Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 52000DC0375

Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο - Φεΐρα, 19-20 Ιουνίου 2000 - Για την εμπειρία από το πρόβλημα του έτους 2000 (Y2K) για τους υπολογιστές

/* COM/2000/0375 τελικό */

52000DC0375

Έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο - Φεΐρα, 19-20 Ιουνίου 2000 - Για την εμπειρία από το πρόβλημα του έτους 2000 (Y2K) για τους υπολογιστές /* COM/2000/0375 τελικό */


ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΦΕΪΡΑ, 19-20 ΙΟΥΝΙΟΥ 2000 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2000 (Y2K) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

(υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΕΚΘΕΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΦΕΪΡΑ, 19-20 ΙΟΥΝΙΟΥ 2000

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 2000 (Y2K) ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

1. Εισαγωγη

2. Συντονισμοσ στο εσωτερικό της ΕΕ - Η Ομαδα Εργασιασ Y2K τησ ΕΕ

2.1. Γενικά

2.2. Αποτελέσματα

2.2.1. Πυρηνική ασφάλεια

2.2.2. Ενέργεια

2.2.3. Αεροπορικές μεταφορές

2.2.4. Θαλάσσιες μεταφορές

2.2.5. Χρηματοπιστωτικός τομέας

2.2.6. Τηλεπικοινωνίες

2.2.7. Πολιτική πληροφόρησης για το Y2K

2.2.8. Το Κέντρο Επικοινωνίας της ΕΕ

2.2.9. Πολιτική προστασία και ανθρωπιστική βοήθεια

3. Η Συμβολη τησ Επιτροπησ στην Αντιμετωπιση του Προβληματοσ Y2K για τουσ Υπολογιστες

3.1. Ρόλος και εντολή

3.2. Οργάνωση

3.3. Εκθέσεις

3.4. Διεθνής συνεργασία

3.5. Ιστοσελίδα

3.6. Εργαστήρια

4. Συμπερασματα

1. Εισαγωγη

Η αντιμετώπιση του προβλήματος του έτους 2000 για τους υπολογιστές (Y2K) ήταν μια μοναδική εμπειρία με παγκόσμια κάλυψη. Υπήρξε συμμετοχή των κυβερνήσεων στα ανώτατα επίπεδα αλλά, πράγμα που ήταν ασυνήθιστο, ελάχιστα ανταγωνιστικά ή πολιτικά πλεονεκτήματα μπορούσε να κερδίσει κανείς. Στον στίβο αυτό, τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν το καθένα το δικό του ρόλο όσον αφορά την προετοιμασία για την ημερομηνία αλλαγής του αιώνα. Η παρούσα έκθεση τονίζει τις κύριες δραστηριότητες και τα αποτελέσματα που επετεύχθησαν σε επίπεδο ΕΕ μέσω των ενεργειών της ομάδας εργασίας ΕΕ Y2K και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αναγνωρίστηκε από την αρχή ότι, λόγω της φύσης και της έκτασης του προβλήματος Y2K έπρεπε ο καθένας - άτομο ή οργανισμός - να αξιολογήσει τους κινδύνους που αντιμετώπιζε και να ενεργήσει υπεύθυνα, για να εξασφαλιστεί ότι θα υπήρχε επαρκής προετοιμασία. Ταυτόχρονα, ήταν επίσης σαφές ότι ο πιο κρίσιμος παράγοντας για την εξασφάλιση επιτυχίας σε παγκόσμιο επίπεδο θα ήταν η ανταλλαγή πληροφοριών.

Αρχικά, η έμφαση στην κοινοποίηση των πληροφοριών βοηθούσε αυτούς που ενεργούσαν πραγματικά για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Εφόσον εντοπίζονταν προβλήματα σε ορισμένους εξοπλισμούς και λογισμικά, αυτοί που άρχιζαν αργότερα ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν τις προσπάθειές τους σε ορισμένους τομείς και να αποφεύγουν τις περιττές έρευνες. Όταν, εν τούτοις, μετατοπίστηκε η έμφαση, έγινε πιο εμφανής η ανάγκη ύπαρξης αξιόπιστων πληροφοριών για την κατάσταση ετοιμότητας των άλλων - πελατών, εταίρων, κρίσιμης σημασίας υπηρεσιών και υποδομών και, αργότερα, ακόμη και ολόκληρων συναλλασσομένων χωρών. Τελικά, λόγω της αυξανόμενης εξάρτησής μας από την τεχνολογία των πληροφοριών (ΤΠ) στην καθημερινή ζωή και της αλληλοσύνδεσης και αλληλεξάρτησης της σύγχρονης βιομηχανίας σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά τους τελευταίους μήνες του 1999, η επίλυση του προβλήματος Y2K κατέστη κυρίως ζήτημα διατήρησης της εμπιστοσύνης του κοινού.

Για το λόγο αυτό οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο, ενώ εξασφάλιζαν ότι τα δικά τους συστήματα ΤΠ ήταν έτοιμα για το 2000, έστρεψαν επίσης την προσοχή τους και σε διάφορες άλλες πλευρές - αύξηση της συνειδητοποίησης της βιομηχανίας και των πολιτών τους σχετικά με τη φύση της απειλής λόγω του λεγομένου «ιού της χιλιετίας», διενέργεια ελέγχων και δημοσίευση περιεκτικών πληροφοριών για την κατάσταση ετοιμότητας των βασικών τομέων της υποδομής τους, και ανασκόπηση των πόρων και των προγραμμάτων των αρχών πολιτικής προστασίας.

Στο εσωτερικό της ΕΕ, το κύριο φόρουμ για επικοινωνία και ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με το πρόβλημα Y2K μεταξύ των κρατών μελών ήταν η Ομάδα Εργασίας Υψηλού Επιπέδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το πρόβλημα Y2K (ΟΕΕΕY2K).

2. Συντονισμοσ στο εσωτερικό της ΕΕ - Η Ομαδα Εργασιασ Y2K τησ ΕΕ

2.1. Γενικά

Το πρόβλημα του έτους 2000 για τους υπολογιστές ήταν οπωσδήποτε αντικείμενο πολιτικής προσοχής σε πολύ υψηλό επίπεδο στην ΕΕ. Τον Ιούνιο του 1998, τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Κάρντιφ τόνιζαν την ανάγκη κοινής χρήσης πληροφοριών για το ζήτημα αυτό και παρακολούθησης της προόδου. Τα επόμενα Ευρωπαϊκά Συμβούλια στη Βιέννη και την Κολωνία συνέχισαν να παρακολουθούν πολύ στενά την εξέλιξη του προβλήματος, δίνοντας ιδιαίτερα προσοχή στους δυνητικούς διασυνοριακούς κινδύνους. Πραγματοποιήθηκαν επίσης συζητήσεις σε υπουργικό επίπεδο σε διάφορα άλλα Συμβούλια, όπου περιλαμβάνονται τα Συμβούλια βιομηχανίας, τηλεπικοινωνιών, μεταφορών, ενέργειας και οικονομικών. Λόγω της ποικιλόμορφης φύσης του προβλήματος ήταν απαραίτητη η συμμετοχή πολλών και διαφόρων τομέων, και έτσι ήταν δύσκολο να εντοπιστεί ένας υπάρχων οργανισμός ικανός να καλύψει όλες τις πτυχές του προβλήματος.

Η Επιτροπή ενεργοποιήθηκε επίσης, διοργανώνοντας τριμηνιαία εργαστήρια στα οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι των κρατών μελών και συμμετέχοντες από ευρωπαϊκές βιομηχανικές ενώσεις, αρχίζοντας το Σεπτέμβριο του 1997. Παρά τη χρησιμότητα των εργαστηρίων αυτών, υπήρχαν επίσης ορισμένοι περιορισμοί. Λόγω του συνδυασμού εκπροσώπων της βιομηχανίας και διοικητικών υπαλλήλων, οι εκπρόσωποι των κρατών μελών σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούσαν να εστιάσουν στις δικές τους συγκεκριμένες ανάγκες κοινής χρήσης πληροφοριών. Επιπλέον, δεν υπήρχε συνέπεια όσον αφορά την εμπειρία και την εκπαίδευση των εκπροσώπων των κρατών μελών, έτσι ώστε δεν είχαν όλοι οι εκπρόσωποι παρόμοιες αρμοδιότητες και γνώσεις για τα ζητήματα. Η εντολή των συμμετεχόντων στα εργαστήρια ήταν ανεπίσημη, και φαινόταν ότι είναι κυρίως η συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών, και όχι η διαμόρφωση πολιτικής ή η λήψη αποφάσεων.

