Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 51997PC0117

Τροποποιημένη πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιτάχυνση και διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

/* COM/97/0117 τελικό - CNS 96/0248 */

ΕΕ C 130 της 26.4.1997, pp. 12–16 (ES, DA, DE, EL, EN, FR, IT, NL, PT, FI, SV)

51997PC0117

Τροποποιημένη πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΚ) ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την επιτάχυνση και διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος /* COM/97/0117 ΤΕΛΙΚΟ - CNS 96/0248 */

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 130 της 26/04/1997 σ. 0012


Τροποποιημένη πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την επιτάχυνση και διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος (1) (97/C 130/07) COM(97) 117 τελικό - 96/0248(CNS)

(Υποβλήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 189 Α παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 104 Γ παράγραφος 14 δεύτερο εδάφιο,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

τη γνώμη του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ιδρύματος,

Εκτιμώντας:

(1) ότι η καλή λειτουργία της οικονομικής και νομισματικής ένωσης δεν απαιτεί μόνον την τήρηση των κριτηρίων σύγκλισης, αλλά επίσης και την εξασφάλιση σε διαρκή βάση σταθερών οικονομικών και δημοσιονομικών καταστάσεων 7 ότι η διατήρηση υγιών δημοσιονομικών θέσεων στα κράτη μέλη συμβάλλει μεσομακροπρόθεσμα στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για διαρκή αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης 7 ότι η δημοσιονομική πειθαρχία θα είναι απαραίτητη στο τρίτο στάδιο της οικονομικής και νομισματικής ενωσης για τη διασφάλιση της νομισματικής σταθερότητας 7

(2) ότι οι εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές πρέπει να σχεδιάζονται κατά τρόπο που να αφήνει περιθώρια ελιγμών για την αντιμετώπιση έκτακτων και κυκλικών διαταραχών και να επιτρέπει την αποφυγή υπερβολικών ελλειμμάτων 7 ότι πρέπει να οριστεί η έννοια της οφειλόμενης σε ασύνηθες γεγονός ή σε σοβαρή οικονομική ύφεση έκτακτης και προσωρινής υπέρβασης της τιμής αναφοράς, όπως αυτή αναφέρεται στο άρθρο 104 Γ παράγραφος 2 στοιχείο α) 7

(3) ότι το πρωτόκολλο αριθ. 5 για τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος περιέχει διατάξεις για την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 104 Γ 7 ότι είναι αναγκαία η θέσπιση συμπληρωματικών διατάξεων εφαρμογής 7 ότι, σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 14 δεύτερο εδάφιο, το Συμβούλιο θεσπίζει κατάλληλες διατάξεις για το σκοπό αυτό 7 ότι οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού και εκείνες του πρωτοκόλλου αποτελούν νέο ενιαίο σύνολο κανόνων 7

(4) ότι, σύμφωνα με το άρθρο 109 Κ παράγραφος 3 της συνθήκης, το άρθρο 104 Γ παράγραφοι 9 και 11 δεν εφαρμόζεται στα κράτη μέλη με παρέκκλιση 7 ότι, σύμφωνα με το σημείο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 12 σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν τη Δανία, το άρθρο 104 Γ παράγραφοι 9 και 11 δεν εφαρμόζεται στη Δανία ενόσω η χώρα αυτή δεν έχει αποσύρει τη γνωστοποίηση στην οποία προέβη στο πλαίσιο της απόφασης του Εδιμβούργου, της 12ης Δεκεμβρίου 1992, ότι δεν θα συμμετάσχει στο τρίτο στάδιο 7 ότι το σημείο 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 11 σχετικά με ορισμένες διατάξεις που αφορούν το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας ορίζει ιδίως ότι το σημείο 5 του πρωτοκόλλου εφαρμόζεται εάν το Ηνωμένο Βασίλειο γνωστοποιήσει στο Συμβούλιο ότι δεν προτίθεται να μεταβεί στο τρίτο στάδιο 7 ότι το σημείο 5 ορίζει ιδίως ότι οι παράγραφοι 1, 9 και 11 του άρθρου 104 Γ της συνθήκης δεν ισχύουν για το Ηνωμένο Βασίλειο 7

