Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52001DC0622

Έκθεση της Επιτροπής προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σχετικά με τις επιπτώσεις στις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων κατά το 2001 των διακυμάνσεων της ισοτιμίας δολαρίου/ευρώ - Οικονομικό έτος 2001

/* COM/2001/0622 τελικό */

52001DC0622

Έκθεση της Επιτροπής προς την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σχετικά με τις επιπτώσεις στις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων κατά το 2001 των διακυμάνσεων της ισοτιμίας δολαρίου/ευρώ - Οικονομικό έτος 2001 /* COM/2001/0622 τελικό */


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΡΜΟΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ ΑΡΧΗ σχετικά με τις επιπτώσεις στις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ - Τμήμα Εγγυήσεων κατά το 2001 των διακυμάνσεων της ισοτιμίας δολαρίου/ευρώ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ 2001

I. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η τιμή του δολαρίου επηρεάζει σημαντικό μέρος των δαπανών του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων.

Για σημαντικό μέρος των επιστροφών κατά την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων, ιδίως για τα σιτηρά, το ρύζι και τη ζάχαρη, καθώς και για ορισμένες κοινοτικές ενισχύσεις όπως η ενίσχυση στην παραγωγή αμύλου, η ενίσχυση για τη χρησιμοποίηση ζάχαρης από τη χημική βιομηχανία και η ενίσχυση για το βαμβάκι, οι ανάγκες σε πιστώσεις του προϋπολογισμού καθορίζονται σε συνάρτηση με τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των κοινοτικών τιμών, εκπεφρασμένων σε ευρώ, και των προβλεπόμενων διεθνών τιμών, εκπεφρασμένων σε δολάρια.

Αν, εξάλλου, όλες οι παράμετροι παραμείνουν αμετάβλητες, η μεταβολή της τιμής του δολαρίου σε σχέση με το ευρώ συνεπάγεται αυτόματα μεταβολή, σε ευρώ, της διαφοράς μεταξύ των κοινοτικών και των διεθνών τιμών και, κατά συνέπεια, μεταβολή του ύψους των ενισχύσεων στην παραγωγή και των επιστροφών κατά την εξαγωγή. Σε περίπτωση ανόδου του δολαρίου, η διαφορά μειώνεται και επέρχεται έτσι μείωση των δαπανών. Σε περίπτωση πτώσης του δολαρίου, η διαφορά αυξάνεται και επέρχεται αύξηση των δαπανών.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 11ης και 12ης Φεβρουαρίου 1988 εξέφρασε στα συμπεράσματά του την επιθυμία του να ληφθούν ρητώς υπόψη οι επιπτώσεις της διακύμανσης της τιμής του δολαρίου στις γεωργικές δαπάνες.

Ενεργώντας προς αυτή την κατεύθυνση, το Συμβούλιο θέσπισε, με απόφαση της 24ης Ιουνίου 1988 σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία [1] ένα μηχανισμό που προβλέπει την εγγραφή αποθεματικού 1 δισεκατ. ECU στον κοινοτικό προϋπολογισμό "ως πρόβλεψη για να καλυφθούν οι εξελίξεις που προκαλούνται από σημαντικές και απρόβλεπτες διακυμάνσεις της εκάστοτε τρέχουσας ισοτιμίας δολαρίου/ECU σε σχέση με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό" [2].

[1] ΕΕ L 185, 15.7.1988, σ. 29.

[2] Μετά την εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος, την 1η Ιανουαρίου 1999, στις νομικές αναφορές ο όρος "ECU" αντικαθίστανται από τον όρο "ευρώ".