Η ανάγκη για μια ειδική ομάδα για την αντιμετώπιση ζητημάτων σχετικών με το Y2K σε επίπεδο ΕΕ επισημάνθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κολωνίας τον Ιούνιο του 1999. Στα συμπεράσματα της Προεδρίας ( 36) ζητήθηκε από την Επιτροπή να συγκαλέσει μια Ομάδα Υψηλού Επιπέδου με σκοπό "...να διατυπωθούν προτάσεις για στρατηγικές αποφάσεις που μπορεί να χρειαστούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή λειτουργία ουσιαστικών τομέων των υποδομών εάν ανακύψουν προβλήματα σχετικά με υπολογιστές σε σχέση με την αλλαγή της χιλιετίας".

Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό, συγκαλώντας την πρώτη συνεδρίαση της ΟΕΕΕY2K τον Ιούλιο του 1999. Σε αυτή την αρχική συνεδρίαση, συμφωνήθηκε να δώσει η ομάδα ιδιαίτερη προσοχή σε διασυνοριακά ζητήματα σχετικά με ουσιαστικής σημασίας τομείς της υποδομής και συναφείς υπηρεσίες. Οι τομείς που ορίστηκαν ήταν αυτοί που εξασφαλίζουν την κανονική λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας, ιδιαίτερα οι πτυχές που αφορούν τη διαρκή ασφάλεια και ευημερία των πολιτών. Στους τομείς με δυνητικό ενδιαφέρον περιλαμβάνονταν η ενέργεια, οι μεταφορές, οι τηλεπικοινωνίες, η ύδρευση, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, οι αλυσίδες εφοδιασμού, η υγειονομική περίθαλψη, η κοινωνική πρόνοια, τα τελωνεία και η πολιτική προστασία. Οι χώρες ΕΖΕΣ κλήθηκαν να συμμετάσχουν ως παρατηρητές, και συνέβαλαν ενεργά στην ομάδα.

2.2. Αποτελέσματα

Η ομάδα συνεδρίαζε σε μηνιαία βάση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1999. Γενικά, τα θέματα προς συζήτηση για κάθε συνεδρίαση είχαν συμφωνηθεί κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, πράγμα που επέτρεπε στους εκπροσώπους να προετοιμάζονται και να συγκεντρώνουν πληροφορίες από εθνικούς εμπειρογνώμονες σε συγκεκριμένους τομείς εκ των προτέρων. Τα μέλη είχαν συμφωνήσει επίσης να επικοινωνούν και να λαμβάνουν αποφάσεις, αν χρειάζεται, με ηλεκτρονικά μέσα. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή δημιούργησε ένα ειδικό ιδιωτικό φόρουμ στο διαδίκτυο. Στο διάστημα μεταξύ των συνεδριάσεων, ήταν συνηθισμένες οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες και διαβουλεύσεις.

Αναγνωρίστηκε ότι οι συνήθεις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΕ θα ήταν γενικά ακατάλληλες, γιατί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στους γρήγορους χρόνους απόκρισης που απαιτούσαν τα ζητήματα Y2K. Αντί για αυτό, αποφασίστηκε να επιτυγχάνονται συμφωνίες στο εσωτερικό της ομάδας με βάση της συναίνεση, και στη συνέχεια να εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο ανάλογα με τις απαιτήσεις.

Κατά τις συνεδριάσεις της, η ΟΕΕΕY2K κάλυψε ένα πολύ ευρύ φάσμα θεμάτων, και τα αποτελέσματα των συζητήσεων σε βασικούς τομείς παρουσιάζονται συνοπτικά στις αντίστοιχες ενότητες.

2.2.1. Πυρηνική ασφάλεια

Ένα σημαντικό θέμα που ανέκυπτε σε κάθε συνεδρίαση ήταν το ζήτημα της πυρηνικής ασφάλειας. Στο εσωτερικό της ΕΕ ήταν εξασφαλισμένη η στενή παρακολούθηση της ετοιμότητας των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής (ΠΣΗ) στην ΕΕ και υπήρχαν άφθονες διαθέσιμες πληροφορίες. Εν τούτοις, υπήρχε αβεβαιότητα όσον αφορά την κατάσταση των εγκαταστάσεων στις ΧΚΑΕ και τα ΝΑΚ λόγω της πλήρους έλλειψης πληροφοριών από τις χώρες αυτές και της στενής γεωγραφικής γειτνίασής τους, έτσι ώστε το ζήτημα αυτό ήταν πηγή ανησυχιών για πολλές χώρες της ΕΕ.

Η ομάδα ζήτησε από την Επιτροπή να αναλάβει δράση σε δύο μέτωπα. Πρώτον, ζήτησαν από την Επιτροπή να διαθέσει όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες για την πραγματική κατάσταση του πυρηνικού τομέα στις χώρες αυτές. Η Επιτροπή αντέδρασε με τη συλλογή πληροφοριών από διάφορες πηγές, στις οποίες περιλαμβάνονταν οι τακτικές συναντήσεις μεταξύ αρμοδίων της ΕΕ και των ΧΚΑΕ/ΝΑΚ για τη ρύθμιση του πυρηνικού τομέα καθώς και την ΔΕΑΕ, που διενήργησε επιτόπιες επισκέψεις στις χώρες αυτές.

Ήταν εμφανές ότι ήταν πολύ απίθανο να προκαλέσει το Y2K μια άμεση απειλή για την ασφάλεια των λειτουργιών των πυρηνικών εγκαταστάσεων, δεδομένου ότι, από αυτά που ήταν γνωστά, κανένα σύστημα κρίσιμο για την ασφάλεια δεν επηρεαζόταν σε οποιοδήποτε πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής. Αντίθετα, επειδή ορισμένα λιγότερο κρίσιμα συστήματα παρακολούθησης αντιμετώπιζαν δυνητική απειλή, υπήρχε ανάγκη εξασφάλισης ότι δεν θα υποβαθμιζόταν η ασφάλεια των εγκαταστάσεων πιο μακροπρόθεσμα λόγω των προβλημάτων.

Έτσι, ζητήθηκε από την Επιτροπή να προσφέρει χρηματοδότηση για να βοηθηθούν οι πυρηνικοί φορείς να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Στο ζήτημα αυτό, η Επιτροπή υποστήριζε ήδη τις εργασίες της ΔΕΑΕ, ενώ παράλληλα χρηματοδοτούσε τους ΔΚΕΤ, ΚΕΤΟυ, και ΠΕΦΠΣ για την παροχή επιτόπιας βοήθειας στους πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Μετά από παρότρυνση της ΟΕΕΕY2K, διατέθηκε ξεχωριστός προϋπολογισμός περίπου 3 εκατ. ευρώ για τη χρηματοδότηση των υπόλοιπων αναγκών για βοήθεια κατά τη διάρκεια του 2000. Όντας στον Μάιο 2000, φαίνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος τού προϋπολογισμού που έχει διατεθεί για την Ρωσία και την Ουκρανία θα χρειασθεί πράγματι για να διορθώσει προβλήματα σε πυρηνικούς σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής.

2.2.2. Ενέργεια

Το ζήτημα της ενέργειας, και ιδιαίτερα η παραγωγή και η διανομή της, συζητήθηκε επίσης τακτικά στην ομάδα. Δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή στον ηλεκτρισμό, ως πηγή ενέργειας που δεν μπορεί να αποθηκευθεί. Εξετάστηκε η σταθερότητα των δικτύων ηλεκτροδότησης στις χώρες ΧΚΑΕ και ΝΑΚ καθώς και η αξιοπιστία του ηλεκτρισμού γενικά, καθώς και των προμηθειών καυσίμου αερίου και πετρελαίου από το εξωτερικό της ΕΕ.

