεντρικών και περιφερειακών φορέων διαχείρισης έργων, ευθύνη και αποστολές. χρησιμοποίηση του ηλεκτρονικού συστήματος (βάσει του Διαδικτύου). διενέργεια ελέγχων και δημοσιονομικών ελέγχων, και ιδίως υποχρέωση κοινοποίησης παρατυπιών. απαίτηση να διενεργεί ο αρμόδιος φορέας για την εκτέλεση έργων τουλάχιστον μία επίσκεψη επίβλεψης και ελέγχου για κάθε έργο κατά την περίοδο που καλύπτεται από την επιχορήγηση. Διάταγμα αριθ. 133 της 1ης Μαρτίου 2001 σχετικά με τις ενισχύσεις του ΕΚΤ. όροι για τη χορήγηση των ενισχύσεων. έλεγχος και παρακολούθηση. χρησιμοποίηση του ηλεκτρονικού συστήματος (βάσει του Διαδικτύου). πρόσβαση στη δικαιοσύνη. είσπραξη απαιτήσεων και επιβολή κυρώσεων. Επιβάλλεται τραπεζική εγγύηση για όλους τους δικαιούχους ιδιωτικών και ανεξάρτητων ενισχύσεων. Για να είναι δυνατή η καταβολή της ενίσχυσης σε ένα έργο, απαιτείται ένας ελεγκτής να βεβαιώσει την καταλληλότητα των διαδικασιών και συστημάτων καταγραφής του έργου. EL // Ο νόμος 2860/2000 δημιούργησε νέα όργανα διαχείρισης και ελέγχου, ιδίως την επιτροπή παρακολούθησης του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης, την επιτροπή παρακολούθησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων, τον κεντρικό οργανισμό διαχείρισης του ΚΠΣ, τους οργανισμούς διαχείρισης των επιχειρησιακών προγραμμάτων, τον οργανισμό πληρωμής και την επιτροπή εξωτερικού δημοσιονομικού ελέγχου (ΕΔΕΛ). E // Βασιλικό νομοθετικό διάταγμα αριθ. 1098/2001: ορίζει το ισχύον νομικό πλαίσιο για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων. // Νόμος 24/2001 που τροποποιεί το νόμο για τις δημόσιες συμβάσεις: - απαιτεί την παροχή νέων εγγυήσεων για τη φερεγγυότητα των υποβαλλόντων προσφορές. - ρυθμίζει τα ζητήματα ανάθεσης των συμβάσεων υπηρεσιών στον τομέα της διαχείρισης των συστημάτων πληροφόρησης. I // Έκδοση νέου νομοθετικού διατάγματος (αριθ. 68 της 19ης Μαρτίου 2001 «Προσαρμογή των καθηκόντων της Guardia di Finanza, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αριθ. 78 της 31.3.2000). NL // Έκδοση του νόμου για την όγδοη τροποποίηση του «Νόμου των Κάτω Χωρών για τους λογαριασμούς του κράτους» και του νόμου για την παρακολούθηση των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων: βλέπε σημείο 4.2 ανωτέρω. A // Έχει συναφθεί σύμβαση με το ομοσπονδιακό κράτος και τα ομόσπονδα κράτη (η σύμβαση καλύπτει όλους τους αρμόδιους αυστριακούς οργανισμούς που είναι υπεύθυνοι για τη διαχείριση των διαρθρωτικών παρεμβάσεων και έργων για τα οποία απαιτείται η άμεση ή έμμεση προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας). P // Κατ` εφαρμογή των κανονισμών αριθ. 1260/99, 438/2001 και 448/2001, καταρτίστηκε ειδικό εθνικό νομοθετικό πλαίσιο για το Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης (ΚΠΣ) III: - νομοθετικό διάταγμα που διέπει τη λειτουργία του εθνικού συστήματος ελέγχου (SNC), του ΚΠΣ III. - βάσει αυτού του νομοθετικού διατάγματος, η γενική επιθεώρηση οικονομικών (IGF) είναι η αρμόδια αρχή για να εκδίδει τη δήλωση και να συντονίζει τις ανακοινώσεις παρατυπιών. - περιφερειακό νομοθετικό διάταγμα που θέσπισε το ίδρυμα διαχείρισης κοινοτικών κεφαλαίων (IGFC) στην αυτόνομη περιοχή της Μαδέρας. FIN // Γενικό μέτρο: βλέπε σημείο 4.2. // Εκδόθηκαν οι ακόλουθοι νόμοι: - νομοθετική πράξη 1268/2000 που τροποποιεί τη μέθοδο διαχείρισης των Διαρθρωτικών Ταμείων, τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2001: διατάξεις διαχείρισης και ελέγχου όσον αφορά τις κοινοτικές Πρωτοβουλίες και το ΕΚΤ. - νομοθετική πράξη 574/2001 για τα μέτρα περιφερειακής ανάπτυξης: διατάξεις για την εφαρμογή των κοινοτικών Πρωτοβουλιών και για την είσπραξη των διαρθρωτικών και εθνικών χρηματοδοτήσεων. - νομοθετική πράξη 1113/2001 που τροποποιεί τα μέτρα στον τομέα της απασχόλησης: κατευθυντήριες γραμμές για τις δημόσιες επενδύσεις (ΕΤΠΑ). // Νέες κανονιστικές διατάξεις: - κυβερνητικά διατάγματα (943/2001 και 1466/2001) που τροποποιούν το διάταγμα για την απασχόληση (ΕΤΠΑ). - διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας (933/2001): αρμοδιότητες του εθνικού συμβουλίου για την παιδεία και των περιφερειακών γραφείων στους τομείς της διαχείρισης, της παρακολούθησης και του λογιστικού ελέγχου των έργων που χρηματοδοτούνται από το Interreg και το ΕΚΤ. S // Προσαρμογή των σουηδικών κανονιστικών διατάξεων και των μέτρων εφαρμογής που αφορούν τη διαχείριση των πόρων των Διαρθρωτικών Ταμείων και ειδικοί κανόνες που αφορούν το ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμού, το ΧΜΠΑ και το ΕΚΤ, με στόχο: - την εφαρμογή της νέας κοινοτικής ρύθμισης για την περίοδο 2000-2006. - τη διασαφήνιση και ενίσχυση των διατάξεων σε θέματα είσπραξης απαιτήσεων. - μέτρα που επιτρέπουν τη διαχείριση των προγραμμάτων Interreg όπως συμφωνήθηκε με την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη. 5. συμπληρωματικα κειμενα σχετικα με την προστασια των κοινοτικων οικονομικων συμφεροντων 5.1. Ποια είναι η κατάσταση όσον αφορά την επικύρωση από τα κράτη μέλη της Σύμβασης της 26ης Ιουλίου 1995 σχετικά με την προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων και των πρωτοκόλλων της; Κατάσταση των επικυρώσεων που κοινοποιήθηκαν στη γενική γραμματεία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέχρι τις 21.06.2002 >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> 5.2. Έχει λάβει το κράτος μέλος, ενδεχομένως, μέτρα για την ενσωμάτωση της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων της; (Αυτό αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν μετά την έκδοση της ετήσιας έκθεσης 2000 τον Μάϊο του 2001) Κράτος μέλος // DK // Η Σύμβαση και τα πρωτόκολλά της ενσωματώθηκαν στο δίκαιο της Δανίας το 2000. D // Υφίσταται νομοσχέδιο για την επικύρωση του δεύτερου πρωτοκόλλου της Σύμβασης, της 19ης Ιουνίου 1997. Για να τροποποιηθούν οι διατάξεις του εσωτερικού δικαίου για την ενσωμάτωση απαιτείται ειδικός εκτελεστικός νόμος ο οποίος επίσης συντάσσεται. Προβλέπεται η εισαγωγή συμπληρωματικής διάταξης στο άρθρο 261 του ποινικού κώδικα (για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων, απόκρυψη παράνομων περιουσιακών στοιχείων) και η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 30 του νόμου, ώστε να είναι δυνατή η επιβολή προστίμων σε νομικά πρόσωπα και σε ενώσεις. EL // Ο νέος τελωνειακός κώδικας (νόμος 2960/01) λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις της Σύμβασης του 1995 και των πρωτοκόλλων της. IRL // Ο νόμος της 19ης Δεκεμβρίου 2001 για την ποινική δικαιοσύνη (κλοπές και απάτες), μέρος 6, ενσωματώνει τη Σύμβαση του 1995. Τίθεται σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2002. I // Οι διατάξεις του πρωτοκόλλου της Σύμβασης ΠΟΣ, που υπεγράφη στις 19.6.97 και αφορά την ευθύνη των νομικών προσώπων, τη δήμευση, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και την προστασία των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με αυτά τα συμφέροντα, έχουν σε μεγάλο βαθμό ενσωματωθεί στο νομοθετικό διάταγμα αριθ. 231/01 που αφορά την ευθύνη των νομικών προσώπων για τα αδικήματα που απορρέουν, μεταξύ άλλων, από εγκλήματα δόλιας μη κατά προορισμό χρήσης ή καταχρηστικής είσπραξης κεφαλαίων και αισχροκέρδειας σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού. Εξάλλου, το Υπουργείο Εργασίας έλαβε ορισμένα διοικητικά μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους των συγχρηματοδοτούμενων από το ΕΚΤ δραστηριοτήτων. L // Το περιεχόμενο της Σύμβασης και των επικυρωμένων πρωτοκόλλων της έχουν ενσωματωθεί σε νόμο της 30ης Μαρτίου 2001. A // Η υποχρέωση ενσωμάτωσης αυτών των τεσσάρων νομοθετικών πράξεων της ΕΕ (συμπεριλαμβανομένου του δεύτερου πρωτοκόλλου) έχει ικανοποιηθεί από τις ισχύουσες διατάξεις και, με μία εξαίρεση (βλέπε κατωτέρω), μέσω της τροποποίησης του ποινικού κώδικα, ιδίως με τη βοήθεια: - της θέσπισης της παράβασης της «καταχρηστικής λήψης ενίσχυσης». - της επέκτασης του πεδίου των διατάξεων περί της δωροδοκίας υπαλλήλων στους κοινοτικούς υπαλλήλους και σε υπαλλήλους άλλων κρατών μελών. - της διεύρυνσης του καταλόγου των παρεμβάσεων στον τομέα της νομιμοποίησης παράνομων εσόδων. Ορισμένες τροποποιήσεις του νόμου για την καταστολή των οικονομικών εγκλημάτων και του νόμου για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που επήλθαν με το νόμο του 1998 για την τροποποίηση του φορολογικού συστήματος συμβάλλουν επίσης στην ενσωμάτωση των προαναφερόμενων νομοθετικών πράξεων. Το μόνο μέτρο που δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί είναι η θέσπιση της προβλεπόμενης στο δεύτερο πρωτόκολλο ευθύνης των νομικών προσώπων. Όσον αφορά την ενσωμάτωση αυτής της υποχρέωσης, το άρθρο 18, παράγραφος 2, του δεύτερου πρωτοκόλλου προβλέπει για την Αυστρία προθεσμία πέντε ετών, η οποία αρχίζει να ισχύει από την έκδοση της νομοθετικής πράξης. P // Η Σύμβαση και τα πρωτόκολλά της εφαρμόζονται άμεσα, με την επιφύλαξη των νομοθετικών τροποποιήσεων στο εσωτερικό δίκαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, εκδόθηκε ο νόμος 108/2001 για την τροποποίηση του πορτογαλικού ποινικού κώδικα όσον αφορά τα αδικήματα της άσκησης επιρροής, της παθητικής δωροδοκίας για παράνομες πράξεις, παθητικής δωροδοκίας για νόμιμες πράξεις και, τέλος, την έννοια του υπαλλήλου. Παράλληλα, στις 26 Νοεμβρίου 2001, δημοσιεύθηκε η απόφαση 163/2001 του Συμβουλίου Υπουργών, η οποία θεσπίζει ένα σύνολο μέτρων και κατευθυντήριων γραμμών για την καταπολέμηση της απάτης και της φοροδιαφυγής: πρόληψη, έλεγχοι, ενίσχυση της UCLEFA και των μέτρων καταπολέμησης του εγκλήματος, ενίσχυση του εξωτερικού ελέγχου και αυξημένη χρησιμοποίηση των συστημάτων πληροφόρησης (εθνικά και κοινοτικά έργα). FIN // Ορισμένες τροποποιήσεις νομοθετικών διατάξεων που απαιτούνται από το δεύτερο πρωτόκολλο τέθηκαν σε εφαρμογή το 2001 (νόμος 369/2001 για την τροποποίηση του ποινικού κώδικα): επέκταση της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων σε περιπτώσεις κατά τις οποίες το νομικό πρόσωπο ή η οντότητα έλαβε μέρος στη διάπραξη του εγκλήματος ή επέτρεψε τη διάπραξη του εγκλήματος. // (Εland) Το τοπικό κοινοβούλιο εξέδωσε τη σύμφωνη γνώμη του για τη Σύμβαση του 1995, το 2001. S // Οι νομοθετικές πράξεις που ενσωματώνουν τις διατάξεις του δεύτερου πρωτοκόλλου (1997) στο σουηδικό δίκαιο τέθηκαν σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2002. Η απόπειρα, η προετοιμασία ή η συνομωσία για τη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων ή σοβαρής δωροδοκίας έχουν κριθεί ως αξιόποινες πράξεις. Διευρύνθηκε το πεδίο των διατάξεων για τις αποφάσεις ξένων ποινικών δικαστηρίων: οι αποφάσεις ξένων ποινικών δικαστηρίων για πράξεις που καλύπτονται από το πρωτόκολλο μπορούν να εμποδίσουν την άσκηση δίωξης για την ίδια πράξη στη Σουηδία. UK // Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρει ότι οι περισσότερες διατάξεις της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων της εμπεριέχονταν ήδη στο εθνικό δίκαιο πριν από την υπογραφή της Σύμβασης και των πρωτοκόλλων της. Το Μέρος 1 της νομοθετικής πράξης του 1993 για την ποινική δικαιοσύνη, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουνίου 1999, επέτρεψε στο Ηνωμένο Βασίλειο να επικυρώσει τη Σύμβαση. Με τις διατάξεις αυτές θεσπίστηκε η αρμοδιότητα που απαιτείται από την πρώτη περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Σύμβασης (απάτη που διαπράττεται στην επικράτεια του κράτους μέλους, περιλαμβανομένης της περίπτωσης κατά την οποία το οικονομικό όφελος αποκομίστηκε στο εσωτερικό της επικράτειας). 6. συντονισμος των υπηρεσιων που είναι υπευθυνες για την προστασια των οικονομικων συμφεροντων στο εσωτερικο κάθε κρατους μελους Το σύστημα ελέγχου των οικονομικών της Κοινότητας, όσον αφορά τις δαπάνες και τα έσοδα, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πρωτογενή αρμοδιότητα των κρατών μελών, τα οποία διαχειρίζονται το 80% των κεφαλαίων. Στη διενέργεια αυτών των ελέγχων, οι οποίοι προβλέπονται από τους κανονισμούς για τους επιμέρους τομείς, συμμετέχει πληθώρα φορέων και υπαλλήλων στα διάφορα επίπεδα της δημόσιας διοίκησης (οργανισμοί πληρωμής, οργανισμοί διαχείρισης, κεντρικές και αποκεντρωμένες εθνικές υπηρεσίες, οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης). Το σύνολο αυτών των ελέγχων συνθέτει το σύστημα της προστασίας των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων στον βαθμό που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εξασφαλίζουν για την υπεράσπιση των κοινοτικών συμφερόντων αποτελεσματική και ισοδύναμη προστασία με αυτή που παρέχουν στα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Για να το πράξουν, ο σωστός συντονισμός ανάμεσα στους διάφορους φορείς που συμμετέχουν στη διενέργεια των ελέγχων σε όλα τα επίπεδα έχει καθοριστική σημασία. Οι κανονισμοί για τους επιμέρους τομείς προβλέπουν ότι οι εθνικές διοικήσεις διενεργούν τους ονομαζόμενους ελέγχους κανονικότητας και ειδικότερους ελέγχους για την καταπολέμηση της απάτης. Οι πρώτοι έλεγχοι συνίστανται στον έλεγχο εγγράφων, σε ορισμένες περιπτώσεις αποκαλούνται «πρωτοβάθμιοι έλεγχοι», και αφορούν την καταλληλότητα των διαδικασιών και των κριτηρίων που καθορίζονται από τους κανονισμούς για τη χορήγηση των χρηματοδοτήσεων ή την παραχώρηση πλεονεκτημάτων (παραδείγματος χάρη, κυκλοφορία χωρίς την καταβολή δασμών). Οι έλεγχοι της κανονικότητας περιλαμβάνουν επίσης εκ των υστέρων ελέγχους (παραδείγματος χάρη, μετά την καταβολή των κεφαλαίων) που έχουν στόχο να βεβαιωθεί ότι οι υπηρεσίες έχουν πράγματι παρασχεθεί, ότι τα έργα έχουν χρηματοδοτηθεί και ότι το σύστημα ελέγχου είναι αξιόπιστο. Επιπλέον, ορισμένοι έλεγχοι διενεργούνται όταν διάφορες δημόσιες υπηρεσίες, ανάλογα με το κράτος μέλος, έχουν υπόνοιες για διάπραξη απάτης: τελωνειακές, αστυνομικές, οικονομικές υπηρεσίες, δικαστικές αρχές σε πιο προηγμένο στάδιο. Η οργάνωση των υπηρεσιών υπάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Μετά από αίτηση του Συμβουλίου, αφενός, και έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα Διαρθρωτικά Ταμεία [47], αφετέρου, παρέχονται πληροφορίες για τους μηχανισμούς οι οποίοι έχουν τεθεί σε εφαρμογή για τον συντονισμό των υπηρεσιών ελέγχου και έρευνας, οι οποίες διενεργούν αυτούς τους ελέγχους στο εσωτερικό των κρατών μελών. [47] Ειδική έκθεση αριθ. 4/2001 για τον δημοσιονομικό έλεγχο στο ΕΓΤΠΕ, τμήμα «Εγγυήσεων» - εφαρμογή του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (SIGC), συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής. Οι παρεχόμενες πληροφορίες κατανέμονται ανά τομέα ελέγχου, δηλαδή: για τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους, για τις γεωργικές δαπάνες και για τις διαρθρωτικές δράσεις. 6.1. Ίδιοι πόροι: μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας, ενδεχόμενα εμπόδια στο νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο Κράτος μέλος // B // Οι έλεγχοι και οι έρευνες κατά της απάτης διενεργούνται από την ίδια διοικητική υπηρεσία (διοίκηση τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης). Η υπηρεσία αυτή είναι επίσης αρμόδια για τη δίωξη των τελωνειακών παραβάσεων. // Όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών με την αστυνομία, η κατάσταση έχει ως εξής: - διεξάγονται διαπραγματεύσεις για τη σύναψη πρωτοκόλλων συμφωνίας. - πέντε υπάλληλοι των οικονομικών υπηρεσιών έχουν τεθεί στη διάθεση της κεντρικής υπηρεσίας καταπολέμησης του εγκλήματος (ομοσπονδιακή αστυνομία), κατ` εφαρμογή του βασιλικού διατάγματος της 22ας Δεκεμβρίου 2000. // Για την κοινοποίηση των περιπτώσεων απάτης στις δικαστικές αρχές, έχουν γίνει οι ακόλουθες ρυθμίσεις: - επτά υπάλληλοι οικονομικών υπηρεσιών έχουν τεθεί στη διάθεση του Εισαγγελέα ή του Επιθεωρητή Εργασίας. - οι οικονομικές υπηρεσίες είναι αρμόδιες για την είσπραξη του φόρου στο στάδιο της ανάκρισης, όταν από αυτήν συνάγονται ενδείξεις απάτης (νόμος της 18ης Απριλίου 1999). - έχει συναφθεί συμφωνία συνεργασίας ανάμεσα στις δικαστικές και οικονομικές υπηρεσίες του Βελγίου. DK // Γενικές παρατηρήσεις όσον αφορά τον συντονισμό μεταξύ των υπηρεσιών για την επίπτωση του νέου νόμου περί προστασίας των δεδομένων: Όσον αφορά την κοινοποίηση, εκ μέρους των διοικητικών υπηρεσιών, των περιπτώσεων απάτης στις δικαστικές αρχές, διενεργούνται έλεγχοι σύμφωνα με την ανακοίνωση αριθ. 4/1998 του Εισαγγελέα. Η ανακοίνωση αυτή θεσπίζει επίσης τις διαδικασίες για την ενημέρωση της διοικητικής αρχής για το αποτέλεσμα των ελέγχων. // Όσον αφορά την εφαρμογή του νόμου της 31ης Μαΐου 2000 σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων στα μέτρα ελέγχου, οι σχετικές νομοθετικές και διοικητικές προσαρμογές βρίσκονται καθ' οδόν // Επιτροπή που έχει συσταθεί για θέματα τα οποία συνδέονται με την οικονομική εγκληματικότητα και την εγκληματικότητα στον τομέα της πληροφορικής («Επιτροπή παραβάσεων») ανέλαβε, υπό τη διεύθυνση του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ένα έργο μεγάλης εμβέλειας για την επανεξέταση των ποινικών διατάξεων που εφαρμόζονται για τις διάφορες μορφές οικονομικής εγκληματικότητας. Η επιτροπή για την οικονομική εγκληματικότητα αποτελεί διυπουργικό όργανο υπό τη διεύθυνση της τελωνειακής και φορολογικής διοίκησης και έχει στόχο την καταπολέμηση της οικονομικής εγκληματικότητας σε βάρος του κοινού συμφέροντος. Η επιτροπή αυτή προσδίδει την ίδια προτεραιότητα και στην καταπολέμηση της οικονομικής εγκληματικότητας σε βάρος των κοινοτικών πόρων όπως και στην εγκληματικότητα σε βάρος των εθνικών πόρων και δαπανών. D // Στον τομέα των παραδοσιακών ιδίων πόρων, η διαδικασία συντονισμού των εξωτερικών/τελωνειακών ελέγχων και των μέτρων φορολογικού ελέγχου/ τελωνειακής επιτήρησης στις επιχειρήσεις που διαθέτουν εγκαταστάσεις σε περισσότερες της μιας περιοχές οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητα ενός κεντρικού τελωνείου διέπεται από τις παραγράφους 59 έως 64 της υπηρεσιακής εντολής DA-AO. Οι κανόνες για το περιεχόμενο των ανταλλαγών δεδομένων περιλαμβάνουν: τους νόμους για την προστασία των δεδομένων του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατών, τους προϋπολογισμούς του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατών, το νόμο για τις επιχορηγήσεις, το άρθρο 15 του τελωνειακού κώδικα, το άρθρο 30 του φορολογικού κώδικα (επαγγελματικό απόρρητο) και τον ποινικό κώδικα. EL // Οι ελληνικές αρχές δεν διαπίστωσαν την ύπαρξη σοβαρών επικαλύψεων, εφόσον η τελωνειακή διοίκηση είναι αυτή που διαχειρίζεται ζητήματα κυρώσεων και είσπραξης απαιτήσεων, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η καταγγελία έχει υποβληθεί από άλλη υπηρεσία (ΣΔΟΕ, Αστυνομία, λιμενοφυλακή). E // Ο κρατικός οργανισμός της φορολογικής διοίκησης (AEAT) έχει δημιουργήσει τρεις μηχανισμούς συντονισμού, που βασίζονται στα επιμέρους σχέδια υλοποίησης του Γενικού Σχεδίου δημοσιονομικού ελέγχου (2001): - συντονισμός των δραστηριοτήτων που αφορούν τους υποβαλλόμενους σε ελέγχους φορολογούμενους. - βελτίωση του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών. - ειδικός συντονισμός ανάμεσα στην υπηρεσία είσπραξης και στην υπηρεσία τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης. // Το ειδικό πρόγραμμα ποιότητας του κρατικού οργανισμού της φορολογικής διοίκησης (AEAT) για το 2001 προβλέπει τα ακόλουθα μέτρα: - μέτρα που αποσκοπούν στη βελτίωση του διυπηρεσιακού συντονισμού για την καταπολέμηση της απάτης: διαβίβαση πληροφοριακών δελτίων στους οργανισμούς είσπραξης, δραστηριότητες συντονισμένου ελέγχου, έρευνες για τον προσδιορισμό του αριθμού και της σημασίας των προληπτικών μέτρων (δικαστικών και άλλων) κατά της απάτης. - συνεργασία ανάμεσα στις υπηρεσίες τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης και σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες για την καταπολέμηση της απάτης (τοπικές ενώσεις, κοινότητες και αυτόνομες πόλεις). - εσωτερικός συντονισμός της διοίκησης των τελωνείων: δραστηριότητες διαπεριφερειακής έρευνας. F // Όλοι οι έλεγχοι και οι διοικητικές έρευνες στον εν λόγω τομέα διενεργούνται από την DGDDI, γεγονός που δεν απαιτεί τον συντονισμό με άλλες δημόσιες υπηρεσίες, αλλά αποκλειστικά εσωτερικό συντονισμό. // Η γαλλική τελωνειακή διοίκηση, που διαθέτει ειδική εξουσία για την εφαρμογή των φορολογικών κυρώσεων, έχει τη δυνατότητα να προσφεύγει στις δικαστικές αρχές και να ασκεί διώξεις για τις διαπιστούμενες παραβάσεις, υποβάλλοντας μήνυση στον Εισαγγελέα ή με άμεση κλήτευση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. // Η πρόσφατη εξουσιοδότηση των τελωνειακών υπαλλήλων να διενεργούν δικαστικές έρευνες εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τον συντονισμό με τις δικαστικές αρχές σε οικονομικές και χρηματοοικονομικές υποθέσεις. Εξάλλου, ο εθνικός τελωνειακός κώδικας υποχρεώνει τις δικαστικές αρχές να ενημερώνουν την τελωνειακή διοίκηση για κάθε περιστατικό που ενδέχεται να συνιστά τελωνειακή παράβαση. IRL // Έχουν τεθεί σε λειτουργία σύνθετα συστήματα για τη διενέργεια των παραδοσιακών ελέγχων, των ερευνών κατά της απάτης και των οριζόντιων και πολυτομεακών δραστηριοτήτων συντονισμού: σύστημα ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων (AEP), ομάδες τελωνειακού ελέγχου, γραφείο ερευνών (IB), ομάδες καταπολέμησης της διαφυγής δασμών και ειδικών φόρων κατανάλωσης και εθνική μονάδα πληροφοριών για τελωνειακά θέματα (CNFIU). // Αναδιοργάνωση της υπηρεσίας των ορκωτών ελεγκτών (Μάρτιος 2002), η οποία περιλαμβάνει την εθνική τελωνειακή υπηρεσία, δημιούργησε μια υπηρεσία διώξεων, που είναι υπεύθυνη για τον συντονισμό των ποινικών διώξεων για όλες τις υποθέσεις φοροδιαφυγής, περιλαμβανομένων των τελωνειακών θεμάτων. I // Εξασφαλίζεται ο συντονισμός ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες (τελωνεία και Guardia di Finanza), σε εθνικό επίπεδο, μέσω νομοθετικών διατάξεων και, σε τοπικό επίπεδο, μέσω υπηρεσιακών οδηγιών που εκδίδονται από τον διοικητή της τελωνειακής υπηρεσίας και από τον περιφερειακό διοικητή της Guardia di Finanza. Γενικά, όταν ο οργανισμός ελέγχου διαπιστώνει μια παρατυπία, αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο του πρακτικού στον Διατάκτη, για την είσπραξη των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, και ένα αντίγραφο στη δικαστική υπηρεσία, σε περίπτωση υπόνοιας διάπραξης εγκλήματος. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η διοικητική υπηρεσία οφείλει να περιμένει την ολοκλήρωση των ποινικών διαδικασιών πριν να ασκήσει αστική αξίωση. Η νομική βάση για τις ενέργειες είσπραξης απαιτήσεων είναι είτε μια δικαστική εντολή (για τις ποινικές παραβάσεις), είτε διοικητική εντολή, για την επιβολή κυρώσεων και για το κλείσιμο της διαδικασίας. NL // Το κέντρο τελωνειακής πληροφόρησης (DIC) οργανώνει συνεδρίαση επιχειρησιακού συντονισμού μία φορά τον μήνα, με τη συμμετοχή όλων των υπηρεσιών οι οποίες εμπλέκονται στον έλεγχο και, ενδεχομένως, στις έρευνες για τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους, δηλαδή: η διοίκηση των τελωνείων, οι υπηρεσίες πληροφόρησης και φορολογικών ερευνών και οικονομικού ελέγχου (FIOD-ECD) και η γενική επιθεώρηση του Υπουργείου Γεωργίας (AID). Στις συνεδριάσεις αυτές συζητούνται οι παρατυπίες και καθορίζονται οι αρμοδιότητες των διαφόρων εμπλεκόμενων υπηρεσιών. // Πραγματοποιούνται επίσης τακτικές διαβουλεύσεις ανάμεσα στο Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Γεωργίας (LNV). Έχει ορισθεί ειδικός εισαγγελέας για τον συντονισμό των ποινικών ερευνών σε εθνικό επίπεδο καθώς και για ζητήματα που αφορούν τις ποινικές διώξεις. Πραγματοποιούνται τακτικές ανταλλαγές απόψεων με τις διάφορες υπηρεσίες που συμμετέχουν στις ποινικές διώξεις. // Ο γενικός διευθυντής της φορολογικής διοίκησης και το σώμα των γενικών εισαγγελέων συμφώνησαν ως προς τις κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με την κοινοποίηση, την αντιμετώπιση και τη δίωξη των φορολογικών και τελωνειακών παραβάσεων (κατευθυντήριες γραμμές «ATV»). Με τη βοήθεια ειδικών δεικτών, οι τελωνειακές αρχές εξετάζουν τακτικά το ζήτημα της αντιμετώπισης υπονοιών εγκληματικών περιστατικών, αφενός με τις υπηρεσίες πληροφοριών και φορολογικών ερευνών και οικονομικού ελέγχου (FIOD-ECD) και, αφετέρου, με την υπηρεσία του δημόσιου κατήγορου. Η ρύθμιση αυτή αξιολογείται κάθε έτος. // Δεν έχει εντοπισθεί κανένα εμπόδιο όσον αφορά τον συντονισμό ανάμεσα στις υπηρεσίες που διενεργούν τους ελέγχους των παραδοσιακών ιδίων πόρων. Οι κατευθυντήριες γραμμές της φορολογικής υπηρεσίας (VIV) προβλέπουν επαρκείς δυνατότητες ανταλλαγής πληροφοριών, τόσο στο στάδιο του ελέγχου όσο και στο στάδιο της έρευνας. Εντούτοις, όταν διενεργούνται έρευνες σε ποινικές υποθέσεις, αυτός που καθορίζει τον τρόπο κοινοποίησης των πληροφοριών είναι ο εισαγγελέας που ασχολείται με την υπόθεση. A // Η τελωνειακή διοίκηση χρησιμοποιεί, για την κοινοποίηση παρατυπιών, τυποποιημένο ηλεκτρονικό δελτίο. // Για τις διαπιστούμενες παρατυπίες πραγματοποιούνται αναλύσεις κινδύνου, τόσο βάσει του κανονισμού αριθ. 386/90 όσο και του κανονισμού αριθ. 4045/89. P // Το διάταγμα περί δημιουργίας της γενικής φορολογικής διοίκησης (AGT) προβλέπει υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου και μια κοινή φορολογική υπηρεσία που έχει ως αποστολή την εκτέλεση των μέτρων επιθεώρησης και διαχειριστικού ελέγχου για να εξασφαλιστούν ο έλεγχος της τήρησης των καθορισθέντων στόχων και η λήψη των απαιτούμενων διορθωτικών μέτρων. // Επιπλέον, η τελωνειακή υπηρεσία (DGAIEC) εξασφαλίζει τη διαπίστωση, την είσπραξη και τη λογιστική καταχώρηση των εισαγωγικών δασμών, τη διαχείριση του συστήματος εκκαθάρισης των κοινοτικών ιδίων πόρων που υπάγονται στην αρμοδιότητα αυτής της γενικής διεύθυνσης, και ειδικότερα της διεύθυνσης των υπηρεσιών εθνικών εσόδων και των κοινοτικών ιδίων πόρων. // Οι υπόνοιες απάτης σε αυτούς τους τρεις τομείς (ίδιοι πόροι, ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων και Διαρθρωτικά Ταμεία και Ταμείο Συνοχής) κοινοποιούνται από τον οργανισμό ελέγχου στον δημόσιο κατήγορο. Στη συνέχεια, κοινοποιούνται, μαζί με την έκθεση ελέγχου, στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία / αρχή πληρωμής / οργανισμό πληρωμής, όχι μόνο για την πλαισίωση της διαδικασίας από ποινική άποψη, αλλά και από διοικητική άποψη, για την ανάκτηση των ενισχύσεων, διαδικασία η οποία ακολουθείται ανεξάρτητα από το αν έχει ολοκληρωθεί ή μη η ποινική διαδικασία. Οι δικαστικές αρχές και οι διοικητικές αρχές είναι υποχρεωμένες να αλληλοενημερώνονται για τις υφιστάμενες διαδικασίες, εξασφαλίζοντας σωστή συνεργασία μεταξύ τους. Στον τομέα αυτών των εγκλημάτων, οι δικαστικές αρχές ή αστυνομικές αρχές άλλων χωρών έχουν τη δυνατότητα να μετακινούνται (αφού πρώτα λάβουν την έγκριση του Υπουργείου Δικαιοσύνης) στην επικράτεια της χώρας, για να συμμετάσχουν σε ανακρίσεις για αξιόποινες πράξεις, με στόχο τη δημιουργία ομάδων για την από κοινού διενέργεια ανακρίσεων. FIN // Γενικό μέτρο: Το πρόγραμμα καταπολέμησης της απάτης στον τομέα της οικονομικής και χρηματοοικονομικής εγκληματικότητας συνεχίστηκε να εφαρμόζεται το 2001. Η κυβέρνηση έλαβε αρχική απόφαση να θέσει σε εφαρμογή ένα νέο πρόγραμμα για την περίοδο 2002-2005. Το 2001, το Υπουργείο Οικονομικών έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο για την ανάπτυξη του ελέγχου των δραστηριοτήτων της δημόσιας διοίκησης (VIRKE). Τελωνεία: Η τελωνειακή διοίκηση χρησιμοποιεί διάφορα συστήματα ανταλλαγής πληροφοριών. Έχει καταρτίσει σχέδιο έρευνας για τη διοικητική και δικαστική συνεργασία στον τομέα της τελωνειακής εγκληματικότητας. S // Η τελωνειακή διοίκηση και ο εισαγγελέας συμφώνησαν για τις μεθόδους αντιμετώπισης των περιπτώσεων επιβολής χρηματικών προστίμων στον τελωνειακό τομέα (νόμοι 2000: 1225 και 2000: 1281). Εξάλλου, η τελωνειακή διοίκηση συμμετέχει και σε περιφερειακές ομάδες συνεργασίας (SABEM) και εθνικές ομάδες (οικονομικό συμβούλιο) στις οποίες συμμετέχουν, μεταξύ άλλων, και εκπρόσωποι των αστυνομικών, οικονομικών και δικαστικών αρχών, του συμβουλίου οικονομικών εγκλημάτων, της υπηρεσίας επιτήρησης της οικονομικής εγκληματικότητας, του γραφείου εμπορικών σημάτων και της υπηρεσίας κοινωνικής ασφάλειας. Η τελωνειακή διοίκηση συνεργάζεται επίσης με την Εθνική Τράπεζα και έχει δικαίωμα πρόσβασης στο μητρώο παραβάσεων της αστυνομίας. // Γενικό μέτρο: Από τον Μάρτιο του 2001, η προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων και οι σχέσεις με την OLAF συντονίζονται από ένα γραφείο αρμόδιο για οικονομικά εγκλήματα και ένα συμβούλιο για την απάτη σε κοινοτικό επίπεδο (βλέπε σημείο 4.1). UK // Η διαχείριση της επικοινωνίας ανάμεσα στην υπηρεσία τελωνειακού ελέγχου και τους ελεγκτές ασκείται από μία μόνο υπηρεσία επαφής, στο εσωτερικό της τελωνειακής διοίκησης. Αυτή η υπηρεσία επαφής συντονίζει επίσης την επικοινωνία με τους εξωτερικούς οργανισμούς. // Πραγματοποιούνται τακτικές συνεδριάσεις στις οποίες συμμετέχουν τελωνειακοί ελεγκτές και ο οργανισμός γεωργικών πληρωμών (RPA). Εκτιμάται ότι το 2002 θα ολοκληρωθούν οι συζητήσεις για μια αναθεωρημένη διοικητική συμφωνία. 6.2. Γεωργικές δαπάνες: μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας, ενδεχόμενα εμπόδια στο νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο Κράτος μέλος // B // Στον τομέα των επιχειρησιακών προγραμμάτων για τα οπωροκηπευτικά, η βελγική υπηρεσία παρεμβάσεων και επιστροφών (BIRB) υπέγραψε πρωτόκολλα συνεργασίας με την τελωνειακή διοίκηση και την περιφέρεια της Βαλλονίας. // Για να εξασφαλιστεί η συνέχεια της διαχείρισης και των ελέγχων, όσον αφορά τη σταδιακή ανάθεση της εφαρμογής της κοινής γεωργικής πολιτικής στις περιφέρειες, ο οργανισμός πληρωμής συνεδριάζει τακτικά με τις υπηρεσίες ελέγχου. // Στον τομέα των γεωργικών δαπανών γενικά, έχουν συσταθεί διάφορα όργανα συντονισμού: διατομεακή μονάδα καταπολέμησης της απάτης στον τομέα του κρέατος (MVC), διυπηρεσιακή μονάδα πρόληψης, διυπηρεσιακή επιτροπή για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης στους οικονομικούς τομείς και για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 595/91. // Η βελγική υπηρεσία παρεμβάσεων και επιστροφών (BIRB) διαβιβάζει κάθε μήνα στο τελωνείο κατάλογο οφειλετών, κατ` εφαρμογή των κανονισμών (ΕΚ) 3665/87 και 800/1999. // Ετοιμάζεται προσαρμογή του νόμου σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (8 Δεκεμβρίου 1992). // Μηχανισμοί συντονισμού ανάμεσα στην τελωνειακή διοίκηση και τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιου ελέγχου: - Η μονάδα συντονισμού της κεντρικής διοίκησης των τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης ενημερώνεται κάθε τρεις μήνες από τις υπηρεσίες πρωτοβάθμιου ελέγχου και τους οργανισμούς πληρωμών για όλες τις διαπιστώσεις παραβάσεων ή παρατυπιών που κοινοποιούνται σε αυτούς τους οργανισμούς, περιλαμβανομένων των παραβάσεων ή/και παρατυπιών για ποσά κατώτερα των 4.000 ευρώ. Οι κοινοποιήσεις αυτές επιτρέπουν στη διοίκηση των τελωνείων να πραγματοποιεί ετήσια ανάλυση κινδύνων, βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 4045/89. - Αντιστρόφως, η μονάδα συντονισμού κοινοποιεί στους οργανισμούς πρωτοβάθμιου ελέγχου και στους οργανισμούς πληρωμών τις περιπτώσεις παράβασης ή/και παρατυπιών που διαπιστώνονται εκ των υστέρων και οι οποίες ενδέχεται να έχουν επίπτωση στους πρωτοβάθμιους ελέγχους. // Οι περιπτώσεις υπόνοιας απάτης ή παρατυπιών συζητούνται επίσης στα ακόλουθα διυπουργικά και διυπηρεσιακά όργανα συντονισμού: διυπηρεσιακή μονάδα πρόληψης (CIP), διυπουργική οικονομική επιτροπή (CEI) και διυπηρεσιακή επιτροπή για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης στους οικονομικούς τομείς, κατ` εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 595/91 (CICF). DK // Γενικές παρατηρήσεις που αφορούν τον συντονισμό ανάμεσα στις υπηρεσίες και την επίπτωση του νόμου για την προστασία των δεδομένων: βλέπε σημείο 6.1. ανωτέρω. // Η διεύθυνση τροφίμων, αλιείας και βιομηχανίας τροφίμων (ο «οργανισμός πληρωμών») έχει συνάψει συμφωνίες με τις αρχές στις οποίες ανέθεσε αποστολές ελέγχου. Οι συμφωνίες αυτές καθορίζουν τις κατευθυντήριες γραμμές γενικού προσανατολισμού που αφορούν τα καθήκοντα των αρχών, ιδίως σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΚ) 1663/95. Οι συμφωνίες αυτές επαναξιολογούνται κάθε έτος. Τακτικές συναντήσεις ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες εξασφαλίζουν την ποιότητα της συνεργασίας στον τομέα του ελέγχου και τις ενδεχόμενες επιβαλλόμενες προσαρμογές. D // Στον τομέα του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων, οι υπηρεσίες ελέγχου διέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 12 της υπηρεσιακής εντολής DA-AwiMO και από το σημείο 5.2 του οδηγού για τους ελέγχους. Για τη διενέργεια των ελέγχων οι οποίοι προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89, έχουν δοθεί ειδικές οδηγίες οι οποίες: - διέπουν λεπτομερώς την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στην υπηρεσία ελέγχου της τελωνειακής διοίκησης και τις άλλες υπηρεσίες / δημόσιες διοικήσεις. - αποτελούν μέρος του λογισμικού ελέγχου «PROFIT», που χρησιμοποιείται ευρύτατα από τις αρχές του 2000 για τους εκ των υστέρων ελέγχους στον τομέα των επιστροφών κατά την εξαγωγή, στο εσωτερικό της υπηρεσίας ελέγχου της τελωνειακής διοίκησης. - διέπουν την κοινοποίηση των εκθέσεων που συντάσσονται στο πλαίσιο των εκ των υστέρων ελέγχων καθώς και άλλων πληροφοριών. Έτσι, εκτός από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές, η αρχή πληρωμής (όπως και σε άλλα κράτη μέλη) η ZKA (υπηρεσία καταστολής των τελωνειακών παραβάσεων) ή η κεντρική υπηρεσία ανάλυσης κινδύνου λαμβάνουν και αυτές, κατ` αρχήν, αντίτυπο των εκθέσεων. // Στο εσωτερικό της αρχής πληρωμής της ΕΕ (κεντρικό τελωνείο Αμβούργου-Jonas), για τον συντονισμό της καταπολέμησης της απάτης πραγματοποιείται επεξεργασία των αιτήσεων και των φακέλων σύμφωνα με τους καθορισμένους κανόνες. επιπλέον, οι δραστηριότητές της υπόκεινται στον συνεχή έλεγχο της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου και του οργανισμού πιστοποίησης (έλεγχος της νομιμότητας των πληρωμών και της εφαρμογής των κανόνων σε θέματα είσπραξης απαιτήσεων και κυρώσεων). // Η αρχή πληρωμής και η κεντρική υπηρεσία ανάλυσης κινδύνου της τελωνειακής διοίκησης (ZORA) κοινοποιούν επίσης πληροφορίες όσον αφορά τον βαθμό κινδύνου στις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη διενέργεια των ελέγχων και των ερευνών. Οι υπηρεσίες αυτές οφείλουν, στο πλαίσιο τακτικού συντονισμού με την αρχή πληρωμής (είσπραξη) και την ZORA (προληπτικά μέτρα κατά της απάτης) να κοινοποιούν τα αποτελέσματα των εργασιών τους. Οι υπηρεσίες ελέγχου και ερευνών και η ZORA έχουν πρόσβαση στα δεδομένα του κεντρικού μηχανογραφημένου συστήματος AIDA και της αρχής πληρωμής. // Δεν πραγματοποιείται, κατ` αρχήν, απευθείας ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στην αρχή πληρωμής / ZORA και τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές. Εντούτοις, οι πληροφορίες και οι φάκελοι κοινοποιούνται, στο πλαίσιο των ισχυουσών διατάξεων της ποινικής δικονομίας. // Στο πλαίσιο της συντονιστικής του αρμοδιότητας, το ομοσπονδιακό υπουργείο προστασίας των καταναλωτών, τροφίμων και γεωργίας οργανώνει τακτικές συνεδριάσεις με τις αρχές των ομόσπονδων κρατών, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η όσο το δυνατό μεγαλύτερη ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού δικαίου από τα ομόσπονδα κράτη και, στον βαθμό που τις αφορά, από τους οργανισμούς του ομοσπονδιακού κράτους. // Υπήρξε στενός συντονισμός για να τεθεί σε πλήρη λειτουργία ηλεκτρονική βάση δεδομένων στο πλαίσιο του συστήματος HIT και για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή του συστήματος. Υπήρξαν διοικητικές συμφωνίες ανάμεσα στις αρχές πληρωμών / πιστοποίησης και τις υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου. // Απαιτούνται προσαρμογές σε νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο για την εφαρμογή των νόμων για την προστασία των δεδομένων του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατών, των προϋπολογισμών του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατών, του νόμου για τις επιχορηγήσεις, του άρθρου 15 του τελωνειακού κώδικα, του άρθρου 30 του φορολογικού κώδικα (επαγγελματικό απόρρητο) και του ποινικού κώδικα. EL // Η συνεργασία σε θέματα εξαγωγών μεταξύ της διεύθυνσης ελέγχου των δαπανών του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων του Υπουργείου Γεωργίας, αφενός, και των τελωνειακών υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας, αφετέρου, θεωρείται ικανοποιητική. Η συνεργασία με τη νέα υπηρεσία τελωνειακού ελέγχου μπορεί να είναι ακόμη στενότερη. // Έχουν συσταθεί δύο νέες διοικητικές μονάδες για τον συντονισμό των νέων διοικητικών διευθύνσεων του Υπουργείου Γεωργίας που αναφέρονται στο σημείο 4.2: - Διεύθυνση που έχει ως αποστολή να εξασφαλίζει τη νομιμότητα της διαχείρισης των προγραμμάτων, μέσω αποτελεσματικού συντονισμού ανάμεσα στις διευθύνσεις διαχείρισης των προγραμμάτων και τον οργανισμό πληρωμών (κοινή υπουργική απόφαση 399570/2001). - Διεύθυνση υπεύθυνη για τον συντονισμό των «οργανισμών πληρωμής» στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων (υπουργική απόφαση 422182/2001). Αυτές οι νέες διοικητικές μονάδες και οι νέες διευθύνσεις συνεργάζονται στενά με τη Διεύθυνση σχεδιασμού και γεωργικών διαρθρώσεων καθώς και με τη Γενική Διεύθυνση Αλιείας, στο πλαίσιο της εφαρμογής των διαρθρωτικών προγραμμάτων και μέτρων. E // Γενικό μέτρο: Η γενική παρέμβαση της διοίκησης του κράτους (IGAE) συνέχισε να αναπτύσσει την εθνική βάση δεδομένων (TESEO) για τον έλεγχο και την παρακολούθηση των επιχορηγήσεων και των δημοσίων ενισχύσεων, επιφέροντας τροποποιήσεις σε θέματα ανταλλαγής πληροφοριών με τους οργανισμούς διαχείρισης (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2001). // Ο νόμος 24/2001, που τροποποιεί τον γενικό προϋπολογισμό: - αναθέτει στη γενική παρέμβαση της διοίκησης του κράτους (IGAE), μέσω του εθνικού οργανισμού ελέγχου, να εκπληρώνει την αποστολή της ειδικής υπηρεσίας που αναφέρεται στο άρθρο 11 του κανονισμού 4045/89 και καθορίζει τις αρμοδιότητές της. - ορίζει τα όργανα που είναι υπεύθυνα να διενεργούν τους προβλεπόμενους στον εν λόγω κανονισμό ελέγχους. F // Τομέας των οπωροκηπευτικών: Στις 5 Οκτωβρίου 2001, υπεγράφη σύμβαση που καθορίζει τις αρμοδιότητες και τους τρόπους δράσης των διευθύνσεων των Υπουργείων Γεωργίας και Δασών (DDAF) και της εθνικής διεπαγγελματικής υπηρεσίας οπωροκηπευτικών και φυτοκομίας (ONIFLHOR). // Η Γαλλία διενεργεί ελέγχους με τηλεανίχνευση, οι οποίοι αυξήθηκαν από 23% το 1998 σε 72,5% το 2001. Επιπλέον, ανέλαβε σταδιακά μέρος της υλοποίησης της φωτοερμηνείας υποβοηθούμενης από ηλεκτρονικό υπολογιστή (PIAO) (30% των διαγνωστικών που πραγματοποιήθηκαν το 2001). Επιπλέον, από το 1999 έως το 2001, ο οργανισμός πληρωμής προσέλαβε εκατό υπαλλήλους για τη διενέργεια των ελέγχων. Συνεχίστηκε η βελτίωση της κατάρτισης και της πλαισίωσης των εκτάκτων υπαλλήλων και τέθηκαν στη διάθεση των ελεγκτών βελτιωμένα μέσα (εγχειρίδιο ελέγχου, διαφορικά GPS σε όλο και μεγαλύτερο αριθμό, πλανίμετρα κλπ). Όσον αφορά τους ελέγχους των πριμοδοτήσεων για τα βοοειδή, οι γαλλικές αρχές άρχισαν να εφαρμόζουν το 2001 κοινούς ελέγχους με τις υπηρεσίες ελέγχου της ταυτοποίησης των ζώων και τις υπηρεσίες ελέγχου των επιδοτήσεων, όπως συνιστά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Έχουν τεθεί σε λειτουργία επιμέρους μονάδες συντονισμού των ελέγχων σε μεγάλο αριθμό νομαρχιακών διευθύνσεων του Υπουργείου Γεωργίας και Δασών (DDAF). // Αγροτική ανάπτυξη: από την 1η Ιανουαρίου 2001, έχει ορισθεί ένας μόνον οργανισμός πληρωμής. Έχει προσληφθεί ομάδα ελεγκτών στο εσωτερικό του οργανισμού που συνεργάζεται πλήρως με τις αποκεντρωμένες υπηρεσίες του κράτους. Εξάλλου, έχει σχεδιασθεί ένα νέο μέσο πληροφορικής για να ικανοποιήσει τους ακόλουθους στόχους: - διενέργεια διασταυρούμενων ελέγχων στο πλαίσιο των διοικητικών ελέγχων πριν από την καταβολή των ενισχύσεων. - κατάρτιση σχεδίων επιτόπιων ελέγχων. - παρουσίαση των αποτελεσμάτων των σχεδίων επιτόπιων ελέγχων και της συνέχειας που δίνεται στους ελέγχους αυτούς. Όλα αυτά τα νέα στοιχεία συμβάλλουν στην καλύτερη ανίχνευση των παρατυπιών. // Εσωτερικός έλεγχος: βελτίωση της ποιότητας και της συνέχειας του εσωτερικού ελέγχου: - αναδιάρθρωση όλων των δραστηριοτήτων εσωτερικού ελέγχου της μόνιμης επιτροπής συντονισμού των επιθεωρήσεων (COPERCI) που συνδέονται με τις κοινοτικές διαδικασίες ενίσχυσης σε μια μόνον υπηρεσία ελέγχου, η οποία διευθύνεται από μια επιτροπή δημοσιονομικού ελέγχου. - εγχειρίδια ελέγχου για τους 38 ελεγκτές, υποχρεωτική κατάρτιση στον δημοσιονομικό έλεγχο και επαγγελματική τεκμηρίωση σε κεντρικό επίπεδο. - σύναψη συμβάσεων με τις υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου των οργανισμών πληρωμών και με τη γενική διεύθυνση της δημόσιας λογιστικής. // Συντονισμός στον τομέα των επιστροφών κατά την εξαγωγή - Σύμφωνα με τον κανονισμό αριθ. 800/1999, ειδικευμένες εταιρείες (SCS) είναι δυνατό να χορηγούν βεβαιώσεις άφιξης εξαγόμενων από την Κοινότητα εμπορευμάτων στον τόπο προορισμού σε τρίτες χώρες, για να μπορούν οι οργανισμοί πληρωμής να καταβάλλουν τις αιτούμενες επιστροφές. Με διάταγμα της 20ης Δεκεμβρίου 1996, συστάθηκε διυπουργική επιτροπή έγκρισης, για να εξετάσει τις αιτήσεις έγκρισης των υποψήφιων εταιρειών στη Γαλλία. Η επιτροπή αυτή ελέγχει αν οι SCS τηρούν τους όρους έγκρισής τους και ελέγχει επίσης τις βεβαιώσεις άφιξης στον τόπο προορισμού. - Η παρατυπία στον τομέα του ΕΓΤΠΕ συνιστά παράβαση του τελωνειακού κώδικα και είναι δυνατό να διώκεται από την τελωνειακή διοίκηση, η οποία διαθέτει ειδικά μέσα για την επιβολή τελωνειακών κυρώσεων. Η γαλλική τελωνειακή διοίκηση έχει, πράγματι τη δυνατότητα να προσφεύγει στις δικαστικές αρχές και να διώκει τις διαπιστούμενες παραβάσεις, είτε υποβάλλοντας μήνυση στον εισαγγελέα είτε με την απευθείας κλήτευση ενώπιον ποινικού δικαστηρίου. Η πρόσφατη εξουσιοδότηση τελωνειακών υπαλλήλων να διενεργούν δικαστικές έρευνες (βλέπε σημείο 4.1) εκτιμάται ότι θα ενισχύσει τη συνεργασία με τις δικαστικές αρχές. Εξάλλου, ο εθνικός τελωνειακός κώδικας υποχρεώνει τις δικαστικές αρχές να ενημερώνουν την τελωνειακή διοίκηση για κάθε περιστατικό που θα συνιστούσε ενδεχομένως παράβαση του τελωνειακού κώδικα. Από την 1η Ιανουαρίου 2001, οι πληροφορίες που αφορούν τις παρατυπίες για ποσό κατώτερο των 4.000 EUR, οι οποίες αποκαλύπτονται από τις τελωνειακές υπηρεσίες, ανταλλάσσονται κάθε τρίμηνο με τους οργανισμούς καταβολής των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Η διαδικασία αυτή βελτίωσε την αμοιβαία ενημέρωση των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για τους ελέγχους και των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για την πληρωμή των ενισχύσεων. // Η διυπουργική επιτροπή συντονισμού των ελέγχων του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων (CICC) θέσπισε μέτρα συντονισμού και ανταλλαγής πληροφοριών για τους εκ των υστέρων ελέγχους: - ενσωμάτωση, στην ανάλυση κινδύνου, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού 4045/89, ειδικού συντελεστή για τα διάφορα μέτρα ενίσχυσης, που εκφράζει τη γνώμη της επιτροπής πιστοποίησης των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμής σχετικά με τη σκοπιμότητα των εκ των υστέρων ελέγχων. - η υπηρεσία ελέγχου της ACOFA έχει επεξεργασθεί μεθοδολογίες ελέγχου τις οποίες έθεσε στη διάθεση των άλλων υπηρεσιών οι οποίες διενεργούν ελέγχους βάσει του κανονισμού 4045/89. - ανταλλαγές πληροφοριών σε θέματα κατάρτισης των ελεγκτών «4045» μεταξύ της υπηρεσίας ελέγχου της ACOFA και των τελωνειακών υπηρεσιών. - ειδική διαδικασία για την αποφυγή διπλής διενέργειας ελέγχου που προγραμματίζεται κατ` εφαρμογή του κανονισμού 4045/89. - συστηματική πληροφόρηση της CICC αναφορικά με τα αποτελέσματα των ερευνών κατά της απάτης, οι οποίες διενεργούνται από τις τελωνειακές υπηρεσίες, για παρατυπίες που αφορούν ποσό ανώτερο των 4.000 EUR. - συστηματική ενημέρωση των οργανισμών πληρωμής από τις αρμόδιες υπηρεσίες ελέγχου, όταν υποβάλλεται καταγγελία στην αρμόδια αρχή για περιστατικά για τα οποία θα μπορούσε να ασκηθεί ποινική δίωξη. - συστηματική ενημέρωση των υπηρεσιών ελέγχου για όλες τις περιπτώσεις παρατυπιών που κοινοποιούνται στην CICC. Όσον αφορά τη βάση δεδομένων για τους ελέγχους που υλοποιούνται κατ` εφαρμογή των κανονισμών 4045/89 και 595/91, η διαχείριση της οποίας ασκείται από τη Γραμματεία της CICC, μπορούν να έχουν πρόσβαση σε αυτήν όλες οι διοικητικές υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για τη διαχείριση ή/και τον έλεγχο των ενισχύσεων του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων, εφόσον το ζητήσουν. IRL // Στο εσωτερικό του Υπουργείου Γεωργίας, Τροφίμων και Αγροτικής Ανάπτυξης (DAFRD) έχει θεσπιστεί ένα σύνθετο σύστημα διαβουλεύσεων και ανταλλαγής πληροφοριών ανάμεσα στους υπαλλήλους που διενεργούν τους ελέγχους και τις διευθύνσεις που εκδίδουν τις εντολές, ανάμεσα στις υπηρεσίες που έχουν κοινά συμφέροντα (παραδείγματος χάρη στο πλαίσιο του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου), ανάμεσα στις πολιτικές υπηρεσίες και στις εκτελεστικές υπηρεσίες και ανάμεσα στις υπηρεσίες αυτές και τις υπηρεσίες στήριξης. Στον τομέα των επιστροφών κατά την εξαγωγή, έχουν θεσπιστεί αποτελεσματικές διαδικασίες συνεργασίας με τις τελωνειακές αρχές. Οι εκθέσεις σχετικά με τους δικαιούχους ενισχύσεων, κατ` εφαρμογή του κανονισμού 4045/89, διαβιβάζονται από τις τελωνειακές υπηρεσίες στην οικονομική διεύθυνση του Υπουργείου Γεωργίας. Πραγματοποιείται ελεύθερη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρμόδιες αρχές, περιλαμβανομένων των αστυνομικών και των δικαστικών αρχών, εάν παραστεί ανάγκη, αν και κάθε υπηρεσία διαθέτει τη δική της βάση δεδομένων. Όσον αφορά τις ενισχύσεις ανά εκτάριο και τις επιδοτήσεις για τα ζώα, οι υπηρεσίες διαχείρισης και ελέγχου υπάγονται στον ίδιο αναπληρωτή γενικό γραμματέα (διευθυντή). Όσον αφορά τις ποσοστώσεις για τα γαλακτοκομικά, πραγματοποιούνται τακτικές συνεδριάσεις ανάμεσα στις διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες. Η αρμόδια διεύθυνση για τις ποσοστώσεις χρησιμοποιεί κοινή βάση δεδομένων που επιτρέπει τη διενέργεια διασταυρούμενων ελέγχων με τα δεδομένα που αφορούν τις εκτάσεις, την ταυτοποίηση των βοοειδών και την αρίθμηση των ζώων των αγελών. Όσον αφορά τις επιδοτήσεις στην παραγωγή ζάχαρης για τη χημική βιομηχανία, τα καθήκοντα ελέγχου είναι