This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52001DC0050
Communication from the Commission following up the Commission's communication of 26 July 2000 on matching its activities with its human resources
Ανακοίνωση της Επιτροπής στην συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 2000, σχετικά με την αντιστοιχία μεταξύ ανθρώπινων πόρων και καθηκόντων του Οργάνου
Ανακοίνωση της Επιτροπής στην συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 2000, σχετικά με την αντιστοιχία μεταξύ ανθρώπινων πόρων και καθηκόντων του Οργάνου
/* COM/2001/0050 τελικό */
Ανακοίνωση της Επιτροπής στην συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 2000, σχετικά με την αντιστοιχία μεταξύ ανθρώπινων πόρων και καθηκόντων του Οργάνου /* COM/2001/0050 τελικό */
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΉΣ στην συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 26ης Ιουλίου 2000, σχετικά με την αντιστοιχία μεταξύ ανθρώπινων πόρων και καθηκόντων του Οργάνου 1. εισαγωγη Τον Μάρτιο του 2000 η Επιτροπή ανήγγειλε, στο Λευκό Βιβλίο, την πρόθεσή της να προχωρήσει σε ανακατανομή των ανθρώπινων πόρων στις διάφορες υπηρεσίες της, κατά τρόπο που οι δραστηριότητές της να εστιάζονται στους ουσιώδεις στόχους της πολιτικής της. Στις 26 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή ενέκρινε την έκθεση της ομάδας καθοδήγησης (Peer Group) στην οποία είχε ανατεθεί η εμπεριστατωμένη ανάλυση της καταστάσεως και η κατάστρωση ενός σχεδίου δράσης. Από την έκθεση αυτή προέκυψε ότι, πέραν των προσπαθειών εξορθολογισμού που έχουν ήδη καταβληθεί το 1999 και το 2000, το προσωπικό το οποίο έχει τοποθετηθεί σε δραστηριότητες προτεραιότητας παραμένει ανεπαρκές. Το σχετικό έλλειμμα εκτιμάτο σε 1.254 θέσεις. Τα δύο τρίτα αυτών των αναγκών θα καλυφθούν είτε με συμπληρωματικές προσπάθειες εξορθολογισμού (εγκαταλείψεις ή μειώσεις δραστηριοτήτων, κέρδη παραγωγικότητας), είτε με εσωτερική αναδιάταξη. Ορισμένα συνοδευτικά μέτρα, στοχοθετημένα και αποτελεσματικά, θα δώσουν μάλλον τη δυνατότητα στα άτομα που μετακινήθηκαν με αναδιάταξη να επιφορτισθούν με καθήκοντα υπαγόμενα σε άλλες δραστηριότητες, υψηλότερης προτεραιότητας. Ένα μέτρο εξόδου από την υπηρεσία, συμπληρωματικό ως προς τα εν λόγω μέτρα, θα δώσει τη δυνατότητα στο Όργανο να προσφέρει λογικούς όρους αποχώρησης από την υπηρεσία στους υπαλλήλους τα προσόντα των οποίων θα απέχουν πολύ από τα προς ανάληψη καθήκοντα. Από νομική άποψη, το μέτρο εξόδου από την υπηρεσία θα έχει τη μορφή κανονισμού του Συμβουλίου. Οι διαδικασίες υλοποίησής του θα αποφασιστούν σε μεταγενέστερο χρόνο. Ο κανονισμός για το μέτρο εξόδου θα πρέπει να συμπληρωθεί από δύο άλλες προτάσεις κανονισμού του Συμβουλίου, προκειμένου να γίνει προσαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 260/68 περί του καθορισμού των όρων επιβολής του κοινοτικού φόρουμ στους δικαιούχους της αποζημίωσης εξόδου από την υπηρεσία, και του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται, ειδικότερα, οι διατάξεις του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου περί προνομίων και ασυλιών (ΠΠΑ). 