(5) ότι πρέπει να θεσπιστούν ορισμοί και να καθοριστούν προθεσμίες για την εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική εφαρμογή της 7 ότι πρέπει να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 104 Γ της συνθήκης θα μπορούν να επιβάλλονται σε ετήσια βάση στα κράτη μέλη που συνεχίζουν να μη διορθώνουν μια κατάσταση υπερβολικού ελλείμματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος 7

(6) ότι ο παρών κανονισμός αποτελεί μέρος του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης για την εξασφάλιση δημοσιονομικής πειθαρχίας στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ 7 ότι το σύμφωνο αυτό περιλαμβάνει δύο βασικά στοιχεία, δηλαδή την ενίσχυση της εποπτείας και του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών αφενός και, αφετέρου, την επιτάχυνση και διασαφήνιση της εφαρμογής της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος 7 ότι το πρώτο από τα στοιχεία αυτά συνεπάγεται ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης που επιτρέπει τον εντοπισμό των αποκλίσεων από τη μεσοπρόθεσμη πορεία των δημοσιονομικών θέσεων των κρατών μελών και τη διατύπωση συστάσεων του Συμβουλίου για τη λήψη διορθωτικών μέτρων πολύ πριν το έλλειμμα καταστεί υπερβολικό 7

(7) ότι οι κανόνες για την ενίσχυση της εποπτείας και του συντονισμού των δημοσιονομικών πολιτικών ορίζονται στον κανονισμό [. . .] του Συμβουλίου 7

(8) ότι η ενισχυμένη εποπτεία, κατά την έννοια του κανονισμού [. . .], και η παρακολούθηση από την Επιτροπή των δημοσιονομικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 2 θα διευκολύνουν την αποτελεσματική και ταχεία εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος 7

(9) ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, μια συνολική περίοδος δέκα μηνών κατ' ανώτατο όριο από την ημερομηνία γνωστοποίησης ή από την με άλλο τρόπο ενεργοποίηση της διαδικασίας έως την επιβολή, εφόσον είναι αναγκαίο, κυρώσεων φαίνεται εφικτή και κατάλληλη για την άσκηση πιέσεων στο κράτος μέλος για τη λήψη διορθωτικών μέτρων 7 ότι σε περίπτωση μιας διαδικασίας που αρχίζει το Μάρτιο, η προθεσμία αυτή θα επέτρεπε την επιβολή κυρώσεων εντός του ημερολογιακού έτους στο οποίο άρχισε η διαδικασία 7

(10) ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θα πρέπει να αναμένει ότι το Συμβούλιο θα του απευθύνει σύσταση για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος ή θα εφαρμόσει τα επόμενα στάδια της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, εφόσον θα έχει ήδη προειδοποιηθεί έγκαιρα και θα έχει έτσι στη διάθεσή του πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να λάβει διορθωτικά μέτρα 7 ότι η διαμόρφωση κατάστασης υπερβολικού ελλείμματος στο τρίτο στάδιο αποτελεί σοβαρό γεγονός που απαιτεί την άμεση λήψη μέτρων από όλους τους ενδιαφερόμενους 7

(11) ότι, στο πλαίσιο των ενεργειών για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η κυβέρνηση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους θα λάβει, εφόσον απαιτείται από τη νομοθεσία του, τα αναγκαία μέτρα από κοινού με το εθνικό κοινοβούλιο 7 ότι η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος θα πρέπει να επιτρέπει στα εθνικά κοινοβούλια να ασκούν πλήρως το ρόλο τους 7 ότι οι εθνικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3 του πρωτοκόλλου αριθ. 5 δεν θα πρέπει, αφ' εαυτές, να εμποδίζουν την ταχεία εφαρμογή της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος 7

(12) ότι είναι σκόπιμο να καθορίζονται, στις συστάσεις που απευθύνει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7, προθεσμίες για τη ανάληψη αποτελεσματικής δράσης από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος 7

(13) ότι σκοπός της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος είναι να παρέχει κίνητρα στα κράτη μέλη να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα και στην περίπτωση αυτή η διαδικασία θα πρέπει να αναστέλλεται 7 ότι η διαδικασία πρέπει να επανενεργοποιείται αμέσως εάν τα μέτρα δεν εφαρμόζονται ή αποδεικνύονται ανεπαρκή 7

