Choose the experimental features you want to try

This document is an excerpt from the EUR-Lex website

Document 32025D2127

Απόφαση (ΕΕ) 2025/2127 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 2025, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.24030 (2016/C) (πρώην N 512/2007 πρώην 2015/NN) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Γερμανία υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2025) 3022]

C/2025/3022

ΕΕ L, 2025/2127, 28.10.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2025/2127/oj (BG, ES, CS, DA, DE, ET, EL, EN, FR, GA, HR, IT, LV, LT, HU, MT, NL, PL, PT, RO, SK, SL, FI, SV)

Legal status of the document In force

ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2025/2127/oj

European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2025/2127

28.10.2025

ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2025/2127 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 16ης Μαΐου 2025

σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.24030 (2016/C) (πρώην N 512/2007 πρώην 2015/NN) την οποία έθεσε σε εφαρμογή η Γερμανία υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2025) 3022]

(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΣΛΕΕ), και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις (1) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στις 6 Σεπτεμβρίου 2007 οι γερμανικές αρχές κοινοποίησαν μέτρα σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (νυν άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ), τα οποία χορηγήθηκαν το 2006 από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH (στο εξής: Abalon DE) για τη στήριξη της κατασκευής πριονιστηρίου για την επεξεργασία σκληρής ξυλείας (κρατική ενίσχυση N 512/2007). Στις 6 Αυγούστου 2007 η Pollmeier Massivholz GmbH & Co. KG (στο εξής: Pollmeier) είχε υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με ενίσχυση υπέρ της Abalon DE.

(2)

Στις 21 Οκτωβρίου 2008 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2008) 6017 final (2) (στο εξής: απόφαση του 2008), διαπιστώνοντας ότι τα μέτρα, μεταξύ των οποίων δύο εγγυήσεις, που κοινοποίησε η Γερμανία, είτε δεν συνιστούν ενίσχυση (δύο εγγυήσεις που χορηγήθηκαν από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης, στο εξής: δύο εγγυήσεις) είτε συνιστούν υφιστάμενη ενίσχυση (άλλα μέτρα της δέσμης στήριξης).

(3)

Στις 25 Φεβρουαρίου 2009 η Pollmeier άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης του 2008, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υπόθεσης T-89/09.

(4)

Με απόφαση της 17ης Μαρτίου 2015 (3) (στο εξής: απόφαση του 2015), το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μη εξέταση από την Επιτροπή, υπό το πρίσμα της ανακοίνωσης της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (4) (στο εξής: ανακοίνωση του 2000 για τις εγγυήσεις), της νομιμότητας χρήσης του συντελεστή 0,5 % του εγγυημένου ποσού προκειμένου να καθοριστεί το στοιχείο ενίσχυσης το οποίο ενείχαν οι δύο εγγυήσεις συνιστούσε ένδειξη ύπαρξης σοβαρών δυσχερειών όσον αφορά το αν οι επίδικες εγγυήσεις μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως ήσσονος σημασίας ενισχύσεις. Κατά την άποψη του Γενικού Δικαστηρίου, η ύπαρξη τέτοιων δυσχερειών θα έπρεπε να έχει οδηγήσει την Επιτροπή στην κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Για τον λόγο αυτόν, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του 2008 στο μέτρο που η εν λόγω απόφαση κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι δύο εγγυήσεις δεν συνιστούσαν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (νυν άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ). Το Γενικό Δικαστήριο επικύρωσε τα λοιπά στοιχεία της εν λόγω απόφασης.

(5)

Στις 26 Μαΐου 2015 τόσο η Pollmeier όσο και το ομόσπονδο κράτος της Έσσης άσκησαν αναίρεση κατά της απόφασης του 2015, αμφισβητώντας, αντίστοιχα, τα επικυρωθέντα στοιχεία της απόφασης του 2008 και τον χαρακτήρα ενίσχυσης των δύο εγγυήσεων. Η Επιτροπή δεν άσκησε αναίρεση.

(6)

Δεδομένου ότι οι δύο εγγυήσεις είχαν τεθεί σε εφαρμογή πριν ληφθεί έγκριση από την Επιτροπή, η Επιτροπή τις καταχώρισε ως μη κοινοποιηθείσα ενίσχυση [SA.24030 (2015/NN)].

(7)

Η Γερμανία υπέβαλε περαιτέρω πληροφορίες στην Επιτροπή στις 28 Μαΐου και στις 27 Ιουλίου 2015, συμπεριλαμβανομένης πραγματογνωμοσύνης του καθηγητή Csoklich σχετικά με τον χαρακτηρισμό του δικαιούχου ως ΜΜΕ (στο εξής: έκθεση Csoklich).

(8)

Με επιστολή της 17ης Φεβρουαρίου 2016 (στο εξής: απόφαση κίνησης της διαδικασίας), η Επιτροπή ενημέρωσε τη Γερμανία ότι είχε κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να διαπιστώσει τη συμβατότητα των δύο εγγυήσεων με την εσωτερική αγορά.

(9)

Στις 19 Φεβρουαρίου 2016 η Γερμανία ζήτησε από την Επιτροπή να αναστείλει την επίσημη έρευνά της έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των αιτήσεων αναίρεσης. Στις 24 Φεβρουαρίου 2016 η Επιτροπή συμφώνησε να παρατείνει την προθεσμία υποβολής παρατηρήσεων έως την επομένη των αποφάσεων επί των αιτήσεων αναίρεσης.

(10)

Το Δικαστήριο απέρριψε τις δύο αιτήσεις αναίρεσης με τη διάταξη της 14ης Ιουλίου 2016 (5) και την απόφαση της 12ης Οκτωβρίου 2016 (6).

(11)

Στις 12 Οκτωβρίου 2016 και στις 11 Νοεμβρίου 2016 η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή.

(12)

Στις 6 Ιανουαρίου 2017 η Επιτροπή δημοσίευσε την απόφαση κίνησης της διαδικασίας στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (7) και κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

(13)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις της Pollmeier στις 6 Φεβρουαρίου 2017 και τις διαβίβασε στη Γερμανία για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Η Γερμανία υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στις 27 Μαρτίου 2017.

(14)

Στις 8 Μαΐου 2017, στις 14 Ιουνίου 2017, στις 5 Δεκεμβρίου 2017 και στις 26 Φεβρουαρίου 2018 οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν από τη Γερμανία να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες, τις οποίες η Γερμανία υπέβαλε στις 24 Μαΐου 2017, στις 21 Ιουνίου 2017, στις 12 Δεκεμβρίου 2017 και στις 26 Μαρτίου 2018.

(15)

Στις 22 Νοεμβρίου 2018 οι υπηρεσίες της Επιτροπής συναντήθηκαν με εκπροσώπους της Pollmeier.

(16)

Στις 17 Φεβρουαρίου 2020 η Επιτροπή ζήτησε από τη Γερμανία συμπληρωματικές πληροφορίες, οι οποίες υποβλήθηκαν στις 9 Μαρτίου 2020. Στις 8 Δεκεμβρίου 2022 οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν συμπληρωματικές πληροφορίες από τη Γερμανία όσον αφορά τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στις δύο εγγυήσεις, οι οποίες υποβλήθηκαν στις 8 Φεβρουαρίου 2023.

2.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΔΥΟ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ

2.1.   Στόχος των δύο εγγυήσεων

(17)

Με τη στήριξη της επένδυσης της Abalon DE σε πριονιστήριο σκληρής ξυλείας το 2006, το ομόσπονδο κράτος της Έσσης και η Γερμανία αποσκοπούσαν στην προώθηση και τη διευκόλυνση της περιφερειακής ανάπτυξης της περιοχής Schwalm-Eder-Kreis. Η εν λόγω περιοχή NUTS III ήταν επιλέξιμη για περιφερειακές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ βάσει του ισχύοντος χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων 2004-2006 για τη Γερμανία (8). Το ισχύον ανώτατο όριο έντασης της επενδυτικής ενίσχυσης στην περιοχή ήταν 18 % για τις μεγάλες επιχειρήσεις και, σύμφωνα με το σημείο 4.9 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 για τις περιφερειακές ενισχύσεις (9) (στο εξής: ΚΓΠΕ του 1998), 28 % για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (στο εξής: ΜΜΕ).

2.2.   Οι δύο εγγυήσεις

(18)

Στις 28 Δεκεμβρίου 2006, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης δέσμης ενισχύσεων (10), η Investitionsbank Hessen [οντότητα δημοσίου δικαίου (Anstalt des öffentlichen Rechts) η οποία ανήκε κατά 50 % στο ομόσπονδο κράτος της Έσσης και κατά 50 % στη Landesbank Hessen-Thüringen, άλλη οντότητα δημοσίου δικαίου], ενεργώντας εξ ονόματος και για λογαριασμό (im Namen und im Auftrag) του Υπουργείου Οικονομικών της Έσσης (Hessisches Ministerium der Finanzen), χορήγησε δύο εγγυήσεις για την κάλυψη δύο δανείων που εκδόθηκαν από κοινοπραξία αποτελούμενη από τρεις τράπεζες, την Kreissparkasse Schwalm-Eder (στο εξής: KSK), τη Landesbank Hessen-Thüringen (στο εξής: Helaba) και τη Raiffeisenzentralbank Österreich AG (στο εξής: RZB), υπέρ της Abalon DE:

α)

εγγύηση διάρκειας 10 ετών που κάλυπτε το 70 % επενδυτικού δανείου (Investitionskredit) ύψους 19,5 εκατ. EUR (που αντιστοιχούσε σε αρχικό άνοιγμα σε κίνδυνο ύψους 13,65 εκατ. EUR, που μειώθηκε σταδιακά κατά τα επόμενα έτη (11)) (στο εξής: εγγύηση επενδυτικού δανείου). Το δάνειο είχε διάρκεια 10 ετών με εξόφληση σε εξαμηνιαίες δόσεις (12)·

β)

εγγύηση διάρκειας πέντε ετών (έως τις 31.12.2012) για διευκόλυνση υπερανάληψης ύψους έως 10 εκατ. EUR για την κάλυψη των αναγκών σε κεφάλαια κίνησης (δάνειο κεφαλαίου κίνησης, Betriebsmittelkredit, δηλαδή δάνειο που λαμβάνεται για τη χρηματοδότηση των καθημερινών δραστηριοτήτων μιας εταιρείας) (στο εξής: εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης). Κατά το πρώτο έτος, η κάλυψη της εγγύησης ήταν 50 %· τα επόμενα έτη μειώθηκε σταδιακά (13).

Και στις δύο περιπτώσεις, η Abalon DE κατέβαλλε ετήσια προμήθεια εγγύησης 1 % επί των ανεξόφλητων εγγυημένων ποσών. Η Abalon DE κατέβαλλε τόκους επί των υποκείμενων δανείων (περιθώριο πιστωτικού κινδύνου 225 μονάδων βάσης, επιπλέον του επιτοκίου Euribor 6 μηνών).

(19)

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επανεξέτασης της αίτησης δανείου, οι δανείστριες τράπεζες αξιολόγησαν την πιστωτική ισχύ της Abalon DE. Η KSK, η Helaba και η RZB κατέταξαν την Abalon DE στην κατηγορία πιστοληπτικής διαβάθμισης που αντιστοιχεί σε ετήσιο ποσοστό αθέτησης 2 %, 1,32 % και 0,832 % αντίστοιχα.

(20)

Μέσω της δομής της κοινοπραξίας, η RZB χορήγησε το 50 % και οι δύο άλλες τράπεζες το 25 % καθενός από τα δύο δάνεια.

2.3.   Νομική βάση και αρχή χορήγησης της ενίσχυσης

(21)

Η εθνική νομική βάση για τις δύο εγγυήσεις είναι η επιστολή της 28ης Δεκεμβρίου 2006 την οποία απηύθυνε η Investitionsbank Hessen στην Abalon DE και οι κατευθυντήριες γραμμές του ομόσπονδου κράτους της Έσσης του 2006 σχετικά με τη χορήγηση εγγυήσεων στον βιομηχανικό τομέα (Richtlinien für die Übernahme von Bürgschaften und Garantien durch das Land Hessen für die gewerbliche Wirtschaft) (στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές της Έσσης του 2006) (14). Οι εγγυήσεις αυτές τέθηκαν σε εφαρμογή, κατά την άποψη της Γερμανίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής (15) (στο εξής: κανονισμός του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας).

(22)

Η αρχή χορήγησης της ενίσχυσης ήταν το Υπουργείο Οικονομικών της Έσσης.

2.4.   Αποδέκτης

(23)

Ο αποδέκτης της ενίσχυσης, η Abalon DE, είναι εταιρεία που ιδρύθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2006, είναι καταχωρισμένη στο Amtsgericht του Marburg (ειρηνοδικείο του Marburg), με έδρα το Schwalmstadt (Έσση, Γερμανία). Κατασκευάζει, πωλεί και διανέμει παγκοσμίως προϊόντα ξύλου οξιάς.

(24)

Όταν εκδόθηκαν οι δύο εγγυήσεις στις 28 Δεκεμβρίου 2006, η Abalon Hardwood Consulting GmbH (στο εξής: Abalon Consulting) ανήκε στον Manfred Reinkemeier. Η Abalon Consulting κατείχε το 51 % των μετοχών της Abalon DE. Η Gafluna Handels- und Beteiligungsgesellschaft mbH (στο εξής: Gafluna) κατείχε το 49 % των μετοχών της Abalon DE και τα αντίστοιχα δικαιώματα ψήφου. Η Gafluna κατείχε επίσης το 80 % της Abalon Hardwood GmbH στην Αυστρία (στο εξής: Abalon AT). Η Gafluna είναι θυγατρική κατά 100 % της Valluga Handels- und Beteiligungsgesellschaft mbH (στο εξής: Valluga). Η Valluga είναι θυγατρική κατά 100 % της Raetia Privatstiftung (στο εξής: Raetia), ενός ιδρύματος που συστάθηκε από την RZB στις 11 Ιουνίου 2001.

(25)

Η RZB έχει θυγατρική κατά 100 % την Kathrein Privatbank AG (στο εξής: Kathreinbank), η οποία, κατά δήλωσή της, ειδικεύεται στην παροχή υπηρεσιών για τη σύσταση και τη διαχείριση ιδιωτικών ιδρυμάτων (16). Το 2006 οι Ernst Burger και Kurt Engleitner ήταν μέλη του εποπτικού συμβουλίου (Aufsichtsrat) της Kathreinbank και του τριμελούς διοικητικού συμβουλίου (Stiftungsvorstand) της Raetia (το τρίτο μέλος ήταν ο Karl Pistotnik). Ο Heinrich Weninger ήταν επικεφαλής της μονάδας ιδρυμάτων (Stiftungsoffice) της Kathreinbank το 2006, η οποία συμβουλεύει τους πελάτες σχετικά με τον τρόπο σύστασης ιδρυμάτων και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με τα ιδρύματα. Ήταν ταυτόχρονα ένας από τους διευθύνοντες συμβούλους (Geschäftsführer) της Valluga και της Gafluna. Ο Manfred Reinkemeier ήταν διευθύνων σύμβουλος τόσο της Abalon DE όσο και της Abalon AT.

(26)

Η προαναφερθείσα δομή παρουσιάζεται κατωτέρω:

Image 1

2.5.   Λόγοι για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας

(27)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας την οποία εξέδωσε, η Επιτροπή παρέθεσε προκαταρκτική αξιολόγηση όσον αφορά τις δύο εγγυήσεις και διατύπωσε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητά τους με την εσωτερική αγορά.

2.5.1.   Ύπαρξη ενίσχυσης

(28)

Η Επιτροπή κατέληξε στην προκαταρκτική διαπίστωση ότι οι δύο εγγυήσεις συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, εκτός εάν χαρακτηρίζονταν ως ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Ωστόσο, έκρινε σε προκαταρκτικό στάδιο ότι οι δύο εγγυήσεις δεν πληρούσαν τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής (17) (στο εξής: κανονισμός του 2013 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας). Στη συνέχεια, η Επιτροπή εξέτασε αν, σύμφωνα με τους μεταβατικούς κανόνες που προβλέπονται στο άρθρο 7 του κανονισμού του 2013 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, οι εγγυήσεις θα μπορούσαν να εμπίπτουν στον κανονισμό του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, εφαρμόζοντας τη μέθοδο του σημείου 3.2 πρώτο εδάφιο δεύτερη περίπτωση της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις (18), για την οποία το Γενικό Δικαστήριο έκρινε στις σκέψεις 167, 175 και 186 της απόφασης του 2015 ότι αποτελεί μέρος του σχετικού νομικού πλαισίου βάσει του οποίου η Επιτροπή έπρεπε να αξιολογήσει τις επίμαχες εγγυήσεις. Βάσει μέγιστου ποσοστού αθέτησης (χειρότερο σενάριο των τριών τραπεζών) 2 % και ετήσιας προμήθειας εγγύησης 1 %, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα προκύπτοντα στοιχεία ενίσχυσης υπερέβαιναν, τόσο σε συνδυασμό όσο και για καθεμία από τις μεμονωμένες εγγυήσεις, το όριο των 100 000 EUR που προβλέπεται στον κανονισμό του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν ήταν εφαρμοστέοι οι κανονισμοί του 2013 και του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας και, συνεπώς, διατύπωσε την προκαταρκτική άποψη ότι οι δύο εγγυήσεις, από μόνες τους και συνδυαστικά, συνιστούσαν κρατική ενίσχυση.

2.5.2.   Νομιμότητα

(29)

Προκειμένου να κρίνει τη νομιμότητα της ενίσχυσης υπό μορφή των δύο εγγυήσεων, η Επιτροπή εξέτασε αν καθεμία από τις εγγυήσεις αυτές εμπίπτει σε κανονισμό που απαλλάσσει την ενίσχυση από τις υποχρεώσεις κοινοποίησης.

(30)

Όσον αφορά την εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης, η Επιτροπή επισήμανε ότι σκοπός της είναι η χορήγηση ενίσχυσης λειτουργίας στην Abalon DE. Η Επιτροπή κατέληξε προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω ενίσχυση λειτουργίας δεν ήταν σύμφωνη ούτε με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής (19) (στο εξής: ΓΚΑΚ του 2014) σχετικά με τις περιφερειακές ενισχύσεις ούτε με το άρθρο 22 του ΓΚΑΚ του 2014 σχετικά με τις ενισχύσεις εκκίνησης.

(31)

Επιπλέον, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι οι εν λόγω ενισχύσεις λειτουργίας δεν ήταν σύμφωνες με παλαιότερες απαλλαγές κατά κατηγορία (οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 58 του ΓΚΑΚ του 2014, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σε μεμονωμένες ενισχύσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από την έναρξη ισχύος του ΓΚΑΚ του 2014, εάν δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του ΓΚΑΚ του 2014).

(32)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν η ενίσχυση υπό μορφή εγγύησης δανείου κεφαλαίου κίνησης ήταν συμβατή ενίσχυση που απαλλασσόταν από τις υποχρεώσεις κοινοποίησης.

(33)

Όσον αφορά την εγγύηση επενδυτικού δανείου, η Επιτροπή έκρινε σε προκαταρκτικό στάδιο ότι θα μπορούσε καταρχήν να κηρυχθεί αναδρομικά συμβατή και να απαλλαγεί από την υποχρέωση κοινοποίησης κατ’ εφαρμογή του άρθρου 58 του ΓΚΑΚ του 2014 και της απαλλαγής που προβλέπεται στο άρθρο 14 του ΓΚΑΚ του 2014 (περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις) εάν η Abalon DE αποτελούσε ΜΜΕ.

(34)

Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι οι πληροφορίες τις οποίες υπέβαλε η Γερμανία σχετικά με το καθεστώς της Abalon DE ως ΜΜΕ ήταν ελλιπείς, δεν μπόρεσε να καταλήξει σε συμπέρασμα σχετικά με το καθεστώς ΜΜΕ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν η μεμονωμένη εγγύηση επενδυτικού δανείου συνιστούσε συμβατή ενίσχυση που απαλλασσόταν από τις υποχρεώσεις κοινοποίησης βάσει του ΓΚΑΚ του 2014 ή βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής (20) (στο εξής: κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ), ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων.

(35)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι δύο εγγυήσεις απαλλάσσονταν βάσει του ΓΚΑΚ του 2014 ή οποιουδήποτε άλλου κανονισμού απαλλαγής που ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσης των δύο εγγυήσεων.

2.5.3.   Συμβατότητα

(36)

Δεδομένου ότι οι δύο εγγυήσεις δεν απαλλάσσονταν από την υποχρέωση κοινοποίησης και συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως περιφερειακή ενίσχυση, η Επιτροπή αξιολόγησε στη συνέχεια τη συμβατότητά τους βάσει των ισχυουσών ΚΓΠΕ του 1998.

(37)

Όσον αφορά την εγγύηση επενδυτικού δανείου, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, σύμφωνα με τον ισχύοντα χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων για τη Γερμανία, οι επενδυτικές ενισχύσεις για τη δημιουργία νέας εγκατάστασης στην περιοχή Schwalm-Eder-Kreis δεν μπορούσαν να έχουν ένταση ενίσχυσης που να υπερβαίνει το 18 % για τις μεγάλες επιχειρήσεις και το 28 % για τις ΜΜΕ. Δεδομένου ότι η Abalon DE είχε ήδη λάβει το 2006 άμεση επιχορήγηση ύψους 4,5 εκατ. EUR για επένδυση της τάξης των 26 εκατ. EUR (21), έως το ανώτατο όριο του 18 % για τις μεγάλες επιχειρήσεις, η εγγύηση (ή τουλάχιστον μέρος της) για το επενδυτικό δάνειο θα μπορούσε να είναι συμβατή μόνο εάν η Abalon DE μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ΜΜΕ και, συνεπώς, να επωφεληθεί από την υψηλότερη ένταση ενίσχυσης. Το 2006, η Γερμανία δεν εφάρμοσε την υψηλότερη ένταση ενίσχυσης στην Abalon DE. Η Επιτροπή, στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας την οποία εξέδωσε, δεν μπόρεσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες τις οποίες υπέβαλε η Γερμανία σχετικά με το καθεστώς της Abalon DE ως ΜΜΕ επέτρεπαν να αποκλειστεί χωρίς αμφιβολία ότι η Abalon DE αποτελούσε μεγάλη επιχείρηση κατά τον χρόνο έκδοσης των εγγυήσεων. Η Επιτροπή άφησε ανοικτό το ζήτημα αν η Abalon DE αποτελούσε ΜΜΕ ή όχι και, ως εκ τούτου, εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν η ενίσχυση υπό μορφή εγγύησης επενδυτικού δανείου ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά.

