This document is an excerpt from the EUR-Lex website
Document 52001AG0033
Common Position (EC) No 33/2001 of 23 July 2001 adopted by the Council, acting in accordance with the procedure referred to in Article 251 of the Treaty establishing the European Community, with a view to adopting a Directive of the European Parliament and of the Council establishing a general framework for informing and consulting employees in the European Community
Κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 33/2001, της 23ης Ιουλίου 2001, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα
Κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 33/2001, της 23ης Ιουλίου 2001, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα
ΕΕ C 307 της 31.10.2001, pp. 16–26
(ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)
Κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 33/2001, της 23ης Ιουλίου 2001, που καθορίστηκε από το Συμβούλιο με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 307 της 31/10/2001 σ. 0016 - 0026
Κοινή θέση (ΕΚ) αριθ. 33/2001 που καθορίστηκε από το Συμβούλιο στις 23ης Ιουλίου 2001 για την έκδοση της οδηγίας 2001/.../ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τις ..., περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (2001/C 307/03) ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ, Έχοντας υπόψη: τη συνθήκη για της ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 137 παράγραφος 2, την πρόταση της Επιτροπής(1), τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(2), τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών(3), Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης(4), Εκτιμώντας τα ακόλουθο: (1) Σύμφωνα με το άρθρο 136 της συνθήκης, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη στόχο έχουν την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου. (2) Το σημείο 17 του κοινοτικού χάρτη των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η πληροφόρηση, η διαβούλευση και η συμμετοχή των εργαζομένων πρέπει να αναπτυχθούν με τον κατάλληλο τρόπο, σύμφωνα με την πρακτική που ισχύει στα διάφορα κράτη μέλη. (3) Η Επιτροπή προέβη σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο όσον αφορά την πιθανή κατεύθυνση μιας κοινοτικής δράσης σχετικά με την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις της Κοινότητας. (4) Μετά τις διαβουλεύσεις αυτές, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι μια κοινοτική δράση είναι σκόπιμη, διαβουλεύθηκε εκ νέου με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με το περιεχόμενο της σχεδιαζόμενης πρότασης και αυτοί διαβίβασαν στην Επιτροπή τη γνώμη τους. (5) Ύστερα απ' αυτή τη δεύτερη φάση διαβούλευσης, οι κοινωνικοί εταίροι δεν πληροφόρησαν την Επιτροπή για την επιθυμία τους να κινήσουν τη διαδικασία που θα μπορούσε να καταλήξει στη σύναψη συμφωνίας. (6) Η ύπαρξη νομοθετικών πλαισίων σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, τα οποία σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή των εργαζομένων στην πορεία των οικείων επιχειρήσεων και στις αποφάσεις που τους αφορούν, δεν απέτρεψαν σε όλες τις περιπτώσεις τη λήψη και την κοινοποίηση σοβαρών αποφάσεων εις βάρος των εργαζομένων χωρίς να έχουν προηγηθεί επαρκείς διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης. (7) Θα πρέπει να ενισχυθεί ο κοινωνικός διάλογος και οι σχέσεις εμπιστοσύνης μέσα στην επιχείρηση με σκοπό την αποτελεσματικότερη πρόληψη των κινδύνων, τη μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας και την ευκολότερη πρόσβαση των εργαζομένων στη μαθητεία μέσα στην επιχείρηση σε πλαίσιο ασφάλειας, την ευαισθητοποίηση των εργαζομένων για τις ανάγκες προσαρμογής, τη μεγαλύτερη προθυμία των εργαζομένων να συμμετάσχουν σε μέτρα και ενέργειες που σκοπό έχουν να ενισχύσουν την απασχολησιμότητά τους, την προώθηση της συμμετοχής των εργαζομένων στην πορεία και το μέλλον της επιχείρησης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. (8) Θα πρέπει, συγκεκριμένα, να προωθηθεί και να ενισχυθεί η ενημέρωση και η διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης στην επιχείρηση, καθώς και, όταν ο εργοδότης εκτιμά ότι η απασχόληση μπορεί να κινδυνεύσει, η ενημέρωση και διαβούλευση σχετικά με τα πιθανώς σχεδιαζόμενα μέτρα πρόληψης, ιδίως όσα αφορούν την κατάρτιση και βελτίωση των ικανοτήτων των εργαζομένων, προς αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων ή μετριασμό τους, αλλά και την