επιμερισμένα ανάμεσα στη διοικητική υπηρεσία και την υπηρεσία ελέγχων. // Η πρόσβαση στις πληροφορίες που διαθέτουν οι διάφορες κρατικές υπηρεσίες λαμβάνει δεόντως υπόψη τα όρια του νόμου για την προστασία των δεδομένων. // Προσφυγές κατά των κυρώσεων που επιβάλλονται δυνάμει των κανόνων περί εξαγωγών πραγματοποιούνται συχνά και συμβάλλουν στα προβλήματα είσπραξης. I // Ο συντονισμός ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες (τελωνειακή διοίκηση, Guardia di Finanza και Υπουργείο Γεωργίας και Δασών) διασφαλίζεται, σε εθνικό επίπεδο, από νομοθετικές διατάξεις και, σε τοπικό επίπεδο, από επιχειρησιακές οδηγίες που εκδίδει ο διοικητής των τελωνείων, ο περιφερειακός διοικητής της Guardia di Finanza και το Υπουργείο Γεωργίας και Δασών. Στο εσωτερικό του Υπουργείου Γεωργίας, η υπηρεσία που συστάθηκε με υπουργικό διάταγμα της 1.4.1996, κατ` εφαρμογή του άρθρου 11 του κανονισμού 4045/89, αναπτύσσει τη δραστηριότητά της για τον συντονισμό του ελέγχου. Γενικά, κάθε φορά που ένας οργανισμός ελέγχου διαπιστώνει παρατυπία, αποστέλλει αντίγραφο του πρακτικού στον διατάκτη, για να εισπράξει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και για να επιβάλει διοικητικές κυρώσεις και ένα αντίγραφο στη δικαστική αρχή, σε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια εγκλήματος. NL // Πραγματοποιούνται τακτικές διαβουλεύσεις ανάμεσα στη γενική επιθεώρηση του Υπουργείου Γεωργίας (AID) και τους οργανισμούς πληρωμής (διενέργεια και ποσοστό ελέγχων, τρόποι αμοιβαίας ενημέρωσης). Η εκτέλεση και ο έλεγχος των χρηματοδοτούμενων από το ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων μέτρων αποτελούν, επίσης, αντικείμενο περιοδικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στην AID και την υπηρεσία συντονισμού της διεύθυνσης διεθνών υποθέσεων του Υπουργείου Γεωργίας (LNV). Ενδεχομένως, πραγματοποιούνται ad hoc διαβουλεύσεις για συγκεκριμένες περιπτώσεις υπόνοιας απάτης, μεταξύ της AID και της υπηρεσίας του δημόσιου κατήγορου. // Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού (ΕΚ) 4045/89, συστάθηκε μονάδα συντονισμού των ελέγχων (CCU) στο εσωτερικό της γενικής επιθεώρησης του Υπουργείου Γεωργίας (LNV), η οποία είναι αρμόδια για τον συντονισμό των εκ των υστέρων λογιστικών ελέγχων των χρηματοδοτούμενων από το ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων δαπανών. Οι συντονιστικές δραστηριότητες της CCU καλύπτουν τις διάφορες πτυχές της αλυσίδας ελέγχου: προγραμματισμός, κανόνες και διαχείριση των ελέγχων, εσωτερική διαδικασία εκθέσεων, επίβλεψη της ποιότητας των ελέγχων, κατάρτιση, συντονισμός των επαφών με την OLAF στο εσωτερικό της AID. Οι μέθοδοι συντονισμού ανάμεσα στους διάφορους εμπλεκόμενους φορείς διευκρινίζονται σε εγχειρίδια διαδικασίας. // Υπάρχει συνεργασία όσον αφορά, αφενός, τον προγραμματισμό και την εκτέλεση των λογιστικών ελέγχων από τη μονάδα συντονισμού των ελέγχων (CCU) και την επιθεώρηση του Υπουργείου Γεωργίας (LNV), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 4045/89 και, αφετέρου, τους φυσικούς ελέγχους κατ` εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 386/90. Οι οργανισμοί πληρωμής, το κέντρο τελωνειακής πληροφόρησης (DIC) και το τελωνειακό εργαστήριο παρέχουν πληροφορίες στην CCU που αφορούν, αντίστοιχα: - τις πραγματοποιηθείσες πληρωμές επιστροφών κατά την εξαγωγή. - τις διαπιστωθείσες παρατυπίες κατά την εκτέλεση των φυσικών ελέγχων. - τις δειγματοληψίες που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διενέργεια των ελέγχων και τα αποτελέσματα των αναλύσεων. Γενικά, πριν από τη διενέργεια των εκ των υστέρων ελέγχων των εγγράφων, οι υπάλληλοι της CCU έρχονται σε επαφή με το τελωνείο που είναι υπεύθυνο για την επεξεργασία των σχετικών δηλώσεων εξαγωγής. // Δεν υπάρχει κανένας συντονισμός ανάμεσα στους κανονισμούς (ΕΚ) 3508/92 και 4045/89, εφόσον ο κανονισμός 4045/89 αποκλείει ρητά το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ) από την εφαρμογή του κανονισμού. Οι διενεργούμενοι έλεγχοι κατ` εφαρμογή των κανονισμών (ΕΚ) 386/90 και 3508/92 δεν υπόκεινται ούτε αυτοί σε συντονισμό, εφόσον οι εν λόγω έλεγχοι δεν συνδέονται μεταξύ τους. // Η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στη γενική επιθεώρηση του Υπουργείου Γεωργίας (AID) και στην τελωνειακή διοίκηση διέπεται από πρωτόκολλο ενημέρωσης. Η κοινοποίηση των περιστατικών για τα οποία είναι δυνατό να ασκηθούν ποινικές διώξεις στις δικαστικές αρχές ρυθμίζεται από τον ποινικό κώδικα. // Δεν έχει διαπιστωθεί κανένα εμπόδιο όσον αφορά τον συντονισμό ανάμεσα στις διάφορες υπηρεσίες στον γεωργικό τομέα. A // Οι οργανισμοί πληρωμής, Zollamt Salzburg Erstattung και Agrarmarkt Austria, ενημερώνονται για το πρόγραμμα ελέγχου βάσει του κανονισμού 4045/89 και λαμβάνουν τις εκθέσεις λογιστικού ελέγχου από τους οργανισμούς ελέγχου, οι οποίοι τους ενημερώνουν ιδίως για τις υποβαλλόμενες καταγγελίες με τη βοήθεια ηλεκτρονικού δελτίου ή τυποποιημένου εγγράφου. Για τις σημαντικές υποθέσεις πραγματοποιούνται συνεδριάσεις συντονισμού. // Όσον αφορά τη διενέργεια του προβλεπόμενου από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4045/89 ελέγχου, έχει συσταθεί διυπουργική ομάδα εργασίας, στο πλαίσιο της ειδικής υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών (BMF), η οποία εξασφαλίζει μεταξύ άλλων τον συντονισμό των ελέγχων. Αρχικά επρόκειτο για μια άτυπη ομάδα εργασίας η οποία έπρεπε να νομιμοποιηθεί. Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποιούνται τακτικές συνεδριάσεις για την ανταλλαγή των πληροφοριών και των δεδομένων. Επίσης, οι τρεις οργανισμοί πληρωμής συμβουλεύονται αυτή την ομάδα εργασίας. Εάν χρειαστεί, πραγματοποιούνται επαφές με τις αστυνομικές υπηρεσίες και τη νομική υπηρεσία. // Για τις διαπιστωθείσες παρατυπίες πραγματοποιούνται επίσης αναλύσεις κινδύνου, τόσο βάσει του κανονισμού αριθ. 386/90 όσο και βάσει του κανονισμού αριθ. 4045/89 P // Βλέπε σημείο 6.1. Κανονισμός 386/90: Οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 4 διοικητικοί έλεγχοι πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις ισχύουσες εκτελεστικές διατάξεις, σε δύο διαφορετικά στάδια: σε ένα πρώτο στάδιο ελέγχονται τα έγγραφα που αποστέλλονται από τις τελωνειακές υπηρεσίες ή από τις οικονομικές υπηρεσίες, ενώ τα στοιχεία που αναφέρονται σε διάφορα έγγραφα που έχουν ληφθεί εισάγονται στο μηχανογραφικό σύστημα. Σε ένα δεύτερο στάδιο, διενεργείται διοικητικός έλεγχος των διαφόρων εγγράφων που συμπληρώνει τις διαδικασίες οι οποίες έχουν ήδη ολοκληρωθεί με τη βοήθεια ενός «καταλόγου ελέγχου». // Οι προβλεπόμενοι από τον κανονισμό 3508/92 έλεγχοι: οι ισχύουσες διαδικαστικές διατάξεις για κάθε μια από τις καλυπτόμενες από τον εν λόγω κανονισμό ενισχύσεις καθορίζουν τους διοικητικούς ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται από τις υπηρεσίες διαχείρισης των μέτρων. Όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, οι ίδιες διατάξεις αναθέτουν στην υπηρεσία ελέγχου την αρμοδιότητα σχεδιασμού και συντονισμού, για κάθε περίοδο εμπορίας, των στόχων του ελέγχου και της συνεργασίας με την υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των μέτρων και με τους αντιπροσώπους της μόνιμης επιτροπής του ενοποιημένου συστήματος ελέγχου (SUC). Η επιλογή για τη διενέργεια του ελέγχου βασίζεται σε ανάλυση κινδύνων η οποία λαμβάνει υπόψη τα αποτελέσματα των εργασιών ελέγχου που πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως για να αποφεύγεται η διενέργεια διπλών ελέγχων ή η διενέργεια ελέγχου. // Οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση, άμεση ή έμμεση, στα στοιχεία που περιέχουν οι προβλεπόμενες από τον κανονισμό 3508/92 βάσεις δεδομένων. // Κανονισμός 4045/89: οι αρμοδιότητες των εθνικών οργανισμών σε θέματα εκτέλεσης, πλαισίωσης και συντονισμού των ελέγχων καθορίζονται με νομοθετικό διάταγμα. Το πρόγραμμα ελέγχων καταρτίζεται σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται σε αυτό τον κανονισμό, στο πλαίσιο συμφωνίας όλων των ενδιαφερομένων μερών, κατά τις συνεδριάσεις που συγκαλούνται ειδικά. οι έλεγχοι κατανέμονται σε συνάρτηση με την αποστολή και την αρμοδιότητα του κάθε μέρους. Μέχρι σήμερα, οι έλεγχοι διενεργούνται από το εθνικό Ίδρυμα γεωργικών παρεμβάσεων και εγγυήσεων (INGA), το Ίδρυμα αμπέλου και οίνου (IVV), το Ίδρυμα χρηματοδότησης και στήριξης της ανάπτυξης της γεωργίας και της αλιείας (IFADAP), τη Γενική Διεύθυνση Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας (DGPA) και τη Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης (DGAIEC). Στη γενική διεύθυνση ελέγχου και διαχείρισης (IGA) και στην IGF έχει ανατεθεί συμπληρωματική αποστολή κατά τη διενέργεια των ελέγχων, εφόσον στην IGF έχει ανατεθεί συμπληρωματικό καθήκον να συντονίζει τον έλεγχο και τις άλλες λειτουργίες ειδικής υπηρεσίας. Επιπλέον, έχουν κοινοποιηθεί πληροφορίες στους ελεγκτές όχι μόνον όσον αφορά τα αποτελέσματα των ελέγχων αλλά και συντελεστές κινδύνου που συνδέονται με τον κάθε δικαιούχο καθώς και άλλες κατάλληλες πληροφορίες για τη διενέργεια του ελέγχου. Οργανώνονται συνεδριάσεις συντονισμού, είτε με την ευρεία εκπροσώπηση όσων είναι υπεύθυνοι για τη διενέργεια του ελέγχου, είτε διμερείς, για την εξέταση ειδικών ζητημάτων, ανάμεσα στους οργανισμούς ελέγχου και τις ειδικές υπηρεσίες. Έχει δημιουργηθεί επίσης και τροφοδοτείται βάση δεδομένων στην IGF, για την πλαισίωση των ελέγχων, στην οποία όμως δεν έχουν πρόσβαση τα άλλα Υπουργεία. // Βλέπε σημείο 6.1 όσον αφορά την αντιμετώπιση των υπονοιών απάτης στους τρεις εξεταζόμενους τομείς (ίδιοι πόροι, ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων και Διαρθρωτικά Ταμεία και Ταμείο Συνοχής). FIN // Γενικό μέτρο : βλέπε σημείο 6.1. Υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στο Υπουργείο Γεωργίας και Δασοκομίας και στην εθνική διοίκηση των τελωνείων. S // Η ανταλλαγή πληροφοριών, ιδίως ανάμεσα στις οικονομικές υπηρεσίες και το γεωργικό συμβούλιο πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων . // Γενικό μέτρο: από τον Μάρτιο του 2001, η προστασία των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων και οι σχέσεις με την OLAF συντονίζονται από υπηρεσία οικονομικών εγκλημάτων και ένα συμβούλιο για την καταπολέμηση της απάτης σε κοινοτικό επίπεδο (βλέπε σημείο 4.1). Αυτά τα δύο όργανα εξετάζουν σε ποιον βαθμό ο νόμος για την προστασία των δεδομένων μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο για την ανταλλαγή πληροφοριών. // Η μονάδα συνδρομής των έργων στο εσωτερικό του σουηδικού συμβουλίου γεωργίας (SJV) συνεδριάζει με τις αρμόδιες αρχές (δημοτικά συμβούλια, άλλοι φορείς διαχείρισης των κεφαλαίων) για να εξετάσουν τους κανόνες παροχής πληροφοριών. UK // Η μονάδα καταπολέμησης της απάτης (CFCU) του βρετανικού οργανισμού για τις γεωργικές πληρωμές (RPA) διενεργεί έρευνες στις περιπτώσεις υπόνοιας απάτης σε βάρος του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων. Συνέρχεται τακτικά με το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Τροφίμων και Αγροτικών Υποθέσεων (DEFRA) καθώς και με την τελωνειακή διοίκηση, για να εξασφαλιστεί η απαραίτητη συνεργασία στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) 595/91. // Η αμοιβαία συνδρομή και συνεργασία ανάμεσα στον οργανισμό γεωργικών πληρωμών (RPA) και τις άλλες αρμόδιες αρχές κρίνονται ικανοποιητικές. Αν και δεν υπάρχουν επίσημες διοικητικές συμφωνίες σε αυτό τον τομέα, με εξαίρεση τη συμφωνία με τη διοίκηση των τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης, έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές ανταλλαγές πληροφοριών (intelligence). // Ο οργανισμός γεωργικών πληρωμών (RPA) είναι ο μοναδικός οργανισμός πληρωμών στο Ηνωμένο Βασίλειο που διαχειρίζεται τις επιστροφές κατά την εξαγωγή δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 386/90. // Στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΚ) 3508/92, ο οργανισμός γεωργικών πληρωμών (RPA) ανταλλάσσει ετησίως πληροφορίες με τις αποκεντρωμένες διευθύνσεις γεωργίας των χωρών του Ηνωμένου Βασιλείου για τους κατόχους γεωργικών εκμεταλλεύσεων οι οποίοι είναι κάτοχοι εκτάσεων σε περισσότερες της μιας χώρες του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών έχει στόχο να αποτρέψει το ενδεχόμενο διπλής καταβολής των ενισχύσεων και αποτελεί τη βάση για την επικαιροποίηση των αντίστοιχων βάσεων δεδομένων καθώς και για τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων. // Ο οργανισμός γεωργικών πληρωμών είναι υπεύθυνος για τη διαβίβαση πληροφοριών, για λογαριασμό των οργανισμών πληρωμής του Ηνωμένου Βασιλείου, αναφορικά με τη λειτουργία του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ). // Η επιτροπή δασοκομίας και τα περιφερειακά υπουργεία γεωργίας ανταλλάσσουν πληροφορίες για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του κανονισμού για την αγροτική ανάπτυξη. Πραγματοποιείται τακτική αναθεώρηση και ενίσχυση των πρωτοκόλλων. // (Σκωτία) Μετά την κατάργηση του οργανισμού παρέμβασης για τα γεωργικά προϊόντα (IBAP), συμφωνία εκπροσώπησης («Agency Agreement») μεταβίβασε τα καθήκοντα αυτού του οργανισμού στον οργανισμό γεωργικών πληρωμών του Ηνωμένου Βασιλείου (RPA) 6.3. Διαρθρωτικές δράσεις: μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας, ενδεχόμενα εμπόδια στο νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο Κράτος μέλος // B // (περιοχή Βαλλωνίας) Πρέπει να αναφέρουμε δύο μηχανισμούς συντονισμού: - το 1996 συστάθηκε μια διυπηρεσιακή ομάδα εργασίας OLAF, που αποτελείται από έναν εκπρόσωπο της κάθε αρμόδιας υπηρεσίας, της υπηρεσίας του προϋπολογισμού και της επιθεώρησης των οικονομικών. Η αποστολή της είναι να κοινοποιεί στα αρμόδια μέλη της κυβέρνησης τις περιπτώσεις παρατυπιών ή την εξέλιξη σχετικά με περιπτώσεις που έχουν ήδη κοινοποιηθεί στην OLAF κατ` εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 2064/97 - μια επιτροπή ελέγχου, που συστάθηκε το 1998, διενεργεί ελέγχους των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των συγχρηματοδοτούμενων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία προγραμμάτων. Είναι το όργανο στο οποίο είναι υπόλογη η επιθεώρηση των οικονομικών. DK // Οι αρμόδιες διοικητικές μονάδες ελέγχου των διαρθρωτικών δράσεων συνεργάζονται με άλλες δημόσιες αρχές για τον συντονισμό των ελέγχων των πόρων των διαφόρων Διαρθρωτικών Ταμείων οι οποίοι χορηγούνται στον ίδιο δικαιούχο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μέτρα στον τομέα του ελέγχου συντονίζονται με την τελωνειακή διοίκηση και την οικονομική υπηρεσία. Οι μονάδες ελέγχου συμμετέχουν, επιπλέον, στις διυπουργικές επιτροπές και σε ομάδες εργασίας στο πλαίσιο της καταπολέμησης της απάτης (βλέπει σημείο 6.1. ανωτέρω). Επιπλέον, οι μονάδες αυτές εκπροσωπούνται στην επιτροπή συντονισμού του δημοσιονομικού ελέγχου των Διαρθρωτικών Ταμείων. D // ΕΓΤΠΕ Τα δεδομένα για τις ενισχύσεις υπόκεινται σε αυτοματοποιημένη σύγκριση στα διάφορα ομόσπονδα κράτη και στις υπηρεσίες γεωργίας, δασοκομίας, περιβάλλοντος, τελωνείων και τις κτηνιατρικές υπηρεσίες. Επιπλέον, πραγματοποιούνται τακτικές συνεδριάσεις εργασίας και ενέργειες ενημέρωσης και επιμόρφωσης. // ΕΤΠΑ Χάρη στη δημιουργία μιας διαχειριστικής αρχής για όλα τα Διαρθρωτικά Ταμεία, έχουν δημιουργηθεί οι όροι για μια συντονιστική δραστηριότητα που θα καλύπτει το σύνολο των Διαρθρωτικών Ταμείων για την περίοδο 2000-2006. Τα ομόσπονδα κράτη διαθέτουν ενιαίες τράπεζες δεδομένων που αποτελούν τη βάση του συντονισμού των ελέγχων και των ερευνών. Οι ανεξάρτητες υπηρεσίες ενημερώνονται για τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργούνται από τη δημόσια διοίκηση. Οργανώνονται πολλές συνεδριάσεις εργασίας, έτσι ώστε οι αρμόδιες υπηρεσίες να μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες για τους ελέγχους και τις έρευνες που διενεργούν. // ΕΚΤ Το ομοσπονδιακό Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων ενημερώνει τακτικά τον φορέα διαχείρισης του ΕΚΤ σε επίπεδο ομοσπονδιακού κράτους και ομόσπονδων κρατών για τις καινοτομίες που συνδέονται με την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου. Χάρη σε αυτό τον συντονισμό, ο οποίος καλύπτει το σύνολο των Ταμείων, εξασφαλίζεται η ανταλλαγή εμπειριών στον τομέα των ελέγχων. Προγραμματίζονται προσαρμογές σε νομοθετικό ή κανονιστικό επίπεδο: νόμοι για την προστασία των δεδομένων του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατών, προϋπολογισμοί του ομοσπονδιακού κράτους και των ομόσπονδων κρατών, νόμος για τις επιχορηγήσεις και ποινικός κώδικας. EL // Ο συντονισμός των κοινοτικών και εθνικών ελέγχων για τα προγράμματα, τους τελικούς δικαιούχους και τα μέτρα που χρηματοδοτούνται εν όλω ή εν μέρει από την Ευρωπαϊκή Ένωση υπάγονται στην αρμοδιότητας της επιτροπής δημοσιονομικού ελέγχου (ΕΔΕΛ), σύμφωνα με το νόμο 2860/2000 (άρθρο 17.4(δ)) και την απόφαση 4245/004 του Υπουργείου Οικονομικών. Ο συντονισμός αυτός πρέπει να πραγματοποιείται από κοινού με την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, τον κεντρικό διοικητικό οργανισμό, τον οργανισμό πληρωμών και τους οργανισμούς διαχείρισης οι οποίοι διαχειρίζονται τα επιχειρησιακά προγράμματα του Γ` Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης (ΚΠΣ). // Όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών σε αυτό τον τομέα, όλα τα μέρη που συμμετέχουν στη διενέργεια των ελέγχων (σε πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο) έχουν πρόσβαση στο ολοκληρωμένο σύστημα ενημέρωσης (IIS) και οφείλουν να ενσωματώνουν σε αυτό τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεών τους. Κατά συνέπεια, τόσο οι οργανισμοί ελέγχου όσο και οι άλλοι αρμόδιοι οργανισμοί μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση στις πληροφορίες του IIS. E // Γενικό μέτρο: βλέπε σημείο 6.1. // Η γενική παρέμβαση της κρατικής διοίκησης (IGAE) συνέχισε τις δραστηριότητες συντονισμού. Αυτή η εργασία συντονισμού της επέτρεψε να καταρτίσει εγχειρίδιο διαδικασίας όσον αφορά τη δήλωση των δαπανών για κάθε μορφή παρέμβασης (άρθρο 8 του κανονισμού 2064/97), για το κλείσιμο της περιόδου προγραμματισμού 1994-1999 βάσει ομοιογενών κριτηρίων. F // Η διυπουργική επιτροπή συντονισμού των ελέγχων (CICC) συστάθηκε για να συντονίζει τις δραστηριότητες των διαφόρων υπηρεσιών. Το Συμβούλιο Επικρατείας εξετάζει σχέδιο διατάγματος για τη σύσταση της CICC. // ΕΚΤ: Στις 11 Μαΐου 1999, το Υπουργείο Εργασίας και Αλληλεγγύης συνέταξε εγκύκλιο για τους ελέγχους των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων κατ` εφαρμογή του κανονισμού 2064/97. Επιπλέον, από το 2000 και μετά, ζητήθηκε από τις γενικές επιθεωρήσεις των Υπουργείων που έλαβαν κονδύλια του ΕΚΤ να διενεργήσουν διεξοδικούς ελέγχους βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού 2064/97. Όσον αφορά τους εκ των προτέρων ελέγχους, διαβιβάστηκαν στους φορείς διαχείρισης του ΕΚΤ τυποποιημένο δελτίο και οι συστάσεις της διυπουργικής επιτροπής συντονισμού των ελέγχων (CICC). Επιπλέον, το Υπουργείο Εργασίας και Αλληλεγγύης παρέχει κατάρτιση για το θέμα αυτό. IRL // ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμού: υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στο διοικητικό προσωπικό του Υπουργείου Γεωργίας (DAFDR) και των υπηρεσιών ελέγχου (τακτικές συνεδριάσεις, σεμινάρια, συμμετοχή σε ελέγχους). Ακολουθούνται αποτελεσματικές διαδικασίες όσον αφορά τη συνεργασία με την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές. // ΧΜΠΑ: πραγματοποιείται ετήσια συνεδρίαση με τη συμμετοχή όλων των υπηρεσιών με τις οποίες το Υπουργείο Θαλάσσιων και Φυσικών Πόρων (DMNR) συνήψε διμερή συμφωνία ελέγχου για τον συντονισμό των ετήσιων ελέγχων συστημάτων. Η μονάδα εσωτερικού λογιστικού ελέγχου οργάνωσε μια σειρά ομάδων εργασίας για τη μεθοδολογία αξιολόγησης κινδύνων κατά τον έλεγχο των δαπανών. // ΕΚΤ: έχει συσταθεί διευθύνουσα επιτροπή για τον τομέα του δημοσιονομικού ελέγχου του ΕΚΤ με στόχο, μεταξύ άλλων, να συντονίζει όλες τις δραστηριότητες δημοσιονομικού ελέγχου που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό του Υπουργείου για τις επιχειρήσεις, το εμπόριο και την απασχόληση (DETE). // ΕΤΠΑ και Ταμείο Συνοχής: οι αρχές διαχείρισης οφείλουν να κοινοποιούν, ανά τρίμηνο, όλες τις περιπτώσεις απάτης ή παρατυπίας στο Υπουργείο Οικονομικών και να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα παρακολούθησης, σύμφωνα με τους κανονισμούς 1681/94 και 1831/94. Η μονάδα δημοσιονομικού ελέγχου για το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής ενημερώνει επίσης την αρχή πληρωμής για το ΕΤΠΑ (το Υπουργείο Οικονομικών) κάθε φορά που διαπιστώνεται περίπτωση απάτης ή παρατυπίας κατά τη διενέργεια του ελέγχου των προγραμμάτων. I // Η Guardia di Finanza έχει συνάψει πρωτόκολλα συμφωνίας με τις περιφερειακές αρχές και η μονάδα της αστυνομίας για γεωργικές υποθέσεις ανταλλάσσει τακτικά πληροφορίες με τους άλλους οργανισμούς που είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της κοινοτικής ρύθμισης. Γενικά, όταν ένας οργανισμός ελέγχου διαπιστώνει παρατυπία, αποστέλλει ταυτόχρονα αντίγραφο του πρακτικού του διατάκτη, για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών και για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, και ένα αντίγραφο στη δικαστική αρχή. NL // Όσον αφορά ιδίως τους Στόχους 1 και 2, τα Υπουργεία Οικονομικών (EZ), το Υπουργείο Γεωργίας (LNV) και το Υπουργείο Εσωτερικών (BZK) εφαρμόζουν σύστημα στενής συνεργασίας: τακτικές συνεδριάσεις και ανταλλαγή διοικητικών εγγράφων. Πραγματοποιήθηκαν επίσης διαβουλεύσεις ανάμεσα στα προαναφερθέντα υπουργεία και το Υπουργείο Οικονομικών, το Υπουργείο Κατοικίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (VROM) και το Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Εργασίας (SZW). // Στο πλαίσιο του Στόχου 3, υπάρχει στενή συνεργασία ανάμεσα στο Υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων και Εργασίας (SZW), το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού και Επιστημών (OCW), το Υπουργείο Εσωτερικών (BZK) και το Υπουργείο Οικονομικών. Πραγματοποιούνται επίσης περιοδικές διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των τοπικών αρχών. // Συντονισμός των υπηρεσιών όσον αφορά τους ελέγχους των δαπανών του ΕΚΤ: Η διεύθυνση εσωτερικών ελέγχων του οργανισμού για τις κοινωνικές υποθέσεις και την απασχόληση (SZW) είναι υπεύθυνη για τη διενέργεια των πρωτοβάθμιων ελέγχων της εκτέλεσης των έργων και των τελικών δηλώσεων. Η υπηρεσία αυτή είναι επιχειρησιακά αυτόνομη από τις άλλες υπηρεσίες του οργανισμού SZW. Όταν πρέπει να διενεργηθούν ειδικοί έλεγχοι, ο διευθυντής του οργανισμού SZW αναθέτει σε εξωτερική εταιρεία ορκωτών λογιστών τη διενέργεια αυτού του ελέγχου. Η εν λόγω εταιρεία εργάζεται υπό την εποπτεία της διεύθυνσης εσωτερικών ελέγχων. Οι δευτεροβάθμιοι έλεγχοι (έλεγχοι της δημοσιονομικής και υλικής διαχείρισης από τον οργανισμό SZW, έλεγχος των δραστηριοτήτων της διεύθυνσης εσωτερικού ελέγχου, έλεγχος της εφαρμογής των πρωτοκόλλων ελέγχου) υπάγονται στην αρμοδιότητα της λογιστικής υπηρεσίας του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και Απασχόλησης (AD). Η διεύθυνση των οικονομικών και δημοσιονομικών υποθέσεων ελέγχει επίσης τη νομιμότητα και αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των κεφαλαίων του ΕΚΤ. // Στον τομέα της ενημέρωσης, ο οργανισμός για τις κοινωνικές υποθέσεις και την απασχόληση (SZW) και το Υπουργείο SZW συζητούν τακτικά για τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων παρακολούθησης και ελέγχου στο πλαίσιο του ΕΚΤ. Ο οργανισμός SZW συντάσσει επίσης μηνιαία δημοσιονομική / ποιοτική έκθεση. // Όταν ο οργανισμός κοινωνικών υποθέσεων και απασχόλησης (SZW), το Υπουργείο SZW ή τρίτοι φορείς επισημαίνουν περιπτώσεις υπόνοιας απάτης και παρατυπιών όσον αφορά τις δαπάνες του ΕΚΤ, το Υπουργείο SZW οφείλει να δίνει την απαιτούμενη συνέχεια. Ο οργανισμός SZW αποφασίζει, σε παρόμοια περίπτωση, εάν πρέπει να αποταθεί στην επιθεώρηση εργασίας. Εάν χρειασθεί, η επιθεώρηση εργασίας μπορεί να κινήσει διαδικασία ανακρίσεων ή να συμμετάσχει στην προετοιμασία και τη διενέργεια αυτών των ανακρίσεων. Το Υπουργείο είναι επίσης υπεύθυνο να κοινοποιεί σε τακτά διαστήματα στην Επιτροπή (OLAF) τις περιπτώσεις υπόνοιας απάτης ή παρατυπιών στο πλαίσιο του ΕΚΤ. // Η υπηρεσία επιθεώρησης εργασίας και εσόδων (SIWI) του Υπουργείου Κοινωνικών Υποθέσεων και Εργασίας (SZW) κοινοποιεί κάθε περίπτωση παρατυπίας στον οργανισμό SZW. // Κανένα στοιχείο της ισχύουσας ρύθμισης ή του μηχανισμού διαχείρισης και ελέγχου δεν εμποδίζει την περιοδική ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο του ΕΚΤ. // Όσον αφορά το πρόγραμμα Interreg, οι γραμματείες του προγράμματος διενεργούν εκ των προτέρων ελέγχους, βάσει των ενδιάμεσων και τελικών εκθέσεων. Εάν χρειασθεί, το Υπουργείο Κατοικίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (VROM) διενεργεί ελέγχους. // Η λογιστική υπηρεσία του Υπουργείου Κατοικίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (VROM) διενεργεί ελέγχους δύο τύπων για την Πρωτοβουλία Interreg: τους ελέγχους «5%» βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 2064/97, σε συνεργασία με την εθνική υπηρεσία σχεδιασμού (RPD) και τις υπηρεσίες που συμμετέχουν στην εφαρμογή του προγράμματος. τους εκ των υστέρων ελέγχους στο πλαίσιο της σύνταξης της λογιστικής δήλωσης, κατ` εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) 2064/97. Το 2001 δεν πραγματοποιήθηκε κανένας έλεγχος κατά της απάτης, με τη στενή έννοια του όρου, όσον αφορά το πρόγραμμα Interreg. // Interreg: γενικά, ο συντονισμός ανάμεσα στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Κατοικίας, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (VROM) και στις γραμματείες του προγράμματος είναι επαρκής. Δεν έχει επισημανθεί κανένα εμπόδιο σε αυτό τον τομέα. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τη συνεργασία με τα άλλα Υπουργεία. // Δεν έχει διαπιστωθεί κανένα εμπόδιο όσον αφορά τα προγράμματα Urban στο πλαίσιο του ΕΤΠΑ. Οι κανόνες της διαδικασίας έχουν ορισθεί σε πρωτόκολλο σχετικά με τις παρατυπίες το οποίο έχει συναφθεί ανάμεσα στα δημοτικά συμβούλια των ενδιαφερομένων πόλεων και το Υπουργείο Εσωτερικών (BZK). A // Έχει συσταθεί διοικητική υπηρεσία για κάθε παρέμβαση, με αποστολή να συντονίζει τα διάφορα μέτρα και τις ενδιάμεσες αρχές και να εξασφαλίζει τον συντονισμό ανάμεσα στα Ταμεία που συμμετέχουν στις διάφορες παρεμβάσεις // Για να εξασφαλιστεί η ανταλλαγή πληροφοριών και ο συντονισμός ανάμεσα στις διάφορες διοικητικές αρχές για τις διάφορες παρεμβάσεις, έχει συσταθεί «ομάδα εργασίας των διοικητικών υπηρεσιών». Εκτός από την ανταλλαγή πληροφοριών, αυτή η ομάδα εργασίας εξασφαλίζει και τον συντονισμό των θεμάτων που αφορούν περισσότερα Ταμεία ή παρεμβάσεις. // Στον τομέα του ελέγχου των δημοσιονομικών πράξεων, το γραφείο του πρωθυπουργού είναι αρμόδιο για τον συντονισμό των διαφόρων Ταμείων. // Ο συντονισμός διευκολύνεται με βάσεις δεδομένων στις οποίες έχουν πρόσβαση οι διοικητικές υπηρεσίες όσον αφορά το σύνολο των πράξεων στο πλαίσιο των διαφόρων παρεμβάσεων. // Τα μέτρα που προβλέπονται στον αυστριακό νόμο για την προστασία των δεδομένων πρέπει να εκδοθούν και να εφαρμοσθούν. Ειδικότερα, όταν υπάρχει υπόνοια απάτης που δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί από την αρμόδια δικαστική αρχή, πρέπει να παρέχεται ειδική προστασία, στον βαθμό του δυνατού, στα πρόσωπα ή τις εταιρείες που αφορά η κοινοποίηση της απάτης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εθνικές αρχές πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να τηρούν την ανωνυμία των φακέλων τους οποίους διαβιβάζουν. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι μηνύσεις για συκοφαντία, σε περιπτώσεις που δημοσιοποιείται μία υπόνοια απάτης η οποία όμως δεν επιβεβαιώνεται οριστικά. P // Βλέπε επίσης σημείο 6.1. Λαμβανομένων υπόψη των ευθυνών βάσει του κανονισμού 438/2001, η γενική επιθεώρηση οικονομικών (IGF) είναι υπεύθυνη για τον συνολικό συντονισμό όλων των ελέγχων των συγχρηματοδοτούμενων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία προγραμμάτων, όπως συνέβη ήδη κατά τις προηγούμενες περιόδους προγραμματισμού. Το πρότυπο που εφαρμόζεται για το εθνικό σύστημα ελέγχου (SNC) του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης III συναρθρώνεται κυρίως σε τρία επίπεδα στα οποία παρεμβαίνουν οι ακόλουθες αρχές: - οι μονάδες ελέγχου των αρχών διαχείρισης για κάθε μια από τις επιχειρησιακές παρεμβάσεις (η αποστολή αυτή είναι διαφορετική από τα άλλα καθήκοντα που συνδέονται με τη διαχείριση και τις πληρωμές (πρωτοβάθμιο επίπεδο). - οι αρχές που έχουν ορισθεί για τον δευτεροβάθμιο έλεγχο για κάθε Ταμείο. - η γενική επιθεώρηση των οικονομικών (IGF) που εξασφαλίζει τον συνολικό συντονισμό του εθνικού συστήματος ελέγχου, με την επιφύλαξη των άλλων καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί, δηλαδή της αξιολόγησης των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου που εφαρμόζονται στα διάφορα επίπεδα των επιχειρησιακών παρεμβάσεων, της κοινοποίησης των ανιχνευόμενων παρατυπιών, της ετήσιας διαβίβασης των μέτρων που ελήφθησαν κατ` εφαρμογή των άρθρων 10 έως 12 του κανονισμού 438/2001 και της έκδοσης των δηλώσεων. Ο τρόπος λειτουργίας του εθνικού συστήματος ελέγχου ορίζεται από εσωτερικό κανονισμό και λαμβάνει συγκεκριμένη μορφή με τακτικές συνεδριάσεις οι οποίες συγκαλούνται από την IGF και στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι των υπηρεσιών συντονισμού του δευτεροβάθμιου ελέγχου και των αρχών πληρωμής. // Έχει δημιουργηθεί βάση δεδομένων για τη διαχείριση των πληροφοριών σχετικά με τους ελέγχους, η οποία, αν και έχει εγκατασταθεί στη γενική επιθεώρηση των οικονομικών (IGF), θα τροφοδοτείται απευθείας με μεταφορές μητρώων άλλων οργανισμών. // Βλέπει σημείο 6.1. όσον αφορά την αντιμετώπιση των περιπτώσεων υπόνοιας απάτης στους τρεις εξεταζόμενους τομείς (ίδιοι πόροι, ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων και Διαρθρωτικά Ταμεία και Ταμείο Συνοχής) FIN // Γενικό μέτρο βλέπε σημείο 6.1 Υπεύθυνα Υπουργεία για τα Διαρθρωτικά Ταμεία: Υπάρχουν διατάξεις για την επιχειρησιακή συνδρομή την οποία μπορεί να παρέχει η αστυνομία στις άλλες αρχές. Επιπλέον, οι αρμόδιες για τα Διαρθρωτικά Ταμεία αρχές συνεργάζονται στενά με τις άλλες υπηρεσίες, για την πρόληψη των παρατυπιών και για τη διενέργεια των ερευνών, εάν χρειαστεί. // (Εland) Όσον αφορά την Πρωτοβουλία Interreg II A για το Αρχιπέλαγος και την Interreg III A για τις νήσους, έχει συναφθεί συμφωνία σε θέματα είσπραξης ανάμεσα στους αρμόδιους φορείς. Καταρτίζεται μνημόνιο για τα νησιά της Πρωτοβουλίας Interreg III A. S // Οι διάφορες αρχές πληρωμής και η υπηρεσία οικονομικών εγκλημάτων ανταλλάσσουν πληροφορίες στο πλαίσιο υποβολής εκθέσεων στην OLAF. // Το σουηδικό συμβούλιο για την οικονομική ανάπτυξη (NUTEK) ήταν υπεύθυνο για τον συντονισμό των παρεμβάσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων στη Σουηδία κατά την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999. Για τη νέα περίοδο προγραμματισμού, το NUTEK έχει αποστολή να παρέχει συμβουλές στις διάφορες αρμόδιες διοικητικές υπηρεσίες (συμβούλιο γεωργίας, συμβούλιο αγοράς εργασίας, συμβούλιο αλιείας και στις υπεύθυνες αρχές για το Interreg). Συνεργάζεται επίσης με τις αρχές πληρωμής και διαχείρισης (διενέργεια σεμιναρίων, ανταλλαγές πληροφοριών) καθώς και με την υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, τη γραμματεία της επιτροπής παρακολούθησης, την υπηρεσία οικονομικών εγκλημάτων και την εθνική υπηρεσία δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι διάφορες αρχές πληρωμής και η υπηρεσία οικονομικών εγκλημάτων ανταλλάσσουν πληροφορίες στο πλαίσιο της υποβολής εκθέσεων στην OLAF. // Όσον αφορά το ΕΚΤ (Στόχος 3 και Πρωτοβουλία Equal), υπάρχει στενός συντονισμός ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές, το συμβούλιο για την αγορά εργασίας (AMS) και το συμβούλιο για τις παρεμβάσεις του ΕΚΤ στη Σουηδία (τακτικές συνεδριάσεις, έγγραφο εργασίας για την κατανομή αρμοδιοτήτων...). // Οι αρχές που συμμετέχουν στη διαχείριση των παρεμβάσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων έχουν ενισχύσει τη συνεργασία τους και εντείνει τις ενέργειες κατάρτισης. // Η αρχή πληρωμής (δημοσιονομικές υπηρεσίες AMS) και το συμβούλιο για το ΕΚΤ είναι υπεύθυνα για την κοινοποίηση των παρατυπιών στο συμβούλιο αγοράς εργασίας, το οποίο τις διαβιβάζει στην OLAF. Η παρακολούθηση πραγματοποιείται από το συμβούλιο αγοράς εργασίας, το συμβούλιο ΕΚΤ και, εάν χρειαστεί, την αρμόδια υπηρεσία οικονομικής εγκληματικότητας. // Οι δυνατότητες των εθνικών αρχών να ζητούν διασαφηνίσεις από τις άλλες υπηρεσίες όσον αφορά πρόσωπα που ζήτησαν ή έλαβαν στο παρελθόν δημόσια ενίσχυση, και αντιστρόφως λαμβάνουν υπόψη το νόμο περί προστασίας των δεδομένων // Γενικό μέτρο : βλέπε σημείο 6.2. UK // Το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας (DTI) εξακολουθεί να στηρίζει τα άλλα Υπουργεία και τις υπηρεσίες στις δραστηριότητες παροχής πληροφοριών, για να διατηρείται η απαραίτητη συνοχή // Υπουργείο Εργασίας και Συντάξεων (DWP): τα κυβερνητικά γραφεία (GOs) διαχειρίζονται τα διάφορα Διαρθρωτικά Ταμεία, γεγονός που επιτρέπει τον συντονισμό των ελέγχων οι οποίοι διενεργούνται στο πλαίσιο των διαφόρων προγραμμάτων. // Υπάρχει επίσης στενός συντονισμός ανάμεσα στα διάφορα κεντρικά Υπουργεία που συμμετέχουν στη διαχείριση των Ταμείων (Υπουργείο εργασίας και συντάξεων, ή DWP, Υπουργείο μεταφορών, τοπικής κυβέρνησης και περιφερειών, ή DTLR, και Υπουργείο εμπορίου και βιομηχανίας, ή DTI). // Υπουργείο Εργασίας και Συντάξεων (DWP): οι ομάδες παρακολούθησης και επιθεώρησης των κυβερνητικών γραφείων (GOs) διενεργούν ελέγχους βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 2064/97 και του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) 438/2001. Υπάρχουν δύο εναλλακτικές δυνατότητες: τα αποτελέσματα των ελέγχων του «5%» διαβιβάζονται στην κεντρική γραμματεία για ευρωπαϊκά θέματα στο εσωτερικό κάθε κυβερνητικού γραφείου (όπου μπορούν να συγκριθούν με τα άλλα διαρθρωτικά προγράμματα), καθώς και στην έδρα του Υπουργείου. οι περιπτώσεις υπόνοιας απάτης διαβιβάζονται σε ανεξάρτητη μονάδα στο εσωτερικό του Υπουργείου, τη μονάδα ειδικών ερευνών (SIU), η οποία μπορεί να διενεργεί τις δικές της έρευνες, εάν χρειασθεί σε συνεργασία με την OLAF. Εάν απαιτούνται διεξοδικότερες έρευνες, η μονάδα αυτή διαβιβάζει τους φακέλους στην αστυνομία. Τα αποτελέσματα των αστυνομικών ερευνών ή, ενδεχομένως, των ποινικών διώξεων, διαβιβάζονται εκ νέου στην έδρα του Υπουργείου και στο αρμόδιο κυβερνητικό γραφείο. // (Σκωτία) Η διοίκηση της Σκωτίας έχει δημιουργήσει μια νέα ολοκληρωμένη βάση δεδομένων για τη διαχείριση των κεφαλαίων του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ, στην οποία έχουν πρόσβαση «σε άμεση σύνδεση» όλοι οι φορείς που συμμετέχουν στη διαχείριση αυτών των κεφαλαίων στη Σκωτία. // (Σκωτία) Οι φορείς διαχείρισης των προγραμμάτων σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο συντονίζονται με θεσμοθετημένους τρόπους επικοινωνίας. // (Σκωτία) Οι αρχές διαχείρισης και πληρωμής που είναι υπεύθυνες για το ΧΜΠΑ και το ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμού διατηρούν επαφές με τους αρμόδιους οργανισμούς για άλλα ευρωπαϊκά και εθνικά ταμεία. // (Σκωτία) Η διοίκηση της Σκωτίας εφαρμόζει σχέδιο παρέμβασης για την καταπολέμηση της απάτης σε βάρος του ΕΤΠΑ και του ΕΚΤ. Το σχέδιο αυτό περιέχει λεπτομερή στοιχεία για τα σημεία επαφής, τις διαδικασίες εντοπισμού και αναφοράς των περιπτώσεων απάτης καθώς και τους συνδέσμους επικοινωνίας με τις διωκτικές αρχές. Στον τομέα του ΧΜΠΑ και του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων, οι αρχές διαχείρισης και πληρωμής ακολουθούν επίσης διαδικασίες για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων απάτης (υπόνοιας). // (Βόρεια Ιρλανδία) Όσον αφορά τα χρηματοδοτούμενα έργα στο πλαίσιο του ειδικού ευρωπαϊκού προγράμματος για την ειρήνη και τη συμφιλίωση (EUSPPR), βάση δεδομένων περιέχει αναλυτικά στοιχεία όλων των εμπλεκόμενων οργανισμών. Η διενέργεια διασταυρούμενων ελέγχων επιτρέπει να εξακριβωθεί αν τα ίδια έργα χρηματοδοτούνται από άλλα Διαρθρωτικά Ταμεία. Κατά τις επιτόπου επισκέψεις στα έργα, οι υπάλληλοι της δημόσιας διοίκησης σφραγίζουν τα δικαιολογητικά έγγραφα δηλώνοντας από ποιο Ταμείο χρηματοδοτείται το εν λόγω έργο. Οι διευθύνσεις εσωτερικού ελέγχου πραγματοποιούν επίσης επιτόπου επισκέψεις στα έργα βάσει ανάλυσης κινδύνου. Εξακριβώνουν επίσης αν οι διοικητικοί υπάλληλοι έχουν διενεργήσει τους ελέγχους τους σύμφωνα με τις κυβερνητικές ή τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές. Οι διευθύνσεις εσωτερικού ελέγχου συντονίζονται μέσω του δικτύου «Euronet». // (Βόρεια Ιρλανδία) Δεν έχει διαπιστωθεί κανένα εμπόδιο όσον αφορά τη συνεργασία ανάμεσα στις δημόσιες υπηρεσίες που συμμετέχουν στη διενέργεια των ελέγχων και των ερευνών. 7. παρατηρησεις για τη λειτουργια της συνεργασιας αναμεσα στις αρμοδιες αρχες των κρατων μελων (αρθρο 280, παραγραφος 3 της συνθηκης εκ) Από την ανάλυση των απαντήσεων διαπιστώθηκε ότι λειτουργούν οι προβλεπόμενοι από τις ρυθμίσεις μηχανισμοί και ότι τα κράτη μέλη είναι σε γενικές γραμμές ικανοποιημένα από τη συνεργασία ανάμεσα στις αρμόδιες αρχές τους καθώς και με την Επιτροπή και την OLAF. παρόλ` αυτά, ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν ότι η συνεργασία τους θα μπορούσε να βελτιωθεί με τη βοήθεια τεχνικών μέσων που έχουν σήμερα στη διάθεσή τους. Το ζήτημα αυτό μελετάται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της OLAF και της Επιτροπής. 8. εισπραξη απαιτησεων Η προηγούμενη έκθεση ασχολήθηκε ειδικά με το ζήτημα της είσπραξης απαιτήσεων. Ως προς αυτό το θέμα, η Επιτροπή οφείλει να εξακριβώνει ότι υπάρχει σωστή συνεργασία ανάμεσα στις δικαστικές αρχές και τις διοικητικές αρχές, για να εξασφαλίσει ότι τα κράτη μέλη έχουν λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την αποτελεσματική είσπραξη των απαιτήσεων. Τα περισσότερα κράτη μέλη δηλώνουν ότι η συνεργασία ανάμεσα στις προαναφερόμενες αρχές είναι ικανοποιητική. Αντίθετα, σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν διαπιστωθεί ελλείψεις. 8.1. Νομοθετικοί μηχανισμοί και διοικητικές διατάξεις για την κοινοποίηση από τις δικαστικές αρχές προς τη δημόσια διοίκηση του αποτελέσματος των ποινικών διαδικασιών για τους σκοπούς της είσπραξης απαιτήσεων Κράτος μέλος // Μέτρο B // Οι εισαγγελίες κοινοποιούν κατά κανόνα την ημερομηνία παραπομπής μιας υπόθεσης στο δικαστήριο για να παραστεί η δημόσια διοίκηση ως πολιτικός ενάγων και για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων. // Μόλις η βελγική υπηρεσία παρεμβάσεων και επιστροφών (BIRB) ενημερώνεται για τη διενέργεια έρευνας για παρατυπία, υποβάλλει μήνυση σύμφωνα με τον κώδικα ποινικής δικονομίας. Ο οργανισμός πληρωμής ενημερώνεται για την εξέλιξη της διαδικασίας. // Ο περιφερειακός διευθυντής των τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης είναι υπεύθυνος για την άσκηση αστικών αξιώσεων και ποινικών διώξεων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Κατά τα λοιπά, το ζήτημα αυτό υπάγεται κατά κύριο λόγο στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. // Οι υπεύθυνοι της υπηρεσίας του δημόσιου κατήγορου στα δικαστήρια οφείλουν να κοινοποιούν στο Υπουργείο Οικονομικών κάθε ένδειξη απάτης στον τομέα των άμεσων ή έμμεσων φόρων (περιλαμβανομένων των παραδοσιακών ιδίων πόρων). DK // Η αντιμετώπιση των περιπτώσεων υπόνοιας απάτης πραγματοποιείται σύμφωνα με την «ανακοίνωση αριθ. 4/1998 του γενικού εισαγγελέα». Η ανακοίνωση αυτή καθορίζει επίσης τους κανόνες σε θέματα ενημέρωσης των διοικητικών αρχών και τα αποτελέσματα των ερευνών. Οι δικαστικές αρχές ενημερώνουν πάντοτε τις διοικητικές αρχές για το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών. Μια υπόθεση είσπραξης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών δεν συνεπάγεται αυτομάτως την κίνηση ποινικής διαδικασίας. Η συνήθης διαδικασία είναι η άσκηση αστικής αγωγής για την είσπραξη των ποσών. Όταν εκδίδεται δικαστική πράξη που καθορίζει τα προς είσπραξη ποσά, η υπόθεση παραπέμπεται ενδεχομένως στο δικαστήριο που έχει επιληφθεί της αγωγής. D // Κατ` αρχήν, οι δικαστικές αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να ενημερώνουν τη δημόσια διοίκηση για το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών που αφορούν την είσπραξη υπεξαιρεθέντων και καταχρηστικώς καταβληθέντων ποσών. Παρόλ` αυτά, ο κώδικας ποινικής δικονομίας και ο φορολογικός κώδικας περιέχουν ορισμένες διατάξεις σε θέματα ενημέρωσης: ο ζημιωθείς που υπέβαλε μήνυση πρέπει να ενημερώνεται με εντολή της Εισαγγελίας για τη μη άσκηση δίωξης (κώδικας ποινικής δικονομίας). σε περίπτωση που πραγματοποιείται κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του διαπράξαντος το αδίκημα στο πλαίσιο της διαδικασίας είσπραξης απαιτήσεων, ο ζημιωθείς πρέπει να ενημερώνεται (κώδικας ποινικής δικονομίας). Η διάταξη αυτή βασίζεται σε διάταξη του αστικού κώδικα, δυνάμει της οποίας είναι δυνατό να δίνεται εντολή κατάσχεσης και οριστικής εκκαθάρισης περιουσιακών στοιχείων μόνον αν ο ζημιωθείς είναι σε θέση να αξιώσει δικαιώματα αποζημίωσης έναντι του δράστη του εγκλήματος. Σε αυτή την περίπτωση, το κράτος παρεμβαίνει ενεργά, κατά την έννοια ότι δύναται να κατάσχει τα περιουσιακά στοιχεία που θεωρείται ότι προέρχονται από τη διάπραξη του αδικήματος και να τα θέσει στη διάθεση του ζημιωθέντος, ο οποίος μπορεί με τον τρόπο αυτό να ασκήσει το δικαίωμα αποζημίωσής του. Απαιτούνται η έκδοση αντίστοιχης εντολής εκτέλεσης και η άδεια του δικαστή. οι πληροφορίες που λαμβάνονται από διαδικαστικά έγγραφα και κοινοποιούνται στις δημόσιες αρχές για τη διαπίστωση, την εκτέλεση ή την απόρριψη δικαιωμάτων είναι παραδεκτά στο πλαίσιο του εγκλήματος (κώδικας ποινικής δικονομίας). Πρέπει, ωστόσο, να υποβληθεί σχετική αίτηση παροχής πληροφοριών. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα ελέγχου του ζημιωθέντος. το ποινικό δικαστήριο κοινοποιεί στην οικονομική υπηρεσία την απόφαση και τις άλλες αποφάσεις για την περάτωση της διαδικασίας όταν δεν συμμετέχει η ίδια στις διώξεις (φορολογικός κώδικας). EL // Ο νέος τελωνειακός κώδικας επιτρέπει τον διαχωρισμό της διοικητικής διαδικασίας είσπραξης των ιδίων πόρων από την ποινική διαδικασία, στοιχείο που συνιστά βελτίωση. F // Οι διοικητικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αστική αξίωση η οποία προβλέπεται στο άρθρο 2 του κώδικα ποινικής δικονομίας. Η εγκύκλιος της 5ης Δεκεμβρίου 2001 που αναφέρεται στο σημείο 4.3. επεσήμανε ιδίως την ανάγκη να ενημερώνονται οι οργανισμοί πληρωμής όταν σε μία υπόθεση ενδέχεται να διακυβεύονται κεφάλαια, για να είναι σε θέση να εκτιμήσουν αν είναι απαραίτητο να παραστούν ως πολιτικώς ενάγοντες. Η παράσταση πολιτικής αγωγής παρέχει ιδίως πρόσβαση στη δικογραφία και, ενδεχομένως, στη λήψη των αναγκαίων συντηρητικών μέτρων για την είσπραξη των απαιτήσεων. Η ίδια εγκύκλιος εμμένει επίσης στην αναγκαιότητα να ενημερώνεται η τελωνειακή διοίκηση, ώστε να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί τη διαδικασία είσπραξης των δασμών και φόρων. Ο τελωνειακός κώδικας επιβάλλει στη δικαστική αρχή να κοινοποιεί στις τελωνειακές υπηρεσίες όλα τα στοιχεία που αφορούν παραβάσεις οι οποίες υπάγονται στην αρμοδιότητά τους, ανεξάρτητα από το τι είδους δίκη είναι σε εξέλιξη. Ο διορισμός ενός δικαστή στο πλευρό του γενικού διευθυντή των τελωνείων και έμμεσων φόρων, από το 2001, για να εξασφαλίζει τη διοικητική διεύθυνση των τελωνειακών υπαλλήλων που είναι αρμόδιοι να διενεργούν δικαστικές έρευνες, διευκολύνει τη σύνδεση ανάμεσα στη δικαστική αρχή και τη διοικητική αρχή. // Όσον αφορά τις διαρθρωτικές δράσεις, εγκύκλιος του Υπουργείου Εργασίας και Αλληλεγγύης, της 11ης Μαΐου 1999, ορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε περίπτωση ανάκτησης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. IRL // Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους, οι ποινικές διαδικασίες κινούνται από τον διευθυντή των ποινικών διαδικασιών βάσει αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίζονται από την υπηρεσία των ορκωτών ελεγκτών (στις οποίες ανήκει η τελωνειακή υπηρεσία). Η τελωνειακή υπηρεσία ενεργεί ως υπηρεσία έρευνας. Κατά συνέπεια, οι αρμόδιες αρχές για την είσπραξη των απαιτήσεων γνωρίζουν πάντοτε το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών. Στον τομέα των γεωργικών δαπανών, οι υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας (DAFRD) συμμετέχουν άμεσα στις ποινικές διαδικασίες, είτε διότι έχουν διαβιβάσει μια υπόθεση στον αρμόδιο διευθυντή για τις ποινικές διώξεις (DPP), είτε ως μάρτυρες εξ` ονόματος του κράτους. Εάν πρόκειται για σημαντικές υποθέσεις, το προσωπικό του Υπουργείου έρχεται σε επαφή με τον DPP και ενημερώνεται για την εξέλιξη της υπόθεσης. Όσον αφορά το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής, δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις που να προβλέπουν την κοινοποίηση από τις δικαστικές αρχές στις διοικητικές αρχές του αποτελέσματος των ποινικών διαδικασιών. Η διεύθυνση οικονομικών, ως αρχή πληρωμής, διατηρεί, ωστόσο, τα στοιχεία σχετικά με τις κοινοποιούμενες παρατυπίες κατ` εφαρμογή των κανονισμών 1681/94 και 1831/94 και επανεξετάζει τακτικά την εξέλιξη των υποθέσεων. I // Γενικά, σε περίπτωση εμπλοκής δημοσίων υπαλλήλων στη διάπραξη εγκλημάτων, η υπηρεσία του δημόσιου κατήγορου είναι υποχρεωμένη να ενημερώνει τον γενικό εισαγγελέα στο Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με τον καθορισμό της ζημίας σε βάρος του Δημόσιου Ταμείου. // Όσον αφορά τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους, δεν υφίσταται κανένας νομοθετικός μηχανισμός για την κοινοποίηση από τις δικαστικές αρχές στις διοικητικές αρχές του αποτελέσματος των ποινικών διαδικασιών για τους σκοπούς της είσπραξης, διότι η ύπαρξη ποινικής διαδικασίας δεν εμποδίζει την τελωνειακή διοίκηση να προβεί στην είσπραξη, ακόμη και αναγκαστική, της τελωνειακής οφειλής. Εξάλλου, η ποινική διαδικασία ακολουθείται από την υπηρεσία του τελωνειακού εισπράκτορα, ο οποίος παραμένει σε επαφή με τη δικαστική αρχή μέχρι την ολοκλήρωση της δίκης. // Ο δικαστής εκδικάζει ταυτόχρονα και το ποινικό και το αστικό σκέλος της υπόθεσης. Εάν δεν κριθεί σκόπιμη η άσκηση ποινικών διώξεων, η άσκηση αστικής αξίωσης για την καταβολή δικαιωμάτων υποβάλλεται στο αστικό δικαστήριο. Αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης, η δημόσια διοίκηση έχει στη διάθεσή της έναν εκτελεστό τίτλο βάσει του οποίου μπορεί να προβεί στην είσπραξη της φορολογικής οφειλής που αποφασίστηκε από το δικαστήριο. NL // Ίδιοι πόροι Είναι δυνατό να ακολουθηθούν δύο διαδικασίες σε περίπτωση διαπίστωσης παρατυπιών: η ποινική διαδικασία ή η φορολογική διαδικασία. Και στις δύο περιπτώσεις, πραγματοποιείται παρακράτηση και είσπραξη των μη καταβληθέντων δασμών. Σε περίπτωση που η παρακράτηση ή η είσπραξη θα μπορούσε να παρακωλύσει την ποινική διαδικασία, δίνεται προτεραιότητα στη δικαστική έρευνα. Οι ποινικές διαδικασίες εισάγονται από τις υπηρεσίες φορολογικών πληροφοριών και ερευνών και οικονομικών ελέγχων (FIOD-ECD) σε μηχανογραφημένο σύστημα (ολοκληρωμένο σύστημα ενημέρωσης για την απάτη, ή GEFIS). Με την ολοκλήρωση της δικαστικής ανάκρισης, η αρμόδια τελωνειακή αρχή ενημερώνεται για τα συμπεράσματα της ανάκρισης, γεγονός που επιτρέπει την είσπραξη ή/και την ανάκτηση των μη εισπραχθέντων δασμών. Εξάλλου, πραγματοποιούνται τακτικές διαβουλεύσεις ανάμεσα στην υπηρεσία ερευνών (FIOD-ECD), την αρμόδια αρχή για την άσκηση διώξεων (ο δικαστικός λειτουργός που ασχολείται με την υπόθεση) και τη διοικητική αρχή (υπάλληλος συνδέσμου της περιοχής του αρμόδιου τελωνείου) σχετικά με την εξέλιξη των ανακρίσεων. // Διαρθρωτικές δράσεις Όσον αφορά τις παρατυπίες στο πλαίσιο του Στόχου 2 (Πρωτοβουλία Urban), οι αρχές των πόλεων θεωρούνται άμεσα υπεύθυνες όταν εφαρμόζεται δημοσιονομική διόρθωση στις Κάτω Χώρες. Στον τομέα των δράσεων του ΕΚΤ, η ισχύουσα ρύθμιση προβλέπει τη δυνατότητα μείωσης των επιχορηγήσεων στο μηδέν. Εξάλλου, πραγματοποιούνται τακτικές διαβουλεύσεις ανάμεσα στον οργανισμό κοινωνικών υποθέσεων και απασχόλησης (SZW) και την υπηρεσία του δημόσιου κατήγορου (διεύθυνση για τις περιπτώσεις απάτης σε βάρος της ΕΕ), για να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα. A // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Στον κατάλογο οφειλετών του οργανισμού πληρωμής, στον οποίο έχει πρόσβαση το κεντρικό τελωνείο του Σάλτσμπουργκ (οργανισμός πληρωμής), αναγράφονται όλες οι επιστροφές αχρεωστήτως καταβληθέντων, όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί από τον οργανισμό πληρωμής για την επιστροφή των οφειλόμενων ποσών καθώς και η πληρωμή του οφειλέτη. Οι διοικητικές αρχές είναι διάδικοι στην ποινική διαδικασία που κινείται από τις δικαστικές αρχές, με την ιδιότητα του συν-ενδιαφερομένου, και ως εκ τούτου ενημερώνονται άμεσα για τις αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων. // Γεωργικές δαπάνες Η δημόσια διοίκηση ενημερώνεται από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Δικαιοσύνης αν α) έχει κινηθεί ποινική διαδικασία ή προανάκριση ή β) έχει αποσυρθεί η καταγγελία λόγω έλλειψης αξιόποινης πράξης. Οι δημόσιες αρχές ενημερώνονται για την έκβαση της ποινικής διαδικασίας, αν και συχνά με πολύ μεγάλη καθυστέρηση. // Διαρθρωτικές δράσεις Τα διοικητικά όργανα (περιλαμβανομένων των εκτελεστικών οργανισμών) είναι αρμόδια για την κίνηση ποινικών διαδικασιών (παραδείγματος χάρη, σε περίπτωση υπόνοιας απάτης) - π.