(38)

Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα της εγγύησης δανείου κεφαλαίου κίνησης, δεδομένου ότι οι ΚΓΠΕ του 1998 δεν επέτρεπαν να κηρυχθούν συμβατές με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις λειτουργίας σε περιοχή επιλέξιμη για περιφερειακές ενισχύσεις σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, όπως ισχύει στην περίπτωση της περιοχής Schwalm-Eder-Kreis.

3.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΕΛΗΦΘΗΣΑΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΗΜΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

(39)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τη Γερμανία και την Pollmeier.

3.1.   Πρώτες παρατηρήσεις της Γερμανίας

(40)

Στις 12 Οκτωβρίου 2016 η Γερμανία υπέβαλε πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το καθεστώς της Abalon DE ως ΜΜΕ, η οποία συστάθηκε από τη Hollstein & Partner mbB Steuerberatungsgesellschaft στις 28 Σεπτεμβρίου 2016 (στο εξής: έκθεση Hollstein). Η έκθεση Hollstein καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Abalon DE αποτελούσε ΜΜΕ κατά τα έτη 2006-2015 καθώς, κατά την περίοδο εκείνη, δεν υπερέβαινε κανένα από τα τρία ανώτατα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του παραρτήματος I της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (22) (στο εξής: σύσταση για τις ΜΜΕ, το δε παράρτημα I αναφέρεται στο εξής ΠΣΜΜΕ) για να θεωρηθεί ΜΜΕ, δηλαδή να απασχολεί λιγότερους από 250 εργαζομένους, να έχει μέγιστο ετήσιο κύκλο εργασιών 50 εκατ. EUR και μέγιστο συνολικό ισολογισμό 43 εκατ. EUR. Η έκθεση Hollstein διαπιστώνει ότι το συμπέρασμα αυτό εξακολουθεί να ισχύει είτε η Abalon DE εξετάζεται μεμονωμένα είτε ως μέρος ευρύτερου ομίλου οντοτήτων ο οποίος, εκτός από την Abalon DE, θα περιλάμβανε την Abalon Consulting (συμπεριλαμβανομένων των συνδεδεμένων και συνεργαζόμενων επιχειρήσεών της κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφοι 2 και 3 του ΠΣΜΜΕ), τη Valluga, την Gafluna, την Abalon AT και τη Raetia. Για παράδειγμα, το 2006 (κατά τον χρόνο χορήγησης), ο εν λόγω ευρύτερος όμιλος απασχολούσε 46 άτομα, είχε ετήσιο κύκλο εργασιών 8,976 εκατ. EUR και ισολογισμό ύψους 10,569 εκατ. EUR.

(41)

Επιπλέον, η Γερμανία θεωρεί ότι, όταν εκδόθηκαν οι δύο εγγυήσεις, η Abalon DE αποτελούσε νεοσυσταθείσα μικρή επιχείρηση κατά την έννοια της σύστασης για τις ΜΜΕ. Η Γερμανία θεωρεί ότι η Abalon DE θα είχε βρεθεί αντιμέτωπη με τα τυπικά μειονεκτήματα των νεοσύστατων επιχειρήσεων (όπως προβλήματα πρόσβασης σε χρηματοδότηση) εάν δεν είχαν χορηγηθεί αυτές οι δύο εγγυήσεις και ότι, ελλείψει στήριξης μέσω των επίμαχων εγγυήσεων, η Abalon DE δεν θα είχε ιδρυθεί. Τέλος, η Γερμανία υποστηρίζει ότι οι δύο εγγυήσεις δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δεδομένου ότι η αγορά για την προμήθεια πρώτων υλών ήταν μάλλον τοπική.

3.2.   Παρατηρήσεις της Pollmeier

3.2.1.   Οι ενισχύσεις υπερβαίνουν το όριο του κανονισμού του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας

(42)

Η Pollmeier υποστηρίζει τα συμπεράσματα της Επιτροπής στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, σύμφωνα με τα οποία οι δύο εγγυήσεις δεν χαρακτηρίζονται ως ενισχύσεις ήσσονος σημασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

(43)

Η Pollmeier υποστηρίζει ότι, για τον υπολογισμό του στοιχείου ενίσχυσης που ενσωματώνεται στις δύο εγγυήσεις, πρέπει να εφαρμοστεί η μέθοδος που αναφέρεται στο σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις. Σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή, «[γ]ια εγγυήσεις δανείων, το ισοδύναμο επιχορήγησης για δεδομένο έτος μπορεί [...] να υπολογιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως το ισοδύναμο επιχορήγησης ενός δανείου με ευνοϊκούς όρους, όπου η επιδότηση επιτοκίου αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου της αγοράς και του επιτοκίου που λήφθηκε χάρη στην κρατική εγγύηση, αφού αφαιρεθούν τα καταβληθέντα ασφάλιστρα [...]». Κατά την άποψη της Pollmeier, η Abalon DE επωφελήθηκε από ευνοϊκή αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας μόνο λόγω της σύνδεσής της με τη Raetia και την RZB. Επίσης, ο κίνδυνος αθέτησης της Abalon DE θα έπρεπε να είναι υψηλότερος από τον κίνδυνο αθέτησης του 2 % που αποδόθηκε από την KSK, στον βαθμό που το σημείο 3.3 της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις (23) προβλέπει προμήθεια ασφαλούς λιμένα 3,8 % για τις νεοσυσταθείσες ΜΜΕ.

3.2.2.   Μη απαλλαγή βάσει του ΓΚΑΚ του 2014 ούτε βάσει του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ

(44)

Η Pollmeier υποστηρίζει το σκεπτικό της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, σύμφωνα με το οποίο η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης δεν μπορεί να απαλλαγεί κατά κατηγορία ούτε βάσει του ΓΚΑΚ του 2014 ούτε βάσει του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ.

(45)

Η εγγύηση επενδυτικού δανείου, κατά την άποψη της Pollmeier, δεν απαλλάσσεται ούτε βάσει του ΓΚΑΚ του 2014 ούτε βάσει του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ. Η Abalon DE δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ΜΜΕ το 2006, δεδομένου ότι η Abalon DE ανήκε σε όμιλο συνδεδεμένων και συνεργαζόμενων επιχειρήσεων κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφοι 2 και 3 του ΠΣΜΜΕ.

3.2.3.   Η Abalon DE ως μέρος ομίλου συνδεδεμένων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της RZB

(46)

Όσον αφορά το καθεστώς ΜΜΕ, η Pollmeier υποστηρίζει ότι, κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων, η Abalon DE ανήκε σε όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της RZB, και ότι, σε επίπεδο ομίλου, υπερέβαιναν τα σχετικά κατώτατα όρια για τις ΜΜΕ.

3.2.3.1.   Η Abalon DE ήταν συνδεδεμένη με τη Raetia

(47)

Πρώτον, η Pollmeier υποστηρίζει ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης των δύο εγγυήσεων, η Abalon DE και η Raetia ήταν συνδεδεμένες κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ. Η Raetia κατείχε το 100 % της Valluga, η οποία κατείχε το 100 % της Gafluna, η οποία ασκούσε κυριαρχική επιρροή [κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του ΠΣΜΜΕ] επί της Abalon DE, μολονότι κατείχε μόνο το 49 % των μετοχών της Abalon DE. Ως προς το τελευταίο αυτό σημείο, η Pollmeier υποστηρίζει ότι αρκεί το δικαίωμα άσκησης κυριαρχικής επιρροής, επομένως δεν απαιτείται πραγματική άσκηση τέτοιας επιρροής.

(48)

Η Pollmeier επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 του καταστατικού (Gesellschaftsvertrag) της Abalon DE, της 5ης Δεκεμβρίου 2006, αμφότεροι οι μέτοχοι (Abalon Consulting και Gafluna) έχουν το δικαίωμα να διορίζουν έναν διευθύνοντα σύμβουλο (Entsendungsrecht).

(49)

Η Pollmeier υποστηρίζει επίσης ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7 του καταστατικού της Abalon DE, ορισμένες σημαντικές επιχειρηματικές αποφάσεις της Abalon DE πρέπει να εγκρίνονται από το οικείο συνεργαζόμενο διοικητικό συμβούλιο (Beirat) (τα μέλη του οποίου διορίζονται επί ίσοις όροις από τον Manfred Reinkemeier και την Gafluna).

3.2.3.2.   Η Abalon DE ήταν συνδεδεμένη με την RZB

(50)

Δεύτερον, η Pollmeier υποστηρίζει ότι το 2006 η Abalon DE ήταν επίσης συνδεδεμένη με την RZB κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ. Κατά την άποψη της Pollmeier, μετά την ίδρυση της Raetia από την RZB, και λόγω της στενής σχέσης του προσωπικού (personelle Verflechtungen) μεταξύ της RZB και της Raetia και των θυγατρικών της, η Raetia, η Valluga και η Gafluna ήταν ένα μέσο της RZB να επενδύσει σε άλλες εταιρείες, ιδίως στους δικούς της δανειολήπτες.

(51)

Από την ιδρυτική πράξη της Raetia (Stiftungsurkunde) της 11ης Ιουνίου 2001 προκύπτει ότι η RZB εισέφερε συνολικό ποσό 300 000 EUR ως αρχικό κεφάλαιο στη Raetia.

(52)

Η Pollmeier αναφέρεται στις άμεσες και έμμεσες σχέσεις μεταξύ της RZB και της Raetia μέσω φυσικών προσώπων κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων. Ειδικότερα, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Raetia (Ernst Burger, Kurt Engleitner και Karl Pistotnik) κατείχαν θέσεις σε επιχειρήσεις που ανήκαν στην RZB, ιδίως στην Kathreinbank. Επίσης, οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Valluga και της Gafluna (Heinrich Weninger και Siegfried Wriesnig) κατείχαν θέσεις σε επιχειρήσεις που ανήκαν στην RZB το 2006.

(53)

Η Pollmeier θεωρεί ότι τα αποδεικτικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι, βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο και τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο ιδίως με την απόφαση HaTeFo (24), οι διάφορες εμπλεκόμενες επιχειρήσεις, από την Abalon DE έως την RZB, ήταν συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η Gafluna, η Valluga και η Kathreinbank έχουν την έδρα τους στην ίδια διεύθυνση στη Βιέννη της Αυστρίας.

3.2.3.3.   Η Abalon DE δεν πληρούσε τα κριτήρια για τις ΜΜΕ

(54)

Η Pollmeier υποστηρίζει ότι, κατά συνέπεια, η Abalon DE δεν μπορεί να θεωρηθεί ΜΜΕ, διότι υπερβαίνει τα κατώτατα όρια σε περίπτωση που ληφθεί υπόψη η RZB.

(55)

Τέλος, η Pollmeier τονίζει ότι το καθεστώς της Abalon DE ως ΜΜΕ δεν μπορεί να καθοριστεί με βάση κριτήρια διαφορετικά από εκείνα που προβλέπονται στη σύσταση για τις ΜΜΕ. Παρέκκλιση από τα κριτήρια αυτά θα ήταν δυνατή μόνον εάν η Abalon DE αντιμετώπιζε τυπικά μειονεκτήματα μιας ΜΜΕ, αλλά η ύπαρξη τέτοιων μειονεκτημάτων μπορεί να αποκλειστεί λόγω των σχέσεών της με την RZB (25).

3.2.4.   Μη συμβατότητα με την εσωτερική αγορά

(56)

Η Pollmeier εκφράζει την άποψη ότι η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης συνιστά ενίσχυση λειτουργίας η οποία δεν μπορεί να κηρυχθεί συμβατή βάσει των ΚΓΠΕ του 1998. Επιπλέον, η Abalon DE δεν είναι επιλέξιμη για ενίσχυση εκκίνησης σε μικρή επιχείρηση, καθώς δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ΜΜΕ. Ως εκ τούτου, η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης δεν μπορεί να κηρυχθεί συμβατή ως ενίσχυση εκκίνησης.

(57)

Σύμφωνα με την Pollmeier, το ανώτατο όριο έντασης της επενδυτικής ενίσχυσης του 18 % (που ισχύει για τις μεγάλες επιχειρήσεις) εφαρμόζεται στην Abalon DE και η Abalon DE δεν μπορεί να επωφεληθεί από την πριμοδότηση των ΜΜΕ, καθώς δεν αποτελεί ΜΜΕ. Αυτό σημαίνει ότι η εγγύηση επενδυτικού δανείου δεν μπορεί να θεωρηθεί συμβατή, διότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε το 2006 υπερβαίνει ήδη το ανώτατο όριο. Επιπλέον, η Pollmeier ισχυρίζεται ότι οι δύο εγγυήσεις δεν είχαν ως προϋπόθεση τη διατήρηση της επένδυσης για ελάχιστη περίοδο πέντε ετών, όπως απαιτείται στο σημείο 4.10 των ΚΓΠΕ του 1998.

3.3.   Παρατηρήσεις της Γερμανίας επί των παρατηρήσεων της Pollmeier

3.3.1.   Μέθοδος ενιαίου συντελεστή 0,5 % για τον υπολογισμό του ποσού ενίσχυσης των δύο εγγυήσεων

(58)

Σύμφωνα με τη Γερμανία, το σημείο 3.2 της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις δεν προβλέπει τη χρήση συγκεκριμένης μεθόδου υπολογισμού, δεδομένου ότι παραθέτει τρεις μεθόδους υπολογισμού και αναφέρει μόνο την πρώτη μέθοδο ως εκείνη που εφαρμόζεται «καταρχήν». Επιπλέον, καμία πάγια νομολογία δεν υποδεικνύει προτιμώμενη επιλογή για τον υπολογισμό.

(59)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι πρέπει να εφαρμοστεί η μέθοδος που αναφέρεται στο σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις, δηλαδή ότι το στοιχείο ενίσχυσης πρέπει «να υπολογιστεί με οποιαδήποτε άλλη αντικειμενικά αιτιολογημένη και γενικά αποδεκτή μέθοδο». Η Γερμανία θεωρεί ότι, δεδομένης της ανεπάρκειας διαθέσιμων στοιχείων και υπό το πρίσμα των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της απαγόρευσης των διακρίσεων, η μέθοδος του ενιαίου συντελεστή 0,5 % (που χρησιμοποιήθηκε στην απόφαση του 2008 για τον καθορισμό του ποσού της ενίσχυσης) αντιπροσωπεύει μια τέτοια αντικειμενικά αιτιολογημένη και γενικά αποδεκτή μέθοδο.

(60)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφαση που εξέδωσε το 2015, έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε αξιολογήσει στην απόφασή της του 2008 τους λόγους για τους οποίους ένας κατ’ αποκοπήν συντελεστής 0,5 % ήταν σύμφωνος με το σημείο 3.2 της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις, αλλά δεν είχε αποφανθεί σχετικά με τη νομιμότητα μιας τέτοιας προσέγγισης. Ως εκ τούτου, και με βάση την ευρεία διακριτική της ευχέρεια, η Επιτροπή θα μπορούσε να εφαρμόσει την προσέγγιση του 0,5 % στην προκειμένη περίπτωση.

(61)

Η Γερμανία υποστηρίζει συνεπώς ότι, αν εφαρμοστεί η προσέγγιση αυτή, το συνολικό πλεονέκτημα και από τις δύο εγγυήσεις ανέρχεται σε 93 250 EUR και, ως εκ τούτου, υπολείπεται του ελάχιστου ορίου των 100 000 EUR το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Επομένως, ούτε η εγγύηση επενδυτικού δανείου ούτε η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση.

3.3.2.   Απαλλαγή κατά κατηγορία βάσει του ΓΚΑΚ του 2014

(62)

Η Γερμανία προέβαλε επικουρικό επιχείρημα σχετικά με την εγγύηση επενδυτικού δανείου σε περίπτωση που δεν εφαρμοστεί η μέθοδος που αναφέρεται στο σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις. Σύμφωνα με τη Γερμανία, εάν εφαρμοζόταν η προμήθεια ασφαλούς λιμένα ύψους 3,8 % που προβλέπεται στο σημείο 3.3 της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις για νεοσυσταθείσες ΜΜΕ χωρίς πιστωτικό ιστορικό, το στοιχείο ενίσχυσης που ενσωματώνεται στο επενδυτικό δάνειο θα ανερχόταν σε 2,3 εκατ. EUR. Το ποσό αυτό θα παρέμενε εντός των ορίων του άρθρου 14 του ΓΚΑΚ του 2014 και, ως εκ τούτου, θα ήταν συμβατό και θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση κοινοποίησης.

3.3.3.   Τα κριτήρια για τις ΜΜΕ πληρούνται ανεξάρτητα από τη σύνδεση μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων (εκτός της RZB)

(63)

Σύμφωνα με τη Γερμανία, όπως αποδεικνύεται στην έκθεση Hollstein (αιτιολογική σκέψη 40), η Abalon DE θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΜΜΕ, δηλαδή δεν θα υπερέβαινε τα όρια του άρθρου 2 παράγραφος 1 του ΠΣΜΜΕ, ακόμη και αν οι Abalon Consulting, Abalon AT, Gafluna, Valluga και Raetia είχαν συμπεριληφθεί στον υπολογισμό. Επομένως, το γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των δύο εγγυήσεων ο Siegfried Wriesnig ήταν διευθύνων σύμβουλος της Gafluna από το 2001, διευθύνων σύμβουλος της Valluga από το 2001 και μέλος του συνεργαζόμενου διοικητικού συμβουλίου (Beirat) της Abalon DE από το 2004 δεν ασκεί επιρροή κατά την εκτίμηση του αν η Abalon DE ήταν ΜΜΕ.

(64)

Η Γερμανία υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή διαπίστωσε στην απόφαση του 2008 ότι οι Gafluna, Abalon DE, Valluga και Raetia ήταν μόνο συνεργαζόμενες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ΠΣΜΜΕ. Σύμφωνα με τη Γερμανία, η εν λόγω εικαζόμενη διαπίστωση κατέστη νομικά δεσμευτική δυνάμει της απόφασης του 2015 (26). Ωστόσο, η Γερμανία δέχεται ότι —χάριν απλούστευσης— μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις ήταν συνδεδεμένες επιχειρήσεις και όχι μόνο συνεργαζόμενες επιχειρήσεις.

3.3.4.   Η Abalon DE αποτελούσε ΜΜΕ καθώς δεν ήταν συνδεδεμένη με την RZB

(65)

Η Γερμανία δέχεται ότι η Abalon DE δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΜΜΕ εάν ήταν συνδεδεμένη με την RZB, άμεσα ή έμμεσα. Πράγματι, η Γερμανία αναφέρει ότι η RZB απασχολούσε περίπου 55 000 άτομα το 2006 και ότι το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού της στο τέλος του 2006 ανερχόταν σε περίπου 115 δισ. EUR. Ωστόσο, η Γερμανία θεωρεί ότι δεν υφίστανται τέτοιες σχέσεις.

(66)

Όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ των RZB/Raetia και της Abalon DE ή των μετόχων της μέσω μεμονωμένων προσώπων, η Γερμανία επισημαίνει ότι η εν λόγω επιχειρηματολογία αναπτύχθηκε από την Pollmeier σχεδόν 10 έτη μετά την υποβολή της καταγγελίας και θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι το επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί με την αιτιολογία ότι τα στοιχεία αυτά υποβλήθηκαν εκπρόθεσμα.

3.3.4.1.   Μη συνδεδεμένες κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ

(67)

Σύμφωνα με τη Γερμανία, το γεγονός ότι η RZB είναι ο ιδρυτής της Raetia δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η RZB και η Abalon DE είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ. Κατά την άποψη της Γερμανίας, από την έκθεση Csoklich (αιτιολογική σκέψη 7) προκύπτει ότι ο ιδρυτής της Raetia, ήτοι η RZB, δεν έχει δικαίωμα να επηρεάζει τις επιχειρηματικές αποφάσεις της Raetia ούτε των συνδεδεμένων με αυτήν επιχειρήσεων.

(68)

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή, χαρακτηριστικό γνώρισμα του αυστριακού «ιδιωτικού ιδρύματος» είναι ότι είναι πλήρως διαχωρισμένο και νομικά ανεξάρτητο από τον ιδρυτή. Ο ιδρυτής διαθέτει μόνο τα δικαιώματα τα οποία προβλέπονται ρητά στην ιδρυτική πράξη. Η ιδρυτική πράξη της Raetia αποδεικνύει ότι η RZB δεν ασκεί στην πράξη καμία επιρροή στη διαχείριση του ιδρύματος (Trennungsprinzip). Η Γερμανία επισημαίνει ειδικότερα ότι η ιδρυτική πράξη δεν παρέχει στην RZB το δικαίωμα να εγκρίνει την απόφαση της Raetia (Zustimmungsvorbehalte) ούτε παρέχει στην RZB την εξουσία να εκδίδει εντολές (Weisungsrechte) προς τη Raetia. Επομένως, το διοικητικό συμβούλιο της Raetia λειτουργεί εντελώς ανεξάρτητα από τον ιδρυτή. Δεν υπάρχει έμμεση επιρροή, για παράδειγμα μέσω του δικαιώματος παύσης του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος. Η ανεξαρτησία του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος από τον ιδρυτή προβλέπεται ρητώς στην ιδρυτική πράξη. Η Γερμανία επισημαίνει ότι η RZB δεν έκανε καν χρήση της νομικής δυνατότητας να διατηρήσει το δικαίωμα υπαναχώρησης (Widerrufsrecht, δηλαδή τη δυνατότητα ανάκλησης του ιδρύματος). Δεδομένου ότι η επίκληση του προβλεπόμενου στην ιδρυτική πράξη δικαιώματος της RZB για τροποποίηση (της ιδρυτικής πράξης) είναι δυνατή μόνον κατ’ εξαίρεση, ο ιδρυτής δεν μπορεί να αντιταχθεί σε αποφάσεις αντίθετες προς τα συμφέροντά του. Τυχόν αλλαγές που θα παρείχαν στην RZB άμεση ή έμμεση επιρροή επί της Raetia αποκλείονται ρητώς.

3.3.4.2.   Μη συνδεδεμένες κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ

(69)

Η Γερμανία προσθέτει ότι ούτε η Abalon DE ούτε η Raetia ούτε καμία από τις θυγατρικές της είναι συνδεδεμένη με την RZB κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ (27) μέσω «σχέσεων μέσω φυσικού/-ών προσώπου/-ων που ενεργούν από κοινού». Η Γερμανία αναγνωρίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, οι επιχειρήσεις που δεν διατηρούν τυπικώς κάποια από τις σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ ανωτέρω, αλλά «συνιστούν, παρά ταύτα, ενιαία οικονομική μονάδα, λόγω του ρόλου που διαδραματίζει φυσικό πρόσωπο ή ομάδα φυσικών προσώπων που ενεργούν από κοινού, [...] θεωρούνται ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, καθόσον ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην ίδια αγορά ή σε όμορες αγορές» (28).