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Εδιμβούργου στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 1992 επιβεβαίωσε τη διατήρηση του νομισματικού αποθεματικού για την περίοδο 1993-1999, αποφασίζοντας εξάλλου να το περιορίσει στο ποσό των 500 εκατ. ECU από το 1995. Εξάλλου, η διοργανική συμφωνία μεταξύ Κοινοβουλίου, Συμβουλίου και Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 1993 σχετικά με την δημοσιονομική πειθαρχία και τη βελτίωση της δημοσιονομικής διαδικασίας [3] προέβλεψε ότι το νομισματικό αποθεματικό προορίζεται για την κάλυψη των δημοσιονομικών επιπτώσεων επί της δαπάνης του προϋπολογισμού που οφείλονται στις σημαντικές και απρόβλεπτες διακυμάνσεις της ισοτιμίας του δολαρίου σε σχέση με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό. Το Συμβούλιο εξέδωσε στις 31 Οκτωβρίου 1994 μια νέα απόφαση επί της δημοσιονομικής πειθαρχίας [4] στην οποία λαμβάνονται υπόψη τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Εδιμβούργου και η διοργανική συμφωνία του 1993. Όπως και η απόφαση του 1988, η νέα αυτή απόφαση αναφέρει ότι η ισοτιμία δολαρίου/ecu που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση του προϋπολογισμού ισούται με τη μέση ισοτιμία της αγοράς των τριών πρώτων μηνών του έτους που προηγείται του συγκεκριμένου οικονομικού έτους.

[3] ΕΕ C 331, 7.12.1993, σ. 1.

[4] ΕΕ L 293, 12.11.1994, σ. 14.

Για την περίοδο μετά το 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου στις 24 και 25 Μαρτίου 1999 αποφάσισε ότι το νομισματικό αποθεματικό πρέπει να καταργηθεί προοδευτικά μέχρι το τέλος του 2002. Για το 2000 και το 2001 προβλέπεται ποσό 500 εκατ. ευρώ και το 2002 το ποσό αυτό θα μειωθεί σε 250 εκατ. ευρώ. Τα συμπεράσματα αυτά επιβεβαιώθηκαν στην διοργανική συμφωνία της 6ης Μαΐου 1999 [5]. Στη συνέχεια, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2040/2000 του Συμβουλίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2000 σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία [6] αντικατέστησε την απόφαση του 1994 και εφαρμόζεται από την 1η Οκτωβρίου 2000. Τα άρθρα 8 έως 13 του εν λόγω κανονισμού περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με την ισοτιμία μεταξύ του ευρώ και του δολαρίου σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Βερολίνου. Ο εν λόγω κανονισμός προβλέπει ότι το νομισματικό αποθεματικό θα διατηρηθεί σε 500 εκατ. ευρώ για το 2000 και 2001, θα μειωθεί σε 250 εκατ. ευρώ το 2002 και θα καταργηθεί από το 2003. Εάν το δολάριο σημειώσει άνοδο σε σχέση με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό οι πόροι που εξοικονομούνται στο τμήμα εγγυήσεων, μέχρι ποσού 500 εκατ. ευρώ (250 εκατ. ευρώ το 2002) μεταφέρονται στο νομισματικό αποθεματικό. Εάν η πτώση του δολαρίου σε σχέση με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό έχει ως αποτέλεσμα συμπληρωματικές δαπάνες οι οποίες δεν μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού που υπάγονται στους τίτλους 1 έως 3 του ΕΓΤΠΕ- Τμήμα Εγγυήσεων, οι δαπάνες αυτές χρηματοδοτούνται με μεταφορά από το νομισματικό αποθεματικό προς τις θέσεις του προϋπολογισμού του τμήματος Εγγυήσεων τις οποίες επηρέασε η πτώση του δολαρίου. Το νομισματικό αποθεματικό χρησιμοποιείται εφόσον οι εν λόγω πόροι που εξοικονομούνται ή, κατά περίπτωση, οι συμπληρωματικές δαπάνες υπερβαίνουν ένα όριο 200 εκατ. ευρώ (100 εκατ. ευρώ για το 2002).

[5] ΕΕ C 172, 18.6.1999, σ. 1.

