Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52001DC0160

Έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98

/* COM/2001/0160 τελικό */

52001DC0160

Έκθεση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98 /* COM/2001/0160 τελικό */


ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Εισαγωγη

2. Γενικο πλαισιο

2.1. Πλαίσιο και στόχοι

2.2. Οι διατάξεις που προβλέπονται από τον κανονισμό

2.3. Οι δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στο ψήφισμα

3. ο τροποσ εφαρμογησ του κανονισμου και του ψηφισματοσ

3.1. Από την Επιτροπή

3.2. Από το Δικαστήριο

3.3. Από τα κράτη μέλη

4. η εφαρμογη του κανονισμου

4.1. Οι περιπτώσεις εφαρμογής του κανονισμού

4.2. Διαπιστώσεις

5. εκτιμηση

5.1. Οι αδυναμίες του κανονισμού

5.2. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η δράση της Επιτροπής

6. προκλησεισ και αξονεσ προβληματισμού για τη βελτιωση του κανονισμου

6.1. Η σημασία της πολιτικής πρόκλησης

6.2. Όρια παρέμβασης της Επιτροπής και των κρατών μελών

6.3. Συμπεράσματα: τρεις άξονες προβληματισμού

6.3.1. Η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης

6.3.2. Μια δυναμικότερη προσέγγιση στην εφαρμογή του κανονισμού και στην τήρηση του ψηφίσματος

6.3.3. Μια τροποποίηση του κανονισμού για την επέκταση και την βελτίωση της εμβέλειάς του

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑTA

ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΣΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον EOX)

1. Εισαγωγη

Δύο χρόνια μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου της 7ης Δεκεμβρίου 1998 για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (στο εξής « ο κανονισμός ») [1], έφτασε η στιγμή του απολογισμού της εφαρμογής του με βάση την πείρα που αποκτήθηκε.

[1] ΕΕ L 337 της 12.12.1998, σ. 8.

Η Επιτροπή ανταποκρίνεται κατ' αυτό τον τρόπο στην πρόσκληση του Συμβουλίου και των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών συνελθόντων στο πλαίσιο του Συμβουλίου, η οποία διατυπώνεται στο ψήφισμα που εξέδωσαν την ίδια ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2679/98 (στο εξής « το ψήφισμα ») [2].

[2] ΕΕ L 337 της 12.12.1998, σ. 10.

2. Γενικο πλαισιο

2.1. Πλαίσιο και στόχοι

*Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Άμστερνταμ στις 16 και 17 Ιουνίου 1997 διαπίστωσε τα όρια της διαδικασίας επί παραβάσει που προβλέπεται από το άρθρο 226 ΕΚ σε περίπτωση δημιουργίας σοβαρών εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων για τα οποία επιβάλλεται άμεση επανόρθωση. Επέμεινε στη θεμελιώδη σημασία της θέσπισης ad hoc διαδικασιών για την ταχεία και αποτελεσματική αντιμετώπιση της διατάραξης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εξαιτίας αυτών των εμποδίων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζήτησε έτσι από την Επιτροπή να εξετάσει ποια μέσα μπορούν να διασφαλίσουν αποτελεσματικά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας επιβολής κυρώσεων στα κράτη μέλη.

*Ανταποκρινόμενη σε αυτή την εντολή, η Επιτροπή υπέβαλε στις 18 Νοεμβρίου 1997 στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση ενός ειδικού μηχανισμού ταχείας παρέμβασης της Επιτροπής [3]. Βάσει του μηχανισμού αυτού, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει με απόφασή της από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για την άρση ενός έκδηλου και αδιαμφισβήτητου εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά την έννοια των άρθρων 28 έως 30 ΕΚ. Οι ιδιώτες μπορούν να επικαλεστούν ταχέως την απόφαση αυτή στα εθνικά δικαστήρια και να επιτύχουν, στο πλαίσιο των εθνικών μέσων και οδών προσφυγής, τη λήψη προσωρινών μέτρων ή και την επιβολή χρηματικών ποινών ή προστίμων, προκειμένου να εμποδίσουν την επέκταση ή την επιδείνωση του εμποδίου, προκειμένου να επιτύχουν την κατάργηση της προβαλλόμενης παράβασης και, ενδεχομένως, την επανόρθωση της ζημίας που έχουν υποστεί.

[3] Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου περί θεσπίσεως μηχανισμού παρέμβασης της Επιτροπής για την κατάργηση ορισμένων εμποδίων στις συναλλαγές. COM (97) 619 τελικό - 97/0330 (CNS), ΕΕ C 10 της 15.1.1998, σ. 14.

*Η πρόταση αυτή δεν εγκρίθηκε από το Συμβούλιο [4], το οποίο προτίμησε μια συμβιβαστική λύση που περιλαμβάνει δύο πτυχές:

[4] Πβ. γνώμη της νομικής επιτροπής του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 1998, 5731/98 JUR 53.

-έναν κανονισμό [5], που στηρίζεται στους ακόλουθους τρεις άξονες: μηχανισμός ταχείας προειδοποίησης σε περίπτωση ύπαρξης εμποδίου ή απειλής εμποδίου, υποχρέωση για τα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία και ανάλογα μέτρα για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και έκδοση κοινοποίησης από την Επιτροπή με την οποία να επιτάσσεται η λήψη μέτρων από τα κράτη μέλη, και

[5] Παράρτημα του 9348/98 MI 66.

-ένα ψήφισμα [6] στο οποίο δηλώνουν τα κράτη μέλη ότι δεσμεύονται να ανταποκρίνονται ταχέως σε κάθε διάβημα της Επιτροπής και να εξασφαλίζουν την αποζημίωση των ιδιωτών που έχουν θιγεί.

[6] Παράρτημα II του 8902/98.

*Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεξήγαγε ορισμένες συζητήσεις σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, με την προστιθέμενη αξία του κανονισμού και με τις επιπτώσεις που έχει στο δικαίωμα της απεργίας. Πρότεινε τρεις τροπολογίες [7], από τις οποίες η μια εγκρίθηκε από το Συμβούλιο [8].

[7] 12752/98 PE-RE 76.

[8] Μια τροποποίηση συντακτικού χαρακτήρα του άρθρου 5, εδάφιο 5, του κανονισμού.

*Την περίοδο που διεξάγονταν οι συζητήσεις στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής «το Δικαστήριο») εξέδωσε μια απόφαση που είχε σχέση με την ύπαρξη σοβαρών εμποδίων για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων [9]. Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από το άρθρο 28 ΕΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 ΕΚ, «εφόσον τα μέτρα που έλαβε για να αντιμετωπίσει τις ενέργειες ιδιωτών που προκάλεσαν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία ορισμένων γεωργικών προϊόντων [...] ήσαν, ενόψει της συχνότητας και της σοβαρότητας των εν λόγω επεισοδίων, προδήλως ανεπαρκή για τη διασφάλιση της ελευθερίας του ενδοκοινοτικού εμπορίου [...] προϊόντων στην επικράτειά του, διότι τα μέτρα αυτά δεν εμπόδισαν και δεν απέτρεψαν αποτελεσματικώς τους αυτουργούς των εν λόγω παραβάσεων από την τέλεση και την επανάληψή τους» [10].