(70)

Ωστόσο, η Γερμανία θεωρεί ότι τα κριτήρια που ορίζονται στην απόφαση HaTeFo σχετικά με την έννοια της ενιαίας οικονομικής μονάδας δεν πληρούνται, διότι η RZB δεν δραστηριοποιείται στην ίδια (ή σε όμορη) αγορά με τις Abalon DE, Abalon Consulting, Abalon AT, Gafluna, Valluga και Raetia. Το γεγονός ότι η RZB χορήγησε δάνεια και εγγυήσεις σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αγορά ξυλείας δεν σημαίνει ότι η ίδια η RZB δραστηριοποιείται στην εν λόγω αγορά. Ως εκ τούτου, η προϋπόθεση αυτή του άρθρου 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ δεν πληρούται.

(71)

Επιπλέον, η Γερμανία υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται «ενιαία οικονομική μονάδα», διότι δεν υπάρχουν σχέσεις μεταξύ του προσωπικού της RZB και του προσωπικού της Abalon DE/Gafluna/Raetia που να τους επιτρέπουν να ασκούν επιρροή στις εμπορικές αποφάσεις των οικείων επιχειρήσεων. Για τους ίδιους λόγους, το ίδιο συμπέρασμα θα μπορούσε να συναχθεί ακόμη και βάσει του ορισμού του ελέγχου που παρατίθεται στο σημείο 16 της κωδικοποιημένης ανακοίνωσης της Επιτροπής για θέματα δικαιοδοσίας βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (29) (στο εξής: κωδικοποιημένη ανακοίνωση για θέματα δικαιοδοσίας).

(72)

Κατά την άποψη της Γερμανίας, το γεγονός ότι ορισμένες από τις εμπλεκόμενες οντότητες έχουν την έδρα τους στην ίδια διεύθυνση δεν αποδεικνύει την ύπαρξη σχέσεων μεταξύ των εν λόγω οντοτήτων ούτε τη δυνατότητα επηρεασμού των επιχειρηματικών αποφάσεων.

3.3.5.   Τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ

(73)

Η Γερμανία υποστηρίζει ότι η απόδειξη της ύπαρξης τυπικών μειονεκτημάτων των ΜΜΕ δεν είναι πάντοτε απαραίτητη για τον χαρακτηρισμό μιας ΜΜΕ στις περιπτώσεις που πληρούνται τα τυπικά κριτήρια του ΠΣΜΜΕ. Ως εκ τούτου, δεν είναι αναγκαίο να αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι η Abalon DE αντιμετώπιζε τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ. Σε κάθε περίπτωση, η Γερμανία διατείνεται ότι η Abalon DE πάσχει από τα τυπικά μειονεκτήματα που πλήττουν τις ΜΜΕ και υποστηρίζει ότι, χωρίς τις δύο χορηγηθείσες εγγυήσεις, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση θα ήταν επισφαλής, κάτι που χαρακτηρίζει τυπικά τις ΜΜΕ. Κατά την άποψη της Γερμανίας, χωρίς τις δύο εγγυήσεις, η Abalon DE δεν θα είχε συσταθεί. Επιπλέον, η ίδια η καταγγέλλουσα επισήμανε τη δυσχερή οικονομική κατάσταση της Abalon DE το 2006.

3.4.   Συμπληρωματικές παρατηρήσεις της Γερμανίας

3.4.1.   Διαβαθμίσεις που αποδόθηκαν στην Abalon DE από τις τρεις δανείστριες τράπεζες

(74)

Η Γερμανία διαβίβασε περαιτέρω τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας που αποδόθηκαν στην Abalon DE από τις τρεις δανείστριες τράπεζες (βλ. αιτιολογική σκέψη 19 ανωτέρω) και παρέθεσε εξηγήσεις σχετικά με τις εν λόγω αξιολογήσεις. Με επιστολή της 15ης Μαΐου 2017 προς την Επιτροπή, η Raffeisenbank International (στο εξής: RBI, νόμιμη διάδοχος της RZB από το 2010) αναφέρει ότι η αξιολόγησή της (πιστωτικός κίνδυνος της Abalon DE) την εποχή εκείνη στηριζόταν ιδίως στις προοπτικές ανάπτυξης της αγοράς ξυλείας, στην άριστη πρόσβαση σε πρώτες ύλες στην Έσση, στις σύντομες διαδρομές μεταφοράς, στις επενδυτικές επιχορηγήσεις και στις εγγυήσεις που επρόκειτο να παρασχεθούν από το ομόσπονδο κράτος της Έσσης.

(75)

Κατά την άποψη της Γερμανίας, το γεγονός ότι η Abalon DE αξιολογήθηκε σε αυτοτελή βάση αποτελεί ακόμη μία ένδειξη κατά της ύπαρξης τυχόν σχέσεων με την RZB.

3.4.2.   Προσωπικές σχέσεις μεταξύ της RZB και της Raetia

(76)

Όσον αφορά το ζήτημα των προσωπικών σχέσεων μεταξύ της RZB και της Raetia, η Γερμανία επισημαίνει ότι τα μόνα μέλη του τριμελούς διοικητικού συμβουλίου της Raetia από το 2001 έως το τέλος του 2015 ήταν οι Karl Pistotnik, Ernst Burger και Kurt Engleitner και ότι κανένας εξ αυτών δεν υπήρξε ποτέ υπάλληλος ή μέλος εκτελεστικού οργάνου της RZB.

(77)

Η Γερμανία δηλώνει επίσης ότι i) έως τις 6 Δεκεμβρίου 2017 η Abalon DE (συμπεριλαμβανομένου του διευθύνοντος συμβούλου της, Manfred Reinkemeier) δεν είχε επαφές με κανένα από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Raetia, ii) όταν χορηγήθηκε η εγγύηση, ο διευθύνων σύμβουλος της Abalon DE δεν γνώριζε την ύπαρξη της Raetia, iii) ο Manfred Reinkemeier πληροφορήθηκε για τη Raetia μόνο μέσω της διαδικασίας την οποία κίνησε η Pollmeier και iv) η ιδιοκτησιακή δομή της Gafluna δεν είχε κανένα συμφέρον σε σχέση με την Abalon DE και δεν είχε καμία επίπτωση στην τελευταία.

(78)

Περαιτέρω, η Γερμανία αναφέρει ότι η RZB ουδέποτε έδωσε οδηγίες στον διευθύνοντα σύμβουλο της Abalon DE, ότι η RZB δεν διαθέτει εμπειρογνωσία όσον αφορά την αγορά σκληρής ξυλείας και ότι δεν υπάρχουν κανενός είδους νομικές συνδέσεις μεταξύ της Abalon DE και της RZB που θα επέτρεπαν στην RZB να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες πέραν της λειτουργίας της ως κύριας τράπεζας (Hausbank) της Abalon DE.

(79)

Η Γερμανία διαβίβασε επίσης πληροφορίες τις οποίες έλαβε από την RBI και στις οποίες απαριθμούνταν τα μέλη της διοίκησης της RZB το 2006, προκειμένου να καταδειχθεί ότι δεν υπήρχαν αλληλεπικαλύψεις με τα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Raetia.

3.4.3.   Δηλώσεις της Gafluna και της Raetia

(80)

Η Gafluna υπέβαλε δηλώσεις εξ ονόματός της (im eigenen Namen) και κατ’ εντολή (im Auftrag) της Raetia.

(81)

Η Gafluna δηλώνει ότι, σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη της Raetia, δικαιούχοι της Raetia είναι οι επιχειρήσεις στις οποίες η Raetia κατέχει ή αποκτά, άμεσα ή έμμεσα, μετοχές.

(82)

Σύμφωνα με τις Gafluna και Raetia, οι μόνες υπηρεσίες τις οποίες παρείχε ο όμιλος RZB στη Raetia, στη Valluga ή στην Gafluna συνίσταντο σε νομική στήριξη για την ίδρυση της Raetia, της Gafluna και της Valluga και σε υπηρεσίες διαχείρισης λογαριασμού (Kontoführung) για τη Raetia. Επιπλέον, η Valluga διατηρούσε και η Gafluna εξακολουθεί να διατηρεί (από την ίδρυσή της) λογαριασμό πράξεων πληρωμής (Zahlungsverkehrskonto) στην Kathreinbank (θυγατρική κατά 100 % της RZB).

(83)

Σύμφωνα με τις δηλώσεις της Gafluna και της Raetia, η Raetia δεν παρείχε υπηρεσίες σε επιχειρήσεις του ομίλου RZB. Η Raetia ουδέποτε επικοινώνησε με επιχειρήσεις του ομίλου RZB σχετικά με τη στρατηγική ή τον προσανατολισμό της και ουδέποτε τελούσε υπό τον πραγματικό έλεγχο τρίτων επιχειρήσεων.

3.4.4.   Δηλώσεις της RBI

(84)

Η RBI, ως νόμιμη διάδοχος της RZB, ενημέρωσε ότι η RZB ίδρυσε τη Raetia το 2001 ως μοναδικός ιδρυτής, παρέχοντας 300 000 EUR από τα δικά της περιουσιακά στοιχεία. Η RZB επέλεξε και διόρισε το πρώτο διοικητικό συμβούλιο της Raetia (Ernst Burger, Kurt Engleitner και Karl Pistotnik). Ένας από τους γενικούς σκοπούς του ιδρύματος (Stiftungszweck) είναι η προώθηση της αυστριακής οικονομίας, ιδίως με τη διατήρηση και τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των αυστριακών εταιρειών μέσω της απόκτησης μετοχών εταιρειών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες ή μέσω της παροχής κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών (30). Πιο συγκεκριμένα, η RBI επιβεβαίωσε ότι η Raetia δημιουργήθηκε για να διευκολύνει την αναδιάρθρωση των πελατών της RZB που αντιμετώπιζαν δυσκολίες μέσω της έμμεσης συμμετοχής της Raetia στις εν λόγω επιχειρήσεις. Με βάση την προσέγγιση αυτή, δεν υπήρχε ανάγκη να αγοράσει η ίδια η RZB μετοχές των πελατών της που αντιμετώπιζαν δυσκολίες.

(85)

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ίδρυσης, η RZB παρείχε υπηρεσίες στη Raetia, όπως νομική και φορολογική συνδρομή, σύνταξη της ιδρυτικής πράξης, εγγραφή στο μητρώο εταιρειών. Εξ όσων γνωρίζει η RBI, καμία άλλη επιχείρηση του ομίλου RZB (συμπεριλαμβανομένης της Kathreinbank) δεν συμμετείχε στη διαδικασία ίδρυσης της Raetia. Περαιτέρω νομική συνδρομή παρασχέθηκε για τη σύσταση της Valluga και της Gafluna.

(86)

Η RBI επιβεβαιώνει ότι, κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων, τα ακόλουθα άτομα κατείχαν τις ακόλουθες θέσεις εντός της RZB και των θυγατρικών της:

α)

ο Heinrich Weninger ήταν επικεφαλής της «μονάδας ιδρυμάτων» της Kathreinbank και ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα σε θυγατρικές της Kathreinbank·

β)

ο Ernst Burger ήταν μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Kathreinbank·

γ)

ο Kurt Engleitner ήταν μέλος του εποπτικού συμβουλίου της Kathreinbank·

δ)

ο Karl Pistotnik θα μπορούσε να έχει διασυνδέσεις με οντότητες του ομίλου RZB κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως ανεξάρτητου δικηγόρου (δεν τεκμηριώνεται).

(87)

Η RBI προσκόμισε καταλόγους των δανείων τα οποία οι RZB/RBI είχαν χορηγήσει στην Abalon AT (συνολικά ποσά τουλάχιστον 21 εκατ. EUR από το 2003) και στην Abalon DE (τουλάχιστον τα δύο δάνεια που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 18), καθώς και όλων των εξασφαλίσεων που ελήφθησαν στο πλαίσιο αυτό.

(88)

Η RBI ανέφερε επίσης ότι η Gafluna είχε εκδώσει το 2003 και το 2007 μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου (Substanzgenussrechte) ύψους 4,99 εκατ. EUR για την άντληση κεφαλαίων. Η Γερμανία διευκρινίζει ότι οι εν λόγω μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου είχαν αγοραστεί σε ένα σύστημα δύο σταδίων εξ ολοκλήρου από την Abies Handels- und Beteiligungsgesellschaft mbH (στο εξής: Abies) (31), έμμεση θυγατρική κατά 100 % της RZB. Η αγορά αυτή χρηματοδοτήθηκε μέσω έμμεσης μετοχικής επιχορήγησης (indirekter Gesellschafterzuschuss) την οποία χορήγησε η RZB στη θυγατρική της, την Abies. Η RBI εξηγεί ότι οι μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου τις οποίες εξέδωσε η Gafluna παρέχουν στους αγοραστές τους το δικαίωμα να λαμβάνουν πληροφορίες και να συμμετέχουν στα κέρδη, αλλά δεν εκχωρούν δικαιώματα συμμετοχής/επιρροής. Ως εκ τούτου, η RBI είναι της γνώμης ότι η αγορά των εν λόγω μετοχών δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ.

(89)

Η RBI επιβεβαιώνει ότι δεν γνώριζε καμία επικοινωνία μεταξύ των οντοτήτων του ομίλου RZB και της Raetia σχετικά με τη γενική στρατηγική της Raetia (βλ. επίσης δηλώσεις στην αιτιολογική σκέψη 83). Η RBI τονίζει ότι η Raetia ήταν πλήρως ανεξάρτητη όσον αφορά τις επιχειρηματικές αποφάσεις της. Ισχυρίζεται επίσης ότι η RZB/RBI —ή οι θυγατρικές της— δεν ασκούσαν πραγματικό έλεγχο επί της Raetia. Ένας τέτοιος έλεγχος θα ήταν παράνομος βάσει του αυστριακού δικαίου περί ιδρυμάτων, το οποίο υποχρέωνε το διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος να διακόψει κάθε απόπειρα άσκησης επιρροής εκ μέρους του ιδρυτή (RZB) στις δραστηριότητες του ιδρύματος.

3.4.5.   Δήλωση της Abalon DE

(90)

Η Γερμανία υπέβαλε επίσης δήλωση της Abalon DE, στην οποία τονίζεται ότι η RZB δεν επηρέασε καμία από τις επιχειρηματικές αποφάσεις της. Επιπλέον, η Abalon DE αναφέρει ότι αντιμετώπιζε τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ, λόγω της ανταγωνιστικής αγοράς, και ιδίως των προσπαθειών εξαγοράς από την Pollmeier.

3.4.6.   Δηλώσεις σχετικά με τη μεθοδολογία υπολογισμού του ποσού της ενίσχυσης

(91)

Στις συμπληρωματικές παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 8 Φεβρουαρίου 2023, η Γερμανία επαναλαμβάνει ότι δεν ήταν δυνατός ο υπολογισμός του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στις δύο επίμαχες εγγυήσεις με χρήση της μεθόδου που αναφέρεται στο σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις (βλ. αιτιολογική σκέψη 43 ανωτέρω). Αυτό θα απαιτούσε τον καθορισμό του επιτοκίου της αγοράς για ισοδύναμο δάνειο προς την Abalon DE χωρίς τις κρατικές εγγυήσεις, ενώ, σύμφωνα με τη Γερμανία, η KSK δεν μπορούσε να προβεί σε δήλωση επ’ αυτού στο παρόν στάδιο, διότι δεν ήταν δυνατή η αναπαραγωγή όλων των παραμέτρων που σχετίζονται με την απόφαση λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος των 17 ετών που έχουν πλέον παρέλθει από τη χορήγηση των δύο εγγυήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Γερμανία δηλώνει ότι δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες, παρά τις προσπάθειες και τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν. Η Γερμανία προσθέτει ότι, δεδομένου ότι εξακολουθεί να θεωρεί ότι έπρεπε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος που αναφέρεται στο σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο τρίτη περίπτωση της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις, δεν ήταν αναγκαίος ο υπολογισμός σύμφωνα με τη μέθοδο που αναφέρεται στο σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο πρώτη περίπτωση.

(92)

Επιπλέον, η Γερμανία διατυπώνει παρόμοια δήλωση όσον αφορά τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στις δύο επίμαχες εγγυήσεις με χρήση της μεθόδου που αναφέρεται στο σημείο 4.2 πρώτο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις («η διαφορά μεταξύ της αγοραίας τιμής της εγγύησης και της τιμής που καταβάλλεται στην πραγματικότητα»). Η Γερμανία εξηγεί επίσης ότι, κατά συνέπεια, δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει τους υπολογισμούς της Επιτροπής (και βάσει της μεθόδου που αναφέρεται στο σημείο 4.2 πρώτο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις) λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος μεταξύ της χορήγησης των εγγυήσεων και του αιτήματος της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών.

(93)

Επιπλέον, η Γερμανία θεωρεί ότι η πιθανότητα αθέτησης που υπολογίστηκε από την RZB (0,832 %, αιτιολογική σκέψη 19) έπρεπε να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ της RZB και της Abalon DE. Η Γερμανία υποστηρίζει επίσης ότι, ακόμη και αν υπήρχε τέτοια σχέση, αυτό θα έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη στην αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Abalon DE και θα είχε ως αποτέλεσμα μικρότερη πιθανότητα αθέτησης (δεδομένου ότι η Abalon DE θα επωφελούνταν από την υψηλότερη οικονομική ισχύ ενός ομίλου που περιλάμβανε την RZB).

(94)

Τέλος, οι γερμανικές αρχές υπέβαλαν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το πραγματικό επιτόκιο (συμπεριλαμβανομένων όλων των προμηθειών, ιδίως των εξόδων φακέλου και των εξόδων κοινοπρακτικού δανείου) που χρέωσαν οι τράπεζες στην Abalon DE για το επενδυτικό δάνειο.

4.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(95)

Στις αποφάσεις για τις κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή συνήθως αξιολογεί πρώτα την ύπαρξη ενίσχυσης, στη συνέχεια τη νομιμότητά της και, τέλος, τη συμβατότητά της. Ωστόσο, δεδομένου ότι το ερώτημα αν η Abalon DE μπορεί να χαρακτηριστεί ΜΜΕ είναι σημαντικό για όλα αυτά τα στάδια της αξιολόγησης, η Επιτροπή θα αξιολογήσει πρώτα αν η Abalon DE αποτελούσε ΜΜΕ κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων το 2006.

4.1.   Καθεστώς ΜΜΕ

(96)

Στην κοινοποίησή της στις 6 Σεπτεμβρίου 2007 η Γερμανία δεν επικαλέστηκε ρητά το καθεστώς ΜΜΕ για την Abalon DE. Η Γερμανία επικαλέστηκε το καθεστώς ΜΜΕ μόνο στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 12 Οκτωβρίου 2016 (αιτιολογική σκέψη 40), αφού το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση του 2008.

4.1.1.   Κριτήρια για τις ΜΜΕ που ορίζονται στη σύσταση για τις ΜΜΕ

(97)

Τα κριτήρια για τον προσδιορισμό του αν μια επιχείρηση αποτελεί ΜΜΕ καθορίζονται στη σύσταση για τις ΜΜΕ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο υπενθύμισε, ειδικότερα, ότι «η σύσταση ΜΜΕ πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη των αιτιολογικών σκέψεων που οδήγησαν στην έκδοσή της» (32) και αποφάνθηκε ότι, «όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 9 και 12 καθώς και από το άρθρο 1, παράγραφος 1, της σύστασης αυτής, η εν λόγω σύσταση αποβλέπει στην υιοθέτηση ενός ορισμού των ΜΜΕ ο οποίος χρησιμοποιείται στις πολιτικές της Ένωσης που εφαρμόζονται εντός της Ένωσης και του ΕΟΧ και ο οποίος λαμβάνει υπόψη την οικονομική πραγματικότητα των επιχειρήσεων αυτών προκειμένου να αποκλείσει από τον ορισμό αυτό τους ομίλους επιχειρήσεων των οποίων η οικονομική ισχύς υπερβαίνει εκείνη μιας ΜΜΕ, ούτως ώστε να ωφεληθούν μόνον οι επιχειρήσεις που έχουν πραγματική ανάγκη από τα πλεονεκτήματα που αναγνωρίζουν διάφορες ρυθμίσεις ή μέτρα υπέρ των ΜΜΕ» (33). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε περαιτέρω ότι «τα πλεονεκτήματα που παρέχονται στις ΜΜΕ συνιστούν, ως επί το πλείστον, εξαιρέσεις από γενικούς κανόνες, όπως για παράδειγμα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, με αποτέλεσμα ο ορισμός τους να πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς» (34).

(98)

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του ΠΣΜΜΕ, η «κατηγορία των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) αποτελείται από επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 250 εργαζομένους και των οποίων ο ετήσιος κύκλος εργασιών δεν υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια ευρώ ή το σύνολο του ετήσιου ισολογισμού δεν υπερβαίνει τα 43 εκατομμύρια ευρώ».

(99)

Το άρθρο 3 του ΠΣΜΜΕ προβλέπει τους τύπους επιχειρήσεων που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του αριθμού απασχολουμένων και των χρηματοοικονομικών ποσών, όπως προβλέπονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του ΠΣΜΜΕ.

(100)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του ΠΣΜΜΕ, μια επιχείρηση χαρακτηρίζεται ως ανεξάρτητη επιχείρηση (με αποτέλεσμα να λαμβάνονται υπόψη μόνο τα δικά της χρηματοοικονομικά ποσά και ο αριθμός των απασχολουμένων για την εκτίμηση των ορίων του άρθρου 2 του ΠΣΜΜΕ) εάν δεν χαρακτηρίζεται ως συνεργαζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 2 του ΠΣΜΜΕ ή ως συνδεδεμένη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ.

(101)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 του ΠΣΜΜΕ, συνεργαζόμενες επιχειρήσεις είναι «όλες οι επιχειρήσεις που δεν χαρακτηρίζονται ως συνδεδεμένες κατά την έννοια [του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ] και μεταξύ των οποίων υπάρχει η ακόλουθη σχέση: μια επιχείρηση (ανάντη επιχείρηση) κατέχει, η ίδια ή από κοινού με μία ή περισσότερες συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια [του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ], το 25 % ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας άλλης επιχείρησης (κατάντη επιχείρηση).»

(102)

Το άρθρο 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ προσδιορίζει ως συνδεδεμένες επιχειρήσεις τις «επιχειρήσεις που διατηρούν μεταξύ τους μια από τις ακόλουθες σχέσεις:

α)

μια επιχείρηση κατέχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων άλλης επιχείρησης·

β)

μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου άλλης επιχείρησης·

γ)

μια επιχείρηση έχει το δικαίωμα να ασκήσει κυριαρχική επιρροή σε άλλη επιχείρηση βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με αυτήν ή δυνάμει ρήτρας του καταστατικού αυτής της τελευταίας·

δ)

μια επιχείρηση που είναι μέτοχος ή εταίρος άλλης επιχείρησης ελέγχει μόνη της, βάσει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους ή εταίρους τής εν λόγω επιχείρησης, την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή των εταίρων αυτής της επιχείρησης».