ενίσχυση της απασχολησιμότητας και προσαρμοστικότητας των οικείων εργαζομένων. (9) Η έγκαιρη ενημέρωση και διαβούλευση αποτελούν προϋπόθεση για την επιτυχία των διαδικασιών αναδιάρθρωσης και προσαρμογής των επιχειρήσεων στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται από την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, ιδίως μέσω της ανάπτυξης νέων τρόπων οργάνωσης της εργασίας. (10) Η Κοινότητα χάραξε και εφαρμόζει στρατηγική απασχόλησης, με άξονα τις έννοιες της "πρόβλεψης", της "πρόληψης" και της "απασχολησιμότητας" οι οποίες θα αποτελέσουν βασικά στοιχεία κάθε δημόσιας πολιτικής που μπορεί να επηρεάσει θετικά την απασχόληση, και σε επίπεδο επίσης μεμονωμένων επιχειρήσεων, μέσω της ενίσχυσης του κοινωνικού διαλόγου ώστε να διευκολυνθεί η αλλαγή χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο ο πρωταρχικός στόχος της απασχόλησης. (11) Η ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς πρέπει να γίνει αρμονικά, διατηρουμένων των βασικών αξιών στις οποίες στηρίζονται οι κοινωνίες μας, με μια οικονομική ανάπτυξη της οποίας θα επωφελούνται όλοι οι πολίτες. (12) Η είσοδος της οικονομικής και νομισματικής ένωσης στην τρίτη της φάση επέφερε εμβάθυνση και επιτάχυνση των ανταγωνιστικών πιέσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πράγμα που απαιτεί περαιτέρω στήριξη σε εθνικό επίπεδο. (13) Τα ήδη υφιστάμενα νομοθετικά πλαίσια σχετικά με την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο είναι συχνά υπερβολικά προσανατολισμένα προς την εκ των υστέρων αντιμετώπιση των αλλαγών, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές παραμέτρους των αποφάσεων και χωρίς να ευνοούν μια πραγματική πρόβλεψη της εξέλιξης της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση και την πρόληψη των κινδύνων. (14) Το σύνολο αυτών των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και νομοθετικών εξελίξεων επιβάλλει μια προσαρμογή του υπάρχοντος νομοθετικού πλαισίου που θα προβλέπει τα νομικά και πρακτικά μέσα άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης. (15) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα εθνικά συστήματα στο πλαίσιο των οποίων η άσκηση αυτού του δικαιώματος προϋποθέτει την εκδήλωση συλλογικής βούλησης των δικαιούχων. (16) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει εκείνα τα συστήματα που προβλέπουν μηχανισμούς άμεσης συμμετοχής των εργαζομένων, διότι αυτοί θα μπορούν πάντοτε να επιλέξουν να ασκήσουν το δικαίωμά τους προς ενημέρωση και διαβούλευση μέσω των εκπροσώπων τους. (17) Δεδομένου ότι οι στόχοι της προτεινόμενης οδηγίας, όπως περιγράφονται ανωτέρω, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, διότι επιδιώκεται η καθιέρωση ενός πλαισίου ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων καταλλήλου για το προαναφερθέν νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, και μπορούν συνεπώς να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Κοινότητας λόγω των διαστάσεων και των αποτελεσμάτων της προτεινόμενης δράσης, η Κοινότητα μπορεί να εγκρίνει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της συνθήκης. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία προς επίτευξη των στόχων αυτών. (18) Αυτό το γενικό πλαίσιο πρέπει να στοχεύει στην καθιέρωση ελάχιστων προδιαγραφών διακοινοτικής ισχύος χωρίς να εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ευνοϊκότερες διατάξεις για τους εργαζομένους. (19) Το γενικό αυτό πλαίσιο θα πρέπει επίσης να αποφύγει διοικητικούς, οικονομικούς και νομικούς περιορισμούς οι οποίοι θα εμπόδιζαν τη δημιουργία και την ανάπτυξη μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Προς τούτο, το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να περιορισθεί, κατ' επιλογή των κρατών μελών, στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζομένους ή στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζομένους. (20) Προσωρινά, ωστόσο, τα κράτη μέλη που δεν διαθέτουν κατοχυρωμένο σύστημα πληροφόρησης και διαβούλευσης των εργαζομένων ή εκπροσώπησης του προσωπικού, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν ακόμα περισσότερο το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας όσον αφορά τον αριθμό εργαζομένων. (21) Το κοινοτικό πλαίσιο πληροφόρησης και διαβούλευσης θα πρέπει να περιορίζει στο ελάχιστο δυνατόν τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις, εξασφαλίζοντας παράλληλα και την πραγμάτωση των χορηγουμένων δικαιωμάτων. (22) Ο