[6] ΕΕ L 244, 29.9.2000, σ. 27

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2040/2000, η Επιτροπή υποβάλλει στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή την παρούσα έκθεση για το οικονομικό έτος 2001 σχετικά με την επίπτωση επί των δαπανών που υπάγονται στους τίτλους 1 μέχρι 3 του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων, των διακυμάνσεων της ισοτιμίας δολαρίου/ευρώ στην αγορά για την περίοδο από την 1η Αυγούστου 2000 έως την 31η Ιουλίου 2001 σε σχέση με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό. Η παρούσα έκθεση περιλαμβάνει τα στοιχεία που επιτρέπουν να εκτιμηθεί εάν, λόγω της επίπτωσης αυτής, θα πρέπει να προταθεί μεταφορά από ή προς το νομισματικό αποθεματικό, καθώς και το σχετικό ποσό της εν λόγω μεταφοράς.

II. ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΔΟΛΑΡΙΟΥ ΣΤΙΣ ΔΑΠΑΝΕΣ ΤΟΥ ΕΓΤΠΕ-ΤΜΗΜΑ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟ 2001

Για να μετρηθεί η επίπτωση των διακυμάνσεων της ισοτιμίας δολαρίου/ευρώ για το οικονομικό έτος 2001, πρέπει να ληφθεί υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2040/2000, η διαφορά μεταξύ της μέσης ισοτιμίας του δολαρίου/ευρώ που διαπιστώθηκε μεταξύ 1ης Αυγούστου 2000 και 31ης Ιουλίου 2001 και της ισοτιμίας που χρησιμοποιήθηκε στον προϋπολογισμό 2001.

Εφόσον οι διατάξεις της απόφασης της 31ης Οκτωβρίου 1994 ίσχυαν κατά την κατάρτιση του προσχεδίου προϋπολογισμού τον Μαΐου 2000, η ισοτιμία που χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την εκπόνηση των δημοσιονομικών εκτιμήσεων για το 2001 καθορίστηκε σε 1 ευρώ = 0,99 $ (μέση ισοτιμία για Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 2000). Συνεπώς, όταν η Επιτροπή ενέκρινε διορθωτική επιστολή του προσχεδίου προϋπολογισμού στα τέλη Οκτωβρίου 2000 για τις γεωργικές δαπάνες, οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2040/2000 του Συμβουλίου είχαν αρχίσει να ισχύουν. Σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού αυτού, η ισοτιμία αναθεωρήθηκε σε 1 ευρώ = 0,91 $ (μέση ισοτιμία για Ιούλιο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο 2000).

Τέλος, όταν η Επιτροπή ενέκρινε προσχέδιο διορθωτικού και συμπληρωματικού προϋπολογισμού για τη γεωργία στα τέλη Ιανουαρίου 2001, οι διατάξεις του άρθρου 8 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2040/2000 απαιτούσαν νέα αναθεώρηση της ισοτιμίας που καθορίστηκε σε 1 ευρώ = 0,87 $ (μέση ισοτιμία για Αύγουστο - Δεκέμβριο 2000 διότι η μέση ισοτιμία της περιόδου Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2000 είχε ληφθεί υπόψη για τις εκτιμήσεις της περιόδου Ιανουαρίου-Ιουλίου 2001). Η ισοτιμία 1 ευρώ = 0,87 $ κατέστη η οριστική ισοτιμία του προϋπολογισμού που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση των δημοσιονομικών εκτιμήσεων του 2001.

Στον κατωτέρω πίνακα εμφανίζονται οι μηνιαίες αποκλίσεις ισοτιμίας που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς σε σχέση με την ισοτιμία του προϋπολογισμού 1 ευρώ = 0,87 $ :

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

Διαπιστώνεται ότι κατά την υπό μελέτη περίοδο η μέση στρογγυλευμένη τιμή του δολαρίου ήταν 1 ευρώ = 0,89 $, δηλαδή 2.3 % ανώτερη από την ισοτιμία του προϋπολογισμού και αντιστοιχούσε σε υποτίμηση κατά 2.2 % του δολαρίου. Η εν λόγω υποτίμηση του δολαρίου επέφερε συμπληρωματικές δαπάνες για το ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων.