(103)

Το άρθρο 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ προσθέτει ότι «οι επιχειρήσεις που διατηρούν μία από τις εν λόγω σχέσεις μέσω ενός φυσικού προσώπου ή ομάδας φυσικών προσώπων που ενεργούν από κοινού θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες επιχειρήσεις καθόσον ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην ίδια αγορά ή σε όμορες αγορές». Στην απόφαση HaTeFo, σχετικά με την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η διάταξη αυτή «έχει την έννοια ότι επιχειρήσεις μπορούν να θεωρούνται ως “συνδεδεμένες”, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, εφόσον από την ανάλυση τόσο των νομικών όσο και των οικονομικών σχέσεων μεταξύ τους προκύπτει ότι συνιστούν, μέσω φυσικού προσώπου ή ομάδας φυσικών προσώπων που ενεργούν από κοινού, ενιαία οικονομική μονάδα, μολονότι δεν διατηρούν τυπικώς καμία από τις σχέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω παραρτήματος. Θεωρούνται ότι ενεργούν από κοινού κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 3, τέταρτο εδάφιο, του ως άνω παραρτήματος, τα φυσικά πρόσωπα που συντονίζονται προκειμένου να επηρεάσουν τις εμπορικές αποφάσεις των συγκεκριμένων επιχειρήσεων, γεγονός που αποκλείει τον χαρακτηρισμό των επιχειρήσεων αυτών ως οικονομικώς ανεξάρτητων μεταξύ τους. Η συνδρομή της ως άνω προϋποθέσεως εξαρτάται από τις περιστάσεις της εκάστοτε περιπτώσεως και δεν μπορεί να είναι συνάρτηση της υπάρξεως συμβατικών σχέσεων μεταξύ των εν λόγω προσώπων ούτε της διαπιστώσεως της προθέσεώς τους να καταστρατηγήσουν τον ορισμό των ΜΜΕ.» (35)

(104)

Τέλος, για να διαπιστωθεί αν, για τις μη ανεξάρτητες επιχειρήσεις, σημειώνεται υπέρβαση των σχετικών ορίων όσον αφορά τον αριθμό απασχολουμένων, τον κύκλο εργασιών ή τον ισολογισμό, στο άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3 του ΠΣΜΜΕ προβλέπεται ότι τα σχετικά στοιχεία για τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις (συγκέντρωση κατ’ αναλογία) και τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις (συγκέντρωση 100 %) προστίθενται στα στοιχεία της ελεγχόμενης επιχείρησης.

4.1.2.   Αξιολόγηση

(105)

Η Επιτροπή δέχεται ότι, όπως αποδεικνύεται από την έκθεση Hollstein (αιτιολογική σκέψη 40), κατά την ημερομηνία χορήγησης των δύο εγγυήσεων, η Abalon DE, από μόνη της ή σε συνδυασμό με τις Raetia, Abalon Consulting, Valluga, Gafluna και Abalon AT, παρέμενε κάτω από τα σχετικά όρια αριθμού απασχολουμένων, κύκλου εργασιών και ισολογισμού του ΠΣΜΜΕ και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ΜΜΕ.

(106)

Από την άλλη πλευρά, η Abalon DE δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ΜΜΕ εάν η RZB θεωρείται συνδεδεμένη ή συνεργαζόμενη επιχείρηση κατά την έννοια του ΠΣΜΜΕ. Πράγματι, η ίδια η RZB δεν πληρούσε τα κριτήρια για τις ΜΜΕ, δεδομένου ότι ο αριθμός των απασχολουμένων της (55 000 το 2006) και ο ετήσιος ισολογισμός της (115 δισ. EUR το 2006) (αιτιολογική σκέψη 65) υπερέβαιναν τα αντίστοιχα όρια των 250 εργαζομένων και/ή του ετήσιου ισολογισμού ύψους 43 εκατ. EUR (36).

(107)

Επομένως, προκειμένου να αξιολογηθεί αν η Abalon DE μπορεί να θεωρηθεί ΜΜΕ, είναι καίριας σημασίας να αξιολογηθεί η σχέση μεταξύ της Abalon DE και της RZB. Για τον σκοπό αυτόν, λαμβανομένης υπόψη της δομής που παρουσιάζεται ανωτέρω (αιτιολογική σκέψη 26), η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει διαδοχικά τη σχέση μεταξύ της Abalon DE και της Gafluna (σημείο 4.1.2.1), τη σχέση μεταξύ της Gafluna, της Abalon AT, της Valluga και της Raetia (σημείο 4.1.2.2) και, τέλος, τη σχέση μεταξύ των τεσσάρων αυτών εταιρειών και της RZB (σημείο 4.1.2.3).

(108)

Η Επιτροπή επισημαίνει προκαταρκτικά ότι, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Γερμανίας (αιτιολογική σκέψη 66), τα επιχειρήματα της Pollmeier σχετικά με την ύπαρξη τέτοιων σχέσεων δεν μπορούν να απορριφθούν απλώς και μόνον επειδή προβλήθηκαν κατά το στάδιο της επίσημης έρευνας και όχι στην αρχική καταγγελία. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου (37) (στο εξής: διαδικαστικός κανονισμός), «κάθε ενδιαφερόμενο μέρος μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις [...] έπειτα από απόφαση της Επιτροπής να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. …». Η Επιτροπή θεωρεί ότι το δικαίωμα αυτό υφίσταται ανεξάρτητα από το αν ένα μέρος είχε υποβάλει προηγουμένως καταγγελία ή πληροφορίες σχετικά με την αγορά και ότι το δικαίωμα αυτό, καθώς και η έκταση και το περιεχόμενο των παρατηρήσεων που μπορεί να υποβάλει ένα μέρος στο πλαίσιο της επίσημης έρευνας, δεν περιορίζονται από τις θέσεις τις οποίες έχει λάβει σε προηγούμενη καταγγελία ή προηγούμενες πληροφορίες σχετικά με την αγορά. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή, για την αξιολόγηση του μέτρου ενίσχυσης, πρέπει να εκτιμήσει αν ο δικαιούχος της ενίσχυσης μπορεί να θεωρηθεί ΜΜΕ και, προς τούτο, πρέπει να λάβει υπόψη όλα τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για την εκτίμηση αυτή.

(109)

Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό της Γερμανίας (αιτιολογική σκέψη 64), η απόφαση του 2008 δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά δεσμευτική υπό την έννοια ότι κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η Gafluna, η Abalon DE, η Valluga και η Raetia ήταν μόνο συνεργαζόμενες επιχειρήσεις. Πρώτον, η απόφαση αυτή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση του 2015. Δεύτερον, στην απόφασή της του 2008, η Επιτροπή δεν αξιολόγησε αν η Abalon DE μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ΜΜΕ κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων, αλλά απλώς εκτίμησε αν η οικονομική δυσχέρεια της Abalon AT μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Abalon DE έπρεπε να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση, πράγμα που η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσε να γίνει, λαμβανομένης υπόψη της έλλειψης οικονομικής σχέσης (38). Ως εκ τούτου, η απόφαση του 2008 δεν μπορεί να προδικάσει οποιαδήποτε αξιολόγηση του καθεστώτος της Abalon DE ως ΜΜΕ.

4.1.2.1.   Η Abalon DE και η Gafluna είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις

(110)

Η Επιτροπή εξετάζει αν η Gafluna μπορεί να χαρακτηριστεί «συνδεδεμένη επιχείρηση» της Abalon DE κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ.

(111)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Gafluna κατείχε το 49 % των μετοχών της Abalon DE το 2006 (το 51 % το κατείχε η Abalon Consulting, η οποία ανήκει κατά 100 % στον Manfred Reinkemeier). Αυτή η μειοψηφική συμμετοχή έχει ως αποτέλεσμα μειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη συνέλευση των μετόχων σύμφωνα με το καταστατικό της Abalon DE. Ως εκ τούτου, η σχέση μεταξύ της Abalon DE και της Gafluna δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του ΠΣΜΜΕ.

(112)

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, του καταστατικού της Abalon DE, αμφότεροι οι μέτοχοι (Gafluna και Abalon Consulting) έχουν το δικαίωμα να διορίζουν έκαστος έναν διευθύνοντα σύμβουλο και να παύουν το εν λόγω πρόσωπο από τα καθήκοντα αυτά. Δεδομένου ότι η Gafluna μπορεί να διορίζει ή να παύει μόνο έναν από τους δύο διευθύνοντες συμβούλους, δεν έχει το δικαίωμα που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του ΠΣΜΜΕ, να διορίζει ή να παύει την πλειονότητα των διευθυνόντων συμβούλων. Πρόσθετοι διευθύνοντες σύμβουλοι μπορούν να διοριστούν μόνο από τη γενική συνέλευση, στην οποία η Gafluna δεν διαθέτει πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου (βλ. ανωτέρω, αιτιολογική σκέψη 111). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ της Abalon DE και της Gafluna δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του ΠΣΜΜΕ.

(113)

Συνεπώς, η Επιτροπή αξιολογεί το ενδεχόμενο δικαίωμα άσκησης κυριαρχικής επιρροής σε άλλη επιχείρηση βάσει σύμβασης που έχει συναφθεί με αυτήν ή δυνάμει ρήτρας του καταστατικού αυτής της τελευταίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του ΠΣΜΜΕ. Προκειμένου να διαπιστώσει αν ασκείται κυριαρχική επιρροή, η Επιτροπή στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της σύστασης για τις ΜΜΕ. Στην απόφαση HaTeFo, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η προϋπόθεση τα φυσικά πρόσωπα να ενεργούν από κοινού πληρούται οσάκις τα πρόσωπα αυτά συντονίζονται, προκειμένου να επηρεάσουν τις εμπορικές αποφάσεις των οικείων επιχειρήσεων, γεγονός που αποκλείει τη δυνατότητα να θεωρηθούν οι επιχειρήσεις αυτές ως οικονομικώς ανεξάρτητες μεταξύ τους» (39).

(114)

Είναι επίσης χρήσιμο να γίνει παραπομπή στη νομολογία του Δικαστηρίου στο πλαίσιο του κανονισμού συγκεντρώσεων (40), που αναφέρεται επίσης στην άσκηση «αποφασιστικής επιρροής» και συνδέεται με την έννοια της «ενιαίας οικονομικής μονάδας» (41) που χρησιμοποιεί το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία της σύστασης για τις ΜΜΕ (42). Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έκρινε, παραπέμποντας στην ανακοίνωση της Επιτροπής για θέματα δικαιοδοσίας (43), ότι η αποφασιστική επιρροή συνεπάγεται την «εξουσία αναστολής ενεργειών που καθορίζουν την εμπορική στρατηγική συμπεριφορά μιας επιχείρησης. Έτσι, ο κοινός έλεγχος μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδο, λόγω της εξουσίας μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων να απορρίπτουν τις προτεινόμενες στρατηγικές αποφάσεις. Ως εκ τούτου, οι μέτοχοι αυτοί πρέπει να καταλήξουν σε [...] συνεννόηση για τον καθορισμό της εμπορικής πολιτικής της κοινής επιχείρησης [...] [και] πρέπει να συνεργασθούν» (44) .

(115)

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 112, αμφότεροι οι μέτοχοι της Abalon DE έχουν το δικαίωμα να διορίζουν ή να παύουν έναν διευθύνοντα σύμβουλο. Μολονότι η Gafluna δεν έκανε χρήση του δικαιώματος αυτού, η Gafluna θα μπορούσε να έχει εμποδίσει τη λήψη αποφάσεων διαχείρισης της Abalon DE, εάν είχε διορίσει δεύτερο διευθύνοντα σύμβουλο, επιπλέον του Manfred Reinkemeier, ο οποίος είχε διοριστεί από την Abalon Consulting. Στην περίπτωση αυτή, οι δύο διευθύνοντες σύμβουλοι θα εκπροσωπούσαν συλλογικά την Abalon DE και θα λάμβαναν στρατηγικές αποφάσεις, εκτός εάν η ειδική πλειοψηφία των 2/3 των μετοχών/ψήφων ανέθετε σε έναν μόνο από αυτούς την εξουσία αυτή (45). Ωστόσο, μια τέτοια πλειοψηφία 2/3 δεν μπορεί να επιτευχθεί έναντι της Gafluna, η οποία κατέχει το 49 % των μετοχών. Ομοίως, η συνέλευση των μετόχων μπορεί να διορίζει ή να παύει πρόσθετους διευθύνοντες συμβούλους μόνο με πλειοψηφία 2/3. Κατά συνέπεια, η Gafluna θα μπορούσε να έχει εμποδίσει τη λήψη αποφάσεων διαχείρισης και, ως εκ τούτου, λόγω της ισότητας των δικαιωμάτων μεταξύ της Gafluna και της Abalon Consulting, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Gafluna μπορεί να ασκήσει κυριαρχική επιρροή στην Abalon DE. Το γεγονός ότι η Gafluna δεν έκανε χρήση του δικαιώματος αυτού δεν θέτει εν αμφιβόλω το συμπέρασμα αυτό, δεδομένου ότι δεν απαιτείται να ασκηθεί η κυριαρχική επιρροή, αλλά έχει σημασία μόνο το δικαίωμα άσκησης κυριαρχικής επιρροής το οποίο παρέχεται από το καταστατικό, σύμφωνα με το ΠΣΜΜΕ.

(116)

Επιπλέον, το καταστατικό της Abalon DE προβλέπει ένα αποκαλούμενο «Beirat» (συνεργαζόμενο διοικητικό συμβούλιο) αποτελούμενο από δύο έως τέσσερα μέλη, τα οποία διορίζονται ισομερώς από τις Gafluna και Abalon Consulting, εφόσον αποτελείται από δύο ή τέσσερα μέλη (46). Σε περίπτωση που το Beirat αποτελείται από τρία μέλη, η Gafluna και η Abalon Consulting διορίζουν ανεξάρτητα ένα μέλος η καθεμία· το τρίτο μέλος διορίζεται με κοινή συναίνεση και των δύο μετόχων. Αυτό το Beirat πρέπει να παρακολουθεί και να συμβουλεύει τη διοίκηση· η ομόφωνη έγκρισή του απαιτείται για ορισμένες συναλλαγές ή επιχειρηματικές αποφάσεις (το Beirat αποφασίζει ποιες συναλλαγές ή αποφάσεις απαιτούν τη δική του έγκριση, ώστε να μπορεί, για παράδειγμα, να αποφασίζει ότι όλες οι στρατηγικές συναλλαγές θα πρέπει να υπόκεινται στην έγκρισή του) (47). Σύμφωνα με τη Γερμανία, από τη σύσταση της Abalon DE έως το 2014, το Beirat της εταιρείας είχε δύο μέλη, ένα διορισμένο από την Gafluna και ένα διορισμένο από την Abalon Consulting. Αυτό δείχνει επίσης ότι η Gafluna ασκούσε κυριαρχική επιρροή στην Abalon DE.

(117)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Gafluna το 2006 θα μπορούσε να ασκήσει κυριαρχική επιρροή στην Abalon DE· τούτο προκύπτει από τον κοινό έλεγχο της Gafluna επί της Abalon DE, μέσω του διορισμού ανώτερων διοικητικών στελεχών και δικαιωμάτων αρνησικυρίας επί στρατηγικών αποφάσεων σχετικά με την επιχειρηματική πολιτική της Abalon DE. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Gafluna και η Abalon DE είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) του ΠΣΜΜΕ.

(118)

Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από αξιολόγηση βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ, η οποία επικεντρώνεται στις σχέσεις μέσω φυσικού προσώπου. Συναφώς, η σκέψη 37 της απόφασης HaTeFo υπενθυμίζει τη σημασία των προσωπικών σχέσεων μέσω της ταυτόχρονης διαχείρισης επιχειρήσεων.

(119)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, κατά τον χρόνο χορήγησης των εγγυήσεων το 2006, υπήρχε αλληλεπικάλυψη στη διοίκηση της Abalon DE και της Abalon AT (που ανήκαν κατά 80 % στην Gafluna), δεδομένου ότι και οι δύο εταιρείες είχαν ως διευθύνοντα σύμβουλο τον Manfred Reinkemeier. Εάν ο Manfred Reinkemeier αποφάσιζε ενάντια στη βούληση της Gafluna σε θέματα της Abalon DE (στην οποία η Gafluna κατέχει μόνο το 49 %), ο ίδιος θα έπρεπε να φοβάται ότι θα αντιμετώπιζε μειονεκτήματα στη θέση του ως διευθύνοντος συμβούλου της Abalon AT (στην οποία η Gafluna κατέχει το 80 %). Στην πράξη, οι εταιρείες αυτές, οι οποίες ελέγχονται από την Gafluna και δραστηριοποιούνται αμφότερες στην ίδια αγορά σκληρής ξυλείας, μπορούν συνεπώς να θεωρηθούν συνδεδεμένες, μέσω του Manfred Reinkemeier. Λαμβανομένης υπόψη της κεφαλαιακής σχέσης κατά 80 % μεταξύ της Gafluna και της Abalon AT, η Abalon DE και η Gafluna πρέπει επίσης να θεωρηθούν συνδεδεμένες.

(120)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Abalon DE και η Gafluna είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ.

4.1.2.2.   Η Abalon AT, η Gafluna, η Valluga και η Raetia (στο εξής: συνδεδεμένες με τη Raetia οντότητες) είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις

(121)

Το 2006 (κατά τον χρόνο χορήγησης), η Raetia κατείχε το 100 % της Valluga. Με τη σειρά της, η Valluga κατείχε το 100 % της Gafluna, η οποία κατείχε η ίδια το 80 % της Abalon AT. Υπό το πρίσμα της εν λόγω πλειοψηφίας των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων, και οι τέσσερις οντότητες χαρακτηρίζονται ως «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του ΠΣΜΜΕ.

4.1.2.3.   Σχέσεις μεταξύ των συνδεδεμένων με τη Raetia οντοτήτων και της RZB

4.1.2.3.1.   Άμεση σχέση μεταξύ της RZB και της Raetia

(122)

Η Raetia είναι ίδρυμα (Privatstiftung) που έχει συσταθεί βάσει του αυστριακού δικαίου, και συγκεκριμένα του ομοσπονδιακού νόμου περί ιδιωτικών ιδρυμάτων (48). Η RZB ίδρυσε τη Raetia με αρχικό κεφάλαιο 300 000 EUR. Η σχέση μεταξύ της RZB ως ιδρυτή και της Raetia ως ιδρύματος διέπεται από τον ομοσπονδιακό νόμο περί ιδιωτικών ιδρυμάτων και τη σχετική ιδρυτική πράξη (49). Σύμφωνα με το άρθρο 3 στοιχείο α) της εν λόγω πράξης, ένας από τους σκοπούς της Raetia είναι «η προώθηση της αυστριακής οικονομίας, ιδίως με τη διατήρηση και τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των αυστριακών εταιρειών μέσω της απόκτησης μετοχών εταιρειών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσχέρειες ή μέσω της παροχής κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών» (αιτιολογική σκέψη 84).

(123)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την έκθεση Csoklich, κατά το αυστριακό δίκαιο, τα ιδρύματα θεωρούνται νομικές προσωπικότητες καταρχήν ανεξάρτητες από τον ιδρυτή τους και ότι ο ιδρυτής δεν έχει εν γένει δικαιώματα έναντι του ιδρύματος, των οργάνων του, ούτε των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος [πρόκειται για τη λεγόμενη αρχή του διαχωρισμού (Trennungsprinzip), βλ. αιτιολογικές σκέψεις 67 και 68]. Ωστόσο, η Επιτροπή αξιολογεί τις σχέσεις μεταξύ του ιδρύματος και του ιδρυτή του με βάση το ΠΣΜΜΕ και τη σχετική νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, και όχι με βάση το αυστριακό δίκαιο.

(124)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του ΠΣΜΜΕ, η εκχώρηση δικαιωμάτων διορισμού αποτελεί ένδειξη ότι δύο επιχειρήσεις είναι συνδεδεμένες. Η ιδρυτική πράξη της Raetia συγκροτεί διοικητικό συμβούλιο του ιδρύματος, αποτελούμενο από τρία μέλη (50). Το ίδρυμα εκπροσωπείται νόμιμα από κοινού (gemeinsame Vertretung) από δύο μέλη του εν λόγω συμβουλίου, ενώ μόνο και τα τρία μέλη του διοικητικού συμβουλίου από κοινού έχουν το δικαίωμα να διαχειρίζονται τις δραστηριότητες του ιδρύματος (gemeinschaftliche Geschäftsführung) (51). Σύμφωνα με την ιδρυτική πράξη (52), η RZB ως ιδρυτής διόρισε το πρώτο διοικητικό συμβούλιο (Ernst Burger, Kurt Engleitner και Karl Pistotnik) για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Τα επόμενα μέλη μπορούν να διορίζονται με ομόφωνη απόφαση του ίδιου του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος (53). Μέχρι τουλάχιστον το 2006, η σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου του ιδρύματος παρέμεινε αμετάβλητη.

(125)

Ως εκ τούτου, όταν εκδόθηκαν οι δύο εγγυήσεις το 2006, το διοικητικό συμβούλιο της Raetia αποτελούνταν αποκλειστικά από πρόσωπα διορισμένα από την RZB. Δεδομένου ότι η RZB είχε το δικαίωμα να διορίσει, και πράγματι διόρισε, όλα τα αρχικά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Raetia τα οποία είναι αρμόδια για τη διαχείριση των δραστηριοτήτων της, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η RZB και η Raetia είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του ΠΣΜΜΕ.

4.1.2.3.2.   Έμμεσες σχέσεις μεταξύ της RZB και ορισμένων συνδεδεμένων οντοτήτων της Raetia μέσω της Kathreinbank (θυγατρικής της RZB)

(126)

Το συμπέρασμα ότι η RZB και η Raetia είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις βάσει των άμεσων σχέσεών τους ενισχύεται από τις έμμεσες σχέσεις μεταξύ της RZB και ορισμένων συνδεδεμένων οντοτήτων της Raetia μέσω της Kathreinbank.

(127)

Η Kathreinbank είναι θυγατρική κατά 100 % της RZB και, ως εκ τούτου, είναι συνδεδεμένη με την RZB κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του ΠΣΜΜΕ. Μολονότι δεν υπήρχαν μετοχικές σχέσεις ή δικαιώματα ψήφου μεταξύ της Kathreinbank και των συνδεδεμένων με τη Raetia οντοτήτων το 2006, υπάρχουν προσωπικές σχέσεις μεταξύ τους που είναι σημαντικές για την αξιολόγηση του χαρακτηρισμού της ως ΜΜΕ (αιτιολογική σκέψη 103).