Το ενδιαφέρον στα δίκτυα διανομής ηλεκτρισμού συγκεντρώθηκε στο ενδεχόμενο, μια αστοχία του δικτύου να έχει επιπτώσεις για τη σταθερότητα των ΠΣΗ, καθώς και στο ενδεχόμενο ανθρωπιστικών επιπτώσεων λόγω της ευρείας έλλειψης θέρμανσης τον Ιανουάριο (βλέπε τμήμα 2.2.9). Όπως και στην περίπτωση των ΠΣΗ, οι ανησυχίες συγκεντρώθηκαν κυρίως στις χώρες ΧΚΑΕ και ΝΑΚ. Η Επιτροπή διοργάνωσε, τον Ιούλιο του 1999, μια διάσκεψη για τα δίκτυα ηλεκτροδότησης, με τη συμμετοχή φορέων της ΕΕ, των ΧΚΑΕ και των ΝΑΚ, για να αυξηθεί η συνειδητοποίηση σχετικά με την απειλή αυτή και να ανταλλαγούν πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης.

Όσον αφορά τις άλλες πηγές ενέργειας, συζητήθηκαν διάφορες πτυχές, όπου περιλαμβάνονταν η κατάσταση των αγωγών πετρελαίου του ΝΑΤΟ, οι οποίοι μεταφέρουν ένα μεγάλο ποσοστό των καυσίμων αεροσκαφών στα περισσότερα μεγάλα αεροδρόμια και βάσεις της Δυτικής Ευρώπης. Η Επιτροπή ανέφερε ότι το ΝΑΤΟ εργαζόταν εδώ και τρία χρόνια για το ζήτημα της επιδιόρθωσης και αποκατάστασης του συστήματος αγωγών, και το σύστημα είχε δοκιμαστεί πλήρως και είχαν ήδη θεσπιστεί μέτρα επείγουσας ανάγκης. Η Ομάδα πληροφορήθηκε επίσης για τα σχέδια έκτακτης ανάγκης όσον αφορά την προμήθεια πετρελαίου, τα οποία είχαν αναπτυχθεί από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (ΔΟΕ).

Όσον αφορά την παραγωγή και τη διανομή καυσίμου αερίου, επισημάνθηκε η ανάγκη στενότερου συντονισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΕ εξαρτάται επίσης σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικές πηγές καυσίμου αερίου. Οι Νορβηγοί συμμετείχαν στις δραστηριότητες της ΟΕΕΕY2K, πληροφορώντας πλήρως τις άλλες χώρες για τις δραστηριότητές τους. Οι ιταλικές πηγές ανέφεραν σχετικά με την κατάσταση των προμηθευτών από την Αλγερία, ενώ στελέχη της δημόσιας διοίκησης της Φινλανδίας και της Γερμανίας ήταν σε θέση να διαβεβαιώσουν την ομάδα σχετικά με την κατάσταση της GAZPROM στη Ρωσία.

2.2.3. Αεροπορικές μεταφορές

Λόγω της φύσης της, η αεροπορία ελέγχεται γενικά σε διεθνές επίπεδο από τις ρυθμιστικές αρχές, μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO), και από διάφορους φορείς μέσω της Διεθνούς Ένωσης Αεροπορικών Μεταφορών (IATA). Στο εσωτερικό της ΕΕ, η Eurocontrol συμμετείχε στο συντονισμό των προγραμμάτων έκτακτης ανάγκης για ορισμένες χώρες της ΕΕ.

Έτσι, το ιδιαίτερο ζήτημα που συζητήθηκε στην ΟΕΕΕY2K αφορούσε τη δυνητική ανάγκη απαγόρευσης των πτήσεων, προς τις χώρες της ΕΕ, ορισμένων αερομεταφορέων, που δεν τηρούσαν τις οδηγίες και ενδεχομένως την απαγόρευση των πτήσεων των εθνικών αερομεταφορέων προς χώρες όπου ήταν αμφίβολη η ετοιμότητα των συστημάτων ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας. Σκοπός των συζητήσεων αυτών ήταν να αποφευχθεί η λήψη αντιφατικών θέσεων από διάφορα κράτη μέλη. Συζητήθηκαν διάφορες ενδεχόμενες διευθετήσεις όσο πλησίαζε η κρίσιμη περίοδος και μοιράστηκαν, για κοινή χρήση, πληροφορίες για συγκεκριμένους αερομεταφορείς και χώρες. Εν τούτοις, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, καμιά χώρα δεν αποφάσισε να αναλάβει τέτοιες δράσεις και, έτσι, δεν χρειάστηκε να αναληφθεί συντονισμένη δράση σε επίπεδο ΕΕ.

2.2.4. Θαλάσσιες μεταφορές

Στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών υπήρχαν δύο βασικά ζητήματα που είχαν αντίκτυπο έξω από τα εθνικά σύνορα. Πρώτον, υπήρχε ανάγκη να εξασφαλιστεί μια συνεπής πολιτική για την αντιμετώπιση πλοίων τα οποία θα βρίσκονταν σε ύδατα ή λιμένες της ΕΕ και τα οποία δεν θα είχαν δηλώσει την ετοιμότητά τους για το Y2K σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που είχε εκδώσει ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (ΔΝΟ). Στον τομέα αυτό, έγινε σύγκριση μεταξύ των σχεδίων έκτακτης ανάγκης που είχε αναπτύξει το κάθε κράτος μέλος της ΕΕ για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά του, και διαπιστώθηκε ότι ήταν συμβατά μεταξύ τους.

Δεύτερον, η ετοιμότητα των επί μέρους λιμένων της ΕΕ, καθώς και των τελωνείων και των συστημάτων υποδοχής μεταναστών γενικά, είχε ζωτική σημασία όσον αφορά την εξασφάλιση ότι θα συνεχιζόταν η κανονική λειτουργία των αλυσίδων παροχής. Γενικά, οι κύριοι λιμένες της ΕΕ είχαν συνειδητοποιήσει την απειλή λόγω του προβλήματοςY2K και έκριναν ότι ήταν προετοιμασμένοι. Υπάρχουν επίσης ορισμένα συστήματα τεχνολογίας των πληροφοριών που καλύπτουν όλη την Κοινότητα, τα οποία χρησιμοποιούνται για την ανταλλαγή δεδομένων για τους σκοπούς της Εσωτερικής Αγοράς. Η ίδια η Επιτροπή κατέβαλε σημαντικές προσπάθειες για να εξασφαλισθεί, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, η ικανότητα αποκατάστασης των συστημάτων αυτών.

2.2.5. Χρηματοπιστωτικός τομέας

Ο χρηματοπιστωτικός τομέας αντιμετώπιζε ιδιαίτερες απειλές από το πρόβλημα Y2K, λόγω της υψηλής εξάρτησής του από συστήματα τεχνολογίας των πληροφοριών και της εγγενούς παγκόσμιας και αλληλοσυνδεδεμένης φύσης των λειτουργιών του. Ανταποκρινόμενη στο πρόβλημα αυτό, η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κοινότητα, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ανέλαβε μια τεράστια, και τελικά πολύ επιτυχημένη, συνεργατική προσπάθεια για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί της ΕΕ ευνοήθηκαν σημαντικά από την εισαγωγή του ευρώ, όσον αφορά ιδιαίτερα τον καθορισμό σχεδίων έκτακτης ανάγκης για την κρίσιμη περίοδο.