Η μέση ισοτιμία που διαπιστώθηκε, ήτοι 1 ευρώ = 0,89 $ αντιστοιχεί στον αριθμητικό μέσο όρο των ημερήσιων τιμών για την σχετική περίοδο 12 μηνών. Γύρω από αυτό τον μέσο όρο του δωδεκαμήνου, διακυμάνθηκε η μηνιαία μέση ισοτιμία μεταξύ ενός μεγίστου 1 ευρώ = 0,94 $ τον Ιανουάριο 2001 και ενός ελαχίστου 1 ευρώ = 0,85 $ για τον Ιούνιο 2001.

Για να πραγματοποιηθεί μία ορθή εκτίμηση των συμπληρωματικών δαπανών που οφείλονται στην υποτίμηση του δολαρίου σε μία περίοδο όπου οι αποκλίσεις σε σχέση με την ισοτιμία του προϋπολογισμού είναι μεταβλητές, πρέπει να καθοριστεί για την υπόψη περίοδο μία σταθμισμένη μέση ισοτιμία του δολαρίου για κάθε ένα από τα γεωργικά προϊόντα, για τα οποία οι δαπάνες σε ευρώ επηρεάζονται από το δολάριο, λαμβάνοντας υπόψη τον εποχιακό ρυθμό των ποσοτήτων που εξάγονται με επιστροφή και των ποσοτήτων που τυγχάνουν κοινοτικών ενισχύσεων. Για το 2001, ο εν λόγω σταθμισμένος μέσος όρος για όλα τα σχετικά προϊόντα και μέτρα ήταν 1 ευρώ = 0,895 $.

Σε αυτή τη βάση, η εκτίμηση των συμπληρωματικών δαπανών για το ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων που οφείλονται στην υποτίμηση του δολαρίου σε σχέση με την ισοτιμία του προϋπολογισμού ανέρχεται σε 115 εκατ. ευρώ για το οικονομικό έτος 2001.

Ο λεπτομερής υπολογισμός των δαπανών αυτών εμφαίνεται στο παράρτημα και κατανέμεται, ανά κεφάλαιο, ως εξής:

B1-10 : Αροτραίες καλλιέργειες (σιτηρά)

B1-11 : Ζάχαρη

B1-13 : Βαμβάκι

B1-18 : Λοιποί τομείς φυτικών προϊόντων (ρύζι)

B1-30 : Προϊόντα εκτός παραρτήματος I (σιτηρά, ζάχαρη, ρύζι)

B1-32 : Νησιά και απομακρ. περιφέρειες // 89 εκατ. ευρώ

9 εκατ. ευρώ

7 εκατ. ευρώ

1 εκατ. ευρώ

9 εκατ. ευρώ

1 εκατ. ευρώ

ΣΥΝΟΛΟ // 115 εκατ. ευρώ [7]

[7] Λόγω της στρογγυλοποίησης των ποσών, το άθροισμα των μεμονωμένων θέσεων μπορεί να μην αντιστοιχεί στο σύνολο.

Για άλλους τομείς, ιδίως για τα προϊόντα του ζωικού τομέα, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως και το περασμένο έτος, δεν έχουν ληφθεί υπόψη διεθνείς τιμές εκφρασμένες σε δολάρια για την κατάρτιση του προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να εξετασθεί η επίπτωση των διακυμάνσεων του δολαρίου επί των επιστροφών ή των ενισχύσεων στους τομείς αυτούς.