χ. με την προσφυγή στον δημόσιο κατήγορο. Η διοικητική αρχή παρίσταται, σε αυτή τη διαδικασία, τουλάχιστον ως μάρτυρας, εάν δεν είναι και διάδικος στη διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, ενημερώνεται για την εξέλιξη και το αποτέλεσμα της κάθε διαδικασίας. Η αρχή διαχείρισης κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 ενημερώνεται για τις εκκρεμούσες διαδικασίες και για την έκβασή τους, χάρη στις τριμηνιαίες ανακοινώσεις που δημοσιεύονται από τις αρμόδιες αρχές. Το ίδιο ισχύει για τις κεντρικές υπηρεσίες που διαχειρίζονται τα κεφάλαια και για τα Υπουργεία που είναι υπεύθυνα για τη διενέργεια των ελέγχων και είναι ταυτόχρονα υπεύθυνα για τη δημοσίευση των τριμηνιαίων ανακοινώσεων που απευθύνονται στην OLAF. P // Οι ζημιωθέντες ενημερώνονται για το δικαίωμά τους να ζητήσουν αστική αποζημίωση στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Εξάλλου, η δυνατότητα των αρμοδίων οργανισμών για την είσπραξη απαιτήσεων να είναι διάδικοι στην ποινική διαδικασία τους επιτρέπει να παρακολουθούν καλύτερα την εξέλιξη των υποθέσεων. Γενικά, η διοικητική διαδικασία είσπραξης οφειλών εξελίσσεται ανεξάρτητα από το αν περατωθεί ή όχι η ποινική διαδικασία. Σε περίπτωση μη ολοκλήρωσης της ποινικής διαδικασίας, μετά από έκδοση και κοινοποίηση απόφασης από τις δικαστικές αρχές στις αρμόδιες αρχές είσπραξης, αποστέλλεται κοινοποίηση στον επιχειρηματία να επιστρέψει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Σε περίπτωση μη πληρωμής, εκδίδεται βεβαίωση οφειλής (που συνιστά εκτελεστό τίτλο) για την αναγκαστική είσπραξη: η διαδικασία αυτή έπεται της εκτέλεσης μέσω φορολογικής ρύθμισης σε ορισμένους οργανισμούς που είναι υπεύθυνοι για την ανάκτηση των ενισχύσεων. Παράλληλα με την καταδίκη του ποινικού δικαστηρίου, το δικαστήριο δίνει εντολή για την πλήρη επιστροφή των ποσών που ελήφθησαν παράνομα ή χρησιμοποιήθηκαν μη κατά προορισμό και για τη δημοσίευση της απόφασης. FIN // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Δεν υφίστανται ειδικές δικαστικές διαδικασίες για την είσπραξη αχρεωστήτως καταβληθέντων ή διαφυγόντων ποσών. Η εντολή αποζημίωσης είναι δυνατό να εκδοθεί αποκλειστικά από το δικαστήριο σε περίπτωση μη καταβολής δικαιώματος που ζητούν οι διοικητικές αρχές. Γεωργικές δαπάνες Οι δικαστικές αρχές κοινοποιούν στις διαχειριστικές αρχές το αποτέλεσμα μιας ποινικής διαδικασίας. Η διαδικασία είσπραξης δαπανών του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων συνεχίζεται ανεξάρτητα από ενδεχόμενη προσφυγή, εκτός εάν ληφθεί ρητή απόφαση για την αναστολή της είσπραξης κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος. Κατά περίπτωση, το Υπουργείο Γεωργίας και Δασοκομίας προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Κοινότητας ενώπιον των δικαστηρίων και προσκομίζει τα αποδεικτικά στοιχεία με την ιδιότητα του προσφεύγοντος. Διαρθρωτικές δράσεις Η αρχή διαχείρισης λαμβάνει διοικητική απόφαση για την είσπραξη της οφειλής. Εάν δεν πραγματοποιηθεί η είσπραξη, είναι δυνατό να υποβληθεί στο δικαστήριο αξίωση αποζημίωσης κατά του δικαιούχου. Όταν η είσπραξη της οφειλής συνδέεται με ποινική διαδικασία, η αρχή η οποία έχει υποβάλει την αγωγή ενεργεί ως προσφεύγων. Η υπηρεσία αυτή ενημερώνεται για το τελικό αποτέλεσμα της ποινικής διαδικασίας και είναι δυνατό να υποβάλει αγωγή είσπραξης βάσει αυτού του αποτελέσματος. // (Εland) Η τοπική κυβέρνηση (διαχειριστική αρχή) κοινοποιεί στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τα αχρεωστήτως καταβληθέντα και μη εισπραχθέντα ποσά. Δεν απαιτείται η έκδοση δικαστικής απόφασης για την είσπραξη των πόρων του ΧΜΠΑ. Το αστυνομικό τμήμα ενημερώνει την τοπική κυβέρνηση για την κίνηση και την εξέλιξη της αγωγής είσπραξης. Οι δύο αυτές υπηρεσίες συνεργάζονται στενά μεταξύ τους. S // Στη Σουηδία δεν ακολουθούνται ποινικές διαδικασίες για την είσπραξη οφειλών. Οι διαχειριστικές αρχές είναι υπεύθυνες για την είσπραξη. Εάν είναι απαραίτητο, η αρμόδια αρχή μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση στη δημόσια υπηρεσία αναγκαστικής είσπραξης για να εισπράξει το ποσό με άσκηση αστικής αγωγής. Οι ποινικές διαδικασίες αφορούν την καθαυτό παράβαση, την επιβολή της ποινής και, στην περίπτωση των δασμών, τη δήμευση των περιουσιακών στοιχείων. Η διαχειριστική αρχή λαμβάνει την πρωτοβουλία αυτής της διαδικασίας. Κατά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας, διαβιβάζεται αντίγραφο της τελικής απόφασης στη δημόσια υπηρεσία που είναι αρμόδια για την αναγκαστική είσπραξη. Ενημερώνεται επίσης και η διαχειριστική αρχή. Στον τομέα των παραδοσιακών ιδίων πόρων, αρμόδια να λάβουν απόφαση για την επιβολή ενδεχόμενων διοικητικών προστίμων είναι τα τελωνεία. Είναι δυνατό να ασκηθεί προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο. UK // Ίδιοι πόροι Η διοίκηση των τελωνείων και των ειδικών φόρων κατανάλωσης ενεργεί ως αρχή που ασκεί δίωξη. Έχουν κινηθεί διαδικασίες για τους σκοπούς της παρακολούθησης της εξέλιξης και της έκβασης των υποθέσεων. Οι δικαστικές αρχές δεν είναι υπεύθυνες να κοινοποιούν στις διοικητικές αρχές το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών. Η τελωνειακή υπηρεσία παρακολουθεί όλες τις ποινικές υποθέσεις εντός του ορίου της αρμοδιότητάς της και ενημερώνει την αρμόδια διοικητική μονάδα της τελωνειακής διοίκησης όταν πρέπει να προβεί στην είσπραξη της οφειλής. Η υπηρεσία των τελωνείων και των ειδικών φόρων κατανάλωσης εκδίδει επιστολή για την καταβολή των κεφαλαίων αμέσως μόλις προσδιοριστεί το ποσό, υπό τον όρο ότι αυτό δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία. Τα σχετικά ποσά είναι δυνατό να εισπράττονται ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των δικαστικών ανακρίσεων. // Γεωργικές δαπάνες (Σκωτία) Η δημόσια διοίκηση της Σκωτίας παρακολουθεί στενά τις υποθέσεις υπόνοιας απάτης στον γεωργικό τομέα οι οποίες έχουν ποινικές επιπτώσεις για τους σκοπούς της είσπραξης οφειλών. Η μονάδα καταπολέμησης της απάτης (CFCU) του βρετανικού οργανισμού γεωργικών πληρωμών (RPA) συνεργάζεται στενά με τις διάφορες περιφερειακές και εθνικές αρχές (περιλαμβανομένης της διοίκησης των τελωνείων. ένας αξιωματικός συνδέσμου είναι υπεύθυνος για την ορθή επικοινωνία με την υπηρεσία των τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης για τις περιπτώσεις έρευνας που κινούνται με αίτηση του RPA) οι οποίες μπορούν να ασκούν ποινικές διώξεις. Σπανίως η CFCU δεν ενημερώνεται για την έκβαση των ποινικών διαδικασιών. (Βόρεια Ιρλανδία) Οι δικαστικές αρχές δεν κοινοποιούν επίσημα το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών στο Υπουργείο Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (DARD). Ο υπεύθυνος των ερευνών (IO) ενημερώνει, ωστόσο, τη διεύθυνση των ενισχύσεων και επιχορηγήσεων του Υπουργείου, η οποία είναι υπεύθυνη για την είσπραξη των οφειλών, για τα αποτελέσματα των ποινικών διαδικασιών // Διαρθρωτικές δράσεις Το Υπουργείο μεταφορών, τοπικής κυβέρνησης και περιφερειών (DTLR) αναφέρει ότι, γενικά, η διοικητική αρχή λαμβάνει την πρωτοβουλία να ζητήσει πληροφορίες από τις δικαστικές αρχές αναφορικά με το στάδιο ποινικών διαδικασιών. Το Υπουργείο εργασίας και συντάξεων (DWP) παροτρύνει τα κυβερνητικά γραφεία (GOs) να ακολουθούν την εξέλιξη των ποινικών διαδικασιών οι οποίες αφορούν τις υποθέσεις που ζημιώνουν το ΕΚΤ και εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Εντούτοις, η διαδικασία είσπραξης των κεφαλαίων κινείται αυτόματα και δεν εξαρτάται εξ` ολοκλήρου από το αποτέλεσμα των ποινικών διαδικασιών. (Βόρεια Ιρλανδία) Η υπηρεσία νομικών εκπροσώπων των υπουργείων (DSO) ενημερώνει τα υπουργεία για την ημερομηνία και το αποτέλεσμα των υποθέσεων που παραπέμπονται στη δικαιοσύνη, έτσι ώστε να είναι σε θέση να κινήσουν τη διαδικασία είσπραξης. Τα υπουργεία διατηρούν επίσης στενές επαφές με την αστυνομική υπηρεσία της Βόρειας Ιρλανδίας (PSNI). 8.2. Μέτρα για τη βελτίωση της είσπραξης των εσόδων και των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών - σχέσεις ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και έρευνας και στις αρμόδιες για την είσπραξη οφειλών υπηρεσίες Κράτος μέλος // Μέτρο B // Η τήρηση μητρώου «οφειλετών» και η εκτίμηση των πιθανοτήτων είσπραξης των οφειλών καθώς και οι επιβληθείσες προθεσμίες από τις ευρωπαϊκές αρχές (4 έως 8 ετών) για την ανάκτηση ποσών είναι μέτρα που εγγυώνται την αποτελεσματική παρακολούθηση στον τομέα της προστασίας των κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων // (Περιφέρεια της Βαλλονίας) Μόλις ανιχνεύεται περίπτωση αχρεωστήτως καταβληθείσας επιχορήγησης, η αρμόδια διοίκηση ζητά από τον γενικό εισπράκτορα του Υπουργείου της περιφέρειας της Βαλλονίας να προβεί στην ανάκτηση των σχετικών ποσών DK // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Τροπολογία του τελωνειακού νόμου (νόμος αριθ. 947 της 20ης Δεκεμβρίου 1999 που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2000) ενίσχυσε τους όρους για τις τελωνειακές οφειλές και θέσπισε τη δυνατότητα απόρριψής τους όταν υπάρχει κίνδυνος απάτης. // Γεωργικές δαπάνες Η οργάνωση του συστήματος είσπραξης οφειλών τροποποιήθηκε ριζικά το 2000 και συνεχίστηκαν οι προσπάθειες το 2001 για να βελτιωθεί το σύστημα είσπραξης. // Διαρθρωτικές δράσεις Όσον αφορά το ΕΚΤ, η νομική βάση για την είσπραξη των οφειλών βελτιώθηκε με την έκδοση ενός νέου νόμου και ενός νέου κανονισμού για τη διαχείριση των ενισχύσεων του ΕΚΤ (νόμος αριθ. 25 του 2000, κανονισμός αριθ. 133 του 2001). Το γεγονός αυτό επέφερε σημαντικές μεταβολές στον τρόπο διαχείρισης των έργων και στη διασφάλιση της είσπραξης οφειλών. D // Με τη σημαντική συνδρομή δικαστικών, δικαστών, αστυνομικών, βοηθών της δικαστικής εξουσίας και δικαστικών κλητήρων καθώς και του αστυνομικού σώματος για οικονομικά και τελωνειακά θέματα, τα ομόσπονδα κράτη κατόρθωσαν να εφαρμόζεται το δικαίωμα της είσπραξης οφειλών σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τα προηγούμενα έτη και στο πλαίσιο πρότυπων έργων. Οι βελτιώσεις αυτές δεν περιορίζονται στον τομέα των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων. // Τελωνειακή διοίκηση Το 2001, συστάθηκε στην αρχή πληρωμής του κεντρικού τελωνείου Hamburg-Jonas μια «κεντρική υπηρεσία για την επιτάχυνση της διαδικασίας είσπραξης οφειλών» και θεσπίστηκαν οι σχετικές διατάξεις. Για να προλαμβάνονται οι παραλήψεις κατά την είσπραξη, εφαρμόζεται διαδικασία ελέγχου στις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη λήψη των αποφάσεων στους εξεταζόμενους τομείς. Επιπλέον, πραγματοποιείται περιοδική αξιολόγηση των οφειλών από νομική και οικονομική άποψη, για να υπάρξει καλύτερη εκτίμηση του κινδύνου ολικής απώλειας. Η ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις αρχές πληρωμής που είναι αρμόδιες για τον έλεγχο της είσπραξης των παραδοσιακών ιδίων πόρων και στις υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την είσπραξη πραγματοποιείται πλέον με ηλεκτρονικά μέσα. Γίνεται επεξεργασία μιας διαδικασίας TΠ για τη διαβίβαση των δεδομένων ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου (υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την παρακολούθηση των ποινικών υποθέσεων και την εφαρμογή των προστίμων στα βασικά τελωνεία) και στα γραφεία τελωνειακών εσόδων (διαδικασία TI STRAF). // Διαρθρωτικές δράσεις Στον τομέα των διαρθρωτικών δράσεων, η διαχειριστική αρχή ή η αρχή πληρωμής που προβλέπεται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 438/2001 οφείλει να τηρεί λογιστική καταγραφή των προς είσπραξη ποσών για καταβολές κοινοτικών συνδρομών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και να εξασφαλίζει τη χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση ανάκτηση των ποσών. Με τη θέσπιση ηλεκτρονικής λογιστικής και θεσμικών και προσωπικών μέτρων προσαρμογής, ιδίως στον τομέα των εκ των υστέρων ελέγχων, τα ομόσπονδα κράτη προσπάθησαν να βελτιώσουν το σύστημα είσπραξης αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. EL // Η ευθύνη για την παρακολούθηση και τη βελτίωση της διαδικασίας είσπραξης ανατέθηκε στη νέα «Διεύθυνση 52» (επιστημονική τεκμηρίωση και ανάλυση) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. E // Ίδιοι πόροι Το γενικό σχέδιο δημοσιονομικού ελέγχου (2001) του κρατικού οργανισμού της φορολογικής διοίκησης (AEAT) προβλέπει μέτρα συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών είσπραξης, αφενός, και της υπηρεσίας των τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης, αφετέρου. Το ειδικό πρόγραμμα ποιότητας για το 2001, που καταρτίστηκε από τον κρατικό οργανισμό της φορολογικής διοίκησης (AEAT), προβλέπει διάφορα μέτρα για τη βελτίωση της είσπραξης οφειλών, όπως η ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα στις υπηρεσίες είσπραξης και τις υπηρεσίες επιθεώρησης και έρευνας του AEAT F // Γεωργικές δαπάνες Το 2001, συστάθηκαν στους περισσότερους οργανισμούς πληρωμής υπηρεσίες συντονισμού που αποτελούνται από αντιπροσώπους των υπηρεσιών των διατακτών και εκπροσώπους των λογιστικών υπηρεσιών και των υπηρεσιών ελέγχου. Οι υπηρεσίες αυτές μεριμνούν για τη σωστή εφαρμογή των κοινοτικών και εθνικών κατευθύνσεων στον τομέα της διαχείρισης των αχρεωστήτως καταβληθέντων (δημιουργία ενός δελτίου των προ-οφειλετών, παρακολούθηση της διάρκειας της διαδικασίας από τη διαπίστωση μιας παρατυπίας κατά τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου μέχρι την είσπραξη του αχρεωστήτως καταβληθέντος). Η προσπάθεια αυτή συμβάλλει στη βελτίωση της παρακολούθησης της διαδικασίας είσπραξης και της ενημέρωσης των ελεγκτών για το αποτέλεσμα των διαπιστώσεών τους. Διαρθρωτικές δράσεις Το Υπουργείο εργασίας και αλληλεγγύης παρακολουθεί τακτικά τις διαδικασίες είσπραξης, βάσει των εκθέσεων ελέγχου που συντάσσουν οι περιφερειακές υπηρεσίες ελέγχου. Το Υπουργείο τηρεί γενικό πίνακα παρακολούθησης των ελέγχων από τη στιγμή του επιτόπιου ελέγχου μέχρι την πραγματική είσπραξη όσον αφορά κάθε έλεγχο. Επιπλέον, οι περιφερειακές υπηρεσίες ελέγχου ενημερώνονται από τις γενικές οικονομικές υπηρεσίες για την έκβαση των διαδικασιών είσπραξης (διαβίβαση των δηλώσεων είσπραξης). IRL // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Βλέπε απάντηση στο σημείο 6.1. Αφορά όλους τους τομείς που αναφέρονται στο σημείο αυτό. Γεωργικές δαπάνες Το νέο λογιστικό σύστημα SAP βελτίωσε τη διαδικασία παρακολούθησης των οφειλετών και είσπραξης, επιτρέποντας την αντιπαραβολή των οφειλών με τις χορηγηθείσες πληρωμές στο πλαίσιο των διαφόρων καθεστώτων ενίσχυσης. Εξάλλου, συστάθηκε μια νέα μονάδα είσπραξης στις γεωργικές υπηρεσίες, στο πλαίσιο των καθεστώτων γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων και πρόωρης συνταξιοδότησης. Όσον αφορά την ενίσχυση πρόωρης συνταξιοδότησης, έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα για να αποτραπεί η δημιουργία οφειλών σε περίπτωση ταυτόχρονης καταβολής εθνικών συντάξεων. Έχει δημιουργηθεί μονάδα παρακολούθησης στο εσωτερικό της διεύθυνσης επιστροφών κατά την εξαγωγή κρέατος για να διαχειρίζεται την είσπραξη των κοινοτικών κεφαλαίων, μέσω νομικών και δικαστικών διαδικασιών σε σχέση με τις δραστηριότητες του οργανισμού πληρωμής για την προστασία των κοινοτικών κεφαλαίων. Η διεύθυνση αυτή έχει στελεχωθεί με επιχειρησιακό και διοικητικό προσωπικό. Διαρθρωτικά Ταμεία Τα υφιστάμενα μέτρα για την είσπραξη παράτυπων δαπανών κρίνονται ικανοποιητικά. I // Γενικά, όταν ένας οργανισμός ελέγχου διαπιστώνει τη διάπραξη παρατυπίας, αποστέλλει έγγραφο του πρακτικού στον διατάκτη για την είσπραξη των αχρεωστήτως εισπραχθέντων ποσών και για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αντίγραφα στη δικαστική αρχή. Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Η τελωνειακή υπηρεσία κάλεσε τα γραφεία εσωτερικού ελέγχου να εντείνουν τους ελέγχους τους για την αναγκαστική είσπραξη της τελωνειακής οφειλής και έδωσε κατευθυντήριες γραμμές για την εξέταση των αιτήσεων περί απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης της τελωνειακής οφειλής. NL // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Ο νόμος για τις εισπράξεις οφειλών του 1990 εφαρμόζεται επίσης και στους παραδοσιακούς ίδιους πόρους. Οι αρχές των Κάτω Χωρών θεωρούν την εφαρμογή αυτού του νόμου ικανοποιητική. // Διαρθρωτικές δράσεις Για να εξασφαλιστεί η είσπραξη των αχρεωστήτως καταβληθεισών δαπανών στο πλαίσιο του ΕΚΤ, οι Κάτω Χώρες θέσπισαν τη «διαδικασία είσπραξης οφειλών του ΕΚΤ στις Κάτω Χώρες» (Νοέμβριος 2000). Η διαδικασία αυτή προβλέπει τα ακόλουθα στάδια: - διοικητική απόφαση - μετά από 42 ημέρες: πρώτη υπενθύμιση - μετά από δύο εβδομάδες: δεύτερη υπενθύμιση - μετά από δύο εβδομάδες: διαβίβαση του φακέλου στον οργανισμό κοινωνικών υποθέσεων και απασχόλησης (SZW). Στο πλαίσιο του προγράμματος Interreg, το Υπουργείο κατοικίας, χωροταξίας και περιβάλλοντος (VROM) θα θεσπίσει, εάν χρειασθεί, τα απαραίτητα μέτρα για την είσπραξη οφειλών. // Γεωργικές δαπάνες Όταν οι υπηρεσίες ελέγχου των οργανισμών πληρωμής ή οι εξωτερικές υπηρεσίες, ιδίως η λογιστική υπηρεσία (AID) ή το τελωνείο, διαπιστώνουν τη διάπραξη παρατυπιών, ενημερώνουν τη διεύθυνση του οργανισμού πληρωμής που είναι υπεύθυνη για την είσπραξη οφειλών. Ο οργανισμός πληρωμής ενημερώνεται επίσης όταν η AID ή η υπηρεσία πληροφόρησης και φορολογικών ερευνών και οικονομικών ελέγχων (FIOD-ECD) συντάσσουν πρακτικό. Αν μια δικαστική έρευνα σε εξέλιξη δεν επιτρέπει τη σύνταξη πλήρους έκθεσης ελέγχου, ο δικαστικός λειτουργός αποφασίζει ποιες πληροφορίες οφείλει να δώσει στον οργανισμό πληρωμής και σε ποια χρονική στιγμή. A // Ίδιοι πόροι Κατ` αρχήν, οι αρχές που είναι υπεύθυνες για τους ελέγχους και τις έρευνες και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την είσπραξη είναι συγκεντρωμένες σε μια ενιαία υπηρεσία και υπάγονται σε μια κοινή διεύθυνση. Σε περίπτωση που, κατ` εξαίρεση, θα υπήρχαν περισσότερες διευθύνσεις, λαμβάνεται μέριμνα τα έγγραφα αυτά να διαβιβάζονται άμεσα. // Γεωργικές δαπάνες Το συνολικό ποσό που εισέπραξε ο οργανισμός πληρωμής AMA το 2001 ήταν 5 εκατ. ευρώ (0,5% των ετήσιων πληρωμών). Ποσοστό 90% των εισπράξεων οφειλών ελήφθη με αντιστάθμιση σε διάστημα ορισμένων μηνών. // Διαρθρωτικές δράσεις Οι αυστριακές αρχές υπενθυμίζουν τις γενικές υποχρεώσεις των δικαιούχων χρηματοδότησης από τα Διαρθρωτικά Ταμεία, όπως αυτές αναφέρονται στη σύμβαση. Οι αξιώσεις υπάγονται κατ` αρχήν στην αρμοδιότητα διαφορετικών οργανισμών υλοποίησης και δεν υπάρχει αρχή που να είναι ειδικά υπεύθυνη για την είσπραξη οφειλών. Οι ομοσπονδιακοί οργανισμοί εφαρμογής έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν τη συμμετοχή του εισαγγελέα για οικονομικά θέματα σε κάθε διαδικασία είσπραξης οφειλών. P // Γεωργικές δαπάνες Στο εθνικό ίδρυμα παρεμβάσεων και γεωργικών εγγυήσεων (INGA), που είναι ο βασικός οργανισμός καταβολής των ενισχύσεων του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων, η υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για την ανάκτηση ποσών, για τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών, έχει θέσει σε εφαρμογή πρόγραμμα κατάρτισης στις νέες διατάξεις για την ανάκτηση των ενισχύσεων, για να ευαισθητοποιηθούν οι άλλες αρμόδιες υπηρεσίες και να εισπράττουν με μεγαλύτερη ταχύτητα τις οφειλές. Οργανώνονται μηνιαίες συνεδριάσεις με τις υπηρεσίες διαχείρισης των μέτρων και ζητούνται από αυτές πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των εκθέσεων ελέγχου. // Διαρθρωτικές δράσεις Στην περίπτωση του ΕΚΤ, έχουν εγκριθεί διαδικασίες για την αντιστάθμιση, στο πλαίσιο του προϋπολογισμού της κοινωνικής ασφάλισης, των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών του ΕΚΤ στις δικαιούχες υπηρεσίες. Επιπλέον, η ολοένα και συχνότερη χρησιμοποίηση της μεθόδου αντιστάθμισης των οφειλών επέτρεψε να πραγματοποιούνται περισσότερες και ταχύτερες εισπράξεις οφειλών. FIN // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Κατά τα τελευταία 15 έτη έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα που βελτίωσαν τη διαδικασία είσπραξης οφειλών (εγγύηση των ποσών που