(14) ότι για να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος έχει επαρκώς αποτρεπτικό αποτέλεσμα, πρέπει να απαιτείται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να προβαίνει σε άτοκη κατάθεση κατάλληλου ποσού όταν το Συμβούλιο αποφασίζει να επιβάλει κυρώσεις 7 ότι η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος εφαρμόζεται σε ετήσια βάση και συνεπώς οι κυρώσεις θα μπορούσαν να επιβάλλονται επίσης σε ετήσια βάση 7

(15) ότι ο ορισμός κυρώσεων με προκαθορισμένη διαβάθμιση αίρει τις αβεβαιότητες και επιτρέπει στους ενδιαφερόμενους να είναι πλήρως ενημερωμένοι σχετικά με αυτήν 7 ότι το ποσό της κατάθεσης πρέπει να καθορίζεται κατ' αναλογία προς το ΑΕΠ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους 7 ότι η κατάθεση θα πρέπει να περιέχει μια σταθερή συνιστώσα και μια μεταβλητή συνιστώσα υπολογιζόμενη κατ' αναλογία προς το ποσοστό κατά το οποίο το έλλειμμα υπερβαίνει την τιμή αναφοράς του 3 % του ΑΕΠ 7 ότι είναι επίσης σκόπιμο να καθοριστεί ένα ετήσιο ανώτατο όριο, εκφρασμένο σε ποσοστό του ΑΕΠ, στο ποσό των κυρώσεων ώστε να μην έχουν αντιπαραγωγικές συνέπειες 7

(16) ότι εάν η σύσταση άτοκης κατάθεσης δεν οδηγεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να διορθώσει το υπερβολικό έλλειμμα εντός δύο ετών από την απόφαση επιβολής της, οι κυρώσεις πρέπει να εντείνονται 7 ότι στην περίπτωση αυτή είναι ενδεδειγμένη η μετατροπή της κατάθεσης σε χρηματική ποινή 7

(17) ότι η επίτευξη ουσιαστικής προόδου στη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος πρέπει να επιτρέπει την ελάφρυνση των κυρώσεων σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 12 7 ότι οι απομένουσες κυρώσεις δεν πρέπει να αίρονται στο σύνολό τους παρά μόνο εφόσον έχει διορθωθεί πλήρως το υπερβολικό έλλειμμα 7

(18) ότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 3605/93 του Συμβουλίου της 22ας Νοεμβρίου 1993 για την εφαρμογή του πρωτοκόλλου σχετικά με τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2), ορίζει λεπτομερείς κανόνες για τη γνωστοποίηση από τα κράτη μέλη των στοιχείων για τη δημοσιονομική τους θέση 7

(19) ότι, σύμφωνα με το άρθρο 109 ΣΤ παράγραφος 8, όπου η συνθήκη αναγνωρίζει συμβουλευτικό ρόλο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), οι παραπομπές στην ΕΚΤ πριν από την ίδρυσή της νοείται ότι αφορούν το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΜΗΜΑ 1 Ορισμοί

Άρθρο 1

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει διατάξεις για την επιτάχυνση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος, με σκοπό την αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και, σε περίπτωση παρόμοιων ελλειμμάτων, την ταχεία διόρθωσή τους.

Άρθρο 2

(1) Η υπέρβαση της τιμής αναφοράς για το δημοσιονομικό έλλειμμα θεωρείται έκτακτη και προσωρινή, σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 2 στοιχείο α) δεύτερη περίπτωση, εάν οφείλεται σε ασυνήθεις περιστάσεις που εκφεύγουν του ελέγχου του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και έχουν σημαντική επίπτωση στη δημοσιονομική θέση του δημόσιου τομέα του, ή έαν οφείλεται σε σοβαρή οικονομική ύφεση. Επιπλέον, εάν οι ασυνήθεις περιστάσεις ή η σοβαρή οικονομική ύφεση παύουν να υφίστανται ή εάν προβλέπεται ότι θα παύσουν να υφίστανται εντός του ημερολογιακού έτους που ακολουθεί εκείνο στο οποίο το έλλειμμα υπερβαίνει την τιμή αναφοράς, οι δημοσιονομικές προβλέψεις της Επιτροπής πρέπει να αναφέρουν ότι το έλλειμμα θα μειωθεί κάτω από την τιμή αναφοράς στη διάρκεια του επόμενου ημερολογιακού έτους.