(128)

Ειδικότερα, η RBI, η νόμιμη διάδοχος της RZB, επιβεβαίωσε ότι υπήρχε κάποια αλληλεπικάλυψη προσωπικού στα διοικητικά και εποπτικά όργανα της Raetia και της Kathreinbank όταν εκδόθηκαν οι δύο εγγυήσεις το 2006. Εκείνη την εποχή, το διοικητικό συμβούλιο της Raetia αποτελούνταν από τους Ernst Burger, Kurt Engleitner και Karl Pistotnik. Τότε, οι Ernst Burger και Kurt Engleitner ήταν επίσης μέλη του εποπτικού συμβουλίου της Kathreinbank. Επιπλέον, η Γερμανία υπέβαλε παρατηρήσεις της RZB όπου αναγνωρίζεται ότι η δικηγορική δραστηριότητα του τρίτου μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Raetia, Karl Pistotnik, ενδέχεται να είχε ως αποτέλεσμα διασυνδέσεις με την RZB.

(129)

Επιπλέον, κατά τον χρόνο έκδοσης των δύο εγγυήσεων, ο ένας από τους δύο διευθύνοντες συμβούλους της Valluga και της Gafluna, ο Heinrich Weninger, ήταν επικεφαλής της «μονάδας ιδρυμάτων» της Kathreinbank. Τέλος, η Gafluna, η Valluga και η Kathreinbank είχαν ως τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας την ίδια διεύθυνση κατά τον χρόνο έκδοσης των εγγυήσεων.

(130)

Κατά την άποψη της Επιτροπής, η οποία στηρίζεται σε σφαιρική εκτίμηση όλων των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών, η αλληλεπικάλυψη στη διαχείριση μεταξύ της Kathreinbank, αφενός, και της Raetia, της Valluga και της Gafluna, αφετέρου, συνιστά σχέσεις μέσω φυσικών προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 3 του ΠΣΜΜΕ.

(131)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ, οι επιχειρήσεις που διατηρούν μία από τις εν λόγω σχέσεις μέσω ενός φυσικού προσώπου ή ομάδας φυσικών προσώπων που ενεργούν από κοινού θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες επιχειρήσεις καθόσον ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην ίδια σχετική αγορά ή σε όμορες αγορές. Ως όμορη αγορά θεωρείται η αγορά ενός προϊόντος ή υπηρεσίας που βρίσκεται αμέσως ανάντη ή κατάντη της σχετικής αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Raetia και η Kathreinbank (μέσω της οικείας μονάδας ιδρυμάτων) δραστηριοποιούνται σε όμορη αγορά [η Raetia είναι ίδρυμα και η Kathreinbank παρέχει υπηρεσίες σε ιδρύματα (αιτιολογική σκέψη 25), ήτοι ασκεί δραστηριότητα που αποτελεί ανάντη αγορά] και, ως εκ τούτου, μπορούν να θεωρηθούν συνδεδεμένες επιχειρήσεις. Επιπλέον, είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι οι συνδεδεμένες εταιρείες συμμετοχών, οι οποίες ελέγχουν (συνδέονται με) θυγατρική που δραστηριοποιείται στην ίδια σχετική αγορά ή σε όμορες αγορές με τον δικαιούχο, πρέπει καταρχήν να θεωρείται ότι ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην εν λόγω αγορά. Πράγματι, η έννοια των σχέσεων συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την έλλειψη πλήρους αυτονομίας της θυγατρικής από τη συνδεδεμένη εταιρεία συμμετοχών και, ως εκ τούτου, η ίδια η εταιρεία συμμετοχών εμπλέκεται στον καθορισμό, ή τουλάχιστον στην έγκριση, της στρατηγικής και άλλων πτυχών της εμπορικής πολιτικής της θυγατρικής που δραστηριοποιείται άμεσα στην αγορά. Τούτο αποτελεί συνέπεια της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την έννοια της ενιαίας οικονομικής μονάδας (54), η οποία αποτελεί την κυρίαρχη λογική πίσω από το άρθρο 3 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο του ΠΣΜΜΕ. Επιπλέον, σε έναν όμιλο υπάρχει εν γένει κατανομή καθηκόντων μεταξύ οντοτήτων. Μία οντότητα μπορεί να παράγει και μόνον τα αγαθά, μια άλλη μπορεί να τα πωλεί, ενώ μια τρίτη να ενεργεί ως η διαχειριστική οντότητα συμμετοχών. Όλες αυτές συνδέονται λειτουργικά με τη σχετική αγορά. Ως εκ τούτου, όλες οι εν λόγω οντότητες καλύπτονται από τη φράση «καθόσον ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην ίδια αγορά ή σε όμορες αγορές». Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο όμιλος συνδεδεμένων επιχειρήσεων (RZB, Raetia, Valluga, Gafluna, Abalon AT και Abalon DE) ασκούσε το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων του στην ίδια σχετική αγορά ή σε όμορες αγορές κατά τον χρόνο έκδοσης των εγγυήσεων.

(132)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων, η Raetia, η Valluga και η Gafluna ήταν συνδεδεμένες με την Kathreinbank και, ως εκ τούτου, με την RZB.

4.1.2.4.   Συμπέρασμα

(133)

Κατά την αξιολόγηση του καθεστώτος μιας επιχείρησης ως ΜΜΕ, το 100 % των στοιχείων οποιασδήποτε συνδεδεμένης επιχείρησης προστίθεται στα δικά της στοιχεία (55). Δεδομένου ότι η Abalon DE ήταν συνδεδεμένη με την Gafluna (σημείο 4.1.2.1), η οποία ήταν συνδεδεμένη με την Abalon AT, τη Valluga και τη Raetia (σημείο 4.1.2.2), ενώ οι τελευταίες ήταν συνδεδεμένες με την RZB (αιτιολογική σκέψη 121), η RZB πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την αξιολόγηση του καθεστώτος της Abalon DE ως ΜΜΕ.

(134)

Δεδομένου ότι η RZB δεν ήταν ΜΜΕ κατά τον χρόνο έκδοσης των δύο εγγυήσεων, οι συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις, ιδίως η Abalon DE, επίσης δεν ήταν ΜΜΕ εκείνη τη χρονική στιγμή.

4.1.2.5.   Η Abalon DE δεν πάσχει από τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ

(135)

Εκτός από τις προαναφερθείσες σχέσεις, η Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση του καθεστώτος της Abalon DE ως ΜΜΕ το 2006, εξέτασε αν η Abalon DE έπασχε από τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ. Τα προοριζόμενα για τις ΜΜΕ μέτρα θα πρέπει να είναι πράγματι επωφελή για τις επιχειρήσεις ως προς τις οποίες το μέγεθος αποτελεί μειονέκτημα και όχι για εκείνες τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε μεγάλο όμιλο και, επομένως, έχουν πρόσβαση στα μέσα και τις στηρίξεις που δεν διαθέτουν οι αντίστοιχου μεγέθους ανταγωνιστές τους (αιτιολογική σκέψη 97). Σχετικώς, προκύπτει επίσης ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι μόνον οι πραγματικά ανεξάρτητες ΜΜΕ επωφελούνται από τα πλεονεκτήματα που συνδέονται με το καθεστώς τους, θα πρέπει να υπάρχει ένας τρόπος να εξαλειφθούν τα νομικά κατασκευάσματα τύπου ΜΜΕ που αποτελούν οικονομικό όμιλο, η ισχύς του οποίου υπερβαίνει αυτήν μιας τέτοιας ΜΜΕ. Επίσης, πρέπει να λαμβάνεται μέριμνα ώστε ο ορισμός των ΜΜΕ να μην καταστρατηγείται για καθαρά τυπικούς λόγους (56). Εάν μια επιχείρηση δεν αντιμετωπίζει, στην πραγματικότητα, τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ, η Επιτροπή δικαιούται, εν προκειμένω, να αρνηθεί μια προσαύξηση της ενίσχυσης (57). Παρά τον ισχυρισμό ότι η Raetia ήταν ανεξάρτητη από την RZB (αιτιολογική σκέψη 123), η Abalon DE δεν ήταν ανεξάρτητη ΜΜΕ. Λόγω των προαναφερόμενων σημαντικών σχέσεων με τον όμιλο Raetia και με την RZB, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα με σημαντική θέση στην αγορά, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Abalon DE δεν αντιμετώπιζε στην πραγματικότητα μειονεκτήματα που θα χαρακτήριζαν τυπικά μια ΜΜΕ, όπως προβλήματα πρόσβασης σε χρηματοδότηση.

(136)

Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι η RZB χορήγησε το 50 % του επενδυτικού δανείου και της διευκόλυνσης υπερανάληψης της Abalon DE (βλ. αιτιολογική σκέψη 20). Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η μητρική εταιρεία της Abalon DE, η Gafluna, έλαβε εμμέσως οιονεί ίδια κεφάλαια από την RZB. Πράγματι, κατά τη διάρκεια της έρευνας, η RBI, η νόμιμη διάδοχος της RZB, ανέφερε (αιτιολογική σκέψη 88) ότι, το 2003 και το 2007, με σκοπό την άντληση κεφαλαίων, η Gafluna εξέδωσε μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου αξίας 4,99 εκατ. EUR τις οποίες αγόρασε εξ ολοκλήρου η Abies, έμμεση θυγατρική της RZB κατά 100 %. Η Abies έλαβε έμμεση μετοχική επιχορήγηση (indirekter Gesellschafterzuschuss) από την RZB για τη χρηματοδότηση της εν λόγω εξαγοράς. Αυτή η σημαντική εισφορά οιονεί ιδίων κεφαλαίων ύψους 4,99 εκατ. EUR στην Gafluna δείχνει ότι η Gafluna και οι συνδεδεμένες με αυτήν οντότητες δεν αντιμετώπιζαν τα τυπικά μειονεκτήματα των ΜΜΕ όσον αφορά την πρόσβαση σε κεφάλαια.

4.1.3.   Συμπέρασμα σχετικά με το καθεστώς ΜΜΕ

(137)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Abalon DE δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ΜΜΕ όταν εκδόθηκαν οι δύο εγγυήσεις το 2006.

4.2.   Ύπαρξη ενίσχυσης

(138)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, «[ε]νισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως». Κατά συνέπεια, ένα μέτρο συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες σωρευτικές προϋποθέσεις: i) το μέτρο πρέπει να καταλογίζεται στο κράτος και να χρηματοδοτείται με κρατικούς πόρους· ii) πρέπει να παρέχει πλεονέκτημα στον αποδέκτη του· iii) το εν λόγω πλεονέκτημα πρέπει να έχει επιλεκτικό χαρακτήρα· και iv) το μέτρο πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

4.2.1.   Χρηματοδότηση με κρατικούς πόρους και καταλογισμός στο κράτος

(139)

Οι δύο εγγυήσεις εκδόθηκαν από την Investitionsbank Hessen για λογαριασμό του Υπουργείου Οικονομικών της Έσσης. Επομένως, καταλογίζονται άμεσα στο κράτος.

(140)

Βασίζονται στον κρατικό προϋπολογισμό και, ως εκ τούτου, περιλαμβάνουν κρατικούς πόρους (αιτιολογική σκέψη 18).

4.2.2.   Επιχείρηση

(141)

Η Abalon DE χαρακτηρίζεται ως επιχείρηση, καθώς ασκεί οικονομική δραστηριότητα. Επεξεργάζεται δασοκομικά προϊόντα και πωλεί τα μεταποιημένα προϊόντα στις σχετικές αγορές προϊόντων έναντι αμοιβής (αιτιολογική σκέψη 23).

4.2.3.   Πλεονέκτημα

(142)

Πλεονέκτημα είναι κάθε οικονομικό όφελος το οποίο δεν θα μπορούσε να αποκομίσει μια επιχείρηση υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή χωρίς κρατική παρέμβαση. Όταν το δάνειο που χορηγεί πιστωτικό ίδρυμα σε δανειολήπτη τελεί υπό την εγγύηση των κρατικών αρχών κράτους μέλους, ο δανειολήπτης αυτός αποκτά κατά κανόνα πλεονέκτημα, στο μέτρο που το οικονομικό κόστος που φέρει είναι κατώτερο εκείνου που θα έφερε εάν έπρεπε να λάβει την ίδια χρηματοδότηση και την ίδια εγγύηση σε τιμές αγοράς (58).

(143)

Καταρχήν, το στοιχείο κρατικής ενίσχυσης θεωρείται ότι είναι η διαφορά μεταξύ της ενδεδειγμένης αγοραίας τιμής για την εγγύηση που χορηγείται […] και της πραγματικής τιμής που καταβάλλεται για το μέτρο αυτό (59).

4.2.3.1.   Αρχές για τον υπολογισμό του ισοδύναμου ενίσχυσης για τις εγγυήσεις

(144)

Η ενίσχυση με τη μορφή κρατικών εγγυήσεων χορηγείται όταν παρέχεται η εγγύηση, και όχι τη χρονική στιγμή κατά την οποία η εγγύηση καταπίπτει ή τη στιγμή που πραγματοποιούνται οι πληρωμές σύμφωνα με τους όρους της εγγύησης (60). Ως εκ τούτου, το κρίσιμο χρονικό σημείο για την αξιολόγηση των μέτρων είναι η χρονική στιγμή κατά την οποία χορηγήθηκαν οι εγγυήσεις τον Δεκέμβριο του 2006 (αιτιολογική σκέψη 18).

(145)

Προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι δύο επίμαχες εγγυήσεις παρέχουν πλεονέκτημα στην Abalon DE, η Επιτροπή πρέπει να βασιστεί στις μεθόδους και τις αρχές που επιτρέπουν τον ακριβέστερο δυνατό υπολογισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των εγγυήσεων. Αυτές καθορίζονται επί του παρόντος στην ανακοίνωση του 2008 για τις εγγυήσεις. Μολονότι η ανακοίνωση του 2000 για τις εγγυήσεις ίσχυε κατά την ημερομηνία χορήγησης, αντικαταστάθηκε από την ανακοίνωση του 2008 για τις εγγυήσεις, η οποία θεσπίζει λεπτομερέστερη πολιτική για τον υπολογισμό του στοιχείου ενίσχυσης των εγγυήσεων, ώστε να αντικατοπτρίζει επαρκέστερα την πραγματικότητα της αγοράς. Δεδομένου ότι η έννοια της ενίσχυσης αποτελεί αντικειμενική έννοια που πρέπει να αξιολογηθεί όσο το δυνατόν ακριβέστερα, η Επιτροπή χρησιμοποιεί την ανακοίνωση του 2008 για τις εγγυήσεις προκειμένου να αξιολογήσει αν οι δύο επίμαχες εγγυήσεις παρέχουν πλεονέκτημα στην Abalon DE.

(146)

Σύμφωνα με το σημείο 3.2 στοιχείο δ) της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις, «για να προσδιοριστεί η αντίστοιχη αγοραία τιμή, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά της εγγύησης και του υποκείμενου δανείου. Σε αυτά περιλαμβάνονται: το ποσό και η διάρκεια της συναλλαγής· η παρεχόμενη από τον δανειολήπτη ασφάλεια και άλλα στοιχεία του ιστορικού που διαμορφώνουν την εκτίμηση του ποσοστού ανάκτησης· η πιθανότητα αθέτησης των υποχρεώσεων του δανειολήπτη λόγω της οικονομικής του κατάστασης, ο τομέας στον οποίο δραστηριοποιείται και οι προοπτικές· καθώς και άλλες οικονομικές συνθήκες. Η ανάλυση αυτή θα πρέπει ιδίως να επιτρέπει την κατάταξη του δανειολήπτη σε μια κατηγορία κινδύνου. Η κατάταξη αυτή μπορεί να παρέχεται από διεθνώς αναγνωρισμένο οργανισμό διαβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας ή, εφόσον υπάρχει, από την εσωτερική διαβάθμιση που χρησιμοποιεί η τράπεζα που παρέχει το υποκείμενο δάνειο. [...] Για να αξιολογηθεί κατά πόσο η προμήθεια εγγύησης είναι σύμφωνη με τους όρους της αγοράς, τα κράτη μέλη μπορούν να πραγματοποιούν σύγκριση των τιμών που καταβάλλονται στην αγορά από επιχειρήσεις με παρόμοια πιστοληπτική διαβάθμιση.»

(147)

Το σημείο 4.2 πρώτο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις προβλέπει τρεις διαφορετικές μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό του στοιχείου ενίσχυσης στις μεμονωμένες εγγυήσεις, όπως οι επίμαχες. Η πρώτη μέθοδος, σύμφωνα με την οποία το ισοδύναμο επιχορήγησης θα πρέπει να υπολογίζεται ως «η διαφορά μεταξύ της αγοραίας τιμής της εγγύησης και της τιμής που καταβάλλεται στην πραγματικότητα» (στο εξής: πρώτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις), είναι εκείνη που πρέπει να εφαρμοστεί καταρχήν.

(148)

Κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή ζήτησε από τη Γερμανία πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβανόταν στις επίμαχες εγγυήσεις με τη χρήση της πρώτης μεθόδου βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις, οι γερμανικές αρχές θεώρησαν ωστόσο ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν αδύνατον να παρασχεθούν (αιτιολογικές σκέψεις 16, 91 και 92). Μολαταύτα, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι σε θέση να εφαρμόσει την πρώτη μέθοδο βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις, διότι η αγορά παρέχει εγγυήσεις για το υπό εξέταση είδος συναλλαγής.

(149)

Προκειμένου να προσδιορίσει την αγοραία τιμή και να υπολογίσει το ποσό της ενίσχυσης, η Επιτροπή συγκρίνει την τιμή που πράγματι καταβλήθηκε με την τιμή που καταβάλλεται στο πλαίσιο συγκρίσιμων συναλλαγών της αγοράς, είτε από την ίδια την Abalon DE είτε από συγκρίσιμες εταιρείες. Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία όσον αφορά την Abalon DE, η Επιτροπή αναλύει κατωτέρω i) ποιες εταιρείες είναι συγκρίσιμες με την Abalon DE (σημείο 4.2.3.2), ii) την αγοραία τιμή των επίμαχων εγγυήσεων (σημείο 4.2.3.3) και iii) το ποσό της ενίσχυσης που προκύπτει (σημείο 4.2.3.4).

4.2.3.2.   Σύγκριση με εταιρείες με παρόμοιο ποσοστό αθέτησης και παρόμοια πιστοληπτική διαβάθμιση

(150)

Το κύριο στοιχείο για τον προσδιορισμό των εταιρειών που είναι συγκρίσιμες με την Abalon DE είναι οι αντίστοιχες πιθανότητες αθέτησης των υποχρεώσεών τους. Όταν οι τράπεζες χορηγούν δάνειο σε μια εταιρεία, αποδίδουν στον δανειολήπτη ένα ποσοστό αθέτησης (πιθανότητα αθέτησης), το οποίο αντικατοπτρίζει την ατομική του εκτίμηση κινδύνου. Οι τράπεζες διενεργούν συνολική εκτίμηση κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη, σύμφωνα με το εσωτερικό τους σύστημα διαβάθμισης, ειδικά κριτήρια για την οικονομική βιωσιμότητα της εταιρείας και αξιολόγηση της αγοράς προϊόντων και του τομέα δραστηριότητας.

(151)

Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να αξιολογηθούν τα ποσοστά αθέτησης της Abalon DE και η αξιοπιστία τους.

(152)

Τρεις τράπεζες εξέδωσαν τα υποκείμενα δάνεια και απέδωσαν διαφορετικά ποσοστά αθέτησης (πιθανότητα αθέτησης) στην Abalon DE, και συγκεκριμένα η KSK (ποσοστό αθέτησης 2 %), η Helaba (ποσοστό αθέτησης 1,32 %) και η RZB (ποσοστό αθέτησης 0,832 %) (βλ. αιτιολογική σκέψη 19).

(153)

Γενικά, δεδομένου ότι τα επιτόκια βασίζονται σε μεμονωμένη εκτίμηση των κινδύνων, κρίνεται σκόπιμο να ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά επιτόκια που χορηγούνται σε μια εταιρεία και να υπολογιστεί ο μέσος όρος τους προκειμένου να αποτυπωθεί επαρκώς η πραγματικότητα της αγοράς. Ωστόσο, εάν μια πιστοληπτική διαβάθμιση δεν είναι αξιόπιστη, δεν είναι συγκρίσιμη ή δεν είναι αντικειμενική, δεν θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό του μέσου όρου.

(154)

Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διαφορετικές πιστοληπτικές διαβαθμίσεις που παρείχαν οι τρεις τράπεζες ισχύουν όλες άμεσα για την Abalon DE (υπολογίστηκαν από τις τράπεζες με βάση τις ειδικές πληροφορίες για την εταιρεία τις οποίες παρείχε η Abalon DE και οι τρεις τράπεζες συμμετείχαν στα υποκείμενα δάνεια που χορηγήθηκαν στην Abalon DE). Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι η πιστοληπτική διαβάθμιση της RZB δεν είναι επαρκώς αντικειμενική και αξιόπιστη για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση λόγω των σχέσεων μεταξύ της RZB και της αξιολογούμενης επιχείρησης Abalon DE.

(155)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή βασίζει την αξιολόγησή της μόνο στον μέσο όρο των ποσοστών αθέτησης που προσδιόρισαν η KSK και η Helaba, δηλαδή 1,66 % (μέσος όρος του 2 % και του 1,32 %) (61). Με βάση αυτό το μέσο ποσοστό αθέτησης, η πιστοληπτική ποιότητα (διαβάθμιση) της Abalon DE το 2006 βρίσκεται στο εύρος «Ba2»/«Ba3» στην κλίμακα διαβάθμισης της Moody’s (62), που αντιστοιχεί στο εύρος «BB»/«BB-» στην κλίμακα διαβάθμισης της S&P (63).

4.2.3.3.   Αγοραία τιμή των εγγυήσεων

(156)

Οι προμήθειες εγγύησης που χρεώνονται σε εταιρείες με πιστοληπτική διαβάθμιση παρόμοια με εκείνη της Abalon δεν είναι διαθέσιμες.

(157)

Ωστόσο, η Επιτροπή είναι σε θέση να καθορίσει την αγοραία τιμή στηριζόμενη σε εμπορεύσιμες συμβάσεις αντιστάθμισης πιστωτικού κινδύνου (CDS). Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι CDS αποτελούν κατάλληλες και συναφείς προσεγγιστικές τιμές, καθώς παρέχουν αγοραία τιμή του κινδύνου αθέτησης μιας εταιρείας (64).