[9] Απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Δεκεμβρίου 1997, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (C-265/95, Συλλογή της νομολογίας σ. I-6959), στο εξής «απόφαση για τις φράουλες».

[10] Πβ. περίληψη της απόφασης, σημείο 52.

*Πιο πρόσφατα το Δικαστήριο χρειάστηκε να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα στο πλαίσιο της εκδίκασης μιας διαφοράς από εθνικό δικαστήριο σχετικά με μια αίτηση χορήγησης αποζημίωσης για ζημία η οποία είχε προκληθεί επειδή μια διαδήλωση που είχε εγκριθεί από τις αρχές ενός κράτους μέλους είχε αποκλείσει έναν αυτοκινητόδρομο. [11]

[11] Υπόθεση C-112/00, Eugen Schmidberger, Int. Transporte κατά Αυστρίας.

2.2. Οι διατάξεις που προβλέπονται από τον κανονισμό

*Το άρθρο 1 του κανονισμού ορίζει τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων για τα οποία θεμελιώνεται εφαρμογή του κανονισμού. Τα εμπόδια πρέπει να μπορούν να συνιστούν παραβίαση των άρθρων 28 έως 30 ΕΚ [12], να οδηγούν σε σοβαρή διαταραχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, να προκαλούν σοβαρές ζημίες στους θιγόμενους ιδιώτες και να απαιτούν την άμεση ανάληψη δράσης προκειμένου να προληφθεί η συνέχιση, η επέκταση ή η επιδείνωση της εν λόγω διαταραχής ή των ζημιών. Αδιάφορο είναι αν τα εμπόδια αυτά προκύπτουν από ενέργεια ενός κράτους μέλους ή λόγω αδράνειάς του, η οποία ορίζεται σύμφωνα με τη νομολογία του προαναφερόμενου Δικαστηρίου.

[12] Ο κανονισμός εφαρμόζεται επομένως μόνο στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές και δεν ισχύει για τα εμπόδια στις συναλλαγές προϊόντων μεταξύ κρατών μελών και τρίτων κρατών, που εμπίπτουν στις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες (ιδίως στις συμφωνίες σύνδεσης και στην GATT). Σχετικά με αυτό θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού στο σύνολο της επικράτειας του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο απόφασης της μεικτής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου.

*Το άρθρο 2 του κανονισμού διευκρινίζει ωστόσο ότι ο κανονισμός δεν θίγει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, ιδίως του δικαιώματος της απεργίας.

*Ο μηχανισμός προειδοποίησης ορίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού. Τίθεται σε λειτουργία τόσο όταν υπάρχει εμπόδιο όσο και όταν υπάρχει απειλή εμποδίου και προϋποθέτει την αποστολή πληροφοριών από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή, τις οποίες η Επιτροπή διαβιβάζει σε όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

*Το άρθρο 4 του κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία και ανάλογα μέτρα σε περίπτωση εμφάνισης εμποδίου προκειμένου να εξασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών στην επικράτειά τους και να ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή.

*Όταν εμφανίζεται ένα εμπόδιο, η Επιτροπή οφείλει, δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού, να αποστέλλει κοινοποίηση στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος με την οποία να του γνωστοποιεί τους λόγους της ενέργειάς της και να του ζητεί να λάβει όλα τα αναγκαία και ανάλογα μέτρα για την εξάλειψη του εμποδίου. Η κοινοποίηση αυτή μπορεί να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να διαβιβάζεται σε κάθε ενδιαφερόμενο.

2.3. Οι δεσμεύσεις που περιλαμβάνονται στο ψήφισμα

*Τα κράτη μέλη δεσμεύθηκαν να εξασφαλίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και να αντιμετωπίζουν με ταχύτητα τα εμπόδια που ορίζει ο κανονισμός, να ενημερώνουν σχετικά τους οικονομικούς φορείς τους, να εξασφαλίζουν ταχείες και αποτελεσματικές διαδικασίες αποζημίωσης των θιγέντων από τα εν λόγω εμπόδια και να πράττουν τα δέοντα προκειμένου να συζητούνται ταχέως τα θέματα αυτά στο πλαίσιο του Συμβουλίου, εφόσον οι περιστάσεις το απαιτούν.

*Το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη σημείωσαν την πρόθεση της Επιτροπής να επιβάλει αυστηρές προθεσμίες για τις διαδικασίες επί παραβάσει όσον αφορά τις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, καθώς επίσης σημείωσαν το γεγονός ότι η προθεσμία που ορίζει η Επιτροπή για την υποβολή παρατηρήσεων μπορεί να είναι ακόμη και πέντε μόλις εργάσιμες ημέρες, δηλαδή όπως και η προθεσμία απάντησης σε μια αιτιολογημένη γνώμη.

*Το Συμβούλιο κάλεσε το Δικαστήριο να επιταχύνει τις διαδικασίες που έχουν σχέση με τον κανονισμό και υποσχέθηκε ότι θα εξετάσει επειγόντως και με ανοικτό πνεύμα οποιεσδήποτε προτάσεις τροποποίησης του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου γι' αυτό το σκοπό.

3. ο τροποσ εφαρμογησ του κανονισμου και του ψηφισματοσ

3.1. Από την Επιτροπή

*Για λόγους ταχείας ανάληψης δράσης η αντιμετώπιση των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού γίνεται κεντρικά από μια Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής [13]. Η εν λόγω Γενική Διεύθυνση εξασφαλίζει το συντονισμό της εφαρμογής του κανονισμού μαζί με τις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής (γεωργία, αλιεία, επιχειρήσεις, μεταφορές, νομική υπηρεσία, απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις).

[13] Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς.

*Τον Απρίλιο του 1999 η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη να ορίσουν αρμόδιους επαφών προκειμένου το δίκτυο που θα δημιουργηθεί [14] κατ' αυτό τον τρόπο να εξασφαλίζει την ταχεία διέλευση των πληροφοριών που διαβιβάζονται μέσω του μηχανισμού προειδοποίησης που θέσπισε ο κανονισμός. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης την επιθυμία να διαβιβάζονται σε αυτήν οι εν λόγω πληροφορίες με φαξ ή ηλεκτρονικά, αντί να αποστέλλονται επιστολές οι οποίες φθάνουν στην Επιτροπή όταν το εμπόδιο έχει ήδη εκλείψει. Η επιθυμία αυτή έγινε ευνοϊκά δεκτή από τα κράτη μέλη. Το ίδιο ισχύει και για τις αιτήσεις πληροφοριών που αποστέλλουν οι υπηρεσίες της Επιτροπής στους αρμόδιους επαφών των κρατών μελών.

[14] Πβ. παράρτημα 1.

*Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στο πλαίσιο του μηχανισμού προειδοποίησης διαβιβάζονται σε όλα τα κράτη μέλη και διανέμονται στο εσωτερικό της Επιτροπής αρχικά με φαξ και από το 2000 και μετά μέσω ενός ηλεκτρονικού καταλόγου διευθύνσεων.