Έτσι, χάρη στην ποιότητα και την έκταση της υπάρχουσας διεθνούς συνεργασίας, δεν χρειάστηκε να εξετάσει η ΟΕΕΕY2K ειδικές δράσεις όσον αφορά διασυνοριακά ζητήματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Εξετάστηκε ο αντίκτυπος του Y2K όσον αφορά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια και τις σχετικές απαιτήσεις. Οι χώρες της ΕΕ συζήτησαν την νομοθεσία που θεσπίστηκε στις ΗΠΑ για το Y2K και τη νομική ευθύνη, αλλά υιοθέτησαν την άποψη ότι δεν υπήρχε ανάγκη για παρόμοια νομοθεσία σε οποιαδήποτε χώρα της Ε.Ε. λόγω της απουσίας ορισμένων πλευρών σχετιζόμενων ειδικά με το νομικό σύστημα των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανόμενης της μικρότερης τάσης για προσφυγή σε δικαστικές μεθόδους που γενικά επικρατεί στην ΕΕ.

2.2.6. Τηλεπικοινωνίες

Στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, επειδή είναι κι αυτός ένας εγγενώς παγκόσμιος και αλληλοσυνδεδεμένος τομέας, απαιτήθηκε επίσης μια διεθνής απόκριση. Στην περίπτωση αυτή, η Διεθνής Ένωση Τηλεπικοινωνιών (ITU) ανέλαβε κυρίως την ευθύνη για την πληροφόρηση των μελών της σχετικά με την ανάγκη ανάληψης δράσης, παρέχοντας άμεση βοήθεια με τη διοργάνωση εργαστηρίων σε λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες. Η ITU συντόνιζε επίσης τις διεθνείς προσπάθειες δοκιμών, που ήταν σχεδιασμένες για να δοκιμαστεί η συμβατότητα με το Y2K των κυριότερων τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο.

Οι ρυθμιστικές αρχές τηλεπικοινωνιών και οι φορείς τηλεπικοινωνιών σε όλη την Ευρώπη, συμμετείχαν ενεργά στις δραστηριότητες της ITU. Μια ιδιομορφία του τομέα των τηλεπικοινωνιών είναι η «συνήθης» εμφάνιση μεγάλης ζήτησης κάθε Πρωτοχρονιά. Στην περίπτωση αυτή, αναμενόταν η πρόσθετη επιδείνωση της κατάστασης αυτής λόγω της σύμπτωσης του 2000. Τα μέλη της ΟΕΕΕY2K επεσήμαναν την ανάγκη να το λάβουν αυτό υπόψη οι φορείς στα σχέδιά τους για την κρίσιμη περίοδο, και να εξασφαλίσουν τη συνέχιση της κανονικής λειτουργίας των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών έκτακτης ανάγκης.

2.2.7. Πολιτική πληροφόρησης για το Y2K

Ένα άλλο ζήτημα που συζητήθηκε επίσης ήταν η σημασία της ύπαρξης μιας συνεπούς πολιτικής πληροφόρησης για το Y2K. Συζητήθηκαν διάφορες πτυχές - η ανταλλαγή πληροφοριών για την κατάσταση στην ΕΕ με άλλες κυβερνήσεις, η δημοσίευση πληροφοριών που στοχεύουν στο κοινό και στην βιομηχανία της ΕΕ και, τέλος, οι αναφορές σχετικά με την κατάσταση ετοιμότητας τρίτων χωρών.

Η ΟΕΕΕY2K συμφώνησε με την ανάγκη να υπάρχει περιφερειακή εκπροσώπηση στην Διευθύνουσα Επιτροπή του Διεθνούς Κέντρου Συνεργασίας Y2K που εδρεύει στην Ουάσιγκτον και ζήτησε από την Επιτροπή να καλύψει αυτό το ρόλο. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημα αυτό, ορίζοντας έναν εκπρόσωπο στο ΔΚΣY2K και εξασφάλισε επίσης ότι υπήρχε εκπροσώπηση της ΕΕ σε διάφορα άλλα διεθνή φόρουμ που ασχολούνται με το ζήτημα αυτό, όπως ο ICAO, ο ΔΝO, ο ΔΟΕ, η ΔΕΑΕ, και η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων των G8 για το Y2K. Έτσι, εξασφαλίστηκε η τακτική ενημέρωση της ΟΕΕΕY2K για τις διάφορες δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε διάφορους τομείς σε διεθνές επίπεδο, αλλά και το ότι οι άλλοι συμμετέχοντες σε αυτά τα φόρουμ είχαν γνώση των δράσεων που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό της ΕΕ.

Όσον αφορά την παροχή πληροφοριών στο κοινό, ήταν προφανές ότι το κάθε κράτος μέλος είχε ανάγκη να λάβει υπόψη τις συγκεκριμένες ανάγκες των πολιτών του και να αναπτύξει μια προσέγγιση που θα ήταν η πιο κατάλληλη για τις εθνικές συνθήκες. Εν τούτοις, όλα τα κράτη μέλη αναγνώρισαν την αξία της ανταλλαγής αναλυτικών πληροφοριών σχετικά με τις ιδέες και τα σχέδιά τους μεταξύ τους, και την εξασφάλιση συνέπειας, σε όλη την ΕΕ, όσον αφορά τις πληροφορίες που παρέχονται για υποδομές με διασυνοριακό χαρακτήρα.

Όσον αφορά τη δημοσίευση πληροφοριών για τρίτες χώρες, προτάθηκε να συγκεντρώσουν τα κράτη μέλη της ΕΕ τις πληροφορίες που είχαν αποκτήσει σχετικά με τις προετοιμασίες σε χώρες εκτός της Ένωσης και να τις δημοσιεύσουν από κοινού μέσω της Επιτροπής. Αναγνωρίζοντας τη σημασία διάθεσης τέτοιων πληροφοριών το κοινό της ΕΕ, το σημαντικότερο ζήτημα ήταν να εξασφαλιστεί ότι αυτές οι πληροφορίες που θα δημοσιεύονται θα είναι ακριβείς, αξιόπιστες και ισορροπημένες. Θεωρήθηκε ότι ήταν αδύνατον να υπάρξει εγγύηση για αυτό σε έναν τόσο πολύπλοκο τομέα όπου η πραγματική κατάσταση εξελίσσεται συνεχώς. Επιπλέον, δεν ήταν σαφές ότι η ίδια η Επιτροπή είχε εντολή να δημοσιεύσει τέτοιο υλικό που αφορά επιμέρους χώρες στο εξωτερικό της Ένωσης. Επομένως, αποφασίστηκε ότι στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη θα ενεργήσουν σε ατομική βάση, εάν το επιθυμούν.

2.2.8. Το Κέντρο Επικοινωνίας της ΕΕ

Όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ αποφάσισαν να δημιουργήσουν φορείς «έγκαιρης προειδοποίησης» ή παρακολούθησης σε εθνικό και συχνά περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Οι φορείς αυτοί είχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους όσον αφορά τους πόρους και τη μεθοδολογία τους, αλλά γενικά είχαν σκοπό να ενισχύουν τους υπάρχοντες μηχανισμούς όσον αφορά την απόκριση σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών μετά τα μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου του 1999. Οι περισσότεροι παρακολουθούσαν στενά την αλλαγή της ημερομηνίας σε παγκόσμιο επίπεδο, για να επωφεληθούν από τυχόν πρόωρη προειδοποίηση για προβλήματα, και παρείχαν πληροφορίες στο κοινό σχετικά με την εθνική κατάσταση.

Ζητήθηκε από την Επιτροπή να δημιουργήσει ένα οργανισμό για ιδιωτική επικοινωνία μεταξύ των κρατών μελών κατά την περίοδο αυτή, που χρησιμοποιήθηκε επίσης για την παρακολούθηση θέσεων εκ μέρους κρίσιμων τομέων και χωρών έτσι ώστε να επισημαίνονται έγκαιρα τα δυνητικά προβλήματα που θα μπορούσαν να απαιτούν αντίδραση από την ίδια την Επιτροπή. Επιπλέον της εργασίας που ανελήφθη για την προετοιμασία των ιδίων συστημάτων της όσον αφορά το πρόβλημα Y2K, η Επιτροπή ίδρυσε το Κέντρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για παρακολούθηση και επικοινωνία σχετικά με το Y2K (ΚΕΕΕY2Κ). Το προσωπικό του Κέντρου ήταν υπάλληλοι της Επιτροπής με γνώσεις σχετικά με το πρόβλημα του Y2K και τους ζωτικής σημασίας τομείς που θα μπορούσαν να επηρεαστούν, και ήταν πλήρως εξοπλισμένο με πρόσβαση σε διάφορα μέσα μαζικής επικοινωνίας. Λειτούργησε σε 24 ωρη βάση από την 31η Δεκεμβρίου 1999 και ώρα 10:00 ως την 3η Ιανουαρίου 2000 και ώρα 20:00 (ώρα Βρυξελλών).