στόχος της παρούσας οδηγίας θα επιτευχθεί με την καθιέρωση ενός γενικού πλαισίου που θα περιλαμβάνει τις βασικές αρχές, τους ορισμούς και τις πρακτικές λεπτομέρειες της ενημέρωσης και διαβούλευσης, με το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφωθούν αλλά και να το προσαρμόσουν στην εθνική τους πραγματικότητα, εξασφαλίζοντας, όπου δει, πρωτεύοντα ρόλο στους κοινωνικούς εταίρους, επιτρέποντάς τους να ορίζουν ελεύθερα, διά συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης που ανταποκρίνονται περισσότερο στις ανάγκες και τις επιθυμίες τους. (23) Δεν θα πρέπει να θιγούν ορισμένοι ειδικοί κανόνες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων που υπάρχουν σε ορισμένα εθνικά δίκαια, οι οποίοι απευθύνονται σε επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις με σκοπούς πολιτικούς, επαγγελματικής οργάνωσης, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς ή καλλιτεχνικούς, καθώς και με σκοπούς ενημέρωσης ή διατύπωσης απόψεων. (24) Οι επιχειρήσεις και οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να προστατευθούν από τη διάδοση ορισμένων ιδιαίτερα ευαίσθητων πληροφοριών. (25) Ο εργοδότης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να μην προβαίνει σε ενημέρωση και διαβούλευση εάν αυτό πρόκειται να βλάψει σοβαρά την επιχείρηση ή την εγκατάσταση ή όταν πρέπει να συμμορφωθεί αμέσως προς υπόδειξη που του απευθύνει μια ρυθμιστική ή εποπτική αρχή. (26) Η ενημέρωση και η διαβούλευση συνεπάγονται δικαιώματα και υποχρεώσεις για αμφότερους κοινωνικούς εταίρους σε επίπεδο επιχείρησης ή εγκατάστασης. (27) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίξει τις τυχόν ειδικότερες διατάξεις της οδηγίας 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις(5) και της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων(6). (28) Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει άλλα δικαιώματα ενημέρωσης και διαβούλευσης, καθώς και όσα απορρέουν από την οδηγία 94/45/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1994, για τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής επιτροπής επιχείρησης ή μιας διαδικασίας σε επιχειρήσεις και ομίλους επιχειρήσεων κοινοτικής κλίμακας με σκοπό να ενημερώνονται οι εργαζόμενοι και να ζητείται η γνώμη τους(7). (29) Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να δικαιολογήσει ένα περιορισμό του γενικού επιπέδου ασφαλείας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει, ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ: Άρθρο 1 Στόχος και αρχές 1. Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο τη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου που καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά το δικαίωμα για ενημέρωση και διαβούλευση των εργαζομένων στις επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Κοινότητα. 2. Οι πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης καθορίζονται και εφαρμόζονται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τις εργασιακές πρακτικές των διαφόρων κρατών μελών, ώστε να εξασφαλίζεται η αποτελεσματικότητά τους. 3. Κατά τον καθορισμό ή την εφαρμογή των πρακτικών λεπτομερειών ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων εργάζονται με πνεύμα συνεργασίας, σεβόμενοι αμοιβαία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τους τόσο τα συμφέροντα της επιχείρησης ή της εγκατάστασης όσο και εκείνα των εργαζομένων. Άρθρο 2 Ορισμοί Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας: α) ως "επιχείρηση", νοείται η δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, με κερδοσκοπικό ή μη χαρακτήρα, και είναι εγκατεστημένη στο έδαφος των κρατών μελών της Κοινότητας· β) ως "εγκατάσταση", νοείται η μονάδα εκμετάλλευσης, όπως ορίζεται σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, στην οποία αναπτύσσεται μόνιμη οικονομική δραστηριότητα με ανθρώπινους και υλικούς πόρους, και είναι εγκατεστημένη στο έδαφος ενός κράτους μέλους· γ) ως "εργοδότης", νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο συνάπτει συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας με τους εργαζομένους, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική· δ) ως "εργαζόμενος", νοείται κάθε πρόσωπο το οποίο, στο οικείο κράτος μέλος προστατεύεται ως εργαζόμενος δυνάμει της εθνικής εργατικής νομοθεσίας και πρακτικής· ε) ως "εκπρόσωποι των εργαζομένων", νοούνται οι εκπρόσωποι των εργαζομένων κατά την εθνική νομοθεσία ή/και πρακτική· στ) ως "ενημέρωση", νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν· ζ) ως "διαβούλευση", νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότη. Άρθρο 3 Πεδίο εφαρμογής 1. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, κατ' επιλογή των κρατών μελών: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 50 εργαζόμενους ή β) στις εγκαταστάσεις που απασχολούν σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 20 εργαζόμενους. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τον τρόπο υπολογισμού των κατωτάτων ορίων απασχολούμενων εργαζομένων. 2. Τα κράτη μέλη, σεβόμενα τις αρχές και τους στόχους της παρούσας οδηγίας, μπορούν να εισάγουν ειδικές διατάξεις για τις επιχειρήσεις ή τις εγκαταστάσεις που επιδιώκουν αμέσως και κυρίως σκοπούς πολιτικούς, επαγγελματικής οργάνωσης, θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς ή καλλιτεχνικούς, καθώς και σκοπούς ενημέρωσης ή διατύπωσης απόψεων, εφόσον κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, οι ειδικές αυτές διατάξεις υπάρχουν ήδη στο εθνικό δίκαιο. 3. Τα κράτη μέλη δύνανται να αποκλίνουν από την παρούσα οδηγία, μέσω ειδικών διατάξεων που εφαρμόζονται στα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων. Άρθρο 4 Πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης 1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζομένους διατάξεων ή/και πρακτικών, τα κράτη μέλη καθορίζουν τις πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, σύμφωνα με το παρόν άρθρο. 2. Η ενημέρωση και η διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης· β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται· γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις κοινοτικές διατάξεις που αναφέρει η παράγραφος 1 του άρθρου 9. 3. Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβούν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμαστούν, ενδεχομένως, για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο· β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης, ανάλογα με το θέμα· γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων· δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν· ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ). Άρθρο 5 Ενημέρωση και διαβούλευση βάσει συμφωνίας Τα κράτη μέλη μπορούν, στο κατάλληλο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, να αναθέσουν στους κοινωνικούς εταίρους να καθορίζουν ελεύθερα και οποτεδήποτε, μέσω συμφωνίας, τις πρακτικές λεπτομέρειες ενημέρωσης και διαβούλευσης των εργαζομένων. Οι συμφωνίες αυτές και οι συμφωνίες που υφίστανται κατά την ημερομηνία που ορίζεται στο άρθρο 11, καθώς και οποιεσδήποτε μεταγενέστερες ανανεώσεις αυτών, μπορούν να προβλέπουν, τηρουμένων των αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 και υπό τις προϋποθέσεις και τους περιορισμούς που θέτουν τα κράτη μέλη, διατάξεις διαφορετικές από αυτές του άρθρου 4. Άρθρο 6 Εμπιστευτικές πληροφορίες 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, υπό τις προϋποθέσεις και εντός των ορίων που θέτει η εθνική νομοθεσία, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων και οι εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως τους επικουρούν δεν επιτρέπεται να αποκαλύψουν στους εργαζομένους ή σε τρίτους πληροφορίες που τους ανακοινώθηκαν ρητά ως εμπιστευτικές χάριν προστασίας των νομίμων συμφερόντων της επιχείρησης ή της εγκατάστασης. Η υποχρέωση αυτή εξακολουθεί να υφίσταται οπουδήποτε και αν ευρίσκονται, ακόμη και μετά τη λήξη της θητείας τους. Τα κράτη μέλη μπορούν όμως να επιτρέπουν στους εκπροσώπους των εργαζομένων και τα άτομα που ενδεχομένως τους επικουρούν να διαβιβάζουν εμπιστευτικές πληροφορίες στους εργαζομένους και σε τρίτους οι οποίοι δεσμεύονται από το απόρρητο. 2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν, σε ειδικές περιπτώσεις και υπό τους όρους και εντός των ορίων που θέτει η εθνική νομοθεσία, ότι ο εργοδότης δεν υποχρεούται να ανακοινώσει πληροφορίες ή να προβεί σε διαβουλεύσεις, όταν η φύση τους είναι τέτοια που, αντικειμενικώς, θα εμπόδιζαν σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης ή θα την έθιγαν. 