(158)

Λαμβανομένης υπόψη της πιστοληπτικής διαβάθμισης της Abalon DE, ο δείκτης πιστωτικών παραγώγων iTraxx Europe Crossover (στο εξής: δείκτης iTraxx crossover) αποτελεί κατάλληλο δείκτη αναφοράς της αγοράς: ο δείκτης iTraxx crossover αποτελείται πράγματι από έως και 75 ευρωπαϊκές εταιρείες με μέση πιστοληπτική διαβάθμιση «BB» περίπου κατά την κρίσιμη ημερομηνία (65) και επίπεδο εξασφάλισης που αντιστοιχεί σε εκείνο της Abalon DE (66). Το πιστωτικό περιθώριο της αγοράς (προσεγγιστική τιμή της προμήθειας εγγύησης της αγοράς) (67) του δείκτη iTraxx Crossover στις 29 Δεκεμβρίου 2006 είναι 2,19 % για το δάνειο κεφαλαίου κίνησης (σταθμισμένη μέση διάρκεια της εγγύησης πλησίον των 5 ετών) και 2,66 % για το επενδυτικό δάνειο (σταθμισμένη μέση διάρκεια της εγγύησης μεταξύ 5 και 10 ετών ως συνέπεια της γραμμικής απόσβεσης).

4.2.3.4.   Προκύπτοντα ποσά ενίσχυσης

(159)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή υπολογίζει το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στις εγγυήσεις, χρησιμοποιώντας την πρώτη μέθοδο βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις. Λαμβάνει δε υπόψη τους ακόλουθους όρους, οι οποίοι απορρέουν από την εγγύηση και τα έγγραφα των δανείων:

α)

Επενδυτικό δάνειο (Investitionskredit):

i)

ποσό δανείου ύψους 19,5 εκατ. EUR, διάρκειας 10 ετών·

ii)

αποπληρωμή δανείου σε εξαμηνιαίες δόσεις από το 2010: το 2010 δύο εξαμηνιαίες δόσεις ύψους 500 000 EUR, το 2011 και το 2012 τέσσερις εξαμηνιαίες δόσεις ύψους 1,25 εκατ. EUR, το 2013 δύο εξαμηνιαίες δόσεις ύψους 1,5 εκατ. EUR, το 2014, το 2015 και το 2016 έξι εξαμηνιαίες δόσεις ύψους 1,75 εκατ. EUR, συμπεριλαμβανομένης της τελευταίας δόσης ύψους 1,75 εκατ. EUR που ήταν καταβλητέα στις 31.12.2016·

iii)

70 % του ποσού του δανείου καλυπτόταν από κρατική εγγύηση, δηλαδή 13,65 εκατ. EUR έως το 2010·

iv)

μείωση της κάλυψης της εγγύησης σε εξαμηνιαίες μειώσεις από το 2010: Το 2010 μειώσεις κατά 350 000 EUR, το 2011 και το 2012 κατά 875 000 EUR, το 2013 κατά 1,05 εκατ. EUR, από το 2014 κατά 1,225 εκατ. EUR.

β)

Δάνειο κεφαλαίου κίνησης (Betriebsmittelkredit):

i)

ποσό δανείου ύψους 10 εκατ. EUR, χωρίς καθορισμένη διάρκεια (καταγγελία με ακύρωση), αποπληρωμή του δανείου μετά την καταγγελία·

ii)

έως το 50 % του ποσού του δανείου καλυπτόταν από κρατική εγγύηση, χρονικά περιορισμένη έως τις 31.12.2012, δηλαδή 5 εκατ. EUR·

iii)

η κάλυψη της εγγύησης μειωνόταν σταδιακά με την πάροδο του χρόνου. Στις 31.12.2009 μείωση κατά 500 000 EUR· στις 31.12.2010 κατά 1 εκατ. EUR· στις 31.12.2011 κατά 1,5 εκατ. EUR και στις 31.12.2012 κατά 2 εκατ. EUR.

γ)

Και στις δύο περιπτώσεις:

i)

η Abalon DE καταβάλλει ετήσια προμήθεια εγγύησης 1 % επί των ανεξόφλητων εγγυημένων ποσών·

ii)

για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στις εγγυήσεις, οι ταμειακές ροές πρέπει να προεξοφληθούν με βάση την ημερομηνία χορήγησης του Δεκεμβρίου του 2006. Για τον σκοπό αυτόν, χρησιμοποιείται επιτόκιο 5,36 % βάσει του επιτοκίου αναφοράς που ίσχυε στη Γερμανία τον Δεκέμβριο του 2006 (68), προσαυξημένο κατά 100 μονάδες βάσης σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (στο εξής: ανακοίνωση για τα επιτόκια αναφοράς) (69).

(160)

Όπως επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 158, η προμήθεια εγγύησης της αγοράς θα ήταν 2,19 % για το δάνειο κεφαλαίου κίνησης και 2,66 % για το επενδυτικό δάνειο. Αυτή πρέπει να συγκριθεί με την ετήσια προμήθεια του 1 % επί των ανεξόφλητων εγγυημένων ποσών [βλ. αιτιολογική σκέψη 159 στοιχείο γ) σημείο i)] που πράγματι κατέβαλλε η Abalon DE.

(161)

Με βάση αυτή τη σύγκριση και με χρήση του εφαρμοστέου προεξοφλητικού επιτοκίου [βλ. αιτιολογική σκέψη 159 στοιχείο γ) σημείο ii)], το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στην εγγύηση επενδυτικής πίστωσης ανέρχεται σε 1 380 705 EUR και το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης της ενίσχυσης που περιλαμβάνεται στην εγγύηση πίστωσης κεφαλαίου κίνησης ανέρχεται σε 129 134 EUR, δηλαδή συνολικό ποσό ενίσχυσης ύψους 1 509 839 EUR.

4.2.3.5.   Δυνατότητα εφαρμογής άλλων μεθόδων για τον προσδιορισμό του πλεονεκτήματος

4.2.3.5.1.   Χρήση της προσέγγισης ασφαλούς λιμένα βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις

(162)

Η Pollmeier παρατήρησε ότι η Abalon DE είναι νεοσύστατη επιχείρηση χωρίς πιστωτικό ιστορικό για την οποία εφαρμόζεται η προσέγγιση ασφαλούς λιμένα (3,8 %) βάσει του σημείου 3.3 της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις (αιτιολογική σκέψη 43). Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, εάν ο δανειολήπτης είναι ΜΜΕ, η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί απλή αξιολόγηση του αν μια εγγύηση δανείου συνιστά ή όχι ενίσχυση.

(163)

Ωστόσο, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η Abalon DE δεν είναι ΜΜΕ, επομένως η μέθοδος αυτή δεν εφαρμόζεται.

4.2.3.5.2.   Χρήση οποιασδήποτε άλλης αντικειμενικά αιτιολογημένης και γενικά αποδεκτής μεθόδου, δηλαδή της τρίτης μεθόδου βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις

(164)

Το σημείο 3.2 πρώτο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις προβλέπει ότι, για εγγυήσεις δανείων, το ισοδύναμο επιχορήγησης για δεδομένο έτος μπορεί:

α)

να υπολογιστεί με τον ίδιο τρόπο όπως το ισοδύναμο επιχορήγησης ενός δανείου με ευνοϊκούς όρους, όπου η επιδότηση επιτοκίου αντιπροσωπεύει τη διαφορά μεταξύ του επιτοκίου της αγοράς και του επιτοκίου που ελήφθη χάρη στην κρατική εγγύηση, αφού αφαιρεθούν τα καταβληθέντα ασφάλιστρα (στο εξής: πρώτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις)·

β)

να ληφθεί ως η διαφορά μεταξύ i) του οφειλόμενου ποσού για το οποίο παρέχεται εγγύηση, πολλαπλασιαζόμενου επί τον συντελεστή κινδύνου (πιθανότητα μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης) και ii) όλων των καταβληθέντων ασφαλίστρων, δηλαδή: (ποσό καλυπτόμενο από την εγγύηση × κίνδυνος) – ασφάλιστρα (στο εξής: δεύτερη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις)·

γ)

να υπολογιστεί με οποιαδήποτε άλλη αντικειμενικά αιτιολογημένη και γενικά αποδεκτή μέθοδο (στο εξής: τρίτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις).

(165)

Σύμφωνα με το σημείο 3.2 δεύτερο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις, για τις μεμονωμένες εγγυήσεις θα πρέπει καταρχήν να χρησιμοποιείται κανονικά η πρώτη μέθοδος υπολογισμού, ενώ για τα καθεστώτα εγγυήσεων θα πρέπει να χρησιμοποιείται η δεύτερη μέθοδος.

(166)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Γερμανία υποστήριξε ότι εξακολουθούσε να εφαρμόζεται προσέγγιση ενιαίου συντελεστή 0,5 % (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 58 έως 60), δεδομένου ότι θα μπορούσε να δικαιολογηθεί σύμφωνα με την τρίτη μέθοδο βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις.

(167)

Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανακοίνωση του 2000 για τις εγγυήσεις δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι η ανακοίνωση του 2008 για τις εγγυήσεις συνιστά καταλληλότερη και ακριβέστερη καθοδήγηση για τον προσδιορισμό του πλεονεκτήματος (αιτιολογική σκέψη 145).

(168)

Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το σημείο 3.2 δεύτερο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η τρίτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις έχει τον χαρακτήρα γενικής διάταξης (Auffangtatbestand) που θα εφαρμοζόταν μόνον εάν οι άλλες μέθοδοι υπολογισμού δεν είναι αιτιολογημένες, εφικτές και κατάλληλες στη συγκεκριμένη υπό κρίση υπόθεση. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, για τις επίμαχες ad hoc εγγυήσεις στην παρούσα υπόθεση, το σημείο 3.2 δεύτερο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις απαιτεί τη χρήση της πρώτης μεθόδου βάσει της εν λόγω ανακοίνωσης. Η πρώτη αυτή μέθοδος, η οποία στηρίζεται άμεσα σε σύγκριση με τα αριθμητικά στοιχεία της αγοράς, είναι σε θέση να αντικατοπτρίζει καλύτερα την πραγματικότητα της αγοράς απ’ ό,τι η απλή προσέγγιση ενιαίου συντελεστή σύμφωνα με την τρίτη μέθοδο βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις. Συναφώς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο, στην απόφαση που εξέδωσε το 2015 (70), επισήμανε επίσης ότι η υιοθέτηση από την Επιτροπή της πρακτικής που συνίστατο στη χρήση του συντελεστή του 0,5 % είχε «προσωρινό χαρακτήρα» και ότι «προβλεπόταν η επανεξέταση της καταστάσεως» κατόπιν, ειδικότερα, του «ακριβέστερου προσδιορισμού της εντάσεως των ενισχύσεων βάσει συμπληρωματικών μελετών», πράγμα που επιβεβαιώνει ότι η τελευταία αυτή μέθοδος θεωρήθηκε, ήδη κατά τον χρόνο εκείνο, ότι δεν ανταποκρινόταν επαρκώς στην πραγματικότητα της αγοράς. Ως εκ τούτου, για τον πρόσθετο αυτό λόγο, η τρίτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση.

4.2.3.5.3.   Χρήση της πρώτης μεθόδου βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις

(169)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (71), η Επιτροπή εξέτασε τη δυνατότητα εφαρμογής της πρώτης μεθόδου βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις. Αυτό θα απαιτούσε π.χ. στοιχεία για τον καθορισμό του επιτοκίου της αγοράς. Στην αιτιολογική σκέψη 32 της εν λόγω απόφασης, η Επιτροπή κάλεσε τη Γερμανία να παράσχει τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή της συγκεκριμένης μεθόδου. Ωστόσο, η Γερμανία δεν υπέβαλε τις εν λόγω πληροφορίες ούτε κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης (72) ούτε κατά το μεταγενέστερο στάδιο της επίσημης έρευνας (73) μετά τη ρητή πρόσκληση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας. Κατά τη διάρκεια της επίσημης έρευνας, η Επιτροπή ζήτησε επίσης από τη Γερμανία πληροφορίες σχετικά με τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης των επίμαχων εγγυήσεων με χρήση της πρώτης μεθόδου βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις, οι γερμανικές αρχές ωστόσο θεώρησαν (κατ’ ουσίαν) ότι ήταν αδύνατον να υπολογιστεί το ποσό αυτό (αιτιολογικές σκέψεις 16, 91 και 92).

(170)

Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι, καταρχήν, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η πρώτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις (αιτιολογική σκέψη 147). Επιπλέον, δεδομένης της έλλειψης των απαιτούμενων πληροφοριών σχετικά με τα επιτόκια αναφοράς της αγοράς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η άμεση εφαρμογή της πρώτης μεθόδου βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις. Ένας έμμεσος τρόπος θα ήταν να καθοριστούν προσεγγιστικές τιμές της αγοράς για τα επιτόκια των δανείων, με χρήση της ανακοίνωσης για τα επιτόκια αναφοράς. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν πολύ λιγότερο ακριβής και λιγότερο εύλογη λόγω της εφαρμογής των ευρύτερων κατηγοριών πιστωτικού κινδύνου της ανακοίνωσης για τα επιτόκια αναφοράς. Ως εκ τούτου, η πρώτη μέθοδος βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις είναι πιο εύλογη από οικονομική άποψη, καθώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσες προσεγγιστικές τιμές της αγοράς.

4.2.4.   Επιλεκτικότητα

(171)

Οι δύο ad hoc εγγυήσεις παρέχονται αποκλειστικά στην Abalon DE και, ως εκ τούτου, είναι επιλεκτικές. Αυτό δεν αμφισβητήθηκε από τη Γερμανία. Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, σε περίπτωση μεμονωμένης ενίσχυσης, βάσει της διαπίστωσης του οικονομικού πλεονεκτήματος μπορεί, καταρχήν, να τεκμαίρεται ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου (74). Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από το αν υπάρχουν στις συναφείς αγορές επιχειρήσεις που βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση.

4.2.5.   Στρέβλωση του ανταγωνισμού

(172)

Οι εγγυήσεις βελτιώνουν την ανταγωνιστική θέση της Abalon DE σε σύγκριση με τους ανταγωνιστές της που δεν επωφελούνται από τις εν λόγω εγγυήσεις. Η Abalon DE δραστηριοποιείται σε αγορά όπου υπάρχει ανταγωνισμός (όπως αποδεικνύεται ειδικότερα από την καταγγελία που υπέβαλε η Pollmeier). Συνεπώς, οι εγγυήσεις νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.

4.2.6.   Επηρεασμός των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών

(173)

Η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα της Γερμανίας (βλ. αιτιολογική σκέψη 41) ότι οι δύο εγγυήσεις είναι αμιγώς τοπικού χαρακτήρα. Ακόμη και αν, όπως αναφέρει η Γερμανία, η πρώτη ύλη προέρχεται κυρίως από τοπικές πηγές, η Abalon DE χρησιμοποιεί την πρώτη ύλη για την παραγωγή προϊόντων ξύλου οξιάς, τα οποία πωλεί και διανέμει παγκοσμίως (βλ. αιτιολογική σκέψη 23). Ως εκ τούτου, τα μεταποιημένα δασοκομικά προϊόντα που παράγει η Abalon DE (και εκείνα της ανταγωνίστριάς της, Pollmeier) αποτελούν αντικείμενο εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και, ως εκ τούτου, η στήριξη προς την Abalon DE είναι πιθανό να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.

(174)

Δεδομένου ότι οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας θεωρείται ότι δεν επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών (75), η Επιτροπή επαλήθευσε αν —και σε ποιον βαθμό— οι εγγυήσεις θα μπορούσαν να εμπίπτουν στις σχετικές διατάξεις για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

(175)

Όπως διαπίστωσε ήδη η Επιτροπή στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (βλ. αιτιολογική σκέψη 28), οι υπό εξέταση εγγυήσεις δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ενισχύσεις ήσσονος σημασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού του 2013 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, δεδομένου ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις διαφάνειας (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 25 και επόμενες της απόφασης κίνησης της διαδικασίας).

(176)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αξιολόγησε, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους μεταβατικούς κανόνες, αν οι εγγυήσεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ενισχύσεις ήσσονος σημασίας βάσει του κανονισμού του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, ο οποίος ίσχυε το 2006, και ο οποίος ορίζει στο άρθρο 2 παράγραφος 2 όριο 100 000 EUR για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (76). Τα ποσά των ενισχύσεων για τις δύο εγγυήσεις (βλ. αιτιολογική σκέψη 161) υπερβαίνουν, τόσο μεμονωμένα όσο και συνδυαστικά, το εν λόγω όριο και, συνεπώς, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

(177)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι δύο εγγυήσεις είναι πιθανό να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

4.2.7.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης

(178)

Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται στο σημείο 4.2, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τόσο η εγγύηση επενδυτικού δανείου όσο και η εγγύηση κεφαλαίου κίνησης συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

4.3.   Νομιμότητα των δύο εγγυήσεων

(179)

Οι δύο εγγυήσεις δεν συνιστούν υφιστάμενη ενίσχυση, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 στοιχείο β) του διαδικαστικού κανονισμού (77). Κοινοποιήθηκαν από τη Γερμανία (78) αλλά τέθηκαν σε εφαρμογή χωρίς εκ των προτέρων έγκριση της Επιτροπής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει αν οι δύο εγγυήσεις πρέπει να αντιμετωπιστούν ως «παράνομη ενίσχυση» που τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ (79) ή αν απαλλάσσονταν —ενδεχομένως αναδρομικά— από την υποχρέωση κοινοποίησης βάσει οποιασδήποτε σχετικής απαλλαγής κατά κατηγορία (και, συνεπώς, ήταν επίσης συμβατές).

4.3.1.   Μη αναδρομική απαλλαγή (και συμβατότητα) βάσει του ΓΚΑΚ του 2014

(180)

Ο ΓΚΑΚ του 2014, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 1 αυτού, εφαρμόζεται στις μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον οι ενισχύσεις πληρούν όλες τις σχετικές προϋποθέσεις βάσει του εν λόγω κανονισμού, με εξαίρεση το άρθρο 9 (δημοσίευση και πληροφορίες). Δεδομένου ότι ο ΓΚΑΚ του 2014 άρχισε να ισχύει την 1η Ιουλίου 2014, οι δύο εγγυήσεις θα μπορούσαν καταρχήν να απαλλαγούν διά της αναδρομικής τούτης εφαρμογής του ΓΚΑΚ του 2014.

(181)

Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρεται στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η απαίτηση διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 του ΓΚΑΚ του 2014 περιορίζει την εφαρμογή του «μόνο στις ενισχύσεις ως προς τις οποίες είναι δυνατόν να υπολογιστεί εκ των προτέρων με ακρίβεια το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης της ενίσχυσης χωρίς να είναι αναγκαία εκτίμηση κινδύνου (“διαφανείς ενισχύσεις”)». Το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του ΓΚΑΚ του 2014 προβλέπει ότι οι ενισχύσεις που περιλαμβάνονται σε εγγυήσεις θεωρούνται διαφανείς όταν είτε το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης έχει υπολογιστεί με βάση τις προμήθειες ασφαλούς λιμένα που καθορίζονται σε ανακοίνωση της Επιτροπής είτε εάν, πριν από την εφαρμογή του μέτρου, η Επιτροπή έχει αποδεχθεί μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης της εγγύησης.

(182)

Η πρώτη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης των εγγυήσεων που κοινοποίησε η Γερμανία έγινε δεκτή από την Επιτροπή το 2007 με την απόφαση C(2007) 4287 final (80), δηλαδή αφού εκδόθηκαν οι δύο εγγυήσεις στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης δεν υπολογίστηκε με βάση τις προμήθειες ασφαλούς λιμένα, καθώς αυτές υπάρχουν μόνο για τις ΜΜΕ βάσει της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις, ενώ η ανακοίνωση του 2000 για τις εγγυήσεις δεν προβλέπει προσέγγιση ασφαλούς λιμένα.

(183)

Κατά συνέπεια, ούτε η εγγύηση επενδυτικού δανείου ούτε η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης πληροί το κριτήριο της διαφάνειας. Επιπλέον, η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης που χαρακτηρίζεται ως περιφερειακή ενίσχυση λειτουργίας μπορεί να τύχει απαλλαγής μόνον υπό τις ειδικές περιστάσεις που ορίζονται στο άρθρο 15 του ΓΚΑΚ του 2014 (81). Αυτές οι ειδικές περιστάσεις δεν συντρέχουν στην υπό κρίση υπόθεση.

(184)

Η εξαίρεση από τη γενική απαίτηση διαφάνειας για νεοσύστατες επιχειρήσεις, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) του ΓΚΑΚ του 2014, εφαρμόζεται μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 του ΓΚΑΚ του 2014. Το άρθρο 22 παράγραφος 3 στοιχείο β) επιτρέπει τη χορήγηση εγγυήσεων για νεοσύστατες επιχειρήσεις με προμήθειες που δεν συμμορφώνονται με τους όρους της αγοράς, αλλά το άρθρο 22 παράγραφος 2 ορίζει ότι οι επιλέξιμες επιχειρήσεις είναι «μη εισηγμένες στο χρηματιστήριο μικρές επιχειρήσεις», ενώ η Abalon DE δεν χαρακτηρίζεται ως μη εισηγμένη στο χρηματιστήριο μικρή επιχείρηση (βλ. σημείο 4.1). Κατά συνέπεια, καμία από τις δύο εγγυήσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απαλλάσσεται με αναδρομική εφαρμογή του άρθρου 22 του ΓΚΑΚ του 2014.

(185)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καμία από τις δύο εγγυήσεις δεν μπορεί να απαλλαγεί αναδρομικά από την υποχρέωση κοινοποίησης βάσει του ΓΚΑΚ του 2014.

(186)

Σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 2 του ΓΚΑΚ του 2014, οι ενισχύσεις που δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης δυνάμει του ΓΚΑΚ του 2014 ή άλλων κανονισμών που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 1 του προγενέστερα ισχύοντος κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου (82) αξιολογούνται από την Επιτροπή με βάση τα σχετικά πλαίσια, κατευθυντήριες γραμμές, ανακοινώσεις και κοινοποιήσεις.

4.3.2.   Μη αναδρομική απαλλαγή (και συμβατότητα) βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της Επιτροπής (83)

(187)

Σύμφωνα με το άρθρο 44 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 800/2008 (στο εξής: ΓΚΑΚ του 2008), ο οποίος άρχισε να ισχύει στις 29 Αυγούστου 2008, ο ΓΚΑΚ του 2008 εφαρμόζεται σε μεμονωμένες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του (εκτός από εκείνες του άρθρου 9 του ΓΚΑΚ του 2008 σχετικά με τη δημοσίευση και τις πληροφορίες).