*Η Επιτροπή κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να εξευρεθεί μια κοινή ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού σε όλα τα κράτη μέλη. Για το σκοπό αυτό, σε μια συνεδρίαση με τα κράτη μέλη [15] διανεμήθηκε σε αυτά ένα έγγραφο εργασίας με θέμα την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του κανονισμού καθώς και ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με τις διαφορετικές πτυχές εφαρμογής του κανονισμού.

[15] Συνάντηση των προέδρων των συνεδριάσεων «Πακέτο Εσωτερικής Αγοράς» που πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες στις 13 Απριλίου 2000.

*Όσον αφορά την κοινοποίηση που προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι πρόκειται για πράξη που πρέπει να την εγκρίνει η Επιτροπή ως σώμα. Ο εσωτερικός κανονισμός της Επιτροπής [16] δεν αποτελεί κατ' αρχήν εμπόδιο για την ταχεία έγκριση μιας τέτοιας πράξης. Εάν κατά την εφαρμογή στην πράξη, η οποία δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, προκύψουν τα αντίθετα αποτελέσματα, είναι σκόπιμο να εξεταστεί η προσαρμογή των εσωτερικών κανόνων της Επιτροπής και να ενημερωθεί το Συμβούλιο, σύμφωνα με ό,τι προβλέπεται στο σημείο 5 του ψηφίσματος.

[16] ΕΕ L 308 της 8.12.2000, σ. 26.

3.2. Από το Δικαστήριο

*Στις 4 Ιουλίου 2000 το Δικαστήριο υπέβαλε στο Συμβούλιο σχέδιο τροποποίησης του κανονισμού διαδικασίας του [17] με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση μιας ταχείας διαδικασίας αντιμετώπισης των προσφυγών οι οποίες κατατίθενται στο Δικαστήριο. Στο σχέδιο τροποποίησης το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η ταχεία αυτή διαδικασία θα εφαρμόζεται ιδίως στις διαφορές που σχετίζονται με την εφαρμογή του κανονισμού και για τις οποίες επιβάλλεται η ταχεία λήψη απόφασης σχετικά με την ύπαρξη εμποδίου στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε ένα κράτος μέλος. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, « η επίσπευση της διαδικασίας, βάσει της προτεινόμενης διάταξης, επιτυγχάνεται δίνοντας μεγαλύτερη σημασία στο προφορικό στάδιο της διαδικασίας, το οποίο καθίσταται υποχρεωτικό, και περιορίζοντας τη γραπτή διαδικασία σε μια και μοναδική ανταλλαγή υπομνημάτων μεταξύ των μερών ».

[17] http://europa.eu.int/cj/fr/txts/propositions/txt5a.pdf

*Με την ομόφωνη έγκριση του Συμβουλίου στις 16 Νοεμβρίου 2000 οι τροποποιήσεις του κανονισμού της διαδικασίας εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στις 28 Νοεμβρίου 2000 [18].

[18] ΕΕ L 322 της 19.12.2000, σ. 1.

3.3. Από τα κράτη μέλη

*Η συνεργασία των κρατών μελών με την Επιτροπή υπήρξε πολύ σχετική σε ό,τι αφορά τη σύσταση και τη λειτουργία ενός δικτύου αρμόδιων για επαφές καθώς και τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο σχετικά με την εξεύρεση μιας κοινής ερμηνείας του κανονισμού.

*Η διαδικασία ορισμού των αρμοδίων για επαφές ήταν χρονοβόρα και ορισμένα κράτη μέλη (Βέλγιο και Ιρλανδία) δεν την εφάρμοσαν ποτέ. Εξάλλου, όποτε ένας από τους αρμόδιους για επαφές που ορίστηκαν παύει να ασκεί τα καθήκοντά του, τα κράτη μέλη δεν ορίζουν αμέσως αντικαταστάτη του.

*Το προαναφερόμενο ερωτηματολόγιο δεν απαντήθηκε από πολλά κράτη μέλη (Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Ελλάδα, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες).

*Τα κράτη μέλη δεν κοινοποίησαν επίσης στην Επιτροπή τον τρόπο με τον οποίο υλοποίησαν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στο ψήφισμα. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή, οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του μηχανισμού προειδοποίησης δύσκολα φθάνουν στους οικονομικούς φορείς, οι δε οικονομικοί φορείς κρίνουν τις εθνικές διαδικασίες αποζημίωσης, όποτε αυτές υπάρχουν, χρονοβόρες και πολύπλοκες [19].

[19] Κοινή θέση της Διεθνούς Ένωσης Οδικών Μεταφορών, της UNICE και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εφοπλιστών, που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή την 1η Δεκεμβρίου 2000.

*Ωστόσο, το Συμβούλιο « Μεταφορών » της 20ής Σεπτεμβρίου 2000 δήλωσε ότι « σε περίπτωση παρεμπόδισης της κυκλοφορίας σε ένα κράτος μέλος, είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός αποτελεσματικού μηχανισμού για την άμεση ενημέρωση των επιχειρήσεων, του κοινού, της Επιτροπής και των υπόλοιπων κρατών μελών, καθώς επίσης είναι απαραίτητη η λήψη ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων δεδομένου ότι υπάρχει ο κατάλληλος μηχανισμός από το 1998 ».

4. η εφαρμογη του κανονισμου

4.1. Οι περιπτώσεις εφαρμογής του κανονισμού

*Ο κανονισμός εφαρμόστηκε 4 φορές το 1999 και 18 φορές το 2000 [20]. Στις περιπτώσεις αυτές της εφαρμογής του κανονισμού χρησιμοποιήθηκε μόνο ο μηχανισμός ταχείας προειδοποίησης ενώ η κοινοποίηση της Επιτροπής βάσει του άρθρου 5 του κανονισμού δεν κρίθηκε απαραίτητη σε καμία περίπτωση λόγω της σύντομης διάρκειας των περιστατικών.

[20] Πβ. κατάλογο στο παράρτημα.

*Οι περισσότερες περιπτώσεις εφαρμογής του κανονισμού είχαν ως αντικείμενο αποκλεισμούς οδών σε διάφορα κράτη μέλη. Πέρα από μια αίτηση πληροφοριών προς όλα τα κράτη μέλη με την ευκαιρία της ημέρας κινητοποίησης των οδικών μεταφορέων στην Ευρώπη, στις 5 Οκτωβρίου του 1999, ο μηχανισμός προειδοποίησης τέθηκε σε λειτουργία για αποκλεισμούς οδών που συνέβησαν στα ακόλουθα κράτη μέλη: Βέλγιο και Γαλλία (3 φορές για καθένα από αυτά τα κράτη μέλη), Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες και Σουηδία. Αποκλεισμοί λιμένων προκάλεσαν επίσης μια τέτοια παρέμβαση τέσσερις φορές (Ισπανία, Γαλλία, Ελλάδα και Ιρλανδία). Εξάλλου ορισμένοι περιορισμοί της εναέριας κυκλοφορίας αποτέλεσαν το αντικείμενο αιτήσεων πληροφοριών που απευθύνθηκαν στη Γαλλία και στην Ιταλία.

*Στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να προστεθούν δύο μεμονωμένες περιπτώσεις που αφορούν την παγίδευση και την καταστροφή φορτίων ισπανικών φορτηγών στη Γαλλία και στην Πορτογαλία. Τέλος, το Βέλγιο ζήτησε από την Επιτροπή να εφαρμόσει τον κανονισμό όταν ορισμένα κράτη μέλη επέβαλαν περιορισμούς για τα βελγικά προϊόντα κατά την κρίση της διοξίνης το 1999.

4.2. Διαπιστώσεις

*Μόνο η Αυστρία, το Βέλγιο, η Ισπανία και το Λουξεμβούργο ανακοίνωσαν στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 3, εδάφιο 1, στοιχείο α) του κανονισμού τις πληροφορίες που είχαν στη διάθεσή τους σχετικά με ένα εμπόδιο ή με ένα απειλούμενο εμπόδιο. καμία πληροφορία δεν διαβιβάστηκε στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Η αγνόηση αυτής της διάταξης από τα κράτη μέλη είναι ακόμη πιο ανησυχητική επειδή οι πληροφορίες συχνά έγιναν δημόσια γνωστές λίγες ημέρες πριν από την υλοποίηση των εμποδίων. [21].

[21] Για παράδειγμα οι αναγγελίες αποκλεισμού οδών κατά τις εκδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά του 35ωρου ή κατά της ανόδου των τιμών του πετρελαίου.

*Στις περιπτώσεις που οι πληροφορίες αυτές διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή, έφθασαν κατά κανόνα πολύ αργά ώστε να δικαιολογείται παρέμβαση της Επιτροπής, αφού το εμπόδιο είχε εν τω μεταξύ εξαλειφθεί. Οι μόνες εξαιρέσεις από αυτή την τάση ήταν οι πληροφορίες που έστειλε η Αυστρία σχετικά με τον αποκλεισμό του αυτοκινητόδρομου του Brenner τον Ιούνιο του 2000 και το Λουξεμβούργο σχετικά με τον αποκλεισμό των συνόρων του με την ευκαιρία της διεξαγωγής του Συμβουλίου «Μεταφορών» το Σεπτέμβριο του 2000.

*Οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τα κράτη μέλη προς την Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 3, εδάφιο 1, στοιχείο α) και του άρθρου 2) του κανονισμού έθεσαν ζήτημα εμπιστευτικότητας των δεδομένων που ενδεχομένως περιείχαν οι πληροφορίες, ιδίως όταν αυτές προέρχονταν από καταγγελίες αναγνωρίσιμων οικονομικών φορέων. Στην πραγματικότητα η Επιτροπή οφείλει να διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στα υπόλοιπα κράτη μέλη.

*Μετά την εξέταση αυτού του ζητήματος με τους αρμόδιους επαφών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών διαπιστώθηκε ότι ο ρόλος των υπηρεσιών της Επιτροπής περιοριζόταν στην απλή αναμετάδοση πληροφοριών, χωρίς παρέμβαση στο περιεχόμενο των πληροφοριών τις οποίες διαβίβαζε το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, που ήταν και εξ ολοκλήρου υπεύθυνο για τις συνέπειες της γνωστοποίησης εμπιστευτικών δεδομένων. Τα κράτη μέλη ενέκριναν αυτή τη διαπίστωση κατά τη συνεδρίαση της 13ης Απριλίου 2000. Η Επιτροπή περιορίστηκε επομένως στην αναμετάδοση των πληροφοριών στην αρχική τους μορφή.

*Η προθεσμία που έθεσε στα κράτη μέλη η Επιτροπή για να απαντήσουν στις αιτήσεις πληροφοριών ήταν διαφορετική ανάλογα με την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων η προθεσμία ήταν 48 ώρες. Στις περιπτώσεις που ήταν ιδιαίτερα σοβαρές ή ιδιαίτερα επείγουσες ορίστηκε προθεσμία 24 ωρών.

*Οι απαντήσεις στις αιτήσεις πληροφοριών σπάνια έφθασαν εμπρόθεσμα. Οι καθυστερήσεις ήταν από μερικές ώρες έως αρκετές ημέρες. Χρειάστηκε να σταλούν υπενθυμίσεις σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις (μια φορά στην Ιταλία και μια φορά στη Γαλλία). Η σοβαρότερη δυσλειτουργία σημειώθηκε στην περίπτωση της κινητοποίησης των οδικών μεταφορέων τον Οκτώβριο του 1999: μόνο επτά κράτη μέλη (Γερμανία, Αυστρία, Ισπανία, Φινλανδία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες και Σουηδία) ανταποκρίθηκαν στην αίτηση πληροφοριών που είχε απευθυνθεί σε όλα τα κράτη μέλη.

*Όσον αφορά το περιεχόμενο των πληροφοριών, είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι η ποιότητα των απαντήσεων που έφθασαν στην Επιτροπή διαφέρει σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο και από τη μια περίπτωση στην άλλη. Στην πραγματικότητα μπορεί μεν ορισμένα κράτη μέλη να διαβίβαζαν πολύ εμπεριστατωμένες πληροφορίες και να τις ανανέωναν σε συνάρτηση με την εξέλιξη της κατάστασης την οποία αφορούσε η αίτηση πληροφοριών, ωστόσο άλλα κράτη μέλη περιορίζονταν σε εξαιρετικά λακωνικές και περιληπτικές απαντήσεις. Στις περιπτώσεις αυτές ήταν απαραίτητη η αποστολή συμπληρωματικών αιτήσεων πληροφοριών (Γαλλία και Ιταλία).

*Η Επιτροπή εξασφάλισε, χάρη στη λειτουργία ενός ηλεκτρονικού συστήματος διανομής, την ταχεία διαβίβαση των πληροφοριών που ανταλλάσσονται στο πλαίσιο του μηχανισμού προειδοποίησης. Ακριβώς όμως η Επιτροπή ποτέ δεν ενημερώθηκε σχετικά με τη συνέχεια που δίνουν στην εν λόγω διαβίβαση τα κράτη μέλη.

*Η Επιτροπή διαπίστωσε ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων τα κράτη μέλη, όποτε υπήρξαν εμπόδια, δεν θέλησαν να λάβουν μέτρα το συντομότερο δυνατόν για την αποκατάσταση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην επικράτειά τους, για την εξάλειψη κάθε κινδύνου συνέχισης, επέκτασης ή επιδείνωσης της διατάραξης ή της ζημίας και κάθε κινδύνου διατάραξης του εμπορίου και των συμβατικών θέσεων στις οποίες αυτό βασίζεται [22]. Διαπραγματεύθηκαν την εξάλειψη αυτή καθαυτή του εμποδίου σε συνολικότερο πλαίσιο [23], χωρίς να εξασφαλίζουν ταυτόχρονα την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στην επικράτειά τους.

[22] Πβ. αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού.

[23] Είναι σκόπιμο να σημειωθεί ότι ορισμένα από τα μέτρα που αποφασίζονται θα μπορούσαν να αποδειχθούν αντίθετα με τους κανόνες της Συνθήκης, ιδίως όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις.