3. Με την επιφύλαξη των υφισταμένων εθνικών διαδικασιών, τα κράτη μέλη προβλέπουν διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες προσφυγής όταν ο εργοδότης απαιτεί εμπιστευτικότητα ή δεν παρέχει πληροφορίες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2. Μπορούν επίσης να προβλέψουν διαδικασίες προστασίας της εμπιστευτικότητας αυτών των πληροφοριών. Άρθρο 7 Προστασία των εκπροσώπων των εργαζομένων Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να απολαύουν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προστασίας και εγγυήσεων επαρκών ώστε να μπορούν να επιτελούν απερίσπαστοι τα καθήκοντά τους. Άρθρο 8 Προστασία των δικαιωμάτων 1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τα δέοντα μέτρα για τις περιπτώσεις παραβίασης της παρούσας οδηγίας από τον εργοδότη ή από τους εκπροσώπους των εργαζομένων· ιδιαίτερα, φροντίζουν να υπάρχουν κατάλληλες διοικητικές ή δικαστικές διαδικασίες που να επιβάλλουν την εκπλήρωση των εκ της παρούσας οδηγίας υποχρεώσεων. 2. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις κατάλληλες επιβλητέες κυρώσεις όταν ο εργοδότης ή οι εκπρόσωποι των εργαζομένων παραβαίνουν την παρούσα οδηγία·οι κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες και αποτρεπτικές. Άρθρο 9 Σχέση της παρούσας οδηγίας με τις άλλες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις 1. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις ειδικές διαδικασίες ενημέρωσης και διαβούλευσης του άρθρου 2 της οδηγίας 98/59/ΕΚ και του άρθρου 7 της οδηγίας 2001/23/ΕΟΚ. 2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με τις οδηγίες 94/45/ΕΚ και 97/74/ΕΚ. 3. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει άλλα δικαιώματα ενημέρωσης, διαβούλευσης και συμμετοχής ήδη προβλεπόμενα από τις εθνικές νομοθεσίες. 4. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν δύναται να αποτελέσει επαρκή αιτιολογία για οπισθοδρόμηση σε σχέση με την κατάσταση που υφίσταται στα κράτη μέλη όσον αφορά το γενικό επίπεδο ασφαλείας των εργαζομένων στον τομέα που καλύπτει. Άρθρο 10 Μεταβατικές διατάξεις Κατά παρέκκλιση του άρθρου 3, τα κράτη μέλη στα οποία, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας, δεν υπάρχει ένα γενικό, μόνιμο και κατοχυρωμένο σύστημα ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους, ούτε ένα γενικό, μόνιμο και κατοχυρωμένο σύστημα εκπροσώπησης των εργαζομένων στο χώρο εργασίας που θα τους επιτρέψει να εκπροσωπηθούν για τους ανωτέρω σκοπούς, δύνανται να περιορίσουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων εφαρμογής της παρούσας της οδηγίας: α) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 150 εργαζομένους ή τις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 100 εργαζομένους μέχρι [...](8), και β) στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 100 εργαζομένους ή τις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζομένους κατά τη διετία μετά την ημερομηνία του στοιχείου α). Άρθρο 11 Μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο 1. Τα κράτη μέλη εκδίδουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία το αργότερο έως [...](9), ή διασφαλίζουν ότι οι κοινωνικοί εταίροι θεσπίζουν μέχρι την ημερομηνία αυτή τις απαιτούμενες διατάξεις μέσω συμφωνίας, οπότε τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να μπορούν ανά πάσα στιγμή να εξασφαλίσουν τα αποτελέσματα που επιβάλλονται από την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά. 2. Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία, ή συνοδεύονται από σχετική παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις για την παραπομπή αυτή καθορίζονται από τα κράτη μέλη. Άρθρο 12 Επανεξέταση από την Επιτροπή Το αργότερο έως [...](10), η Επιτροπή επανεξετάζει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους σε κοινοτικό επίπεδο, την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, με σκοπό να προτείνει τις τυχόν αναγκαίες τροποποιήσεις. Άρθρο 13 Έναρξη ισχύος Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την ημέρα δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Άρθρο 14 Αποδέκτες Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη. ..., Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Η Πρόεδρος Για το Συμβούλιο Ο Πρόεδρος (1) ΕΕ C 2 της 5.1.1999, σ. 3. (2) ΕΕ C 258 της 10.9.1999, σ. 24. (3) ΕΕ C 144 της 16.5.2001, σ. 58. (4) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Απριλίου 1999 (ΕΕ C 219 της 30.7.1999, σ. 223), επιβεβαιωθείσα στις 16 Σεπτεμβρίου 1999 (ΕΕ C 54 της 25.2.2000, σ. 55), κοινή θέση του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2001 και απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της ... (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). (5) EE L 225 της 12.8.1998, σ. 16. (6) ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16. (7) ΕΕ L 254 της 30.9.1994, σ. 64· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/74/ΕΚ (ΕΕ L 10 της 16.1.1998, σ. 22). (8) Πέντε έτη από την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας. (9) Τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας. (10) Πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας. ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα υποβλήθηκε στο Συμβούλιο στις 17 Νοεμβρίου 1998 και έχει ως βάση το άρθρο 137 παράγραφος 2 της συνθήκης. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και η Επιτροπή Περιφερειών έδωσαν τη γνώμη τους στις 14 Απριλίου 1999, 7 Ιουλίου και 13 και 14 Δεκεμβρίου 2000, αντίστοιχα. Η Επιτροπή υπέβαλε τροποποιημένη πρόταση στις 23 Μαΐου 2001. Το Συμβούλιο καθόρισε κοινή θέση στις 23 Ιουλίου 2001, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 251 της συνθήκης. ΙΙ. ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ Η πρόταση της Επιτροπής αποσκοπεί στη θέσπιση ενός γενικού πλαισίου ελάχιστων προδιαγραφών όσον αφορά το δικαίωμα των εργαζομένων να ενημερώνονται και να διατυπώνουν τις απόψεις τους οι οποίες εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο στις επιχειρήσεις των κρατών μελών. Αποσκοπεί επίσης να συμπληρώσει τις υφιστάμενες οδηγίες σχετικά με τις συλλογικές απολύσεις και τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, καθώς και την οδηγία για την ευρωπαϊκή επιτροπή επιχείρησης, η οποία εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη. ΙΙΙ. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΘΕΣΗΣ 1. ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΚΤΙΜΗΣΕΙΣ Σύμφωνα με το άρθρο 136 της συνθήκης, η Κοινότητα και τα κράτη μέλη "έχουν ως στόχο (...), τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας (...) τον κοινωνικό διάλογο (...) κ.λπ.". Για τον σκοπό αυτό, το άρθρο 137 παράγραφος 2 της συνθήκης ορίζει ότι το Συμβούλιο "μπορεί να θεσπίζει, μέσω οδηγιών, τις ελάχιστες προδιαγραφές οι οποίες εφαρμόζονται σταδιακά, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών και των τεχνικών ρυθμίσεων που υφίστανται σε κάθε κράτος μέλος". Η κοινή θέση του Συμβουλίου είναι σύμφωνη με τους στόχους του άρθρου 137 παράγραφος 2 της συνθήκης στο συγκεκριμένο τομέα, καθόσον προορίζεται να θεσπίσει ελάχιστες προδιαγραφές όσον αφορά την ενημέρωση και τη διαβούλευση των εργαζομένων σε επιχειρήσεις ή εγκαταστάσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Εξάλλου, η κοινή θέση σέβεται σε μεγάλο βαθμό τους στόχους που έθεσε η Επιτροπή και υποστήριξε το Κοινοβούλιο. Η οδηγία θα εφαρμόζεται σε επιχειρήσεις οι οποίες απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζομένους ή εγκαταστάσεις οι οποίες απασχολούν τουλάχιστον 20 εργαζομένους σε ένα κράτος μέλος, σύμφωνα με την επιλογή του κράτους μέλους. Ωστόσο, τα κράτη μέλη στα οποία επί του παρόντος δεν υπάρχει γενικό, μόνιμο και καταχωρημένο σύστημα ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους ή τους εκπροσώπους των εργαζομένων στο χώρο εργασίας, είναι δυνατόν να εφαρμόζουν συμπληρωματική μεταβατική περίοδο. Τα κράτη μέλη αυτά δύνανται, για μια πενταετία από την έναρξη ισχύος της οδηγίας, να περιορίζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων για την εφαρμογή της οδηγίας στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 150 εργαζομένους ή στις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 100 εργαζομένους και, για ακόμη δύο έτη, στις επιχειρήσεις που απασχολούν τουλάχιστον 100 εργαζομένους ή τις εγκαταστάσεις που απασχολούν τουλάχιστον 50 εργαζομένους. Ο λόγος της παρέκκλισης αυτής ο οποίος αναφέρεται στο κείμενο της οδηγίας είναι η ανάγκη να παρασχεθεί ο κατάλληλος χρόνος στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προκειμένου να προσαρμοσθούν στις απαιτήσεις της οδηγίας, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές δεν έχουν επί του παρόντος καμία ρητή υποχρέωση ενημέρωσης και διαβούλευσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίσουν και να εφαρμόσουν τις πρακτικές ρυθμίσεις ενημέρωσης και διαβούλευσης στο κατάλληλο επίπεδο, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και τις πρακτικές που εφαρμόζονται στις εργασιακές σχέσεις. Αυτό συνεπάγεται ότι ανατίθεται στην εργοδοσία και τους εργαζομένους στο κατάλληλο εθνικό επίπεδο να καθορίσουν ελεύθερα και οποτεδήποτε μέσω συμφωνίας μετά από διαπραγματεύσεις, τις πρακτικές ρυθμίσεις για την ενημέρωση