(188)

Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 του ΓΚΑΚ του 2008, μόνο διαφανείς ενισχύσεις μπορούν να απαλλάσσονται. Ως «διαφανής ενίσχυση» νοείται η ενίσχυση η οποία παρέχει τη δυνατότητα ακριβούς υπολογισμού του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης εκ των προτέρων χωρίς να χρειάζεται η διενέργεια αξιολόγησης κινδύνου (βλ. άρθρο 2 σημείο 6 του ΓΚΑΚ του 2008). Όπως και ο ΓΚΑΚ του 2014, το άρθρο 5 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) του ΓΚΑΚ του 2008 προβλέπει απαιτήσεις διαφάνειας, οι οποίες πληρούνται «όταν η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης έγινε δεκτή μετά την κοινοποίησή της [...] ή όταν ο δικαιούχος είναι μικρή ή μεσαίου μεγέθους επιχείρηση και το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης έχει υπολογισθεί με βάση τις προμήθειες ασφαλούς λιμένα [...]». Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 182, η πρώτη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης των δύο εγγυήσεων που κοινοποίησε η Γερμανία έγινε δεκτή μόνον αφότου εκδόθηκαν οι εγγυήσεις στις 28 Δεκεμβρίου 2006. Το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης δεν υπολογίστηκε με βάση τις προμήθειες ασφαλούς λιμένα, ούτε η Abalon DE είναι μικρή ή μεσαία επιχείρηση (βλ. σημείο 4.1).

(189)

Κατά συνέπεια, ούτε η εγγύηση επενδυτικού δανείου ούτε η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης πληροί το κριτήριο της διαφάνειας. Επιπλέον, η εγγύηση κεφαλαίου κίνησης που χαρακτηρίζεται ως περιφερειακή ενίσχυση λειτουργίας δεν μπορεί να απαλλαγεί βάσει του ΓΚΑΚ του 2008.

(190)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καμία από τις εγγυήσεις δεν απαλλάσσεται αναδρομικά βάσει του ΓΚΑΚ του 2008.

4.3.3.   Μη αναδρομική απαλλαγή (και συμβατότητα) βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1628/2006 της Επιτροπής (84)

(191)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1628/2006 (στο εξής: ΚΑΚ για τις περιφερειακές ενισχύσεις) δεν εφαρμόζεται ratione temporis σε ad hoc μέτρα τα οποία τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από την έναρξη ισχύος του, την 21η Νοεμβρίου 2006. Το άρθρο 9 του ΚΑΚ για τις περιφερειακές ενισχύσεις σχετικά με την «έναρξη και διάρκεια ισχύος» αναφέρεται μόνο σε καθεστώτα που τέθηκαν σε εφαρμογή πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του εν λόγω κανονισμού και σε ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει αυτών των καθεστώτων, όχι σε ad hoc ενισχύσεις και όχι σε ενισχύσεις που χορηγήθηκαν (ούτε καθεστώτα που τέθηκαν σε εφαρμογή) μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2006.

(192)

Σε κάθε περίπτωση, το άρθρο 3 παράγραφος 3 του ΚΑΚ για τις περιφερειακές ενισχύσεις ορίζει ότι οι ενισχύσεις ad hoc συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης, υπό την προϋπόθεση, ειδικότερα, ότι πληρούν άμεσα όλες τις προϋποθέσεις του εν λόγω κανονισμού. Συναφώς, το άρθρο 4 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του ΚΑΚ για τις περιφερειακές ενισχύσεις ορίζει ότι οι ενισχύσεις για αρχική επένδυση συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και απαλλάσσονται από την υποχρέωση κοινοποίησης, εφόσον οι ενισχύσεις χορηγούνται σε περιοχές επιλέξιμες για περιφερειακές ενισχύσεις, όπως καθορίζονται στον εγκεκριμένο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων του οικείου κράτους μέλους για την περίοδο 2007-2013, κάτι που δεν ισχύει στην περίπτωση της περιοχής Schwalm-Eder-Kreis στον ισχύοντα χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων (85).

(193)

Επιπλέον, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο ΚΑΚ για τις περιφερειακές ενισχύσεις εφαρμόζεται μόνο στις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις και δεν δημιουργεί βάση απαλλαγής για τις περιφερειακές ενισχύσεις λειτουργίας, π.χ. την εγγύηση κεφαλαίου κίνησης στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι καμία από τις εγγυήσεις δεν απαλλάσσεται αναδρομικά βάσει του ΚΑΚ για τις περιφερειακές ενισχύσεις.

4.3.4.   Μη αναδρομική απαλλαγή (και συμβατότητα) βάσει του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ

(194)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι καμία από τις εγγυήσεις δεν μπορεί να τύχει απαλλαγής κατά κατηγορία βάσει του κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορία για τις ΜΜΕ, δεδομένου ότι ο εν λόγω κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις ΜΜΕ (βλ. άρθρο 1 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού). Όπως διαπιστώθηκε στην αιτιολογική σκέψη 137, η Abalon DE δεν αποτελούσε ΜΜΕ το 2006.

(195)

Δεδομένου ότι οι δύο εγγυήσεις δεν απαλλάσσονταν, ούτε καν αναδρομικά, από την υποχρέωση κοινοποίησης βάσει οποιασδήποτε απαλλαγής κατά κατηγορία, οι δύο εγγυήσεις πρέπει να θεωρηθούν παράνομη ενίσχυση.

4.4.   Συμβατότητα

(196)

Δεδομένου ότι καμία από τις εγγυήσεις δεν απαλλάσσεται αναδρομικά από την υποχρέωση κοινοποίησης και συνεπώς δεν είναι συμβατή, βάσει οποιουδήποτε κανονισμού απαλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 2 του ΓΚΑΚ του 2014 (βλ. αιτιολογική σκέψη 186), η Επιτροπή πρέπει να αξιολογήσει τη συμβατότητά τους κατ’ εφαρμογή σχετικού πλαισίου, κατευθυντήριων γραμμών, ανακοίνωσης ή κοινοποίησης, καθώς και κατ’ άμεση εφαρμογή της Συνθήκης. Η Γερμανία ισχυρίστηκε ότι οι δύο εγγυήσεις ήταν περιφερειακές ενισχύσεις με στόχο την περιφερειακή ανάπτυξη (αιτιολογική σκέψη 62). Γενικά, η Επιτροπή θεωρεί ένα μέτρο περιφερειακής ενίσχυσης συμβατό με το άρθρο 107 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ μόνον εάν η ενίσχυση συμβάλλει στην περιφερειακή ανάπτυξη και συνοχή. Ο στόχος πρέπει να είναι είτε η προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών «α» είτε η διευκόλυνση της ανάπτυξης περιοχών «γ». Οι δύο εγγυήσεις υπέρ της Abalon DE αποσκοπούν στην προώθηση και τη διευκόλυνση της περιφερειακής ανάπτυξης της μειονεκτούσας περιφέρειας Schwalm-Eder-Kreis, καθώς και της εδαφικής συνοχής (βλ. αιτιολογική σκέψη 17).

(197)

Κατά τον χρόνο χορήγησης των δύο εγγυήσεων, η Schwalm-Eder-Kreis ήταν περιοχή «γ» επιλέξιμη για περιφερειακή επενδυτική ενίσχυση σύμφωνα με τον γερμανικό χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων 2004-2006. Ως εκ τούτου, οι δύο εγγυήσεις μπορούν να αξιολογηθούν βάσει των εφαρμοστέων κατευθυντήριων γραμμών για τις περιφερειακές ενισχύσεις. Από την παράγραφο 188 των κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2014-2020 (86) προκύπτει ότι οι περιφερειακές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν παράνομα πριν από την 1η Ιουλίου 2014 θα αξιολογηθούν σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (87) (στο εξής: ΚΓΠΕ του 2007). Σύμφωνα με την παράγραφο 105 των ΚΓΠΕ του 2007 «Οι περιφερειακές ενισχύσεις που θα έχουν χορηγηθεί [...] πριν από το 2007 θα αξιολογηθούν σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998» σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα. Δεδομένου ότι οι δύο εγγυήσεις εκδόθηκαν το 2006, οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγησή τους είναι, συνεπώς, οι ΚΓΠΕ του 1998, σε συνδυασμό με τον (τότε ισχύοντα) γερμανικό χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων 2004-2006 (88).

4.4.1.   Εγγύηση επενδυτικού δανείου

(198)

Σύμφωνα με τον γερμανικό χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων 2004-2006, η οικεία περιφέρεια (Schwalm-Eder-Kreis) είναι επιλέξιμη για περιφερειακές ενισχύσεις σύμφωνα με το (νυν) άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, με μέγιστη ένταση ενίσχυσης 18 % των επιλέξιμων δαπανών για μεγάλες επιχειρήσεις.

(199)

Σύμφωνα με το σημείο 4.5 των ΚΓΠΕ του 1998, το ανώτατο όριο ενίσχυσης εφαρμόζεται στις επιλέξιμες δαπάνες που περιλαμβάνουν γήπεδα, κτίρια και εγκαταστάσεις/μηχανήματα (εξοπλισμό). Στην προκειμένη περίπτωση, η συνολική επένδυση ανήλθε σε 26 εκατ. EUR για σύγχρονες μηχανές πρίσης, κτίρια και την αγορά του οικοπέδου. Από το ποσό αυτό, 21 εκατ. EUR επενδύθηκαν σε μηχανήματα και εξοπλισμό στο πριονιστήριο, 4 εκατ. EUR σε οικοδομικές εργασίες και 1 εκατ. EUR στην αγορά του οικοπέδου. Η εφαρμογή έντασης ενίσχυσης 18 % οδηγεί σε μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό ενίσχυσης για περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις ύψους 4,68 εκατ. EUR.

(200)

Ενισχύσεις ύψους 4,5 εκατ. EUR, για δαπάνες για κτίρια και εξοπλισμό ύψους 25 εκατ. EUR, είχαν χορηγηθεί ήδη βάσει του προγράμματος κοινής δράσης «βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών δομών» [«Gemeinschaftsaufgabe“Verbesserung der regionalen Wirtschaftsstruktur”», καθεστώς N 642/2002 (βλ. αιτιολογική σκέψη 12 της απόφασης του 2008)]. Η ενίσχυση αυτή θεωρήθηκε υφιστάμενη ενίσχυση μετά την κοινοποίησή της στην απόφαση του 2008 (89) και αυτό το τμήμα της απόφασης του 2008 επικυρώθηκε από το Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του την οποία εξέδωσε το 2015 (βλ. αιτιολογική σκέψη 4) και, ως εκ τούτου, συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση. Δεδομένου ότι το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό ενίσχυσης βάσει των ΚΓΠΕ του 1998 και του γερμανικού χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων 2004-2006 δεν χρησιμοποιήθηκε πλήρως από την υφιστάμενη περιφερειακή επενδυτική ενίσχυση, με την παρούσα απόφαση, οι πρόσθετες επενδυτικές ενισχύσεις ύψους έως 180 000 EUR μπορούν να κηρυχθούν συμβατές εάν πληρούνται όλα τα εφαρμοστέα κριτήρια των ΚΓΠΕ του 1998.

(201)

Η Επιτροπή αξιολόγησε αν πληρούνται τα κριτήρια των ΚΓΠΕ του 1998 (τα οποία δεν αποκλείουν τις εγγυήσεις ως επιλέξιμη μορφή ενίσχυσης). Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί για τα άλλα μέρη της δέσμης περιφερειακών ενισχύσεων (90), πληρούνται όλα τα τυποποιημένα κριτήρια συμβατότητας που απαιτούνται από τις ΚΓΠΕ του 1998 για τις ενισχύσεις που δεν υπόκεινται σε μεμονωμένη κοινοποίηση βάσει του πολυτομεακού πλαισίου του 2002 (91) —το οποίο δεν εφαρμόζεται, καθώς δεν σημειώνεται υπέρβαση του σχετικού ορίου.

(202)

Ειδικότερα, στο σημείο 2 τρίτο εδάφιο των ΚΓΠΕ του 1998 θεωρείται ότι μια μεμονωμένη ad hoc ενίσχυση δεν καλύπτεται καταρχήν από τις ΚΓΠΕ του 1998 (92), δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές εγγράφονται, γενικά, στο πλαίσιο ειδικών ή τομεακών βιομηχανικών πολιτικών και συχνά αποκλίνουν από το πνεύμα της πολιτικής των περιφερειακών ενισχύσεων καθαυτής. Ωστόσο, το σημείο 2 τέταρτο εδάφιο των ΚΓΠΕ του 1998 προβλέπει ότι μπορεί να αποδειχθεί το αντίθετο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τούτο ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Πρώτον, η εγγύηση επενδυτικού δανείου, μαζί με τα άλλα μέρη της δέσμης ενισχύσεων, αποσκοπούσε στην προώθηση της απασχόλησης σε μια ενισχυόμενη περιοχή (δημιουργία 118 θέσεων εργασίας), στοιχείο που αποδεικνύει τη συμβολή της ενίσχυσης στην περιφερειακή ανάπτυξη. Δεύτερον, η ad hoc ενίσχυση χορηγήθηκε επίσης στο πλαίσιο των κατευθυντήριων γραμμών της Έσσης του 2006 (αιτιολογική σκέψη 21), οι οποίες δεν περιορίζονται σε ορισμένο αριθμό τομέων ή επιχειρήσεων.

(203)

Η ενίσχυση αφορά αρχικό επενδυτικό σχέδιο (σημεία 4.1 και 4.4 των ΚΓΠΕ του 1998) και δεν αφορά ούτε τομέα που εξαιρείται από τις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις (βλ. σημείο 2 πρώτο εδάφιο των ΚΓΠΕ του 1998) ούτε προβληματική επιχείρηση. Η απαιτούμενη ιδία συμβολή του δικαιούχου υπερβαίνει το 25 % των συνολικών επενδυτικών δαπανών (93) (σημείο 4.2 πρώτο εδάφιο των ΚΓΠΕ του 1998) και το επενδυτικό σχέδιο θα διατηρηθεί για τουλάχιστον πέντε έτη στην οικεία περιφέρεια (σημείο 4.10 των ΚΓΠΕ του 1998). Οι εργασίες για την επένδυση άρχισαν μετά την αίτηση για τις εγγυήσεις και, ως εκ τούτου, έχουν χαρακτήρα κινήτρου (σημείο 4.2 τρίτο εδάφιο των ΚΓΠΕ του 1998). Οι κανόνες σώρευσης (σημείο 4.18 των ΚΓΠΕ του 1998) τηρούνται δεδομένου ότι, σε συνδυασμό με την προηγούμενη εγκριθείσα επιχορήγηση ύψους 4,5 εκατ. EUR (βλ. αιτιολογική σκέψη 18), το ποσό της πρόσθετης ενίσχυσης ύψους 180 000 EUR δεν υπερβαίνει το ισχύον ανώτατο όριο σώρευσης των 4,68 εκατ. EUR.

(204)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα πρόσθετο ποσό ενίσχυσης ύψους 180 000 EUR (παρούσα αξία το 2006), δηλαδή μέρος του συνολικού ποσού της ενίσχυσης ύψους 1 380 705 EUR (παρούσα αξία το 2006, βλ. αιτιολογική σκέψη 161) που ενσωματώνεται στην εγγύηση επενδυτικού δανείου, είναι συμβατό σύμφωνα με τις ΚΓΠΕ του 1998.

(205)

Η Γερμανία δεν επικαλέστηκε ότι η εγγύηση του επενδυτικού δανείου έπρεπε να αξιολογηθεί κατ’ άμεση εφαρμογή της Συνθήκης και δεν προέβαλε επιχειρήματα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια προσέγγιση. Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να εντοπίσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τυχόν εξαιρετικούς και επαρκώς αιτιολογημένους λόγους που θα της επέτρεπαν να παρεκκλίνει από τις ΚΓΠΕ του 1998. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση που ενσωματώνεται στην εγγύηση επενδυτικού δανείου συνάδει εν μέρει με τις ΚΓΠΕ του 1998 (180 000 EUR από το συνολικό ποσό ενίσχυσης που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 161). Το υπόλοιπο ποσό (1 200 705 EUR) συνιστά ασυμβίβαστη ενίσχυση.

4.4.2.   Εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης

(206)

Η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης συνιστά περιφερειακή ενίσχυση λειτουργίας (αιτιολογική σκέψη 183). Βάσει των ΚΓΠΕ του 1998, οι εν λόγω ενισχύσεις λειτουργίας μπορούν να εγκριθούν μόνο σε περιοχές επιλέξιμες για περιφερειακές ενισχύσεις σύμφωνα με το (νυν) άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο α) της ΣΛΕΕ, δηλαδή σε εξόχως απόκεντρες περιοχές και σε περιοχές με χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (βλ. κριτήριο δημογραφικής πυκνότητας στο σημείο 3.10.4 των ΚΓΠΕ του 1998). Η περιφέρεια Schwalm-Eder-Kreis δεν εμπίπτει σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Ως εκ τούτου, η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης δεν συμμορφώνεται με τις ΚΓΠΕ του 1998.

(207)

Η Γερμανία δεν επικαλέστηκε ότι η εγγύηση του δανείου κεφαλαίου κίνησης έπρεπε να αξιολογηθεί κατ’ άμεση εφαρμογή της Συνθήκης και δεν προέβαλε επιχειρήματα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν μια τέτοια προσέγγιση. Η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να εντοπίσει στη συγκεκριμένη περίπτωση τυχόν εξαιρετικούς και επαρκώς αιτιολογημένους λόγους που θα της επέτρεπαν να παρεκκλίνει από τις ΚΓΠΕ του 1998. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενίσχυση λειτουργίας που περιλαμβάνεται στην εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης ύψους 129 134 EUR (βλ. αιτιολογική σκέψη 161) είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

5.   ΑΝΑΚΤΗΣΗ

(208)

Σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την πάγια νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης, η Επιτροπή είναι αρμόδια να αποφασίζει αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να τροποποιήσει ή να καταργήσει την ενίσχυση εφόσον διαπιστώσει ότι είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά (94). Από την πάγια νομολογία των δικαστηρίων της Ένωσης προκύπτει επίσης ότι η υποχρέωση του κράτους μέλους να καταργήσει ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ως ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά αποσκοπεί στην αποκατάσταση της πρότερης κατάστασης (95).

(209)

Σε αυτό το πλαίσιο, τα δικαστήρια της Ένωσης έχουν αποφανθεί ότι ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται όταν ο δικαιούχος αποδώσει τα ποσά που χορηγήθηκαν υπό μορφή παράνομων ενισχύσεων, χάνοντας έτσι το πλεονέκτημα που απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, και τα πράγματα επανέλθουν στην προ της καταβολής κατάσταση (96).

(210)

Στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του διαδικαστικού κανονισμού ορίζεται ότι «σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο [...]».

(211)

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι οι δύο εγγυήσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ συνιστούν παράνομη και εν μέρει ασυμβίβαστη ενίσχυση, η ασυμβίβαστη ενίσχυση πρέπει να ανακτηθεί ώστε να αποκατασταθεί η κατάσταση της εσωτερικής αγοράς που επικρατούσε πριν από τη χορήγησή τους. Η ανάκτηση καλύπτει την περίοδο από την ημερομηνία κατά την οποία η ενίσχυση τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την πραγματική ανάκτηση. Το προς ανάκτηση ποσό παράγει τόκους μέχρι την πραγματική ανάκτησή του. Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (97).

6.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(212)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι Γερμανία έθεσε παράνομα σε εφαρμογή τις δύο εγγυήσεις κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ:

α)

η ενίσχυση που ενσωματώνεται στην εγγύηση επενδυτικού δανείου είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ έως το ποσό των 180 000 EUR·

β)

το υπερβάλλον ποσό ενίσχυσης των 1 200 705 EUR που ενσωματώνεται στην εγγύηση επενδυτικού δανείου είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά·

γ)

το ποσό ενίσχυσης των 129 134 EUR που ενσωματώνεται στην εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης είναι ασυμβίβαστο με την εσωτερική αγορά,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

1.   Τα ακόλουθα μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση την οποία έθεσε παράνομα σε εφαρμογή η Γερμανία κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ):

α)

εγγύηση επενδυτικού δανείου υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH, με ποσό ενίσχυσης 1 380 705 EUR (παρούσα αξία το 2006)·

β)

εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH, με ποσό ενίσχυσης 129 134 EUR (παρούσα αξία το 2006).

2.   Η εγγύηση επενδυτικού δανείου υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά έως το ποσό ενίσχυσης των 180 000 EUR και ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά για το υπόλοιπο ποσό των 1 200 705 EUR. Η εγγύηση δανείου κεφαλαίου κίνησης υπέρ της Abalon Hardwood Hessen GmbH, με ποσό ενίσχυσης 129 134 EUR, είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 2

1.   Η Γερμανία ανακτά από τον δικαιούχο την ασυμβίβαστη ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1.

2.   Για τα προς ανάκτηση ποσά οφείλονται τόκοι από την ημερομηνία που τέθηκαν στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι τον χρόνο της πραγματικής ανάκτησής τους.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

4.   Η Γερμανία ακυρώνει τυχόν εκκρεμείς πληρωμές και άλλες υποχρεώσεις στο πλαίσιο των εγγυήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 από την ημερομηνία κοινοποίησης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 3

1.   Η ανάκτηση των ποσών ασυμβίβαστων ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1 είναι άμεση και αποτελεσματική.

2.   Η Γερμανία διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Γερμανία υποβάλλει στην Επιτροπή τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει ώστε να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

β)

έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στον δικαιούχο να επιστρέψει την ασυμβίβαστη ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1.

2.   Η Γερμανία τηρεί ενήμερη την Επιτροπή για την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάκτηση της ασυμβίβαστης ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Κατόπιν απλού αιτήματος της Επιτροπής, η Γερμανία παρέχει αμελλητί όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και σχεδιάζει να λάβει για να συμμορφωθεί προς την παρούσα απόφαση. Παρέχει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά των ενισχύσεων και των τόκων που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον δικαιούχο.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Βρυξέλλες, 16 Μαΐου 2025.

Για την Επιτροπή

Teresa RIBERA

Εκτελεστική Αντιπρόεδρος


(1)   ΕΕ C 4 της 6.1.2017, σ. 17.

(2)   ΕΕ C 12 της 17.1.2009, σ. 1. Η μη εμπιστευτική έκδοση της απόφασης είναι διαθέσιμη στο κοινό στον ακόλουθο ιστότοπο της Επιτροπής: https://competition-cases.ec.europa.eu/cases/SA.24030.