Επειδή οι συμπληρωματικές δαπάνες των 115 εκατ. ευρώ το 2001 είναι χαμηλότερες από το όριο των 200 εκατ. ευρώ, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία μεταφορά από το νομισματικό αποθεματικό, σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2040/2000. Ωστόσο, οι συμπληρωματικές δαπάνες μπορούν να χρηματοδοτηθούν από τις πιστώσεις του προϋπολογισμού των τίτλων 1 μέχρι 3 του ΕΓΤΠΕ-Τμήμα Εγγυήσεων για το 2001.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ - Υπολογισμός της επίπτωσης των διακυμάνσεων του δολαρίου στις δαπάνες του ΕΓΤΠΕ--Τμήμα Εγγυήσεων : οικονομικό έτος 2001

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

N.B.: Σημ.: Βάσει των στοιχείων του πίνακα, μεταβολή της τιμής του δολαρίου κατά 10% θα επέφερε μεταβολή 402 εκατ. ευρώ.

(1) Εξαιρέσει των ποσοτήτων που εξάγονται με δασμό ή με μηδενική επιστροφή.

EΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ

Στη στήλη (α) των πινάκων περιλαμβάνονται όλα τα κονδύλια του προϋπολογισμού που επηρεάζονται άμεσα και σαφώς από τις διακυμάνσεις της τιμής του δολαρίου σε σχέση με την ισοτιμία που χρησιμοποιείται στον προϋπολογισμό.

Η στήλη (β) περιλαμβάνει τις υπολογισθείσες μέσες διεθνείς τιμές σε δολάρια για την εν λόγω περίοδο.

Οι τιμές αυτές αντιστοιχούν είτε στις πραγματοποιηθείσες μέσες τιμές πώλησης κατά την εξαγωγή των κοινοτικών προϊόντων είτε στις τιμές που έχουν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των διαφόρων ενισχύσεων.

Στις τιμές αυτές εφαρμόζεται ένας συντελεστής προσαρμογής [στήλη (γ)] που δείχνει την επίπτωση της διεθνούς τιμής που έχει ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό της ενίσχυσης ή της επιστροφής. Παραδείγματος χάρη, η διεθνής τιμή του αραβοσίτου λαμβάνεται υπόψη με συντελεστή 1,6 για τον καθορισμό του ποσού της επιστροφής στην παραγωγή αμύλου.

Στη στήλη (δ) περιλαμβάνονται οι μέσες διεθνείς τιμές σε δολάρια διορθωμένες βάσει του συντελεστή προσαρμογής.

Στη στήλη (ε) εμφαίνονται οι διαπιστωθείσες μέσες ισοτιμίες δολαρίου/ευρώ, οι οποίες καθορίζονται κατά κονδύλιο βάσει στάθμισης που λαμβάνει υπόψη τον εποχικό ρυθμό των ποσοτήτων που τυγχάνουν επιστροφών κατά την εξαγωγή ή εσωτερικών ενισχύσεων.

Οι στήλες (στ) και (ζ) περιλαμβάνουν τις διορθωμένες μέσες διεθνείς τιμές που έχουν μετατραπεί σε ευρώ βάσει, αντίστοιχα, της ισοτιμίας που έχει ληφθεί υπόψη στον προϋπολογισμό 1 ευρώ = 0,87 $ και των διαπιστωθεισών σταθμισμένων μέσων ισοτιμιών που περιέχονται στη στήλη (ε).

Η ανά μονάδα επίπτωση της ανόδου της τιμής του δολαρίου αναφέρεται στη στήλη (η) σε ευρώ ανά τόνο. Το εν λόγω ανά μονάδα ποσό, πολλαπλασιαζόμενο με τις ποσότητες [στήλη (θ)] που εκτιμάται ότι έτυχαν ενισχύσεων ή/και επιστροφών κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου, εκφράζει την επίπτωση σε εκατ. γεωργικών ευρώ [στήλη (ι)] και σε εκατ. ευρώ προϋπολογισμού [στήλη (λ)].

Top