των εργαζομένων και τη διαβούλευση με αυτούς. Οι συμφωνίες αυτές είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν διατάξεις διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 4 της οδηγίας. Πρωταρχικό στοιχείο είναι το δικαίωμα των εργαζομένων να ενημερώνονται για τις πρόσφατες και πιθανές εξελίξεις των βασικών πτυχών των δραστηριοτήτων της επιχείρησης, της οικονομικής της κατάστασης και της κατάστασης της απασχόλησης μέσα σ' αυτήν και να εκφέρουν τις απόψεις τους όσον αφορά τα θέματα αυτά, καθώς και τα μέτρα πρόληψης όταν η απασχόληση απειλείται, καθώς και αποφάσεις που είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση ή στις συμβάσεις εργασίας. Στη διαβούλευση περιλαμβάνεται ανταλλαγή απόψεων και διάλογος μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων που θα τους επιτρέψει να εκφράσουν τη γνώμη τους στον εργοδότη και να λάβουν εύλογη απάντηση ενόψει της επίτευξης συμφωνίας για αποφάσεις που θα ληφθούν από τον εργοδότη. Η οδηγία περιέχει διατάξεις οι οποίες δίδουν στον εργοδότη τη δυνατότητα να παράσχει, εμπιστευτικά, ορισμένες πληροφορίες στους εκπροσώπους των εργαζομένων εφόσον αυτό απαιτεί το νόμιμο συμφέρον του εργοδότη. Επιτρέπει επίσης στον εργοδότη να μην κοινοποιήσει πληροφορίες ή να μην προβεί σε διαβουλεύσεις εφόσον αυτό θα έβλαπτε σοβαρά τη λειτουργία της επιχείρησης ή της εγκατάστασης. Η οδηγία απαιτεί την πρόβλεψη των αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων που θα εφαρμόζονται σε περίπτωση παράβασης της οδηγίας από τον εργοδότη ή τους εκπροσώπους των εργαζομένων. 2. ΟΙ ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ 2.1. Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο 2.1.1. Οι ακόλουθες δέκα τροπολογίες έγιναν δεκτές στο σύνολό τους, τόσο στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής όσον και στην κοινή θέση του Συμβουλίου είτε κατά λέξην είτε, τουλάχιστον, ως προς το πνεύμα και την ουσία τους: αριθ. 2, 3, 6, 7, 9, 10, 13 (εισαγωγική πρόταση), 16, 25, και 32. 2.1.2. Οι ακόλουθες 24 τροπολογίες δεν περιελήφθησαν ούτε στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής ούτε στην κοινή θέση του Συμβουλίου για τους ακόλουθους λόγους: - αριθ. 1: η τροπολογία αυτή κρίθηκε ότι είναι σύμφωνη με τις αιτιολογικές σκέψεις 7 και 8, αλλά, συγχρόνως, υπερβολικά λεπτομερής· - αριθ. 4 και 15: η αιτιολογική σκέψη και το άρθρο για το αποκαλούμενο "Tendenzschutz" κρίθηκαν αναγκαία σύμφωνα με την "οδηγία για την ευρωπαϊκή επιτροπή επιχείρησης", - αριθ. 37: η τροπολογία αυτή κρίθηκε υπερβολικά άκαμπτη όσον αφορά το δικαίωμα του εργοδότη να αποσιωπεί ιδιαίτερα ευαίσθητες πληροφορίες σύμφωνα με τη θέση του Συμβουλίου για την τροπολογία αριθ. 27. Εξάλλου, το αιτιολογικό δεν θα πρέπει να περιέχει διατυπώσεις οι οποίες έχουν το χαρακτήρα δεσμευτικής διάταξης· - αριθ. 5 και 31: οι τροπολογίες αυτές κρίθηκαν μη απαραίτητες, καθόσον καλύπτονται ήδη από τις διατάξεις του άρθρου 9 παράγραφος 3· - αριθ. 8: η τροπολογία αυτή μολονότι κρίθηκε ότι συμφωνεί με το πνεύμα του άρθρου 1 παράγραφος 3, κρίθηκε, επίσης, ότι δημιουργεί απαιτήσεις έναντι των κρατών μελών τις οποίες ίσως να μην είναι σε θέση να ικανοποιήσουν· - αριθ. 11: η τροπολογία αυτή κρίθηκε υπερβολικά περιοριστική για θέματα τα οποία θα πρέπει να αφεθούν στην εθνική νομοθεσία και πρακτική και στους κοινωνικούς εταίρους· - αριθ. 41: η τροπολογία αυτή κρίθηκε υπερβολικά λεπτομερής και άσκοπη, καθώς και ασυμβίβαστη με την κατάσταση σε ορισμένα κράτη μέλη· - αριθ. 13 (πρώτη και τρίτη παράγραφος): η τροπολογία αυτή κρίθηκε ασκόπως λεπτομερής, δεδομένου ότι η διαβούλευση μπορεί να πραγματοποιηθεί, σε κάθε περίπτωση, μόνον βάσει των παρεχομένων πληροφοριών· - αριθ. 17: η τροπολογία αυτή κρίθηκε ως ενδεχομένως επαχθής για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και όχι πλήρως κατάλληλη ως νομική διάταξη· - αριθ. 43: μολονότι η τροπολογία αυτή κρίθηκε σύμφωνη με το πνεύμα του άρθρου 5, θεωρήθηκε ότι αποτελεί άσκοπο περιορισμό της διαπραγματευτικής ελευθερίας των κοινωνικών εταίρων· - αριθ. 20: η τροπολογία αυτή θεωρήθηκε υπερβολικά περιοριστική για την ελευθερία των κοινωνικών εταίρων να συνάπτουν συμφωνίες· - αριθ. 21: η τροπολογία αυτή κρίθηκε υπερβολικά λεπτομερής και καλύπτουσα τομείς που δεν προσφέρονται για διαβούλευση· - αριθ. 22 και 23: οι τροπολογίες αυτές κρίθηκαν ότι ευθυγραμμίζονται με το πνεύμα της οδηγίας αλλά, συγχρόνως, ότι είναι ασκόπως λεπτομερείς· - αριθ. 24: η τροπολογία αυτή