2.2.9. Πολιτική προστασία και ανθρωπιστική βοήθεια

Οι εθνικές αρχές πολιτικής προστασίας της ΕΕ εξέτασαν από κοινού τα σχέδιά τους για την κρίσιμη περίοδο σε πολλές περιπτώσεις, όπως σε ειδικά εργαστήρια για το Y2K και σε τακτικές συνεδριάσεις των Γενικών Διευθυντών και των επιτροπών. Σε κάθε κράτος μέλος, οι αρχές πολιτικής προστασίας βρίσκονταν σε υψηλότερο επίπεδο ετοιμότητας από αυτό που συνηθίζεται για δράση στο τέλος του χρόνου, υποστηριζόμενες από ενισχυμένα και διεξοδικά δοκιμασμένα σχέδια έκτακτης ανάγκης, σχεδιασμένα για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε δυνητικού έκτακτου περιστατικού οφειλόμενου στο Y2K.

Η ίδια η Επιτροπή διατηρεί τρία μόνιμα συστήματα συναγερμού για καταστροφές. Καλύπτουν τα πυρηνικά ατυχήματα (ECURIE), τα ναυτιλιακά ατυχήματα και την πολιτική προστασία. Για τα συστήματα αυτά, η μεταβατική περίοδος του Y2K θεωρήθηκε ως ειδική περίπτωση. Αν και βρίσκονταν σε συνεχή ετοιμότητα ως συνήθως, συνδέθηκαν επίσης με το Κέντρο Y2K της Επιτροπής, και τρεις προϊστάμενοι μονάδων και ο Επίτροπος ο αρμόδιος για το περιβάλλον ήταν επί ποδός και διαθέσιμοι για επείγουσα ανταπόκριση εάν χρειαζόταν. Στην πράξη, τα συστήματα έκτακτης ανάγκης της Επιτροπής, αντί για το Y2K, ασχολήθηκαν πολύ ενεργά με την αντιμετώπιση της καταστροφής του πλοίου Erika, καθώς και των έντονων θυελλών που έπληξαν τη Γαλλία και ορισμένα άλλα κράτη μέλη.

Η δυνητική ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας για την αντιμετώπιση καταστροφών σχετικών με το Y2K σε αναπτυσσόμενες χώρες συζητήθηκε κυρίως στην Ομάδα G8 και στα αρμόδια φόρουμ του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Στην ΕΕ, το ECHO, η Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας της ΕΕ, επιβεβαίωσε ότι ήταν επίσης έτοιμη να αντιδράσει σε οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη σχετική με το Y2K, με τον ίδιο τρόπο που θα αντιδρούσε σε οποιαδήποτε άλλη έκτακτη ανάγκη.

3. Η Συμβολη τησ Επιτροπησ στην Αντιμετωπιση του Προβληματοσ Y2K για τουσ Υπολογιστες

3.1. Ρόλος και εντολή

Η ρίζα του προβλήματος Y2K ήταν ένα τεχνικό πρόβλημα που μπορούσε να λυθεί μόνο από τον κάθε οργανισμό ξεχωριστά. Εν τούτοις, λόγω της έκτασης του προβλήματος και της ανάγκης εξασφάλισης ικανοποιητικής πληροφόρησης του κοινού και της βιομηχανίας για τις συνέπειες του προβλήματος αυτού και της ανάγκης ανάληψης ανεξάρτητης δράσης, οι δημόσιες διοικήσεις συμμετείχαν ενεργά. Κατά τον ίδιο τρόπο, επειδή το πρόβλημα μπορούσε να έχει αντίκτυπο που θα υπερέβαινε τα εθνικά σύνορα, υπήρχε ανάγκη αντιμετώπισης ορισμένων ζητημάτων σε επίπεδο ΕΕ.

Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των βιομηχανιών και του δημόσιου τομέα σε όλη την ΕΕ ήταν απαραίτητη για να επωφελούνται όλες οι πλευρές από την αντίστοιχη εμπειρία και να γίνεται κατανοητός ο βαθμός ετοιμότητας άλλων. Επιπλέον, πολλές βασικές υποδομές στην ΕΕ, περιλαμβανομένων των μεταφορών, της ενέργειας, του χρηματοπιστωτικού τομέα και των τηλεπικοινωνιών, έχουν εγγενώς διεθνή χαρακτήρα και έχουν πτυχές που υπερβαίνουν τα εθνικά σύνορα. Έτσι, υπήρχαν ζητήματα για τα οποία ήταν ανάγκη να ληφθούν αποφάσεις που θα επηρέαζαν τις κανονιστικές αρχές και τους φορείς σε πολλές χώρες.

Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή συμμετείχε ενεργά στην παροχή βοήθειας σε άλλους για αντιμετώπιση του προβλήματος, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη σωστή προετοιμασία για τα δικά της συστήματα ΤΠ. Αυτό έγινε με διάφορους τρόπους - με συμμετοχή σε διεθνή φόρουμ και εκδηλώσεις σχετικές με το Y2K σε όλο τον κόσμο, με τη διοργάνωση δικών της εργαστηρίων και συναντήσεων με αρχές των κρατών μελών, με την έκδοση εκθέσεων για την κατάσταση στην ΕΕ, και, τελικά, με τη δημιουργία ενός κέντρου επικοινωνιών Y2K σε επίπεδο ΕΕ το οποίο λειτουργούσε σε όλη τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου κατά την αλλαγή της ημερομηνίας.

3.2. Οργάνωση

Στην Επιτροπή, η παλαιά Γενική Διεύθυνση III «Βιομηχανία» (σήμερα ΓΔ «Επιχειρήσεις») είχε τον ηγετικό ρόλο για αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα. Η επιλογή αυτή έγινε σε πρώιμο στάδιο, όταν είχε θεωρηθεί ότι η φύση του προβλήματος είχε ουσιαστικά τεχνικό χαρακτήρα. Την εποχή εκείνη η ΓΔ ΙΙΙ ήταν αρμόδια για ορισμένους τομείς του 4ου Προγράμματος-Πλαισίου, και συγκεκριμένα το Πρόγραμμα ΤΠ, στο οποίο εντασσόταν η αρμοδιότητα για ερευνητικά σχέδια που αποσκοπούσαν σε τρόπους επίλυσης του προβλήματος. Έτσι, θεωρήθηκε ότι η κυριότερη εμπειρογνωμοσύνη για το ζήτημα ανήκε στην ΓΔ ΙΙΙ.

Όταν έγινε πιο εμφανής ο δυνητικός αντίκτυπος για τις κύριες υποδομές, κατέστη απαραίτητο να ενσωματωθούν και οι προσπάθειες πολλών άλλων ΓΔ. Ένας ζωτικής σημασίας παράγοντας για την επιτυχία των προσπαθειών της Επιτροπής για την αντιμετώπιση του προβλήματος ήταν η κεντρική ομάδα εξειδικευμένου προσωπικού της Επιτροπής που είχε τις κατάλληλες γνώσεις, από την οποία απαρτίστηκε η διϋπηρεσιακή ομάδα Y2K (ΔΥΟ Y2K). Η ομάδα άρχισε ενεργώς τις κοινές εργασίες της στις αρχές του 1999, αν και πολλά από τα μέλη της αντιμετώπιζαν πτυχές του προβλήματος Y2K στους επιμέρους τομείς ειδικότητάς τους από μήνες πριν. Η συμπληρωματική εμπειρογνωμοσύνη των μελών της ομάδας και ο βαθμός συνεργασίας που επέδειξαν εργαζόμενοι από κοινού για κοινούς στόχους ήταν υποδειγματική για την Επιτροπή.