(2) Στην έκθεση που καταρτίζει σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 3, το Συμβούλιο θεωρεί, κατά γενικό κανόνα, ότι μια υπέρβαση της τιμής αναφοράς που οφείλεται σε ύψεση είναι έκτακτη μόνο εάν το ΑΕΠ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους εμφανίζει μείωση κατά τουλάχιστον 2 % σε ετήσια βάση.

(3) Όταν το Συμβούλιο αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 6, εάν υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, λαμβάνει υπόψη τυχόν παρατηρήσεις του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους που καταδεικνύουν ότι μια ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά λιγότερο από 2 % σε σταθερές τιμές είναι ωστόσο έκτακτη εάν συνυπολογιστούν και άλλοι σχετικοί παράγοντες, ιδίως ο απότομος χαρακτήρας της ύφεσης ή η σωρευτική μείωση της παραγωγής σε σχέση με προηγούμενες τάσεις.

ΤΜΗΜΑ 2 Επιτάχυνση της διαδικασίας υπερβολικού ελλείμματος

Άρθρο 3

(1) Εντός δύο εβδομάδων από τη σύνταξη από την Επιτροπή έκθεσης σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 3, η οικονομική και δημοσιονομική επιτροπή διατυπώνει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 4.

(2) Η Επιτροπή, λαμβάνοντας πλήρως υπόψη τη γνώμη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και εφόσον κρίνει ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, απευθύνει στο Συμβούλιο γνώμη και σύσταση για τη λήψη απόφασης.

(3) Το Συμβούλιο αποφασίζει εάν υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, σύμφωνα με το άρθρο 104 Ι παράγραφος 6, εντός τριών μηνών από τις ημερομηνίες γνωστοποίησης που ορίζονται στα άρθρο 4 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3605/93. Εάν αποφασίσει σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 6 ότι υφίσταται υπερβολικό έλλειμμα, το Συμβούλιο απευθύνει ταυτόχρονα συστάσεις στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7.

(4) Στις συστάσεις που απευθύνει σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7, το Συμβούλιο ορίζει προθεσμία για την ανάληψη δράσης από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, καθώς και προθεσμία για τη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος, η οποία πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός του έτους που ακολουθεί εκείνο του εντοπισμού του υπερβολικού ελλείμματος, εκτός εάν συντρέχουν ειδικές περιστάσεις.

Άρθρο 4

(1) Η απόφαση του Συμβουλίου να ανακοινώσει δημόσια τις συστάσεις του, αφού διαπιστώσει ότι δεν ανελήφθη αποτελεσματική δράση σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 8, λαμβάνεται εντός τεσσάρων μηνών από την απόφαση για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 6 και την έκδοση συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7.

(2) Για να κρίνει εάν ανελήφθη αποτελεσματική δράση σε εφαρμογή των συστάσεων που απηύθυνε σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7, το Συμβούλιο βασίζει την εκτίμησή του στις αποφάσεις που έχει αναγγείλει δημόσια η κυβέρνηση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. Εάν αυτές οι δημόσια αναγγελθείσες αποφάσεις δεν τίθενται σε ισχύ, ή εάν η δημοσιονομική επίπτωσή τους εξασθενεί ουσιωδώς στη διάρκεια της διαδικασίας έγκρισης των αποφάσεων, το Συμβούλιο επανενεργοποιεί αμέσως τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος.

Άρθρο 5

Η απόφαση με την οποία το Συμβούλιο ειδοποιεί το κράτος μέλος να λάβει μέτρα για τη μείωση του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9 λαμβάνεται εντός μηνός από την απόφαση με την οποία το Συμβούλιο διαπιστώνει ότι δεν ανελήφθη αποτελεσματική δράση σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 8.

Άρθρο 6

Εάν ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με τις διαδοχικές αποφάσεις που λαμβάνει το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφοι 7 και 9, το Συμβούλιο αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 11, να επιβάλει κυρώσεις. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 του παρόντος κανονισμού, η απόφαση αυτή λαμβάνεται το αργότερο εντός δύο μηνών από την απόφαση του Συμβουλίου να ειδοποιήσει το κράτος μέλος να λάβει μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9.

Άρθρο 7

Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9 του παρόντος κανονισμού, η απόφαση του Συμβουλίου να επιβάλει κυρώσεις λαμβάνεται εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία γνωστοποίησης των στοιχείων που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Σε περίπτωση σκοπίμως προγραμματισθέντος ελλείμματος που το Συμβούλιο κρίνει υπερβολικό εφαρμόζεται ταχύτερη διαδικασία.