καταβάλλονται σε ένα προηγμένο στάδιο, συνεργασία με τις δικαστικές αρχές, γενικά μέτρα κατά της παραοικονομίας και εντοπισμός κερδών από εγκληματικές δραστηριότητες...). Στην περίπτωση είσπραξης οφειλών μετά την εκκαθάριση, δεν υπάρχουν αναγκαστικά εγγυήσεις και πρέπει να εφαρμοσθούν μέτρα είσπραξης. Οι τελωνειακές αρχές ενημερώνονται στις περιπτώσεις που η φορολογική διοίκηση έχει κινήσει διαδικασία είσπραξης οφειλών. Γεωργικές δαπάνες Έχουν ληφθεί διάφορα μέτρα για να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας είσπραξης: οι αρμόδιες αρχές ελέγχου ενημερώνουν τις υπηρεσίες είσπραξης για τους κινδύνους απάτης που διαπιστώνονται κατά τη διενέργεια των ελέγχων. οι υπηρεσίες είσπραξης ενημερώνουν τις υπηρεσίες ελέγχου για τα αποτελέσματα των διαδικασιών είσπραξης. ανάλυση κινδύνου για τους εκ των υστέρων ελέγχους κατ` εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 4045/89. χρησιμοποίηση του εντύπου ελέγχου T5 (επιστροφές κατά την εξαγωγή). κεντρικό σύστημα παρακολούθησης των υποχρεώσεων προς καταβολή, βάσει των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής. Διαρθρωτικές δράσεις Έχουν ληφθεί τα ακόλουθα μέτρα: καθορισμός των αρμοδιοτήτων των διαφόρων διευθύνσεων του Υπουργείου Εσωτερικών που συμμετέχουν στη διαχείριση των κεφαλαίων (κατ` εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) 438/2001). νομοθετικές προσαρμογές για τη διασαφήνιση των αρχών σε θέματα είσπραξης οφειλών. ακολουθείται διαδικασία που προβλέπει την αποστολή, από τις υπηρεσίες ελέγχου, των εκθέσεων παρακολούθησης στις αρμόδιες υπηρεσίες είσπραξης (κέντρα για την απασχόληση και την οικονομική ανάπτυξη) καθώς και στη μονάδα αγροτικής και διαρθρωτικής πολιτικής. Η μονάδα αυτή ελέγχει αν η αρχή διαχείρισης που είναι υπεύθυνη για την είσπραξη έλαβε τα απαραίτητα μέτρα βάσει της έκθεσης παρακολούθησης. τροποποίηση του νόμου για τις κρατικές ενισχύσεις (νόμος 688/2001): οι πράξεις που παραβιάζουν την κοινοτική νομοθεσία συνεπάγονται στο εξής την κίνηση διαδικασιών είσπραξης οφειλών. τροποποίηση του νόμου για την περιφερειακή ανάπτυξη (νόμος 574/2001): προβλέπει το δικαίωμα του Υπουργείου Εσωτερικών να ανακτά κεφάλαια από τα περιφερειακά συμβούλια. // (Εland) Η τοπική κυβέρνηση θα μπορούσε να βελτιώσει τη νομοθεσία για θέματα είσπραξης οφειλών, έτσι ώστε να επεκταθεί η εφαρμογή των μέτρων για θέματα είσπραξης σε όλες τις συγχρηματοδοτούμενες από τα Διαρθρωτικά Ταμεία μορφές ενίσχυσης. S // Οι διαδικασίες είσπραξης οφειλών είναι οι ίδιες όσον αφορά τους κοινοτικούς πόρους και τις δαπάνες με αυτές που ισχύουν για την είσπραξη εθνικών αξιώσεων. για τον λόγο αυτό, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικά μέτρα για την ανάκτηση των κεφαλαίων της ΕΕ. Όλες οι αρχές που διαχειρίζονται κεφάλαια της ΕΕ έχουν καταρτίσει εγχειρίδια με τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση είσπραξης. UK // Ίδιοι πόροι Οι διαδικασίες εντοπισμού, κοινοποίησης και διαχείρισης των προς είσπραξη ποσών επανεξετάζονται σε τακτά διαστήματα για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους. // Γεωργικές δαπάνες (Σκωτία) Όσον αφορά τις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ, η μονάδα είσπραξης οφειλών του Υπουργείου περιβάλλοντος και αγροτικών υποθέσεων της Σκωτίας (SEERAD) διευρύνθηκε από τότε που δημιουργήθηκε, τον Μάϊο του 2000. Τα προς ανάκτηση ποσά προσδιορίζονται κατά τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων και καταχωρούνται στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ). Όσον αφορά το καθεστώς επιθεώρησης της επιτροπής δασοκομίας (FC), αυτό βελτιώνεται συνεχώς. (Βόρεια Ιρλανδία) Το Υπουργείο γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης (DARD) έχει επιφέρει ορισμένες διαδικαστικές βελτιώσεις και έχει επιβάλει ενισχυμένους ελέγχους. // Διαρθρωτικές δράσεις Το Υπουργείο μεταφορών, τοπικής κυβέρνησης και περιφερειών (DTLR) έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που καλύπτουν, μεταξύ άλλων, τις διαδικασίες είσπραξης οφειλών. Τα κυβερνητικά γραφεία (GO) οφείλουν να εξετάζουν και να καταγράφουν όλες τις δυνατότητες είσπραξης και να αποστέλλουν έκθεση αδυναμίας είσπραξης στο DTLR, μόνον όταν έχουν εξαντληθεί όλες οι δυνατότητες. Η ομάδα «EURONET» συμβάλλει στην καθοριστικής σημασίας ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις μονάδες εσωτερικού ελέγχου και τα Υπουργεία που είναι αρμόδια για τα Διαρθρωτικά Ταμεία. 8.3. Καθημερινή σύνδεση ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και τις υπηρεσίες είσπραξης Κράτος μέλος // Μέτρο B // Οι υπηρεσίες ελέγχου συντονίζουν τις δραστηριότητές τους με διάφορα μέσα. // Έχουν ορισθεί υπεύθυνοι επαφής σε κάθε οργανισμό πληρωμής για τη διευκόλυνση των επαφών: ενιαίο σημείο επαφής σε κάθε βελγική υπηρεσία παρεμβάσεων και επιστροφών (BIRB). σημείο επαφής για κάθε τομέα στο Υπουργείο των μεσαίων τάξεων και της γεωργίας. // Σε περίπτωση που πρέπει να πραγματοποιηθεί είσπραξη οφειλής, η περιφέρεια Βρυξελλών-Πρωτευούσης βασίζεται στα ισχύοντα νομοθετικά κείμενα: αφού εξαντλήσει όλους τους δυνατούς τρόπους προσφυγής στη διοίκηση οικονομικών και προϋπολογισμού της περιφέρειας, ο κεντρικός περιφερειακός λογιστής εφαρμόζει τα άρθρα 94 και 95 του βασιλικού διατάγματος της 17ης Ιουλίου 1991 σχετικά με τον συντονισμό των νόμων για τη λογιστική του κράτους. Στην περίπτωση αυτή, η είσπραξη της οφειλής πραγματοποιείται από την Υπηρεσία του φόρου προστιθέμενης αξίας, καταγραφής και ιδιοκτησιών, υπηρεσία που υπάγεται στο ομοσπονδιακό Υπουργείο Οικονομικών. DK // Ίδιοι πόροι Οι τελωνειακές και φορολογικές αρχές διεκπεραιώνουν όλες τις εργασίες που αφορούν τόσο τον έλεγχο όσο και την είσπραξη οφειλών και λειτουργούν ως μία υπηρεσία σε αυτό τον τομέα. // Γεωργικές δαπάνες Όταν κινηθεί η διαδικασία είσπραξης (βλέπε ανωτέρω σημείο 8.2), δεν είναι πλέον οι υπηρεσίες ελέγχου και οι επιχειρησιακές υπηρεσίες του οργανισμού πληρωμής υπεύθυνες για τη σταθερή επικοινωνία με τις αρχές ελέγχου. Τα επιχειρησιακά γραφεία παρακολουθούν διαρκώς την καταλληλότητα των ελέγχων με τα εγκριθέντα προγράμματα ελέγχου, ιδίως στο πλαίσιο συχνών συνεδριάσεων με τις υπηρεσίες ελέγχου. // Διαρθρωτικά Ταμεία Πραγματοποιείται αμοιβαία ενημέρωση ανάμεσα στη μονάδα ελέγχου και στη μονάδα ελέγχου της διαχείρισης. D // Οι υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για τον έλεγχο και την είσπραξη οφειλών υπάγονται, κατ` αρχήν, στις αρμόδιες αρχές σε τοπικό επίπεδο, αλλά έχουν χωριστή οργάνωση. Για τον λόγο αυτό, η ομαλή εξέλιξη των διαδικασιών δεν απαιτεί άμεση σύνδεση ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και τις υπηρεσίες είσπραξης. Είναι αυτονόητο ότι πραγματοποιείται αμοιβαία και τακτική ανταλλαγή πληροφοριών, ανάλογα με τις ανάγκες. EL // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Οι διευθύνσεις ελέγχου οφείλουν να παραπέμπουν όλες τις περιπτώσεις παρατυπιών στις τελωνειακές υπηρεσίες για τους σκοπούς της είσπραξης. Η διοίκηση των τελωνείων έχει την αποκλειστική ευθύνη για την είσπραξη των οφειλών. Διαρθρωτικές δράσεις Η «Διεύθυνση 52» (επιστημονική τεκμηρίωση και ανάλυση) του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους έχει αρχίσει εργασίες αναθεώρησης της κοινής υπουργικής απόφασης για θέματα είσπραξης, προκειμένου να ευθυγραμμίσει την απόφαση αυτή με τη νέα νομοθεσία για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, και ειδικότερα με το τρίτο ΚΠΣ. Η δραστηριότητα αυτή απαιτεί στενή συνεργασία με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και τη Διεύθυνση 41 (δημοσιονομικές σχέσεις με την ΕΕ), τον κεντρικό οργανισμό διαχείρισης και τον οργανισμό πληρωμής. E // Βλέπε απαντήσεις στα σημεία 4, 6.2 και 8.2. ανωτέρω F // Διαδικασία με την ονομασία «παρακολούθηση των συνεχειών» ακολουθείται στο πλαίσιο τριμηνιαίων συνεδριάσεων της διυπουργικής επιτροπής συντονισμού των ελέγχων του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεων (CICC) όσον αφορά τους ελέγχους που διενεργούνται βάσει του κανονισμού 4045/89 και, από το 2000 και μετά, κατ` εφαρμογή του κανονισμού 595/91. Το σύνολο των φακέλων για τους οποίους έχει αποφασισθεί να ληφθούν μέτρα είσπραξης, είτε μετά από τη διενέργεια ελέγχου βάσει του κανονισμού 4045/89, είτε μετά από έλεγχο διαφορετικού χαρακτήρα και για ποσό ανώτερο των 4.000 ευρώ, επανεξετάζεται συστηματικά κατά τις τριμηνιαίες συνεδριάσεις, ενώ οι οργανισμοί πληρωμής καλούνται να ενημερώνουν την CICC για την πρόοδο της διαδικασίας ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Η εν λόγω διαδικασία παρακολούθησης υλοποιείται με την έκδοση πινάκων, οι οποίοι επικαιροποιούνται σε τακτά διαστήματα, και στους οποίους αναγράφεται, για τον καθένα από τους εξεταζόμενους διάφορους φακέλους, το προς ανάκτηση ποσό της ενίσχυσης, πληροφορία για την κίνηση από τον οργανισμό πληρωμής της διαδικασίας είσπραξης και για το αιτούμενο ποσό, πληροφορία για το πράγματι εισπραχθέν ποσό και, όταν το αχρεωστήτως καταβληθέν ποσό είναι ανώτερο από 4.000 ευρώ, πληροφορία για την κατάσταση του φακέλου βάσει του κανονισμού 595/91. Οι υπηρεσίες ελέγχου συμμετέχουν παράλληλα με τους οργανισμούς πληρωμής στις τριμηνιαίες συνεδριάσεις της CICC, είναι αποδέκτες αυτών των πινάκων και, συνεπώς, ενημερώνονται τακτικά για την εξέλιξη των φακέλων. IRL // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Οι υπηρεσίες ελέγχου και είσπραξης υπάγονται και οι δύο στην ιρλανδική τελωνειακή υπηρεσία (ICS) και διατηρούν στενές επαφές. Γεωργικές δαπάνες Υπάρχει στενή και τακτική συνεργασία ανάμεσα στην υπηρεσία ελέγχου και τις αρμόδιες υπηρεσίες είσπραξης οφειλών, τόσο σε επίσημη όσο και σε άτυπη μορφή. Οι παρατυπίες κοινοποιούνται συστηματικά στις διοικητικές υπηρεσίες που μεριμνούν, εάν χρειασθεί, για την είσπραξη των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Διαρθρωτικές δράσεις Βλέπε απάντηση στο σημείο 8.1. ανωτέρω. I // Στον τομέα των παραδοσιακών ιδίων πόρων, τα τελωνεία παρακολουθούν τη διαδικασία αναγκαστικής είσπραξης των δασμών από τους αρμόδιους οργανισμούς είσπραξης, μέσω της εξέτασης των αιτήσεων περί απαλλαγής από την υποχρέωση απόδοσης της τελωνειακής οφειλής, σύμφωνα με το άρθρο 19 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 112/99. Το τελωνείο που έχει κινήσει τη διαδικασία είσπραξης είναι επίσης υπεύθυνο να ελέγξει αν ο αρμόδιος οργανισμός είσπραξης πραγματοποίησε όλες τις προβλεπόμενες από τις ισχύουσες διατάξεις δραστηριότητες, για την είσπραξη της τελωνειακής οφειλής. Η διοίκηση των τελωνείων έχει εκδώσει τις απαραίτητες οδηγίες, με την εγκύκλιο αριθ. 270/D της 8.11.1996. Όταν οι οργανισμοί ελέγχου διαπιστώσουν παρατυπίες, ενημερώνουν σχετικά τον διατάκτη για τους σκοπούς της είσπραξης. Εάν οι παρατυπίες συνιστούν εγκλήματα, οι εν λόγω οργανισμοί ενημερώνουν τις δικαστικές αρχές και ο διατάκτης παρακολουθεί τη διαδικασία στη δικαστική αρχή. L // Η διοίκηση των τελωνείων και ειδικών φόρων κατανάλωσης είναι ταυτόχρονα υπεύθυνη για τις υπηρεσίες ελέγχου και είσπραξης απαιτήσεων. NL // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Πραγματοποιούνται καθημερινές επαφές ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και είσπραξης στο εσωτερικό της τελωνειακής διοίκησης. Η επικοινωνία είναι άμεση. A // Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Κατά κανόνα, οι υπηρεσίες ελέγχου είναι υπεύθυνες για τον υπολογισμό των ποσών που πρέπει να ανακτηθούν εκ των υστέρων και διαβιβάζουν τα σχετικά έγγραφα απευθείας στις υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την είσπραξη. Σε αυτό το πλαίσιο, καταβάλλεται προσπάθεια να περιοριστούν στο ελάχιστο οι προθεσμίες είσπραξης. // Γεωργικές δαπάνες Βλέπε παρατηρήσεις στα σημεία 8.1. και 8.2. // Διαρθρωτικές δράσεις Δεν υπάρχει ειδική υπηρεσία που να ασχολείται ειδικά με την είσπραξη στο πλαίσιο των χορηγούμενων από τα Διαρθρωτικά Ταμεία ενισχύσεων (με μοναδική εξαίρεση τον εισαγγελέα για οικονομικά θέματα που παρεμβαίνει, εάν χρειασθεί, στο πλαίσιο παραπομπής στη δικαιοσύνη). P // Οι οργανισμοί ελέγχου εξασφαλίζουν την τήρηση των συστάσεων και των προτάσεων που διατυπώνονται στις εκθέσεις, ενώ οι αρμόδιες αρχές είσπραξης οφείλουν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την ανάκτηση των οφειλόμενων ποσών λόγω παρατυπιών. Ακολουθούνται στο εσωτερικό των οργανισμών διαδικασίες που εγγυώνται την ορθή σύνδεση ανάμεσα στις υπηρεσίες διαχείρισης και ελέγχου και τις υπηρεσίες είσπραξης. // Ίδιοι πόροι Η DGAIEC (τελωνειακή υπηρεσία) τηρεί μητρώο παρακολούθησης των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών. // Διαρθρωτικά Ταμεία Οι οργανισμοί πληρωμής οφείλουν να θεσπίζουν τις απαραίτητες διαδικασίες για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. FIN // Ίδιοι πόροι Η μονάδα διαχείρισης των πιστώσεων του εθνικού συμβουλίου των τελωνείων λαμβάνει προτάσεις είσπραξης μετά την εκκαθάριση με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο από τα περιφερειακά τελωνεία. Εάν είναι απαραίτητο, οι υπηρεσίες είσπραξης έρχονται σε επαφή με τις δικαστικές αρχές ή τις φορολογικές υπηρεσίες (βλέπε σημείο 8.1. ανωτέρω). Γεωργικές δαπάνες Πραγματοποιούνται τακτικές επαφές ανάμεσα στις υπηρεσίες ελέγχου και τις υπηρεσίες είσπραξης στο εσωτερικό του Υπουργείου Γεωργίας και Δασοκομίας. Διαρθρωτικές δράσεις Έχουν τεθεί σε εφαρμογή διαδικασίες για την παρακολούθηση των ενεργειών που αναλαμβάνουν οι υπηρεσίες ελέγχου, αφενός, και οι υπηρεσίες είσπραξης, αφετέρου, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (συνεδριάσεις, κοινές βάσεις δεδομένων...). Ο συντονισμός διευκολύνεται από το γεγονός ότι οι υπηρεσίες ελέγχου και είσπραξης υπάγονται, για κάθε Διαρθρωτικό Ταμείο, στο ίδιο υπουργείο. // (Εland) Στην πράξη, οι επαφές είναι περιορισμένες, εφόσον οι αιτήσεις είσπραξης είναι σχετικά λίγες όσον αφορά τα συγχρηματοδοτούμενα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία έργα. Γενικά, οι αιτήσεις επιστροφής ικανοποιούνται χωρίς να χρειασθεί η προσφυγή στην αστυνομική υπηρεσία. S // Όλες οι αρχές διαχείρισης έχουν συνάψει συμβάσεις με εταιρεία είσπραξης οφειλών. Σε περίπτωση μη καταβολής της οφειλής μετά την παρέμβαση της εν λόγω εταιρείας, η υπόθεση παραπέμπεται στη δημόσια υπηρεσία αναγκαστικής είσπραξης. UK // Ίδιοι πόροι Έχουν δημιουργηθεί δίαυλοι τακτικής και αποτελεσματικής επικοινωνίας στο εσωτερικό της βρετανικής τελωνειακής διοίκησης, που επιτρέπουν την κοινοποίηση των απαιτήσεων στις αρμόδιες υπηρεσίες είσπραξης και τους παρέχουν τη δυνατότητα να ενημερώνουν τις μονάδες ελέγχου για τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους. // Γεωργικές δαπάνες Ο οργανισμός γεωργικών πληρωμών (RPA) περιέχει και διευθύνσεις ερευνών και διευθύνσεις αρμόδιες για την είσπραξη οφειλών. Στο εσωτερικό της επιτροπής δασοκομίας, τα ίδια άτομα ασχολούνται με τη διενέργεια των ελέγχων και τη διαδικασία είσπραξης (στην τελευταία περίπτωση, συνεπικουρούνται από τις οικονομικές υπηρεσίες). (Σκωτία) Στον τομέα των γεωργικών δαπανών, τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων ενσωματώνονται στο ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ), μέσω του οποίου προσδιορίζονται τα προς είσπραξη ποσά και διαβιβάζονται στις αρμόδιες υπηρεσίες είσπραξης. (Βόρεια Ιρλανδία) Στο εσωτερικό του Υπουργείου γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης (DARD), η διεύθυνση ελέγχου των ενισχύσεων και επιχορηγήσεων (SGID) και η διεύθυνση για την καταβολή των επιχορηγήσεων (SPD), που είναι υπεύθυνη για την είσπραξη οφειλών, υπάγονται στην ίδια μονάδα διαχείρισης. Η πραγματοποίηση τακτικών συνεδριάσεων και η έκδοση αναλυτικών οδηγιών εγγυώνται την αυστηρή εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων. Εξάλλου, το Υπουργείο γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης (DARD) χρησιμοποιεί κεντρικό ηλεκτρονικό σύστημα στο οποίο είναι ενσωματωμένα όλα τα ζητήματα διαχείρισης των άμεσων γεωργικών ενισχύσεων, περιλαμβανομένου του υπολογισμού και της επιβολής κυρώσεων, της έγκρισης πληρωμών και της καταγραφής και επεξεργασίας των προς ανάκτηση δαπανών. // Διαρθρωτικές δράσεις: Τόσο οι έλεγχοι όσο και η είσπραξη οφειλών υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου μεταφορών, τοπικής κυβέρνησης και περιφερειών (DTLR). Η καθημερινή εργασία, ωστόσο, διεκπεραιώνεται από τα κυβερνητικά γραφεία (GO) για λογαριασμό του Υπουργείου. Όσον αφορά τις δαπάνες του ΕΚΤ, τα κυβερνητικά γραφεία (GOs) είναι υποχρεωμένα να αναφέρουν την είσπραξη των αχρεωστήτως καταβληθεισών δαπανών στο Υπουργείο εργασίας και συντάξεων (DWP). Όσον αφορά το ΧΜΠΑ, οι αρμόδιες αρχές ελέγχου και οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την είσπραξη οφειλών ανήκουν στο ίδιο Υπουργείο. (Βόρεια Ιρλανδία) Οι εκθέσεις εσωτερικού ελέγχου που περιέχουν στοιχεία για τις παρατυπίες αποστέλλονται στις λογιστικές υπηρεσίες (AO) των υπουργείων που είναι υπεύθυνα για την είσπραξη οφειλών. Το ίδιο ισχύει και για τις εκθέσεις που συντάσσονται από τους ελεγκτές (IAUs) Τίτλος III: ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Κοινότητα για την προστασία των οικονομικών της συμφερόντων, θέσπισε στη νομοθεσία της προϋποθέσεις για τις ανακοινώσεις όσον αφορά τους τομείς κοινοτικής δραστηριότητας (ίδιοι πόροι και δαπάνες). Δυνάμει της ανά τομέα νομοθεσίας, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώνουν στην Επιτροπή όλες τις περιπτώσεις παρατυπιών [48] που αφορούν ποσά τα οποία υπερβαίνουν τα 4 000 ευρώ (10 000 ευρώ για τους ιδίους πόρους). [48] Άρθρο 1 παρ. 2 του κανονισμού (ΕΚ, ΕΥΡΑΤΟΜ) αριθ. 2988/95 του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 1995 (ΕΕ L312 της 23.12.1995). Επίσης, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώνουν τα περαιτέρω στάδια της εξέτασης των παρατυπιών αυτών, όπως τις διοικητικές αποφάσεις ή τη διαβίβαση του φακέλου στις δικαστικές αρχές. Η διάκριση μεταξύ απάτης και άλλων παρατυπιών έγκειται στο γεγονός ότι η απάτη αποτελεί αδίκημα [49], χαρακτηρισμός που αποφασίζεται στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Επομένως, κάθε προσπάθεια διάκρισης - λόγω της υποχρέωσης ανακοίνωσης - μεταξύ απάτης και άλλων ειδών παρατυπιών απαιτεί από τις αρχές των κρατών μελών να εκτιμούν εκ των προτέρων εάν κάθε παρατυπία μπορεί να συνιστά απάτη. [49] Ο κοινός ορισμός της απάτης διατυπώνεται στο άρθρο 1 της σύμβασης για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων των Κοινοτήτων της 26ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ C 316 της 27.11.1995). Σε γενικές γραμμές, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν ότι η προσέγγιση αυτή είναι χρήσιμη για στατιστικούς λόγους. Ωστόσο, στην πράξη, η ανακοίνωση περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών διαφέρει σε μεγάλο βαθμό μεταξύ των κρατών μελών [50]. Μερικά κράτη μέλη είναι περισσότερο προετοιμασμένα να εκφράσουν τη γνώμη τους σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, ενώ άλλα είναι περισσότερο επιφυλακτικά. Σε μερικά κράτη μέλη οι δικαστικές αρχές διεξάγουν όλες τις έρευνες, ενώ σε άλλα κράτη μέλη την αρχική έρευνα τη διεξάγουν οι διοικητικές αρχές. Ως εκ τούτου τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τα κράτη μέλη στο παρελθόν δεν έχουν συνταχθεί με ομοιόμορφο τρόπο σε όλη την ΕΕ. [50] * Το παρακάτω διάγραμμα σχεδιάστηκε βάσει των ανακοινώσεων που διαβιβάστηκαν με ηλεκτρονική μορφή μέσω του δικτύου AFIS, εφόσον το αναλυόμενο πεδίο «χαρακτηρισμός της παρατυπίας» υπάρχει μόνο σε αυτή τη μορφή. Επομένως, στο διάγραμμα εμφανίζονται μόνο εκείνα τα κρά τη μέλη που χρησιμοποίησαν το δίκτυο AFIS για να ανακοινώσουν τις παρατυπίες τους. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Η Επιτροπή δημιούργησε ομάδα εργασίας που ήταν επιφορτισμένη με την παροχή στα κράτη μέλη κατευθυντηρίων γραμμών σύμφωνα με τις οποίες θα μπορούν να ανακοινώνουν, με περισσότερο ομοιόμορφο τρόπο, τις παρατυπίες, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων που υπάρχουν υποψίες για απάτη. Επετεύχθησαν συμφωνίες για τις πρακτικές λεπτομέρειες της ανακοίνωσης. Ωστόσο, δεν επετεύχθη συναίνεση σχετικά με το πως και το πότε καθορίζεται, όσον αφορά την ανακοίνωση, ότι συγκεκριμένη παρατυπία μπορεί να ενέχει απάτη. Η κύρια δυσκολία έγκειται στην απροθυμία ορισμένων κρατών μελών να διατυπώσουν προβλέψεις, πριν την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας, ακόμα και εάν πρόκειται για στατιστικούς σκοπούς. Η Επιτροπή είναι αποφασισμένη να επιλύσει αυτό το πρόβλημα και συνεχίζονται οι συζητήσεις. Μια περαιτέρω δυσκολία κατά την προετοιμασία της παρούσας έκθεσης έγκειται στο γεγονός ότι τα κράτη μέλη βρίσκονται στη διαδικασία μετάβασης από την ανακοίνωση των παρατυπιών σε έντυπη μορφή στην ηλεκτρονική ανακοίνωση. Ειδικότερα στο γεωργικό τομέα, πολύ μεγάλος αριθμός ανακοινώσεων παρουσιάστηκαν σε έντυπη μορφή ενώ αναμενόταν η χρήση της νέας ηλεκτρονικής μορφής. Αυτό το γεγονός δυσχέρανε την ταχεία ανάλυση των ανακοινώσεων και την απόδειξη της αξιοπιστίας τους. Η κατάσταση θα βελτιωθεί στο μέλλον καθώς θα ολοκληρωθεί η μετάβαση στην ηλεκτρονική μορφή. Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Στο πλαίσιο της νέας προσέγγισης στην ενημέρωση της Αρμόδιας για τον Προϋπολογισμό Αρχής, από το έτος 2000 και μετά, η Επιτροπή συγχώνευσε την έκθεση που συντάσσει η OLAF σύμφωνα με το άρθρο 280 της συνθήκης με την έκθεση που συντάσσει η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 1150/00. Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίησή της διότι για το 2001 όλα τα κράτη μέλη προσπάθησαν να ανακοινώνουν τις απαραίτητες πληροφορίες εντός των προβλεπομένων προθεσμιών. Επιπλέον, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2002) 416 τελικό της 13.03.2002 [51] για να απλοποιήσει περαιτέρω τους όρους ανακοίνωσης των εν λόγω πληροφοριών. [51] Τροποποιεί την απόφαση 97/245/ΕΚ, Ευρατόμ της 20ης Μαρτίου 1997 για τη θέσπιση των όρων κοινοποίησης από τα κράτη μέλη ορισμένων πληροφοριών που απευθύνονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο του συστήματος των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων. Δαπάνες Η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει την ταχεία και αξιόπιστη ανακοίνωση, δημιούργησε ειδικά συστήματα για τις παρατυπίες σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 595/91 καθώς και σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1681/94 και τον κανονισμό αριθ. 1831/94 για να μπορούν να διαβιβασθούν οι ανακοινώσεις με ασφαλή ηλεκτρονική μορφή, χρησιμοποιώντας το δίκτυο AFIS. Οι ανακοινώσεις αυτές πρέπει να αποθηκεύονται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι προσβάσιμες και να μπορούν να αξιοποιηθούν όσο το δυνατόν καλύτερα τόσο από τα κράτη μέλη όσο και από άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής. Κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2001 διενεργήθηκαν σε όλα τα κράτη μέλη δράσεις κατάρτισης για τη χρήση του νέου συστήματος, καθώς και του συστήματος για την ανακοίνωση παρατυπιών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 95/91. Ως εκ τούτου, όλα τα κράτη μέλη έπρεπε να μπορούν να διαβιβάζουν μηνύματα σε ηλεκτρονική μορφή από το τρίτο τρίμηνο του 2001. Ωστόσο, για μερικά κράτη μέλη η μετάβαση αυτή των ανακοινώσεων στην ηλεκτρονική μορφή αποδείχθηκε προβληματική και είναι σαφές ότι υπάρχουν ελλείψεις στα αριθμητικά στοιχεία απλά και μόνο με τη σύγκριση των μηνυμάτων στα πλαίσια του κανονισμού 595/91. Σε μια σειρά συνεδριάσεων στις Βρυξέλλες τον Απρίλιο του 2002, ζητήθηκε από τα κράτη μέλη να αναφέρουν τις τεχνικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν κατά τη χρήση του συστήματος του κανονισμού 595/91 και να επιβεβαιώσουν ηλεκτρονικά τα αριθμητικά στοιχεία για το 2001. Όλα τα κράτη μέλη κλήθηκαν να επαληθεύσουν τα στατιστικά στοιχεία και να τα σχολιάσουν. Οι απαντήσεις, οι οποίες ελήφθησαν εντός της προθεσμίας, συνεκτιμήθηκαν. Λόγω του γεγονότος ότι ορισμένες απαντήσεις δεν ελήφθησαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας (18/04/2002), και του γεγονότος ότι τα 2/3 των μηνυμάτων ελήφθησαν σε έντυπη μορφή δεν κατέστη δυνατή η εμπεριστατωμένη ανάλυση και τα αποτελέσματα αυτά πρέπει να θεωρούνται ως προκαταρκτικά ευρήματα. Ωστόσο, καταβλήθηκαν συμπληρωματικές προσπάθειες για την ενσωμάτωση όλων των πληροφοριών που ελήφθησαν μετά τη λήξη της προθεσμίας και επομένως όλα τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζονται σε αυτό το μέρος της έκθεσης βασίζονται στα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν την κατάσταση την 15/05/2002. Αυτό ισχύει για τις ανακοινώσεις σύμφωνα με τον κανονισμό 595/91 καθώς και σύμφωνα με τους κανονισμούς 1681/94 και 1831/94. 9. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟ 2001 Η εξέταση όλων των ανακοινώσεων που ελήφθησαν το 2001 αποκαλύπτει ότι ο συνολικός αριθμός των μηνυμάτων παρατυπιών μειώθηκε σε όλους τους τομείς έναντι του 2000. Αυτό ισχύει ιδίως στους ιδίους πόρους και στη γεωργία, και λιγότερο στα διαρθρωτικά ταμεία. Όσον αφορά τα ποσά, μπορεί να παρατηρηθεί η ίδια μείωση. Ωστόσο, ενώ οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των παρατυπιών που θίγουν τους ιδίους πόρους (από 527 εκατ. ευρώ σε 256 εκατ. ευρώ) και τον τομέα του ΕΓΤΠΕ-Τμήματος Εγγυήσεων (από 474 εκατ. ευρώ σε 141 εκατ. ευρώ) μειώθηκαν, αντίθετα οι δημοσιονομικές επιπτώσεις που θίγουν τα διαρθρωτικά ταμεία αυξήθηκαν (από 114 εκατ. ευρώ σε 201 εκατ. ευρώ). Αυτή η αύξηση θα μπορούσε να οφείλεται στην αύξηση των προσπαθειών για την ανίχνευση της απάτης και άλλων παρατυπιών και σε υποθέσεις που αφορούν μεγαλύτερα ποσά. 9.1. Παραδοσιακοί Ίδιοι Πόροι Οι εκθέσεις δραστηριοτήτων των κρατών μελών (άρθρο 17 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 1150/00. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 1150/00, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή μέσω ετήσιας έκθεσης τις δραστηριότητες των τελωνειακών διοικητικών υπηρεσιών και τα αποτελέσματά τους (δηλώσεις που έγιναν δεκτές, δηλώσεις που υποβλήθηκαν σε εκ των υστέρων έλεγχο, αριθμοί προσωπικού). Με τα δεδομένα αυτά είναι δυνατός ο καθορισμός των τάσεων των τελωνειακών δραστηριοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε σύγκριση με το 2000, οι δραστηριότητες κατά το 2001 αντανακλούν σαφή αύξηση στον αριθμό των δηλώσεων που έγιναν δεκτές [52] (+20,30%), ιδιαίτερα στη Γερμανία, την Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Με δεδομένες τις οικονομικές συνθήκες αυτή η αύξηση μπορεί να προκαλέσει έκπληξη. Παράλληλα, ο αριθμός των δηλώσεων που ελέγχθηκαν [53] αυξήθηκε κατά 50%. Ωστόσο, το συνολικό ποσοστό του ελέγχου αυξήθηκε μόνο κατά 1,70% έναντι του 2000. το ποσοστό ελέγχου αυξήθηκε σημαντικά στο Βέλγιο, τη Γερμανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία. [52] Ο αριθμός των δηλώσεων που έγιναν δεκτές το 2001 ανέρχεται σε 108.375.105 έναντι 88.625.612 το 2000. [53] Ο αριθμός των δηλώσεων που ελέγχθηκαν στο πλαίσιο του λογιστικού ελέγχου δεν μπορεί να οριστεί ποσοτικά ανά είδος. Επομένως, το ποσοστό ελέγχου δεν μπορεί να τις συνεκτιμήσει. Παρόλα αυτά, ο αντίκτυπος αυτής της συνολικής αύξησης πρέπει να αναλυθεί με τη δέουσα προσοχή για τους εξής λόγους: - φαίνεται ότι ορισμένα κράτη μέλη ανακοινώνουν πάντα το συνολικό αριθμό των δηλώσεων που έγιναν δεκτές, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα των δασμών που οφείλονται (ίδιοι πόροι ή εθνικοί φόροι) και δεν διευκρινίζουν απαραίτητα το διαχωρισμό μεταξύ ειδών δηλώσεων. - από το ένα έτος στο επόμενο, μερικά κράτη μέλη εμφανίζουν σημαντικές διακυμάνσεις στον αριθμό των δηλώσεων που ελέγχθηκαν. για παράδειγμα η Ελλάδα ανακοίνωσε 246 804 ελεγχθείσες δηλώσεις κατά το 2001 έναντι μόνο 17 517 το 2000. Η Επιτροπή εφιστά εκ νέου την προσοχή των κρατών μελών στην ανάγκη παροχής σταθερών στατιστικών στοιχείων που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη λεπτομερή ανάλυση της δραστηριότητας κάθε κράτους μέλους και για την περισσότερο αντικειμενική σύγκριση της δραστηριότητας των δεκαπέντε κρατών μελών. Παράλληλα, τα κράτη μέλη θα κληθούν να δικαιολογήσουν τον αντικειμενικό χαρακτήρα ορισμένων δεδομένων στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων. Συνολικά, ο αριθμός του προσωπικού στις τελωνειακές υπηρεσίες είναι σχετικά σταθερός. Ωστόσο, σε μερικά κράτη μέλη όπως ιδίως η Ελλάδα, η Γερμανία, η Αυστρία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο αριθμός αυτός μειώθηκε έναντι του 2000. Αυτά τα κράτη μέλη θα κληθούν να εξηγήσουν αυτή τη μείωση. Επιπλέον, το συνολικό προσωπικό για τον εκ των υστέρων έλεγχο παραμένει σταθερό. Ανάλυση των δεδομένων που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 1150/00 (βλέπε παράρτημα 1) Σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 του κανονισμού αριθ. 1150/00, τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών, των οποίων το ποσό είναι μεγαλύτερο των 10.000 ευρώ. Η ενημέρωση αυτή επιτρέπει την περιγραφή των τάσεων στην καταπολέμηση της απάτης και των δημοσιονομικών τους επιπτώσεων. Ανακοινώσεις των κρατών μελών για τις περιπτώσεις απάτης και άλλων παρατυπιών - 1997/2001 (στις 26.04.2002) (Άρθρο 6 παρ. 5 του κανονισμού αριθ. 1150/00) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Συνολικά, για την περίοδο 1989-2001 (ενημέρωση στις 26.04.2002) [54], η Επιτροπή παρέλαβε 20 452 ανακοινώσεις (αρχικές ανακοινώσεις και ενημερώσεις). Μόνο για το 2001, διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη 1 846 ανακοινώσεις. Ο παραπάνω πίνακας δείχνει την εξέλιξη των ανακοινώσεων στις περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών από το 1997 έως το 2001. [54] Ο παραπάνω πίνακας καταρτίστηκε με βάση τα δεδομένα που διαβίβασαν τα κράτη μέλη. Η έννοια της απάτης δεν ερμηνεύεται με ομοιόμορφο τρόπο από τα κράτη μέλη. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η σύμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων που περιέχει ορισμό της έννοιας δεν έχει κυρωθεί από όλα τα εθνικά κοινοβούλια. Για ορισμένα κράτη μέλη μια παράβαση του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να περιγραφεί ως απάτη στο μέτρο που το δικαστήριο δεν έχει εκδώσει τελική απόφαση. Παράλληλα, σε άλλα κράτη οι επιχειρησιακές υπηρεσίες χαρακτηρίζουν οι ίδιες αυτό το είδος παράβασης κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων. Επομένως, η Επιτροπή συνιστά να χρησιμοποιούνται για την ανάλυση μόνο τα συνολικά στοιχεία που περιλαμβάνουν την έννοια της απάτης και των παρατυπιών. Διαπιστώνονται δύο τάσεις : σε ανεπεξέργαστα δεδομένα, ο αριθμός των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών από το 1997 συνεχίζει να μειώνεται. το ίδιο ισχύει για τον αριθμό των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών κατά το 2001, που μειώνεται κατά μέσο όρο κατά 25% έναντι του 2000, με 1.846 ανακοινώσεις το 2001 έναντι 2.124 το 2000. Η μείωση είναι ιδιαίτερα σημαντική στο Ηνωμένο Βασίλειο (-61%), μια κατάσταση που απορρέει ειδικά από τη διευθέτηση συγκεκριμένης υπόθεσης. η μείωση είναι επίσης σημαντική στη Φινλανδία (-44%), τη Γερμανία (-28%), τις Κάτω Χώρες (-22%), την Πορτογαλία (-42%) και τη Δανία (-38%). Η κατεύθυνση ορισμένων τελωνειακών ελέγχων προς άλλους τομείς δραστηριότητας (π.χ. την καταπολέμηση της τρομοκρατίας) θα μπορούσε να εξηγήσει εν μέρει αυτή την τάση. Ωστόσο, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να διασφαλίσουν την παρακολούθηση των κοινοτικών πόρων με την ίδια προσοχή που επιδεικνύουν έναντι των εθνικών πόρων. Ο επαναπροσανατολισμός των ελέγχων δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος των ιδίων πόρων της Ένωσης. Τα κράτη μέλη θα κληθούν να εξηγήσουν την αιτία αυτής της τάσης στη συμβουλευτική επιτροπή ιδίων πόρων. Η συνολική μείωση των «βεβαιωθέντων ποσών» (βλέπε παράρτημα 7) είναι αναλογικά μεγαλύτερη από τον αριθμό υποθέσεων. Τα βεβαιωθέντα ποσά έχουν μειωθεί στα επίπεδα που σημειώθηκαν το 1998 και 1999. Κατά το 2001, η πτώση είναι πολύ σημαντική (-51%) έναντι του 2000 - ένα έτος στο οποίο το βεβαιωθέν ποσό διπλασιάστηκε έναντι του 1998 και 1999. Αυτή η διακύμανση απορρέει φυσικά από τον μειωμένο αριθμό περιπτώσεων και επίσης από τον μικρότερο αντίκτυπο της υπόθεσης «Milk Products of New-Zealand» [55], που ανέρχεται σε περισσότερο από το 0.50% των βεβαιωθέντων ποσών το 2001 έναντι του 55.66% το 2000, καθώς και της υπόθεσης των τσιγάρων. [55] Βλέπε την ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αριθ. 4/98 (ΕΕ C 127 της 24.04.1998 και Ε C 191 της 18.06.1998). Σημειώθηκε σημαντική αύξηση του βεβαιωθέντος ποσού κυρίως στην Ισπανία (+365%), στην Ιταλία (+140%, λόγω περιπτώσεων που αφορούν εισαγωγές μπανανών), στην Αυστρία (+118%), στη Σουηδία (+122%) και τη Φινλανδία (+96%). Αντίθετα, το ποσό αυτό μειώθηκε ουσιαστικά στη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Βάσει αυτών των στοιχείων η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη για να δηλώσουν τις αιτίες αυτού του ελλείμματος. Το ανακτηθέν ποσό το 2001 (40 342 543 ευρώ, βλέπε παράρτημα 7) μειώθηκε σε σύγκριση με το 2000 (86 101 574 ευρώ). Ωστόσο, το συνολικό, κατά μέσο όρο ποσοστό ανάκτησης παραμένει σχετικά σταθερό (15.7% το 2001 έναντι 16.3% το 2000). Αυτό το ποσοστό αυξήθηκε σημαντικά στη Δανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και τη Φινλανδία. Αλλά το εν λόγω ποσό μειώνεται σημαντικά στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, τη Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Πορτογαλία. Το ποσό ανάκτησης ποικίλλει ευρέως από το ένα κράτος μέλος στο άλλο λόγω των ειδικών εθνικών διαδικασιών ανάκτησης. Για αυτό το λόγο δεν είναι δυνατή η αξιολόγηση της επιμέλειας των κρατών μελών. Η Επιτροπή τονίζει με ικανοποίηση τις προσπάθειες που κατέβαλαν τα κράτη μέλη όσον αφορά τις προθεσμίες καθώς και την ποιότητα των πληροφοριών που διαβιβάζονται για το έτος 2001. Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τα κράτη μέλη αποτελούν την πρώτη βάση για την ανάλυση κινδύνου και καθορίζουν τους στόχους των ελέγχων της Επιτροπής. Το συνολικό υπόλοιπο του 2001 επιβεβαιώνει τις γενικές τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των προηγουμένων ετών. Ωστόσο, ορισμένα συμπεράσματα χρειάζονται επεξήγηση εκ μέρους των κρατών μελών. Στην παρούσα κατάσταση, η Επιτροπή απορεί για τη σαφή αύξηση του αριθμού των δηλώσεων σε σύγκριση με την ταυτόχρονη μείωση του αριθμού των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών που ανακοινώθηκαν. Αυτά τα θέματα θα συζητηθούν στην επόμενη συνεδρίαση της συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων, βάσει ενός περισσότερου αναλυτικού εγγράφου εργασίας. 9.2. Γεωργικές δαπάνες (ΕΓΤΠΕ - Τμήμα Εγγυήσεων) Το 2001 απετέλεσε ένα μεταβατικό έτος κατά το οποίο, για πρώτη φορά, οι ανακοινώσεις των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 595/91 έπρεπε να αποσταλούν στην OLAF με ηλεκτρονική ή ψηφιακή μορφή και όχι έντυπη. Δυστυχώς, η εφαρμογή του νέου ηλεκτρονικού συστήματος δημιούργησε προβλήματα σε μερικά κράτη μέλη και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μόνο σχετικά μικρό τμήμα των ανακοινώσεων που παρελήφθησαν το 2001 είχε ψηφιακή μορφή. Το παρακάτω διάγραμμα περιγράφει τον τρόπο αποστολής των ανακοινώσεων. Παρατυπίες που ανακοινώθηκαν από τα κράτη μέλη >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Δεν είναι βέβαιο ότι ο συνολικός αριθμός των ανακοινώσεων που παρελήφθησαν, τόσο σε ηλεκτρονική μορφή όσο και σε έντυπη, αποτελεί το συνολικό αριθμό των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών που ανιχνεύθηκαν από τα κράτη μέλη. Ο λόγος αυτής της αμφιβολίας έγκειται στο γεγονός ότι σε σύγκριση με το 2000, ο αριθμός των περιπτώσεων απάτης και άλλων παρατυπιών που ανιχνεύθηκαν από τα κράτη μέλη το 2001 και οι δημοσιονομικές τους επιπτώσεις μειώθηκαν. Ωστόσο, η τάση κατά τα πρόσφατα έτη, ήταν η σταθερή και σημαντική αύξηση του αριθμού των περιπτώσεων. Κατά το 2001 ο αριθμός των περιπτώσεων μειώθηκε σχεδόν κατά 552 υποθέσεις, αριθμός που αναφέρεται στην κατάσταση έως τις 15 Μαΐου. Το επόμενο διάγραμμα παρέχει επισκόπηση του αριθμού των περιπτώσεων κατά τα τελευταία πέντε έτη. Περιπτώσεις που ανακοινώθηκαν από τα κράτη μέλη >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Βεβαίως, είναι δύσκολο να επεξηγηθεί η μείωση αυτή. Η τόσο δραστική μείωση του αριθμού των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών δεν είναι πιθανή. Μία από τις αιτίες μπορεί να έγκειται στο γεγονός ότι η μετάβαση από την έντυπη στην ψηφιακή μορφή είχε ως αποτέλεσμα να μην ανακοινωθούν όλες οι περιπτώσεις παρατυπιών. Δεν μειώθηκε μόνο ο αριθμός των περιπτώσεων αλλά και το ποσό της απάτης και των παρατυπιών. Κατά το 2000 το σχετικό ποσό ανήλθε σχεδόν σε 475 εκατ. ευρώ. Κατά το 2001 το ποσό αυτό ανερχόταν περίπου σε 141 εκατ. ευρώ. Η μείωση ως ποσοστού των συνολικών δαπανών του ΕΓΤΠΕ πέρασε από το 1.18% στο 0.34%. Στο παράρτημα 3 γίνεται επισκόπηση του αριθμού των περιπτώσεων, των ενεχομένων ποσών και του ποσοστού % των δαπανών του ΕΓΤΠΕ που έλαβαν χώρα τα τελευταία πέντε έτη. 9.3. Ο τομέας των διαρθρωτικών δράσεων Στον τομέα των δαπανών για τα διαρθρωτικά μέτρα, η τάση που σημειώθηκε στην τελευταία ετήσια έκθεση μπορεί να επιβεβαιωθεί. Σε σύγκριση με το 2000, ο αριθμός των περιπτώσεων μειώθηκε λίγο, αλλά συνεχίστηκε η αύξηση όσον αφορά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις. Αυτό μπορεί να οφείλεται στη βελτίωση των συστημάτων ελέγχου των κρατών μελών, όχι μόνο όσον αφορά τον αριθμό των παρατυπιών που ανιχνεύονται αλλά και τη σοβαρότητά τους (για διαγράμματα και αριθμητικά στοιχεία βλέπε τα παραρτήματα 4 και 5). Επίσης, κατά το 2001 οι περισσότερες περιπτώσεις που ανακοινώθηκαν από τα κράτη μέλη αφορούν τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Προσανατολισμού, ΕΚΤ, ΕΤΠΑ, ΧΜΠΑ). Ως προς το Ταμείο Συνοχής (που ανέρχεται σε περίπου 3 δισ. ευρώ ανά έτος), από τα τέσσερα δικαιούχα κράτη μέλη (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Πορτογαλία), μόνο η Ελλάδα ανακοίνωσε 4 περιπτώσεις απάτης/παρατυπιών (που αφορούσαν ποσό 2,429 εκατ. ευρώ). Από το σύνολο των περιπτώσεων που ανακοινώθηκαν, πάλι το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο είχε θιγεί περισσότερο κατά το 2001 (αναφέρθηκαν 694 περιπτώσεις), ενώ από οικονομική άποψη το υψηλότερο επίπεδο περιπτώσεων απάτης/παρατυπιών (περισσότερα από 102 εκατ. ευρώ) καταγράφηκε στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης. Η ανάλυση του μοντέλου των κρατών μελών του προηγούμενου έτους επιβεβαιώθηκε το 2001. Οι Κάτω Χώρες και η Γαλλία ανακοίνωσαν το μεγαλύτερο αριθμό περιπτώσεων και οι Κάτω Χώρες ανακοίνωσαν μόνο περιπτώσεις που θίγουν το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Ως προς τα ποσά, η Ιρλανδία πάλι διαφέρει από τα άλλα κράτη μέλη με πολύ περιορισμένο αριθμό (μικρότερο από το προηγούμενο έτος) περιπτώσεων που αφορούν πολύ σημαντικά ποσά της χρηματοδότησης του ΕΤΠΑ, συνολικά 41 περιπτώσεις που ανέρχονται σε περισσότερα από 31 εκατ. ευρώ. 9.4. Περιπτώσεις που ερευνώνται από την OLAF Γενικά, η OLAF ξεκινά έρευνα όταν υπάρχουν υποψίες απάτης, με μόνη εξαίρεση τις άμεσες δαπάνες, όπου η OLAF ασχολείται με όλες τις παρατυπίες και έχει την κύρια ευθύνη για τη διεξαγωγή των ερευνών. Οι εθνικές δικαστικές αρχές διενεργούν έρευνα για τον καθορισμού του οριστικού χαρακτήρα της παρατυπίας. Τα ποσά βεβαιώνονται όταν περατωθεί η έρευνα της OLAF και σταλεί για να δοθεί συνέχεια. Ωστόσο, οι επιπτώσεις αυτών περιπτώσεων, αποτελούν προσωρινή εκτίμηση, που πρέπει να επιβεβαιωθεί από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες πρέπει να εκδώσουν την εντολή ανάκτησης στα σχετικά πρόσωπα (εκτός από την περίπτωση των άμεσων δαπανών). Κατά το 2001 η OLAF ασχολήθηκε με 381 νέες περιπτώσεις, οι οποίες σύμφωνα με πρώτη αξιολόγηση, υπάγονται στην κατηγορία των αδικημάτων [56]. Ο συνολικός αριθμός αντανακλά υψηλότερο επίπεδο δραστηριοτήτων για την καταπολέμηση της απάτης από ότι το 2000 (328 εκκρεμείς υποθέσεις). Οι υποθέσεις κατανέμονται μεταξύ κοινοτικών πολιτικών. Στην έκθεση δραστηριοτήτων της OLAF, σύμφωνα με το άρθρο 12 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1073/99 [57] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου γίνεται λεπτομερής περιγραφή των δραστηριοτήτων. [56] Τα κράτη μέλη μπορεί να συμπεριέλαβαν ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις στις ανακοινώσεις τους. [57] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1073/99 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (ΕΕ L 136 της 31.05.1999). Τομέας του προϋπολογισμού // Νέες υποθέσεις 2001 Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι // 74 ΣΥΝΟΛΟ ΕΓΤΠΕ // 105 - Γεωργικές συναλλαγές/επιδοτήσεις εξαγωγών // 70 - Επιδοτήσεις και άμεση ενίσχυση // 35 Διαρθρωτικές ενέργειες // 66 Άμεσες δαπάνες // Εσωτερικές πολιτικές(Δαπάνες) // 37 Εξωτερικές πολιτικές // 66 Εσωτερικές περιπτώσεις // 33 Γενικό σύνολο // 381 Ο δεύτερος πίνακας παρουσιάζει τα δεδομένα τα οποία αφορούν περιπτώσεις που περατώθηκαν το 2001 και τις δημοσιονομικές τους επιπτώσεις. Δεν επιχειρείται κανένας ποσοτικός προσδιορισμός των επιπτώσεων των εκκρεμών ερευνών προκειμένου να μη δοθούν δεδομένα, τα οποία στο τέλος της έρευνας μπορούν να υποστούν μερικές φορές σημαντικές διακυμάνσεις. Επομένως, τα αριθμητικά στοιχεία που σημειώνονται παρακάτω και στο παράρτημα 6 δεν δίνουν πλήρη εικόνα όλων των δραστηριοτήτων καταπολέμησης της απάτης που προσβάλλει τον κοινοτικών προϋπολογισμό ή των συνεπειών για τους εθνικούς προϋπολογισμούς ή για το χωριστό προϋπολογισμό τω διαφόρων οργάνων. >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Στους παραδοσιακούς ιδίους πόρους (τελωνειακοί δασμοί και δασμοί αντιντάμπινγκ), άρχισαν να εξετάζονται 74 νέες υποθέσεις κατά το 2001. Ο αριθμός των υποθέσεων που περατώθηκαν ανήλθε σε 98, με υπολογιζόμενες επιπτώσεις 276,15 εκατ. ευρώ. Στη γεωργία, κινήθηκαν 105 νέες υποθέσεις το 2001 (70 για τις γεωργικές συναλλαγές και 35 για τις γεωργικές επιδοτήσεις και την άμεση ενίσχυση) και στο τέλος της περιόδου αναφοράς εκκρεμούσαν έρευνες σχετικές με αυτά τα ζητήματα. Περατώθηκαν επίσημα 364 υποθέσεις, που αντιπροσώπευαν δημοσιονομική επίπτωση 198,5 εκατ. ευρώ : οι μισές από αυτές παραπέμφθηκαν στα κράτη μέλη για να συνεχισθεί η εξέταση και αποφασίστηκε ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να ασχοληθούν καλύτερα με τα εν λόγω ζητήματα. Μετά από αυστηρή αξιολόγηση αποφασίστηκε ότι για ένα σημαντικό ποσοστό δεν χρειαζόταν να κινηθεί επίσημη έρευνα. Επίσης, το 2001 η OLAF συνέχισε να εργάζεται όσον αφορά υποθέσεις που κινήθηκαν πριν το 2001 και εκκρεμούσαν ακόμα κατά τη σύνταξη της παρούσας έκθεσης, π.χ. την περίπτωση στην οποία είναι αναμεμειγμένα πολλά κράτη μέλη και αφορά την εισαγωγή μπανανών με πλαστές άδειες (εκτιμώμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις 155 εκατ. ευρώ), την υπόθεση ισπανικού λίνου (δημοσιονομικές επιπτώσεις 100 εκατ. ευρώ - που τώρα βρίσκεται στην επιτροπή εκκαθάρισης των λογαριασμών και διάφορες περιπτώσεις που αφορούν τις ποσοστώσεις γάλακτος στα κράτη μέλη (δημοσιονομικές επιπτώσεις που ανέρχονται σε τουλάχιστον 10 εκατ. ευρώ). Στα διαρθρωτικά ταμεία, κινήθηκαν 66 νέες έρευνες, εκ των οποίων το 84% αφορούσε το ΕΤΠΑ και το ΕΚΤ. Δόθηκε προτεραιότητα σε περιπτώσεις με διεθνική διάσταση και σημαντική οικονομική και δικαστική σημασία. Κατά την ίδια περίοδο περατώθηκαν 66 περιπτώσεις [58], εκ των οποίων το 90% αφορούσε το ΕΤΠΑ. Οι περισσότερες περιπτώσεις, όπου υπήρχαν υποψίες απάτης, αφορούσαν πλαστά τιμολόγια και πλαστές δηλώσεις δαπανών. Παρατηρήθηκαν ειδικά προβλήματα στις δημόσιες συμβάσεις. Η OLAF κατέβαλε μεγαλύτερες προσπάθειες για τη διασφάλιση στενής συνεργασίας με τους φυσικούς εταίρους της, δηλαδή τις εθνικές αρχές (διοικητικές και δικαστικές) και όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής. [58] Αυτό δεν αφορά τις περιπτώσεις που απορρίφθηκαν διότι, μετά από αυστηρή εξέταση, δεν ευρέθηκε ότι κινδύνευσαν οικονομικά ή άλλα συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή διότι οι πηγές δεν ήταν αξιόπιστες. Στις άμεσες δαπάνες, γίνεται διάκριση μεταξύ εσωτερικών πολιτικών όπως η εκπαίδευση και η έρευνα, η εξωτερική βοήθεια και τέλος οι περιπτώσεις δωροδοκίας. Στον τομέα αυτό, την κύρια διαχείριση του οποίου έχει η Επιτροπή, η OLAF κίνησε, κατά το 2001, 136 νέες υποθέσεις και περάτωσε 135 υποθέσεις. Οι μισές από αυτές τις υποθέσεις αφορούσαν την εξωτερική βοήθεια (PHARE, TACIS, προγράμματα βοήθειας για την ανάπτυξη, κ.λ.π.). Επίσης το ένα τέταρτο των νέων υποθέσεων περιλάμβαναν μια πτυχή κατά της δωροδοκίας, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία που η Επιτροπή και η OLAF προσδίδουν στον έλεγχο αυτού του ευάλωτου τομέα. Επίσης, η OLAF περάτωσε 135 υποθέσεις, των οποίων οι συνολικές δημοσιονομικές επιπτώσεις εκτιμώνται σε περίπου 42,5 εκατ. ευρώ (βλέπε παράρτημα 6). Εκ νέου, οι εξωτερικές πολιτικές αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 50% του συνόλου. Ωστόσο, το πιο υψηλό ποσό αφορά τις εσωτερικές πολιτικές και τις εσωτερικές υποθέσεις (καταπολέμηση της δωροδοκίας). 10. ΕΙΔΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ 10.1. Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Όσον αφορά την κατανομή των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών ανά τελωνειακό καθεστώς, τα αριθμητικά στοιχεία για το 2001 επιβεβαιώνουν τις επιπτώσεις της απάτης στην ελεύθερη κυκλοφορία (73,40% των υποθέσεων και 82,30% των βεβαιωθέντων ποσών). Ωστόσο, όσον αφορά τον αριθμό των υποθέσεων η απάτη τώρα θίγει το καθεστώς διαμετακόμισης και την τελειοποίηση προς επανεισαγωγή. Η λεπτομερής κατανομή των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών που αποδείχθηκαν ανά είδος απάτης στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας οδηγεί στην παρατήρηση ότι οι υποθέσεις που αναφέρονται στην κατηγορία «Άλλες παρατυπίες» αντιπροσωπεύουν αυξημένο ποσοστό - 49,10% των υποθέσεων για το 73,60% του βεβαιωθέντος ποσού. Ο μη σαφής χαρακτήρας των πληροφοριών, που τονίστηκε το προηγούμενο έτος, διαστρεβλώνει την ανάλυση. Με την επιφύλαξη αυτή, η απάτη στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας οφείλεται κυρίως στην εσφαλμένη περιγραφή των εμπορευμάτων (28,80% των υποθέσεων για το 15,10% του ποσού). Η ανάλυση των δεδομένων που ανακοινώθηκαν μπορεί επίσης να αποκαλύψει τις επιπτώσεις της απάτης ανά κατηγορία εμπορευμάτων. Κατά το 2001, οι επιπτώσεις ήταν πολύ σημαντικές στα τσιγάρα και το ρύζι όσον αφορά τον αριθμό των υποθέσεων. Στα βεβαιωθέντα ποσά, οι επιπτώσεις της απάτης ήταν ιδιαίτερα σημαντικές αναφορικά με τις μπανάνες. Όσον αφορά την κατανομή των περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών ανά προέλευση, τα αριθμητικά στοιχεία για το 2001 επιβεβαιώνουν την τάση που παρατηρήθηκε τα προηγούμενα έτη : οι επιπτώσεις είναι μεγάλες σε αγαθά που προέρχονται από τις ΗΠΑ και την Κίνα. 10.2. Γεωργικές δαπάνες (ΕΓΤΠΕ- Τμήμα εγγυήσεων) Είναι δύσκολο να γίνει εμπεριστατωμένη ανάλυση μέχρι να επιβεβαιωθεί ότι ανακοινώθηκαν όλες οι υποθέσεις που έλαβαν χώρα κατά το 2001. Επομένως, είναι πολύ νωρίς για την εξαγωγή συμπερασμάτων αλλά ορισμένα στοιχεία έχουν ήδη αποδειχθεί. Το πρώτο συμπέρασμα έγκειται στο γεγονός ότι οι υποθέσεις που ανακοινώθηκαν αφορούν όλα τα είδη απάτης και παρατυπιών. Στο ακόλουθο διάγραμμα γίνεται επισκόπηση των διαφόρων ειδών και του ποσοστού τους. Είδη παρατυπιών >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Είναι επίσης σαφές, ότι όπως και το 2000, ο μεγαλύτερος αριθμός ανακοινώσεων προέρχεται από τη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο (βλέπε παράρτημα 2).