3.3. Εκθέσεις

Η πιο προβληματική πτυχή των εργασιών της Επιτροπής για το θέμα του Y2K ήταν η υποβολή των εκθέσεων που συνέτασσε μετά από αίτηση του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου. Καταρτίστηκαν εκθέσεις με βάση τις τυποποιημένες πληροφορίες που παρέχονταν από τα κράτη μέλη, το Μάρτιο, τον Ιούνιο και το Σεπτέμβριο του 1999.

Όπως ήταν αναμενόμενο, τα κράτη μέλη συγκέντρωναν και υπέβαλαν παρόμοιες πληροφορίες για δικούς τους σκοπούς και σε όλη τη διάρκεια του έτους, έτσι όλοι όσοι ασχολούνταν με το πρόβλημα Y2K ήταν πολύ απασχολημένοι και τα εθνικά χρονοδιαγράμματα υποβολής εκθέσεων σπάνια συνέπιπταν με τα χρονοδιαγράμματα σε επίπεδο ΕΕ. Οι εκθέσεις υποβάλλονταν συχνά με καθυστέρηση μερικών εβδομάδων και σε διάφορες γλώσσες. Ταυτόχρονα, τα μέλη της ΔΥΟ Y2K συνέλεγαν επίσης συμπληρωματικές πληροφορίες για τους επιμέρους τομείς τους, και η ενοποίηση όλων αυτών των πηγών πληροφοριών σε ένα συνεκτικό σύνολο ήταν επίσης ένα έργο που απαιτούσε σημαντική προσπάθεια. Οι εθνικοί συντονιστές Y2K είχαν επίσης την ευκαιρία να μελετούν τα σχέδια εκθέσεων.

Αν το κάθε στάδιο ολοκληρώνεται χωρίς καθυστέρηση σύμφωνα με τα κανονικά χρονοδιαγράμματα, η συντομότερη ημερομηνία δημοσίευσης που μπορεί να προβλεφθεί για μια τέτοια ανακοίνωση είναι περίπου 3 μήνες. Εν τούτοις, η τελική έκθεση για το τρίτο τρίμηνο, που καλύφθηκε ως πρώτη προτεραιότητα στην διαδικασία μετάφρασης, εγκρίθηκε κατά την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου, και χρειάστηκαν επομένως μόνο 10 εβδομάδες συνολικά για την έκδοσή της.

Είναι σαφές, ότι η διαδικασία έκδοσης επίσημων ανακοινώσεων της Επιτροπής δεν είναι κατάλληλη για τη γρήγορη δημοσίευση εκθέσεων που είναι κυρίως πραγματολογικές. Εάν προκύψει στο μέλλον μια παρόμοια ανάγκη για πραγματολογικές εκθέσεις στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, θα πρέπει να εξεταστούν διαφορετικές λύσεις για να υπάρξει ένα πιο κατάλληλο χρονοδιάγραμμα απόκρισης. Εφόσον η μεγαλύτερη καθυστέρηση εμφανίζεται στη διαδικασία μετάφρασης, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο μείωσης του αριθμού των γλωσσικών εκδόσεων. Επιπλέον, εφόσον μία έκθεση είναι βασικά ένα πραγματολογικό έγγραφο βασιζόμενο σε πληροφορίες προερχόμενες από τις αρχές των κρατών μελών και δεν έχει πολιτικές προεκτάσεις, δεν υπάρχει σημαντικό πρόσθετο όφελος από την έγκρισή του από την ολομέλεια της Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, θα πρέπει να αρκεί η επίτευξη συμφωνίας στις αρμόδιες υπηρεσίες.

3.4. Διεθνής συνεργασία

Διάφορες πτυχές του προβλήματος Y2K έπρεπε να αντιμετωπιστούν σε επίπεδο ΕΕ και σε διεθνές επίπεδο. Στο εσωτερικό της ΕΕ, οι συνεδριάσεις που διοργάνωνε η Επιτροπή αποτελούσαν το φυσικό χώρο για ανταλλαγή και κοινή χρήση πληροφοριών μεταξύ των αρχών των κρατών μελών και της βιομηχανίας. Γενικές συζητήσεις σε επίπεδο ΕΕ πραγματοποιήθηκαν αρχικά σε εργαστήρια για το Y2K και, από τον Ιούλιο του 1999, στις συνεδριάσεις της ΟΕΕΕY2K. Εν τούτοις, οι διάφοροι τομείς διοργάνωναν επίσης δικές τους συνεδριάσεις τόσο σε περιφερειακά όσο και σε διεθνή φόρουμ. Η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τομεακούς εμπειρογνώμονες από διάφορες Γενικές Διευθύνσεις σε πολλές τέτοιες συνεδριάσεις, ενεργώντας ως διάμεσος τόσο για την ανταλλαγή πληροφοριών με τρίτους εκτός ΕΕ σχετικά με την κατάσταση στην ΕΕ, όσο και για την παροχή πληροφοριών στα κράτη μέλη σχετικά με τις εξωτερικές δραστηριότητες.

Εκτός από τις τομεακές οργανώσεις, η Επιτροπή συμμετείχε ενεργά σε διάφορες συνεδριάσεις για το Y2K που διοργανώθηκαν από την ομάδα εργασίας πληροφορικής του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, στη Διευθύνουσα Επιτροπή του Διεθνούς Κέντρου Συνεργασίας Y2K και στην ομάδα εμπειρογνωμόνων Y2K της Ομάδας G8. Στους τομείς αυτούς, η Επιτροπή ενεργούσε ως διάμεσος, διευκολύνοντας τη ροή πληροφοριών προς άλλες χώρες σχετικά με την κατάσταση στην ΕΕ, και αναφέροντας σχετικά με την πρόοδο και τις δραστηριότητες διαφόρων χωρών και οργανισμών στους εκπροσώπους της ΕΕ.

3.5. Ιστοσελίδα

Για ένα ζήτημα όπως το πρόβλημα του Y2K, με την κεντρική σημασία της τεχνολογίας των πληροφοριών, το Διαδίκτυο κατέστη ουσιαστική πηγή ενημερωμένων πληροφοριών. Δεδομένης της συνεχούς προόδου του κάθε οργανισμού και της ταχύρυθμης εξέλιξης των ζητημάτων και των σχεδίων, το μόνο μέσο που μπορούσε να παρακολουθεί την συνεχώς μεταβαλλόμενη κατάσταση ήταν το Διαδίκτυο. Δημιουργήθηκαν χιλιάδες ιστοσελίδες για το Y2K σε όλον τον κόσμο και διάφοροι κατάλογοι διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με παγκόσμιους εμπειρογνώμονες Y2K εξασφάλιζαν τη στενή συνεργασία μεταξύ των ειδικών που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσου το πρόβλημα. Οι εργασίες του ΔΚΣΥ και της Ομάδας G8 διευκολύνθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες. Οι πληροφορίες που διατέθηκαν στο Διαδίκτυο αποσαφήνιζαν τεχνικά ζητήματα, πρόσφεραν πληροφορίες για νέες πτυχές του προβλήματος, παρουσίαζαν ειδικά παραδείγματα για πρώιμα προβλήματα που εμφανίστηκαν το 1999 και παρουσίαζαν επίσης την εικόνα του πώς αντιλαμβανόταν το πρόβλημα ο Τύπος και το κοινό.