κρίθηκε ότι απέχει πολύ από τις εθνικές νομοθεσίες των περισσοτέρων κρατών μελών οι οποίες δεν παρέχουν στους εκπροσώπους των εργαζομένων παρόμοιο δικαίωμα ανασταλτικής αρνησικυρίας· - αριθ. 26: η τροπολογία αυτή κρίθηκε άσκοπη υπό το φως του άρθρου 6 παράγραφος 1, το οποίο αναφέρεται ήδη στους "εμπειρογνώμονες που ενδεχομένως επικουρούν" τους εκπροσώπους των εργαζομένων, καθώς και υπερβολικά ασαφής σχετικά με τα δικαιώματα και το ρόλο των εμπειρογνωμόνων αυτών· - αριθ. 27: το δικαίωμα του εργοδότη να μην κοινοποιεί πληροφορίες και να μην αναλαμβάνει διαβουλεύσεις όταν αυτό θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά την επιχείρηση κρίθηκε αναγκαίο· - αριθ. 28: η τροπολογία αυτή κρίθηκε υπερβολικά λεπτομερής και ξένη προς την κατάσταση που επικρατεί σε πολλά κράτη μέλη· - αριθ. 29: η τροπολογία αυτή κρίθηκε ότι παρουσιάζει προβλήματα νομικής εφαρμογής, δεδομένου ότι η πρόθεση του εργοδότη θα ήταν πολύ δύσκολο να καθοριστεί· πράγματι, το Συμβούλιο απέρριψε ολόκληρη την παράγραφο την οποία αφορούσε η τροπολογία αυτή· - αριθ. 33: η τροπολογία αυτή, η οποία αποσκοπούσε στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας σε ολόκληρο το δημόσιο τομέα, κρίθηκε ακατάλληλη δεδομένου ότι οι κρατικές επιχειρήσεις καλύπτονται σε κάθε περίπτωση. Η οδηγία δεν είναι, ωστόσο, προσαρμοσμένη στον χαρακτήρα, τις δραστηριότητες και τα είδη αποφάσεων που λαμβάνονται από άλλους δημόσιους φορείς· - αριθ. 34: η τροπολογία αυτή κρίθηκε ότι παρεμβαίνει αδικαιολόγητα στη νομοθετική διαδικασία των κρατών μελών η οποία, κανονικά και σε κάθε περίπτωση, περιλαμβάνει τη διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους· - αριθ. 35: η τροπολογία αυτή κρίθηκε άσκοπη καθόσον προβάλλει μια συγκεκριμένη πτυχή της οδηγίας η οποία θα περιληφθεί κατά πάσα πιθανότητα, κατά την επανεξέτασή της. 3. Η ΚΟΙΝΗ ΘΕΣΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 3.1. Το άρθρο 3 παράγραφος 3 το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να αποκλίνουν από την οδηγία όσον αφορά τα πληρώματα των ποντοπόρων πλοίων δεν περιελήφθη στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής αλλά κρίθηκε αναγκαίο από το Συμβούλιο λόγω των πρακτικών δυσκολιών της διαβούλευσης με ναυτικούς που απουσιάζουν σε μακροχρόνια ταξίδια και, στη συνέχεια, έγινε δεκτό από την Επιτροπή. 3.2. Η τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής (και η αρχική της πρόταση) περιείχε διάταξη (άρθρο 8 παράγραφος 3) σχετικά με τις κατάλληλες επιβλητές κυρώσεις σε περιπτώσεις σοβαρής παράβασης εκ μέρους του εργοδότη των υποχρεώσεών του ενημέρωσης και διαβούλευσης. Ωστόσο, το Συμβούλιο, μολονότι αναγνώρισε την ανάγκη πρόβλεψης κυρώσεων στην περίπτωση αυτή, έκρινε ότι το άρθρο 8 παράγραφος 2 παρέχει επαρκή βάση για τη θέσπιση αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών ποινών στην εθνική νομοθεσία. Το Συμβούλιο δεν μπορούσε, ως εκ τούτου, να δεχθεί την παράγραφο 3, ενώ οι ακόλουθες συγκεκριμένοι λόγοι αναφέρθηκαν, επίσης, από πολλά κράτη μέλη: - η διάταξη περιέχει την έννοια της "μη παραγωγής νομικών αποτελεσμάτων" ορισμένων αποφάσεων του εργοδότη η οποία είναι ξένη προς τα περισσότερα εθνικά νομικά συστήματα, - η διάταξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε νομική αβεβαιότητα λόγω τυχόν μακροσκελών δικαστικών διαδικασιών με σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την επιχείρηση και την ικανότητά της να διασφαλίζει το τρέχον επίπεδο απασχόλησης σ' αυτήν καθώς και για τις σχέσεις της με τους εμπορικούς εταίρους της και - η διάταξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε νομική αβεβαιότητα όσον αφορά την ενημέρωση και τη διαβούλευση σε καταστάσεις που καλύπτονται από τις υφιστάμενες οδηγίες για τις συλλογικές απολύσεις και τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων. 3.3. Το άρθρο 10 το οποίο προβλέπει μεταβατικές περιόδους σχετικά με τα όρια που ορίζονται στο άρθρο 3 για την εφαρμογή της οδηγίας δεν περιελήφθη στην τροποποιημένη πρόταση της Επιτροπής. Προτάθηκε από την Επιτροπή κατά τη σύνοδο του Συμβουλίου της 11ης Ιουνίου 2001 και έγινε δεκτό από αυτό. IV. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ Το Συμβούλιο κρίνει, γενικά, ότι η κοινή θέση ευθυγραμμίζεται πλήρως με τους στόχους της τροποποιημένης πρότασης της Επιτροπής. Κρίνει επίσης ότι, βασικά, λαμβάνει υπόψη της τους κύριους στόχους που επεδίωκε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τις τροπολογίες του.