Άρθρο 8

Κάθε απόφαση με την οποία το Συμβούλιο εντείνει τις κυρώσεις (εκτός των χρηματικών ποινών που αναφέρονται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού) σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 11, ή καταργεί ορισμένες ή όλες τις αποφάσεις του σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 12, λαμβάνεται το αργότερο εντός δύο μηνών μετά τις ημερομηνίες γνωστοποίησης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 3605/93.

ΤΜΗΜΑ 3 Αναστολή και εποπτεία

Άρθρο 9

Η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος αναστέλλεται εάν ένα κράτος μέλος αναλαμβάνει αποτελεσματική δράση κατ' εφαρμογή σύστασης που απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7 ή ειδοποίησης σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9.

Άρθρο 10

(1) Η Επιτροπή και το Συμβούλιο παρακολουθούν τη δράση που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σε εφαρμογή συστάσεων που απευθύνονται σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7 και ειδοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9. Εάν δεν αναλαμβάνεται δράση, ή εάν κατά την κρίση του Συμβουλίου η αναληφθείσα δράση είναι αναποτελεσματική σε βαθμό που να εξασθενεί τη δημοσιονομική επίπτωσή της, το Συμβούλιο λαμβάνει αμέσως απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9 ή με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 11, αντίστοιχα.

(2) Εάν τα πραγματικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι το υπερβολικό έλλειμμα δεν έχει διορθωθεί εντός των προθεσμιών που ορίστηκαν είτε στις συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 7 είτε στις ειδοποιήσεις σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9, το Συμβούλιο, κατά γενικό κανόνα, λαμβάνει αμέσως απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 9 ή με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 11, αντίστοιχα.

ΤΜΗΜΑ 4 Κυρώσεις

Άρθρο 11

Όταν αποφασίζει να επιβάλει κυρώσεις σε ένα κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 11, το Συμβούλιο απαιτεί κατά γενικό κανόνα τη σύσταση άτοκης κατάθεσης. Το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει να συμπληρώσει την κατάθεση με τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 104 Γ παράγραφος 11 πρώτη και δεύτερη περίπτωση.

Άρθρο 12

Το ποσό της κατάθεσης περιλαμβάνει μια σταθερή συνιστώσα ίση με το 0,2 % του ΑΕΠ και μια μεταβλητή συνιστώσα ίση με το ένα δέκατο της διαφοράς ανάμεσα στο έλλειμμα, εκφρασμένο σε ποσοστό του ΑΕΠ του έτους που προηγείται εκείνου της απόφασης επιβολής κυρώσεων, και την τιμή αναφοράς. Καθορίζεται ανώτατο όριο ίσο με το 0,5 % του ΑΕΠ για το ετήσιο ποσό των καταθέσεων.

Άρθρο 13

Εάν το υπερβολικό έλλειμμα δεν έχει, κατά την κρίση του Συμβουλίου, διορθωθεί, η κατάθεση μετατρέπεται κατά γενικό κανόνα σε χρηματική ποινή δύο έτη μετά την απόφαση επιβολής της κατάθεσης σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 11, με την επιφύλαξη του άρθρου 9 του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 14

Σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 12, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει την άρση ορισμένων ή όλων των κυρώσεων που ορίζονται στο άρθρο 104 Γ παράγραφος 11 πρώτη και δεύτερη περίπτωση, στο μέτρο που το κράτος μέλος επιτυγχάνει ουσιαστική, έστω και ανεπαρκή ακόμα, πρόοδο στη διόρθωση του υπερβολικού ελλείμματος.

Άρθρο 15

Σύμφωνα με το άρθρο 104 Γ παράγραφος 12, το Συμβούλιο αίρει όλες τις απομένουσες κυρώσεις εφόσον καταργηθεί η απόφαση για την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος. Οι χρηματικές ποινές που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού δεν επιστρέφονται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Άρθρο 16

Οι καταθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12 του παρόντος κανονισμού γίνονται στην Επιτροπή. Οι τόκοι από τις καταθέσεις και οι χρηματικές ποινές που ορίζονται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού συνιστούν πόρους του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 17

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1999.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

(1) ΕΕ αριθ. C 368 της 6. 12. 1996, σ. 12.

(2) ΕΕ αριθ. L 332 της 31. 12. 1993, σ. 7.

Top