Για περισσότερο από 2 έτη, η ίδια η Επιτροπή διατηρούσε ιστοστελίδα στον εξυπηρετητή του Γραφείου Σχεδίου για την Κοινωνία των Πληροφοριών, η οποία παρείχε συνδέσεις με πολλές χρήσιμες πηγές πληροφοριών για διάφορες πτυχές του προβλήματος του Y2K. Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στις πληροφορίες που παρείχαν τα κράτη μέλη της ΕΕ, τα περισσότερα των οποίων είχαν εθνικές ιστοσελίδες Y2K, και τις διεθνείς πληροφορίες για κρίσιμους τομείς, οι οποίες παρέχονταν από επαγγελματικές ενώσεις. Όλα τα έγγραφα της Επιτροπής σχετικά με το Y2K, περιλαμβανομένων των πρακτικών των διαφόρων εργαστηρίων και των επίσημων ανακοινώσεων, είχαν δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα. Προς το τέλος του 1999, η ιστοσελίδα δεχόταν δεκάδες χιλιάδες επισκέψεις κάθε μήνα. Έλαβε επίσης ορισμένα βραβεία.

Επίσης, το πρόβλημα Y2K για τους υπολογιστές επελέγη για εκπροσώπηση ως σημαντικό ζήτημα στην ιστοσελίδα Europa της Επιτροπής κατά τους 4 τελευταίους μήνες του 1999. Αυτό παρείχε μία γενική επισκόπηση του προβλήματος, που απευθυνόταν στους πολίτες της ΕΕ σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες, καθοδηγώντας τους επισκέπτες σε πολλές άλλες πηγές πληροφοριών.

Το Διαδίκτυο λειτούργησε επίσης ως ζωτικής σημασίας εργαλείο πληροφόρησης και επικοινωνιών κατά την ίδια την κρίσιμη περίοδο στο τέλος του έτους. Το ΚΕΕΕY2Κ φιλοξενούσε ειδικές ιστοσελίδες όπως η Global Status Watch (GSW), οι οποίες δέχονταν πληροφορίες από εθνικούς φορείς Y2K. Η Επιτροπή πρόσφερε αντίγραφο της ιστοσελίδας GSW έτσι ώστε οι Ευρωπαίοι να έχουν περισσότερες δυνατότητες πρόσβασης σε ενημερωμένες και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των κρίσιμης σημασίας υποδομών σε όλο τον κόσμο. Στο τέλος του έτους, είχαν καταγραφεί 150.000 επισκέψεις σε λιγότερο από 3 ημέρες, περίπου 20% του συνόλου για το σύστημα GSW, πράγμα που δείχνει σημαντικό επίπεδο ενδιαφέροντος. Λειτουργούσαν επίσης πολλές ιδιωτικές ιστοσελίδες κατά την κρίσιμη περίοδο για την ανταλλαγή πληροφοριών, περιλαμβανόμενης της ιστοσελίδας YEWS [1] της Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας των ΗΠΑ (US-NRC), η οποία παρείχε εκθέσεις από φορείς ΠΣΗ από όλο τον κόσμο.

[1] YEWS: Y2K Early Warning System (Σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης).

Η ιστοσελίδα και το υλικό της εξακολούθησαν να είναι διαθέσιμα προς αναφορά κατά την διάρκεια του 2000. Υπάρχει η πρόθεση η ιστοσελίδα να κλείσει και το υλικό της να αρχειοθετηθεί τον Ιούνιο 2000.

3.6. Εργαστήρια

Από την αρχή η Επιτροπή αναγνώρισε τα οφέλη της ανταλλαγής πληροφοριών και, έτσι, ένα βασικό σημείο της δραστηριότητας ήταν τα εργαστήρια που διοργανώθηκαν σε επίπεδο ΕΕ. Στην αρχή, τα εργαστήρια αυτά διοργανώνονταν σε τριμηνιαία βάση, με συμμετοχή τόσο της βιομηχανίας όσο και των αρχών της ΕΕ. Η αξία των εργαστηρίων αυτών ήταν τόσο μεγάλη ώστε οι ομιλητές πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους δωρεάν και όλοι οι συμμετέχοντες πλήρωναν πρόθυμα οι ίδιοι τα έξοδα συμμετοχής.

Μετά από αίτηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βιέννης, η Επιτροπή διοργάνωσε, τον Απρίλιο του 1999, σύσκεψη στις Βρυξέλλες με τους παρόχους υποδομής κρίσιμης σημασίας της ΕΕ, με ιδιαίτερη έμφαση στα διασυνοριακά και διατομεακά ζητήματα Y2K. Περισσότεροι από 150 συμμετέχοντες, όπου περιλαμβάνονταν εθνικοί συντονιστές Y2K, εκπρόσωποι κανονιστικών αρχών και εκπρόσωποι διεθνών ενώσεων και της βιομηχανίας, μοιράστηκαν πληροφορίες σχετικά με την πρόοδό τους και τις ανησυχίες τους όσον αφορά τους τομείς των αεροπορικών μεταφορών, της ναυτιλίας, του ηλεκτρισμού, του καυσίμου αερίου, των τηλεπικοινωνιών και της πυρηνικής ενέργειας. Το φόρουμ αυτό αποτέλεσε πολύτιμη ευκαιρία για τους διάφορους τομείς της κάθε χώρας της ΕΕ να πληροφορήσουν τους άλλους για την πρόοδό τους και τα σχέδιά τους. Επισημάνθηκε ως σημαντικό ζήτημα η ανάγκη ενθάρρυνσης της καλύτερης επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων τομέων υποδομών σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Λόγω της σχέσης εξάρτησης μεταξύ των δικτύων ηλεκτροδότησης και των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής και της έλλειψης πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΧΚΑΕ), καθώς και στα Νέα Ανεξάρτητα Κράτη (ΝΑΚ), διοργανώθηκε ειδικό σεμινάριο για το ζήτημα αυτό, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1999. Συμμετέχοντες από τη βιομηχανία ηλεκτρισμού και τις κρατικές αρχές τις αρμόδιες για τη ρύθμιση του τομέα αυτού από περισσότερες από 25 χώρες συναντήθηκαν για να μοιραστούν τις εμπειρίες τους και να πραγματοποιήσουν επαφές για την αμοιβαία παροχή βοήθειας.

Ένα δεύτερο εργαστήριο με τους παρόχους υποδομών της Ευρώπης πραγματοποιήθηκε το Σεπτέμβριο του 1999, προσφέροντας άλλη μια ευκαιρία για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τομέων και χωρών πριν από την κρίσιμη περίοδο. Στην περίπτωση αυτή, υπήρχαν 200 συμμετέχοντες όπου περιλαμβάνονταν εκπρόσωποι από 35 χώρες της ΕΕ, του ΕΟΧ, των ΧΚΑΕ και των ΝΑΚ. Δόθηκε έμφαση σε σχέδια και στρατηγικές έκτακτης ανάγκης για την ίδια την κρίσιμη περίοδο, όπου περιλαμβανόταν η επικοινωνία με το κοινό και οι προετοιμασίες των εθνικών υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, λόγω των χρονικών περιορισμών και χωρίς ειδικό προϋπολογισμό για δραστηριότητες σχετικές με το Υ2Κ, όλα αυτά τα εργαστήρια διοργανώθηκαν από την ίδια την Επιτροπή, με την ανεκτίμητη βοήθεια των κρατών μελών και της βιομηχανίας της ΕΕ. Το πρόγραμμα συμφωνήθηκε με τους συντονιστές των κρατών μελών για το Y2K, οι οποίοι βοήθησαν στην εξεύρεση ομιλητών και συμμετεχόντων. Στο εσωτερικό της Επιτροπής, η κάθε αρμόδια ΓΔ διοργάνωσε τις συνεδριάσεις τις σχετικές με τον τομέα.αρμοδιότητάς της, καλύπτοντας την προεδρία των ομιλητών και παρέχοντας έναν εισηγητή για τη συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσμάτων.

Με τον τρόπο αυτό, η Επιτροπή ήταν σε θέση να βασιστεί τόσο σε εσωτερικούς όσο και σε εξωτερικούς πόρους με πολύ μικρή οικονομική δαπάνη για να προσελκύσει ένα μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων με ειδικές γνώσεις και να αποκτήσει ουσιαστικές και κατάλληλες πληροφορίες. Τα πρακτικά των εργαστηρίων συντάχθηκαν γρήγορα και δημοσιεύθηκαν στην ιστοσελίδα της Επιτροπής για το Y2K αμέσως μετά την κάθε εκδήλωση. Οι επαφές μεταξύ των διαφόρων βιομηχανικών τομέων και των εμπειρογνωμόνων από άλλες χώρες βελτίωσαν ουσιαστικά τον συντονισμό και τη συνεργασία στο εσωτερικό της ΕΕ.