5. εκτιμηση

5.1. Οι αδυναμίες του κανονισμού

*Όσον αφορά τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών των κρατών μελών, δεν προβλέπεται καμία κύρωση από τον κανονισμό στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος το οποίο έχει στην κατοχή του πληροφορίες σχετικά με ένα εμπόδιο δεν αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 3, εδάφιο 1, στοιχείο α) του κανονισμού, είτε οι πληροφορίες αφορούν απειλή εμποδίου είτε εμπόδιο που υφίσταται ή/και συνεχίζει να υφίσταται. Ομοίως καμία κύρωση δεν προβλέπεται σε περίπτωση που δεν υπάρξει ανταπόκριση σε αίτηση πληροφοριών της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 3, εδάφιο 2 του κανονισμού ή σε κοινοποίηση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού. Τέλος, όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αλλά δεν ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 4, εδάφιο 2 του κανονισμού πάλι δεν προβλέπεται καμία κύρωση.

*Γενικά θα πρέπει να εξασφαλίζεται, τουλάχιστον στο πλαίσιο του κανονισμού, ο έλεγχος της τήρησης από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεών τους, τόσο όσον αφορά την ενημέρωση της Επιτροπής όσο και τη λήψη των αναγκαίων και ανάλογων μέτρων για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων σε περίπτωση ύπαρξης εμποδίου. Έτσι όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, ανάλογα με το αν το εμπόδιο πρόκειται να εμφανιστεί, εμφανίζεται ή έχει εμφανιστεί και ανάλογα με το είδος της υποχρέωσης του κράτους μέλους, εφαρμόζεται είτε το άρθρο 5 του κανονισμού είτε το άρθρο 226 ΕΚ. Ακριβώς όμως το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού σήμερα είναι υπερβολικά περιορισμένο, αφού το άρθρο 5 εφαρμόζεται μόνον όταν το εμπόδιο βρίσκεται σε εξέλιξη.

*Ο ορισμός του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού, σύμφωνα με το άρθρο 1, είναι αόριστος και επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Εξάλλου ο κανονισμός δεν προσδιορίζει το είδος ούτε το χαρακτήρα των αναγκαίων και ανάλογων μέτρων που οφείλει να λάβει το κράτος μέλος για να εξασφαλίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων σε περίπτωση ύπαρξης εμποδίου. Το ζήτημα αυτό αποκτά μεγάλη σημασία από τη στιγμή που η Επιτροπή είναι υποχρεωμένη να εκτιμά την αναλογικότητα των προαναφερόμενων μέτρων λαμβάνοντας υπόψη δύο στοιχεία: το γεγονός ότι η επιλογή των μέτρων ανήκει στα κράτη μέλη [24] και το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει το χρέος να ελέγξει εάν το κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα αναγκαία και ανάλογα μέτρα.

[24] Πβ. αιτιολογική σκέψη 6 του κανονισμού.

*Ο κανονισμός δεν επιλύει αποτελεσματικά το ζήτημα της ταχείας και αποτελεσματικής διαδικασίας προσφυγής για την αποζημίωση των οικονομικών φορέων, επειδή αυτή διέπεται από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών στο πλαίσιο της τήρησης της κοινοτικής νομοθεσίας καθώς και της τήρησης των δεσμεύσεων που ενσωματώθηκαν στο ψήφισμα.

5.2. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η δράση της Επιτροπής

*Κάθε φορά που δημιουργήθηκαν εμπόδια κατά την έννοια του κανονισμού η Επιτροπή βρέθηκε στο στόχαστρο των κρατών μελών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στην πραγματικότητα κοινοβουλευτικές ερωτήσεις [25] και επιστολές που απευθύνθηκαν στην Επιτροπή ζητούσαν από αυτή να αναλάβει σθεναρότερη δράση. Στο πλαίσιο αυτού του ρεύματος διαγράφονται τρεις τάσεις:

[25] P-0153/00, P-0168/00, P-0331/00, P-0347/00, P-0370/00, P-0413/00, P-2422/00

-Η πρώτη περιορίζεται στο αίτημα μιας αυστηρότερης εφαρμογής του κανονισμού με τη σημερινή του μορφή (ταχεία αποστολή κοινοποιήσεων, δρομολόγηση της διαδικασίας του πρώην άρθρου 226 ΕΚ για έλλειψη συνεργασίας των κρατών μελών, ...).

-Η δεύτερη φαίνεται να αγνοεί το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει περιορισμένα μόνο μέσα δράσης και προτείνει, ορισμένες φορές δημαγωγικά, να παρέμβει η Επιτροπή στον τόπο που εμφανίζεται το εμπόδιο, να επιβάλει πρόστιμα στα κράτη στα οποία συμβαίνει ο αποκλεισμός και να ζητήσει η ίδια αποζημιώσεις.

-Η τρίτη προτείνει να αποκτήσει η Επιτροπή μεγαλύτερες εξουσίες με τροποποίηση του κανονισμού.

*Σε αντίθεση με το ρεύμα που περιγράφεται παραπάνω, μερικοί θεωρούν ότι με την αποστολή απλώς και μόνο μιας αίτησης πληροφοριών στο πλαίσιο του μηχανισμού προειδοποίησης η Επιτροπή αναμιγνύεται υπερβολικά στην ύπαρξη και στην άσκηση του δικαιώματος της απεργίας που αναγνωρίζεται από τα κράτη μέλη. Αυτό μαρτυρούν ιδίως οι ερωτήσεις που θέτουν ορισμένοι ευρωβουλευτές [26].

[26] H-0708/99, P-3079/00, H-0877/00

*Η Επιτροπή βρίσκεται επίσης στο στόχαστρο ορισμένων ιδιωτών που θίγονται από τα εμπόδια. Στην πραγματικότητα τα κράτη μέλη δεν έχουν θεσπίσει αποτελεσματικές διαδικασίες αποζημίωσης όπως είχαν δεσμευτεί να πράξουν με το ψήφισμα. Η εν λόγω αποζημίωση επομένως υπόκειται στην κοινοτική νομοθεσία η οποία απαιτεί να αποδειχθεί η ύπαρξη εμποδίου ή βλάβης που προκάλεσε το εμπόδιο, πράγμα που είναι δύσκολο. Γι' αυτό ακριβώς οι θιγόμενοι ιδιώτες και οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να απευθύνονται στην Επιτροπή σχετικά με αυτό το θέμα.

6. προκλησεισ και αξονεσ προβληματισμού για τη βελτιωση του κανονισμου

6.1. Η σημασία της πολιτικής πρόκλησης

Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και οι ευρωπαίοι πολίτες δεν παύουν να εκτιμούν τα πλεονεκτήματα της εσωτερικής αγοράς η οποία καταλαμβάνει κεντρικό ρόλο στη γενική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αποσκοπεί στην προώθηση της ανταγωνιστικότητας, της οικονομικής μεγέθυνσης και της απασχόλησης.

Και ακριβώς, όπως σημειώνουν το Συμβούλιο και τα κράτη μέλη στο ψήφισμα, « τα σοβαρά εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων δημιουργούν σημαντικό οικονομικό κόστος στους ιδιώτες και παρεμποδίζουν τις σύγχρονες μεθόδους διανομής και παραγωγής [...] δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες περί την αξιοπιστία της Ενιαίας Αγοράς, της οποία η αποτελεσματική λειτουργία αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία ενόψει της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και της διεύρυνσης».