2. ο κανονισμοσ του συμβουλιου Ο κανονισμός του Συμβουλίου θα περιλαμβάνει ιδίως τα ακόλουθα στοιχεία: *το μέτρο εξόδου από την υπηρεσία θα αφορά περιοριστικά τους υπαλλήλους, ανεξαρτήτως προϋπολογισμού (λειτουργίας ή έρευνας) στον οποίο υπάγονται, οι οποίοι έχουν συμπληρώσει το 50ό έτος ηλικίας και διαθέτουν 10ετή τουλάχιστον αρχαιότητα, εξαιρουμένων των υπαλλήλων βαθμού Α1 και Α2. *ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων στους οποίους θα μπορεί να εφαρμοστεί ανέρχεται σε 600 (300 το 2001 και 300 το 2002). *το Όργανο επιλέγει, μεταξύ των υποψηφίων προς αποχώρηση υπαλλήλων, αυτούς στους οποίους θα εφαρμοστεί το εν λόγω μέτρο. *η επιλογή θα γίνει μετά από διατύπωση γνώμης της ισομερούς επιτροπής η οποία προβλέπεται στον Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης (ΚΥΚ) και συγκροτείται από ίσο αριθμό εκπροσώπων της διοίκησης και του προσωπικού. *ο κανονισμός ορίζει τα εφαρμοζόμενα από το Όργανο κριτήρια κατά την επιλογή: αυτά αφορούν κατά προτεραιότητα τους υπαλλήλους που θίγονται από τα μέτρα αναδιοργάνωσης, και ειδικότερα αναδιάταξης, των οποίων τα προσόντα θα απέχουν κατά πολύ από τα προς ανάληψη καθήκοντα. με τα κριτήρια αυτά λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός της επιμόρφωσης που είναι αναγκαία αναφορικά προς τα νέα προς εκτέλεση καθήκοντα, η ηλικία, η επαγγελματική ικανότητα, η απόδοση, η υπηρεσιακή συμπεριφορά, η οικογενειακή κατάσταση και η αρχαιότητα των υπαλλήλων στην υπηρεσία. *το δικαίωμα μηνιαίας αποζημιώσεως, που καθορίζεται ως ποσοστό του τελευταίου βασικού μισθού, το οποίο κυμαίνεται μεταξύ του 60% και του 70% (με μέση αποζημίωση 65% για όλο το σημερινό πληθυσμό των ενδιαφερομένων υπαλλήλων) ανάλογα με την ηλικία και την αρχαιότητα τη στιγμή της αποχώρησης. Το δικαίωμα αυτό εκπνέει μόλις ο πρώην υπάλληλος φθάσει στην ηλικία των 65 ετών και, σε κάθε περίπτωση όταν θεμελιώσει το δικαίωμα της ανώτατης συντάξεως αρχαιότητας, δηλαδή 70% (άρθρο 77 του ΚΥΚ). Στον πρώην υπάλληλο χορηγείται τότε σύνταξη αρχαιότητας. *όταν το άθροισμα αυτής της αποζημίωσης και των εισοδημάτων των προερχομένων από ενδεχόμενη νέα απασχόληση υπερβαίνει τις τελευταίες συνολικές ακαθάριστες αποδοχές, το ποσό της διαφοράς εκπίπτει από την αποζημίωση. *καταβάλλονται τα εξής οικογενειακά επιδόματα: οικογενειακά επιδόματα (το σύνολο του κατ´αποκοπήν ποσού), σχολικό επίδομα (το σύνολο του κατ´αποκοπήν ποσού) και επίδομα στέγης (ανάλογο προς την αποζημίωση, με εφαρμογή του ελάχιστου προβλεπόμενου από τον κανονισμό ποσού). *οι πρώην υπάλληλοι και οι εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα καλύπτονται από το καθεστώς υγειονομικής ασφάλισης, εφόσον καταβάλλουν εισφορά υπολογιζόμενη με βάση το ποσό της αποζημίωσης. *οι πρώην υπάλληλοι δύνανται να αποκτούν επιπλέον δικαιώματα συντάξεως αρχαιότητας επί ανώτατο χρονικό διάστημα 6 ετών, κατά το μέτρο που, στη διάρκεια του διαστήματος αυτού, εισφέρουν στο καθεστώς ασφάλισης γήρατος, σε συνάρτηση με τον προηγούμενο βασικό μισθό τους. Εάν ο πρώην υπάλληλος αποβιώσει στη διάρκεια του διαστήματος αυτού, ο/η επιβιώσασα σύζυγος δικαιούται σύνταξη επιζώντων. 3. θεση σε εφαρμογη του καθεστωτοσ Ο κανονισμός του Συμβουλίου θα επιτρέπει σε κάθε υπάλληλο να ζητήσει την υπαγωγή του στο καθεστώς αυτό. Το Όργανο θα επιλέξει μεταξύ των υποψηφίων και κατά την έννοια του υπηρεσιακού συμφέροντος, τα πρόσωπα εκείνα που ανταποκρίνονται στα προσδιοριζόμενα από τον κανονισμό κριτήρια.