4. Συμπερασματα

Για την επίλυση του προβλήματος του Y2K απαιτήθηκε ένα περιεκτικό, συνεχές και άνευ προηγουμένου επίπεδο συνεργασίας σε διεθνές επίπεδο, όπου συμμετείχαν τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας. Λόγω του ενδιαφέροντος που έδειξαν διεθνείς ομάδες, όπου συμπεριλαμβανόταν η Ομάδα G8 και το Διεθνές Κέντρο Συνεργασίας για το Y2K (ΔΚΣΥ), δόθηκε υψηλού επιπέδου πολιτική προσοχή στο Y2K και αυξήθηκε η συνειδητοποίηση, πράγμα που έπεισε τις κυβερνήσεις και τους οργανισμούς για τη σοβαρότητα του ζητήματος και την ανάγκη ανάληψης δράσης.

Έτσι, στο εσωτερικό της ΕΕ, οι δραστηριότητες της ΟΕΕΕY2K και της Επιτροπής είχαν σημαντική συμβολή στη συνολική προσπάθεια. Η ΟΕΕΕY2K παρείχε ένα σημαντικό φόρουμ στο οποίο οι εθνικοί συντονιστές των κρατών μελών της ΕΕ είχαν τη δυνατότητα να συζητούν κοινά ζητήματα και να εξασφαλίζουν ότι ήταν καλά πληροφορημένοι σχετικά με την κατάσταση σε διάφορους τομείς και σε άλλες χώρες, ανοικτά και με διαφάνεια.

Οι εργασίες της ΟΕΕΕY2K δεν είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικές αποφάσεις πολιτικής. Όμως, οι κυβερνήσεις και οι υπάλληλοι αντάλλαξαν μεταξύ τους πληροφορίες για τις στρατηγικές και τις δραστηριότητές τους για μια περίοδο αρκετών μηνών. Η ΕΕ και η ΕΖΕΣ ακολούθησαν μια συνεπή και συμβατή προσέγγιση για την αντιμετώπιση των διασυνοριακών ζητημάτων, αν και μπορεί να υπήρχαν διαφορές ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης του προβλήματος του Y2K σε εθνική βάση.

Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι η ΟΕΕΕY2K συνέβαλε σημαντικά στην εξασφάλιση αυτής της συνέπειας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανταλλαγή πληροφοριών πρόσφερε την ευκαιρία να μάθει ο καθένας από τους άλλους και να αναπτύσσονται και να τελειοποιούνται από κοινού οι ιδέες. Και μόνο με αυτή την έννοια, η σχετικά χαμηλή δαπάνη από άποψη χρόνου και ταξιδιών για κοινές συναντήσεις ήταν μια σοφή επένδυση. Ιδιαίτερα, η απλή αλλά αποτελεσματική δομή επικοινωνιών που εφαρμόστηκε για να είναι δυνατή η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών των κρατών μελών, καθώς και μεταξύ των βασικών τομέων της βιομηχανίας, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου του Υ2Κ ήταν σημαντικό επίτευγμα.

Σε άλλο επίπεδο, μπορούμε επίσης να πούμε ότι υπάρχουν διδάγματα για το μέλλον από τον τρόπο με τον οποίο διαφορετικές χώρες ήταν σε θέση να εργαστούν εποικοδομητικά από κοινού για την αντιμετώπιση ενός κοινού προβλήματος και από τα επιτευχθέντα αποτελέσματα. Οι ιδιαίτερες περιστάσεις του προβλήματος ήταν μοναδικές από πολλές απόψεις - μία διάχυτη, αν και μη ποσοτικοποιήσιμη, απειλή γνωστή εκ των προτέρων στους οργανισμούς σε όλο τον κόσμο, με πιθανές οικονομικές συνέπειες και συνέπειες όσον αφορά την ασφάλεια, μια καθορισμένη προθεσμία και η οποία, πράγμα επίσης σημαντικό, δεν αφορούσε ισχυρά εθνικά ανταγωνιστικά συμφέροντα.

Εν τούτοις, ο βαθμός ανοίγματος και διαφάνειας που έδειξαν οι κυβερνήσεις στις επικοινωνίες μεταξύ τους, η ευκολία όσον αφορά την παράκαμψη ή την ελαχιστοποίηση διοικητικών αντιδράσεων και εγκρίσεων που συνήθως είναι αργές και κοπιαστικές, ο εκσυγχρονισμός των χαρτοφυλακίων ΤΠ, η ανάπτυξη κοινών προσεγγίσεων για την αντιμετώπιση διασυνοριακών απειλών και, ιδιαίτερα, η θέσπιση σχεδίων έκτακτης ανάγκης σε διεθνή βάση σε πολλούς τομείς υποδομής - είναι επιτεύγματα που μπορούν να αποδειχθούν χρήσιμα στο μέλλον.

Ελάχιστοι διευθύνοντες στη βιομηχανία ή τη δημόσια διοίκηση θα έχουν την ίδια εικόνα για τα συστήματα ΤΠ που διαθέτουν. Αν και στο παρελθόν η τεχνολογία των πληροφοριών είχε θεωρηθεί απλώς ένα πολύτιμο εργαλείο, είναι σήμερα σαφές ότι είναι ένα κεντρικής σημασίας στοιχείο από το οποίο εξαρτάται ένας οργανισμός για τη συνέχιση των λειτουργιών του. Εν τούτοις, έχει κρίσιμη σημασία η αναγνώριση και διατήρηση, για το μέλλον, των σχεδίων και των επιτευγμάτων που προέκυψαν από το Y2K. Θα είναι ιδιαίτερη λυπηρή η αχρήστευση της τεράστιας συνεργατικής προσπάθειας και των πόρων που διατέθηκαν για την ανάπτυξή της λόγω της έλλειψης διορατικότητας και ενδιαφέροντος κατά την επόμενη περίοδο, όταν η προσοχή θα στραφεί φυσικά προς άλλα ζητήματα.

Για την ΕΕ, οι προετοιμασίες για την επικείμενη εισαγωγή του ευρώ ως πραγματικού νομίσματος θα έχουν οπωσδήποτε διευκολυνθεί από τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση του προβλήματος του Y2K. Πολλοί θα αντιμετώπισαν ταυτόχρονα και τα δύο προβλήματα, ενώ άλλοι μπορούν να επωφεληθούν από τη βελτιωμένη γνώση των συστημάτων ΤΠ που διαθέτουν για να προετοιμαστούν πιο εύκολα. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει τώρα εμπειρία από δύο μεταβάσεις - την εισαγωγή του εικονικού ευρώ το 1999 και την ημερομηνία αλλαγής του αιώνα του 2000, για να συντονίσει τις δοκιμές και να καταρτίσει σχέδια έκτακτης ανάγκης που μπορεί να αποδειχθούν χρήσιμα στο τέλος του 2001.

Το πρόβλημα του Y2K χρησίμευσε ως σημαντική υπενθύμιση του ζωτικής σημασίας υποστηρικτικού ρόλου της τεχνολογίας των πληροφοριών για τους επιμέρους οργανισμούς και το παγκόσμιο εμπόριο συνολικά. Κατά τους πρώτους μήνες του 2000, ζητήματα όπως το ασφαλές ηλεκτρονικό εμπόριο, η προστασία από τις «κυβερνοεπιθέσεις», καθώς και η φορολογία και η προστασία του ιδιωτικού βίου στο Διαδίκτυο, αποτελούν αντικείμενο έντονων συζητήσεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Τα ζητήματα αυτά έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με το πρόβλημα του Y2K, και μπορούν επομένως να επωφεληθούν δυνητικά από τη παγκόσμια συνέργεια και τις διδακτικές εμπειρίες που αναπτύχθηκαν κατά την αντιμετώπιση του Y2K.

Top