Η κοινοτική παρέμβαση όσον αφορά τα εν λόγω εμπόδια αποκτά συνεπώς θεμελιώδη σημασία και απαιτεί τη μέγιστη δυνατή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών.

6.2. Όρια παρέμβασης της Επιτροπής και των κρατών μελών

Η πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του κανονισμού κατέδειξε τα όριά του. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα νομοθετικό μέσο που αποτελεί βεβαίως προϊόν πολιτικής βούλησης αλλά που τα κράτη μέλη δεν συγκεκριμενοποίησαν φροντίζοντας να οπλίσουν το κείμενο αυτό με αποτελεσματικά μέσα παρέμβασης.

*Είμαστε υποχρεωμένοι να διαπιστώσουμε ότι η Επιτροπή δεν διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για να εξαλείψει η ίδια τα εμπόδια. Το έργο αυτό εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, στα οποία ανήκει, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής και του Δικαστηρίου, η επιλογή των πλέον επαρκών μέτρων για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Στο πλαίσιο αυτό το μέλημα της διατήρησης της δημόσιας τάξης και της διαφύλαξης της εσωτερικής ασφάλειας καθώς και η ελευθερίας άσκησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων [27] διαδραματίζουν πρωταρχικό ρόλο.

[27] Η Επιτροπή επισημαίνει σχετικά με αυτό το σημείο την έκδοση του χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος αναγνωρίζει, στο άρθρο 28, το δικαίωμα των εργαζομένων και των εργοδοτών να καταφεύγουν, σύμφωνα με την κοινοτική και με τις εθνικές νομοθεσίες, σε συλλογικές κινητοποιήσεις, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας, για την προάσπιση των συμφερόντων τους.

*Όταν εμφανίζεται ένα εμπόδιο ο κανονισμός δεν δίνει άλλη δυνατότητα στην Επιτροπή, πέρα από την αίτηση πληροφοριών, δυνάμει του άρθρου 3, παρά μόνο την αποστολή κοινοποίησης, δυνάμει του άρθρου 5, και δημοσίευσης της κοινοποίησης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όταν το εμπόδιο δεν διαρκεί πολύ και έχει τερματιστεί, η δυνατότητα αυτή δεν είναι πλέον εφαρμόσιμη.

*Τόσο στη μια περίπτωση όσο και στην άλλη εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν έλαβε τα αναγκαία και ανάλογα μέτρα για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων κατά την εξέλιξη του εμποδίου, η Επιτροπή μπορεί να κινήσει εναντίον του διαδικασία επί παραβάσει. Ακριβώς ωστόσο η διαδικασία αυτή στηρίζεται άμεσα στο άρθρο 226 της συνθήκης και όχι στον κανονισμό. Η Επιτροπή μπορεί πάλι να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 ΕΚ εναντίον κρατών μελών που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις ενημέρωσης της Επιτροπής σύμφωνα με τις διάφορες διατάξεις του κανονισμού.

Ωστόσο η πείρα έχει δείξει ότι η κίνηση μιας διαδικασίας επί παραβάσει για παραβίαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό (των υποχρεώσεων ενημέρωσης και απάντησης στις αιτήσεις πληροφοριών της Επιτροπής και των υποχρεώσεων θέσπισης μέτρων για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων) προσκρούει σε δυσκολίες όταν τα γεγονότα που προξένησαν το εμπόδιο έχουν εκλείψει. Οι δυσκολίες αυτές δημιουργούνται εξαιτίας της νομικής αβεβαιότητας σχετικά με τη νομολογία του δικαστηρίου. Πράγματι, αφενός, όσον αφορά την ενεργό συμπεριφορά των κρατών μελών, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια προσφυγή λόγω παραβάσεως ήταν απαράδεκτη όταν η προσαπτόμενη παράβαση είχε παραγάγει τα αποτελέσματά της και δεν υφίστατο πλέον διαφορά μεταξύ της Επιτροπής και του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους [28]. Αφετέρου, όσον αφορά παράλειψη ή αδράνεια των κρατών μελών, το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβάσεις σχετικά με γεγονότα που είχαν λήξει, παρόλο που το κράτος είχε βελτιώσει την κατάσταση στη συνέχεια, επειδή τα μέτρα που ήταν υποχρεωμένο να λάβει το κράτος μέλος δεν τα έλαβε σε εύθετο χρόνο [29].

[28] Πβ. απόφαση του Δικαστηρίου της 31ης Μαρτίου 1992, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (C-362/90, Συλλογή της Νομολογίας σ. Ι-2353).

[29] Πβ. ιδίως με την απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2001, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (C-333/99, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή της Νομολογίας).

Σε κάθε περίπτωση, το τελικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαδικασίας ποτέ δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από μια απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διαπιστώνεται η παράβαση που διέπραξε το εκάστοτε κράτος, απόφαση της οποίας η έκδοση απαιτεί κάποιο χρονικό διάστημα, παρόλο που οι διαδικασίες στην Επιτροπή και στο Δικαστήριο έχουν συντομευθεί αρκετά.

*Η Επιτροπή δεν είναι καν σε θέση να απαιτήσει την επανόρθωση των ζημιών που έχουν υποστεί ιδιώτες εξαιτίας της ύπαρξης εμποδίων. Μια τέτοια αποζημίωση αποτελεί, υπό ορισμένους όρους, τη λογική συνέπεια της παράβασης των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας, ακόμη και εάν η εν λόγω παράβαση δεν έχει διαπιστωθεί από το Δικαστήριο. Ακριβώς όμως οι ισχύουσες διατάξεις για την απαίτηση αυτής της αποζημίωσης διέπονται από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών. Οι διαδικασίες αυτές κινούνται έτσι ώστε στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού οι διαδικασίες να είναι ταχείες και αποτελεσματικές και να ενημερώνονται οι οικονομικοί φορείς. Παρόλα αυτά οι οικονομικοί φορείς διαμαρτύρονται για το γεγονός ότι οι διαδικασίες είναι υπερβολικά χρονοβόρες και πολύπλοκες και για το γεγονός ότι η αποζημίωση περιορίζεται στους οικονομικούς φορείς που έχουν αποκλειστεί στην επικράτεια αυτή καθαυτή του εκάστοτε κράτους μέλους και δεν καλύπτει εκείνους οι οποίοι λόγω του εμποδίου δεν κατόρθωσαν καν να εισέλθουν στην επικράτεια αυτή [30]. Εξάλλου όταν οι οικονομικοί φορείς έχουν να αντιμετωπίσουν επαναλαμβανόμενα εμπόδια σύντομης διάρκειας προτιμούν να μην εμπλακούν σε χρονοβόρες διαδικασίες όταν οι ζημίες που υφίστανται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ανυπέρβλητες (παρόλο που συνολικά μπορεί να είναι).

[30] Το Δικαστήριο θα πρέπει να επιληφθεί των ζητημάτων που συνδέονται με τις διαδικαστικές λεπτομέρειες απαίτησης ευθύνης στην εκκρεμή υπόθεση Eugen Schmidberger, που προαναφέρεται.

*Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης η αποστολή από την Επιτροπή μιας κοινοποίησης στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και η δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να σταθεί χρήσιμη στους οικονομικούς φορείς οι οποίοι προσφεύγουν στα εθνικά δικαστήρια, χωρίς ωστόσο να επιλύει άμεσα όλα τους τα προβλήματα.

6.3. Συμπεράσματα: τρεις άξονες προβληματισμού

6.3.1. Η διατήρηση της ισχύουσας κατάστασης

Οι οικονομικοί φορείς αναγνωρίζουν ότι το σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών, έτσι όπως πλαισιώνεται από τον κανονισμό και το ψήφισμα, σε γενικές γραμμές λειτούργησε μάλλον καλά τα δύο αυτά χρόνια. Ωστόσο πλανάται μια αμφιβολία όσον αφορά την πραγματική αποτελεσματικότητα των δύο αυτών νομοθετικών μέσων στην πρόληψη ή στην εξάλειψη των εμποδίων. Η μόνη διαπίστωση που μπορεί να γίνει είναι η ύπαρξη εμποδίων σύντομης διάρκειας.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο προϋποθέτει μια πραγματική συνεργασία από πλευράς κρατών μελών σε διάφορα επίπεδα:

-ενημέρωση σε εύθετο χρόνο σχετικά με τα απειλούμενα εμπόδια,

-εμπεριστατωμένες απαντήσεις το συντομότερο δυνατό στις αιτήσεις πληροφοριών της Επιτροπής και

-έκδοση, ανάλογα με την περίπτωση, μέτρων πλαισίωσης για την αποκατάσταση το συντομότερο δυνατό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην επικράτειά τους προκειμένου να απομακρυνθεί κάθε κίνδυνος συνέχισης, επέκτασης ή επιδείνωσης της διατάραξης ή της βλάβης που προκαλείται και κάθε κίνδυνος διατάραξης του εμπορίου και των συμβατικών σχέσεων στις οποίες βασίζεται.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η βελτίωση αυτής της συνεργασίας εξαρτάται άμεσα από τα κράτη μέλη.

6.3.2. Μια δυναμικότερη προσέγγιση στην εφαρμογή του κανονισμού και στην τήρηση του ψηφίσματος

Χωρίς να είναι απαραίτητη η τροποποίηση του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου, η Επιτροπή θα μπορούσε να αναλάβει τις ακόλουθες πρωτοβουλίες:

*Έκδοση ενός οδηγού για τα κράτη μέλη και για τους οικονομικούς φορείς ο οποίος να εξηγεί και να προσδιορίζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό.

*Λειτουργία ενός ειδικού συστήματος τακτικής ενημέρωσης του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την εξέλιξη κάθε περίπτωσης εφαρμογής του κανονισμού.

*Χρησιμοποίηση υφιστάμενων δομών σε κοινοτικό επίπεδο, όπως είναι οι επιτροπές κοινωνικού διαλόγου [31], για την ενημέρωση των κοινωνικών εταίρων σχετικά με τις περιπτώσεις εφαρμογής του κανονισμού.

[31] Πβ. απόφαση 98/500/ΕΚ της Επιτροπής της 20ής Μαΐου 1998 για σύσταση επιτροπών κλαδικού διαλόγου για την προώθηση του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (ΕΕ L 225 της 12.8.1998, σ. 27).

*Ευαισθητοποίηση των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των οικονομικών φορέων ιδίως με τη δημιουργία ενός ειδικού ιστοχώρου στο Internet.

*Κίνηση διαδικασιών επί παραβάσει βάσει του άρθρου 226 ΕΚ κατά των κρατών μελών που παραβιάζουν μια από τις διατάξεις του κανονισμού [32], προκειμένου να διατηρηθεί το ωφέλιμο αποτέλεσμα του κανονισμού.

[32] Δηλαδή δεν τηρούν τις υποχρεώσεις ενημέρωσης ή δεν λαμβάνουν μέτρα πλαισίωσης που είναι αναγκαία για την εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.

6.3.3. Μια τροποποίηση του κανονισμού για την επέκταση και την βελτίωση της εμβέλειάς του

Λόγω του κανόνα της ομοφωνίας που διέπει κάθε τροποποίηση του κανονισμού είναι απαραίτητη μια ευρεία πολιτική συναίνεση προκειμένου να δοθούν στην Επιτροπή αποτελεσματικά μέσα ανάλογα των φιλοδοξιών των κρατών μελών για την αποτελεσματική εξάλειψη των σοβαρών εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η Επιτροπή έχει την πρόθεση να εξετάσει ορισμένες εξελίξεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε τροποποίηση του κανονισμού για τη βελτίωση της λειτουργίας του:

*Εξάλειψη κάθε αμφισημίας στον ορισμό των εμποδίων που απαιτούν ταχεία παρέμβαση στο πλαίσιο του κανονισμού.

*Επεξηγηματική απαρίθμηση των αναγκαίων και ανάλογων μέτρων πλαισίωσης για την αποκατάσταση το συντομότερο δυνατόν της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην επικράτεια των κρατών μελών προκειμένου να απομακρυνθεί κάθε κίνδυνος συνέχισης, επέκτασης και επιδείνωσης της διατάραξης ή της ζημίας που προκαλείται και κάθε κίνδυνος διατάραξης του εμπορίου και των συμβατικών σχέσεων στις οποίες βασίζεται.

*Επέκταση του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 5 του κανονισμού στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται σήμερα και ιδίως στις περιπτώσεις μη τήρησης της υποχρέωσης ενημέρωσης που έχουν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη όταν εμφανίζεται εμπόδιο στην επικράτειά τους.

*Θέσπιση ταχείας διαδικασίας για την προσφυγή στο Δικαστήριο σε περίπτωση που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν απαντήσει σε κοινοποίηση της Επιτροπής, δυνάμει του άρθρου 5 του κανονισμού, όπως είχε προτείνει η Επιτροπή στην πρότασή της [33].

[33] Πβ. υποσημείωση αριθ. 3.

*Προσθήκη μιας διάταξης με την οποία να απαιτείται από τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ταχέα και αποτελεσματικά μέσα και οδούς προσφυγής για την αποζημίωση των θιγέντων από ένα εμπόδιο, βάσει του κανονισμού.

* * *

Η Επιτροπή καλεί το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να λάβουν γνώση της παρούσας έκθεσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

>ΘΕΣΗ ΠIΝΑΚΑ>

* Εάν δεν υπάρχει αρμόδιος επαφών η αλληλογραφία γίνεται με τον πρόεδρο της συνεδρίασης - πακέτο

** Εάν δεν προσδιορίζεται ειδικός αρμόδιος επαφών, η αλληλογραφία αποστέλλεται στον αριθμό κέντρου της μόνιμης αντιπροσωπείας

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

1999/I Αποκλεισμός ορισμένων οδικών αξόνων στο Βέλγιο ως συνέπεια κινητοποιήσεων των οδικών μεταφορέων (4 Ιουνίου 1999) Η Επιτροπή, η οποία ενημερώθηκε από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες. Η απάντηση δήλωνε τον τερματισμό του αποκλεισμού.