(3)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 17ης Μαρτίου 2015, Pollmeier Massivholz κατά Επιτροπής, T-89/09, ECLI:EU:T:2015:153.

(4)   ΕΕ C 71 της 11.3.2000, σ. 14.

(5)  Διάταξη του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 2016, Pollmeier Massivholz κατά Επιτροπής, C-246/15 P, ECLI:EU:C:2016:568.

(6)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2016, Land Hessen κατά Pollmeier Massivholz, C-242/15 P, ECLI:EU:C:2016:765.

(7)  Πρβλ. υποσημείωση 1.

(8)  Απόφαση C(2003) 904 final της Επιτροπής, της 2ας Απριλίου 2003, σχετικά με την κρατική ενίσχυση N 641/2002 — Χάρτης περιφερειακών ενισχύσεων 2004-2006 για τη Γερμανία (ΕΕ C 186 της 6.8.2003, σ. 18). Η μη εμπιστευτική έκδοση της απόφασης είναι διαθέσιμη στο κοινό στον ακόλουθο ιστότοπο της Επιτροπής: https://competition-cases.ec.europa.eu/cases/SA.14304.

(9)  Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (ΕΕ C 74 της 10.3.1998, σ. 9).

(10)  Η εν λόγω δέσμη ενισχύσεων κοινοποιήθηκε στο πλαίσιο της κρατικής ενίσχυσης N 512/2007. Συνίστατο σε περιφερειακή επενδυτική επιχορήγηση ύψους 4,5 εκατ. EUR (βάσει του καθεστώτος ενισχύσεων N 642/2002 — το καθεστώς κοινής δράσης «βελτίωση της περιφερειακής οικονομικής δομής» — «Gemeinschaftsaufgabe Verbesserung der regionalen Wirtschaftsstruktur) και στις δύο επίμαχες εγγυήσεις.

(11)  Μείωση της κάλυψης της εγγύησης σε εξαμηνιαίες μειώσεις από το 2010: Το 2010 μειώσεις κατά 350 000 EUR, το 2011 και το 2012 κατά 875 000 EUR, το 2013 κατά 1,05 εκατ. EUR, από το 2014 κατά 1,225 εκατ. EUR.

(12)  Αποπληρωμή δανείου: εξαμηνιαίες δόσεις, πρώτη πληρωμή το 2010, ύψους 500 000 EUR· το 2011 και το 2012 1,25 εκατ. EUR· το 2013 1,5 εκατ. EUR· το 2014, το 2015 και το 2016 1,75 εκατ. EUR· τελευταία δόση ύψους 1,75 εκατ. EUR στις 31.12.2016.

(13)  Στις 31.12.2009 μείωση κατά 500 000 EUR· στις 31.12.2010 κατά 1 εκατ. EUR· στις 31.12.2011 κατά 1,5 εκατ. EUR και στις 31.12.2012 κατά 2 εκατ. EUR.

(14)  Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Έσσης (Staatsanzeiger für das Land Hessen) αριθ. 30 της 24.7.2006, σ. 1587.

(15)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 30, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/69/oj).

(16)  Σύμφωνα με τον ιστότοπό της, η Kathreinbank ειδικεύεται ιδιαίτερα στις ανάγκες των επιχειρηματιών, των οικογενειών των επιχειρηματιών και των ιδιωτικών ιδρυμάτων. Το φάσμα των υπηρεσιών της καλύπτει όλες τις υπηρεσίες που είναι σημαντικές για αυτούς τους πελάτες. Εν προκειμένω περιλαμβάνονται συμβουλές για τη σύσταση και τη λειτουργία ιδρύματος (« Die Kathrein Privatbank hat sich in besonderem Maße auf die Bedürfnisse von Unternehmern, Unternehmerfamilien und Privatstiftungen spezialisiert. Unser Leistungsspektrum umfasst alle für diese Klientel wichtigen Dienstleistungen: Dazu zählen die Beratung bei Gründung und Führung einer Stiftung, … »), βλ. ιστότοπο της Kathreinbank, προσπελάστηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2019, https://www.kathrein.at/en/?+Die-Privatbank+&id=2500,,1001311.

(17)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1407/2013 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2013, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (ΕΕ L 352 της 24.12.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/1407/oj).

(18)   «Για εγγυήσεις δανείων, το ισοδύναμο επιχορήγησης για δεδομένο έτος μπορεί είτε: [...] να ληφθεί ως η διαφορά μεταξύ α) του οφειλόμενου ποσού για το οποίο παρέχεται εγγύηση, πολλαπλασιαζόμενου επί τον συντελεστή κινδύνου (πιθανότητα μη εκπλήρωσης της υποχρέωσης) και β) όλων των καταβληθέντων ασφαλίστρων, δηλαδή: (ποσό καλυπτόμενο από την εγγύηση × κίνδυνος) – ασφάλιστρα [...]».

(19)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης (ΕΕ L 187 της 26.6.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/651/oj).

(20)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 33, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2001/70/oj).

(21)  Για την απόκτηση σύγχρονων μηχανών πριονίσματος, κτιρίων και την αγορά οικοπέδου, βλ. αιτιολογική σκέψη 10 της απόφασης του 2008.

(22)  Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36, ELI: http://data.europa.eu/eli/reco/2003/361/oj).

(23)  Ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (ΕΕ C 155 της 20.6.2008, σ. 10).

(24)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114.

(25)  Η Pollmeier παραπέμπει εν προκειμένω στην απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-91/01, ECLI:EU:C:2004:244, σκέψη 54.

(26)  Απόφαση του 2015, σκέψεις 122, 124, 128, 138 στοιχείο στ).

(27)   «Οι επιχειρήσεις που διατηρούν μία από τις εν λόγω σχέσεις μέσω ενός φυσικού προσώπου ή ομάδας φυσικών προσώπων που ενεργούν από κοινού θεωρούνται επίσης συνδεδεμένες επιχειρήσεις καθόσον ασκούν το σύνολο ή τμήμα των δραστηριοτήτων τους στην ίδια αγορά ή σε όμορες αγορές.».

(28)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψη 34.

(29)   ΕΕ C 95 της 16.4.2008, σ. 1.

(30)  Βλ. άρθρο 3 στοιχείο α) της ιδρυτικής πράξης της Raetia.

(31)  Η Gafluna εξέδωσε τις Substanzgenussrechte στην Albona Handels- und Beteiligungsgesellschaft mbH, η οποία τις χορήγησε στην Abies.

(32)  Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψη 30· απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2021, Ertico – ITS Europe κατά Επιτροπής, C-572/19 P, ECLI:EU:C:2021:188, σκέψη 87.

(33)  Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2021, Ertico – ITS Europe κατά Επιτροπής, C-572/19 P, ECLI:EU:C:2021:188, σκέψη 88.

(34)  Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψη 32· απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, NMI Technologietransfer, C-516/19, ECLI:EU:C:2020:754, σκέψη 65· και απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαρτίου 2021, Ertico – ITS Europe κατά Επιτροπής, C-572/19 P, ECLI:EU:C:2021:188, σκέψη 89.

(35)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψη 39.

(36)  Ακόμη και αν η RZB θεωρηθεί συνεργαζόμενη επιχείρηση, η κατ’ αναλογία συγκέντρωση του 49 % των στοιχείων της RZB με τα στοιχεία της Abalon DE θα εξακολουθούσε να αποκλείει τον χαρακτηρισμό της Abalon DE ως ΜΜΕ. Το σκεπτικό αυτό ισχύει επίσης εάν η Gafluna και οι συνδεδεμένες με αυτήν επιχειρήσεις (Abalon AT, Valluga, Raetia) ήταν μόνο συνεργαζόμενες επιχειρήσεις της Abalon DE (κάτι το οποίο ισχυρίζεται η Γερμανία, αλλά η Επιτροπή αμφισβητεί).

(37)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2015/1589/oj).

(38)  Αιτιολογική σκέψη 38 της απόφασης του 2008.

(39)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψη 35.

(40)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/139/oj). Το άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού συγκεντρώσεων προβλέπει ότι: «ο έλεγχος απορρέει από δικαιώματα, συμβάσεις ή άλλα μέσα τα οποία [...] παρέχουν τη δυνατότητα καθοριστικού επηρεασμού της δραστηριότητας μιας επιχείρησης, και ιδίως από: [...] δικαιώματα ή συμβάσεις που παρέχουν δυνατότητα καθοριστικού επηρεασμού της σύνθεσης, των συσκέψεων ή των αποφάσεων των οργάνων μιας επιχείρησης».

(41)  Βλ. επίσης τις αναφορές στην «ενιαία οικονομική μονάδα» στα σημεία 10 και 135 της κωδικοποιημένης ανακοίνωσης της Επιτροπής για θέματα δικαιοδοσίας βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ C 95 της 16.4.2008, σ. 1).

(42)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψεις 34, 38 και 39.

(43)  Κωδικοποιημένη ανακοίνωση της Επιτροπής για θέματα δικαιοδοσίας βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ C 95 της 16.4.2008, σ. 1).

(44)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 2006, Cementbouw κατά Επιτροπής, T-282/02, ECLI:EU:T:2006:64, σκέψεις 42 και 67. Βλ. επίσης σκέψη 52.

(45)  Άρθρο 5 παράγραφος 1 και άρθρο 6 παράγραφος 1 του καταστατικού της Abalon DE.

(46)  Άρθρο 7 παράγραφοι 1 έως 3 του καταστατικού της Abalon DE.

(47)  Σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 7 του καταστατικού της Abalon DE, το συνεργαζόμενο διοικητικό συμβούλιο καταρτίζει τον κατάλογο των συναλλαγών για τις οποίες απαιτείται έγκριση από το συνεργαζόμενο διοικητικό συμβούλιο: «Το συνεργαζόμενο διοικητικό συμβούλιο παρακολουθεί και συμβουλεύει τη διοίκηση. Θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό του με τον οποίο [...] θέτει κανόνες για την εποπτεία της διοίκησης. Εν προκειμένω περιλαμβάνεται [...] η δημιουργία ενός καταλόγου συναλλαγών για τις οποίες απαιτείται έγκριση, τις οποίες η διοίκηση μπορεί να εκτελεί μόνον έπειτα από προηγούμενη έγκριση του συνεργαζόμενου διοικητικού συμβουλίου». (« Der Beirat überwacht und berät die Geschäftsführung. Er gibt sich eine Geschäftsordnung, in der er … Regularien zur Überwachung der Geschäftsführung festlegt. Hierzu gehört … die Erstellung eines Kataloges von zustimmungspflichtigen Geschäften, die die Geschäftsführung nur nach vorheriger Zustimmung durch den Beirat durchführen darf. »).

(48)  Ομοσπονδιακός νόμος περί ιδιωτικών ιδρυμάτων (στο εξής: νόμος περί ιδιωτικών ιδρυμάτων) [Bundesgesetz über Privatstiftungen (Privatstiftungsgesetz – PSG)].

(49)  Άρθρα 33 και 34 του νόμου περί ιδιωτικών ιδρυμάτων.

(50)  Βλ. άρθρο 7 στοιχείο α) της ιδρυτικής πράξης της Raetia.

(51)  Βλ. άρθρο 8 της ιδρυτικής πράξης της Raetia.

(52)  Βλ. άρθρο 7 στοιχείο δ) της ιδρυτικής πράξης της Raetia.

(53)  Βλ. άρθρο 7 στοιχείο δ) της ιδρυτικής πράξης της Raetia.

(54)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Φεβρουαρίου 2014, HaTeFo κατά Finanzamt Haldensleben, C-110/13, ECLI:EU:C:2014:114, σκέψη 34.

(55)  Άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3 του ΠΣΜΜΕ, βλ. αιτιολογική σκέψη 104.

(56)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2014, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-91/01, ECLI:EU:C:2004:244, σκέψη 50.

(57)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2014, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-91/01, ECLI:EU:C:2004:244, σκέψη 54.

(58)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Απριλίου 2014, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-559/12 P, ECLI:EU:C:2014:217, σκέψη 96· απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 2020, Valencia Club de Fútbol κατά Επιτροπής, T-732/16, ECLI:EU:T:2020:98, σκέψη 121.

(59)  Βλ. σημείο 4.1 πρώτο εδάφιο της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις.

(60)  Σημείο 2.1 της ανακοίνωσης του 2008 για τις εγγυήσεις.

(61)  Η διατήρηση του μέσου όρου των τριών ποσοστών αθέτησης (συμπεριλαμβανομένου του 0,832 % που δόθηκε από την RZB) δεν θα άλλαζε το αποτέλεσμα. Ο μέσος όρος θα ήταν 1,38 %, ποσοστό που εντάσσεται στο ίδιο εύρος «Ba2»/«Ba3» στην κλίμακα διαβάθμισης της Moody’s.

(62)  Βλ. πρώτη στήλη (πιθανότητες αθέτησης 1 έτους) του τεκμηρίου 26 του ειδικού σχολιασμού του οίκου Moody’s για τα εταιρικά ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και ανάκτησης 1920-2006 «Corporate Default and Recovery Rates, 1920-2006», Φεβρουάριος 2007 (Ba2: 0,856· Ba3: 1,929) (https://www.moodys.com/sites/products/DefaultResearch/2006400000429618.pdf).

(63)   https://www.researchgate.net/figure/Moodys-and-S-P-alphanumeric-ratings-conversion-into-numeric-values_tbl1_23722339.

(64)  Βλ. ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την έννοια της κρατικής ενίσχυσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ C 262 της 19.7.2016, σ. 1), σημείο 111. Οι CDS είναι χρηματοοικονομικά μέσα που ασφαλίζουν τον δανειστή (ή οποιονδήποτε τρίτο που έχει αγοράσει την προστασία) έναντι του κινδύνου αθέτησης μιας οντότητας αναφοράς (εν προκειμένω του δανειολήπτη), όπως οι εγγυήσεις δανείων. Η τιμή που καταβάλλεται για την προστασία έναντι κινδύνου καλείται «προμήθεια εγγύησης» στην περίπτωση εγγύησης δανείου και «πιστωτικό περιθώριο της αγοράς» στην περίπτωση εμπορεύσιμων CDS. Και οι δύο τιμές καθορίζονται κυρίως από τον κίνδυνο αθέτησης της οντότητας αναφοράς (τον δανειολήπτη) και, ως εκ τούτου, μπορούν να θεωρηθούν προσεγγιστικές τιμές για το ίδιο είδος κινδύνων, δηλαδή τον κίνδυνο αθέτησης.

(65)  Βλ. διάγραμμα 20 του τριμηνιαίου δελτίου της Τράπεζας της Αγγλίας για το τρίτο τρίμηνο του 2007 (τόμος 47, αριθ. 3, https://www.bankofengland.co.uk/-/media/boe/files/quarterly-bulletin/2007/quarterly-bulletin-2007-q3.pdf).

(66)  Οι τίτλοι που έδωσε η Abalon DE (παρασχεθείσες εξασφαλίσεις, προσφυγή σε μηχανήματα και ακίνητα) είναι συνήθεις όσον αφορά τα μέγιστα ανακτήσιμα ποσά. Τούτο συνάδει με τη χρήση του δείκτη iTraxx crossover, ο οποίος λαμβάνει ως παραδοχή ποσοστό ανάκτησης 40 % (δηλαδή ζημία 60 % σε περίπτωση αθέτησης), το οποίο συνάδει με τις παρατηρήσεις της αγοράς για δάνεια με συνήθεις εξασφαλίσεις.

(67)  Βλ. υποσημείωση 64.

(68)  Βλ. επιτόκια αναφοράς/προεξόφλησης και ποσοστά ανάκτησης για τα 25 κράτη μέλη της ΕΕ από την 1.5.2004 έως την 31.12.2006: 4,36 για τη Γερμανία από την 1.12.2006 έως την 31.12.2006, https://competition-policy.ec.europa.eu/document/download/ff0d1fd3-2fda-42c1-9980-42501a62c026_en?filename=reference_rates_eu25_en.pdf.

(69)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (ΕΕ C 14 της 19.1.2008, σ. 6).

(70)  Απόφαση του 2015, σκέψη 174.

(71)  Αιτιολογική σκέψη 32 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας.

(72)  Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 28 Μαΐου 2015, αντί της προτεινόμενης μεθόδου ενιαίου συντελεστή 0,5 %, η Γερμανία αναφέρεται ρητώς στη δεύτερη μέθοδο υπολογισμού βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις και όχι στην πρώτη μέθοδο υπολογισμού βάσει της εν λόγω ανακοίνωσης.

(73)  Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στις 27 Μαρτίου 2017, η Γερμανία επικεντρώνει την επιχειρηματολογία της στην προτεινόμενη μέθοδο ενιαίου συντελεστή 0,5 %, η οποία, κατά την άποψη της Γερμανίας, θα μπορούσε επίσης να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της τρίτης μεθόδου υπολογισμού βάσει της ανακοίνωσης του 2000 για τις εγγυήσεις. Η Γερμανία δεν παρέχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την πιθανή εφαρμογή της πρώτης μεθόδου υπολογισμού βάσει της εν λόγω ανακοίνωσης.

(74)  Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 2015, Επιτροπή κατά MOL, C-15/14 P, ECLI:EU:C:2015:362, σκέψη 60.

(75)  Βλ. αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού του 2013 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, βλ. επίσης αιτιολογική σκέψη 5 του κανονισμού του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας.

(76)  Το άρθρο 2 παράγραφος 2 του κανονισμού του 2001 για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ορίζει τα εξής: «Το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται στην ίδια επιχείρηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 100 000 ευρώ σε περίοδο τριών ετών. Το ανώτατο αυτό όριο εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τη μορφή και το στόχο της ενίσχυσης.»

(77)  Σε αντίθεση με την περιφερειακή επενδυτική επιχορήγηση (η οποία αποτελούσε μέρος της ευρύτερης δέσμης ενισχύσεων, βλ. αιτιολογική σκέψη 18), οι δύο εγγυήσεις δεν χορηγήθηκαν βάσει εγκεκριμένου και, ως εκ τούτου, υφιστάμενου καθεστώτος ενισχύσεων, βλ. αιτιολογικές σκέψεις 44 και επόμενες της απόφασης του 2008.

(78)  Δεν υπήρχαν πριν από την έναρξη ισχύος της ΣΛΕΕ και δεν θεωρούνται υφιστάμενη ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 17 του διαδικαστικού κανονισμού.

(79)  Βλ. άρθρο 1 στοιχείο στ) του διαδικαστικού κανονισμού.

(80)  Απόφαση C(2007) 4287 final της Επιτροπής, της 25.9.2007, στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης SA.21945 N 197/2007 — Γερμανία — Μέθοδος υπολογισμού του στοιχείου ενίσχυσης των εγγυήσεων (ΕΕ C 248 της 23.10.2007, σ. 3).

Η μη εμπιστευτική έκδοση της απόφασης είναι διαθέσιμη στο κοινό στον ακόλουθο ιστότοπο της Επιτροπής: https://competition-cases.ec.europa.eu/cases/SA.21945.

(81)  Σύμφωνα με το άρθρο 15 του ΓΚΑΚ του 2014, τα καθεστώτα περιφερειακών ενισχύσεων λειτουργίας στις εξόχως απόκεντρες περιοχές, στις αραιοκατοικημένες περιοχές και στις πολύ αραιοκατοικημένες περιοχές μπορούν να συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Οι δύο επίμαχες εγγυήσεις δεν είναι καθεστώτα και δεν αφορούν εξόχως απόκεντρες περιοχές, αραιοκατοικημένες περιοχές και πολύ αραιοκατοικημένες περιοχές.

(82)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, για την εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων (ΕΕ L 142 της 14.5.1998, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1998/994/oj).

(83)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 800/2008 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2008, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την κοινή αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης (Γενικός κανονισμός απαλλαγής κατά κατηγορία) (ΕΕ L 214 της 9.8.2008, σ. 3, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2008/800/oj).

(84)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1628/2006 της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις εθνικές επενδυτικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (ΕΕ L 302 της 1.11.2006, σ. 29, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2006/1628/oj).

(85)  Απόφαση C(2006) 4958 final της Επιτροπής, της 8ης Νοεμβρίου 2006, στην υπόθεση κρατικής ενίσχυσης N 459/2006 — Γερμανία — Χάρτης περιφερειακών ενισχύσεων 2007-2013 (ΕΕ C 295 της 5.12.2006, σ. 6).

(86)  Κατευθυντήριες γραμμές για τις ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2014-2020 (ΕΕ C 209 της 23.7.2013, σ. 1).

(87)  Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (ΕΕ C 54 της 4.3.2006, σ. 13).

(88)  Βλ. υποσημείωση 9.

(89)  Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 44 και επόμενες της απόφασης του 2008.

(90)  Δεδομένου ότι η εγγύηση επενδυτικού δανείου αποτελεί μέρος δέσμης περιφερειακών ενισχύσεων (βλ. αιτιολογική σκέψη 18 και υποσημείωση 10), συνάδει με «το πνεύμα της πολιτικής των περιφερειακών ενισχύσεων καθαυτής» (κατά την έννοια του σημείου 2 τρίτο εδάφιο των ΚΓΠΕ του 1998), επομένως η εγγύηση επενδυτικού δανείου μπορεί να αξιολογηθεί βάσει των ΚΓΠΕ του 1998.

(91)  Ανακοίνωση της Επιτροπής — Πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια [Κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2002) 315] (ΕΕ C 70 της 19.3.2002, σ. 8).

(92)   «Οι ad hoc ενισχύσεις που χορηγούνται σε μεμονωμένες επιχειρήσεις, ή οι ενισχύσεις που περιορίζονται σε έναν μόνο τομέα δραστηριότητας, ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά τον ανταγωνισμό στην εν λόγω αγορά, ενώ η επίδρασή τους στην περιφερειακή ανάπτυξη μπορεί να είναι πολύ περιορισμένη. Οι ενισχύσεις αυτές εγγράφονται, γενικά, στο πλαίσιο μιας ειδικής ή τομεακής βιομηχανικής πολιτικής και αποκλίνουν από το πνεύμα της πολιτικής των περιφερειακών ενισχύσεων καθαυτής [...]».

(93)  Ειδικότερα, ο κανόνας περί ιδίας συμβολής 25 % τηρείται δεδομένης της εισφοράς ιδίων κεφαλαίων ύψους 3,5 εκατ. EUR και του μέρους του επενδυτικού δανείου των 19,5 εκατ. EUR που δεν καλύπτεται από την εγγύηση του 70 % (30 % των 19,5 εκατ. EUR = 5,85 εκατ. EUR).

(94)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1973, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-70/72, ECLI:EU:C:1973:87, σκέψη 13.

(95)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Μαρτίου 1990, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-142/87, ECLI:EU:C:1990:125, σκέψη 66.

(96)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-75/97, ECLI:EU:C:1999:311, σκέψεις 64 και 65.

(97)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2004/794/oj).


ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2025/2127/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)


Top