Η Ιταλία βρίσκεται στην πέμπτη θέση αυτή τη χρονιά με περισσότερες από 163 υποθέσεις. Από οικονομική άποψη η Ιταλία αποτελεί το κράτος μέλος που αναφέρει το υψηλότερο επίπεδο περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών, ήτοι περισσότερα από 45 εκατ. ευρώ, ενώ ακολουθεί η Ισπανία με αναφερόμενο ποσό μεγαλύτερο από 30 εκατ. ευρώ. Στην Ιταλία αντιστοιχεί σχεδόν το ένα τρίτο του ποσού παρατυπιών. 10.3. Διαρθρωτικές ενέργειες Ο ακόλουθος πίνακας αναφέρει ορισμένα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν τις ανακοινωθείσες παρατυπίες. Παρατυπίες που διαπιστώνονται συχνότερα >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Ο πρώτος πίνακας δείχνει τα είδη παρατυπιών που εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα, μαζί με το ενδεικτικό ενεχόμενο ποσό και το ενδεικτικό κατά μέσο όρο ενεχόμενο ποσό : Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγω της μεθόδου ανακοίνωσης μία υπόθεση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα είδη παρατυπιών. Καθώς ο στόχος αυτού του πίνακα έγκειται στην περιγραφή της συχνότητας των διαφόρων ειδών παρατυπιών, η απαρίθμησή τους διαστρεβλώνει ελαφρά τα πραγματικά συνολικά αποτελέσματα [59]. [59] Επομένως, η στήλη «σύνολο» παραλείφθηκε. Ο ίδιος προβληματισμός πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και για τις στήλες «ενδεικτικό ενεχόμενο ποσό» και «ενδεικτικό κατά μέσο όρο ενεχόμενο ποσό». Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται σε αυτές τις δύο στήλες είναι μόνο «εικονικά». Τα ακριβή συνολικά ποσά είναι εκείνα που αναφέρονται στα παραρτήματα 4 και 5. Τα στοιχεία αυτά αντανακλώνται στο παρακάτω διάγραμμα : >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Οι επόμενοι πίνακες [60] και τα διαγράμματα επικεντρώνονται στις παρατυπίες που εμφανίζουν περισσότερους κινδύνους όσον αφορά το συνολικό ποσό. Σε σύγκριση με τους προηγούμενους πίνακες και διαγράμματα, το είδος παρατυπίας που εμφανίζεται συχνότερα και θέτει σε μεγαλύτερο κίνδυνο τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ είναι η κατηγορία «μη επιλέξιμες δαπάνες» : [60] Σημειώσατε ότι ο προβληματισμός που εκφράστηκε για τον προηγούμενο πίνακα ισχύει και για τον παρόντα πίνακα. Βλέπε επίσης την προηγούμενη υποσημείωση. Το συνολικό ποσό της στήλης «ενεχόμενα ποσά» δεν αντιστοιχεί στα ποσά που αναφέρονται στα παραρτήματα 4 και 5. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Ο τελευταίος πίνακας παρουσιάζει τις ίδιες πτυχές που τονίστηκαν παραπάνω από την πλευρά του «ενδεικτικού κατά μέσο όρο ποσού» [61]. [61] Ισχύει ο προβληματισμός του προηγούμενου υποσημειώματος. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Από την εξέταση των τριών πινάκων προκύπτει ότι ο κωδικός «999 - άλλες παρατυπίες» αποτελεί σημαντικό τμήμα της συνολικής αξιολόγησης. Αυτός ο κωδικός περιλαμβάνει τις παρατυπίες που δεν αντιστοιχούν σε άλλη δυνατή περιγραφή που προβλέπεται στο πλαίσιο του συστήματος ανακοίνωσης. Ωστόσο, ο αντίκτυπος των παρατυπιών αυτών επί του συνόλου μοιάζει υπερβολικός. Η ύπαρξη περισσότερο ακριβών πληροφοριών σε αυτό τον τομέα θα συνέβαλε βεβαιότητα στην καλύτερη ερμηνεία των σχετικών στατιστικών. Όσον αφορά τις μεθόδους ανίχνευσης, ο παρακάτω πίνακας περιλαμβάνει πλήρη κατάλογο για το έτος 2001, συνοδευόμενο με το συνολικό ποσό που βεβαιώθηκε ανά μέθοδο και το σχετικό μέσο όρο [62]: [62] Πρέπει να σημειωθεί ότι όπως και στα είδη παρατυπιών, μπορεί σε μια υπόθεση μπορούν να έχουν χρησιμοποιηθεί περισσότερες από μία μεθόδοι ανίχνευσης. Έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποτελέσματα των μεθόδων ανίχνευσης. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, η στήλη «ενεχόμενα ποσά» δεν αντιστοιχεί στα ποσά που αναφέρονται στα παραρτήματα 4 και 5. Μέθοδοι ανίχνευσης >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Η χρησιμοποίηση καταδοτών «Whistle blowing» ως μέθοδος ανίχνευσης απέδωσε σε επτά περιπτώσεις σε τέσσερες χώρες (F, I, D, EL). Σε γενικές γραμμές, το κατά μέσο όρο ενδεικτικό ποσό είναι το χαμηλότερο του παραπάνω πίνακα. Ωστόσο, λόγω μιας υπόθεσης στην Ιταλία, που αφορούσε περισσότερα από 23 εκατ. ευρώ, έχει το υψηλότερο αποτέλεσμα 11. ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ 11.1. Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι Η απόφαση 200/597/ΕΚ, Ευρατόμ [63] για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ιδιαίτερα το άρθρο της 8 αναθέτει στα κράτη μέλη την είσπραξη των παραδοσιακών ιδίων πόρων (βλέπε το παράρτημα 7). Η Επιτροπή εποπτεύει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη εκπληρώνουν την αποστολή τους προκειμένου να διασφαλίζουν την ανάκτηση των πόρων αυτών σύμφωνα με τις κοινοτικές διατάξεις στον τελωνειακό και δημοσιονομικό τομέα [64]. Για αυτό το σκοπό, η Επιτροπή θεσπίζει σφαιρική στρατηγική παρακολούθησης [65], που επιτρέπει την αξιολόγηση των μέτρων που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη και την έγκριση μέτρων θεραπείας. [63] Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας, απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ και του Συμβουλίου της 29.09.2000 (ΕΕ L 253 της 07.10.2000), που άρχισε να ισχύει την 01.03.2002. Συντάσσεται τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 1150/2000 για να συνεκτιμηθούν οι διατάξεις που απορρέουν από την απόφαση. [64] Κοινοτικός τελωνειακός κώδικας, κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου της 12.10.1992 (ΕΕ L 302 της 19.10.1992), απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ και κανονισμός (ΕΚ,Ευρατόμ) του Συμβουλίου αριθ. 1150/00 της 22.05.2000 (ΕΕ L 130 της 31.05.2000). [65] Για λεπτομερή περιγραφή της στρατηγικής αυτής , βλέπε την έκθεση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων και την καταπολέμηση της απάτης για το 2000. Αυτή η στρατηγική βασίζεται σε τρεις μεγάλες αρχές : τη δειγματοληπτική έρευνα της τρέχουσας επεξεργασίας των υποθέσεων, τη διαδικασία της διαγραφής της οφειλής για ποσά των ιδίων πόρων άνω των 10.000 ευρώ που θεωρούνται μη ανακτήσιμα και την εφαρμογή της αρχής της δημοσιονομικής ευθύνης για ορισμένα λάθη των εθνικών διοικητικών υπηρεσιών. Δειγματοληπτική έρευνα Από το 2000, η ενσωμάτωση των πληροφοριών που συγκεντρώνονται στο πλαίσιο του άρθρου 17, παράγραφος 3 του κανονισμού αριθ. 1150/2000, στην έκθεση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων, εξαιρείται από την έκθεση για τα «Δείγματα Α» στο μέτρο που οι υποκείμενες πληροφορίες έχουν τον ίδιο χαρακτήρα. Ωστόσο, οι διάφορες πτυχές των τελωνειακών δραστηριοτήτων παρουσιάζονται και εξετάζονται στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων βάσει ενός περισσότερου τεχνικού εγγράφου εργασίας που προορίζεται για τα κράτη μέλη. Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των πρόσφατων εξελίξεων στη νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς οι σχετικές πληροφορίες συγκεντρώνονταν από τα κράτη μέλη εντός εύλογης προθεσμίας η Επιτροπή αποφάσισε τη δημιουργία νέου δείγματος Β που θα παρουσιαστεί στην έκθεση B 2002 [66] και θα δημοσιευτεί το 2003. Η παρακολούθηση του «εκτός δείγματος», το οποίο αποτελείται από υποθέσεις που δεν πληρούν τους όρους του δείγματος Β αλλά που ωστόσο μπορούν να παρουσιάζουν ενδιαφέρουν για την παρακολούθηση της ανάκτησης, θα επεκταθεί για να επιτρέψει την ανάλυση περίπου είκοσι υποθέσεων. [66] Η έκθεση αυτή θα ακολουθήσει την έκθεση B94, που δημοσιεύθηκε την 9η Ιουνίου 1997 (COM(97) 259 τελικό) και την έκθεση B98, που δημοσιεύθηκε την 21η Απριλίου 1999 [COM (1999) 160 τελικό]. Η διαδικασία διαγραφής της οφειλής Τα κράτη θεσπίζουν τα απαραίτητα μέτρα για να θέσουν τους παραδοσιακούς ίδιους πόρους στη διάθεση της Επιτροπής, εκτός από τις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η ανάκτηση για λόγους που δεν οφείλονται στο σχετικό κράτος μέλος. Οι περιπτώσεις διαγραφής της οφειλής (ποσά μεγαλύτερα των 10 000 ευρώ) ανακοινώνονται στην Επιτροπή για εξέταση. Εάν το κράτος μέλος επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια για την ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού, σύμφωνα με την κοινοτική και εθνική νομοθεσία, μπορεί να γίνει δεκτή η απαλλαγή. Στην αντίθετη περίπτωση το κράτος θεωρείται δημοσιονομικά υπεύθυνο σύμφωνα με το άρθρο 8 της απόφασης 2000/597 και των άρθρων 2 και 17 του κανονισμού αριθ. 1150/00. Η εξέταση της επιμέλειας των κρατών μελών συνιστά πολύ αποτελεσματικό μέτρο για να πειστούν οι εθνικές διοικητικές υπηρεσίες να ασχοληθούν πιο σοβαρά με την ανάκτηση δεδομένου ότι θα είναι δημοσιονομικά υπεύθυνες σε περίπτωση μη ανάκτησης. Επιπλέον, η ανάλυση των περιπτώσεων σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 1150/2000 δίνει την ευκαιρία στην Επιτροπή να υποβάλει ορισμένες παρατηρήσεις για τη βεβαίωση των ιδίων πόρων, τον τρόπο με τον οποίο τηρούνται χωριστές λογιστικές και τη συμμόρφωση των εθνικών διατάξεων με την κοινοτική νομοθεσία. Η Επιτροπή προκειμένου να αποκτήσει πιο ακριβή και αντικειμενική άποψη των όρων μη ανάκτησης, τροποποίησε το παράρτημα 6 της απόφασης της 20ής Μαρτίου 1997 [67]. Η τροπολογία έγινε δεκτή από την Επιτροπή στις 13 Μαρτίου 2002 (C(2002) 416 τελικό). [67] Απόφαση 97/245/ΕΚ, Ευρατόμ της 20ης Μαρτίου 1997 για τη θέσπιση των όρων κοινοποίησης από τα κράτη μέλη ορισμένων πληροφοριών που απευθύνονται στην Επιτροπή στο πλαίσιο του συστήματος των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων. Κατά το 2001, διαβιβάστηκαν από έξι κράτη μέλη (S, NL, UK, P, F, E) 12 αιτήματα διαγραφής της οφειλής ποσού συνολικά 2.434.780,85 ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 1150/2000. Κατά τη διάρκεια του 2001 εξετάστηκαν συνολικά 109 υποθέσεις, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα : >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Η δημοσιονομική ευθύνη των κρατών μελών για διοικητικά λάθη Δυνάμει του άρθρου 8 της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίζουν την είσπραξη των παραδοσιακών ιδίων πόρων με τις καλύτερες προϋποθέσεις (βλέπε παράρτημα 7). Αυτή η ευθύνη είναι αμειβόμενη (25% των πόρων που συλλέγονται) και προκειμένου να επιτευχθεί η υγιής και αποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων κεφαλαίων, κάθε έλλειψη επιμέλειας εκ μέρους των κρατών μελών που έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια πόρων συνεπάγεται δημοσιονομική ευθύνη. Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, η Επιτροπή θεωρεί τις διοικητικές υπηρεσίες ως δημοσιονομικά υπεύθυνες για τα λάθη τους [68]. [68] Για παράδειγμα στην περίπτωση που ένα ποσό αποτελεί αντικείμενο παραγραφής στο πλαίσιο του άρθρου 221, παράγραφος 3 του τελωνειακού κώδικα, ενώ όλες οι απαραίτητες πληροφορίες για την εγγραφή του στη λογιστική ήταν γνωστές ή σε περίπτωση διοικητικών λαθών που δεν μπορούσαν να ανιχνευθούν από τον οφειλέτη (άρθρο 220, παράγραφος 2 στοιχείο β) του τελωνειακού κώδικα). Το 2001 σημαδεύθηκε κυρίως από την αυξανόμενη ευαισθητοποίηση ορισμένων κρατών μελών έναντι της αρχής της δημοσιονομικής ευθύνης για τα διοικητικά λάθη. Επίσης, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Αυστρία και η Ιταλία έθεσαν στη διάθεση του κοινοτικού προϋπολογισμού τα ποσά των ιδίων πόρων που δεν μπόρεσαν να εισπράξουν λόγω των λαθών που διαπράχθηκαν από τις υπεύθυνες εθνικές διοικητικές υπηρεσίες. Η Γαλλία έπραξε το ίδιο στις αρχές του 2002. Το σύνολο του ποσού που καταβλήθηκε με αυτό τρόπο για αυτά τα κράτη μέλη ανήλθε σε 7 388 990.12 ευρώ. Αυτό το παράδειγμα πρέπει να οδηγήσει μερικά κράτη μέλη των οποίων το μερίδιο στην πράξη αντισταθμίζεται από τον τέταρτο πόρο, να εξετάσουν τη θέση τους με βάση την αρχή της δημοσιονομικής ευθύνης που προκύπτει από τα λάθη των διοικητικών τους υπηρεσιών. Συνολικά, κινήθηκαν 30 υποθέσεις το 2001. απεστάλησαν 48 επιστολές υπενθύμισης. Στο τέλος του 2001, ο αριθμός των υποθέσεων ανερχόταν σε 91 και το συνολικό ποσό με τόκους ανερχόταν σε 50 933 636 ευρώ [69]. [69] Στο σημείο 13 της έκθεσης για την κατάσταση των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων για το 2001 εκφράστηκε η ικανοποίηση για τη δράση της Επιτροπής έναντι των μέτρων που λήφθηκαν στον τομέα της δημοσιονομικής ευθύνης λόγω διοικητικών λαθών που οφείλονται στα κράτη μέλη. Πρωτοβουλία για την καλύτερη προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης: δημοσιονομική ευθύνη, εξωτερική πτυχή [70] και ενισχυμένη διοικητική συνεργασία. [70] Η Επιτροπή αναπτύσσει την εξωτερική πτυχή της αρχής της δημοσιονομικής ευθύνης, η οποία αποβλέπει στην εξεύρεση εταίρων στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες που η Ένωση συνάπτει ή θα συνάψει με χώρες που δεν είναι κράτη μέλη. Οι συνέπειες της απόφασης για την τουρκική τηλεόραση - που εκδόθηκε την 10.5.2001 από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οδήγησε σε ανακοίνωση στην Επιτροπή που εγκρίθηκε την 17.7.2001, η οποία προβλέπει ρητά, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή της αρχής της εξωτερικής δημοσιονομικής ευθύνης. Επιπλέον, η Επιτροπή αναπτύσσει την εξωτερική πτυχή της αρχής της δημοσιονομικής ευθύνης προκειμένου να εξουδετερώσει τα αρνητικά αποτελέσματα στον κοινοτικό προϋπολογισμό, τα οποία προκαλούνται από τα λάθη που διαπράττουν οι εθνικές αρχές κατά την εφαρμογή των προτιμησιακών ρυθμίσεων. Μια ρήτρα δημοσιονομικής ευθύνης περιλαμβάνεται στις οδηγίες για τις διαπραγματεύσεις της συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου μεταξύ της Κοινότητας και των αραβικών χωρών του Κόλπου και στο σχέδιο οδηγίας ενόψει των διαπραγματεύσεων με την Αλβανία και τις χώρες ΑΚΕ. Μια παρόμοια αρχή εφαρμόστηκε [71] στον τομέα της ενισχυμένης διοικητικής συνεργασίας : συνίσταται σε ένα μηχανισμό διασφάλισης για την καταπολέμηση της απάτης που καθιστά δυνατή την αναστολή των προτιμησιακών συμφωνιών ή των αυτόνομων μέτρων σε περίπτωση απάτης ή συστηματικής απουσίας διοικητικής συνεργασίας. Αυτή η ρήτρα αποτελεί μέρος όλων των οδηγιών που προαναφέρονται και πρέπει να ενσωματωθεί σε όλες τις νέες προτιμησιακές συμφωνίες. [71] Μια ρήτρα ενισχυμένης διοικητικής συνεργασίας περιλαμβάνεται εφεξής στην συμφωνία σύνδεσης ΕΕ-Χιλής που συνήφθη τον Μάιο του 2002. 11.2. ΕΓΤΠΕ- Τμήμα Εγγυήσεων : δαπάνες Ο συνολικός αριθμός των υποθέσεων που εκκρεμούν υπερβαίνει τις 10 300. Το ποσό που πρέπει ακόμα να ανακτηθεί είναι μεγαλύτερο από τα 2,2 δισ. ευρώ (2 203 659 000 ευρώ, βλέπε παράρτημα 8). Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζεται μια γενική άποψη του συνολικού αριθμού των υποθέσεων που εκκρεμούν. Σύνολο υποθέσεων που εκκρεμούν >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> Για τις νέες υποθέσεις του 2001 που αντιπροσωπεύουν περισσότερα από 140 εκατ. ευρώ, λίγο περισσότερα από 122 εκατ. ευρώ πρέπει να ανακτηθούν. Στο ακόλουθο διάγραμμα παρουσιάζεται μια γενική άποψη των υποθέσεων κατά το 2001 καθώς η εξέλιξη της ανάκτησης για αυτές τις υποθέσεις. >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> 11.3. Διαρθωτικά ταμεία Στον τομέα των διαρθρωτικών ταμείων, η κατάσταση στον τομέα της ανάκτησης κατά το 2001 (βλέπε παράρτημα 9) παρουσιάζεται ως εξής : - το 22 % των ποσών που αφορούν παρατυπίες ανακτήθηκε. - το 14 % εκκρεμεί σε εθνικό επίπεδο και - το 64 % του ποσού αυτού πρέπει να ανακτηθεί. Στον τομέα των διαρθρωτικών ταμείων, δηλαδή των μέτρων που συγχρηματοδοτούνται στο πλαίσιο πολυετών προγραμμάτων, το σημαντικό στάδιο, όσον αφορά τη δημοσιονομική παρακολούθηση, είναι εκείνο της περάτωσης της εν λόγω παρέμβασης. Ως προς την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999, η περάτωση των προγραμμάτων μόλις άρχισε. Μεγάλος αριθμός των υποθέσεων που ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ.1681/94 πρέπει κανονικά να αποτελέσουν αντικείμενο απαλλαγής εκτός από τις δράσεις που έχουν ανασταλεί για δικαστικούς λόγους. Τα αποτελέσματα της περιόδου αυτής θα παρουσιαστούν στην έκθεση για το έτος 2002. Εφεξής, ο νέος (ΕΚ) κανονισμός αριθ. 448/2001 υποχρεώνει τα κράτη μέλη να κοινοποιούν στην Επιτροπή, μία φορά ετησίως το υπόλοιπο των ανακτήσεων που εκκρεμούν. Αυτό θα διευκολύνει τη δημοσιονομική παρακολούθηση στο μέλλον και τον καταλογισμό στα κράτη μέλη των ποσών που χάθηκαν λόγω της αμέλειάς τους. 11.4. Άμεσες δαπάνες (συμπεριλαμβανομένης της εξωτερικής βοήθειας) Η διαχείριση του τομέα των άμεσων δαπανών εναπόκειται κυρίως στην Επιτροπή και η OLAF έχει ειδική ευθύνη σε αυτόν τον τομέα. Σε περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών στις άμεσες δαπάνες, που αποτελούν αντικείμενο έρευνας εκ μέρους της OLAF, εάν η κίνηση ποινικής διαδικασίας δεν είναι ενδεδειγμένη, η Υπηρεσία μεριμνά ώστε τα σημαντικά στοιχεία που διαπιστώθηκαν είτε κατά την διενέργεια των ερευνών είτε στις τελικές εκθέσεις των ερευνών, να ανακοινώνονται στις Γενικές Διευθύνσεις που ασκούν χρέη διατάκτη προκειμένου να ληφθούν τα δέοντα μέτρα διαφύλαξης και να κινηθεί η διαδικασία ανάκτησης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η OLAF στηρίζει επίσης τη ΓΔ - διατάκτη καθόλη τη διάρκεια της δημοσιονομικής παρακολούθησης και της διαδικασίας ανάκτησης χάρη στις συμβουλές της και τις συμπληρωματικές εξηγήσεις όπου απαιτείται. Αντίθετα, όπου οι έρευνες της OLAF την οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρέπει να κινηθεί νέα ποινική διαδικασία ή εάν εκκρεμούν ήδη δικαστικές διαδικασίες, αυτή μεριμνά ώστε να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα από την Επιτροπή για τους σκοπούς αυτής της δράσης (ή μέτρα ισοδύναμα στο πλαίσιο της νομοθεσίας της σχετικής χώρας) ενόψει της διασφάλισης της ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Στον τομέα αυτό, κατά την περίοδο αναφοράς ανακοινώθηκαν στη μονάδα παρακολούθησης 23 περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών σχετικά με τα άμεσα έσοδα. Οι περισσότερες από αυτές τις υποθέσεις εκκρεμούν ακόμα λόγω της καθυστέρησης των δικαστικών διαδικασιών (συμπεριλαμβανομένης της χρεωκοπίας), ενώ μερικές αφορούν αδίκημα. Το σύνολο των πραγματικών δημοσιονομικών ανακτήσεων κατά την περίοδο αναφοράς ανήλθε σε 456 629.12 ευρώ. Πολλές περιπτώσεις απάτης και παρατυπιών αφορούσαν μη επιτρεπόμενες δαπάνες, αιτήσεις πληρωμών πλαστών ή υπερτιμημένων δαπανών ή τη μη παράδοση ή την εικονική παράδοση, έργων, εμπορευμάτων ή υπηρεσιών που αποτελούσαν αντικείμενο σύμβασης. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΙΔΙΟΙ ΠΟΡΟΙ Αριθμός υποθέσεων απάτης και παρατυπιών που ανακοινώθηκαν από τα κράτη μέλη [72] στην Επιτροπή [72] Η ανακοίνωση εκ μέρους των κρατών μελών περιπτώσεων απάτης και παρατυπιών ποσού άνω των EUR10.000 αποτελεί κοινοτική υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 5 του κανονισμού αριθ. 1150/00 της 22.05.2000. Εξέλιξη της κατάστασης κατά την περίοδο 1998- 2001 ( >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ενημέρωση 26.04.2002) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 ενημέρωση 15/05/2002 ΕΓΤΠΕ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ αριθ. 595/91 2001 (Ποσά σε χιλιάδες ευρώ) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 ενημέρωση 15/05/2002 ΕΓΤΠΕ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ αριθ. 595/91 1997 - 2001 (Ποσά σε χιλιάδες ευρώ) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> * Η έννοια "παρατυπία" περιλαμβάνει την απάτη. Ο χαρακτηρισμός ως απάτη, δηλ. εγκληματική συμπεριφορά, γίνεται μόνο μετά από ποινική διαδικασία. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 4 ενημέρωση 15/05/2002 ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ αριθ. 1681/94 ΚΑΙ 1831/94 2001 (Ποσά σε χιλιάδες ευρώ) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> * Δεν έχουν ακόμα παραληφθεί οι ανακοινώσεις του τέταρτου τριμήνου ** Περιλαμβάνονται 4 ανακοινώσεις σχετικά με το ταμείο συνοχής ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 5 ενημέρωση 15/05/2002 ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΠΑΡΑΤΥΠΙΕΣ* ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ αριθ. 1681/94 ΚΑΙ 1831/94 1997-2001 (Ποσά σε χιλιάδες ευρώ) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> *Η έννοια "παρατυπία" περιλαμβάνει την απάτη. Ο χαρακτηρισμός ως απάτη, δηλ. εγκληματική συμπεριφορά, γίνεται μόνο μετά από ποινική διαδικασία. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 6 ενημέρωση 15/05/2002 ΑΜΕΣΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΕΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΑΠΑΤΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΤΥΠΙΩΝ ΠΟΥ ΕΡΕΥΝΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΗΝ OLAF [73] [73] Τα αριθμητικά στοιχεία για το 2001 δεν συμπεριλαμβάνουν όλες τις υποθέσεις που ερευνώνται, αλλά μόνο εκείνες που περατώθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. (Ποσά σε χιλιάδες EUR ) >ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΗΚΟ> ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 7 ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΙΔΙΟΙ ΠΟΡΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ αριθ. 1150/2000 (ενημέρωση 26.04.2002) ( >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Ποσά σε EUR) ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 8 ενημέρωση 15/05/2002 ΕΓΤΠΕ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ αριθ. 595/91 (Ποσά σε χιλιάδες ευρώ) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> * Ενώπιον δικαστηρίου: εκκρεμεί η απόφαση μετά από δικαστικές διαδικασίες στα εθνικά δικαστήρια ** Ποσά μη δυνάμενα να εισπραχθούν: αναμένεται τυπική απόφαση της διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμού ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 9 ενημέρωση 15/05/2002 ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΗΚΑΝ ΒΑΣΕΙ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ αριθ. 1681/94 ΚΑΙ 1831/94 (Ποσά σε χιλιάδες ευρώ) >ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ> Σημ. Εφόσον τα ποσά εισπραχθούν πραγματικά, μπορούν να ανακατανεμηθούν για να χρηματοδοτηθούν άλλα έργα σε ανοικτό ακόμα πρόγραμμα.