1999/II Αποκλεισμός ορισμένων οδικών αξόνων στο Βέλγιο ως συνέπεια κινητοποιήσεων των γεωργών στο πλαίσιο της κρίσης της διοξίνης (10 Ιουνίου 1999) Όπως η προηγούμενη περίπτωση.

1999/III Εμπόδια στη μεταφορά και στην εμπορία βελγικών προϊόντων σε άλλα κράτη μέλη την περίοδο της κρίσης της διοξίνης Η Επιτροπή, η οποία ενημερώθηκε από το Βέλγιο, δεν ζήτησε πληροφορίες από τα υπόλοιπα κράτη μέλη βάσει του κανονισμού και αρκέστηκε να διαβιβάσει το βελγικό αίτημα στους αρμοδίους επαφών. Ο λόγος ήταν ότι η υπόθεση αποτελούσε ήδη αντικείμενο εξέτασης για περισσότερο από ένα μήνα μετά από διάφορες καταγγελίες, δυνάμει του άρθρου 28 ΕΚ.

1999/IV Ημέρα κινητοποίησης των οδικών μεταφορέων στην Ευρώπη στις 5 Οκτωβρίου 1999 Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες από όλα τα κράτη μέλη. Έλαβε λίγες απαντήσεις (FIN, L, Φ, SE, E, D και NL), λίγο πολύ εμπεριστατωμένες, που δήλωναν τον τερματισμό της κινητοποίησης.

2000/I Αποκλεισμός από τις 10 Ιανουαρίου του 2000 οδών στη Γαλλία ως συνέπεια της κινητοποίησης των εργοδοτών του τομέα οδικών μεταφορών κατά του 35ώρου. Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Έλαβε μερική απάντηση. Ο αποκλεισμός είχε εν τω μεταξύ τερματιστεί.

2000/II Αποκλεισμός, από τις 31 Ιανουαρίου του 2000, οδών στη Γαλλία ως συνέπεια της κινητοποίησης των συνδικάτων του τομέα οδικών μεταφορών για το 35ωρο Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Μετά από την ανεπαρκή απάντηση που έλαβε, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες. Όταν η απάντηση στη δεύτερη αίτησή της έφθασε στην Επιτροπή, η οποία σκόπευε να αποστείλει κοινοποίηση, οι αποκλεισμοί οδών είχαν ήδη διαλυθεί.

2000/III Αποκλεισμός του αυτοκινητόδρομου του Brenner στην Αυστρία, που διοργανώθηκε από μια ΜΚΟ (23-24 Ιουνίου 2000) Η Επιτροπή, η οποία ενημερώθηκε από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες. Η απάντηση κρίθηκε ικανοποιητική.

2000/IV Πικετοφορία που διοργάνωσαν οι ιταλοί οδικοί μεταφορείς στα αλπικά σύνορα στο πλαίσιο απεργίας που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2000 Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Επειδή δεν έλαβε απάντηση, απέστειλε νέα αίτηση. Η απάντηση έφθασε καθυστερημένα και εν τω μεταξύ οι αποκλεισμοί είχαν τερματιστεί.

2000/V Επεισόδια στην Πορτογαλία όπου ισπανικά φορτηγά δέχθηκαν επιθέσεις στο Matosinhos στις 23 Ιουνίου 2000 Η Επιτροπή, η οποία ενημερώθηκε από την Ισπανία, ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από τις πορτογαλικές αρχές. Η απάντηση, η οποία θεωρήθηκε ικανοποιητική, ενημέρωνε για τον μεμονωμένο χαρακτήρα των περιστατικών και για τα συγκεκριμένα μέτρα που θεσπίστηκαν προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη των επεισοδίων.

2000/VI Απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας στη Γαλλία στις 26 Ιουνίου 2000 Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Έλαβε ικανοποιητική απάντηση με την οποία ενημερωνόταν για την τήρηση των ελάχιστων απαιτούμενων υπηρεσιών.

2000/VII Αποκλεισμός του λιμένα του Castletown στην Ιρλανδία (14-16 Ιουλίου 2000) Η Επιτροπή δεν ζήτησε πληροφορίες, αφού ο αποκλεισμός συνέβη πολύ πριν ενημερωθεί η Επιτροπή από ένα κράτος μέλος. Υπενθύμισε ωστόσο στις ιρλανδικές αρχές την υποχρέωσή τους να την ενημερώνουν στο μέλλον.

2000/VIII Απεργία των ιταλών ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας στις 27 Ιουλίου 2000 Όπως στην περίπτωση 2000/VI.

2000/IX Αποκλεισμός λιμένων από γάλλους αλιείς, οι οποίοι διαμαρτύρονταν κατά της ανόδου της τιμής του πετρελαίου (Αύγουστος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Η απάντηση δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική αλλά η κινητοποίηση έληξε γρήγορα.

2000/X Παγίδευση στα γαλλικά σύνορα ισπανικών φορτηγών που μετέφεραν σκόρδα (Αύγουστος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Η απάντηση έφθασε καθυστερημένα αλλά τα επεισόδια ήταν μεμονωμένα και διήρκεσαν μια μόλις ημέρα.

2000/XI Γενικευμένοι αποκλεισμοί στη Γαλλία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Η απάντηση δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική αλλά η κινητοποίηση τερματίστηκε όταν η Επιτροπή αποφάσισε να στείλει κοινοποίηση.

2000/XII Γενικευμένοι αποκλεισμοί στο Βέλγιο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Σεπτέμβριος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Έλαβε ικανοποιητική απάντηση μετά από δεύτερη αίτηση πληροφοριών.

2000/XIII Γενικευμένοι αποκλεισμοί στις Κάτω Χώρες σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Σεπτέμβριος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Το πρόβλημα είχε ήδη επιλυθεί όταν έλαβε την απάντηση.

2000/XIV Γενικευμένοι αποκλεισμοί στη Σουηδία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Σεπτέμβριος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Η απάντηση ήταν ικανοποιητική και η κινητοποίηση έληξε γρήγορα.

2000/XV Γενικευμένοι αποκλεισμοί στην Ισπανία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Οκτώβριος 2000) Όπως και στην προηγούμενη περίπτωση.

2000/XVI Αποκλεισμός των συνόρων του Λουξεμβούργου κατά το χρόνο διεξαγωγής του Συμβουλίου Μεταφορών (Οκτώβριος 2000) Η Επιτροπή, η οποία ενημερώθηκε από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, έκρινε ότι δεν ήταν απαραίτητη η ενεργοποίηση του κανονισμού.

2000/XVII Αποκλεισμός του λιμένα της Πάτρας στην Ελλάδα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Οκτώβριος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Η απάντηση δήλωνε την απουσία πραγματικού αποκλεισμού.

2000/XVIII Αποκλεισμός λιμένων από ισπανούς αλιείς σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την άνοδο της τιμής του πετρελαίου (Οκτώβριος 2000) Η Επιτροπή με δική της πρωτοβουλία ζήτησε πληροφορίες. Δόθηκε πολύ εμπεριστατωμένη απάντηση, η οποία συνοδεύτηκε από συμπληρωματικές πληροφορίες.

Top